Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Στο ίδιο έργο θεατές

 Πρόσφατα η κε του μπλοκ διάβασε μια παλιότερη έκδοση της σύγχρονης εποχής με τίτλο «πώς γίνεται κανείς πρόεδρος των ηπα», γραμμένη από τον λουδουγερμανό (ή ανατολικογερμανό επί το πιο δόκιμο, αλλά όχι και πιο σωστό, γιατί δεν είναι φύρομ η λδγ να χρειάζεται γεωγραφικό προσδιορισμό) κοινωνιολόγο χορστ πάττκε, που μπορεί να τη βρει κανείς στο ράφι με τις προσφορές του εκδοτικού και να την προμηθευτεί με αντίτιμο δύο ευρώ.

Η μελέτη είναι αρκετά αξιόλογη, περιέχει πολλά αποκαλυπτικά στοιχεία –που μπορεί να μας απασχολήσουν σε κάποια μελλοντική ανάρτηση- ενώ στο τέλος, μπορεί να βρει κανείς έναν χρονολογικό πίνακα με τα έργα και τις ημέρες των ιμπεριαλιστών κι έναν αναλυτικό κατάλογο με τις στρατιωτικές επεμβάσεις τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη, τον οποίο κι αντιγράφω παρακάτω.

1945-56: Φιλιππίνες
1946-49: Ελλάδα
1946-49: Κίνα
1947: Παραγουάη
1948: Κοσταρίκα
1949-61: Βιρμανία
1950: Πόρτο Ρίκο
1950-53: Κορέα
1954: Γουατεμάλα
1954-74: Βιετνάμ
1955: Κοσταρίκα
1958: Λίβανος
1959-62: Λάος
1961: Κούβα
1962: Γουτατεμάλα
1964: Παναμάς
1964: Κολομβία
1964-70: Λάος
1965-66: Δομινικανή Δημοκρατία
1966: Ταϊλάνδη
1969: Αϊτή
1969-70: Καμπότζη
1970: Τρίνινταντ και Τομπάγκο
1971-73: Λάος
1973: Χιλή
1975: Αγκόλα
1978: Ζαΐρ
1979: Κοσταρίκα
1980: Ιράν
1982: Αίγυπτος
1982-83: Λίβανος
Κι αυτές είναι απλώς οι πιο σημαντικές από τις περιπτώσεις επέμβασης των ηνωμένων πολιτειών.

Η λίστα σταματά το 83’ –μια χρονιά πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο και λίγα χρόνια πριν τη διάλυση του σοσιαλιστικού μπλοκ. Ίσως κάποιος αναγνώστης υποθέσει ότι μετά τη νίκη επί του αντίπαλου δέους και την εξαφάνιση του τελευταίου, οι επιθετικές πρωτοβουλίες των χωρών της δύσης δε θα είχαν λόγο ύπαρξης και θα σημείωναν ύφεση. Στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, καθώς ο συσχετισμός δύναμης ήταν συντριπτικά με το μέρος τους κι είχαν το ελεύθερο να αλωνίζουν και να επιβάλλουν παντού τους όρους τους.

Μόνο μετά το 90’ η λίστα περιλαμβάνει: δύο πολέμους στο ιράκ και τον περσικό κόλπο –εκ των οποίων ο πρώτος με τη συναίνεση του ξεφτίλα του γκορμπατσόφ- έναν στο αφγανιστάν, τον εμφύλιο για το διαμελισμό της γιουγκοσλαβίας και τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη σερβία, τη συνεχιζόμενη σφαγή στην παλαιστίνη, τις πολύχρωμες επαναστάσεις στην ανατολική ευρώπη και την αραβική άνοικη –με αποκορύφωμα την επέμβαση στη λιβύη. Κι αυτός ο κατάλογος δεν είναι καν εξαντλητικός.

Τώρα λοιπόν, βλέποντας τα τύμπανα του πολέμου να ετοιμάζονται να χτυπήσουν στη συρία, ξέρουμε πως το ‘χουμε ξαναδεί το έργο και μας το προβάλλουν σε επανάληψη. Μπορεί να αλλάζουν κάπως οι πρωταγωνιστές και τα σκηνικά, καθώς η διεθνής αστική τάξη γίνεται πιο έμπειρη κι επιχειρεί να προβάλει τις εξελίξεις ως επαναστατικές αλλαγές και καρπό της λαϊκής βούλησης, αλλά η βασική υπόθεση παραμένει η ίδια και το γενικό μοτίβο με την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τα χημικά όπλα απ’ τη μια και τους φλογερούς υπερασπιστές της δημοκρατίας από την άλλη, μονότονα σταθερό κι αφόρητα κλισέ.

Όλα τα παραπάνω έχουν συγκεκριμένο όνομα κι αυτό είναι ο ιμπεριαλισμός (ανόητε), όσο και αν φαίνεται ξύλινο στους δημοσιολόγους, τους διανοητές και τα παπαγαλάκια της νέας τάξης. Αν και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πιο κούφια και ξύλινη έννοια στο σύγχρονο δημόσιο λόγο από αυτή της (καθαρής και αταξικής) δημοκρατίας. Που δεινοπαθεί ποικιλότροπα στα επίσημα χείλη των πολιτικών γερακιών που προωθούν ανοιχτά τον πόλεμο, όσο και σε αυτών που καμώνονται τις αθώες περιστερές και τους υπερασπιστές της ειρήνης.

Η βασική ιδιαιτερότητα αυτού του πολέμου είναι ότι ξεσπά σε συνθήκες βαθιάς διεθνούς κρίσης, που φέρνουν τις εμπόλεμες συγκρούσεις, όπως το σύννεφο με τη βροχή, ενώ οι λαοί περιμένουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις των μονοπωλίων που θα βομβαρδίσουν τη συρία για τα συμφέροντά τους. Αλλά ο πόλεμος κι η ειρήνη τους μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό και ματοκυλούν εξίσου τους λαούς, τις ζωές και τα δικαιώματά τους. Η σφαγή στην αγορά εργασίας είναι μόνο η ειρηνική μορφή της σφαγής των λαών στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της «ειρηνικής» πολιτικής τους με άλλα μέσα, όπως η ανάπτυξή τους είναι συνέχεια της κρίσης τους κι ο προθάλαμος της επόμενης.

Οι λύκοι στην αναμπουμπούλα χαίρονται. Και η ελληνική αστική τάξη ως λυκόπουλο προσπαθεί να πάρει το κομμάτι της λείας που της αναλογεί με τον πολιτικό της εκπρόσωπο να προχωρά με σπάνια ευθυκρισία στην κρίση πως θα ‘ταν εγκληματικό να απουσιάζει η ελλάδα από τις εξελίξεις, δείχνοντας έτσι πολύ γλαφυρά τι θεωρεί έγκλημα η τάξη του: όχι τους βομβαρδισμούς, τους μαζικούς θανάτους, ούτε φυσικά τα χημικά όπλα, αλλά μια πιθανή χαμένη ευκαιρία για μπίζνες. Κρίμα που λείπει μόνο ο γιωργάκης να πει με κυνισμό πως ο στόχος είναι να μείνει ζωντανό ένα τουλάχιστον μέλος από κάθε συριακή οικογένεια.

Από κοντά κι η νεόκοπη σοσιαλδημοκρατία στο κυνήγι του καλού ιμπεριαλιστή και οι δημοκράτες με τις θεσμικές ευαισθησίες, που θέλουν πρώτα να παρθεί απόφαση από τον οηε για να βαφτίσουν τις βόμβες κλάδο ελιάς και να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους.

Και οι κομμουνιστές; Αυτοί ως συνήθως θα τραβήξουν κουπί, σηκώνοντας όλο το βάρος του αγώνα ενάντια στον πόλεμο, σε πείσμα των περισπούδαστων αναλύσεων που ήθελαν το κκε να εγκαταλείπει την αντι-ιμπεριαλιστική πάλη και να υποστέλλει ή να υποβαθμίζει τη σημαία της εναντίωσης στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, παραπέμποντάς την στη δευτέρα παρουσία. Οι αφ' υψηλού εκτιμήσεις πως ο κόσμος δε συγκινείται από το αντι-ιμπεριαλιστικό μέτωπο κι από τέτοια ζητήματα, όταν έχουν πάρει φωτιά τα μπατζάκια του, και όχι απλά η γειτονιά του, ξεχνά πως και στις δυο περιπτώσεις είναι ίδιος ο εμπρηστής και ότι η απάντηση πρέπει να δοθεί από κοινού.

Για αυτό αν θέλουμε να μην είμαστε στο ίδιο έργο θεατές, η βασική προϋπόθεση είναι να μην περιοριστούμε στο ρόλο του παθητικού θεατή, αλλά να οργανώσουμε τον αγώνα για να ανατρέψουμε το σκηνικό.

Υστερόγραφο
Η τελευταία παράμετρος που πρέπει να συνυπολογίσουμε είναι η ύπαρξη δύο κκ στη συρία, που κατ’ ουσίαν συμμετέχουν ή στηρίζουν κριτικά τον κυβερνητικό συνασπισμό του άσαντ. Αντί επιλόγου λοιπόν, παραθέτω ένα απόσπασμα από το τελευταίο τεύχος της κομεπ (στα κοντά πρέπει να βγαίνει και το καινούριο) και από την εκδήλωση στο παμακ με την μπέλλου –στο δεύτερο κομμάτι με τη συζήτηση με το κοινό.

Ερώτηση: Στη συρία υπάρχουν δύο κομμουνιστικά κόμματα. Προβάλλουν αυτή την αναγκαιότητα, η εργατική τάξη να εμφανιστεί αυτόνομα στη διαμάχη αυτή, να βάλει το ζήτημα της ανατροπής της αστικής εξουσίας και της σύγκρουσης με όλους τους ιμπεριαλιστές ή να στοιχίζεται πίσω από την αστική τάξη; Και το κκε γιατί δεν τοποθετείται συγκεκριμένα;

Λέμε για τη συρία. Και με τα δύο κκ της συρίας έχουμε σχέσεις. Ποια είναι η ουσία: τα κκ εκεί στηρίζουν την αστική κυβέρνηση. Ναι έτσι είναι, όπως το είπες. Εμείς δεν το έχουμε καταγγείλει. Δεν είναι απλό ζήτημα και ούτε μπορεί να λυθεί εντός της αίθουσας. Αλλά μη νομίζετε ότι δεν έχουμε ανοίξει τέτοια ζητήματα απέναντι και σε αυτά τα κομμουνιστικά κόμματα και σε άλλα κκ. Και δε λέω ότι τα έχουμε ανοίξει κρυφά. Βγάζουμε έντυπα τις ομιλίες και τις δικές μας και άλλων σε συναντήσεις που γίνονται, είτε διεθνείς όπου συζητήσαμε ζητήματα τέτοια είτε και περιφερειακές. Δεν είναι απλό να φτάσουμε σε κάτι τέτοιο. Θα μου πεις γιατί δεν είναι απλό αφού το λέει έτσι ξεκάθαρα ο λένιν; γιατί διαμορφώθηκαν ορισμένα πράγματα σε συνθήκες που ήταν διαφορετικός ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων. Ποιος ήταν ο διεθνής συσχετισμός; Υπήρχαν η εσσδ και άλλα σοσιαλιστικά κράτη που στήριζαν κυβερνήσεις οι οποίες προέκυψαν μετά από την κατάργηση της αποικιοκρατίας –δεν είχαν ενταχτεί σε συμμαχίες με καπιταλιστικά κράτη. Δηλ εθνότητες-λαότητες συγκροτημένες, οι οποίες βρίσκονταν προσαρτημένες από τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη, τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και μεταξύ αυτών περιελάμβανε και την περσία, την κίνα, την ουκρανία, την πολωνία, κλπ, μετά την άρση της προσάρτησής τους δεν πάταγαν καθαρά στο καπιταλιστικό έδαφος, στηρίχθηκαν από το εγχώριο και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Και τότε έλεγε ο λένιν ότι μπορεί να υπάρχει και να είναι δίκαιη μια εθνική εξέγερση και αναφερόταν σε αυτές τις λαότητες. Όταν μίλαγε για δίκαιους πολέμους, τρεις χαρακτήριζε ως τέτοιους: α) τον αμυντικό πόλεμο του σοσιαλιστικού κράτους, β) την προλεταριακή εργατική επαναστατική εξέγερση, γ) την εθνική εξέγερση, αλλά μίλαγε με καθαρότητα για συνένωση αυτών των δύο, της εθνικής εξέγερσης με την εργατική εξέγερση και μάλιστα έκανε και κριτική στους μενσεβίκους που διαχώριζαν αυτά τα δύο και μιλούσαν για τη θεωρία των σταδίων.

