Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο

Ένα από τα πιο σπαρταριστά σκηνικά που μου έχουν διηγηθεί, είναι αυτό με έναν «ατσαλωμένο» σύντροφο που τον έβλεπαν κατσούφη και μελαγχολικό κι είπαν να τον ρωτήσουν: τι έχεις ρε σύντροφε, γιατί είσαι έτσι;
-Ε, πώς να μην είμαι, απαντά αυτός, αφού αυτός ο... (μπι-μπιπ, λογοκρισία) ο κύρκος στύλωσε σα μουλάρι να μην μπει ο μπελογιάννης υποψήφιος για να έχει  βουλευτική ασυλία και μετά τον εκτέλεσαν.

Θεωρητικά ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και μαλακώνει την οργή μετά από τόσα χρόνια. Αλλά στην τελική ο σύντροφος είχε δίκιο μες στη γραφικότητά του. Κι εννοούσε βασικά τον πατέρα κύρκο, που ήταν βουλευτής της εδα, όχι το γιο του, το λεωνίδα που τότε ήταν κομμουνιστής, αλλά μετά τον ξεπέρασε στη χάρη -γιατί το όνομα το είχε. Γιατί όχι άλλωστε; Είδαμε πως κατέληξε κι ο γιος του μπελογιάννη, που είχε το όνομά του, αλλά σε καμία περίπτωση τη χάρη του.

Το παράδοξο λοιπόν στην ιστορία του ανθρώπου με το γαρίφαλο είναι ότι τα παιδιά των λουλουδιών κι οι πολιτικοί τους απόγονοι θέλησαν να πάρουν κάτι από την κληρονομιά της ιστορικής του μνήμης και της ακτινοβολίας του. Με το σκεπτικό ότι "δεν ανήκει στο κουκουέ", "δεν είναι ιδιοκτησία του κόμματος", και με τη λογική ότι "τον έφαγαν οι παλινωδίες του ζαχαρι-άδικου κκε". Γιατί το κόμμα δε γεννά μόνο μπελογιάννηδες αλλά και πλουμπίδηδες, δηλαδή αφοσιωμένα κομματικά μέλη που χαραμίζονται και θυσιάζονται για ένα πουκάμισο αδειανό, για μία έλλη.

Ή αλλιώς ειπωμένο από την ίδια την παππά: ο ζαχαριάδης χρειαζόταν έναν ήρωα και έναν προδότη. Και τους βρήκε στα πρόσωπα του μπελογιάννη και του πλουμπίδη. Έφτασε έτσι στην τελική συνέπεια του κατήφορου της, να θεωρεί ότι τα τελευταία λόγια του μπελογιάννη (εσύ πρέπει να ζήσεις για την εκδίκηση, για το παιδί μας!) εννοούσαν  την εκδίκηση από το ζαχαριάδη και την ηγεσία, κι όχι τους δολοφόνους που τον εκτέλεσαν.

Έτσι πολλοί καταλήγουν να αναφέρονται στην εκτέλεση μπελογιάννη με περισσότερο μίσος για το κουκουε, παρά για το μετεμφυλιακό, αστικό κράτος που τον δολοφόνησε. Χωρίς ψήγμα κριτικής για τη στάση των συμμάχων μας στην εδα (κύρκος και σια), παρά μόνο για το ζαχαριάδη και το κόμμα. Και σε κάθε επέτειο βρίσκουν αφορμή να ξεδιπλώσουν το ίδιο τροπάριο.

Μια άλλη οπτική με παραπλήσιο δια ταύτα, αλλά από την ανάποδη είχαμε πριν από 30 περίπου χρόνια που επικράτησε η λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων της αλλαγής. Καρπός αυτής της εποχής είναι και η ταινία του τζίμα «ο άνθρωπος με το γαρίφαλο» όπου πίσω από τις εικόνες- κατά το «πίσω από τις γραμμές»- αποτυπώνονται κάποια χαρακτηριστικά σημεία αυτής της λογικής.

(Ανοίγει παρένθεση. Με όσα ακολουθούν δεν προσπαθώ να μειώσω την αξία της ταινίας, το συναίσθημα που βγάζει ή τα πολλά καλά της σημεία. Από τη μουσική του θεοδωράκη, που κορυφώνει την φόρτιση την ώρα της απολογίας του μπελογιάννη, μέχρι την επιλογή ενός ερασιτέχνη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Και σκηνές σαν αυτή στη φυλακή, με τον κομμουνιστή κρατούμενο, που «προτιμά» να τρελαθεί, ως άμυνα του οργανισμού του για να γλιτώσει το μαρτύριο, παρά να προδώσει τους συντρόφους του. Και μέσα στην τρέλα του, νιώθει την υποχρέωση να τους καθησυχάσει ότι δε λύγισε με μια σπαρακτική φωνή, που ίσως κάποιοι να την ακούνε ακόμα τα βράδια στον ύπνο τους: σύντροφοί μου τους γέλασα, τους γέλασαα...

Αυτά εξάλλου δεν τα βλέπεις συνήθως από την πρώτη φορά, αλλά μετά την πέμπτη ή έκτη, αφού σταματήσεις πρώτα να δακρύζεις στις επίμαχες σκηνές της απολογίας και της εκτέλεσης, κι αρχίζεις να βλέπεις ένα άλλο επίπεδο στην ταινία. Νομίζω πως η «πολιτική ενηλικίωση» πολλών συντρόφων έχει περάσει μέσα από την συγκίνηση αυτής της ταινίας, ή των διηγήσεων της έλλης παππά για το σύντροφό της. Μεγαλώνοντας όμως δεν είναι δυνατόν να αγνοήσεις κάποια σημεία, που αρχικά δεν σου είχαν κάνει εντύπωση. Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζουμε).

Από πολιτικής άποψης η οπτική του τζίμα είναι η οπτική ενός καλού και τίμιου πασόκου, ενός αριστερού ή καλοπροαίρετου ανθρώπου, που δεν αποφεύγει ωστόσο τις κακοτοπιές.

Καταρχάς στην παρουσίαση της επεκ, στην οποία φιλοτεχνεί ένα φιλολαϊκό προσωπείο. Η επεκ παίρνει μέτρα επιείκειας για τους μακρονησιώτες κομμουνιστές, ανακουφίζει τις λαϊκές μάζες και εγγυάται την εθνική ενότητα. Ο πλαστήρας –που έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός, αμέσως μετά τη βάρκιζα- αρνείται να στείλει στρατό στην κορέα, αρχίζει έρευνες για τον ιδεα κι επιχειρεί να βάλει ένα τέλος στις εκτελέσεις, αλλά τον ρίχνουν οι αμερικάνοι –δηλ οι ίδιοι που τον ανέβασαν.

Η αγιογράφηση του κέντρου και του πλαστήρα ειδικά –η κυβέρνηση του οποίου έβαψε τα χέρια της με το αίμα του μπελογιάννη και των τριών εκτελεσθέντων συντρόφων του- δεν στερούνταν πολιτικής σκοπιμότητας, τη στιγμή που προβλήθηκε η ταινία. Ο πλαστήρας παρουσιάζεται σαν φιλο–κομμουνιστής, γιατί τον μπερδεύουν ίσως με τον κατράκη που τον υποδύεται,αλλά σε κάθε περίπτωση με τον ανδρέα παπανδρέου, που εκείνο τον καιρό δημαγωγούσε ασύστολα κι έβλεπε το πολιτικό του άστρο να ανατέλλει, μαζί με τον ήλιο του πασοκ.

Ο πλαστήρας θέλει να αλλάξει τα πράγματα, αλλά δεν τον αφήνουν, κι αυτό τον κάνει να υποφέρει. Ο μπελογιάννης –ο οποίος σε όλη την ταινία μιλάει για «πλατιά ενότητα» κι «εθνική, δημοκρατική αλλαγή»- κατονομάζει στην απολογία του ως υπεύθυνους «την μισαλλόδοξη ακροδεξιά, τους ξένους και τους ξενόδουλους». Ακόμα κι ο βασιλιάς θέλει να δώσει χάρη, αλλά λέει ότι δε μπορεί να αγνοήσει τη θέληση των συμμάχων –δηλ των αμερικάνων. Τελικά κανείς δεν είναι κακός κατά βάθος, κι ο θεατής αρχίζει σταδιακά να αναρωτιέται σαν τον «εθνάρχη» τριανταφυλλίδη: μα ποιος κυβερνά επιτέλους αυτόν τον τόπο;

Στη συνάντησή του με τον άνθρωπο του πλαστήρα, πριν ακόμα τον συλλάβουν, ο νίκος μπελογιάννης λέει ότι πρέπει να παραμερίσουν πάλι τις διαφορές τους, όπως έκαναν επί κατοχής στο βουνό! (Με ποιον άραγε τις παραμερίσαμε; Με τον εδες που μας πολεμούσε στην ήπειρο;) Παραδέχεται πρόθυμα τα λάθη του κουκουέ, που τους χώρισαν «κι έβαλαν άβυσσο ανάμεσά μας», κάνοντας κάποιους να πιστεύουν –όπως είπε ο συνομιλητής του- ότι το κόμμα είναι ο ισχυρότερος εχθρός της δημοκρατίας.
-Κι εσείς το πιστεύετε αυτό; Κι ο στρατηγός πλαστήρας; ρωτά με αγωνία ο μπελογιάννης
Όχι δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν. Ο στρατηγός πλαστήρας; Μα αφού είναι μεταρρυθμιστής και φιλοπρόοδος. Είναι καλός...

Ο τζίμας παρουσιάζει ένα μπελογιάννη μετωπικό κι ενωτικό, που πρέπει να μεταπείσει μια δογματική μερίδα σκληροπυρηνικών συντρόφων. Σε μια σύσκεψη παρανόμων, ένας σύντροφος λέει στην τοποθέτησή του να μη γίνουμε ουρά των αστικών κομμάτων, γιατί παίρνουν τις δυνάμεις μας και μετά μας πουλάνε. Αλλά η επόμενη συντρόφισσα λέει ότι δεν είναι ώρα να τρίξουμε τα δόντια που δεν έχουμε. Κι ο μπελογιάννης συμφωνεί μαζί της και μιλά για πλατιά ενότητα με στόχο τη ζωή των συντρόφων μας και το ψωμί του λαού.

Έλα όμως που η προειδοποίηση του συντρόφου στην ταινία ήταν πραγματική. Τόσο για την εδα, που τα επόμενα χρόνια έγινε ουρά της ένωσης κέντρου, όσο και για τη λαίλαπα του πασοκ που ερχόταν, λεηλατώντας εκλογικά τη βάση των παλιών εαμιτών. Ο τζίμας ωστόσο θα έβλεπε με καθυστέρηση τριάντα χρόνων να γίνεται πράξη το όνειρό του για «λαϊκό μέτωπο με την επεκ», όπως το επεσήμαινε στην ταινία, ως απειλή, ο άνθρωπος της CIA στην ελλάδα (αντωνόπουλος).

Η ταινία αναπαράγει και την κυρίαρχη ερμηνεία για την περίπτωση του πλουμπιίδη, με την απαραίτητη μπηχτή εναντίον του ζαχαριάδη.
-Κάποιος στο κόμμα ρίχνει δηλητήριο για τα στελέχη, λέει ο πλουμπίδης μόλις ακούει στην «ελεύθερη ελλάδα» ότι η επιστολή του είναι χαφιέδικο κατασκεύασμα (και δεν ήταν ίσως περίεργο να το πιστεύει αυτό το κόμμα, αφού έγινε χωρίς καμία προηγούμενη συνεννόηση με τον μπάρμπα, όπως ήταν το ψευδώνυμο του πλουμπίδη). Σε ευθεία αντίθεση δηλαδή με τη στάση ζωής -κυριολεκτικά- του πλουμπίδη, που πέθανε με τη βεβαιότητα ότι το κόμμα του θα αποκαταστήσει τον ίδιο και την αλήθεια –όπως και έγινε.

Λίγο αργότερα, κι ενώ οδηγούν τους μελλοθάνατους στον τόπο εκτέλεσής τους (γουδή), ο αργυριάδης ρωτάει τον μπελογιάννη αν όντως πιστεύει ότι είχαν προδώσει το κίνημα, όπως λέει το κόμμα, ενώ ο καλούμενος στενοχωριέται που θα πεθάνει περιφρονημένος από τους συντρόφους του!
Στο απόσπασμα δηλ πήγαν με τη ρετσινιά του προδότη του κόμματος! Αυτό μας λέει ο τζίμας τουλάχιστον. Πώς; Γιατί; Έλα μωρέ τώρα. Ο νοών νοείτω. Το κόμμα που τρώει τα παιδιά του, κτλ...

Θεωρεί παράλληλα ασυχώρητο λάθος το σύνθημα του ζαχαριάδη «το όπλο παρά πόδα». Βάζει το μπελογιάννη να το παραδέχεται ανοιχτά ως λάθος σε κάθε ευκαιρία, και τους ασφαλίτες να το «αξιοποιούν» προβοκατόρικα και να βγάζουν τρικάκια κι αφίσες με αυτή τη φράση.

Τι κρατάμε ως συμπέρασμα για τον επίλογο;
Μια φράση από την απολογία του μπελογιάννη, όπου απαντά με ρητορικά ερωτήματα στο κατηγορητήριο. Ποιος πράκτορας θα έδινε έτσι ανυστερόβουλα τη ζωή του για μια τόσο μεγάλη υπόθεση; Ποιος κατάσκοπος θα έδινε έτσι ανυστερόβουλα τη ζωή του για μια τέτοια υπόθεση;
Ας βάλουμε στη θέση του πράκτορα τον πασόκο –εννοώντας βασικά τα στελέχη του πασοκ, όχι τον κόσμο που το πίστεψε- και το ερώτημα μπορεί να παραμείνει ίδιο κι απαράλλαχτο.

Ας κρατήσουμε αυτό, μαζί με την τελευταία σκηνή, όπου τα γαρίφαλα ανθίζουν και γίνονται μυριάδες. Η θυσία του ανθρώπου με το γαρίφαλο δεν ήταν μάταιη.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Συνείδηση της αναγκαιότητας ή θάνατος

Αυτό θα μπορούσε να είναι με όρους μαρξιστικής φιλοσοφίας το σύνθημα της επανάστασης του 1821’. Ποια ήταν όμως η αναγκαιότητα της εποχής και τι σχέση έχει με τις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας; Και τι συνειρμούς αφήνει πίσω της η φετινή επέτειος της 25ης μαρτίου, που τελικά δεν ήταν όσο «επεισοδιακή» περίμεναν οι περισσότεροι –όπως κάθε φορά σχεδόν, που πηγαίνουν άπαντες υποψιασμένοι για την περίσταση.

