Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Γράμμα στον Άι-Βασίλη

Απ' το αρχείο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της κε του μπλοκ

Αγαπητέ σφύρο, λόγω των χριστουγέννων και εξαιτίας της ατμόσφαιρας, εγώ που μεγάλωσα σε μια οικογένεια που η παράδοση να την κάνει τέτοια, ενώ σκέφτομαι χιλιάδες κομμουνιστικές αηδίες για ευχές, τρολιές, πικρόχολα αστεία για τη δεξιά, αναπηρικά καροτσάκια για το ΠΑΣΟΚ, λεκάνες με νερό για να πλύνουν τα χέρια τους οι κνίτες, φέτος στο μυαλό μου αντιστοιχεί μία μόνο ευχή. Πες με γριά, πες ότι ξαφνικά γέρασα, ότι με βλέπεις να πλέκω μπροστά σε μπουρζουα τζάκι, αλλά εγώ από μέσα μου για όλον τον κόσμο που συναντώ σκέφτομαι μόνο μία ευχή. Υγεία σύντροφε, αδελφέ, ξάδερφε, γιαγιά, μάνα, συναγωνιστή, κουμπάρε, φίλε.

Και η αλήθεια είναι πως η αριστερά σαν ώριμο φρούτο έπεσε και έκατσε πάνω στην επανάσταση και δεν λέει να σηκωθεί πάνω από αυτό το ζεστό χώμα της επαναστοσυζήτησης, της αριστεροσύνης του εργατικού "είναι", του εργατισμού των ψυχο"φθόρων" μαζών, του εργατοπατερισμού της αθυρόστομης οργάνωσης που τιτλοφορείται "ο κλέψας του κλέψαντος" και καλεί τον "δέσποτα" στις 13 Ιανουαρίου για να κάνει αγιασμό και να κόψει την πίτα μαζί με τους χιλιάδες άλλους συλλόγους που μαστίζουν την terra τούτη την incognita.

Δεν φταίει αγαπητέ σφύρο που διάβασα Κουμανταρέα, ούτε η Σώτη φταίει, ούτε ο Γιώργος Νταλάρας. Φταίει που η αριστερά δεν μίλησε ποτέ για την καθημερινότητα. Φταίει που η αριστερά μιλάει για τα εργατικά δικαιώματα σαν την SCARLET OHARA στο όσα παίρνει και ξεπουπουλιάζει ο άνεμος. Σαν να ακούς την αμερικανική ιστορία το 2010 από το στόμα του Θείου Βάνια, όχι ότι αυτός ήταν κάπου καλά καθήμενος και εξιστορούσε παραμύθια, αλλά να, την ακούς λες και έρχεται από τον προηγούμενο αιώνα. Και μπορεί οι ανάγκες του λεηλατημένου λαού να μην άλλαξαν στον αιώνα, αλλά πως να το κάνουμε, ακούγεται ρετρό την ίδια στιγμή που το δεκαπεντάχρονο αγγλάκι περιδιάβασε τις online οθόνες της ελληνικής αριστεροσύνης, ακούγεται σαν κομμουνιστική elctro όσο κι αν δε σ’ αρέσει.

Και επειδή λοιπόν μείναμε στην επανάσταση, στην αναδιανομή, στην κρατικοποίηση, στην εθνικοποίηση, στην πολτοποίηση και στην εξαθλίωση (κούφιες λέξεις όταν δεν τους δίνεται ο αριστερός συνειρμός) εγώ έχω να προτάξω το φαινόμενο της υγείας. Έτσι θα ξεφύγουμε λίγο από τον αριστερό μιλιταρισμό της ανάκτησης των αλύτρωτων δικαιωμάτων και θα προτάξουμε λίγο την ανάγκη της καθημερινότητας. Πέρα λοιπόν από τις Δ.Ε.Κ.Ο. που μας είχαν ανάγκη να προασπίζουμε τον αγώνα τους σαν άλλες Καρέννινες, πέρα από τον δύστυχο συνδικαλισμό που έπεσε πάνω του σαν σάπιο βατόμουρο και έκανε ανεξίτηλο λεκέ το ΠΑΣΟΚ (το λε με άλφα), πέρα από τον ντετερμινισμό της ελληνο-χατζιδακικής εξουσίας τύπου "αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Μητσοτάκ" εγώ έχω να μιλήσω για τους καρκινοπαθείς της καθημερινότητας που μαστίζονται από το δολιομνημόνιο της ανέχειας και της παραπληροφόρησης, του καπιταλισμού σύσσωμου και των αξιών του.

Το λένε και το ξαναλένε οι ξανθοί πράκτορες των κουρελοκάναλων στα νήπια κοινά τους όταν μιλάνε για τον καρκίνο : -"μας φαίνεται ότι δεν θα το ζήσουμε ποτέ και ότι δεν θα χτυπήσει ποτέ την πόρτα τη δική μας και των αγαπημενων μας". Ας σνιφάρουμε την κόκα μας προς το παρόν. Λοιπόν χτυπάει και χτυπάει σαν μαστίγιο -από κει και η μάστιγα που δεν είναι ψέμα αλλά αδιάσειστη αλήθεια. Και κει που λες αλλάξανε τα πράγματα και σηκώνεις το ποτήρι, αρπάζει κλέβει το όνειρό σου και του κάνει χαρακίρι..

Ας φανταστούμε λοιπόν χωρίς πολλά-πολλά έναν κοινωνικό πρωταγωνιστή, καρκινοπαθή, την κυρία Γιάννα για παράδειγμα την καθαρίστρια της πολυκατοικίας μας, τα χριστούγεννα του 2010. Ο μακρυμάλλης θα πει πως είναι σαν τα μελό του ριζοσπάστη, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια.
Η κυρία Γιάννα, ανασφάλιστη πασόκα, με καρκίνο μεταστατικό, στήθος, πνεύμονα , κεφάλι, συκώτι, και δεν δίνει κουπόνια και συμμετοχές σε κόμμα εκτός από την άμεμπτη ψήφο της. Πριν 10 μέρες στον Α. Σάββα της είπαν πως το 2010 βγαίνουν νέα φάρμακα για τον πνεύμονα και αυτό είναι αλήθεια.

Γιατί όμως άργησαν τόσο κυρία Γιάννα ενώ τα φάρμακα εφευρέθηκαν στην Ελλάδα εν έτει 2008 και φτάνουν στα χεράκια σου τώρα? Γιατί κυρία Γίάννα έπρεπε να νοσηλευτείς 2 μήνες για τις πρώτες χημειοθεραπείες που σου τάραξαν το είναι στο παπανικολαόυ και ήταν και άχρηστες γιατί δεν επιβράδυναν κανένα στέλεχος του ιού? Γιατί κυρία Γιάννα ξέμεινες ανασφάλιστη σε δωμάτιο του νοσοκομείου το προηγούμενο πάσχα μακριά από τους δικούς σου σε οκτάκλινο δωμάτιο ενώ η ιατρική συμβουλή ήταν απομόνωση τριών ημερών και μετά κόλλησες εκείνη την βαριά μόλυνση που σου ανέβασε τον πυρετό στα 39 και έφτασες δια ζώσης να συναντήσεις τον αδερφό σου τον Λουκά που πέθανε στα Βριλήσια το 1973 από καρκίνο στο πάγκρεας και συ ακόμη νομίζεις πως έφταιγε η μάνα σου που δεν τον βύζαινε μέχρι τα πέντε? Γιατί κυρία Γιάννα ανέβασες τη φωνή της τηλεόρασης στο δίκλινο πλέον κίτρινο απ τη μούχλα δωμάτιο του Σωτηρία όταν άκουσες τον Τραγόπαπα στη ΝΕΤ να σε διατάζει να πιστέψεις "εις έναν κύριο ποιητή" -ποιος νόμιζες ότι ήταν, ο ελύτης που τραγουδούσες ολόχαρη το 73' στο στάδιο ειρήνης και φιλίας; Και έσπρωξες τα σκεπάσματα και έφυγες από το Σωτηρία που ο άντρας σου ο Τάκης είχε βρεί λαδώνοντας τον μπατζανάκη του τον Θόδωρο που δουλεύει γραμματέας στην Πολεοδομία για να σου βρει το ρημαδοδωμάτιο και πήγες στην Παναγία τη Σουμελά για να προσευχηθείς με επιληψίες βαριές και με φωνή που τρεμόσβηνε;

Κυρία Γιάννα τέρμα τα αστεία, σ’ αγαπάμε γιατί γουστάρεις τη ζωή λές και είσαι η Εύα, τρέμεις μήπως δεν δείς τον γιό σου τον Ανέστη πολιτικό μηχανικό να διαπρέπει με τις δυο του κόρες στο πλευρό του (και καμαρώνεις για τις θυσίες και τα σκατά που έκαμες παξιμάδι 25 χρόνια τώρα), φοβάσαι μήπως ο Τάκης βρει άλλη γυναίκα και κείνο το μικρό κουμπούρι σου πάει και το φάει στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τι θα πει και η κυρία ελένη απ το καθαριστήριο που γλώσσα δεν βάζει μέσα, καταριέσαι και το ρημαδοκράτος που τους στέλνει όλους "κουτσούς στραβούς στον Άγιο Παντελεήμονα" που τώρα έχει γίνει μετερίζι κοινωνικής εξέγερσης, αλλά ίσα με εδώ.

Κυρία Γιάννα το ζήτημα της υγείας δεν είναι ατομικό σου θέμα. Τα αντικαρκινικά νοσοκομεία άρχισαν να κλείνουν εδώ και 2 μήνες με αποτέλεσμα χιλιάδες ασθενείς να μένουν χριστουγεννιάτικα στο έλεος του «αι βασίλη» και του «αι τράβα» χωρίς να συμπληρώσουν τις χημειοθεραπείες τους και τις ακτινοβολίες επειδή πλέον τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν την υποδομή ούτε καν για προληπτικές αξονικές και λοιπές φωτογραφίες.. Το ζήτημα θέλει συλλογικό αγώνα από αυτούς που πραγματικά αναγκάζονται να παλέψουν για τη ζωή τους.

Εγώ κυρία Γιάννα μου, που λες, πιστεύω ότι όταν προσπαθούν να αφαιρέσουν από τον άνθρωπο τη ζωή του, εκείνος λες και θυμάται κάτι ξαφνικά από το βιβλίο της ανθρωπολογικής του ιστορίας, τότε που όταν αρπάζαν από τη φυλή το ελάφι που είχε κυνηγήσει δέκα μέρες στον παγετό, γινόταν ο ίδιος ο κυνηγός λιοντάρι γιατί καταλάβαινε ότι το ελάφι ήταν η αναγκαία τροφή για να τον κρατήσει στη ζωή..
Έτσι λοιπόν συλλογικά σαν άλλη φυλή , ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε δια ζώσης αυτούς που μας κρατάνε καλά κρυμμένη την ελπίδα μας για ζωή. Όχι για κανέναν άλλον λόγο αλλά για την αγάπη μας για τη ζωή..

Cundu luna

Απάντηση σφύρου:

Υγεία να ‘χουμε, για να μη μπλέξουμε ανασφάλιστοι με ό,τι έχει απομείνει από αυτό το σύστημα υγείας και μας ξεζουμίσουν. Οι εποχές που οι κολασμένοι της γης πέθαιναν αβοήθητοι στους δρόμους, γιατί δεν είχαν να πληρώσουν την περίθαλψή τους, δεν είναι μακριά. Είναι δίπλα μας. Ο μεσαίωνας περπατάει στο δρόμο, στους χώρους δουλειάς, στο μεροκαματιάρη που αρρωσταίνει και δεν τολμάει να λείψει για να μην χάσει τη δουλειά του, στις απολύσεις των εγκύων, στα εργατικά ατυχήματα, θυσία στο μολώχ της υπεραξίας. Κι ανάμεσα στο αρχιπέλαγος της δυστυχίας, προκλητικές νησίδες χλιδής που στενεύουν διαρκώς και χωράνε ολοένα και λιγότερους.

Κι αφού είναι η υγεία πάνω απ’ όλα, πώς γίνεται να μαθαίνουνε από την κούνια τους να μισούν την χώρα των σοβιέτ, όπου το πιο πολύτιμο αγαθό ήταν δωρεάν για όλους; Αν η ασφάλεια είναι η υπέρτατη αξία που μας πλασάρουν, πώς ανεχόμαστε να ζούμε ανασφάλιστοι, βουτηγμένοι στην ανασφάλεια για το παρόν και το μέλλον μας;

Πώς γίνεται να μην καταλαβαίνουμε ότι το κοινωνικό κράτος ήταν ένας τακτικός ελιγμός των αστών για να μην τα χάσουν όλα, συνυφασμένος με τον σύντομο εικοστό αιώνα των επαναστάσεων κι άρχισε να γκρεμίζεται μαζί το τείχος του βερολίνου και τον σοσιαλισμό; Τον σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και τώρα μοιάζει μακρινή ανάμνηση, όπως θα είναι σε μερικά χρόνια κι οι εργατικές κατακτήσεις, αν οι κυρίες γιάννες που μένουν στη ζωή, δεν ενώσουν μαζί μας τη φωνή τους, για να μοιραστούν τον αγώνα μας. Αλλιώς θα μοιραστούνε την ήττα μας και μια ζωή εν τάφω, που στην πρώτη αφορμή θα πάψει να είναι ζωή και θα μας μείνει μόνο ο τάφος.

Κι άμα δεις βρικόλακες κόκκινους φιλάθλους/
ψήσ’ τους για να βάλουν σφυροδρέπανα στους τάφους

Ένα μικρόβιο πλανάται πάνω από τις αλλοτριωμένες μάζες. Είναι το μικρόβιο του κομμουνισμού. Κι όσο κι αν τους δίνει το σύστημα ασπιρίνες για να χρυσώσουν το χάπι και τις αλυσίδες τους, όσο κι αν τα μέσα τις αποστειρώνουν και βάζουν τις ιδέες μας σε καραντίνα, στο τέλος θα τις κατακτήσει. Κι αν μεταλλαχτεί και γίνει παιδική αρρώστια, δεν πειράζει, κι αυτή δική μας είναι.

Χο-χο-χο, κυρία γιάννα. Χο-χό, όπως λέμε χωρίς. Γιατί…
Χωρίς εσένα, γρανάζι δε γυρνά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά.

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Η σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση στο κόμμα μας

Θα μπορούσε να είναι άρθρο του χαριτάκη για την κατάσταση στο ναρ, αλλά τότε θα μιλούσε για ρεύμα. Στην πραγματικότητα είναι η εισήγηση κι ο τελικός λόγος του στάλιν από τα υλικά της 15ης συνδιάσκεψης του κόμματος των μπολσεβίκων το νοέμβρη του 26, που κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστή μπροσούρα. Κι η παρέκκλιση στην οποία αναφέρεται είναι η ενωμένη αντιπολίτευση της τρόικας τρότσκι, ζηνόβιεφ, κάμενεφ, ένα χρόνο πριν τα δεκάχρονα της οκτωβριανής επανάστασης και την πορεία της αντιπολίτευσης πίσω από την επίσημη παρέλαση που σηματοδότησε την οριστική ρήξη με τους τροτσκιστές και την έναρξη λήψης διοικητικών μέτρων εναντίον τους.

Τι συμπεράσματα βγάζει κανείς αν το διαβάσει; Πολλά κι ενδιαφέροντα.
Καταρχήν, υπάρχει η περίπτωση να σταθεί στο στιλ δουλειάς του συντρόφου με το μουστάκι, όπως αυτό αποτυπώνεται στο γραπτό του. Όπως πχ στο παρακάτω απόσπασμα, όπου ο στάλιν ακούγεται σαν πρόδρομος καταστασιακός απ’ το μάη του 68’.

Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς σήμερα την κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης; Την κατάσταση αυτή θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει σαν κατάσταση βαθμιαίας διάλυσης του συνασπισμού, σαν κατάσταση βαθμιαίας απόσπασης από το συνασπισμό των στοιχείων που τον συνθέτουν, σαν κατάσταση αποσύνθεσης του συνασπισμού. Μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς τη σημερινή κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης.
Αντωνυμίες γενικώς δεν παίζουν, μόνο άρθρα (και καταστατικό). Λέμε τα πάντα με το όνομά τους.

Ένα κλασικό κι επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι αυτό των λεγόμενων αντι-ρητορικών ερωτήσεων, όπου η απάντηση είναι αυτονόητα αρνητική. Μπορούμε άραγε σύντροφοι να πούμε ότι… (αγωνία στους συντρόφους, κρυφή ελπίδα στους αντιφρονούντες). Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό. Κι είναι φορές που δεν το επεξηγεί παρακάτω κι αυτή η άρνηση είναι το βασικό επιχείρημα. Ας παίξει το σχετικό απόσπασμα.

Ήταν άραγε σωστό αυτό που αναφέρεται εδώ, σε αυτή την περικοπή (sic), στις συνθήκες του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, ήταν σωστό αυτό για κείνη την περίοδο που το ‘γραψε ο ένγκελς; Ναι, ήταν σωστό. Είναι άραγε σωστή αυτή η θέση σήμερα, στις νέες συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της προλεταριακής επανάστασης; Όχι, δεν είναι σωστή πια. Καθαρά και ξάστερα.

