Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Το ανθρωπάκι

Σήμερα η κε του μπλοκ θα γίνει λίγο πικρόχολη, εξ αφορμής κι εξαιτίας ενός σχετικά πρόσφατου βιώματος, που μου θύμισε συνειρμικά μια σειρά άσχημες στιγμές από το μακρινό και πιο κοντινό παρελθόν. Η σημερινή ανάρτηση έχει ως θέμα της την φυλή των στελεχών, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική συμπεριφορά του στελεχικού δυναμικού των οργανώσεων του χώρου.

Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή. Ο μέσος έντιμος καθοδηγητής σκληραίνει εκ των πραγμάτων, για να τα βγάλει πέρα με τις σκληρές συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει. Να βγάλει πρόγραμμα, να τρέξει, να συντονίσει, να ενημερώσει, να λύσει ζητήματα, να επιμείνει, να μεταπείσει. Δεν του περισσεύει πολύς χρόνος για να είναι διαλλακτικός, να σκεφτεί νηφάλια και σφαιρικά. Ξέρει μόνο ότι κάποιες δουλειές πρέπει να γίνουν κι είναι δική του ευθύνη να εξασφαλίσει ότι όντως θα γίνουν.

Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά. Στην τελική εμένα με παίρνει να το παίζω άνετος και διαλλακτικός διανοούμενος γιατί είμαι έξω απ’ τον χορό και πολλά τραγούδια λέω. Ναι, αλλά δε μιλάμε γι’ αυτήν την περίπτωση. Μιλάμε για εκείνη την κατηγορία ανθρώπου που σκεφτόταν από μικρός πως όταν μεγαλώσει θα γίνει αρχηγός, κατ’ επάγγελμα. Είδος εύκολα αναγνωρίσιμο που παροικεί σε όλες τις οργανώσεις, κυρίως στα αμφιθέατρα, κι έχει μια τυπική συμπεριφορά και νοοτροπία που συνίσταται κατά βάση στα εξής.

Μένει στρατηγός στα μετόπισθεν, να επιστατεί και να εμψυχώνει την εμπροσθοφυλακή, αντί να βοηθήσει κι αυτός να γίνει καλύτερα η δουλειά. Καθορίζει τάσεις και μόδες, εν είδει άτυπης γραμμής που δεν είναι υποχρεωτική, αλλά σου δίνει πόντους και μπορεί να έχει να κάνει με οτιδήποτε. Σταράκια, πουκάμισα, δερμάτινα, τζίβες, ακόμα και βιβλία ή μουσικά γούστα.

Το τραπέζι του δεν αδειάζει ποτέ από περίγυρο και κόσμο που χοροπηδάει γύρω του, για να κερδίσει λίγα ψίχουλα προσοχής. Οι κοπέλες τον ερωτεύονται και αναστενάζουν στο πέρασμα του, φτιάχνοντας κλίμα στις συνελεύσεις. Αυτός το ξέρει και φροντίζει να το εκμεταλλευτεί.http://www.blogger.com/img/blank.gif

Στα αμφιθέατρα μιλάει με στυλ γεμάτο επιτήδευση, στο λόγο και την εκφορά του. Πομπώδες ύφος, χειρονομίες, βερμπαλισμοί και τσιτάτα, υψωμένη φωνή και χτύπημα του χεριού στην έδρα για να εκμαιεύσει ενθουσιασμό. Στις εκδηλώσεις, εκφωνεί βαρετούς λόγους που τους διαβάζει από μέσα κι ύστερα όλοι τους ξεψαχνίζουν και βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον για να αποκομίσουν ως κατασταλαγμένη σοφία.

Στους χώρους δουλειάς μιλάει όπως στα αμφιθέατρα, ή σαν τον ινστρούκτορα από την ταινία με τον τραμπάκουλα. Στους οπαδούς μιλάει σα να ήταν οργανωμένοι. Και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, σου μιλάει με συνδικαλιές, με ξύλινες κλισέ εκφράσεις, λες και δε μιλάει μαζί σου αλλά σε κάποιο φανταστικό κοινό που κρίνει και παρακολουθεί.

Λέει πράγματα κούφια και ψεύτικα που ξέρει να τα υπερασπιστεί αλλά δεν είναι σίγουρο ότι τα πιστεύει, δεν τα κατέχει για δικά του και τα αφήνει πολύ εύκολα για να υπερασπιστεί τα επόμενα. Τα οποία ανέκαθεν πίστευε κι έλεγε. Ποτέ δεν ήταν διαφορετική η άποψή του. Μέχρι την επόμενη. Που δεν του στοιχίζει να την αλλάξει, αντίθετα με σένα που προσπαθείς να τα δέσεις σε ένα λογικό συνεκτικό ιστό κι αν σου φύγει ο βασικός κρίκος γκρεμίζεται ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα και νιώθεις εκτεθειμένος. Δεν προχωράς σα να μη συνέβη τίποτα.

Δε σε χαιρετά πάντα, εκτός κι αν σε θέλει για κάτι ή είσαι ο μόνος που γνωρίζει. Σου μιλά με πολύ σοβαρό ύφος για την αποστολή που θα σου αναθέσει, η οποία μπορεί να είναι να του φέρεις καφέ ή τυρόπιτα. Δεν απαντά σ’ όλες τις ερωτήσεις σου για να αφήσει να πλανάται ένα μυστήριο γύρω του και να σε κάνει να νιώσεις υπό-. Γιατί όπως λέει και το ποντίκι στον ισοβίτη, αν δεν πουλήσεις λίγη μούρη σε έχουν όλοι χεσμένο. Έτσι ίσως καταφέρει να γίνει μούρη, αλλά δεν κερδίζει ποτέ τον αυθόρμητο θαυμασμό και την αναγνώριση των συντρόφων του.

Στα πάρτι κάθεται μαζί με άλλους δικούς του, σε ένα ειδικό μέρος, σαν εξώστη. Κι εν τέλει μένει κλεισμένος σε ένα φαύλο κύκλο με τους ομοίους του και ξεχνά να συναναστρέφεται απλό κόσμο και να πιάνει το σφυγμό του.

Είναι ο τύπος του γραφειοκράτη που ο τσίρκας στην τριλογία του βαφτίζει ασώματες κεφαλές και τους προσωποποιεί στο χαρακτήρα του ανθρωπάκι. Που μένει άκλιτο εν είδει απαξίωσης γι’ αυτό το είδος, της νομενκλατούρας.

Ο τσίρκας βέβαια αναπαράγει με τη σειρά του ως ένα βαθμό τον κλασικό διαχωρισμό ηγεσίας-βάσης, που καταλογίζει τα πάντα στην πρώτη και γίνεται σφόδρα αντιδιαλεκτικός πριν καν φτάσει στις τελικές του συνέπειες. Κάτι που φαίνεται να καταλαβαίνει ακόμα κι ο ρούσης, παρά τα μύρια όσα λέει το τελευταίο διάστημα για το κόμμα, αφού πήγε σε μια εκδήλωση του αλαβάνου για να προπαγανδίσει το μέτωπο κι έβαλε στην ηγεμονία το κουκουέ. Αυτό το κκε ως έχει, όχι χωρίς την ηγεσία του κι άλλες τέτοιες ανοησίες που λένε. Να σκέφτεσαι δηλαδή ποιος τα λέει και τι γράφει στη στήλη του την ίδια στιγμή και να σταματάει ο νους σου.

Κατά βάθος κάθε βάση έχει την ηγεσία που της ταιριάζει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για το κλασικό παράδειγμα του εαμ, με την ηρωική βάση και την ηγεσία που δε μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τόσο ήξεραν τόσο μπόρεσαν ο σιάντος και ο ιωαννίδης. Που ήταν κι αυτοί του λαού παιδιά, κουρέας ο ένας και επιλοχίας στο μικρασιατικό μέτωπο ο άλλος. Αλλά τελικά δε μπόρεσαν να κάνουν την υπέρβαση.

Δεν χρειάζεται λοιπόν καμία γενίκευση. Ανθρωπάκια του λαού είμαστε όλοι. Κι οι πρωτοπόροι κομμουνιστές, Άνθρωποι με το άλφα κεφαλαίο (χωρίς κύκλο). Δόξα και τιμή σε όσους καταφέρνουν να είναι τέτοιοι και σήμερα, σε συνθήκες εξόχως δύσκολες κι αντιηρωικές. Δόξα τω λαώ, υπάρχουν πολλοί.

Υγ: το κείμενο πέρασε από λογοκριτική επιτροπή σφισσας που εμπιστεύομαι κι έμεινε μετεξεταστέο. Παρόλα αυτά παίρνω το ρίσκο για τη δημοσίευσή του, κι ας είναι ίσως λίγο άκαιρο εν όψει της απεργίας μεθαύριο. Βρίστε ελεύθερα στα σχόλια (εμένα, όχι γενικώς).

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Σιδεροκέφαλη

Τι είναι μια μεγάλη παρέα, με έναν πρωτοετή φοιτητή στη μέση, που του μιλάνε όλοι με τη σειρά χωρίς να πάρει ανάσα; Μια γνώριμη εικόνα, που πετυχαίνει κανείς σε μερικές εξόδους του. Αλλά τι είναι;

Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να είναι σεκίτες, που κατηχούν το υποψήφιο θύμα τους. Μια ακόμα μικρότερη να συναντήσεις μουλάδες να του λεν τα ακριβώς αντίθετα. Οπότε ο πρωτοετής μαθαίνει για την κολεκτιβοποίηση, τις δίκες της μόσχας, το μισομενσεβίκο τρότσκι, τον τσανγκ κάι σεκ και το σκέτο σεκ, που τον ατσαλώνουν και τον πείθουν να αγωνιστεί για την υπόθεση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, καθότι τον απασχολούσαν από μικρό.

Κι υπάρχει κι άλλη μία μεγαλύτερη να είναι κνίτες σύντροφοι, που προσπαθούν να του πάρουν βιογραφικό. Γιατί η κουβέντα πρέπει πάντα να φτάνει στο διά ταύτα: οργανώσου στην κνε και γιατί κουκουέ στις προεκλογικές περιόδους. Όχι τέχνη για τη τέχνη και φετιχισμός του διαλόγου.

Με αυτά και με εκείνα είχε καθιερωθεί στη σπουδάζουσα η έννοια του πολιτικού καφέ. Που είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσεις να πίνεις κι εσύ, από συνήθεια, ακόμα κι αν δε σου αρέσει. Κάτι σαν συντροφική απάντηση στον πρωινό καφέ του μαξίμου, της ελένης και τα εσπρέσο του ντα κάπο. Κι εγώ σε μια καφετέρια έδωσα βιογραφικό, αλλά δε θα μιλήσω για μένα σε αυτή την ανάρτηση.

Όλοι σε έναν κι ένας εναντίον όλων. Ασφυκτικό μαρκάρισμα, με παγίδες στις γωνίες και συνεχή ντουμπλαρίσματα. Όπου το θύμα παίζει μόνο του. Δε μπορεί να πασάρει, ούτε να ξεφύγει. Κ όλοι βασικά γνωρίζουν το τέλος, αλλά πάντα υπάρχει αγωνία μέχρι να μπει η μπάλα στα δίχτυα και ν’ αρχίσει το πανηγύρι.

Κι έτσι τελικά, δεν υπάρχει ακριβώς σκόρερ, αλλά η επιβράβευση της συλλογικής προσπάθειας. Σαν το μη αστικό μύθο για τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις στις λαϊκές δημοκρατίες, όπου λένε ότι δε σημείωναν τους σκόρερ, γιατί κάθε γκολ ήταν καρπός ομαδικής δουλειάς κι όχι ενός μόνο παίκτη.

Έτσι κι η συντρόφισσα της ιστορίας μας, δε μπορεί να πει σε ποιον ακριβώς έδωσε βιογραφικό, γιατί την περικύκλωσε όλη η μετέπειτα όβα της (ανάμεσά τους κι ένας ξενυχτισμένος σύντροφος της περιφρούρησης με κατακόκκινα μάτια) και την πολιορκούσε για ώρες, μέχρι να πέσει, τέτοιες μέρες, πολυτεχνείου, πριν από δέκα χρόνια.

Και το ωραίο είναι ότι στο τέλος, αφού πέσει, γίνεται ένας από αυτούς κι αρχίζει να κυνηγά κι αυτή –τα επόμενα- υποψήφια θύματα. Όπως περίπου γίνεται στους βρικόλακες. Οι οποίοι όμως κατά βάθος είναι ένας λαϊκός μύθος για την αιώνια ζωή που ξορκίζει το θάνατο. Και το κόμμα είναι η σπορά που μένει από τους ζευγάδες που το απαρτίζουν και πολεμάν τον πραγματικό βρικόλακα του κεφαλαίου που ρουφάει υπεραξία από την εργατική μας δύναμη. Ο εργάτης βέβαια, δε γίνεται μετά ένας απ’ αυτούς, καπιταλιστής, αλλά χάνει την ταξική του συνείδηση κι αποδέχεται τον δικό τους τρόπο σκέψης και το σύστημα αξιών τους.

Τότε λοιπόν ήταν μια πιο χαλαρή περίοδος, που δεν ήταν απαραίτητο να διαβάσεις πρόγραμμα και καταστατικό για να οργανωθείς, ούτε να γράψεις κάτι πολύ σοβαρό στο βιογραφικό για να το εγκρίνουν. Κι η ίδια είχε οργανώσει κάποιον σε στιλ που θύμιζε πιο πολύ καμάκι, παρά σοβαρή πρόταση γάμου, με γονάτισμα, δαχτυλίδι και κατασταστικό.

Πολλές συνειδήσεις κερδήθηκαν στην πορεία κι ωφέλησαν στην οργάνωση. Άλλες κάηκαν, γιατί με το ζόρι παντρειά δε γίνεται. Κι άλλες πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Και προστέθηκαν δίπλα σε λαμπρά ονόματα, σε μια χρυσή επετηρίδα που περιλαμβάνει τη μισή ελλάδα σχεδόν, από την άννα βίσση, μέχρι το φασούλα και τον κύρτσο, γιατί τότε η κνε ήταν μόδα.

Υπάρχει όμως κι ο αντίλογος που λέει ότι η κνε ήταν μαζική, πολιτική νεολαία, ενώ σήμερα το δυναμικό της οργάνωσης έχει πέσει περίπου στο μισό. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, πιο σοβαρή κουβέντα, που δεν χωράει να γίνει εδώ –στην ανάρτηση και το μπλοκ εν γένει.

Κι η δική μας συντρόφισσα ανήκει πλέον στους πρώην. Αλλά σε αυτούς τους πρώην που στην ψυχή παραμένουν νυν. Κι όπως έλεγε ο ρούσης, τον παλιό, καλό καιρό, πριν το 18ο συνέδριο, οι πρώην ίσως να είναι η μεγαλύτερη δύναμη της αριστεράς. Η δική της αποχώρηση πάντως ήτανε οικειοθελής, και δεν έχει σχέση με κάτι άλλες που έγιναν προ τριετίας.

