Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Ένας Κύρκος δε φέρνει την άνοιξη

Την περασμένη τρίτη συμπληρώθηκε ένας χρόνος από το θάνατο του λεωνίδα κύρκου, του μεγάλου ηγέτη του ευρύτερου αναθεωρητικού χώρου. Η κετουκε δεν είχε στείλει τότε συλλυπητήριο μήνυμα, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα ήταν υποκριτικό, ενώ ο ρίζος αναφέρθηκε στο γεγονός με ένα λιτό δημοσίευμα πέντε αράδων όπου σημείωνε μεταξύ άλλων στο βιογραφικό του:  μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, ηγήθηκε του «ΚΚΕ Εσωτερικού», κόντρα στο ΚΚΕ, της ΕΑΡ και υπήρξε γραμματέας του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» μέχρι τον Μάρτη του 1991 παραμένοντας στη συνέχεια ένα από τα ηγετικά του στελέχη συνεχίζοντας την αντιΚΚΕ δράση του.
Η κε του μπλοκ δεν είχε γράψει κάτι γιατί πιάστηκε εξ απήνης και μακριά από το αρχειακό της υλικό. Σήμερα όμως τιμά τη μνήμη του μεγάλου οπορτουνιστή ηγέτη, σταχυολογώντας τα καλύτερα αποσπάσματα από τις βιογραφικές μαρτυρίες του στη νίτσα λουλέ-θεοδωράκη  –της οποίας η μετέπειτα πορεία στο συν και από εκεί στο δημοτικό ψηφοδέλτιο της μπακογιάννη προσθέτει μία ακόμα καλτ σημειολογία στην υπόθεση. Οι μεταξύ τους συζητήσεις γίνονται το διάστημα 86-87, χρονιά διάσπασης του εσ , λίγο πριν την επαναπροσέγγιση με το κκε και τη συγκρότηση του ενιαίου συνασπισμού.

Ας δούμε την περιγραφή του λεωνίδα για το πώς έσπασε αρχικά με το χαρίλαο και πως χαράχτηκε ο δρόμος. Να σου διηγηθώ ένα περιστατικό που μου συνέβη με το χαρίλαο σε μια δεξίωση όταν ακόμα δε λέγαμε καλημέρα; Ήταν σε ένα από αυτά τα μεγάλα ξενοδοχεία. Φτάσαμε κατά σύμπτωση μαζί. Ο πορτιέρης άνοιξε το ασανσέρ και έκανε τόπο να περάσουμε. Ήμασταν μόνοι. Θέλαμε πέντε ή έξι πατώματα για να φτάσουμε στη δεξίωση
– Γεια σου χαρίλαε, του λέω. Δε μου απαντά.
- Χαρίλαε γεια σου, είμαστε μόνοι. Πριν ξανανοίξει η πόρτα είπε και εκείνος. «γεια σου λεωνίδα».
Ρώτησε τον να δεις αν είναι αλήθεια. Και βέβαια οι φωτογράφοι που περίμεναν έξω από το ασανσέρ έσπευσαν να απαθανατίσουν τη σκηνή. Όμως δε δημοσιεύτηκε ποτέ πουθενά η φωτογραφία. Δε θέλω να πιστέψω αυτό που λένε, ότι το κκε τους παρακάλεσε να μην την δώσουν σε καμιά εφημερίδα… Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε.

Επόμενη στάση η περιγραφή της νίτσας για τις δραματικές στιγμές πριν από την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών.
20η απριλίου 1967. Μεσάνυχτα και κάτι. Στις σκάλες του αρσακείου δημοσιογράφοι, πολιτικοί, κόσμος πολύς που μόλις είχε βγει από την αίθουσα του δικαστηρίου. Η δίκη της εφημερίδας «ελευθερία» διακόπηκε για την επομένη. Μαζί με άλλους συναδέλφους κάναμε πηγαδάκι γύρω από τον κύρκο που ήταν μάρτυρας υπεράσπισης του πάνου κόκκα, διευθυντή της εφημερίδας.
- Λεωνίδα τι λες, πάμε για δικτατορία;
- Α μπα, δεν το πιστεύω, δε θα το επιτρέψει ο λαός.
Σκορπίσαμε ανυποψίαστοι για το τι μας περίμενε σε λίγες ώρες.

Αυτό θα πει οξυμένο πολιτικό κριτήριο. Μη νομίζετε όμως πως δεν είχε διορατική ικανότητα. Κατά βάθος ο λεωνίδας τα είχε πει.
Θα σου δείξω το άρθρο που έγραψα το δεκέμβρη του 66 στην «ελληνική αριστερά» και που είχε τίτλο «εμπρός για αντιδικτατορικό αγώνα». Μια ανάλυση που είχε όλη της την αξία και που αν τη διαβάσεις σήμερα θα πεις «βρε παιδιά αφού τα βλέπατε ότι έρχονται έτσι τα πράγματα, γιατί ύστερα αποπροσανατολιστήκατε και πιαστήκατε σαν τους ποντικούς;» Αλλά σου είπα πριν γιατι…

Τι της είχε πει προηγουμένως;
Αποπροσανατολιστήκαμε με το σχηματισμό της κυβέρνησης του κανελλόπουλου. Γιατί κάτι πλανιόταν στην ατμόσφαιρα που δε μας άρεσε. Αλλά τι σόι πραξικόπημα θα γινόταν βάση λογικής βέβαια. Ένα πραξικόπημα που γίνεται εναντίον της κυβέρνησης της δεξιάς; Δε χωράει στο μυαλό φυσιολογικού ανθρώπου. Ένα πραξικόπημα του βασιλιά εναντίον του κανελλόπουλου που στηρίζει το βασιλιά; Τι να ήταν τέλος πάντων;

Ενδιαφέρον έχει και το εγκώμιο που του πλέκει η νίτσα λουλέ για να τον υπερασπίσει από διάφορους επικριτές του, αποστομώνοντάς τους μια και καλή.
Ο ταβερνιάρης εκείνο το βράδυ μας κέρασε το κρασί γιατί όπως είπε συμπαθούσε το λεωνίδα. Και πέρα από τις όποιες πολιτικές αντιθέσεις και όσα και αν του καταμαρτυρούν, «αριβίστας, λαοπλάνος, εκμεταλλευτής της ρητορικής του ικανότητας, ουραγός της αστικής τάξης κα» κανείς δεν είπε ποτέ «παλιάνθρωπος, κακός χαρακτήρας, γυναικάς, απατεώνας». Κουβέντες που έχουν κατά καιρούς ακουστεί για πολλούς επώνυμους αυτού του χώρου.
Ναι, μπορεί να είναι αριβίστας. Ποιος πολιτικός δεν είναι; Ναι, μπορεί να υπερβάλλει όταν μιλά από το μπαλκόνι. Είναι ίσως η τεχνική του να φέρνει πιο κοντά τον κόσμο. Ναι, μπορεί κάποτε να βοήθησε με τη στάση του τους αστούς, αλλά όσοι τον ξέρουν δεν τον άκουσαν ποτέ να εκφραστεί με μίσος ή με άσχημα λόγια για κάποιον πολιτικό του αντίπαλο.

Λίγο πιο κάτω, η γυναίκα του κάλη (που ήταν μάλλον στα τελευταία της) δείχνει στη νίτσα μερικές φωτογραφίες από το παρελθόν: Να και η περίφημη φωτογραφία που μας τράβηξαν έξω από τη φυλακή το 52. Δεν είναι άσχημος;
Ναι, αλλά η ομορφιά είναι υποκειμενική και αξία υπερτιμήμενη. Όταν έχεις τόσες χάρες, είναι ο εσωτερικός σου κόσμος που μετράει. Κι αν έχεις τέτοια εγκώμια τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Ας κλείσουμε με κάτι πιο ευχάριστο: ένα ανέκδοτο περιστατικό με το γλέζο που θα μπορούσαμε ίσως να το κρατήσουμε για αργότερα, αλλά έκρινα σκόπιμο να το κάψω από τώρα. "Ο λεωνίδας είναι φειδωλός στην ξόδεψη του οινοπνεύματος. Ξέρει πως δεν το αντέχει και δεν πίνει και έχει αποφύγει και τα μεθύσια".

Εκείνος που μπορεί να πιει πολύ και δε ζαλίζεται καν είναι ο μανώλης ο γλέζος κι ας μην του φαίνεται. Πριν από χρόνια είμαστε συνδιευθυντές στην αυγή. Πήγαμε όλοι οι συντάκτες εκδρομή στη θεσσαλονίκη για την έκθεση. Τότε δεν είχε φτιαχτεί η εθνική οδός και περάσαμε από τον μπράλο. Εκεί ήταν μια ταβέρνα και σταματήσαμε για φαί. Ο ταβερνιάρης όπως μας είδε πολλούς μυρίστηκε ότι θα πάρει αρκετό παραδάκι και ίσως γι αυτό, ίσως για να κοκορευτεί μας λέει: ποιος από σας θα αναμετρηθεί μαζί μου στο κρασί; Αν χάσετε θα πληρώσετε διπλά. Αν κερδίσετε, θα σας κεράσω ότι φάτε.
Αιφνιδιαστήκαμε. Μερικοί από μας έπιναν λίγο, άλλοι καθόλου. Και ξαφνικά ακούμε το μανώλη: «εγώ». Βρε μανώλη, του λέω, έλα στα συγκαλά σου, τι πας να κάνεις. Δεν τον είχα δει να πίνει άλλη φορά. Άσε, μου απαντά, και θα δεις τι έχει να πάθει.
Φέρνει ο ταβερνιάρης τους μεζέδες, φέρνει και τα μπουκάλια το κρασί, καράς νομίζω ήταν, και αρχίζουν. Γεια σου μανώλη. Γεια σου ταβερνιάρη. Τα μπουκάλια έφευγαν το ένα πίσω απ’ το άλλο. Ο ταβερνιάρης άρχισε να κοκκινίζει. Ο μανώλης ατάραχος. Εμείς παρακολουθούσαμε σα χαζοί. Πέντε, δέκα μπουκάλια. Κάποια στιγμή ό ταβερνιάρης σηκώνεται, χτυπά το ποτήρι στο τραπέζι. Γεια σου βρε πουτσαρά μανώλη, με νίκησες. Πουτσαράς στη ρούμελη σημαίνει κάτι σαν αντρειωμένος και το πουτσαρίνα το μεταχειρίζονται για τις γυναίκες. Σηκώσαμε το μανώλη να δούμε μήπως τρέκλιζε. Ήταν μια χαρά λες και είχε πιει νερό.

Ας δούμε και μια άλλη περιγραφή που συνδέεται με το γλέζο, από τα χρόνια της φυλακής.
Μανόλη φώναζα από το φεγγίτη. Ναι μου έλεγε ο Μανόλης. Ζούμε λιόντα, ζούμε, τσιμπήσου. Λιόντα με λέει ο Μανόλης. Τσιμπιόμαστε λοιπόν και ζούσαμε πραγματικά δεν ήτανε αυταπάτη. Άρχιζα τότε μέσα από το φινιστρίνι να σφυρίζω για να πάει και το μήνυμα στη φυλακή ότι ζούμε δε μας πήρανε. Βέβαια οι άλλοι το ξέρανε γιατί αν μας είχαν πάρει θα χε γίνει η γνωστή διαδικασία θα έρχονταν τα αυτοκίνητα θα κατέβαινε η φρουρά θα χτύπαγαν οι αρβύλες τα κοντάκια από τα όπλα ήταν μια ολόκληρη διαδικασία. Σφύριζα λοιπόν την ωδή της χαράς από την ενάτη. Χρόνια αργότερα στις συγκεντρώσεις του κκε εσωτερικού ζήτησα να βάλουμε αυτή τη μουσική και οι σύντροφοι μου με κοίταξαν με έκπληξη. Σε λαϊκή συγκέντρωση όπου ως τότε κυριαρχούσαν είτε τα αντάρτικα είτε τα αγωνιστικά είτε τα εμβατήρια να βάλουμε ξαφνικά την ένατη. Θα γελάσει ο κόσμος μαζί μας βρε Λεωνίδα, δεν το καταλάβαινες; Μου έλεγαν. Όχι τους απαντούσα, να τη βάλουμε. Γιατί για μένα η μουσική αυτή ήταν συνδεμένη με εκείνο το φεγγίτη της φυλακής. Με το Σπύρο Ανδρεάδη είχαμε βάλει στίχους στην ωδή της χαράς και την κάναμε τραγούδι που το τραγουδούσαμε στις φυλακές της Κέρκυρας όταν βρεθήκαμε μαζί. Και σήμερα που η ωδή της χαράς έγινε ο ύμνος της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι ακόμα μεγαλύτερη η χαρά για όλους εμάς που τότε την εισηγηθήκαμε.


Αυτός ήταν λοιπόν ο λεωνίδας κύρκος. Ο κύρκος της αστικής τάξης, αν σκεφτούμε πως κατά μία εκδοχή το επίθετο κύρκος σημαίνει «αγαπητικός». Ο κύρκος που δεν πρόλαβε να δει το συριζα αξιωματική αντιπολίτευση. Ούτε τη δημαρ – το σύγχρονο κκε εσωτερικού- να ξεπερνά εκλογικά το κκε και να παίρνει θέση στη συγκυβέρνηση μαζί με τους πολυπόθητους υπουργικούς θώκους.
Αυτές είναι οι αδικίες της ιστορίας.

Το αφιέρωμα στο λεωνίδα κύρκο δε θα μπορούσε να κλείσει χωρίς να συμπεριλάβει δύο ιστορικά ντοκουμέντα:
- το σκετσάκι του χαρρυ κλυνν για την αλλαγή της αλλαγής και τον επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής. Τσάκα την τσαπού οε οε.
- και μια ατάκα του τάκη παπαματθαίου, από μια καλτ ταινία της δεκαετίας με τις βάτες με τον κωνσταντίνου (στο τέλος του βίντεο).

