Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Χαραυγιακός

Μία λέξη μπορεί να έχει πολλές σημασίες. Αυτό που τη νοηματοδοτεί κάθε φορά είναι τα συμφραζόμενα. Ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης-πρότασης. Ανάλογα με την πρόταση εξουσίας πχ αποκτούν νόημα και τα επιμέρους αιτήματα, ως τακτικά ή τακτικίστικα, κομμάτι της στρατηγικής, ή ρεφορμισμός διαχειριστικής λογικής.

Είναι όπως εκείνο το ηλεκτρονικό μήνυμα-αλυσίδα που παραθέτει τις διάφορες ερμηνείες της πασίγνωστης λέξης με τα τρία άλφα που μπορεί να υποδηλώνει μια σειρά έννοιες, από τον τεφάλ (ξεκόλλα ρε μ-λ) μέχρι… Λείπει όμως μία βασική. Ο κλασικός ο μαλάκας ο σύντροφος. Φράση που αποπνέει μια συντροφική τρυφερότητα κι ένα πνεύμα αυτοκριτικής για τα λάθη στα πλαίσια της δουλειάς, ή την έλλειψη κατανόησης κτλ.

Αν με πει κάποιος μαλάκα, η λογική υπόθεση είναι ότι με βρίζει. Αυτό όμως εξαρτάται από τον τόνο της φωνής, το ύφος, την έκφραση του προσώπου. Αν ειπωθεί στο σωστό πλαίσιο, μπορεί να εκληφθεί κι ως χαϊδευτικό ακόμα, όπως θα το λέγαμε σε έναν φίλο. Ας το λάβουν υπόψη όσοι τυχόν θέλουν να με βρίσουν στα σχόλια.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «αριστεριστής». Η καθημερινή τριβή στη σχολή, φέρνει στο τέλος μια αγάπη που υπολανθάνει αντεστραμμένη μες στην προσφώνηση και της δίνει διαφορετικό περιεχόμενο. Όπως τα παιδιά που τραγουδάνε το μπορντό, μια πολύ ωραία διασκευή του ροζ του μηλιώκα, που εξυμνεί τον έρωτα ενός σταλινικού και μιας αναρχικιάς. (http://www.youtube.com/watch?v=OcdKgTA6d0Q)
Φρικιό αγάπη μου! Αν κι ίσως ταίριαζε περισσότερο να το πουν μοβ –λέω εγώ τώρα.

Μήπως όμως είναι δίκοπο μαχαίρι τέτοιου είδους αγάπες και κολλητιλίκια; Μήπως κινδυνεύεις να τους αγαπήσεις πολιτικά κι όχι μόνο στα λόγια; Και πρέπει να παίζεις ξύλο μαζί τους κάθε τόσο, για να ακονίζεις τα ταξικά σου αντανακλαστικά και να μείνεις για πάντα παιδί; -εξ αντανακλάσεως από τον αντίπαλο, με τον οποίο τα βάζεις.

Άσ’ τους μωρέ, παιδιά είναι. Ίσως σου σπάσουν τα νεύρα σε κάποια φάση, αλλά πώς μπορείς να τους κρατήσεις κακία;
Αυτό προϋποθέτει βέβαια να έχεις ξεπεράσει κι εσύ ως στάδιο τα φοιτητικά παιδιαρίσματα. Να μπορείς να κάνεις αφαίρεση και να δεις πέρα από το μικρόκοσμο της σχολής. Όπου πας στο στρατό πχ –για να μην πάμε πολύ μακριά, σε χώρους δουλειάς και το βαρύνουμε- συναντάς τον πραγματικό κόσμο κι αρχίζουν να σου λείπουν οι εαακίτες της σχολής σου, ακόμα και πιο λάιτ περιπτώσεις, οποιοσδήποτε, αρκεί να μπορέσεις να ανοίξεις μια πολιτική κουβέντα. Η οποία θεωρητικά απαγορεύεται στο στρατό, αλλά στην πράξη είναι πολύ εύκολο να την κάνεις, αρκεί να βρεις άτομο για να την ανοίξεις. Κι αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις θεωρητικά την απαγόρευση. Και κάποιες φορές που καταφέρνεις να την ανοίξεις, ακούς διάφορα, το μετανιώνεις και την κλείνεις όπως-όπως για να αποδράσεις.

