Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Πάρτυ Γενεθλίων

ΜΟΥ-ρη με έχεις κάνει καψούρη...

Χτες η μπάρτσα είχε γενέθλια. Συμπλήρωνε 111 χρόνια ζωής. Ή με άλλα λόγια έναν αιώνα κι έντεκα χρόνια (11).

Ο λογάριθμός της μπάρτσα μας βγάζει 84.
Μ(=12)+Π(=16)+Α(=1)+Ρ(=17)+Τ(=19)+(Σ=18)+Α(=1)=σύνολο 84.
Και πέντε χτες στο μουρίνιο 89. Μείον ένα του βίγια (το πρώτο) που ήταν οφσάιντ και δεν έπρεπε να μετρήσει: σύνολο 88

Κι οκτώ (8) που βάλαμε στην αλμερία; Όλο μαζί τι μας κάνει;

11888. Ο αριθμός πίσω από κάθε πληροφορία. Ας πάρει τηλέφωνο ο ζοσέ να ρωτήσει να του πουν, πού είναι η μπάλα..

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Η μελωδία της παρακμής

(ή αλλιώς, Mια βραδιά στον Καρρά)

Σάββατο απόβραδο (και ασετυλίνη). Οι μάζες ετοιμάζονται για τη νυχτερινή τους έξοδο και νιώθουν τον πυρετό του σαββατόβραδου να τυλίγει γλυκά τα μηλίγγια τους.
Η κε του μπλοκ αποτίνει το δικό της φόρο τιμής στον μολώχ της νύχτας με μία μελέτη του κμε (κομάντο μπουζουκόβιας εντροπίας), που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων που μπαίνουν στον ρίζο με τεράστια γράμματα ως ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΑΣ. Όπερ σημαίνει ότι απηχεί αποκλειστικά απόψεις και πρακτικές του συγγραφέα του.
Καλή ανάγνωση.

.

Με τα λόγια να κρύψεις τις πράξεις γιατί προσπαθείς;

Για να διασωθεί το -όποιο- κύρος του γράφοντος θα πρέπει να τονίσουμε πως η συγκεκριμμένη έξοδος στη βαθιά νύχτα της συμπρωτεύουσας δεν αποτελεί συνήθειά του, αφού: 1) δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τέτοιες συνήθειες 2) γνωρίζει πολύ καλά πως η χρυσή εποχή των σκοτεινών σκυλάδικων τελείωσε λίγο πριν τη γέννηση του 3) ο ελιτίστικος διανοουμενισμός του (εμφανής στη συνήθειά του να αναφέρεται στον εαυτό του σε γ' πρόσωπο σαν τον Ιούλιο Καίσαρα) δεν επιτρέπει εύκολα τη συμμετοχή του σε τέτοιες διασκεδάσεις.
Παρ' όλα αυτά, λόγω της μεγάλης αγάπης του για το λαϊκό/ρεμπέτικο τραγούδι, πάντα συμπαθούσε τους σκυλάδες. Θρυλικά ονόματα, όπως αυτά του Χριστοδουλόπουλου, του Τερλέγκα, του Βασιλάκη έμοιαζαν σαν φωτεινοί φάροι, ριζικά αλλοτριωμένοι, αλλά έχοντες ακόμα τη δυνατότητα να θυμίζουν στους ευδαίμονες μικροαστούς ιμπρεσσιονιστικά τοπία απ' το κοινοτικό παρελθόν.
Η έξοδος λοιπόν -που θα περιγραφεί παρακάτω, ακολουθώντας την ποιητική του Απολιθώματος- έγινε για λόγους 'επιτόπιας έρευνας', που λένε και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Για να δούμε τι έχει να μας πει ο Βασιλάκης εν έτει 2010. Υπάρχει βέβαια κι ένας άλλος λόγος, αλλά αυτός είναι αυστηρά προσωπικός και δεν βγαίνει στη δημοσιότητα.

-Παρασκευή βράδυ, δύο μέρες μετά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ώρα δώδεκα και μισή.

Μπαίνοντας στο πάρκινγκ του FIX, καταλαβαίνω αμέσως πως είμαι ο πιο λέτσος που θα περάσει το κατώφλι του τεμένους. Κυριλέ σακάκια, σκαρπίνια, γραβάτες, -ρούχα σινιέ – σχέσεις σικέ. Μπεμβεδικά και καγιέν παντού -και ας μη μιλήσουμε για τις γυναίκες.. Δε μασάμε, είμαστε οι πιο λαϊκοί απ' όλους. Στη ρεσεψιόν, ο με ξυρισμένο κεφάλι πορτιέρης μας κοιτάει περίεργα. Η μουσική στα τέρματα, θέαμα στον κύβο με βίντεο γουόλ στους τοίχους από την πίστα που είναι μέσα. Ο σύντροφος (φέρελπις νέος μουσικός της κλασσικής, μεγαλωμένος με κκε εσ., Στραβίνσκυ και Λιλιπούπολη) που μιλάει μαζί του δε μπορεί να συνεννοηθεί -παρ' όλο που έχουμε κλείσει τραπέζι. Το ακροδεξιό μαφιόζικο στοιχείο μας αντιμετωπίζει καχύποπτα. Παρεμβαίνει δυναμικά μία όμορφη Ικαριώτισσα και τελικά μπαίνουμε μέσα.

λόγια στον αέρα λόγια, σαν ακούρδιστα ρολόγια

Το θέαμα είναι εντυπωσιακό. Στο βάθος η πίστα, αρκετά μεγάλη, αλλά άδεια ακόμα -είναι νωρίς. Και από κει και πέρα το χάος. Μια λαοθάλασσα καθισμένων σαλονικιών με ουΐσκια και λουλούδια.
Μαζική διασκέδαση. Καθόμαστε και περιμένουμε να τελειώσουν οι διάφορες χορεύτριες που το παίζουν τραγουδίστριες για να βγει ο Βασιλάκης. Πίνουμε -δεύτερος γύρος μετά το pre-game στο σπίτι- τα ουΐσκια μας και εντυπωσιασμένος από τη μαζικότητα σκέφτομαι: πρέπει η Αριστερά να ενσωματώσει και να απαντήσει σ' αυτήν την ανάγκη για ξεσάλωμα! Οι χαλαρωμένοι απ' τις ουσίες συνειρμοί με πάνε στη σύνθεση του διονυσιακού (που κυριαρχεί εδώ μέσα, και μάλιστα εν μέσω κρίσης) με το απολλώνιο στοιχείο (αριστερά, αλληλεγγύη, ήθος): Μαζικά λαϊκά γλέντια! Στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, οργανωμένα από τις λαϊκές επιτροπές, με μόνο σκοπό τη γνωριμία όλων με όλους! Εκθέτω τη βαρυσήμαντη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού κινήματος σκέψη μου στο σύντροφο. Απαντάει ψύχραιμα: “Δεν γίνεται”. Καταλαβαίνω αμέσως πως έχει δίκιο και συνεχίζω να πίνω.

μ' αρέσει νά 'μαι θύμα σου, νά 'μαι φυλακισμένος

Η γνωριμία όλων με όλους γίνεται στις τουαλέτες. Τεράστιες, υπερκυριλέ, με καθρέφτες παντού. Ο τεράστιος τοίχος που χωρίζει το τμήμα των νιπτήρων ανάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες δεν είναι τοίχος. Είναι καθρέφτης!! Πλένεις τα χέρια σου και βλέπεις απέναντι τις κοπέλες να “φρεσκάρονται” -για άλλη μια φορά η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υπηρετεί την αλλοτρίωση...

τα καινούργια σας τα στέκια...

Μέσα στο FIX μπορείς να βρεις τα πάντα. Εκτός από μετανάστες, αριστερούς κι αναρχικούς. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία της νεολαίας, πέραν των φοιτητών. Μιλάμε για παιδιά κάτω των είκοσι. Δεκαοχτάρηδες στα κυριλέ έκαναν πως διασκεδάζουν, αλλά το έμπειρο μάτι του κομάντο διέκρινε μια -ελπιδοφόρα- σκιά μελαγχολίας στα μάτια τους. Ειδικά στους αρσενικούς ήταν κάτι παραπάνω από σκιά και κάτι παραπάνω από εμφανής.
Αυτοί που ξεχωρίζουν είναι οι (πρώην) λαϊκές πασοκόφατσες γύρω στα πενήντα, με κοιλιές και ασχημοποιημένα πρόσωπα από το ξεκοκάλισμα των κονδυλίων για τα δημόσια έργα. Ύφος λούμπεν, στάση σώματος μαφιόζου, κομπολόι διακοσίων ευρώ, ρολόι ανάλογο -η προσωποποίηση της παρακμής της ελληνικής αστικής δημοκρατίας.
Αριστερά από το τραπέζι μας είναι μια παρέα σπουδαστών του Κ.Ω.Θ. Τους αναγνώρισε ο σύντροφος, καλά παιδιά, στην ίδια φάση με μας, ανίχνευαν τις δυνατότητες συγκίνησης πέραν του Μπάχ. Στα δεξιά, μια παρέα κλασσικών σαλονικιών δεξιών. Χοντροί, χρυσές αλυσίδες και τα τοιαύτα.
Ένας είχε wallpaper φωτό στο υψηλής τεχνολογίας κινητό του ένα κοριτσάκι με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ελληνική σημαία, ενθύμιο μάλλον της εθνικής ανάτασης του 2004. Το χε βάλει μέσα σ' ένα ποτήρι όρθιο να φαίνεται.. Τον κοίταξα και ‘γω άγρια δυο τρεις φορές αλλά τίποτα.
Το μαγαζί είναι class-war-free. Εθνική ενότητα, με εγγυητή το Βασίλη και τη δανεική ευημερία -της οποίας οι μέρες είναι μετρημένες.

μη μου ζητάς να φύγω, μες στα μεσάνυχτα, θα πάρω πάλι σβάρνα τα ξενυχτάδικα

Κατά τις τρεις βγαίνει ο Βασιλάκης σκοτώνοντας την Πριγκηπέσα. Ακολουθούν μεγάλα κομμάτια: Άλλοθι, Άσ' τη να λέει, Δεν πάω πουθενά. Φωνητικά είναι αξιοπρεπέστατος (φήμες λένε πως έκοψε το πολύ αλκοόλ) αν και τρώει -κλασσικά..- πολλούς στίχους. Από πίσω του, μια μεγάλη οθόνη παίζει ό,τι νά' ναι βίντεο. Για μια στιγμή νομίζω πως βλέπω φλεγόμενους κάδους α λα στουρνάρη, ματ και καγκελάκι στο εμπ, αλλά μάλλον φταίει το αλκοόλ.
Το πρόγραμμα έχει απ' όλα. Και Πουλόπουλο έχει, και Ζαμπέτα-φίνος φιλμ έχει, και παλιά τσιφτετέλια έχει, και Τσιτσάνη έχει (μπαχτσέ τσιφλίκι).
Μόνο Καζαντζίδη δεν έχει. Τυχαίο; Σε καμία περίπτωση. Στα καινούργια μεταμοντέρνα κέντρα χωράνε πολλοί, όχι όμως και κείνος που τους χαιρέτισε τον πλάτανο απ' το '65.

μια μολυβιά που σβήνει, και δεν αφήνει, ούτε ένα ίχνος..

Άπειροι τύποι και τύπισσες από τη λαοθάλασσα των ζωντανών-νεκρών φωτογραφίζουν και βιντεοσκοπούν συνεχώς. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Άμα δεν είναι στο facebook δεν υπάρχει. Φωτογραφίζουν για να ξεχάσουν κι όχι για να θυμούνται. Άλλωστε μια πραγματικότητα πλημμυρισμένη από ποτάμια παραμύθας και αλλοτρίωσης γιατί να τη θυμάσαι; Θέλω να φωνάξω: ΜΗΝ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙΣ – ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙΣ. Αλλά μετά συνειδητοποιώ πως του αξίζει του συγκεκριμένου θεάματος η καταστροφή, όπως και της κοινωνίας που το δημιουργεί, οπότε καλά κάνουν τα παιδιά.

Γενικά, αν εξαιρέσεις κάποια νησιώτικα που παίχτηκαν στο τσακίρ κέφι, η επιτόπια έρευνα δεν βρήκε αυτό που έψαχνε με το φακό. Τα ιμπρεσσιονιστικά τοπία του κοινοτικού παρελθόντος, που αχνοφαίνονταν τη δεκαετία του '80 και του '90 παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Χλωμά τσογλάνια, πλούσιοι από τη φούσκα του χρηματιστηρίου, επιχειρηματίες και υπόκοσμος έχουν πιάσει τα περάσματα. Και το μόνο που αχνοφαίνεται, μετά από πολύ αλκοόλ, είναι δεκεμβριανές συγκρούσεις σε βίντεο γουόλ, πίσω από έναν πάντα γλυκό Βασιλάκη που θέλει να το παίζει ακόμα λαϊκός. Ακόμα και τεράστιοι ύμνοι, όπως το Φωτιά στα Σαββατόβραδα, ακούγονταν παράταιροι σε ένα σκηνικό γενικευμένης παρακμής μιας διασκέδασης που κάποτε, που ήταν λαϊκή, άνοιγε περάσματα στον ουρανό της ψυχικής συν-κοινωνίας.

Το σύστημα καταρρέει -Άσ' το να πέσει! που λέει και η Α.Κ.



δες τι απέμεινε, στάχτη κι αγάπη ένα έγινε

.

Ποιοι είναι οι προσωπικοί λόγοι του νεαρού κομάντο; Συνοψίζονται στον τίτλο ενός αστερίξ, τεύχος νο 15: οι δάφνες του καίσαρα. Ως εκεί μπορώ να πω.
Όσο για το άλλοθι (δεν έχεις άλλοθι) της επιτόπιας έρευνας και της κοινωνικής κριτικής, η κε του μπλοκ υπενθυμίζει στον κομάντο τους στίχους του ποιητή: στους μπουρζουάδες κριτική να κάνουμε, αυτό δε φτάνει.

Σωποδήποτε! Ο αποτέτοιος έχει δίκιο…

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ελλάς- Ευρώπη-Σοσιαλισμός

Η χτεσινή ήταν μία από αυτές τις ημέρες που η σημειολογία πέφτει στα κεφάλια μας: η ήττα του πρέσβη του ελληνικού ποδοσφαίρου, που μας κερνούσε τόσα χρόνια φερέρο ροσέ (ευθεία παραπομπή στον τίτλο του κειμένου) και η κινητοποίηση των φοιτητών της αγγλίας που είναι και το (μαγικό) ζουμί που μας ενδιαφέρει.

Η κε του μπλοκ παρουσιάζει με περηφάνια στο αναγνωστικό της κοινό, ένα άρθρο του ειδικού συνεργάτη της τόνι ριγκατόνι για την κατάσταση της εργατικής τάξης και του κινήματος εν γένει στην αγγλία, το οποίο φωτίζει δύσκολα σημεία του επαναστατικού προτσές στο νησί.
Καλή ανάγνωση.


Φτάνοντας στην Αγγλία το 2003, λίγους μήνες μετά την σύνοδο που στέναξε ο Μαρμαράς από δακρυγόνα, οι εμπειρίες μου από την ευρωπαϊκή αριστερά περιοριζόταν σε έναν διάλογο-σταθμό στους δρόμους των Βρυξελών το μακρινό 2001. Τότε που γάλλος εργάτης παρατηρώντας το μπλοκ της ΔΡΑΣΕ –προγόνου της Πρωτοβουλίας Αγώνα 2003 για τους ιστοριοδίφες του κινήματος- έσκυψε συνωμοτικά και ρώτησε: «Κου-Κου-Ε;» , «Νο Κουκουε- μορ λεφτ δεν κουκουε!» απάντησε περήφανος ένας σύντροφος, για να απαντήσει ο γάλλος, φέρων τραγιάσκα, γένια και προτεταμένη κοιλιά «μορ λεφτ δεν κου-κου-ε; Ο-λα-λα!!» κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση που γνωρίζουμε από τον Οβελίξ, όταν ερχόταν σε επαφή με άλλους πολιτισμούς.