Του Πάνου Ζάχαρη
Το τελευταίο διάστημα, αρκετοί είναι αυτοί που επιλέγουν να κάνουν μια απλοϊκή σύνδεση με το παρελθόν, μεταφέροντας μηχανιστικά στο παρόν τα συνθήματα και το ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε επετείου. Η επέτειος του όχι πχ γινόταν εκ νέου επίκαιρη, εξαιτίας της «νέας κατοχής» που βιώνει η χώρα μας, κάτω από την μπότα του δντ και των δανειστών της. Ενώ η επέτειος του πολυτεχνείου μας θυμίζει ότι η χούντα δεν τελείωσε το 73’, (τον ιούλιο του 74’ είναι η σωστή απάντηση) αλλά συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Έβγαλε τη στολή των συνταγματαρχών και φόρεσε το συνταγματ(αρχ)ικό της μανδύα.

Με τη φόρα που είχαν, ήταν ικανοί να μιλήσουν μέχρι και για νέα τουρκοκρατία –που κάνει παρήχηση με το κόμμα του σαμαρά. Και για του έλληνα τον τράχηλο, που δεν υπομένει τον ζυγό της τρόικας και του δντ. Κι ονειρεύεται έναν ηγέτη που θα πάρει εκδίκηση για τον λαό του, σαν τον κολοκοτρώνη και τον καραϊσκάκη. Όταν γυρίσει να τους γαμήσει, που λέει και το τραγούδι. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους.

Φωτιά σαν αυτή που έκαψε το κέντρο της αθήνας στις 12 φλεβάρη. Και τσεκούρι σαν κι αυτό του βορίδη, που είναι υπουργός στην κυβέρνηση παπαδήμου. Όσο για προσκυνημένους άλλο τίποτα. Τουρκοκρατία μπορεί να μην έχουμε βέβαια, αλλά οι ραγιάδες περισσεύουν σε αυτήν τη γωνιά της ευρώπης. Πρόθυμοι να ξεπουλήσουν τη μάνα που τους γέννησε, σε τιμή ευκαιρίας. Πάντα με «αίσθημα ευθύνης» για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας τους. Και βαθιά περιφρόνηση για τον απλό λαουτζίκο με τις φουστανέλες και τους κατσαπλιάδες, που δεν τους αξίζει να λογίζονται ως ευρωπαίοι, με κουλτούρα και φράκο.

Εκσυγχρονιστικά γκεσέμια, σαν τον βερέμη, που έδωσαν τη δική τους αστική εκδοχή των πραγμάτων, από την σκοπιά της νέας τάξης τους και της τηλεόρασης του σκάι: ρηχός αντι-σωβινισμός και κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου. Ένα ντοκιμαντέρ το οποίο προσωπικά μου φάνηκε –εκτός από αντιδραστικό και- εντελώς βαρετό. Καλογυρισμένο και ιστορίες.. Σαν τις δουλειές και τα σπικάζ του 902 δεν έχει.

Ποια είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος; Διάφοροι αριστεροί –έτσι γενικά κι αόριστα- που γίνονται ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι. Μπορούν να σου ρίξουνε χίλια τσιτάτα για το αυθόρμητο, προκειμένου να δικαιολογήσουν το επίπεδο συνείδησης αγανακτισμένου, και την (κατά)πτωση της επίδοξης (wannabe) πρωτοπορίας στο ίδιο επίπεδο. Αλλά γίνονται αυστηροί κριτές της «φενάκης της εθνικής εορτής» και των «αριστερών μύθων για το λαϊκό 21’ και τη συνέχεια της κλεφτουριάς στους καπετάνιους της αντίστασης». Άκρως επιτημητικοί για τον πατριωτισμό και τις παρελάσεις, αλλά πρόθυμοι να συγχρωτιστούν στις πλατείες με τους ελληνο-σούπερμαν με τη μπέρτα και λοιπούς ελληνάρες, γιατί ανακάλυψαν έξαφνα το «έθνος των εργαζομένων» του λένιν, στο μικροαστικό χύμα που κατεβαίνει ως «πολίτης», μακριά από συλλογικότητες κι εργατικές οργανώσεις.

Το παραπάνω κουβάρι ξεδιπλώνεται με αφορμή την παρέλαση, έναν αναχρονιστικό θεσμό στην λογική του «άρτος και θεάματα» -αλλά χωρίς άρτο, σε αυτήν την περίπτωση- που έχει καταργηθεί ακόμα και στην τουρκία. Και κάπου εκεί σκέφτεσαι ότι έπρεπε να έχει γραφτεί μια μπροσούρα «περί δικαίων και αδίκων παρελάσεων», γιατί ο θεσμός είχε παραμείνει και στις χώρες του υπαρκτού. Αλλά είναι λογικό μέχρι ενός βαθμού, γιατί εκεί βρίσκονταν πάντα επί ποδός πολέμου, λόγω της περικύκλωσης –άλλο αν τελικά την πάτησαν εν καιρώ ειρήνης και ειρηνικής συνύπαρξης.

Η πιο αυθεντική παρέλαση που έχω παρακολουθήσει ποτέ –αν και δεν είναι πολλές στο σύνολο- είναι στην ταινία made in greece με τον χάρρυ κλυνν. Με τη νεόπλουτη στην εξέδρα των επισήμων να χορεύει τσιφτετέλι, σημαδεύοντας σαν προφητεία το κάρμα της γιάννας. Και τον αφρό της ελληνικής κοινωνίας στο δρόμο να παρελαύνει. Γύφτοι, αρκουδιάρηδες, σουβλατζήδες, λαχειοπώληδες –η ελπίδα για το μέλλον της ελλάδας, με ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση- και τοκογλύφοι, που συνοδεύουν από την πρώτη στιγμή ύπαρξής του το ελληνικό κράτος, που ήταν εξ αρχής εξαρτημένο -ή έστω ανισότιμα αλληλεξαρτημένο.

Στο τέλος ένα κοριτσάκι δίνει στον χαρούλη ένα πλαστικό σημαιάκι –υπό τους ήχους του η «ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», σε μελαγχολική βερσιόν- κι αυτός το κουνάει πέρα-δώθε περίλυπος, ίσως ακριβώς γιατί δεν πεθαίνει (η ελλάδα), να ησυχάσουμε επιτέλους. Κάπως σαν το κόμμα, που ξαποσταίνει λίγο καιρό και τραβάει μπροστά, ενώ το περιμένουν οι εχθροί του στη γωνία να πεθάνει. «Ενενήντα χρονών κόμμα, τα έχει ζήσει όλα, τι άλλο περιμένει πια;»

Τι άλλο μου θύμισε η φετινή επέτειος; Τον καποδίστρια με το «κίνημα της δωρεάν πατάτας», που έβαλε φρουρούς να την φυλάνε στις κρατικές αποθήκες, για να τσιμπήσει ο κόσμος, να την κλέψει και να την δοκιμάσει. Την επαναστατική τρομοκρατία του κολοκοτρώνη –«φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»- που πολύς κόσμος την καταλαβαίνει και ξέρει να την δικαιολογήσει, αλλά όταν τη δει σε άλλο ιστορικό πλαίσιο, του φαίνεται απάνθρωπη και την απορρίπτει. Έτσι του έμαθαν τουλάχιστον. Κακό πράγμα η επαναστατική βία, ειδικά αν έχει κομμουνιστές μέσα.

Τα τρία κόμματα –αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό- για τα οποία ο γκίκας λέει πως ήτανε φίλα προσκείμενα κατ’ επιλογήν στην δύναμη της αρεσκείας τους, και όχι ξενόδουλα. Με τον ίδιο περίπου τρόπο –λέω εγώ- που το κουκουέ, ως το ελληνικό τμήμα της διεθνούς, ήταν κάτι σαν σοβιετικό κόμμα –με την ταξική έννοια του όρου σοβιέτ- χωρίς να είναι εξαρτημένο από τους σοβιετικούς, όπως πιστεύουν όσοι ψάχνουν την πηγή της κακοδαιμονίας και το κακό το ριζικό μας στην επέμβαση της κομιντέρν το 31’.

Και τις διπλές γιορτές της κομμουνιστικής ορθοδοξίας και λοιπών αιρέσεων, κατ’ αντιστοιχία της 25ης μαρτίου, που προέκυψε με νοθεία, για να συμπίπτουν οι ημερομηνίες –στην πραγματικότητα η ελληνική επανάσταση ξεκίνησε μερικές μέρες νωρίτερα. Αναφέρω ενδεικτικά.

Ο τρότσκι είχε γενέθλια τη μέρα της οκτωβριανής επανάστασης. Ο στάλιν γεννήθηκε στις 25 δεκέμβρη –δεν είμαι όμως σίγουρος αν αυτό συμπίπτει με τα χριστούγεννα για τη ρωσία και τους παλαιοημερολογίτες- και πέθανε την ίδια μέρα που ήταν τα γενέθλια της ρόζας. Το κόμμα ιδρύθηκε τη μέρα που είναι κι η επέτειος του πολυτεχνείου. Η επόν ιδρύθηκε την ίδια μέρα με τον κόκκινο στρατό. Και η ενάτη μαΐου είναι η μέρα της αντιφασιστικής νίκης των λαών κι η επέτειος του μάη του 36’ στη θεσσαλονίκη.

Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης.
Όπως άλλωστε κι η κοινωνική σημασία του 21’, όπως προκύπτει μέσα από το ομώνυμο έργο του κορδάτου. Σκεφτόμουν να βάλω ένα απόσπασμα ως επίλογο, αλλά θα το αδικούσα αν το στρίμωχνα έτσι στο τέλος. Οπότε μετατίθεται για του χρόνου, κατά πάσα πιθανότητα.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Τα αντιφασιστικά μέτωπα

Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει στην προηγούμενη ανάρτηση, με το κομμάτι των ερωτοαπαντήσεων, που είχε μόνο ένα γύρο, αλλά μεστό και χορταστικό. Στο τέλος θα προσπαθήσουμε να πιάσουμε το νήμα τους για να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, ή να θέσουμε τουλάχιστον τα κατάλληλα ερωτήματα και κάποιους προβληματισμούς.

Ποια ζητήματα τέθηκαν στη διαδικασία των ερωτήσεων; Για την περίπτωση του καραγιώργη –να μας πει ο σκολαρίκος κάτι παραπάνω από το δοκίμιο- για τα αντιφασιστικά μέτωπα και τη θεωρητική συμβολή του ντιμιτρόφ, και για τη στρατηγική επεξεργασία της κομιντέρν για τις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης.
Ο σκολαρίκος είπε ενδιάμεσα ότι σε μια εκδήλωση παρουσίασης του δοκιμίου, είναι αδύνατο να πει περισσότερα από όσα λέει ο ίδιος ο τόμος, αλλά τελικά έδωσε αρκετό υλικό και τροφή για σκέψη με όσα είπε.

Για τον καραγιώργη επανέλαβε την εκτίμηση του δοκιμίου για την απαράδεκτη μεταχείριση που είχε στις φυλακές της ρουμανίας –η οποία οδήγησε και στο θάνατό του- κι έχοντας αυτό ως δεδομένο, προχώρησε στην πολιτική κριτική της στάσης του στην 3η συνδιάσκεψη του 50’, όπου υποστηρίχτηκε από την μειοψηφούσα άποψη πως η επιλογή του δεύτερου αντάρτικου ήταν λανθασμένη κι έπρεπε να αποφευχθεί.

Το δεύτερο αντάρτικο όμως δεν ήταν λάθος, αλλά κατάκτηση. Η ελλάδα απέκτησε πλούσια ιστορική πείρα και ήταν μία από τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες που έζησε στο έδαφός της έναν «εμφύλιο».  Τα θύματα δυστυχώς δε θα ήταν λιγότερα αν είχε αποφευχθεί ο πόλεμος, όπως λέγεται συνήθως. Ενώ οι λιγοστές παραχωρήσεις της αστικής τάξης έγιναν –μεταξύ άλλων- ακριβώς εξαιτίας του φόβου από την ανάμνηση ενός δυνατού, λαϊκού κινήματος.

Το δεύτερο ερώτημα –λέει ο σκολαρίκος- αφορά επεξεργασίες του διεθνούς, κομμουνιστικού κινήματος των χρόνων 34-36, που σύμφωνα με το 16ο συνέδριο –αν σημείωσα καλά- μένουν ανοιχτές προς συζήτηση και περαιτέρω έρευνα.

Για να απαντήσουμε σχετικά με την αντιφασιστική συμμαχία, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ερώτημα τι είναι ο φασισμός. Εάν πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάποιο τρίτο, κοινωνικό σύστημα, πέρα από τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε ως πρόοδο ή ως κατάκτηση την αστική δημοκρατία.

Αλλά ο φασισμός είναι οργανικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού, της δικτατορίας της αστικής τάξης και της προετοιμασίας της για τον πόλεμο. Οι αστοί κλείνουν τα εσωτερικά μέτωπα κι επιδίδονται σε ένα άγριο κυνηγητό του εργατικού κινήματος. Μπορεί αυτό το κυνήγι να ήταν πιο άγριο στις χώρες με φασιστικά καθεστώτα, αλλά οι κομμουνιστές τέθηκαν εκτός νόμου το 39’ και στη γαλλία του λαϊκού μετώπου που αρνήθηκε να στηρίξει τη δημοκρατική ισπανία. Αστικό κοινοβουλευτισμό είχαμε και στην ελλάδα κατά την περίοδο του εμφυλίου.