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ΝΑΡ και Εξάρτηση

Η κε του μπλοκ ολοκληρώνει για φέτος τη σειρά «βιβλία για το καλοκαίρι» –που μπορεί κάλλιστα να την ακολουθήσει η σειρά βιβλία για το φθινόπωρο, ή για το δύσκολο χειμώνα που έρχεται- επιστρέφοντας στο υποψήφιο και για βιβλίο της χρονιάς: τη μελέτη του λιόση για τον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση. (Που όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ένας σύντροφος αναγνώστης σε προηγούμενη ανάρτηση, δεν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στο ιστορικό προσκήνιο, και δε συνυπάρχουν απαραίτητα ως ζεύγος. Στην ελλάδα πχ γίνεται λόγος για εξάρτηση από την αρχή της σύστασης του νεοελληνικού κράτους, με τα πρώτα εξωτερικά δάνεια, πολύ πριν συντελεστεί δηλ το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο).

Η κε του μπλοκ επιστρέφει εκ νέου στο θέμα, έχοντας διαβάσει στο ενδιάμεσο το βιβλίο, όχι για να προβεί σε κάποια συνολική αποτίμηση ή σε μια παρουσίασή του (για το τελευταίο μπορεί να ανατρέξει κανείς στο τέλος του ίδιου του βιβλίου, όπου παρατίθενται συνοπτικά σε 18 σημεία οι σημαντικότερες θέσεις του). Αλλά  για να εστιάσει σε ένα ειδικό υποκεφάλαιο που της τράβηξε την προσοχή: την άποψη του ναρ για το θέμα και την πρόσφατη μεταστροφή του, όπως εκτιμάει ο λιόσης, δίνοντάς μας την είδηση(;).

Πώς εξετάζει το θέμα του ο λιόσης; Αρχικά παραθέτει αποσπάσματα από ένα σχέδιο θέσεων του γραφείου της ΣΕ από το 97’ (πριν ακόμα γίνει το 1ο συνέδριο του ρεύματος) όπου, κατά τον ίδιο, μορφοποιείται η θεωρία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού –την οποία χαρακτηρίζει ακατανόητο, θεωρητικό κατασκεύασμα.

Το ντοκουμέντο αυτό εκτιμά για τον ελληνικό καπιταλισμό ότι το μεταπολεμικό του άλμα οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του μονοπωλιακού σταδίου και τον σταθεροποίησε στο μεσαίο επίπεδο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα κάποιες ελπίδες για πέρασμά του στην ανώτερη κλίμακά της. Και λίγο πιο κάτω συμπληρώνει: στο τέλος του αιώνα η ελλάδα είναι μια χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού, με ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό πλέγμα, αναπτυσσόμενα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά κι εμφανείς τις φιλοδοξίες του ελληνικού κεφαλαίου να αναβαθμίσει τη θέση του.

Στο ίδιο ντοκουμέντο γίνεται λόγος για άνιση αλληλεξάρτηση της ελλάδας στα πλαίσια της ένταξής της στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό, με μεταφορά ενός τμήματος της υπεραξίας που παράγεται στην χώρα στις πιο ισχυρές δυνάμεις. Παράλληλα όμως σημειώνει ότι δεν χρειάζεται να είσαι ηπα, γερμανία ή έστω ιταλία για να έχεις ως χώρα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά (και ανώτερο στάδιο εκμετάλλευσης της εργατικής πλειοψηφίας). Και καταρρίπτει τη στρεβλή κι αταξική σκοπιά του μύθου της ελλάδας της εξάρτησης και της αποβιομηχάνισης.

Αυτά μεταξύ άλλων ως πιο βασικά και χαρακτηριστικά σημεία. Πώς απαντά σε αυτά ο λιόσης. Διαπιστώνοντας καταρχάς αντιφάσεις. Μιλάει επίσης για λάθη κι αδυναμίες, και για εκτιμήσεις που ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί. Αλλά όλα τα λεφτά είναι αυτό το αντιφάσεις (sic).

Γενικώς όταν κάποιος δε θέλει να πάρει θέση ή επιδιώκει να μετριάσει και να λειάνει τις αιχμές ενός καθαρού συμπεράσματος, υπάρχουν δύο είδη κεντριστικών διαθέσεων για να το επιτύχει. Το ένα είναι όταν ρωτάνε πχ τη γνώμη σου για κάποια εκδήλωση, μια ταινία ή ένα βιβλίο, οπότε πετάς τον χρησμό: «ενδιαφέρον» που μπορεί να σημαίνει τα πάντα και τίποτα, καθώς το ενδιαφέρον δεν προκύπτει πάντοτε σε θετική βάση. Και το άλλο όταν πρόκειται να αξιολογήσεις ένα ζωντανό ή πολιτικό οργανισμό, έναν άνθρωπο ή ένα κόμμα πχ, κι απαντάς ότι τον διακρίνουν αντιφάσεις, για να δείξεις ότι η κρίση σου είναι διαλεκτική και παίρνει υπόψη της σφαιρικά όλα τα δεδομένα, θετικά κι αρνητικά.

Υπάρχει επίσης κι η κεντριστική υπεράσπιση, που μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στα είδη και τις αποχρώσεις του κεντρισμού, η οποία αναγνωρίζει γενικά μεν «λάθη κι αδυναμίες», ακολουθείται όμως από κάτι, από ένα μεγάλο «αλλά», που δε δύναται να αναιρεθεί και να επισκιαστεί από αυτά τα λάθη και αυτές τις αδυναμίες. Κλείνει η παρέκβαση κι επιστρέφουμε στο κυρίως θέμα.

Ο λιόσης λοιπόν λέει σχετικά με τις... αντιφάσεις και την (παλαιά) –sic- λογική του ναρ ότι η ύπαρξη κάποιων μονοπωλίων δεν είναι αρκετή από μόνη της να προσδώσει ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά σε μια χώρα, γιατί τότε ο κόσμος θα ήταν ήδη γεμάτος ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και σε λίγα χρόνια όλες οι χώρες θα ήταν αναμφίβολα ιμπεριαλιστικές. Ότι δε μπορεί να θεωρείται ιμπεριαλιστική δύναμη η ελλάδα, ενώ γίνεται λόγος περί ανισοτιμίας. Κι ότι η εκτίμηση περί εξάρτησης δεν ευνουχίζει το εργατικό κίνημα, όπως υπονοείται στο ντοκουμέντο.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι ο λιόσης αφήνει ασχολίαστη την αναφορά περί άνισης αλληλεξάρτησης, ενώ για το (κεντρικό στην ανάλυση του ναρ) σχήμα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού μένει στον χαρακτηρισμό που είδαμε και στην αρχή: ακατανόητο, θεωρητικό κατασκεύασμα. Μπορεί κάποιος να εντυπωσιαστεί από την πομπώδη αυτή φράση και να σκεφτεί: αυτό ήταν, τώρα τους έβαλε στη θέση τους.

Στην πραγματικότητα όμως έχουμε μια σοβαρή πολιτική έκπτωση στην κριτική προς το ναρ. Για το παλιό, καλό κκε που υποτίθεται ότι πρεσβεύει η λογική του λιόση, το σχήμα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έχει πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα και δεν είναι καθόλου ακατανόητο. Αντιθέτως, θεωρείται ότι συγγενεύει με τη θεωρία του κάουτσκι για τον υπερ-ιμπιεριαλισμό, κι έρχεται σε αντίθεση με τη λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό. Κρατάμε τη σημείωση και προχωράμε.

Τα καλύτερα έρχονται στη συνέχεια, όπου ο ΒΛ διαπιστώνει στροφή 180 μοιρών στις αντιλήψεις του εν λόγω φορέα, με αφορμή το μνημόνιο. Πώς τεκμηριώνει ο λιόσης την εκτίμηση για αυτήν τη (όχι τυχαία κι οποιαδήποτε, χωρίς πολλή σημασία ενδεχομένως, αλλά εντυπωσιακή, 180 μοιρών) στροφή; Με αρθρογραφία από το πριν. Έξι άρθρα του διευθυντή της εφημερίδας γιώργου δελαστίκ (με εκτενή αποσπάσματα τεσσάρων εξ αυτών) και ένα του λεωνίδα βατικιώτη, με ενεργό συμμετοχή στην κίνηση των αριστερών οικονομολόγων και στα ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου.

Σε αυτά αναπαράγεται η γνωστή αντιμνημονιακή ορολογία των τελευταίων ετών: κατοχή της εε, γερμανική ευρω-χούντα, δοσίλογη αστική τάξη, εθελόδουλη εθνική υποτέλεια, νέος ραγιαδισμός, ξένη ακρίδα (προτιμάτε τις ελληνικές), κυβέρνηση τσολάκογλου, ανδρεικέλων, κουίσλιγκ, μίσθαρνο όργανο των ξένων, κτλ.
Καταρχάς, πριν από οτιδήποτε άλλο, θα είχε πολύ ενδιαφέρον μια ακριβής τοποθέτηση του συγγραφέα για το αν συμφωνεί πχ με την ανάλυση περί κατοχής της εε, ώστε να βάλουμε την κουβέντα μας σε άλλη βάση.

Κατά δεύτερον πρέπει να πούμε ότι ο δελαστίκ είναι μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση, sui generis ναρίτης, με πλούσια πείρα στο διεθνές ρεπορτάζ του ριζοσπάστη από τη δεκαετία με τις βάτες, που του επιτρέπει να έχει το καλύτερο αντι-ιμπεριαλιστικό αισθητήριο από κάθε άλλον εντός του ρεύματος και την πιο καθαρή αντίληψη περί του τι εστί ιμπεριαλισμός -αν και συνήθως το χάνει και λυγίζει το κλαδί από την ανάποδη.

Είναι χαρακτηριστικό λχ ότι ο δελαστίκ είχε τα καλύτερα αντανακλαστικά  στην πρόσφατη ιμπεριαλιστική επέμβαση στη λιβύη κι είπε τα πράγματα με το όνομά τους, τη στιγμή που ο (απεσταλμένος στην χώρα) πι-πι παρουσίαζε τα πράγματα ως αυθεντική, λαϊκή εξέγερση.
Αν και ήμουν αρκετά μικρός για να το ξέρω, εικάζω ότι θα είχε δείξει πιθανότατα τα ίδια υγιή αντανακλαστικά –κόντρα στο ρεύμα του ρεύματος- και κατά την περίοδο της νατοϊκής επέμβασης και των βομβαρδισμών στη γιουγκοσλαβία του σφαγέα μιλόσεβιτς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξέφραζε κάτι ευρύτερο, πόσο μάλλον κάποια στροφή του ναρ, ήδη από το 99’ –δυο μόλις χρόνια μετά τη σύνταξη του ντοκουμέντου, που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Στην ουσία ο δελαστίκ πάντα τα ίδια έλεγε.

Γενικώς στο ναρ δεν υπάρχει αυστηρή εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, κάτι που γνωρίζει πολύ καλά ο ΒΛ. Έσι ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει με το αζημίωτο: ο μπιτσάκης να φλερτάρει με τον σύριζα και την ενσωμάτωση, ο πι-πι να μιλάει δημοσίως για παύση πληρωμών, χωρίς να τονίζει τη διαγραφή χρέους, γιατί προκρίνει ως αρχική λύση την επαναδιαπραγμάτευση, κι ο δελαστίκ να λέει τα δικά του, χωρίς να επηρεάζει και να ενοχλεί κανέναν, πλην ίσως του παπαχελά, όταν συνυπήρξαν για λίγο στην καθημερινή.

Ίσως πει κανείς ότι ο δελαστίκ δεν είναι ένα τυχαίο στέλεχος, αλλά διευθυντής του πριν, με βαρύνουσα γνώμη. Αυτό θα ίσχυε αν το πριν ήταν όργανο και η θέση του διευθυντή αντίστοιχη με τη διεύθυνση του ρίζου, όπου αναλαμβάνει την πολιτική καθοδήγηση κι ευθύνη για οτιδήποτε γράφεται στις σελίδες του. Στον αστερισμό της εργατικής δημοκρατίας όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Εξάλλου αν ο λιόσης δε σταματούσε το ξεφύλλισμα του πριν στη σελίδα 3 και ξεψείριζε την εφημερίδα με τον ίδιο ζήλο που το κάνει στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου με το ριζοσπάστη, θα μπορούσε να σταθεί στη δισέλιδη συνέντευξη του σκιώδους χάγιου, που είναι «ιεραρχικά ανώτερος», στο φύλλο της 13.12.11 (σημαδιακή ημερομηνία). Εκεί ο σκιώδης ναι μεν αναγνωρίζει την υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου, εξακολουθεί όμως να αναφέρεται καθαρά σε σχέσεις «άνισης αλληλεξάρτησης». Κι αυτή είναι η πιο σαφής κι επίσημη θέση που μπορεί να βρει κανείς για το τι λέει το ναρ σήμερα.

Από την άλλη θα περίμενε κανείς ότι η τεκμηρίωση αυτής της στροφής (180 μοιρών για να μην ξεχνιόμαστε) θα έπρεπε να βασίζεται σε ντοκουμέντα και συλλογικές επεξεργασίες του ρεύματος. Δυστυχώς όμως το μόνο ντοκουμέντο που βρίσκει να παρθέσει ο ΒΛ από τις θέσεις του πανελλαδικού σώματος του ναρ για την κρίση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση –όπως αναγνωρίζει ο ίδιος- με τη στροφή του δελαστίκ (που τα άρθρα του δεν αποτελούν την τελευταία κουβέντα του ναρ,  όπως σχολιάζει στο βιβλίο του ο λιόσης).