«Σπάμε τις κόκκινες ζώνες»

Σύσκεψη της πρωτοβουλίας ενάντια στον πόλεμο στο Σέφιλντ, Οκτώβριος 2003, λίγο πριν την επίσκεψη του Μπους στο Λονδίνο. Μαζευόμαστε σε μια αίθουσα του πανεπιστημίου για να συντονιστούμε. Εισηγητής ο Άλλεν, επαγγελματικό στέλεχος του ΕςΝτάμπλιγιουΠι, μαμάς-οργάνωσης του ΣΕΚ, που στήνει κάθε Τρίτη ένα τραπεζάκι στο πανεπιστήμιο και με ρωτά με το που κοιτάω «Θέλεις να γίνεις μέλος;». Το έργο αυτό το έχουμε ξαναδεί, ε;
Στη σύσκεψη είμαστε καμιά 20αριά νοματαίοι. Ο Άλλεν ξεκινά ανάποδα από τα πρακτικά, δηλαδή ποιος θα πάρει αφίσες και που θα τις κολλήσει. Κάτι σαν τη βρετανική οδήγηση που είναι ανάποδη από τη δική μας, που ο εισηγητής ξεκινά από το διεθνή συσχετισμό δύναμης, τις εθνικές εξελίξεις, την κρισιμότητα της συγκυρίας και τα τρέχοντα καθήκοντα, δηλαδή την ανάγκη να υπάρχει τραπεζάκι το Σάββατο το πρωί στη λαϊκή.
Ο Άλλεν όμως σταματά δίχως αντίστροφη ιεράρχηση, δηλαδή απλά ανακοινώνει τις χρεώσεις. Η συζήτηση ανάβει. Μία συνάδελφος με πράσινα μαλλιά ανακοινώνει την πρόθεσή της να βάλει προκηρύξεις στις πόρτες της εστίας που μένει, αλλά αναρωτιέται αν γίνει φθορά στην πόρτα ποιος θα πληρώσει. Η φθορά έγκειται στην ξεκολλημένη ταινία που μπορεί να συμπαρασύρει τη μπογιά της πόρτας. Ακολουθούν δημιουργικές προτάσεις για μπλου-τακ και ο Άλλεν δίνει τη λύση ως σοφός καθοδηγητής «οι προκηρύξεις κάτω από τις πόρτες!». Εμπρός λοιπόν!

«Με την αριστερά της καινοτομίας!»

Πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της 5ης Διεθνούς. Ο διοπτροφόρος νεαρός, βγαλμένος από ταινία του Λόουτς για την Ισπανία, μου ανακοινώνει τη λύση για τα προβλήματα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Η πρωτοβουλία για την 5η Διεθνή, πολύ πριν ο Τσάβες πει κάτι παρόμοιο, αριθμούσε στην Μεγάλη Βρετανία 72 μέλη τον Νοέμβριο του 2003 που συζητούσα με τον σύντροφο Simon, μία συμπαθέστατη μορφή που οργώνει τη βόρεια Αγγλία για τους σκοπούς της οργάνωσης. Με πληροφορεί ότι στην Ελλάδα έχουν επαφές με την «Εργατική Εξουσία-Κομμουνιστικό Σύνδεσμο», με προμηθεύει με την εφημερίδα και το θεωρητικό όργανο της υπόθεσης, με παρακινεί να παραβρεθώ σε μία εκδήλωση.
Σε μια αίθουσα δέκα νοματαίοι ακούμε τον ομιλητή να ξεκινά από μία απεργία στο Μπαγκλαντες και να αναδεικνύει ότι το πόπολο είναι έτοιμο για παγκόσμια επανάσταση, φτάνει να έχει κάποιον να την συντονίσει. Καμία σχέση δηλαδή με τον πρακτικίστή Άλλεν, γεγονός που ακουμπάει την ευαίσθητη αριστερίστικη καρδιά μου. Το πράγμα μπερδεύεται από τη διαπίστωση ότι η γραμμή λέει ψήφο στο Εργατικό Κόμμα του Μπλερ για να καταλάβει ο λαός το αδιέξοδο, δηλαδή «χωρίς αυταπάτες» φάση, και κυρίως τα σχέδια εποικισμού του πλανήτη για τη δημιουργία παραρτημάτων της οργάνωσης.
Ο Simon μου εκμυστηρεύεται το «Σκάνδαλο της Ουκρανίας»- έχουν περάσει τα χρόνια, οπότε υποθέτω έχει παραγραφεί. Εκεί κάτι αλάνια ήρθαν σε επαφή με την οργάνωση, η οποία ενθουσιασμένη τους έστειλε κάτι υπολογιστές και ίσως και κάτι παραπάνω. Τα αλάνια εξαφανίστηκαν και μάλλον δεν πέρασαν στην παράνομη οργάνωση του εν Ουκρανία παραρτήματος…

«Ένα είναι το Κόμμα»

«Τη Morning Star θα ήθελα». «Ορίστε».
Κοιτάω το πρωτοσέλιδο της ημερήσιας εφημερίδας του ΚΚΒρετανίας, διαδόχου του ιστορικού CPGB, ήτοι Κομμουνιστικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας. Αντιφατικό; Κομμουνιστικό Κόμμα ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ, δηλαδή μίας Αυτοκρατορίας;
Ας επιστρέψουμε στο πρωτοσέλιδο. Μία νεαρή ημίγυμνη στάρλετ καλύπτει το δεξί τμήμα της σελίδας, ενώ ο τίτλος περιγράφει όργια νεαρών ποδοσφαιριστών. Το Κόμμα εγκατέλειψε τη ξύλινη γλώσσα και ανοίχτηκε στα ζητήματα που ενδιαφέρουν τη νεολαία; Προφανώς όχι που λέει και το γνωστό ανέκδοτο- αυτό με εκείνη τη γιαγιά που παίρνει υπό μάλης μία βρετανική εφημερίδα και βγαίνει στο ύπαιθρο. Απλά ο νεαρός κινέζος υπάλληλος μου έδωσε τη Daily Star, μία εφημερίδα που μπροστά της η Εσπρέσσο είναι κάτι σαν το λογοτεχνικό ένθετο της Πράβντα το 1937.
Αναζητώ την σωστή εφημερίδα αρκετά και εν τέλει την βρίσκω. Ρουφάω τη στήλη κηπουρικής, κάπου στη σ.12 νομίζω, διαβάζω τη στήλη ιπποδρομιών ως φόρο τιμής στον ιστορικό Eric Hobsbawm που στην αυτοβιογραφία του λέει ότι παλιά το όργανο του κόμματος είχε τις καλύτερες προβλέψεις, και ψάχνω να βρω κάποια δραστηριότητα στην βιομηχανική πόλη που βρίσκομαι.
Ύστερα από μία εβδομάδα συστηματικής παρακολούθησης του κομματικού οργάνου βλέπω ότι στις 16 Δεκεμβρίου θα πραγματοποιηθεί η «Μηνιαία Συνάντηση» του Κόμματος σε ένα πολιτιστικό κέντρο της πόλης. Η μέρα φτάνει και ξεκινώ για τη μεγάλη συνάντηση…

«Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, γίναμε έξι»

Κατεβαίνοντας στην πόλη διασχίζω δρόμους με εγκαταλειμμένα εργοστάσια, μάντρες, νεαρούς πατεράδες 15 ετών με αλυσίδες στο λαιμό, φόρμες, αθλητικό παπούτσι και Burberrys- ένας κοινός τύπος της μετα-βιομηχανικής Αγγλίας. Φτάνω σε ένα σκοτεινό πολιτιστικό κέντρο έγκαιρα, ρωτώ τον θυρωρό που είναι η συνάντηση της Morning Star με κοιτά απορημένος και ανόρεχτα μου λέει στον δεύτερο όροφο. Ανεβαίνω σε μία αίθουσα που αποπνέει εικόνα διάλυσης, μπίχλα κομματικού γραφείου και προσπάθειες αισθητικής βελτίωσης δεκαετίας 1980, όπου παιδάκια χορεύουν για την ειρήνη και άλλες σπουδαίες υποθέσεις. Η αίθουσα είναι κατασκότεινη.
Περιμένω επί ώρα όταν επιτέλους εμφανίζεται ζεύγος 50άρηδων και το αλάνθαστο ένστικτο του επαναστατικού διεθνισμού υποδεικνύει ότι είναι μέλη του Κόμματος. Βοηθάει το γεγονός ότι κουβαλάν πλαστική σακούλα ξέχειλη με χαρτιά, ο σύντροφος φέρει γυαλιά και γένια, η κυρία περισσότερα κιλά από όσα χρειαζόταν και περιβάλλονται από την αύρα της κομματικότητας. Συστήνομαι, η ατμόσφαιρα θερμή, δεν με ρωτούν «που ανήκω» --βασικό άγχος για τον εκπρόσωπο μίας ανάδελφης οργάνωσης όπως το ΝΑΡ, και μου ανακοινώνουν ότι το θέμα της εκδήλωσης είναι ο «φασισμός» και ομιλητής εκπρόσωπος μίας «αντιφασιστικής πρωτοβουλίας». Κουλ.
Για να φανώ χρήσιμος και να δείξω ότι ξέρω από αυτά αρχίζω να στήνω καρέκλες που είναι ντανιασμένες στο βάθος της αίθουσας. Στην έκτη καρέκλα ο ευγενής σύντροφος αναφωνεί «Στοπ, Δεν χρειαζόμαστε άλλες». Και τότε έρχεται η ώρα της αποκάλυψης: από τα 17 μέλη του Κόμματος τα 15 είναι πάνω από 70 ετών και από αυτούς οι 7 πάνω από 80 ετών. Στην εκδήλωση ανέμεναν 5 συνολικά+ την αφεντιά μου που ήταν σούπερ έκπληξη κάτι σαν κίντερ έκπληξη= 6 καρέκλες. Και μία για τον ομιλητή.
Βρισκόμαστε στο Σέφιλντ της Αγγλίας, πόλη που γυρίστηκε το Full Monty, κέντρο της βιομηχανικής επανάστασης, πόλη ριζοσπαστικών παραδόσεων και το Κόμμα έχει 17 μέλη. Μάλιστα. Η εν λόγω εκδήλωση ήταν «ανοιχτή», αλλά στην ουσία λειτουργούσε ως συνεδρίαση του τοπικού κομματικού πυρήνα. Η εκδήλωση ήταν από τις πιο συγκινητικές και πιο αδιέξοδες που έχω παρακολουθήσει ποτέ. Ύστερα από λίγο ήρθαν 3 σύντροφοι πάνω από 70 ετών, εργάτες της εποχής του Λαϊκού Μετώπου, με τραγιάσκες και το πιο γλυκό βλέμμα, που μόλις άκουσαν Ελλάδα άρχισαν να λένε «Μανώλη Γκλέζο» και «ΕΑΜ-ΕΑΜ».
Ο μη κομματικός εισηγητής μίλησε για την ανάγκη να πλακώσουμε στις φάπες τους φασίστες και ο ένας ηλικιωμένος σύντροφος όρθιος μας θύμισε τις εποχές του Λαϊκού Μετώπου, τις ψευδαισθήσεις των εργατών που διάβαζαν Χίτλερ και πίστευαν ότι θα έλυνε το πρόβλημα της ανεργίας και την ανάγκη το Κόμμα να διατάξει τις δυνάμεις του αναλόγως με την κρισιμότητα της κατάστασης. Οι δυνάμεις ήμασταν οι έξι παρόντες και οι άγνωστες εφεδρείες της εργατικής τάξης. Κολασμένες καταστάσεις.

(συνεχίζεται…)

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Ο αλύγιστος

Ο αλύγιστος στην ουσία είναι η ιστορία του νίκου πλουμπίδη, δοσμένη σε μυθιστορηματική μορφή από την πολύ δυνατή πένα του κώστα κοτζιά. Εισαγωγικά στο βιβλίο υπάρχει ένα απόσπασμα από το κείμενο «στη μνήμη του αγωνιστή», άρθρο του αλέκου ψηλορείτη στη μνήμη του πλουμπίδη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό νέος κόσμος.

Ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι, απόψε...

Ο πλουμπίδης μένει στην αθήνα σε όλη τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, σαν ένα από τα μέλη του κλιμακίου της κε στην αρχή, επικεφαλής του αργότερα ως το 1951-52 και δουλεύει ακούραστα, με όλες του τις δυνάμεις για να περισώσει ό,τι μπορεί από τα απανωτά χτυπήματα της ασφάλειας και να κάνει αισθητή την παρουσία του κόμματος παντού, κάτω και από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Οι σύντροφοι και συνεργάτες του διαρκώς αραιώνουν γύρω του και ο εχθρικός κλοιός που τον απειλεί γίνεται ολοένα στενότερος. Αλλά δεν υποχωρεί ούτε στιγμή.

Η ήττα του δσε τον αύγουστο του 1949 αποτελεί και για αυτόν –όπως και για όλο το δημοκρατικό κίνημα- σκληρή δοκιμασία και ταυτόχρονα αρχή νέας περιόδου στην πάλη για την εθνική ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. Προσπαθεί να προβληματιστεί πάνω στις αιτίες της ήττας μας και να βγάλει από αυτήν τα απαραίτητα συμπεράσματα και διδάγματα.

Η σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο του ν. μπελογιάννη αποτελεί για τον ν. πλουμπίδη ένα πολύ δυνατό χτύπημα. Τον είχε γνωρίσει και είχε συνεργαστεί μαζί του, μέσα στις συνθήκες της παράνομης δουλειάς και πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις, κινητοποιώντας το παν, για να αποτρέψει τη θανατική καταδίκη του. Για να τον σώσει από το θάνατο, κάνει την ύστατη προσπάθεια, την πιο ψηλή και ευγενική χειρονομία που μπορεί να κάνει άνθρωπος:

Με γράμμα του στους συνηγόρους υπεράσπισης του ν. μπελογιάννη κ. κ. τσουκαλά και γαλέο, που το δίνει και δημοσιεύεται στον τύπο, ζητά να μετατραπούν από το συμβούλιο χαρίτων οι θανατικές καταδίκες του μπελογιάννη και προσφέρεται να παρουσιαστεί και να δικαστεί αυτός για ό,τι κατηγορούνταν ο μπελογιάννης.

Το ανοιχτό αυτό γράμμα του πλουμπίδη, που ο ζαχαριάδης σπεύδει να το χαρακτηρίσει πλαστό, κατασκεύασμα της ασφάλειας, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στις αρχές που αντιμετωπίζουν ήδη την πανελλήνια και παγκόσμια αγανάχτηση και κινητοποίηση για την καταδίκη σε θάνατο και ετοιμαζόμενη εκτέλεση του ν. μπελογιάννη και των συντρόφων του, γιατί συνέβαλε στην ανάπτυξη της κινητοποίησης αυτής και αφαιρούσε το τυπικό πρόσχημα της θανατικής καταδίκης του από το στρατοδικείο.

Στις 30 μάρτη 1952 εκτελείται ο ν. μπελογιάννης με εντολή των αμερικανών και του παλατιού.
Μετά τη σύλληψη του ν. πλουμπίδη και την καταγγελία του από την τότε καθοδήγηση του κόμματος για όργανο της ασφάλειας, το καθεστώς της μισαλλοδοξίας τον παραπέμπει να δικαστεί για κατασκοπεία. Ο αστικός τύπος δίνει ευρύτατη δημοσιότητα στη συκοφαντική αυτή ανακοίνωση. Η ασφάλεια την χρησιμοποιεί για να χτυπήσει το κόμμα. Προσπαθεί να κάνει και τον ν. πλουμπίδη ν’ ακολουθήσει τον ίδιο ολισθηρό δρόμο, να ‘ρθει σε ανοιχτή αντιδικία με το κόμμα. Αλλά η προσπάθειά της αποτυχαίνει.

Επί οχτώ μήνες, από τις 25 νοέμβρη του 1952 που πιάνεται, ως τις 24 ιούλη 1953, που αρχίζει η δίκη του στο στρατοδικείο της αθήνας, ο ν. πλουμπίδης μένει υπόδικος απομονωμένος αυστηρά στα κρατητήρια της ασφάλειας. Σε όλο αυτό το διάστημα το μυαλό του κυριαρχείται και βασανίζεται από μία σκέψη: πώς θα μπορέσει ν΄ αντικρούσει και τις δύο κατηγορίες που του αποδίδονται (της ασφάλειας για κατασκοπεία και του ζαχαριάδη για προδοσία), σαν πραγματικός κομμουνιστής, ανώτατο στέλεχος του κκε.

Την πρώτη κατηγορία μπορεί να την ανατρέψει, όπως και εκατοντάδες σύντροφοί του προηγούμενα, αποδείχνοντας την πατριωτική δράση του κόμματός του και του ίδιου και ξεσκεπάζοντας την εθνοπροδοσία και την αντιλαϊκή πολιτική των κατηγόρων του. Τη δεύτερη όμως, πώς να την αντικρούσει, χωρίς νάρθει, όπως επιδιώκει ο ταξικός εχθρός, σε δημόσια, ανοιχτή αντιδικία με το κόμμα του; Μια τέτοια αντιδικία, σκέφτεται, θα την χρησιμοποιήσει η ασφάλεια, για να χτυπήσει το κόμμα. Τα κρατητήρια της ασφάλειας και το στρατοδικείο, πιστεύει, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος όπου μπορεί να λυθεί η διαφορά του με την ηγεσία του κόμματος. Τη διαφορά αυτή μόνο το κόμμα, τα υπεύθυνα σώματά του, μπορούν να τη λύσουν.