Κι αφού κάνεις αυτήν την αφαίρεση, πρέπει να κάνεις και την αντίστροφη ανάβαση στο συγκεκριμένο, Να βλέπεις και την προσωπική πλευρά του άλλου. Να μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα, να βγάλεις μια στοιχειώδη συνεννόηση –όχι κομπρεμί- πχ για μια κολόνα με αφίσες, ή μια πλακέτα. Να μην τον αντιπαθείς κατ’ εικόνα κι ομοίωση του πολιτικού του χώρου, με το ζήλο νεαρού κουκουλοφόρου που αφηνιάζει με τους μπάτσους και τα όργανα της τάξης, χωρίς να σκέφτεται ποια τάξη είναι που κινεί αυτά τα όργανα.

Εκτός κι αν μιλάμε για αρχιπασόκους κι αρχιδαπίτες, τους εκκολαπτόμενους αστέρες του αστικού πολιτικού συστήματος, οπότε αλλάζει το πράγμα. Όπως έλεγε κι ένας σφος γιατρός –από αυτούς που έμειναν ευτυχώς- για τον αρχιδαπίτη της σχολής του, ένα δίμετρο –και βάλε- όρθιο βούβαλο, μπορώ να βγω μαζί του για έναν καφέ, αλλά στην επανάσταση θα είναι από τους πρώτους που θα σκοτώσουμε.

Το οποίο είναι ένα από τα πλέον δύσκολα ερωτήματα. Γιατί, ακόμα κι αν ξεπεράσεις τις ηθικές αναστολές και συμφωνήσεις με τη θανατική ποινή, για κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, το ζήτημα παραμένει: ποιο απ’ όλα τα καθάρματα να καθαρίσεις πρώτο; Και πότε θα πάει η κάτια μακρή στο μέγκα, για να είναι όλοι μαζί και να τους βρούμε πιο εύκολα;

Αυτόν το διαχωρισμό τον είχα καταλάβει κι εγώ με τον δαπίτη της σχολής μου, που σε αντίθεση με τον πασόκο που ήταν σοσιαλφασίστας κατ' επάγγελμα, αυτός ήταν ιδεολόγος φασίστας. Είχε φορέσει και μαύρο πουκάμισο για πένθος, όταν πέθανε στη φυλακή ο παπαδόπουλος. Και μόνο αφού φτάσαμε στο τελευταίο έτος, αρχίσαμε να λέμε κάτι σαν γεια. Κι ανακαλύψαμε ότι μας αρέσει κι ο ίδιος σταθμός στο ραδιόφωνο (ο RSO, πριν χαλάσει).

Τον θυμήθηκα τις προάλλες που έπεσα πάνω σε ένα οργισμένο του σχόλιο στη λέσχη (ναρίτικη, διαδικτυακή κολεκτίβα), σε μια αναδημοσίευση της μαρτυρίας του κυπραίου από τον εξάντα, όπου υποσχόταν εκδίκηση για το συνάδελφο (http://ilesxi.wordpress.com/2011/07/07/«πρόλαβα-να-ακούσω-πριν-πέσω-ψωμί-παιδ/).

Κάνοντας μια βόλτα στο μπλογκ του, είδα ότι έχει διατηρήσει τα χρυσαυγίτικα χαρακτηριστικά του, αλλά έχει κάνει κινηματική στροφή. Μιλάει κι αυτός για την χούντα του πασοκ, τη βίαια ανατροπή της και κάνει κριτική στις πλατείες που πλατειάζουν και δεν παίρνουν αποφασιστικά την κατάσταση στα χέρια τους. Τρόμος...

