Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Άμα θες να φύγεις, φύγε

Τι, δεν το ‘ξερες; Στις 26 φεύγουν! Βέβαια.. Έτσι λέει δηλ το κεντρικό σύνθημα του σύριζα εν όψει ευρωεκλογών.

Αλλά τι τα θες, και πάλι ο ανδρέας πιο μπροστά ήταν, πιο κιμπάρης αυτός. Στις 18 σοσιαλισμός, φώναζαν οι οπαδοί του. Και μάλιστα όχι το 81’, στις εκλογές της αλλαγής (18 οκτώβρη) που είχαν και δύναμη, αλλά από το 74’ κιόλας. Στις 17 (νοέμβρη) εκλογές, στις 18 σοσιαλισμός. Τότε που ο καραμανλής είχε βάλει τις εκλογές πάνω στην πρώτη επέτειο του πολυτεχνείου, για να επιστεγάσει τη «νίκη της δημοκρατίας» και να επισημοποιήσει το δίλημμα «καραμανλής ή τανκς». Ο σύριζα λοιπόν σήμερα είναι πολυφωνικός και δανείζεται συνθήματα από όλους τους πόλους του συστήματος. Πλασάρει το «τσίπρας ή χάος/μνημόνιο», σα νέος καραμανλής –ο οποίος είχε και τη στήριξη του αλησμόνητου «εσωτερικού» όταν έβαζε την ελλάδα στη στρούγκα της εοκ. Και αντιγράφει όλες τις τακτικές και τα συνθήματα του πασοκ, που είχε λεηλατήσει κι αυτό κάποτε με τη σειρά του τα δικά μας συνθήματα.

Σε μια πρόσφατη συζήτηση στο μπλοκ ο παπουτσωμένος γάτος έλεγε: μισή ντροπή (= ευθύνη) δική τους, μισή δική μας, για αυτή την κλοπή. Γιατί κάποια συνθήματα είχαν σοσιαλδημοκρατική χροιά κι αντανακλούσαν λανθασμένες πτυχές της στρατηγικής μας. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως –ή τέλος πάντων αυτή είναι η μισή αλήθεια. Ο σημερινός σύριζα δε νιώθει την ανάγκη να δανειστεί δικά μας συνθήματα. Θα μου πεις, πήγε προεκλογικά να το παίξει η ενσάρκωση του προγράμματος του 15ου και της κυβέρνησης του ααδμ, αλλά αυτό ήταν στην πρώτη φάση του κυβερνητικού κρετινισμού του, άσε που πρέπει κάποιος να τους το σφύριξε, γιατί δεν είναι κι αρκετά έξυπνοι (ή διαβασμένοι) να το σκεφτούν από μόνοι τους. Ούτε αυτό σημαίνει κάτι για το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου, ότι δηλ το 95’ που το ψηφίσαμε ήμασταν και λίγο σύριζα, ή ότι παλιότερα ήμασταν και λίγο πασοκ –άλλο αν κάποιοι που έφυγαν το 91’ ήταν βαθύ πασόκ τελικά.

Υπάρχει μια βασική διαφορά. Ο σύριζα ασθμαίνει πίσω από το πασοκ του ανδρέα, γιατί τότε εκείνο ένιωθε την ανάγκη να υπερκεράσει το κκε για να φανεί σοσιαλιστικό και να εγκλωβίσει συνειδήσεις: εοκ και νατο το ίδιο συνδικάτο, σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, κοκ. Λες να το ρωτούσε κανείς σφε αναγνώστη, αν όλα αυτά είναι μαξιμαλιστικά και ουτοπικά, αν θα απομονωθούμε στους αδεσμεύτους χωρίς τη στήριξη των δυτικών, αν χρειάζονται ενδιάμεσα βήματα και μεταβατικοί στόχοι; Προφανώς όχι.

Το πασοκ της νέας εποχής αντιθέτως δε νιώθει καν την ανάγκη να δείξει λίγο ευρωσκεπτικισμό για τα μάτια του κόσμου, αν και έχει την πτέρυγα του λαφαζάνη για αυτό το σκοπό –αλήθεια ο πιλάφης μπορεί να μιλήσει άραγε για ενιαία ψήφο-στήριξη στο σύριζα παντού, σε όλες τις κάλπες και όλες τις περιφέρειες –όπως κάνουν οι κομμουνιστές; Ενώ το κυρίως κόμμα στρέφεται στα συνθήματα και τα στελέχη του νεότερου πασοκ –παίρνοντας εκδίκηση για τριάντα χρόνια πριν- και έχει βέβαια και το απαράμιλλο «η κρήτη θα φέρει σοκ στον πρετεντέρη». Που αν κρίνει κανείς από την έμπνευση κι από το πολιτικό παρελθόν του νησιού –κι αυτοί που το φώναξαν πασόκοι πρέπει να ‘τανε.

Στις 26 φεύγουν λοιπόν. Έτσι απλά. Ψηφίστε-σκουπίστε-τε-λειώ-σα-τε. Το τελευταίο συλλαβιστά, με το στιλ του αλέξη στην εκλογική φιέστα του συντάγματος, τον περασμένο ιούνη. Το ερώτημα βέβαια είναι ποιος ακριβώς φεύγει και πού ακριβώς πάει; Το χρέος; Τα δάνεια; Το μνημόνιο; Η ευρωπαϊκή ένωση; Ο καπιταλισμός; Οι καπιταλιστές μήπως; Όχι παιδιά, προς θεού, όχι τους καπιταλιστές, τους υγιείς επιχειρηματίες τους θέλουμε. Θα ψηφίσουμε κι απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων από την χώρα, για να τους κρατήσουμε.

Και τι ακριβώς έρχεται από την άλλη; Εντάξει τα συνθήματα και τα σλόγκαν έχουν πάντα ένα βαθμό αφαίρεσης, αλλά δεν πρέπει να ξέρει ο πελάτης πριν αγοράσει το προϊόν; Τι είναι αυτό που θα έρθει; Ο σοσιαλισμός; Μια μεγάλη πορεία προς τα εκεί; Το τζόνι γουόκερ; (Η νύχτα φεύγει, ο αλέξης τσίπρας έρχεται). Έτσι κι αλλιώς, μετά το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.

Βαρέθηκα να χάνω και υπομονή να κάνω

Να αυτό μπορεί να παίζει και στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του σύριζα. Θα μου πεις είναι θάνος καλλίρης και δεν κολλάει  πολύ με το προφίλ. Ναι αλλά έχει πάει στηγιουροβίζιον, οπότε ταιριάζει με τις ευρωεκλογές. Θα παίξει μετά και για τη μέρκελ το «είσαι μπελάς, γερμανός δικτάτορας, την καρδιά μου κυβερνάς», που συνοψίζει σε γενικές γραμμές το ζουμί από τις καθησυχαστικές ομιλίες του δραγασάκη σε επιλεγμένους γερμανούς βουλευτές. Εξάλλου και το σύνθημα του σύριζα «στις 26 φεύγουν», δεν είναι και πολύ πιο σοβαρό από τη μουσική του καλλίρη.

Kάποτε έχτιζα δυο γέφυρες τη μέρα
Τώρα η στράτα μου δεν πάει παραπέρα
Φεύγω, τώρα φεύγω
Φεύγω κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια…

Γ. Μπόμπολας

Υπάρχουν διάφορα φευγάτα τραγούδια που μπορούν να αξιοποιηθούν βέβαια, όπως το «φύγε κι άσε με να απομείνω μόνος μου» και πολλά ακόμα. Νομίζω όμως ότι ο καλύτερος συνειρμός είναι με τη σκηνή από ένα επεισόδιο των απαράδεκτων, όπου η αριστοκράτισσα επιχειρηματίας (η αστική τάξη) φλερτάρει το σπύρο (η αριστερή κυβέρνηση) με το κομμουνιστικό παρελθόν και του τραγουδάει, προφέροντας απαλά τα σύμφωνα


Άσε με να φύγω σε παρακαλώ
Όλο και πιο λίγο κάθε μέρα ζω
Έγινα σκιά σου και σε ακολουθώ
Και σε ακολουθώ (2) μα θα χαθώ

{προσέξτε τους ιδιαίτερους συμβολισμούς με τον αστικό μύθο για τους τίμιους καπιταλιστές που ασφυκτιούν στην ελλάδα με τη γραφειοκρατία και τα χαμηλά κίνητρα για την επιχειρηματικότητα}

Οπότε ο σπύρος χειροκροτά με αβροφροσύνη και λέει να απαντήσει με το δικό του αγαπημένο τραγούδι από το ένδοξο, αγωνιστικό παρελθόν του, που το λέει α καπέλα κι αισθαντικά –πως είναι ρε παιδί μου η διεθνής στο σήμα του «κόκκινου»; Κάπως έτσι.

Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά,
Πέσανε πάνω στην εργατιά…

Μα αυτό είναι κομμουνιστικό, λέει φρίττοντας η αστούλα –που είναι η γυναίκα του «αριστερού» μπέζου στην πραγματικότητα. Ο σπύρος της εξηγεί τότε το παρελθόν του στο πολυτεχνείο, που είναι και το αγαπημένο του θέμα συζήτησης. Κι ακολουθεί ένας τρομερός διάλογος που συμπυκνώνει όλο το νόημα της τρέχουσας αντιπαράθεσης και της «κινδυνολογίας» για τα τρομερά και φοβερά πράγματα που σκοπεύει να κάνει τάχα μια αριστερή κυβέρνηση με κορμό σύριζα και μπακλαβά γωνία.