Ένας τρόπος λοιπόν υπάρχει για την αντίκρουση και των δύο κατηγοριών. Να δώσει τη μάχη με τον ταξικό εχθρό στην ασφάλεια και το στρατοδικείο σαν μέλος και στέλεχος του κκε, αδιαφορώντας για τις συκοφαντικές καταγγελίες της ηγεσίας σε βάρος του. Να δώσει ακόμα και τη ζωή του να χρειαστεί, με ήσυχη τη συνείδησή του ότι μια μέρα, αργά ή γρήγορα, η αλήθεια θα λάμψει.

Το στρατοδικείο τον καταδίκασε δύο φορές σε θάνατο. Στις 14 αυγούστου 1954 ο ν. πλουμπίδης έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος στο δαφνί.

Η καθοδήγηση του κκε αποκατάστησε τον ν. πλουμπίδη σαν αγωνιστή-κομμουνιστή που έδωσε όλη τη ζωή του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, της ειρήνης, της δημοκρατίας και της προόδου και πέθανε πιστός στο κόμμα του, στα υψηλά ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Στο 8ο συνέδριο του κκε (αύγουστος 1961) το όνομά του μνημονεύτηκε ανάμεσα στα ονόματα των 21 μελών της κε και της κεε του κόμματος, που έδωσαν τη ζωή τους στο διάστημα που είχε περάσει από το 7ο συνέδριο «για την υπόθεση του λαού και το μεγαλείο της ελλάδας».
Η πεποίθησή του ότι θα δικαιωθεί έγινε έτσι πραγματικότητα.


Η ανάρτηση γίνεται με αφορμή τη συμπλήρωση 58 χρόνων από τη σύλληψη του νίκου πλουμπίδη (συμπληρώνονται αύριο για την ακρίβεια). Το μόνο που έχω να προσθέσω από πλευράς μου είναι να αναζητήσετε τον αλύγιστο του κοτζιά και να τον διαβάσετε οπωσδήποτε (αν δεν το έχετε ήδη κάνει).
Είναι συγκλονιστικό ανάγνωσμα.
Ο θηλυκός μου γονιός που το έκανε, με ρωτούσε μετά τρεις μέρες σερί διάφορα πράγματα για τον πλουμπίδη, χωρίς να καλύπτεται από τις απαντήσεις μου.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Η διαλεκτική των απαντήσεων

Αν ο δεκέμβρης ήταν η ερώτηση (κι όχι η απάντηση), τότε οι κομμουνιστές είναι ακριβώς το αντίθετο κι έχουν μια απάντηση για όλα. Κι όσο πιο πολλούς ρωτήσεις, τόσο περισσότερες απαντήσεις θα πάρεις.

Το ερωτηματικό του δεκέμβρη [?] αίρεται διαλεκτικά και γίνεται σφυροδρέπανο. Αρκεί να του βάλεις κι ένα εργατικό σφυρί να το σφυρηλατήσει στη δράση και να ατσαλωθεί σαν τον ατσαλένιο σύντροφο με το μουστάκι. Το σφυρί του εργάτη ήφαιστου ατσαλώνει στη φωτιά της ταξικής πάλης το δρεπάνι του πανοραμίξ και της δήμητρας, σύμβολα της αγροτιάς και της διανόησης. Κι όλοι μαζί σφιχτή αγκαλιά βαδίζαμε προς τον κομμουνισμό (εντός εικοσαετίας).

Στα χρόνια της περεστρόικα χάσαμε τελείως το μπούσουλα κι όλοι γέμισαν ερωτηματικά, που τα έκλεισε σε μια φράση η ατάκα του σπύρου από τους απαράδεκτους. Τι έγινε ρε παιδιά, μας την πέσανε;
Αλλά αντί για τις απορίες μας, διαλύθηκε η σοβιετική ένωση. Και μείναμε πίσω οι μοιρολογήτρες να ρωτάμε σπαρακτικά «γιατί;» σκίζοντας τα κουρέλια μας -που τραγουδάνε ακόμα.

Η δράση θέλει μονολιθικότητα. Κι οι εύκολες απαντήσεις την ευνοούν. Γίνονται περπατούρες για τα πρώτα σου βήματα, μέχρι να μην τις χρειάζεσαι πια και να σταθείς στα πόδια σου. Μα εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά. Σκοντάφτω σε ένα αρχιπέλαγος προβληματισμών και αντιφάσεων.

Η ως τα τώρα πορεία της γνώσης είναι ένα αδιάκοπο προτσές πάλης ανάμεσα σε απορίες κι απαντήσεις που με τη σειρά τους γεννάνε καινούριες απορίες. Αν μάθεις να θέτεις τα σωστά ερωτήματα, έχεις κάνει τη μισή δουλειά για να βρεις τις απαντήσεις που ψάχνεις. Ακόμα κι αν φτάσεις στις ίδιες θα είσαι σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αν αλλάξεις την ερώτηση αποκλείεται να μείνει ακριβώς ο ίδιος ο άλλος πόλος της αντίθεσης.

Οι πιο πολλοί εκνευριζόμαστε όταν δε μας απαντάνε (σε) αυτό που θέλουμε. Κι είναι ζήτημα πόσοι διαβάζουν στην παρένθεση τα ευκόλως εννοούμενα που αλλάζουν όλο το νόημα.

Μία φίλη του θηλυκού μου γονιού ρώτησε κάποτε έναν παμίτη συνδικαλιστή τι να κάνει με τους συναδέλφους που δεν κατεβαίνουν σε απεργία. Κι αυτός της είπε –λέει- ότι πρέπει να παραδειγματιστούμε από τον ηρωικό αγώνα των κουβανών ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Από την κούβα έρχομαι και στην κορφή ο κάστρο.
Η απάντησή του ήταν λίγο καλύτερη από το ποίημα που έχει αποστηθίσει ο κοντόχοντρος για τον ατσαλένιο.
Στάλιν εσύ που ανθίζεις στα σπαρτά..
Άσε μην πεις για την κούβα. Σφίξανε κι εκεί τα γάλατα κι ανέβασαν τα όρια ηλικίας.

Εγώ κατάλαβα βέβαια τι ήθελε να πει, αλλά δεν τα λες αυτά παραέξω.
Ναι ρε σύντροφε, αλλά έτσι ξεκομμένο… πρέπει να το δεις μες στα συμφραζόμενα. Και τις αντικειμενικές συνθήκες της συγκεκριμένης κατάστασης.
Σωστά. Ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να της είπε της γυναίκας στα συμφραζόμενα;

Στην τελική βέβαια, μπορεί να είχε αυτή άδικο και να τα φουσκώνει. Ή να είναι η αλήθεια κάπου στη μέση και να ‘χουν δίκιο οι κεντριστές. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο παρών δεδικαίωται λόγω εγγύτητας. Και πάντα υπάρχει κάποιος τρίτος που φταίει, τον βρίζουμε οι παρόντες και τα βρίσκουμε μεταξύ μας.

Έλα όμως που ο κόσμος κατά βάθος δε θέλει απάντηση σε αυτό που ρωτάει. Θέλει παραμυθάκια για να αποκοιμηθεί σαν κράτος που απονεκρώνεται και να μπορεί να ονειρεύεται. Ζει σ’ έναν εφιάλτη χωρίς αφύπνιση, εαυτού και συνειδήσεων. Έχει ανάγκη να ελπίζει σε κάτι για να μη φοβάται. Χωρίς ελπίδα, ζει δέσμιος των φόβων του και της μίζερης πραγματικότητας που δεν έχει καμιά ελπίδα να αλλάξει από τις απέλπιδες προσπάθειες των απελπισμένων.
Δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος. Αλλά για το δεύτερο μην είσαι και τόσο σίγουρος.

Ρώτα κι άλλα να μαθαίνεις. Και στο τέλος να έρθεις κι εσύ στα λόγια του μαρξ. Όπως ήρθαν ο τσε κι οι κουβανοί. Κι ας ξεκίνησαν από άλλη αφετηρία (για τον τελικό τους προορισμό κανείς δεν ξέρει).
Κι ο αντικαπιταλισμός μπορεί κάποτε να συναντήσει την κομμουνιστική προοπτική. Εκτός κι αν πάρει λάθος στροφή σε κάποιο συνέδριο και βγει φεουδαρχία. Κι αυτό αντικαπιταλισμός είναι.
Υπερβολές, θα μου πεις. Κι όμως, τι άλλο πέρα από φεουδαρχία (και ακόμα πιο πίσω) μπορεί να είναι η ρομαντική επιστροφή των αναρχικών στη φύση;

Επόμενη ιστορία. Είμαστε σε μια παρέα και πέφτει κρίσιμο ερώτημα για το μανιφέστο. Το διάβασε λέει μία και της φάνηκε συντηρητικό.
-Μα είσαι σίγουρη; Αφού εκεί είναι που λέει για κοινοκτημοσύνη των γυναικών. Τέτοια άκουγαν κι οι αστοί κι έτρεμαν τους κομμουνιστές μην τους πάρουν τις γυναίκες. Εντάξει, μια σχέση είναι σα να προσπαθείς να φτιάξεις σοσιαλισμό, αλλά μην την κάνουμε και κολεκτίβα.

Εκτός κι αν εννοείς ότι βλέπει τις γυναίκες σαν κτήματα. Η κοινοκτημοσύνη αλλάζει βέβαια τη σχέση ιδιοκτησίας, δηλ τη σχέση σου με το αντικείμενο. Αλλά αυτό παραμένει αντικείμενο.
Τελικά δεν εννοούσε τίποτα απ’ όλα αυτά. Και ούτε αυτή μπορούσε να θυμηθεί τι εννοούσε.

Κι ενώ ψάχναμε να βρούμε μια άκρη, έρχεται στο καπάκι κι ο τέντζερης.
Έχετε σκεφτεί ότι πίσω από όλες αυτές τις ιδεολογίες κρύβεται μια συνωμοσία των ισχυρών για να μαλώνουμε μεταξύ μας και να επικρατεί το διαίρει και βασίλευε;

Α, μάλιστα. Να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ, που λέει κι ο βάρδος.
Κοίτα να δεις, για τον γκόρμπι κάτι είχα αρχίσει να καταλαβαίνω. Αν το καλοσκεφτείς ήταν ο μόνος αρχηγός κράτους που το διέλυσε οικειοθελώς. Μέχρι κι ο τάσος παπαδόπουλος καλύτερα θα τα έλεγε. Παρέλαβα σοβιετική ένωση και δεν θα παραδώσω κοινοπολιτεία.

Αλλά μετά σου την πέφτουν για συνωμοτική αντίληψη της ιστορίας, ότι βλέπεις πράκτορες παντού και δε συμμαζεύεται. Ενώ αν πεις ότι ο σφος με το μουστάκι φταίει για όλα και ότι σκότωσε την επανάσταση, είσαι διαλεκτικός, κατάλαβες; Ευτυχώς δηλ που είναι και το εκκε εκεί να κρατάει τα μπόσικα και τα προσχήματα, αλλιώς ποιος ξέρει τι άλλο θα ακούγαμε.

Πού είχαμε μείνει; Α, ναι. Στη συνωμοσία.
Και πού να ήξερες και για τους εβραίους. Τρότσκι, μαρξ, ρόζα. Και το ισραήλ πρώτοι οι σοβιετικοί το αναγνώρισαν. Πού να μάθεις και για τους μασόνους, τον αλιέντε και τον πρώτο γραμματέα του γαλλικού κκ που ήταν κι αυτός τέτοιος.
Οι εβραίοι κι οι μπολσεβίκοι κυβερνούν τον κόσμο.

Σοβαρά τώρα, από πού να το 'πιανες αυτό; Κάνεις μια ύστατη προσπάθεια να πεις πέντε πράγματα. Πώς προέκυψε ο κομμουνισμός, γιατί είναι αντικειμενικός κι όχι αποτέλεσμα συνωμοσίας κι άλλα τέτοια βασικά.
Αλλά μέχρι να φτάσεις στο δύο, αυτή έχει καινούρια απορία. Την άλλη την έδιωξε για να χωρέσει αυτή. Και δεν τη νοιάζει αν της έχεις απαντήσει στο προηγούμενο, ή αν υπάρχει κάποιος ειρμός σε όλο αυτό.

Κι όπως ήμουν και λίγο ευέξαπτος άρχισα να τα παίρνω και φάνηκα ο κακός της υπόθεσης, ως συνήθως. Νευρίασε κι η άλλη κι η κουβέντα μας είχε άδοξο τέλος. Και να φανταστείς ότι έβαλαν εμένα να της μιλήσω γιατί ήμουν υποτίθεται ο πιο διαβασμένος.

Οπότε το έπιασε μια άλλη συντρόφισσα κι άρχισε να της μιλάει γενικά, καμία σχέση με ό,τι είχε ρωτήσει.
Δεν είναι εύκολο, θέλει αγώνα κι υπομονή, με το συνδικάτο και με το κόμμα, το απαυτό μας παξιμάδι.
Κι αυτή τα άκουγε σαν παραμυθάκι και τα κατάπινε σα φρουτόκρεμα, με μάτια γουρλωμένα σα μωράκι. Σταμάτησε να κλαίει κι ηρέμησε στην αγκαλιά της με τα γλυκόλογά της. Στο τέλος ζητήσαμε λογαριασμό και περιμέναμε να ρευτεί.

Ένας δάσκαλος δεν αρκεί να λέει κάτι σοφό. Πρέπει να έχει και μεταδοτικότητα. Να σκύψει στο επίπεδο των μαθητών του, για να τους ανεβάσει σε αυτά που δε φτάνουν, πριν τα κάνουν κρεμαστάρια. Αλίμονο στους συντρόφους που δε σκαμπάζουν από παιδαγωγική και βλέπουν αφ’ υψηλού τις παιδικές νοοτροπίες, σα να ‘τανε αρρώστιες.

Ναι, αλλά εδώ δεν πρόκειται για αυτό. Το θέμα είναι ότι χάνεται η ουσία. Γουστάρεις τον άλλο που τα λέει καλά κι όχι αυτό που λέει. Καλά τα λέει, αλλά τι λέει; Θυμάσαι;

Το παν είναι να τα χώνει στους κακούς για όσα δεν τολμάμε να πούμε εμείς, να λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, σαν τον (κάθε) λαζόπουλο. Κι αφού ξεδώσουμε και ξαναμπουχτίσουμε να τον αναζητήσουμε πάλι, την ίδια ώρα, στο ίδιο κανάλι, για μια νέα κάθαρση. Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

Φαύλος, διαλεκτικός κύκλος. Και να πεις ότι τα λέει και καλά

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Οι γάμοι του σπαρίλα

Τέτοιος γαμβρός παληκαράς, λεβέντης κομμουνισταράς

Το απαιτητικό κοινό θα περίμενε ίσως μια ανάλυση για τον χαρακτήρα της περιόδου και τα καθήκοντα της συγκυρίας. Ή έστω κάτι από την επικαιρότητα. Την πορεία του πολυτεχνείου, το κλίμα στα πανεπιστήμια, το διήμερο εαακ (χωρίς άρθρο, να μην καρφωνόμαστε).

Το οποίο τελικά ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Προσδοκίες που γεννήθηκαν στον πρώτο γύρο των συντονιστικών πόλεων μετά τα γεγονότα της πάτρας, όπου μπορούσες να ακούσεις αρασίτες να δικαιολογούν το ξύλο με τσιτάτα του μαρξ. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Κάτι που καθιστά αυτούς που το έφαγαν ένα είδος ταξικού εχθρού. Εμπρός της γης οι αρασίτες.

Η ως τα τώρα ιστορία της εαακ είναι μια αδιάκοπη πάλη των τά(κ)σεων. Ο φθόγγος κάπα συμβολίζει αυτό ακριβώς που λείπει. Την Κομμουνιστική αναφορά. Αυτά τα αφήνουμε για το κόμμα, που υποτιμά τα προβλήματα στο κυλικείο και τις νίκες στο σήμερα.

Αντ’ αυτού όμως έκρινα σκόπιμο πριν σφίξουν τα κρύα, να παίξω μια τελευταία καλοκαιρινή νότα με το πιο σημαντικό κοσμικό γεγονός της χρονιάς για τον εξωκοινοβουλευτικό –κι όχι μόνο- χώρο. Το γάμο του σφου κι αφού σπαρίλα.