Ήξερα ότι το διαδίκτυο μπορεί να ενώσει τους πιο ετερόκλιτους χρήστες, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να τα δεις για να τα πιστέψεις. Κι η πλατεία είναι πλατειά σαν το διαδίκτυο και χωράει κι αυτή τους πάντες. Δεν αφήνω κάποιο πολιτικό υπονοούμενο για τα παιδιά της λέσχης, αλίμονο. Καταγράφω απλώς τη σύμπτωση μέχρι να μαζευτούν πολλές και ν’ αρχίσουμε να ανησυχούμε.

Προς το παρόν με ανησυχούν δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι κάποιοι βλέπουν στις πλατείες τα νέα σοβιέτ κι επιχειρούν να βαφτίσουν αυτόν τον τύπο –μεταξύ άλλων- ως το νέο, επαναστατικό υποκείμενο. Κι αν θέλω να ακολουθήσω τη συμβουλή εκείνου του γιατρού, μπορώ να πιω μαζί του έναν καφέ στο σύνταγμα, να πούμε και καμιά μ-λ κία να περάσει η ώρα –αρκεί να μη βάλουμε πανό και την πατήσουμε όπως οι κανονικοί μουλάδες, που τους την πέσανε. Αλλά δε θα μπορώ να τον σκοτώσω στην επανάσταση, γιατί είναι το νέο υποκείμενο και θα είναι θεωρητικά με το μέρος μας. Εκτός κι αν προλάβουν και κάνουν αυτοί τη δική τους επανάσταση, όπως αυτή του 67’, και μας σκοτώσουν πρώτοι.

Το άλλο που με προβληματίζει είναι ότι δεν ξέρω με τι χρώμα να αποδώσω όλη αυτή την όσμωση στις πλατείες, που είναι φαιοκόκκινη, αλλά νέου τύπου. Ακόμα κι η αντιεξουσιαστική κίνηση έβγαλε την αφίσα της –με σύνθημα άμεση δημοκρατία- σε μαύρο και μπλε φόντο, σαν τα χρώματα της ίντερ και του θρυλικού χαραυγιακού.


Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έγιναν νερατζούρι. Και μη χειρότερα...

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Τα μικροαστικά

Μικροαστοί θα σας φάνε τα παιδιά σας, θα σας φάνε ζωντανούς, κανίβαλοι, κανίβαλοι θα γίνουν.

Για το βλαδίμηρο οι μικροϊδιοκτήτες-μικροπαραγωγοί αναπαράγουν αδιάκοπα τον καπιταλισμό, βάσει της ακατανίκητης δύναμης της συνήθειας. Και η ρόζα –αν δε με απατά η μνήμη μου- παρομοίαζε τη μεσαία τάξη με κάποιον που ανεβαίνει σε μια πλαγιά, σέρνοντας έναν βράχο κι έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να σταματήσει στα μισά της ανηφόρας και να παραμείνει εκεί σταθερός. Ώσπου τον παίρνει ο κατήφορος, τον τσακίζει ο βράχος της προλεταριοποίησης και καταλήγει στους πρόποδες της κοινωνικής πυραμίδας.

Κάποιοι άλλοι διαχωρίζουν την έννοια του μικρού αστού –δηλ του μικρού ιδιοκτήτη καπιταλιστή- από αυτήν του μικροαστού –ή τουλάχιστον δεν τις ταυτίζουν. Κι αν το ερμηνεύω σωστά, το κόμμα υιοθετεί εν μέρει αυτόν το διαχωρισμό και μιλά για μισθωτούς εργαζόμενους που παρουσιάζουν μικροαστικά χαρακτηριστικά βάση του εισοδήματος ή της θέσης τους στην παραγωγή –πχ στο αστικό κράτος, ή σε κάποιον ιδεολογικό μηχανισμό του.

Κρατήστε σφιχτά τον μικροαστισμό σας, όπως λέει κι ο τζωρτζ όργουελ στον τίτλο ενός μυθιστορήματός του, που όμως δε μιλούσε για το στάλιν και την εσσδ και δεν έγινε ευρύτερα γνωστό.