Τα αντιφασιστικά μέτωπα λοιπόν, σύμφωνα και με την αντίληψη του ντιμιτρόφ, είχαν ως πρώτη και κύρια αποστολή τη σωτηρία της εσσδ, και σε δεύτερο πλάνο την πάλη ενάντια στα δεινά του πολέμου και της φασιστικής κατοχής.
Μπορούσε να οδηγήσει αυτό το μέτωπο σε συγκεκριμένο τύπο εξουσίας; Η πράξη έδειξε πως όχι. Γιατί ήταν ένα μέτωπο διαταξικό, με δυνάμεις και χώρες, όπως ο εδες κι η αγγλία. Ενώ η ζωή μας έβαζε επιτακτικά το δίλημμα: αστική ή εργατική εξουσία. Δηλ να κάνουμε ένα βήμα μπρος ή να υποχωρήσουμε. Κι ενώ το αστικό στρατόπεδο διαπλεκόταν ανοιχτά με το φασισμό, όπως το 54’ στη δυτική γερμανία όπου το κκ τέθηκε εκτός νόμου, ενώ ο κρατικός μηχανισμός ήταν γεμάτος με στελέχη των ναζί. Κι όπως στα δεκεμβριανά, με τα τάγματα ασφαλείας που πολέμησαν στο πλευρό των άγγλων –κανονικά οι αστοί πολιτικοί έπρεπε να καταθέτουν κι αυτοί στεφάνι στου μακρυγιάννη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο τους.

Στο ερώτημα για την κομιντέρν, ο σκολαρίκος υπενθύμισε την απόφαση του 18ου συνεδρίου να μελετηθούν περαιτέρω τα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και διάλυσή της στα 1943, η οποία έδειχνε το μέγεθος της διαπάλης στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που δεν ήταν τόσο μονολιθικό όσο το παρουσιάζουν οι αντίπαλοί του.
Μας ανέφερε σχετικά και μια ατάκα του τολιάτι από το 1960. Όταν του ασκήθηκε κριτική για την αποτυχία του «δημοκρατικού» δρόμου απάντησε: δηλαδή τι θέλατε; Να είμαστε σαν την ελλάδα, που οι μισοί κομμουνιστές είναι στις φυλακές. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Σήμερα δεν υπάρχει κκ στην ιταλία- ενώ τότε είχε 20% και έφτασε μέχρι το 30%- ενώ εμείς εδώ συζητάμε τι είπε τότε ο τολιάτι.

Οι επεξεργασίες του 6ου συνεδρίου της κομιντερν το 1928 αφορούσαν τρία επίπεδα. Τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ή χώρες-ατμομηχανή του ιμπεριαλισμού, όπως τις ονόμαζαν χαρακτηριστικά, φέρνοντας ως παράδειγμα τη γαλλία και τις ηπα. Τις ενδιάμεσες και εξαρτημένες, στις οποίες ανήκε και η ελλάδα και τις αποικίες ή προτεκτοράτα, οπού δεν υπήρχε καν ντόπια αστική τάξη.
Για τη δεύτερη κατηγορία προβλέπονταν δύο πιθανές εκδοχές για το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης. Είτε αστικοδημοκρατική επανάσταση με ταχεία μετεξέλιξη σε σοσιαλιστική, είτε σοσιαλιστική επανάσταση που θα είχε να επιλύσει και αστικοδημοκρατικά ζητήματα, όπως το θεσμό της βασιλείας, το θέμα της γης κλπ.

Αυτή ήταν κι η ουσία της διαπάλης στο κουκουε την περίοδο 29-31, μεταξύ της μειοψηφίας που συμπεριλάμβανε και τον γγ του κόμματος και της πλειοψηφούσας ομάδας σιάντου-θέου (δική μου σσ:  αν έχουν έτσι όμως τα πράγματα, γιατί χαρακτηρίστηκε από την κομιντερν αυτή η διαπάλη ως φραξιονισμός χωρίς αρχές; Εκτός κι αν ο χαρακτηρισμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε και όχι την πολιτική ουσία της διαπάλης) .

Το κουκουε κατέφυγε στην κομιντέρν ως το ελληνικό τμήμα της διεθνούς (με τον ίδιο τρόπο που θα κατέφευγαν σήμερα στη κετουκε δύο τοπικές κομματικές οργανώσεις) κι αυτή προέκρινε ως λύση τη συνολική αντικατάσταση του καθοδηγητικού οργάνου και την ανάδειξη του ζαχαριάδη στη θέση του γγ.
Ο ζαχαριάδης ήθελε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα προτού αναλάβει γραμματέας. Αλλά η κομιντερν επέμενε ότι έπρεπε να συζητηθεί πρώτα σε όλο το κόμμα και έτσι φτάσαμε στην 6η ολομέλεια του 34. Όταν αργότερα, μετά την καθαίρεση του, του επισήμανε ο κουούσινεν ότι ήταν αντιφατικό να μιλάει για αστικοδημοκρατική επανάσταση αλλά να προχωράει παρόλαυτα στον εμφύλιο, ο ζαχαριάδης απάντησε: εγώ από τότε σοσιαλιστική έλεγα, εσείς επιμένατε για αστικοδημοκρατική.

Ας δούμε το θέμα στην εξέλιξη του, τι σημαίνει σήμερα αστικοδημοκρατική μεταρρύθμιση. Στην ελλάδα πχ εκκρεμεί ακόμα ο διαχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ακόμα ώριμος ο σοσιαλισμός και χρειάζεται ένα ενδιάμεσο αστικοδημοκρατικό στάδιο;
Στην αγγλία υπάρχει ακόμα βασιλιάς, ο οποίος παίζει ένα ρόλο παρόμοιο με αυτόν του παπούλια, καθώς η αστική εξουσία υπάρχει εδώ και 400 χρόνια περίπου. Στη ρωσία οι μπολσεβίκοι πραγματοποίησαν αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις έχοντας όμως ως σημαία τους τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ενδιάμεση εξουσία δεν υπάρχει και ιστορικά δεν προέκυψε ποτέ.

Παρόλαυτα, μια σειρά κκ διακατέχονταν μεταπολεμικά από παρόμοιες λογικές.
Το 1951 το κκ βρετανίας έβγαλε τη θεωρητική επεξεργασία του «βρετανικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» και έβαζε στόχο την απεξάρτηση από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ως πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση.
Το 1968 ο γγ του γαλλικού κκ έγραψε μια μπροσούρα για το «ενιαίο δημοκρατικό μέτωπο» όπου έκανε λόγο για μια ελεύθερη, ευημερή γαλλία, απεξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό.
Παρόμοιες επεξεργασίες είχε το κκ ιαπωνίας για την απεξάρτηση της χώρας απ’ τις βάσεις της χώρας, το κκ ισπανίας – που είχε ακόμα ως κτήση της το μαρόκο- και μια σειρά κκ σε άλλες χώρες.

Τι έγινε όμως στις λδ της ανατολικής ευρώπης με το ενδιάμεσο στάδιο;
Εκεί έπαιξε καθοριστικό ρόλο η παρουσία του κόκκινου στρατού. Ας φανταστούμε πχ να έμπαινε ο κόκκινος στρατός στην ελλάδα και να κυνηγούσε τους δωσίλογους και τους αστούς. Θα αρκούσαν πιθανότατα και μόνο οι εκλογές για τη νίκη της «λαοκρατίας».
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έπαιξε ρόλο ο εγχώριος υποκειμενικός  παράγοντας. Στην αυστρία πχ ο κόκκινος στρατός έμεινε μέχρι το 56, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ενώ στην αλβανία – ανεξαρτήτως της συνέχειας που είχε το δικό της εγχείρημα οικοδόμησης- τα κατάφεραν χωρίς τον κόκκινο στρατό. Έδωσαν τελεσίγραφο στους άγγλους και τους έδιωξαν από το λιμάνι της χειμάρας μέσα σε 4 ημέρες. Εμείς αντίθετα είχαμε στείλει μέχρι και τάγμα να τους υποδεχτεί.

Σ΄αυτές τις χώρες όμως δεν είχαμε προσπάθεια εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών στοιχείων
– κολλεκτιβοποίηση, κοινωνικοποίηση κλπ- επομένως η σοσιαλιστική εξουσία ήταν πιο αδύναμη και οι αντεπαναστατικές ενέργειες ευκολότερες. Οι ιμπεριαλιστές δεν επέλεξαν την κατά μέτωπο επίθεση, αλλά την διείσδυση και την έμμεση αποδόμηση του σοσιαλισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι το 68 στην περιβόητη άνοιξη της πράγας, επικεφαλής βρέθηκαν δυνάμεις του ίδιου του κκ τσεχοσλοβακίας. Η ταξική πάλη απεχθάνεται τα κενά και ο ταξικός αντίπαλος φροντίζει να καλύπτει τα δικά μας.

Το τελευταίο σημείο που έχω κρατήσει στις σημειώσεις μου είναι για το 7ο συνέδριο των μπολσεβίκων που άλλαξαν στο πρόγραμμα τους τη θέση τους για το χαρακτήρα της επανάστασης, από αστικοδημοκρατικό σε σοσιαλιστικό, ακριβώς λίγο πριν την εκδήλωση της. Ενώ εμείς δεν είμαστε στη θέση που βρισκόταν η ρωσία το 17 με τα ισχυρά φεουδαλικά υπολείμματα.

Η αποτίμηση και τα συμπεράσματα μετατίθενται για ένα τρίτο μέρος, σε βάθος χρόνου.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Παρουσίαση του δοκιμίου

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε σε μια εκδήλωση παρουσίασης του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, με ομιλητή τον συνεργάτη του τμήματος ιστορίας της κετουκε, κώστα σκολαρίκο, και σύνθημα –γραμμένο σε πανό που κάλυπτε το φόντο: το μέλλον δε θα ‘ρθει μόνο του έτσι νέτο σκέτο.

Προσωπικά εκτιμώ το σκολαρίκο μεταξύ άλλων γιατί ο λόγος του γίνεται πολύ καλύτερος και μεστός στο δεύτερο μέρος με τις ερωτο-απαντήσεις, όπου μιλάει εκτός κειμένου, κι αυτή είναι μια αρετή που σπανίζει.
Στο πρώτο μέρος έκανε μια σύντομη παρουσίαση του δοκιμίου, την οποία θα προσπαθήσω να αναπαράγω στα βασικά της σημεία, βάσει κάποιων σημειώσεων που κράτησα, με τις όποιες τυχόν στρεβλώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν.

Ξεκίνησε την παρουσίαση με την προσπάθεια αστών κι οπορτουνιστών ιστοριογράφων να ξαναγράψουν την ιστορία, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων την έλλειψη πηγών προφορικής ιστορίας, λόγω της «βιολογικής απόσυρσης» των παλιότερων γενιών που είχαν ζήσει αυτά τα γεγονότα από πρώτο χέρι.

Όμως, κι η ιστορία που είχαμε μέχρι τώρα, από αστική σκοπιά δεν είχε γραφτεί; Ναι, αλλά τουλάχιστον αναγνώριζε πχ την ύπαρξη και το ρόλο των ταγμάτων ασφαλείας, ή έκανε λόγο για «εμφύλιο». Ενώ τώρα στην κυρίαρχη ιστοριογραφία αναβιώνουν οι χειρότερες πτυχές της λογικής του «συμμοριτοπολέμου».

Κάποιοι μας κατηγορούν ότι κι εμείς αναθεωρούμε την ιστορία του κόμματος (σσ: το πρώτο πρόσωπο αναφέρεται στο κουκουέ κι αυτό ισχύει και για το υπόλοιπο κείμενο). Αλλά η δική μας κριτική δεν έχει σχέση με τη λαθολογία, κι έχει ως πυρήνα της μεθοδολογίας της την αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων ως ιστορία της ως τα τώρα ταξικής πάλης –κατά τη γνωστή φράση των κλασικών.

Η δική μας αντιμετώπιση είναι πολύ πιο πλατιά, απ’ ό,τι (θέλουν να) φαντάζονται όσοι μας κατηγορούν για δογματισμό, και παίρνει υπ’ όψιν της σφαιρικά ποικίλους παράγοντες, σε αντίθεση με τη λεγόμενη pop history, δηλ τη «δημοφιλή» ιστορική ερμηνεία, που βάζει στο επίκεντρο τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα ενός ατόμου –πχ τη μεγαλομανία του χίτλερ ως λόγο εξάπλωσης του ναζισμού στην ευρώπη. Αν όμως είχε επιλέξει να επεκταθεί μόνο προς ανατολάς, όπου βρίσκονταν οι σοβιετικοί, η ερμηνεία της θα ήταν διαφορετική.

Το δοκίμιο εξετάζει πρώτα την κατάσταση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκτιμώντας ότι υπερτίμησε μεταπολεμικά τις δυνάμεις του κι υποτίμησε αντίθετα τη δύναμη του αντίπαλου στρατοπέδου, κάτι που αποτυπώθηκε και στην εκτίμηση ότι «ο καπιταλισμός σαπίζει», κατά τη δεκαετία του 60’ και του 70’.
Ο ιμπεριαλισμός όμως έβγαλε διδάγματα από τις επιμέρους ήττες του και βρήκε ευκαιρία να χρηματοδοτήσει αντικαθεστωτικές δυνάμεις στις λαϊκές δημοκρατίες, να αποκτήσει επιλεκτικά εμπορικές σχέσεις με κάποιες από αυτές, και να στήσει επιχειρήσεις όπως η gladio κι η κόκκινη προβιά –σε ιταλία κι ελλάδα αντίστοιχα.

Το δοκίμιο στέκεται επίσης στη στροφή του 20ού συνεδρίου, στις οπορτουνιστικές αντιλήψεις για την ειρηνική συνύπαρξη, το παλλαϊκό κράτος, το κοινοβουλευτικό δρόμο, τη συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες, καθώς επίσης και στη διαπάλη εντός του κκ, που οδήγησε στην εμφάνιση δύο νέων ρευμάτων, του μαοϊσμού και του ευρωκομμουνισμού.

Στο δεύτερο μέρος το δοκίμιο εξετάζει την οικονομική βάση, την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και την ανασυγκρότηση της αστικής τάξης –με το σχέδιο μάρσαλ κτλ. Πάνω σε αυτά τα δεδομένα, ερμηνεύει κατόπιν τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1949-68.