Μα τότε γιατί έγινε; Γιατί κουράστηκε, βαρέθηκε, και κάποια πράγματα την πήραν από κάτω. Βρέθηκε και σε δύσκολο χώρο που δεν την πολυβοήθησε. Αλλά το κακό δεν ξεκίνησε από εκεί. Ο εχθρός ήταν μέσα μας, εσωτερικός. Κι έκανε κρυφή δουλειά όσο αυτή ήταν στα ντουζένια της. Δεν ξυπνούσε ποτέ για εξόρμηση ρίζου, γιατί τα κυριακάτικα πρωινά ήταν ιερά και τα σαββατόβραδα ακόμα περισσότερο. Απέφευγε συνειδητά κάποια χαμαλίκια κτλ.

Κάποια στιγμή μπορεί να φτάσεις στο σημείο να βάζεις (κι) άλλες προτεραιότητες, όπου το «και» μπαίνει σε παρένθεση, μέχρι να καταλάβεις ότι αυτά δύσκολα συνδυάζονται και να σου τα βάλει η ζωή διαζευκτικά. Προσπαθείς να τα δέσεις διαλεκτικά, αλλά αυτά αλληλοδιαπλέκονται αλληλοαποκλειόμενα και σε φτάνουν στα όρια.

Κι αφού γίνει αυτό μια, δυο, τρεις φορές, η επίσημη ερμηνεία είναι ότι η συντρόφισσα δεν έχει κατανοήσει την αναγκαιότητα να γίνει αυτή η δουλειά. Κι εσύ να λες ότι την έχεις κατανοήσει πλήρως, αλλά δεν είναι ανάγκη να την κάνεις εσύ, ας την κάνει κάποιος άλλος.

Σήμερα που η θητεία της έχει φτάσει στο τέλος, τα κοιτάει όλα αυτά με νοσταλγία, αλλά από απόσταση ασφαλείας, χωρίς τα βάσανα και τις υπο-χρεώσεις της οργανωμένης ζωής, αλλά με τα καλά μιας επιρροής. Πολλοί σύντροφοι νοσταλγούν την περίοδο που ήταν επιρροές προς ένταξη κι όλοι ασχολούνταν μαζί τους, μέχρι να γίνει ο γάμος και να αρχίσει η οργανωτική ρουτίνα και το τρέξιμο του βέγγου.

Αλλά κατά βάθος δεν το εννοούν. Γιατί στην οργάνωση, μπορεί να νιώθουν καμιά φορά ότι δεν έχουν (προσωπική) ζωή, αλλά της χρωστάνε το ευ ζην. Κι αν μπορούσαν με κάποιο μεταφυσικό, αντιδιαλεκτικό τρόπο να ξεκινήσουν από την αρχή, πάλι το ίδιο «λάθος», την ίδια κουτουράδα θα έκαναν.

Κουκουέ κι ας μη δω εξουσία ποτέ (που λέει κι ένα οπαδικό σύνθημα, παραφρασμένο). Η οποία ή θα είναι λαϊκή-εργατική, ή δε θα είναι τίποτα και θα μας διαφθείρει.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Εννιά δεκαετίες

Οι διακυμάνσεις των αναλύσεων για την κατάσταση στην ελλάδα είναι εντυπωσιακές. Στην επέτειο του όχι είχαμε τριπλή κατοχή. Τώρα με το πολυτεχνείο έχουμε χούντα. Και στην 25η μαρτίου, θα έχουμε σκλαβιά και χρεοκρατία, ως το νεότερο στάδιο εξέλιξης της τουρκοκρατίας. Αλλά και τον κρίνο της ελε, που θα διαγράψει το παράνομο χρέος και θα φέρει την αλλαγή που ευαγγελίζονται οι αριστεροί οικονομολόγοι κι ο καζάκης με τη ρομφαία.

Κι αν αυτή είναι η γιορτή του ευαγγελισμού, με το ταξικό σωματείο, το πολυτεχνείο είναι η διπλή γιορτή της κομμουνιστικής ορθοδοξίας, γιατί συμπίπτει με την ίδρυση του κουκουέ.

Η διαφορά σε αυτές τις συμπτώσεις είναι ότι η ελληνική επανάσταση ξέσπασε μερικές μέρες πριν από την εικοστή πέμπτη μάρτη, αλλά έγινε μια μικρή, ιστορική νοθεία με την ημερομηνία, κατά τον χρυσό κανόνα της δημοσιογραφίας που λέει, μην αφήνεις ποτέ μια μικρή λεπτομέρεια να σου χαλάσει μια όμορφη ιστορία.

Και το πολυτεχνείο ξέσπασε μερικές μέρες πριν από τις 17, αλλά κορυφώθηκε στις 16 προς ξημερώματα δεκάτης εβδόμης, με την επέμβαση των τανκς και του μαστοράκη. Κι η ίδρυση του κόμματος είχε γίνει πολλά χρόνια νωρίτερα και δε μπορεί να μαγειρεύτηκε με σχήμα πρωθύστερο. Άσε που τα δικά μας καλά νέα (ευαγγελισμός) δε θα ‘ρθουν αναίμακτα, με κρίνο, ούτε καν με καισαρική, αλλά με τη βία ως μαμή –κι όχι ως μητέρα, γιατί πολλοί τα μπερδεύουν- που βοηθάει την ιστορία να ξεγεννήσει, αυτό που είναι πλέον ώριμο κι έτοιμο να γίνει πράξη.

Όπως ώριμο τέκνο της οργής ήταν και το κόμμα, που είδε το φως νοέμβρη του 18’, ένα χρόνο μετά το πέρας των δέκα ημερών που συγκλόνισαν τον κόσμο. Με τον οχτώβρη σε ρόλο μαμής, χωρίς πολλή βία ωστόσο, σχεδόν «βελούδινα», ακριβώς γιατί ήταν εντελώς ώριμος κι αναγκαίος, ως εξέλιξη. Τη βία την έφεραν εκ των υστέρων, όσοι επιχείρησαν να ξεριζώσουν τη σοβιετική εξουσία, κάνοντας εξαγωγή αντεπανάστασης.

Ανάμεσά τους κι ο βενιζέλος, που λένε ότι «ευνόησε» την ίδρυση της γσεε και του κκε –που έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα- για να μπορέσει να τα ελέγξει εκ γενετής και να τα ποδηγετήσει. Αλλά το κόμμα βρήκε τη φτερούγα της κομιντέρν, με τους 21 όρους και ξεστράτισε από την αγκάλη του, για να τιμωρηθεί με ιδιώνυμα, ξερονήσια κι άλλα τινά. Κάνε παιδί να δεις καλό δηλ. Κι ευτυχώς γι’ αυτούς, τους έμεινε η γσεε, που την κράτησαν με νύχια και με δόντια, με βία και νοθεία, κι έτσι παίζει τώρα τον κατάπτυστο ρόλο της.

Εδώ και 93 χρόνια λοιπόν, το κόμμα έχει υποστεί κι έχει ακούσει τα πάντα. Όπου αν δεν υπήρχαν τα πρώτα, τα δεύτερα (που ακούει) θα ήταν έως και διασκεδαστικά. Συλλεκτικό υλικό για τις κρύες νύχτες του χειμώνα, στο πιο κρύο απ’ όλα τα κρύα κτίρια, όπως λέει η οακκε τον περισσό σε μια ανακοίνωσή της.

Το κουκουέ είναι... Συμπληρώστε και κερδίστε. Όπου συνήθως κερδίζει ο φώτης παπούλιας ή κάποιος από το αλαφουζέικο, στη μεταξύ τους άμιλλα για το πιο ευφάνταστο σενάριο και την καλύτερη αντικουκουέ ατάκα.

Το κουκουέ είναι κόμμα αυτιστικό, μελαγχολικό, κολλημένο, κι άλλα τινά παρόμοια. Που όλα μαζί σε ένα θα μπορούσαν να βγάλουν κάτι σαν το alter ego εκείνης της διαφήμισης της νεολαίας πασοκ. Η ζωή είναι μαγκιά, η ζωή είναι έρωτας, είναι power. Και κατά βάση πασοκ. Ένα σποτάκι που έδωσε υλικό δεκαετίας τουλάχιστον για τις ανόητες αφίσες της πασπ.

Καμιά φορά πετυχαίνουμε στο ρίζο κάτι ξύλινα κομμάτια για τον αναντικατάστατο ρόλο του κόμματος και τα περνάμε ανέμελα, χωρίς να δώσουμε σημασία. Έλα όμως που έχουν δίκιο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που είχαν τα κόζια οι οπορτουνιστές έβαλαν στόχο να διαχυθεί το κόμμα σε κάτι ευρύτερο (εδα, συνασπισμός) και να μην υπάρχει αυτοτελώς. Και κομματικό πατριωτισμό να μην έχεις, αρχίζεις κάπου και την ψυλλιάζεσαι τη δουλειά.

Ακόμα και στις πλατείες αν το σκεφτείς, που έβαλαν κάποιοι ψήφισμα να καταργηθούν τα κόμματα, αυτό δεν στρεφόταν ακριβώς εναντίον όλων, αφού ούτως ή άλλως ήταν εκεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά κυρίως ενάντια στη λογική των κομμουνιστών και το δικό τους τρόπο δράσης.

Μικρή παρένθεση. Σύντροφε αναγνώστη που διαβάζεις το κείμενο και πιθανόν να λες, μα τι μας λέει τώρα το απολίθωμα; Η εργατική τάξη χρειάζεται ένα πρωτοπόρο κόμμα, αλλά δεν είναι το κουκουέ αυτό. Ας κάνουμε αφαιρετικά μια υπόθεση εργασίας. Έστω ότι έχεις δίκιο, κι ότι στη θέση του κκε υπήρχε το κουκουέ των ονείρων σου, ή ένα άλλο κουκουέ που είναι εφικτό. Ούτε αυτό θα ήταν ευπρόσδεκτο από μερικές μούρες, γιατί το ψήφισμα τους έλεγε να καταργηθούν όλα τα κόμματα, μαζί κι αυτό που ονειρεύεσαι. Κλείνει η παρένθεση.

Ωστόσο το κόμμα συνεχίζει. Εννιά δεκαετίες, υπερενηντάχρονη ιστορία, που οσονούπω θα κλείσει τα 100 και θα γίνει υπεραιωνόβια. Κι έλεγε ο σοβιετικός κυριούλης για τις επετείους αυτές ότι του θυμίζουν τις διαφημίσεις των ζαχαροπλαστείων που σου λένε ότι είμαστε μαζί απ’ το 1900 τόσο. Προτιμήστε τη φίρμα μας, ποιότης, εγγύηση.

Κι οι στρόγγυλες επέτειοι της οκτωβριανής στη σοβιετία; τον ρώτησα. Α, άλλο αυτό, μου λέει, γιατί του χτύπησα ευαίσθητη χορδή. Ε, πώς άλλο ρε περικλή; Αφού στην ουσια το ίδιο είναι. Μαζί γεννήθηκαν, μαζί δοξάστηκαν, εκεί γύρω στο 40’ κι ακολούθησαν παράλληλους βίους μέχρι την παρακμή και τη διπλή κρίση του 89-91.

Η διαφορά είναι ότι το κόμμα λαβώθηκε, αλλά δεν πέθανε και στενοχώρησε πολλούς που περίμεναν αυτό το θάνατο κι έλεγαν: Τώρα που έκλεισαν τα κεντρικά στη μόσχα δεν πρέπει να κλείσει κι η τοπική αντιπροσωπεία; Και τώρα λένε. Ενενήντα χρονών κόμμα, μα γιατί δεν πεθαίνει επιτέλους;

Δεν καταλαβαίνουν –οι καλοπροαίρετοι τουλάχιστον, γιατί οι άλλοι μια χαρά το κατανοούν και το επιβεβαιώνουν απ’ την ανάποδη με τη δράση τους- δύο βασικά πράγματα. Το πρώτο, ότι είναι ευτύχημα για το λαό μας που δεν πέθανε εν τέλει το κουκουέ. Γιατί αν είχε πεθάνει θα ‘χαμε ένα τεράστιο πισωγύρισμα που θα πήγαινε και τις κατακτήσεις μας πολλά χρόνια πίσω. Και τώρα τις πάνε δηλ αλλά δυσκολεύονται, γιατί υπάρχουν αντιστάσεις που γεννάνε ελπίδες για κάτι παραπάνω. Γι’ αυτό κι έχουν λυσσάξει οι αστοί για την τελευταία σοβιετική χωρα της ευρώπης. Ενώ στην υπόλοιπη ευρώπη μας νίκησε ο ευρωκομμουνισμός κι ακόμα ψαχνόμαστε και ψάχνουμε για συμμάχους στο δέκατο πέμπτο διαμέρισμα του παρισιού και σε κάτι διασπάσεις της επανίδρυσης.

Θα ‘μασταν λοιπόν κι εδώ στα επίπεδα του εξωκοινοβουλίου. Και δεν εννοώ ως ποιότητα –που αυτό το συζητάμε- αλλά από άποψη μεγέθους. Θα ξαναβρίσκαμε το δρόμο μας και θα φτιάχναμε κάτι άλλο, αλλά μετά κόπων και βασάνων, ξεκινώντας από το μηδέν, χωρίς τη θεμέλια βάση. Και θα ψάχναμε μεταφυσικά έναν τρίτο πόλο ή έναν τρίτο δρόμο, ενώ τώρα έχει γίνει σαφές σε πολύ κόσμο το σύνθημα: πέντε κόμματα, δύο πολιτικές.

Το δεύτερο εξηγεί ως ένα βαθμό το πρώτο, κι είναι αυτό που έλεγε ο ζαχαριάδης.
Το κουκουέδικο –στο βαθμό που είναι τέτοιο και δεν κρατάει κατ’ ευφημισμόν το όνομα, χωρίς την χάρη- είναι ένα με το λαό. Έβγαλε ρίζες κι έγινε αειθαλές, παντός καιρού, που αντέχει στη φωτιά και το τσεκούρι. Αλλά και στη βαρυχειμωνιά που πλάκωσε και κόλλησε ξανά τον πάγο που έσπασε στη ρωσία.
Και σε αυτό συνίσταται κατά βάθος η περίφημη ελληνική ιδιαιτερότητα.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Dum Σπύρο spero

Αυτή την χρονιά εικοσαρίζουν μια σειρά επέτειοι μεγάλων γεγονότων. Η διάσπαση του κκε, η διάλυση της εσσδ, η ίδρυση της εαακ, το τελευταίο πρωτάθλημα του άρη στο μπάσκετ. Και το πρώτο επεισόδιο των απαράδεκτων στην ελληνική τηλεόραση.