- Εγώ ήμουν πάππου προς πάππου δεξιά και τους σιχαινόμουν τους κομμουνιστάς.
-Μήπως συμπαθούσα εγώ τα καπιταλιστικά γουρούνια, ανεβάζει τους τόνους ο σπύρος.

Κι εκεί που λες πως πάει, ξεσπάθωσε η αριστερή κυβέρνηση (δηλ ο σπύρος), αρχίζει να λέει για την εθνική συμφιλίωση με το πασοκ –αν είχε χρόνο θα έπιανε και τον ιστορικό συμβιβασμό αλά ιταλιάνα με τον μπερλίνγκουερ, το γερμανό, που λέει κι ο παππούς από τον ενικό. Και οδεύουν ολοταχώς για το φιλί, που το αναβάλλουν την τελευταία στιγμή, γιατί ο σπύρος έχει αναστολές μη τυχόν προδώσει τη δημητρούλα (δηλ την εκλογική του βάση). Άλλο που δε θέλει όμως, κατά βάθος...




Κάπως έτσι θα χειριστεί μάλλον το θέμα και μια κυβέρνηση σύριζα. Καλά γελάτε εσείς τώρα, αλλά δεν καταλαβαίνετε γρι από τακτική και λεπτούς χειρισμούς. Αφού στις 26 θα φύγουν λέμε (αλλά πού θα βρουν καλύτερα;). Δε θα ‘ναι πια εδώ. Δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ, που τραγουδούσε κι ο βασίλης.

Ο οποίος έκανε δήλωση (όχι φρονημάτων αλλά) εκλογικής στήριξης στο επαμ του καζάκη, μαζί με το βασίλη λέκκα. Για τον παπακωνσταντίνου όλοι είχαν ψυλλιαστεί κάτι για το ραγισμένο γυαλί στις σχέσεις μας, εφόσον δεν ερχότανε τόσο καιρό και στο φεστιβάλ, αλλά για να πω την αλήθεια, αλλού τον περίμενα να κολλήσει, βάση και του ρεύματος της εποχής. Όσο για τον άλλο βασίλη, όσοι είχαν ακούσει το από σκηνής παραλήρημά του (οι ξένοι φταίνε βασικά για όλα) στο πρόσφατο φεστιβάλ –γιατί αυτός συνέχισε να έρχεται και δεν τα είχαμε σπάσει- δε θα παραξενεύτηκαν τόσο από αυτήν την εξέλιξη.

Μεταξύ των υποψηφίων πάντως είναι και η κατερίνα μουτσάτσου, που είχε κάνει ένα σχετικό ντόρο με το πατριωτικά περήφανο βιντεάκι I am Hellene (είμαι ελληνίδα, που θα ‘λεγε και η μερκούρη). Το οποίο θα μπορούσανε να το αξιοποιήσουν και σαν προεκλογικό τους σποτάκι. Να δω τον καζάκη πρωταγωνιστή να λέει I am Hellene και τι στον κόσμο…

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Κόμμα παντός καιρού

Η κε του μπλοκ δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την μπροσούρα της ιδεολογικής επιτροπής (ιε) της κετουκε «κόμμα παντός καιρού – ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του κκε». Θα ακολουθήσουν δύο ακόμα αναρτήσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο και αποσπάσματα από την μπροσούρα. Αυτά που ακολουθούν προέρχονται από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο (σελ 9-24) και αυτό που έχει τίτλο: «εμπόδια και δυσκολίες στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Αδυναμίες της δικής μας παρέμβασης» (σελ 48-65). Αφορμή για την επιλογή των συγκεκριμένων κομματιών έδωσε μια ερώτηση του ντέμη στη συζήτηση που άνοιξε σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την ωρίμανση των συνειδήσεων και του υποκειμενικού παράγοντα.

Σημειώνω απλώς εισαγωγικά ότι η μπροσούρα έχει εκλαϊκευτικό χαρακτήρα αλλά δεν περιορίζεται σε στερεοτυπικές απαντήσεις και προσεγγίζει με ενδιαφέροντα και πολύ ουσιαστικό τρόπο κάποια σημαντικά ζητήματα. Προσωπικά τη θεωρώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γραπτά που έχει δώσει η ιε της κετουκε (με επικεφαλής το μάκη παπαδόπουλο εδώ και λίγο καιρό) και το κόμμα συνολικά το τελευταίο διάστημα. Εξυπακούεται πως η αντιγραφή των κομματιών αυτών αποσκοπεί να παροτρύνει το σφο αναγνώστη να αγοράσει και (προπαντός) να μελετήσει τη συγκεκριμένη έκδοση.
Εύχομαι καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.
-.-.-
Έχουμε επίγνωση ότι το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι σε μια φάση σχετικής υποχώρησης. Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν συνδυάζεται με τη σχετική ακινησία τους. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση εμφανίζεται οξυμένη στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, είναι σαφές ότι η τάση απομαζικοποίησης και αλλοίωσης του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια, ανεξάρτητα από την κρίση και αρκετά πριν την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος εργατών και εργατριών, λαϊκών μαζών «κουράστηκαν» ή απογοητεύτηκαν, γιατί οι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν έφεραν άμεσα αποτελέσματα. Ένα άλλο μέρος τηρεί στάση αναμονής περιμένοντας, μάταια βέβαια, ότι κάπου θα μπει ένα τέλος στα βάρβαρα μέτρα, ελπίζοντας ότι μπορεί να γίνει κάποια αλλαγή από τα πάνω. Δεν είναι ο φόβος και η απογοήτευση το άλφα και το ωμέγα της υποχώρησης, αλλά οι συνέπειες από το μακρόχρονο εγκλωβισμό στα βαριά ιδεολογικά δεσμά της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, που ενισχύονται με τις αντιλήψεις και την πρακτική του ρεφορμισμού και οπορτουνισμού στο κίνημα, στους τόπους δουλειάς, στις μαζικές οργανώσεις. Κυριαρχεί η λογική των μειωμένων απαιτήσεων, που αναπαράγει παλιές και παράγει νέες αυταπάτες. Αυτά τα δεσμά «πλέκονται» γύρω από τον εργάτη, τον υπάλληλο, το φτωχό αυτοαπασχολούμενο και αγρότη, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, και βεβαίως ενισχύονται αποφασιστικά στον χώρο δουλειάς, ενώ έχει προετοιμαστεί η συνείδηση να θεωρεί τον καπιταλιστή ως αυτόν που δίνει δουλειά, διανέμει τα εισοδήματα. Πρόκειται για συνείδηση που οδηγεί τον άνθρωπο να σκέπτεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω.
Στο φόβο και την αυταπάτη, στην απάθεια και στην απογοήτευση συμβάλλει και η αδυναμία κατανόησης της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, του χαρακτήρα των κομμάτων και της σχέσης τους με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιπλέον δυσκολίες δημιουργεί η άγνοια του γεγονότος ότι ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι επαρκεί για να ικανοποιούνται οι σύγχρονες ανάγκες τους αρκεί να καταλήγει ολόκληρος σε αυτούς, με την προϋπόθεση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού κάτω από το δικό τους εργατικό λαϊκό έλεγχο, η άγνοια ή ημιμάθεια για το τι είναι και πώς λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα, για τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, οι εδραιωμένες κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Για τις παραπάνω αδυναμίες, οπωσδήποτε υπάρχουν –στο βαθμό που του αναλογούν- ευθύνες και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο Κόμμα μας, που δεν μπόρεσε πάντοτε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το αστικό δίκτυο ενσωμάτωσης, τις προτάσεις στήριξης αστικών κυβερνητικών λύσεων.
Απαιτείται η συνεχής επανάληψη των θέσεών μας για τη στρατηγική του κόμματος, των βασικών μας εκτιμήσεων, της πείρας της ταξικής πάλης, μέσα στην κομματική ζωή και λειτουργία, στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ, στην προπαγάνδα, στις παρεμβάσεις μας, ώστε να εμπεδώνονται οι γνώσεις και οι κατευθύνσεις. Να συζητιέται πως το Πρόγραμμα του Κόμματος θα εκλαϊκεύεται στις κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να είναι κατανοητό, πειστικό, πώς θα διεισδύει στο μαζικό κίνημα, εκεί δηλαδή που η ανομοιομορφία της συνείδησης είναι πολύ μεγάλη, ενώ είναι έντονη η παρέμβαση των άλλων κομμάτων και των μηχανισμών τους. Η ιδεολογική δουλεία, η ζύμωση και προπαγάνδα δε φτάνει να γίνεται κατά κύματα και μάλιστα έχοντας ως αφετηρία ή αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, δεν αρκεί να γίνεται με τη μορφή επανάληψης των γενικών μας συνθημάτων.
Ωστόσο η επανάληψη αυτή πρέπει να γίνεται με ζωντάνια και μαχητικότητα, να εμπλουτίζεται μέσα από τις εξελίξεις και την επικαιρότητα. Με λίγα λόγια, η έκθεση της στρατηγικής και των βασικών θέσεων του Κόμματος δεν πρέπει να παίρνει τον χαρακτήρα αξιώματος, αλλά αντίθετα πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον, να είναι σαφές σε ποια ερωτήματα και συγχύσεις των μαζών απαντάνε. Το θέμα δεν είναι να ενημερώνουμε μόνο για τις θέσεις, τις εκτιμήσεις και τις ριζικά διαφορετικές μας απόψεις, ταυτόχρονα πρέπει να βοηθάμε να κατανοείται γιατί καταλήγουμε σε αυτή τη θέση και όχι σε άλλη, γιατί κάνουμε εκείνο ή τον άλλο χειρισμό, με ποια κριτήρια εξετάζουμε τις εξελίξεις. Η έκθεση των θέσεών μας με τη μορφή αξιώματος ή γενικής κριτικής στα άλλα κόμματα σαν μάθημα από καθέδρας δεν προσελκύει καθώς διατυπώνεται σε ένα έδαφος όπου όλες οι άλλες δυνάμεις παρουσιάζουν τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ως μονόδρομο. Σε αυτό το έδαφος απαιτείται πιο βαθιά επιχειρηματολογία για την πειστική ανάδειξη της δυνατότητας, της ωριμότητας και της αναγκαιότητας ενός εντελώς διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της κοινωνίας που απαιτεί εθελοντική στράτευση και προσφορά θυσιών και μάλιστα σε περίοδο νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες. Όλα μοιάζουν να είναι εναντίον μας την ίδια στιγμή που η πορεία του καπιταλισμού παρέχει σήμερα πολύ περισσότερες αποδείξεις για την αναγκαιότητα της στρατηγικής επιδίωξης του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ενώ η ιστορία έδειξε πόσο αναγκαία ήταν η διόρθωση λαθών του παρελθόντος όχι μόνο στη στρατηγική του ΚΚΕ αλλά και διεθνώς.
-.-.-
Η δυσκολία στην κατανόηση της περιπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης από την πλευρά της εργατικής τάξης αναδεικνύεται με διάφορες αφορμές. Για παράδειγμα –με αφορμή τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, αλλά και τη δυσκολία να μετατραπεί η γενική απεργία σε ισχυρό όπλο πάλης και αντεπίθεσης- αρκετοί σύντροφοι και φίλοι εκφράζουν μια ειλικρινή αγωνία ή και απογοήτευση για το γεγονός ότι οι εργάτες, οι υπάλληλοι δε μετατρέπουν την οργή και την αγανάκτησή τους σε πάλη και αγώνα.