Αυτήν την περίοδο η ήττα του λαϊκού κινήματος εκτείνεται από το πεδίο των μαχών σε αυτό της οικονομικής εκμετάλλευσης. Το κουκουέ προσπαθεί να αναδιοργανώσει την πάλη του και καταφέρνει μόλις το 53-54 να ανασυστήσει τις παράνομες οργανώσεις του, ενώ οι ισπανοί χρειάστηκαν 12 κι οι ιταλοί 14 χρόνια αντίστοιχα, μετά τη νίκη του φασισμού, για να πετύχουν κάτι αντίστοιχο.

Εσωκομματικά έγινε μια προσπάθεια αποτίμηση των αγώνων της δεκαετίας του 40’, η οποία κράτησε ως και το 68’ και καλώς έγινε από μία άποψη, γιατί τα κύρια διδάγματα βγαίνουν όταν οι μάζες εφορμούν στο ιστορικό προσκήνιο. Η ιστορική πείρα ωστόσο έχει δείξει ότι μετά από ήττες επικρατούν δύο τάσεις εντός του κινήματος. Μία επαναστατική και μία ρεφορμιστική που προτάσσει την υποχώρηση και το συμβιβασμό. Διαχωρισμός που υπήρξε και στην 3η συνδιάσκεψη του 50’.

Το 53-4 καταρτίστηκε ένα σχέδιο προγράμματος που έβαζε ως προγραμματικό στόχο την σοσιαλιστική επανάσταση, σύνθημα που δεν είχε τεθεί καν την τριετία του ένοπλου αγώνα του δσε –που έμπαινε αντικειμενικά ζήτηα ανατροπής της αστικής εξουσίας- παρά μόνο στην έκτη ολομέλεια του 49’, που βρισκόμασταν στα πρόθυρα της τελικής ήττας.

Ωστόσο το προσχέδιο απορρίφθηκε από το κκσε, κι αυτό ήταν ένα δείγμα της διαπάλης στο εσωτερικό του –πριν και μετά το θάνατο του στάλιν- καθώς επίσης και του ανοιχτού διαύλου επικοινωνίας που είχαν μεταξύ τους στελέχη του κουκουέ και του κκσε.

Οι διεργασίες αυτές κορυφώθηκαν με τα γεγονότα της τασκένδης και αποτυπώθηκαν στην έκτη ολομέλεια του 56’ –όπου συμμετείχαν και τα διαγραμμένα στελέχη της προηγούμενης περιόδου, (50-56)- και την έβδομη ολομέλεια, ένα χρόνο αργότερα, που διέγραψε το ζαχαριάδη από μέλος του κόμματος.

Έτσι φτάσαμε στην πρώτη από τις τρεις αποκαταστάσεις που γίνονται στο δοκίμιο, το οποίο επιχειρεί μια ψύχραιμη αποτίμηση της προσωπικότητας του νζ, της συμβολής του –πριν και μετά τον πόλεμο- και των αδυναμιών του, μέσα στο γενικότερο διεθνές πλαίσιο, και θεωρεί τα λάθη του, λάθη ενός επαναστάτη. Σε αντίθεση με τους αστούς ιστοριογράφους που δεν ασκούν κριτική στα λάθη του, αλλά τον «στηλιτεύουν» ακριβώς για την προσήλωσή του στο κόμμα και την επαναστατική του υπόθεση. Έγινε επίσης αναφορά και στην αποκατάσταση του βαβούδη ως τεκμήριο για το ότι ο ζαχαριάδης δεν ήταν αλάνθαστος κι άφησαμε την πολιτική αποκατάσταση του άρη για το τέλος. (Αξίζει να διαβάσει κανείς για το νίκο ζαχαριάδη και το σχετικό άρθρο του μαΐλη στην κομεπ που κυκλοφορεί).

Επιστρέφοντας στη ροή των γεγονότων, ο σκολαρίκος στάθηκε στην όγδοη ολομέλεια του 58’, που πήρε την απόφαση για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων και τη διάχυση των κομμουνιστών στην εδα. Ανέλυσε την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού και τα κοινά του αιτήματα που επανεμφανίζονται κατά καιρούς. Την τάση της εργατικής αριστοκρατίας και των μεσαίων στρωμάτων να επιζητούν πλατιά συμμαχία, όταν συμπιέζονται σε περιόδους κρίσης. Τις θεωρητικές παρεκκλίσεις που δεν είναι απαραίτητα συνειδητές, αλλά φτάνουν στις τελικές τους συνέπειες και μεγιστοποιούνται. Το ιδεολόγημα της εθνικής αστικής τάξης και τα υπαρκτά ζητήματα στα οποία πατούσε ο οπορτουνισμός. Πχ γιατί να κυκλοφορεί ο παράνομος ριζοσπάστης, αφού γράφει τα ίδια με την αυγή, ή γιατί να διακινδυνεύουν οι σύντροφοι στις παράνομες κόβες αφού υπάρχει η εδα;
Οι αστοί όμως απαγόρευσαν την χάρη του κκ, όχι το όνομά του. Και θα έθεταν εκτός νόμου και την εδα αν αποκτούσε επαναστατικά χαρακτηριστικά.

Η εδα όμως σύρθηκε πίσω από την ένωση κέντρου και φανέρωσε τα αδιέξοδά της κατά την κρίση των ιουλιανών, όπου δεν έβαλε καν το αίτημα να φύγει ο βασιλιάς ως πρωταίτιος της κρίσης. Ενώ ο καραμανλής εκφράζει στα απομνημονεύματα το «παράπονο» ότι έμεινε στην ιστορία ο παπανδρέου ως γέρος της δημοκρατίας, μολονότι είχε απελευθερώσει λιγότερους κομμουνιστές κρατούμενους από αυτόν.

Έτσι η 21η απριλίου βρήκε το κόμμα παροπλισμένο και με διαλυμένες κόβες. Η διαπάλη με τον ευρωκομμουνισμό στη 12η ολομέλεια, η άμεση ανασύσταση των παράνομων κοβ, και η ίδρυση παράνομου τύπου και κομμουνιστικής νεολαίας άφησαν πολύτιμη παρακαταθήκη για το επόμενο διάστημα.

Στον επιλογο αναλύθηκε η πολιτική αποκατάσταση του βελουχιώτη, που δε συνοδεύτηκε από αντίστοιχη κομματική, γιατί ναι μεν ο άρης είχε δίκιο για το ρόλο των άγγλων και την συμφωνία της βάρκιζας, αλλά δεν έμεινε στο κόμμα για να παλέψει την άποψή του. Αυτό δε σημαίνει ότι η αρχή τήρησης του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού μπαίνει αφηρημένα πάνω από την επαναστατική στρατηγική. Μας το δείχνει άλλωστε η περίπτωση της ρόζας λούξεμπουργκ, που διαχώρισε μαζί με τους σπαρτακιστές τη θέση της από τον κάουτσκι και το πτώμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Θεωρούμε όμως ότι οι συνθήκες στο κουκουέ ήταν τελείως διαφορετικές. Κάτι που φάνηκε κι αργότερα με τη διόρθωση του λάθους και την τρίχρονη πάλη του δσε, στην οποία είχε θέση κι ο άρης. Και γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να παραμείνει στο κόμμα.

Στο δεύτερο μέρος θα δούμε το κομμάτι με τις ερωτοαπαντήσεις που είχε μπόλικο ζουμί.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Στης βουλής τα έδρανα

Ο βλαδίμηρος έλεγε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να παρεμβαίνουν παντού όπου υπάρχουν μάζες, ακόμα και στις αντικαπνιστικές λέσχες –αν και σήμερα κανείς δε θα τολμούσε να φτιάξει μια τέτοια λέσχη για να συσπειρώσει κόσμο, γιατί θα του γυρνούσαν την πλάτη όλοι οι θεριακλήδες.

Έλεγε επίσης στον αριστερισμό ότι πρέπει να συμμετέχουμε και στα πιο αντιδραστικά κοινοβούλια. -Δηλ και στις εκλογές του 46; Χμμ... -Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό σύντροφοι.
Είναι λοιπόν φανερό ότι το θέμα συμμετοχής –ή μη- στις εκλογές δεν τίθεται από θέση αρχής, γιατί πρόκειται για ένα τακτικό μέσο κι έτσι οφείλουμε να το αντιμετωπίζουμε.

Οι μενσεβίκοι έχουν την τακτική ως στρατηγικό τους ορίζοντα, ο οποίος φτάνει μέχρι τις εκλογές, και τον αριστερό κυβερνητισμό. Οι μπακουνιστές της κρονστάνδης αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος, που βλέπει ως στρατηγική της την αποχή από τις εκλογές και τις διαδικασίες του κράτους, χωρίς να καταλαβαίνει ότι αν η αποχή μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν παράνομη, όπως ακριβώς κι οι εκλογές, που τις φετιχοποιεί από την ανάποδη.

Ενώ υπάρχουν κι αυτοί που πηδάνε με χαρακτηριστική ευκολία από τη μία κατηγορία στην άλλη. Όπως εκείνος ο βουλευτής της δημαρ, που έγραψε για τις μουσικές ταξιαρχίες του πανούση (του τζίμη, όχι του γιάννη της δημαρ) τους στίχους για της βουλής τα έδρανα (αχ κι εγώ να έκλανα), και τώρα έκανε το όνειρό του πραγματικότητα και πέρδεται πάνω τους γέρνοντας προς τα αριστερά.

Υπάρχει κι η παραλλαγή όλων των παραπάνω, εντός, εκτός και εναλλάξ των εκλογών, όπου η άρνηση της ‘εκλογολαγνείας των ρεφορμιστών’ πηγαίνει χέρι-χέρι με το αίτημα να πέσει η κυβέρνηση, για να ‘ρθει μια άλλη, που θα δρα υπό... «εργατικό έλεγχο» και λαϊκή πίεση. Ένα αίτημα με εκλογικό –σε τελική ανάλυση- ορίζοντα, που φτάνει μέχρι την αλλαγή σκυτάλης στο μαξίμου, ή την αριστερή κυβέρνηση των μενσεβίκων.

Όσοι λοιπόν θυμούνται ακόμα κάτι από το βλαδίμηρο, και δεν έχουν αναθεωρήσει τα (ά)παντα, οφείλουν να θέσουν στον εαυτό τους κάποια ερωτήματα. Πότε πρέπει να χρησιμοποιούν τακτικά οι κομμουνιστές το μέσο των εκλογών; Ποια είναι κατά τη γνώμη τους η κατάλληλη στιγμή για να τις προβάλλουμε ως αίτημα; Και γιατί συμμετέχουν οι ίδιοι σε τελική ανάλυση;

Πρέπει επίσης να μάθουν να σκέφτονται συγκεκριμένα. Στην τρέχουσα συγκυρία τα αστικά επιτελεία θεωρούν τις εκλογές ανεπιθύμητες. Θέλουν ισχυρές κυβερνήσεις για να περάσουν το κούρεμα των μισθών και τη βίαια υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Υποχρεώνουν πασόκ και νδ να συγκυβερνήσουν, καίγοντας σταδιακά τις πολιτικές τους εφεδρείες. Κι ενώ οι πασόκοι βουλευτές μάζευαν υπογραφές για την εξάντληση της τετραετίας, για να μην χάσουν το μέλι της εξουσίας, μόνο ο σαμαράς επιθυμούσε –και προκάλεσε- τις εκλογές για να μη φθαρεί εντελώς από τη συγκυβέρνηση και καεί πριν καν γίνει πρωθυπουργός.

Με άλλα λόγια καθιστούν το αστικό κοινοβούλιο μηχανισμόπαραγωγής πλειοψηφιών για την ψήφιση μέτρων. Δική μας δουλειά λοιπόν είναι να τους δυσκολέψουμε το έργο, αλλάζοντας τους συσχετισμούς, ακόμα και τους εκλογικούς, για να τους αναγκάσουμε να συνεργαστούν και να αποκαλυφθεί ο ρόλος τους στα μάτια του κόσμου, μια ώρα αρχίτερα.

Μήπως όμως καλλιεργείται έτσι η λογική της ανάθεσης, που λέει ότι αρκεί να ψηφίσουμε ένα σωτήρα, για να μας λύσει τα προβλήματα, αντί να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι, παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια μας; Αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, αλλά δεν αντιμετωπίζεται στην κάλπη, με ψήφο ή αποχή. Η αποχή από μόνη της εξάλλου μπορεί εξίσου εύκολα να δώσει άλλοθι στην ιδιώτευση και την ισοπεδωτική λογική του «όλοι ίδιοι είναι». Η τάση αυτή μπορεί να αντιστραφεί πέρα και έξω από τις εκλογές, με δράση, ζύμωση, συσπείρωση. Για να μην έχουμε απλώς πιστούς οπαδούς και ψηφοφόρους αλλά δραστήριους, πρωτοπόρους συν-αγωνιστές.

Τη συμμετοχή στις εκλογές δε μας την υπαγορεύουν οι δικές μας σκέψεις ή επιθυμίες, αλλά το μέσο επίπεδο συνείδησης του κόσμου, που τρέφει ακόμα κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Ο χειρότερος αριστερισμός είναι να παίρνουμε ως γενικό κεκτημένο τη δική μας συνείδηση και να αγνοούμε αυτιστικά την πραγματικότητα και τη νοοτροπία των γύρω μας. Ενώ -από την άλλη- οι εκλογές είναι απλώς ένα μέτρο αυτής της συνείδησης, ο βαθμός ωρίμανσης της εργατικης τάξης, όπως έλεγε ο ένγκελς και τίποτα παραπάνω.

Τι είναι λοιπόν για εμάς οι εκλογές; Μια σύντομη στάση στην κάλπη, με το βλέμμα στο μέλλον και τους αγώνεςπου έρχονται. Με κινηματικούς όρους, όπως τώρα με την απεργία των χαλυβουργών και των ναυτεργατών (που την πούλησε η πλειοψηφία της πνο). Και με το σταθμό της πρωτομαγιάς, που μπορεί να μετατραπεί σε μεγάλη πολιτική διαδήλωση εν όψει της 6ης μάη, ή και σε γλέντι ανόδου με πανηγυρικό τόνο, απ’ τις 29 απρίλη.