Αυτή την άποψη του λένιν για την εθνική εξέγερση η οποία στην πορεία θα συνενωθεί με την εργατική εξέγερση και μάλιστα στις συνθήκες που υπήρχαν σοσιαλιστικά κράτη, που υποστήριζαν την εθνική εξέγερση, ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, δηλ στις επεμβάσεις των καπιταλιστικών κρατών, των αμερικανών, των εγγλέζων κ.ά –αυτό κατά κάποιο τρόπο αυτονομήθηκε και διαμορφώθηκε ότι τα κκ μπορούν αρχικά να υποστηρίξουν τις εθνικές εξεγέρσεις.

Αυτό οδήγησε σε αυτό που περιέγραψες, κομμουνιστικά κόμματα να μη θέτουν καθαρά το ζήτημα του διαχωρισμού.

Στην ίδια ερώτηση η μπέλλου αναφέρεται κριτικά και στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστκού κινήματος κατά το β' παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ιστορία μου, αμαρτία μου

Το κείμενο αυτό γράφεται με αφορμή τη σημερινή επέτειο της ιστορικής ήττας του δημοκρατικού στρατού. Κι εδώ ο επιθετικός προσδιορισμός «ιστορική» έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός υπονοεί μια ήττα ιστορικής σημασίας, που βάρυνε για πολλά χρόνια τους συσχετισμούς, τις εξελίξεις και την ανάπτυξη του κινήματος. Αφετέρου όμως επήλθε με τέτοιο τρόπο, μετά από έναν ηρωικό αγώνα και τις χρυσές σελίδες μιας ένδοξης δεκαετίας, που μας άφησε βαριά κληρονομιά και μας έδωσε –για εξίσου μεγάλο χρονικό διάστημα- ένα μεγάλο ηθικό πλεονέκτημα που απέρρεε από αυτό ακριβώς το ιστορικό κεφάλαιο.

Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο, θα δεις το χνάρι του κουκουέ στην ιστορία και τους αγώνες του λαού του, ξέχειλο από αναμνήσεις κι ηρωικές μορφές. Κι αν μελετήσεις τη διαδρομή του θα νιώσεις τη ιστορία πυκνή, να διατρέχει την ατμόσφαιρα γύρω σου, σα να μπορείς να τη δεις και να την πιάσεις.

Το κόμμα αυτό έρχεται από πολύ μακριά και πηγαίνει εκεί που δεν έχει φτάσει κανείς μέχρι τώρα. Στην υπέρβαση της ταξικής προϊστορίας του ανθρώπου και την απαρχή της πραγματικής ιστορίας του είδους μας. Κι ίσως κάποτε, όταν έχει επιτελέσει τον ιστορικό του ρόλο και θα το μνημονεύουμε μεταξύ μας, να λέμε απλώς «το ιστορικό» (νέτα-σκέτα) και να συνεννοούμαστε –όπως στη γλώσσα των φιλάθλων ο όρος «ιστορικός» αναφέρεται στον πανιώνιο.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που το τμήμα ιστορίας είναι το καλύτερα οργανωμένο τμήμα της κετουκε ή τουλάχιστον το πιο ενεργό και παραγωγικό –αν και όλοι ξέρουμε κατά βάθος πως αυτό συμβαίνει γιατί ο μηχανισμός έχει γεμίσει με υπεράριθμα έμμισθα επαγγελματικά στελέχη, που κατέστρεψαν οικονομικά (και όχι μόνο) το κόμμα και μπούρου-μπούρου, και ιστορίες για αγρίους.

Το κόμμα είχε τη δική του ιστορία, κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά και στους τόμους του δοκιμίου. Ήταν τρεις λέξεις μοναχά, αγώνας και θυσία. Αλλά ας μην προεκτείνουμε τους συνειρμούς καλύτερα και στους επόμενους στίχους {εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά}, για να μη γίνουν προβοκατόρικοι.

Αυτό λοιπόν το κεφάλαιο το ‘χουν βάλει στο μάτι οι εχθροί του κόμματος –φορώντας ενίοτε και τη μάσκα του φίλου, για να γίνουν οι μασκοφόροι εκδικητές του- και το επιβουλεύονται με χίλιους δύο τρόπους. Γίνονται τιμητές της ιστορίας του κι ισχυρίζονται ταυτόχρονα τα πιο αντιφατικά πράγματα –κι όποιο πιάσει. Πως το κόμμα επιστρέφει ολοταχώς στο παρελθόν του στάλιν και του ζαχαριάδη, αλλά δεν τους αποκαθιστά ειλικρινά κι αποκλίνει από τις θέσεις τους. Ότι δανείζεται το σεχταρισμό τους, αλλά δεν ακολουθεί την τακτική συμμαχιών τους. Ότι προδίδει και ρίχνει στα τάρταρα το εαμ, αλλά μένει εγκλωβισμένο στα αδιέξοδα των λαϊκών μετώπων και τα ρηχά νερά του πατριωτισμού. Κι ότι ρέπει παλιμπαιδίζοντας προς την αρρώστια του αριστερισμού, δέσμιο μια δεξιάς στην ουσία της, κοινοβουλευτικής γραμμής που αναβάλλει την επανάσταση για τη δευτέρα παρουσία. Απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Δεν τους πιάνεις πουθενά.

Οι μεν λένε πως το κουκουέ είναι ένα κόμμα με πλούσια ιστορία, αλλά έχει μείνει σε αυτήν, κολλημένο στον περασμένο αιώνα, και πρέπει να περάσει μαζί του στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όπως έλεγε και μια ψυχή, εκφράζοντας βασικά τους μύχιους πόθους τους. Ξεχνάν όμως πως όποιος δεν έχει ιστορία, δεν έχει και μέλλον. Κι είναι ακριβώς από τη σκοπιά του μέλλοντός μας που ο κομμουνισμός εκφράζει την προοπτική και την ελπίδα της ανθρωπότητας να ξεκινήσει η πραγματική της ιστορία. Και τα κομμουνιστικά κλείνουν μέσα τους, στο μέτρο του δυνατού, κάποια στοιχεία απ’ την κοινωνία του μέλλοντος.

Οι δε θυμούνται το ρεφραίν της ρίτας σακελλαρίου (που πήγαινε στα μπουζούκια να την ακούσει μια ψυχή) «ιστορία μου, αμαρτία μου», θεωρώντας όλη την ιστορία του κόμματος μια πελώρια αμαρτία –με προπατορικό αμάρτημα τις «πλάνες του ίδιου του μαρξισμού» ή τη «λενινιστική ανάγνωσή του». Κι επιδίδονται στη στείρα λαθολογία, παρουσιάζοντας το κουκουέ ως ένα κόμμα συνεχών λαθών και προδοσιών. Κι αν δεν ήταν το κόμμα, όλα θα είχαν κυλήσει καλύτερα στο μύλος της αντίδρ… εε… δηλ της ιστορίας κι ίσως να ήμασταν συνεπείς ως λαός στο μεγάλο πράσινο –και εσχάτως λίγο ροζ- ραντεβού με την ιστορία, που μας έστησε στη γωνιά για εκτέλεση. Ή αλλιώς πόσο πασόκοι είσαστε...

Κάποιοι πάλι το παίζουν ιστορία και πέφτουν πάνω της σαν αρχαιοκάπηλοι, να οικειοποιηθούν μορφές και σύμβολα που άφησαν εποχή, λέγοντας πως οι νικητές ξαναγράφουν την ιστορία του κόμματος και τον πρώτο τόμο καταπώς τους βολεύει. Η ιστορία όμως γράφεται συλλογικά, από την κίνηση των μαζών, κι εν προκειμένω με μαζικές συλλογικές διαδικασίες και συνδιασκέψεις κι όχι από παρέες, ή από ειδικές, συντακτικές επιτροπές.

Ενώ άλλοι κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και, παραφράζοντας το γνωστό τσιτάτο των κλασικών που συμπυκνώνει τον ιστορικό υλισμό (και για τους φίλους ιστ-ματ), θεωρούν πως όλη η μέχρι τώρα κομματική ιστορία είναι ουσιαστικά η εξέλιξη της πάλης των τά(κ)σεων στο εσωτερικό του. Και μια αέναη διαδρομή του σισσύφου από το σεχταρισμό στο ρεφορμισμό και τούμπαλιν. Σπουδαίο πράμα η αυτογνωσία, ακόμα και (ότ)αν την προβάλλει κανείς σε άλλους χώρους και πρόσωπα, πλην του εαυτού του.

Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλήσουμε για τις διαλεκτικές έννοιες του λογικού και του ιστορικού στο μαρξ, και πώς τις συνδέει στον τίτλο της η «λογική της ιστορίας» του σοβιετικού βαζιούλιν. Ή να χαριτολογήσουμε για το θουκυδίδη, που ήταν ο πατέρας της ιστορίας γιατί… ερωτοτροπούσε με τη μητέρα της –κατά το γνωστό ‘ευφυολόγημα’ για το μαρξισμό και το φλωράκη, που είχε στενή σχέση με τη μαμά πατρίδα του πατερούλη. {Και προσέξτε πόσο αρμονικά (διαλεκτικά θα λέγαμε στη δική μας διάλεκτο) συνδυάζονται τα δύο γένη στη σοβιετική μητέρα πατρίδα, με τα πάτρια εδάφη, σε ένα τέλειο, ερμαφρόδιτο σύνολο, που είναι άρτιο και δεν του λείπει τίποτα: ούτε το ταξικό, ούτε το εθνικό). Μέχρι που αυτή τα γ… δηλ τα μούσκεψε και μουσκεύτηκε η πλάση, που ήταν κατά το ένα τρίτο της ξηρά και σοσιαλιστική, αλλά μαζί με την ξηρά μούσκεψαν και τα χλωρά. Και ζήσανε αυτοί καλά κι οι λαοί χειρότερα.

Γιατί οι δικές μας ιστορίες, μπορεί να είναι όμορφες αλλά συνήθως δεν έχουν αίσιο τέλος –τα χάπι εντ είναι εξάλλου αμερικανιές, χωρίς ανθρώπινη μυρωδιά- παρά μονάχα ένδοξο, και κατά βάση δεν τελειώνουν ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, όπως λέει κι ο τζατζάνης στο βιβλίο που έβγαλε το 91’, ήταν η πιο όμορφη ιστορία-περιπέτεια, μακριά από τα προβλέψιμα κλισέ των νερόβραστων παραμυθιών, κι ευχαριστούμε ευγνώμονες τους πρωταγωνιστές της που μας την χάρισαν –κι ας μη φτάσαμε τελικά στην ιθάκη, στην τελευταία σκηνή.

Κι αν τώρα ξέβρασε η πόρνη –σαν την μπάλα του όσιμ- η ιστορία αρχαία οράματα, και οι αστοί ιδεολόγοι βιάστηκαν να κηρύξουν το τέλος της, δεν είναι (μόνο) ότι επέσπευσαν το τριπλό σφύριγμα, για να σπεύσουν να κλειδώσουν τα επισφαλή τους οφέλη, αλλά γιατί γνωρίζουν πως η ιστορία είναι συνυφασμένη με τους κομμουνιστές και τον αγώνα τους –κι ουσιαστικά το δικό μας τέλος θέλησαν να διακηρύξουν τότε, ως μύχιο πόθο τους. Κι αντιστρόφως, η ήττα των κομμουνιστών, θα σήμαινε το προσωρινό σταμάτημα του ρολογιού της ιστορίας που όσο προχωρά μπροστά, πλησιάζει νομοτελώς στο ιστορικό τέλος της αστικής τάξης –εκτός κι αν προλάβει να μας θάψει όλους μαζί αυτή, ινα πληρωθή το δεύτερος σκέλος της ‘προφητείας’ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».

Αν θέλουμε λοιπόν η ιστορία να φανεί καλή μαζί μας, πρέπει να την πάρουμε στα χέρια μας και να τη γράψουμε εμείς με πράξεις. Και μπορεί η ιστορία να μη γράφεται με αντιδιαλεκτικές υποθέσεις και με τα «αν», όμως… αν ξυπνήσουμε μονομιάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.


¡Hasta la historia siempre!

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Τι μου προτείνεις να διαβάσω;

Σχεδόν κάθε σφος έχει βρεθεί μια φορά τουλάχιστον αντιμέτωπος με αυτό το ερώτημα, ακόμα κι αν το θέτει ο ίδιος στον εαυτό του, για να διαβάσει κάτι, ή για να πάρει δώρο σε ένα φίλο του, έναν άλλο σφο, ή κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο. Και δεν είναι πάντα εύκολο να απαντήσει κανείς, για μια σειρά λόγους.