Όπως είχαμε προαναγγείλει η σεμνή τελετή έλαβε χώρα σε κάποιον ιερό ναό (γιατί στο τέλος λυγίσαμε) κάπου κοντά στη βάρκιζα (για να δοθεί συμβολική έμφαση στο ότι λυγίσαμε) αλλά και στον ηρωικό Αστέρα της περίφημης σύγκρουσης. Τότε που ο τρόμπας κι οι σύντροφοι του κυκλοφορούσαν στις σχολές με χάρτες της αθήνας για να δείξουν πόσα χιλιόμετρα μακριά απ’ τον αστέρα θα διαδήλωναν οι ρεφορμιστές του κουκουέ με τους οποίους συντάσσεται σήμερα ο τρόμπας.

Εμείς ευτυχώς δεν πήγαμε ποδαράτα και φτάσαμε αρκετά πιο ξεκούραστοι στον τόπο του εγκλήματος. Στο ενδιάμεσο πρόλαβα να σκεφτώ τη συνδικαλιά ενός φίλου μου που έλεγε ότι με αυτό το σκεπτικό έπρεπε να πάμε στη βαγδάτη για να διαδηλώσουμε ενάντια στον πόλεμο στο ιράκ και την αμερικάνικη επέμβαση.

Στο πλαστό δίλημμα ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες, ο γιώργος σπαρίλας δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής κι υπέκυψε ηρωικά. Προσαρμόστηκε γρήγορα όμως κι ήταν χαρούμενος που μπορούσε να δείξει και στον κουμπάρο του πώς δενότανε η γραβάτα.

Καμία αντίδραση. Τον κοιτάω με νόημα. Πώς δενότανε η γραβάτα λέμε! Με κοιτάει κι αυτός. Πάβελ κορτσάγιν… σύγχρονη εποχή… ο οστρόφσκι… Ούτε τώρα. Το πώς δενότανε το ατσάλι δεν το ξέρεις; Μα τι διάολο σας μαθαίνουν σε αυτό το ρεύμα τέλος πάντων;

Ας καταγραφεί ωστόσο στα πρακτικά (θα τα πάρουμε μετά μαζί με την κάλπη) πως όταν ήρθε η σειρά του να ασπαστεί την εικόνα του παπά, έκανε την κίνηση στον αέρα και προσποιήθηκε πως την φιλάει. Όχι, δεν προσκύνησε.

Φτάσαμε σε ένα κυριλέ μαγαζί δίπλα στη θάλασσα. Έχω και blog πάμε μια βόλτα; Φορώντας την καλή μου βερμούδα, πήγα στο τραπέζι των φίλων από τα χρόνια της θεσσαλονίκης. Που δεν ήμασταν ούτε ένα τραπέζι και δεν ήμασταν καν φίλοι μεταξύ μας (γίναμε όμως στη συνέχεια). Άλλους δικούς μας δεν είχε.

Από συντρόφους του χώρου είχε μόνο άλλο ένα τραπέζι του πριν, αλλά αυτοί ήρθαν πιο πολύ ως συνάδελφοι από τη δουλειά, όχι ως ναρίτες. Δεν ήρθε όμως μαζί μας ο πι-πι και δεν ήταν ούτε ο καζάκης, που εκείνο τον καιρό ήταν κάτι σαν τη βασίλω κι έτρεχε παντού σε όλη την ελλάδα.

Άδειος ο πόλος. Πού πήγε όλος;
Λες να έκατσε σπίτι για να δει μπάλα; Έπαιζε κι η βραζιλία την ίδια ώρα. Παρά την προγαμιαία δέσμευση του σπαρίλα ότι κανόνισε και το έβαλε σε μέρα που δεν είχε μουντιάλ –δήλωση χαρακτηριστική για την αξιοπιστία του χώρου του.

Ένιωθα σα να είμαι σε ένα πάρτι ορκωμοσίας, όπου λείπει η παλιοπαρέα του εορτάζοντα κι είμαι εγώ και κάποιοι ακόμα που μας γνώρισε στην τελευταία εξεταστική, τελευταίο μάθημα.
Το είπα στην ομήγυρη κι ο τρόμπας ενθουσιασμένος μου προσέφερε δέκα ευρώ για να το γράψω στο μπλοκ. Αρνήθηκα κατηγορηματικά. Η κε του μπλοκ έχει χόμπι να εκθέτει τους συντρόφους ανιδιοτελώς, όχι επ’ αμοιβή και για το κέρδος.

Ύστερα μαγνητοσκοπήσαμε το ταγκό των νεόνυμφων πλάι στο κύμα και η κε του μπλοκ βυθίστηκε στους συνειρμούς της και σε αμπελοφιλοσοφικούς στοχασμούς.

Μου λες μ’ αγαπάς… θες να παντρευτούμε.

Τι σημαίνει όμως γάμος αλά ελληνικά τη σήμερον; Πεταμένα λεφτά, που λέει κι ο κομάντο. Όπως κάθε τι στη ζωή άλλωστε. Νταβατζιλίκι απ’ τους εμπόρους στην χαρά και στο θάνατο. Δε συμφέρει ούτε να πεθάνεις. Πρέπει να έχεις καλού-κακού (δηλ κακού σκέτο) κάποια λεφτά στην άκρη για την περίπτωση που… Αλλιώς μένεις άκλαυτο σκυλί και την πληρώνουν οι συγγενείς που δε σε φρόντισαν για την τελευταία σου (δροσερή κι ήσυχη) κατοικία.

Κι οι τιμές για τα νυφικά, ξέρεις πού έχουν φτάσει; Τετραψήφιο νούμερο. Πώληση κι ενοικίαση. Συμφέρει δηλ να το αγοράσεις και να το νοικιάζεις μετά σε γνωστούς και φίλους.
Μα τόσο ματζίρης είσαι δηλ; Μια φορά παντρεύεσαι.
Ναι, αλλά στα παίρνουν για μια ζωή. Κι ύστερα το σκέφτεσαι διπλά και να χωρίσεις. Τέτοια επένδυση να πάει χαμένη;

Ζωές που χαντακώνονται για χατίρι της πιο σημαντικής τους μέρας. Μια μέρα υποκρισίας που δε γίνεται καν για αυτούς σε τελική ανάλυση. Κι άμα ρωτήσεις τα συμπεθέρια κι αυτοί κάτι άλλο ήθελαν.

Πράγματα που γίνονται χωρίς κανείς να το θέλει.
Όπως στη μουσική που κανείς δε θέλει μπιτ και σκυλάδικα και στο τέλος όλο το πάρτι ακούει αυτά ακριβώς. Ο νόμος του μέρφι.
Σε εμάς βέβαια έφταιγε ο ντι τζέι σύντροφος που πήγε βενεζουέλα στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας κι έφερε μαζί μπόλικο υλικό για τα πάρτι της οργάνωσης. Παντού υπάρχει ένας φταίχτης όμως (κι ας μην έχει πάει ποτέ βενεζουέλα).

Είναι σαν αυτό που έλεγε ο ένγκελς για την ιστορία και την ατομική βούληση του καθενός που είναι σα διανύσματα και φτιάχνουν μια τελείως διαφορετική συνισταμένη που κανείς δεν ήθελε εξ αρχής.

Κι έτσι λούζεσαι και την εκκλησία με τους παπάδες για να δείξεις ότι δεν είναι σημαντικό για σένα, ούτε από την ανάποδη. Όπως περίπου κάνουμε εμείς με τις εκλογές και την αποχή.
Δίνουμε πάλη βέβαια για να νικήσουμε τον ταξικό εχθρό και τα πεθερικά που ονειρεύονται να δουν την κόρη τους νυφούλα στης εκκλησιάς την πόρτα. Πώς να νικήσεις όμως την ίδια σου τη συντρόφισσα; Πέφτεις χτυπημένος από μέσα, όπως στις δίκες της μόσχας.
Να καταγραφεί παρακαλώ στα ελαφρυντικά του σπαρίλα (θα τα πάρουμε κι αυτά μαζί με τα πρακτικά και τις κάλπες). Ας είναι ελαφρύς ο γάμος που τον σκεπάζει.

Έρχεσαι λοιπόν εις γάμου κοινωνία σε μια γαμοκοινωνία που αναπαράγει όλες τις παλιές βρωμιές, μόλις πας να επεκτείνεις το ενυδρείο σου κι αρχίσει να τεκνοποιεί το ζευγάρι.
Άσε που ετυμολογικά, γάμος και πήδημα έχουν την ίδια ρίζα. Ζούμε όμως σε μια αντιδιαλεκτική εποχή που τα χωρίζει τεχνητά. Συγχέει το δεσμό με τα δεσμά, δε μπερδεύει το πήδημα με τα συναισθηματικά της και πιστεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα. Κι ας μην πω καλύτερα τι σημαίνει κατ' αντιστοιχία το σεξιστικό υπανδρεύομαι. Παντρεύεστε γιατί χανόμαστε.

Πώς προχωράει η ζωή έκτοτε;
Το ζευγάρι έκανε γαμήλιο ταξίδι του μέλιτος στον προλεταριακό άγιο μαυρίκιο, όπου είναι πολύ δύσκολο να βρεις τον σωστό κωδικό για να πάρεις τηλέφωνο. Ο σπαρίλας φόρεσε βέρα στο δεξί γιατί λέει βοηθάει στην κυκλοφορία του αίματος (στο μενς χελθ νομίζω το διάβασε). Και κυκλοφοράει με τον αριστερισμό του λένιν ανά χείρας για να πετάει στους επικριτές του τσιτάτα περί τακτικής κι αναγκαίων συμβιβασμών.
Κι αν τακτική τη βρήκες την ιθάκη δε σε γέλασε.

Στο τέλος μένουν μόνο τα πειστήρια του εγκλήματος για ανάμνηση. Μια σπουδαία φωτό του κόκκινου πρίσματος, κατευθείαν για αφίσα.


Τι θα μπορούσε να λέει; Πότε θα γευτείς κι εσύ την ευτυχία μου;
Ή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά για στρατολόγηση μελών.
Εσύ έγινες μέλος της ανταρσύα;

Ακόμα και στην κοινωνία του μέλλοντος για κρατική προπαγάνδα υπέρ των γάμων. Αν κι έτσι ίσως αυξάνονταν παράλληλα κι οι αυτοκτονίες των κοριτσιών που έχασαν οριστικά τον σπαρίλα από την αγκαλιά τους.

Άντε. Και στα δικά μας οι ανένταχτοι...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Εδώ Πολυτεχνείο

Βουτιά στην κρυψώνα του παρελθόντος κι ιστορική αναδρομή.

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός τους γείτονες που έβγαζαν σημαίες στα μπαλκόνια στις εθνικές επετείους. Κι εγώ έλεγα στους δικούς μου να βγάζουμε κι εμείς μια κόκκινη στις δικές μας γιορτές σαν την πρωτομαγιά.

Θυμάμαι ακόμα κάτι εκλογικά αυτοκόλλητα του κόμματος που τα κολλούσα στο μάρμαρο της μπαλκονόπορτας. Κι όταν έφευγα έβγαιναν τα συνεργεία του θηλυκού γονιού και τα ξεκολλούσαν. Αυτά όμως ήταν ανθεκτικά, σκίζονταν στη μέση κι έπρεπε μετά να τα ξύσει. Κι άφηναν πίσω τους κάτι σα στάμπα που έχει τη ζωή μου σημαδέψει. Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.

Μετά το νήμα των αναμνήσεων κόπηκε απότομα και το ξανάπιασα με τον αρσένη, καμιά δεκαετία αργότερα. Θυμάμαι ενδιάμεσα τον άβερελ να ψάχνεται τι εφημερίδα να αγοράσει όταν έκοψε τον ρίζο και να παίρνει για ένα διάστημα ελευθεροτυπία. Που σε ένα πρωτοσέλιδο κάπου αρχές ενενήντα, είχε τον τίτλο του κειμένου και στο τέλος πολλά όμικρον που όσο πήγαινε γίνονταν πιο μικρά, όπως κι η πορεία του πολυτεχνείου.

Κι ύστερα η άχαρη εφηβεία. Υπεύθυνος της γιορτής στο λύκειο ήταν μια μουλού καθηγήτρια (αυτή άραγε θεωρείται εργατική τάξη;) που έβαλε στο πρόγραμμα το χαιρετίσματα στην εξουσία.
-Ποια εξουσία όμως σύντροφε βασίλη; Και τη σοβιετική μήπως;

Εμένα δε μου κολλούσε πολύ το τραγούδι. Το βασικό πρόβλημα όμως ήταν ότι η χορωδία είχε μια αυτόκλητη σοπράνο που τσίριζε κι έπρεπε να βιαστείς να πιάσεις θέση μακριά από τα μεγάφωνα. Το καθηγητικό κατεστημένο έστηνε γύρω της με την παρουσία του μια αόρατη ασπίδα για τις ντομάτες. Κι αυτή έκλεινε το ματάκι σε κάποιον φανταστικό θαυμαστή ή φίλο, για να παίρνει κουράγιο.

Ψεύτικο πάθος στις απαγγελίες, ψεύτικα δάκρυα, χειροκροτήματα. Το μυστικό μας είναι ότι είμαστε όλοι μια παρέα και περνάμε πολύ καλά στις πρόβες και στα γυρίσματα.
-Άσε ρε φίλε που ένιωσες, ούτε στην πορεία δε θα πας το απόγευμα. -Γιατί δηλ εσύ θα πας;

Κι έτσι βρέθηκα στο μπλοκ του άβερελ, γιατί δεν είχα κι άλλον να πάω. Τη μία μπροστά, αλυσίδα με το σπαρίλα, ελ έι, ελ έι, φακ δε USA, και για το μιλόσεβιτς ούτε ένα σύνθημα. Κι άλλη μία ψόφια, πιο πίσω, σιωπηλή διαμαρτυρία με τους παλιούς, που σέρνονταν κουρασμένοι και χρόνο το χρόνο λιγόστευαν, αλλά ίσως να επαναπατρίστηκαν μετά από χρόνια, τώρα στις ευρωεκλογές.

Κι απ’ την επόμενη, φοιτητής στην οργάνωση και περιφρούρηση. Ξύπνημα στις 16 απ’ τα μαύρα μεσάνυχτα, για να πιάσουμε θέση και να ‘μαστε ψόφια κοτόπουλα το μεσημέρι που έρχεται ο κόσμος και τα γυναικόπαιδα. Και στιλ αυστηρά συνωμοτικό, όπως στους βομβαρδισμούς της σερβίας, που οι σφοι έλεγαν στο τηλέφωνο όταν (το νάτο ανάποδα) για να μην τους καταλάβουν οι χαφιέδες.
Ένα πρωί βρήκαμε κολλημένο στο τραπέζι μας ένα χαρτί για την πανσπουδαστική νο 8. -Τι είναι αυτό; Ευτυχισμένη ηλικία. Δεν έχουν κι εαακ στη σχολή του.

Κι ύστερα τραπεζάκια έξω κι η μάχη για το πεζούλι, που την κρίνουν οι εκάστοτε συσχετισμοί. Ήρθα και φέτος στα σκαλοπάτια σου. Αλλά ο δίπλα βάζει το τραπεζάκι του μπροστά μου και δε θα του περάσει. Να δούμε ποιος θα αρχίσει πρώτος τις ψιλές και ποιος θα φαγωθεί. Κι ο κλήρος πέφτει στους δαπίτες…
Κι αφού ηρεμήσουν τα πνεύματα, πλάκες, συνθήματα για το σάββα και τον ο-μπάμπα κι ένας σφος να κρατά ψηλά την επιστολή των επτά και να τη δείχνει στους άλλους σαν εικόνισμα. Μέχρι να ξαναρχίσει η μάχη για τα μανιτάρια. Σούπα ή τα σοτάρουμε; Σκαλί-σκαλί, σπίτι το σπίτι, όπως στο στάλινγκραντ.

Κι ένας μπερές απ’ το νησί της επανάστασης που γυρνούσε από κεφάλι σε κεφάλι μαζί με μια σημαία της κούβας που τώρα είναι στο δωμάτιό μου, δίπλα σε μια άλλη κόκκινη. Που ήταν για πέταμα αλλά την καβάτζωσα όταν αδειάζαμε μια αποθήκη του κόμματος. Κι ίσως κάποια πρωτομαγιά τη βάλουμε τελικά στο μπαλκόνι μας.

Είναι πολλές οι στιγμές που μένουν στο μυαλό. Η συναυλία με τη μαρία δημητριάδη, μια πλημμύρα από πάθος και συναισθήματα. Κι ήταν λέει η καλύτερη που είχε ζήσει εδώ και καιρό. Εμάς να δεις… Κι άντε να ξαναβρούμε τώρα άλλη τέτοια.
Ή τότε που καταλήξαμε στο λιμάνι και γράψαμε συνθήματα στις νατοϊκές φρεγάτες, αλλά μας έπιασε βροχή στο τέλος και μας μούσκεψε για τα καλά.
Κι η εκδήλωση πέρσι στην αθήνα για το τείχος και τη ddr με τον τραβασάρο και μια σταλινική γιαγιά που ξεσπάθωσε για το 20ό συνέδριο και τους ρεβιζιονιστές. Έμπαινε γιαγιάκα!