Η αγωνία αυτή δεν εκφράζει απλά ένα συναίσθημα που αντικειμενικά έχει βάση, αλλά κυρίως δείχνει ότι δεν έχει γίνει βαθύτερα κατανοητό ότι η ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται αυτόματα με βάση την όξυνση των προβλημάτων.

Πρέπει να κατανοηθεί βαθύτερα από τους κομμουνιστές ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της απογοήτευσης των εργαζομένων, έτσι ώστε να ερμηνεύεται σωστά και η πολιτική της συμπεριφορά. Η απογοήτευση εκφράζει την κούραση που φυσιολογικά προκαλεί το γεγονός ότι απέναντι στο λαό στέκεται μια εξουσία, μια κυβέρνηση που δεν κάνει ούτε ένα βήμα υποχώρησης, ακόμα και όταν τα εκλογικά της ποσοστά παίρνουν τον κατήφορο. Απογοήτευση υπάρχει γιατί βλέπουν το πισωγύρισμα με την έννοια ότι παίρνονται πίσω κατακτήσεις εν μια νυχτί, ότι ζούμε χειρότερα από χθες, ότι γυρίσαμε σε μαζικά φαινόμενα φτώχιας κι εξαθλίωσης που είχαν ξεχαστεί, πρωτόγνωρα για τις νεότερες γενιές.

Η απογοήτευση δείχνει όμως την ανεπαρκή γνώση και συνείδηση ότι αυτή είναι η φύση και ο χαρακτήρας του καπιταλισμού, ότι όσο ο λαός δεν αμφισβητεί άρα δεν παλεύει κατά του ίδιου του συστήματος αλλά περιορίζεται στην πάλη κατά της μιας ή άλλης διαχείρισης, των αποτελεσμάτων της και όχι της πραγματικής αιτίας τους, τότε το κίνημα θα έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή και καμία δυνατότητα πίεσης.

Η απογοήτευση δείχνει ότι η κρίση δε συνειδητοποιείται ως κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ως πρόβλημα κακοδιαχείρισης, με αποτέλεσμα η δυσαρέσκεια να εκδηλώνεται απέναντι σε κόμματα στα οποία πίστεψαν και στήριξαν.

Έκφραση αυτής της δυσκολίας βαθύτερης κατανόησης της πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων αποτελεί και το ακόλουθο ερώτημα το οποίο ακούγεται συχνά ακόμα και από έμπειρους αγωνιστές και το οποίο προβάλλεται στοχευμένα από τα αστικά ΜΜΕ: πώς είναι δυνατόν να φεύγουν μαζικά ψηφοφόροι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και να σκαλώνουν σε άλλα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που στην προηγούμενη Βουλή ήταν το τελευταίο σε βουλευτές κόμμα και το τρίτο κόμμα το ΚΚΕ να χάνει αντί να παίρνει ένα έστω μικρό ή μεγαλύτερο μερίδιο.

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Ελληνικός καπιταλισμός και πρωταθλητισμός

Ενώ η αθλητική κοινή γνώμη βρισκόταν στον απόηχο των πρώτων ημιτελικών του τσου-λου και σε αναμονή των τελευταίων καθοριστικών αγώνων για το φάιναλ φορ της ευρωλίγκα και του χτεσινού τελικού κυπέλλου, έσκασε η βόμβα του θανάτου του τίτο βιλανόβα και σημάδεψε την επικαιρότητα, επισκιάζοντας όλα τα άλλα. Δεν είναι μόνο ότι ο βιλανόβα είχε συνδέσει τη ζωή του με τους μπλαουγκράνα, αλλά ότι συνέδεσε και το θάνατό του με μια ιδιαίτερη ποδοσφαιρική σημειολογία, σε μια περίοδο όπου η ομάδα της μπαρτσελόνα μοιάζει να καρκινοβατεί και να αργοπεθαίνει η κυριαρχία της στο ευρωπαϊκό στερέωμα –λατρεμένο κλισέ

Κάποιοι διαγιγνώσκουν ότι ο καρκίνος αυτός έχει κάνει μετάσταση στη φλύαρη κι ανούσια κατοχή της μπάγερν του γκουαρδιόλα. Άλλοι τον εντοπίζουν στο πούλμαν που βάζει η τσέλση του μουρίνιο μπροστά στην εστία, για να μη δεχτεί γκολ. Και δεν περιορίζεται σε μια ανάλυση για το σκοπό που αγιάζει τα μέσα, αλλά μας δίνει τον πιο απλό ορισμό του «ποδοσφαιρικού μακιαβελισμού», όταν για παράδειγμα ο πορτογάλος γκρινιάζει για τους αντιπάλους του, που παίζουν αμυντικά για να μην αφήσουν τη δική του ομάδα να σκοράρει εύκολα και να κερδίσει.
Κι εν πάση περιπτώσει, όταν τα κάνεις αυτά απέναντι στην μπάρτσα, θα βρεις ίσως και πέντε κομπλεξικούς ή που πηγαίνουν κόντρα στη μόδα με τα αουτσάιντερ, να σε παραδεχτούν. Αλλά αν τα κάνεις αυτά απέναντι στο δαβίδ της ατλέτικο, με τις σφεντόνες και τα νεροπίστολα, κόντρα στα δικά σου πυρηνικά, είναι ζήτημα αν θα βρεις κανένα να σε υποστηρίξει.

Ίσως γι’ αυτό όμως να είναι τόσο γοητευτικό το ποδόσφαιρο κι ο αθλητισμός εν γένει, γιατί ο κάθε «γιατρός»-προπονητής της κερκίδας μπορεί να δώσει τη δική του διάγνωση και να πιαστεί επιλεκτικά από εκείνα τα παραδείγματα που τη δικαιώνουν. Και γιατί δεν αρκεί πάντα να έχεις τους πιο ακριβούς παίκτες και τους καλύτερους γιατρούς, για να πετύχει η θεραπεία.

Δεν είναι τυχαίο πάντως πως ο βιλανόβα είχε μπει στο μάτι του μουρίνιο, που είχε προσπαθήσει με τη σειρά του να του βγάλει το μάτι σε μια συμπλοκή παικτών και τεχνικών επιτελείων που σημάδεψε ένα clasico. Και το μικρό του όνομα δείχνει ότι ήταν ένας συμπαθής ‘ρεβιζιονιστής’ που ήταν το δεξί χέρι του πατερούλη γκουαρδιόλα (με τις... «σταλινικές εκκαθαρίσεις» της παλιάς φρουράς: ντέκο, ετό και ροναλντίνιο), αλλά στην πορεία απογαλακτίστηκε κι είδαν τις σχέσεις τους να ψυχραίνονται μέχρι ένα σημείο και να διαλύεται προσωρινά ο μεταξύ τους δεσμός στο γραφείο πληροφοριών της κομινφόρμ.

Η τακτική και στρατηγική προσέγγιση βέβαια παρέμεινε η ίδια στα βασικά της σημεία. Άρχισαν όμως να συσσωρεύονται στρεβλώσεις και παραβιάσεις των σοσιαλιστικών νομοτελειών, που έκαναν πολλούς να αμφισβητούν πρωταρχικές αξίες, όπως την προτεραιότητα της υποδιαίρεσης Ι (δηλ της παραγωγής μέσων παραγωγής και ταλέντων από την ακαδημία της μασία) και τον πρωτοπόρο ρόλο του τίκι-τάκα. Που στην πραγματικότητα νομίζω ότι είναι εκείνο το μπιμπελό με τις αιωρούμενες σφαίρες που έχουν στα γραφεία τους κάποιοι ψυχίατροι –και που είναι ζήτημα αν υπνωτίζει τελικά τον αντίπαλο και το θεατή στην κερκίδα.