Ποιοι είναι μικροαστοί όμως; Ποια είναι τα όρια της τάξης τους και της συνείδησής τους που αναγνωρίζει τον εχθρό στα μονοπώλια, αλλά ονειρεύεται να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με τη μαζοχιστική λογική: ό,τι δε μπορείς να πολεμήσεις, αγάπησέ το; Και το κυριότερο, ποιος τους εκφράζει πολιτικά; Ας ξεκινήσουμε με αυτό το τελευταίο.

Στη σύγχρονη ελλάδα υπήρχαν πάντα πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, τα οποία καταλάμβαναν όλο το μήκος του πολιτικού φάσματος. Οι δεξιοί συντηρητικοί νοικοκυραίοι, που ακολουθούν το γνωστό τρίπτυχο (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) και νοσταλγούν τα χρόνια που κοιμόντουσαν με ανοιχτά παράθυρα κι ο καρατζαφέρης ασχολούνταν ακόμα με το ροκ εν ρολ και τους προψυχεδελικούς μπητλς. Ο τελευταίος συνηθίζει μάλιστα να αποκαλεί τους ψιλικατζήδες -την έβγα και τη φάγε της γειτονιάς- εθνικό κορμό της χώρας.

Οι μη προνομιούχοι πασόκοι του ανδρέα. Κάποιοι από αυτούς απέκτησαν προνόμια –ρετιρέ και νέα τζάκια- και τώρα βλέπουν με θρήνο να σπάει το κοινωνικό συμβόλαιο της εξωνημένης συνείδησής τους και να μην παίρνουν καν τη ρήτρα. Η μικροαστική βάση κι ο λαϊκισμός σοσιαλιστικής απόχρωσης, ήταν και τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του φασισμού στον μεσοπόλεμο. Κάτι που έκανε τον ραφαηλίδη να μιλάει για τον ιδιότυπο πράσινο (σοσιαλ)φασισμό της εποχής του.
Καληνύχτα κεμάλ, η χώρα αυτή ποτέ δε θα αλλάξει. Γιατί είναι γεμάτη πασόκους και μικροαστούς –φανερούς και καλυμμένους- που πίστεψαν στη γιαλαντζί αλλαγή, στη δεκαετία με τις βάτες.

Κι αν σε εθνική κλίμακα ο μικροαστός είναι δυνάμει η κοινωνική βάση του φασισμού, στο λαϊκό κίνημα έχει το ρόλο του αμφιταλαντευόμενου, ή της εργατικής αριστοκρατίας –αν μιλάμε για υψηλόμισθους μισθωτούς- κι η κατεξοχήν πολιτική του έκφραση είναι ο οπορτουνισμός. Κάθε αριστερή δύναμη θεωρεί τις άλλες οπορτουνιστικές και τον εαυτό της ως τη μόνη ορθόδοξη. Κι αν συνδέσει τη ρετσινιά του οπορτουνισμού -για τους άλλους- με την ύπαρξη και δράση μικροαστών, έχει μια ακλόνητη υλιστική ερμηνεία για να τη στηρίξει. Πώς να μην είναι οπορτουνιστές οι τάδε αφού στο εσωτερικό τους ηγεμονεύουν οι μικροαστοί κι εκφράζουν τέτοια ταξικά συμφέροντα;

Λογική που μπορεί να βρει εφαρμογή ακόμα κι εντός του κόμματος, στο βαθμό που επιδρά ο οπορτουνισμός στις γραμμές του. Ο σύντροφος με το μουστάκι χαρακτήριζε ως μικροαστική παρέκκλιση την ενωμένη αντιπολίτευση και την τριανδρία τρότσκι-ζηνόβιεφ-κάμενεφ. Ο βλαδίμηρος θεωρούσε τους διανοούμενους επιρρεπείς στο μικροαστικό ατομισμό, που αρνείται να μπει στα καλούπια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της εσωκομματικής πειθαρχίας. Κι όσοι έφευγαν από το κόμμα ως σκάρτα κι ύποπτα στοιχεία κι είχαν μικροαστική καταγωγή, αυτή ερμήνευε εκ των υστέρων το «χάλασμά» τους, που ήταν νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο.