Κι είχα πάντα τέτοιο καιρό την έγνοια να ‘χω δίπλα μου κάποια νιφάδα. Ίνα πληρωθή το πνεύμα της συγκέντρωσης της εφεε του σαββόπουλου. Αν και ακόμα να φωτίσω τις αιτίες που με αφήνουνε μισό.

Κι είναι κι αυτή η κλασική κουβέντα για τη γενιά του πολυτεχνείου και την κατάντια της. Κι η έλλη παππά που έγραφε για το μίμη ότι την εκπροσωπούσε [τη γενιά] αλλά δεν πήγε ως το τέλος την επανάσταση ενάντια στη γερουσία του κόμματος, γιατί είχε αυταπάτες πως θα την αλλάξει.
Τι να πει κανείς… Καθένας με τις αυταπάτες που του αξίζουν.

Και σήμερα; Εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία! Το δεκέμβρη της γενιάς μας τον ζήσαμε. Καθένας και με τις εξεγέρσεις που του αξίζουν.

Κατά τα άλλα η ώρα της κρίσης πλησιάζει. Ο συνασπισμός έπαιξε ξύλο! Και τα εαακ θα μπορούσαν να παίξουν ακόμα και με τον γκάντι, αν τον είχαν προλάβει.
Οι συνελεύσεις λέει εκφυλίζονται κι εμένα μου τη λεν κάτι γνωστοί μου που δε μπαίνουμε. Και μία λέει ήταν τόσο ήρεμη που δεν είπαν καν για το νούμερο οκτώ (την ξέρουν όλοι με αυτό).
Ε μα δεν είναι αυτό εκφυλισμός; Σε λίγο δε θα συζητάμε καν, αν πρέπει να επιστρέφουμε στο πολυτεχνείο ή να τελειώνει η πορεία στο προξενείο.

Κι εγώ θα κάνω άλλη μια φορά τη συνήθη καταμέτρηση.
Τι κλείσιμο έχουμε; Πόσους γνωστούς είδα, πόσοι σύντροφοι μου μίλησαν, τόσοι μου έγνεψαν από μακριά, αυτούς θα τους λέω επιρροές. Ποιους θα πούμε για την επόμενη φορά;

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το συναίσθημα μέσα μου έχει ξεθωριάσει, σαν τις παιδικές μου αναμνήσεις. Χρόνο το χρόνο, το νιώθω να ξεκολλάει, σαν εκείνα τα αυτοκολλητάκια στο μάρμαρο της μπαλκονόπορτας. Αλλά έχει αφήσει κάτι πίσω του. Και τέτοιες μέρες βρίσκει πάντα το δρόμο και βγαίνει στην επιφάνεια, (έστω) νυσταγμένο κι αδύναμο από τον λήθαργο που έχει πέσει.

Η πορεία σήμερα πρέπει να γίνει η μεγαλύτερη των τελευταίων χρόνων. Να δώσει το έναυσμα για το δεύτερο γύρο των εργατικών αγώνων (με κατεύθυνση τον τρίτο που θα είναι ο τελικός).

Να μεγαλώσει κι εκείνο το τελικό όμικρον στο εδώ πολυτεχνείο και να γίνει ω-μέγα. Κι οι μάζες να ξεσηκωθούν και να καταλάβουν πως η δική τους δράση είναι το άλφα και το ωμέγα που κινεί την ιστορία.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Εκλογικό Άλμπουμ

Το δικαίωμα του μπλόγκερ στην τεμεπελιά. Αφήνει τις εικόνες να μιλήσουν γι' αυτόν (χωρίς απαραίτητα να συμφωνεί μαζί τους) κι αυτός το παίζει σκέτη λεζάντα...

Μετά την κρυάδα στις εκλογές του 09'...

...μας χτύπησε η οικονομική κρίση. Το κόμμα προειδοποιούσε για τη θύελλα που έρχεται. Οι ταξικές δυνάμεις βρίσκονταν σε επαγρύπνηση



Ο καζάκης κι οι αριστεροί οικονομολόγοι έβγαλαν ένα κεϋνσιανό πρόγραμμα που πολλοί βιάστηκαν να βαφτίσουν αντικαπιταλιστικό



Ο καζάκης μάλιστα με ένα γράμμα του από την ακροναυπλία (εγ)καλούσε το κόμμα να φτιάξει ένα νέο εαμ και να σαλπίσει ξανά την αντίσταση



Το κόμμα είπε καθαρά και ξάστερα crisis pay the plutocracy. Γιατί πάνω απ' όλα...


...και το δίκιο του εργαζόμενου λαού



Πρόταξε την ανάγκη να βάλουμε αρχικά ένα τείχος σε αυτή τη λαίλαπα



και να περάσουμε στη λαϊκή αντεπίθεση που είναι μονόδρομος



Εν όψει των εκλογών ο τζέφρυ προσπάθησε να τρομοκρατήσει τον κόσμο με πλαστά διλήμματα και κορώνες περί πατριωτισμού. Αλλά ο λαός μας δε μάσησε...



Ψήφισε στον πρώτο γύρο τους υποψήφιους της λαϊκής συσπείρωσης


(καραμήτρου, υποψήφιος αντιπεριφερειάρχης της λασυ στα γρεβενά)


(κι ο γνωστός μας από προηγούμενη ανάρτησή μας αγγέλου)

...απέφυγε τις παγίδες και τις προβοκάτσιες που του έστησαν



κι ακολούθησε ευλαβικά τη γραμμή που έδωσε η αλέκα


λαϊκή συσπείρωση σε πρώτο και δεύτερο γύρο

για να δώσει διέξοδο στην αγανάκτηση του κόσμου



Υπήρξαν βέβαια και κάποιες γραφικές περιπτώσεις που παρεξέκλιναν



Αλλά ακόμα και στη βάση της ανταρσύα αναπτύχθηκαν θετικές διεργασίες υπέρ του κόμματος εκεί που δεν κατέβαιναν οι δικοί τους


-Εσύ ψήφισες τη λαϊκή συσπείρωση στο δήμο σου;

Από αύριο το κόμμα συνεχίζει δυναμικά στην ίδια ρότα. Για το λαϊκό μέτωπο και τη συμμαχία εργατιάς-αγροτιάς-διανόησης



Είμαστε αισιόδοξοι. Η τελική νίκη θα είναι δική μας!



Υστερόγραφο: αν και δεν την έδωσα εγκαίρως, η γραμμή της κε του μπλοκ για τη σημερινή μέρα την έβγαλε ο θηλυκός γονιός.
Στο ένα για τις δημοτικές έγραψε, ξύπνα λαέ κι όλοι οι λαοί μετά σου.
Και στο δεύτερο, αέρα-αέρα να φύγει η δεξιά κι η πασοκική χολέρα.
Φήμες ότι μια παραλλαγή του τελευταίου συνθήματος είχε ακουστεί σε μια συνεδριακή διαδικασία της πρώην σοβαρής συνιστώσας από τους μεν προς τους δε, ελέγχονται ως ανακριβείς και αποκυήματα της φαντασίας στην εξουσία

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Άτιμη βιολογία

Ένα απ’ τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει όποιος έρχεται σε επαφή με τον όμιλο είναι για τη σχέση βιολογικού-κοινωνικού. Την οποία οι βαζιουλινικοί θεωρούν ως τη βασική αντίφαση που θα κινεί την κομμουνιστική κοινωνία. Εκεί όπου θα έχει λυθεί η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και οι αντιθέσεις που πηγάζουν από το δίπολο παραγωγικές δυνάμεις-παραγωγικές σχέσεις.

Η βασική αντίθεση είναι θέμα που μπορεί πραγματικά να σου πάρει τα μυαλά. Να ξέρεις πχ ότι η βασική αντίθεση στον καπιταλισμό είναι ότι η εργασία κοινωνικοποείται ολοένα και περισσότερο, αλλά οι καπιταλιστές ιδιοποιούνται τους καρπούς της ατομικά. Και να έρχεται ο αντίλογος (όχι της πάτρας) ότι αυτή η αντίθεση είναι παράγωγη της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Που με τη σειρά της είναι η ειδική μορφή που παίρνει στον καπιταλισμό η αντίθεση μεταξύ νεκρής και ζωντανής εργασίας.

Και γιατί να είναι αυτή η βασική σχέση; Γιατί αναφέρεται στο κομμάτι της παραγωγής και την εργασία, που είναι το κλειδί για να ερμηνεύσουμε τις κοινωνικές σχέσεις. Ενώ στην αντίθεση που αναφέρει ο μαρξ, το δεύτερο σκέλος (η ατομική ιδιοποίηση των προϊόντων) έχει να κάνει με τη διανομή. Που σε σχέση με την παραγωγή είναι δευτερεύον και παράγωγο.

Κάτι αντίστοιχο γίνεται και με τη βασική αντίφαση στο σοσιαλισμό, που δεν είναι αυτόνομη κοινωνία με ξεχωριστό τρόπο παραγωγής, αλλά πρώιμος κομμουνισμός με κατάλοιπα και μεταβατικά χαρακτηριστικά. Τη βασική αντίφαση δεν πρέπει να την ψάξουμε στο κομμάτι της διανομής-κατανάλωσης και τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες που αναφέρει ο σύντροφος με το μουστάκι στο –πολύ αξιόλογο κατά τα άλλα- βιβλίο του για τα οικονομικά προβλήματα στην εσσδ. Αλλά στο διαλεκτικό δίπολο παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής και στην κρατικοποίηση. Η οποία παραμένει τυπική κοινωνικοποίηση, δηλ κοινωνικοποίηση από το κράτος εκ μέρους όλη της κοινωνίας, όσο δεν επικρατεί η αυτοματοποίηση και ο καθολικά κοινωνικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια όσο το κράτος δεν ταυτίζεται με την κοινωνία και παραμένει η ανάγκη ύπαρξής του ως μια δύναμη πάνω από αυτήν.

Κι αφού ξεχάσαμε κι αυτά που ξέραμε επιστρέφουμε στη σχέση βιολογικού-κοινωνικού. Την οποία αν θέλαμε να την απλουστεύσουμε θα λέγαμε ότι είναι η διαλεκτική σχέση μεταξύ φύσης και κοινωνίας. Κι όταν λέμε διαλεκτική σημαίνει ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Η σχέση της φύσης με την κοινωνία δεν είναι αρμονική, αλλά κατά βάση συγκρουσιακή. Μια διαρκής πάλη του ανθρώπινου είδους για επιβίωση, ένας σκληρός αγώνας ενάντια στο θάνατο και τα στοιχεία της φύσης. Στα πρώτα του βήματα ο άνθρωπος είχε προσδόκιμο μέσο όρο ζωής δέκα με δεκαπέντε χρόνια και σε κάθε κυνήγι της αγέλης θρηνούσε θύματα.

Η εξέλιξη των έμβιων οργανισμών είναι μια διαρκής επίλυση –πολύπλοκη κι αντιφατική- αυτής της αντίθεσης υπέρ της ζωής. Περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν έχουν τα είδη οργανισμών που ανέπτυξαν μεγαλύτερη ευελιξία –δηλ τα θηλαστικά.

Ο άνθρωπος αρχίζει να χρησιμοποιεί εργαλεία, με άλλα λόγια διαμεσολαβεί τη σχέση του με το περιβάλλον κι αρχίζει να διακρίνει τον εαυτό του από αυτό. Αναπτύσσει συνείδηση και τα ένστικτά του σταδιακά αδυνατίζουν.

Αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί μειονέκτημα από βιολογικής άποψης, εξελίσσεται σε πλεονέκτημα για τον άνθρωπο, που μπορεί να επεμβαίνει συνειδητά στο περιβάλλον, αντί να προσαρμόζεται παθητικά και να υποτάσσεται. Κι αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τα ζώα. Όχι η δραστηριότητα γενικά κι αόριστα, αλλά η συνειδητή, σχεδιασμένη δραστηριότητα που σκοπεύει σε κάτι. Εκεί ακριβώς εντοπίζει κι ο μαρξ την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα. Ή αλλιώς του χειρότερου αρχιτέκτονα που έχει συλλάβει από πριν το σχέδιο του κτιρίου που θέλει να φτιάξει, από την καλύτερη ‘εργάτρια’ μέλισσα που φτιάχνει την κερήθρα της, όπως αναφέρει στο γνωστό παράδειγμα από το Κεφάλαιο.

Την εργάτρια τη βάζω σε πλάγια γραφή και εισαγωγικά, γιατί μόνο η συνειδητή δραστηριότητα συνιστά εργασία. Τα ζώα δεν έχουν συνείδηση, αλλά ένστικτα στα οποία και υπακούνε τυφλά. Κατά συνέπεια σχηματίζουν ομάδες που φτάνουν μέχρι το επίπεδο της αγέλης, αλλά δεν είναι κοινωνίες, γιατί στο επίκεντρο των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται η εργασία.

Οι αναρχικοί αντιμετωπίζουν τη φύση με θρησκευτικό τρόπο. Και βλέπουν τη σχέση του ανθρώπου με αυτήν ως μια ειδυλλιακή σχέση που παραβιάστηκε, τον απομάκρυνε από τη φύση του και τον έκανε δυστυχισμένο. Δηλ μια παραλλαγή του προπατορικού αμαρτήματος.
Η φύση όμως δεν είναι –όπως πολλοί φαντάζονται- ο παράδεισος της εδέμ που τα προσφέρει όλα έτοιμα. Το ανθρώπινο είδος επέζησε κι εξελίχθηκε ακριβώς επειδή μπορεί να μετασχηματίζει το φυσικό του περιβάλλον.

Ο πολιτισμός κι η τεχνολογία αντανακλούν την κοινωνική φύση του ανθρώπου και τα επιτεύγματά της. Ο τεχνοφοβικός θρήνος για την εξάρτησή μας από αυτά, καταλήγει να θρηνεί που είμαστε άνθρωποι. Τι μένει από τον άνθρωπο αν τα απαρνηθεί όλα αυτά;

Η ουσία του, απάντησε ένας αναρχικός που ήρθε στον τελευταίο όμιλο.
Λάθος. Μένει ένα αδύναμο πλάσμα που θα υποτασσόταν στις δυνάμεις της φύσης χωρίς να μπορεί να τις ελέγξει και θα ήταν καταδικασμένο σε αφανισμό, είπε ο σοβιετικός κυριούλης.
Κι όσο για την ουσία του ανθρώπου, όπως λέει ο μαρξ, αυτή είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Η κοινωνία όμως δε θα υπήρχε χωρίς την εργασία και τη συνειδητή επενέργεια στο φυσικό περιβάλλον.

Πανομοιότυπη είναι και η φροϋδική θεώρηση που βλέπει τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας για τον άνθρωπο (το προπατορικό αμάρτημα που λέγαμε). Θρηνεί για τα ταμπού και τον εκφυλισμό του ανθρώπινου είδους, το οποίο και θεωρεί έρμαιο των ενστίκτων του (τα οποία με τη σειρά τους καταπιέζονται και κάνουν τον άνθρωπο δυστυχισμένο). Το κοινωνικό έπεται λαχανιασμένο πίσω από τα ένστικτα, τα οποία ο φρόιντ θεωρεί δοσμένα κι αμετάβλητα, χωρίς να εξετάζει την κίνηση και τη μεταβολή τους στον χρόνο.

Η απολυτοποίηση της φύσης και του βιολογικού στοιχείου βρίσκει εφαρμογή και στον κλάδο της γενετικής με το λεγόμενο βιολογικό αναγωγισμό.
Άτιμη βιολογία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους ρίχνεις στα ξένα χέρια, γιατί δεν είχαν τα σωστά γονίδια και βιολογικά κονέ με την άρια φυλή.

Αχρείοι ψευτοεπιστήμονες που φυσικοποιούν τις κοινωνικές σχέσεις και αποφαίνονται ότι ο εγωισμός κι η ιδιοκτησία είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης, εγγεγραμμένο στο γενετικό του υλικό. Ανακαλύπτουν γονίδια που ορίζουν κάθε ανθρώπινη λειτουργία και συμπεριφορά, από το γονίδιο της εγκληματικότητας μέχρι το γονίδιο του αριστερού!
Κι έτσι σου ‘ρχεται να τους πεις ότι αν υπήρχε γονίδιο της ηλιθιότητας θα ήταν κάτοχοι με αποκλειστικά δικαιώματα. Αλλά έτσι θα επιβεβαίωνες τη θεωρία τους.