Σε αυτό το ντοκουμέντο εκτιμάται ότι η ελλάδα παραμένει μια χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού με ενδιάμεση θέση  και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενώ ασκείται κριτική σε όσους χρησιμοποιούν την έννοια της εξάρτησης, αντί της ανισόμετρης ανάπτυξης. Τελικά από τη στροφή των 180 μοιρών, κάναμε αναγκαστική προσγείωση στην πιο μετριοπαθή εκτίμηση περί ποικιλομορφίας απόψεων, νεφελώδη πολιτικό λόγο και δύο βασικές γραμμές –χωρίς καν να μπει στον κόπο να εξετάσει ποια είναι η κυρίαρχη, όπως έσπευδε να κάνει στα προηγούμενα κεφάλαια, που μιλούσε για το κουκουέ. Σα να λέμε δηλαδή: αντιφάσεις...

Εάν παρόλα αυτά υποθέσουμε ότι ο λιόσης δεν κινήθηκε από κάποια βαθύτερη σκοπιμότητα, επικεντρώνοντας στην αρθρογραφία του δελαστίκ κι έχοντας καφάσια στα μάτια για όλα τα υπόλοιπα... αν υποθέσουμε ότι αυτός διέγνωσε σωστά την αλλαγή γραμμής ενάντια στο πνεύμα του πανελλαδικού σώματος και τις συλλογικές επεξεργασίες του ναρ… δε θα είχαμε τότε μια πραξικοπηματική αλλαγή θέσεων, με στοχευμένη αρθρογραφία από τον κομματικό τύπο του ναρ; Μια στροφή που δεν πέρασε από κανένα συλλογικό όργανο, πόσο μάλλον από προγραμματικό συνέδριο, όπως θα έπρεπε βάση καταστατικού; Δεν όφειλε αυτά να τα καταγγείλει ανοιχτά ο λιόσης στον ανυποψίαστο αναγνώστη του, με τα ίδια μέτρα και σταθμά που έκρινε σκληρά και το κουκουέ, για τους ίδιους ακριβώς λόγους; Δε θα όφειλε να εξοργιστεί από αυτές τις μεθοδεύσεις μερίδας της ηγετικής ομάδας του ρεύματος; Λέω εγώ τώρα... Κι αν όχι γιατί;

Εν πάση περιπτώσει αυτό το υποκεφάλαιο είναι πολύ διδακτικό για τις προθέσεις και τις... αντιφάσεις του συγγραφέα. Προσφέρεται για χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την άμεση εξάρτηση των διαπιστώσεων και των θέσεων του ΒΛ από την ταυτότητα και τον πολιτικό χαρακτήρα του εκδοτικού του (εκδόσεις κψμ, φίλα προσκείμενες στο ρεύμα).

Αν πάλι δε συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και η μεροληψία του είναι οικειοθελής, κρύβοντας πιθανότατα κάποια πολιτική σκοπιμότητα, τότε τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Κι ίσως έχει έρθει η ώρα να συγκροτηθεί το μέτωπο κι η συμμαχία που περιγράφει σε αυτό το κείμενο ένα κορυφαίο στέλεχος της αραν, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα και την κινητικότητα στον χώρο του κουκουέ.

Στην περίοδο που ζούμε, είναι σημαντικό να κρίνουμε τον καθέναν όχι κυρίως με βάση τις θεωρητικές απόψεις του, αλλά με βάση την πολιτική πρακτική του, όσο και αν αυτές πάντα συνδέονται σε τελική ανάλυση με αυτή. (...) H οριζόντια συνταύτιση ενός δυναμικού συμπυκνώνεται στα κρίσιμα ζητήματα ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος σε αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική κατεύθυνση (παύση πληρωμών του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, ριζική αναδιανομή προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, έξοδος από ευρώ-ΟΝΕ-ΕΕ κ.ά.) Όσο η κρίση βαθαίνει, εκτιμούμε ότι οι συγκλίσεις κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε απόσταση θα ενταθούν.

Όσο για το ναρ και τη θέση του, η κε του μπλοκ εκτιμά πως δεν έχει αλλάξει στα βασικά της σημεία και στην ουσία της, προς πιο εξαρτησιογόνες θεωρίες. Αν κι αυτό θα διαφανεί καλύτερα κι οριστικά όταν κι εφόσον πραγματοποιηθεί τελικά το 3ο συνέδριό του, που συζητιέται να γίνει από το 11’, αλλά δεν το κόβω να γίνεται πριν από την αλλαγή του χρόνου. Μ’ άλλα λόγια καλό 13.

Και του χρόνου σπίτια μας.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Κρίση, με πιάνει κρίση

Για τους κομμουνιστές το ζητούμενο στη δοσμένη συγκυρία (πρέπει να) είναι το εξής: πώς να μετατρέψουμε την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού σε πολιτική κρίση του συστήματος. Κάτι που θα ισοδυναμούσε με μια δυνάμει επαναστατική κατάσταση, για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και του συστήματος που γεννά νομοτελειακά τις κρίσεις με τις καταστρεπτικές τους συνέπειες.

Η πραγματικότητα ωστόσο υπερβαίνει πολλές φορές τη φαντασία και τις αναζητήσεις μας. Κι έτσι αντί για την πολιτική κρίση του συστήματος –ή μάλλον παράλληλα με αυτήν- και την παρακμή παραδοσιακών αστικών δυνάμεων, προέκυψε μια κατάσταση που κάποιοι έσπευσαν να περιγράψουν ως πολιτική κρίση του κουκουέ και της κομμουνιστικής αριστεράς εν γένει. Ενώ η τρέχουσα συγκυρία περιγράφεται ως η ώρα της κρίσης, για την τακτική μας, τις πολιτικές μας ιδέες, την ικανότητά μας να πείθουμε τον κόσμο και να οργανώνουμε τις αντιστάσεις του.

Εάν δεχτούμε συμβατικά, χάριν συνεννόησης, τον όρο «αριστερά», εντός ή εκτός εισαγωγικών, προκύπτει το εξής παράδοξο. Το κομμάτι της αριστεράς που φαίνεται να μένει ανεπηρέαστο από αυτή την κρίση, είναι αυτό ακριβώς που δικαιολογεί την χρήση των εισαγωγικών στον επίμαχο όρο. Αυτό που προέταξε το μνημόνιο ως αιτία της κρίσης, υιοθέτησε αυτούσιες τις αστικές αναλύσεις περί κρίσης χρέους και δεν έκανε καμία σοβαρή συλλογική επεξεργασία για το θέμα. Αυτό τέλος που ούτε σε φραστικό θεωρητικό επίπεδο δεν έθεσε ως στόχο του τη μετατροπή της καπιταλιστικής κρίσης σε πολιτική κρίση της αστικής εξουσίας για την ανατροπή της.

Με άλλα λόγια εκτός της κρίσης έμεινε εκείνη η αριστερά που στην πραγματικότητα δεν είναι αριστερά, παρά μόνο κατ’ ευφημισμόν. Το μη είναι που κάποιοι επιμένουν από συνήθεια να το ταυτίζουν με το είναι, παίζοντας με τα όρια της διαλεκτικής και συγχέοντας τις κατηγορίες του είναι και του φαίνεσθαι (φαινόμενο και ουσία).

Κι η διαλεκτική εκδικείται με το δικό της τρόπο. Γιατί αυτό που φαίνεται ως δυναμικό κι ανερχόμενο ρεύμα, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η άλλη όψη της πολιτικής χρεοκοπίας ενός χώρου που ολοκλήρωσε ταχύτατα τη σοσιαλδημοκρατική του μετάλλαξη. Μια χρεοκοπία που θα γίνει έκδηλη διαλεκτικά, μέσα από το φαινομενικά αντίθετό της: δηλ την άνοδο και τον εκλογικό θρίαμβο του σύριζα, που θα κληθεί να γίνει κυβέρνηση και να εφαρμόσει το πρόγραμμά του και τις εξαγγελίες του. Κι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους του –όχι απαραίτητα με εκλογικούς, αλλά με πολιτικούς όρους. Ή μάλλον το τέλος των αυταπατών για τον κόσμο που τον ψήφισε και στήριξε πάνω του τις ελπίδες του για κάτι διαφορετικό.

Αλλά ας αφήσουμε τις εισαγωγές για την αριστερά των εισαγωγικών για να έρθουμε στα αμιγώς δικά μας. Πώς εννοείται και πώς ακριβώς ορίζεται η κρίση; Οι περισσότεροι επιμένουν να το κάνουν με εκλογικούς όρους, μιλώντας για το στάσιμο κκε του 5%, που επέστρεψε στα ποσοστά του 93’ και σημείωσε ιστορικό χαμηλό από τη δεκαετία του 30’.

Οι εκλογές βέβαια είναι ένας σημαντικός δείκτης, αλλά δεν είναι ο κεντρικός πολιτικός στόχος και δε μπορεί να αποτελούν απόλυτο κριτήριο για τη δουλειά των κομμουνιστών. Το αντίθετο επιχείρημα μπορεί εύκολα να καταρριφθεί με μια απλή ματιά στα εκλογικά ποσοστά των μπολσεβίκων πριν το 17, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σημερινό κουκουέ μπορεί να σταθεί στο δικό τους ύψος (ένα τέτοιο κείμενο είχε κυκλοφορήσει ευρέως στην καθ’ ημάς κόκκινη μπλογκόσφαιρα μετά τις 17 ιούνη.

Μια άλλη άποψη βασίζεται στο εκλογικό αποτέλεσμα χωρίς να εστιάζει στην αριθμητική του πτυχή, για να δει τις πολιτικές προεκτάσεις και να βγάλει αντίστοιχα το συμπέρασμα ότι το κκε χάνει τους μισούς ψηφοφόρους του εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης και εκλογικής κατάρρευσης της δικομματικής παγίδας, που κρατούσε τον κόσμο εγκλωβισμένο σε ψευτοδιλήμματα.

Τα πράγματα βέβαια δεν είναι τόσο απλά. Αφενός θα ‘ταν λάθος να υποτιμάμε τις διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού και την προσπάθεια να αντικατασταθεί ο χρεοκοπημένος, παραδοσιακός δικομματισμός, με μια νέα άφθαρτη μορφή διπολισμού. Αφετέρου γιατί, παρά την κοινή πεποίθηση περί του αντιθέτου, η περίοδος της κρίσης δεν ευνοεί αυτομάτως το κομμουνιστικό κίνημα. Μπορεί εξίσου εύκολα να ενισχύσει την απογοήτευση, απαξιώνοντας τη συλλογικότητα και να ευνοήσει την εξατομίκευση ή το φασισμό, ως έσχατη εναλλακτική στα αδιέξοδα του συστήματος. Κι αυτό μπορεί να διαπιστωθεί με μια απλή, ιστορική επισκόπηση των γεγονότων που ακολούθησαν το κραχ του 29’.

Παραμένει βέβαια το αρχικό ζητούμενο. Να εξηγήσουμε τα αίτια της μείωσης και να αναπροσαρμόσουμε την τακτική μας κατάλληλα, για να ενισχυθεί το μαζικό κίνημα και να βρεθεί στο ύψος της επίθεσης που δέχεται σήμερα. Αν και αυτά δεν παραπέμπουν ακριβώς σε κάποια μορφή κρίσης που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Δεύτερο κριτήριο είναι το οργανωτικό. Το ρευστό σκηνικό της κρίσης βρήκε έκφραση στο εποικοδόμημα και την προτελευταία βουλή που ψηφίστηκε το 09’, όπου όλες οι κοινοβουλευτικές ομάδες υπέστησαν μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές στη σύνθεσή τους –διαγραφές, μαζικές αποχωρήσεις ή και διασπάσεις. Ή σχεδόν όλες, πλην λακεδαιμονίων, και της κο του κκε –με εξαίρεση το μακαρίτη τον τζέκη.

Αντί αυτό όμως να καταλογιστεί στα θετικά, ως δείγμα συνέπειας και σταθερότητας, άρχισαν οι επικρίσεις για το μονολιθικό κκε που κινείται στους δικούς του ρυθμούς και δεν επηρεάζεται από τα κοινωνικά ρεύματα και τις αλλαγές γύρω του (πχ πλατείες) και για τα κλειστά δόγματα στις μαρξιστικές γραφές σε ιδεολογικό επίπεδο που το κόμμα τα επαναλαμβάνει μονότονα και αταλάντευτα. Αυτές με τη σειρά τους, βρίσκουν στήριγμα στην εξ αριστερών κριτική για το κουκουέ που υποτίμησε την κρίση, τη μορφή εκδήλωσής της ως «κρίση χρέους» και μίλησε για μια τυπική περίπτωση κρίσης υπερσυσσώρευσης, αντιμετωπίζοντάς την ως «μία από τα ίδια».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, αυτή που πιστοποίησε την κρίση της ήταν ακριβώς εκείνη η ποικιλώνυμη και πλην λακεδαιμονίων αριστερά, που στοιχήθηκε πίσω από την ουσία των αστικών αναλύσεων περί της κρίσης χρέους (που βάφτιζε εθνικά τα χρέη των κροίσων). Της αριστεράς που αφοπλίστηκε θεωρητικά απορρίπτοντας μεταμοντέρνα τις αναλύσεις των κλασικών για την κρίση, στο όνομα της ανάπτυξης και επικαιροποίησής τους. Και κάλυψε το μεγάλο θεωρητικό της κενό υιοθετώντας αυτούσια τη λογιστική προσέγγιση των οικονομολόγων αριστερών και το μεταβατικό τους πρόγραμμα γύρω από το χρέος, αναζητώντας δηλ τη διέξοδο από την κρίση, σε μεταρρυθμίσεις, που παρέμεναν εντός των πλαισίων του συστήματος.