Μια εκλογική αναμέτρηση που θυμίζει αρκετά τις τελευταίες περιφερειακές εκλογές στην αττική. Με το δικομματισμό να καταγράφει ιστορικό χαμηλό, το δημοσκοπικό φούσκωμα του δημαρά να πηγαίνει τώρα στη δημαρ, τα διάφορα «αντιμνημονιακά» αναχώματα που ξεφύτρωσαν για να συγκρατήσουν την οργή που ξεχειλίζει, την ενδο-φασιστική κόντρα μεταξύ χρυσής αυγής και «ρεφορμιστικής» ακροδεξιάς του καρατζαφέρη, και φυσικά την άνοδο του κουκουέ- και σε δεύτερο πλάνο του εξωκοινοβουλίου.

Στη προεκλογική ζύμωση το πολιτικό άνοιγμα των κομμουνιστών δεν πρέπει να είναι στείρα εκλογικό, αλλά συνολικό, να ξεδιπλώνει την προοπτική και την εναλλακτική πρόταση στην κρίση. Σε ποιους θα απευθύνεται; Ας δούμε ένα απόσπασμα από απόφαση της κετουκε, στην κομεπ που κυκλοφορεί.

Πρέπει να αντιμετωπίζουμε κάθε εργάτη ταξικά, (...) να ξεπεράσουμε την αντίληψη του ψηφοφόρου. Αν η κοβ ξεκινάει ανάποδα, ο τάδε είναι πασοκ, ο άλλος νδ, αδιάφορος κλπ, οδηγείται στην παραπάνω λαθεμένη αντίληψη. Αν εξαιρέσει όμως τα τσιράκια της εργοδοσίας, τους χαφιέδες, τους ανήθικους και διεφθαρμένους, τους βαμμένους αντικομμουνιστές κι αναρχο-προβοκάτορες, τους τροτσκιστές και «αριστεριστές», που όλοι αυτοί μαζί είναι μια μικρή μειοψηφία μπροστά στα εκατομμύρια των εργατών και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, τότε πρέπει να ανοίξουμε την καρδιά μας και τα χέρια μας σε όλους τους υπόλοιπους.

Πώς θα μπορούσε να είναι η αντίστοιχη εκδοχή του μετώπου με κοινωνικούς όρους; Περίπου όπως στη διαφήμιση.
Όλοι για έναν κι ένας για όλους.
Όταν λέμε όλοι, εννοούμε εκτός από το μεγάλο κεφάλαιο. Όταν λέμε κεφάλαιο εννοούμε εκτός από τους εβε και τους μικροαστούς. Όταν λέμε μικροαστούς, εννοούμε εκτός από αυτούς που...

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Tο κούρεμα

Το παν είναι να είσαι εντός της εποχής σου. Όπως ο σαββόπουλος με το κούρεμά του, που το έκανε και δίσκο, το 89’, για να αποδώσει το κλίμα της περιόδου. Η αλλαγή μάς πέθανε, ζήτω οι άνεμοι της αλλαγής. Και ο επαναπροσδιορισμός της αλλαγής της αλλαγής, που ‘λεγε κι ο χαρούλης.

Ο νταλάρας είχε –για λίγο- ακόμα χαίτη. Δεν ψήφιζε πασόκ και δεν είχε πει ακόμα την πόπη ούτε έτρωγε γιούχα, αλλά έστρωνε το δρόμο με τις συναυλίες για την κύπρο. Κι ο φασούλας αποτύπωνε τη δική του προδοσία σταδιακά στο μήκος των μαλλιών του. Μπορεί τα ράσα να μην κάνουν τον παπά, αλλά όποιος τα διαρρηγνύει σίγουρα δε μπορεί να ‘ναι ιερέας.

Όλα ξεκίνησαν κατά το –βρώμικο και κουρεμένο- 89’, που όσα μας έλεγαν οι σοβιετικοί για την περεστρόικα αποδείχτηκαν τρίχες, αν και η τριχόπτωση είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Τον γκόρμπι μακρυμάλλη δεν τον λες ακριβώς, αλλά η ομοιοκαταληξία για το τραγούδι μπορεί να βγει και με το μιχάλη –άιντε βρες κι εσύ μιαν άλλη. Η αγάπη που της είχες (της σοβιετίας) ήταν ένα μάτσο τρίχες. Να δεις που αυτός και μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις.

Καλλιεργήθηκε έτσι έντεχνα ένα βαθύ μίσος για τις τρίχες, το οποίο επηρέασε και αρκετούς συντρόφους. Παρά τρίχα να αλωθεί και το κουκουέ με όχημα την ανανέωση. Τελικά όμως το μουστάκι έμεινε στη θέση του, μαζί με το σφυροδρέπανο και τα ‘κονίσματα. Ο σύντροφος με το μουστάκι δεν αποκαθηλώθηκε. Την κρίσιμη στιγμή ο φλωράκης –είχε κι αυτός μουστάκι- κράτησε σωστή στάση κι έσωσε την τιμή του τιμημένου.

Έχει κι αυτός ευθύνη όμως που μπλέξαμε τα μουστάκια μας με το μουστάκι του κύρκου στον ενιαίο συνασπισμό. Και που λεηλάτησε τη βάση μας και τα συνθήματά μας το «παχύ μουστάκι» που είναι σήμα κατατεθέν του παλιού πασόκ όπως λέει ο πανούτσος. Εννοώντας βασικά μουστάκια σαν του φούρα και του ρέππα, που «υπέκυψαν» στον εκσυγχρονισμό του σημίτη και το ξύρισαν.
Παχύ μουστάκι είχε κι ο τεμπονέρας. Που δεν είχε καμία σχέση με το πασόκ, αλλά οι σύντροφοί του στη πάτρα έκαναν το λάθος να το στηρίξουν στις εκλογές του 93’.

Κι έτσι έκλεισε ένας μεγάλος κύκλος. Από τα πυκνά μούσια του μαρξ και του ένγκελς. Στο μουσάκι του βλαδίμηρου –που έχασε νωρίς τα μαλλιά του με αυτά που έβλεπε γύρω του- και το μουστάκι του στάλιν. Για να ‘ρθει ο νικήτας, το καραφλό καθήκι, και το ιδεολογικό τέκνο του, τριάντα χρόνια αργότερα. Κι άφησαν πίσω κάτι υπολείμματα, να παλεύουν μόνα τους με τα κύματα, σαν το μαδημένο μουστάκι του αναστόπουλου.

Κι ύστερα η δεκαετία του 90’, όπου το λάιφ-στάιλ έριξε στον καιάδα τα «κομματικά καπέλα», και φόρεσε στον κόσμο το «ανεξάρτητο» καπελάκι, που ήταν το κούρεμα-μόδα της εποχής. Μι εις τη νι καπέλο, που θα ‘λεγε κι ο ανδρουλάκης. Και συνεχές καπέλωμα του κόσμου από τις οθόνες, πάντα μακριά από τις εργατικές τραγιάσκες, που η σημασία τους στα ρουμάνικα, είναι αυτή ακριβώς: «ζήτω ο λαός» ή κάτι παρεμφερές. Πού πας χωρίς τραγιάσκα στον ήλιο στη βροχή, τον τρίτο δρόμο θα βρεις καρδιά μου αναρχική.

Αλλά η «ισχυρή ελλάδα» του σημίτη πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένη. Και φτάσαμε στο σημερινό κούρεμα, που το ονομάζουν έτσι κατ’ ευφημισμό, για να αποκρύψουν την ουσία του. Κι εκτός από εμάς, δεινοπαθούν και τα ελληνικά. Όπως με την ευελφάλεια και το «selective default» που δεν το λένε χρεοκοπία για να μην τρομάξει ο κόσμος.

Κι αυτό που δε λένε, στα αστικά μέσα, είναι πως όταν κουρεύεις κάτι, το κάνεις για να μεγαλώσει και να σου βγει μεγαλύτερο απ’ όσο πριν. Ό,τι ακριβώς κάνουν δηλ οι οφειλέτες «μας» με το δημόσιο χρέος.

Μας κουβαλάν σαν πρόβατα στο σφαγείο, μας κουρεύουν το μαλλί, αλλά κάθε φορά κόβουν και λίγο κρέας, όπως στο μύθο του αισώπου (πρώτα από το δημόσιο, μετά κι απ’ τους υπόλοιπους). Είμαστε καταδικασμένοι σε αργό και συντεταγμένο θάνατο.
-Ναι, αλλά δεν είναι καλύτερα έτσι, απ’ την χρεοκοπία και τον ξαφνικό θάνατο; βάζουν ως ψευτοδίλημμα τα κανάλια στο ποίμνιό τους.

Πρόβατα όμως είναι μόνο όσοι δεν οργανώνονται. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα των κομμουνιστών –και δε θα κουραστούν- να λένε τι επιλογές έχουμε μπροστά μας. Να καθίσουμε ήσυχοι σαν πρόβατα για σφαγή, περιμένοντας τη  σειρά μας για την χατζάρα, ή να αποδράσουμε από τη λυκοσυμμαχία της εε. Να ανεχτούμε να μας κλέβουν μαλλί και κρέας και να πληρώνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας, ή να πάρουμε εμείς το ψαλίδι, να τους κόψουμε τον βήχα, και να τους κουρέψουμε εκλογικά.

Ήδη αντιδρά ο εργατόκοσμος, που του σηκώνεται η τρίχα κάθε φορά με τα μέτρα. Αλλά τα κανάλια κάνουν σε άλλα κι άλλα την τρίχα τριχιά, και θάβουν τις πορείες, τις διαδηλώσεις, κι ό,τι άλλο είναι σημαντικό. Ενώ γανιάζουν το μυαλό του τηλεθεατή, πως όσα του λένε οι κομμουνιστές είναι μούσια, γιατί κάθε αγώνας είναι ουτοπικός και μάταιος.

Μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται όμως. Κι η σπανή πραγματικότητά μας κρατάει σαν ανάμνηση τους αντάρτες του άρη και του δσε, που απέτυχαν παρά τρίχα το 45’ να πάρουνε την εξουσία.
Τα μούσια δεν κάνουν βέβαια τον παπά, ούτε τον επαναστάτη εξάλλου –κι ας τους μπερδεύει καμιά φορά ο κόσμος, ή κάποιοι άλλοι σκοπίμως. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, τα μακριά τα μαλλιά μας και αν κοντύναν, δε μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Ένας διαφορετικός Στάλιν

Σήμερα η κε του μπλοκ φιλοξενεί μία ακόμα δουλειά συντρόφου, που μετέφρασε από τα αγγλικά ένα κείμενο του γιούρι γεμελιάνοφ. Το κείμενο αυτό είναι επισκόπηση του βιβλίου του ιστορικού ζούκοφ (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον στρατάρχη ζούκοφ) για το σύντροφο με το μουστάκι, το οποίο (βιβλίο) φέρει τον τίτλο της ανάρτησης.

(Παρενθετικά, να διορθώσω κι ένα λάθος σε προηγούμενη ανάρτηση, για τη διπλή σημειολογία της ημερομηνίας της 5ης μάρτη, όπου συμπίπτουν χρονικά ο θάνατος του στάλιν και τα γενέθλια της ρόζας λούξεμπουργκ, κι όχι του μαρξ όπως είχα γράψει λανθασμένα).

Η μετάφραση κι η επιστημονικο-τεχνική επιμέλεια είναι του αλέξανδρου δελάρζ κι οι ευχαριστίες είναι αυτονόητες. Καλή ανάγνωση.

yuri_zhukov

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Το ηθικό κύρος ενός ασφαλίτη

Έι ψιτ, λάμπρο. Άκουσέ με, έχω ένα σχέδιο. Δώσε βάση και δε θα χάσεις. Θα γράψουμε εδώ ένα κείμενο, από αυτά που σου αρέσουν, κι εσύ μετά θα το βάλεις στην εφημερίδα και θα το κάνεις διάσημο από το πουθενά, για να μου ανεβάσεις την αναγνωσιμότητα. Είσαι; Είναι ευκαιρία σου λέω.

Ξέρεις κι εγώ μμε σπούδασα. Θα ‘χω πολλά να μάθω από σένα περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Εσύ έχεις εξάλλου μια άλφα γείωση, ένα πάτημα στην πραγματικότητα, δεν είσαι σαν τον άλλο, τον φώτη, που τα βγάζει κατευθείαν από την κοιλιά του. Και τώρα που τον χάσαμε, έχω στερητικό σύνδρομο. Μόνο με σένα μπορώ να απαλύνω τον πόνο μου.

Τα δικά σου κομμάτια είναι σαφώς καλύτερα, γιατί βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Κάτι σαν σοσιαλιστικός ρεαλισμός απ’ την ανάποδη, με σουρεάλ πολεμική και χυδαίο αντικομμουνισμό, απ’ τα καλύτερα χρόνια του συγκροτήματος. Αλλά το καλύτερο που κάνεις είναι με τα εισαγωγικά, που μπαίνουν τα άτιμα όπου να ΄ναι καμιά φορά, σα να τα λέει κάποιος άλλος, η πηγή σου πχ, κι όχι εσύ απευθείας.

Μπορώ λοιπόν να σου τα γράψω κι εγώ σαν τον παπούλια. Ξεκινάμε με το κλίμα στον περισσό, το πιο κρύο απ’ όλα τα κρύα κτίρια, που έλεγε κι η ανακοίνωση της οακκε. Με την παγερή, γυάλινη πρόσοψη που περικλείει σαν γυάλα την κομματική γραφειοκρατία. Στο πιο παγωμένο από όλα τα ιγκλού, όπου ο πάγος ποτέ δεν έσπασε κι ο τρίτος δρόμος δεν χαράχτηκε. Στην πολιτική κατάψυξη της λεωφόρου ηρακλείου, απ’ όπου εφορμούν τα απολιθώματα μιας άλλης εποχής.

Τώρα πρέπει να πούμε και τον όροφο, δίνει δραματικό τόνο στην πρόζα, πχ στον τελευταίο όροφο του περισσού. Κι έτσι φτάνουμε μάνι-μάνι καμιά κατοστάρα λέξεις με την εισαγωγή και έχουμε βγάλει το μισό μεροκάματο.

Μετά που λες συνεχίζουμε με το κλίμα, που ήταν οπωσδήποτε βαρύ και σκοτεινό, σαν τον ουρανό που βρέχει στην φτωχογειτονιά και στην κνίτικη καρδιά μου. Εδώ κολλάει να βάλουμε και τίποτα εισαγωγικά, για να δείξουμε ότι έχουμε πηγές και δε μιλάμε στον αέρα. Πχ οι παλιότεροι εκτιμούν ότι «βουλιάζουμε στον βάλτο με την λάσπη, όπως το 95’ με τις πλημμύρες, σαν αρχεία της ιστορίας που χάνονταν».