Τι ήταν οι απαράδεκτοι; Η επιτομή του χαβαλέ. Ένα υστερόγραφο του 80 και της μεταπολίτευσης εν γένει, ως επισφράγισμα της δεκαετίας που καθιέρωσε τον χαβαλέ, ακόμα κι ως χαρακτήρα ταινίας, στο ρόδα, τσάντα και κοπάνα, στο πρόσωπο του μίμη φωτόπουλου με τις αριστερές καταβολές.

Γίνεται όμως να υπάρχει πολιτικός χαβαλές και δη αριστερός;
Αυτή ήταν η βασική ένσταση των «πούρων ιδεολόγων» της εποχής που απέρριψαν τη σειρά από θέση αρχής, ενάντια στο χαβαλέ κλίμα των καιρών και το απολιτίκ παρεΐστικο που έσπερνε. Σήμερα όμως που τα κοιτάμε από κάποια απόσταση και θερίζουμε θύελλες απολιτίκ νιρβάνας, η ματιά μας έχει μια δόση νοσταλγίας, γι’ αυτό που αργοπέθαινε, αλλά υπήρχε ακόμα ως δυναμική.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε εποχή έχει το χιούμορ που της αξίζει, σε ευθεία σχεδόν αναλογία –σε τελική ανάλυση- με το βαθμό πολιτικοποίησης, που διαμορφώνει το σενάριο, τους συντελεστές και το κοινό ενός έργου.

Τι διαφορετικό είχαν οι απαράδεκτοι;
Τον πρώτο τηλεοπτικό ρόλο ομοφυλόφιλου, που έσπαγε ένα ταμπού χρόνων, χωρίς να παρουσιάζει μια κραγμένη καρικατούρα, για να εκβιάσει το γέλιο. Για πολλούς η ερμηνεία του μπέζου ήταν και το κλειδί της επιτυχίας, που έκανε τη διαφορά.

Για άλλους ήταν το σενάριο της δήμητρας, που είχε περάσει ένα φεγγάρι κι απ΄την κνε –όπως κι η μισή ελλάδα άλλωστε. Ή ο νιτσεϊκός μηδενισμός του ζαμαν-φου βλάση, που είχε παίξει κάποτε στο ρόλο του τσε, σ’ ένα έργο για τους θαυμαστές του περόν και της βουγιουκλάκη.

Υπήρχε ακόμα ο χαλακατεβάκης, με τα συντηρητικά αντανακλαστικά του μικροαστού –που είκοσι χρόνια μετά μπορεί να τον οδήγησαν στις πλατείες. Γκεστ σταρ ο φιλιππίδης, στο ρόλο του τελευταίου συμπαθή μπάτσου, που κυνηγούσε τα ανατρεπτικά στιχάκια του καζαντζίδη, για μια κοινωνία άλληνε –τα φωνάζουμε και στο παμε, σα σύνθημα καμιά φορά. Κι η ρένια, το αστροπελέκι, το οποίο κλεισμένο σε κύκλο, μας δίνει το σήμα της κατάληψης, σαν κι αυτής στο φρικ άουτ –επεισόδιο που αναλύθηκε και σε προηγούμενη ανάρτηση.

Ουσιαστικά όμως τη διαφορά την κάνει ο σπύρος παπαδόπουλος, στο ρόλο του κομμουνιστή, που είναι ταμπού μεγαλύτερο κι από την ομοφυλοφιλία, και συνήθως βρίσκει χώρο στο γυαλί μόνο σα φτηνή καρικατούρα, χωρίς γέλιο κι έμπνευση. Κάτι που καθιστά το ρόλο μοναδικό για τα ελληνικά τηλεοπτικά δεδομένα.


Ο σπύρος είναι ο τυπικός κομμουνιστής της γενιάς του, που έχει γευτεί τα καλά του συστήματος και παλεύει με τη συνείδησή του, για να μην αφομοιωθεί, με τα κύματα της αντεπανάστασης και τις εξελίξεις που τον προσπερνούν. Θάλασσες μας ζώνουν, κύματα μας κλειούν. Και αυτός στη μέση, σαν αμήχανος οδυσσέας να προσπαθεί να καταλάβει. Τι έγινε ρε παιδιά; Γιατί βγήκε τόσο φτωχική η ιθάκη;

Αυτή είναι η αγαπημένη ατάκα του σπύρου. Μια κραυγή αγωνίας μόλις καλυμμένης κι υπαρξιακής, που συνοψίζει τις σκέψεις κάθε συντρόφου εν μέσω ανατροπών και συμπληρώνεται διαλεκτικά απ’ το ρητορικό ερώτημα: μας την πέσανε; Η εσωτερική βεβαιότητα ότι κάποια προδοσία παίχτηκε, και εμείς ψάχνουμε να βρούμε αν ήταν δούρειος ίππος ή κερκόπορτα.

Το δράμα του σπύρου δίνεται αυτούσιο στο επεισόδιο με τις βιντεοκασέτες και την παπαρήγα την καλή, με την τριβή με τις μάζες και τα λαϊκά αποφθέγματα που τα καταλαβαίνει ο κόσμος. Τη μετωπική αλέκα, που μιλάει ακόμα για εξάρτηση, έχει πάρει τον αέρα των καναλιών και τους τα λέει χύμα. Και τώρα τρέμουμε –που λέει ο λόγος- μη τυχόν αλλάξει, γιατί αυτήν τη μάθαμε και την αγαπήσαμε.

Ενίοτε μελετάμε τους λόγους της και στο βίντεο, σαν το σπύρο. Που όταν κάλεσε σπίτι του το σύντροφο της καθοδήγησης, να του δείξει πως δεν είναι οπορτούνα, αντί για την αλέκα του βγήκε τσόντα. Σαν εκείνη την πορεία στη θεσσαλονίκη, που κάποιοι είχαν κάνει τρικάκια με εικόνες πορνοπεριοδικών και τα πέταξαν τσόντα στα αισθησιακά συνθήματα των αναρχικών.

Κι όταν πήγε να δει πορνό με τη δημητρούλα για να φτιαχτούν, του βγήκε πάλι η αλέκα. Χωρίς γραμμή ο σπύρος δε γαμεί, που λεν κι οι εχθροί μας. Και τότε ξέσπασε σε λυγμούς. Γιατί ρε γαμώτο με κυνηγά παντού αυτό το κόμμα;
Το γνωστό σύνδρομο καταδίωξης κάθε κομμουνιστή απ’ τα χρόνια της παρανομίας, αντεστραμμένο σε συνθήκες νομιμότητας, που εσωτερικεύεται στην οργάνωση και τελικά στρέφεται εναντίον της.

Κατά βάθος όμως, καλό είναι να τα ‘χεις καλά με το κόμμα, όπως λέει ο σπύρος. (Γιατί;) Βρίσκεις άκρες από δω, από κει. (Πού;) Ξέρω γω, πουθενά. Έτσι το λέω.
Γενικώς οι κουκουέδες ως φάρα δε βολεύονται, σε διάφορα πόστα, ή με λιγότερο ουρανό. Θέλουν το καλό του κόμματος, γιατί το συνδέουν με το δικό τους και το καλό της τάξης τους. Χίλιοι καλοί χωράνε κι ένας ρούσης περισσεύει.

Σε τελική ανάλυση ο ρόλος του σπύρου είναι πιστό αντίγραφο της πραγματικής του ζωής. Αλλά η ενότητα βρίσκεται μες στη διαφορά και την πάλη των αντιθέτων. Ως χαρακτήρας στη σειρά είναι άκρως συμπαθής, ο ίδιος πάλι όχι. Ακολούθησαν βίους παράλληλους με το φασούλα. Ξεκίνησαν κομμουνιστές με μακριά, σγουρά μαλλιά για να καταλήξουν πλούσιοι, κουρεμένοι πασοκόγαβροι, που ‘ναι το χειρότερο είδος.

Αν γράφω ωστόσο αυτό το κείμενο, είναι γιατί ο σπύρος παπαδόπουλος είναι ίσως ο πλέον τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του πολυτεχνείου, που ξέχασε γιατί παλεύει κι αφομοιώθηκε από το σύστημα. Και γιατί η αγαπημένη του ατάκα στο σίριαλ –τι έγινε ρε παιδιά;- προσφέρεται για μια σειρά συνειρμούς για τη συγκυρία.

Ας αφήσουμε πίσω τα παιδιαρίσματα για τη μετώπη ή για ένα σκαλοπάτι κ ας δούμε σοβαρά τι μπορούμε να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε «τα παιδιά» που χτες στη θεσσαλονίκη στειλαν κόσμο στο νοσοκομείο, έτσι για εκτόνωση. Εμπρός στο δρόμο που χάραξε το πολυτεχνείο κι η θρυλική φωνή: πίσω απ’ τα παιδιά, πίσω απ’ τα παιδιά.

Ντύσου πρόχειρα και βγάλε το μαλόξ σου
Πες ο σύντροφος πως είμαι ο παιδικός σου


Ας κλείσουμε με λίγο σοσιαλιστικό σουρεαλισμό.

Μυκήνες, μυκήνες
Είστε από εκείνες
Που μ’ αρέσουν
Θέλω να πάω με το σπύρο
Να φάω κι ένα γύρο


Κι ως γνωστόν, ο τρίτος ο γύρος θα είναι ο τελικός. Βενσερέμος

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Περί βασικής αντίθεσης κι άλλων τινών

Ο κλασικός μαρξιστικός ορισμός για τη βασική αντίθεση στον καπιταλισμό βάζει από τη μια την ολοένα αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής κι από την άλλη την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Με άλλα λόγια, ενώ αυξάνονται συνεχώς όσοι συμμετέχουν στην παραγωγή, αυτός που καρπώνεται τον πλούτο που παράγεται είναι μια –διαρκώς μειούμενη- χούφτα εκμεταλλευτών. Αυτή η αντίφαση είναι αξεπέραστη μες στα πλαίσια του συστήματος κι υποσκάπτει τα θεμέλιά του.

Το βασικό μειονέκτημα αυτού του σχήματος είναι ότι εντοπίζει τους δύο πόλους της αντίθεσης σε διαφορετικά πεδία. Το πρώτο σκέλος (κοινωνικοποίηση της παραγωγής) έχει να κάνει με το κομμάτι της παραγωγής ενώ το δεύτερο (ατομική ιδιοποίηση) με τη σφαίρα της διανομής. Επομένως η αντίθεση είναι υπαρκτή, όχι όμως και η βασική, αλλά παράγωγη της βασικής.

Ποια είναι όμως η βασική αντίθεση στον καπιταλισμό; Δεν είναι άλλη από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, ως η ειδική μορφή που παίρνει στον καπιταλισμό η διαχρονική αντίθεση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας. Το κεφάλαιο είναι νεκρή, αντικειμενοποιημένη εργασία που απομυζά την υπεραξία της ζωντανής, ως βασική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του.

Στον καπιταλισμό, τα νεκρά κεφάλαια είναι πιο σημαντικά από τον ζωντανό εργαζόμενο, οι τράπεζες πάνω από τους λαούς και τα κέρδη από τους ανθρώπους –όπως έλεγε και εκείνο το ιδεαλιστικό σύνθημα του φόρουμ, που ήθελε να βάλει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη, χωρίς να τα καταργήσει. Με δυο λόγια τα άψυχα, μετράν πιο πολύ από τα έμψυχα. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική λειτουργία του συστήματος, που θα ‘κανε και τους ιδεαλιστές ακόμα να παλέψουν για την ανατροπή του, στο πλευρό των οπαδών του (διαλεκτικού) υλισμού.

Ποια είναι όμως η βασική αντίθεση στο σοσιαλισμό;
Στο έργο του για τα οικονομικά προβλήματα στην εσσδ ο σύντροφος με το μουστάκι λέει ότι ο βασικός νόμος κίνησης του σοσιαλισμού έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την ανώτατη ικανοποίηση των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών, μέσω της τελειοποίησης της σοσιαλιστικής παραγωγής στη βάση της πιο υψηλής τεχνικής. Στην ίδια λογική ο βασικός νόμος ακινησίας της μπρεζνιεφικής εποχής ήταν το τρένο της ετε που χάσαμε στη μάχη με τον ιμπεριαλισμό, τον τελευταίο σταθμό του καπιταλισμού, όπως έλεγε και μια παλιά μετάφραση στο έργο του βλαδίμηρου.

Δεν ξέρω αν ο βασικός νόμος ταυτίζεται με τη βασική αντίθεση. Ως βασικό νόμο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, ο στάλιν ορίζει το ανώτατο κέρδος, κι όχι τους ορισμούς που δώσαμε παραπάνω. Ο στάλιν φαίνεται να ταυτίζει το βασικό νόμο με τον τελικό σκοπό της παραγωγής. Για το σοσιαλισμό είναι η τελειοποίηση της παραγωγής για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ στον καπιταλισμό είναι το κέρδος, χωρίς να αναφέρεται κάποια βασική αντίθεση ως κινητήρια δύναμη. Κατ’ ουσίαν όμως μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Γιατί οι αντιφάσεις είναι η πηγή της κοινωνικής εξέλιξης και των βασικών νόμων που διέπουν την κίνησή της.

Μερικές παρατηρήσεις πάνω στα προηγούμενα.
Η αντιθετική σχέση στον παραπάνω νόμο, ορίζεται από το δίπολο της παραγωγής με τις ανάγκες, όπου το δεύτερο σκέλος έχει να κάνει με τη σφαίρα της διανομής. Κάτι που μας επιστρέφει στον αρχικό μας συλλογισμό. Η σφαίρα της διανομής επικαθορίζεται από την παραγωγή, που είναι το κύριο, το πλέον ουσιώδες χαρακτηριστικό ενός κοινωνικού σχηματισμού. Κατά συνέπεια, η βασική αντίθεση που τον διέπει, πρέπει να εντοπίζει τους δύο πόλους της στη σφαίρα της παραγωγής. Ή όπως λέει ο μαρξ, στην κριτική του προγράμματος της γκότα, η κάθε φορά διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι μονάχα συνέπεια της διανομής των όρων παραγωγής.

Στον ίδιο σκόπελο σκόνταψε κι ο λέοντας, στην προδομένη επανάσταση, όταν προσπάθησε να εξηγήσει την σοβιετική γραφειοκρατία ως φαινόμενο, βάση των όρων διανομής. Όταν υπάρχουν λίγα αγαθά οι αγοραστές κάνουν ουρά κι είναι αναγκαίος ένας αστυφύλακας να κρατάει την τάξη. Αυτή είναι η αφετηρία της εξουσίας της γραφειοκρατίας, που ξέρει ποιος πρέπει να πάρει κάτι και ποιος πρέπει να περιμένει.