Αφορμή για αυτό το κείμενο πάντως στάθηκε μια τρομερή στιγμή από το μπασκετικό ρεάλ-ολυμπιακός της παρασκευής και το ένα λεπτό σιγής πριν την έναρξη στη μνήμη του βιλανόβα, που το σεβάστηκε απόλυτα το μαδριλένικο κοινό κι ας αφορούσε μια εμβληματική μορφή του μεγάλου τους αντιπάλου –οι παίκτες της ρεάλ μάλιστα φόρεσαν στις φανέλες τους και μια μαύρη κορδέλα σε ένδειξη πένθους. Μία από τις στιγμές που αναρωτιέσαι αν θα μπορούσαμε να ζήσουμε κάποτε στην ελλάδα· κι όταν σκέφτεσαι τι πιθανή κατάληξη θα μπορούσαμε να έχουμε σε αντίστοιχη περίπτωση, κάνεις το σταυρό σου στο θεό του ποδοσφαίρου και όλων των σπορ, που δε θα χρειαστεί ποτέ να μάθουμε στην πράξη την απάντηση. Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Προσωπικά μπορώ να σκεφτώ από τα πρόσφατα παραδείγματα την συμπαράσταση της διοίκησης και της ποδοσφαιρικής ομάδας του παοκ στο πένθος της αρειανής οικογένειας για τον αδόκητο χαμό ενός 17χρονου παίκτη της εφηβικής ομάδας. Δεν ξέρω τι αντίδραση θα είχε με την ψυχολογία της μάζας, μια φλεγόμενη τούμπα σε ένα αντίστοιχο λεπτό σιγής. Αλλά που να πάρει ο διάολος, πωρωμένος χούλιγκαν ή μη, υπάρχει ανθρωπιά και φιλότιμο σε έναν κόσμο που πάει στο γήπεδο.

Όλα αυτά μας φέρνουν πάντως στο κλασικό κλισέ περί υπανάπτυκτου πρωταθλήματος –ως εποικοδόμημα ενός εξίσου υπανάπτυκτου ελληνικού καπιταλισμού· γιατί αυτά «ούτε στην ουγκάντα δε γίνονται» και άρχονται τάχα ως μια μορφή στρέβλωσης και παρέκκλισης από τον κανόνα, από όσα βλέπουμε στα ευρωπαϊκά γήπεδα και τον ανεπτυγμένο κόσμο. Όσο να πεις βέβαια, άλλο είναι να βλέπεις στην κερκίδα ως θεατής τα γκολ του μέσι και του ρονάλντο πχ κι άλλο να χτυπιέσαι για τα μάτια του μανιάτη, του τζαβέλα και λοιπών κλαρινογαμπρών κάθε απόχρωσης. Έτσι λοιπόν ανακυκλώνεται σε ένα άλλο επίπεδο η γνωστή συζήτηση περί εξαρτημένων ομάδων που μπαίνουν στο άρμα των μεγάλων δυνάμεων, τη λυκοσυμμαχία της σούπερ λίγκα και την ανάγκη αποδέσμευσης – εξόδου από το πρωτάθλημα, την ευρωζώνη και την κεντρική διαχείριση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Τι σημαίνει όμως ανάπτυξη για το «υπανάπτυκτο» πρωτάθλημα και τον ελληνικό καπιταλισμό; Ανάπτυξη σημαίνει πως από τη μικροαστική ουτοπία της δεκαετίας με τις βάτες με τη μεγάλη διασπορά τίτλων (λάρισα και παοκ πήραν πρωτάθλημα, ενώ καστοριά κι όφη έφτασαν στο κύπελλο) φτάσμε δια της νομοτελειακής διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης και το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης στην επικράτηση μιας χούφτας μονοπωλίων και τον οξύτατο μεταξύ τους ανταγωνισμό. Που οδήγησε με τη σειρά του στην κατάρρευση παραδοσιακών δυνάμεων εν μέσω κρίσης (αεκ, άρης, λίμαν μπράδερς, ηρακλής) και την ακόμα μεγαλύτερη μονοπώληση των τίτλων, αρχικά από το ποκ σε μια μορφή διπολισμού και στη συνέχεια στο «μία χώρα-μία ομάδα» με μισό ανταγωνιστή κάθε χρόνο. Σε μια «ελεύθερη αγορά» που χωράει ενάμιση διεκδικητή του τίτλου και μιάμιση ψηφιακή πλατφόρμα με συνδρομητές.

Ανάπτυξη σημαίνει κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός (για τους φίλους κμκ) και σύμφυση κράτους-μονοπωλίων –όπου ως μονοπώλιο δε νοείται πχ ο μπακάλης ενός χωριού, που χωρίς άλλο ανταγωνιστή «μονοπωλεί» τη συγκεκριμένη αγορά, αλλά μια οικονομική σχέση σε ανεπτυγμένη υλική βάση. Αυτή η σύμφυση γίνεται φανερή στο ελληνικό πρωτάθλημα με τις κρατικοδίαιτες παε (ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες), τα χρέη προς το δημόσιο που συσσωρεύονται, τις ευγενείς χορηγίες του οπαπ πριν ξεπουληθεί ως κερδοφόρο φιλέτο, το γηπεδικό πολλών ομάδων, τα άρθρα 44 και 99, συγκάλυψη στημένων παιχνιδιών, κοκ. Μια απλή απαρίθμηση θα απαιτούσε καλό αρχείο και πολύ χρόνο. Και είναι τελείως ανώφελο κι αποπροσανατολιστικό να μετρήσουμε ποιο σκάνδαλο είναι μεγαλύτερο και ποια ομάδα βγαίνει πιο ωφελημένη στο ζύγι της εύνοιας.

Παράλληλα χάνονται και κάποια τελευταία ίχνη ρομαντισμού: οι ποιητές της κερκίδας, η ενιαία ώρα διεξαγωγής των αναμετρήσεων, η ραδιοφωνική τους μετάδοση, το φοβερό σήμα έναρξης από το «μικρόφωνο στα γήπεδα» της παλιάς έρα σπορ -που τώρα έχει μετακομίσει ‘στο κόκκινο’ αλλά χωρίς την παλιά του αίγλη.



Όλα αυτά όμως αποτελούν ελληνικό προνόμιο κι ιδιαιτερότητα; Τι γίνεται άραγε στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο και τις κορυφαίες διοργανώσεις του κόσμου; Στο τσου-λου πρωταγωνιστούν σταθερά σχεδόν οι ίδιες ομάδες. Η πρέμιερ λιγκ διαφημίζεται ς το καλύτερο πρωτάθλημα, αλλά το οφείλει εν πολλοίς και στο εκτεταμένο ξέπλυμα χρήματος που γίνεται για διάφορα πετροδόλαρα και ‘ρώσους ολιγάρχες’. Στην ισπανία ο δικομματισμός μπάρτσα-ρεάλ κινδυνεύει να καταπιεί τα πάντα. Ατλέτικο και λίβερπουλ γίνονται ‘δημοκρατικά άλλοθι’ ενός συγκεντρωτικού συστήματος, όπου ο πρωταθλητισμός λειτουργεί με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Κι η αφηρημένη ισότητα του αστικού δικαίου (έντεκα αυτοί-έντεκα εμείς) επιχειρεί να αποκρύψει τις τεράστιες ανισότητες και την ανισομετρία που διέπει τις σύγχρονες ποδοσφαιρικές μπίζνες. Ο ολλανδικός αίαντας πχ δε θα μπορέσει ποτέ μάλλον να επαναλάβει το θαύμα του 95’ με τα μωρά του φαν χάαλ, γιατί τα μεγάλα κλαμπ τα κλέβουν από την κούνια τους σχεδόν, πριν καλά-καλά ωριμάσουν ως ταλέντα.

Στην αδιάφθορη γερμανία, εκτός από το σκάνδαλο της ζίμενς, ξέσπασε σχετικά πρόσφατα και το σκάνδαλο χόιτσερ με τα στημένα παιχνίδια. Ναι αλλά εκεί το κράτος λειτουργεί και τιμώρησε τους ενόχους, ίσως πει κανείς. Αυτό αφενός είναι η μισή αλήθεια, γιατί απλώς βρέθηκε ένας αποδιοπομπαίος τράγος που ξεπέρασε ίσως κάποια όρια, αλλά παζάρεψε με διαπραγμάτευση τη θέση του, γιατί γνώριζε πολλά και μπορούσε να πάρει κι άλλους μαζί του. Αφετέρου και στην ελλάδα μπήκαν στη φυλακή ο μπέος (που τώρα πάει για δήμαρχος στο βόλο) και ο ψωμιάδης –φαίνεται το ‘χει το όνομα και τους κυνηγάει ανηλεώς το σύστημα τους ψωμιάδηδες, απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Η σοσιαλδημοκρατική νησίδα της σουηδίας, μπορεί να έχει ένα σχεδόν ερασιτεχνικό πρωτάθλημα, όπου η διασκέδαση έχει προτεραιότητα και χαίρεται να το βλέπει ο κόσμος· αλλά πρόσφατα θρήνησε ένα νεκρό από συμπλοκές χούλιγκαν, σε μια είδηση που έσκισε τον υμένα της αθωότητας και σόκαρε τη σουηδία –αναλογικά όπως είχε σοκάρει και τη γειτονική νορβηγία η περίπτωση του φασίστα μπρέιβικ.