Ή ακόμα μπορεί να σταθεί στα ενδιάμεσα σχόλια του πρακτικογράφου που συμπληρώνει παρενθετικά σε ρόλο αφηγητή: (γέλια, φωνές, χάχανα, αποθέωση).
Παράδειγμα: δεν αμφιβάλλω ότι η συνδιάσκεψη θα εκπληρώσει με τιμή αυτό της το έργο. (θυελλώδη, παρατεταμένα χειροκροτήματα: Όλοι οι αντιπρόσωποι σηκώνονται όρθιοι. Επευφημίες).

Όλα αυτά έχουν ενσωματωμένη μια βαθιά αίσθηση σοσιαλιστικού σουρεαλισμού, της προλεταριακής εκδοχής του καλτ, που καθιστούν –προσωπική άποψη- ακόμα πιο λατρεμένα κι ευχάριστα αυτά τα αναγνώσματα.

Όποιος μείνει σε αυτό το επίπεδο ανάγνωσης όμως, χάνει την ουσία. Ο μη επιδερμικός αναγνώστης θα δει πίσω από τις γραμμές ότι ο στάλιν, μακριά από την καρικατούρα του άξεστου ασιάτη με το μέτριο, θεωρητικό επίπεδο που παρουσιάζει ο τρότσκι στη βιογραφία του μεγάλου του αντιπάλου, κατανοεί πολύ καλά τη συγκυρία, την προσεγγίζει με οξυδέρκεια και αναλυτική ικανότητα που βασίζεται στο μαρξισμό –όχι λιγότερο από ό,τι οι αναλύσεις των επικριτών του.

Παράλληλα μπαίνουν μια σειρά σοβαρά ζητήματα. Το βασικό σημείο τριβής με την αντιπολίτευση είναι η θεωρία για το σοσιαλισμό σε μία χώρα, σε αντιπαράθεση με τη διαρκή επανάσταση του τρότσκι που στα 1915 έλεγε ότι αρχίζουμε τον αγώνα πάνω σε εθνική βάση, έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι ο αγώνας μας θα δώσει ώθηση στον αγώνα των άλλων χωρών. Αν όμως αυτό δεν γίνει είναι μάταιο να πιστεύουμε –το αποδείχνουν η ιστορική πείρα κι η θεωρητική σκέψη- ότι λχ μια επαναστατική ρωσία θα μπορούσε να αντέξει μπροστά σε μια συντηρητική ευρώπη.

Ο στάλιν χρησιμοποιεί λεπτή ειρωνεία εναντίον αυτής της θέσης. Μπορείς να ξεκινήσεις γνωρίζοντας ότι δε θα φτάσεις ποτέ, να ξεκινήσεις να χτίζεις χωρίς να τελειώσεις το χτίσιμο.
Χρησιμοποιεί εύστοχα παλιότερα κείμενα των μελών της τριανδρίας για να δείξει την ασυνέπειά τους και να τους καταστήσει αναξιόπιστους καιροσκόπους, στερημένους από κάθε κύρος. Ο ζηνόβιεφ χαρακτήριζε τον τροτσκισμό μικροαστική παρέκκλιση κι ο τρότσκι μιλούσε για τα αντεπαναστατικά γνωρίσματα του μπολσεβικισμού που –σε αντίθεση με τους μενσεβίκους- εγκυμονούσαν τεράστιο κίνδυνο μόνο σε περίπτωση επαναστατικής νίκης (αλλά αυτό δε συνέβη γιατί εγκατέλειψαν το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας και χάρη στο λένιν επανεξοπλίστηκαν ιδεολογικά την άνοιξη του 17).
Κουβαλώντας ο τελευταίος κι ένα μισο-μενσεβίκικο παρελθόν, δεν υποστήριξε καν με θέρμη σε αυτή τη φάση τη θεωρία του για τη διαρκή επανάσταση (την ξανάπιασε και την υπεράσπισε εκ των υστέρων, όταν βρισκόταν ήδη στην εξορία).

Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι σε βάθος χρόνου κι ο ίδιος ο στάλιν έχει τέτοιες μεταστροφές. Αρχικά πχ συμμαχεί με το μπουχάριν (που είχε πει το περίφημο κουλάκοι πλουτίστε) στα πλαίσια μιας μετριοπαθούς συνέχειας της νεπ και μιλάει για τη συνδυασμένη ανάπτυξη βιομηχανίας κι αγροτικής οικονομίας. Παράλληλα κατηγορεί τους αντίπαλούς του ότι βλέπουν την αγροτιά ως εχθρό και την ύπαιθρο ως αποικία (η θεωρία του πρεομπραζένσκι για την πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση σε βάρος των προσοσιαλιστικών μορφών οικονομίας). Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας αρχίζει η στροφή στην κολεκτιβοποίηση, που δε φαίνεται να διαφέρει πολύ από όσα έλεγε η αντιπολίτευση.

Η διαφορά μπορεί να υπάρχει στα μέσα. Η αντιπολίτευση διαφώνησε με τα μέσα και τους ρυθμούς της κολεκτιβοποίησης, αν και υποστήριζε ως θέση τη δικτατορία του προλεταριάτου πάνω στην αγροτιά.
Μπορεί όμως (η διαφορά) να αφορά και την χρονική συγκυρία. Ίσως ήταν νωρίς να ανοίξει το 26’ αυτό το μέτωπο, ενώ οι συνθήκες το 29’ –εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης- να το ευνοούσαν ή και να το επέβαλαν.

Μία πολύ λεπτή γραμμή χωρίζει την τακτική ευελιξία από τον πολιτικό καιροσκοπισμό –συνήθως στην κομμουνιστική διάλεκτο, το λέμε κάπως αλλιώς. Και τη γραμμή αυτή κατά κανόνα την ορίζουν οι νικητές. Αλλά μετά τις ανατροπές οι τροτσκιστές νιώθουν εκ των υστέρων ηθικοί νικητές. Κι ούτως ή άλλως πάντα έβρισκαν ευήκοο κοινό για τις ιστορίες τους στη δύση.

Άλλο παράδειγμα. Ο στάλιν διαχωρίζει εισηγητικά τη νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα με την τελική νίκη. Μα αυτό είναι σύγχυση σύντροφοι. Μήπως το κόμμα είπε καμιά φορά ότι η πλέρια νίκη του σοσιαλισμού στην χώρα μας είναι δυνατή για το προλεταριάτο μιας μόνης χώρας;
Δέκα χρόνια μετά, με την ψήφιση του νέου συντάγματος, η σοβιετική ηγεσία υποστήριζε ότι έχουν κατανικηθεί πλήρως τα υπολείμματα των καταπιεστών, έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού (ως εδώ καλά) και δεν υπάρχει περίπτωση παλινόρθωσης.

Αλλά το βασικό θέμα της ανάρτησης είναι άλλο και μπορεί να συμπυκνωθεί στον ιντριγκαδόρικο τίτλο, όταν ο στάλιν συνάντησε τον κώστα κάππο και την κοα ανασύνταξη.
Ποιο είναι το κοινό στοιχείο που τους ενώνει; Η άποψη ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν ταυτίζεται με το σοσιαλισμό, αλλά είναι πέρασμα στο σοσιαλισμό, η μεταβατική πολιτική μορφή που οδηγεί σε αυτόν.

Είναι γνωστό ότι πάνω σε αυτό το θέμα ο μαρξ εξέφρασε την ιδέα ότι η δικτατορία του προλεταριάτου (…) αποτελεί αναγκαίο στάδιο εξέλιξης προς το σοσιαλισμό. Αυτό αποτυπώνεται και στις θέσεις του μπολσεβίκικου κόμματος. Το κόμμα ξεκινάει από την άποψη ότι η επανάστασή μας είναι επανάσταση σοσιαλιστική, (…) βάση για την ανάπτυξη του παγκόσμιου κινήματος (…) και εγκαινιάζει τη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό στην εσσδ (δικτατορία του προλεταριάτου).

Αναφέρεται επίσης εισηγητικά, η θέση των κλασικών για τη δυνατότητα ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό, με μορφή συμφωνίας ανάμεσα στο προλεταριάτο και την κεφαλαιοκρατία (!), σε χώρες με αδύναμο μιλιταρισμό και υπαλληλοκρατία, όπως οι ηπα κι η αγγλία. Θέση που μπορεί να ήταν σωστή τον 19ο αιώνα, λέει ο στάλιν, αλλά αποκλείεται ως δυνατότητα στην εποχή του ιμπεριαλισμού.

Παρόλα αυτά, όπως έχουμε δει σε παλιότερο κείμενο (για το ημερολόγιο του ντιμιτρόφ) ο στάλιν μεταπολεμικά θεωρεί τη δικτατορία του προλεταριάτου ειδικό τρόπο περάσματος των σοβιετικών στο σοσιαλισμό και προκρίνει τη μορφή της λαϊκής δημοκρατίας ως πιο κατάλληλη μορφή περάσματος για τις χώρες που αποσπάστηκαν από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα μετά το βήτα παγκόσμιο πόλεμο.

Ανοίγω πολλά μαζί, χωρίς να τα αναλύω, για να δείξω ότι μια κριτική προσέγγιση, ή μια κριτική υπεράσπιση του συντρόφου με το μουστάκι, πρέπει να προχωρά πέρα απ’ την –απαραίτητη- πολεμική στην πτωματολογία και τον χυδαίο αντικομουνισμό και να καταπιαστεί και με τέτοια ζητήματα.
Αυτό είναι ένα βασικό ζητούμενο για το δεύτερο μέρος των θέσεων του κόμματος που θα εστιάσουν στο πολιτικό κομμάτι. Αν και το επόμενο διάστημα, ό,τι χρόνος περισσεύει από την καθημερινή δράση για θεωρητική δουλειά, θα πηγαίνει κυρίως στο δεύτερο τόμο του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος.

Αντί επιλόγου ένα ακόμα σημείο. Ο ζηνόβιεφ φέρνει ως επιχείρημα ένα απόσπασμα του ένγκελς από τις αρχές του κομμουνισμού που αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα που θα πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση. Ο στάλιν απαντάει ότι η εσσδ το έχει πραγματοποιήσει κατά τα εννέα δέκατα κι ότι στην εποχή τους οι κλασικοί δε μπορούσαν να συλλάβουν την έννοια του αδύναμου κρίκου γιατί ο καπιταλισμός βρισκόταν στο προμονοπωλιακό στάδιο κι η ανισομετρία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη όσο στον ιμπεριαλισμό (επιχείρημα που ο τρότσκι επιχειρεί να αποκρούσει σε μεταγενέστερα έργα του).

Τι γράφει όμως ο ένγκελς στις αρχές του κομμουνισμού;
Μεταξύ άλλων μπορούμε να δούμε και τα εξής: βαθμιαία κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δημοκρατικό καθεστώς με την άμεση ή έμμεση πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου, προοδευτική φορολογία, βαθμιαίες απαλλοτριώσεις, δήμευση περιουσίας πολιτικών φυγάδων. Συγκεντροποίηση του πιστωτικού συστήματος και της χρηματαγοράς στα χέρια του κράτους μέσω της εθνικής τράπεζας με κρατικά κεφάλαια. Εθνικοποίηση της γης και των βασικών κλάδων της βιομηχανίας.

Αυτά είναι μερικά σημεία από το πρόγραμμα που καλείται να πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση.
Δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε ευρώ και δημόσιο χρέος για να δούμε τι θέση θα έπαιρνε ο ένγκελς. Ακόμα κι έτσι όμως ο έμπειρος αναγνώστης θα πρόσεξε τις σατανικές ομοιότητες με μερικές προτάσεις των αριστερών οικονομολόγων.
Ο ένγκελς μιλάει βέβαια για μια νικηφόρο επανάσταση όπου το προλεταριάτο έχει πάρει την εξουσία στα χέρια του. Ας μην αφήσουμε όμως μια τόσο μικρή λεπτομέρεια να μας χαλάσει έναν τόσο όμορφο παραλληλισμό.

Σε κάποιο σημείο ο στάλιν λέει: βέβαια αν ζούσε ο ένγκελς, δε θα γατζωνόταν από την παλιά διατύπωση, αλλά αντίθετα, θα χαιρέτιζε ολόψυχα την επανάστασή μας λέγοντας: στο διάβολο όλες οι παλιές διατυπώσεις, ζήτω η νικηφόρα επανάσταση της εσσδ! (Χειροκροτήματα).

Ας βροντοφωνάξουμε κι εμείς λοιπόν: στο διάβολο όλες οι παλιές θεωρίες και τα προγράμματα. Ζήτω οι αριστεροί οικονομολόγοι και το νέο εαμ! (Χειροκροτήματα, παύση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, κρατικοποίηση τραπεζών, σοσιαλισμός/κομμουνισμός, αποθέωση, ανδριάντας στον καζάκη).

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Στάλιν εσύ που ανθίζεις τα σπαρτά

Δεν υπάρχει εαακίτης που να σέβεται τον εαυτό του και να μην έχει δει το Zeitgeist. Κι αν δεν το έχει δει, τότε δε σέβεται τον εαυτό του και κανονικά θα έπρεπε να διαγραφεί από το σχήμα. Η διαγραφή όμως θα τον δικαίωνε και θα τον έκανε ήρωα. Κι επιπλέον θεωρείται «σταλινική μέθοδος».

Φτάνουμε έτσι στην ουσία του σημερινού κειμένου που είναι ο σύντροφος με το μουστάκι, με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων του, στις 21 δεκέμβρη. Αλλά για να πάμε στο ζουμί πρέπει να περάσουμε απ’ το Zeitgeist. Το οποίο σχεδόν κανείς εαακίτης δεν προφέρει σωστά, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζεται να σέβεται κανείς τον εαυτό του, ή να διαγραφεί.

Όλοι λοιπόν γνωρίζουν ότι τα χριστούγεννα είναι στην πραγματικότητα κάτι σαν ηλιούγεννα. Και ο λόγος για τον οποίο τα γιορτάζουμε στις 25 δεκέμβρη, είναι γιατί αυτή η μέρα βρίσκεται πολύ κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο (21 δεκέμβρη) που σηματοδοτεί το μεγάλωμα της μέρας και την αντίστροφη μέτρηση για τον ερχομό της άνοιξης.

Στη σοβιετική σημειολογία βέβαια, το γλυκύ έαρ συνδέεται με το εικοστό συνέδριο, το νικήτα και το λιώσιμο των πάγων που άνοιξαν το δρόμο για την άνοιξη της πράγας και την ελληνική διάσπαση του 68’ που σε βάθος χρόνου έφερε την έαρ του κύρκου. Κι έτσι έκλεινε ένας διαλεκτικός κύκλος κι άνοιξε ένας νέος, φαύλος, με το κοινό πόρισμα του 88’ κι όσα ακολούθησαν την επόμενη τριετία.
Ο πάγος έλιωσε, ο δρόμος πλημμύρισε. Τα κάναμε μούσκεμα.

Ο ήλιος όμως είναι δεμένος σημειολογικά με το σύντροφο με το μουστάκι και κατά δεύτερο λόγο με τον ιλίτς το δεύτερο (δηλ το μπρέζνιεφ). Για τον οποίο ο ραφαηλίδης έγραψε ότι ήταν ένας δεύτερος στάλιν χωρίς αίματα, αλλά ο σοβιετικός κυριούλης λέει: θα ‘θελε. Δηλ πολύ θα ήθελε ο μπρέζνιεφ να είχε τις ικανότητες του στάλιν, αλλά δεν του έμοιαζε στο παραμικρό.

Εδώ κολλάει κι εκείνο το ποίημα που ‘χει αποστηθίσει ο κοντόχοντρος και το διαδίδει παντού, από συντονιστικά και συνελεύσεις, μέχρι και σε σκονάκια εξετάσεων.
Στάλιν εσύ που ανθίζεις τα σπαρτά…
Αλλά δε θυμάται τη συνέχεια και μας κόβει πάνω στο καλύτερο.
Αν κι ίσως να ταυτίζεται περισσότερο με τους στίχους του βαρδή: είσαι ο ήλιος που καίει την πατρίδα μου… και την επιδερμίδα μου (κι αυτή του κοντόχοντρου είναι εξαιρετικά ευαίσθητη).

Η προσωπολατρία δεν ενδείκνυται για τους κομμουνιστές. Αλλά δικαιούνται κι αυτοί να έχουν ένα θείο βρέφος (που φοίτησε και σε θεολογική σχολή όταν έγινε έφηβος) και τα δικά τους ‘κονίσματα. Για τα οποία χωριστήκαμε στα δύο το 91’, όπως στο βυζάντιο, σε εικονολάτρες κι εικονομάχους. Και νίκησαν ευτυχώς οι ορθόδοξοι γιατί αλλιώς δε θα είχε μείνει τίποτα όρθιο, στους καιρούς της ισοπέδωσης που ζούμε.

Συνεχίζουμε στο ίδιο ύφος, με τους στίχους του μιχάλκοφ.

Κι αν πληγωθείς από βόλι πικρό
Κι όταν σιμά σου γροικάς το χαμό
Σφίξε τα δόντια, τα μάτια στητά
Τ’ άγιο του τ’ όνομα πες το γλυκά
Θάρθει κοντά εκείνος βοηθός
Θες σαν ποτάμι μπορεί και σαν Φως
Όμως θαρθεί! Κι όταν γι’ άθλο, γερά
Σφίγγουν το χέρι σου χέρια πολλά
Ξέρε πως μέσα στο σφίξιμο αυτό
Κείνου το χέρι θα νιώσεις ζεστό.