Καταρχάς γιατί η εύκολη λύση ήταν το μπεστ σέλερ του μπογιό, με το υπονοούμενο του τίτλου για τον αποδέκτη του δώρου: είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε {πότε θα το καταλάβεις επιτέλους;}. Από την έκδοσή του όμως έχουν μεσολαβήσει αρκετά γεγονότα –με πιο σημαντικά την κινηματική άμπωτη και το παράλληλο άσχημο εκλογικό αποτέλεσμα- ενώ μετά τον πρόσφατο προσυνεδριακό, κάποιοι σύντροφοι έπαψαν να το προτείνουν στον κύκλο τους ως ανάγνωσμα.

Η βασικότερη δυσκολία βέβαια είναι να μπεις στο μυαλό του άλλου και να μαντέψεις τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του, το επίπεδο και τη φάση που βρίσκεται, για να μην του δώσεις κάτι πολύ βαρύ ή εντελώς παιδιάστικο και του φανεί (και στις δυο περιπτώσεις) βαρετό. Να προτείνεις κάτι που θα του κεντρίσει το ενδιαφέρον και δε θα καταλήξει στο ράφι, διακοσμητικό για τη βιβλιοθήκη του. (Μπορείς βέβαια να αναλάβεις να ασκήσεις εργατικό έλεγχο πάνω στο φίλο σου και να τον βάλεις να λογοδοτεί σε καθημερινή βάση, πόσες σελίδες διάβασε και πώς του φάνηκαν. Αλλά το πλέον πιθανό είναι να τον πρήξεις και να σιχτιρίσει μια ώρα αρχύτερα, εσένα και τον εργατικό έλεγχο εν γένει. Με άλλα λόγια είναι ο πιο σίγουρος τρόπος μια και καλή για να παρατήσει το βιβλίο).

Όλα αυτά ξεκινάν βασικά από το ότι δεν μπορούμε να πάρουμε την προσωπική μας εμπειρία και να τη γενικεύουμε, ούτε καν για τον ίδιο μας τον εαυτό πολλές φορές, γιατί κάθε συνάντηση με ένα βιβλίο είναι ένα μοναδικό ταξίδι που δεν καταλήγει πάντα στον ίδιο προορισμό και δεν αποκομίζουν όλοι τις ίδιες εντυπώσεις –ή τέλος πάντων έχουν κάτι διαφορετικό στο μυαλό τους για το τι (μπορεί να) είναι η ιθάκη. Και γιατί μπορεί επίσης να επισκεφτείς τα αγαπημένη μέρη της παιδικής σου ηλικίας και της πρώιμης διαμόρφωσής σου ως προσωπικότητα και να δεις πως είναι πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι τα θυμόσουν, αν όχι εντελώς αλλαγμένα –αν και αυτός που αλλάζει κατά βάση είσαι εσύ, όχι τα πρώτα σου βιβλία. Είναι λίγο δύσκολο εξάλλου να αλλάξουν θεαματικά από έκδοση σε έκδοση.

Σε αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν κρίνεται η αφαιρετική μας ικανότητα να ξεφεύγουμε από το δικό μας πρίσμα και τις εμπειρίες μας, για να μπούμε στη θέση του άλλου, έχοντας παράλληλα κατά νου να καταλήξει η αφαίρεση σε συγκεκριμένες προτάσεις και να μη μείνει στα σύννεφα, χάνοντας κάπου το δρόμο κατά την ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.

Η αφορμή για αυτή την ανάρτηση είναι ότι η κε του μπλοκ ξαναβρέθηκε αντιμέτωπη μετά από καιρό με το συγκεκριμένο (και αφηρημένο μαζί) ερώτημα που την έπιασε εξαπίνης. Σκέφτηκε λοιπόν να φτιάξει πρόχειρα ένα μικρό κατάλογο, για να τον εμπλουτίσουν και οι σφοι αναγνώστες με τις δικές τους προτάσεις. Η γενική κατηγορία είναι η ιστορία και θα την περιορίσουμε χωροχρονικά στην ελλάδα και το σύντομο εικοστό αιώνα. Με άλλα λόγια το θέμα μας είναι η ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού (ή κι ευρύτερα του λαϊκού) κινήματος.

Μια επιπλέον δυσκολία είναι να επιλέξουμε τον  κατάλληλο τύπο αναγνώσματος, καθώς περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός. Άλλοι λατρεύουν τις λεπτομερείς περιγραφές πχ από το πεδίο των μαχών σα να τις ζουν από πρώτο χέρι. Άλλοι αναζητούν ιστορικές μελέτες με περισσότερο πολιτικές αναλύσεις και ερμηνείες για τα γεγονότα και τις αιτίες τους. Ενώ κάποιοι τρίτοι προτιμούν τις λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο κλίμα της δοσμένης εποχής και των πρωταγωνιστών ή των ηρώων, που καθόρισαν τα γεγονότα της. Γι’ αυτό φρόντισα η προτεινόμενη λίστα να συμπεριλάβει προτάσεις για όλα τα γούστα και τις κατηγορίες.

Αν κάποιος θέλει να πιάσει την αρχή του κι-νήματος, απ’ τα τέλη κιόλας του 19ου αιώνα, ο καλύτερος οδηγός για να τη βρει είναι η μελέτη ενός από τους πρώτους γραμματείς του κόμματος, του γιάννη κορδάτου για την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος {που ήταν συνυφασμένο απ’ τα πρώτα του βήματα με την πορεία του κουκουέ, όπως δείχνει κι η σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση του κόμματος με τη γσεε} για να αφεθεί στη μαγεία του απολαυστικά «χυδαίου» υλισμού του συγγραφέα, που ήταν πολυγραφότατος και μας άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη –ως ένα βαθμό αξεπέραστη ακόμα και στις μέρες μας.

Μια εξίσου απολαυστική και χυδαία υλιστική σκοπιά στη νεοελληνική ιστορία έχει και ο ραφαηλίδης, στην κλασική (κωμικοτραγική) ιστορία του νεοελληνικού κράτους, που φτάνει ως τη μεταπολίτευση κι είναι ίσως το καλύτερο πρώτο ανάγνωσμα για κάθε αρχάριο. Αρκεί να μη μείνει σε αυτό μονάχα, καθώς η χοντροκομμένη οπτική του ραφαηλίδη για τα δάνεια, τα χρέη και τον ‘αγώνα για τη μάσα’ ή το διεθνή οικονομικό έλεγχο που επιβλήθηκε στην ελλάδα μετά την πτώχευση και τον πόλεμο με τους τούρκους, μπορεί να θυμίσει σε κάποια σημεία τον πάγκαλο για το μνημόνιο και το περίφημο ‘όλοι μαζί τα φάγαμε’.

Η πιο εμβληματική περίοδος στην ιστορία του κινήματος είναι βέβαια η ηρωική δεκαετία του 40’. Το ‘όχι’ του ελληνικού λαού (ενάντια και στη μεταξική ηγεσία, που σκόπευε να ρίξει απλώς μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων), το έπος της εθνικής αντίστασης και ο απαράμιλλος αγώνας του δημοκρατικού στρατού. Τα διαχωρίζουμε για μεθοδολογικούς λόγους –αν και συνδέονται άρρηκτα και συμπλέκονται πολλές φορές και στην εξιστόρηση των γεγονότων- για να εξετάσουμε το καθένα αυτόνομα.

Η καλύτερη ιστορία της αντίστασης που έχω υπ’ όψιν είναι η τετράτομη «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» του θανάση χατζή, γραμματέα του εαμ από το 1941 ως το 1944 (πήρε τη σκυτάλη από τον αποστόλου, για να την παραδώσει αργότερα στον παρτσαλίδη). Μεθοδική και ντοκουμενταρισμένη μελέτη, με νηφάλια τεκμηρίωση και συμπεράσματα, που μένει μακριά από φτηνούς εντυπωσιασμούς –κι αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό.
Πολύ αξιόλογη και με πάρα πολλά στοιχεία είναι η δίτομη «μεγάλη πενταεατία» του πέτρου ρούσου, καθώς και το βιβλίο για την ‘αδούλωτη αθήνα και το μεγάλο δεκέμβρη’ του βασίλη μπαρτζώτα, που ήταν ο τότε γραμματέας της κοα.

Υπάρχουν επίσης πολλά χρονικά της αντίστασης και του αγώνα του δσε κατά νομούς και περιοχές, όπως «ο ελας της αθήνας» του ορέστη μακρή (απλή συνωνυμία μάλλον με τον παλιό ηθοποιό), που έχει ζωντανή, καθηλωτική γραφή και διαβάζεται μονορούφι. Σε αυτό βασίστηκε ως ένα βαθμό και η μελέτη για τη δράση του ελας και της οπλα στην αθήνα με τίτλο «το τιμωρό χέρι του λαού», από τον ιάσονα χανδρινό, ένα μέλος της νέας γενιάς ιστορικών (δεν έχει κλείσει καν τα τριάντα!) που εάν δεν κάνω λάθος βρίσκεται πολιτικά κοντά στο κόμμα.

Από τις πολυάριθμες προσωπικές μαρτυρίες μαχητών του ελας κι αγωνιστών της εποχής, ξεχωρίζω για υποκειμενικούς λόγους τα δύο πρώτα βιβλία του φοίβου τσέκερη –του τελευταίου επιζώντα της μάχης του φοιτητικού λόχου μπάιρον στο πολυτεχνείο- για τη δράση των σπουδαστών στα χρόνια της κατοχής και για την προσωπική του περιπέτεια στο διάστημα που ακολούθησε το δεκέμβρη και την υπογραφή της βάρκιζας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα βιβλία δύο πετρουλαίων, του αντώνη πέτρουλα –που πέθανε πλήρης ημερών λίγο πριν από την έκδοση των γραπτών του- και της αδελφής του δήμητρας, που όταν ήταν μικρό κοριτσάκι είδε την οικογένειά της να εκτελείται μπροστά της με συνοπτικές διαδικασίες από «εθνικόφρονες» φασίστες της περιοχής της κι αποτυπώνει τα γεγονότα σε μια δυνατή, συγκλονιστική μαρτυρία (που είναι η μάνα σου μωρή). Για το πρώτο βιβλίο (η οδύσσεια ενός αμετανόητου κομμουνιστή) μπορείτε να ανατρέξετε σε κάποιες πρόσφατες αναρτήσεις του μπλοκ, όπου γίνεται σχετική αναφορά.
Εξίσου δυνατές και συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες που περιγράφουν τις διώξεις, τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και τις εξορίες που υπέστησαν οι λαϊκοί αγωνιστές. Μνημονεύω ειδικά το εικαστικά άρτιο λεύκωμα του γιώργου φαρσακίδη για τη μακρόνησο, που εκδόθηκε επί διακυβέρνησης του πρώτου παπανδρέου, για να υπενθυμίσει τι είναι η φρίκη του φασισμού και να αποδειχτεί μια προφητική προειδοποίηση λίγα χρόνια αργότερα.

Πολύ ενδιαφέροντα είναι και τα ‘απομνημονεύματα’ κάποιων ηγετικών στελεχών της εποχής εκείνης. Οι δυσεύρετες αναμνήσεις του γιάννη ιωαννίδη και οι συνομιλίες του –λίγο πριν το θάνατό του- με τον αλέκο παπαναγιώτου, που κυκλοφόρησαν από το θεμέλιο. Οι σημειώσεις του βοντίτσιου-γούσια –που αν δεν κάνω λάθος επιχείρησε στα στερνά να συνδεθεί με τον μ-λ χώρο- για την ήττα του κκε και της ελληνικής αριστεράς. Και οι τέσσερις τόμοι με τα «απομνημονεύματα» του βλαντά, που παρά τα λανθασμένα του συμπεράσματα και το μηδενισμό που τα διακρίνει (πχ όλα τα ηγετικά στελέχη ήταν ανίκανα κι ανεπαρκή, η ρίζα του κακού βρισκόταν στο μαρξισμό-λενινισμό και το συγκεντρωτισμό, κτλ) έχει απολαυστική γραφή και τον πιο διεισδυτικό πολιτικό λόγο.