Πώς δικαιολογεί ο λέοντας αυτή την προσέγγιση;
Οι επιπόλαιοι θεωρητικοί παρηγορούν τον εαυτό τους τονίζοντας ότι η διανομή πλούτου είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την παραγωγή του. Ωστόσο, η διαλεκτική της αλληλεπίδρασης διατηρεί εδώ όλη τη δύναμή της.

Στο βιβλίο του για τη σοβιετική γραφειοκρατία ο σοβιετικός κυριούλης αναγνωρίζει μεν ότι ο λέοντας σε άλλα έργα του προσπαθεί να ανιχνεύσει βαθύτερα κοινωνικά αίτια του φαινομένου. Αλλά ασκεί σκληρή κριτική στο συγκεκριμένο συλλογισμό κι υπενθυμίζει ένα απόσπασμα του μαρξ, από την κριτική στο πρόγραμμα της γκότα και πάλι.

Ο χυδαίος σοσιαλισμός κληρονόμησε από τους αστούς οικονομολόγους την αντίληψη να θεωρεί και να χειρίζεται τη διανομή ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής και να παρουσιάζει το σοσιαλισμό σα να περιστρέφεται κυρίως γύρω από τη διανομή.

Αυτήν την κατηγορία μπορούμε να τη βρούμε ακόμα και σήμερα, στους εν γένει αριστερούς, που μιλάν γενικά για φτωχούς και πλούσιους και ταυτίζουν χυδαία το σοσιαλισμό με την ανακατανομή πλούτου, γενικά κι αόριστα.

Παρόλα αυτά ο αρχικός προβληματισμός παραμένει ανοιχτός. Εφόσον οι ανθρώπινες ανάγκες είναι το αρχικό κίνητρο της παραγωγής, μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύων παράγοντας η σφαίρα της διανομής; Και πόσο βασική είναι η αλληλεπίδραση που επισημαίνει ο τρότσκι;

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του, ο σοβιετικός κυριούλης δίνει τον ορισμό του βαζιούλιν και της λογικής της ιστορίας για τη βασική αντίθεση στο σοσιαλισμό.

Η βασική αντίφαση του σοσιαλισμού είναι η αντίφαση μεταξύ της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και του ακόμα ανώριμου κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής, ή αλλιώς της τυπικής κοινωνικοποίησής της –την οποία η κε του μπλοκ προτιμάει να τη λέει ανώριμη, κατ’ αντιστοιχία του ανώριμου κομμουνισμού που χρησιμοποιεί ο βλαδίμηρος για το σοσιαλισμό.

Το βασικό πλεονέκτημα αυτού του ορισμού είναι ότι εντοπίζει και τους δύο πόλους της αντίθεσης στο κομμάτι της παραγωγής και συγκεκριμένα στο διαλεκτικό δίπολο παραγωγικές δυνάμεις (πδ)-σχέσεις παραγωγής (πσ). Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να γίνει μια παρέκκλιση για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ πδ και πσ (ποιο είναι το πρωτεύον, βαθμός αντιστοίχησης κτλ), αλλά αυτό ίσως μας απασχολήσει σε επόμενη ανάρτηση.

Στον επίλογο θα κάνουμε μια δημιουργική εφαρμογή όσων είδαμε παραπάνω.
Ο ευτύχης έχει πει ότι η διαλεκτική σχέση που ορίζει τη λειτουργία του κκε είναι το διαλεκτικό δίπολο μεταξύ σεχταρισμού κι οπορτουνισμού, όπου το κόμμα κινείται σαν πολιτικό εκκρεμμές.

Αυτή είναι όμως κι η βασική αντίθεση του ίδιου του ευτύχη. Αφού αντέδρασε στο οπορτουνιστικό 89’ αποχωρώντας απ’ το κκε, έφτιαξε μια σέχτα του εξωκοινοβουλίου αντί για κόμμα, και τώρα διακηρύσσει ανοιχτά την οπορτουνιστική ιδέα της παναριστεράς.

Γενικότερα ωστόσο η βασική αντίφαση κάθε συντρόφου, στη δράση του και το προτσές διαμόρφωσης της προσωπικότητάς του, είναι η εξής: αφενός πρέπει να ξεχωρίσει από τον χυλό, να μην τον καταπιεί ο μέσος όρος, να καλλιεργήσει κάθε κλίση κι ενδιαφέρον που έχει και να αποκτήσει ειδικές αρετές και προσόντα. Κι από την άλλη πρέπει να μην αποκοπεί απ’ τις μάζες, να μην τις κοιτάει αφ’ υψηλού με σνομπ διάθεση, να γειώνει τις γνώσεις του στις μάζες, να πιάσει τον παλμό τους και να τον εκφράσει, αν θέλει να είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του.

Παράγωγη αυτής της σχέσης είναι κι η αντίθεση μεταξύ στείρου πρακτικισμού και ακαδημαϊκής ενασχόλησης με τη θεωρία –ή αλλιώς αμπελοφιλοσοφίας- ως ειδική μορφή της αντίθεσης μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας.

Τιμή και δόξα στους συντρόφους που παλεύουν καθημερινά και καταφέρνουν να υπερβούν διαλεκτικά αυτήν την αντίθεση. Κι είναι προφανές ότι δε συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου σε αυτούς.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Το βρώμικο 36'

Χτες το αστικό παζάρι κατέληξε στο όνομα του πρωθυπουργού που θα τεθεί επικεφαλής στη νέα κυβέρνηση συνεργασίας. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι παρόμοιο ήταν με το ζολώτα το 89'. Το οποίο πέρασε στη συλλογική μνήμη ως βρώμικο, από τους βρομοπασόκους του κοσκωτά, ενώ εμείς γίναμε κολυμπήθρα του σιλωάμ και μας έμεινε η ρετσινιά.

Αλλά ο σημερινός συνειρμός οδηγεί δια της τεθλασμένης στο εθνοσωτήριο –για το έθνος των αστών- 1936 και τις απανωτές περίεργες συμπτώσεις εκείνης της χρονιάς. Που ίσως θυμίζουν σε επιμέρους πτυχές τους και τα σημερινά γεγονότα.

Οι εκλογές του γενάρη του 36’ δεν έδωσαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κανένα αστικό κόμμα. Η ηγεσία του κουκουέ, θορυβημένη από την πρόσφατη παλινόρθωση της βασιλείας, ήθελε πάση θυσία να σχηματίσει λαϊκό μέτωπο ενάντια στο φασισμό. Η διαπραγμάτευση με τον τσαλδάρη του λαϊκού κόμματος ναυάγησε, αλλά αυτές με τους φιλελεύθερους έδωσαν το σύμφωνο σοφούλη-σκλάβαινα. Ο σοφούλης εκλέχτηκε πρόεδρος της βουλής με τις ψήφους των βουλευτών του παλλαϊκού μετώπου, αλλά αρνήθηκε να γίνει πρωθυπουργός με τη στήριξη των κομμουνιστών και πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τη συμφωνία που υπέγραψε.

Ίσως κάποια βρώμικα μυαλά συνδέσουν πονηρά το 89’ με το σύμφωνο σοφούλη-σκλάβαινα. Αλλά οι πιο ζουμερές ομοιότητες αρχίζουν παρακάτω. Ας δούμε πώς διηγείται τα γεγονότα ο βλαντάς στο βιβλίο του ο νίκος ζαχαριάδης και 22 συνεργάτες του –εκδόσεις γλάρος.

Με τις ψήφους των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων (φιλελεύθερων και λαϊκών) σχηματίστηκε και η δεύτερη κυβέρνηση του εξωκοινοβουλευτικού καθηγητή κώστα δεμερτζή στις 14-3-1936, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον γιάννη μεταξά που είχε 4 βουλευτές.
Κρατάμε την πρώτη εισαγωγική ομοιότητα και συνεχίζουμε.

Στις 5-3-1936, ο τότε παλατιανός υπουργός στρατιωτικών αλέξανδρος παπάγος πήγε στο παλάτι σαν εκπρόσωπος των τριών επιτελείων, στρατού, ναυτικού και αεροπορίας. Είπε στο βασιλιά ότι οι ένοπλες δυνάμεις δε θα ανεχτούν σχηματισμό κυβέρνησης με τις ψήφους των κομμουνιστών βουλευτών.

Ο βασιλιάς άκουσε τον παπάγο, χωρίς να του δώσει καμιά απάντηση. Μόλις έφυγε από το παλάτι, κάλεσε το μεταξά και τον ρώτησε αν θα αναλάμβανε το υπουργείο στρατιωτικών, για να επιβάλει πειθαρχία στις ένοπλες δυνάμεις. Απειθαρχία θεώρησε το διάβημα του παπάγου. Αντί να έχει τρεις συνδιχτάτορες αρχηγούς επιτελείων, προτίμησε το μεταξά για συνδιχτάτορα, γιατί ήξερε ότι πίσω του βρισκόταν η χιτλερική γερμανία.

(Εδώ η κε του μπλοκ κρατά με σεβασμό στην παράδοση και την ευφωνία το χι στο συνθετικό διχτάτορας, που χρησιμοποιεί ο βλαντάς).

Για να δείξει ο μεταξάς στο βασιλιά ότι θα ήταν συνδιχτάτορας, έθεσε σαν όρο να διευθύνει απρόσκοπτα το υπουργείο στρατιωτικών, να καλέσει στο παλάτι τον πρωθυπουργό δεμερτζή, αυτός να περιμένει στο διπλανό δωμάτιο για να ακούσει τη συνομιλία βασιλιά-δεμερτζή. Μετά να βγει από κει και να ορκιστεί υπουργός στρατιωτικών και μετά μυστικά να φτάσει στο υπουργείο.
Αυτό έγινε. Άρα, στις 5-3-1936 εγκαθιδρύθηκε ουσιαστικά η βασιλομεταξική διχτατορία κι όχι στις 4 αυγούστου.

Η υπογράμμιση είναι δική μου για να τονίσει το ντεζαβού. Περίμενε στο διπλανό δωμάτιο ο επίδοξος διχτάτορας...
Πάμε τώρα και στο πιο ιντριγκαδόρικο κομμάτι.

Στις 13-4-1936 πέθανε ξαφνικά ο πρωθυπουργός δεμερτζής. Τότε ήταν 60 χρονών και πολύ καλά στην υγεία του. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τον δολοφόνησαν οι βασιλιάς-μεταξάς. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο βασιλιάς διόρισε τον μεταξά πρωθυπουργό, χωρίς να συμβουλευτεί τους αρχηγούς των δυο μεγάλων αστικών κομμάτων.

Στις 30-4-1936 οι βουλευτές των δυο μεγάλων αστικών κομμάτων εξουσιοδότησαν τον μεταξά να κυβερνάει χωρίς τη βουλή, ως το σεπτέμβρη. Έτσι αυτοκτόνησε αυτή η βουλή. Το κουκουέ κι ο ζαχαριάδης δεν κατάλαβαν ότι ο ξαφνικός θάνατος του δεμερτζή ήταν δολοφονία, για να γίνει πρωθυπουργός ο μεταξάς. Δεν κατάλαβαν τίποτα και για δύο άλλους θανάτους.

Στις 31-1-1936 «πέθανε ξαφνικά» ο γεώργιος κονδύλης, σε ηλικία 56 χρονών. Χάρη σε αυτόν παλινορθώθηκε η μοναρχία, αλλά ο βασιλιάς γλύξμπουργκ τον έβαλε στο περιθώριο. Στις 30-1-1936, ο κονδύλης ζήτησε ακρόαση από το βασιλιά, για να του πει ότι έπρεπε να σχηματιστεί ισχυρή κυβέρνηση για να αποφευχτεί ο κομμουνιστικός κίνδυνος με τον ίδιο πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα ετοίμαζε στρατιωτικό πραξικόπημα αν ο βασιλιάς του έδινε αρνητική απάντηση.


Η συνάντηση με το βασιλιά ορίστηκε στις 31 γενάρη, αλλά το πρωί βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. λένε ότι δηλητηρίασαν την οδοντόπαστα και την οδοντόβουρτσα που έπλυνε το στόμα του. Αυτά εξαφανίστηκαν, νεκροψία του κονδύλη δεν έγινε.
Σσ: Τι σου είναι αυτή η κάθαρση... (οδόντων και γενικότερα).

Τη νύχτα της 16 προς 17-5-1936, «πέθανε» και ο αρχηγός του λαϊκού κόμματος παναγής τσαλδάρης. Αυτός έκανε διαπραγματεύσεις με το σοφούλη για σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης από τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα, για να μπει τέλος στην πρωθυπουργία του μεταξά. Άρα, βασιλιάς-μεταξάς τον δολοφόνησαν, για να αποτρέψουν την ανατροπή της βασιλο-μεταξικής δικτατορίας.

Όταν πέθανε ο τσαλδάρης ήταν 69 χρονών και πολύ καλά από άποψη υγείας. Ο παναγής τσαλδάρης ήταν ένας μετριοπαθής δεξιός ηγέτης, δεν ήθελε την παλινόρθωση της μοναρχίας, εκβιάστηκε από τον στρατηγό κονδύλη για να συμφωνήσει με την παλινόρθωσή της. Αυτό, ποτέ δεν του το συχώρεσε ο γεώργιος γλύξμπουργκ.


Υπενθυμίζω ότι τον μάρτη της ίδιας χρονιάς είχε πεθάνει κι ο βενιζέλος στο παρίσι, ενώ λίγους μήνες αργότερα πέθανε κι άλλο ένα ηγετικό στέλεχος της παράταξης, ο αστός ριζοσπάστης παπαναστασίου. Αυτός πιθανότατα από φυσικά αίτια.
Συνεχίζουμε με το επιμύθιο.

Στις αρχές αυγούστου 1936 η ηγεσία του κκε προσπάθησε να γίνει γενική πανεργατική απεργία. Αυτό έδωσε το πρόσχημα για ένα δήθεν βασιλομεταξικό πραξικόπημα. Κανένα πραξικόπημα δεν έγινε στις 4-8-1936. Απλά, οι δυο συνδιχτάτορες κατάργησαν και τυπικά μια βουλή που είχε αυτοκτονήσεις στις 13-4-1936, όταν σαν άβουλο κοπάδι παραδέχτηκε το διορισμό του μεταξά σαν πρωθυπουργού.

Στις 4-8-1936, οι δυο συνδιχτάτορες διακήρυξαν δημόσια τη διχτατορία που είχαν εγκαθιδρύσει στις 5-3-1936, όταν ο μεταξάς έγινε υπουργός στρατιωτικών. Από τις 4-8-1936 όλοι μιλούν και γράφουν για απρόσωπη τεταρταυγουστιανή και όχι βασιλομεταξική διχτατορία. Αυτό δείχνει πόσο μελετιέται και η πρόσφατη πολιτική ιστορία μας.