Το ποίημα αυτό φέρει τίτλο Τ’ όνομα τ‘ αρχηγού και το βρίσκουμε στο αναγνωστικό της δ’ τάξης για τα παιδιά των ελλήνων που βρέθηκαν στην υπερορία. Στο αλφαβητάρι της πρώτης τάξης μπορεί να βρει κανείς ένα μικρό πεζό για το σύντροφο με το μουστάκι:

Όλοι οι εργαζόμενοι αγαπούν μ’ όλη τους την καρδιά το σύντροφο στάλιν. Ο στάλιν αγαπάει πολύ τα παιδιά και φροντίζει πολύ για να ζουν ευτυχισμένα.
Πέρασα χώρες, πολιτείες και χωριά, που τα φώτιζε ο ήλιος κι η χαρά. Και ρωτούσα: -Πού ζει ο στάλιν, παιδιά μου;
Κι ο καθένας μ’ απαντούσε: -Στην καρδιά μου!
Πήγα και σε χώρες σκλαβωμένες. Πήγα και στην χώρα τη δική μας! Και μου είπανε: -Ζει μέσα στην ψυχή μας!


Στο αναγνωστικό της έκτης –του 54’- βρίσκουμε κι ένα ελληνικό μοιρολόι.

Βογγά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέται ο πάνω κόσμος
Μεσοπελάγου στάθηκε καλάρμενο καράβι
«Γι’ ανέβα βρε ναυτόπουλο στο μεσιανό κατάρτι
και δες τι νάν’ η συφορά που πλάκωσε τον κόσμο;»
Ανέβη το ναυτόπουλο στο μεσιανό κατάρτι
κ’ είδε θολό τον ουρανό κ’ η μέρα αργούσε ακόμα…
Ο ουρανός –εσύναξε στις δέκα παραδέκα-
ο ουρανός εσύναξε τα’ αστέρια τ’ ένα μ’ ένα:
-Εχ, ουρανέ τι μάζεψες τα λαμπερά σου τ’ άστρα;
Τι ναν’ τα κάνω τ’ άστρα μου το πιο λαμπρό μου λείπει
Κ’ η μέρα στάθηκε κι αυτή –στις δέκα παραδέκα-
Κ’ η μέρα στάθηκε κι αυτή δε λέει να ξημερώσει:
-Μέρα γιατί δε βιάζεσαι και συ να ξημερώσεις;
-Τι να το κάνω να βιαστώ μια κ’ έχασα τον Ήλιο.
(…) Ο Καπετάνιος πέθανε!... Ο Καπετάνιος πάει!...
Πάει το Αστρί κι ο Φάρος μας! Τις άγκυρες στο φούντο
Ο Καπετάνιος πέθανε!... Ο Καπετάνιος πάει!


Η συχνή επανάληψη της ώρας (δέκα παρά δέκα) παραπέμπει στην ώρα που ξεψύχησε ο στάλιν.
Η μποντίλα στέκεται με ειρωνεία στους χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στο στάλιν. Παρουσιάζεται στο ποίημα ως Ήλιος, Ποτιστής του κάμπου, Αστρί και Φάρος, το πιο Λαμπρό Αστέρι, όλα γραμμένα με κεφαλαία. Εδώ βγάλαμε τη βουγιουκλάκη το πιο λαμπρό αστέρι κι αυτήν την πείραξε ο στάλιν.

Αυτά όμως αλλάζουν μετά το 54’ στα πλαίσια της αποσταλινοποίησης.
Στο αναγνωστικό της δ’ του 62’ παρατίθεται ένας θρύλος του λαού του τατζικιστάν, το γαλάζιο χαλί.
Έπειτα ο καπνός σκορπίστηκε, η φωτιά έσβησε και στη γη άρχισαν να δουλεύουν ελεύθεροι άνθρωποι Κι ο ραχίμ είδε πως πρασίνιζαν οι κάμποι, πως άνθιζαν οι κήποι κι υψώνονταν γαλάζιες πολιτείες.

Το αναγνωστικό του 62 σταματάει εδώ, ενώ αυτά του 51 και του 53 συνεχίζουν.
Και τότε έδωσαν στους ανθρώπους έναν καινούριο νόμο.
Έτσι τέλειωσε το τραγούδι του ο τραγουδιστής.
Κι έπειτα έκλαψε για Τρίτη φορά ο ραχίμ την ημέρα εκείνη.
-Γιατί κλαις; Τον ρώτησαν οι χωρικοί.
-Κλαίω, από ντροπή, γιατί όλα αυτά τα χρόνια δεν ήμουν μαζί σας. Αλλά πέστε μου, σας παρακαλώ, ποιος είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους μεγάλους ανθρώπους που μας έδωσε τον καινούριο νόμο του κόσμου;
Έχεις δίκιο πατέρα, είπε η κόρη του. Είναι ο μεγαλύτερος μέσα στους μεγαλύτερους, που έδωσε τον καινούριο νόμο στον κόσμο. Και τ’ όνομά του είναι: Στάλιν.


Τα σχολικά βιβλία φαίνονται να δικαιώνουν με τις αναφορές τους τη θεωρία των αλτουσεριανών για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Δεν ξέρω όμως αν υπάρχει κι αντίπαλο δέος με κάποια ανάλυση για το ιδιότυπο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο στον κρατικό καπιταλισμό της σοβιετίας, από τις υπόλοιπες συνιστώσες του χώρου.

Όλα αυτά μπορούμε να τα βρούμε σε ένα βιβλίο από τις εκδόσεις μεταίχμιο. Συγγραφέας είναι η μαρία μποντίλα (!) που μελέτησε από αστική σκοπιά τα σχολικά βιβλία αυτών των παιδιών κι είχε την τύχη να κάνει τη διδακτορική της διατριβή βιβλίο, με τον καλτ τίτλο: Πολύχρονος να ζεις μεγάλε στάλιν! Φράση παρμένη από το ποίημα του δ.ρεντή με τίτλο: για τη γιορτή σου σύντροφε στάλιν.

Πολύχρονος να ζεις Μεγάλε Στάλιν
τη Νίκη, που σμιλεύεις να τη δεις,
τους πόθους μας ν’ αράζουν σ’ ακρογιάλι
και την ειρήνη ανάμεσά μας να χαρείς.


Μήπως όμως αυτή η λαϊκή εξύμνηση αφορά μόνο τα αναγνώσματα της παιδικής ηλικίας;

Πολυσέβαστέ μας πατέρα, δάσκαλε κι οδηγητή, (…)
η υποστήριξη που βρίσκει το κίνημά μας από τη σοβιετική ένωση, τις λδ, όλα τα κκ και την προοδευτική ανθρωπότητα, έχουν πείσει το λαό μας ότι ο μεγάλος στάλιν είναι και μαζί μας, γιατί ο αγώνας είναι δίκαιος κι αυτό αποτελεί την πιο γρανιτένια εγγύηση και στερεώνει ακλόνητα την πίστη μας ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια, η τελική νίκη θάναι δική μας.
Γιατί όπου ΣΤΑΛΙΝ εκεί και ΝΙΚΗ.
Ζήτω ο καλύτερος φίλος και δάσκαλός μας, αρχηγός των εργαζομένων όλου του κόσμου, ο στάλιν.


Μήνυμα της 3ης συνδιάσκεψης του κκε –αυτή που ασχολήθηκε με τα πρώτα συμπεράσματα από τον «εμφύλιο» και εκκαθάρισε βαφειάδη και παρτσαλίδη. Η παραπομπή της μποντίλα είναι σε μια έκδοση του 88’ από το γλάρο. Θα ψάξω να δω αν υπάρχει και στην καινούρια από τη σύγχρονη εποχή.

Είναι ανόητο να πιστεύει κανείς ότι η προσωπολατρία έρχεται κατά παραγγελία από έναν ηγέτη. Οι λαοί της σοβιετίας κατέβασαν το θεό τους από τον ουρανό στη γη κι έπαιρναν δύναμη για να κάνουν θαύματα, σαν την αντιφασιστική νίκη, που ήταν τόσο σημαντική, όσο κι ο πανθεϊσμός του σπινόζα από φιλοσοφική άποψη.

Η προσωπολατρία έχει να κάνει με το επίπεδο της συνείδησης ενός λαού και για την εποχή που μιλάμε ήταν περίπου αναπόφευκτη. Ένας άλλος ήρωας του σύντομου εικοστού αιώνα των επαναστάσεων, ο γκεβάρα, απέφευγε συστηματικά τέτοιες εκδηλώσεις λατρείας. Κάτι που δεν απέτρεψε ωστόσο τους χωρικούς της κούβας να τον λατρεύουν σα θεό μετά θάνατον και να πιστεύουν ότι έχει αναστηθεί και βρίσκεται σε κάποια βουνοκορφή της σιέρα μαέστρα. Όταν εξαντλούνται οι ελπίδες στον πραγματικό κόσμο, μόνο η μεταφυσική μπορεί να δώσει άμεση διέξοδο.

Το ζήτημα είναι αν ο ηγέτης καλλιεργεί επίτηδες αυτές τις τάσεις ή φροντίζει για την εξάλειψή τους. Η μποντίλα παραθέτει δύο ενδεικτικά αποσπάσματα από κείμενα του στάλιν. Το ένα είναι απάντηση στην επιστολή ενός κομματικού μέλους.

Μιλάτε για αφοσίωσή σας σε μένα. Μπορεί να σας ξέφυγε αυτή η φράση. Μπορεί.. Αν όμως δεν είναι μια τυχαία φράση, θα σας συμβούλευα να πετάξτε στο καλάθι των αχρήστων την αρχή της αφοσίωσης σε πρόσωπα, δεν είναι κάτι το μπολσεβίκικο. Μη συγχέετε την αφοσίωση στην εργατική τάξη το κόμμα της, το κράτος της με αυτό το ευτελές κι άχρηστο διανοουμενίστικο μπιχλιμπίδι.

Το δεύτερο είναι προς τους συγγραφείς των αφηγήσεων για τα παιδικά του χρόνια.
Τάσσομαι κατά. Το βιβλίο έχει την τάση να εμφυτεύσει στη συνείδηση των παιδιών τη λατρεία των αρχηγών, των αναμάρτητων ηρώων. Αυτή είναι επικίνδυνη, εσέρικη θεωρία. Οι μπολσεβίκοι απαντούν ότι ο λαός φτιάχνει τους ήρωες. Σας συμβουλεύω να κάψετε το βιβλίο αυτό (φλεβάρης 38’).

Η μποντίλα πάντως δεν ξεχνά να συμπληρώσει ότι αυτή ήταν η εικόνα στα επίσημα γραπτά του για να συντηρήσει το μύθο του σεμνού ηγέτη, ενώ στην πραγματικότητα επέτρεπε τέτοιες καταστάσεις και ενίοτε τις υποδαύλιζε.

Ομολογώ πως δεν ήταν πολύ έξυπνο να ανοίξω στο τέλος ενός τόσο μεγάλου κειμένου το –ακόμα πιο μεγάλο- θέμα της προσωπολατρίας. Θα πω απλώς κάτι τελευταίο υπαινικτικά, αντί επιλόγου.

Στη ζωή του ο καθένας από εμάς έχει δεχτεί κατά καιρούς διάφορα κοπλιμέντα που τον έφεραν σε αμηχανία. Ο κανόνας λέει ότι τα πιο εγκωμιαστικά ήρθαν από αυτούς που τελικά δεν τα πίστευαν. Σκεφτείτε το, ο καθένας για τον εαυτό του, κι ύστερα κάντε και τις απαραίτητες προεκτάσεις στο θέμα μας.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η απόλαυση του κειμένου

Σε ένα κείμενο, οι δύο συγγραφείς είναι σαν τους τρεις στο ζευγάρι και τις τριμελείς επιτροπές (με πέντε-έξι άτομα) του βαμβακούλα: ο ένας περισσεύει. Και στην περίπτωση των κομισάριων περισσεύουν περισσότεροι. Κάποιοι βέβαια το βρίσκουν πιο πικάντικο έτσι. Αλλά τις πιο πολλές φορές, φέρνει γκρίνιες και προβλήματα.

Στη συγγραφή ενός κειμένου που εμπλέκεται ένας κομμουνιστής όμως, αποκλείεται να μην εμπλακούνε και μερικοί ακόμα. Και δεν εννοώ παιδικά αρρωστημένες καταστάσεις συντονισμένης, υψηλής κοπτοραπτικής, που τελικά καταλήγει στο περσινό κείμενο. Το οποίο ήταν ίδιο με το προπέρσινο κι αυτό με τη σειρά του ίδιο με το παρα-προπέρσινο. Και συνεχίζει με σεβασμό στην παράδοση και με ρετρό αφιέρωμα, μέχρι να φτάσουμε στη γέννηση του κυττάρου και των πυρήνων εαακ, οβας, κολεκτίβας κι ό,τι άλλο έχει ο καθένας ως δομή.

Εγώ αναφέρομαι στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που βαίνει καταχρηστικά. Είμαστε της άποψης, δε συμφωνούμε με...
Πληθυντικός συντροφικότητας κι αττική σύνταξη απ’ την ανάποδη, σε πρώτο πρόσωπο συλλογικού εγωισμού. Η βαθιά ανάγκη του κομμουνιστή να πιστέψει ότι εκφράζει κάτι ευρύτερο, μια συλλογικότητα. Μια υπόκωφη κραυγή αγωνίας για να ξεφύγει από τη μοναξιά και το περιθώριο. Τα ίδια κίνητρα πάνω-κάτω που τον έκαναν να οργανωθεί και να εκφράζεται συλλογικά.

Που είναι πολύ εύκολο να ξεφύγουν και να αρχίσουν να φλερτάρουν με τα όρια του αυτισμού. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι πολλά αυτιστικά δεν χρησιμοποιούν το πρώτο ενικό για να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ένα είδος ντροπαλής μετριοφροσύνης που μπορεί να κρύβει πίσω της το ακριβώς αντίθετο. Έναν βοναπάρτη που επεκτείνει αυθαίρετα το εγώ του και πιστεύει ότι εκφράζει τους άλλους. Κι εμείς (που είμαστε οι άλλοι) υπάρχουμε απλώς για να τον επιβεβαιώνουμε και να ενσαρκώνουμε την άποψή του, που είναι κάτι σαν το απόλυτο πνεύμα του χέγκελ.

Γι’ αυτό χρειάζεται φειδώ όταν μιλάμε για τον πολιτικό αυτισμό κάποιου άλλου. Γιατί μπορεί να ανήκουμε στη συνομοταξία του κεφάλα γάιδαρου -που ειρωνεύεται τους πετεινούς- μαζί με τον μπακούνιν και τους οπαδούς του, που έχουν αναγάγει τον αυτισμό και την ιδεολογία του αυτό- σε νόημα της ζωής τους.

Πολλές φορές τα κείμενα των κομμουνιστών είναι γραμμένα σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, υπονοώντας κάποιον αναγνώστη που τα διαβάζει και τους δίνει βάση. Του οποίου η ύπαρξη όμως δεν είναι καθόλου αυτονόητη, γι’ αυτό τον προϋποθέτουμε καλού-κακού, για να μη μας κυριεύσει η ματαιότητα και μας ρίξει το ηθικό. Κι έτσι φτάσαμε μάνι-μάνι στα τρία τουλάχιστον άτομα κι είμαστε έτοιμοι να φτιάξουμε μια όβα συγγραφέων.

Το γράψιμο δεν είναι ποτέ μια απλή, ατομική υπόθεση. Κι έτσι δικαιολογείται κι η πρόθεση συν ως συνθετικό στη λέξη συγγράφω, δηλ γράφω μαζί με άλλους. Αλλιώς θα ήμασταν σκέτοι γραφιάδες, σαν μερικούς bloggers. Άλλο αν αυτοί έχουν καμιά φορά μεγαλύτερη απήχηση από εμάς.

Το β’ ενικό πρόσωπο δίνει στο λόγο μας μεγαλύτερη αμεσότητα. Κι έτσι μπορείς να δεις πολλά στελέχη να το χρησιμοποιούν σε αχτίφ κι εκδηλώσεις, κυρίως στο σκέλος των ερωτοαποκρίσεων. Γίνεται πχ μια ερώτηση για την πορεία του κόμματος τα τελευταία είκοσι χρόνια κι αρχίζει ο ομιλητής. Είχες προβλήματα, δυσκολίες, σου έτυχε η διάσπαση. Έκανες έκτακτο συνέδριο, προχώρησες στην ανασυγκρότηση. Κι άλλα τέτοια που θυμίζουν τις αναλύσεις του γεωργίου, όταν μιλάει με τους ακροατές στο τηλέφωνο.

Το θέμα όμως είναι τι επίπεδο έχουμε εμείς οι οπαδοί από τα κάτω κι αν τρώμε κουτόχορτο. Αν μπορούμε να δούμε τα ματς δίπλα-δίπλα, στην ίδια κερκίδα, ή θα έχουμε πάντα μερικούς χούλιγκαν να δίνουν τον τόνο και να πλακώνονται.