Στο πεδίο της λογοτεχνίας, πέρα από τις κλασικές παιδικές επιλογές, όπως ο μεγάλος περίπατος του πέτρου (της άλκης ζέη) και ‘οι νικητές’ της ζωρζ σαρρή, αξίζει να διαβάσει κανείς το δρομάκο με την πιπεριά του δημήτρη ραβάνη ρεντή, που καταφέρνει να κλείσει στις σελίδες του αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες και καταστάσεις της εποχής, δοσμένες με πολύ ωραίο τρόπο.
Στην ίδια κατηγορία κι ο καπνισμένος ουρανός του κώστα κοτζιά, που διηγείται με μυθιστορηματικό τρόπο την θρυλική ιστορία του κάστρου του υμηττού και των υπερασπιστών του, αλλά και τις βαθιές αλλαγές που έβαλαν τη σφραγίδα τους στην ελληνική κοινωνία εκείνων των χρόνων –θυμίζοντας σε κάποια σημεία τη δική μας εποχή.
Πολλοί συνιστούν την τριλογία του τσίρκα ‘ακυβέρνητες πολιτείες’ που συνδέεται με το εαμικό κίνημα της μέσης ανατολής. Προσωπικά όμως προτιμώ από τον ίδιο συγγραφέα την χαμένη άνοιξη, η οποία αναφέρεται σε άλλο ιστορικό πλαίσιο (τη δεκαετία του 60’) και θα ήταν το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.

Στο πεδίο των βιογραφιών, η πιο γνωστή και διαφημισμένη είναι ασφαλώς το βιβλίο ‘άρης ο αρχηγός των ατάκτων’, μια αγιογραφία κατ’ ουσίαν του διονύση χαριτόπουλου, γραμμένη κατά τρόπο που να αποθεώνει το βελουχιώτη και να τον παρουσιάζει ως τον αποκλειστικό οργανωτή του αντάρτικου των βουνών, ενάντια στις επιφυλάξεις και την αρτηριοσκλήρωση της ηγεσίας, που καθίσταται αυτομάτως αντιπαθής στα μάτια του ανυποψίαστου αναγνώστη. Την πρώτη φορά έβγαλα επτακόσιες σελίδες σε λίγες μέρες, όταν όμως το ξανάπιασα μετά από κάποια χρόνια μου φάνηκε ανιαρό και δεν μπόρεσα να το τελειώσω. Συνίσταται για πρωτάρηδες και μικρότερες ηλικίες, κατά προτίμηση μετά συζητήσεως με κάποιον πιο έμπειρο σ/φο, για να ανασκευάσει τους εύκολους αντι-κουκουέ μύθους, που επιχειρούν να αντιπαραθέσουν τον άρη στο κόμμα του.

Πολλά ιστορικά στοιχεία περιέχει και η δίτομη βιογραφία του φλωράκη από το δημοσιογράφο χρήστο θεοχαράτο. Καθώς η ζωή του χαρίλαου είναι ταυτισμένη με το κόμμα, τους αγώνες του και τα πιο σημαντικά γεγονότα του περασμένου αιώνα, η εξιστόρηση της ζωής του αντικειμενικά μπλέκει με τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας των ίδιων χρόνων και ρίχνει φως σε πτυχές δύσκολων θεμάτων –πχ της μεταπολίτευσης, που περιγράφονται στο δεύτερο τόμο. Σε πιο ανάλαφρο στιλ –και με πολύ λιγότερες σελίδες- κινείται η βιογραφία του χαρίλαου από την άννα παναγιωταρέα (μπρρρ) βασισμένη στις μεταξύ τους μαγνητοφωνημένες συζητήσεις, που ωστόσο σταματά πριν τα κρίσιμα γεγονότα της περιόδου 89-91’ και μας έχει αφήσει με την όρεξη για την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους.

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και δύο μυθιστορήματα, που μόνο τέτοια δεν είναι. Η «εντολή» της διδώς σωτηρίου, που διηγείται την ιστορία του νίκου μπελογιάννη, από τη στιγμή του ερχομού του στην ελλάδα ως επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού του κκε, μέχρι την καταδίκη του σε θάνατο και την εκτέλεσή του μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του. Και «ο αλύγιστος» του κώστα κοτζιά, που δίνει με μοναδικό τρόπο την ιστορία του νίκου πλουμπίδη και το εσωτερικό του δράμα, καθώς προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια και τον εχθρό του στο δικαστήριο, μένοντας πιστός στο κόμμα του, με τη βεβαιότητα πως σύντομα θα δει την αλήθεια και θα τον αποκαταστήσει –όπως και έγινε.
Επιβάλλεται να τα διαβάσει κάθε σφος, αλλά συνίστανται και για νέους πιονέρους, που βρίσκονται στα πρώτα τους βήματα κι αναζητούν ερείσματα να τους ατσαλώσουν.

Για την περίοδο του εμφυλίου απαραίτητο ανάγνωσμα είναι η τρίχρονη εποποιία του δσε και η δίτομη ιστορία του εμφυλίου από τον ιστορικό γιώργο μαργαρίτη. Για την περίοδο πριν την αντίσταση, το πιο γνωστό βιβλίο είναι του σπύρου λιναρδάτου, «πώς φτάσαμε στην 4η αυγούστου». Ενδιαφέρουσα είναι κι η συμβολή του αναστάση γκίκα για την περίοδο του μεσοπολέμου («ρήξη κι ενσωμάτωση») –ένας ακόμα αξιόλογος ιστορικός της νέας γενιάς- που εμβαθύνει ειδικά στην ιστορία του εργατικού κινήματος της καβάλας –όπου αναδείχτηκε δήμαρχος κι ο παρτσαλίδης- και της θρυλικής κοκκινιάς.
Πολύτιμο βοήθημα για όλη αυτή την περίοδο είναι φυσικά ο πρώτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, που αφορά την περίοδο 1918-49, και το βιβλίο του μαυρίκου για την αντιπαράθεση στο συνδικαλιστικό κίνημα της ίδιας εποχής. Πολύ συγκινητικές είναι και οι αναμνήσεις της αύρας παρτσαλίδου από τη δράση της οκνε στο μεσοπόλεμο, που κάνουν τον αναγνώστη να χαμογελάσει σε πολλά σημεία και να τελειώσει το βιβλιαράκι το πολύ σε μια μέρα.

Τελευταίο μπαίνει το ‘μαζοχιστικό’ υποκεφάλαιο με την αντικομμουνιστική σκοπιά. Ξεπερνώντας τις σκληροπυρηνικές (χαρντ κορ) προτάσεις, όπως το βιβλίο ‘φωτιά και τσεκούρι’ του αβέρωφ, και άλλα παρόμοια αναγνώσματα, θα εστίαζα στην ελένη του γκατζογιάννη, που έγινε και ταινία και το κιβώτιο του αλεξάνδρου, που ήταν ‘χτύπημα εξ οικείων’ θεωρώντας χαμένη, μάταια υπόθεση όλο τον αγώνα που δώσαμε εκείνα τα χρόνια…

Εξυπακούεται πως το πιο χρήσιμο εργαλείο για όσους έχουν όρεξη και μεράκι είναι οι βιβλιογραφίες των ιστορικών ερευνών, που μας οδηγούν σε καινούριες παραπομπές κι υλικό.

Τελικά μόνο σύντομος δεν αποδείχτηκε ο κατάλογος, οπότε θα χρειαστεί να γίνει (σε βάθος χρόνου) και δεύτερη ανάρτηση, για να καλυφθούν κι οι ιστορικές περίοδοι που άφησα χωρίς αναφορά. Η κε του μπλοκ θα φροντίσει να βάλει εντός της ημέρας στο κείμενο κατατοπιστικούς ηλεκτρονικούς συνδέσμους με τις σχετικές παραπομπές, ενώ εσείς μπορείτε να εμπλουτίζετε τον κατάλογο με δικές σας βιβλιο-προτάσεις.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

H Πλατφόρμα Ριούτιν

Το πρόγραμμα της αντισοβιετικής αντιπολίτευσης
Άναυδος – Αύγουστος 2013

Χτες ήταν η επέτειος της ολοκλήρωσης της δίκης τουαποκαλούμενου ‘ τροτσκιστο-ζηνοβιεφικού κέντρου’, με προεξάρχοντες τους ζηνόβιεφ-κάμενεφ, της πρώτης από τις μεγάλες δίκες στελεχών της αντιπολίτευσης στο κόμμα των μπολσεβίκων, που πέρασαν στην ιστορία ως δίκες της μόσχας. Με την αφορμή αυτή, η κε του μπλοκ φιλοξενεί στο σημερινό ιστορικό ένθετο μια ακόμα δουλειά του άναυδου σχετικά με την πολιτική πλατφόρμα και τους στόχους της αντιπολίτευσης. Καλή ανάγνωση και ψυχραιμία στα σχόλια.

1. Εισαγωγή
Μία από τις βασικές κατηγορίες ενάντια στον Στάλιν αναφορικά με τις δίκες της Μόσχας ήταν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι αγνοί κομμουνιστές. Μέλη της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων  υπηρετούσαν πιστά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και το μόνο τους ‘σφάλμα’  ήταν ότι αποτελούσαν εμπόδιο στο δρόμο του Στάλιν για την απόλυτη εξουσία. Ένα μείγμα μπουρδολογίας ιδεαλισμού και πάνω απ’ όλα αντικομουνισμού διαμορφώνει την ιστορική θέση ορισμένων αριστερών  κατά τ’ άλλα ιστορικών.

Δυστυχώς γι’ αυτούς αντιπολίτευση υπήρχε στην ΕΣΣΔ και μάλιστα τα πιο επιφανή στελέχη της ήταν μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων. Εκτός από τους τροτσκιστές που αρκετοί μετά από εντολή του αρχηγού τους είχαν επιστρέψει στο κόμμα κάνοντας αυτοκριτική και ανασκευάζοντας τις θέσεις τους (Πιατακόφ, Πρεομπαζένσκι, Ρακόφσκι κλπ) η άλλη μεγάλη ομάδα ήταν οι αποκαλούμενοι δεξιοί (Μπουχάριν, Ρίκοφ Τόμσκι κλπ.) Οι θέσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης συνοψίζονταν στην διαβόητη πλατφόρμα Ριούτιν που δημοσιεύτηκε το 1932 και  θα παρουσιάσουμε παρακάτω. Ο αναγνώστης ας λάβει υπόψη του ότι αν και  το 1932 απείχε τέσσερα χρόνια από τις διώξεις του 1936-1938 και τα υποτιθέμενα εγκλήματα του Στάλιν η εξόντωση του ήταν και τότε είναι ο βασικός στόχος της αντιπολίτευσης.

2. Μαρτεμιάν Ριούτιν (1890-1937)
Γεννήθηκε το 1890 στο Ιρκούτσκ στη Σιβηρία. Από φτωχή αγροτική οικογένεια εντάχθηκε στους Μενσεβίκους το 1914. Πήρε μέρος τόσο στην επανάσταση του Φλεβάρη όσο και του Οκτώβρη του 1917. Έγινε μέλος του ΡΚΚ(μπ) το 1917. Στο 15ο Συνέδριο του κόμματος εκλέχτηκε δόκιμο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Ήταν γραμματέας σε μία από τις σημαντικές αχτίδες των βιομηχανικών περιοχών της Μόσχας.

Ο Ριούτιν μαζί με τον Ν. Ουγκλάνοφ ήταν από τους πιο σφοδρούς πολέμιους της Ενωμένης Αντιπολίτευσης των Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ. Ωστόσο σαν μέλος της δεξιάς αντιπολίτευσης ήταν ενάντιος στα μέτρα επίταξης της σοδειάς στα οποία κατέφυγε η σοβιετική κυβέρνηση το 1928 για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο  της πείνας στα αστικά κέντρα που προκλήθηκε από τη συνδυασμένη κερδοσκοπία κουλάκων και νέπμεν. Σαν αποτέλεσμα της αντίδρασης του στην πολιτική της επίταξης καθαιρέθηκε από γραμματέας της αχτίδας  και μετατέθηκε στη θέση του βοηθού εκδότη της εφημερίδας του Κόκκινου Στρατού Κόκκινος Αστέρας.  Σαν μέλος της δεξιάς αντιπολίτευσης καθαιρέθηκε το 1930 από δόκιμο μέλος της ΚΕ και διαγράφηκε από το κόμμα συνελήφθη από την OGPU το Νοέμβριο της ίδια χρονιάς για αντεπαναστατική προπαγάνδα αλλά αφέθηκε ελεύθερος 2 μήνες μετά επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούσαν για την καταδίκη του.
Η πλατφόρμα Ριούτιν γράφτηκε τον Μάρτιο του 1932 και εγκρίθηκε τον Απρίλιο της ίδια χρονιάς από την οργάνωση του Ριούτιν  ‘Ένωση Μαρξιστών-Λενινιστών’. Σε αυτή εκτός από τον ίδιο τον Ριούτιν συμμετείχαν και άλλα κομματικά μέλη της δεξιάς αντιπολίτευσης καθώς και ορισμένοι τροτσκιστές. Αντίγραφα της πλατφόρμας μοιράζονταν παράνομα σε ολόκληρη τη χώρα.  Ο Ριούτιν συνελήφθη το Σεπτέμβριο του 1932 και πήρε όλη την ευθύνη για τη συγγραφή της πλατφόρμας. Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή. Την ίδια περίοδο διαγράφηκαν από το κόμμα οι Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ γιατί ενώ είχαν διαβάσει την πλατφόρμα απέφυγαν να ενημερώσουν την ΚΕ για την ύπαρξη της. Τον Ιανουάριο του 1937 όταν πλέον η NKVD είχε αρχίσει να ξετυλίγει όλα τα νήματα της αντισοβιετικής συνωμοσίας ο Ριούτιν ξαναδικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε την επόμενη μέρα της δίκης. Η αδερφή του Ριούτιν προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να αποκαταστήσει τον Ριούτιν το 1956 μετά το 20ο συνέδριο. Η αποκατάσταση του Ριούτιν έγινε το 1988 από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ στα πλαίσια της εκστρατείας της γκλάσνοστ του  Μ. Γκορμπατσόφ.