Στον αντίποδα βρίσκεται ο κοινωνικός αναγωγισμός που στραβώνει το κλαδί από την ανάποδη και δεν αναγνωρίζει καμία βιολογική διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο ακραίος κοινωνιολογισμός ανάγεται στην αστική φιλοσοφία, μας είπε ο σοβιετικός κυριούλης. Παραγνωρίζει την ιδιοσυγκρασία (που έχει να κάνει κατά βάση με το νευρικό σύστημα κάθε ατόμου), περνάει από το συμπεριφορισμό και τη θεωρία του tabula rasa και οδηγεί σε μια –κατεξοχήν αστική- αφηρημένη ισότητα που χάνει το συγκεκριμένο άτομο και δείχνει επιδερμικό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο (στην ουσία ενδιαφέρεται μόνο για τα εμπορεύματα και την αφηρημένη ισότητα της αγοράς).

Εκεί συναντάμε εκ νέου τους αναρχικούς (στην αντίθετη απολυτοποίηση αυτή τη φορά) και όσους θεωρούν πως το φύλο είναι εξ ολοκλήρου κοινωνική κατασκευή. Το παπαγαλάκι του κρεμλίνου μου έλεγε ένα παράδειγμα από τη μουσική και τη φωνητική (είμαι σίγουρος ότι κάτι δε λέω σωστά) για τα μπάσα και τα άλτο που μπορούσαν να τα τραγουδήσουν μόνο άντρες και γυναίκες αντίστοιχα. Υπήρχαν και άντρες τενόροι που τραγουδούσαν άλτο, αλλά για να καταφέρουν να πιάσουν τις ψηλές νότες έπρεπε λέει να τους ευνουχίσουν.

Κι έτσι το παπαγαλάκι έφτασε στο συμπέρασμα πως αν δεν πάρεις υπόψη σου τη βιολογία, φτάνεις στο σημείο να ευνουχίζεις τον άνθρωπο. Όχι μόνο τους άντρες τενόρους, αλλά τον άνθρωπο συνολικά ως υπόσταση. Για τη δε μουσική, ούτε συζήτηση.

Για τη διαλεκτική δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα, φύση ή κοινωνία. Και το ένα και το άλλο. Όχι χώρια, αλλά σε μια διαλεκτική ενότητα, νύχι και κρέας που λέει κι η αλέκα. Όπου οι δυο πόλοι βρίσκονται σε στενή αλληλεπίδραση, αλλάζουν διαρκώς και μετασχηματίζονται. Και η διαλεκτική ερευνά το πρωτεύον και τους νόμους κίνησης.

Το γένος για παράδειγμα είναι μια μικρή κοινότητα, μια κοινωνική ομάδα, αλλά βασίζεται σε καθαρά βιολογικούς δεσμούς αίματος. Κατάλοιπά του μπορούμε να βρούμε ακόμα και σήμερα σε ανηρημένη μορφή. Τέτοιο πχ είναι το έθιμο της βεντέτας (κρητικής ή μανιάτικης) που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας.

Αν επικρατούσε αύριο μια σοσιαλιστική επανάσταση στην ελλάδα, εκτός από τις αστικές σχέσεις παραγωγής, θα έπρεπε να μετασχηματίσει και τέτοιου είδους σχέσεις, που είναι προαστικές, ενίοτε μάλιστα και προταξικές. Με τέτοιες ακριβώς σχέσεις ήρθε αντιμέτωπη η σοβιετική εξουσία στο καζακστάν και τις υπόλοιπες ασιατικές δημοκρατίες. Την ίδια στιγμή που ο νικήτας μιλούσε για είσοδο στον κομμουνισμό εντός εικοσαετίας, ενώ σήμερα πολλοί κυνηγάν την ίδια χίμαιρα κι επικρίνουν τους σοβιετικούς που δεν κατάφεραν να την πιάσουν.

Οι δύο πόλοι μιας διαλεκτικής σχέσης περνάνε από πέντε διαφορετικές φάσεις. Την ταυτότητα, τη διάκριση, τη διαφορά, την αντίφαση και την αντίθεση. Τα δύο τελευταία μπορεί να τα λέω με λάθος σειρά. Κι επίσης δυσκολεύομαι να διακρίνω τη διαφορά μεταξύ διάκρισης και διαφοράς. Μπορώ όμως να τα καταλάβω πολύ καλύτερα μέσα από το διαλεκτικό σχήμα της άρνησης της άρνησης. Και ξέρω ότι έτσι σκέτα, όλα αυτά τα χεγκελιανά φαίνονται στρυφνά κι ακατανόητα, αλλά γίνονται καθαρά και ξάστερα μέσα σε ένα παράδειγμα.

Εν αρχή οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ένα με τη φύση. Ο άνθρωπος σταδιακά ξεχωρίζει από αυτήν κι αρχίζει να σχηματίζει κοινωνίες. Η αντιθετική σχέση εξελίσσεται, οξύνεται και φτάνει στο ανώτερο σημείο της, όπου επιλύεται. Οι δύο πόλοι της αίρονται διαλεκτικά, μετεξελίσσονται σε μια καινούρια ποιότητα και κατακτούν την προηγούμενη ενότητα σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο όπου καλούμαστε να λύσουμε τον κόμπο της αντίθεσης και να αποκαταστήσουμε την ενότητα των δύο πόλων. Ο μαρξ λέει ότι η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου. Αν εμείς συνεχίσουμε να καταστρέφουμε το φυσικό περιβάλλον θέτουμε θεμέλια για την αυτοκτονία του είδους μας και τη βαρβαρότητα. Που είναι η μόνη εναλλακτική που έχουμε, αν δεν προχωρήσουμε στο σοσιαλισμό.

Εδώ θα μπορούσαν να μπουν μια σειρά ενδιαφέρουσες προεκτάσεις, αλλά ήδη το κείμενο έχει γίνει μακρινάρι. Πχ για τον κοινωνικό αναγωγισμό μιας μερίδας σοβιετικών βιολόγων που δε δέχονταν την ύπαρξη γονιδίων. Για το κατά πόσο και με ποιον τρόπο το κοινωνικό επηρεάζει το βιολογικό κι αν ο λυσένκο ήταν όντως ένας παρανοϊκός επιστήμονας, όπως μας λένε.

Ή ακόμα, για το αν υπάρχει διαλεκτική της φύσης, από τη στιγμή που τα φυσικά φαινόμενα είναι κυκλικά κι επαναλαμβανόμενα. Κάτι όμως που δεν αναιρεί την εξέλιξη. Αν αυτή είναι αργή και βασανιστική, σε αντίθεση με την ανθρώπινη κοινωνία που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, αυτό εξηγείται με τη σταδιακή ωρίμανση των φυσικών και κοινωνικών προτσές.

Οι νόμοι κίνησης δεν ήταν παντού και πάντα οι ίδιοι. Ο κόσμος σήμερα αλλάζει με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ό,τι στους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς (πχ φεουδαρχία). Ακόμα και μες στον καπιταλισμό τα διάφορα φαινόμενα επιταχύνονται κι ωριμάζουν. Στην εποχή του μαρξ, το μεσοδιάστημα μεταξύ δύο οικονομικών κρίσεων προσέγγιζε τη δεκαετία, ενώ σήμερα οι φάσεις του κρισιακού κύκλου (ύφεση, ανάκαμψη) έχουν σχεδόν συγχωνευτεί με αποτέλεσμα ο καπιταλισμός να διέρχεται μια κρίση διαρκείας χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική άμεσης εξόδου στον ορίζοντα.

Όλα αυτά προσφέρονται και για μερικούς πολύ ενδιαφέροντες παραλληλισμούς.
Η αδιάκοπη πάλη του ανθρώπου για επιβίωση, ωριμάζοντας, αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο και μετεξελίσσεται σε πάλη των τάξεων. Ο ανθρώπινος υποκειμενικός παράγοντας ωριμάζει διαρκώς, γίνεται αποφασιστικός στο σοσιαλισμό –όπου η πολιτική παίζει πρωτεύοντα ρόλο- για να αρθεί διαλεκτικά και να εκλείψει –με αυτή τη μορφή τουλάχιστον- στον κομμουνισμό (όπου δε θα υπάρχει πολιτική).

Κι η εμφάνιση του κομμουνισμού, ως ανώτερης βαθμίδας εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, απαιτεί ένα μεγάλο μεταβατικό διάστημα ωρίμανσης κι ενδέχεται να περάσει απ’ τα ίδια στάδια που πέρασε κι η βιολογική εξέλιξη μέχρι την εμφάνιση του ανθρώπου.
Ο σοβιετικός σοσιαλισμός μπορεί να ήτανε στο επίπεδο του αυστραλοπίθηκου και των ανθρωπίδων, τουλάχιστον όμως δεν ήτανε μαϊμού σοσιαλισμός, όπως αποφαίνονται μερικοί αυτοαποκαλούμενοι κομμουνιστές.
Κάποτε, στην κοινωνία του μέλλοντος, θα τα βλέπουμε όλα αυτά και θα γελάμε. Αλλά τώρα δε μας παίρνει να κοιτάμε αυτά τα εγχειρήματα αφ’ υψηλού και να τα απορρίπτουμε από την ασφάλεια του ύψους της μπανανιάς μας.

Όλα αυτά ήταν μια σειρά ακραίων συνειρμών και σημειώσεων κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνάντησης του ομίλου στη θεσσαλονίκη, όπου το παπαγαλάκι του κρεμλίνου εισηγήθηκε με βάση αυτό το κείμενο (http://www.ilhs.tuc.gr/gr/kyr_utop_87.htm) το οποίο δημοσιεύτηκε πέρσι στην ουτοπία, αφού πέρασε από σαράντα κύματα κι έναν ευτύχη.
Σε ένα από τα επόμενα τεύχη θα μπει κι ένα αφιέρωμα στη σοβιετική ψυχολογία. Η επιμέλεια και τα άρθρα θα είναι του ελληνικού τμήματος της λογικής της ιστορίας (όχι ότι υπάρχουν κι άλλα δηλ). Πρόσχωμεν.

-Τυχόν ευθύνη για χοντροκομμένες διατυπώσεις, διαπιστώσεις και συμπεράσματα –και γενικά για οτιδήποτε χονδρό- βαραίνει αποκλειστικά εμένα και τη λειψή αντιληπτική μου ικανότητα.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Το γαρ πολύ της θλίψεως

Οι εκλογές ούτως ή άλλως είναι μια διασκεδαστική διαδικασία συνυφασμένη με αστικό πατατάκι.
Διασκέδαση εκ του αρχαίου διασκεδάννυμι που σημαίνει διασκορπίζω και στην παθητική (στάση που κρατάμε, που το πολύ να γίνει παθητική αντίσταση) γίνεται διασκορπίζομαι, σε χίλια κομμάτια, μεταμοντέρνα. Κι άντε μετά να τα μαζέψεις, να σκεφτείς και να αντιδράσεις.

Ενώ η ψυχαγωγία είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Άγει την ψυχή με όχημα τις ωραίες ιδέες και την οδηγεί σε άλλο κόσμο. Όχι στον άλλο κόσμο που θα πας, περιμένοντας τη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού και της λαϊκής εξουσίας. Ούτε σε έναν άλλο κόσμο του σεκ που είναι εφικτός. Αλλά στην κοινωνία του μέλλοντος. Απ’ όπου είδαμε πλάνα σαν σε προσεχώς στη σοβιετική οθόνη του μυαλού μας που εξέπεμπε με σεκ-άμ.

Τι εστί όμως αστικό πατατάκι; (Ο όρος είναι δάνειος κι η ανάλυση κλεμμένη κατά το ήμισυ).
Παρασκήνιο, ιστορίες, αναλύσεις, ίντριγκες. Παράθυρο με τον ειδικό εκλογολόγο τρόμπα κι ο κουτσούμπας να πηγαίνει στο ζάππειο μετά από ένα άσχημο αποτέλεσμα και να λέει θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της παράταξης. Αλλά επειδή εμείς δεν έχουμε τέτοια για να σπάσουμε πλάκα, καλύπτουμε λαθραία την ταπεινή ανάγκη για αστικό κουτσομπολιό με ίντριγκες στις ζωές των άλλων και πιάνουμε θέση με πατατάκι ανά χείρας.

Πόσο μάλλον τώρα, που το πατατάκι είχε χάπι εντ. Δίδυμη πτώση νδ-πασόκ, δίδυμη άνοδος (sic) για κουκουέ κι ανταρσύα, της κομμουνιστικής και wannabe αριστεράς, σπάμε το αστικό μπλοκ εξουσίας κι άλλα τέτοια πατριωτικά.

Κι όμως όχι. Αυτή τη φορά βαρέθηκα σχετικά γρήγορα. Είδα λίγο μπαρτσελόνα μαζί με τον υποψήφιο άβερελ. Και στο τέλος έμεινε μια ανεξήγητη, υπόγεια θλίψη. Και μια στυφή γεύση από πανηγυράκι. Κάτι σα γιουροβίζιον. Ή τα παιχνίδια χωρίς σύνορα που κι αυτά η μπόκοτα τα παρουσίαζε.
Στις εθνικές παίζει κι ένας πολιτικός αρχηγός, μπαίνει τζόκερ σε δύο νομούς και διπλασιάζει τους πόντους σου. Αλλά αν πέσουν όλοι στη θεσσαλονίκη όπως στις προηγούμενες, οι ψήφοι μοιράζονται κι οι τζόκερ χαραμίζονται. Τους μένει όμως η στολή για να κάνει το γελωτοποιό ο αλαβάνος.

Γιατί έτσι όμως; Ξέρω ‘γω; Μπορεί από αντίδραση, για να ισοφαρίσω την χαρά των άλλων. Γιατί μετά την χαρά του 07’ με το οκτώ και κάτι πέσαμε στις δυο τρομάρες στις εκλογές του 09’. Φοβού τους κουκουέδες κι αλέκα φέροντες. Αλλά μην ανέχεσαι να σε φοβίζουν, φόβισέ τους εσύ. Κι ο χάγιος φοβέρα θέλει.

Η ίσως γιατί στη δεξιούπολή μας είχαμε τη μικρότερη άνοδο πανελλαδικά. Ακόμα και στα δυτικά προάστια που κάποτε ήταν κόκκινα κι έβγαζαν κομμουνιστές δημάρχους που έκαναν τους πρώτους πολιτικούς γάμους στην ελλάδα. Σαν αυτόν του υποψήφιου άβερελ (που τότε ήταν στο κόμμα) και του θηλυκού μου γονιού (που ουσιαστικά δεν έφυγε ποτέ από αυτό).

Μπορεί κι εξαιτίας της χρυσής αυγής, της μεγάλης αποχής στα αστικά κέντρα (στην επαρχία που ήταν μικρότερη, μικραίνουμε κι εμείς) και των πολλών γιούχου ψήφων που αφαιρούν αξία απ’ το νικητή των εκλογών.
Λες κι οι δικές μας να ‘ναι ανεμομαζώματα-ανεμοσκορπίσματα σαν των άλλων; Αλλά όσο να πεις, οι δικοί μας ήταν ανέκαθεν μπετόν αρμέ, έτοιμο υλικό για τα τείχη της νέας εποχής που κρατάνε εκτός των τειχών δούρειους ίππους και πράσινα άλογα που θέλουν να μας αλώσουν.

Μπορεί κι επειδή τα βλέπω απ’ έξω, χωρίς ενεργό συμμετοχή. Ενώ για τους συντρόφους που έτρεξαν κι έγιναν χίλια κομμάτια είναι μια μικρή ανταμοιβή για τους κόπους τους. Παίρνουν κουράγιο να συνεχίσουν για να αλλάξουν συνολικά τους συσχετισμούς. Κι αυτή είναι απ’ τις πιο σοβαρές παραμέτρους των εκλογών.
Αν βγαίνει κάτι από αυτή την χαρά είναι ότι ο θεσμός των εκλογών δεν είναι ξεπερασμένος. Όχι μόνο για τις μάζες, αλλά και για εμάς τους ίδιους, το δικό μας κόσμο, το δυναμικό των οργανώσεων. Κι είναι ζήτημα αν αυτό είναι δικό τους κουσούρι, ή τους καλλιεργείται μέσα στις οργανώσεις, με την καμπανιακή, προεκλογική τους δράση.

Προσωπικά θα ήθελα να δω στελέχη ικανά, σαν τον παφίλη και το σοφιανό, ακόμα και τον θεοδόση που πήρε χρωματάκι, να οργώνουν σε καθημερινή βάση τους χώρους δουλειάς και μετά τις εκλογές. Η δουλειά που έγινε προεκλογικά, είναι παρακαταθήκη, αλλά αν δε βρει συνέχεια θα μείνει άδεια θήκη, χωρίς αντίκρισμα.