Στη συνέχεια βέβαια ο βλαντάς ασκεί σκληρή κριτική στο κόμμα, στα όρια της εμπάθειας θα μπορούσα να πω -αν και στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση.

Τι έκανε στο παραπάνω χρονικό διάστημα ο ζαχαριάδης με τα άλλα μέλη του πολιτικού γραφείου; Κατ’ αρχή τίποτα δεν κατάλαβαν από το διορισμό του μεταξά σαν υπουργού στρατιωτικών στις 5-3-1936. Μόνο στις 25 μάρτη δημοσίεψαν μια ανακοίνωση, για τον κίνδυνο που δημιουργούσε αυτός ο διορισμός. Αυτή έμοιαζε με ξόρκι, δεν ήταν σύνθημα για κοινή δράση των δημοκρατικών δυνάμεων για διώξιμο του μεταξά από την κυβέρνηση.

Ο ζαχαριάδης με τους στενούς συνεργάτες του τίποτα δεν κατάλαβαν από τα παραπάνω γκανγκστερικά που γίνονταν μπρος στα μάτια τους. Οι ηγέτες του κουκουέ ασχολούνταν με γελοία κατασκευάσματα, σα λαϊκό μέτωπο με τους ανυύπαρχτους σοσιαλιστές κι άλλες ασήμαντες δυνάμεις.


Προσπερνάμε τη μονομερή κριτική του κι ερχόμαστε στο σήμερα. Η ιστορική αναδρομή θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως προειδοποίηση για τις εξελίξεις το επόμενο διάστημα. Εμένα όμως άλλο με προβληματίζει.

Η περίπτωση του ελληνικού χρέους που ενδέχεται να δράσει ως καταλύτης και να επηρεάσει το σύνολο της ευρωζώνης, αποδεικνύει τη βαθιά σύνδεση των διαφόρων εθνικών οικονομιών και μπορεί πιθανόν να στηρίξει τη θεωρία της (ανισότιμης) αλληλεξάρτησης. Εξάλλου κι η ιμπεριαλιστική ιταλία σε μηχανισμό επιτήρησης μπαίνει επί της ουσίας.
Το αυτό ισχύει και για το ενδεχόμενο μιας ριζικής, πολιτικής αλλαγής, που ίσως λειτουργήσει ως ντομινο και φέρει εξελίξεις σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Από την άλλη όμως... Όταν βλέπεις το σαμαρά να προσπαθεί να μείνει εκτός κάδρου, όχι μόνο για προσωπικούς λόγους, αλλά για να μην καεί η επόμενη σοβαρή εναλλακτική της αστικής τάξης... και την εε να τους γράφει όλους κανονικά και να τους επιβάλει να συνεργαστούν με άκρως ταπεινωτικό τρόπο... αναρωτιέσαι τι άλλο παρά εξάρτηση έσχατου βαθμού, μπορεί να θεωρηθεί αυτή η εξέλιξη.

Το πλέον σίγουρο είναι ότι ο πραγματικός εχθρός μιας πιθανής νικηφόρας επανάστασης στο άμεσο μέλλον, δε θα είναι η αδύναμη αστική τάξη της ελλάδας, αλλά ο διεθνής συνασπισμός των δυνάμεων του κεφαλαίου και της μαύρης αντίδρασης, που θα πέσουν σαν ύαινες για να κατασπαράξουν την επανάσταση εν τη γενέσει της. Κι αυτό καθιστά επιτακτική την ανάγκη ενδυνάμωσης του κομμουνιστικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Να το λες βέβαια, μια κουβέντα είναι...

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Το τείχος είχε τη δική του ιστορία

Κάποιοι την έγραψαν στο δρόμο με μπογιά, κόκκινη της ddr. (Αυτά τα κόκκινα σημάδια στο τείχος, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα). Κι ύστερα με γκράφιτι πάνω στο ίδιο το τείχος λίγο πριν πέσει. Ή μάλλον λίγο πριν το ρίξουνε.

Όπως και στην περίπτωση της σοβιετίας το βασικό ερώτημα για το τείχος του βερολίνου παραμένει αν το γκρέμισαν ή κατέρρευσε μόνο του υπό το βάρος των εσωτερικών μας αντιφάσεων. Αν το έριξαν οι λαοί ή οι ιμπεριαλιστές κι οι εκ των έσω προδότες. Ποιος φυλούσε την κερκόπορτα στο τσεκπόιντ τσάρλυ. Κι αν αρκούσε μια παρανόηση κι ένα λάθος τηλεφώνημα –ενός φονιά- για να ανοίξει διάπλατα.


Οι αστοί δημοσιολόγοι το αποκαλούσαν τείχος της ντροπής. Δεν πειράζει. Μισή ντροπή δική τους κι η άλλη μισή στην κίνα βρίσκεται, που μας έλεγε σοσιαλιμπεριαλιστές. Αν κι εκείνο τον καιρό, είχαν ήδη υποδεχτεί τον γκόρμπι στο πεκίνο, έζησαν το δικό τους 89’ στην τιεν αν μεν και δεν είχαν πλέον πολύ μεγάλη σχέση με τον μάο που έβγαλε το σχετικό όρο, θυμίζοντας κάπως εκείνη την παιδική φράση: όποιος το λέει πρώτος είναι. Ή γίνεται στη συνέχεια. Ή τέλος πάντων κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, όπως λένε οι μεγάλοι.

Μπορεί λοιπόν οι αστοί να θεωρούν το τείχος ζαβολιά και να το αποκαλούν της ντροπής, αλλά μισή ντροπή δική τους, μισή δική μας. Σαν το βερολίνο ένα πράγμα, που το μοιράσαμε στη μέση. Σε αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σχιστεί, όπως έλεγε κι ο μπίρμαν, πριν απελαθεί από τη ddr και συμβιβαστεί με αυτούς που κατήγγειλε, ακολουθώντας το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού.

Εμείς όμως ξέρουμε τι ακριβώς υπερασπίζαμε στήνοντας αυτό το τείχος. Θα μπορούσε να είναι και μπροσούρα του βλαδίμηρου. Περί δίκαιων κι άδικων τειχών.
Ενώ τα μάγουλα των αστών έχουν επιλεκτικές ευαισθησίες και κοκκινίζουν από ντροπή, μόνο όταν συναντάνε κόκκινα τείχη που τους κόβουν τη φόρα. Και για τα άλλα, στην κύπρο και την παλαιστίνη, παραμένουν κάτασπρα, σαν λευκοφρουροί της αντίδρασης.

Για αυτούς όμως είναι περίπου αυτονόητο ότι είναι γουρούνια αναίσθητα με ευαισθησίες κάλπικες κι επιλεκτικές. Ενώ για εμάς θεωρείται ασυγχώρητο. Πώς συμβιβάζεται ο κομμουνισμός που θέλει να καταργήσει όλα τα κοινωνικά τείχη, με το τείχος του βερολίνου και την κατάργηση ελευθεριών; Κι αν πας να το πιάσεις συγκεκριμένα και διαλεκτικά για να το εκλαϊκεύσεις –τι είναι και τι θέλει το τείχος του βερολίνου- σου λένε ότι γίνεσαι χυδαίος απολογητής στα όρια του μακιαβελισμού.

Μια πρώτη απόπειρα εξήγησης των γεγονότων οφείλει να εστιάσει στη στάση του κόσμου και την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και του αστικού κόσμου, που όσο τον κρύβαμε πίσω από τείχη, τόσο πιο γοητευτικός γινόταν. Διέγειρε τη φαντασία αποκτώντας τη γοητεία του απαγορευμένου. Καλός ο σοσιαλιστικός παράδεισος που έχουμε, αλλά πάμε να δούμε τι χάσαμε στην κουρτίνα δύο, πίσω από το παραπέτασμα.

Κι έτσι το σιδηρούν έγινε σταδιακά διάφανο, σαν τεράστια βιτρίνα δυτικού πολυκαταστήματος που έκρυψε το σκάρτο εμπόρευμα κάτω απ’ το χαλάκι κι έριξε το δόλωμα της καταναλωτικής αφθονίας για να τσιμπήσουν οι λαοί, εξαγοράζοντας τις συνειδήσεις τους με νάιλον χάντρες και καθρέφτες παραμορφωτικούς, που έδειχναν τη δύση σαν την ωραιότερη του κόσμου.

Τελικά αντί να βρουν το κέρας της αμάλθειας, βγήκαν κερατάδες και δαρμένοι. Κι ένιωσαν τότε μια ακατανίκητη νοσταλγία για τον χαμένο παράδεισο. Που δεν ήταν ασφαλώς τέτοιος, κι είχε πολλά κουσούρια. Αλλά οι έννοιες αποκτούν νόημα ως προς τα αντίθετά τους, μες σε μια διαλεκτική αντίθεση. Κι ο σοσιαλισμός γίνεται κήπος της εδέμ, σε αντίθεση με την καπιταλιστική κόλαση.

Αυτήν τη γνώση όμως την απέκτησαν με πολύ ακριβό αντίτιμο οι πρωτόπλαστοι λαοί που τόλμησαν πρώτοι την έφοδο στον ουρανό και τελικά γκρεμίστηκαν στα τάρταρα. Όπως έλεγε ένα λαϊκό ανέκδοτο της δεκαετίας του 90 σε αυτές τις χώρες: όσα μας έλεγαν οι κομμουνιστές για το σοσιαλισμό, δεν τα είδαμε ποτέ. Αλλά σ’ όσα μας είπανε για τον καπιταλισμό, είχαν δίκιο.

Κι αν μπορούσαν σήμερα να γυρίσουν στο τέλος της ιστορίας, θα τα έκαναν όλα διαφορετικά, κι ίσως πήγαιναν να κλειστούν μόνοι τους στην παλιά επικράτεια της ddr και να χτίσουν γύρω τους ένα τείχος, σε ένα απάνεμο μέρος που να μην πιάνουν οι άνεμοι της αλλαγής κι η θύελλα για την οποία προειδοποιούσε προεκλογικά το κόμμα.

Κι ίσως να το ‘χτιζαν με τα κορμιά τους, όπως είχε προτείνει σε ένα παλιότερο σχόλιό του ο τόνι ριγκατόνι μετά από μια πορεία του πολυτεχνείου, στα εικοσάχρονα από την πτώση του τείχους, που είχαμε μαζί μας σημαίες της ddr.

Για την πορεία του Πολυτεχνείου δεν μπορώ παρά να διατυπώσω την προβοκατόρικη άποψη ότι την επόμενη φορά που θα θελήσουμε να υπερασπιστούμε την ΛΔΓ μπορούμε [αντί να κουβαλάμε σημαίες] να μεταμφιεστούμε ατομικά σε τούβλα και να βαδίσουμε ωσάν τείχος στους δρόμους.


Σαν ατσάλινο τείχος που αλύγιστο ορμάει στα πεδία των τίμιων μαχών. Όπου ατσάλινο σημαίνει σταλινικό, γιατί έτσι μεταφράζεται το προσωνύμιο του στάλιν στην ελληνική. Όχι, θα σου πούνε όμως οι μουλάδες. Το τείχος του βερολίνου ήταν ρεβιζιονιστικό γιατί το ‘φτιαξε ο νικήτας. Κι έτσι επιβεβαιώνουν ότι το τείχος ήταν ό,τι κι ο πόλεμος για τον κλαούζεβιτς: συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Δε γίνεται να μην το δούμε συγκεκριμένα, τι σκοπούς υπηρετούσε.

Να το δούμε μέσα από το πρίσμα της διαλεκτικής σκοπού-μέσου όπου το δεύτερο διαμεσολαβεί για την επίτευξη του πρώτου. Το μέσο πρέπει να υπηρετεί το σκοπό, αλλά αν ταυτίζονταν απόλυτα, δε θα υπήρχε αντιθετική σχέση και δε θα χρειαζόταν καμία διαμεσολάβηση. Για τον τελικό σκοπό της αταξικής κοινωνίας του κομμουνισμού πχ, δε θα χρειαζόταν η διαμεσολάβηση μιας μεταβατικής κοινωνίας με κράτος.

Για να είσαι ανθρωπιστής, πρέπει να μισείς και να αντιπαλεύεις τους εχθρούς της ανθρωπότητας. Για να γκρεμίσεις τα ταξικά τείχη και κάθε αόρατο φραγμό που βάζει στη σκέψη ο καπιταλισμός, πρέπει να εντάξεις τους ταξικούς διαχωρισμούς στη συνείδησή σου, να τους αναγνωρίζεις και να μάθεις να σκέφτεσαι ως τάξη απέναντι στην τάξη. Να στήσεις τείχος γύρω από τα κεκτημένα του εργαζόμενου λαού και να τα υπερασπίσεις.

Ο ανώριμος κομμουνισμός αναγκάζεται να αρνηθεί τον εαυτό του για να τον υπερασπίσει ως οντότητα. Ενώ ο καπιταλισμός τρέφεται κι αναπαράγεται μέσα από τον πόλεμο, ενισχύοντας το λεγόμενο στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ κι ανοίγοντας ευκαιρίες ανοικοδόμησης και νέα πεδία κερδοφορίας.

Ο κομμουνισμός δε μπορεί να νοηθεί όμως με εθνικούς στρατούς και πολεμικές συγκρούσεις. Ο πολεμικός κομμουνισμός της εποχής του ‘εμφύλιου’ στη ρωσία, ονομάστηκε κατ’ ευφημισμόν τέτοιος, για να δείξει το ζήλο των μπολσεβίκων να καταργήσουν άμεσα τις εμπορικές σχέσεις. Κι ο πασιφιστικός κομμουνισμός του νικήτα και της ειρηνικής συνύπαρξης, πρόδωσε αυτή την πάλη ταυτίζοντάς την με το συμβιβασμό και την ταξική ειρήνη στις χώρες της δύσης.

Τι ήταν λοιπόν από αυτή την άποψη το τείχος του βερολίνου;
Εφαρμογή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Γιατί η δτπ (κι όχι γενικά εργατική δημοκρατία) είναι δικτατορία ενάντια στην αστική τάξη, και πρέπει να μεταχειριστεί και τέτοιες μεθόδους για να επιβιώσει.

Και τι ήταν από αυτή την άποψη το δυτικό βερολίνο;
Η απόδειξη ότι μπορούν να υπάρξουν καπιταλιστικές νησίδες εν μέσω σοσιαλιστικών χωρών και να είναι άκρως επιζήμιες για την υπόθεσή μας. Σε αντίθεση με τις σοσιαλιστικές νησίδες που είναι θνησιγενείς και σε κρατάνε κλεισμένο σε ένα μικρόκοσμο, στο περιθώριο της πραγματικής ζωής.