Αλλά ο ταξικός αναγωγισμός δεν είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια στην οργάνωση μια συζήτηση με έναν σύντροφο που του άρεσαν πολύ τα χριστούγεννα και τα έθιμα με την οικογένεια. Εγώ του ‘λεγα ότι αυτά είναι μικροαστικές ανοησίες κι αυτός μου απαντούσε με τετράγωνη λογική, ότι μικροαστοί είναι αυτοί που έχουν μικρή ιδιοκτησία. Πέρασαν λίγα χρόνια μέχρι να βγάλουμε συνεννόηση.

Ας το δούμε συγκεκριμένα, σε κάθε πολιτικό χώρο.
Ο συνασπισμός συσπειρώνει τη μικροαστική αριστερά του σαλονιού: αρκετούς διανοούμενους, εργατική αριστοκρατία, ευαίσθητους αριστερούς εύπορων προαστίων, τον αρτέμη από το αλαλούμ του χάρρυ κλυνν κι άλλες συναφείς περιπτώσεις. Οι ρεφορμιστικές αυταπάτες ήταν δεδομένες για έναν κόσμο που δεν είχε λόγο να αλλάξει ριζικά τη ζωή του, παρά μόνο σε μικρά κι επιμέρους, που μπορούσαν να αλλάξουν σταδιακά.

Ο αριστερισμός ήταν ανέκαθεν συνδεμένος με τη μικροαστική ανυπομονησία του «εδώ και τώρα», μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή συνθημάτων του πασόκ, το οποίο απορρόφησε αρκετούς απογοητευμένους του χώρου που έγιναν ξαφνικά ρεαλιστές. Ο αριστερισμός φωλιάζει σε νεανικές φοιτητικές καρδιές, κλάδους του δημοσίου και στρώματα (γιατροί, μηχανικοί) που προλεταριοποιούνται ραγδαία, αλλά διατηρούν κάποια μικροαστικά χαρακτηριστικά -κι έτσι αίρεται διαλεκτικά το κλασικό δίλημμα στις τάξεις των σχημάτων της εαακ για τον ταξικό προσδιορισμό των αποφοίτων αυτών των σχολών.

Η αναρχία έχει κατεξοχήν μικροαστικό χαρακτήρα. Μόνο οι αναρχοσυνδικαλιστές κι εν μέρει η ακ έχουν κάποια σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Αλλά η κλασική της εκδοχή εξακολουθεί να προβάλλει το ιδανικό των μικρών αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων που στηρίζονται στη μικρή παραγωγή κι ιδιοκτήσία. Επιπλέον. Το ιδανικό της κοινοβιακής ζωής σε καταλήψεις, ή της λεηλασίας που μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία και να εξασφαλίσει τα ίδια αγαθά, γοητεύει μάλλον όσους έχουν λυμένο το βιοποριστικό τους πρόβλημα και δεν είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν.

Κι είναι και το κόμμα, με την παρέμβασή του στους εβέδες, βιοτέχνες κι αγρότες κι όσα του προσάπτουν περί δεκέμβρη, νοικοκυραίων και πραγματικής εξέγερσης όπου δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι καταστήματος. Υπάρχει επίσης η κλασική κριτική για το στόχο στρατηγικό της λαϊκής εξουσίας-οικονομίας, ως μια στρογγυλεμένη –λέει- εκδοχή του σοσιαλισμού, χωρίς επανάσταση, για να μην τρομάξουν οι μικροαστοί σύμμαχοί του. Κάτι που δείχνει την ιδεολογική τους ηγεμονία στα πλαίσια του λαϊκού μετώπου και τη διαβρωτική επίδραση που ασκούν στο εργατικό κίνημα.