Κλείνουμε την ανάρτηση με μια είδηση από το προχτεσινό από τον προχτεσινό αγώνα μπάσκετ τσσκα-παο, που ήταν πιθανότατα ο τελευταίος αγώνας των ρώσων στο συγκεκριμένο κλειστό, καθώς μετά από 45 χρόνια λειτουργίας (δεν κλείνει, αλλά) ιδιωτικοποιείται κι αναμένεται να αλλάξει η χρήση του κι οι δραστηριότητες που θα φιλοξενεί.

Ούτως ή άλλως βέβαια, σε όποιο γήπεδο κι αν παίζει η τσσκα, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει καυτή έδρα, όχι μόνο λόγω των πολικών θερμοκρασιών, αλλά και των όχι ιδιαίτερα θερμών εκδηλώσεων του ρώσικου κοινού, που έχει μάθει να παρακολουθεί ήρεμα τους αγώνες, σα να βλέπει τα μπολσόι και δείχνει έτσι ένα κομμάτι της παλιάς σοβιετικής του παιδείας που κρατάει ακόμα.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ξεψειρίζοντας

Κάθε επιστροφή στη λδ του βορρά τη συνοδεύει η επανασύνδεση με την πατρική εστία, τα οικεία πρόσωπα, τις προσφιλείς τους συνήθειες: όπως το πριν, η εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς, στην τουαλέτα του σπιτιού για παράδειγμα, εκεί που έρχονται οι μεγάλες σκέψεις και εμπνεύσεις, όχι για κάποια άμεση πρακτική χρήση συνδεμένη με τον χώρο, αλλά ως τροφή (από την παραγωγή στην κατανάλωση που λένε) για σκέψη και προβληματισμό.

Μια προηγούμενη αντίστοιχη ανάρτηση είχε τίτλο ‘ξεφυλλίζοντας’. Αυτή σκέφτηκα να την πω ‘ξεψειρίζοντας’, γιατί κολλάει κάπως και με τον τύπο της πολεμικής που πατά στα γραπτά του άλλου, για να τα κριτικάρει. Θα μπορούσε όμως να λέγεται και ‘ξεκοκαλίζοντας’, με αφορμή ένα σχόλιο στο ημίφως από το δισέλιδο πρινηδόν, που φιλοξενεί πλέον και γελοιογραφίες του παπαγεωργίου, παλιού σκιτσογράφου του ρίζου. Το σχόλιο αποτελεί απάντηση σε ένα παλιότερο σχόλιο (εύστοχο κατά τη γνώμη μου) του ριζοσπάστη για μια λεζάντα στο οπισθόφυλλο ενός προηγούμενου φύλλου του πριν και μας λέει πως η ηγεσία του κκε (ο διαχωρισμός μεταξύ ηγεσίας-βάσης είναι τόσο προβλέψιμο κλισέ, που αν το παραλείψουν θα ήταν σα να ξεχνάνε μία από τις υποχρεωτικές κινήσεις στο πατινάζ και να έπρεπε να τους αφαιρεθούν βαθμοί) έχει μάλλον μεγάλο πρόβλημα με την αυξημένη απήχηση της ανταρσυα, και υποχρεώνεται να ξεκοκαλίζει το πριν, για να βρει κάτι πρόσφορο για λάσπη και διαστρέβλωση.

Το πιο ωραίο σε όλα αυτά είναι η υπογραμμισμένη φράση: αυξημένη απήχηση της ανταρσυα. Γενικά τον αριστεριστή δεν τον πιάνεις πουθενά σε αυτό το θέμα. Αν δεν ασχολείσαι μαζί του, είναι γιατί δεν έχεις επιχειρήματα να αντιπαρατεθείς στα δικά του κι όχι γιατί ο χώρος του αποτελεί αμελητέα ποσότητα. Και όταν αποφασίζουμε να το κάνουμε είναι επειδή μας ασκεί αφόρητη πολιτική πίεση και προσπαθούμε να συσπειρώσουμε τον κόσμο μας και να το μαντρώσουμε μη μας φύγει. Αυτό περίπου ισχυρίζεται κι ο δ. γρηγορόπουλος στο κομμάτι της εφημερίδας για το κκε, λέγοντας πως το κόμμα ασκεί άστοχη και οξυμένη στο έπακρο κριτική προς την ανταρσυα, γιατί φοβάται α. ότι θα αποκαλυφθεί ο ρεφορμισμός του άμεσου προγράμματός του με αγώνες χαμηλής έντασης και β. την προσχώρηση αγωνιστών από τη βάση του στην αντικαπιταλιστική πρόταση της ανταρσυα.

Ξεπερνάω τον πειρασμό να σχολιάσω τι ακριβώς σημαίνει άμεσο (-όπως λέμε δηλ «μίνιμουμ»;) πρόγραμμα και πώς συνδέεται αυτή η αντίληψη με το ρεφορμισμό, ή τα περί αγώνων χαμηλής έντασης (σαν την χαλυβουργία πχ;) και το πού οδηγούν οι κινητοποιήσεις... «υψηλής έντασης», όπως τις εννοεί η ανταρσυα και ο πάριος –πχ πλατείες- για να σταθούμε στο δεύτερο μέρος. Προσωπικά όλα αυτά περί ανήσυχης βάσης του κκε που προσεγγίζει την πρόταση της ανταρσυα, κτλ, μου θυμίζουνε ένα σκετσάκι από το δίσκο του χάρρυ κλυνν ‘ραντεβού με την εισαγγελία’, επί κοσκωτά, όπου ο δημοσιογράφος κάνει επισκόπηση του τύπου διαβάζοντας τα (φανταστικά) πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και όλες σχεδόν ασχολούνται με το σκάνδαλο και το φορτηγάκι με τα πάμπερς, εκτός του λακεδαιμόνιου ριζοσπάστη που το συνδέει με τη δυναμική του (φρέσκου κι ενιαίου τότε) συνασπισμού και λέει πως η κυβέρνηση επιχειρεί να εμποδίσει με κάθε μέσο την κάθοδο και συμπαράταξη δεκάδων φορέων με το νέο πολιτικό εγχείρημα.

Στην ίδια στήλη υπάρχει ένα σχόλιο γι’ αυτό το κομμάτι του οδηγητή με τα έργα και τις ημέρες της ανταρσυα στο συνδικαλιστικό κίνημα, που ανθολογεί φράσεις από το κείμενο –πχ το ‘ψεύτικο επαναστατηλίκι’ και καταλήγει ότι όσοι είναι πάντως με το ..αληθινό επαναστατηλίκι, όφειλαν να είναι δίπλα στους εμποροϋπαλλήλους στην ερμού, όταν τους χτύπαγαν τα ματ, και στη διαδήλωση κατά της μέρκελ.
Εμένα αφενός αυτά τα αντιμερκελικά –και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο- δε μου λένε πολλά· αφετέρου οι δυνάμεις του παμε προφανώς και έδωσαν το «παρών» στη μάχη της απεργίας των εμποροϋπαλλήλων. Κι αν μπούμε στη λογική να παίρνουμε παρουσίες στις απεργιακές περιφρουρήσεις, κάποιες δυνάμεις, από ορισμένο χώρο, θα μείνουν μετεξεταστέες, συνεπώς καλύτερα να μη θίγουν το συγκεκριμένο θέμα.
Αν στέκομαι λοιπόν σ’ αυτό το σημείο, είναι γιατί αδυνατώ να εξηγήσω την πτωτική πορεία των (αντι)δράσεων στο μέτωπο της κυριακάτικης αργίας, μετά τις δυναμικές κινητοποιήσεις κατά την πρώτη εβδομάδα εφαρμογής του μέτρου. Και μοιράζομαι την απορία αυτή με τη βάση του μπλοκ, για να μας δώσει τα φώτα του, όποιος σφος αναγνώστης ξέρει κάτι σχετικά με το θέμα και έχει κάποια λογική ερμηνεία.

Το νόημα της ανάρτησης είναι αυτό που απασχολεί θεωρητικά και τους συντάκτες του πριν: ο τρόπος διεξαγωγής της όποιας αντιπαράθεσης. Η οποία μπορεί να γίνει με όρους συνδικαλιάς και αμφιθεάτρου, ή με ξεψείρισμα και διαστρέβλωση των θέσεων του αντιπάλου. Αλλά μπορεί να αφορά και την ουσία του πράγματος, χωρίς υπεκφυγές κι ωραιοποιήσεις, με βασικό άξονα την αλήθεια –που δεν είναι μία αλλά είναι επαναστατική, όπως έλεγε ο γκράμσι. Θα φέρω ένα παράδειγμα, έξω από τη σχετική διαπάλη, για να γίνει καλύτερα αντιληπτό.

Το ρεπορτάζ στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας για τα γιάννενα και το δημοτικό σχήμα που στηρίζει το ναρ (παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην πόλη, όχι όμως κι οι άνθρωποι που το αποτελούν) αποφεύγει να θίξει την ουσία του πράγματος και στην καλύτερη περιορίζεται σε μισές αλήθειες (μια αυτόνομη αντικαπιταλιστική πρόταση που δε θα διαπραγματεύεται σε κλειστά γραφεία με αντιδημοκρατικές διαδικασίες), χωρίς καν να αναφέρει ότι η ανταρσυα στηρίζει δύο διαφορετικούς συνδυασμούς στο δήμο και να εξηγεί στους αμύητους πώς προέκυψαν αυτή η διάσπαση. {Συνοπτικά ο αρανίτης υποψήφιος της ανταρσυα στις εκλογές του 10’, πήγε για τα πολλά, επιδιώκοντας τη στήριξη του σύριζα, κι έχασε και τα λίγα, δηλ τη στήριξη του ναρ και της μισής –και παραπάνω- ανταρσυα που διαχώρισε τη θέση της και κατεβάζει δικό της ξεχωριστό υποψήφιο}.