Η καπιταλιστική κρίση επιτάχυνε τις εξελίξεις σαν καταλύτης και συνέβαλε να διαχωριστεί η ήρα απ το στάρι. Οι απαντήσεις που δίνει η κάθε δύναμη στη σημερινή συγκυρία και το ταξικό στρατόπεδο που διαλέγει, είναι αλάνθαστο κριτήριο συνολικά για την πολιτική της και τον χαρακτήρα της.

Το θέμα βέβαια, θα πει κανείς, δεν είναι να δίνουμε σωστές απαντήσεις, για να δικαιωνόμαστε αφηρημένα, αλλά να τις κάνουμε πράξη. Και εδώ βρίσκεται ο κόμπος του ζητήματος: πώς να πείσουμε τις μάζες και να τις πάρουμε με το μέρος μας, για να κάνουν τις ιδέες υλική δύναμη. Προς το παρόν νιώθουμε στριμωγμένοι στα σχοινιά από την αριστερά των εισαγωγικών και τη γοητεία της ουτοπίας του εφικτού.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δε μιλήσαμε για τα μικρά κι εφικτά, που θα φέρουν κατόπιν και τα μεγάλα, ή ότι βάλαμε το κάρο της εξουσίας μπροστά από τα βόδια. Και αν τυχόν πεις στο συμπαθές τετράποδο πως πρέπει να διορθώσει τα λάθη του, σου την πέφτουν οι ζωόφιλοι, που το θέλουν πάντα σκυφτό, να περπατά στα 4, σαν ζώο, πως το υποτιμάς και το σνομπάρεις. Αν δεν αλλάζει ο λαός, τότε να αλλάξουμε λαό, και δε συμμαζεύεται. Αλλά εσύ ξέρεις πως, αν ξυπνήσει, μονομιάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι πώς θα αφυπνιστεί η συνείδησή του, για να πάει ένα βήμα παραπέρα. Κι αυτό δε θα συμβεί αν του χαϊδεύουμε τα αυτιά και το ταΐζουμε κουτόχορτο, με estámos despiertos ya! κι άλλα τέτοια δροσερά. Αλλά μόνο αν πάρει την κατάσταση στα χέρια του και σταματήσει να περιμένει σωτήρες.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία, που λέει και ο ποιητής. Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο.

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΔτΜ - Η αναψηλάφηση ΙΙ

Μέρος δεύτερο και τελευταίο. Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Δεύτερο σύνηθες σκάλωμα σχετικά με τις δίκες της μόσχας είναι οι ομολογίες. Η θλιβερή κι ανεξήγητη εικόνα παλιών κι έμπειρων μπολσεβίκων να ομολογούν σπασμένοι και καταρρακωμένοι το βαρύ κατηγορητήριο περί κατασκοπείας και συνεργασίας με τους ναζί.

Κάποιοι την αποδίδουν στα βασανιστήρια της nkvd και τη βιομηχανία απόσπασης τέτοιων ομολογιών, καθώς το μέτρο των ανθρώπινων αντοχών στον πόνο δεν συμβαδίζει απαραίτητα με το αγωνιστικό φρόνημα και την ακεραιότητα ενός επαναστάτη. Ενώ άλλοι την εκλαμβάνουν ως τεκμήριο ενοχής των κατηγορουμένων, γιατί κανείς προδότης δεν οδηγείται στο εδώλιο περήφανος για τις πράξεις του με διάθεση να τις υπερασπιστεί.

Ωστόσο, αυτό που μάλλον κάνει τη διαφορά εν προκειμένω και φαίνεται να ερμηνεύει καλύτερα το «σπάσιμο» τόσο έμπειρων και σκληραγωγημένων στελεχών πρώτης γραμμής είναι ο κατήγορος. Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν απέναντί τους την οχράνα του τσάρου, ή κάποιον άλλο ταξικό εχθρό, αλλά τη σοβιετική εξουσία και τους εκπροσώπους της. Κι αυτό πιθανόν τους στερούσε το κίνητρο και την ηθική δύναμη να αντισταθούν και να ανατρέψουν το κατηγορητήριο. Κάποιοι εξ αυτών ίσως να ομολόγησαν με την πεποίθηση ότι προσφέρουν την τελευταία υπηρεσία τους στο σοβιετικό κράτος. Ενώ κάποιοι άλλοι πιθανόν να προχώρησαν σε ομολογίες και να ενοχοποίησαν άλλους συντρόφους τους, για να προσπαθήσουν να ελαφρύνουν τη θέση τους και να αποφύγουν την εσχάτη των ποινών –χωρίς τελικά να το καταφέρουν.

Το τρίτο σκάλωμα είναι αυτό καθαυτό το κατηγορητήριο που σχηματίστηκε στις δίκες της μόσχας. Βαρύ κι αχώνευτο, ίσως πολύ βαρύ για να είναι αληθινό. Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν. Πρώτον ότι η απόδειξη των κατηγοριών βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στις ομολογίες των κατηγορουμένων κι όχι σε κάποια άλλα ενοχοποιητικά στοιχεία, και δεύτερον: η εκδοχή των τροτσκοζηνοβιεφικών φασιστικών τεράτων, που σκόπευαν να εξοντώσουν τη σοβιετική ηγεσία και να σαμποτάρουν την παραγωγή, μοιάζει ίσως –στη διατύπωση κι εν μέρει και στην ουσία- θεωρία συνωμοσίας τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ή μήπως όχι; Ας τα δούμε ένα-ένα.

Αν δεχτούμε τα παραπάνω, οφείλουμε τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε ότι η συνωμοσιολογική αντίληψη ήταν κρατούσα και στο άλλο στρατόπεδο, των αντιφρονούντων και της πάλαι ποτέ ενωμένης αντιπολίτευσης. Οι οπαδοί της θεωρούν για παράδειγμα ότι η δολοφονία του κίροφ –που αποτέλεσε εν πολλοίς το έναυσμα για τις εκκαθαρίσεις- ήταν δουλειά της nkvd απ’ τα μέσα –ο ανεκδιήγητος αντισταλινικός γιώργος ρούσης την έχει χαρακτηρίσει ως την ενδεκάτη σεπτέμβρη της σοβιετικής ένωσης. Επίσης ο τρότσκι, στη βιογραφία του στάλιν που συνέγραψε ο ίδιος, καταλήγει στο εμβριθές συμπέρασμα ότι ο σύντροφος με το μουστάκι δολοφόνησε το λένιν και θεωρεί αδιάσειστο τεκμήριο ότι το είδε στα κίτρινα μάτια του και το μοχθηρό του βλέμμα (!). Αυτά ως προς το κλίμα της εποχής, που μάλλον δεν άφηνε κανέναν ανεπηρέαστο.

Ας επιστρέψουμε στην ουσία: τις κατηγορίες και τις καταδίκες. Αυτό που φαίνεται να τις καθιστά αντιφατικές από μία άποψη είναι η χρονική συγκυρία στην οποία λαμβάνουν χώρα. Μετά το 17ο συνέδριο των νικητών, όπως πέρασε στην ιστορία, όπου δόθηκε «άφεση πολιτικών αμαρτιών» σε όλους τους αντιπολιτευόμενους, πλην του τρότσκι. Κι αμέσως μετά την ψήφιση του σοβιετικού συντάγματος του 36’, του πιο δημοκρατικού συντάγματος στον κόσμο, που διακήρυσσε ότι τα υπολείμματα των εκμεταλλευτών είχαν ηττηθεί κι οι βάσεις του σοσιαλισμού είχαν τεθεί οριστικά.

Πώς συνάδουν όλα αυτά με τις δίκες και το κύμα των εκκαθαρίσεων; Γιατί οι ηγέτες της αντιπολίτευσης έχρηζαν τέτοιας σκληρής αντιμετώπισης; Με ποιον τρόπο θα καθίσταντο επικίνδυνοι, εφόσον είχαν ηττηθεί οριστικά, τόσο η πολιτική τους έκφραση, όσο και η κοινωνική βάση τέτοιου είδους αποκλίσεων;
Αν υποθέσουμε πχ, ότι ο μπουχάριν εξέφραζε τη φιλοσοφία της βαθμιαίας μετάβασης, με νεπ και χωρίς κολεκτιβοποίηση, η οποία συμπυκνωνόταν στο περίφημο σύνθημά του «κουλάκοι, πλουτίστε!», η ταξική πάλη στην ύπαιθρο είχε ήδη κριθεί κι οι κουλάκοι είχαν ηττηθεί οριστικά. Τι δικαιολογούσε επομένως την εκκαθάριση και τις σκληρές θανατικές καταδίκες, όπου το ρέμα μπορεί να παρέσυρε το αίμα κι αρκετών αθώων;

Εδώ μπορούμε να δώσουμε διάφορες απαντήσεις. Υπάρχει καταρχάς η άποψη ότι στις δίκες δεν κρίθηκαν οι πολιτικές πεποιθήσεις των κατηγορούμενων, αλλά η προδοσία και η συνεργασία τους με τους φασίστες. Κάτι που αποδεικνύει –σύμφωνα με αυτή τη λογική- ότι η οπορτουνιστική κατρακύλα μπορεί να φτάσει μέχρι το έσχατο σημείο, χάνοντας κάθε ίχνος πολιτικής αρχής, και να συνεργαστεί με τον ταξικό εχθρό. Με αυτήν την απάντηση θα καταπιαστούμε προς το τέλος, στον επίλογο της ανάρτησης.

Υπάρχει μια παραπλήσια λογική, η οποία κατά τη γνώμη μου έχει βάση και λέει ότι οι ομάδες της αντιπολίτευσης που ηττούνται κατ’ επανάληψη πολιτικά, δεν έχουν άλλο μέσο στη διάθεσή τους, παρά το σαμποτάζ και την υπόγεια υπονομευτική δουλειά εναντίον της ηγεσίας.

Κι υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση, που επισημαίνει το γενικότερο, ιστορικό πλαίσιο και τη συγκυρία που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σοβιετικοί: την ιμπεριαλιστική περικύκλωση και τις εντατικές προετοιμασίες για την άμυνα των σοβιετικών στον επικείμενο πόλεμο, με τη γνωστή προειδοποίηση του στάλιν σε λόγο του από ραδιοφώνου, ότι έπρεπε να καλύψουν το χαμένο έδαφος και την καθυστέρηση εκατό χρόνων σε σχέση με το δυτικό κόσμο, σε διάστημα μιας δεκαετίας. Αυτό εξηγεί και τις ευρείες εκκαθαρίσεις στον κόκκινο στρατό –αν και δεν έλειψαν τελικά οι αποστασίες, όπως στην περίπτωση του στρατηγού βλασόφ.

Οι σοβιετικοί κατάφεραν τελικά με τιτάνιες προσπάθειες και θυσίες να αντιμετωπίσουν το ναζιστικό κίνδυνο και να μείνουν όρθιοι, λύνοντας το γόρδιο δεσμό που έσφιγγε γύρω τους. Η εκ των υστέρων και αφ’ υψηλού κριτική για τις βάρβαρες σταλινικές μεθόδους, είναι –τηρουμένων των αναλογιών- σα να γκρινιάζουμε επειδή ο αλέξανδρος έκοψε με το σπαθί του το γόρδιο δεσμό και δεν τον έλυσε με τα χέρια ή με κάποιον άλλο, πιο λεπτεπίλεπτο τρόπο.

Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική πτυχή που συνδέεται με το θέμα μας. Διακηρυγμένος στόχος της τροτσκιστικής –κι ίσως όχι μόνο- αντιπολίτευσης ήταν η επανάσταση των μαζών ενάντια στη γραφειοκρατία και η ανατροπή της «θερμιδωριανής ηγεσίας». Και η πιο κατάλληλη συγκυρία για να προωθήσουν και να εφαρμόσουν αυτό το σχέδιο, ήταν ένας πόλεμος και η προσπάθεια της αντιπολίτευσης να τον μετατρέψει σε εμφύλιο, ταξικό πόλεμο και να στρέψει το λαό ενάντια στη σοβιετική γραφειοκρατία. Σε τέτοιες συνθήκες ακόμα και μικρές αντιπολιτευτικές γκρούπες, χωρίς ισχυρό κοινωνικό έρεισμα, θα μπορούσαν να καταστούν πολύ επικίνδυνες κι επιβλαβείς για την έκβαση του πολέμου. Κι αυτός πιθανότατα ήταν ο βασικός λόγος της απόφασης για τη βιολογική εξόντωση των αρχηγών της αντιπολίτευσης. Χωρίς ηγέτες, θα αδυνατούσε να συσπειρώσει κόσμο και να διασπάσεις το αρραγές σοβιετικό μέτωπο κατά του φασισμού.

Ή όπως έχει σχολιάσει κι ο άναυδος σε διάφορες περιστάσεις, έμπαινε κατά μία έννοια το ζήτημα ποιος-ποιον. Αν δεν τους προλάβαινε η ηγεσία, θα το έκαναν αυτοί αργότερα εις βάρος της, αντιστρέφοντας τους ρόλους θύτη και θύματος. Αυτός εξάλλου ήταν ο διακηρυγμένος στόχος τους, στο σύνθημα της αντιγραφειοκρατικής επανάστασης. Και πιθανόν η δολοφονία του κίροφ να ήταν η προειδοποιητική βολή.

Δεν ξέρω κατά πόσο ικανοποιείται ο αναγνώστης με αυτό το συμπέρασμα, κι αν δίνει απάντηση στα αρχικά ερωτήματα, αλλά αυτή είναι η εκδοχή στην οποία τείνει να καταλήξει η κε του μπλοκ ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα αίτια που την κίνησαν σε αυτήν την εξέλιξη.

Ίσως πει κάποιος ότι δεν εξετάσαμε καθόλου το ενδεχόμενο να ήταν ακριβές το κατηγορητήριο και να εκτελέστηκαν δίκαια οι κατηγορούμενοι επί εσχάτη προδοσία. Ομολογώ –οικειοθελώς και χωρίς βασανιστήρια- πως δεν είμαι σε θέση να το αποκλείσω, χωρίς επισταμένη ιστορική έρευνα επί του θέματος. Πόσο μάλλον να αρνηθώ τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς για τα στελέχη της αντιπολίτευσης –μικροαστική, οπορτουνιστική παρέκκλιση- και να τους βγάλω λάδι.

