Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ο καλός μπάτσος

Οι μπάτσοι δεν είναι του λαού παιδιά. Δηλ είναι, γιατί κυρίως φτωχόπαιδα πάνε σε τέτοιες δουλειές και δεν υπάρχει κάποιος που να έχει λυμένο το βιοποριστικό και να τις κάνει για ευχαρίστηση. Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε, όπως φώναζε ο κόσμος στις πορείες. Άλλο αν στην πορεία (τους) μαθαίνουν να το ευχαριστιούνται κιόλας σαδιστικά.

Δεν μπορούμε λοιπόν βάση θέσης και του ρόλου που καλούνται να παίξουν να υπολογίζουμε πως θα συμπεριφερθούν σύμφωνα με την καταγωγή τους. Δεν είναι δηλ σαν τους φαντάρους, που μπορεί την κρίσιμη ώρα να περάσουν μαζικά με το μέρος μας και ν’ απειθαρχήσουν στις διαταγές των ανωτέρων τους. Και δεν είναι τυχαίο πως στο πολυτεχνείο, όταν έριξε την πύλη το τανκ, οργίασαν οι ασφαλίτες, ενώ μες στους στρατιωτικούς μπορεί να ‘ταν και πιο μετριοπαθή στοιχεία με στοιχειώδη αξιοπρέπεια που έσωσαν κάποιους φοιτητές απ’ το ξύλο και τη σύλληψη.

Θα μου πεις, (ακόμα) παλιότερα, υπήρχαν κάποιοι δικοί μας –ή απλώς έντιμα στοιχεία- και στην χωροφυλακή. Αλλά ο κρατικός μηχανισμός εξελίσσεται και διορθώνει τα αδύναμα σημεία του. Το ίδιο έκανε και με το πολυτεχνείο. Τότε δεν υπήρχαν ματ. Αυτά δημιουργήθηκαν επί… δημοκρατίας. Κι ο δοτός πρωθυπουργός της (πειραματικής φιλελευθεροποίησης της) χούντας μαρκεζίνης είχε πει πως αν η κυβέρνησή του είχε στη διάθεσή της τέτοιες μονάδες, δε θα χρειαζόταν η επέμβαση του στρατού για να αποκαταστήσει την τάξη. Διόλου τυχαία λοιπόν η οργάνωση (κνε) είχε από τα πρώτα της συνέδρια ως θέση και στόχο πάλης την κατάργηση των ματ.

Οι αναρχο-μπάχαλοι βέβαια στοχοποιούν φετιχιστικά το όργανο της τάξης ή γενικά το κράτος, χωρίς να εμβαθύνουν πολύ στο ζήτημα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η τάξη που αποκαθιστούν τα ματ (μονάδες αποκατάστασης της τάξης). Απ’ αυτόν τον χώρο βγήκε και το σύνθημα «μπάτσος καλός μόνο νεκρός» που απαντάει και στο κλισέ αστυνομικό κόλπο του καλού και του κακού μπάτσου στις ανακρίσεις.

Ο μαγικός κόσμος της τηλεόρασης διορθώνει το κλισέ από την ανάποδη, παρουσιάζοντας μια ειδυλλιακή εικόνα του καλού και του (ακόμα) καλύτερου μπάτσου. Η μικρή οθόνη είναι γεμάτη από ήρωες μπάτσους, ευαίσθητους μπάτσους, μπάτσους ατακαδόρους, μπάτσους γαμάτους, μπάτσους cool, μπάτσους πρότυπα προς μίμηση. Κι έτσι κατορθώνει να εξοικειώσει εν μέρει το κοινό της με τον αστυνόμο, να τον καταστήσει κομμάτι της καθημερινότητας, έναν από εμάς, συμπαθή σε τελική ανάλυση.
Οι μπάτσοι είναι φίλοι μας…

Η κε του μπλοκ κάνει σήμερα μια σχετική αναδρομή στις τηλεοπτικές –κι όχι μόνο- αναμνήσεις της από φιγούρες μπάτσων με τέτοιες κι αλλιώτικες περιπτώσεις.

Ο πρώτος μπάτσος που συμπάθησα ήταν ο βασιλιάς της γκάφας αστυνόμος σαΐνης. Μαζί και τον επιθεωρητή κουίμπι που την πατούσε με κάθε πιθανό τρόπο με τα χαρτάκια που αυτοκαταστρέφονταν σε δέκα δευτερόλεπτα. Αν και θα ήθελα να δω κι ένα εναλλακτικό φινάλε με μια νίκη του μαντ –όπως σε κάποιους είχε γίνει απωθημένο να πιάσει επιτέλους ο γούλι κογιότ το αναθεματισμένο μιτ-μιτ κι είχαν πληρώσει κιόλας για να γυριστούν τέτοια επεισόδια. Η πραγματικά αντιπαθής στην όλη υπόθεση ήταν μάλλον η ανιψιά του πένι, με το γκατζετάκι που νικούσε τα πάντα.
Σήμερα το χιούμορ του σαΐνη μου φαίνεται προφανώς παιδικό και ξεπερασμένο. Αλλά αυτό που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω είναι οι φοβερές φωνές της μεταγλώττισης και η μουσική από το σήμα έναρξης –και στις δύο ελληνικές του εκδοχές.

Σχέδιο κι αίσθημα ευθύνης. Αστυνόμος σαΐνης…

Στην κατηγορία των παιδικών συμπεριλαμβάνεται το μίκυ μυστήριο, στην πιο συμπαθητική εκδοχή ενός γενικά αντιπαθητικού ποντικού, ο αστυνόμος της φρουτοπίας με τη φωνή του τάσου κωστή και το δίδυμο της συμφοράς με τους αξιαγάπητους αδελφούς ντιμπόν από τον –όχι το ίδιο αξιαγάπητο- τεν-τεν. Στην ίδια κατηγορία συγκαταλέγεται μάλλον ο ρόμποκοπ και ο υπαστυνόμος ρεξ, που πήρε μάλλον την ιδέα από το λαγωνικό Κ-9 σε μια ταινία με τον μπελούσι.

Από τα παιδικά χρόνια προέρχεται κι η ανάμνηση του έντι μέρφι ως μπάτσος του μπέβερλι χιλς, που έδωσε ρεσιτάλ –αλλά αυτό είναι μάλλον υποκειμενικό. Αυτό που δεν είναι υποκειμενικό είναι το μουσικό θέμα της ταινίας, που αντικειμενικά τα σπάει.


Από την ίδια δεκαετία ξεχωρίζει ο (μακαρίτης πια) λέσλι νίλσεν στις τρελές σφαίρες –διαχρονικά η πιο κωμική αστυνομική ανάμνηση. Εκτίμησα με σχετική καθυστέρηση τη μεγάλη των μπάτσων σχολή. Άκρως αντιδραστική ιδέα οι αστυνομικές περιπολίες πολιτών, αλλά ξεχώριζε μεταξύ πολλών άλλων ο τίμιος γίγαντας χάιτάουερ που έπαιζε παλιά ράγκμπι κι απεβίωσε κι αυτός πρόσφατα. Δε με τρέλανε ιδιαίτερα ο μελ γκίμπσον στο φονικό όπλο, αλλά μου έχει μείνει η σκηνή που βγάζει μόνος του τον ώμο του για να κερδίσει ένα στοίχημα και τον ξαναβάζει στη θέση του αργότερα.

Από σειρές υπήρχαν η ομάδα δράσης 21, ένα αγγλικό σίριαλ με τον μπιν (rowan atkinson) και τις καθημερινές ιστορίες ενός αστυνομικού τμήματος και ο στρίπερ με στολή αστυνομικού ντάνι ντεβίτο ως guest στα φιλαράκια. Από τα πιο πρόσφατα υπάρχουν διάφορες σειρές: dexter, lapd, csi για τις οποίες η κε του μπλοκ δεν έχει προσωπική γνώμη, αλλά θεωρεί πως προωθούν πιο εκλεπτυσμένα και συστηματικά την εικόνα του γαμάτου μπάτσου. Η τελευταία μάλιστα είχε μια καλτ μεταφορά ή έστω αντιγραφή στα ελληνικά δεδομένα με τη σειρά «ίχνη».

Κι αφού αναφερθήκαμε σε ελληνικές σειρές, η πιο συμπαθητική φυσιογνωμία μπάτσου είναι πιθανότατα ο πέτρος φιλιππίδης στις έκτακτες εμφάνισή του στους απαράδεκτους (σκασμός εγώ μιλάω)· όπου έφαγε τον περίδρομο και ζητούσε εξηγήσεις για τους ανατρεπτικούς στίχους: θα σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε, για να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε.

Ο πιο απογοητευτικός ρόλος ήταν μετά τις ανατροπές, στο κανάλι του κυριακού, με το βέγγο να παίζει τον υπαστυνόμο θανάση παπαθανάση. Μια μάλλον ατυχής στιγμή ως προοίμιο του άσχημου υστερόγραφου που μας άφησε με την ατάκα του στην «ψυχή βαθιά» του βούλγαρη: μα έλληνες να τουφεκάνε έλληνες; Ο βέγγος συμπρωταγωνιστούσε με τον χατζηχρήστο και στην ταινία ο ηλίας του 16ου.

Στον αστυνόμο παπαθανάση έπαιζε κι ο ηθοποιός που έκανε τον καλό μπάτσο και στην ταινία του δαλιανίδη «όταν οι ρόδες χορεύουν», όπου πήγαινε να φρονηματίσει τους ταραξίες ενός κοινοβίου κι αυτοί του έπιαναν την κοινωνική ανάλυση: είμαστε παιδιά προβληματικά, είδαν τα ματάκια μας πράγματα κακά, ζήσαμε στη φτώχια και την αγωνία, σ’ όλα φταίει η άτιμη η παλιοκοινωνία…

Το προλεκάλτ στα καλύτερά του!

Θυμάμαι επίσης το βλαδίμηρο κυριακίδη στους ασυνήθεις ύποπτους (δε φωνάζω, έμφαση δίνω) και το δικό μας lapd με τον ιεροκλή μιχαηλίδη. Αλλά οι πραγματικά μεγάλες κωμωδίες ήταν το τμήμα ηθών με το σύντροφο γκλέτσο κι ο αστυνόμος θεοχάρης (που ελάχιστοι θυμούνται με το πραγματικό του όνομα) από το καλημέρα ζωή του φώσκολου.


Τι έχει μείνει αταξινόμητο για το κλείσιμο;
Ο μπαλούρδος της ελληνοφρένειας. Οι παρα-αστυνομικοί παρακρατικοί ήρωες τύπου πουαρώ και σέρλοκ χολμς. Ο αρκουδέας από τη δεκαετία με τις βάτες (με ματ κι ανδρέα για μια ελλάδα νέα). Κι η κατά λάθος ηρωίδα των δελτίων ειδήσεων που ήταν μπροστά στη δολοφονία του παύλου φύσσα και επενέβη για πει: ε όχι και μαχαίρι…


Ίσως βέβαια όλα αυτά να έπρεπε απλώς να μπουν σε μια ψηφοφορία στο πλάι και να μην ταλαιπωρούν τη βάση του μπλοκ που διψά για πιο σοβαρές αναλύσεις. Αλλά νομίζω πως οι ψηφοφορίες ανήκουν πια στο παρελθόν και σε μια προηγούμενη φάση της κε του μπλοκ που εξελίσσεται –όχι πάντα προς το καλύτερο…

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Το όνομά μας είναι η ψυχή μας

Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Κι αυτό είναι κάτι που το έχουν μάθει από πρώτο χέρι με οδυνηρό τρόπο οι κομμουνιστές, βλέποντας πολλά κκ να μεταλλάσσονται σε μια νύχτα και να απαρνούνται το παρελθόν τους, κρατώντας ως ευφημισμό το όνομα χωρίς την χάρη. Όπως απαντούσε και ο ανδρέας στο νονό, σε ένα παλιό σκετσάκι του χάρρυ κλυνν: -με το σοσιαλισμό καμία σχέση; Όχι, όχι… απλή συνωνυμία!

Κι ίσως τελικά να είχαν πιο τίμια στάση –μες στην ατιμία τους- όσοι δε συνέχισαν να δηλώνουν κάτι που δεν ήταν και δεν το πίστευαν πια. Αν και οι περισσότεροι κράτησαν ως παράσημο τον τίτλο του πρώην κομμουνιστή για να τον εξαργυρώσουν, να έχουν διεισδυτικότητα στο αριστερό ακροατήριο και απτή αξία χρήσης για τους αστούς εργοδότες τους.

Από την άλλη όμως είναι βέβαιο πως αν είσαι παπάς α. με την αράδα σου θα πας και β. οπωσδήποτε θα φοράς ράσα, ώστε η μορφή να συμβαδίζει με το περιεχόμενο. Το θέμα είναι τι ράσο διαλέγουμε να φορέσουμε και τι όνομα πιστεύουμε πως ταιριάζει στο παιδί μας ή το πολιτικό μας τέκνο (βλέπε εδώ και μια παλιότερη ανάρτηση με αντίστοιχο περιεχόμενο και τον ίδιο τίτλο, πριν τα ανορθόγραφα βαφτίσια της ανταρσύα).