Είμαστε απέναντι μόνο για ενενήντα λεπτά μες στο γήπεδο (και το στίβο της ταξικής πάλης), όσο δηλ κρατάνε οι πορείες (στην ευρώπη) και τα μπάχαλα. (Παρένθεση: ΌΧΙ στην UEFA, ρήξη με το Champions League! Συνεχίζουμε).
Μας χωρίζουνε μόνο οι ιδεολογικές και τακτικές μας διαφορές. Αλλά ακολουθούμε πιστά τη συμβουλή του βλαδίμηρου: μαζί να χτυπάμε, χωριστά να βαδίζουμε.

Τι διαφορές είναι αυτές; Κυρίως ιστορικές. Έντεκα δεκαετίες αγώνες και θυσία και όλα τα πουλήσαμε για μία χορηγία στη μπλαουγκράνα φανέλα και τριάντα αργύρια. Έχει κι άλλες προεκτάσεις το πράγμα, αλλά ας τις κρατήσουμε για κάποιο άλλο κείμενο.

Οι πιο πολλοί σύντροφοι νιώθουν την ανάγκη να γράψουν πολλά, επειδή κάπου διάβασαν για την ποσότητα που μετατρέπεται διαλεκτικά σε ποιότητα –αν κι εδώ, υπερισχύει μάλλον η αντίστροφη διαλεκτική. Πολύ λίγοι σφοι όμως έχουν καταλάβει ότι το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, και δε θεωρώ εαυτόν μέσα σε αυτούς. Καλά, για τους πλην λακεδαιμονίων, ούτε συζήτηση..

Είναι σαν τους συντρόφους, που είναι επίδοξοι ποιητές κι έχουν διαβάσει ρίτσο και μπρεχτ, τους κατέχουν καλά, αλλά δε μπορούν να τους φτάσουν. Από την έννοια της στρατευμένης τέχνης, πετυχαίνουν στην καλύτερη το στρατευμένη, χωρίς να τους προκύπτει η τέχνη. Κι ενίοτε δεν έχουν καν ποιητικό λόγο.

Αυτό ισχύει εν πολλοίς και στην τέχνη της πολιτικής που είναι αυτή με τα πιο υψηλά νοήματα. Στον χώρο μας υπάρχουν πολλοί κριτές –με κριτική ικανότητα- που την κατέχουν, αλλά ελάχιστοι πραγματικοί καλλιτέχνες. Περισσεύουν όμως τα ψώνια –καλή ώρα- που πιστεύουν ότι έχουν καλλιτεχνική φλέβα και σπάνιο ταλέντο, που είναι κρίμα να πάει χαμένο.
Με άλλα λόγια έχουμε έτοιμα όλα τα υλικά για ένα καλό ριάλιτι, με ξύλο, διαγραφές κι αποχωρήσεις, όπου ο τελικός νικητής θα παίρνει το χρίσμα της πρωτοπορίας της τάξης και του αγώνα.

Παραμένουν παράλληλα άλυτα και μια σειρά καίρια γλωσσικά ζητήματα. Όπως για παράδειγμα, η πρόθεση συν, που την προσθέσαμε πριν στο ρήμα γράφω και πολλοί τη θεωρούν πανάκεια, φάρμακο για πάσα νόσο. Βάζεις πχ ένα συν στο λογικό σου εγωισμό και του δίνεις συλ-λογικό άλλοθι. Κολλάς ένα συν μπροστά από το ανήκειν και προκύπτει το συνανήκειν που λύνει φαντασιακά το πρόβλημα της ιδιοκτησίας (του κινήματος, της κολόνας και γενικώς). Αλλά εμείς καήκαμε στον χυλό του ενιαίου συν και τώρα φυσάμε και τα γιαούρτια που ρίχνουν στη βουλή οι τεντιμπόηδες του κινήματος.

Ένα ακόμα ζήτημα για το συγγράφω είναι αυτό της προφοράς. Αν το προφέρεις θυμωμένα, με φθόγγο γκ, όπως στην τσουγκράνα και το ανγκρίζεται (που λένε οι τσίπριοι αδερφοί), σε περνάν για γκροτέσκο, ασιάτη μουστακαλή και θα τρομάξουν. Ενώ αν διώξεις το κ (χωρίς να απολέσεις την κομμουνιστική φυσιογνωμία) το λες απαλά και γάργαρα, σαν ελαφρύ γουργουρητό της κοιλιάς.

Αλλά το βασικό ζήτημα παραμένει αυτό της ελευθερίας που μπορεί να απολαμβάνει ένας στρατευμένος καλλιτέχνης στα πλαίσια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού κι αν αυτά τα δύο νοούνται αντιπαραθετικά. Στην τελευταία κομεπ –πέρα από το κομμάτι για την κίνα που τραβάει τους περισσότερους- υπάρχει ένα κείμενο της μηλιαρονικολάκη και του σκαρπερού για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό (σρ). Στο κεφάλαιο για την κομματικότητα –ως ανώτερη μορφή της λαϊκότητας, που είναι βασικό συστατικό του σρ- βρίσκουμε κάποια αποσπάσματα από το άρθρο του λένιν για την κομματική οργάνωση και κομματική φιλολογία.

Ο λένιν θεωρεί την τέχνη αναπόσπαστο μέρος της κομματικής δουλειάς, αλλά υπογραμμίζει ότι η λογοτεχνική δουλειά λιγότερο από κάθε άλλη αντέχει στη μηχανική ευθυγράμμιση, στην επιπέδωση (προφανώς εννοείται η ισοπέδωση), στην επιβολή της πλειοψηφίας στη μειοψηφία.

Σε αυτή τη δουλειά πρέπει να εξασφαλιστεί μεγάλη ελευθερία στην προσωπική πρωτοβουλία, στις ατομικές τάσεις, ελευθερία στη σκέψη και τη φαντασία, στη μορφή και στο περιεχόμενο (…) Το λογοτεχνικό μέρος της κομματικής δουλειάς του προλεταριάτου δε μπορεί να ταυτιστεί τυποποιημένα με τα άλλα μέρη της κομματικής του δουλειάς.

Οι συγγραφείς του άρθρου –που αν και δύο, συνεργάστηκαν χωρίς πρόβλημα- προσθέτουν ότι για μεγάλους κομμουνιστές καλλιτέχνες όπως ο ελυάρ, ο πικάσο, ο χικμέτ, ο νερούντα, ο ρίτσος, ο έρενμπουργκ και πολλοί άλλοι, η κομματικότητα δεν ήταν υπόθεση μιας τυπικής συμφωνίας με την πολιτική και τη στρατηγική του κκ. Ήταν ελεύθερη –συνειδητή και σκόπιμη- συστράτευση στους σκοπούς του, μέσω της βαθιάς αφομοίωσης της ιδεολογίας του.

Εντελώς υπαινικτικά προσθέτω ότι αντίστοιχοι κανόνες οφείλουν να διέπουν και το κομμάτι της θεωρητικής κομματικής δουλειάς. Όχι στη βάση του αγνωστικισμού, αλλά της μαρξικής μεταφοράς της δαντικής κόλασης στο πεδίο της θεωρίας, όπου πριν μπεις, οφείλεις να αφήσεις στην είσοδο κάθε προκατάληψη.

Τα πιο όμορφα κείμενά μας δεν τα έχουμε γράψει ακόμα, αλλά αυτό εδώ πρέπει σιγά-σιγά να τελειώσει και να αφεθεί στην κρίση της πλειοψηφίας.
Υπέρ; Ένα δικό μου. Κατά, λευκά, άκυρα.. δεν υπάρχουν.
Εγκρίνεται ομόφωνα.

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Και που λες ελευθερία

Σήμερα συνεχίζουμε με πιο προσγειωμένα πράγματα κι ένα εξαιρετικό κείμενο της έλλης παππά που ολοκληρώνει τη μικρή –τρόπον τινά- τριλογία για την έννοια της ελευθερίας.


Οι λέξεις έχουνε την ιστορία τους. Η ιστορία των λέξεων διηγείται την ιστορία των ανθρώπων. Υπάρχουν λέξεις τόσο δεμένες με την ιστορία, που έτσι και τις πάρεις από τη γέννησή τους κι ακολουθήσεις τα χνάρια τους, μπορείς να παρακολουθήσεις την κίνηση της ανθρώπινης κοινωνίας στον χώρο και στον χρόνο σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο των γεγονότων και των αιτίων τους και στο επίπεδο της σκέψης, της συνείδησης που οι άνθρωποι είχαν κάθε φορά για την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσαν. Κοινωνικό είναι και κοινωνική συνείδηση περνάνε μέσα από τη γλώσσα αφού η γλώσσα ήτανε, μαζί με το χέρι, τα δύο πανίσχυρα όργανα παραγωγής και συν-παραγωγής που μετατρέψανε σε ανθρώπινη κοινωνία την αρχική αγέλη.

Σ’ αυτές τις λέξεις ανήκει η ελευθερία. Λέξη που ζει στη γλώσσα μας –στο γραπτό της λόγο- πάνω από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, στον προφορικό πολύ περισσότερα, άγνωστο πόσα, μια που έχει τη φύτρα της στη γυναικεία μήτρα: στις μακρινές εκείνες ετοιμόγεννες που καλούσαν την ελευθώ να τις ελευθερώσει κι αφήσανε κληρονομιά την ευχή καλή λευτεριά στις σημερινές ετοιμόγεννες. Ελευθώ, Ελευσία, ελεύθω, ήλθον, ελήλυθα –το παιδί έρχεται, το παιδί ήρθε. Η γυναίκα που έγινε μάνα ελευθερώθηκε. Το παιδί της όμως;

Η Ελευθώ έδυε την ώρα που γεννήθηκε η Ελευθερία. Μάνα της Ελευθερίας ήταν η Δουλεία. Με άλλα λόγια, η ελευθερία δε θα είχε γεννηθεί τότε που γεννήθηκε αν δεν είχαν δημιουργηθεί οι αντίθετες κοινωνικές καταστάσεις –του ελεύθερου και του δούλου. Η διάλυση της παλιάς ισότητας, της πρωτόγονης κοινότητας, γέννησε τις δυο αντιθετικές έννοιες που εκφράζουνε τις δυο αντιθετικές κοινωνικές καταστάσεις, όταν η κοινωνία των ανθρώπων κατάκτησε ένα υψηλότερο στάδιο στον καταμερισμό της εργασίας κι έγινε ταξική.

Η ταξική κοινωνία, καταργώντας την παλιά ισότητα –τη γενική κατάσταση της ελευθερίας- γέννησε καινούριες έννοιες, λέξεις που εκφράζανε την καινούρια πραγματικότητα. Η έννοια της Δίκης, της δικαιοσύνης, δε θα είχε γεννηθεί αν δεν υπήρχανε οι αντίθετες καταστάσεις, της αδικίας, μας λέει ο ηράκλειτος. Είναι το ίδιο σα να λέμε πως η έννοια και η λέξη υγεία δε θα υπήρχε αν δεν υπήρχε η αντίθετη κατάσταση, της αρρώστιας. Αν φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς αρρώστιες, όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι υγιείς, τότε και η λέξη υγεία δε θα έχει κανένα νόημα και θα εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο. Σε μια κοινωνία όπου δε θα υπάρχουν άδικες καταστάσεις, η λέξη δικαιοσύνη δε θα έχει κανένα νόημα και θα χαθεί από το λεξιλόγιο. Σε μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι, η λέξη ελευθερία δε θα υπάρχει.

Η έννοια της ελευθερίας δε θα είχε γεννηθεί στον τόπο και στον χρόνο που γεννήθηκε –στην αρχαία ελλάδα- και δε θα είχε διερευνηθεί από την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη όπως διερευνήθηκε, αν στην αρχαία ελληνική κοινωνία δεν ήταν τόσο κάθετη η τομή που χώριζε τους ελεύθερους και τους δούλους κι αν οι ελεύθεροι δεν είχανε –μέσα στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν με τη διάλυση των γενών σ’ αυτό τον ιστορικό χώρο- τη δυνατότητα να αποκτήσουνε συνείδηση της ελευθερίας τους. Στις ιεραρχημένες, φυλακισμένες στις κάστες τους, κοινωνίες της ασίας, μια τέτοια συνείδηση και μια τέτοια διερεύνηση θα ήταν αδιανόητη.

Εκεί όπου οι αρχαίες κοινότητες εξακολούθησαν να υπάρχουν, διαμόρφωσαν για χιλιάδες χρόνια τη βάση της σκληρότερης μορφής του κράτους, του ανατολικού δεσποτισμού, από την ινδία ως τη ρωσία. Μόνο εκεί όπου αυτές οι κοινότητες διαλύθηκαν, οι λαοί προοδεύσανε και το επόμενο βήμα της οικονομικής τους προόδου ήταν η αύξηση κι η ανάπτυξη της παραγωγής μέσω της εργασίας των δούλων, λέει ο ένγκελς στο αντιντίρινγκ.

Γέννημα της ταξικής κοινωνίας, η ελευθερία πορεύτηκε μαζί της, αφήνοντας πίσω τα ματωμένα χνάρια της, παίρνοντας καινούριο κάθε φορά περιεχόμενο, απαντώντας κάθε φορά σε καθορισμένα ιστορικά ερωτήματα: ελευθερία για ποιον, από ποιον, από τι.

.

Σε μια πυκνή σε νοήματα εισαγωγή, η έλλη παππά δίνει πολύ γλαφυρά τη διαλεκτική των αντιθέτων και τον ταξικό ορίζοντα που έχουν τα δικαιώματα κι οι ελευθερίες. Αντίθετα με τις αναρχικές (κι όχι μόνο) φαντασιώσεις για μια αταξική κοινωνία με απεριόριστες ελευθερίες και δικαιώματα, ο κομμουνισμός τα καθιστά περιττά, μαζί με το δίκαιο από το οποίο απορρέουν και το κράτος που το επιβάλλει.

Μαζί με αυτό δίνει ένα συντριπτικό χτύπημα στην αναπόληση της κοινότητας που στη σκέψη πολλών έχει τη θέση του απολεσθέντα παράδεισου. Κατανοητή εν μέρει εξαιτίας της βίαιης κι εντελώς άχαρης αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Αλλά δε μπορεί να είναι προοπτική για το μέλλον και να μπαίνει ως στρατηγικός στόχος. Το ποτάμι της ιστορικής εξέλιξης δεν γυρίζει πίσω πια.

Η ίδια συγγραφέας δε θεωρεί το βιβλίο της μια μελέτη πάνω στο θέμα της ελευθερίας (δεν έχει την αυστηρότητα που απαιτεί ο όρος), αλλά μια πειραματική προσέγγιση, γιατί πραγματικά είναι ένα πείραμα αν και κατά πόσο η ιστορία μιας λέξης –όπως η ελευθερία- στα πρώτα της στάδια, στις απαρχές της ζωής της, έχει κάτι να πει στο σύγχρονο άνθρωπο για το θέμα αυτό στη σημερινή του φάση και να το φωτίσει καλύτερα (με το φως του ιστορικού υλισμού πάντα).
Αλλά δε θεωρεί τυχαία, ιστορική σύμπτωση ότι ο αρχαίος υλισμός είναι αυτός που διερευνά το πρόβλημα της ελευθερίας πρώτος στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης.

Κάτι που φαίνεται από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, όπου μέσα από χωρία της ιλιάδας η ελευθερία συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων, μας λέει ο πατέρας της αρχαίας διαλεκτικής, ηράκλειτος. Ήταν πια έννοια ώριμη να περάσει στη γενίκευση, να εκφράσει την κοινωνική πραγματικότητα, ή καλύτερα την κοινωνική νομοτέλεια.

Όλα αυτά, μαζί με την εξίσου ενδιαφέρουσα συνέχεια, μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο της, σπουδή στο θέμα της ελευθερίας –η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό, από τις εκδόσεις φιλιππότη. Πέρσι ήταν κι αυτό στο στοκ για ξεφόρτωμα που είχαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και το βρήκα με ενάμιση ευρώ στο παζάρι βιβλίου. Τιμή ευτελής, πλην φιλολαϊκή.

Η κε του μπλοκ σκοπεύει να ρίξει τους τόνους και την αναγνωσιμότητα και να βγάλει τα χριστούγεννα με τέτοιες αναρτήσεις. Όσοι πιστοί, παραμείνατε.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Και που λες Σωτηρία...

…σωτηρία δε βρήκαμε.
Ούτε κι έναν τοίχο για να βάλουμε την πλακέτα σου.
Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Μα της κολόνας ακόμα μεγαλύτερο.
Κυκλοφορώ με την πλακέτα σου τοίχο-τοίχο, μην τους πετύχω. Γιατί οι περισσότεροι δεν σε ξέρουνε, αλλά τους φτάνει που ξέρουν για σένα που ανήκες.

Εμείς δεν τραγουδάμε σωτηρία για να σμίξουμε τον κόσμο, αλλά για να βάλουμε τείχη ανάμεσά μας. Κι όποιος θέλει να βάλει πλακέτα προς τιμήν σου, ας τη βάλει στη δική του πλευρά του τείχους. Αλλιώς να το περάσει από γενική συνέλευση, δσ κι επιτροπή αγώνα.
Κομμένη η πλάκα κι η πλακέτα.
Τους ήρωες μπορεί να τους χαρίζουμε, αλλά τις κολόνες ποτέ. Είναι ιδιοκτησία μας, η ψυχή μας.