Τώρα περνάμε επί του προσωπικού. Ξέρεις σε στιλ αμάν. Οαλεξάντερ κλαίει κι έχασε τρία κιλά,τον βοηθό τον έπιασε κόψιμο, ο ιωαννίδηςβγάζει καπνούς από τα αυτιά... Ο γόντικας τους μούντζωνε όλους, η αλέκα χτυπούσε τη γροθιά της στον τοίχο, ο κουτσούμπας χτυπούσε τον αρβανιτάκη, ο μαΐλης κοιτούσε μελαγχολικός από τα παράθυρο τα ποσοστά να φεύγουν. Η μηλιαρονικολάκη ζωγράφιζε αφηρημένη στις σημειώσεις της το λευκό πάνω στο άσπρο, τα μαλλιά του σοφιανού ξάσπρισαν κι άλλο. Ο χαλβατζής ήταν τιμωρία στη γωνία, στο ένα πόδι, για το γιο του, ο μπουχάριν περίμενε στωικά τη σειρά του. Προσπαθούν να εξηγήσουν το γιατί, βαρύ κι ανείπωτο, όλοι το ξέρουν, μα ποιος θα βρεθεί να το πει.

Την αλέκα μπορείς να τη βάλεις «σιδηρά κυρία του περισσού», για να τρομάζει ο κόσμος και να τη συνδέει με τη θάτσερ. Και δεξιά και αντιπαθητική, με ένα σμπάρο δύο τριγόνια. Κρίμα μόνο που έχει χάσει κιλά η αλέκα και δεν έχουμε τίποτα να γράψουμε για το ειδικό της βάρος..

Εδώ πρέπει να βάλεις τώρα τον κλασικό διαχωρισμό βάση-ηγεσία (αυτή η άτιμη φταίει για όλα) που είναι στάνταρ κίνηση, όπως η χορογραφία στο πατινάζ (πάνω στον πάγο που δεν έσπασε), για να πιάσουμε το ευρύ κοινό. Όχι τη βάση, δε σε ενδιαφέρουν αυτοί, αλλά οι άλλοι που δεν είναι πεισμένοι ακόμα.

Θα βάλεις εμένα που τα ζω και τα ξέρω ντεμέκ από μέσα, αλλά τους βαρέθηκα και τα βρόντηξα. Ένα από τους πολλούς, το ανώνυμο πλήθος που σωπαίνει, από τη βάση του κουκουέ, οργανωμένη και μη, που ακούει τη φωνή της συνείδησης μέσα της να γίνεται κραυγή αγωνίας κι απόγνωσης, και δε μας αφήνει να κοιμηθούμε τα βράδια. Τριγυρνάμε σαν υπνοβάτες, συναντιόμαστε τις νύχτες με κλεφτοφάναρα και διηγούμαστε τα όνειρά μας, που βουλιάζουν στην κινούμενη άμμο της ευέλικτης τακτικής μας.

Πίκρα κι αγανάκτηση που ξεχειλίζει στις πλατείες -¡estamos despiertos ya!- πόνος για τα λάθη και την προδοσία της ηγεσίας. Δεν αντέχουμε άλλο να ζούμε σε αυτήν την τελευταία σοβιετική χώρα της ευρώπης. Αν είχαμε νικήσει βέβαια, θα ήμασταν σαν την αλβανία. Ευτυχώς που ηττηθήκαμε δηλ. Γράψ’ το όπως στο λέω, τα έζησα από μέσα και τα ξέρω, ο λόγος μου αυθεντία. Αλλά και τώρα που δε νικήσαμε, πάλι σοβιετική χώρα γίναμε. Μία ή η άλλη, φράγκο δύο, που λέγανε κι οι παλιοί.

Η ιστορία τελικά είναι σαν το ποδόσφαιρο. Μια ταξική πάλη με δυο αντίπαλα στρατόπεδα, όπου στο τέλος νικάνε πάντα οι σοβιετικοί και τα καταστρέφουν όλα. Το είχε πει κι ο λίνεκερ άλλωστε. Τα έζησε κι αυτός από μέσα, τους έφτυσε κατάμουτρα και τους τα βρόντηξε. Γράψ’ το όπως το λέω.

Η βάση βράζει. Σκυθρωπά χέρια, ροζιασμένα πρόσωπα. Το δίκιο ανεβαίνει σαν κόμπος στο λάρυγγα, πνίγεται και βγαίνει σα λυγμός. Μας θέλουν φιμωμένους και φοβισμένους. Επικρατεί κλίμα γενικευμένης καχυποψίας, κοιταζόμαστε μεταξύ μας έντρομοι, με ένα γιατί ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Γιατί νίκο, αλέκο, ορέστη από το βόλο; Γιατί με κυνηγάει παντού αυτό το κόμμα, ρε γαμώτο; που αναρωτιέται κι ο σπύρος στους απαράδεκτους. Που βαδίζουμε σύντροφοι;

Η απελπισία μας λάμπρο, βρίσκει ελπίδα κι έκφραση στα γραπτά σου, που λάμπουν σα φωτεινοί, δόλιοι φάροι και τους βλέπουμε από μακριά, καθώς αρμενίζουμε στο αρχιπέλαγος γκούλαγκ, με τα ταξικά ναυάγια και πέφτουμε πάνω στο παγόβουνο. Ο δρόμος έσπασε, ο πάγος χαράχτηκε. Λευτεριάς λίπασμα, οι πρώτοι διαγραμμένοι. Η ελπίδα μας γυρεύει δικαίωση. Για την παπαρήγα την καλή. Για την εκδίκηση και το παιδί μας. Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, σπύρο, υπάρχει ελπίδα.

Η β(ρ)άση βράζει. Και μόλις φτάσουνε τους εκατό οι αναβράζοντες σύντροφοι, εξατμίζονται, και διαγράφονται ομαδικά ως φραξιονιστές. Με τσιγάρο φεύγουμε στα χείλη, πάντα γελαστοί και γελασμένοι. Αλλά αν ξυπνήσουμε μονομιάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς. ¡Εstamos despiertos ya!

Άσε αυτοί που διαφωνούν, πια. Θα μου πεις βέβαια, αν διαφωνείς σε τόσο πολλά, φεύγεις απλώς και μόνος σου. Όπως έχουν κάνει τόσοι δηλ, που δε σε γουστάρουν ως αυτόκλητο υπερασπιστή τους. Μην αφήνεις ποτέ όμως μια μικρή λεπτομέρεια να σου χαλάσει μια τόσο όμορφη ιστορία.

Κι αυτό ισχύει γενικώς. Δεν πα να ‘λεγε ο ζαχαριάδης ότι το κουκουέ είναι το κόμμα του και κανείς δε μπορεί να το χρησιμοποιήσει εναντίον του. Τι κι αν ο πλουμπίδης πέθανε φωνάζοντας ζήτω το κουκουέ, και πίστευε ότι το κόμμα του θα τον αποκαταστήσει, όπως κι έγινε;

Δεν έχει καμία σημασία. Βάλ’ τα κι αυτά στο μπλέντερ της (αντι)κουκουεδολογίας..

Είναι αγνό το ενδιαφέρον σου για το κόμμα, λάμπρο. Πες μας τώρα και τη συνέχεια. Πες μας τι να κάνουμε, να σε ακολουθήσουμε. Πες μας τι επεισόδιο θα παίξει την επόμενη βδομάδα. Μην ξεμείνεις από θέματα τώρα που πλησιάζουν οι εκλογές, και χάσει το ενδιαφέρον του ο κόσμος, πάνω στο καλύτερο. Μη μας αφήσεις χωρίς το οξυγόνο των κειμένων σου, μες στην κομματική έρημο με την ιδεολογική ξηρασία και το φοβικό, τροπικό της κλίμα.

Σε εκλιπαρώ, άκου την κραυγή αγωνίας που βγάζουμε. Όχι άλλο κάρβουνο!
Είναι καλοί άνθρωπο οι κουκουέδες, αλλά μην τους περνάς και για ηλίθιους.
Τόση λάσπη από το 95’ με τις πλημμύρες έχουμε να δούμε..

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Γεια σου περήφανη κι αθάνατη χαλυβουργία

Ένας ημιτελής απολογισμός για την απεργία των χαλυβουργών

Υπάρχει μια λογική που λέει πως όταν δίνουμε μια μάχη πρέπει να πάρουμε την ήττα ως τετελεσμένο γεγονός και να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο για να δούμε τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, πώς μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή των πραγμάτων και να το αποτρέψουμε.

Το ζήτημα στην περίπτωση των χαλυβουργών λοιπόν, δεν είναι μία αποτίμηση του αγώνα τους που θα μοιάζει με επικήδειο, αλλά τι κάνουμε για να τον κρατήσουμε ζωντανό, όσο ακόμα συνεχίζει κι έχει πιθανότητες να νικήσει. Όπως ακριβώς και με τους ανθρώπους άλλωστε.

Κι από αυτή την άποψη, η κε του μπλοκ δεν έκανε πάρα πολλά πέρα από κάποια αυτονόητα, που δεν έκαναν τη διαφορά (κάποια άλλα μπλογκ είχαν πλούσια δραστηριότητα σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο). Κυρίως γιατί το θέμα δεν προσφερόταν για ανάλαφρες αναλύσεις –το να ‘σαι χαλυβουργός από μόνο του, πόσο μάλλον ένας απεργιακός αγώνας, σκληρός και μακρόχρονος. Κι αφετέρου γιατί δεν είχα εσωτερική πληροφόρηση κι εικόνα για να προσθέσω οτιδήποτε ουσιαστικό σε όσα έβγαιναν προς τα έξω και τα μαθαίναμε όλοι.

Όχι πως δεν υπήρχαν και τέτοια προλετκαλτ στοιχεία, για να πιαστεί κανείς και να κάνει το πρώτο. Για παράδειγμα, ο φούρνος της θείας αρχόντως που τροφοδοτούσε τους απεργούς με τα προϊόντα του, γιατί η αλληλεγγύη είναι μισή αρχοντιά –κι η άλλη μισή είναι η ταξική καθαρότητα στις θέσεις και το περιεχόμενο ενός αγώνα.

Οι επισκέψεις των σχολείων της περιοχής στους απεργούς και το σύνθημα των μαθητών. Κάτω στο λιμάνι το νερό είναι βαθύ, ξύλο και σφαλιάρες σε κάθε εφοπλιστή. Το οποίο πέρασε ακόμα και στο ρεπορτάζ του ριζοσπάστη, που δεν έχει συνηθίσει τους αναγνώστες του σε τέτοιο λόγο.

Ο ηθοποιός που πήγε σε ένα πρωινάδικο κι έκανε τους άλλους να ψάχνονται, με μια απλή αναφορά στην χαλυβουργία, οπότε μπορούσες να δεις τον πανικό και την άγνοια στα πρόσωπά τους, για μια υπόθεση που τους ήταν τελείως ξένη.

Το βιντεάκι του 902 για τον αγώνα των χαλυβουργών, που είναι με διαφορά η καλύτερη δουλειά που έχει κάνει το κανάλι του κόμματος το τελευταίο διάστημα (κι όπου μεταξύ πολλών άλλων μπορεί να δει κανείς και τη θεία αρχόντω αυτοπροσώπως). Κάτι που δείχνει πως οι κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης, γίνονται καθολική πηγή έμπνευσης και βγάζουν από τον καθένα μας ό,τι καλύτερο έχει μέσα του.

Κι είναι πραγματικά κρίμα που δεν έχουν βρεθεί καλλιτέχνες (εννοώ από τους επώνυμους) να εμπνευστούν από αυτόν τον αγώνα. Αυτός που θα τον τραγουδήσει, που θα τον κάνει ποίημα, θα τον μελοποιήσει. Έτσι κάθε φορά, στις συναυλίες αλληλεγγύης γυρνάμε τρεις και τέσσερις δεκαετίες πίσω, για να βρούμε τραγούδια στο πνεύμα της περίστασης. Και το συγκρότημα «ρωμιοσύνη» έπαιρνε σερί το ρεπερτόριο του θεοδωράκη, όπως θα υπέθετε κανείς κι από το όνομά του κι ήταν κάτι σαν «λαϊκό συγκρότημα μίκης θεοδωράκης», κατ’ αντιστοιχία της ομώνυμης λαϊκής ορχήστρας.

Πάνω απ’ όλα όμως, ο αγώνας των χαλυβουργών ανέδειξε στο προσκήνιο τη μοναδική, λαϊκή μορφή του σιφωνιού. Του μοναδικού κομμουνιστή στον χώρο του, που οργάνωσε τους συναδέλφους του και το αρραγές τους μέτωπο ενάντια σε κάθε προσπάθεια να τους λυγίσουν. Που μιλάει κατευθείαν στην ψυχή των χαλυβουργών, καθαρά και ξάστερα, σε ευθεία αντίθεση με την προφορά του. Και δείχνει ότι οι χαλυβουργοί δε μασάνε –κυριολεκτικά και μεταφορικά- και δεν τρώνε το κουτόχορτο που τους πλασάρουν. Που χόρευε ζεϊμπέκικο, τυλιγμένος με τη σημαία του παμε, την ίδια μέρα που τον συνέλαβαν, για να σπάσουν το ηθικό των απεργών.

Σπάνια μια προσωπικότητα με τόσο χαρακτηριστική έλλειψη λέγειν και ρητορικής δεινότητας, καταφέρνει να κάνει τέτοιο γκελ στον κόσμο της δουλειάς και να «γοητεύσει» τις μάζες. Κι αν το γνωστό σύνθημα, όλη η ελλάδα μια χαλυβουργία, έδωσε τον τόνο κατά τη διάρκεια του αγώνα και των εκδηλώσεων αλληλεγγύης, στο φαντασιακό των κομμουνιστών υπήρχε το σύνθημα, κάθε ένας σύντροφος κι ένας σιφωνιός. Να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του.