Κι έτσι βλέπουμε το εξής οξύμωρο. Αυτοί που έλεγαν ότι η λαϊκή εξουσία δεν ξεφεύγει από τα όρια του καπιταλισμού, τώρα τη θεωρούν μαξιμαλιστικό στόχο, που δεν είναι άμεσα κατανοητός από τις μάζες. Κι αυτοί που απέρριπταν το λαϊκό μέτωπο με τους μικροαστούς από θέσεις ταξικής καθαρότητας, τώρα ανακαλύπτουν την αμερική σε ένα κείμενο του λένιν που λέει ότι στην επανάσταση θα συμμετέχουν κι οι μικροαστοί.
Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς θα έλειπαν πολλοί απ’ τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το ενιαίο μέτωπο –όπως και το αντικαπιταλιστικό εργατικό- αποκλείει τους μικροαστούς, αλλά απαρτίζεται εν πολλοίς από τέτοιους και βρίσκεται σε αναζήτηση εργατικής τάξης –για να μη μιλάει χωρίς αυτήν στο όνομά της.

Ο λένιν πάντως δε συμμετείχε σε ενότητα σούπα με όλους τους σοσιαλιστές στα σοβιέτ, αντιπαρέθετε διαλεκτικά το συνειδητό στο αυθόρμητο, διαπαιδαγωγούσε το τελευταίο με σκληρούς, πειθαρχημένους αγώνες, μέσα από τις ταξικές του οργανώσεις. Και συμμάχησε υπό όρους εργατικής ηγεμονίας με τους εσέρους μικροαστούς που εκπροσωπούσαν το 80% της ρωσικής κοινωνίας. Υιοθέτησε το αγροτικό τους πρόγραμμά, καθιστώντας τους ευμενώς ουδέτερους προς την επανάσταση, αλλά γνώριζε ότι θα βρει μπροστά του αυτόν το συμβιβασμό τα επόμενα χρόνια (του πολεμικού κομμουνισμού και της νεπ, για να το αντιμετωπίσουν οριστικά οι μπολσεβίκοι στην περίοδο της κολεκτιβοποίησης).

Αλλά τι να μας πει κι αυτός; Ένας μικροαστός δικηγορίσκος ήταν. Ύποπτο στοιχείο...

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Σβήνει το άστρο

Ημιτελές μνημόσυνο σε μια επανάσταση με δύσκολα παιδικά χρόνια επί νικήτα που τη σημάδεψαν ανεξίτηλα.


Αν υπάρχει κάτι που να αντιστοιχεί –ή έστω να πλησιάζει- στην εικόνα του σύγχρονου γαλατικού χωριού που αντιστέκεται στον κατακτητή, δεν είναι άλλο από την κούβα. Το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται στην παξ αμερικάνα και μπαίνει στο μάτι του καίσαρα, ακόμα και μετά την αλεζία και την παράδοση των όπλων απ’ τους υπόλοιπους γαλάτες του συμφώνου της βαρσοβίας. Που είναι περικυκλωμένο από γουαντανάμο και πετιμπονούμ, αλλά ξορκίζει το εμπάργκο με μουσική και χορό, υπό τους ήχους της ρούμπας. Κι έμεινε τόσα χρόνια μακριά από κακοφωνίξ. Μόνο κάτι παραφωνίες τώρα τελευταία, σα νότες από ρέκβιεμ, στο κύκνειο άσμα της.

Το χωριό που βρίσκει μαγικό ζωμό στα ζαχαροκάλαμα και τα κόβει ακόμα με το δρεπάνι, όπως ο πανοραμίξ τα γκυ. Κι όπου δύο χρόνια μετά την νίκη της επανάστασης, πρόσθεσαν και το σφυρί και την βάφτισαν αναδρομικά σοσιαλιστική.
Θυμάστε εκείνη την επανάσταση που κάναμε δυο χρόνια πριν; Τελικά σοσιαλιστική ήταν.