Αλλά δεν πειράζει. Θα γίνουμε εμείς για σένα τοίχος, σωτηρία, σύντροφοι –και μη- μπετοναρισμένοι και θα την καρφώσουμε στην καρδιά μας την πλακέτα σου. Κι ίσως περπατάμε ενωμένοι σε αλυσίδες, με λάβαρα της ddr, σαν τείχος του βερολίνου (που ‘χε πει κι ο τόνι ριγκατόνι). Ή ίσως την επόμενη φορά να βγάλουμε μια αφίσα για σένα, για να κατεβαίνει πιο εύκολα (αλλά προσεκτικά, για να μη σκιστεί). Ή ίσως να τη βάλουμε πάνω σε παγοκολόνα, ώστε όποιος τη σπάσει, να μπορεί να φωνάξει περήφανα: ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε.
Κι έχω απορία να δω αν αυτοί που σε έζησαν κι έρχονται κάθε χρόνο με το στεφάνι, έχουν την ίδια γνώμη με τους μεταλλαγμένους συντρόφους δεύτερης γενιάς.

Μην ανησυχείς σωτηρία, δε σε βεβήλωσαν. Απλά σε αποκαθήλωσαν. Αλλά όπως την ξεβίδωναν, τους λάσκαρε μια βίδα και ξέφυγε λίγο. Κι ήταν σα να έρχεται το λεωφορείο με τους απεργοσπάστες και να σε πατάει δεύτερη φορά, τριάντα χρόνια μετά απ’ την πρώτη.

Κι είναι λοιπόν κι αυτοί που έρχονται κάθε χρόνο στο μνημόσυνο με ένα στεφάνι. Σαν κι αυτό που αφήσαμε κι εμείς στην κηδεία του γράψα, γιατί ήταν τίμιος σύντροφος και το αίμα νερό δε γίνεται.
Το θέμα όμως είναι πώς τιμάς τον άλλο στη ζωή με τις πράξεις σου. Κι εγώ δεν τους είδα ποτέ σωτηρία στην πύλη που έδινες προκηρύξεις, λίγο πριν δώσεις και τη ζωή σου, να ‘ρχονται να συνεχίσουν αυτό που έκανες. Να πάρουν τη σκυτάλη και να περιφρουρήσουν μια απεργία. Ας έρθουν έστω μια φορά να αφήσουν συμβολικά ένα στεφάνι και μετά να φύγουν. Κι αν ήρθαν ίσως κάποιες φορές, ήτανε λίγες, πολύ λίγες για να το κρύψουν λέγοντας πόσο λίγοι είναι.

Κι είναι κι η δική μας ανακοίνωση, που αρχίζει εκείνα τα παλιά για τους σοσιαλφασίστες και δε συμμαζεύεται. Κι εμένα που λες δε με βρίσκει σύμφωνο. Αυτά τα κρατάω για τις λέρες τους πασόκους, που είναι πέμπτη φάλαγγα μες στην τάξη μας και γι’ αυτό στο κίνημα είμαστε μακριά κι αλάργα και τους απομονώνουμε.

Αλλά η ουσία της ανακοίνωσης είναι αλλού ξέρεις. Εκεί που λέει ότι αυτά τα κάνουν μόνο οι απόγονοι των ες-ες στη βαλτική –κι αλλού- κι οι απόγονοι των συνεργατών τους εδώ στο γράμμο. Κι αυτό που σε χαρακτηρίζει δηλ σε τελική ανάλυση, είναι οι πράξεις σου. Δεν σε πειράζει να το κάνεις, αλλά σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι;

Κι άντε εσύ που είσαι πιο έξυπνος, ας πούμε κατάλαβες ότι οι δικοί μου το κάνουν για να με μπετονάρουν. Εσύ τι έκανες γι’ αυτό; Για να μην του δώσεις πάτημα να πετύχει αυτό που ήθελε; Κι από πού βγαίνει ότι ο άλλος είναι προβοκάτορας; Και γιατί είναι καλύτερο από αυτά που σου σέρνει αυτός;

Και το χειρότερο απ’ όλα σωτηρία, είναι ότι κάποιοι ανοίγουν την κουβέντα για το τι θα ήσουνα τώρα άμα ζούσες. Κι είναι απ’ τις απορίες που έχεις στην άκρη του μυαλού σου να το ζεματάνε. Βλέπεις τα στερνά της έλλης παππά κι αναρωτιέσαι τι εξέλιξη θα ‘χε ο μπελογιάννης. Σκέφτεσαι τους συντρόφους που μας άφησαν το 80', δέκα χρόνια πριν έρθουν τα πάνω-κάτω κι αρχίσουμε να ζούμε σα νυχτερίδες, σε έναν κόσμο με αναποδογυρισμένες αξίες. Και τρέμεις. Τι θα γινόταν η σωτηρία, ο ξυλούρης, ο λοΐζος; Θα άντεχαν να μείνουν όρθιοι σε όλα αυτά τα χτυπήματα; Βλέπεις και πώς κατάντησαν κάποιοι από αυτούς που έζησαν και λες ευτυχώς..

Αλλά το πιο πιθανό σωτηρία, αν ζούσες τώρα, είναι ότι θα σ’ έπαιρνε κι εσένα η μπάλα και θα μας έβριζαν όλους μαζί. Κι αν είχες τρόπο να τα δεις όλα αυτά και στόμα να μιλήσεις, θα τα έκλεινες όλα, να μη βλέπεις, να μη λες, να σε κουφαίνει η σιωπή. Εδώ είναι παίξε-γέλασε και σώπα.
Αλλά μην ανησυχείς σωτηρία. Την τελευταία λέξη θα την πούνε οι λαοί, το κίνημα, οι σύντροφοι με τον αγώνα τους. Όχι οι κολόνες..

Και τώρα στα σχόλια πάμε με φόρα για το βούρκο. Εγώ κυλίστηκα πρώτος εξάλλου, σα γουρούνι κι αναλαμβάνω ακέραια την πολιτική ευθύνη. Το θυμικό νίκησε. Βουρ στη λάσπη! Αλλά με στιλ και πάνω απ’ όλα με αρχές.

Και ζητώ συγνώμη αν μπέρδεψα κανένα με τις αλλαγές προσώπου, που ήταν πολλές κι απότομες.

Και τώρα πάμε, όλοι μαζί, το ρεφραίν:
Γεια και χαρά σας βρε συντοπίτες
Κι εμένα οι παππούδες μου ήτανε κνίτες
Γεια σας!

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Όλα τα δάχτυλα ίσα δεν είναι

Σε ένα προηγούμενο κείμενο, είπαμε κάποια πράγματα για το βασίλειο της ελευθερίας και την αστική αντίληψη. Όπως επισημαίνει ο σαχναζάροφ, τον καιρό που ήταν ακόμα καλός μπρεζνιεφικός άνθρωπος κι όχι γκεσέμι της περεστρόικα, στο πέρας του χρόνου μπορούμε να δούμε μια παράδοξη μεταστροφή.
Μέχρι πρόσφατα η ελευθερία κι η ισότητα πήγαιναν χέρι-χέρι μαζί με την αδελφότητα κι έφτιαχναν το τρίπτυχο που είχε γραμμένο στις σημαίες της η αστική, γαλλική επανάσταση.


Σήμερα όμως μπαίνουν η μία στον αντίποδα της άλλης. Ο αστικός ατομισμός δε μπορεί να ανεχτεί ούτε καν την τυπική ισότητα, που του ήταν χρήσιμη για να συσπειρώσει τις μάζες των προλετάριων ενάντια στα ελέω θεού προνόμια των ευγενών. Τώρα οι αστοί θέλουν να τεκμηριώσουν φιλοσοφικά ότι δεν είναι ίσα όλα τα δάχτυλα (είτε λέγονται φυλές, είτε τάξεις) και να εδραιώσει την κυριαρχία της.

Η αφηρημένη ισότητα παραμένει ωστόσο κατεξοχήν αστική έννοια. Ας θυμηθούμε το πρόγραμμα της γκότα κι αυτά που λέει για την κοινωνία του μέλλοντος που κληρονομεί το τυπικά ίσο αστικό δίκαιο. Που στην ουσία του είναι άνισο, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι κι η ισότητα υπάρχει διαλεκτικά μες στη διαφορά τους.

Αυτό μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό με το παράδειγμα μιας πολυκατοικίας και της κεντρικής θέρμανσης που παραπέμπει στον κεντρικό σχεδιασμό. Κάθε σπίτι έχει άλλες αντοχές, άλλες ανάγκες κι οι ένοικοί του λείπουν διαφορετικές ώρες για τις δουλειές τους. Η κεντρική διαχείριση γίνεται στη βάση της σχετικής σπάνης, με το σκεπτικό να φτάσει για όλους. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι σπάταλη κι αναποτελεσματική, γιατί κρατά το τυπικά ίσο αστικό δίκαιο που τους βάζει όλους στο ίδιο καλούπι. Αλλά είναι δίκαια και σοσιαλιστική με βάση τους περιορισμούς που υπάρχουν.

Το κλειδί για να υπερβούμε αυτή την κατάσταση δεν είναι η αυτόνομη θέρμανση κι η αυτοδιαχείριση, γιατί έτσι θα έχουν θέρμανση μόνο τα ρετιρέ και τα ισόγεια θα καίνε σκουπίδια για να ζεσταθούνε. Το κλειδί είναι να αναπτύξουμε τα μέσα παραγωγής και να έχουμε φυσικό αέριο κι άφθονη ενέργεια για όλα τα σπίτια, ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Παρένθεση. Μία από τις πιο ιντριγκαδόρικες, αντιδιαλεκτικές απορίες της παγκόσμιας ιστορίας είναι τι θα γινόταν αν η σοβιετία προλάβαινε εγκαίρως να αναπτύξει υποδομές για να αξιοποιήσει το φυσικό της αέριο και να ξεπεράσει βασικά, οικονομικά της προβλήματα. Υπάρχει όμως το παράδειγμα της βελούδινης μετάλλαξης της κίνας που δείχνει ότι το κλειδί των εξελίξεων βρισκόταν στην πολιτική. Κι αυτό το ‘χαμε χάσει προ πολλού. Ή τουλάχιστον είχαμε τζαναμπέτηδες κλειδαράδες.
Κλείνει η παρένθεση.

Επί των ημερών της η περεστρόικα είχε εξαπολύσει ιδεολογική επίθεση εναντίον της εισοδηματικής εξίσωσης με προμετωπίδα τον μαρξισμό και την κριτική του στην αφηρημένη αστική ισότητα, για να δώσει ηθική νομιμοποίηση στα υλικά προνόμια της εκκολαπτόμενης αστικής τάξης. Αλλά αν υπάρχει ένας εξισωτισμός που μπορεί να βρει κανείς στους κλασικούς είναι στα διδάγματα από την παρισινή κομμούνα, για όσους κατέχουν κρατικά πόστα και το μέσο μισθό ενός εργάτη με τον οποίο πρέπει να αμείβονται.

Η διαφοροποίηση στους μισθούς είναι μεγάλο ζήτημα. Η πρώτη και βασική δυσκολία είναι να ορίσεις το μέγεθός της. Ο καθένας μπορεί να πάρει πχ μια πηγή σαν τη νομενκλατούρα του βοσλένσκυ και να προσθέσει όποιο νούμερο θέλει, όπως περίπου γίνεται με τα θύματα του συντρόφου με το μουστάκι. Η δημιουργική στατιστική περί σοβιετίας αφήνει με διαφορά πίσω της τα διαβόητα greek statistics για την οικονομία.

Ο άβερελ λέει ότι στα αχτίφ του κόμματος τους έλεγαν 4 προς 1, αλλά στην πραγματικότητα ο λόγος της διαφοράς ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ο σκληρός διαλεκτικός λέει ότι ο μισθός του ανθρακωρύχου στη σοβιετία ήταν μεγαλύτερος από αυτόν του μπρέζνιεφ. Ο λεονίντ όμως είχε άλλα έμμεσα προνόμια λόγω θέσης. Κι υπάρχει και το γνωστό ανέκδοτο με τη μητέρα του που τον επισκέπτεται στη μόσχα, βλέπει όλη την χλιδή που τον περιβάλλει, το ρωτάει αν όλα αυτά είναι δικά του και του λέει: πρόσεχε γιόκα μου, μην έρθουν οι κομμουνιστές και στα πάρουν.
Παρεμπιπτόντως, σαν σήμερα είναι και τα γενέθλια του λεονίντ. Ζωή σε λόγου μας.

Κι ο μαρξισμός λέει ότι τα διαφορετικά εισοδήματα συμβάλλουν σε μια άλφα διαστρωμάτωση, αλλά δε συνιστούν από μόνα τους ταξική διαφοροποίηση. Οι υψηλόμισθοι μπορούν να καταναλώσουν μέχρι σκασμού που λέει ο λόγος, αλλά αυτό δεν είναι εξαγωγή υπεραξίας και ταξική εκμετάλλευση. Παρόλα αυτά το χρήμα που συσσωρεύεται αρχίζει να ψάχνει διέξοδο για να κινηθεί και να γίνει κεφάλαιο.

Το βασικό ερώτημα είναι γιατί οι κομμουνιστές, τα μέλη του μηχανισμού και τα ανώτερα στελέχη να μην παίρνουν λιγότερα από τους άλλους, για να δώσουν το καλό παράδειγμα της ανιδιοτέλειας. Στη βάση της κομμουνιστικής τους συνείδησης, της αναγκαιότητας να γίνουν κάποια πράγματα –ότι είναι ελεύθεροι να παίρνουν μικρότερους μισθούς, να αυξάνουν τις νόρμες, κτλ. Θεωρητικά δηλ ό,τι γίνεται τώρα και στις επιχειρήσεις του κόμματος.

Μα αυτό ακριβώς γινόταν, λέει ο σκληρός διαλεκτικός. Και δεν ήταν μόνο ο μπρέζνιεφ κι ο ανθρακωρύχος, λέει ο σοβιετικός κυριούλης, αλλά κι ο δάσκαλος που έπαιρνε το μισό μισθό ενός οδηγού λεωφορείων. Ψάξε βρες άκρη.

Αυτό το παραπάνω είναι μια προέκταση της λογικής περί ισότητας στην οργάνωση, που λέει ισότητα στα δικαιώματα, αλλά περισσότερα καθήκοντα κι υποχρεώσεις για τα στελέχη. Ένα ζητούμενο που εκπληρώνουν υποδειγματικά πολλοί σφοι, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις παραμένει ζητούμενο. Για αυτό ακριβώς υπάρχει το καταστατικό. Για να προστατεύει τα μέλη από την κομματική γραφειοκρατία –κι όχι το αντίθετο. Αυτό το τελευταίο είναι γνωστό τσιτάτο, αλλά κολλάει το μυαλό μου και δε μπορώ να θυμηθώ αν το είπε ο βλαδίμηρος ή ο λέων.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που θέλουν την οργάνωση χωρίς καταστατικό, ως εικόνα από την κοινωνία του μέλλοντος. Αλλά αυτό που καταφέρνουν συνήθως είναι να έχουν οργάνωση χωρίς οργάνωση και να αναπαράγουν όλες τις βρωμιές του παρελθόντος.

Πέρα από την ισότητα, επιθέσεις γίνονται και με τις άλλες δύο κατηγορίες από το γνωστό τρίπτυχο. Πχ με τις αδελφές λαϊκές δημοκρατίες και τις αδελφωμένες τάξεις που προχωράν αδελφωμένες και σφιχταγκαλιασμένες στο παλλαϊκό κράτος (άλλο αν η ταξική πάλη συνεχώς οξύνεται). Και για τις αμφιφυλόφιλες κοινωνίες, με τα πολλά αστικά κατάλοιπα και τον διττό, μεταβατικό χαρακτήρα με τάσεις παλινόρθωσης.

Ακόμα πιο συνήθεις είναι οι κριτικές για την ελευθερία, που για τους αστούς είναι συνυφασμένη με την ατομική ιδιοκτησία και την αστική δημοκρατία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την ελευθερία του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη και να καρπώνεται την υπεραξία. Ή με άλλα λόγια την συνείδηση της αναγκαιότητας να το κάνει αυτό, αλλιώς παύει να υφίσταται ως τέτοιο (που συμπυκνώνεται και στις γνωστές τέσσερις ελευθερίες της εε).

Κι εμείς από την πλευρά μας έχουμε συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα να απαλλοτριώσουμε τους απαλλοτριωτές, αν θέλουμε να κατακτήσουμε πραγματικά την ελευθερία, να εξαλείψουμε τον υλικό καταναγκασμό και να κάνουμε την εργασία ένα δημιουργικό παιχνίδι που αναπτύσσει ολόπλευρα την προσωπικότητα. Να λυτρώσουμε τη ζωντανή από την εξουσία της νεκρής εργασίας, την ανθρώπινη δραστηριότητα από την κυριαρχία των πραγμάτων και τον φετιχισμό του εμπορεύματος.

http://www.youtube.com/watch?v=b2vkEZAifNk

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Το κυριλλικό αλφάβητο του μαρξισμού

Ή αλλιώς μια εκδήλωση με τον κύριλλο

Στην εκδήλωση πήγαμε, έχοντας κατά νου ότι θα μιλήσει κι αυτός για παρόμοιο θέμα με το σκολαρίκο, τη συκοφάντηση του σοσιαλισμού, αλλά σε πιο γενική κλίμακα. Φτάνοντας στη νομική είδα την αφίσα μας με το βλαδίμηρο, το σύντροφο με το μουστάκι και το ακριβές θέμα που ήταν για την κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού. Έμφαση κι εκλαΐκευση μαζί, στο ίδιο μήκος κύματος πχ με την καταλήστευση των αποθεματικών και την καρακατα-εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.
Δεν είχε καθόλου άδικο όμως, αν σκεφτεί κανείς την αφορμή της εκδήλωσης, που ήταν η συνεργασία του απθ με το γκέτε για τα 20χρονα της ενοποίησης (βλ. προσάρτησης) των δύο γερμανιών, με την χολή τους να στάζ(ε)ι για το σοσιαλισμό της ddr.