3. Αποσπάσματα
Το κείμενο της πλατφόρμας Ριούτιν πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ιζβέστια σε  4 μέρη το χειμώνα του 1990. Η ελληνική μετάφραση ορισμένων αποσπασμάτων από το βιβλίο The Stalin Years: The Soviet Union 1929-1953 by Evan Mauwdsley.

(…)
Στον αγώνα ενάντια στον Στάλιν και την κλίκα του είναι απαραίτητο να αποφύγουμε μια ευρέως διαδεδομένη αυταπάτη ότι η πάλη αυτή μπορεί ν’ αρχίσει και να καθοδηγηθεί από τους πρώην Τροτσκιστές  ηγέτες που έχουν μετανοήσει ή από τους πρώην ηγέτες της ‘δεξιάς αντιπολίτευσης’.
Αυτό θα ήταν σοβαρότατο λάθος . Η πλειοψηφία τους είναι τώρα μια εξαντλημένη δύναμη στον αγώνα ενάντια στον Στάλιν.
Μισούν τον Στάλιν με όλη τους τη ψυχή (…)
Αλλά για τώρα θα είναι είτε σιωπηλοί είτε θα κάθονται και θα περιμένουν και κάποιοι από αυτούς θα πέσουν τόσο χαμηλά ώστε να γίνουν κόλακες του Στάλιν.
Για την πάλη για την καταστροφή της δικτατορίας του Στάλιν είναι απαραίτητο να υπολογίζουμε στο μεγαλύτερο μέρος όχι στους παλιούς ηγέτες αλλά σε νέες δυνάμεις (…)
Η πάλη θα γεννήσει ηγέτες και ήρωες
Είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε τη δράση. Αυτή η πάλη θα απαιτήσει θυσίες (…)

Με συγκεκριμένους όρους το εύρος των απαραίτητων μέτρων για να βγάλουμε το κόμμα και τη χώρα από την κρίση και το αδιέξοδο είναι ουσιαστικά τα παρακάτω:
I.                        Στο χώρο του κόμματος
1.       Εκκαθάριση της δικτατορίας του Στάλιν και της κλίκας του
2.      Άμεση αντικατάσταση όλων των επικεφαλής του κομματικού μηχανισμού και προκήρυξη νέων εκλογών για τα κομματικά όργανα στη βάση μιας γνήσιας εσωκομματικής δημοκρατίας και με τη δημιουργία ισχυρών εγγυήσεων ενάντια στην καταπάτηση του καταστατικού από τον κομματικό μηχανισμό (…)
II.                        Στο χώρο των σοβιέτ (δηλ. το κράτος) (…)
1.       Νέες εκλογές που να αποκλείουν τους διορισμούς
2.      Αντικατάσταση του δικαστικού μηχανισμού κι εφαρμογή αυστηρής νομιμότητας
3.      Ανανέωση και αποφασιστική εκκαθάριση του μηχανισμού της GPU
III.                        Στο χώρο της εκβιομηχάνισης
1.       Άμεσο σταμάτημα στις αντι-Λενινιστικές μεθόδους της εκβιομηχάνισης και του ανεύθυνου ρυθμού της που οδηγεί στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, των υπαλλήλων και της υπαίθρου που οδηγεί σε άμεσους και έμμεσους φανερών και κρυφών φόρων και πληθωρισμού. Η εκβιομηχάνιση πρέπει να πραγματοποιηθεί στη βάση των πραγματικής και σταθερής ανόδου της ευημερίας των μαζών.
IV.                        Στο χώρο της γεωργίας
1.       Άμεση διάλυση όλων των κολχόζ που δημιουργήθηκαν με τη βία και είναι μία απάτη. Πραγματική εθελοντική κολεκτιβοποίηση στη βάση της εκμηχάνισης και της παροχής κάθε δυνατής βοήθειας στα κολχόζ.
2.      Διάλυση των ελλειμματικών σοβχόζ
3.      Άμεση λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την ανάπτυξη ατομικών αγροτικών επιχειρήσεων για φτωχούς και μεσαίους αγρότες.(…)
4.      Άμεση παύση της επίταξης της σοδειάς των ζώων και των άλλων προϊόντων με την τωρινή μέθοδο της λεηλασίας της υπαίθρου (…)
V.                        Στο χώρο του εμπορίου
1.       Σταμάτημα των εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων σε εξευτελιστικές τιμές (…)
VI.                        Στο χώρο των οικονομικών και δημοσιονομικών
1.       Να σταματήσει ο πληθωρισμός που πέφτει σαν βαρύς φόρος που τον σηκώνει το προλεταριάτο και οι εργαζόμενοι (…)
VII.                        Στο χώρο των υλικών και νομικών συνθηκών της μάζας των εργατών και αγροτών
1.       Επαναφορά των  παλιών κανονισμών που υπήρχαν πριν από τέσσερα χρόνια για τους εργάτες που εγκαταλείπουν τις επιχειρήσεις
2.      Επαναφορά των παλιών νόμων και της Λενινιστικής πολιτικής στη δουλειά των συνδικάτων
3.      Να σταματήσει άμεσα η τυχοδιωκτική πολιτική της αποκουλακοποίησης στην ύπαιθρο που στην πραγματικότητα στρέφεται ενάντια σε όλους τους κατοίκους της υπαίθρου
(…)

Στην πλατφόρμα του ο Μ. Ριούτιν επιτιθόταν με σφοδρότητα προσωπικά ενάντια στον Ι.Β. Στάλιν:

(…)
Στα χρόνια μετά τον Λένιν στη θεωρητική κατανόηση ο Στάλιν αποδείχτηκε τελείως άχρηστος αν και στο να συνδυάζει την πολιτική με την ίντριγκα έδειξε αξιοσημείωτο ταλέντο. Μετά το θάνατο του Λένιν έγινε ένα θρασύ άτομο. Προσεκτικά στην αρχή και κατόπιν όλο και πιο ανοικτά απαλλάχθηκε από τη μάσκα του ταπεινού παλιού μπολσεβίκου. Υποχρεωμένος να φέρει το βαρύ φορτίο του Γενικού Γραμματέα έδειξε ολοένα και πιο καθαρά την φιλοδοξία του να μπει στο πάνθεον των μεγάλων ανθρώπων χωρίς να διστάζει σε κανένα μέσο
(…)
Ο Λένιν ήταν ηγέτης και όχι δικτάτορας Ο Στάλιν αντίθετα είναι ένα δικτάτορας αλλά όχι ηγέτης
(…)
Το κόμμα και το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει ενάντια σε ακόμη και στον πιο ‘χαρισματικό’ δικτάτορα στον εκφυλισμό των ηγετών σε δικτάτορες
(…)
Στα έργα του, αυτό που θα βρούμε δεν είναι κανένα πλούσιο θεωρητικό φορτίο αλλά μόνο την ικανότητα να κρύβει την αχρειότητα του. Έτσι είναι γιατί έχουμε μπροστά μας έναν θεωρητικό που είναι ένα κοράκι με φτερά παγωνιού
(…)

Συνοπτικά η πλατφόρμα Ριούτιν δεν ήταν παρά ένα κάλεσμα για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ χρησιμοποιώντας προσχηματικά τον Λένιν, μια τακτική που ακολούθησαν όλοι οι αποστάτες του κομμουνιστικού κινήματος (πχ Τρότσκι, Χρουστσόφ, Γκορμπατσόφ κλπ)

4. Οι πραγματικοί συγγραφείς της πλατφόρμας
Όπως αποδείχτηκε στις δίκες της Μόσχας ο  Μ. Ριούτιν ήταν η βιτρίνα και όχι ο πραγματικός συγγραφέας της πλατφόρμας. Τόσο ο Μπουχάριν όσο και ο Ρίκοφ στη δίκη τους το 1938 παραδέχτηκαν ότι η πλατφόρμα είχε γραφτεί από τους ίδιους:
(…)
Ρίκοφ: Η πλατφόρμα πήρε το όνομα της από τον Ριούτιν  επειδή δημοσιεύτηκε από υποστηρικτές των Δεξιών, την ομάδα Ριούτιν από την οργάνωση του Ουγκλάνοφ στη Μόσχα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας σχετικά με την πλατφόρμα  αυτή η ομάδα ανέλαβε την πλήρη ευθύνη. Αυτό είχε αποφασιστεί εξ αρχής ώστε να μην βρεθούμε υπόλογοι για την πλατφόρμα. Καταφέραμε να το πετύχουμε χάρης στον Γιάγκοντα που ήταν επικεφαλής της OGPU
(…)
Μπουχάριν: Ονομάστηκε ‘Πλατφόρμα του Ριούτιν’ για λόγους μυστικότητας…. Ώστε να αποκρύψει το Δεξιό κέντρο και την ηγεσία του… Η πλατφόρμα του Ριούτιν… η πλατφόρμα της Δεξιάς αντεπαναστατικής οργάνωσης ήταν ίσως ήδη η κοινή πλατφόρμα των ομάδων των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και Τρότσκι.
(…)

Η αντικομουνιστική ιστοριογραφία αρνείται την ύπαρξη του μπλοκ των δεξιών-τροτσκιστών και αποδίδει την ύπαρξη του σε μεθόδευση των δυνάμεων ασφαλείας της ΕΣΣΔ. Δυστυχώς γι’ αυτούς όμως η ύπαρξη της συμμαχίας αυτής βρίσκεται στο εκκαθαρισμένο αρχείο Τρότσκι που φυλάσσεται στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (!). Ο Πιερ Μπρουέ επιφανής γάλλος τροτσκιστής ερευνώντας το αρχείο Τρότσκι ανακάλυψε μια επιστολή του γιου του Τρότσκι, Λ. Σεντόφ, προς τον πατέρα, όπου αναφέρεται στην ύπαρξη εντός της ΕΣΣΔ αρκετών αντιπολιτευτικών ομάδων (τους τροτσκιστές, τους οπαδούς του Ζηνόβιεφ, την ομάδα του Ι.Ν Σμιρνόφ την ομάδα Στεν-Λομινάτζε, την ομάδα Σαφαροφ-Ταρχανοφ τη δεξιά πτέρυγα και τους φιλελεύθερους) Ο ίδιος ο Τρότσκι γράφει γι’ αυτές τις ομάδες και την πιθανότητα διαμόρφωσης μίας συμμαχίας με τις περισσότερες από αυτές:
(…)
Η πρόταση για ένα μπλοκ μου φαίνεται απολύτως αποδεκτή. Σημειώνω ότι μιλάμε για ένα μπλoκ και όχι για συγχώνευση.
(…)


Συνεπώς η αντισοβιετική αντιπολίτευση προετοιμαζόταν για μία αναμέτρηση με το κόμμα των Μπολσεβίκων και τη σοβιετική κυβέρνηση. Η δικτατορία του προλεταριάτου κατάφερε στα επόμενα χρόνια να εξουδετερώσει την απειλή αυτή.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ

Εδώ και μερικά χρόνια η νέα τάξη πραγμάτων επιχειρεί να μετατρέψει τη σημερινή επέτειο σε ένα είδος παγκόσμιας μέρας αντικομμουνισμού, με αφορμή την υπογραφή του συμφώνου μη επίθεσης μολότοφ-ρίμπεντροπ, το λανσάρισμα της δημοφιλούς θεωρίας περί άκρων και την έμμεση αθώωση του ενός, που είναι δικό της τέκνο, προκειμένου να στοχοποιήσει το άλλο στη συνείδηση του κόσμου και να μηδενίσει την ιστορική του προσφορά. Στο κλίμα της ημέρας λοιπόν, η κε του μπλοκ σήμερα καταπιάνεται με κάτι παρεμφερές κι άκρως αντικομμουνιστικό, το βιβλίο αρχιπέλαγος γκούλαγκ του αλεξάντερ σολζενίτσιν, παραθέτοντας κάποιες δικές της πρόχειρες σημειώσεις για το έργο κι ορισμένες προεκτάσεις του.