Γιατί μπορεί να μην είχαν ως σημείο εκκίνησης το μαρξισμό, αλλά τον συνάντησαν στην πορεία των πραγμάτων, όπως κάθε συνεπής επαναστάτης. Αν και πάντα θα μένει το ερώτημα, αν έγιναν κομμουνιστές από επιλογή ή εκ των πραγμάτων, επειδή είχαν απέναντι τους αμερικάνους. Αν δεν υπήρχαν οι σοβιετικοί μπορεί να είχαν βαδίσει νωρίτερα στα χνάρια της βενεζουέλας. Και να είχαν ανακαλύψει μισό αιώνα νωρίτερα το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου.

Το νησί που μοιάζει με αυτό που είπε κάποτε ο περικλής για την αίγινα, ένα σκουπιδάκι στο μάτι της αθήνας, που ήταν κάτι σαν την αμερική της εποχής (κι η αθηναϊκή συμμαχία το αντίστοιχο νάτο) με τους λακεδαιμόνιους να εφαρμόζουν ένα είδος κομμουνισμού του στρατώνα, στη δική τους κοινωνία.

Θα μπορούσε να είναι κι αυτό που έλεγαν για την κύπρο: ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο για τους σοβιετικούς, αν δεν είχε υπαναχωρήσει ο νικήτας που άφησε έκθετο τον κάστρο στην υπόθεση με τους πυραύλους. Τώρα πλέον το βασικό θέμα είναι να μην έχουν οι κουβανοί την τύχη του ακελ.

Εκεί που έφτασε ο κολόμβος στο πρώτο ταξίδι του προς το Νέο κόσμο, πέντε αιώνες σχεδόν πριν ξεκινήσει και η κούβα το δικό της ταξίδι προς το νέο κόσμο, το σοσιαλισμό. Μια χώρα που έχασε κάθε οικονομικό στήριγμα τη δεκαετία του 90 αλλά κατάφερε να γίνει αυτή ηθικό στήριγμα για κάθε πικραμένο κομμουνιστή μετά το τέλος της ιστορίας, που δεν ήταν αίσιο κι ευτυχές, όπως στα παραμύθια. Κι έτσι εξηγείται το ειδωλολατρικό πανηγύρι που στήνεται κάθε φορά στα φεστιβάλ, στο περίπτερο του ελληνο-κουβανικού, όπου γίνονται ανάρπαστα από τους ιθαγενείς συντρόφους οι χάντρες και τα καθρεφτάκια που πωλούνται. Τους τα πήγαν κάποτε οι κονκισταδόρες κι αυτοί τώρα τα επιστρέφουν στην ευρώπη με κάποιους αιώνες καθυστέρηση.

Ένα διαμάντι που άντεξε απέναντι στους διεθνείς συσχετισμούς και τους νόμους της ιστορίας. Που θα βρεις ακόμα κι αριστεριστές να το υπερασπίζονται με πάθος, ενώ χύνουν χολή για τον υπαρκτό και τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του περασμένου αιώνα. Κι ο κάππος της χάριζε την βουλευτική του σύνταξη, όταν ήρθε σε ρήξη –για ένα διάστημα- με το κόμμα.

Με κατοίκους που ζουν ελεύθεροι-πολιορκημένοι από το εμπάργκο. Αποκλεισμένοι σε ένα φτωχό, μακρόστενο νησί, σα μακρονήσι, όπου τα όνειρα των κομμουνιστών παίρνουν συλλογική εκδίκηση. Τόπος μαρτυρικός, όπου οι κουβανοί δε λύγισαν ποτέ. Κι απέκρουσαν την επίθεση των ιμπεριαλιστικών χοίρων στον κόλπο της χιρόν.

Το νησί που κατάφερε να έχει καλύτερους πυγμάχους και μπέιζμπολ από τους γιάνκηδες. Και της πήραν το παγκόσμιο ρεκόρ του πεντρόσο γιατί είχαν σταθεί λέει κάτι γιαπωνέζοι μπροστά από το ανεμόμετρο κι έκοψαν τη φόρα του ανέμου της αλλαγής. Αλλά είναι πάντα μες στα μετάλλια και δίνει κάθε φορά ειδικό ενδιαφέρον στους ολυμπιακούς.