Άλλο παράδειγμα. Στις ευρωεκλογές η ανταρσυα κατεβαίνει με βασικό πολιτικό στόχο-σύνθημα την έξοδο απο την εε –παλιότερα έμπαινε ως αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από τα κάτω κι αριστερά, αλλά έκτοτε έχει κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι- που θεωρεί πως τη διαφοροποιεί τόσο από την ευρωλαγνεία του σύριζα, όσο και από το κκε, που συνδέει την αποδέσμευση με τη λαϊκή εξουσία. Παρόλα αυτά, οι προεκλογικές ζυμώσεις με το σχέδιο β’ του αλαβάνου, που προτάσσει πιο καθαρά ένα μέτωπο γύρω από το νόμισμα και την έξοδο από το ευρώ, παρά το άδοξο τέλος τους, φαίνεται να έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στο εσωτερικό της ανταρσύα και στην κεντρική προεκλογική της αφίσα. Όπου ναι μεν το σύνθημα «έξω από την εε» καταλαμβάνει με πηχαία γράμματα το μεγαλύτερο μέρος της, αλλά από κάτω μπαίνει με μικρότερα το συμπλήρωμα «του κεφαλαίου, του ρατσισμού, της ιμπεριαλιστικής ληστείας».
Για στάσου, υπάρχει δηλ κι άλλη ευρώπη, φιλολαϊκή και λιγότερο βάρβαρη; Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Αυτό θα μου πεις είναι ξεψείρισμα, όπως με τη λεζάντα στο οπισθόφυλλο του πριν. Ίσως να ‘ναι κι έτσι. Όσοι έχουν ζήσει όμως τις πολύωρες, εξαντλητικές διαδικασίες συνδιαμόρφωσης του εξωκοινοβουλίου, καταλαβαίνουν πως το ίδιο «ξεψείρισμα» γίνεται κι από τις οργανώσεις του χώρου, που περνάνε από κόσκινο τα προεκλογικά υλικά και μπορεί να διαφωνήσουν για μια τελεία, που λέει ο λόγος. Θέλω να πω δηλ πως η τελική διατύπωση μόνο τυχαία ή κατά λάθος δεν προέκυψε. Και αυτό γεννάει κάποια εύλογα ερωτήματα.

Ο πυρήνας της διαφωνίας πάντως βρίσκεται αλλού και εντοπίζεται πολύ εύστοχα κι από τον ίδιο το γρηγορόπουλο στο κείμενό του, που λέει πως «το κκε εγκλωβίζεται στην πάγια ιδεοληψία του ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού μόνο οικονομικές και επιμέρους εργασιακές διεκδικήσεις είναι πραγματώσιμες, ενώ μεταρρυθμίσεις δομικού χαρακτήρα είναι εφικτές μόνο με τη νίκη του σοσιαλισμού».

Παρακάμπτω και πάλι τον πειρασμό να σχολιάσω κάποιες επιμέρους διατυπώσεις, για να σταθώ στις «δομικές μεταρρυθμίσεις». Δεν ξέρω αν για τον αρθογράφο και την ανταρσυα ο όρος δηλώνει κάτι διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνομαι και δηλώνει η ετυμολογία του, αλλά εφόσον αφορούν τις δομές και τον χαρακτήρα του καπιταλισμού είναι αντιφατικό να πιστεύουμε ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια του συστήματος και γενικά να τις ονομάζουμε «μεταρρυθμίσεις». Αν πρόκειται δηλ να αλλάξουμε ριζικά τη δομή, τη φύση ενός κοινωνικού συστήματος, εννοούμε βασικά να αλλάξουμε σύστημα. Κι αυτό προϋποθέτει την κατάληψη της εξουσίας κι ένα επαναστατικό άλμα.

Κι όντως, εδώ βρίσκεται η βασική διαφορά. Τι αντιλαμβάνεται κανείς ως διέξοδο από την κρίση και φορέα υλοποίησής της. Τι εκτίμηση έχει για τα περιθώρια του καπιταλισμού, στη σημερινή φάση ανάπτυξής του και γενικά, για παραχωρήσεις και σε ποιο πλαίσιο πιστεύει ότι μπορεί να πραγματοποιηθούν. Αν το κίνημα είναι τόσο ισχυρό, ώστε να επιβάλει τις αλλαγές που περιγράφονται και στην εκλογική διακήρυξη της ανταρσυα (εργατικός έλεγχος, φιλολαϊκές κρατικοποιήσεις, κτλ), τι το εμποδίζει να προχωρήσει μέχρι τέλους και περιορίζεται σε ενδιάμεσους στόχους; Και αν αντιστρόφως αυτοί οι στόχοι είναι υλοποιήσιμοι στο σήμερα, υπό την πίεση του κινήματος πάντα, και ζούμε ζωή χαρισάμενη χωρίς επαναστατικές τομές, ποιον ακριβώς θα πείσουμε για την αναγκαιότητα των τελευταίων;

Η δυνατότητα του επαναστατικού υποκειμένου να κατακτήσει ριζικές αλλαγές πριν από την επανάσταση αποτελεί θεωρητικό και ιστορικό κεκτημένο του μαρξισμού, συνεχίζει το άρθρο, φέρνοντας παραδείγματα από το κομμουνιστικό μανιφέστο και τα μέτρα που υποδεικνύει ο λένιν στο κείμενο «η καταστροφή που μας απειλεί», τα οποία δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός, ούτε όμως και καπιταλισμός.
Οι κατακτήσεις του επαναστατικού υποκειμένου έχουν επισφαλή και προσωρινό χαρακτήρα, εφόσον δε συνοδεύονται από επαναστατικές αλλαγές. Και το κίνημα έχει πικρή εμπειρία από «αλλαγές» που ξεστράτισαν στην πορεία και αποτελούν –με διάφορα ονόματα και παραλλαγές- ιστορικό κεκτημένο της σοσιαλδημοκρατίας.

Τι μπορεί να σημαίνει όμως στις σημερινές συνθήκες η φόρμουλα «δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός, ούτε όμως και καπιταλισμός», αν όχι ένα ενδιάμεσο στάδιο; Και τι αξία έχει να μεταφέρουμε επιλεκτικά στο σήμερα παλιές φόρμουλες και συνθήματα των κομμουνιστών, να πιανόμαστε από ειδικές συνθήκες (το σεπτέμβρη του 17’) και ένα κείμενο, για να δικαιολογήσουμε μια τακτική επιλογή στο παρόν, αντί να μελετάμε συνολικά τη στρατηγική γραμμή των μπολσεβίκων από το φλεβάρη στον οκτώβρη;

Κι εσύ απολίθωμα γιατί κάθεσαι, τα διαβάζεις και μας τα λες όλα αυτά; θα ρωτήσει κανείς. Αφενός γιατί τα βρίσκω μπροστά μου, πάνω στο πλυντήριο του σπιτιού. Και αφετέρου γιατί μπορείς να βρεις κι ωραία κείμενα σαν το μονόστηλο σπαρίλα για το ποτάμι «και ένα σακίδιο αδειανό» (για μιαν ελένη). Όπου παραφράζοντας τον μαρξ, στο πρόγραμμα της γκότα, λέει πως για το θεοδωράκη (όχι κάθε πρακτικό βήμα του κινήματος, αλλά) κάθε λεπτό προβολής στα κανάλια είναι πιο σημαντικό από μια ντουζίνα προγράμματα και συγκεκριμένες θέσεις!

Εκεί διάβασα πρώτη φορά και για την απάντηση του θεοδωράκη στις κατηγορίες περί αοριστίας των θέσεών του: «το ποτάμι έχει συγκεκριμένες θέσεις, όσο κανένα άλλο κόμμα, πλην ίσως του κκε»! Και στη συνέχεια: «δεν αστειεύομαι, μπείτε στα σάιτ τους και ψάξτε να βρείτε τις θέσεις τους για την εε. Ή δε θα έχουν καθόλου ή θα βρείτε ευχολόγια κι αοριστίες».

Δίκιο έχει ο σταύρος. Δεν ήταν εκεί όμως ο σπαρίλας να του πει για τη θολή, λαϊκή εξουσία και το κρυστάλλινο μεταβατικό του χώρου του: δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός, …ούτε όμως καπιταλισμός… αυτό ακριβώς, τίποτε άλλο

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Εκατό χρόνια μοναξιάς

Θα ‘χεις ακούσει πιθανότατα σφε αναγνώστη να μιλάνε κάποια φορά σε αθλητικές εκπομπές για τον πρωτοπόρο του βαθμολογικού πίνακα και τη μοναξιά της κορυφής –λατρεμένο δημοσιογραφικό κλισέ. Κατ’ αναλογία στο κίνημα υπάρχει η μοναξιά του οργανωμένου πιονέρου (δηλ πρωτοπόρου). Με τις αυτόκλητες πρωτοπορίες του εξωκοινοβουλίου, που σεχταρίζουν ενωτικά και μπορεί να μη συγκινούν ευρύτερες εργατικές μάζες, αλλά στη φαντασία τους οδηγούν το κίνημα από κορυφή σε κορυφή (χωρίς τη μοναξιά της) και από μικρή νίκη στο σήμερα σε μικρή νίκη στο σήμερα –και ακόμα μικρότερες αύριο. Και με τους συντρόφους, που –αν και «σεχταρισταί»- οργανώνουν τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρουν κι άλλους που να ‘χουν παρόμοιο τρόπο σκέψης, για να ταιριάξουν και να επικοινωνήσουν. Κάτι σαν εμφιαλωμένα μηνύματα μεσοπέλαγα, που αναζητούν ανταπόκριση.