Περιμένοντας στο φουαγιέ είδα μερικές ενδιαφέρουσες καταγγελίες του μας (με κεφαλαία) για τη στοίχιση των συνοδοιπόρων και λοιπών ριζοσπαστικών δυνάμεων με την απόφαση της συγκλήτου ενάντια στο νόμο-πλαίσιο, που είχε πολύ φτωχό σκεπτικό κι άφηνε απ’ έξω μια σειρά ζητήματα. Αλλά έχω χάσει την επαφή με τα πράγματα, για να μπορώ να τα κρίνω, να τα ελέγξω και να γράψω κάτι ολοκληρωμένο σχετικά.

Η επιλογή του χώρου ήταν κακή, αν και μάλλον αναγκαστική. Δεν πήραμε κάποιο από τα δύο μεγάλα αμφιθέατρα και παστωθήκαμε σε μια αίθουσα στον τρίτο που γέμισε ασφυκτικά. Κάποιοι σφοι στάθηκαν όρθιοι με την πλάτη στον τοίχο, σα να περίμεναν το εκτελεστικό κι εγώ έπιασα θέση δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο, όπου με έπιασε ο ίλιγγος της επιτυχίας κι αν δεν ήταν οι σύντροφοι τριγύρω θα σκεφτόμουν συνειρμικά την εκπαραθύρωση στα κτίρια της ασφάλειας.
Στην αίθουσα δέσποζε ένα πανό με στίχους του χικμέτ που έλεγε, ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, το ψωμί κι η λευτεριά του κόσμου.

Τον κύριλλο τον μάτιασαν οι υψηλές προσδοκίες και δε μπορώ να πω ότι μας ενθουσίασε αυτή τη φορά. Επέλεξε τρεις από τους πλέον διαδεδομένους αστικούς μύθους για να τους αναιρέσει και δόμησε γύρω από αυτούς την ομιλία του.

Ο πρώτος ήταν ο αστικός μύθος ότι τα καθεστώτα αυτά ήταν ανελεύθερα και γι’ αυτό ακριβώς κατέρρευσαν. Που αν πήγαινε έτσι ο καπιταλισμός θα έπρεπε να είχε καταρρεύσει προ πολλού. Είπαμε για το βασίλειο της ελευθερίας, για την παρισινή κομμούνα, όπου υπήρχαν όλα τα πολιτικά ρεύματα κι όχι μόνο μαρξιστές, αλλά στο τέλος ηττήθηκε. Για το σοσιαλισμό που αδυνάτισε (εμείς ευτυχώς δε διατρέχουμε τέτοιο κίνδυνο) (ούτε κι ο κύριλλος απ’ όσο είδα). Και για το δυτικό βερολίνο που δεν ήταν στα σύνορα όπως πολλοί φαντάζονται, αλλά στην καρδιά της ανατολικής γερμανίας (και δη πιο κοντά στα σύνορα με την πολωνία).

Φανταστείτε δηλ να υπήρχε αντίστοιχα ένα ανατολικό μόναχο, ή μια ανατολική βόννη. Ή να έφτιαχναν εδώ κάποιοι δήμοι της θεσσαλονίκης δική τους πόλη.
Φοβερή ιδέα! Αρχίσαμε να τη συζητάμε μεταξύ μας. Φαντάσου μια ανατολική θεσσαλονίκη. Τείχη έχουμε έτοιμα, μια μικρή προέκταση θέλουν μόνο. Αλλά εμείς θα είμαστε οι αριστοκράτες με το ανατόλια κι αυτοί θα έχουν όλη την πλέμπα, το λιμάνι και τη βιομηχανική περιοχή της σίνδου.

Γιατί να μη ζήσουμε κι εμείς την ουτοπία μιας σοσιαλιστικής νησίδας μες στον καπιταλισμό; Να βρούμε ρε παιδί μου, πόσοι νομοί μας αντιστοιχούν και να πάμε να τους πάρουμε. Όπως το έκαναν οι άλλοι με την καπιταλιστική τους νησίδα στο βερολίνο. Τι παραπάνω είχαν δηλ οι δικές τους νησίδες και δούλευαν στην πραγματικότητα; Λεφτά θα μου πεις. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, όταν μιλάμε για την ουτοπία. Εκτός κι αν μιλάμε για την τιμή της, που πήγε στα δέκα ευρώ κι έχει γίνει απλησίαστη.

Μεταξύ άλλων ξεχώρισα και μια πολύ σωστή επισήμανση για τον αστικό τρόπο σκέψης και τον τεχνητό διαχωρισμό που κάνει ανάμεσα σε πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα. Όμως η δημοκρατία κρίνεται πρωτίστως στην παραγωγή. Κι εκεί οι σοβιετικοί πέρα από τις όποιες κατακτήσεις είχαν και τα δικαιώματα που απολάμβαναν, είχαν συμμετοχή και στο κομμάτι της διεύθυνσης μέσα από τις εργατικές κολεκτίβες και τις διαπραγματεύσεις με τα κεντρικά όργανα για τον καταρτισμό του πλάνου.

Πολλοί θεωρούν ως μοναδικό αξιόπιστο κριτήριο δημοκρατίας την αυτοδιεύθυνση. Αλλά οι εργαζόμενοι σε μια παραγωγική μονάδα δε μπορούν να έχουν συνολική εικόνα για όλη την χώρα και τις παραγωγικές της ικανότητες. Δε μπορούν να γνωρίζουν ποιες είναι οι ανάγκες της κοινωνίας και να προσαρμόζουν το σχέδιό τους σε αυτές.

Η αυτοδιαχείριση παραπέμπει μάλλον σε μια καπιταλιστική οικονομία (και στην καλύτερη σε αυταπάτες αλά τίτο) όπου το κέρδος γεννάει την αναρχία στην παραγωγή (κι από εκεί κατευθείαν στο πολιτικό εποικοδόμημα, σκέφτηκα μέσα μου).

Όσο λανθασμένος είναι όμως ο τεχνητός διαχωρισμός πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, άλλο τόσο λάθος είναι να μην αναγνωρίζουμε τη σχετική τους αυτονομία και να τα ταυτίζουμε απόλυτα. Ένα λάθος που πατάει σε μια γενικότερη αντίληψη ταύτισης του εργατικού κράτους στο σοσιαλισμό με την κοινωνία.

Το κράτος παίρνει εξ ονόματος της κοινωνίας τα μέσα παραγωγής στην κατοχή του, αλλά δεν ταυτίζεται πλήρως με αυτήν, γιατί τότε θα εξέλειπε η ανάγκη ύπαρξής του και θα πηγαίναμε κατευθείαν στην κομμουνιστική κοινωνία.
Κατά συνέπεια η κρατικοποίηση είναι τυπική κοινωνικοποίηση που γίνεται ουσιαστική στο βαθμό που αυξάνεται ο κοινωνικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής και της εργασίας.

Με άλλα λόγια δε μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικοποίηση όταν έχουμε δυο τσάπες και πέντε άλογα ως μέσα παραγωγής, αλλά σε έναν συγκεντροποιημένο κλάδο που πατάει στην πληροφορική και την αυτοματοποίηση κι ενοποιεί την παραγωγική αλυσίδα και τη δυνατότητα διεύθυνσής της. Βασίζεται δηλ στους υπολογιστές και στα αυτόματα, ούτε καν στις μηχανές (οι οποίες αντιστοιχούν στο επίπεδο της βιομηχανίας).

Το θέμα της ελευθερίας το πιάνω πιο αναλυτικά σε άλλα κείμενα και δε θα σταθώ πιο πολύ. Περνάμε στο δεύτερο αστικό μύθο που λέει ότι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς αποδείχτηκε πιο αποτελεσματική από την κεντρικά σχεδιαζόμενη σοβιετική οικονομία.

Ο λένιν λέει ότι ο σοσιαλισμός βασίζεται στην ανώτερη παραγωγικότητα και την πρωτοπόρα τεχνική. Κι εδώ μπαίνει το εξής ζήτημα. Ο τρότσκι πατούσε σε αυτό ακριβώς κι υποστήριζε ότι η σοβιετική ένωση δε μπορούσε να οικοδομήσει σοσιαλισμό γιατί η οικονομία της, παρά τα σημαντικά της πλεονεκτήματα, υπολειπόταν σε απόδοση και παραγωγικότητα από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη μας το πολύ χαμηλό σημείο από το οποίο ξεκινούσαν οι καθυστερημένες οικονομίες της ανατολικής ευρώπης που πατούσαν ακόμη με το ένα πόδι στη φεουδαρχία.
Κι είναι κι ένα δεύτερο που είπε κι ο κύριλλος. Η ανωτερότητα του σοσιαλισμού δεν συνίσταται στη μετατροπή αγροτικών οικονομιών σε βιομηχανικές. Αλλά στο ότι επιτεύχθηκε με την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της ατομικής ιδιοκτησίας (να θυμηθώ να φρεσκάρω τον πρεομπραζένσκι και την πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση).

Πολλές φορές όμως η ανωτερότητα κρίνεται σε απόλυτες τιμές και σε πεδία που δεν τα επιλέγουμε εμείς. Και το συγκριτικό πλεονέκτημα του καπιταλισμού είναι ότι μπορεί να ξεζουμίζει την εργατική δύναμη και τις πρώτες ύλες του τρίτου κόσμου για να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα. Και σε ένα δεύτερο επίπεδο ότι αναζητά σχεδόν απεγνωσμένα την καινοτομία γιατί έχει πολύ πιο οξυμένες αντιφάσεις τις οποίες καλείται να υπερβεί. Ενώ ο σοσιαλισμός καλύπτει βασικές ανάγκες κι αναπτύσσεται σχετικά αρμονικά, μες στην αντιφατικότητά του.

Το πράγμα μπλέκεται περισσότερο, αν σκεφτούμε ότι η στροφή στην αγορά μετά το 20ό συνέδριο κι οι μεταρρυθμίσεις κοσύγκιν θεωρητικά αποσκοπούσαν σε αυτό ακριβώς: την άνοδο της παραγωγικότητας και το πέρασμα στην εντατική ανάπτυξη.
Ακόμα κι αυτό όμως είναι μια αφαίρεση. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Ο ίδιος ο κύριλλος μας ανέφερε τα υπολογιστικά συστήματα του γκλουτσκόφ τη δεκαετία του 60' και την προσπάθειά των σοβιετικών να εισάγουν και ποιοτικά κριτήρια στην παραγωγή.

Άφησα τελευταίο το θέμα της εισοδηματικής της εξίσωσης. Μην περιμένετε κάποιον περίπλοκο μαθηματικό τύπο. Είναι εξίσωση εκ της ισότητας (των μισθών) με κριτήριο τον χρόνο εργασίας για όσα αγαθά δεν κατανέμονται βάση των αναγκών αλλά της εργασίας. Κι ο μοναδικός άγνωστος χι που έχουμε είναι αν το κριτήριο του χρόνου επαρκεί από μόνο του για να ορίσουμε την αμοιβή για την εργασία του καθενός (αποφεύγω να πω την αξία, γιατί αυτό θα υπονοούσε ότι η εργασία είναι εμπόρευμα και θα ανοίγαμε έτσι άλλο ζήτημα).

Είναι όμως ίδιοι όλοι οι τύποι της εργασίας; Επ’ αυτού ο κύριλλος έβαλε δύο άξονες.
Πρώτον, ότι η βαριά χειρωνακτική εργασία πρέπει να αμείβεται περισσότερο, γιατί δύο ώρες δικής σου εργασίας, μπορεί να αντιστοιχούν με οκτώ δικές μου.

Ομολογώ πως δεν ξέρω με ποιον τρόπο ακριβώς υπολογίζει κανείς πόσους νευρώνες και μυϊκούς ιστούς καίει κανείς για να εκτελέσει μια εργασία και να τη συγκρίνει με μία άλλη. Θυμάμαι πάντως ότι ο σκληρός διαλεκτικός μας είχε πει ότι στη σοβιετία ο μισθός του μπρέζνιεφ ήταν μικρότερος από αυτόν που έπαιρναν οι ανθρακωρύχοι!
Ο λεονίντ βέβαια, ως αρχηγός κράτους, είχε παράπλευρα οφέλη που δεν αποτυπώνονταν στο εισόδημά του. Αλλά αυτό θα άνοιγε ένα ακόμα μεγαλύτερο θέμα για τη νομενκλατούρα κι από πού προκύπτει το δικό της εισόδημα, το οποίο ίσως το πιάσουμε εν καιρώ.

Δεύτερος άξονας. Η επιστημονική, ειδικευμένη εργασία δεν αμείβεται έξτρα, αλλά με βάση το κριτήριο του χρόνου. Κάποιοι μάλιστα το δικαιολογούν αυτό ως εξής: η κοινωνία έχει ούτως ή άλλως πληρώσει επιπλέον έξοδα για τη δωρεάν μόρφωση των επιστημόνων, ώστε να αποκτήσουν αυτές τις γνώσεις και να της προσφέρουν την εργατική τους δύναμη.
Ξέρω πολλούς που θα διαφωνήσουν με αυτό το σκεπτικό, αλλά εγώ θα διατυπώσω δύο άλλες ενστάσεις.

Η πρώτη έχει να κάνει με τις συνθήκες που συναντά κι αντιμετωπίζει μια σοσιαλιστική εξουσία. Αν έχει έλλειψη από αστικούς ειδικούς –η περίπτωση της ρωσίας το 17- μπορεί να χρειαστεί να τους ακριβοπληρώσει για να τους κρατήσει και να μην της φύγουν στη δυτική θεσσαλονίκη –ή όπου αλλού τέλος πάντων. Αυτό το πρόβλημα είχαν οι μπολσεβίκοι τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Κι ακόμα περισσότερο οι γερμανοί στο ανατολικό βερολίνο, μέχρι που έχτισαν το τείχος κι ησύχασαν κάπως.

Δεύτερη ένασταση. Η επιστημονική εργασία έχει την ιδιότητα να ξεφεύγει από τα χρονικά κριτήρια και καθιστά αναχρονιστικό το νόμο της αξίας που προσπαθεί να την κλείσει στα δικά του καλούπια (πρώτα και κύρια σε αυτό της ατομικής ιδιοκτησίας).

Ας σκεφτούμε πχ το ερευνητικό κομμάτι. Ποιος είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να γίνει μια εφεύρεση, για να βρούμε την αξία της εργασίας του εφευρέτη; Πόσο μάλλον που τα μέλη μιας τέτοιας ομάδας σκέφτονται και δημιουργούν κι εκτός ωραρίου. Και θεωρείται σημαντικό να συναναστρέφονται κι εκτός δουλειάς, για να μαθαίνουν ο ένας τον τρόπο σκέψης του άλλου και να συνεργάζονται καλύτερα κι αποτελεσματικά.

Είναι λοιπόν επαρκές να κρατήσουμε ως καθοριστικό το κριτήριο του χρόνου που φαίνεται να είναι κατάλοιπο του νόμου της αξίας; Και δεν είναι αναντίστοιχο με την κριτική που κάνουμε στην εισαγωγή ποσοτικών κριτηρίων στην παραγωγή;

Τουλάχιστον είναι σημαντικό ότι καταπιανόμαστε με τέτοια ζητήματα. Κι επειδή ο τρίτος άξονας χάθηκε κάπου στις σημειώσεις και το κείμενο άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια, θα κλείσουμε με ένα ταξικό επιμύθιο αλά γκοσινί.
Αυτό που πήραμε από την εκδήλωση ήταν μια φοβερή αφίσα της οργάνωσης με το στρατιώτη που υψώνει τη σημαία στο ράιχσταγκ κι η οποία έχει εξαντληθεί πλέον. Ήταν πραγματικά σπουδαία εκδήλωση.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Ύμνος στην ελευθερία

Ελευθερία για το μαρξισμό είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας. Όταν λέμε πχ ότι ο σύντροφος δεν έχει συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα να γίνει εξόρμηση ριζοσπάστη, πάει να πει ότι δεν έχει καταλάβει πως είναι ελεύθερος να διακινήσει το ρίζο στη σχολή του και στον χώρο δουλειάς του.

Κάθε εξόρμηση είναι ένας μικρός ύμνος στη συνείδηση της αναγκαιότητας. Χαίρε, ω χαίρε στα (είναι τα αρχικά της, μην τη γράφουμε συνέχεια ολόκληρη). Ή όπως θα έλεγε κι ο ποιητής, δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, έχω συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα.

Αν και η πραγματικότητα διαφέρει ελαφρώς. Καμία ελπίδα για το μέλλον, σκέτος φόβος για το παρόν που ζούμε. Κι ακόμα πιο αβέβαιο παρελθόν γιατί οι νικητές ξαναγράφουν την ιστορία και τη φέρνουν στα μέτρα τους.