Το βιβλίο του σολζενίτσιν αποτελεί μία από τις βίβλους του αντικομμουνισμού και ως ένα βαθμό θυμίζει την άλλη γνωστή βίβλο των κουρτουά και σία, με την έννοια πως σε αρκετά σημεία καταλήγει να είναι μια ατελείωτη καταδικολογία-sic- (κατά το αντίστοιχο ‘πτωματολογία’), μια ανιαρή παράθεση ονομάτων και περιπτώσεων, χωρίς να εξετάζονται σε βάθος, χωρίς να παρουσιάζεται ο αντίλογος και φυσικά χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο που καθόρισε τα γεγονότα.

Η βασική διαφορά του ωστόσο από τη μαύρη βίβλο αποτελεί παράλληλα και το βασικό συγκριτικό του πλεονέκτημα, που είναι η απουσία οποιασδήποτε επιστημονικής αξίωσης, από ένα έργο που εξάλλου δεν είναι ιστορική μελέτη. Ο σολζενίτσιν διαθέτει αξιόλογη λογοτεχνική πένα, αλλά δίνει ελάχιστα στοιχεία, πηγές, ντοκουμέντα για όσα διηγείται κι έχει εξασφαλισμένο ένα πολύ καλό άλλοθι γι’ αυτό. Πώς θα μπορούσε να τα μαζέψει άλλωστε, αφού βρισκόταν έγκλειστος σε φυλακές και γκουλάγκ; Ακόμα και αν τα συγκέντρωνε ή τα κατέγραφε κάπου, το πιθανότερο θα ήταν να του τα είχαν κατασχέσει και να χάνονταν. Συνεπώς μας τα διηγείται σχεδόν όλα από μνήμης κι εμείς καλούμαστε να τα διαβάσουμε με καλή πίστη στο μνημονικό και την εντιμότητά του. Γιατί να τον αμφισβητήσουμε άλλωστε; Είναι ένας απλός άνθρωπος, που δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική –όπως τονίζει επανειλημμένα στο έργο του-, γνωρίζει κάποια πράγματα εκ των έσω, ως πρώην μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και μας διηγείται τα γεγονότα, χωρίς εμπάθεια.
Για ποιο λόγο να θεωρήσουμε πως είναι αντικομμουνιστής; Θα ρωτήσει ο ανυποψίαστος αναγνώστης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του, χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικά με το πρόσωπό του.

Ο σολζενίτσιν βέβαια είναι μάστορας στον αντικομμουνισμό. Κι όποιος ενδιαφέρεται για αποδείξεις, μπορεί να ψάξει να βρει κατοπινά γραπτά του ή και τις (πληρωμένες) διαλέξεις που έδινε εξόριστος στην αμερική, ενάντια στις… ενδοτικές συμφωνίες των δυτικών χωρών με την εσσδ –πχ στο ελσίνκι- και τη σύναψη εμπορικών σχέσεων μαζί της. Αυτές οι... νηφάλιες, φιλειρηνικές απόψεις κυκλοφόρησαν και στην ελλάδα σε ξεχωριστή μπροσούρα με τίτλο «δύση και ανατολή», αν θυμάμαι καλά.

Στο αρχιπέλαγος γκούλαγκ όμως η προπαγάνδα του είναι ακόμα πιο εκλεπτυσμένη. Έτσι λοιπόν τα σημεία που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι αυτά όπου ξεσκεπάζεται η ραφιναρισμένη δουλειά του και ξεφεύγουν κάποιες αναθυμιάσεις αντικομουνιστικής μπόχας κι εμπάθειας.
Στην αρχή για παράδειγμα μας λέει πως το κύμα των εκκαθαρίσεων στο σοβιετικό στράτευμα και τον κρατικό μηχανισμό, που κορυφώθηκε με τις δίκες της μόσχας, προκαλώντας τόση αίσθηση, δεν ανήκει καν στους τρεις μεγαλύτερους χείμαρρους καταδικών στη σοβιετία, που οδηγούσαν στο αρχιπέλαγος γκούλαγκ. Και ενώ αρχικά αναγνωρίζει τουλάχιστον την ιδιαιτερότητα και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του εμφυλίου, δίνοντας ίσως την εντύπωση πως θα το εξαιρέσει από την κριτική του, αρχίζει στο καπάκι την εξιστόρηση από το 18’ και περιγράφει μια ατελείωτη αλυσίδα με τη ‘μαύρη βίβλο’ των «εγκλημάτων» των μπολσεβίκων.

Άδικες συλλήψεις, εξοντωτικές ποινές, φυλακίσεις, ταπεινώσεις, φρικτά βασανιστήρια, καταπάτηση δικαιωμάτων και της ανθρώπινης προσωπικότητας. Χωρίς όμως να προκύπτει από τη μαρτυρία του πως τα υπέστη και ο ίδιος και μας τα μεταφέρει από πρώτο χέρι. Εξάλλου δε διαμαρτύρεται καν για τη δική του σύλληψη, παρά μόνο οικτίρει εαυτόν για την αφέλειά του να πέσει μόνος του στο στόμα του μπολσεβίκου λύκου, καθώς καταφερόταν ανοιχτά εναντίον της σοβιετικής ηγεσίας στην αλληλογραφία του από το μέτωπο, όπου ήταν λοχαγός του κόκκινου στρατού –κι ήταν λογικό οι αρχές να τον θεωρήσουν επικίνδυνο και να μην τον αφήσουν σε τέτοιο νευραλγικό πόστο, εν μέσω πολέμου.

Τι γινόταν όμως εκείνα τα χρόνια στη σοβιετική ρωσία, που δέχτηκε την ιμπεριαλιστική επίθεση 14 δυτικών χωρών –ανάμεσά τους η ελλάδα του βενιζέλου- πριν καλά-καλά τελειώσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος; Τι μορφές και περιεχόμενο έπαιρνε η ταξική πάλη στην ύπαιθρο ενάντια στους κουλάκους εκμεταλλευτές; Σε τι συνθήκες προετοιμάζονταν οι σοβιετικοί για την πολεμική σύγκρουση που θα ακολουθούσε; Είχαν βάσιμους λόγους που δικαιολογούσαν την καχυποψία τους απέναντι σε κάποιους διασωθέντες από την αιχμαλωσία στα ναζιστικά στρατόπεδα; Γιατί συνέβαιναν τέλος πάντων όλα αυτά σε αυτόν τον πολύπαθο τόπο; Δυστυχώς αυτά τα ερωτήματα δε θα απασχολήσουν τον αναγνώστη του βιβλίου, εφόσον δεν κρίθηκαν σημαντικά από το συγγραφέα τους.

Αυτό που τον ενδιέφερε αντιθέτως ήταν να αποδείξει πως η… εγκληματική μανία των μπολσεβίκων δεν περιορίζεται στο μοχθηρό στάλιν, αλλά έχει βαθύτερες ρίζες κι εξαπλώνεται σε όλη την ιστορική διαδρομή της εσσδ, ενώ εδράζεται και σε κάποιες γραπτές οδηγίες του λένιν προς τους δικαστικούς και την τσεκά –όπως 'τεκμαίρεται' με κάποια φαιδρά τσιταρίσματα από το έργο του βλαδίμηρου από το σολζενίτσιν, που μόνο για το νικήτα έχει κάποια καλύτερη άποψη κι αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο.

Τα καλύτερα όμως έρχονται στη συνέχεια, που ο σόλτζε (οφ φόρτσουν) προβαίνει σε συγκρίσεις και κάποιες περίεργες… ανισωτικές εξισώσεις. Λέει για παράδειγμα πως οι πρακτικές της τσεκά και των συνεργατών της, την εξομοιώνουν με την τσαρική οχράνα. Αν και επί τσάρου τουλάχιστον κανείς δεν πήγαινε στη φυλακή ή στην εξορία χωρίς δίκη, οπότε ήταν μάλλον καλύτερα τα πράγματα –αυτό το τελευταίο δε μας το λέει ευθέως, αλλά μας αφήνει να το συμπεράνουμε συνεκδοχικά
Οι σοβιετικές πρακτικές κατατάσσουν επίσης τις αρχές της χώρας στο ίδιο επίπεδο με τους ναζί –αν και ο χίτλερ σεβόταν τη διεθνή σύμβαση για τους αιχμαλώτους. Και οι γερμανοί πέρασαν από δίκες 80 χιλιάδες πρωταίτιους της ναζιστικής θηριωδίας, ενώ αυτοί της αντίστοιχης σταλινικής μένουν ατιμώρητοι σαν το μολότοφ, ή και σε υπεύθυνα πόστα του σοβιετικού κράτους. Ο άθλιος σολζενίτσιν καμώνεται πως αγνοεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ναζί, πλην κάποιων αποδιοπομπαίων τράγων- επάνδρωσε και μεταπολεμικά τον κρατικό μηχανισμό της οδγ –σε πλήρη αντίθεση με την τύχη που είχαν στη λδγ- και μας το παρουσιάζει σαν πρότυπο για την αντιμετώπιση που θα έπρεπε να είχε η σοβιετική ηγεσία εκείνων των χρόνων!!
Η σοβιετική ρωσία της εποχής παρέμενε ένα ασιατικό κράτος του μεσαίωνα με πρακτικές της ιεράς εξέτασης. Μόνο που στο μεσαίωνα… και πάει λέγοντας.

Ο σολζενίτσιν λέει πως η εσσδ ήταν η μόνη χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη διεθνή σύμβαση για τους αιχμαλώτους, γι’ αυτό κι άφηνε στη μοίρα τους τα παιδιά της μητέρας ρωσίας, με μοναδική επιλογή να πεθάνουν ή να συμβιβαστούν με τον εχθρό και να περάσουν στην υπηρεσία του. Και έτσι τους οδηγούσε στην αγκαλιά των ναζί, τη στιγμή που οι αιχμάλωτοι των άλλων εθνικοτήτων περίπου καλοπερνούσαν με βάση τις περιγραφές του –που δεν είναι από πρώτο χέρι. Η ρίζα του κακού δηλ δεν ήταν ο ολοκληρωτικός πόλεμος μέχρις εσχάτων που είχαν εξαπολύσει οι ναζί κατά της σοβιετίας με στόχο τον αφανισμό της –σε αντίθεση με τις χαμηλής έντασης επιχειρήσεις στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η ξεροκεφαλιά της σοβιετικής ηγεσίας που κατ’ ουσίαν παρέδιδε τα παιδιά της στον εχθρό. Με βάση τα παραπάνω ο σολζενίτσιν καταφέρνει να δικαιολογήσει ως και τους βλασοφικούς δοσίλογους, που πολέμησαν με τη στολή των ναζί.

Αυτό που δεν καταφέρνει να εξηγήσει πολύ πειστικά ωστόσο είναι πώς μπόρεσε ένας τέτοιος λαός, τυραννισμένος και τρομοκρατημένος, με τόσο χαμηλό ηθικό κι αποκεφαλισμένη στρατιωτική ηγεσία (μετά τις εκκαθαρίσεις), να συντρίψει τη ναζιστική πολεμική μηχανή και να θριαμβεύσει. Και γιατί δεν αξιοποίησε την καινούρια κατάσταση που διαμορφωνόταν για να αποτινάξει τα δεσμά της τυραννίας. Η μόνη εξήγηση που διαθέτει γι’ αυτά είναι η αγάπη των πατριωτών για τη μητέρα ρωσία, που έκανε ως και τους εμιγκρέδες που ήταν πολέμιοι της σοβιετικής εξουσίας, να θέλουν επιστρέψουν στην πατρίδα για να την υπερασπίσουν.

Δε νομίζω πως ωφελεί να συνεχίσουμε με εξαντλητικές αναφορές στο αντικομμουνιστικό ρεπερτόριο του σολζενίτσιν. Όπως λέει κι ο ίδιος εξάλλου η ανθρώπινη συνείδηση έχει την τάση να κρατάει μόνο όσα συμφωνούν με αυτά που ήδη πιστεύει και να αγνοεί επιδεικτικά τα υπόλοιπα. Και μας το δείχνει αυτό με τη μονομέρεια και το βιβλίο του. Αυτό που απομένει να κάνουμε είναι η αυτοκριτική μας ως κομμουνιστικό κίνημα (όχι μόνο γιατί επιτρέψαμε την κυκλοφορία του βιβλίου στη σοβιετική ένωση –προφανώς στα πλαίσια του ‘αγώνα κατά της προσωπολατρίας’ και της… εκκαθάρισης της ιστορικής μνήμης- αλλά συνολικά).