Κι επειδή ναι μεν δεν τελούμε ακόμα υπό εξαφάνιση, παρά τις φρούδες ελπίδες και τις άοκνες προσπάθειες του (μικρο)αστικού κόσμου, αλλά παραμένουνε σαφής μειοψηφία, θα δεις πολλές φορές τους συντρόφους να ενώνουν τις πολιτικές τους μοναξιές και να κλείνονται στις μεταξύ τους παρέες για να αναπαράγουν το είδος μας. Κι ας είναι αυτό ακριβώς που το απειλεί τελικά με εξαφάνιση, εφόσον δεν ανοιγόμαστε στο λαό και τη βασική πηγή της δύναμής μας, όπως ήταν η γη για τον ανταίο.

Οι οργανωμένες πρωτοπορίες τείνουν να τραβάνε μπροστά μόνες τους και να αποκόπτονται ενίοτε στο μικρόκοσμό τους, μακριά από τον πραγματικό κόσμο και τα προβλήματά του· σαν μπαλόνια ασυγκράτητα, που λύνονται και τραβάν μόνα τους για την έφοδο στον ουρανό, χωρίς καμία γείωση στην πραγματικότητα. Κι όταν σκάσει τελικά η φούσκα, η πτώση γίνεται οδυνηρή, τόσο πιο επώδυνη, όσο μεγαλύτερη είναι η αφαίρεση κι η ονειροπόληση.

Μόλις εμφανιστεί όμως ένας κομμουνιστής σε μαζικό χώρο, αυτοί που περιχαρακώνονται είναι οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που βγάζουν νύχια και παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, για να πετύχουν να τον απομονώσουν και να εκμηδενίσουν την επιρροή του στους άλλους. Οι σύντροφοι φυσικά δεν είναι τίποτα φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που θα νικήσουν τους κακούς από μόνοι τους, χωρίς μαζικότητα, με τη βοήθεια της ντόλης και του ιππικού. Αλλά μια ερυθρόδερμη φυλή στο στόχαστρο της άγριας καπιταλιστικής δύσης –όπως έγραφε κι ένας παλιός red blogger- που οφείλει να μείνει ενωμένη και συσπειρωμένη, για να επιβιώσει. Και μαζικοποιείται με σκληρή δουλειά μυρμηγκιού, πόρτα-πόρτα, φωλιά τη φωλιά και κυψέλη την κυψέλη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη ώρα, οι μάζες θα σπεύσουν μόνες τους να τη βρουν και να στελεχώσουν τις γραμμές της.
Κανείς μόνος του στη δύση, όπως θα ‘λεγε και το σύνθημα του πάλαι ποτέ ερυθρόδερμου κκ ηπα.

Το 68’ η νέα αριστερά μίλησε για το μονοδιάστατο άνθρωπο –που συμπεριλαμβάνει το μέσο προλετάριο- και για τη μοναξιά που απασχολεί κι αυτή εκτός από τον ιμπεριαλισμό τη συνείδησή μας. Ξεχνάν ίσως πως η βαθύτερη αιτία της αλλοτρίωσης βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος κι ότι η μοναξιά προκαλείται, σε τελική ανάλυση, από την κυριαρχία των μονοπωλίων –κι ετυμολογικά δηλ να το δει κανείς.

Τι έχει μείνει σήμερα από όλα αυτά; Κάποια φτηνά διαδικτυακά υποκατάστατα ανθρώπινης συντροφιάς και συλλογικότητας, καθώς και μερικά φαιδρά σκηνικά. Πώς να μην πάρεις στην πλάκα πχ ένα νέο που τρέχει στην πλάκα και τα στενά της, φωνάζοντας το σκύλο του «μοναξιά», σε μια ταινία που θέλει να μας δείξει πόσο έχει χτυπήσει η κρίση κάτι ευαίσθητες καλλιτεχνικές ψυχές, με απλά, καθημερινά διώροφα σπιτάκια, κάτω από την ακρόπολη; Και χώνει μέσα και λίγο μίσσιο, για να φανεί πόσο ψαγμένος και προβληματισμένος είναι ο παπακαλιάτης.

Η ίδια μοναχική αριστερά (με το λεωνίδα και τους τριακόσιους, που τώρα όμως δεν προλαβαίνει να δίνει πολιτικό άσυλο σε πασόκους πρόσφυγες, για τη νέα κυβερνητικό έφοδο) που κάποτε έβαζε (δια των ιστορικών της αντιπροσώπων) το σύνθημα «σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους», βάζει στο στόχαστρο της κριτικής της  το σοβιετικό μονοκομματισμό και την οικοδόμηση του υπαρκτού «σε μία μόνο χώρα», θεωρώντας εν τέλει θετική εξέλιξη την πτώση του –αν ποτέ υπήρξε- και την ορφάνια των λαών από τη σοσιαλιστική μητέρα πατρίδα. Γιατί το πισωγύρισμα αυτό μας δίνει χώρο να πάρουμε φόρα για ένα νέο ξεκίνημα προς το χαμένο σοσιαλιστικό ιδανικό, που γλιστράει σαν άμμος μέσα από τα χέρια μας.
Πιο καλή η μοναξιά, από σένα που δε φτάνω, μια σε βρίσκω, μια σε χάνω

Λες και ήταν λάθος των σοβιετικών που τράβηξαν μπροστά μόνοι τους, χωρίς να ακολουθήσουν κι άλλες νικηφόρες επαναστάσεις σε ανεπτυγμένες χώρες κι έτσι έζησαν ‘πίσω από το παραπέτασμα’ το δικό τους αιώνα μοναξιάς, που δεν κράτησε ακριβώς εκατό χρόνια βέβαια, αλλά ήταν ο σύντομος εικοστός αιώνας, όπως τον ορίζει ο χόμπσμπάουμ στην «εποχή των άκρων» -καμία σχέση με την ομώνυμη θεωρία- από το 1917 ως το 91’. Και τώρα μας άφησε αυτή μόνους και βιώνουμε τις συνέπειες της αντεπανάστασης.
Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα.

Κάποιοι θεωρούν κακόβουλα τους κομμουνιστές συντηρητικούς καλόγερους, κολλημένους σε βυζαντινολογίες και ‘κονίσματα, που δε θέλουν καμία πολιτική συνεργασία και προτιμούν να μείνουν μοναχοί στο μοναστήρι του κόμματος. Ξεχνάν βέβαια πως την καλογερική την προτίμησαν και την ασκούν, όσοι πήγαν σπίτι τους απογοητευμένοι και ιδιώτευσαν· όχι όσοι συνεχίζουν από το μετερίζι της οργανωμένης πάλης.

Το κόμμα δεν είναι ούτε μόνο του, ούτε μονή. Απαιτεί όμως αφοσίωση κι αφιέρωση πολύ χρόνου από τα οργανωμένα μέλη του. μια σχέση δύσκολη, μοναδική, που έχει πάντα προτεραιότητα, προκαλώντας ακόμα και ζήλια κάποιες φορές σε σφους και σφισσες μη πολιτικής φύσης, που δεν είναι εύκολο να την καταλάβουν: ποια είναι αυτή η κόβα; Και τι παραπάνω έχει αυτή από μένα;

Και αν κάποιοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν αυτή την απαιτητική σχέση και να αντέξουν σε αυτούς τους ρυθμούς, ή ακόμα χειρότερα λύγισαν και πέρασαν στην αντίπερα ταξική όχθη, ε τι να γίνει… το μοναστήρι να ‘ναι καλά και μοναχούς βρίσκουμε




Υγ: Στη μνήμη του συγγραφέα γκαμπριέλ γκαρσία μάρκες

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ο μαγικός υπόκοσμος του ποδοσφαίρου

Χτες αναλύσαμε το αξιακό τρίπτυχο της χούντας των συνταγματαρχών, αφήσαμε όμως απέξω το σύγχρονο όπιο του ποδοσφαίρου, που αντικατέστησε σταδιακά το θρησκευτικό, έχοντας πάντως και αυτό ιδιαίτερη θέση κατά τη διάρκεια της επταετίας. Τόση μπάλα (και μπάτσους) από την χούντα είχαμε να δούμε, λέει ένα σύνθημα των αναρχικών στους τοίχους, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη μυθική πορεία του παο στο χ-ου(ντ)έμπλεϊ και τον αστικό μύθο (;) για τη δωροδοκία των παικτών του ρεβιζιονιστικού ερυθρού αστέρα στον επαναληπτικό της λεωφόρου.