Εμείς μία φορά πήγαμε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο με αξιώσεις, όταν θέλαμε να εγκαταστήσουμε πυραύλους στην κούβα, που ήταν ούτως ή άλλως από μόνη της αγκάθι στο μάτι των αμερικάνων και προκεχωρημένο φυλάκιο του κομμουνισμού. Αλλά κάναμε πίσω την τελευταία στιγμή εκθέτοντας το φιντέλ, για να μη γενικευτεί η σύγκρουση. Τώρα που έμεινε μόνη της η κούβα είναι μια νησίδα πολιορκημένη από ένα καπιταλιστικό αρχιπέλαγος, που απειλεί να τη σκεπάσει και να την πνίξει. Τραγική απόδειξη ότι οι νησίδες δε μπορεί να έχουν θεαματικό αποτέλεσμα, εφόσον παραμείνουν τέτοιες.

Φέτος είναι η εικοστή δεύτερη επέτειος της πτώσης του τείχους και τα πενηντάχρονα της έγερσής του. Απάνω στα 28 συνάντησε κι αυτό το θάνατο, μα το κρατάμε μυστικό, μας έδιωξε κι εμάς αδιάβαστους.
Καληνύχτα και καλά τείχη.

Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι εκείνη την ίδια χρονιά που στηνόταν το τείχος και της επέμβασης στον κόλπο των χοίρων, όπου οι κουβανοί απέκρουσαν τα ιμπεριαλιστικά γουρούνια, οι σοβιετικοί έσπαγαν τα τείχη της στρατόσφαιρας και πετούσαν στο διάστημα με τον κοσμοναύτη γιούρι γκαγκάριν. Κι ο μη αστικός μύθος λέει ότι το πρώτο πράγμα που είπε εν πτήσει ήταν: δε βλέπω κάποιον θεό, εδώ πάνω.
Αλλά οι σοβιετικοί –κι όχι μόνο- τον λάτρεψαν σαν θεό για το κατόρθωμά του κι αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων από μια δήλωση της μαύρης αράχνης, του τερματοφύλακα λεβ γιασίν, που είχε πει ότι η χαρά που πήρε όταν είδε το γκαγκάριν στο διάστημα, ξεπερνιέται μόνο από την απόκρουση ενός πέναλτι! Ίσως γιατί στο πέναλτι, σε αντίθεση με το φάουλ, δεν υπάρχει τείχος αμυνόμενων -όπως στο βερολίνο- να σε προστατεύει.

Η χαρά αυτή αντανακλά με αταβιστικό τρόπο και στους σύγχρονους συντρόφους, ίσως γιατί κατά κάποιον τρόπο συμβολίζει την πολυθρύλητη έφοδο στον ουρανό, που επιτέλους έγινε. Μπορούσε να το δει κανείς και στο φετινό φεστιβάλ της αθήνας. Συγκεκριμένα στον παιδότοπο, όπου υπήρχε αφιέρωμα στον ηρωικό κοσμοναύτη και μαζί ένα ομοίωμα, σαν αυτά με τους παίκτες του ΝΒΑ, με δυο ειδικές υποδοχές για να βάζεις το κεφάλι σου και να φωτογραφίζεσαι φορώντας το σκάφανδρό σου, παρέα με τον σύντροφο γιούρι. Τα μικρά παιδάκια το λάτρεψαν.

Ε, μαζί και κάποια μεγαλύτερα παιδάκια, όπως φαίνεται από την παραπάνω φωτό. Και δεν ήταν και λίγα.
Έτσι δεν είναι ναντιέζντα;

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Τα 70 χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο

Πριν από ένα μήνα κυκλοφόρησε ένα (ακόμα) αφιέρωμα της ελευθεροτυπίας για την οκτωβριανή επανάσταση υπό την αιγίδα της τράπεζας πειραιώς –που δεν έχει δώσει ωστόσο κάποιο δάνειο στον τεγόπουλο κι έτσι η εφημερίδα κινδυνεύει με κλείσιμο. Ένα αφιέρωμα που είχε αρκετό ενδιαφέρον, δεν ήταν χυδαίο, κι εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε και να είναι χειρότερο.

Ο αρχειομαρξιστής παλούκης γράφει τα εισαγωγικά που προηγήθηκαν της επανάστασης, όπου μας βρίσκει κατά βάση σύμφωνους. Ο μάργκαρετ ανέλαβε τα στρατιωτικά που είναι κι η αδυναμία του. Ο σκαλιδάκης που συμμετείχε και στο αφιέρωμα για τις δίκες της μόσχας, επέλεξε να γράψει ένα πιο ουδέτερο θέμα. Ο μαρκέτος της ανταρσύα έγραψε για τα νοήματα της επανάστασης και τη διαγραφή του τσαρικού χρέους απ’ τους μπολσεβίκους. Ο δάγκας έκανε μία από τις σπάνιες εμφανίσεις του χωρίς το λεοντιάδη, αλλά ήταν ντεφορμέ. Κι η αποτίμηση ανήκε στον ιταλό κοστάντσο πρέβε, που μου δίνει συχνά την εντύπωση ότι προκαλεί για να φανεί αιρετικός, χωρίς να λέει απαραίτητα εξίσου σπουδαία πράγματα. Μπορεί όμως να κάνω και λάθος.

Υπήρχε και μια σύντομη εισαγωγή στο αφιέρωμα, που ξεκινούσε με ένα πολύ εύστοχο σχόλιο. Η οκτωβριανή επανάσταση δεν ήταν οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, αλλά τα εβδομήντα χρόνια που σημάδεψαν την ιστορία του εικοστού αιώνα. Αυτό μάλλον το ξεχνούν και το αφήνουν στην άκρη όσοι αντιμετωπίζουν τον οχτώβρη ως ένα συγκλονιστικό δεκαήμερο, που απλώς προδόθηκε την ενδέκατη μέρα της δημιουργίας -όσο μακριά κι αν την τοποθετούν χρονικά.

Παρόλα αυτά ο οχτώβρης δεν παύει να είναι η κοινή μήτρα όλου του χώρου, σημείο αναφοράς για όλες τις οργανώσεις και τις συλλογικότητες, που οφείλουν την ύπαρξή τους στη δική του και τώρα που δεν υφίσταται πια, τους έχουν πιάσει τα υπαρξιακά τους κι η ύπαρξή τους τίθεται εν αμφιβόλω και σε εισαγωγικά, όμοια με αυτά που βάζουν κι αυτοί στον υπαρκτό, για να δείξουν ότι ήταν ανύπαρκτος.

Η ήττα του υπαρκτού δε σήμαινε τη δικαίωση των ρευμάτων που τον αμφισβήτησαν, αλλά την παρακμή και περιθωριοποίησή τους, ως μια βασική απόδειξη του ετεροπροσδιορισμού τους από την ύπαρξή του και του αντίκτυπου της ήττας του συνολικά στο κομμουνιστικό κίνημα και τις παραφυάδες του.

Οι ιδέες του μαρξισμού έγιναν υλική δύναμη που κατέκτησε τις μάζες στη βάση του νικηφόρου οχτώβρη, κι όχι σε ένα αφηρημένο, θεωρητικό επίπεδο. Κι οι οργανώσεις που κριτικάρουν την προδομένη επανάσταση, είναι μάλλον δικά του απότοκα, παρακλάδια του γενεαλογικού του δέντρου, παρά απευθείας του μαρξισμού ως φιλοσοφικού ρεύματος.

Όλες μαζί λοιπόν συναπαρτίζουν μια μεγάλη σοβιετική οικογένεια, με άσωτους υιούς, παιδιά κι αποπαίδια, που δεν αγαπιούνται ιδιαίτερα μεταξύ τους. Ερίζουν για την κληρονομιά του οχτώβρη και τη διαθήκη του λένιν, κι ας μην έχει μείνει τίποτα πια να μοιράσουμε απ’ τη σοβιετική μαμά-πατρίδα. Αλλά είναι μέγα ζήτημα ποιος είναι γνήσιος απόγονος και τι καρπός τερατογένεσης.

Η ιδεολογική αιμομιξία και μια ένωση χωρίς αρχές είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς μια τερατογένεση κι ένα καθυστερημένο παιδί, γεμάτο πολιτικές αρρώστιες της ηλικίας του, που δε μπορεί να αναπτυχθεί πολιτικά και νοητικά και μένει στάσιμο στις πολύ βασικές έννοιες ενός μίνιμουμ κοινού παρονομαστή.

Εξίσου βασικό πρόβλημα είναι κι οι προσμείξεις με αστικά ρεύματα, που μπορεί να εμφυσήσουν το μικρόβιο της αστικής ιδεολογίας και να σου κολλήσουν κουσούρια και κατάλοιπα της τάξης τους. Το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι το κλειδί που θα αναπτύξει γόνιμα το μαρξισμό και θα δώσει νέες, επίκαιρες ιδέες, προσαρμοσμένες στην εποχή τους.

Αν αντιμετωπίζαμε και το σοσιαλισμό με όρους γενετικής ή ανθρωπογένεσης, πολλά πράγματα θα ήταν ξεκάθαρα.
Αν κάνουμε αφαίρεση από τη σκοπιά της προοπτικής –κι όχι ενός αφηρημένου έρωτα εν είδει απωθημένου, που ζει εκτός πραγματικότητας και γι’ αυτό δεν προδίδεται ποτέ- ο κομμουνισμός είναι μια ανώτερη μορφή κοινωνικού σχηματισμού, με την ίδια περίπου έννοια που ο άνθρωπος είναι μια εξελιγμένη μορφή ζωής.

Κι ο σοβιετικός σοσιαλισμός είναι ο χαμένος κρίκος –της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας που έσπασε στη ρωσία- στην εξέλιξη της κοινωνίας που στέκει μεταξύ της πραγματικής ιστορίας του ανθρώπινου είδους και της ταξικής προϊστορίας του. Με άλλα λόγια, μια μορφή ανθρωπίδας που δεν κατάφερε να εξελιχθεί για μια σειρά λόγους, πρώτα και κύρια γιατί βρέθηκε σε ιδιαίτερα αφιλόξενο περιβάλλον και δεν κατάφερε να υπερνικήσει τις δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες.

Στην πραγματική ζωή η καινούρια μορφή δε μπορεί να εμφανιστεί και να επικρατήσει μονομιάς. Μεσολαβεί μια αλυσίδα με ενδιάμεσους κρίκους (ανθρωπίδες) που προετοιμάζουν την εμφάνισή της και την προμηνύουν εν είδει προφήτη. Με αυτήν την έννοια νομίζω είναι που μιλάει ο βλαδίμηρος για ανώριμο κομμουνισμό κι ο βαζιούλιν για πρώιμο σοσιαλισμό.

Αν ισχυριστούμε ότι η ενδιάμεση μορφή δεν ταυτίζεται με την τελική, δηλ ότι η ανθρωπίδα δεν είναι άνθρωπος, ή ότι στη σοβιετική ένωση δεν είχαμε κομμουνισμό, δε λέμε παρά μια κούφια κοινοτοπία, χωρίς νόημα. Αν πάλι πούμε ότι η ενδιάμεση μορφή της σοβιετίας πρόδωσε τον τελικό σκοπό του κομμουνισμού, θα είναι σα να κατηγορούμε τον άνθρωπο του νεάντερνταλ ότι πρόδωσε το ανθρώπινο είδος, γιατί δε μπόρεσε να εξελιχθεί. Κι αυτό θα είχε ακόμα λιγότερο νόημα.

Τη σοβιετία πρέπει καταρχάς να την κατανοούμε ως την πρώτη προσπάθεια επικράτησης του ανθρώπου και της πραγματικής ιστορίας του, μια απόπειρα εφόδου στον ουρανό, όπως έλεγε ο μαρξ για τους κομμουνάρους του παρισιού. Έπειτα πρέπει να τονίσουμε τις αντικειμενικές δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει, τη δύναμη της συνήθειας και τα λοιπά κατάλοιπα που έδρασαν σα βαρίδια και την κράτησαν καρφωμένη στη γη (το ένα έκτο της για την ακρίβεια).

Σε ένα τρίτο επίπεδο, να μιλήσουμε για την προσφορά της επανάστασης και τις κατακτήσεις της σοβιετικής κοινωνίας που ήταν μεταβατική, προς τον κομμουνισμό κι όχι σοσιαλισμός-μαϊμού, όπως λένε οι επικριτές της, ή όσοι τη συγχέουν με το κοινωνικό κράτος της κεϊνσιανής σοσιαλδημοκρατίας. Κι ύστερα από όλα αυτά -κι αφού τα λάβουμε υπ’ όψιν στην κριτική μας- να αναλύσουμε τα λάθη του υποκειμενικού παράγοντα και τις ευθύνες της πρωτοπορίας.

Ο καπιταλισμός επιχείρησε πιθηκίζοντας να μιμηθεί το σοσιαλισμό και να ενσωματώσει κάποια στοιχεία κοινωνικού κράτους. Αλλά η κτηνωδία της καπιταλιστικής ζούγκλας δεν εξανθρωπίζεται. Ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε είχε μελανά σημεία απανθρωπιάς κι αρκετά ζωικά κατάλοιπα, γιατί δε γίνεται να επιβιώσεις στη ζούγκλα με το σταυρό στο χέρι. Αλλά εκπροσωπούσε τον πιο βαθύ ουμανισμό που παλεύει ενάντια στους εχθρούς της ανθρωπότητας –κι ας φρίττουν οι οπαδοί του αλτουσέρ, με όλα αυτά τα «ιδεαλιστικά», για τον πρώιμο μαρξ και τους πρώιμους σοσιαλισμούς.

Πολλοί σφοι σκέφτονται ενίοτε –κι εγώ μαζί τους- ότι αν ζούσανε σε ένα σοβιετικό καθεστώς, θα απογοητεύονταν, θα τους έπιανε το αντιδραστικό τους και θα κατέληγαν αντιφρονούντες σε ένα γκουλάγκ της σιβηρίας. Οπότε αντί να χάνεις τον χρόνο σου, μπαίνεις κατευθείαν μόνος σου σε μια φυλακή, που έχει και θέρμανση κιόλας.

Καταλαβαίνω πώς το εννοούν, αλλά είμαι σίγουρος πως αν μπορούσαν τώρα με έναν μεταφυσικό, αντιδιαλεκτικό τρόπο να μεταφερθούν χωροχρονικά στη σοβιετική ένωση θα το ‘καναν με κλειστά μάτια. Γιατί εκεί είχαν μηδενική ανεργία, δωρεάν παιδεία κι ασφάλιση. Είχαν δηλ λυμένο το θέμα της επιβίωσης και μπορούσαν να πατήσουν γερά στα πόδια τους για να ασχοληθούν και με τα υπόλοιπα. Να κάνουν όνειρα, να φτιάξουν οικογένεια, να αναπτυχθούν ως προσωπικότητες και να γίνουν άνθρωποι νέου τύπου.