Πιστεύω όμως ότι πρέπει να εφαρμόσουμε στα σοβιετικά δεδομένα, αυτό που είχε πει η αλέκα σε μια εκδήλωση αντιστασιακών, με αφορμή την υπόθεση πλουμπίδη, αν θυμάμαι καλά κι ενόψει της συγγραφής του δεύτερου τόμου του δοκιμίου: να μην ταυτίζουμε τη διαφωνία και τη διαφορετική άποψη με το πέρασμα στις γραμμές του ταξικού εχθρού, όπως γινόταν κατά παράδοση σχεδόν στο παρελθόν, σε δύσκολες στιγμές για το κομμουνιστικό κίνημα.

Μήπως αυτό σημαίνει να μην τις κρίνουμε ή να μην τις καταδικάζουμε; Όχι, σύντροφοι. Σημαίνει κατά κύριο λόγο να προσπαθούμε να τις ερμηνεύσουμε, να τις καταλάβουμε. Μια διαφωνία, περισσότερο από κάποια οπορτουνιστική παρέκκλιση, μπορεί να αντανακλά τη διάσταση απόψεων πάνω σε κομβικά και πρωτόγνωρα στρατηγικά ζητήματα, που δεν είχαν αντιμετωπιστεί ποτέ κατά το παρελθόν και δεν έχουμε έτοιμες συνταγές κι αντίστοιχη πείρα για την επίλυσή τους. Σε αυτό το έδαφος μπορεί να αναπτυχθεί διαπάλη με διαφορετικές προσεγγίσεις και να οξυνθεί ανάλογα με τις κοινωνικές αναφορές και προεκτάσεις αυτών των θέσεων.

Κατά τη μελέτη τους, υπάρχουν δύο σκόπελοι προς αποφυγή. Αφενός ο μηχανιστικός ταξικός αναγωγισμός, που ερμηνεύει κάθε αποκλίνουσα άποψη ως μικροαστική παρέκκλιση, και μια ιδεαλιστική προσέγγιση, που κρίνει τα πάντα σε επίπεδο καθαρών ιδεών, που προκύπτουν στο κεφάλι του καθενός,  αυτόνομα από την πραγματικότητα και ερμηνεύει τη διαφωνία ως προδοσία των βασικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού.

Εμπρός λοιπόν αργοναύτες, πεδίον δόξης λαμπρό…
Δεκτές και συζητήσιμες παντός είδους ενστάσεις κι εφέσεις

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Δίκες της μόσχας – η αναψηλάφηση

Ενώ ο δυτικός τύπος ασχολείται με την καταδίκη ενός πανκ συγκροτήματος, που τείνει να γίνει σύμβολο αντίστασης από το πουθενά (εδώ προσθέστε δύο σαλονικιά ντεμέκ μπροστά από το πανκ και την αντίσταση), λες και είναι οι δίκες της μόσχας του αιώνα μας –και δε ζει πια και ο αμερικάνος πρέσβης ντέιβις, να πάρει θέση επί του θέματος, να μας πει αν είναι δίκαιες και καθαρές-, η κε του μπλοκ επιστρέφει στο διαχρονικά αγαπημένο της θέμα για τις αυθεντικές δίκες της μόσχας, της δεκαετίας του 30’.

Αυτές τις μέρες κλείνουν 76 χρόνια απ’ το πρώτο αίμα, με την καταδίκη σε θάνατο του ζηνόβιεφ, του κάμενεφ κι άλλων στελεχών του κόμματος των μπολσεβίκων. Ως συλλογικό κεκτημένο του μπλοκ, η κε θεωρεί κάποιες παλιότερες αναρτήσεις της σχετικά με το θέμα, που μπορείτε να τις βρείτε εδώ κι εδώ, καθώς και μια εκτενή μελέτη που είχε κάνει ο άναυδος και δημοσιεύτηκε εδώ πέρσι, τέτοιο καιρό περίπου. Το καινούριο που έχει να συνεισφέρει η σημερινή ανάρτηση είναι μια σημείωση, (του άναυδου και πάλι), για την αξιοποίηση αυτού του θέματος από την ηγεσία του κκσε, μετά το εικοστό συνέδριο και τη σταδιακή επικράτηση του ρεβιζιονισμού.

Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο.
Τι έγραψε ο Ι. Γιακίρ και τι διαβάστηκε στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ

Το παρακάτω κείμενο είναι σε δική μου απόδοση ένα απόσπασμα από το άρθρο του Grover Furr  "Evidence of Leon Trotsky's Collaboration with Germany and Japan". Θα το βρείτε (στα αγγλικά) στην παρακάτω διεύθυνση  http://clogic.eserver.org/2009/2009.html. Είναι κατά τη γνώμη μου ένα μικρό παράδειγμα του πόσο διαστρεβλώθηκε η ιστορική αλήθεια για τις περίφημες δίκες της Μόσχας και πως η μετα-σταλινική ηγεσία προσπάθησε να αθωώσει ένα μεγάλο αριθμό από τους συνωμότες και προδότες που καταδικάστηκαν τότε.

(.......)
Ο Ι. Γιακίρ ήταν ανάμεσα στους διοικητές του Κόκκινου στρατού που τον Ιούνιο του 1937 δικάστηκαν για συνεργασία με τη ναζιστική Γερμανία και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Ι. Γιακίρ έγραψε ένα γράμμα στον Στάλιν στις 9 Ιουνίου του 1937 ζητώντας επιείκεια. Το γράμμα αυτό διαβάστηκε από τον Α. Σελεπιν (επικεφαλής τότε της KGB)  στο 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1961 στην προσπάθεια του να αποδείξει πως ο Γιακίρ άδικα καταδικάστηκε και εκτελέστηκε.  Το ίδιο γράμμα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Voenno-Istoricheskii Arkhiv 1 το 1993. Το κείμενο που διαβάστηκε στο συνέδριο είναι με κανονικούς χαρακτήρες ενώ τα αποσπάσματα από το γράμμα που παρέλειψε να διαβάσει ο Σελέπιν είναι με bold χαρακτήρες

‘‘Μία σειρά κυνικών αποφάσεων από τους Στάλιν, Καγκανοβιτς, Μολότοφ Μαλένκοφ και Βοροσιλοφ σχετικά με τα γράμματα και τις δηλώσεις που έγιναν από τους φυλακισμένους αποδεικνύουν την απάνθρωπη μεταχείριση των ατόμων, ηγετικών συντρόφων που βρέθηκαν υπό ανάκριση. Για παράδειγμα όταν ήταν η σειρά του ο Γιακίρ – πρώην στρατιωτικός διοικητής περιοχής – έκανε έκκληση στον Στάλιν με ένα γράμμα στο οποίο ορκιζόταν για τη δική του πλήρη αθωότητα. Να τι έγραψε:

Αγαπητέ κοντινέ μου σύντροφε Στάλιν. Τολμώ να σου απευθυνθώ με αυτό τον τρόπο γιατί έχω πει τα πάντα, παραδέχτηκα τα πάντα και μου φαίνεται ότι είμαι ένας ευγενής μαχητής, αφοσιωμένος στο Κόμμα, στο κράτος και το λαό όπως ήμουν για πολλά χρόνια. Όλη η συνειδητή μου ζωή πέρασε με ανιδιοτελή, τίμια δουλειά κάτω από την επίβλεψη του Κόμματος και των ηγετών του – τότε ήρθε η πτώση στον εφιάλτη στον ανεπανόρθωτο τρόμο της προδοσίας .... Η ανάκριση έχει τελειώσει. Έχω επίσημα κατηγορηθεί για προδοσία του κράτους. Παραδέχτηκα πλήρως την ενοχή μου και έχω μετανιώσει. Έχω άπειρη πίστη στη δικαιοσύνη και στην ορθότητα της απόφασης του δικαστηρίου και του κράτους .... Τώρα είμαι τίμιος στην κάθε μου λέξη, θα πεθάνω με λόγια αγάπης για σένα, το Κόμμα και την πατρίδα, με άπειρη πίστη για την νίκη του κομμουνισμού’  ’’

Τα αποσπάσματα που διάβασε ο Σελέπιν δείχνουν ένα τίμιο, πιστό άνδρα που διαμαρτύρεται για την αθωότητα του. Στην πραγματικότητα ο Γιακίρ αποδέχεται πλήρως την ενοχή του. Υπάρχει μάλιστα και το θέμα των αποσιωπητικών που δείχνουν ότι μέρος του περιεχόμενου παραλήφθηκε  στην έκδοση του 1993 αφήνοντας ανοικτή την υπόθεση ότι ο Γιακίρ έγραφε πιο συγκεκριμένα για τη συνεργασία του με ξένες δυνάμεις.
(....)

Ό,τι ακολουθεί μέχρι το τέλος της ανάρτησης είναι μόνο μερικές δικές μου σκόρπιες σκέψεις, χωρίς ιδιαίτερη συνοχή κι εμβάθυνση, που γίνονται εν μέρει κι από τη σκοπιά του δικηγόρου του διαβόλου –γιατί και με τον εξαποδώ μπορεί να χρειαστεί να συνεργαστούμε για την υπόθεσή μας.

Ποια είναι τα συνηθισμένα σκαλώματα σχετικά με τις δίκες της μόσχας;
Καταρχάς η μεγάλη έκταση των εκκαθαρίσεων. Τόσοι από την παλιά φρουρά των μπολσεβίκων και το πολίτ μπιρό της εποχής του λένιν, τόσοι (σχεδόν το 70%) από τα μέλη της κε που εξέλεξε το 17ο συνέδριο το 1934, αντίστοιχο ποσοστό απ’ τους αντιπροσώπους του ίδιου συνεδρίου, περισσότεροι απ’ τους μισούς αξιωματικούς και τα στελέχη της στρατιωτικής ιεραρχίας. Είναι δυνατόν όλοι αυτοί να ήταν προδότες και κατάσκοποι που υπονόμευαν τη σοβιετική ένωση;

Όχι σύντροφοι, δεν είναι, θα ήταν η αρχική μας απάντηση. Τουλάχιστον όχι στο σύνολό τους.
Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, ας δούμε μερικά στοιχεία, για να θέσουμε τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση. Καταρχάς μερικοί αριθμοί από τα καθ’ ημάς και την κρίση στο κόμμα και τη νεολαία, τη διετία 89-91. Τα μισά σχεδόν μέλη της εκλεγμένης από το συνέδριο κεντρικής επιτροπής και του πολιτικού γραφείου. Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας. Όλα τα μέλη της επιτροπής προγράμματος, όπου ο πιο αριστερός ήταν ο λαφαζάνης. Ο απερχόμενος γενικός γραμματέας (1/1, ποσοστό 100%). Τα 34 από τα 35 μέλη του κεντρικού συμβουλίου, από διαφορετική σκοπιά, και πολύ πιο έντιμη κατά τη γνώμη μου, (ανεξαρτήτως της τελικής κατάληξης των εν λόγω στελεχών και του πολιτικού τους εγχειρήματος).

Δε θέλω να συγκρίνω ανόμοια πράγματα και καταστάσεις. Αλλά αν έχουμε υπ’ όψιν αυτούς τους αριθμούς, ως μέσο σύγκρισης για κάποιες έκτακτες καταστάσεις, θα δοκιμάσουμε λιγότερες εκπλήξεις φυλλομετρώντας την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος.

Επιμένοντας στην αριθμητική πτυχή του πράγματος, που οπωσδήποτε δεν είναι η πιο σημαντική, μπορούμε να επισημάνουμε και τα εξής.
Α. Σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της κολεκτιβοποίησης, που σηματοδότησε ένα ευρείας έντασης και έκτασης ξεδίπλωμα της ταξικής πάλης που είχε άμεση επίδραση σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αυτή η περίοδος της μεγάλης εκκαθάρισης αφορούσε συγκριτικά ένα πολύ μικρότερο ποσοστό μεσαίων κι ανώτατων αξιωματούχων του κομματικού και του κρατικού μηχανισμού.
Β. Είναι αναμφισβήτητο ότι υπήρξαν αρκετά λάθη και υπερβολές, κατά τη θυμόσοφη παροιμία για τα χλωρά που καίγονται μαζί με τα ξερά, όσο κυνική και αν μπορεί να ακούγεται εκ των υστέρων και με την ασφάλεια της (χρονικής και φυσικής) απόστασης.

(Ανοίγει παρένθεση: ενδεικτική της ποιότητας κάποιων επιχειρημάτων, που χρησιμοποιούν όσοι αναφέρονται σε σταλινικό θερμιδώρ κτλ, είναι η παρακάτω αντίφαση, που προσκρούει στην τυπική λογική. Αφενός λοιπόν ισχυρίζονται ότι ο στάλιν προχώρησε σε αντιδραστικές αλλαγές στη διοίκηση του στρατού, -καταργώντας πχ τη θέση του πολιτικού επιτρόπου, ή επαναφέροντας τα γαλόνια- και ευνόησε με μια σειρά προνόμια την κάστα των αξιωματικών, βασίζοντας στην υποστήριξή τους την ισχυροποίηση της εξουσίας του. Αφετέρου θεωρούν ότι οι εκκαθαρίσεις στην ιεραρχία του στρατεύματος σχετίζονταν με τις υποψίες απέναντι στους αξιωματικούς για τυχόν σύνδεσή τους με τον τρότσκι, που ήταν και ο πρώτος ηγέτης του κόκκινου στρατού.
Αυτοί οι συλλογισμοί όμως δύσκολα μπορούν να σταθούν μαζί. Εάν υπήρχε εξ αρχής τέτοια υποψία εις βάρος τους, τότε γιατί τους περιέβαλε με προνόμια; Τους τάιζε για να έχουν λίπος, όταν θα τους έσφαζε αργότερα; Κλείνει η παρένθεση).