Έτσι βέβαια, πετώντας τσιτάτα που δεν πολυκαταλαβαίνουμε και δεν ξέρουμε να εξηγήσουμε πολύ καλά, καταλήγουμε σε μια μαρξίζουσα καρικατούρα. Το τσιτάτο αυτό όμως έχει ουσία κι εννοεί ότι η ελευθερία δε μπορεί να είναι μια αφηρημένη απελευθέρωση από κάθε ανάγκη κι υλικό νόμο. Έχει πάντα συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Δεν είμαστε σκλάβοι του νόμου της βαρύτητας, σκλαβωμένοι για πάντα στη γη. Ελευθερία δεν είναι να καταργήσουμε το νόμο της βαρύτητας, αλλά να συνειδητοποιήσουμε τους νόμους της πραγματικότητας και να τους αξιοποιήσουμε για να μπορέσουμε να πετάξουμε.

Ελευθερία δεν είναι να καταργήσουμε το αίσθημα της πείνας, αλλά την πείνα που σκοτώνει τους λαούς του τρίτου κόσμου. Να μπορέσουμε να την κορέσουμε, χωρίς να την φετιχοποιήσουμε και να γίνουμε κοιλιόδουλοι.

Η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα. Δεν είναι η ελευθερία αρβανιτάκη που περίμενε να συγχαρεί τον τζέφρυ επειδή βγήκε ο καμίνης (ου-ου, ου-ου). Δεν είναι κανένα αγριογούρουνο αστικό κι αφηρημένο. Ούτε κάνα αναρχικό γουρούνι που παίζει κλεφτοπόλεμο με τους μπαγουδο και δανείζεται την αστική λογική περί ελευθερίας που δε συμβαδίζει τάχα με την ισότητα.

Είναι η γνωστή, εμβριθής ανάλυση που λέει ότι ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνία με ελευθερία, αλλά χωρίς ισότητα κι ο σοσιαλισμός ακριβώς το αντίθετο. Ποια ακριβώς είναι όμως η ελευθερία στον καπιταλισμό; Η αφηρημένη ελευθερία να είμαστε όλοι ίσοι. Να κοιμόμαστε όλοι κάτω από τον ίδιο έναστρο ουρανό, άλλος στο κρεβάτι του κι άλλος κάτω από μια γέφυρα.

Τυπικά όλοι είναι ελεύθεροι να κάνουν κάτι. Πόσοι έχουν όμως την πραγματικά τη δυνατότητα να το κάνουν; Αυτό μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό με τον διαχωρισμό που κάνει ο έριχ φρομ μεταξύ των εννοιών ελευθερία από κι ελευθερία για να.

Ο καπιταλισμός καταργεί τα δεσμά του δουλοπάροικου στη φεουδαρχία κι όσα άλλα συνδέονται με αυτήν στο πολιτικό εποικοδόμημα. Ο προλετάριος είναι ελεύθερος να πεθάνει της πείνας αν δεν πουλήσει την εργατική του δύναμη. Ή στην καλύτερη να αποκτήσει κεφάλαιο και να εκβιάζει αυτός άλλους προλετάριους για να τους εκμεταλλεύεται.

Είμαστε τυπικά ελεύθεροι να εκφέρουμε μια γνώμη, που μας διαμορφώνουν ανελεύθερα και την χειραγωγούν. Είμαστε ελεύθεροι να εκφέρουμε δημόσια τη δική μας, αρκεί να μη θελήσουμε να την κάνουμε πράξη, ή να πείσουμε τους συναδέλφους μας για αυτήν

Είμαστε ελεύθεροι να αγοράσουμε τα πάντα και βασικά να τα κοιτάμε απ’ έξω, πίσω από τη βιτρίνα, όπως το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Δε θέλουμε ισοπέδωση κι έλλειψη επιλογών στο τι θα φορέσουμε. Έχουμε ελευθερία. Καταλήγουμε έτσι ελεύθεροι και πανομοιότυποι, ευτυχισμένοι καταναλωτές, βγαλμένοι όλοι από το ίδιο καλούπι. Ναι, αλλά ήταν επιλογή μας.

Ακόμη κι αυτό το ελευθερία από είναι πολύ σχετικό, τη στιγμή που η καπιταλιστική βαρβαρότητα μας επιστρέφει στο μεσαίωνα. Κι όχι μόνο στον χώρο δουλειάς, όπου το επόμενο βήμα θα είναι να γίνουμε δουλοπάροικοι, ή στη λογοκρισία και στα πολιτικά δικαιώματα. Αλλά και σε πιο απλά πράγματα, όπως ο έρωτας.

Τι πάει να πει ελεύθερος έρωτας; ρωτούσε ο σύντροφος με το μουσάκι. Απαλλαγμένος από τι ακριβώς; Από την οικονομική αναγκαιότητα πχ; Κανείς δε θα διαφωνήσει, αλλά είναι πράγματι έτσι; Μπορούν σήμερα τα ζευγάρια να ανοίξουν σπίτι και οικογένεια, αν το θελήσουν;

Η αστική αντίληψη μπερδεύει το δεσμό με τα δεσμά κι ο αστικός τρόπος ζωής τα διαλύει αμφότερα για να στήσει άλλα [δεσμά], καινούρια κι αδιόρατα. Η ευθυνοφοβία για μια σταθερή σχέση κι η ανασφάλεια δεν είναι ελευθερία. Είναι ελευθερία από τον άλλον, ο οποίος νοείται ως εμπόδιο που την περιορίζει. Για τους αστούς η ελευθερία μας τελειώνει (αντί να διευρύνεται) εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η κόλασή μας είναι οι άλλοι, όπως έλεγε κι ο σαρτρ.

Υγ: Η κε του μπλοκ κινείται εκτός επικαιρότητας με ορατό τον κίνδυνο να βρεθεί εκτός τόπου και χρόνου. Το κείμενο αυτό έπρεπε να μπει σήμερα, μιας που γιορτάζει και το όνομα. Αλλά από τη στιγμή που τόσοι εργαζόμενοι έσπασαν τις αλυσίδες τους και βρέθηκαν στους δρόμους, αποκτά κι ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης.

Έχει και δεύτερο μέρος. Προσεχώς στις οθόνες σας..

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Νοσταλγός της κομσομόλ

Μετά τα μπουζούκια, ο κομάντο χρειαζόταν ένα άλλοθι, μια ταχεία επάνοδο κι ένα μεταβατικό πρόγραμμα εκπολιτιστικής επανάστασης με συναυλίες. Σαν αυτή του γιοκαρίνη και του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Οι έξοδοι βέβαια έχουν έξοδα κι εμείς ως εξοδούχοι παθαίνουμε εμπλοκή και μας πάει αίμα. Αλλά η τιμή ήταν φιλολαϊκή, δέκα ευρώ είσοδο με ποτό, χωρίς έκπτωση όμως για αυτούς που δεν πίνουν, καλή ώρα.

Το κέντρο που πήγαμε ήταν κάπου στη δυτική είσοδο της πόλης, κοντά στο Μύλο της μεταμοντέρνας εποχής που όλα τα αλέθει, όλα τα μαχαιρώνει και βάζει μυαλά στο μίξερ. Μια περιοχή γεμάτη ελληνάδικα, κωλάδικα, κι άλλα –άδικα, όπου πηγαίνει ο κόσμος για να ξεχάσει την αδικία που τον πνίγει κάθε μέρα.

Μου ‘πανε μη μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες
Μα έτσι και δε δούλευα, θα τρώγαμε παπάδες



Κι έτσι βγήκε [ο γιοκαρίνης] στην εκπομπή της γερμανού, που ‘χε αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, να πει την ευλαμπία. Κι αν κάποιοι βρίσκουν τη δεκαετία αυτή κιτς, εγώ τη λέω καλτ και θεωρώ κιτς την μεταμοντέρνα ενσωμάτωσή της στο σήμερα, ένα κομμάτι κρέας και νοσταλγία, στοιβαγμένο πλάι σε άλλα εμπορεύματα. Καθένας με τα κακογούστα του.

Θα μου πεις όμως κι εγώ που έχω κόλλημα με το ρετρό, αν ζούσα τότε θα μου έβγαινε το αντιδραστικό και πολλά απ’ αυτά που μου αρέσουν τώρα θα τα απέρριπτα. Αυτό ήταν το ωραίο όμως. Ότι τότε είχε πολλά, ωραία πράγματα και σε έπαιρνε να έχεις αυστηρό κριτήριο και μερικά να τα απορρίπτεις.

Έξω απ’ το μαγαζί παρκαρισμένα αμάξια, ένα σωρό ακριβές μάρκες που δεν ξεχώριζα. Μόνο τα λάντα μπορώ να ξεχωρίσω. Που μιλάνε στην τσέπη, το ταξικό σου κριτήριο, σε όλες σου τις αισθήσεις γενικώς. Ακόμη κι εξ ακοής τα καταλαβαίνεις, όταν μουγκρίζουν γλυκά στην ανηφόρα. Ντε, βρε.
Εμπρός λοιπόν, καλό μου λάντα!

Μπορώ επίσης να ξεχωρίζω τα χρώματα και στα όρια του αυτισμού να απομνημονεύω αριθμούς πινακίδων κυκλοφορίας. Το παλιό μας λάντα το πήραμε το 89’ κι η πινακίδα του ξεκινούσε από ΝΑΥ. Κι αν το είχαμε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα θα είχαμε πινακίδα ΝΑΡ και θα ήταν ο απόλυτος σημειολογικός σουρεαλισμός. Ενώ αν ήμασταν στην κατερίνη θα είχαμε πετύχει το ΚΝΕ. Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν..

Τώρα το λάντα μας σαπίζει σα σοβιετία στο χρονοντούλαπο της πυλωτής μας, μαζί με κάτι παλιές εφημερίδες. Κι ο άβερελ πήρε ένα όπελ (μετράει τα) άστρα, με πινακίδα που αρχίζει από ΝΕΚ και κάνει τους συνειρμούς αναπόφευκτους σαν το θάνατο.

Μόνο στο στρατό, όπου είναι τώρα ο κάσπερ, χρειάζεται να ξέρεις τι αμάξι περνάει κάθε φορά. Είτε για να παίζεις με τα όρια του αυτισμού και να μετράς τα όπελ άστρα μέχρι να περάσει η ώρα να τελειώσει η σκοπιά. Είτε για να δεις μην τυχόν περνάει ο ταξίαρχος και δεν χαιρετήσεις την εξουσία. Χαιρετίσματα λοιπόν..

Σκληρός χειμώνας, το στρατόπεδο κοινό,
ώρες ολόκληρες κλεισμένος στο κενό
στις αγγαρείες, στις σκοπιές, στα σούρτα-φέρτα,
όμως εκείνος ονειρεύονταν κονσέρτα


Ο κομάντο, που ήρθε με την καλή του, ξυρίστηκε, κουρεύτηκε, έβαλε και κάτι πουλόβερ.
Πώς περάσαν τα χρόνια, τι είναι αυτά που φορώ..
Κι η γυναίκα του καίσαρα που δεν αρκεί να είναι, αλλά να φαίνεται κι ατημέλητη, ήρθε με σπορ ντύσιμο και σταράκια που τα πατούσε ο κομάντο, για να μοιάζουν πιο βρώμικα.
Αυτός ανέβαινε ασθμαίνοντας απ’ τις σκάλες κι αυτή κατέβαινε με το ασανσέρ. Αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν κάπου στη μέση.

-Κοίτα στο μπαρ, μου λέει ο κομάντο. Ο γιοκαρίνης! Κι εγώ άκουσα ένας ναρίτης κι έψαχνα να βρω ποιον μου έδειχνε.
Οι αντιθέσεις τραβούσαν σα μαγνήτης το μεταλλικό μου βλέμμα. Στεκόμουνα ακίνητος σαν ατσάλινο τείχος, σοβιετικός γίγαντας με πήλινα πόδια, βιδωμένα στο πάτωμα. Κι η καλή του κομάντο με τραβούσε απ’ το χέρι να χορέψω μαζί τους.

Μα γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο στη μπρεζνιεφική μου στασιμότητα; Νιώσε τον ίλιγγο της ακινησίας να χτυπά στα μηνίγγια σου κι έλα να συνυπάρξουμε ειρηνικά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος του μαγαζιού μυστήριος. Γκαρσόνια δαπιτόφατσες, ένα ζευγάρι που έσκασε είκοσι ευρώ, έκατσε ένα λεπτό κι έφυγε –τόσο τους πήρε για να νιώσουν παράταιροι. Εξάλλου, λεφτά υπάρχουν (για ξόδεμα). Και μια σκυλομούρα που σου ανέτρεπε όλες τις θεωρίες για το επίκτητο και σε έκανε να αναρωτιέσαι: σκυλάς γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ποια είναι η απάντηση;
Γαβ-γαβ, που θα ‘λεγε κι ο ιντεφίξ. Πανέξυπνο σκυλάκι.

Το μαγαζί αυτό πάντως είχε χτιστεί για κλαμπ, (σχεδόν) γεννήθηκε τέτοιο. Πώς να αλλάξει χαρακτήρα τώρα στα γεράματα; Να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι και να αρχίσει να φιλοξενεί συναυλίες; Κι ο λάκης που τα παίρνει στο κρανίο με τα φωτορυθμικά, από τον καιρό της ντίσκο ακόμα, είχε ξενερώσει άγρια και τους πήρε ψιλό γαζί.

Βάλε μου λίγο πράσινο, να μοιάζω ζηλιάρης.
Τώρα λίγο κίτρινο να μοιάζω αρρωστιάρης.
(Ή σκέτο άρης, είπα μέσα μου).
Βάλε μου και λίγο κόκκινο, να μοιάζω καβλιάρης. (Τρία κάπα κι ένα ε, είπα μέσα μου). Και μετά μας ρωτούσε αν είναι και του είπαμε πως ναι και ότι το σωστό είναι γκαβλιάρης, με γάμα στην αρχή για να βγάζει συναίσθημα.

Και στον αέρα πάνω ντίσκο μουσική
Σταλμένη πάντα απ’ την αμερική.


Μετά όμως έμαθε ότι το μαγαζί είναι καινούριο κι ότι τους έκαναν ποδαρικό κι είπε δυο καλά λόγια γι’ αυτούς και να ξανάρθουμε (ναι, πως..). Και μετά τα πήρε με έναν που βιντεοσκοπούσε τη συναυλία και ο κομάντο ενθουσιάστηκε: άμα δεν είναι στο ίντερνετ δεν υπάρχει. Κι ο άλλος απάντησε ότι δε θα το δείξει πουθενά, απλώς την γράφει για τον εαυτό του, ενώ ο κομάντο φώναζε, ούτε για τον εαυτό του το κάνει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι τον λάκη τον έκοφτε για τα δικαιώματα και τότε φώναξα μέσα μου: όχι, μην το κάνεις, καταστρέφεις τις αυταπάτες του κομάντο.

Ο οποίος ξετρελάθηκε και με τον γιόκα γιατί έπαιξε σιδηρόπουλο, αν ήσουν φίλος. Κι άρχισε να μου λέει για τον πρίγκηπα της ροκ, ενώ εγώ του έλεγα για το βασίλειο της ελευθερίας που δε θα χωράει κανείς βασιλιάς και πρίγκηπας. Μικρός θεούλης ο γιοκαρίνης, αλλά όπως είπε κι ο λάκης: τι να κάνουμε; Γεννήθηκε με μαλλάκια. Κανείς δεν είναι τέλειος.

Τέλειωσε η συναυλία και βγήκαμε έξω για καθαρό αέρα. Εγώ ποδαράτα, τη μεγάλη πορεία προς ανατολάς κι ο κομάντο με την καλή του για ταξί (ο πατσάς ήταν εκτός ημερήσιας διάταξης).

Στο άγνωστο ο κουρσάρος
Με καράβι την ελπίδα
Παντιέρα, ρόσα τριομφερά.


Αλλά η ζωή μας μένει άχαρη, τσίχλα δίχως ζάχαρη.
Κι άντε να βρεις σημεία επαφής με όλο αυτόν τον κόσμο και να τους κάνεις συντρόφους σου. Που όταν τους βλέπεις, μαζεύεσαι με περιφρόνηση και απλώς ζεις ανάμεσά τους.

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Απλά μαθήματα παγκόσμιας ιστορίας

Το θέμα που πήγαμε να παρακολουθήσουμε ήταν για τη συκοφάντηση της σοβιετίας στα σχολικά βιβλία και πιο ειδικά για το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Έχοντας κατά νου τη γεύση που μου άφησε η προηγούμενη εκδήλωση για το δεκέμβρη, μπήκα στο αμφιθέατρο με τη σκέψη ότι η συκοφαντία μπορεί να προκύψει κάλλιστα στη βάση του εξωραϊσμού και της υπεράσπισης. Που με τη σειρά της μπορεί να πατάει στην άγνοια και τις καλές προθέσεις που στρώνουν το δρόμο για την κόλαση. Που για εμάς, τους υπαρξιστές θιασώτες του πάλαι ποτέ υπαρκτού, είναι οι άλλοι (σοσιαλισμοί και γενικώς).