Ας δούμε πώς μπορεί να επηρεάσει ένα παιδί το όνομα που θα του διαλέξουν οι γονείς ή ο νονός του. Αν είσαι βασίλης πχ, μπορείς να χαίρεσαι που είσαι συνονόματος με το βασίλη ζούμε για να σε ακούμε στα παλιά σου παπακωνσταντίνου, το βιρτουόζο της μπάλας χατζηπαναγή –ή βάσια, όπως ήταν το ρώσικο χαϊδευτικό του- και τον ένα και μοναδικό στο είδος του βασίλη ραφαηλίδη. Ή ακόμα να ταυτιστείς με την ιστορία του ήρωα του στάλινγκραντ βασίλι ζάιτσεφ.

Υποψιάζεσαι βέβαια πως η ρίζα του ονόματος πρέπει κατά βάθος να συνδέεται με το παλάτι και το βασιλιά, αλλά αυτό ακούγεται ακόμα πιο έντονα κι άσχημα στις βασιλικές ή ακόμα χειρότερα στην κόρη της αλέκας, τη βασιλεία, που κάθε άλλο παρά όνομα και πράγμα είναι, αν σκεφτεί κανείς τις ρίζες της και τη συνονόματη γιαγιά της που επί… βασιλείας ήταν εξόριστη στην κίμωλο.

Αν λέγεσαι μάρκος, σκέφτεσαι πως ανήκεις στην ίδια συνομοταξία με κορυφαίες προσωπικότητες, σαν το βαμβακάρη, το βαφειάδη –αν κι αυτός λάκισε νωρίς-, παλιότερα τον μπότσαρη, από τους ξένους το βαν μπάστεν, ε και το σεφερλή από τους «κωμικούς», αλλά αυτό μάλλον προσπαθείς να το ξεχάσεις.

Αν πάλι είσαι λεωνίδας, μπορείς να ταυτιστείς με το λέο μέσι (αν και προέρχεται από το λιονέλ), με το λάιονελ από τους θάντερκατς (με την ίδια λαθροχειρία), το λεωνίδα με τους τριακόσιους από την αρχαιότητα ή αυτόν με τους τριακόσιους οπαδούς και τη φυσαρμόνικα από τους πιο σύγχρονους, αν έχεις ανανεωτικά γούστα.

Πιο ιντριγκαδόρικους συνειρμούς όμως προκαλεί το όνομα «αλέξανδρος» και τα διάφορα χαϊδευτικά του. Από την αλέκα και τον μελλοκυβερνήτη αλέξη που πήρε το δαχτυλίδι από τον αλέκο, ως το μεγαλέξανδρο, τον αλέκο αλεξανδράκη και το δίδυμο κούγια-λικουρέζου από τους δικηγόρους.

Αν πάντως οι γονείς του παιδιού είναι δικοί μας και θέλουν ένα στρατευμένο όνομα για το αγόρι τους, η πιο συχνή επιλογή είναι το «άρης» προς τιμήν του βελουχιώτη κι από κοντά ακολουθεί το «νίκος» (προς τιμήν του ζαχαριάδη, του μπελογιάννη ή και του πλουμπίδη ακόμα) που παραπέμπει ευθέως στη νίκη του λαού (νικόλαος). Εκτός κι αν έχουμε πέσει σε αρειανό μπασκετικό πατέρα που ήθελε να τιμήσει την ομάδα του και τον γκάλη.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το παιδί μπορεί να αποστατήσει και να μη γίνει ούτε κομμουνιστής ούτε αρειανός. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι κι ο λαοκράτης χαλβατζής, ο πασόκος αδελφός του σπύρου, που δέχεται αλλεπάλληλα οικογενειακά χτυπήματα από τη μοίρα.

Μπορούμε επίσης να συναντήσουμε (ιω)σήφηδες και βλαδίμηρους προς τιμήν τους στάλιν και του λένιν –εκτός από τους κρητικούς, που είναι πάππου προς πάππο πασοκτζήδες κι άντε το πολύ-πολύ να ροδίσουν λίγο. Και λιγότερο συχνά κάρολους (όπως το γιο του ρούση) και φρειδερίκους, προς τιμήν των κλασικών.

Στα γυναικεία ονόματα δεσπόζει νομίζω το «ρόζα» από την πολωνή επαναστάτρια κι ακολουθεί το «ηλέκτρα» προς τιμήν της αποστόλου με το μαρτυρικό θάνατο επί κατοχής. Πέρα από τα διάφορα εαμικά ονόματα (λαοκρατία, ελευθερία, κτλ) στη μεταπολεμική περίοδο ήταν πολύ δημοφιλές και το «ειρήνη» που έφτασε μαζί με το φιλειρηνικό κίνημα στο απόγειό του στα χρόνια της μεταπολίτευσης και του μπρέζνιεφ.

Στη λέσβο κυρίως –αλλά και σε άλλα μέρη- απαντάται συχνά και το «μοσχούλα» για την πρωτεύουσα της επανάστασης με την κόκκινη πλατεία, ενώ πιο σπάνια βρίσκουμε και το όνομα "σοβιετία". Κι αν αυτό φαίνεται κάπως γραφικό σήμερα σε κάποιους, ας συνεκτιμήσουν το γεγονός πως στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρχαν μερικές ακόμα πιο «ακραίες» επιλογές.

Ο σοβιετικός κυριούλης μας είχε πει πχ πως ο ρώσικος λαός εξέφραζε τον αυθόρμητο ενθουσιασμό του για τα τεχνολογικά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της επανάστασης με αντίστοιχα ονόματα για τα νεογέννητα μωρά εκείνης της περιόδου. Κι έτσι μπορούσε να συναντήσει κανείς το γυναικείο όνομα «αποχέτευση», που ήταν πολύ σπουδαία κατάκτηση για την εποχή.
Επίσης μια φίλη μου διηγούταν πως στην τάξη της μετά τις ανατροπές είχαν ένα συμμαθητή από την αλβανία με το όνομα μαρινγκλεν (marenglen) που δεν ήταν κάποια περίεργη παραφθορά του δικού μας «μαριλένα» αλλά προερχόταν από τις αρχικές συλλαβές των τριών κλασικών: μαρξ-ένγκελς-λένιν, και την πρωτότυπη σύνθεσή τους, τρία σε ένα.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως υπάρχει μια γενικευμένη τάση επιστροφής σε γυναικεία ονόματα της αρχαιότητας. Κι έτσι δίπλα στην ηλέκτρα βλέπει συχνά κανείς σήμερα τη «δάφνη» και την «άρτεμη». Αυτό το είχε περιγράψει πολύ γλαφυρά ο (χυδαία αντιδραστικός κατά τα άλλα) πανούτσος για τις νεφέλες και τις δανάες του σύριζα, που συγκρούονται με τους λιάκους και τις μαρίες της χρυσής αυγής.
Πέρα από την χοντροκομμένη σχηματική γενίκευση του πανούτσου, που χαρίζει συλλήβδην τα λαϊκά ονόματα στους χρυσαυγίτες, υπάρχει μια βάση για την «ψαγμένη» και κουλτουριάρα αριστερά των σαλονιών και της προόδου. Κι αυτό μπορεί να το βρει κανείς πχ σε ένα φοιτητικό σύλλογο αρχιτεκτόνων, όπου πέρα από τα πολύχρωμα σαλβάρια και τη μεταφορά του ξιπόλητου τάγματος της κατοχής στα σημερινά δεδομένα, τα ονόματα που ακούει συνήθως κανείς κυμαίνονται από το «ερνεστίνα» μέχρι το «γιασμίνα» και πάει λέγοντας.
Σε βαθμό που να αρχίσει να νιώθει μειονεκτικά, αν το δικό του όνομα είναι τελείως κοινότυπο.

Παρακάμπτουμε σκόπιμα τα βαφτίσια κατοικίδιων ζώων και κομματόσκυλων του κινήματος (σαν το λουκάνικο και τον κανέλλο) για να κλείσουμε την ανάρτηση με μια μικρή αναφορά στα ονόματα των άψυχων φορέων κι οργανισμών, όπως ένα μαγαζάκι ή μια μικρή φίρμα. Θέση στο αφιέρωμα έχουνε δικαιωματικά το φροντιστήριο «διαλεκτική», που αν δεν κάνω λάθος το ‘χουν κάτι παλιοί μουλάδες και η σχολή οδήγησης «καθοδήγηση», αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Η κε του μπλοκ είναι σε θέση να γνωρίζει και την ιδέα ενός σφου αναγνώστη για ένα ταξικό ουζερί με τον άκρως δηλωτικό τίτλο «πάλη των αποστάξεων». Κι αν το δίνω στεγνά στη δημοσιότητα είναι γιατί δεν το κόβω να υλοποιείται στα κοντά

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Για το 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ

Σε αυτό το ρεύμα που στα δυο έχει σχιστεί…

Πριν από οτιδήποτε άλλο , η κε του μπλοκ οφείλει να ξεκινήσει με μια βασική παραδοχή: το τελευταίο διάστημα βρίσκεται μακριά από την πατρική εστία και το πριν που αγοράζει σταθερά ο άβερελ. Συνεπώς δεν παρακολουθεί πολύ στενά τις προετοιμασίες, το διάλογο και τις διεργασίες εν όψει του τρίτου συνεδρίου του ρεύματος, που ξεκινάει την παρασκευή. Επειδή όμως ουδέν κακό αμιγές καλού, αποφεύγω τουλάχιστον να εκνευρίζομαι συχνά με κάποια κείμενα σαν κι αυτό για την …υπόθεση μπογιόπουλου (το περιβόητο μπογιό-gate) που παίρνει ως αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης τις ρουφιανιές του σταυρόπουλου στο βήμα. Και να φανταστείς πως ο σκαμνάκης είναι από τις ήπιες περιπτώσεις αντικουκουεδίλας στην εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς, χωρίς δείγματα χυδαίας γραφής μέχρι τώρα.

Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι πως η κε του μπλοκ έχει απομακρυνθεί και ψυχολογικά από την περίοδο που έβρισκε ενδιαφέρον στην κριτική-πολεμική στον πολιτικό λόγο και τα επιχειρήματα του χώρου –κάτι που αποτυπωνόταν εν μέρει στα κείμενα, το αναγνωστικό κοινό και τα σχόλια του μπλοκ. Συνεπώς η σημερινή εισήγηση μπορεί να έχει τα πλεονεκτήματα της απαραίτητης αποστασιοποίησης, αλλά και όλα τα μειονεκτήματα που μπορεί να προκύπτουν από αυτήν την απόσταση –πχ έλλειμμα ‘εσωτερικής πληροφόρησης’.

Ας επιμείνουμε λίγο ακόμα σε αυτό το σημείο. Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός πως έχουν αυξηθεί στο ρίζο και την κομεπ οι αναφορές κι η κριτική σε θέσεις και πρακτικές του εξωκοινοβουλίου –ενώ παλιότερα αναφέρονταν από σπάνια ως ποτέ. Αυτό από την πλευρά της ανταρσύα πχ εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα πίεσης που ασκεί στις γραμμές μας η δική τους γραμμή για τα μεταβατικά αιτήματα και καρπός της ανάγκης της βάσης για πειστικές εξηγήσεις για τη σεχταριστική τακτική της ηγεσίας, την άρνηση για κοινή δράση, κοκ. Αυτή η λογική βέβαια εντάσσεται αρμονικά στη λογική «μονά-ζυγά δικά μας» που αναλύσαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση. Αν κάποιος μας ασκεί κριτική, πάει να πει πως έχει θορυβηθεί κι ενοχλείται από την παρουσία μας, γι’ αυτό και μας επιτίθεται, για να φανατίσει και να συσπειρώσει τον κόσμο του. Αν πάλι δε μας δίνει σημασία και τον αφήνουμε αδιάφορο, βρε καλώς το λέω το πάθος το παράφορο. Φως φανάρι πως αποσιωπά τις θέσεις μας γιατί φοβάται να αντιπαρατεθεί ανοιχτά με αυτές. Κορώνα κερδίζουμε, γράμματα χάνουν οι άλλοι.