Δεύτερο σκάλωμα; Οι ομολογίες. Αλλά αυτό θα το δούμε μαζί με τα υπόλοιπα, σε επόμενη ανάρτηση, καθώς αυτή άρχισε ήδη να ξεφεύγει σε έκταση.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 90 χρόνια από την καταστροφή της σμύρνης και με αφορμή την επέτειο, η κε του μπλοκ παρουσιάζει μια παλιότερη έκδοση της σύγχρονης εποχής, με τον τίτλο της ανάρτησης, και τα υλικά του επιστημονικού διημέρου που διοργάνωσε το κμε για τα 60χρονα από τη μικρασιατική καταστροφή (εισηγήσεις, παρεμβάσεις κι ερωτοαπαντήσεις, όπως τις συγκέντρωσε και τις κατέγραψε η οργανωτική επιτροπή).

Τα υλικά αυτά εκφράζουν το πνεύμα της εποχής τους, υιοθετώντας το σχήμα της εξαρτημένης ελλάδας από τον ιμπεριαλισμό της αντάντ, υπό την πρωτοκαθεδρία των άγγλων. Ξεκινώντας από την ανάλυση του λένιν για τον ιμπεριαλισμό, εξετάζουν το ξεδίπλωμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή της μικράς ασίας, μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο και το συμπληρωματικό ρόλο της ελλάδας ως εκτελεστικό όργανο των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Κινούνται δηλ σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από την ευρύτατα διαδομένη εκδοχή για τον επεκτατισμό του ελληνικού ιμπεριαλισμού με τη μεγάλη ιδέα για την ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Ο ιστορικός τζιντζιλώνης λέει στην εισήγησή του ότι η αστική τάξη προσπάθησε με το σύνθημα της μεγάλης ελλάδας –που θυμίζει το σημιτικό σύνθημα για την ισχυρή ελλάδα, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εμείς εκ των υστέρων- να καμουφλάρει  την πολιτική της υποτέλειάς της στον ιμπεριαλισμό και να αποπροσανατολίσει το λαό απ’ τα πραγματικά του προβλήματα. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι αυτή η εκστρατεία επιβλήθηκε στον ελληνικό λαό από τους ιμπεριαλιστές της αντάντ και τη ντόπια ολιγαρχία. Και πιο κάτω παραθέτει ένα λόγο του αβέρωφ στον οηε, όπου εμμέσως αναγνωρίζει –εκ των υστέρων- τον πραγματικό χαρακτήρα του πολέμου.
Ο πόλεμος αυτός έγινε, διότι προσεκλήθημεν όπως συμμετάσχωμεν εις αυτόν, υπό της αγγλίας, της γαλλίας και της ιταλίας. Ήτο πόλεμος συμμαχικής κατακτήσεως εις την οποία η ελλάς εκλήθη να λάβει μέρος, αλλά δεν ήτο ελληνικός πόλεμος.

Ο συνάδελφός του ιστορικός λαζαρίδης, συμπληρώνει στα παραπάνω. Η μικρασιατική εκστρατεία αποτελούσε μέρος του μεγάλου σχεδίου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το μεταπολεμικό ξαναμοίρασμα του κόσμου και την κατάπνιξη του εθνικαπελευθερωτικού κινήματος του τουρκικού λαού. (…) Μετά την υπογραφή της ανακωχής του μούδρου με την οποία βγήκε η τουρκία από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της αντάντ κατέλαβαν στρατιωτικά τη ζώνη των στενών μαζί με άλλες περιοχές, έθεσαν υπό τον έλεγχό τους την κυβέρνηση του σουλτάνου κι έβαλαν μπρος το σχέδιο διαμελισμού της τουρκίας με τη συνθήκη των σεβρών. Στη δική του εισήγηση βασίζεται ως επί το πλείστον κι η παρακάτω περιγραφή των ιστορικών γεγονότων.

Ενδιάμεσα στη «διάσκεψη ειρήνης» του παρισιού οι άγγλοι υποστήριξαν και πέτυχαν την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στη σμύρνη με πρόσχημα την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών. Οι άγγλοι έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο ρόλο της ελλάδας για την επιβολή της ηγεμονίας τους στην εγγύς και μέση ανατολή και προώθησαν την επέκτασή της στη μικρασία, για να χρησιμοποιήσουν αυτήν ως αντίβαρο στους σχεδιασμούς των ανταγωνιστών τους και το στρατό της εναντίον της αντίστασης του τουρκικού λαού.

Με την καθοδήγηση της αγγλίας, ο ελληνικός στρατός βγαίνει από την περιοχή της σμύρνης και προελαύνει στα βάθη της μικρασίας, για να χτυπήσει το γοργά αναπτυσσόμενο τουρκικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Τον αύγουστο του 20’ υπογράφεται η συνθήκη των σεβρών, χωρίς να επικυρωθεί από τις χώρες που την είχαν υπογράψει, ενώ η εφαρμογή της γινόταν αμφίβολη εξαιτίας της αντίστασης του τουρκικού λαού. Έτσι λοιπόν, δεν ήταν κλείσιμο ειρήνης αλλά συνέχιση ενός πολέμου που ανατέθηκε από τους ιμπεριαλιστές στον ελληνικό στρατό, καθώς ούτε αυτοί ήταν διατεθειμένοι για απευθείας σύγκρουση με τα τουρκικά στρατεύματα. Η τύχη της συνθήκης αφέθηκε να κριθεί στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων.

Η όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ αγγλίας και γαλλίας οδηγεί σε μια πολύπλοκη διελκυστίνδα συμφερόντων. Η αγγλία υποστηρίζει κρυφά αλλά ενεργά το αυτονομιστικό κίνημα της συρίας εναντίον της γαλλίας, που αρχίζει να στηρίζει το κίνημα του κεμάλ. Πετυχαίνει τη διακοπή των συμμαχικών πιστώσεων προς την ελλάδα και την έμμεση αναγνώριση της κεμαλικής κυβέρνησης, και τελικά υπογράφει μαζί της ξεχωριστή συμφωνία ειρήνης, χωρίς εδαφικές αξιώσεις, αλλά με εμπορικά ανταλλάγματα. Η προέλαση του ελληνικού στρατού ανακόπτεται, οι κρατικοί πόροι εξαντλούνται κι η αγγλία αφήνει την ελλάδα στην τύχη της. Η τουρκική αντεπίθεση αρχίζει στα τέλη αυγούστου (με το καινούριο ημερολόγιο) και δέκα μέρες μετά μπαίνει στη σμύρνη και την πυρπολεί. Αυτός ήταν και ο τραγικός επίλογος της μικρασιατικής περιπέτειας.

Αξίζει να δούμε αντιπαραθετικά με αυτή την ιμπεριαλιστική διελκυστίνδα τη στάση της σοβιετικής ρωσίας. Η σοβιετική κυβέρνηση αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στη συνθήκη των σεβρών. Ο ίδιος ο λένιν χαρακτήρισε το διαμελισμό της τουρκίας σαν λεηλασία και τον αγώνα του τουρκικού λαού δίκαιο κι αντιιμπεριαλιστικό. Αυτή η υποστήριξη απέρρεε από τις νέες αρχές εξωτερικής πολιτικής που εγκαινίασε το σοσιαλιστικό κράτος κι από τις ανησυχίες για τη μετατροπή της τουρκίας σε ορμητήριο της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη ρωσία.

Οι προσπάθειες αυτές για στερέωση της σοβιετοτουρκικής φιλίας σκόνταψαν αρκετές φορές, σε παράγοντες του κεμάλ που υποστήριζαν το συμβιβασμό με τους ιμπεριαλιστές κι αντιδρούσαν στην ιδέα προσέγγισης με τη σοβιετική ρωσία, καθώς και στην εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στην αρμενία και τη γεωργία –υπό την ανοχή γεωργιανών μενσεβίκων. Παρόλα αυτά το μάρτη του 21’ υπογράφτηκε συμφωνία αλληλοβοήθειας και φιλίας των δύο χωρών και η σοβιετική ρωσία διακήρυξε ότι δεν αναγνώριζε τις άδικες διεθνείς συμφωνίες που επιβλήθηκαν στην τουρκία.

Παράλληλα στις αρχές του 22’ απεσταλμένος της σοβιετικής κυβέρνησης ήρθε στην ελλάδα και μέσω του τότε γγ του σεκε κορδάτου μεταβίβασε στην ελληνική κυβέρνηση προτάσεις για τη μεσολάβηση των σοβιετικών με σκοπό το σταμάτημα των εχθροπραξιών και την αυτονόμηση μιας παραλιακής ζώνης της μικράς ασίας που να διασφαλίζει τα δικαιώματα του χριστιανικού πληθυσμού, -ενώ ζητούσε ως μοναδικό αντάλλαγμα τη ντε φάκτο (έστω) αναγνώριση της σοβιετικής κυβέρνησης. Ο γούναρης απέρριψε τις προτάσεις και άφησε την ευκαιρία για ειρηνική διευθέτηση κι απεμπλοκή από το μικρασιατικό αδιέξοδο, να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Το σεπτέμβρη του 18’, ο ριζοσπάστης δημοσίευσε μια ακόμα σοβιετική διακοίνωση που απευθύνθηκε τρεις φορές στην αγγλική κυβέρνηση και ανέφερε μεταξύ άλλων: η ρωσική κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να καταδικάσει την ελλάδα και τον ελληνικό λαό γιατί ανέλαβε το βάρος του πολέμου, το επιβληθέν επί των ασθενών ώμων της από μέρους της ευρώπης, και περιήλθε σε απόγνωση. (…) Η ρωσική κυβέρνηση θεωρεί τον τουρκικό πόλεμο ως αγώνα του τουρκικού λαού υπέρ της υπάρξεως και ανεξαρτησίας του, αγώνα κατά της συνθήκης των σεβρών. Στον αγώνα αυτό η τουρκία έχει όλη τη συμπάθεια του ρωσικού λαού.

Μένει να εξετάσουμε τη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων (έχοντας πάρει μια πρόγευση από την απόρριψη των σοβιετικών προτάσεων, που προαναφέραμε). Μπλέχτηκαν στη μικρασιατική περιπέτεια –θεωρητικά- για να προστατέψουν τον ελληνικό πληθυσμό και τελικά κατάφεραν αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι ήθελαν να αποτρέψουν: το ματοκύλισμα και τον ξεριζωμό του. Έπαιξαν πειθήνια μέχρι το τέλος το παιχνίδι των άγγλων, σαν υπάκουο πιόνι τους και στο τέλος έψαξαν εξι-λαστήρια θύματα για να γλιτώσουν τη λαϊκή κατακραυγή (η γνωστή υπόθεση της δίκης των εξ που εκτελέστηκαν).

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγαν οι εισηγητές του διημέρου του κμε είναι αυτό που θίξαμε στην αρχή της ανάρτησης: η ιμπεριαλιστική εξάρτηση της ελλάδας και οι καταστροφικές της συνέπειες για τον ελληνικό λαό. Η τραγική τους επικαιρότητα –ακόμα και σήμερα- και η αναγκαιότητα του αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και απαλλαγή από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά.

Ποια άλλη ανάγνωση θα μπορούσε πιθανά να υπάρξει; Αυτή που λέει ότι η ελληνική αστική τάξη δε σύρθηκε εξαρτημένη κι άβουλη στη μικρασιατική εκστρατεία, αλλά συμμετείχε οικειοθελώς για να διεκδικήσει το δικό της μερίδιο –με ανισότιμους φυσικά όρους- στο παιχνίδι της μοιρασιάς. Αλλά αυτό για να στοιχειοθετηθεί –αν υποθέσουμε ότι πράγματι ισχύει- θα απαιτούσε συλλογική μελέτη και διεξαγωγή ενός άλλου επιστημονικού διημέρου στην εποχή μας.


Υγ: Εδώ μπορείτε να δείτε και το κυριακάτικο ιστορικό αφιέρωμα του ριζοσπάστη.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Όμορφοι αγώνες, ηθικοί, αγγελικά πλασμένοι..

Μία εβδομάδα μετά το τέλος των ολυμπιακών του λονδίνου, η κε του μπλοκ επιχειρεί μια δική της ιδιότυπη αποτίμηση.

Το τέλος των αγώνων άφησε στο μέσο σφο ένα αίσθημα ανικανοποίητου. Όχι τόσο για τη μέτρια τελετή λήξης, ή για το αβάσταχτο φολκλόρ των βραζιλιάνων και τις καρναβαλίστικες υποσχέσεις που άφησε η πρόγευση του ρίο. (Ανοίγει παρένθεση: προλαβαίνει άραγε μέχρι τότε να πεθάνει ο πελέ, για να μην τον φάμε ξανά στη μάπα σε τέσσερα χρόνια; Ή εναλλακτικά να πάθει πχ λοιμώδη μονοπυρήνωση –ή κάποια άλλη μεταδοτική ασθένεια- και να τον βάλουν σε καραντίνα για εκείνο το μήνα; Κλείνει η παρένθεση). Ούτε επειδή το σκηνικό καθ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων θύμιζε φεστιβάλ ντέιβιντ και βικτώρια μπέκαμ, σε βαθμό που περίμενες να πεταχτεί από κάπου ο σύζυγος για να σβήσει τη φλόγα, πχ με αέρια, ίνα πληρωθή το βιβλικό ρητό, έκλασε ο ντέιβιντ, σχόλασε ο γάμος.