Τώρα λοιπόν η μάχη των χαλυβουργών (φαίνεται να) μπαίνει στην τελική της ευθεία. Ήταν εξ αρχής φανερό πως μία πιθανή νίκη τους θα ήταν υπόθεση όλης της εργατικής τάξης, με εμβέλεια πολύ μεγαλύτερη από τα όρια του εργοστασίου τους, ή του κλάδου τους. Ακόμα κι αν δε νικήσουν όμως, ο αγώνας τους δε θα πάει χαμένος (στην χαμένη μας ζωή). Αφήνει πίσω του πολύτιμη παρακαταθήκη και μια πλούσια συσσωρευμένη πείρα.

Η απεργία των χαλυβουργών είναι από τις τυπικές περιπτώσεις καθαρού και απόλυτου διαχωρισμού, ανάλογα με τη στάση που κρατάει ο καθένας, σε δύο στρατόπεδα, που καθρεφτίζουν τη βασική αντίθεση της κοινωνίας. Κεφάλαιο εναντίον εργασίας.

Από τη μία το μαύρο μέτωπο του αστικού κράτους με το κεφάλαιο και τους εργατοπατέρες, όπως στη γραμμή της αντι-περιφρούρησης στο εργοστάσιο του βόλου, όπου έφτιαξαν αλυσίδες μαζί με τα ματ. Με την πλήρη στήριξη των αστικών μμε που τύλιξαν με το πέπλο της ομερτά τις κινητοποιήσεις των απεργών, αλλά πριμοδοτούν κάθε «χαζοχαρούμενη» κινητοποίηση με άσφαιρα πυρά που δε θίγει τα ιερά και όσια της αστικής εξουσίας: την κυριαρχία του καπιταλιστή στους χώρους εργασίας. Μια συνωμοσία της σιωπής για την οποία κανείς τηλεπωλητής βιβλίων δε θα μιλήσει ποτέ στο αφιονισμένο κοινό του. (Και τι να του πει άραγε; Για το εργοστάσιο της κόκα-κόλα που μετακομίζει στη βουλγαρία, επειδή «οι ξένοι μας παίρνουνε τις δουλειές»;) Κι οι προσπάθειες όλου αυτού του φυράματος να σπάσει το μέτωπο των χαλυβουργών, πότε με το καρότο, πότε με το μαστίγιο, ακόμα και με φτηνά τεχνάσματα, όπως στην ιστορία με τους χρυσαυγίτες.

Κι από την άλλη οι χαλυβουργοί κι οι κινήσεις αλληλεγγύης. Η σημασία της ενότητας των απεργών, που μπήκε από την πρώτη στιγμή στο στόχαστρο του αντιπάλου. Οι συνειδήσεις των εργατών, που ξεκίνησαν από το μηδέν, αλλά ατσαλώθηκαν στη φωτιά της ταξικής πάλης. Η ένωση των γυναικών τους που έπαιξαν ενεργό ρόλο στο πλευρό των χαλυβουργών, αντί να μείνουν στην κουζίνα και να τους πιέζουν να λύσουν την απεργία. Η δύναμη της ταξικής αλληλεγγύης, που έγινε αισθητή και δια της απουσίας της ακόμα, στην περίπτωση της μονάδας του βόλου. Και τα πρώτα σπέρματα κοινής, ενιαιομετωπικής δράσης, στα πλαίσια της αλληλεγγύης, παρά την αμοιβαία καχυποψία και κάποιες επιμέρους αστοχίες.

Δεν χρειάζεται λοιπόν θλίψη κι απαισιοδοξία. Δεν ταιριάζουν επικήδειοι σε τόσο ηρωικούς αγώνες. Το βάρος πέφτει σε αυτό που σημειώσαμε στην αρχή. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να κρατήσουμε ζωντανό τον αγώνα, για όσο διάστημα συνεχίζει κι έχει πιθανότητες να κερδίσει.
Για τον χαλυβουργό δεν έχει γυρισμό
Εδώ είναι η σταύρωση κι η ανάσταση εδώ.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Το ΚΚΕ και το γυναικείο ζήτημα

Σήμερα η κε του μπλοκ, για να τιμήσει την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, αναδημοσιεύει αποσπάσματα από τη μπροσούρα της χρύσας χατζηβασιλείου «το κουκουέ και το γυναικείο ζήτημα». Η μπροσούρα γράφτηκε το 1946, και τα αποσπάσματα προέρχονται από το πρώτο μέρος, με τίτλο: γενικές παρατηρήσεις και συμπεράσματα. Στο κείμενο διατηρείται η ορθογραφία του πρωτότυπου.

Η κοινωνική ουσία του γυναικείου ζητήματος είνε η κατώτερη ή μειονεκτική θέση υποτέλειας που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία σαν άνθρωπος και σαν πολίτης. Είνε το καθεστώς της υποδούλωσης και καταπίεσης, που επιβλήθηκε στη γυναίκα, την υποβίβασε σε κατάσταση υποτακτικού φορτωμένου με υποχρεώσεις, χωρίς δικαιώματα.

Η κατάσταση αυτή για τη γυναίκα δημιουργήθηκε μαζί με τον ταξικό χωρισμό της κοινωνίας στα πλαίσια της πρωτόγονης μορφής και οργάνωσής της μέσα στο γένος. Από τότε η υποδούλωση και η καταπίεση των γυναικών μπορεί να πέρασε διαφορετικές μορφές και στάδια, ανάλογα με την οικονομική εξέλιξη και τις μορφές που έπαιρνε κάθε φορά η ταξική κοινωνία, στην ουσία όμως δεν άλλαξε γιατί δεν άλλαξαν και τα γενεσιουργά αίτιά της, δηλ η οργάνωση της κοινωνίας με βάση το δίκιο του δυνατού και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Οι θιασώτες της γυναικείας σκλαβιάς δικαιολογούν την ανατροπή του μητριαρχικού δικαίου με αιτίες εξωοικονομικές κι αντιιστορικές, με τη θεωρία της σωματικής και «βιολογικής κατωτερότητας των γυναικών», με τη θεωρία της «διανοητικής των κατωτερότητας κι αναπηρίας». Με αυτόν τον τρόπο βγάζουν το κοινωνικό αυτό πρόβλημα από τον τομέα της κοινωνιολογίας και το τοποθετούν στον τομέα της βιολογίας. Το παίρνουν σαν δοσμένα μια για πάντα κι ανάλλαχτο, κάτω από οποιεσδήποτε οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.

Με το πέρασμα του χρόνου και με την πρόοδο της κοινωνίας η γυναικεία υποδούλωση άλλαξε μορφή. Από τη θηλυκοκτονία και το μεσαιωνικό γυναικωνίτη, από την ανοιχτή και χωρίς προσχήματα θέση του υποτακτικού και υποζυγίου στα χωριά, περνάει στη σκεπασμένη και ραφιναρισμένη υποδούλωση του αστικού σπιτιού. Μέσα σε αυτό η ταπεινωτική της θέση χρυσώνεται με μια επίφαση ισοτιμίας μέσα στην οικογένεια. Μόλις όμως για την άλφα ή βήτα αιτία οι οικογενειακές σχέσεις ταραχθούν, τότε η θέση της γυναίκας απέναντι στο νόμο και την κοινωνία παίρνει την πραγματική της όψη.

Μα όπως οι οικονομικές αιτίες ήταν εκείνες που καθόρισαν την υποδούλωση της γυναίκας, αυτές είναι πάλι που μαλακώνουν σήμερα τις εκδηλώσεις της σκλαβιάς. Αυτές άλλαξαν ουσιαστικά τη θέση της γυναίκας στην παραγωγή και το σπίτι, έστω κι αν ο νόμος και το δίκιο της ταξικής κοινωνίας συνεχίζει να κρατάει βασικά τη μεροληπτική θέση απέναντί της, ακόμα κι εκεί που της αναγνωρίζει την πολιτική ισοτιμία.

Εφόσον στα πρώτα βήματα της ανθρώπινης κοινωνίας το κοινοβιακό σπίτι ήταν βασική μορφή της τοτινής κοινωνικής παραγωγής, η γυναίκα που το διεύθυνε ήταν βασικός μοχλός της κοινωνικής παραγωγής με ανάλογα δικαιώματα εξουσίας. Όταν άλλαξε ο κοινωνικός καταμερισμός της δουλειάς, στη βάση της εξέλιξης της τεχνικής, κι οι άνθρωποι άρχισαν να ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, το σπίτι έχασε τον κοινωνικό του χαρακτήρα κι έγινε ολότελα βοηθητικό εξάρτημα του κοινωνικού παραγωγικού μηχανισμού. Η γυναίκα έπαψε να παίζει βασικό ρόλο στην κοινωνική παραγωγή κι έγινε υποτακτική στον άντρα που κατείχε τα παραγωγικά σκήπτρα. Με την παραπέρα ανάπτυξη όμως της τεχνικής και την οικονομική εξέλιξη, η γυναικεία δουλειά έγινε πάλι απαραίτητη στον παραγωγικό μηχανισμό. Η γυναίκα σαν παραγωγική δύναμη έπρεπε να πέσει στην αγορά εργασίας. Η προσέλευση της γυναίκας στην οικονομική ζωή δημιουργεί τη βάση για να βρει τη λευτεριά κι ανεξαρτησία της. Η οικονομική ανεξαρτησία φέρνει και την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση

Για αυτό κι η συστηματική κι οργανωμένη κίνηση για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της γυναίκας παρουσιάστηκε ύστερα από την εμφάνιση της γυναικείας εργασίας ως αποφασιστικού παράγοντα της οικονομικής ζωής. Οι σκοποί κι οι επιδιώξεις του κινήματος του φεμινισμού, παρά τις υπερβολές και τα παράλογα συνθήματα εναντίον των ανδρών, παρά τη συνθηκολόγηση και την απόσπαση του γυναικείου ζητήματος από το σύνολο των κοινωνικών προβλημάτων σαν αυθύπαρκτο ζήτημα, το τοποθετούν στα πλαίσια της δημοκρατικής κίνησης, της ισότητας κι ελευθερίας για το μισό της ανθρωπότητας. Επειδή όμως δεν είδε σωστά το γυναικείο ζήτημα στη γένεση, την εξέλιξη κι εξαφάνισή του, το πήρε σαν αποτέλεσμα και προϊόν μιας αδικίας που δε μπορεί να την εξηγήσει. Έβλεπε τη λύση του μόνο στην παροχή του δικαιώματος της ψήφου, δηλ σε ορισμένες πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που ήταν κι ο τελικός σκοπός του, χωρίς να πειραχτεί η ρίζα του κακού.

Ο φεμινισμός λοιπόν ήταν κι είνε ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Χωρίς να μειώσουμε τον προοδευτικό του ρόλο, που έθεσε το ζήτημα επίμονα μπροστά στην κοινή γνώμη, δεν πρέπει να αποσιωπήσουμε και την αντινομία που περικλείνει. Την αντίθεση ανάμεσα στις φιλελεύθερες επαγγελίες του και τα αντιδραστικά ταξικά συμφέροντα που εξυπηρετεί. Τη γυναικεία χειραφέτηση την περιόριζε ως το σημείο, που δεν έβλαφτε τα συμφέροντα της κεφαλαιοκρατικής ολιγαρχίας.

Σωστή και ξεκάθαρη αντίληψη για το γυναικείο ζήτημα είχε ευθύς εξ αρχής το σοσιαλιστικό κίνημα, που δημιουργούνταν ταυτόχρονα με το φεμινιστικό. Το είδε στην κίνηση, τη γένεση και την εξαφάνισή του και καθόρισε τη θέση του στα πλαίσια του γενικού αναμορφωτικού κοινωνικού κινήματος. Χωρίς να παύσει να οργανώνει και να κινητοποιεί τις εργαζόμενες γυναίκες γύρω από τις άμεσες οικονομικές και πολιτικές τους διεκδικήσεις και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να αποσπάσουν μες στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, διέλυε με το φως της επιστημονικής ανάλυσης όλες τις αυταπάτες που έσπερνε ο φεμινισμός.

Το γυναικείο ζήτημα δε μπορούσε να αποσπαστεί από το γενικό αγώνα για την κατάργηση κάθε εκμετάλλευσης. Η ορθή αυτή θέση αποδείχνεται καθαρά από την κατάσταση που δημιουργήθηκε για τη γυναίκα στις αστικές χώρες και στη σοβιετική ένωση στο διάστημα του μεσοπολέμου. Είχαμε ευρωπαϊκές χώρες όπου οι μεταρρυθμιστικοί σκοποί του φεμινισμού είχαν επιτευχθεί από καιρό. Μόλις όμως ήρθε στην εξουσία η αντιδραστική μερίδα της κεφαλαιοκρατίας και διακυβέρνησε με τη μορφή του φασισμού, φάνηκε πόσο σαθρές κι ασταθείς ήταν οι κερδισμένες με αγώνα μεταρρυθμίσεις. Πίσω στην κουζίνα, ήταν το σύνθημα του φασισμού για τις γυναίκες, και το πραγματοποίησε. Όχι ουσιαστικά βέβαια, γιατί χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ τη δράση της γυναίκας εκτός κουζίνας, για την προετοιμασία του πολέμου. Τυπικά όμως κατάργησε όλα τα οικονομικά, νομικά κι πολιτικά της δικαιώματα.

Ταυτόχρονα στη σοβιετική ένωση το ζήτημα αυτό λύθηκε χωρίς επιφύλαξη από την πρώτη μέρα που εγκαθιδρύθηκε η εξουσία των εργαζομένων. Όλοι οι νόμοι κι οι ταπεινωτικές διατάξεις που υπήρχαν στο δημόσιο κι ιδιωτικό δίκαιο και των πιο προοδευτικών δημοκρατιών, γκρεμίστηκαν κι άρχισε η συστηματική προσπάθεια κράτους και κοινωνίας να εξυψωθεί η γυναίκα πολιτικά, επαγγελματικά και πνευματικά και να σταθεί με ίσους όρους πλάι στον άνδρα σε όλους τους τομείς και τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής.

Σε ένα λόγο του σε μια διάσκεψη γυναικών στα 1919, ο λένιν έλεγε.
Από τους νόμους που κρατούσαν τη γυναίκα σε υποδεέστερη θέση, δεν έμεινε στη σοβιετική δημοκρατία ούτε μία πέτρα πάνω στην άλλη. Η θέση της γυναίκας από άποψη νομικών, πολιτικών δικαιωμάτων στη σοβιετική ρωσία πρέπει να φαίνεται ιδεώδης ακόμα και στα πιο προοδευμένα κράτη. Κι όμως ξαίρουμε καλά ότι αυτό είναι φυσικά μόνο η αρχή.