Κάθε σύντροφος που διαβάζει τέτοια βιβλία επιδιώκει κατά βάθος δυο πράγματα. Είτε να περάσει ευχαρίστα η ώρα με μια εκδοχή πρωτόγονου αντικομμουνισμού, που θα του προκαλέσει γέλια μέχρι δακρύων. Είτε μια ψυχική αναμέτρηση με μια προσεγμένη εκδοχή εκλεπτυσμένου αντικομμουνισμού και με τον τυχόν κλονισμό που θα του επιφέρει. Αν συμπεριλάβουμε το αρχιπέλαγος γκούλαγκ στη δεύτερη κατηγορία, υπάρχουν σίγουρα ορισμένα σημεία (όπως οι πιθανές αποσπάσεις ομολογιών με βασανιστήρια, και η κριτική εξέταση του σοβιετικού ποινικού κώδικα και του νομικού πλαισίου της εσσδ) που προσφέρονται για προβληματισμό και γόνιμη αυτοκριτική –συνυπολογίζοντας πάντα το δοσμένο ιστορικό πλαίσιο-, ανεξάρτητα από το ποιος επισημαίνει αυτά τα σημεία, ή ακόμα και αν είναι από τους χειρότερους δηλωμένους αντικομμουνιστές.

Εν παρόδω να σημειώσουμε πως ο τίτλος του βιβλίου που εξετάζουμε είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού οι σελίδες του δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στα γκουλάγκ και τον τρόπο λειτουργίας τους. Αυτά περιγράφονται στο άλλο γνωστό –και πολυβραβευμένο στη δύση- έργο του σολζενίτσιν, το ‘μια μέρα στη ζωή του ιβάν ντενίσοβιτς’. Όπου ο βασικός ήρωας, μεταξύ άλλων, μασάει αργά την τροφή του από τη μίζερη μερίδα που δικαιούται, για να κρατήσει περισσότερο και να ξεγελάσει την πείνα του. Αυτή είναι μια πολύτιμη συμβουλή για τους σημερινούς ελεύθερους έλληνες πολίτες, που ζούνε κάτω από το όριο της φτώχιας κι αδυνατούν να θρέψουν τις οικογένειές τους.

Κλείνουμε την παρένθεση και κρατάμε τις προεκτάσεις της. Η πιο γόνιμη κριτική προσέγγιση που θα μπορούσε να γίνει ίσως είναι σχετικά με το θεσμό των γκούλαγκ και το σωφρονιστικό σύστημα στη μεταβατική, κατώτερη φάση της κοινωνίας του μέλλοντος. Ο απελευθερωτικός χαρακτήρας της εργασίας –παρά το καθαρά ειρωνικό σύνθημα ‘arbeit macht frei’ στην είσοδο του νταχάου κι άλλων ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης- σε αντίθεση με τον αποβλακωτικό χαρακτήρα της μονότονα επαναλαμβανόμενης, βαριάς χειρωνακτικής εργασίας. Και άλλα συναφή θέματα, που προσπάθησα να τα χωρέσω σε μια παράγραφο, με μια απλή αναφορά, γιατί το κείμενο αρχίζει να ξεφεύγει σε έκταση και δε μας παίρνει να αναλύσουμε εδώ το θέμα –επιφυλάσσομαι για τα σχόλια.


Για τον επίλογο κρατάμε την ευχή του σολζενίτσιν να μπορέσει να ζήσει σε μια ελεύθερη ρωσία –όπως εννοεί αυτός βέβαια την ελευθερία- που αξιώθηκε να τη δει στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το πρόβλημα είναι πω μαζί με αυτόν ‘αξιώθηκαν’ να τη ζήσουν και οι λαοί της σοβιετίας, που είδαν τη γλύκα από πρώτο χέρι. Κι αφού βγάλουν τα απαραίτητα συμπεράσματα και χωνέψουν τα διδάγματα της ιστορίας, καλούνται να ξαναλλάξουν τα κόζια, χωρίς να περιμένουν από δεύτερο χέρι σωτήρες.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Για την πώληση του 902

Η πώληση του ραδιοτηλεοπτικού 902 γέννησε σχεδόν νομοτελειακά δύο ειδών αντιδράσεις: αφενός μερικά εύλογα –κι ενίοτε αγωνιώδη- ερωτήματα· αφετέρου μια χυδαία όσο κι αναμενόμενη πολεμική από διάφορες κατευθύνσεις και για ποικίλους λόγους. Ο πυρήνας των πρώτων είναι καλοπροαίρετος στην ουσία του και δεν ταυτίζεται με τη δεύτερη, αλλά τη συνυπολογίζει κι αναπόφευκτα επηρεάζεται ως ένα βαθμό. Ουαί κι αλίμονο όμως αν κάνουμε την κουταμάρα να τα βάλουμε στο ίδιο σακί και να τα αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε λοιπόν περιλαμβάνει τρία βασικά σημεία.
Το πρώτο είναι να εξηγήσουμε τα γενικότερα οικονομικά δεδομένα της αγοράς, αλλά και την ιδιαιτερότητα του σταθμού, που δε μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια οποιαδήποτε επιχείρηση. Αυτό το έκαναν πολύ καλά (μεταξύ άλλων) κατά τη γνώμη μου αυτή η ανάλυση του redfly και η κατάθεση ψυχής του τοτέμ –όπως και πολλά άλλα κείμενα παραγωγών κι εργαζομένων του 902.

Το δεύτερο είναι να αποκαλύψουμε στον κόσμο τι κρύβεται πίσω από την πολεμική εναντίον του κόμματος, με πρωτοστάτες το συγκρότημα λαμπράκη και κύκλους του σύριζα, που κινούνται κι από δικά τους ιδιαίτερα ελατήρια. Το μεν συγκρότημα στρέφεται εναντίον ενός νέου πιθανού ισχυρού ανταγωνιστή στο τηλεοπτικό παιχνίδι –που ανοίγει με νέους όρους πλέον πάνω από το κουφάρι της ερτ. Οι δε συριζαίοι με γνήσιο πνεύμα νεοπλουτισμού, ως νεόκοπο κόμμα εξουσίας του 27%, έβαλαν στο μάτι τη συχνότητα του 902, ξεχνώντας τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετώπιζε ο δικός τους ραδιοφωνικός σταθμός μέχρι πολύ πρόσφατα.

Πέραν αυτού όμως η βασική κινητήρια αιτία αυτής της πολεμικής είναι ο αντικομμουνισμός. Και με αυτό δεν εννοώ την επίθεση ενάντια στο κκε με τη στενή έννοια, ως ένας ανταγωνιστικός κομματικός μηχανισμός, αλλά ενάντια στους αγώνες της εργατικής τάξης και το μοναδικό ραδιοτηλεοπτικό μέσο που τους πρόβαλλε και τους αναδείκνυε σε πρώτο πλάνο. Πίσω από την επίθεση στο κόμμα κρύβεται το ταξικό μίσος ενάντια στους εργάτες και το λαϊκό κίνημα.

Το τρίτο που μένει να γίνει είναι μια αυτοκριτική για το πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάληξη και αν μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Ή όπως σημειώνει ο δάνης παπαβασιλείου στο κείμενό του –ίσως το καλύτερο που έχει γραφτεί αυτές τις μέρες από τους ανθρώπους του 902- «πιστεύω (…) ότι η ΚΕ, εν ευθέτω χρόνω, θα δώσει εμπεριστατωμένες απαντήσεις και στο αν ήταν δυνατόν σε προγενέστερο χρόνο να διαγνωσθούν οι συνέπειες της κρίσης για να αποφευχθεί η σημερινή εξέλιξη. Κάτι τέτοιο θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για ένα μελλοντικό ανάλογο εγχείρημα στα μέσα ενημέρωσης του Κόμματος».

Αυτή η συζήτηση κι οι εξηγήσεις που θα δοθούν είναι αρκετά δύσκολες, γιατί πρέπει να διαχωρίσουν την ουσία απ’ το επικοινωνιακό κομμάτι και να απαντήσουν πειστικά και στα δύο επίπεδα, παίρνοντας υπόψη τους μια σειρά παραμέτρων.
Για παράδειγμα η αυτοκριτική θα μπορούσε να ξεκινά από το 89’, το άνοιγμα των συχνοτήτων και την τότε στάση του κόμματος, για να σταθεί αφορμή για μια συνολικότερη αποτίμηση εκείνης της τακτικής επιλογής (κυβέρνηση τζανετάκη, κτλ). Ούτως ώστε στις επόμενες δηλώσεις του παφίλη και του όποιου άλλου κομματικού στελέχους σχετικά με το ζήτημα, να μη βγουν διάφοροι καλοθελητές που θα… πέσουν από τα σύννεφα, γιατί «το κόμμα παίρνει αποστάσεις από το παρελθόν του». Κι αν τέλος πάντων υπάρχει κάποιος που θέλει να υπερασπιστεί αυτή την κίνηση –όχι απέναντι στις βρόμικες πολεμικές περί βρόμικου 89, αλλά τις επιλογές του κόμματος αυτές καθαυτές απέναντι στον εαυτό του- ας το κάνει ανοιχτά, για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Σημαντικό ζήτημα είναι κι η «παράπλευρη απώλεια» του ραδιοφώνου με την πώληση του ενιαίου ραδιοτηλεοπτικού 902, που συνιστά καίριο χτύπημα στη δυνατότητα του κουκουέ να ζυμώνει και να διαδίδει τις θέσεις του, και πρέπει να δούμε πώς μπορεί να μετριαστεί –πχ με την αξιοποίηση του διαδικτύου για την εκπομπή προγράμματος μερικές ώρες τη μέρα ή την εβδομάδα.

Παρεμπιπτόντως, η λογική που λέει «δεν πειράζει που κλείνει ο 902, εξάλλου ποτέ δεν τον έβλεπα-άκουγα», δεν ταιριάζει σε σύντροφο ή σε όποιον στέκει κοντά στο κόμμα. Γιατί αν δε βλεπόταν ο 902 αυτό πρέπει να μας προβληματίσει όλους και να δούμε τι έφταιγε και τι μπορούσε να αλλάξει κι όχι να απεμπολούμε ελαφρά τη καρδία ένα τόσο σημαντικό εργαλείο. Το ίδιο ακριβώς ισχύει εάν πιστεύουμε πως ο 902 είχε μερικές σπουδαίες εκπομπές, που οι περισσότεροι τις αγνοούσαμε ή τις παρακολουθούσαμε από σπάνια ως ποτέ.

Η κε του μπλοκ είχε γράψει παλιότερα, με αφορμή το τότε κλείσιμο του 902 (που ίσως να ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή, μερικά χρόνια πριν ή ακόμα και τώρα αν δεν προείχε το θέμα των αποζημιώσεων και των οφειλόμενων στους εργαζόμενους) πως η δύναμη ενός μέσου είναι το κοινό του (οι αναγνώστες, οι ακροατές ή οι τηλεθεατές του), με το ίδιο σκεπτικό που η μισή μαγεία της ελληνοφρένειας είναι η ώρα του λαού και τα τηλεφωνήματα των ακροατών.

Τα κομματικά μέσα δε μπορεί βέβαια να απευθύνονται αποκλειστικά στα κομματικά μέλη και το στενό περίγυρο –κι όταν συμβαίνει αυτό, εκφράζει μάλλον την αποτυχία και το στενό περιεχόμενό τους. Διαθέτουν όμως ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: την κομματική βάση και τον κόσμο του, που είναι τα μάτια και τα αυτιά του κουκουέ και των μέσων που διευθύνει. Και είναι ευθύνη του καθενός μας να αναπτύξει πρωτόβουλο πνεύμα και να γίνει δυνάμει ανταποκριτής αυτών των μέσων.

Αν αυτό κάποτε ακουγόταν απλώς ως μια ωραία κι ενδιαφέρουσα ιδέα, τα σημερινά δεδομένα καθιστούν την εφαρμογή της σχεδόν επιτακτική ανάγκη: συλλογική δουλειά που στηρίζεται κυρίως στην εθελοντική προσφορά. Για να γίνει αυτό πράξη όμως και να μη μείνει ένα ωραίο σύνθημα, πρέπει να οργανωθεί και να κυνηγηθεί κεντρικά, βάση σχεδίου και ειδικών μελετών, από το κμε –αν υφίσταται ακόμα- ή από το τμήμα προπαγάνδας της κετουκε, αξιοποιώντας τις προτάσεις και τις ιδέες του κομματικού δυναμικού.