Κάτι άλλο έλειπε, αλλά τι; μια ανακοίνωση, ένα μεγάφωνο, μια μεταλλική φωνή.
Τριακοστό όγδοο φεστιβάλ κνε-οδηγητή, σε αυτό το σημείο τελειώνει το πρόγραμμα και της τρίτης μέρας…
Και διάφοροι σύντροφοι να τρέχουν στον χώρο πανικόβλητοι, να κουβαλούν και να ξεστήνουν από την ίδια κιόλας νύχτα.

Έτσι προκύπτει εύλογα ο συνειρμός και το αντίστοιχο ερώτημα. Αν καταφέρνουμε να στήσουμε μια ολόκληρη πολιτεία για το φεστιβάλ, πώς θα τα πηγαίναμε στη διοργάνωση των ολυμπιακών; Ένα ερώτημα, που έχει ήδη απαντηθεί κατά μία έννοια. Ίσως και κατά δύο.

Οι σοβιετικοί σύντροφοι διοργάνωσαν υποδειγματικά τους ολυμπιακούς της μόσχας, που μπορεί να μην ήταν πλήρως απαλλαγμένοι από χορηγούς και το σύγχρονο εμπορικό πνεύμα των αγώνων, αλλά ήταν οπωσδήποτε διαφορετικοί κι είχαν την πιο συγκινητική τελετή λήξης, που κέρδισε τις εντυπώσεις, χωρίς εφέ και πολλή ετέ (τεχνολογία) για φιγούρα, αλλά επειδή ήταν λιτή κι ανθρώπινη. Όπως ακριβώς και η σοβιετική ένωση.

Σήμερα μπορεί να μην υπάρχει σοβιετία, αλλά έχει απομείνει η κούβα κι η αβάνα που είχε καταθέσει υποψηφιότητα για την ανάληψη των ολυμπιακών πριν από μερικά χρόνια. Κι αν είχε γίνει η ανατροπή –που θα ανέτρεπε τις ανατροπές της διετίας 89-91’- και αναλάμβανε τελικά τη διοργάνωση, πιθανόν να είχε μια φαντασμαγορική τελετή έναρξης, με το φιντέλ να βγάζει έναν πύρινο λόγο επί τέσσερις ώρες, και να συνεχίζει μετά στην απονομή κάθε αθλήματος. Και με τους πράκτορες της σια να κάνουν μία αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του σε κάθε απονομή, και να πλησιάζουν αθροιστικά τις χίλιες κατά προσέγγιση.

Αν έχω καταλάβει καλά αυτός ήταν ο λόγος και το βασικό σκεπτικό, με το οποίο το κόμμα είχε υπερψηφίσει στη βουλή κάποια επιμέρους άρθρα γενικού περιεχομένου για τους ολυμπιακούς, αλλά καταψήφισε νομίζω τα επόμενα, που εξειδίκευαν το φάκελο για την υποψηφιότητα της αθήνας. Θυμάμαι πχ ένα επιχείρημα, που έλεγε: για ποιο λόγο να μη μπορούν χώρες όπως η κούβα και η ελλάδα να διοργανώνουν τους αγώνες; Γιατί να είναι αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων δυνάμεων; Οπότε δεχόμαστε γενικά, από θέση αρχής, ως δικαίωμα αυτήν τη δυνατότητα για όλες τις χώρες, αλλά απορρίπτουμε συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο ασκείται –αν δηλαδή έχω καταλάβει σωστά. Αν και στη νέα τάξη πραγμάτων μόνο με αυτό τον πολύ συγκεκριμένο τρόπο μπορούν να γίνουν ολυμπιακοί αγώνες.

Κι αυτή είναι η γέφυρα που μας φέρνει στη δεύτερη έννοια που λέγαμε και τους ολυμπιακούς της αθήνας. Όπου αν εξαιρέσει κανείς τη γιάννα, τις μίζες, τα εργατικά ατυχήματα και το μεγάλο φαγοπότι που στήθηκε και κάνει αφαίρεση σε πολύ τελευταία ανάλυση, μπορεί να σταθεί στην τελετή έναρξης και να ξεχωρίσει δυο σημεία. Αφενός το όνομα βαρύ σαν ιστορία της σημαιοφόρου της αμερικής, που σύμφωνα με τους υπότιτλους λεγόταν στάλιν (!) –κι αυτό μπορείτε να το επιβεβαιώσετε σε αυτό ακριβώς το σημείο.

Κι αφετέρου το αλάνθαστο κριτήριο του ελληνικού λαού και τα αντι-ιμπεριαλιστικά αισθήματα όσων βρέθηκαν στο στάδιο, που επιφύλαξαν πολύ θερμή υποδοχή στην κούβα, ακόμα και στη ρωσία –που στο μυαλό των περισσότερων είναι η συνέχεια της σοβιετίας, διατηρώντας και τη μελωδία του παλιού της ύμνου. Αποθέωσαν τις αποστολές της σερβίας, της παλαιστίνης, του ιράκ και του αφγανιστάν και υποδέχτηκαν με ανάμεικτα συναισθήματα αυτήν των ηνωμένων πολιτειών (επευφημίες μαζί με γιούχα, οι πρώτες μάλλον για τη σφισσα στάλιν). Και να φανταστεί κανείς ότι δεν ήταν ακριβώς η πλέμπα και τα φτωχά, λαϊκά στρώματα, που ξηλώθηκαν για να δουν από κοντά την τελετή έναρξης. Τι σου είναι ο έλληνας, ώρες-ώρες. Καμία σχέση με τους λονδρέζους που φέρονταν σαν αμερικάνοι με πολιτικά, υπήκοοι της παλιάς αποικίας τους.

Τι γίνεται όμως όταν σβήσουν τα φώτα της ράμπας; Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν δύο ειδών αποτιμήσεις. Οι πρώτες εστιάζουν στους πρωταγωνιστές, τα ρεκόρ και τα μετάλλια, επιβραβεύοντας τη γνωστή λογική των αμερικάνων: ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος δεν είναι τίποτα –πόσο μάλλον ο τρίτος που ήταν η καλύτερη ελληνική θέση στους αγώνες του λονδίνου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που βαρεθήκαμε να βλέπουμε την team usa να κερδίζει το ένα χρυσό μετά το άλλο στο λονδίνο. Κι ήταν η πρώτη φορά μετά τις ανατροπές –αν δεν κάνω λάθος- που το άθροισμα των χρυσών μεταλλίων των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, δεν ξεπερνούσε αυτό των ηπα.

Για τους σοβιετικούς ο ολυμπιακός χρόνος φαίνεται να σταμάτησε το 88 στη σεούλ και στα 1.010 μετάλλια που κατέκτησαν οι αθλητές κι οι αθλήτριες των λαών της σοβιετικής ένωσης. Οι ηπα έχουν υπερδιπλάσια, αλλά σε τριπλάσιες σχεδόν παρουσίες σε ολυμπιακούς (26 έναντι 9 δικών μας, από το 52 έως το 88, πλην του 84’ που τους μποϊκοτάραμε). Προπολεμικά οι σοβιετικοί ασχολούνταν με τις σπαρτακιάδες. Κι είναι ζήτημα προς συζήτηση και διερεύνηση αν έπρεπε να συνεχίσουν στην ίδια ρότα κι αν η μεταπολεμική αλλαγή στάσης τους ήταν ένα βήμα στον κατήφορο της ειρηνικής συνύπαρξης και της αντίληψης περί οικουμενικότητας.

Το δεύτερο είδος προσέγγισης εστιάζει σε πιο ποιοτικά κριτήρια. Πχ όπως αυτά τα βιντεάκια του eurosport με την κωμική πλευρά των αγώνων –μην παραβλέψετε τις παλαιοκομμουνιστικού τύπου μασχάλες της σφισσας αρσιβαρίστριας προς το τέλος. Και άλλες λιγότερο φαιδρές αναλύσεις, που επικεντρώνουν στην ανάδειξη της πραγματικής ουσίας αυτής της αθλητικής εμποροπανήγυρης.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και μια ανάλυση του καρπετόπουλου, από αντίθετη σκοπιά, για τους υπέροχους σύγχρονους ολυμπιακούς αγώνες. Ο κάρπετ, που είναι ίσως ο πιο ταλαντούχος αθλητικός γραφιάς από τους αυλικούς του συστήματος, συμψηφίζει την σημερινή σαπίλα με αρνητικά φαινόμενα άλλων εποχών (χορηγοί στη μόσχα και το πεκίνο, αναβολικά στους αγώνες της αρχαιότητας, κτλ) και την αθωώνει με το ακαταμάχητο σκεπτικό ότι αυτά υπήρχαν πάντα. Θεωρεί βασικό υπεύθυνο για το ντόπινγκ τον κρατικό αθλητισμό και λέει ότι περίφημο ολυμπιακό ιδεώδες στους ολυμπιακούς του παρελθόντος ήταν κίβδηλο και ασφυκτιούσε κάτω από πολιτικές σκοπιμότητες και τη σκιά του ψυχρού πολέμου.

Οι βρωμιές του παρελθόντος όμως δε μπορεί να αθωώνουν τη σύγχρονη ολυμπιακή μπόχα. Οι απλοϊκές αναλογίες αποκρύπτουν την ουσία και την εξέλιξη των πραγμάτων. Αναβολικά είχαμε και στην αρχαιότητα, όπως κι εμπορεύματα άλλωστε. Η διαφορά είναι ότι στον καπιταλισμό έχουμε γενικευμένη, εμπορευματική παραγωγή, με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος κι όχι την απλή ανταλλαγή για την ικανοποίηση των αναγκών. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα γίνεται εμπόρευμα και η χρήση αναβολικών ουσιών γίνεται συστηματική, για να βελτιώσει τις επιδόσεις και να τις καταστήσει πιο ανταγωνιστικές. Citius, altius, fortius...

Η νοσταλγία του κόσμου δεν αφορά την χαμένη αθωότητα των «παλιών καλών καιρών» που εξιδανικεύονται με το πέρασμα του χρόνου στη μνήμη μας. Αλλά με τις πολιτικές προεκτάσεις και τις μεγάλες προσωπικότητες, που τείνουν προς εξαφάνιση. Κι αυτό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον «ψυχρό πόλεμο». Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν θα θυμηθούμε τα μετάλλια του όουενς στο βερολίνο, όπου ταπείνωσε τον χίτλερ και τις θεωρίες του για την άρια φυλή. Τις γαντοφορεμένες γροθιές των δύο σπρίντερ στην πόλη του μεξικού. Και το μετάλλιο που πέταξε στη θάλασσα ο μοχάμεντ άλι, αγανακτισμένος με το ρατσισμό στις ηνωμένες πολιτείες. Μπορεί να εκπλαγεί ο κάρπετ, αλλά καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν αφορά σοβιετικό αθλητή, ή κάποιον άλλον από την ανατολική ευρώπη. Και οι τρεις αναφέρονται σε αμερικάνους αθλητές.

Σήμερα βέβαια που οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει δραματικά κι οι χορηγοί ελέγχουν πλήρως το παιχνίδι, ο κάρπετ μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Οι τρισκατάρατες πολιτικές προεκτάσεις δεν πρόκειται να φτάσουν στην επιφάνεια. Κι αν κάποιος αθλητής παρεκτραπεί κι αποτολμήσει κάτι τέτοιο, υπάρχει πάντα και το live delay (ζωντανή μετάδοση με χρονοκαθυστέρηση) για να το κόψει εγκαίρως στο μοντάζ. Σήμερα υπάρχει χώρος μόνο για κακομαθημένους πρωταθλητές, που εκνευρίζουν τους ουδέτερους με τους ανόητους πανηγυρισμούς τους.

Όμορφοι αγώνες, ηθικοί, αγγελικά πλασμένοι..

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Το κομμούνι ο δήμαρχος θα μου πάρει το πηγάδι

Εν μέσω θερινής ραστώνης, η κε του μπλοκ έχει την τιμή να δημοσιεύσει τις αυγουστιάτικες σκέψεις ενός παραθεριστή, σε ένα πολύ ωραίο κείμενο του Σεχτάρ του Τρομερού. Όπως λέει κι ο ίδιος εξάλλου "καμιά φορά κι ο παραθεριστικός χαβαλές πυροδοτεί σκέψεις". Κι ας τον γέμιζε πάντα απαισιοδοξία η Τζια για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Ακόμα κι εκεί, τα πάντα ρει...

Εδώ, στο μικρό νησί (Τζιά), που παραθερίζω, πιάνουμε κουβέντα με ντόπιους, που συχνά με φωτίζει για μερικές πλευρές της πολιτικής πάλης μας και την υποκειμενική κατάσταση ενός λαού διαφορετικού από τον αθηναϊκό. Τα σχετικά πορίσματα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά αλλά τουλάχιστον επιβεβαιώνουν κάποιες διαπιστώσεις για τον τρόπο, που παλεύουμε και τα αποτελέσματά του.