Προσωπικά δίνω πάντως μια τελείως διαφορετική εξήγηση, που έχει να κάνει με τη μετατόπιση όλου σχεδόν του πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά. Για να το θέσω πιο απλοϊκά, από τη στιγμή που ο σύριζα πχ γίνεται το νέο πασοκ, η αντιπαράθεση μαζί του δεν αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για το μέσο σφο, ούτε έχει και τόσο ενδιαφέρον στην τελική. Οπότε δημιουργείται ένα κενό και ένα περίσσευμα που πρέπει να διοχετευτεί κάπου. Κι αυτό το κάπου είναι η ανταρσύα –που επίσης έχει μετατοπιστεί δεξιά κατά τη γνώμη μου. Αν λοιπόν το ενδιαφέρον για κάποιους συντρόφους είναι πως έχουν βρει έναν καινούριο σύριζα να αντικαθιστά τον παλιό για να παίζουν, για μένα αυτός ακριβώς είναι λόγος που ατόνησε το δικό μου ενδιαφέρον και έχω σταματήσει να παρακολουθώ στενά τα τεκταινόμενα στον χώρο.

Υπάρχει όμως ένα ακόμα σημείο, που είναι ίσως και το πιο σημαντικό σχετικά με τις θέσεις και τις προγραμματικές επεξεργασίες του ρεύματος. Για ποιο λόγο να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με τις θέσεις (κείμενο εργασίας τέλος πάντων) και την απόφαση του συνεδρίου του ναρ, απ’ τη στιγμή που δεν επηρεάζουν ιδιαίτερα τα μέλη του στον τρόπο που συγκροτούν το δικό τους πολιτικό λόγο και εκθέτουν τις προσωπικές τους απόψεις;

Θα αλλάξει πχ τίποτα στον πολιτικό λόγο του πι-πι που θέλει λαϊκό μέτωπο και αριστερή κυβέρνηση γύρω από το σύριζα, γιατί αλλιώς θα μας ξεπεράσουν τα γεγονότα –όπως λέει στο τελευταίο βιβλίο του; Μήπως θα επηρεαστεί στο παραμικρό ο βαθιά συστημικός λόγος του δελαστίκ –ο οποίος έχει τουλάχιστον, σε αντίθεση με τον πι-πι, αρκετή κουκουέ παιδεία από το διεθνές ρεπορτάζ του ρίζου, για να ξεχωρίζει μια ιμπεριαλιστική επέμβαση από μια γνήσια λαϊκή εξέγερση, όπως στην περίπτωση της λιβύης; Και με τι θα ‘ρθει σε επαφή ο περισσότερος κόσμος; Με τις επίσημες αναλύσεις του ναρ ή με αυτές του πι-πι και του δελαστίκ;

Μήπως πάλι θα αλλάξει τίποτα στον γεροντοέρωτα του μπιτσάκη για την παναριστερά και την κυβερνητική προοπτική; Δεν είναι φανερό πως με τις δηλώσεις του και τις συνεντεύξεις του εκθέτει τον εαυτό του –που στα γεράματα ξαναέθεσε το ερώτημα «ρήξη ή ενσωμάτωση» για να απαντήσει το δεύτερο- όσο και τους συντρόφους του στο ρεύμα που προσπαθούν να τον υπερασπιστούν δικαιολογώντας κάθε φορά τα ασυμμάζευτα;

Πώς μπορεί να πάρει κανείς στα σοβαρά την ίδια τη λειτουργία και το καταστατικό του ναρ, που προβλέπει διεξαγωγή συνεδρίου τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια (τρώει σκόνη το καταστατικό του κκε που τα προβλέπει ανά τετραετία) ενώ στην πράξη καταστρατηγείται και τα συνέδρια γίνονται περίπου ανά οκταετία; Φέτος μάλιστα έσπασε για ένα μόλις μήνα η ακολουθία (ίδρυση το 90’, πρώτο συνέδριο το 98’, δεύτερο το 06’, τρίτο δεκέμβρη του 13’ αντί για το 14’) που συνέπιπτε χρονικά με κάθε δεύτερο μουντιάλ.

Τα ίδια περίπου ισχύουν και στο μετωπικό σχήμα της ανταρσύα, όχι μόνο στο οργανωτικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Γιατί να πάρει κανείς τοις μετρητοίς το πολιτικό πλαίσιο και τις αποφάσεις της ανταρσύα, πχ για το ζήτημα των συμμαχιών και της συμπόρευσης, εφόσον δεν το σέβονται ούτε οι ίδιες οι συνιστώσες της κι επιμένουν να καταθέτουν σε κάθε ευκαιρία από την αρχή –όπως τώρα στη συζήτηση με το μέτωπο του αλαβάνου- τη δική τους αντίληψη για το μέτωπο και την τακτική του;

Μου είχε πει σε κάποια φάση ο μήτσος από το φυσικό, όταν ήταν στο φόρτε της η συζήτηση για το χρέος, ότι στην αντιπαράθεση με τους κνίτες τότε, μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα ίδια ακριβώς αντεπιχειρήματα που είχε κατά της χαρι-τάσης στο εσωτερικό του ρεύματος. Εγώ πάλι θα έλεγα ότι οι σημερινοί σύμμαχοι του ρεύματος (και κάποια μέλη του) μπορούν να χρησιμοποιήσουν εναντίον του τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που έχει το ναρ στην κριτική κατά του κκε. Να του αντιστρέψουν δηλ μπούμερανγκ τα δικά του επιχειρήματα.

Όταν η συζήτηση περιορίζεται σε απλοϊκά σχηματικά δίπολα (καταστροφικός σεχταρισμός ή ενότητα και κοινή δράση) γιατί να μη συμπεριλάβει κι εσένα στο κάδρο του σεχταρισμού, που δεν ανοίγεις την αγκαλιά σου στο σφο αλαβάνο; Όταν πάλι έχεις επιχειρηματολογήσει εξαντλητικά για τη δυνατότητα αυτονόμησης του αιτήματος της αποδέσμευσης από την εε, γιατί να μη γίνει το ίδιο και για το νόμισμα, την ελε ή την παύση πληρωμών, αντί να τα μεταθέτουμε όλα σε ένα απώτερο μακρινό μέλλον; Αφού θέλουμε νίκες στο σήμερα.

Μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι το ρεύμα έχει πραγματοποιήσει στο ενδιάμεσο δύο ενδιαφέρουσες θεματικές συνδιασκέψεις (για την κρίση και το επαναστατικό υποκείμενο), πλούσιες εκδηλώσεις –αν και με ένα μεταμοντέρνο πολυσυλλεκτικό κριτήριο στο όνομα της ελεύθερης αναζήτησης- και έχει αναπτύξει αξιόλογη δραστηριότητα για τα δεδομένα του χώρου. Ή ότι με αυτό το συνέδριο αφήνει πίσω του τα αμαρτήματα του παρελθόντος (πιθανόν και το όνομά του) και θέτει τις βάσεις για την ανασυγκρότησή του σε κόμμα με σύγχρονα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά. Συνεπώς χρειάζεται μια πιο σοβαρή προσέγγιση του συνεδρίου.

Ο σεβασμός ωστόσο, ακόμα κι ο στοιχειώδης, πάει πακέτο με τη (στοιχειώδη) σοβαρότητα. Είναι λοιπόν πρωτίστως θέμα αυτοσεβασμού για το ρεύμα και τα μέλη του να αντιμετωπίσουν σοβαρά όσα εκθέτουν κι ακυρώνουν την προσπάθειά τους –αν υποθέσουμε πως έχουν την πολιτική βούληση να το κάνουν. Κι ύστερα να μιλήσουμε σοβαρά σε νέα βάση και για τις σοβαρές πολιτικές διαφωνίες μεταξύ μας.

Έτσι δεν είναι Ούτε Καν;

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Οι εκλογές των μηχανικών

Τι θα μπορούσε να σημειώσει στο καρνέ της μνήμης του ένας εξωτερικός παρατηρητής των εκλογών του τεε; Ας δούμε ενδεικτικά μερικά σημεία, χωρίς αυστηρό ειρμό και ιδιαίτερη συνοχή μεταξύ τους

Ξεκινάμε υπενθυμίζοντας αυτό που ‘χαμε σημειώσει στο κλείσιμο και της προηγούμενης ανάρτησης: την κάθοδο του σύριζα στις εκλογές για να ανατρέψει το δικομματικό σύστημα, στο οποίο είχε συμπληρωματικό ρόλο· είτε παλιότερα που εξέλεγε πρόεδρο με τη στήριξη των νεοδημοκρατών και υπερψήφιζε τις αυξήσεις στις εισφορές των μελών του· είτε τώρα που αγκαλιάζει εκλογικά τα ορφανά του πασόκ.
Αυτή δεν είναι απλή ανατροπή. Ο ορισμός του πέναλτι είναι.

Παράλληλα ανεβαίνει σε πολλές πράξεις και διασκευές το έργο «ενότητα της αριστεράς», είδος φαρσοκωμωδία. Με τον ενιαίο σύριζα και την ανταρσύα να έχουν χωριστεί στα δύο και να κυκλοφορούν σε διάφορες εκδοχές και ψηφοδέλτια. Ο σταθμός «στο κόκκινο» μάλιστα πρόβαλλε εξίσου στο πρόγραμμά του και τους δύο συνδυασμούς του ενιαίου σύριζα.

Κι αυτή είναι μια τυπική περίπτωση «μονά-ζυγά, δικά τους» -οι λεγόμενες win-win καταστάσεις. Γιατί όταν οι ενιαίες δυνάμεις τους είναι πολυδιασπαμένες, έχουμε το θρίαμβο της διαλεκτικής (η ενότητα μες στη διαφορά), του πολυπολιτισμικού σύριζα, της δημοκρατικής πολυφωνίας της βαβέλ και της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών απόψεων. Ενώ όταν αυτές οι απόψεις ενώνονται τεχνητά από τα πάνω σε μια εκλογική συγκόλληση, τότε είναι που θριαμβεύει το πνεύμα της ενότητας και της υπέρβασης του σεχταρισμού. Όχι σαν το δογματικό κουκουέ που καταπνίγει την άλλη άποψη στο εσωτερικό του και δε συνεργάζεται εκλογικά με κανένα.

Ακόμα περισσότερο πόνο προσφέρει η περίπτωση της αράς και της «συσπείρωσης αριστερών μηχανικών», όπου μια οργάνωση με μερικές δεκάδες άτομα –στη συντριπτική τους πλειοψηφία στο πολυτεχνείο- διασπάστηκε στα δύο και δεν μπορεί να βγάλει συνεννόηση για κοινή εκλογική κάθοδο ούτε καν με τα φοιτητικά της σχήματα, όπως τον αχμμετ στους μεταλλειολόγους, που αν κατάλαβα καλά κατέβηκε αυτόνομα, μόνο στην αθήνα.

Υπάρχει όμως ένα ακόμα ψηφοδέλτιο από τον χώρο της ανταρσύα, που συσπειρώνει κυρίως μηχανικούς του ναρ και το οποίο μέχρι πρότινος μποϊκόταρε τις εκλογές, θεωρώντας το ρόλο του τεε κάργα αντιδραστικό. Γι’ αυτό και νιώθει την «υποχρέωση» να συμπεριλάβει στην εκλογική του διακήρυξη μια σχεδόν απολογητική παράγραφο, όπου δικαιολογεί τη συμμετοχή του με τις συνήθεις λεκτικές ακροβασίες -«εντός, εκτός κι επί τ’ αυτά του τεε», κτλ.

Ευτυχώς για αυτούς, υπάρχουν πάντα αρκετά «υπερκομματικά» βενετογάλαζα ψηφοδέλτια που ξεπερνούν σε γραφικότητα ακόμα κι αυτές τις φοιτητικές καταστάσεις. Όπως για παράδειγμα η κίνηση «μηχανικοί των κυκλάδων» που αν δε μου διαφεύγει κάποιο υπονοούμενο, προτάσσει το χωρο-ταξικό γεωγραφικό κριτήριο ως λύση για τα προβλήματα.
Από τα υπόλοιπα ξεχωρίζει η υποψηφιότητα της ζανέτ τσίπρα, όπου η συγγένεια (εκτός κι αν είναι συνωνυμία) με το λαϊκό ηγέτη και η συμπαράταξη με ένα από τα δύο ψηφοδέλτια νίκης κι ανατροπής του ενιαίου σύριζα (για να έχει προφανώς διπλάσιες πιθανότητες ανατροπής) συμβαδίζει με τη λαϊκή της καταγωγή, που γίνεται πρόδηλη από το μικρό της όνομα –και προσωπικά μου είναι αδύνατον να μη σκεφτώ συνειρμικά τη βάσια τριφύλλη στους αυθαίρετους.

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς διάφορους μεμονωμένους υποψήφιους και κάποια σχήματα τοπικής κι όχι πανελλαδικής εμβέλειας, που κατεβάζουν υποψήφιους για επιμέρους όργανα (πειθαρχικό συμβούλιο, κτλ). Κι αυτό δίνει μια άγρια ομορφιά στην εκλογική διαδικασία, καθώς ο ψηφοφόρος μηχανικός πρέπει να επιλέξει ψηφοδέλτια και να ψηφίσει σε πέντε διαφορετικές κάλπες. Χαρά στο κουράγιο της εφορευτικής επιτροπής.