Το συμπέρασμα είνε ότι τα δικαιώματα κι οι κατακτήσεις, οι μεταρρυθμίσεις που θα αποσπάσουν οι γυναίκες με τον αγώνα τους στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, για να κατοχυρωθούν και να μπει το κοινωνικό πρόβλημα της γυναικείας μειονεξίας στο δρόμο της ριζικής λύσης του, πρέπει αναπόφευκτα να συνδυαστεί με τον αγώνα για ριζικές μετατροπές μέσα στην κοινωνία.

Στα επόμενα μέρη η χατζηβασιλείου κάνει μια αναδρομή στην πορεία του γυναικείου ζητήματος στην ελλάδα, (όπου η γυναίκα κρατούσε βάση του ισχύοντος ρωμαϊκού δικαίου τη θέση του προσώπου με μειωμένη προσωπική κατάσταση), στις σχέσεις του με το εργατικό κίνημα και ειδικότερα το κουκουέ, μέσα από αποφάσεις και συνεδριακά ντοκουμέντα του τελευταίου, και κλείνει με την τοποθέτηση του ζητήματος στα δεδομένα της εποχής της και με κάποια συμπεράσματα.

Ξεχωρίζει όμως μια παράγραφος για τις εκλογές του 1920.
Το νεαρό τότε κόμμα του εργαζόμενου λαού έβαλε στην πρώτη γραμμή και τα πολιτικά δικαιώματα της ελληνίδας κι η ανεξάρτητη προεκλογική εξόρμηση των εργατών γινόταν εκείνο τον καιρό μαζί με άλλα και με το σύνθημα: σφυρί δρεπάνι και ψήφο στο φουστάνι.

Ό,τι πρέπει και για τις επικείμενες εκλογές.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Είκοσι επιστολές σε ένα φίλο

H 5η μάρτη είναι μια μέρα με διπλή σημειολογία για τους κομμουνιστές, καθώς συμπίπτουν δύο σημαντικές επέτειοι. Τα γενέθλια του μαρξ (1818) κι ο θάνατος του συντρόφου με το μουστάκι (1953), την ίδια ακριβώς ημερομηνία (τότε τουλάχιστον ανακοινώθηκε). Είναι ζήτημα βέβαια ποιο από τα δύο αποτελεί σταθμό, ή μάλλον τι είναι λόγος χαράς και τι όχι για κάθε αναγνώστη, η ιστορική μνήμη ή ο θάνατος καθαυτός, αλλά δε θα σταθούμε σε αυτό σήμερα.

Στη γέννηση του κάρολου, αναφερθήκαμε εμμέσως στην τελευταία ανάρτηση, με τη μετάφραση κάποιων από τα πρώτα του κείμενα. Σήμερα θα σταθούμε στη δεύτερη επέτειο, για το θάνατο του στάλιν, μέσα από την οπτική της κόρης του, της σβετλάνας αλληλούγεβα, κι όσα γράφει γι’ αυτόν και το περιβάλλον του στο βιβλίο της «είκοσι επιστολές σ’ έναν φίλο», που έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά (αν και σήμερα μόνο σε παλαιοπωλεία και δημοτικές βιβλιοθήκες μπορεί να το βρει κανείς).

Πρόκειται για μια άλλη ματιά στο στάλιν, πραγματικά διαφορετική κι ανθρώπινη, όχι όμως πολιτική, γιατί η αλληλούγεβα –που κράτησε το επίθετο της μητέρας της- αδιαφορεί μεν για τα πολιτικά, αλλά ουσιαστικά υποστηρίζει τη στροφή του εικοστού συνεδρίου κι αποδέχεται τις κατηγορίες που καταλογίστηκαν στον πατέρα της. Το βιβλίο εξάλλου είναι γραμμένο ακριβώς στην χρουτσοφική περίοδο, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της, αλλά εκδόθηκε μετά την καθαίρεση του νικήτα, οπότε η αλληλούγεβα θεώρησε ότι αναβίωσε το «παλιό πνεύμα» και κατέφυγε στη δύση όπου κι έβγαλε το βιβλίο της.

Σε αυτό λοιπόν μπορεί να βρει κανείς κάποιες άγνωστες, «ανεκδοτολογικές» πτυχές του στάλιν, όπως για παράδειγμα ότι δεν του άρεσε η ηλιοθεραπεία ή ότι δεν ήξερε κολύμπι. Παρόλα αυτά ο θρύλος λέει ότι έσωσε από βέβαιο πνιγμό την –τότε- μέλλουσα δεύτερη γυναίκα του, που ήταν εικοσιδύο χρόνια νεότερή του κι αυτοκτόνησε το 1932, σε ηλικία 31 ετών, σε μια περίοδο που οι αυτοχειρίες γνωστών προσωπικοτήτων ήταν μάλλον σύνηθες φαινόμενο (πιο γνωστή σε εμάς είναι η περίπτωση του μαγιακόφσκι). Κι αυτό μολονότι η σοβιετική κοινωνία βρισκόταν σε πλήρη κίνση κι άλλαζε εκ βάθρων, με το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, την κολεκτιβοποίηση, την προετοιμασία για τον επικείμενο πόλεμο κτλ. Οπότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα. Πώς συμβάδιζαν τόσα προσωπικά αδιέξοδα με μια τόσο ηρωική συλλογική προσπάθεια;

Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο στάλιν ένιωσε προδομένος κι απομονωμένος, σύμφωνα με την κόρη του. Άρχισε να κοιτάζει με καχυποψία το περιβάλλον του και να μην εμπιστεύεται κανέναν. Είναι χαρακτηριστικό ότι επέλεγε μόνος του τα φάρμακά του κι εμπιστευόταν μόνο ένα γιατρό (που τον απομάκρυνε παρόλα αυτά το 48’).

Αυτό όμως επέτεινε την εσωτερική του μοναξιά και δημιουργούσε ένα φαύλο κύκλο. Παρά τη δύναμη του χαρακτήρα του, ο στάλιν κατέστη σχετικά ευάλωτος. Κάτι που εκμεταλλεύτηκε ο μπέρια, για να διαβάλει στο στάλιν τους πιο κοντινούς του ανθρώπους και να τους εκτοπίσει. Κατά τη γνώμη της αλληλούγεβα ο λαβρέντης βρισκόταν πίσω κι από τη δολοφονία του κίροφ –που επέτεινε το κλίμα καχυποψίας και έδωσε το έναυσμα για τη «μεγάλη εκκαθάριση». Βεβαιώνει επίσης ότι ο πατέρας της είχε άριστες σχέσεις με τον κίροφ και του στοίχισε πολύ η απώλειά του.

Όλα αυτά συνέβαλαν στην σταδιακή απομάκρυνση των κοντινών ανθρώπων του στάλιν: φίλων, πολιτικών συντρόφων (ενουκίτζε, μπουχάριν), ακόμα και του υπηρετικού προσωπικού. Αυτοί παράλληλα αποτελούσαν και το περιβάλλον των παιδικών χρόνων της αλληλούγεβα που έβλεπε ξαφνικά το παρελθόν της να «ξηλώνεται». Το αποτέλεσμα ήταν η αντικατάστασή τους από «δουλικούς αυλικούς», που έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν την εύνοια του στάλιν. Κι έτσι ο τελευταίος βούλιαζε περισσότερο στη μοναξιά του. Αφενός γιατί έβισκε αφόρητες όλες αυτές τις εκδηλώσεις λατρείας στο πρόσωπό του. Κυρίως όμως επειδή δεν είχε πλέον κανένα γύρω του, που να μην τον αντιμετωπίζει υπολογιστικά, αλλά ως ίσος προς ίσο, με κριτικό πνεύμα και το θάρρος της γνώμης.

Περιγράφοντας την απομόνωση αυτή η κόρη του λέει ότι αισθανόταν σα να του μιλούσε από τους πρόποδες ενός βουνού, ενώ αυτός στεκόταν στην κορυφή κι αδυνατούσε να ακούσει οποιονδήποτε. Σε γενικές γραμμές όμως σκιαγραφεί έναν πατέρα τρυφερό, που της ζητούσε να τον διατάξει διάφορα πράγματα κι αυτός υπέγραφε στην αλληλογραφία τους ως πατερούλης (sic), σαν ένα είδος παιχνιδιού μεταξύ τους, με δικό τους εσωτερικό κώδικα.

Σε άλλο σημείο τον παρομοιάζει με μαύρη τρύπα που κατέστρεφε όποια ζωή έμπαινε στο πεδίο δράσης του, εννοώντας πρωτίστως τα άτομα της οικογένειάς του. Το πιο βασικό όμως είναι ότι ο στάλιν αρνούταν κατηγορηματικά να τυγχάνουν ειδικής αντιμετώπισης οι δικοί του άνθρωποι. Κι αν ένας δικός του προσπαθούσε να τον μεταπείσει για την περίπτωση κάποιου συλληφθέντα που αντιμετώπιζε κατηγορίες, εξοργιζόταν γιατί πίστευε ότι προσπαθούν να αξιοποιήσουν την γνωριμία ή τη συγγένειά τους, για να του αλλάξουν γνώμη.

Η αλληλούγεβα θεωρούσε το πατέρα της αντικειμενικά συνυπεύθυνο και συνένοχο του μπέρια, τονίζοντας όμως τη ραδιουργία του τελευταίου που είχε καταφέρει να τον τυλίξει με ‘ασιατικές’ κολακείες και να τον παρασέρνει έντεχνα στα συμπεράσματα που κατασκεύαζε. Προσπαθεί να υπερασπίσει τον στάλιν σε καθαρά προσωπικό, συναισθηματικό επίπεδο και θεωρεί ανεξήγητη την επιρροή που του ασκούσε ο μπέρια –που τον παρουσιάζει ως ένα αντίγραφο του ρασπούτιν.

Η αλληλούγεβα λέει ότι ο στάλιν ήταν ένας γεωργιανός που είχε εκρωσιστεί πλήρως, λάτρευε τη ρωσία –ακόμα και τη σιβηρία- κι αποστρεφόταν τις εκδηλώσεις λατρείας των συμπατριωτών του, που του έστελναν επανειλημμένες φορές πολλά δώρα, τα οποία συνήθως επιστρέφονταν ή κατέληγαν στις κρατικές αποθήκες. Στο βιβλίο παρουσιάζει έναν άνθρωπο σχεδόν πουριτανό, που απεχθανόταν τις πολυτέλειες και δεν αναζήτησε ποτέ τα υλικά πλούτη. Λέει επίσης ότι δε συμπαθούσε τους εβραίους και για αυτό αρνήθηκε να συναντήσει τον πρώτο άντρα της κόρης του (ο δεύτερος άντρας της ήταν ο γιος του μακαρίτη τότε ζντάνοφ, αλλά στη συνέχεια χώρισε κι από αυτόν).

Γενικώς ο στάλιν ήταν ένας άνθρωπος λαϊκός, αλλά ιδιαίτερα καλλιεργημένος, που του άρεσε μεταξύ άλλων να παρακολουθεί στον «ιδιωτικό» του κινηματογράφο στο κρεμλίνο, πολλά καινούρια έργα σε πρώτη προβολή. Η λαϊκότητα αυτή όμως δεν έγινε ποτέ το άλλοθι για κάποια αποτυχία ή το στρατηγικό έλλειμμα της ηγεσίας, όπως πχ στην ελληνική περίπτωση.

Πολύ δυνατό σε συναισθήματα είναι και το πρώτο κεφάλαιο όπου η αλληλούγεβα περιγράφει το θάνατο του πατέρα της, τις τελευταίες του στιγμές και τις πρώτες αντιδράσεις των κοντινών της ανθρώπων και του υπηρετικού προσωπικού που έκλαιγε γοερά για τον θάνατο του κυρίου του. Αργότερα τα μέλη του αντιμετωπίστηκαν ως ένα είδος κτερίσματος, και στην ουσία «θάφτηκαν» μαζί του, ή στην καλύτερη εκτοπίστηκαν σε απόμακρα μέρη.

Το βιβλίο αυτό ξανάρθε στην επικαιρότητα με το θάνατο της αλληλούγεβα, τον περασμένο δεκέμβρη. Στην περίπτωσή της όμως η λαϊκή φράση για το μήλο που πέφτει κάτω από τη μηλιά δε βρήκε εφαρμογή. Η αλληλούγεβα είχε μάλλον αστική ανατροφή κι αξίες, που τις αναζήτησε στη δύση, μετά την άνοδο του μπρέζνιεφ στην εξουσία –επί νικήτα έτρεφε ακόμα ελπίδες για κάποιον στοιχειώδη ‘εκδημοκρατισμό’.

Είχε επίσης βαθιά πίστη στον θεό, ο οποίος «αντιπροσωπεύει το καλό και το δίκαιο και νικάει πάντα στο τέλος». Όταν ήταν μικρή ωστόσο ειρωνευόταν τη θρήσκα γιαγιά της και τη ρωτούσε μαζί με τα ξαδέρφια της πού ακριβώς βρίσκεται ο θεός, αφού δεν τον βλέπουν και δεν πιάνουν παρά αέρα κοπανιστό, όταν απλώνουν τις χούφτες τους.

Τελικά το δικό της «καλό» νίκησε με 30 χρόνια καθυστέρηση, κι η ίδια έζησε αρκετά για να το προλάβει και να δει τι σήμαινε στην πράξη, πριν πεθάνει στα 87 της χρόνια και πάρει μαζί της τις αναμνήσεις ενός ολόκληρου κόσμου. Έμεινε πίσω όμως ο προβληματισμός για το είδος των συνειδήσεων που διέπλαθε η σοβιετική κοινωνία και τη διαπαιδαγώγηση που τους έδινε. Μαζί με την υπόμνηση για το πόσο δύσκολο και σύνθετο καθήκον είναι τελικά ο μετασχηματισμός των συνειδήσεων στην κοινωνία του μέλλοντος.
Κι ίσως να είναι με αυτή την έννοια, που δυναμώνει η ταξική πάλη στο σοσιαλισμό, όπως έλεγε ο σύντροφος με το μουστάκι..