Μια σύντομη ματιά στο κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο
Το νησί βρίσκεται στη φάση της μετάβασης από την ατομική αγροτική μικτή καπιταλιστική οικονομία (=μικρός-οικογενειακός κλήρος, σημαντική οικογενειακή αυτάρκεια-οικοτεχνία, καθυστερημένα μέσα παραγωγής, γραφικά γαϊδουράκια κλπ, εμπόριο μικρών περισσευμάτων κυρίως κτηνοτροφικών), στην παρασιτική καπιταλιστική οικονομία των εισοδηματιών, πρώην αγροτών, που πλουτίζουν από την εκποίηση κυρίως άγονων, ορεινών η μη, παραθαλάσσιων εδαφών σε εργολάβους-σπιτεμπόρους και πλούσιους ιδιώτες για δημιουργία προς το παρόν ακριβών παραθεριστικών κατοικιών. Στα χωράφια εργάζονται λίγοι πια ντόπιοι μαζί με αλβανούς, ενώ ο επισιτισμός τους εντατικούς θερινούς μήνες αναλαμβάνεται από 2-3 σουπερμάρκετ. Το νησί έχει επάρκεια και εξάγει κτηνοτροφικά προϊόντα ακόμη. Μαζικός τουρισμός δεν υπάρχει – λίγα (2-3) ξενοδοχεία, κάπως περισσότερα (σε κλίνες) ενοικιαζόμενα δωμάτια η στούντιο, κύρια με τον χρόνο. Η καλοκαιρινή κίνηση οφείλεται κύρια στους ιδιοκτήτες-ενοικιαστές παραθεριστές και στην επιστροφή των ντόπιων ξενητεμένων/αθηναίων.
Λόγω του οικοδομικού οργασμού των προηγουμένων ετών υπήρχε σημαντική πρόσθετη οικονομική κίνηση, που τώρα έχει κάτσει τελείως. Οι περισσότεροι αλβανοί της οικοδομής έφυγαν, αφήνοντας ξενοίκιαστα και τα παληά φτωχικά ενοικιαζόμενα δωμάτια, που είχαν βρεί σε αυτούς ουρανοκατέβατους ενοικιαστές καθώς είχαν απαξιωθεί και δεν μπορούσαν πια να νοικιάζονται σε παραθεριστές. Τώρα μένουν άδεια. Κάποιες απόπειρες ανακαινίσεων έμειναν στη μέση λόγω κρίσης.
Η κρίση έφερε και την μείωση των επισκέψεων ιδιωτικών και ενοικιαζόμενων σκαφών, που άφηναν κάποιο χρήμα στα δύο λιμανάκια του. [ Και επίσης, προς μεγάλη χαρά του γράφοντος, συνέπεσε με την αύξηση του ενάλιου πληθυσμού των σκάρων. Που την αποδίδει ακριβώς στην λόγω κρίσης δραστική μείωση των σκαφάτων επιδρομέων ψαροντουφεκάδων – κακοχρονάχουνε, που δεν είχαν αφήσει τίποτε στον βυθό τα προηγούμενα χρόνια της καπιταλιστικής παραζάλης. ]
Πιστεύω πως η πιο σημαντική ανατροπή στην μικρή νησιώτικη κοινωνία, λόγω της ιδιόμορφης καπιταλιστικής μετάβασης, είναι η εμφάνιση των εισοδηματιών από την εκποίηση της γής, που έπιασαν πολλά λεφτά χωρίς κόπο και εκτόπισαν από την ηγετική τους κοινωνική θέση τους «πλούσιους» (λέμε τώρα…) νοικοκυραίους με τα εύφορα λειβαδίσια η κοντά σε πηγές χωράφια, που όμως δεν προσφέρονται για παραθεριστική αξιοποίηση. Βρέθηκαν με λεφτά ξαφνικά, μέσα σε δέκα-είκοσι χρόνια, φτωχοί γεωργοκτηνοτρόφοι, που φυτοζωούσαν.

Ο υποκειμενικός παράγοντας…
Οι κάτοικοι έχουν μια παράδοση εργατικότητας καθώς το νησί είναι γεμάτο πεζούλες, που προδίδουν σκληρή δουλειά, και διατηρείται ακόμη και σήμερα στους παληότερους, μαζί με έναν πολύ συντηρητικό χαρακτήρα. [ Πολύ χαρακτηριστικό: Μερικοί συνεχίζουν να σκάβουν και να αρμέγουν γιδοπρόβατα, ενώ έχουν στην τράπεζα εκατοντάδες χιλιάδες €, και κατέχουν ακόμη γεωτεμάχια, που, προ κρίσης, αποτιμούνταν σε εκατομμύρια! ] Είναι, βεβαίως, ισχυρά ατομιστές (… «κάθε βακέρος και την χασιέντα του»), και, ασφαλώς, πολύ θρήσκοι. Αρα είναι και πολιτικά συντηρητικοί. Μην περιμένετε λοιπόν κουκουέ εδώ, μόνο ν.δ. και τα συναφή, περιλαμβανομένου και του μπατσόκ.

…και οι απόψεις του…
Μετά από αυτή την επιτροχάδην κοινωνική επιθεώρηση ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές τοποθετήσεις τους από τις κουβέντες, που λέγαμε.
Όταν συζητάγαμε για τα «μέτρα», πέρυσι, μειώσεις μισθών-συντάξεων κλπ,. ένας ντόπιος, μου αντέτεινε, πολύ χαιρέκακα, ότι «καλά να τους κάνουνε των Αθηναίων, αυτοί παίρνουνε μισθούς, που εμείς ούτε να τους ονειρευτούμε, άσε και αυτό το ΕΦΑΠΑΞ στο τέλος». Τότε θεωρούσαν ότι το μνημόνιο αφορά μόνο τους «Αθηναίους». Προφανώς αυτά τους λέγανε οι τοπικοί πολιτευτάδες και οι παπάδες (έχω ακούσει συχνά από άμβωνος πολιτική προπαγάνδα), για να τους καθησυχάσουν, ότι τα «μέτρα» δε θάρθουν στο νησί, αλλά αφορούν τους προνομιούχους πρωτευουσιάνους.
Φέτος όμως, που ήρθαν και εδώ τα μέτρα, κύρια μέσω ΔΕΗ, και μερικοί άρχισαν να ανακαλύπτουν πως και η τοπική οικονομική κρίση οφείλεται στα μέτρα (και όχι πως είναι συναρτημένη, όπως και τα «μέτρα», με την γενικότερη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού – μη ζητάτε και πολλά…), ….άρχισαν να …θυμώνουν με νδ-μπατσόκ! Αλλά και πάλι, μη νομίζετε πως άρχισαν να ψάχνονται για τίποτε αριστερές και τέτοια.
Ολα αυτά (και όχι μόνον, όπως θα δούμε παρακάτω) χαρακτηρίζονται συλλήβδην και αδιακρίτως «κουμμούνια».
Οι τοπικοί πολιτικοί καθοδηγητές τους βρήκαν την λύση για τις τελευταίες εκλογές: Αποχή.
Δεν γνωρίζω αν το έκαναν η αν εκτονώθηκαν σε τίποτε Ανέλ η ΧΑ, η αν κάποιοι πιο τολμηροί τους καθησύχασαν πως υπάρχει κι ο Σιχτύριζα, που ανήκει στα καλά κουμμούνια.
Θα μάθω τι έκαναν, και κυρίως γιατί, αλλά σιγά-σιγά, μην τους κάνω και τον ανακριτή – είναι και κλειστοί με μένα ξέροντας τι είμαι.
Αλλά το πιο κουφό, μας το είπε, ένας εργάτης σε συνεργείο υπεργολάβου της ΔΕΗ, που έχει μείνει με μειωμένη δουλειά στα 56 του, δεν έχει πλήρη ένσημα, και ελπίζει στην αξιοποίηση κάποιων πατρικών χτημάτων, ενώ συμπληρώνει το εισόδημά του νοικιάζοντας για συνολικά ~ 4000 € το χρόνο δύο παραθεριστικά μέτριας ποιότητας. [ Οσο τον θυμάμαι, περιμένει με βεβαιότητα την διάνοιξη του νέου δρόμου, που θα περάσει μέσα από, και θα αναβαθμίσει, τα κακοτράχαλα 4-5 στρέμματα πρώην βοσκοτόπια του. Ετσι του έχουν τάξει οι κομματάρχες, με αυτή την ελπίδα τον κρατάνε τα τελευταία ~ 30 χρόνια! ] Εχει και ένα στρεμματάκι στο λειβάδι, όπου ο υδροφόρος ορίζοντας εξασφάλιζε δωρεάν νερό, χρήσιμο και στις κατοικίες. Όμως το νησί έχει πια περίπου 500 (!) πισίνες και οι υδροφόρες πάνε κι έρχονται απειλώντας το υπόγειο νερό του μικρού οικοσυστήματος.
Τα σαΐνια μυρίστηκαν τη δουλειά και ο δήμαρχος ανακοίνωσε την πρόθεσή του να θέσει υπό έλεγχο την χρήση του υπόγειου νερού στο λειβάδι. Μόλις τώμαθε αυτό ο εργάτης άρχισε να βρίζει τον Δήμαρχο, «το κουμμούνι, που θέλει να μου βάλει μετρητή στο πηγάδι του πατέρα μου»! Προφανώς αυτά λένε αναμεταξύ τους. Βέβαια, το «κουμμούνι» ο Δήμαρχος κάθε άλλο παρά κουμμούνι, δεξιός του κερατά είναι ο άνθρωπος, αλλά ιδέστε πόσο αριστοτεχνικά συκοφαντείται ο κομμουνισμός στη χειραγωγούμενη συνείδηση των απλοϊκών ανθρώπων. Χρεώνουν στον κομμουνισμό κάθε αντιπαθητικό μέτρο αστικού εκσυγχρονισμού, που τελική κατάληξη θα έχει την πλήρη υπαγωγή στον έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου: Θα ιδρυθεί πρώτα κάποια προβληματική δημοτική υπηρεσία διαχείρισης του υδροφόρου ορίζοντα και διανομής νερού, που κάποια στιγμή θα «απελευθερωθεί» και θα περιέλθει στον απόλυτο έλεγχο κάποιας υπερεταιρείας, που θα ελέγχει όλα τα νερά της χώρας μας, στα πλαίσια της παγκόσμιας μάχης για τον έλεγχο του νερού….

… με κάποιους συνειρμούς.
Ο φίλος μου και οπαδός του κόμματος, που του έκανε τη σχετική συζήτηση, προσπάθησε να τον πείσει για την αναγκαιότητα του ελέγχου του υδροφόρου ορίζοντα. Στην ουσία δηλαδή υποστηρίζοντας τον αστικό εκσυγχρονισμό στο γράμμα του, και υποτιμώντας την ουσία του, δηλαδή, το ευρύτερο πλαίσιο σχέσεων, όπου εντάσσεται, ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετεί και τις συνέπειες που θα έχει για τον μικρό ανθρωπάκο, που βλέπει να του στερούν το πηγάδι του πατέρα του, διαισθανόμενος ίσως καλύτερα από τον κουλτουριάρη αθηναίο, τι μπορεί να σημαίνει η αποξένωσή του από το νερό….. Αντί να του εξηγήσει πως αυτό είναι βήμα για την εμπορευματοποίηση του νερού, που καμιά σχέση δεν έχει με κομμουνισμό.
Πόσες φορές έχουμε κάνει αυτό το λάθος… Ο Καπιταλισμός οικοδομούνταν και το πολιτικό κόστος πλήρωνε ο …Κομμουνισμός! Θυμηθείτε τον Γιωργάκη («η δημόσια παιδεία είναι κατάλοιπο του ….εμφυλίου και του ΔΣΕ»!. Η το κουφό « η Ελλάδα είναι η τελευταία σοβιετική χώρα στην Ευρώπη», εξ αιτίας του κρατικομονοπωλιακού τομέα της οικονομίας της! Πως τα πολεμήσαμε αυτά;
Μήπως εδώ δεν εντάσσεται, π.χ., και η διαχρονική γραμμή του κόμματος, (όπως και της ρεφορμιστικής αριστεράς, αλλά και του εξωκοινοβούλιου με κάποιες ήσσονες παραλλαγές) για την τριμερή χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος; [ Το ασφαλιστικό έρχεται ξανά και ξανά και θα είναι συνεχώς στην επικαιρότητα γιατί απλά η επίλυσή του υπερβαίνει τις δυνατότητες του Καπιταλισμού – ανήκει στα θεμελιακά προβλήματα της εποχής μας, που απαιτούν «Δευτέρα Παρουσία» εδώ και τώρα. Αλλά επ’ αυτού αναλυτικότερα μιαν άλλη φορά.] Εδώ δεν εντάσσεται και η διαχειριστική-συμβιβαστική πολιτική των εγκεφαλικών «ενδιάμεσων σταδίων» και των «μεταβατικών προγραμμάτων», δηλαδή να κοσκινάμε πέντε μέρες επειδή δε θέλουμε να ζυμώσουμε, αφού το ζύμωμα ανήκει στην «Δευτέρα Παρουσία»;
Το σοκ/ανώμαλη προσγείωση των εκλογών της 17/6 καλό θα είναι να μας παρακινήσει όλους σε ένα καλό ιδεολογικό ξεσκόνισμα και μιαν επιθεώρηση του θεωρητικού/προπαγανδιστικού οπλοστασίου μας.
Το στράτευμα χρειάζεται καλύτερα, σύγχρονα, όπλα και εντατικότερη εκπαίδευση στη χρήση τους. Χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση και προβολή στα ώριμα προβλήματα, που είναι terminal, που δεν μπορούν πια να παρακαμφθούν και δεν υπάρχουν γι αυτά ενδιάμεσες η μεταβατικές λύσεις. Ευτυχώς το ΚΚΕ έχει ξεκινήσει από καιρό αυτές τις αναζητήσεις αν και (θεωρώ πως) είναι ακόμη μακρυά από το πλήρες ξεκαθάρισμα, και εκεί αποδίδω την ψυχρολουσία του -4%. Τα εσωτερικά του προβλήματα, («νέα σπορά», «εργατικός αγώνας» κλπ. ) δείχνουν πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα και τι σκληρός αγώνας χρειάζεται.
Και δυστυχώς, μόνο στο ΚΚΕ φαίνεται να εμφιλοχωρούν τέτοιοι προβληματισμοί. Για την υπόλοιπη αριστερά το βασικό πρόβλημα φαίνεται να είναι η ενότητα στον αποπροσανατολισμό και το αντιϊμπεριαλιστικό-δημοκρατικό μέτωπο για τον «εκδημοκρατισμό» της Συρίας και του Ιραν, αφού τακτοποιήσαμε επιτυχώς τις Τυνησία-Αίγυπτο-Λιβύη.


Τζιά, 17.8.2012
Σεχτάρ ο Τρομερός