Δε μπορείς να αρνηθείς κάποια δυσάρεστα γεγονότα. Όχι σύντροφε, έγιναν και πρέπει να δεις το γιατί. Δεν απαρνούμαστε την κληρονομιά μας.
Αλλιώς δεν τον εξοπλίζεις και τον αφήνεις ανυπεράσπιστο, όμηρο μες στην πραγματικότητα. Μόλις την ανακαλύψει, κλονίζεται κι απ’ τη ρωγμή βρίσκουν κι εισχωρούν τα κλισέ της αστικής προπαγάνδας. Κι αυτός είναι έτοιμος να πιστέψει οτιδήποτε, ακόμα και το κατύν, γιατί μας έχει ικανούς για όλα.

Που ακόμα κι έτσι να 'ταν πρέπει να ψάξει να καταλάβει το γιατί. Αν και δεν το κάναμε εμείς τελικά. Ένα επιπλέον που μάθαμε στην εκδήλωση ήταν η χρονική συγκυρία στην οποία αποκαλύφτηκε η ιστορία με το κατύν. Απρίλης του 43’ κι ενώ έχει ξεκινήσει η επέλαση των σοβιετικών και γινόταν φανερό ότι ο κόκκινος στρατός θα μπει στην πολωνία και θα την απελευθερώσει από τη μπότα του φασισμού. Οι ναζί χρειάζονται κάτι που θα στρέψει τους πολωνούς εναντίον των μπολσεβίκων και θα τους φέρει με το μέρος τους. Και τότε είναι που προκύπτει η υπόθεση κατύν.

Το πότε επανέρχεται στο προσκήνιο είναι εξίσου αποκαλυπτικό. Ενώ το 49’ οι τάιμς της νέας υόρκης αρθρογραφούν σχετικά με το θέμα θεωρώντας το ναζιστική προπαγάνδα, λίγα χρόνια αργότερα στο απόγειο του μακαρθισμού, αλλάζουν τα δεδομένα κι υιοθετείται η εκδοχή του γκέμπελς. Πολύ αργότερα στα πολωνά ορφανά προστέθηκε κι ο γνωστός –και μη εξαιρετέος- ζμπίγκνιου μπρζεζίνσκι, που έχασε λέει τους γονείς του από τα χέρια σταλινικών.

Στη σοβιετία όλα αυτά αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος στα χρόνια του επάρατου γκόρμπι και χρησίμευσαν ως επιχειρήματα στον γέλτσιν στη δίκη των κομμουνιστών για να βγάλει το κουκουσέ εκτός νόμου στη ρωσία (απόφαση που ο ίδιος είχε πάρει ενώ εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα τυπικά η σοβιετική ένωση).

Αυτά τα αμφιθέατρα με την αρχιτεκτονική της παλιάς σχολής, στα οποία μεγαλούργησαν στα χρόνια τους ο τρόμπας κι ο σπαρίλας, είναι άκρως νοσταλγικά κι έχουν ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα: η έδρα βρίσκεται πιο χαμηλά από ό,τι οι υπόλοιπες σειρές καθισμάτων κι ο εισηγητής δεν κοιτάει το κοινό του αφ’ υψηλού κάνοντας κήρυγμα καθ’ έδρας, αλλά από μειονεκτική θέση. Οι έσχατοι έσονται πρώτοι και η βάση υπερυψωμένο εποικοδόμημα.

Θα γίνω λίγο κάφρος στα όρια του κουτσομπόλη, αλλά το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς στο σκολαρίκο είναι ότι μιλάει σα να έχει πετραδάκια στο στόμα του κι έχει την ίδια προφορά που ‘χε ο αρχαίος δημοσθένης. Είναι εντελώς γελοίο, το ξέρω, κι εγώ ακόμα περισσότερο, αλλά είναι αδύνατο να μην το προσέξεις. Όταν είπε μάλιστα για τα τάγματα του γάλλη, θυμήθηκα το γιο του τον γεώγιο και πώς μιλούσε κι ένιωθα την ειρωνεία να μας σκεπάζει σα σύννεφο. Κι όταν ήρθε η ώρα των ερωτήσεων το μόνο που ήθελα ήταν να σηκώσω το χέρι και να του ζητήσω να απελευθερώσει το ρότζερ και το μπράιαν. Και δε θέλω ου.

Θα κάνω ένα ποτ πουρί από προεκτάσεις-συνειρμούς-σημειώσεις με παυλίτσες και βούλες, από όσα ακούσαμε για να πιάσουμε, όσο γίνεται περισσότερα. Ο σκολαρίκος μας είπε διάφορα –γνωστά ή λιγότερο- πράγματα. Για τη λδ βουλγαρίας που δεν είχε μονοκομματικό σύστημα. Για τον κέινς που αμέσως μετά τη συνθήκη των βερσαλιών, είπε προφητικά ότι σε είκοσι χρόνια θα ξανάχουμε πόλεμο για το ξαναμοίρασμα του κόσμου -κατά την κεϊνσιανή αναδιανομή εισοδήματος. Για τον κόλπο των χοίρων, όπου οι εισβολείς δεν αποκρούστηκαν από τακτικό στρατό, αλλά από ένοπλους χωρικούς.

Για τους υπεύθυνους του εμφυλίου, που κάποιοι πάνε να τους περιορίσουν στην κακιά δεξιά. Ή αλλιώς στην άκρα μισαλλόδοξη δεξιά, όπως έλεγε και στον άνθρωπο με το γαρίφαλο, που έδειχνε τον πλαστήρα θύμα των αμερικάνων κι έκανε αβάντα στις δυνάμεις της αλλαγής. Αλλά κατά τα άλλα ήταν σπουδαία ταινία.

Ή για την ταινία του εαμοβούλγαρη και τη θρυλική ατάκα του βέγγου, έλληνας να σκοτώνει έλληνα. Ενώ αν σκοτώνει γερμανό είναι νορμάλ. Πώς πας και σκοτώνεις το διπλανό σου που τον ξέρεις; Κι αν σκοτώσουμε τον γερμανό, με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια. Καθαρίζουμε την υπόληψή μας, παίρνουμε το μετοχικό του κεφάλαιο κι έχεις κι έναν καπιταλιστή λιγότερο.

Είπαμε και για τον ισπανικό εμφύλιο και τη βοήθεια της κομιντέρν που ίδρυσε τις ερυθρές ταξιαρχίες… Στο καπάκι το διόρθωσε βέβαια, αλλά γλώσσα λανθάνουσα κι είναι να μη σου μπει η ιδέα. Έχει γούστο… Και τις μουσικές μήπως;

Για την εξομοίωση του σοσιαλισμού με το φασισμό με το κριτήριο του αστικού κοινοβουλίου -που ανάμεσα σε άλλα έχει αναδείξει «δημοκρατικά» τον χίτλερ και τον μεταξά. Οι αστοί είδαν ότι πρέπει να καταργήσουν πραξικοπηματικά τον κοινοβουλευτισμό, πριν το κάνουμε εμείς με επαναστατικό τρόπο. Κάτι αντίστοιχο αλλά από την ανάποδη λένε πολλοί σήμερα για την παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ.

Για τις γενιές που είχαν ζήσει από πρώτο χέρι τι εστί φασισμός, αλλά σιγά-σιγά εκλείπουν. Αν κι ο ρίζος γράφει ότι μες στο σ/κ έχει συνέδριο πεαεα-δσε και τα παραρτήματα εξέλεξαν 300 αντιπροσώπους. Αστείρευτη γενιά από κάθε άποψη. Εκτός κι αν μετράν και τους απογόνους.

Η κουβέντα πήγε στη σοβιετία και τον ιμπεριαλισμό, με αφορμή μια αφίσα, ντεμέκ ριζοσπαστική, που έλεγε ότι κι ο αλέξανδρος ήταν ιμπεριαλιστής κι είπαμε γιατί δε στέκει ο όρος και πώς τον εννοούσε ο λένιν. -Κι αυτοί που λένε ότι η σοβιετία ήταν ιμπεριαλιστική; Όσο ιμπεριαλιστής ήταν κι ο αλέξανδρος.. Πλάκα-πλάκα αυτό το όνομα έχει σημαδέψει τον τόπο μας, σε όλες τις εποχές. Αλέκα και σοβιετία όμως μόνο εμείς έχουμε. Πάω να βρω τώρα τη γοργόνα, να δω τι απέγιναν κι αν ζούνε ακόμα.

Πιάσαμε και τη μπεστ σέλερ ιστορία με τα χαρτάκια. Είναι ψέμα ότι ο κόσμος μοιράστηκε στη γιάλτα. Μα φυσικά. Αφού τα χαρτάκια ήταν στη μόσχα, τρεις μήνες νωρίτερα. Κι όπως πάνε με την πλαστογράφηση της ιστορίας, που οι νικητές τη γράφουν από την αρχή, δεν αποκλείεται να τα εμφανίσουν κάποια μέρα από το πουθενά, σα χαμένο ντοκουμέντο που ξαναβρέθηκε. Σαν την ασπίδα της αρβέρνης, του βερσινζετορίξ, που κανείς δεν ήξερε τι απέγινε και τελικά την είχε πάρει ο μαζεστίξ μετά τη μάχη στην αλεζία, που είναι κάτι σαν το δικό μας 89’. Αλεζία; Ποια αλεζία; Τι τη θέλετε τέλος πάντων αυτή την αλεζία;

Κι ίσως τελικά να είναι κρυμμένο κάπου στον περισσό, μαζί με το μύστακα του συντρόφου με το μουστάκι και το πάρει κάποια μέρα η λιάνα για να στρίψει τσιγάρο και να φυσήξει τον καπνό κατάμουτρα στους αστούς και τους παπαγάλους τους που μας έχουν φλομώσει στο ψέμα.

Αλλά τα χαρτάκια αυτά δεν τα επιβεβαιώνει κανείς. Δε βρήκαν τίποτα στα σοβιετικά αρχεία, τα διαψεύδει ο διερμηνέας του τσώρτσιλ (όπως μας είπε ένας μικρός σφος) και πάνω απ’ όλα δε συμφωνούν σε τίποτα με την πραγματικότητα (οπότε τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν). Γιατί αν στην ελλάδα το δέκα τοις εκατό ήταν η αποχή που έβγαλαν στις εκλογές του 46, στις υπόλοιπες χώρες τι σήμαιναν αυτοί οι αριθμοί; Κι άντε να βρεις τι ήταν το πενήντα-πενήντα στους γιούγκους και ποιος την πήρε τελικά με το μέρος του.

Είπαμε και για το στάλιν και το ρόλο της προσωπικότητας. Κι αυτός να μην ήταν θα ήταν λέει κάποιος άλλος στη θέση του στο βήτα παγκόσμιο πόλεμο. Καλή ώρα ο νικήτας που ήταν στην κόλαση του στάλινγκραντ αλλά συμμάχησε με το διάβολο και την έβγαλε καθαρή. Πόρνη ιστορία..

Είμαστε σίγουροι όμως ότι χωρίς το λένιν θα γινόταν ο οκτώβρης; Ούτε τις θέσεις του απρίλη δε θα ‘χαμε. Θα ‘χαμε όμως το ναπο-λέοντα που ήτανε λίγο βοναπάρτης και ήθελε στρατιωτική πειθαρχία στα συνδικάτα, αλλά είχε άδοξο τέλος σαν τον κανονικό ναπολέοντα. Εκείνον που φέρνει παράδειγμα ο πλεχάνοφ για το ρόλο της προσωπικότητας και λέει ότι αν έλειπε από το προτσές, η ιστορία θα έβρισκε άλλον στη θέση του.
Ναι, αλλά αν δεν υπήρχε λένιν τι θα γινόταν; Θα έβρισκε η ιστορία άλλον στη θέση του; Θα ‘χαμε το ναπο-λέοντα. Που ήτανε λίγο βοναπάρτης και ήθελε στρατιωτική πειθαρχία...

Είπαμε και για τη λαθολογία που δε βοηθάει στα συμπεράσματα. Ενώ οι κλασικοί είδαν τα λάθη της κομούνας, ένα, δύο, τρία, αλλά έκλεισαν λέγοντας ζήτω οι ηρωικοί κομμουνάροι. Οι κλασικοί όμως είδαν το λάθος (που δεν πήρε στιβαρά στα χέρια της την εξουσία) κι έβγαλαν συγκεκριμένο συμπέρασμα, για το μέσο μισθό όσων έχουν δημόσιο αξίωμα και για αντιπροσώπους αιρετούς κι ανακλητούς (άλλο αν δεν τα έκαναν οι σοβιετικοί). Εμείς ποια διδάγματα βγάλαμε για το σήμερα; Ότι έχουμε περισσότερη πείρα και για την υποδιαίρεση Ι;

Γενικώς η εισήγηση ήταν καλή κι απλώθηκε σε πολλά. Αλλά στις ερωτήσεις ήταν ακόμα καλύτερος. Είχα κάτι μικρές ενστάσεις για τον πόλεμο, αλλά αυτό είναι καλό σημάδι, γιατί δείχνει ότι έλεγε ενδιαφέροντα πράγματα, δεν έμεινε στα τετριμμένα. Μόνο οι αδιάφορες κοινοτοπίες δεν προκαλούν αντιδράσεις.

Τελικά δεν κρατήθηκα και τον ρώτησα. Αυτός μας είπε ότι ο β’ παγκόσμιος ήταν ιμπεριαλιστικός, θέλοντας να καταρρίψει το γνωστό στερεότυπο για τον δημοκρατικό κόσμο που πολέμησε ενάντια στον φασισμό, που είναι γνήσιο τέκνο του καπιταλισμού, δε μιλάμε για άλλο κοινωνικό σύστημα.

Η ουσία του πολέμου όμως ήταν άλλη. Η επίθεση των ναζί στη σοβιετία κι ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος –για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας- που του έδωσε αντιφασιστικό περιεχόμενο. Πριν εμπλακούν οι σοβιετικοί, έχουμε και το παράδειγμα της ελλάδας. Αν είχαμε έναν πόλεμο μεταξύ ιμπεριαλιστών, θα ήταν άδικος κι η σωστή γραμμή θα ήταν ο ντεφετισμός. Αλλά το γράμμα του ζαχαριάδη από τις φυλακές καλούσε σε αντίσταση ενάντια στους ιταλούς. Επομένως;

Δε μπορώ να αναπαραγάγω πιστά την απάντησή του κι ίσως την αδικήσω. Αλλά ανάμεσα σε άλλα μας είπε ότι αν ήμασταν πχ το κκ του αφγανιστάν, θα αντιστεκόμασταν στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και δε θα αφήναμε την χώρα να ρημάξει (εκεί εν παρόδω θυμήθηκα τις ίσες αποστάσεις κάποιων χώρων σε μια σειρά επεμβάσεις, λόγω μιλόσεβιτς, ταλιμπάν και σαντάμ).

Μας είπε για το τρίτο γράμμα του ζαχαριάδη, όπου έλεγε ότι αν δεν υπήρχε η σοβιετική ένωση (γενικώς, όχι στον πόλεμο) θα επανεξετάζαμε τη γραμμή μας. Και για το δεύτερο γράμμα όπου είπε για τον ελληνικό στρατό, που είχε περάσει στην αλβανία και για τον πόλεμο που αλλάζει χαρακτήρα έξω από τα σύνορα και υπηρετεί τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Κι εκεί με μπέρδεψε λίγο γιατί στους δίκαιους και άδικους πολέμους ο λένιν γράφει ότι ο χαρακτήρας ενός πολέμου, δεν έχει να κάνει με το ποιος επιτέθηκε πρώτος και με το αν είναι αμυντικός ή επιθετικός.
Αλλά ο σκολαρίκος λέει ότι αυτά ο ζαχαριάδης τα έγραφε λίγο χοντροκομμένα κι εκλαϊκευτικά κι ότι σε ένα γράμμα από τη φυλακή για το λαό, δε μπορούσε να κάνει πολιτική ανάλυση.

-Δεν ξέρω αν σε κάλυψα..
Όχι, αλλά δεν είναι δικό σου λάθος. Έτσι πάνε αυτά με τις ερωτήσεις. Πάντα μένει κάτι ξεσκέπαστο. Εκτιμώ πολύ όμως την απόπειρα. Γιατί είναι πολλοί που το φέρνουν γύρω-γύρω κι απαντάν χωρίς να λένε τίποτα. Στο τέλος μας είπε ότι πρέπει να ξαναδούμε κριτικά και τη γραμμή του έβδομου συνεδρίου της κομιντέρν, εκείνο με την εισήγηση του ντιμιτρόφ για το φασισμό και την τακτική των λαϊκών μετώπων. Και πως αυτή είναι μια δουλειά, στην οποία θα βοηθήσουμε εμείς (θεωρητικά μιλούσε στο αμφιθέατρο του ιστορικού). Και μετά από αυτό τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο.

Και τίποτα άλλο καλό να μην είχε πει εμένα αυτό θα μου αρκούσε. Αλλά έκλεισε λέγοντας ότι όλα αυτά πρέπει να είναι εφαλτήριο για ψάξιμο, να βρούμε να διαβάσουμε κι άλλα, πιο πολλά απ’ όσα μας είπε. Αυτό ήταν. Βρήκε το κουμπί μου.

Το ταξικό επιμύθιο της βραδιάς είναι ότι στην ιστορία είμαστε δυνατοί. Είναι καιρός να γράψουμε καινούριες σελίδες, να μη μείνουμε μόνο στο ένδοξο παρελθόν.