Επειδή όμως η νεορομαντική απόδραση στο παρελθόν είναι αδιέξοδη, η αναγκαιότητα της επανάστασης προβάλλει ως μονόδρομος. Ο λένιν έλεγε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει κι είναι εποχή επαναστάσεων και περάσματος στο σοσιαλισμό. Αυτό μας έμεινε ως τσιτάτο μέχρι σήμερα, αλλά φαίνεται ότι προσκρούει στην άμεση εμπειρία, τον πραγματισμό της ήττας και τους αρνητικούς συσχετισμούς που διαμόρφωσε η αντεπανάσταση.

Κάποιοι λένε ότι ο λένιν διαψεύστηκε κι ο καπιταλισμός αποδείχτηκε πιο ανθεκτικός απ’ ό,τι πιστεύαμε. Ο λένιν όμως είχε δίκιο και το απέδειξε στην πράξη. Οι υπόλοιποι είναι που άρχισαν να σαπίζουν, παράλληλα με τον καπιταλισμό και τις κρίσεις του, και θεωρητικοποίησαν την αποτυχία τους, ρίχνοντας ανάθεμα στο «πραξικόπημα των μπολσεβίκων».

Αλλά η συγκυρία της κρίσης επιβεβαιώνει απόλυτα το βλαδίμηρο. Κι η ώρα της κρίσης πλησιάζει. Τόσο για το σύστημα, όσο και για τους επαναστάτες.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Τα 101 σκυλάκια Ανταρσύας

Η εκλογή 100+1 μελών στο κεντρικό συντονιστικό όργανο του μετωπικού σχήματος της ανταρσύα, οδηγεί σ’ αναπόφευκτους συνειρμούς με το γνωστό κινούμενο σχέδιο του ντίσνεϊ. Κι η σημειολογία με το άκρως συμπαθές είδος του σκύλου έχει μια σειρά ενδιαφέρουσες κυνικές προεκτάσεις.


Το κοινό σπίτι της ανταρσύα έχει χώρο για όλα τα είδη*.
Ανένταχτα αδέσποτα –πριν τα μαζέψει ο μπόγιας της ιδιώτευσης-. Κομματικά σκυλάκια που φυλάν τις ποσοστώσεις τους. Άλλα που αλυχτάνε κάθε βράδυ, γιατί τους έριξαν στη μοιρασιά για τα οφίτσια. Μικρά κανίς που φωνάζουν δυσανάλογα με το μέγεθός τους, για να τους φοβηθούν και να τους δώσουν σημασία. Ρέμπελους κοπρίτες, σαν τον κανέλλο και τον λουκάνικο, αν κι ο τελευταίος βγήκε μάλλον αναρχικός, (σαν το βιβλίου-χάρτου που έφυγε από το συντονισμό) κι ας φοράει κολάρο.

Αρανίτες του σαλονιού, άγριους αρασίτες που δαγκώνουν. Τη λαίδη και τον αλήτη. Μεταλλαγμένους κνίτες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Σεκίτες ράτσας που αντιπαλεύουν τον ρατσισμό, αλλά φυλάνε το καθαρόαιμο της ράτσας τους ως κόρη οφθαλμού κι ήθελαν ξεχωριστά ψηφοδέλτια για τη συνδιάσκεψη, πάσχοντας από ομοφοβικά σύνδρομα για τους συντρόφους τους.
Και όλα μαζί συνεχίζουν το σκυλοκαβγά για τους συσχετισμούς και τις ιδεολογικές προσμείξεις με μπάσταρδα, πολιτικά αποτελέσματα. Τι βγαίνει άμα διασταυρώσουμε τρότσκι με αλτουσέρ και μια ιδέα σταλινικούς (εκκε);

Κάποια εξ αυτών κουνάνε χαρούμενα την ουρά τους μόλις σε βλέπουν και σε γλείφουν για να σε εντάξουν στην οργανωτική τους. Άλλα χαίρονται όπου δουν μπουλούκια κόσμου, σε δρόμους και πλατείες, τρέχουν χαρούμενα ξωπίσω τους και γαβγίζουν όσους μπάτσους κινούνται στο βεληνεκές τους και τους χαλάνε την αισθητική. Κι άλλα έχουν εξαρτημένα αντανακλαστικά, σαν του παβλόφ κα σκυλιάζουν όταν δουν οτιδήποτε σχετικό με το κόμμα. Αλλά αν εξημερωθούν πολιτικά μπορούν να γίνουν ο καλύτερος φίλος του συντρόφου. Αρκεί να πάψουν να μας βλέπουν σαν την κρουέλα ντε βιλ.

Πολιτικά η συνδιάσκεψη δεν έδωσε κάτι καινούριο. Η πρόταση της αραν για αριστερό μέτωπο ήταν αναμενόμενο να μειοψηφήσει. Κι η εισήγηση κινήθηκε στη γνωστή λογική των μεταβατικών αιτημάτων γύρω από το χρέος.

Έτσι το ενδιαφέρον στράφηκε στο οργανωτικό κομμάτι. Κι από τη στιγμή που ο χώρος δομήθηκε στα πρότυπα των εαακ, η συνδιάσκεψη θύμιζε διήμερο συντονιστικό σχημάτων. Διαβουλεύσεις στο παρασκήνιο, μαγειρέματα για τη σύνθεση του σώματος, διαδικασίες χαλαρές για γερά νεύρα. Και οι ανένταχτοι να μένουν σε δεύτερο πλάνο ακολουθώντας την τύχη των μικρών σχημάτων, που κόβονται από τη λίστα των ομιλητών.

Ωφελημένο από αυτό το προτσές βγήκε κατά βάση το ρεύμα, που ελέγχει κάτι παραπάνω από το ένα τρίτο του καινούριου οργάνου και έχει τους συσχετισμούς με το μέρος του. Μπορεί να διατηρεί μια χαλαρή, οργανωτική σχέση με τα μέλη του, αλλά στον αντίποδα διαθέτει έναν ευρύ κύκλο επιρροής που κάνει τη διαφορά σε τέτοιες περιπτώσεις, αν και δε νιώθει κάποια ανάγκη να οργανωθεί, γιατί ούτως ή άλλως παρακολουθεί και συμμετέχει κανονικά σε όλες τις διαδικασίες.

Το σεκ έχει κρατήσει το διοικητικό φετιχισμό του λέοντα και κάποια χαρακτηριστικά του κόμματος νέου τύπου –κυρίως τα επαγγελματικά στελέχη- και το πάθος για τη στρατολόγηση, που είναι δυνατότερο απ’ όλα τα νευρικά συστήματα. Αλλά η έννοια της χαλαρότητας παραμένει από την ανάποδη, γιατί στο σεκ μπορείς να γίνεις μέλος συμπληρώνοντας τα στοιχεία σου στο κουπόνι της εργατικής αλληλεγγύης. Κι ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι έτσι παίρνουν μέρος σε κάποια κλήρωση, πιθανότητα η οποία αυξάνεται για τους μετανάστες που δεν ξέρουν να διαβάζουν ελληνικά.

Οπότε περιμένεις να δεις από το σεκ, κάτι οργανωτικές-τέρατα, με τους μισούς τυχερούς να έχουν κερδίσει εν αγνοία τους, αλλά να διαμορφώνουν παρόλα συσχετισμούς. Αν πρέπει όμως να πειστούν να κατέβουν στη συνέλευση, εκεί το πράγμα δυσκολεύει. Οπότε δέχονται με το ζόρι την αρχή μία ψήφος για κάθε μέλος. Κι εν τέλει η καθιέρωση του αυτονόητου, πανηγυρίζεται ως κατάκτηση, κάτι σαν απλή κι άδολη αναλογική.

Ένα παλιό τσιτάτο των μπολσεβίκων για το καταστατικό του κόμματος, λέει ότι υπάρχει για να υπερασπίζει τη βάση από την ηγεσία -και τυχόν αυθαιρεσίες της- κι όχι το αντίστροφο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το καταστατικό υπάρχει για να προστατευτούν οι συνιστώσες, καθεμία ξεχωριστά απ’ τις υπόλοιπες. Σαν πολιτικό θρίλερ, όπου ο δολοφόνος ζει ανάμεσά μας κι εμείς κοιτιόμαστε καχύποπτα και ψάχνουμε να τον βρούμε όπως στο cluedo.
Το έκανε ο στάλιν, στο μεξικό με μια αξίνα. Ή ο τίτο με ένα στιλέτο στην πλάτη, στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα.

Η προστασία των μελών παραμένει ζητούμενο. Καθώς επίσης το αν η ανταρσύα φιλοδοξεί να μετεξελιχθεί σε ενιαίο κόμμα και με ποια χαρακτηριστικά. Μέλος του κόμματος γίνεται όποιος παλεύει γενικά, και γενικώς δεν την παλεύει. Ευρεία αντίληψη για το επαναστατικό και το πολιτικό υποκείμενο της εποχής μας.

Εδώ κολλάει κι ένα άλλο τσιτάτο που λέει ότι το οργανωτικό ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Αλλά είναι ζήτημα πώς θα το ερμηνεύσεις, γιατί μπορείς να ντύσεις με πολιτικούς μανδύες την αποψάρα σου και να συνεχίσεις να την περιφέρεις χωρίς ενοχές. Όπως πχ η όκδε σκέτο, που όταν δεν πήρε δεύτερη θέση για το ευρωψηφοδέλτιο της ανταρσύα, το έριξε στο τσάμικο και θυμήθηκε ότι διαφωνούσε με τη θέση που όριζε μεταξύ άλλων ως αφετηριακό σημείο τις καλύτερες παραδόσεις του εαμ και της κινέζικης επανάστασης. Αλλά αν έπαιρναν και μια δεύτερη θέση, θα ισορροπούσαν τα πράγματα και θα ‘καναν γαργάρα τη διαφωνία. Που να ‘χαν να μοιράσουν και τίποτα έδρες δηλ, ή κάτι άλλο, με ουσιαστικό διακύβευμα.

Τουλάχιστον εμείς, ακόμα και στα χειρότερά μας, ήμασταν ανοιχτοχέρηδες κι αφήσαμε όλα τα υπουργεία στην εαρ του κύρκου. Και το 91’, μετά τη διάσπαση, όταν έσπασε στα δύο η κοινοβουλευτική ομάδα του ενιαίου συνασπισμού, μας είχανε νταμπλ σκορ. Αυτοί δεκατέσσερις κι εμείς μείναμε με επτά. Ώσπου έγιναν οι εκλογές το 93’ κι επέστρεψαν στο πραγματικό τους μέγεθος. Εξωκοινοβουλευτική αριστερά, κάτω απ’ τον πήχη του 3%.

Αλλά το οργανωτικό είναι όντως πολιτικό. Η διάσπαση στο σδεκρ με τους μενσεβίκους προήλθε από μια φαινομενικά δευτερεύουσα οργανωτική διαφωνία για την κομματική ιδιότητα, που έδρασε σαν καταλύτης και ξετύλιξε το κουβάρι με τις υπόλοιπες, που είχαν πολιτικό περιεχόμενο.

Η ανταρσύα πήρε το λυγισμένο οργανωτικό κλαδί και το στράβωσε από την ανάποδη. Μια χαλαρή συνομοσπονδία ατόμων, συνιστωσών, σχημάτων, τοπικών και κλαδικών οργανώσεων, με εκλογικό κατά βάση χαρακτήρα και τυπική ενότητα, χωρίς ουσιαστική συνοχή σε μια σειρά βασικά θέματα.

Ο καθένας μπορεί να κάνει και να λέει ό,τι θέλει, χωρίς να μπαίνει ζήτημα. Ο μπιτσάκης, που έχει ούτως ή άλλως το ακαταλόγιστο, μπορεί να υπογράφει κείμενα στο πνεύμα της παναριστεράς και της σπίθας. Κι οι συνιστώσες μπορούν να υπογράφουν ξεχωριστά κείμενα που συμφωνούν με τον αλαβάνο, αλλά όχι με την ανακοίνωση του κεντρικού συντονιστικού της ανταρσύα για τη συνάντησή τους με το μέτωπο ανατροπής.

Η ποιοτική διαφορά είναι ότι αυτό το συντονιστικό είναι πλέον εκλεγμένο, μετά από τρία σχεδόν χρόνια ύπαρξης και λειτουργίας του μετωπικού σχήματος, και ίσως μπορεί να προχωρήσει κάποια πράγματα. Όπως την έκδοση εφημερίδας, ή τη δημιουργία κάποιου επίσημου blog.

Να μην ξεμείνει κι ο σπαρίλας, τώρα που τα οικονομικά του πριν βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Κι όποιος έχει καταλάβει τι ακριβώς εξυπηρετούσε το κλείσιμο του blog του Ευρύτερου, ας δώσει τα φώτα του και στους υπόλοιπους.


*Υγ: Όλα; Όχι. Πλην των λακεδαιμονίων της παρακάτω αφίσας.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Τι έγινε ρε παιδιά;

Τις τελευταίες μέρες πληθαίνουν τα σημάδια που δείχνουν πως η ώρα της κρίσεως πλησιάζει. Ο μάκης παπαδόπουλος εμφανίζεται στον σκάι –χωρίς καν να είναι προεκλογική περίοδος- κι ερεθίζει τον μέσο τηλεθεατή του αλαφούζου και πρώτα και κύρια το διευθυντή του καναλιού του. Δέκα μέρες πριν βγήκαν ο μπογιό και ο παφίλης ταυτόχρονα, στο ίδιο πάνελ με το δελαστίκ. Μια φαντασίωση έγινε πραγματικότητα, σα να τρως πίτα γύρο και πίτσα μαζί.

Η ελευθεροτυπία -φημολογείται ότι- πάει για κλείσιμο και βάζει ηρωικά τελευταία πρωτοσέλιδα, αποσύροντας τη στήριξή της στο γιωργάκη, μέχρι να πάρει το επόμενο δάνειο. Ο ρίζος έγραψε για το θάνατο του τζιαντζή. Στον τρίτο τόμο ίσως γίνει κι η πολιτική του αποκατάσταση –όχι όμως και κομματική.

Μια μερίδα του αστικού κόσμου μας προτιμά εκτός ευρωζώνης, και συνεχίζει να εφαρμόζει το μεταβατικό πρόγραμμα των αριστερών οικονομολόγων. Ενώ η αλέκα είπε στη βουλή στους πασόκους στο ύφος που καταλαβαίνουν να προσέξουν τις κολεγιές τους, για να μην πάθουν ό,τι κι ο αντρέας. Αλλά τι ακριβώς εννοούσε;

Η στρατιωτική ηγεσία άλλαξε εξ ολοκλήρου, στα πρότυπα του σεκ, βάση καταστατικού, που προβλέπει πως η καθοδηγητική ομάδα αντικαθίσταται όλη μαζί ή καθόλου –και πρακτικά το δεύτερο. Κάποιοι σφοι θυμήθηκαν τα παλιά κι έκαναν τη σύνδεση. Μετά τα ιουνιανά έρχεται το πραξικόπημα, κι ο γκαπ έβαλε τους δικούς του στο στράτευμα για να το ελέγξει. Να θυμηθώ να αγοράσω καλές πιτζάμες για τη μέρα που θα ‘ρθουν να μας πάρουν.