Κανείς ωστόσο δε μπορεί να υποτιμά αυτή την χαρά, γιατί δεν είναι στείρα εκλογική.
Θυμάμαι στο βελλίδειο, στην προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος, φάτσες χαρούμενες, γιορτινές, κόσμο που είχε βάλει τα καλά του για την περίσταση, όχι όπως το πάσχα στην εκκλησία, για επίδειξη, αλλά για να είναι ασορτί με την εσωτερική του διάθεση.
Κι όταν βγήκε η αλέκα… συνθήματα, σημαίες, βουβουζέλες… χαμός! Μόνο τραγιάσκες στον αέρα που δεν πέταξαν. Σηκώθηκαν όρθια τα παππούδια και την χειροκροτούσαν για κάνα λεπτό. Κι εγώ σκεφτόμουν, να δούμε ποιος θα κάνει το λάθος να καθίσει πρώτος. Κι όταν φεύγαμε, ένα μελίσσι κόσμος και μποτιλιάρισμα, μόνο κλάξον που δε βαρούσανε. Ψυχανεμίζονταν το αποτέλεσμα που θα ‘ρθει.

Κι αυτό δεν είναι τίποτα. Στο εξωκοινοβούλιο να δεις.
Κομματικός πατριωτισμός από προλετάριους που ήταν είκοσι χρόνια χωρίς πατρίδα, οργανωτικά άστεγοι και τώρα βρήκαν σημείο αναφοράς, καινούριο σπίτι, που τους φαίνεται παράδεισος. Και δεν το κοιτάν στα δόντια, από φόβο να μην τα βρουν λειψά. Κι ίσως κατά βάθος να ξέρουν ότι είναι φαφούτικο, αλλά να μην τους νοιάζει. Το αγαπούν γιατί τα λέει έξω απ’ τα δόντια, σαν τον γεωργίου.

Άπαξ και δαγκώσεις τη λαμαρίνα όμως (ακόμη και χωρίς δόντια), χάνεις τα λογικά σου. Το γαρ πολύ της ευφορίας γεννά παραφροσύνη, που λένε. Το συμπέρασμα είναι καθολικό, τα παραδείγματα τυχαία –τυχαία παρμένα από τους αντάρτες, γιατί αυτά μου χτύπησαν πιο πολύ στο μάτι.

Βγαίνει ας πούμε ο έκπτωτος άγγελος χάγιος να μιλήσει στο γυαλί κι οι δικοί του -που τον έχουν σαν είδωλο- αντί για την πραγματικότητα, βλέπουν μικρά είδωλά της με τη μορφή του χάγιου (μικρά ανθρωπάκια με γυαλί, άσπρες μπούκλες και μουστάκι). Ειδικά η αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος που κάνει στη νετ, είναι η επιτομή της κωλοτούμπας (http://www.youtube.com/watch?v=GoHvyZO22WU&feature=player_embedded).

Να μιλάς για διαγραφή του χρέους και να φέρνεις για παράδειγμα την αργεντινή. Να λες ότι αυτά θα γίνουν με λαϊκές κινητοποιήσεις κι όχι απ’ την κυβέρνηση του πασόκ και στο καπάκι να λες ότι τα έκανε κι η δεξιά κυβέρνηση της ουγγαρίας. Δηλαδή στην ουγγαρία εφαρμόζουν το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της ανταρσύα;
Μας φτύνει αμάσητο ρεφορμισμό κι αυτοί πέρα ψιχαλίζει.

Ή βλέπουν πχ στο πριν της κυριακής ένα μάλλον απολίτικο πρωτοσέλιδο με μια κοπέλα, όπου το μόνο πολιτικό μήνυμα είναι η κόκκινη μπογιά κι αυτή βγήκε καφέ (λόγω της κακής εκτύπωσης και της ποιότητας του χαρτιού) και λένε πόσο ωραίο είναι. Και μπορεί τώρα να περνάνε καλό φεγγάρι με τις εκλογές, σύντομα όμως δε θα περνάει η κόκκινη μπογιά τους. Ο κόσμος προτιμά το φυσικό κόκκινο που είναι πάντα καλύτερο.

Κι αφού το κάνεις που το κάνεις τέτοιο στιλ το πρωτοσέλιδο, πήγαινέ το μέχρι τέλους. Η κοπέλα είναι μεν συμπαθητική, αλλά δεν είναι καν ερωτεύσιμη.
Πχ σαν αυτή την ιταλίδα μαθήτρια που σε κάνει να θες να ξαναδώσεις βιογραφικό.

Ή σαν αυτή την πιο μετριοπαθή γαλλίδα που σου λέει όχι πριν καν της μιλήσεις και σου πετάει κατάμουτρα ότι είσαι ρεφορμιστής και (ευρω)λιγούρης.


Ή έστω τη μαριάννα τσίχλη σε ένα προεκλογικό βίντεο, όπου μιλά σα να ραπάρει σε γενική συνέλευση (http://www.youtube.com/watch?v=ie8xsvJj7SY) (μετά το 4.50).
Μιλάει για το μαϊούνη και τη φοιτητική εξέγερση(!!), πετάει ένα πώς το λένε (που είναι σαν τις στάνταρντ κινήσεις στο πατινάζ και δεν τόλμησε κανείς να το κόψει στο μοντάζ) και λέει ότι ο καθένας έχει καθήκον να εξεγερθεί για να διεκδικήσει το δικαίωμά του να εξεγείρεται, το δικαίωμά του να αντιστέκεται και να διεκδικεί...
Αυτό είναι! Να σου φεύγει όλη μαγκιά με τη συντρόφισσα…

Τα καλά νέα με το ποσοστό του χάγιου ήταν ότι πέρασε τον αλαβάνο. Που την πάτησε, γιατί ήταν το καλτ φαβορί για την γιούχου ψήφο, αλλά πλασαρίστηκε ως σοβαρή υποψηφιότητα και πάτωσε.
Κι αν περνούσαν και το μητρόπουλο, θα ‘χε δρομολογηθεί το πράγμα. Ο συν θα επέστρεφε στο ρόλο και τα ποσοστά του παλιού, κακού κκε εσωτερικού. Μία πασοκική τσόντα του ένα κόμμα κάτι τοις εκατό, που ψήφισε την ένταξη στην εοκ και το μάαστριχτ. Ή τέλος πάντων να πάνε όσοι είναι με τον κουβέλη και να απεγκλωβιστούν οι λαφαζάνηδες μήπως φτιάξουν κάτι άλλο, διαφορετικό και συγκλίνουν με τους αντάρτες.
Όλα αυτά όμως είναι αρκετά μακρινά ακόμα.

Το θέμα είναι τι θα κάνουν οι αντάρτες. Κι αυτό που διαγράφεται ως προοπτική στον ορίζοντα –αν και δεν αποκλείεται να είναι κι αντικατοπτρισμός με τόσα είδωλα που μαζεύτηκαν- είναι ένα npa, ένα νουβό παρτί αλά ελληνικά. Ένα μεγάλο αντικαπιταλιστικό κόμμα όπως γράφει μια σχετική διαδικτυακή ανάλυση μπλόγκερ που κυκλοφορεί ευρέως στις ιστοσελίδες του χώρου. Δεν είναι σίγουρο ότι θα τους προκύψει, ίσως να μην είναι καν το πιο πιθανό ενδεχόμενο, αλλά αυτή είναι η ευκαιρία τους να το φτιάξουν. Να πάρουν μαζί τους τη ρίζα του σύριζα και να γίνουν χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Ένας σύριζα κατά τι πιο ριζοσπαστικός και αμιγώς εξωκοινοβουλευτικός, με βάσιμες ελπίδες να πάψει να είναι τέτοιος.
3%, πρώτη κατανομή. Ήδη αρχίζουν να κυριεύουν ως σύνθημα το φαντασιακό φίλων και εχθρών.

Αυτό λοιπόν που θεωρείται ως διακύβευμα κι επιτυχία για το άμεσο μέλλον, κατά τη γνώμη μου δείχνει τα όρια και την αποτυχία του όλου εγχειρήματος (κατά το όλον πασόκ, αλλά χωρίς πονηρούς συνειρμούς). Η ραγδαία συριζοποίηση ενός κομμουνιστογενούς κομματιού προερχόμενου απ’ το κουκουέ, που απεμπολεί σταδιακά τα κομμουνιστικά του χαρακτηριστικά, αναπαράγει ένα ρηχό, αντικαπιταλιστικό λόγο κι έχει ως βασικό συνδετικό, συγκολλητικό στοιχείο τον αντισοβιετισμό.

Κι είναι πραγματικά κρίμα, γιατί αγκαλιάζει ένα δυναμικό αγωνιστών με κομουνιστική αναφορά. Αλλά εδώ βρίσκει μάλλον ισχύ η παροιμία με τα πίτουρα, το σεκ και τους συν αυτώ που έχουν την ιδεολογική ηγεμονία. Από την τακτική του ενιαίου μετώπου και των μεταβατικών αιτημάτων, μέχρι την κυριαρχία του αντικαπιταλισμού στα πρότυπα των γάλλων συντρόφων τους.

Κι η επόμενη μέρα; Καταρχήν τα σχήματα της εαακ θα κάνουν διήμερο σε καλό κλίμα, με λιγότερα παρατράγουδα.
Κατά τα άλλα, έρχεται θύελλα και καταιγίδα, κι εμείς το μόνο που καταφέραμε είναι να αυξήσουμε λιγάκι το μπόι της ομπρέλας. Ζητούμενο όμως παραμένει να περάσουμε στην αντεπίθεση. Και να προετοιμάσουμε την έφοδο στον ουρανό χωρίς να πετάμε στα σύννεφα.

Πέρα από αυτό όμως, την επόμενη μέρα την περιέγραψε πιστά, ένα πιστό σκυλί του συστήματος, ο άδωνις. Να ενωθούν οι νοικοκυραίοι κι όλος ο αστικός κόσμος, όλοι εμείς που πιστεύουμε ότι πρέπει να παραμείνουμε στην εε, όπως είπε πολύ εύστοχα, για να μην πάρει το κόμμα 50% και μας κυβερνήσουν οι μπολσεβίκοι.

Οι οποίοι βγήκαν οριακά νικητές το 91’ στο γρουσούζικο 13ο συνέδριο της διάσπασης με τους μενσεβίκους –κι ας ήταν λιγότεροι στο πολίτ μπιρό και τη σύνταξη της ίσκρα- και σιγά-σιγά ανασυγκροτούνται (17ο) για την αντεπίθεση (18ο συνέδριο).

Απέχουν όμως πολύ ακόμα από το να φτάσουν στο ύψος των πραγματικών μπολσεβίκων. Προέχει πρώτα να φτάσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Κι ύστερα ας ανεβάσουμε και τον πήχη.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Λόγω της ημέρας

Φαντάζεσαι να ήταν ο κόσμος ανάποδα; Α, δηλ όπως τώρα, που έχουν έρθει τα πάνω-κάτω και μας έπεσε ο ουρανός όπου κάναμε έφοδο στο κεφάλι. Πώς το φαντάζονταν τότε όμως το ανάποδα;

Οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται κι ωριμάζουν πρώτα μέσα στο σοσιαλισμό, αναπτύσσουν κι επιβάλλουν την κοινωνική αλλαγή στο εποικοδόμημα. Ποιος είναι όμως το αντεπαναστατικό υποκείμενο;

Η γραφειοκρατία δεν αποτελεί καν τάξη, αλλά είναι στρώμα δι’ εαυτό με τάσεις εξέλιξης σε καθαυτό και ιδιαίτερα στρωματικά συμφέροντα. Οι απαράτσικοι καταλήγουν πολιτικό υπαλληλικό προσωπικό των κουλάκων, των νεπ-μεν και της παραοικονομίας. Ο ιδιωτικός τομέας όμως περιορίζεται από το κρατικό μονοπώλιο και καταλήγει να λειτουργεί υπέρ του, βουλώνοντας τις τρύπες του, ενώ παράλληλα είναι βουτηγμένος στη διαφθορά. Οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς εξηγούν την ανάγκη ύπαρξης ενός άλλου ιδιωτικού τομέα, φιλελεύθερου και διαφανή σαν την αόρατη χείρα του άνταμ σμιθ και τη γκλάσνοστ του γκόρμπι.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού σοσιαλισμού, η αγορά νοθεύεται και ο τομέας της παραοικονομίας αδυνατεί να λειτουργήσει με γνήσια ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Παίρνει υπ’ όψιν τις κοινωνικές ανάγκες και διακινεί σε φτηνές τιμές όσα αγαθά λείπουν, διαφορετικά θα μείνει στα αζήτητα.
Μόλις το 90’ με το πρόγραμμα των πεντακοσίων ημερών του σατάλιν (προσοχή στο πρώτο άλφα) προχώρησε σε ουσιαστική απελευθέρωση τιμών, που μέχρι τότε ορίζονταν κεντρικά κι ήταν ενιαίες από το βλαδιβοστόκ μέχρι τη μόσχα.

Κάποια τμήματα της πολιτικής γραφειοκρατίας έτρεφαν ρεφορμιστικές αυταπάτες ότι η παλινόρθωση μπορεί να επιτευχθεί με ομαλή μετάβαση, χωρίς (αντ)επανάσταση και ταξική σύγκρουση. Η σοσιαλδημοκρατία του κκσε ενσωμάτωνε σε τελική ανάλυση τους γραφειοκράτες στο σοσιαλιστικό σύστημα. Στον αντίποδα, ο ακροδεξιός οπορτουνισμός απέρριπτε με παιδική αφέλεια από θέση αρχής κάθε συμμετοχή στα όργανα της σοβιετικής εξουσίας, αποσυνδέοντας πλήρως τη στρατηγική από την τακτική.

Η αυθόρμητη συνείδηση των διευθυντών φτάνει μόνο μέχρι τον οικονομικό αγώνα και την επιδίωξη επιμέρους αλλαγών και βελτιώσεων, σαν τις μεταρρυθμίσεις κοσύγκιν. Υπήρχε η ανάγκη μιας πρωτοπορίας με τα πιο συνειδητά στοιχεία να καθοδηγήσει τις μάζες. Με μεταβατικό, αντικομμουνιστικό πρόγραμμα κι αιτήματα για δημοκρατία και ιδιοσυντήρηση των επιχειρήσεων.

Η περεστρόικα ήταν το αντίστοιχο μεγάλο άλμα με βολουνταριστικές υπερβολές τύπου μάο. Στην κίνα έκαναν εγκαίρως την αυτοκριτική τους κι απέφυγαν την όξυνση. Έζησαν το δικό τους 89’ μόνο με μια τιεν αν μεν και μια σχεδόν αναίμακτη έφοδο της ανερχόμενης αστικής τάξης στον ουρανό.

Τα πρώτα χρόνια της παλινόρθωσης είναι ένα μεταβατικό διάστημα όπου το καινούριο πεθαίνει, ενώ το παλιό αναγεννιέται από τις στάχτες του, σαν χουντικός φοίνικας. Κι αναγκάζονται έτσι να συνυπάρχουν διαλεκτικά –μια συνύπαρξη που ποτέ δε μπορεί να είναι ειρηνική.

Η περεστρόικα του γκόρμπι είναι το αντίστοιχο μεταβατικό διάστημα με τον κερένσκι και τη δυαδική εξουσία αστών και σοβιέτ. Ενώ ο βομβαρδισμός του κτιρίου των –αστικοποιημένων- σοβιέτ τον οκτώβρη του 93 απ’ το γέλτσιν ήταν το αντίστοιχο της εξέγερσης της κροστάνδης. Οι βουλευτές είχαν βασικά δίκιο, αλλά η αντίστασή τους έπρεπε να τσακιστεί, γιατί στη γωνία καραδοκούσαν οι κομμουνιστές για τη δική τους παλινόρθωση.

Ο κρατικός καπιταλισμός του κλιφ είναι το τελευταίο εκείνο σκαλοπατάκι πριν από την οικονομία της αγοράς, ανάμεσα στο οποίο και τον καθαρό καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένα άλλο σκαλοπατάκι. Οι αντικειμενικές συνθήκες ωριμάζουν. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να περιμένουμε μια αντεπανάσταση σε καθαρή μορφή. Μπορεί να έρθει με ένα μέτωπο για τη δημοκρατία που για τους αντεπαναστάτες είναι ο καπιταλισμός, αλλά για τις μάζες και τους συμμάχους τους μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο.

Το 92’, στο βιβλίο του παλινόρθωση ή επανάσταση, ο σάββας ο τρομερός έγραφε πως ακόμα δεν είχε κριθεί τίποτα κι ότι διανύαμε ένα μεταβατικό διάστημα. Είχαν τεθεί ήδη οι βάσεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αλλά παρέμεναν πολλά αταξικά κατάλοιπα, στις παλιότερες γενιές κυρίως, όπως οι συντάξεις και η επίκληση του σφου με το μουστάκι και άλλων φιλοσοβιετικών αισθημάτων.