Η οποία τουλάχιστον αμείβεται αρκετά καλά για δουλειά μιας μέρας, γιατί στο τεε λεφτά υπάρχουν, όπως δείχνουν και οι μπουφέδες με τα εκλεκτά εδέσματα που στήθηκαν έξω από κάποια εκλογικά κέντρα. Αρχικά νόμισα ότι αυτό συνέβαινε κατ’ εξαίρεση στην κρήτη, όπου σχεδόν κάθε ομαδική συνεύρεση γίνεται αφορμή για ένα πρόχειρο γαλατικό τσιμπούσι –κι όσο για επίδοξους κακοφωνίξ, άλλο τίποτα η μεγαλόνησος, άλλο αν οι ίδιοι περνιούνται για διάδοχοι του ξυλούρη. Όπως μου είπαν όμως το έθιμο του μπουφέ είναι μάλλον πανελλαδικό.

Λεφτά βέβαια υπάρχουν και με το παραπάνω για μερικά προνομιούχα μέλη του τεε που είναι γνωστοί και φτασμένοι εργολάβοι, βγάζοντας χοντρά κέρδη μεσούσης της κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι –μιας και οι εκλογές στα μεγάλα αστικά κέντρα διεξάγονται συνήθως σε μεγάλους εκθεσιακούς χώρους ή σε στάδια, όπως το σεφ ή φέτος το οακα- να σκάνε μύτη για να ψηφίσουν κάποιοι ζάμπλουτοι μηχανικοί με το προσωπικό τους ελικόπτερο, που το παρκάρουν απέξω να τους περιμένει –θυμίζοντας λίγο εκείνη τη διαφήμιση του οπαπ, με το σταυρόλεξο: έλληνας κροίσος μηχανικός με εννιά γράμματα.
Μια νύχτα μαγική, σαν την αργεντινή
Να δούμε στο ελικόπτερο, ποιος θα πρωτομπεί.
ΟΥΣΤ!

Κι αυτό είναι ένα βασικό προβληματικό στοιχείο ενός επιμελητηρίου, που ακολουθεί τη λογική «αφεντικά και δούλοι, τεε γινήκαμε ούλοι», συμπεριλαμβάνοντας στα μέλη του μεγαλοεργολάβους μαζί με άνεργους μηχανικούς κι ελεύθερους επαγγελματίες που προλεταριοποιούνται. Κατά συνέπεια εκφράζει τα συμφέροντα των μηχανικών με ενιαίο τρόπο, όσο ενιαία είναι και η παρδαλή αριστερά του σύριζα ή του εξωκοινοβουλίου.

Πέραν αυτού το τεε είναι ένας καθρέφτης τάσεων και διεργασιών που συναντάμε και σε άλλους κλάδους ή και σε επίπεδο κοινωνίας. Συντεχνιακά αιτήματα, ρηχός αντιμνημονιακός αγώνας με στόχο την επιστροφή στο πρόσφατο παρελθόν και το προηγούμενο ύψος των –ούτως ή άλλως δυσβάσταχτων για έναν κόσμο- εισφορών, τα αποθεματικά του ταμείου που έγιναν μετοχές στην τράπεζα αττικής –τη μόνη που ανθίσταται στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου σε τέσσερις μονοπωλιακούς κολοσσούς (πειραιώς, εθνική, γιούρομπανκ και εμπορική). Προφανώς η δική της επιβίωση έχει προτεραιότητα από το να αντέξει το ίδιο το ταμείο.

Μιλήσαμε πιο πάνω για ελεύθερους επαγγελματίες. Αυτό σημαίνει πως καλούνται (ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος) να πληρώσουν από το πρώτο ευρώ που κερδίζουν 26% φόρο, το οποίο σε συνδυασμό με τις εισφορές στο ταμείο του τσμεδε, τα λειτουργικά έξοδα ενός γραφείου (για όσους έχουν) και φυσικά την κρίση –που έχει ρημάξει την οικοδομή και τις κατασκευές γενικότερα- έχουν φέρει πολλούς μηχανικούς στα όρια της απελπισίας και σε μία αυθόρμητη μαζική στάση πληρωμών από τα κάτω, γιατί ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.

Η αντικειμενική τάση προλεταριοποίησης –που εντείνεται ακόμα περισσότερο την περίοδο της κρίσης- ενός μεγάλου τμήματος μηχανικών, το φέρνει αντικειμενικά πιο κοντά στην εργατική τάξη. Κι αυτή είναι –αν έχω καταλάβει καλά- κι η λογική που ακολουθεί το κόμμα πχ στις κατασκευές, τόσο σε εσω-οργανωτικό επίπεδο, όσο και στην αντίληψή του για τα σωματεία στο μαζικό κίνημα –όσο αφύσικη κι αν φαίνεται σε κάποιους πχ η συνύπαρξη μιας εναλλακτικής αρχιτεκτόνισσας κι ενός λαϊκού μπετατζή στον ίδιο χώρο. Παρόλα αυτά η μεγάλη πλειοψηφία της ξεπεσμένης μεσαίας τάξης των μηχανικών προτιμά προς το παρόν να αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία, περιμένοντας τον γκοντώ και ένα νέο γύρο σαξές στόρι της ελληνικής οικονομίας ή έστω την ανάπτυξη με αριστερό πρόσημο.

Κατά τα άλλα η αναμονή στο εκλογικό κέντρο για την ψηφοφορία και τα αποτελέσματα είναι αφορμή για αυτοσχέδια πηγαδάκια και κουβέντες που μπορεί να καταπιαστούν με τα πάντα. Από το συνέδριο του ναρ και το κατώτερο εκλογικό όριο που θα επιτρέψει στην ανταρσύα να συνεχίσει να υφίσταται με αυτή τη μορφή… μέχρι και τους βλαχοδήμαρχους παράγοντες του σύριζα ή το άρθρο του ριζοσπάστη για το game of thrones, που ξεσήκωσε ποικίλες αντιδράσεις στο διαδίκτυο.

Αλλά αυτό που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η συνάθροιση όλων των φυλών του πολυτεχνείου κι οι αναπόφευκτες συγκρίσεις που αρχίζουν –πχ ποια είναι πιο συμπαθητική απ’ τις υπόλοιπες. {Αν και πρέπει να παραδεχτώ πως για ένα μαθητή της θεωρητικής κατεύθυνσης ή τριτοδεσμίτη για τους πιο παλιούς, το βασικό στοίχημα είναι να μπορέσει να διαχωρίζει τους διάφορους κλάδους και να αντιληφθεί τις μεταξύ τους διαφορές. Εγώ πχ άργησα πολύ να καταλάβω σε τι ακριβώς διαφέρει ένας πολιτικός μηχανικός από έναν αρχιτέκτονα κι ακόμα και σήμερα δεν είμαι σίγουρος πως το έχω αφομοιώσει σωστά}.

Εν πάση περιπτώσει υπάρχει ένα ανέκδοτο που λέει πως ο χημικός μηχανικός είναι ο πιο συμπαθής απ’ όλους γιατί όταν βρίσκεται με μηχανικούς μιλάει για χημεία, όταν βρίσκεται με χημικούς μιλάει για μηχανική κι όταν είναι κι οι δυο στην παρέα, μιλάει για μπάλα, γκομενικά, κοκ. Εντάξει εγώ δεν το βρίσκω και τόσο αστείο, αλλά αυτό συμβαίνει πιθανότατα, γιατί απευθύνεται στο άλλο ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, που δεν είναι και τόσο ανεπτυγμένο στους «θεωρητικούς» ανθρώπους.

Τα συζητούσαμε όλα αυτά με μια χημικό μηχανικό που μου έλεγε πώς ένιωσε διαβάζοντας σε ένα βιβλίο του νίκου σαραντάκου το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, που ευχαριστούσε τους δικούς του για τη στήριξή τους, όταν άφησε μια έτοιμη στρωμένη καριέρα χημικού-μηχανικού και συνέχισε για δεύτερο πτυχίο στην αγγλική φιλολογία. Αυτή και μόνη η φράση (έτοιμη καριέρα χ-μ) μπορεί να σταθεί ικανή να τσακίσει το ηθικό όλων των σημερινών απόφοιτων, που χαίρονται το πτυχίο τους κορνιζαρισμένο ως διακοσμητικό κι είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την χώρα με την πρώτη ευκαιρία προς αναζήτηση καλύτερης τύχης στο εξωτερικό.

Αλλά όταν με το καλό αποκτήσουμε αριστερή κυβέρνηση, θα ανακόψει αυτή την αιμορραγία του επιστημονικού δυναμικού της χώρας και θα αρχίσει η ανάπτυξη. Το αποτέλεσμα στο τεε δείχνει το δρόμο για τη μελλοκυβερνώσα αριστερά (αν και τελικά δεν ανέβηκαν μάλλον όσο θα περίμεναν).

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Σταλινικοί και μενσεβίκοι

…η γη αυτή δε σας ανήκει

Ανασκόπηση της εβδομάδας

Παίρνοντας σκυτάλη από τη νέα στήλη του κυριακάτικου ρίζου με την ανασκόπηση των γεγονότων, συνεχίζουμε από εκεί που το άφησε, με μια ενδεικτική σταχυολόγηση χαρακτηριστικών στιγμών της εβδομάδας που φτάνει στο τέλος της.

Υπάρχει μια άποψη πως το κκε είναι σαν την ήβη και το σλόγκαν της διαφήμισης: ο καθένας κρύβει λίγο μέσα του. Κατά βάθος δηλ πολύς κόσμος είναι κουκουέ χωρίς να το ξέρει κι είναι απλώς θέμα χρόνου να το ανακαλύψει. Ως τότε φαίνεται μόνο σε κάποια πράγματα που λέει ή κάνει ασυνείδητα, με μια ιδιότυπη πρωτοπόρα ασυνειδησία. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις πως υπάρχουν τόσοι σταλινικοί γύρω μας το τελευταίο διάστημα να κυριαρχούν στα κοινά και την πολιτική ζωή της χώρας;
Από την κουμουνδούρου ως την παιανία όλη η αττική γη μια σοβιετία.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη που κάνει λόγο για ιδεολογική ηγεμονία του τροτσκισμού στο δημόσιο λόγο -πέρα από το κκε (που ως γνωστόν κάνει τροτσκιστική στροφή στην καριέρα του, ενώ πριν έκανε νέο-σταλινική στροφή και τώρα ετοιμάζεται να μπει στην παραμπόλικα της μόντζα για να ‘ρθει το τέλος). Μόνο οι τροτσκιστές έχουν το χάρισμα να ανακαλύπτουν παντού σταλινικό δάχτυλο.

Σταλινικό έλεγαν το νικήτα (δεν ξεγελιούνται αυτοί με το εικοστό συνέδριο), σταλινικό καθεστώς τη σοβιετία επί μπρέζνιεφ, σταλινικοί ήταν και όσοι διαφωνούσαν με τους ρυθμούς της περεστρόικα και εμπόδιζαν την «αντιγραφειοκρατική επανάσταση ενάντια στο σταλινικό θερμιδώρ» όπως είχαν γράψει κάποια φωτεινά τροτσκιστικά μυαλά εκείνη την εποχή. Τόσους σταλινικούς από τη γκλάσνοστ είχαμε να δούμε…

Συν τοις άλλοις οι τροτσκιστές έχουν ένα ακόμα συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί πιάνονταν από το παλιό σύνθημα «οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα» -στο οποίο βάζουν πονηρά το «μόνο» [μία], σα να μιλάμε για μια (φρ)ουτοπία. Και εγώ με τη σειρά μου προσθέτω πως δε μιλάμε για μια τυχαία, οποιαδήποτε χώρα, αλλά για τη ρωσία που καταλάμβανε το ένα έκτο της υφηλίου και είχε πλούσιο υπέδαφος. (Μόνο) μία αλλά λέων –όχι όμως τρότσκι.

Οι τροτσκιστές λοιπόν πιάνονταν από αυτό το σύνθημα, για να εξισώσουν τους σταλινικούς με τους μενσεβίκους (τρέχα γύρευε πώς, αλλά ας μείνουμε με αυτό το κρατούμενο της ταύτισης). Με τον ίδιο περίπου τρόπο (από την ανάποδη) που εξισώνουν τα νέα πχ τους σύγχρονους μενσεβίκους με το σφο με το μουστάκι.
Έχει δηλ ο αλέξης τις ικανότητες και το εκτόπισμα του στάλιν; Πολύ θα το ‘θελε… Έχει όμως το λαφαζάνη για «αριστερή αντιπολίτευση» της εποχής μας. Με την ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φάρσα και τραγωδία μαζί.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως το συγκρότημα λαμπράκη βάζει στο στόχαστρο τον αλέξη και τον τσουβαλιάζει με το στάλιν, για να του πλήξει το προφίλ του ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης, που γίνεται βορά στις «νεοσταλινικές ύαινες» που τον περιστοιχίζουν στο κόμμα του.
Στην πραγματικότητα η σκοπιμότητα της ταύτισης έχει τον ακριβώς αντίθετο στόχο. Να ταυτίσει στις συνειδήσεις μας το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και την κομμουνιστική προοπτική γενικότερα με τις κωλοτούμπες και το νερόβραστο πολιτικό λόγο του σύριζα, για να έχει μια σοσιαλδημοκρατική εφεδρεία ενσωμάτωσης της διογκούμενης λαϊκής δυσαρέσκειας.