Εν τω μεταξύ οι πασόκοι έστειλαν στα αζήτητα το δημοψήφισμα για το ευρώ, όπου μπορεί να χάναμε πανηγυρικά, αλλά θα άνοιγε άλλου είδους πανηγύρι και θα φαινόταν καθαρά στον λαό η σημασία του συνθήματος πέντε κόμματα, δύο πολιτικές. Ο συν που είναι κάτι σαν δύο κόμματα με πέντε πολιτικές, θα πήγαινε να πατήσει με δύο πόδια σε τρεις βάρκες. Ενώ εμείς, βάση του νέου νόμου για τα δημοψηφίσματα, θα συνυπήρχαμε στην επιτροπή του όχι με τα μουλού και τους αντάρτες. Κι εκεί θα έβγαιναν τα μαχαίρια πισώπλατα, η κουβέντα θα γύριζε νομοτελειακά στο βρώμικο 89 και το ρεβιζιονιστικό 56, κι ο κόσμος που θα το ‘βλεπε, θα ‘ταν χαμένος στη μετάφραση.

Όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία συντείνουν στην έλευση της δευτέρας παρουσίας, της λαϊκής εξουσίας και του σοσιαλισμού, όπου ως γνωστόν μεταθέτουμε τα πάντα. Αλλά πλέον δε μοιάζουν τόσο μακρινά κι όσοι τα θεωρούν τέτοια, μάλλον τις μεταφυσικές τους ανησυχίες δείχνουν, παρά τον πολιτικό τους ρεαλισμό. Κι ούτε καν αναγνωρίζουν ως πρώτη παρουσία τον υπαρκτό, ή έστω ως προφήτη, παρά μόνο ως ιούδα που ασπάστηκε το μαρξισμό, για να τον προδώσει. Αλλά εμείς προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, σοβιετικών επαναστάσεων κι ιδεών, που είναι πιο ζωντανές κι από εμάς τους ζωντανούς. Αλλιώς θα δώσουμε το φιλί της ζωής στον νεκροζώντανο καπιταλισμό, που ρουφάει σα βρικόλακας την υπεραξία της εργατικής τάξης, για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί.

Κι οι ιστορικές αναλογίες συνεχίζονται.
Η πτώση του παπανδρέου θυμίζει την περί-πτωση της χούντας που δεν τελείωσε το 73’, αλλά ένα χρόνο μετά κι από τα πάνω –με τον αττίλα- για να προλάβουν την λαϊκή αντίδραση και να την καναλιζάρουν σε ψευτοδιλήμματα: καραμανλής ή τανκς, ευρώ ή δραχμή, κτλ.

Η νδ ζητάει προσωρινή, μεταβατική κυβέρνηση. Φαβορί για να αναλάβει επικεφαλής είναι ο κερένσκι. Ακούγονται επίσης τα ονόματα του ηλία ζούρου και του σάκη τσιώλη που ειδικεύονται στο παιχνίδι της μετάβασης (transition game). Ακούστηκε επίσης το όνομα του τραπεζίτη παπαδήμου, στα πρότυπα της οικουμενικής του ζολώτα. Αλλά η νουδου επιμένει για τον προσωρινό και περιορισμένο χαρακτήρα της κυβέρνησης αστικής ενότητας κι απορρίπτει τον όρο συγκυβέρνηση, με το ίδιο σκεπτικό που δεν είχαμε συγκυβέρνηση κι επί τζανετάκη. Άλλο καπέλο αν ήταν σωστή ή λάθος κίνηση.

Ο καρατζαφέρης ονειρεύεται να γίνει υπουργός, όπως το ίνδαλμά του, ο μεταξάς, στις αρχές του 36’. Την ίδια χρονία ο μεταξάς έγινε και δικτάτορας με τη συναίνεση της βουλής, που έπαυσε οικειοθελώς τις λειτουργίες της. Γιατί να μη γίνει κι ο εθνικόφρων καρατζαφύρερ, που έχει μεγαλύτερο ποσοστό απ’ το 4% των εθνικοφρόνων του μεταξά; Από αστική συναίνεση εξάλλου, άλλο τίποτα.

Οι ιστορικές αναλογίες αγγίζουν τις διαστάσεις του μύθου. Το πασόκ βλέπει τους βουλευτές του να το σκάνε σαν στυμφαλίδες κότες για να γλιτώσουν απ’ το ναυάγιο, αλλά παραμένει εφτάψυχο σα λερναία ύδρα, όσα κεφάλια βουλευτών κι αν του κόψεις. Κι εμείς καλούμαστε να διώξουμε τον κέρβερο της τρόικα με τα τρία κεφάλια –εε, πασοκ, δντ- και να καθαρίσουμε τον αστικό κόπρο του αυγεία, των σκανδάλων και της εκμετάλλευσης, όπως σε εκείνη την αφίσα των μπολσεβίκων με τον λένιν, που παίρνει την σκούπα και καθαρίζει τη ρωσία απ’ τους καπιταλιστές, τους τσαρικούς και κάθε λογής παράσιτα που κάθονται στο σβέρκο της κοινωνίας.


Κι αυτό θα γίνει όταν το ποτάμι της λαϊκής οργής, συναντήσει τον αλφειό και τα άλλα ρυάκια του λαϊκού μετώπου και γίνει χείμαρρος ορμητικός που θα παρασύρει στο διάβα του την αστική εξουσία και το πολιτικό της προσωπικό. Ίσως τότε ξεπλύνουμε τη ντροπή και για αγαλματάκι του ηρακλή που χαρίσαμε στο γκόρμπι για το έργο που επιτελούσε.

Μένεις λοιπόν αμήχανος μπροστά στη συγκυρία κι αναρωτιέσαι. Τι έγινε ρε παιδιά; Σαν το σπύρο από τους απαράδεκτους, που έπαιζε τον κομμουνιστή κι έβλεπε γύρω το σύμπαν του να καταρρέει. Τι έγινε ρε παιδιά, μας την πέσανε; Αλλά μετά έκανε εκείνη τη γελοία διαφήμιση, με το ευρώ καλύτερα, κι έτσι δε θα ‘ναι μαζί μας στην επιτροπή του όχι για το δημοψήφισμα. Άσε που τώρα οι ρόλοι αντιστράφηκαν.

Τι έγινε ρε παιδιά, καταρρέει το αστικό σκηνικό;
Ασφαλώς όχι. Ζορίζεται όμως, κι είναι αναγκασμένο να αρχίσει να καίει –απ’- τις πολιτικές του εφεδρείες. Κι αυτό που χρειάζεται δεν είναι να μπλέξουμε στον λαβύρινθο των υπόγειων διεργασιών του, αλλά να οργανώσουμε τη παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα που δρα σαν καταλύτης για τα περαιτέρω. Χτες στη θεσσαλονίκη είχαμε αρκετό κόσμο, σήμερα στο σύνταγμα θα είναι ακόμα περισσότερος. Να δούμε όμως τι σχεδιασμό, θα έχουν και τα παιδιά...

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Όχι, όχι το μωρό μου

Καταρχάς, για τα γεγονότα της περασμένης πέμπτης.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το παμε περιφρουρούσε τη βουλή. Έχει καμία βάση αυτός ο ισχυρισμός; Όχι, δεν έχει την παραμικρή βάση. Μπορούμε μήπως να πούμε ότι όσοι επιτέθηκαν στα μπλοκ μας ήταν στο σύνολό τους ασφαλίτες παρακρατικοί; Όχι σύντροφοι, δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο αυτοαποκαλούμενος αντιεξουσιαστικός χώρος, δεν είναι διάτρητος από ασφαλίτικους μηχανισμούς, ή ότι δεν έχει αντικειμενικά προβοκατόρικη δράση μες στο κίνημα; Όχι, ούτε αυτό ισχύει.


Σχετικά με τις λαϊκές αντιδράσεις στις κατά τόπους παρελάσεις.
Φέρουν μέσα τους άραγε εν σπέρματι μια εκδοχή εθνοσοσιαλιστικού φασισμού, ή μιας μελλοντικής εξέγερσης; Αυτή είναι μια σύνθετη ερώτηση, μερικής άγνοιας που δεν απαντιέται με ένα ναι ή ένα όχι. Κι όποιος αγνοήσει μία απ’ τις δυο πλευρές, μπορεί να βρεθεί προ δυσάρεστων εκπλήξεων. Ούτε να συμμετέχουμε ανεπιφύλακτα έπρεπε, ούτε όμως να τις καταδικάσουμε.

Μήπως μπορούμε να πούμε σύντροφοι ότι έχουμε επαναστατική κατάσταση; Όχι, δε μπορούμε να το πούμε ακόμα αυτό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βάζουμε μικρούς, ενδιάμεσους στόχους και να μην προπαγανδίζουμε ως άμεσο αίτημα τη λαϊκή εξουσία; Όχι σύντροφοι, δε σημαίνει κάτι τέτοιο. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι τα μεταθέτουμε όλα στη δευτέρα παρουσία; Βεβαίως κι όχι. Δε μεταθέτουμε τίποτα απολύτως στη δευτέρα παρουσία.

Μήπως η κρίση που διανύουμε είναι μια κρίση χρέους; Όχι σύντροφοι, αυτά είναι ανοησίες ολκής (γέλια, επιφωνήματα επιδοκιμασίας). Μήπως την λύση μπορεί να μας την δώσει ένα κούρεμα του χρέους, ή κάποια παρεμφερή μεταβατικά αιτήματα γύρω απ’ αυτό; Μήπως είναι λύση μια ελλάδα καπιταλιστική εκτός εε ή ευρωζώνης; Όχι, αυτά είναι ημίμετρα που δε μπορούν να δώσουν λύσεις.

Μήπως ο κόμπος του ζητήματος είναι το νόμισμα; Όχι, είναι σαφές αυτό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι στη λαϊκή εξουσία θα έχουμε ευρώ, αντί για εθνικό νόμισμα; Όχι, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μήπως οι περιβόητες δηλώσεις της αλέκας για το ευρώ παρερμηνεύτηκαν από κάποιους καλοπροαίρετους; Όχι, είναι σχεδόν απίθανο.

Σχετικά με το σύνθημα κάτω η κυβέρνηση.
Σημαίνει μήπως ότι επιδιώκουμε να έρθει στη θέση της μια άλλη κυβέρνηση με διαφορετικό μίγμα πολιτικής; Ή κάποια άλλη προοδευτική, που να λειτουργεί υπό την πίεση του κινήματος, με μαζικό πολιτικό εκβιασμό; Όχι σύντροφοι, δεν είναι αυτός ο στόχος μας.
Μήπως έχουμε κοινοβουλευτικές αυταπάτες; Μήπως ο τελικός μας ορίζοντας είναι οι εκλογές; Όχι σύντροφοι, αυτό δεν ισχύει. Τότε μήπως αυτό δικαιώνει κάποιες ομάδες του εξωκοινοβουλίου που έβαζαν από πριν το σύνθημα και συνολικά τη γραμμή τους; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Όχι!

Μήπως υπάρχουν σήμερα άλλες δυνάμεις με συνεπή, αντικαπιταλιστική πρόταση και δράση που δεν είναι ενσωματώσιμη; Όχι σύντροφοι, δυστυχώς δε μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει από θέση αρχής να επιζητούμε συνεργασία –επιμέρους ή συνολική- με άλλες δυνάμεις; Όχι, αυτό θα ήταν λάθος.

Μήπως ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα θα ήταν η γιορτή της αμεσοδημοκρατίας, μία μικρή νίκη για το κίνημα των πλατειών; Πρόκειται άραγε να εκφραστεί ελεύθερα η λαϊκή βούληση, χωρίς ψεύτικα, εκβιαστικά διλήμματα και τρομοκράτηση της κοινής γνώμης; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι ΌΧΙ!
Αυτό σημαίνει ότι οι κομμουνιστές δε θα συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο δημοψήφισμα, αν προκηρυχθεί τελικά; Όχι, απαραίτητα. Αλλά η θέση τους σε αυτό, ανεξαρτήτως ερωτήματος, είναι ένα ξερό όχι.

Όχι σε όλα που μου δένουν κόμπο την αλήθεια
τα χω γραμμένα τα παλιά και νέα παραμύθια.
Όχι σε όλα που κουρέλια κάνουν τα όνειρά μου
τα χω γραμμένα κι έχω φτιάξει τον κρυφό έρωτά μου.


Είναι δυνατόν να προβλέψει κανείς με ακρίβεια τις εξελίξεις στο επόμενο χρονικό διάστημα; Όχι σύντροφοι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό. Κι εν κατακλείδι. Μήπως έχει δίκιο ο σφος γιαροσένκο; Όχι, δεν έχει.

(Θυελλώδη χειροκροτήματα, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες)

Παράρτημα σχετικά με το διαδίκτυο
Πρέπει μήπως να συζητιούνται και στο διαδίκτυο τα εσωκομματικά ζητήματα; Όχι, αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να στοχοποιήσουμε το μέσο καθαυτό, ή τα διάφορα blogs; Ότι πρέπει να αδιαφορήσουμε για την παρέμβασή μας σε αυτόν τον τομέα; Ότι θέματα που αφορούν την πολιτική του κόμματος, θα σταματήσουν να απασχολούν ένα ευρύτερο κοινό, φίλους ή εχθρούς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο; Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό.

Υγ: Θα μπορούσαν να μπουν κι άλλα παραρτήματα, πχ για το δεύτερο τόμο ιστορίας του κόμματος, ή το θέμα της εξάρτησης, για το οποίο έχει ανοίξει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στα σχόλια του πιο κάτω κειμένου. Αλλά έτσι η ανάρτηση θα ξέφευγε απ’ τους αρχικούς στόχους της, αλλά και σε έκταση.

Οι συνειρμικές αφετηρίες της ανάρτησης ήταν κατά σειρά:
-οι αντιρητορικές ερωτήσεις του συντρόφου με το μουστάκι. Που είναι το ακριβώς αντίθετο από τις ρητορικές ερωτήσεις, κι η σωστή απάντηση σε αυτές είναι αυτονόητα αρνητική.
-η επέτειος του όχι, και τα λαϊκά δρώμενα τη μέρα της παρέλασης.
-η σχετική σάτιρα της ελληνοφρένειας για το κόμμα που έχει μια καθαρή πρόταση για όλα: όχι.
-κι η πολιτική επικαιρότητα με τη σχετική (παρα)φιλολογία για το ενδεχόμενο δημοψήφισμα.