Από τη σειρά προβλήματα μετάβασης στον καπιταλισμό

Η σημερινή επέτειος όμως είναι άκρως σοβαρή. Γι' αυτό ας δούμε πώς ξεκινάει ο ραφαηλίδης το βιβλίο του για τη μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού.

Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα, λέει ο σουρεαλιστής και κομμουνιστής πωλ ελυάρ, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα που τελειώνει με το θάνατο της σοβιετικής ένωσης. Αιωνία της η μνήμη.

Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομμουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα, εξαιτίας της αγάπης μας για τον μαρξ.

Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα και αναμάρτητη. Είναι καλό να θυμάσαι αναμάρτητους τους πεθαμένους. Δυστυχώς, τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει.

Η μητέρα μας γεννήθηκε με καισαρική τομή το 1917 στην πετρούπολη, γνωστή περισσότερο σε μας σαν λένινγκραντ, και το 1991 παρέδωσε το πνεύμα στη μόσχα. Συγκεκριμένα στους γκάνγκστερ της μόσχας, που είχαν επικεφαλής τον γέλτσιν. Ο λένιν, ο πατέρας της και παππούς μας, πέθανε πολύ νέος, μόλις 54 ετών, ίνα πληρωθεί το ρηθέν, οι καλοί πεθαίνουν νέοι.

Η μητέρα λυπήθηκε πολύ για τον χαμό του πατέρα της. Και για να το δείχνει και να τη βλέπει ο κόσμος και να λέει, να η κόρη του λένιν, από το 1924 που πέθανε ο πατέρας της πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο του, στην κόκκινη πλατεία, για να δει μια μούμια. Κάποιοι είχαν βαλσαμώσει την επανάσταση.

Αφού όλα πεθαίνουν, πρέπει να πεθαίνει και η φτώχεια που γεννάει επαναστάσεις, κομμουνιστικές και άλλες. Η φτώχεια βρωμάει και βαλσαμωμένη. Αυτό πίστευε ο μαρξ, που δεν πίστευε στο θεό, που είναι βάλσαμο για τους απελπισμένους.
Ο μαρξισμός είναι μια απόπειρα απάντησης σε ερωτήματα τόσο παλιά, όσο κι οι μούμιες των φαραώ.


Μετά την τελευταία πρόταση, ο υποψιασμένος αναγνώστης θα περίμενε ίσως μια ανάλυση για τα φαραωνικού τύπου έργα και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Αλλά ο μεγάλος ράφα το γυρνάει στον τόμας μορ και την ουτοπία του. Κι αυτό επίκαιρο είναι αν σκεφτείς πόσους ουτοπικούς σοσιαλιστές έχουμε σήμερα που βρήκαν ότι ο μαρξισμός είναι πασέ και την ψάχνουν αλλιώς.

Και για επίλογο ένα κομμάτι από το οπισθόφυλο του βιβλίου του κώστα τζαταζάνη είμαι κομμουνιστής. Γραμμένο εν έτει 1991. Που ήταν εύκολο να κυκλοφορήσεις ό,τι ήθελες χωρίς να σου πει κανείς κομματικός τίποτα. Αλλά ήταν τρομερά δύσκολο, εκτός μόδας κι επίσημης γραμμής ως ένα βαθμό, να επιμένεις κομμουνιστικά.

Ακόμα και φάρσα να ήταν ευχαριστώ τους λένιν, στάλιν, ζαχαριάδη, μπρέζνιεφ, πουμπλίδη, φλωράκη και εκατομμύρια άλλους επώνυμος και ανώνυμους σε όλη τη γη, που την έστησαν, έστω για να ικανοποιήσουν τις ποταπές φιλοδοξίες τους ή τα κόμπλεξ τους.

Που την κέντησαν τόσο περίτεχνα, που με παρασύρανε, που με κάνανε με περηφάνια να πουλάω ρίζο, που μου ‘δωσαν την ευκαιρία άπειρες φορές να δακρύσω από συγκίνηση κι ενθουσιασμό, βλέποντας τα μπολσόι ή το '9 μέρες του μαγιού', διαβάζοντας τη τζαμίλια, ή για τον γκαγκάριν, τη βδομάδα αλληλεγγύης στο λαό του βιετνάμ, την αφρική, παντού. Συνομιλώντας με τον ισπανό σύντροφο, ή τον υπουργό συντονισμού της κυβέρνησης αλιέντε, απειροελάχιστο κομμάτι και ‘γω ενός κοχλαστού αιώνα, που μας έκανε περισσότερο ανθρώπους.

Ήταν θαυμάσιοι φαρσέρ και δολοπλόκοι. Τόσο πολύ, που ‘φτιαξαν κι έβαλαν στο μεδούλι των λαών, στα ίδια τα χρωμοσώματα κάθε ανθρώπου ένα όραμα. Ναι, ένα όραμα.
Αυτό το όραμα του νέου κόσμου, του σοσιαλιστικού. Αυτό που θα κάνουμε πράξη στο άλλο άλμα. Έστω, στο 15ο κατοπινό άλμα.


Το τρίτο άλμα θα είναι το τελικό. Αρκεί να μην είναι στο κενό και να 'μαστε από πάνω ως το τέλος. Μέχρι τότε, στο μαγγανοπήγαδο της ήττας μου περνώ. Βενσερέμος.

*Ο κώστας τζατζάνης σήμερα είναι υποψήφιός μας κάπου στον πειραιά (αντιπεριφερειάρχης νομίζω, ή κάτι τέτοιο).
Μεγάλο παληκάρι. Στηρίζουμε-ψηφίζουμε.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Η διαλεκτική των ερωτήσεων

Στο κόμμα φοβόμαστε μην ξεχειλώσει το πράγμα και συνήθως το μαζεύουμε μετά την τρίτη ερώτηση. Στο εξωκοινοβούλιο αντίθετα μοιάζουν με εκείνο το πουλόβερ του οπαδού του παναθηναϊκού σε μια ταινία της ρένας βλαχοπούλου, που το τραβούσε από την αγωνία του και το ‘χε παραξηλώσει. Καταλήγουν σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, αλλά βαυκαλίζονται ότι έχουν το μίτο που θα τους οδηγήσει στην αντικαπιταλιστική έξοδο από τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις τους. Κι η αριάδνη έχει μουγκαθεί περιμένοντας τους πλατφόρμερς να τελειώσουν για να έρθει κι η σειρά της να μιλήσει. Κανονικά αυτά λύνονται σαν τον γόρδιο δεσμό. Αυτά όμως θεωρούνται σταλινικές μέθοδες κι απορρίπτονται από θέση αρχής κι εργατικής δημοκρατίας.

Η λογική των ερωτήσεων στο κόμμα είναι σχέση πομπού-δέκτη. Η καθοδήγηση προς την οποία απευθύνεται η ερώτηση γνωρίζει πάντα την απάντηση και λύνει όλες τις απορίες. Αν κάποιος σύντροφος εξακολουθεί να έχει διαφορετική άποψη και παρουσιάζει αποκλίνουσα συμπεριφορά, πάει να πει ότι έχει περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα και δεν κατάλαβε αυτό που του είπαμε, δεν έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη κτλ. Ευτυχώς όμως είμαστε εμείς εδώ για να του το εξηγήσουμε.

Αν δεν είναι θέμα περιορισμένης αντίληψης κι ο σύντροφος συνεχίσει το ίδιο βιολί, πάει να πει πως έχει αντιλήψεις (πληθυντικός αριθμός. Μα αν δεν έχει αντιλήψεις πώς θα φτάσει να έχει αντίληψη γενικώς έστω και περιορισμένη); Οπότε οι πολλές ερωτήσεις κόβονται και το πράγμα συνήθως μαζεύεται από μόνο του. Ρωτάνε δυο-τρεις, για ξεκάρφωμα που είναι νέοι και με τον καιρό θα μάθουν.

Στην αντίπερα όχθη έχουμε αμφισβήτηση των γραφών και της αυθεντίας. Πραγματική αυθεντία είμαστε εμείς και το τελευταίο βιβλίο που διαβάσαμε. Αν ρωτήσεις μια ενδεκάδα ανθρώπων, θα πάρεις έντεκα διαφορετικές απαντήσεις. Κι αν τους ρωτήσεις -τους ίδιους- την επόμενη βδομάδα ο αριθμός των απαντήσεων θα αυξανόταν εκθετικά.

Ερωτήσεις πάνω στην εισήγηση; Δεν υπάρχουν. Ο καθένας έχει από μία απάντηση και μία δική του εισήγηση, που κατεβάζει εν είδει τοποθέτησης.
Καμιά απορία; Δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους. Τα έχουν όλα λυμένα, σαν γόρδιο δεσμό.

Κι εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι τι από τα δυο είναι καλύτερο. Να τα ‘χεις όλα ληγμένα με σιγή νεκροταφείου; Ή να τα ‘χεις λυμένα κι η εισήγηση να είναι απλώς αφορμή να μαζευτείτε και να το εξηγήσεις και στους υπόλοιπους; Οι οποίοι έχουν ακριβώς τον ίδιο σκοπό και το πράγμα πάει μέχρι τελικής πτώσεως. Στο τέλος μόνο ένας χαιλάντερ θα επικρατήσει.

Η άγνοια είναι σαν την καμία δουλειά. Δεν είναι ντροπή. Εμείς οι άνεργοι (κι όσοι βάζουμε το νι για λόγους ευφωνίας) το ξέρουμε από πρώτο χέρι. Εκτός κι αν η άγνοια γίνει ιδεολογία και καταλήξει σε συνειδητό αγνωστικισμό.

Ο γκράμσι λέει ότι η αλήθεια είναι επαναστατική. Κι οι πρωτοπόροι σύντροφοι –που σπανίως διαβάζουν γκράμσι- πιστεύουν πώς αν δεν την κατείχαν δε θα ήταν πρωτοπόροι. Κι ίσως γίνονταν οιονεί αντεπαναστάτες.
Κι επειδή αντεπαναστάτες δεν είναι, οι σύντροφοι απαντάνε σε όλα κι ας μην τα ξέρουν. Δεν υπάρχει αρνητική βαθμολογία, εξάλλου. Κι αν απαντήσουν λάθος, υπάρχει το μαξιλαράκι της οργάνωσης.

Οι επικριτές της οργάνωσης πετάνε στα σύννεφα που είναι απαλά σα μαξιλαράκι. Εκεί όπου ο αγνωστικισμός συμβαδίζει διαλεκτικά, χέρι-χέρι, με την ξερολίαση. Όπως είπε κι ένα παλικάρι σε ένα συν-κάτι (συνέδριο, σύσκεψη, συντονιστικό, ή κάτι τέτοιο), βγαίνουν πολλοί και λένε πως δεν κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ε λοιπόν, εμείς την κατέχουμε.

Αυτός τουλάχιστον ήταν ειλικρινής. Οι άλλοι είναι απλώς ταπεινοί παντογνώστες. Που στους τοίχους μπορεί να γράφουν ότι οι μπάτσοι πουλάνε την επιστήμη και στο πλαίσιό τους να μιλάν για πανεπιστήμονες.

Κι έχουν άποψη επί παντός επιστητού.
Ας πούμε ότι θέμα μας είναι τα παπούτσια και πώς να δένεις τα κορδόνια. Ο μέσος αριστεριστής, κάπου βρέθηκε, κάτι άκουσε και μπορεί να απαντήσει εμπειρικά. Έχει άποψη επί του θέματος.

Ενώ ο σύντροφος πρέπει να απαντήσει μαρξιστικά και μένει χαμένος στην αφαίρεση. Θα σκεφτεί πώς δενότανε το ατσάλι και θα προσπαθήσει να το συνδέσει. Κι ο λένιν δεν ήταν που έλεγε ότι οι καπιταλιστές θα μας πουλήσουν ακόμα και το σχοινί με το οποίο θα δέσουμε τα παπούτσια μας; Ή κάπως έτσι. Το ‘γραφε και σε εκείνους τους τόμους όπου απαντούσε σε ένα σωρό πράγματα με τίτλο ο ΛΈΝΙΝ ΑΠΑΝΤΆ.

Συνήθως λοιπόν οι απαντήσεις είναι άλλα αντ’ άλλων κι ο κόσμος καταλήγει με πιο πολλές απορίες απ’ ό,τι πριν. Τι γυρεύω εγώ εδώ; Μα καλά, για μούσμουλο με περνάνε; κι άλλα τέτοια.
Και σταδιακά αναπτύσσει μια μειωμένη προσδοκία να πάρει απάντηση στις ερωτήσεις του. Εσωτερικεύει την αδυναμία των άλλων και νιώθει ένοχος που έχει αντιλήψεις και δεν κρύβεται πίσω από εύκολες απαντήσεις που είναι σαν δάχτυλο υψωμένο στη νοημοσύνη του.
Έτσι η άγνοια -που δεν είναι ντροπή- καταλήγει τέτοια για κάποιους λίγους που την παραδέχονται. Που είναι όμως κι οι μόνοι που ίσως κάνουν κάτι να την αντιμετωπίσουν.

Οι εύκολες απαντήσεις είναι απλώς το πρώτο κι απαραίτητο βήμα για την αλήθεια. Μέχρι να καταλάβουμε ότι τα πράγματα είναι αντιφατικά. Κι ότι η αλήθεια έχει πολλές όψεις κι αλλάζει μες στον χρόνο (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει, ή ότι αλήθεια είναι αυτό που μας βολεύει). Η βεβαιότητα συνυπάρχει μη ειρηνικά με τα ερωτηματικά μέχρι να καταρρεύσει κάτω από το βάρος τους.

Ναι, πείτε μου. Ξέρω πως όλο το μυστικό κρύβεται σε μια λέξη. Μην το πάρετε μαζί σας.
-Βα-ζε-λί-νη...

Κατά βάθος ξέρεις πως δεν είναι τόσο απλό. Πρέπει να το δεις διαλεκτικά. Αλτάνες, ραγού, διακόπτης.
Στο τέλος όμως επιστρέφεις στο αρχικό συμπέρασμα (ο γκόρμπι ήταν προδότης). Αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο (του έστρωσε το δρόμο το εικοστό συνέδριο κι αυτό με τη σειρά του στρώθηκε από κάτι άλλο και πάει στρώνοντας).

Η γνώση δεν προχωρά στατικά για να λιγοστεύουν οι απορίες σαν τους συντρόφους του οδυσσέα. Ένα μαθαίνεις σε πέντε σκοντάφτεις. Όσο ανοίγεις τους ορίζοντές σου, τόσο περισσότερα βλέπεις και θες να μάθεις. Σαν την τελική γραμμή του ορίζοντα που όσο την πλησιάζεις, αυτή απομακρύνεται.

Σε κάθε ερώτηση ενυπάρχει πάντα ένα κομμάτι απάντησης. Και στην απορία ένα κομμάτι γνώσης. Ένας λογικός πυρήνας που έδωσε το αρχικό ερέθισμα. Είναι ερωτήσεις μερικής άγνοιας. Δεν απαντιούνται μονολεκτικά με ένα ναι, ή ένα ου, σαν τηλεπαιχνίδι.
Είναι σαν το άλλο παιχνίδι με τον τσαουσόπουλο, όπου χάνεις αν απαντήσεις με ναι ή όχι. Εκτός κι αν τα πεις και τα δυο μαζί, το οποίο είναι καθαρή διαλεκτική. Και ναι και όχι, είναι και δεν είναι.

Κι είναι και κάποιες ερωτήσεις ρητορικές. Σαν τις ρητορικές επερωτήσεις των δικών μας στη βουλή και τον ρίζο που τις βάζει στη στήλη δώστε απαντήσεις. Σιγά μη δώσουν. Πάντα λευκή κόλλα δίνουν. Δεν τους ρωτάμε για αυτό άλλωστε. Απάντηση θα πάρουν, ενότητα κι αγώνα.

Πολλές φορές ρωτάς τον άλλο κάτι σύνθετο και περιμένεις να δεις πώς θα το πιάσει το θέμα. Βλέπεις πώς σου απαντάνε, καταλαβαίνεις ποιους να αποφεύγεις και συνεχίζεις με τους υπόλοιπους. Παίρνεις κάτι από τον καθένα, εμπλουτίζεις τον αρχικό λογικό πυρήνα, θέτεις ξανά και ξανά το ίδιο ερώτημα στον εαυτό σου και τους άλλους. Ώσπου ωριμάζει μέσα σου και φτάνεις στο σημείο όπου μπορείς να το απαντήσεις μόνος σου.

-Και τώρα εσύ γιατί μας τα λες όλα αυτά;
-Έλα ντε! Καλή ερώτηση. Προχωράμε στην επόμενη.