Πέραν αυτών όμως η ουσία του ζητήματος συνδέεται πρωτίστως με τα οικονομικά του κουκουέ κι ειδικότερα με την πορεία της τυποεκδοτικής που με τα έσοδά της χρηματοδοτούσε και άλλες κομματικές δραστηριότητες. Εδώ λοιπόν μπαίνει η εξής παράμετρος. Επειδή οι κομματικές επιχειρήσεις δεν είναι σοσιαλιστικές νησίδες, αγκυροβολημένες σε απάνεμα λιμάνια, υφίστανται αντικειμενικά τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης, ανεξάρτητα από επιμέρους προσωπικούς χειρισμούς της διεύθυνσης. Ισχυριζόμενοι το αντίθετο θα ήταν σα να δίναμε βάση στα φληναφήματα πως μια άλλη κυβέρνηση με διαφορετικό μίγμα πολιτικής και διαχείρισης, θα μπορούσε να αποφύγει το σκόπελο της κρίσης. Η κρίση όμως υφίσταται αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που τη διαχειρίζονται.

Ο αντίλογος λέει πως εφόσον το κόμμα είχε προβλέψει στην ανάλυσή του το ξέσπασμα της κρίσης, (θα) μπορούσε να προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει και τις συνέπειές της. Προσωπικά θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση (και θα μπορούσα να ακούσω σχετικά με το θέμα, χωρίς προκατάληψη, οποιαδήποτε απροκατάληπτη άποψη που δεν έχει έτοιμα προκατ συμπεράσματα) αν και κατά πόσο έγκαιρα το κουκουέ ανέλυσε σωστά την κρίση, διαμορφώνοντας αντίστοιχα την τακτική του. Αλλά το συγκεκριμένο επιχείρημα θεωρώ πως προσφέρεται μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Η μελέτη και η γνώση της μαρξιστικής θεωρία για την κρίση δε μας καθιστά αυτομάτως καλούς «μάνατζερ» και γνώστες της αγοράς. Κι αντιστρόφως. Οι καλοί γνώστες της αγοράς και οι διάφοροι αετονύχηδες μπορούν να κάνουν μια καλή ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης ή και να συναισθάνονται κάποιες γενικότερες τάσεις, αλλά αυτό δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες γνώσεις πολιτικής οικονομίας και απέχει αρκετά από τη συγκεκριμένη μαρξιστική ανάλυση της πραγματικότητας.

Παρόλα αυτά η τέτοια ή αλλιώτικη διαχείριση της κατάστασης μπορεί να επιτείνει ή να μετριάσει αντιστοίχως τις συνέπειες της κρίσης. Με αυτή την έννοια η αυτοκριτική μπορεί να συμπεριλάβει και τους χειρισμούς των αρμόδιων οργάνων. Να εξετάσει τα δεδομένα, να κάνει καταμερισμό ευθυνών και να δει αν μπορούσε να υπάρξει κάποια διαφορετική εξέλιξη. Κι αυτή είναι μια κουβέντα που δε μπορεί να γίνει με καφενειακούς όρους κι υποθέσεις στον αέρα, αλλά νηφάλια, σοβαρά και υπεύθυνα. Με άλλα λόγια να γίνει σε μια συνεδριακή διαδικασία του κόμματος, για να παρθούν συλλογικές αποφάσεις απ’ τους εκλεγμένους αντιπροσώπους. Και κατά πάσα πιθανότητα αυτό ακριβώς έγινε και στο πρόσφατο συνέδριο του κουκουέ.

Το τι ακριβώς έγινε κι ειπώθηκε εκεί, προφανώς δεν το γνωρίζουμε κι ούτε έχουμε απαίτηση να το μάθουμε, για να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας να δοθούν απαντήσεις. Οι μόνες αναφορές που μπορεί να βρει κανείς σχετικά είναι κίτρινης προέλευσης –είτε αυτή αφορά τη δεοντολογία και την ποιότητα του «ρεπορτάζ», είτε τον πολιτικό χαρακτήρα κάποιων αναλύσεων. Δυστυχώς όμως έχει αποδειχτεί πως έχουν εσωτερική πληροφόρηση και δεν τα γράφουν όλα από την κοιλιά τους. Άλλη ιστορία βέβαια σε τι συμπεράσματα καταλήγουν.

Η γνωστή ιστοσελίδα για παράδειγμα παραδέχεται πως σε αυτό το σημείο η πώληση ή το κλείσιμο του σταθμού ήταν μονόδρομος. Αλλά συνεχίζει με το μονότονο μοτίβο πως αν το κουκουέ δεν είχε εγκαταλείψει την πολιτική γραμμή του 15ου συνεδρίου, μπούρου-μπούρου, θα είχε αποφύγει τις συνέπειες στα οικονομικά του, μπούρου.

Το συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί σε δύο τινά. Ή που πρόκειται για αθεράπευτη εμμονή που κολλάει με όλα, παντού και πάντα, πχ σήμερα το πρωί ξύπνησα με ένα πονοκέφαλο, ο καφές ήταν χάλια και σα να μην έφτανε αυτό με χώρισε και η γυναίκα μου. Αλλά αν το κουκουέ δεν είχε εγκαταλείψει το 15ο συνέδριο… κτλ. Είτε –για να σοβαρευτούμε και να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- σημαίνει πρακτικά το εξής απλό: αν το κουκουέ μιλούσε για συνεργασίες, ενδεχομένως και για κυβέρνηση, θα είχε καλύτερα εκλογικά ποσοστά και διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες για να διαχειριστεί την κατάσταση -κι όλα τα άλλα είναι ιστορίες για αγρίους. Πραγματικά τρομερό σκεπτικό.

Ασχέτως αυτού βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν και δεν είναι θέμα κουτσομπολιού ή περιέργειας να πάρουν απάντηση. Για το αν ο τηλεοπτικός 902 έπρεπε να κλείσει μερικά χρόνια νωρίτερα, με το ξεκίνημα της κρίσης. Για το αν συζητήθηκαν στο συνέδριο οι δυσοίωνες προοπτικές του σταθμού και το ενδεχόμενο πώλησής του ή οι εναλλακτικές που είχαμε. Για το αν υπήρχε πρόταση συμφέρουσας εξαγοράς της τυποεκδοτικής στην αρχή της κρίσης και γιατί δεν προτιμήθηκε από τη σμίκρυνση του κύκλου των εργασιών της. Όπως είπαμε και πριν, περιμένουμε πειστικές απαντήσεις από την κε σε αυτά τα ζητήματα.

Εγώ θα προσθέσω και μερικά ακόμα ερωτήματα , λίγο διαφορετικά.
Όσοι είναι κοντά στο κόμμα, γνώριζαν όντως πολύ καλά τη δραματική κατάσταση των οικονομικών του κουκουέ, που ουσιαστικά βρίσκεται σε οικονομική εξόρμηση διαρκείας, δώδεκα μήνες το χρόνο. Πόσοι γνωρίζαμε όμως ότι έμπαινε αυτό το ενδεχόμενο για τον 902 –τηλεόραση και ραδιόφωνο; Δε θα ‘ταν σκόπιμο να δοκιμάζαμε μια θεματική οικονομική εξόρμηση ειδικά για τη σωτηρία του 902 –έστω του ραδιοφώνου; Δε θα μπορούσε να διαχωριστεί η τύχη του από τον τηλεοπτικό 902; Θα πει κανείς, άλλο η κάλυψη ενός χρέους κι άλλη ιστορία τα ελλείμματα που συσσωρεύονται χρόνο με τον χρόνο. Με την ίδια λογική όμως, άλλες οι απαιτήσεις της τηλεόρασης, και άλλης κλίμακας οι δαπάνες του ραδιοφώνου.

Επίσης. Το κόμμα είχε εξηγήσει ανοιχτά από πέρσι ήδη την κατάσταση που επικρατούσε και τους λόγους που το οδήγησαν στο κλείσιμο τότε του σταθμού. Δεν έπρεπε όμως να εξηγηθούν ανοιχτά κι επίσημα από την πρώτη στιγμή οι λόγοι που επαναλειτούργησε κι εντάχτηκε στο ψηφιακό μπουκέτο; Ο καθένας μπορούσε ίσως να το μαντέψει, παρακολουθώντας αμήχανα τις εξελίξεις, δεν χρειαζόταν όμως και μια επίσημη ανακοίνωση;

Θα μου πεις πως αυτά είναι δευτερεύοντα, επικοινωνιακά ζητήματα. Ενδεχομένως. Εκεί ακριβώς μας χτυπάνε όμως αυτό το διάστημα. Στην αδιαφάνεια και στο ότι είμαστε μία από τα ίδια με τα μούτρα τους. Καθόλου τυχαία η στοχευμένη ανακοίνωση της εσηεα εστίασε σε αυτό ακριβώς το σημείο: στο χαμένο ηθικό πλεονέκτημα του κκε σαν εργοδότη. Προφανώς δεν πρόκειται για κάποιο ουσιαστικό αντίλογο, δημιουργεί όμως εντυπώσεις σε ένα ζήτημα που θα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας –και όσοι σφοι ανοίγουν κουβέντες στον χώρο τους, συναντάν ήδη το πολυφορεμένο αντεπιχείρημα ‘αφού και το κκε κάνει απολύσεις στις δικές του επιχειρήσεις’.
Θέλω να πω εν κατακλείδι ότι σ’ αυτή την περίπτωση το επικοινωνιακό δεν είναι ακριβώς δευτερεύον ζήτημα.

Εκτός από αυτό όμως υπάρχει κι η ουσία. Το κόμμα καλείται να κάνει αυτό που ζητά από το λαό: να βγάλει συμπεράσματα. Να καταμερίσει ευθύνες για τη συγκεκριμένη υπόθεση –όπως πιθανόν να έχει ήδη κάνει- αλλά πρωτίστως να γενικεύσει την πείρα για το πώς θα πορευτεί από εδώ και πέρα. Επειδή το κείμενο έχει ήδη ξεφύγει αρκετά σε έκταση δε μας παίρνει να το αναλύσουμε εδώ. Αλλά η περιπέτεια των τελευταίων χρόνων με τις κομματικές επιχειρήσεις προσφέρεται για άκρως διδακτικά συμπεράσματα σχετικά με το σκοπό, τον χαρακτήρα τους, τον τρόπο λειτουργία τους και τις ειδικές σχέσεις που θα έχουν όσοι σύντροφοι δουλεύουν σε αυτές. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό κομμάτι της αυτοκριτικής που πρέπει να γίνει.

Έγραψα και πριν πως η συζήτηση αυτή είναι δύσκολη κι αυτό ισχύει για ένα λόγο παραπάνω, με τους διάφορους καλοθελητές που περιμένουν στη γωνία για να σπεύσουν να την αξιοποιήσουν για τα δικά τους τροπάρια. Είναι επιβεβλημένη ανάγκη όμως να γίνει και ο τελευταίος προσυνεδριακός αποτελεί ένα πολύ καλό προηγούμενο και μπούσουλα για τον τρόπο διεξαγωγής του. Κι εφόσον το θέμα μας είναι ο 902, ένα πρόσφατο παράδειγμα για το πώς συνδυάζεται η συζήτηση –ακόμα και οι δημόσιες διαφωνίες- με την κομματικότητα, μας δίνει η περίπτωση του θ. λαπαναΐτη και το πρωτοσέλιδο του κυριακάτικου ρίζου, όπου ανακοινώνεται πως ο σφος χαρίζει το σύνολο σχεδόν της αποζημίωσής του στο κόμμα. Αν τυχόν δε σας λέει κάτι το όνομα, μπορείτε να θυμηθείτε εδώ την επιστολή του στον τελευταίο προσυνεδριακό. Κι ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τις ενστάσεις του, ή από την μελλοντική εξέλιξη αυτών των διαφωνιών η κίνησή του δείχνει ποιο είναι το ήθος κι η κομματικότητα των μελών του κουκουέ και με ποιον τρόπο διεξάγουν ανοιχτό διάλογο.

Αυτά νομίζω πως είναι αρκετά για αρχή. Αν πάντως κάποιος στα σχόλια φιλοδοξεί να δυσκολέψει τη συζήτηση, μπορεί να υπολογίζει από τώρα μια θέση στον κουβά με τα ανεπιθύμητα.