Το ρεπορτάζ του δολ συνεχίζει λέγοντας πως ο αλέξης τρέφει μεγάλη εκτίμηση μεταξύ άλλων για τη σκέψη του μάο, το λένιν, τον τσε (πριν μας προσγειώσει με ρούζβελτ). Εντάξει αυτός μπορεί να έχει όποια άποψη θέλει, σα να διαλέγει απ’ τον μπουφέ της ιστορίας το αγαπημένο του ποτό ή ξέρω 'γω μια μάρκα απορρυπαντικού. Το θέμα είναι τι άποψη θα είχαν αυτοί για τον αλέξη, αν μπορούσαν υποθετικά να το γνωρίσουν, κι αν θα ήταν αμοιβαία αυτή η εκτίμηση.
Κι ο τσώρτσιλ εξάλλου θαύμαζε το σύντροφο με το μουστάκι και τις ικανότητές του, αλλά δύσκολα θα τον κατατάσσαμε στους σταλινικούς για αυτό το λόγο.

Δηλ εμείς αποδεχόμαστε τον όρο; Όχι ακριβώς, γιατί το θεωρούμε κάπως αντι-επιστημονικό. Σε τι συνίσταται δηλ ο σταλινισμός ως έννοια, για να ορίσουμε αντίστοιχα και το σταλινικό; Είναι τιμή μας όμως να μας αποκαλεί έτσι ο αντίπαλος και να μας το απευθύνει σα ρετσινιά, γιατί υπερασπιζόμαστε την προσφορά του στάλιν, που στοιχειώνει ακόμα τον ύπνο της αστικής τάξης.

Θυμάμαι επίσης μια φράση του πετρόπουλου, που ήταν καλεσμένος της ελληνοφρένειας να μιλήσει για το ζαχαριάδη και είπε πως εκείνα τα χρόνια όλοι ήταν (ή όλοι θα ήμασταν) σταλινικοί.
Και όλοι ήταν –ή τουλάχιστον δήλωναν- κομμουνιστές. Ακόμα κι ο νικήτας.

Σήμερα που τα κόζια έχουν αλλάξει κι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, οι κόκκινες προβιές είναι περιττές και όλοι είναι αντικομμουνιστές ως το μεδούλι –και για αυτό ακριβώς αντισταλινικοί. Σήμερα «ρετσινιά» δεν είναι μόνο να είσαι σταλινικός, αλλά και (κολλημένος, παρωχημένος) κομμουνιστής. Κι οι πιο πολλοί εξ αυτών έχουν γίνει ιδρυτικά μέλη σε αυτό ακριβώς το κλαμπ που λέει πως ήθελε να αποφύγει ο παύλος χρήμας: των πρώην κομμουνιστών που έγιναν κομμουνιστές.

Αυτοί συνήθως γίνονται κι οι χειρότεροι αντικομμουνιστές. Κι είναι σαφώς περισσότεροι από όσους πέρασαν αντίστροφα το ρουβίκωνα κι ήρθαν στο δικό μας στρατόπεδο, ιδίως αφότου ερρίφθη ο κύβος και το τείχος του βερολίνου. (Τώρα πλέον η μόνη θεαματική απόδραση είναι κάθε τόσο, όταν περνάει κάποιος το τείχος της αστικής σκέψης και συστρατεύεται με τους κομμουνιστές).

Τέτοια πρέπει να ήταν κι η περίπτωση του δημοσιογράφου χρήστου θεοχαράτου, που έφυγε μες στη βδομάδα και είχε κατέβει υποψήφιος –μία και μοναδική φορά αν δεν κάνω λάθος- με το κόμμα στις εκλογές του 93’, την πιο δύσκολη κατά τη γνώμη μου εκλογική αναμέτρηση από τη μεταπολίτευση, όπου μετρούσαμε το ποσοστό και τους πραγματικούς φίλους στα δάχτυλα του ενός χεριού, μετά την κρίση του 91’. Εκεί που επιβεβαιώθηκε και η λαϊκή θυμοσοφία: άμα έχεις τέτοιους (πρώην) συντρόφους, τι να τους κάνεις τους εχθρούς…

Ο θεοχαράτος άφησε πίσω του παρακαταθήκη τη δίτομη βιογραφία του χαρίλαου, που μπορεί να τη βρει κανείς πια σε πολύ προσιτή τιμή κι αποτελεί ένα πολύτιμο βοήθημα εν όψει και της διαδικασίας συγγραφής του τρίτου τόμου του δοκιμίου για την περίοδο από το 68’ ως το 91’. Ιδίως τώρα που οι κουρήδες και ο δολ, που χυδαιολογούσαν για τα κότερα του χαρίλαου, θυμήθηκαν να τους πιάσει ο πόνος για… την αποκαθήλωση του φλωράκη από τον περισσό. Παινεύουν αυτούς που πέθαναν, για να θάψουν τους ζωντανούς, όπως είχε πει κάποτε κι ο καπετάν-γιώτης.

Τη ίδια στιγμή η αεκ ετοιμάζεται να αποκτήσει ξανά δικό της γήπεδο, με το μελισσανίδη να χτίζει την επιχειρηματική του εξόρμηση πάνω στην αγιά-σοφιά και τα όνειρα των αεκτζήδων. Γι’ αυτό και οι κολαούζοι του τίγρη θέλουν να παρουσιάσουν μια εικόνα παλλαϊκού ενθουσιασμού κι ομοψυχίας σε όλο το δημοτικό συμβούλιο της πόλης, χωρίς λακεδαιμόνιους να την χαλάνε.

Σε όλο; Όχι. Γιατί μια ηρωική δημοτική παράταξη, περιστοιχισμένη από νενέκους και κερκόπορτες, συνεχίζει να αντιστέκεται και να τους χαλά τη μανέστρα, με τα ενοχλητικά ερωτήματα που βάζει για το γήπεδο –έχοντας υπόψη και το αρνητικό προηγούμενο με το καραϊσκάκη. Και γίνεται στόχος του δημοσιογραφικού εσμού και μιας χυδαίας επίθεσης, με ελεεινά κείμενα σε αθλητικές ιστοσελίδες και μμε –σαν αυτό, καλή ώρα, που εύχεται ολόψυχα τη διάλυση του κόμματος.

Αν όλα αυτά γίνονταν στη σοβιετία βέβαια, η ομοψυχία –πλην λακεδαιμονίων- θα βαφτιζόταν «σταλινικά ποσοστά συμφωνίας». Η αεκ θα ήταν η ομάδα του οπαπ, κατ’ αντιστοιχία της τσεσεκά, που είναι η ομάδα του στρατού –αν και ο παλιός κρατικός οπαπ είχε αναλάβει εν είδει αγαθοεργίας, την χρηματοδότηση όλων των ποδοσφαιρικών ανώνυμων εταιριών. Και το λειτούργημα της πληρωμένης δημοσιογραφίας, με κείμενα κατά παραγγελία, θα πνίγονταν στη λογοκρισία των κομματικών οργάνων.

Χαίρε ω χαίρε ελεύθερε κόσμε, οι μελλοθάνατοι κομμουνιστές σε χαιρετούν, πριν πέσουν «στην πυρά, στην πυρά» για τις διαφωνίες τους και διαλυθούν ησύχως.

Σήμερα η εβδομάδα ολοκληρώνεται με τις εκλογές στο τεε, όπου ο σύριζα θέλει να… ανατρέψει το δικομματικό σκηνικό στους μηχανικούς. Γι’ αυτό εγκολπώνει πχ ανανήψαντες μετανοημένους πρώην πασόκους, ενώ παλιότερα είχε αναδείξει πρόεδρο του τεε τον αδερφό του αριστερού αλαβάνου, με τη στήριξη της παράταξης των νεοδημοκρατών.
Τέτοια ανατροπή από τη δευτέρα στον πρετεντέρη είχαμε να δούμε…

Μπόνους για τους απαιτητικούς αναγνώστες μια παραπομπή στο ιστολόγιο του χαρίδημου, για την ενότητα του εξωκοινοβουλίου στο τεε. Αν δεν τον έχουν λιντσάρει και αυτόν δηλαδή στο ενδιάμεσο, για τις όποιες διαφωνίες του στα του γηπέδου της αεκ.

Υγ: μετά από το νότη και την αντίφα δέσποινα, το σουξέ σύνθημα για την ενότητα της (παν)αριστεράς είναι ένα και γηπεδικό.
Όλοι μαζί, το βράδυ στη βανδή...

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Τα συνθήματα του Πολυτεχνείου

Στον απόηχο της επετείου του πολυτεχνείου, η κε του μπλοκ καταπιάνεται με τα συνθήματα εκείνων των ημερών και της μέρας γενικότερα, καταθέτοντας κάποιες σχετικές σκέψεις και συνειρμούς.

Ψωμί-παιδεία-ελευθερία
Θυμάμαι στις φοιτητικές συνελεύσεις σχεδόν κάθε εισηγητής πλαισίου έπιανε λέξη προς λέξη το σύνθημα κι ανέλυε γιατί παραμένει επίκαιρο ως τις μέρες μας. Σήμερα ο κόσμος κοντεύει να πει το ψωμί ψωμάκι. Η εκπαίδευση παράγει μαζικά άνεργους πτυχιούχους, που έχουν σκάσει ένα σωρό λεφτά στην παραπαιδεία. Κι όσο για ελευθερία να φαν κι οι κότες. Ο καθένας έχει το ελεύθερο να κοιμηθεί κάτω από μια γέφυρα ή σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο, να βγάζει υπερκέρδη από μία επιχείρηση ή να τα παράγει για το αφεντικό του. Μπορεί η πράξη να χωλαίνει λίγο, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος, ούτε καν ο κόσμος μας.

-Οι περισσότεροι εισηγητές σταματούσαν συνήθως εκεί κι άφηναν απέξω τα συνθήματα στους στύλους της πύλης του πολυτεχνείου, σε άψογη καθαρεύουσα: έξω αι ήπα, έξω το νάτο. Η πασπ μάλιστα είχε βγάλει μια αφίσα για την επέτειο, όπου όλως τυχαίως είχαν σβήσει με επεξεργασία στον υπολογιστή τα επίμαχα συνθήματα. Αλλά φέτος τερμάτισε τη λογική βάζοντας στην αφίσα της τον παύλο φύσσα (δίπλα στον τεμπονέρα). Αντίφα πασπ.

Κι έτσι κατάφερε να ξεπεράσει τα αλησμόνητα μπλουζάκια me gusta la paz (μου αρέσει η ειρήνη) που είχε βγάλει για τον πόλεμο του ιράκ, τη στιγμή που έβγαζε λάδι σε κάθε συνέλευση την κυβέρνηση για την ευγενική παραχώρηση της σούδας.
Me gusta simitis, me gustas tu.
Αλλά έπαιζε από τότε το γνωστό χαρτί: άλλο πασπ κι άλλο πασόκ. Και συνεχίζει να το παίζει ακόμα πιο έντονα σήμερα, που το πασόκ συρρικνώθηκε. Και ψάχνει νέο φορέα να «υιοθετήσει» πολιτικά τον ορφανό της μηχανισμό. Κι αν κρίνω από τα κοινά τους ενδιαφέροντα για το φότοσοπ, έχουν καλές πιθανότητες προς κουμουνδούρου μεριά.
Συνεπώς…

Έξω αι ηπα, έξω το νατο
Όσο κι αν αλλάζει η εκτίμησή μας για τη θέση και την ισχύ του ελληνικού καπιταλισμού, δε νομίζω ότι αναιρεί τον χαρακτηρισμό της χούντας ως –κατά βάση- αμερικανοκίνητης. Υπονοώντας όχι μια άβουλη, εξαρτημένη «εθνική αστική τάξη» που σύρθηκε πίσω από τις εξελίξεις, αλλά ακριβώς τη σύνδεση της τελευταίας με το «παιχνίδι» που παιζόταν σε διεθνή κλίμακα στα πλαίσια του «ψυχρού πολέμου».

η χούντα δεν τελείωσε το 73’
Βασικά τελείωσε το 74’. Αλλά η δικτατορία των μονοπωλίων συνεχίζεται με άλλα κοινοβουλευτικά μέσα. Κι είναι ζήτημα αν το πολυτεχνείο κατάφερε έστω να γκρεμίσει την ανοιχτά δικτατορική της μορφή. Πέτυχε όμως να κάψει το χαρτί της κίβδηλης φιλελευθεροποίησής της. Κι αυτή η συμβολή ήταν πολύτιμη κι ανεξίτηλη –χώρια ότι καθόρισε τις κατακτήσεις και το ριζοσπαστισμό των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης.

Εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία
…που θα αποτελειώσουν ό,τι άφησε στην μέση η προηγούμενη και δε θα ξεστρατίσουν στην εξαργύρωση των παράσημων του αγώνα και το ατομικό βόλεμα. Και δε θα μείνει στο γενικό επίπεδο της γενιάς –που έχει περιορισμένη αξία ως μεθοδολογικό εργαλείο- αλλά της τάξης, που αρνείται να γίνει δούλος του 21ου αιώνα.

Το πολυτεχνείο δεν ήτανε γιορτή
Ο κατσαρός (αυτός ο προβοκάτορας) λέει κάπου στο βιβλίο του πως κάθε εξέγερση στην πραγματικότητα είναι μια λαϊκή γιορτή, με καθολική συμμετοχή και διονυσιακά χαρακτηριστικά, που την καθιστούν μαγική κι απρόβλεπτη. Συνεπώς δε θέλουνε θλιμμένους στη γιορτή τους, που να σκέφτονται και να προβληματίζονται, να σκοτώνουν το αυθόρμητο εξεγερσιακό πνεύμα με μίζερες θεωρίες και να το αντικαθιστούν την άγρια χαρά με ξενέρωτες έννοιες, όπως πειθαρχία και τη θυσία.

Μα πάνω απ’ όλα, το πολυτεχνείο δεν είναι μια επετειακή γιορτή, που ξεθωριάζει από τη λάμψη των επισήμων που το καπηλεύονται και ξεφτίζει από την πολλή χρήση σα δίσκος κι από τα πολλά κούφια ξύλινα λόγια. Ούτε μια τυπική σχολική γιορτή με τα τραγούδια και ποιηματάκια. Αν και είναι στο χέρι του καθηγητή να προσδώσει βάθος και νόημα στη σχολική εκδήλωση. Και συνήθως μόνο οι δικοί μας καθηγητές έχουν μεράκι κι έγνοια να αναλάβουν αυτή τη γιορτή.

…ρωτήστε και τους κνίτες δεν ήτανε εκεί
Η γνωστή αντικομμουνιστική μυθολογία των συντρόφων του κατσαρού και διάφορων συνοδοιπόρων πρόθυμων να πιστέψουν σχεδόν τα πάντα (ακόμα κι ότι η κνε δεν ήταν παρούσα στο πολυτεχνείο) με έμβλημα την περιβόητη πανσπουδαστική νο8. Κι η πλάκα είναι πως οι βασικοί πρωταγωνιστές του περιβόητου φύλλου και των ημερών της εξέγερσης, σκόρπισαν στα πέντε σημεία (δύο πολιτικές) του ορίζοντα, από ναρ μέχρι σύριζα και δεξιά του πασόκ. Κι οι πιο τίμιοι εξ αυτών εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να υπερασπίζονται και να δικαιολογούν τα πεπραγμένα τους. Αλλά η «ρετσινιά» μένει σταθερά προσανατολισμένη προς το μόνιμο, διαχρονικό στόχο, όπου είναι βαλμένος να κοιτάει κι ο ανεμιστήρας με τη λάσπη: το κουκουέ.

Κάτω η χούντα, κάτω ο παπαδόπουλος
Θυμάμαι πάντα συνειρμικά μαζί με αυτά, έναν άλλο παπαδόπουλο, που ήταν κι αυτός στο πολυτεχνείο απέναντι από τα τανκς και το διηγούνταν με κάθε αφορμή στους απαράδεκτους (αλλά του έμεινε τελικά η απορία: «τι έγινε ρε παιδιά;»). Και την τελευταία σκηνή από το επεισόδιο με τον απατεώνα τζον βαρδαξή κουτρουμπέση, που εξανίσταται ο σπύρος κι αρχίζουν να φωνάζουν όλοι μαζί μετά απ’ αυτόν.
-Κάτω το κεφάλαιο. –Κάτω!
-Ζήτω η εργατική πρωτομαγιά! –Ζήτω!
-Ζήτω, δεν έχω κανένα πρόβλημα! Λέει κι ο κουτρουμπέσης.

Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα;
Να πέσει χίλιες φορές και να κουτρουμπέσει η χούντα του παπαδόπουλου, του ιωαννίδη, του σαμαρά… και πάει λέγοντας. Αρκεί να έχουμε καθαρό σχέδιο για το μετά, με τι θέλουμε να τους αντικαταστήσουμε. Εκτός κι αν μετράμε τις κυβερνήσεις που κουτρουμπέφτουνε (μα η αγάπη μένει), όπως τις μπεκάτσες οι κυνηγοί, για νάχουν να λένε ιστορίες από το κίνημα, χωρίς άλλο σοβαρό στόχο

Τόση μπάλα από την χούντα είχαμε να δούμε
Και τελευταίο για να πιάσουμε λίγο και τη στρόγγυλη θεά και το γουέμπλει επί χούντας. Για να το συνδέσουμε με το σοσιαλιστικό όραμα του σύριζα (μη γελάτε ρε) που περνά μέσα από την ενωμένη ευρώπη (εε) και τη ριζοσπαστική αλλαγή των δομών της. Και τι μας δίνει όλο αυτό σε σύνθημα; Μα είναι απλό.
Ελλάς Ευρώπη Σοσιαλισμός


Τόσες ντρίμπλες από τον ανδρέα τον παπατζή είχαμε να δούμε…

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Η πορεία του ΚΚΕ μετά το 1988

Σήμερα η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει ένα ακόμα απόσπασμα από το κείμενο του πγ της κετουκε στο τρέχον τεύχος της κομεπ, για την «πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του κκε». Πρόκειται για το τελευταίο μέρος του κειμένου και περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις του πγ για τη στρατηγική του κόμματος από το 88’ ως και τις μέρες μας, με την προγραμματική επεξεργασία του 19ου συνεδρίου. Ο τίτλος του κειμένου είναι δικός μου, όπως άλλωστε και ο χρονικός διαχωρισμός. Επέλεξα να τα αναδημοσιεύσω γιατί θεωρώ ότι αφορούν μία πολύ σημαντική περίοδο με κρίσεις και συμπεράσματα για την πορεία του κόμματος, που διατυπώνονται για πρώτη φορά –σε τέτοια έκταση και με τόση σαφήνεια τουλάχιστον- κι αξίζει συνεπώς να σημειωθούν και να αναδειχθούν.

Παραλείπω συνειδητά το ενδιάμεσο κομμάτι, που είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό μέρος, για τα ιδεολογικά-θεωρητικά προβλήματα στην προγραμματική αντίληψη του κόμματος μεταξύ των δύο κρίσεων του 68’ και του 91’. Η αναδημοσίευση αυτή (που είναι κι η τελευταία) δεν έχει το νόημα να αποτρέψει τον αναγνώστη να αγοράσει της κομεπ, αλλά αντιθέτως να του εγείρει το ενδιαφέρον για να την πάρει και να διαβάσει προσεκτικά ολόκληρο το κείμενο. Καλή ανάγνωση.

-.-.-

Η απόφαση της Ολομέλειας της Κε του Δεκέμβρη του 1988 επικύρωσε το πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ, το εκτίμησε ως μια πρώτη προσέγγιση ανάμεσα στα δύο κόμματα σε βασικά θέματα, με συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Εκτιμούσε ότι μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας προγραμματικής διακήρυξης των δυνάμεων της Αριστεράς και της προόδου, που θα έβαζε τις βάσεις ενός συνασπισμού μακράς πνοής, αποτελούσε επίσης κείμενο προετοιμασίας του εκλογικού προγράμματος, με τη συμβολή των απόψεων και των ιδεών όλων των δυνάμεων που θα έπαιρναν μέρος σ’ αυτόν (σελίδα 147 των ντοκουμέντων «Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ»).

Σημειωνόταν επίσης ότι το κοινό πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ διέρρευσε από την επιτροπή που το επεξεργαζόταν πριν να έλθει στο ΠΓ και στη συνέχεια στην ΚΕ για συζήτηση κι απόφαση. Αποτελεί κι αυτό ένα δείγμα, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, για το πώς οι οπορτουνιστές μέσα κι έξω από το Κόμμα προσπαθούσαν να το φέρουν προ τετελεσμένων γεγονότων. Δεν είναι βέβαια ζήτημα του παρόντος κειμένου η συζήτηση για τα γενικά και ειδικά προβλήματα που συνδέθηκαν και με τη διαδικασία συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου».

Κάτω από το παραπάνω πρίσμα, στις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1991 το Κόμμα δεν κατέβηκε αυτοτελώς στις εκλογές, αλλά ως «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου»· πήρε μάλιστα στην πλάτη του την ευθύνη να πριμοδοτήσει και βουλευτές που ανήκαν στις άλλες δυνάμεις του φορέα, πριν απ’ όλα της οπορτουνιστικής ΕΑΡ ή πρώην «ΚΚΕ εσωτερικού». Στο ίδιο πλαίσιο έγινε ενιαία κοινοβουλευτική ομάδα, αναστάλθηκε μέρος της δραστηριότητας της ΚΝΕ, όπως το Φεστιβάλ, που διοργανώθηκε ως του «Συνασπισμού».

Το 1989 το ΚΚΕ, με απόφαση της ΚΕ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ, προχώρησε στη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας μεταβατικής-υπηρεσιακής και όχι κανονικής προγραμματικής, αρχικά με τη ΝΔ και στη συνέχεια και με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ. Οι λόγοι σχηματισμού ης πρώτης κυβέρνησης, με τη ΝΔ είναι γνωστοί, να κερδηθεί ο απαιτούμενος χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές ώστε να μην παραγραφεί το σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο από σκοπιμότητα, πριν απ’ όλα από την πλευρά της ΝΔ, μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό πρόβλημα ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή της στη διακυβέρνηση ύστερα από 8 χρόνια ΠΑΣΟΚικής θητείας. Η δεύτερη κυβέρνηση με τη συμμετοχή και του ΠΑΣΟΚ έγινε με στόχο να αποκλειστούν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε μια περίοδο που το πρώτο κόμμα δεν είχε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να διαμορφώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Δεν είναι της πρόθεσης του κειμένου να προχωρήσει σε μια πιο λεπτομερειακή ανάλυση της περιόδου εκείνης, που σίγουρα η επιλογή της συγκυβέρνησης όξυνε την κρίση που υπέβοσκε στο Κόμμα και η οποία με ευθύνη των δεξιών κι «αριστερών» οπορτουνιστών είχε μεταφερθεί μελετημένα και μέσα στην ΚΝΕ. Και οι δύο ομαδοποιήσεις, που δρούσαν καθαρά ως φράξιες, αλληλεπικαλύπτονταν και αλληλοσυνεργάζονταν, δεν ασκούσε κριτική η μία στην άλλη, ενώ εμφανίζονταν με εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις. Στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο. Είχαν πλήρη σύμπνοια μεταξύ τους όσον αφορά την πολεμική κατά της πλειοψηφίας της ΚΕ με στόχο την αλλοίωση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, την ανοιχτή απομάκρυνσή του από το μαρξισμό-λενινισμό.

Δε θα σταθούμε επίσης στη στάση των περίφημων συμμάχων των οπορτουνιστών στο πλαίσιο του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ που, μόλις ξέσπασε ανοιχτά η κρίση στο Κόμμα, έπαιρναν αποστάσεις –οι περισσότεροι- στο σχηματισμό των δύο κυβερνήσεων για να στριμώξουν το Κόμμα στη γωνία και ν’ ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με το ΠΑΣΟΚ.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. Η συμμετοχή και στήριξη των δύο κυβερνήσεων του 1989-1990 από τυπική πλευρά δεν αποτελεί παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος, δεδομένου ότι στη γενικότητά της ήταν ενταγμένη στη λογική της συνεργασίας και με αστικές πολιτικές δυνάμεις. Εκφραζόταν ακόμα και η αντίληψη ότι, όταν το αστικό πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται εξασφαλίσει σταθερή αστική κυβέρνηση κι επομένως εμφανίζεται ένα είδος αστάθειας, που έχουν διαπαιδαγωγήσει το λαό να τη φοβάται αντί να την αξιοποιεί, τότε δεν είναι θέμα αρχής το Κόμμα να μετέχει ή να στηρίζει κυβέρνηση για τη σταθεροποίηση, που θα εξασφάλιζε βελτίωση της θέσης του.