Στην κούβα διαθέτουν ένα άρτιο σύστημα υγείας και μια ιατρική σχολή που είναι όσο όλο το απθ σε έκταση. Γιατρεύουν φτωχούς αμερικάνους που δεν έχουν πρόσβαση στα δικά τους νοσοκομεία, στέλνουν γιατρούς στις άλλες χώρες της λατινικής αμερικής, θεράπευσαν ακόμα και τον δολοφόνο του γκεβάρα που μαζί με τον καταρράκτη γλίτωσε κι από την πολιτική του μυωπία.

Έστειλαν με επαναστατικό ιδεαλισμό στρατό στην αγκόλα για να βοηθήσει στην «εξαγωγή της επανάστασης». Επιχείρησαν την έφοδο στον ουρανό με όπλο τα ηθικά κίνητρα. Διασώθηκαν από το ταξικό ναυάγιο του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού και διαφύλαξαν τα ιδανικά του σαν κάτοικοι της χαμένης ατλαντίδας που κατέφυγαν στην κιβωτό του γκράνμα. Έδωσαν χιλιάδες φιντέλ -δηλ πιστούς- στην υπόθεση της επανάστασης. Άλλο αν έχουν αρχίσει τις απιστίες και τις μεταρρυθμίσεις, που μας τις πλασάρουν για νεπ, ενώ κατά βάθος είναι κάτι σαν περεστρόικα.

Και τώρα που ο μαγικός ζωμός των φαίνεται να στερεύει, αυτό το κείμενο είναι κάτι σαν ημιτελές μνημόσυνο, λίγο πριν πέσει το κάστρο της κούβας κι η κούβα του κάστρο. Η οποία παραμένει το πιο δυτικό σημείο, όπου ο ήλιος του σοσιαλισμού δεν έδυσε ακόμα. Κι ένα πολιτικό ηλιοβασίλεμα μπορεί να κόβει την ανάσα, αλλά δεν είναι ακριβώς λυρικό κι όμορφο. Η παρακμή και η φθορά, η πείνα και το εμπάργκο, είναι τελείως αντιηρωικές καταστάσεις.

Η κούβα είναι το φως που καίει ακόμα απ’ τον εικοστό αιώνα των επαναστάσεων, μας φωτίζει και μας δείχνει το δρόμο. Και τώρα που χάνεται και τρεμοσβήνει, δεν υπάρχει πικρία, καμιά κριτική για προδοσία κι άλλα παρόμοια. Μονάχα ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Κι ίσως κάποιες τύψεις που δε σπάσαμε την απομόνωση, με το μόνο σίγουρο τρόπο, την επανάσταση στην χώρα μας.

Μαζί και μια ευχή, όπως κάθε φορά που πέφτει ένα αστέρι. Να επιστρέψει στο ιστορικό προσκήνιο και να τα κάνει όλα από την αρχή, καλύτερα. Κι εμείς να τελειώσουμε αυτό που ξεκίνησε κι έμεινε ημιτελές, όπως όλα τα μεγάλα έργα άλλωστε.
Viva la revolución κι αιωνία της η μνήμη.


Σκέψεις με αφορμή ένα πρόσφατο κούβα πάρτι στην πόλη μας. Τα οποία παραμένουν εντός γραμμής, παρά το τελευταίο συνέδριο και τις αλλαγές που ανακοίνωσε ο ραούλ.

Υγ: ευχαριστώ τους σφους αναγνώστες που σεβάστηκαν τη σημειολογία στον αριθμό σχολίων του πιο κάτω κειμένου και τον άφησαν στο 89. Δε θα μπορούσα να το χαλάσω εγώ και να το στρογγυλέψω, οπότε οι απαντήσεις παραπέμπονται για το μέλλον. Ίσως εξαιρέσω τον ρασκόλνικοφ που σχολίασε στο κείμενο για το μεταμοντέρνο και χτύπησε ευαίσθητη χορδή. Κυρίως εξαιτίας εκείνης της παροιμίας που μιλάει για το σπίτι του κρεμασμένου..