Για πολλά χρόνια μετά από το 1974, κεντρικό πολιτικό αίτημα αποτέλεσε η διεκδίκηση της απλής αναλογικής όχι μόνο ως εκλογικό σύστημα που εξισώνει για όλα τα κόμματα τις προϋποθέσεις για την εκλογή βουλευτή, αλλά και ως σύστημα που μπορούσε να στερήσει από την αστική τάξη τη δυνατότητα μονοκομματικής κυβέρνησης, ως κλειδί για πολιτική συνεργασία, για την ανάδειξη του ΚΚΕ σε ρυθμιστή στο σχηματισμό κυβέρνησης.

2. Η συμμετοχή του Κόμματος σε τέτοιες κυβερνήσεις φούντωσε μέσα στο Κόμμα τον οπορτουνισμό, που σήκωσε ανοιχτά κεφάλι μ’ επικεφαλής μέλη της ΚΕ και τον τότε ΓΓ Γρηγόρη Φαράκο.

3. Ως επακόλουθο των αναλύσεών μας για το τι πραγματικά σήμαινε κρίση του πολιτικού συστήματος (που βεβαίως δεν ταυτίζεται με αδυναμία για ένα διάστημα να εξασφαλίσει σταθερή κυβέρνηση) ήταν η εκτίμηση ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά και η διάψευση ελπίδων από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ μπορούσε να οδηγήσει στη μεγάλη αποδυνάμωσή του κι έτσι ν’ απελευθερωθούν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις που ήταν εγκλωβισμένες, να δυναμώσει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πολιτικά και κοινοβουλευτικά ή να σχηματιστεί μια νέα αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή σοσιαλδημοκρατία που θα ευνοούσε τη συνεργασία και νέο κυβερνητικό συνασπισμό στο πλαίσιο του αστικού κράτους, στο έδαφος του καπιταλισμού. Να έσπαγε δηλαδή η συσκευασία που έκλεινε μέσα το «καλό» και το «κακό» ΠΑΣΟΚ. Η άποψη για την «καλή» και «κακή» σοσιαλδημοκρατία κυριαρχούσε σε όλον τον 20ό αιώνα, σε πείσμα των πραγματικών εξελίξεων και των χιλιάδων αποδείξεων από την εποχή ακόμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κυρίως από το διάστημα του Μεσοπολέμου.

4. Η αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος μπορεί να συντελείται σταδιακά ή και με γρήγορους ρυθμού ανάλογα με την όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεών του και την αντανάκλασή της στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο και σ’ επίπεδο διακρατικών συμμαχιών. Βέβαια πρόκειται για διαδικασία που επιδρά στις διαθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην πρόοδο της πολιτικής συνειδητοποίησης, τον απεγκλωβισμό σε κάποια έκταση και βάθος από τη στρατηγική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όχι γενικά γιατί υπάρχει δυσαρέσκεια εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων σε θέματα ηθικής, δημοκρατίας, διαχείρισης απέναντι στα αστικά κόμματα.

Οι εξελίξεις κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένων και των εκλογών, προσφέρουν ισχυρή απόδειξη για το γεγονός ότι η κρίση για μεγάλα αστικά κυβερνητικά κόμματα δεν ταυτίζεται με την πραγματική αστική πολιτική κρίση. Ουσιαστική αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν υπήρξε, όπως προέκυψε και από τις εκλογές του Ιούνη, όπου η παλιά διαχωριστική γραμμή «Δεξιά-αντιΔεξιά» πήρε τη μορφή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο».

Τα επίσημα κόμματα της αστικής τάξης καταποντίστηκαν –ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- κι όμως το αστικό πολιτικό σύστημα, όσο κι αν δεν μπορεί να διαχειρίζεται τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την ίδια ευκολία, όσο κι αν δεν μπορεί να υπηρετείται από μονοκομματικές κυβερνήσεις, έχει σημαντικές εφεδρείες, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζουσα θέση κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ
ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ 1991

Το 14ο Συνέδριο αποτελεί τομή με την έννοια ότι προετοίμασε ιδεολογικά και πολιτικά την πορεία επαναστατικής ανασυγκρότησης του ΚΚΕ, κυρίως προετοίμασε τα επόμενα χρόνια το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου. Το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και συστηματικής μελέτης των εξελίξεων, στη βάση των επεξεργασιών εκτίμησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της μελέτης της ιστορίας του Κόμματος, δηλαδή της στρατηγικής του την περίοδο 1949-1968, αντικαταστάθηκε με νέο Πρόγραμμα στο 19ο Συνέδριο.

Στο 15ο Συνέδριο το 1996 έμεινε ως παλιό, ανεδαφικό, αποπροσανατολιστικό αποτύπωμα στο νέο τότε Πρόγραμμα του Κόμματος μια φράση που συνιστούσε εκτίμηση πιθανότητας ανάδειξης, μέσω κοινοβουλίου, κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων που, κάτω από προϋποθέσεις και στο βαθμό που έπαιρνε ριζικά μέτρα, μπορεί ν’ άνοιγε την επαναστατική διαδικασία. Στο Πρόγραμμα δεν ήταν σαφής (ως συνέπεια του επιπέδου της ωριμότητας, άρα και της ικανότητας ν’ απαλλαγούμε από λαθεμένες κληρονομημένες αντιλήψεις) η σχέση του Κόμματος με το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο, η στάση του Κόμματος απέναντι στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα εξέφραζε συμφέροντα αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Δεν υπήρχε ρητή αναφορά ότι το ΚΚΕ δεν έχει θέση σε καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, ζήτημα που ξεκαθάρισε το 19ο Συνέδριο και ως αποτέλεσμα μελέτης της πείρας του 20ού αιώνα, τόσο του Κόμματος όσο και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Με το τότε επίσης επίπεδο ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και τις περιορισμένες από τα ίδια τα πράγματα τότε δυνατότητες επεξεργασιών, οι προγραμματικές κατευθύνσεις αποτελούσαν περισσότερο μέτωπα πάλης και λιγότερο συνεκτικό και συμπυκνωμένο πρόγραμμα.

Το 15ο Συνέδριο ξεκαθάριζε ότι η συμμαχία δε συμπεριλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, ούτε βεβαίως τμήματα της αστικής τάξης. Οι ελλείψεις στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ορισμένες αμφισημίες δεν μπορεί να υποσκελίσουν τη μεγάλη σημασία του Προγράμματος του 15ου, που έλυσε το πιο βασικό ζήτημα, την κατάργηση των σταδίων, το σαφή προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικού, ζήτημα που δεν εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων, αλλά το χαρακτήρα της εποχής.

Έχει ενδιαφέρον για το ζήτημα που διαπραγματεύεται το άρθρο αυτό ένα σημείο των Θέσεων της ΚΕ για το 14ο Συνέδριο, στη Θέση 38, στο οποίο δινόταν μια πλευρά στο ερώτημα: Αν η ένταση της κρίσης θα ήταν μικρότερη σε σύγκριση με την έκταση και το βάθος που πήρε. Συγκεκριμένα αναφερόταν:

«Η ένταση και έκταση της κρίσης στο Κόμμα θα ήταν πολύ μικρότερη αν η προηγούμενη ΚΕ εξασφάλιζε τη σωστή προετοιμασία του 13ου Συνεδρίου και διαμόρφωνε όρους συζήτησης των διαφορετικών απόψεων, στην ουσία διαφορών, με βάση τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του Κόμματος […] Η προσπάθεια που έκανε η πλειοψηφία της ΚΕ να συντεθούν οι διαφορετικές απόψεις ξεκινούσε από τη θέληση να αποτραπεί η ρήξη και διάσπαση. Η όλη μετασυνεδριακή πορεία απόδειξε ότι η σύνθεση μπορεί να γίνει μόνο στο βαθμό που υπάρχει κοινή ιδεολογική αφετηρία, ενιαία ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δομή. Οι διαφορές όμως ήταν βαθύτατες και σε τελευταία ανάλυση αφορούσαν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος και κομμουνιστικού κινήματος στην εποχή μας. Γι’ αυτό και η κρίση δεν μπόρεσε να αποφευχθεί».

Εξάγεται λοιπόν ένα πολύτιμο, στην ουσία αυτονόητο συμπέρασμα. Σε περιόδους που για διάφορους λόγους ο οπορτουνισμός απειλεί το Κόμμα από τα μέσα ή δυσκολεύει ακόμα την αποτελεσματικότητά του, διαβρώνει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, η ΚΕ έχει την ευθύνη να θέσει μπροστά στα μέλη του Κόμματος τις διαφορές και τα μέλη του Κόμματος μετά λόγου γνώσης κι ευθύνης να δώσουν λύση από τα κάτω προς τα πάνω. Σύνθεση διαφορών σε ιδεολογικό και προγραμματικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει, και, αν γίνει, τότε το Κόμμα μετατρέπεται σε οπορτουνιστικό και μόνο, γιατί εκφράζει συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιδιαμετρικές απόψεις. Η λεγόμενη «ενότητα μέσ’ από τη διαφορετικότητα», η σύνθεση διαφορετικών απόψεων σε θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στο όνομα να μη γίνει διάσπαση, λειτουργεί ως ο πιο ασφαλής δρόμος για τη μετάλλαξη του Κόμματος ή για την αυτοπεριθωριοποίησή του, ακόμα και την αυτοδιάλυση που την γνωρίσαμε ως εξέλιξη σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετά από το 1991.

Το ΚΚΕ μετά από το 19ο Συνέδριο είναι πιο δυνατό γιατί διαθέτει επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική που είναι προϊόν και της καθοδηγητικής μας κοσμοθεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά και της συστηματικές μελέτης των εξελίξεων που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Είναι πιο δυνατό γιατί είναι στην πρώτη γραμμή της συσπείρωσης και πάλης στα καθημερινά οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων, γιατί με ουσιαστικό τρόπο παλεύει  τη στρατηγική με τακτική ευέλικτη, αλλά και με συνείδηση ότι τα όρια της ευελιξίας της προσδιορίζονται από τη στρατηγική.

Ό,τι κατάφερε το Κόμμα από το 1991, χρονιά της κρίσης και ολοκλήρωσης της νίκης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, οφείλεται στο γεγονός ότι πάντα ήταν στενά δεμένο με την πάλη της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ότι πάλεψε σθεναρά άλλοτε μ’ επιτυχία, άλλοτε με λάθη και αντιφάσεις τον οπορτουνισμό, ότι δε μετατράπηκε σε οπορτουνιστικό κόμμα, ότι είχε και έχει το σθένος να μελετάει κριτικά κι αυτοκριτικά την πορεία του, ν’ αναγνωρίζει λάθη και αδυναμίες δημόσια. Από την άποψη αυτή αξίζει να επαναλάβουμε την τελευταία φράση στην εισαγωγή του Β’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος: «Ασπίδα του Κόμματος είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες, γιατί επιστήμη είναι αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει σοσιαλιστική κομμουνιστική προοπτική».

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Η στρατηγική της Κομιντέρν

Στη σημερινή ανάρτηση παρουσιάζονται αποσπάσματα από το άρθρο του μάκη μαΐλη στο τρέχον τεύχος της κομεπ για τη στρατηγική του κκε στα χρόνια που γραμματέας του ήταν ο ζαχαριάδης. Παράλληλα εξετάζεται κριτικά κι η πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο βαθμό που επηρέαζε τη στρατηγική του κκε ως οργανικό τμήμα της και ελληνικό τμήμα της κομιντέρν. Σε αυτό το τελευταίο εστιάζουν και τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται παρακάτω.

-.-.-

Η στρατηγική του κκε αυτή την περίοδο και βεβαίως ως το 1943 (δηλαδή μέχρι τότε που υπήρχε η κδ, κρίνεται σε συνδυασμό με τη στρατηγική που κατά διαστήματα διαμόρφωνε το διεθνές κέντρο του κομμουνιστικού κινήματος και την επίδραση που αυτή ασκούσε στη διαμόρφωση της στρατηγικής του κκε. Και αυτό, δίχως ν’ αποσείονται οι όποιες ευθύνες είχαν οι εκάστοτε καθοδηγήσεις του κόμματος. Ωστόσο αποτελεί καθήκον η περαιτέρω διερεύνηση της στρατηγικής της κδ, συνυπολογίζοντας τη διαπάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό της.

Με άλλα λόγια, η ιστορική έρευνα του κκε παίρνει υπόψη της ότι η κδ αποτελούσε επί της ουσίας κόμμα και η λειτουργία της διεπόταν από την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ωστόσο αυτό δε σήμαινε ότι κάθε κκ –τμήμα της στερούνταν της υποχρέωσης ν’ αναλύει επιστημονικά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στο εθνικό πεδίο δράσης του, να καθορίζει τη στρατηγική του και να επιδιώκει να πείσει για την ορθότητά της και τα άλλα τμήματα της κδ. Στο δοκίμιο ιστορίας 1949-1968 υπογραμμίζεται το καθήκον κάθε κομμουνιστικού κόμματος, ανεξάρτητα από το μέγεθός του, να συμβάλλει στον εμπλουτισμό και στη διαμόρφωση της γραμμής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, συνεισφέροντας έτσι στην επίτευξη ή την αποκατάσταση της επαναστατικής του ενότητας. Πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές πλευρές για την ενδυνάμωση του προλεταριακού διεθνισμού.

Επιπλέον η συγκεκριμένη έρευνα δεν αποστασιοποιείται από το γεγονός ότι στις γραμμές της κδ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της, διεξαγόταν διαπάλη ανάμεσα στα διάφορα τμήματά της για την κατεύθυνση της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

(…)

Το 6ο συνέδριο της κδ (1928) περιελάμβανε τον προβληματικό καθορισμό δύο τύπων επαναστάσεων για τις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπου κατέτασσε και την ελλάδα. Συγκεκριμένα όριζε: «σε μερικές απ’ αυτές τις χώρες είναι δυνατό ένα λίγο-πολύ γρήγορο πέρασμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική. Σε άλλες χώρες είναι δυνατοί τύποι προλεταριακών επαναστάσεων, που έχουν όμως να εκπληρώσουνε καθήκοντα αστικο-δημοκρατικού χαρακτήρα σε μεγάλη έκταση […] Εκεί όπου αναπτύσσεται άμεσα η επανάσταση σαν προλεταριακή επανάσταση προϋποθέτει την καθοδήγηση του πλατιού αγροτικού κινήματος από το προλεταριάτο».

(…)

Το δεκέμβρη του 1932 συνήλθε στην χαλκίδα η 5η ολομέλεια της κε, μερικούς μήνες μετά από τη 12η ολομέλεια της εεκδ (αύγουστος-σεπτέμβρης 1932). Η τελευταία είχε καθορίσει ως εξής τα καθήκοντα της πάλης των κκ: «… 1) ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου 2) ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση 3) ενάντια στον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ενάντια στην επέμβαση κατά της σοβιετικής ένωσης».

Η 12η ολομέλεια της εεκδ σωστά εκτίμησε ότι η άνοδος του φασισμού αποτελούσε συγκέντρωση δυνάμεων της αστικής τάξης στον αγώνα της κατά των επαναστατικών δυνάμεων και υπέδειξε στο κκ γερμανίας να προβάλει το σύνθημα της πάλης για τη σοβιετική σοσιαλιστική γερμανία σε αντιπαράθεση με την επιδίωξη του κεφαλαίου να εγκαθιδρύσει φασιστική δικτατορία.

Ωστόσο, μέσα στο 1933 παρουσιάστηκαν σαφή δείγματα στροφής στη στρατηγική της κδ κι εκφράστηκαν στη 13η ολομέλεια της εεκδ (νοέμβρης-δεκέμβρης 1933).
Η πρώτη διαφοροποίηση σε σχέση με τις αλλαγές που έγιναν στην πορεία εκφράστηκε με τον ορισμό του φασισμού, ο οποίος για πρώτη φορά χαρακτηρίστηκε ως «…η ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Ταυτόχρονα στη 13η ολομέλεια της εεκδ, δίχως ακόμα ν’ αποτελέσουν περιεχόμενο των αποφάσεών της, εκφράστηκαν σκέψεις ότι η πτώση του φασισμού δε θα συνοδευτεί από την άμεση εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ότι ο αγώνας ενάντια στο φασισμό θα είναι πανδημοκρατικός. Αυτές οι σκέψεις έγιναν λίγο αργότερα στρατηγική της κδ.

(…)

Με το 7ο συνέδριο η κδ αποσπούσε το φασιστικό φαινόμενο από την οικονομική βάση του καπιταλισμού συνολικά που το γεννά, δηλαδή από το στρατηγικό ζήτημα λύσης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Ωστόσο θεωρούσε το φασιστικό ρεύμα τέκνο του καπιταλισμού.

(…) είναι φανερή η διαπάλη που γινόταν και μέσα στην κδ, όπου εκφραζόταν αντιτιθέμενες απόψεις. Συγκρουόμενες τοποθετήσεις είχαν εκφραστεί και πριν το 1934, όπως συνάγεται από έγγραφα (πρακτικά συνεδριάσεων) της κδ.

Για παράδειγμα είχαν εκφραστεί αντίθετες απόψεις σχετικά με το χαρακτήρα της αστικής τάξης στην ελλάδα και σε άλλες χώρες του ίδιου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, αν αυτή ήταν υποτελής και υποχείριο του ξένου κεφαλαίου ή όχι.

(…)

Όλα αυτά βεβαιώνουν ότι το κκε, και ως τμήμα της κδ, πορευόταν προς τις συνθήκες του β’ παγκόσμιου πολέμου με αδυναμία μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης κι επεξεργασμένης επαναστατικής στρατηγικής.

(…)

Λίγους μήνες αργότερα (11 ιούλη 1934) στάλθηκε στα κκ «γράμμα της κδ», στο οποίο αναφερόταν ότι οι κομμουνιστές «είναι ανάγκη να θέσουν τέρμα στις δηλώσεις από τον κομματικό τύπο ή στις ομιλίες, που λέγαν ότι το κόμμα παλαίβει δήθεν για τη συντριβή της αστικής δημοκρατίας, γιατί τέτοιες δηλώσεις είναι «πολιτικά λαθεμένες». Και υπογραμμιζόταν «το καθήκον της πάλης με όλες τις δυνάμεις όχι μόνο ενάντια στις προσπάθειες του φασισμού και γενικά της αστικής τάξης να συντρίψουν ή να περιορίσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά και της πάλης για τη διεύρυνσή τους».

Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είχε μπει στη φάση της προετοιμασίας του 7ου συνεδρίου της κδ και στο εσωτερικό της διεξαγόταν συνεχείς συζητήσεις με στόχο την επανεξέταση θέσεων που θεωρούνταν ότι είχαν παλιώσει. Έτσι: «…Στις 14 του ιούνη 1934 στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής προετοιμασίας […] ο αντιπρόσωπος του πκκ (μπ) δ. μανουήλσκι εξέφρασε τη γνώμη ότι το σύνθημα της άμεσης πάλης για τη διχτατορία του προλεταριάτου δεν ανταποκρίνεται στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη δοσμένη στιγμή σε πολλές καπιταλιστικές χώρες. Ο σοσιαλισμός παραμένει ο τελικός σκοπός του κινήματος. Αλλά “χρειάζεται” –είπε- “να έχουμε πιο συγκεκριμένο πρόγραμμα πάλης: όχι την προλεταριακή διχτατορία, όχι το σοσιαλισμό, αλλά ένα πρόγραμμα που οδηγεί τις μάζες στην πάλη για την προλεταριακή διχτατορία και το σοσιαλισμό”.

(…)

Αυτή η πολιτική αποτελούσε τη στρατηγική κατεύθυνση που μετά από λίγο καιρό επισφράγισε το 7ο συνέδριο της κδ (ιούλης-αύγουστος 1935). Με αυτή τη γραμμή πορεύτηκε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, που όριζε πως «…το επαναστατικό προτσές δε θα πάει  μπροστά άμεσα και κατ’ ευθείαν μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά θα πλησιάσει σ’ αυτήν μέσω της αντιφασιστικής πανδημοκρατικής πάλης».

Ακόμα «οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες είναι υποχρεωμένες σήμερα να διαλέξουν συγκεκριμένα όχι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και την αστική δημοκρατία αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό».

Αυτή η γραμμή ήταν τροποποιημένη ως προς τις αντιθέσεις και το χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου, όπως τον προσδιόριζε η εεκδ το δεκέμβρη του 1922: «Η χρεοκοπία της ειρήνης των βερσαλλιών δείχνεται ολοένα πιο καθαρά και ολοένα σε μεγαλύτερα στρώματα εργατών. Είνε φανερό ότι ένας νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ή και πολλοί παρόμοιοι πόλεμοι είνε πράγμα αναπόφευκτο, αν το διεθνές προλεταριάτο δεν γκρεμίσει το αστικό καθεστώς».

Το κκε στο 18ο συνέδριό του (2009) και στην πανελλαδική συνδιάσκεψη για την ιστορία του (2011) στάθηκε κριτικά και αυτοκριτικά.

{παραθέτω και τις δύο υποσημειώσεις αυτού του σημείου που παραπέμπουν στην απόφαση του 18ου συνεδρίου για το σοσιαλισμό και το δοκίμιο ιστορίας αντίστοιχα.

*Η στρατηγική του κομμουνιστικού κόμματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό-απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

*Τα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών δεν έθεταν στα προγράμματά τους το σοσιαλισμό ως επίκαιρο, άρα ως στρατηγικό στόχο. Γενικά διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όμως στη διαμόρφωση της πολιτικής τους έθεταν κυβερνητικούς στόχους που εξ αντικειμένου δεν εξυπηρετούσαν μια στρατηγική συγκέντρωσης και οργάνωσης δυνάμεων, με στόχο τη γενική πλήρη σύγκρουση και ρήξη με την αστική εξουσία σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης στην χώρα τους.}


Το δεκέμβρη του 1935 συνήλθε το 6ο συνέδριο του κκε, το οποίο, στηριζόμενο στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου της κδ, καθόρισε ως στρατηγική του:

Για να καταστεί αδύνατη η νίκη του φασισμού και να συντριφτούν οι προσπάθειες των κυρίαρχων τάξεων να εξαθλιώσουν ακόμα περισσότερο τον ελληνικό λαό και για να γίνει δυνατή η κατάχτηση μιας λεύτερης δημοκρατικής ζωής, απαιτείται η συνένωση όλων των λαϊκών δημοκρατικών δυνάμεων σ’ ένα παλλαϊκό μέτωπο πάλης. Στο παρελθόν το κομμουνιστικό κόμμα προσέφερε όλες του τις δυνάμεις γι’ αυτό το σκοπό και πέτυχε τη συγκρότηση των δημοκρατικών-αντιφασιστικών συνασπισμών σ’ όλη τη χώρα […] Εξακολουθεί να πιστεύει ότι και τώρα είνε απαραίτητη η συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων και οργανώσεων που έχουν για αρχή τους το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας και είνε εχθροί του φασισμού και της αντίδρασης».

Οκτώ μήνες ύστερα από το συνέδριο του κκε ακολούθησε η εγκαθίδρυση της δικτατορίας των γλύξμπουργκ-μεταξά (4η αυγούστου). Με αυτή βρήκε τον ελληνικό λαό ο πόλεμος με την ιταλία. Στη διάρκειά του ο ν. ζαχαριάδης έγραψε από τη φυλακή τρία γράμματα που καθόριζαν τη στάση του κόμματος απέναντι στον πόλεμο. Τα γράμματα, αντανακλούσαν τις αντιφάσεις στη γραμμή της κδ σχετικά με το χαρακτήρα του β’ παγκόσμιου πολέμου.

Βεβαίως στα χρόνια της κατοχής, μετά από την αυτοδιάλυση της κδ, κυρίως μετά από συγκρότηση συμμαχίας της εσσδ με ηπα, μ. βρετανία ύστερα από την κατοχή μέρους της από τη γερμανία, η πολιτική γραμμή συμμαχιών του 7ου συνεδρίου διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο στο πλαίσιο της «εθνικής ενότητας».

Ακριβώς αυτό το πεδίο, των εθνικών μετώπων, άνοιγε η αυτοδιάλυση της κδ, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του προεδρείου της εε. Υλοποίησή της αποτελούσε η απόφασης της κε του κκε, η οποία, όπως και όλα τα κκ –τμήματα της κδ, ενέκρινε την αυτοδιάλυση της κδ.

Η στρατηγική του κκε, όταν ήταν γγ της κε ο νίκος ζαχαριάδης συμπυκνώνει τις αντιφάσεις που υπήρχαν στη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όρια που ο ζαχαριάδης δεν μπορούσε να ξεπεράσει και μετά από τον πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση, ο ν. ζαχαριάδης παρέμεινε αφοσιωμένος στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στον προλεταριακό διεθνισμό.


Η ιστορία επιβεβαίωσε πολλές φορές ότι οι λαθεμένες στρατηγικές που διαμορφώθηκαν στο κκε και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν οφείλονταν πάντα σε διάθεση συμβιβασμού των κομματικών ηγεσιών με τον αντίπαλο, αλλά σε διαφορετικούς λόγους, αντικειμενικούς και υποκειμενικούς (βαθμός ωρίμανσης, ικανότητα αντικειμενικής ανάλυσης των εξελίξεων στον καπιταλισμό, πίεση από τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων ή λαθεμένη εκτίμησή του κ.ά). Στην περίπτωση του ν. ζαχαριάδη η διαπίστωση για την αδιάλλακτη στάση του απέναντι στον ταξικό αντίπαλο είναι αναμφισβήτητη.