Στη σημερινή ελλάδα, που τη δονεί χωρίς να την ενώνει, η θέα της στρογγυλής θεάς, το πολιτικό σκηνικό εξελίσσεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση της (ούνα φάτσα ούνα ράτσα) γειτονικής ιταλίας. Ο μαρινάκης είναι ο εκκολαπτόμενος έλληνας μπερλουσκόνι –εκεί δηλ που είχε αποτύχει ο βγενόπουλος με τον παο, ελέω μαρφίν· χάσαμε στο τσακ την υποψηφιότητα του λαζόπουλου με το σύριζα, δίκην νέου πέπε γκρίλο· και μένει να πειστεί τώρα η τζούλια αλεξανδράτου να κατέβει στον πολιτικό στίβο, για να καλύψει το κενό της τσιτσιολίνας αλά γκρέκα –κάτι που ‘χε προσπαθήσει κι η βάνα μπάρμπα με το λαος.

Προς το παρόν ευοδώθηκε μόνο το πρώτο σκέλος του σεναρίου, με την υποψηφιότητα μώραλη στο δήμο πειραιά να έχει όλα τα φόντα να διοικήσει την πόλη με μεθόδους ναπολιτάνικης μαφίας, για να παραμείνει ο παραλληλισμός μας σε ιταλικό έδαφος. Κι ο εκφρασμένος στόχος –δια στόματος του λαγού της χρυσής αυγής, σε ρόλο λαγού της κυβέρνησης, ερυθροπράσινοι λαγοί οε-οε-οε...- είναι να καθαρίσει η ζώνη, το λιμάνι, ο πειραιάς ευρύτερα από «τους λακέδες του παμε» και γενικώς κάθε εργατική αντίσταση. Όλα για τους ευεργέτες εφοπλιστές, που ο ύψιστος να μς κόβει ανάσες και να τους δίνει ούριο άνεμο για τα σαπάκια τους.

Βέβαια, αν αυτό το λέει ένας χρυσαυγίτης, πολύς κόσμος θα αντιδράσει και θα ξεσηκωθεί. Αν όμως το επιβάλλει στην πράξη –χωρίς να το λέει απαραίτητα και δημόσια- ο ιδιωτικός στρατός του προέδρου (ένας είναι ο πρόεδρος), μπορεί να γίνει χωρίς να ανοίξει ρουθούνι και προπαντός κανένα στόμα –παρά μόνο τα αγύριστα κεφάλια ορισμένων κομμουνιστών, που πάνε γυρεύοντας. Άσε που προωθούμε και τη σύμπραξη δημοσίου κι ιδιωτικού τομέα (σδιτ) ως πρότυπο αναπτυξιακό μοντέλο.

Το κατάπτυστο ‘no política’ των οργανωμένων συνδέσμων του ολυμπιακού για τη δολοφονία του παύλου φύσσα, είναι καθαρά πολιτική στάση, όπως και κάθε μορφή απολιτίκ άλλωστε, και αυτό δεν αλλάζει, ούτε μετριάζεται, αν το πούμε σε άλλη γλώσσα, για να φαίνεται πιο ψαγμένο. Το πόσο αντιδραστική είναι αυτή η στάση, θα έχουμε πιθανότατα την ευκαιρία να το δούμε από πρώτο χέρι το επόμενο διάστημα και στις εκλογές του μαΐου.

Αν πάντως ο μαρινάκης ήταν το ρόδι (το ρο με βήτα) που έπεσε κάτω από τη ροδιά του εφοπλιστή πατέρα του, που ήταν φίλος του (πρόσφατα εκλιπόντα και παλιού προέδρου του ολυμπιακού) νταϊφά, δεν μπορεί να πει κανείς (ακριβώς) το ίδιο για τη στήριξη του πέτρου κόκκαλη, που ντροπιάζει το όνομα του κομμουνιστή παππού του. Αυτοί είναι οι καλύτεροι όμως, από τη σκοπιά του συστήματος, γιατί όταν έχεις ξεπουλήσει ένα τέτοιο βαρύ ιστορικό φορτίο και όνομα, είσαι ο πλέον αδίστακτος κι ικανός για όλα –πόσο μάλλον αν κουβαλάς μαζί σου και την (πρωτοπόρα για την εποχή της) τεχνογνωσία της λδγ στις τηλεπικοινωνίες.

Το σκηνικό συμπληρώνεται: με το μικρό συνονόματο αδερφάκι του ολυμπιακού στο βόλο και την υποψηφιότητα του αγωνιστή της δημοκρατίας αχιλλέα μπέου –που το κατεστημένο τον είχε κλείσει προσωρινά και φυλακή. Με τον άρη (όχι θεσσαλονίκης, ούτε το βελουχιώτη) να ανακοινώνει τη μεταγραφή του κριστόφ βαζέχα στο ψηφοδέλτιό του, για να πάρει ψήφους από τον καμίνη και την καυτή πατάτα του γηπέδου της λεωφόρου. {Έχω την υποψία μάλιστα ότι ο κύριος λόγος που δεν τον είπαμε εξ αρχής βαρτζίχα, όπως είναι το κανονικό του όνομα δηλ, είναι για να παραπέμπει συνειρμικά στο «βαζέλα» και τον βαλέσα}. Με το ζαγοράκη στο ευρωψηφοδέλτιο της νδ να έχει μπροστά του μια προεκλογική περίοδο για να μάθει να μιλάει στρωτά ελληνικά –κι όπως γράφουν κάποιοι στο τουίτερ, μπορεί να πάρει συμβουλές και μαθήματα από το γιάννη ιωαννίδη και το γιώργο ανατολάκη.

Ο σύριζα δεν μπόρεσε να κάνει ρελάνς με τον πιστό στρατιώτη κωφίδη, αλλά έχει τη δούρου να ανασκευάζει τις δηλώσεις της για το γήπεδο της νέας φιλαδέλφειας, προκειμένου να μην έρθει σε σύγκρουση με το μελισσανίδη (που έχει και το πεσκέσι του οπαπ από το σαμαρά) και να μην χρεωθεί το εκλογικό κόστος στην περιφέρεια της αττικής. Ενώ μαζί μας κατεβαίνει στο ευρωψηφοδέλτιο ο παλιός διαιτητής νικάκης, που είναι μόνιμος υποψήφιός μας στην αιτωλοακαρνανία. Βέβαια τους διαιτητές κανείς δεν τους συμπαθεί συνήθως, αλλά κι εμείς ως κόμμα ποτέ δεν κάνουμε επιλογές με ιδιαίτερη επικοινωνιακή λογική.

Όπως είχαμε σημειώσει σε μια πρόσφατη ανάρτηση, ο καμί έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι αυτό που του έχει διδάξει ό,τι γνώριζε περί ηθικής. Εάν αναλογιστούμε όμως τη δήλωση του μαρινάκη «σήμερα διδάξαμε ήθος», μετά από ένα επεισοδιακό ντέρμπι αιωνίων και όσα έγιναν την περασμένη εβδομάδα στον όμορφο ηθικό κι αγγελικά πλασμένο κόσμο του ελληνικού πρωταθλήματος, θα δούμε πως το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπορεί μόνο να μας διδάξει τα πάντα περί λαμογιάς κι ανηθικότητας.

Ο 2310 ανέλυε πρόσφατα σε ένα κείμενο την ειδοποιό διαφορά (ντεμέκ) των συνδεσμιτών του παοκ από του ολυμπιακού, αλλά ατύχησε να το γράψει λίγες ώρες πριν από τον πρόσφατο ημιτελικό της ντροπής. Και δεν το λέω τόσο για τις ψαροκασέλες, οι οποίες είχαν έως και πλάκα μπορεί να πει κανείς, όπως και το σύνθημα στον τοίχο του σχολείου απέναντι από την τούμπα, που λέει: έξω οι οικογένειες από τα γήπεδα.

Την περασμένη τετάρτη είχε κανείς την εντύπωση πως βλέπει δύο πανομοιότυπες ομάδες, δύο ολυμπιακούς μες στο γήπεδο. Παοκάρα είμαι χάλια, βλέπω έναν έφηβο με δυο κεφάλια. Ο παοκ επιχείρησε να νικήσει (και τα κατάφερε) με στρατηγική «πηδώ και δέρνω» και να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο επόμενος ολυμπιακός ή πιο ολυμπιακός από την ομάδα του πειραιά. Κι αυτό επικροτήθηκε –στη βάση του τελικού αποτελέσματος- από παίκτες, προπονητή, τον τοπικό τύπο και τον πρόεδρο –που δίδαξε.. ηθική αυτουργία. Και δυστυχώς και από την κερκίδα που πανηγύριζε την πρόκριση.

Η βασική ιδέα είναι παρμένη από τους ιππείς του αριστοφάνη, όπου δύο στρατηγοί (δημοσθένης και νικίας) αποφαίνονται πως ο μόνος που θα μπορούσε να διώξει τον κεκράκτη κλέωνα από την ηγεσία της πόλης είναι ένας αντίπαλος ακόμα πιο βδελυρός, διεφθαρμένος και τιποτένιος. Και τον βρίσκουν στο πρόσωπο ενός αλλαντοπώλη, του αγοράκριτου. Στη διασκευή του έργου σε κόμικ, το δίδυμο αποστολίδη-ακοκαλίδη κάνει μια καυστική σάτιρα της δικομματικής πόλωσης της δεκαετίας με τις βάτες, που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα –αλλά αυτό απαιτεί ειδική ανάλυση σε ξεχωριστή ανάρτηση.

Σήμερα όλοι οι οπαδοί ψάχνουν το δικό τους αγοράκριτο, για να εκτοπίσουν με κάθε μέσο τον ολυμπιακό του μαρινάκη από την κορυφή και να πάρει τη θέση του η ομάδα τους. Το πρωτάθλημα γίνεται σκακιέρα συμφερόντων κι ανταγωνισμών, σα μια ουκρανία σε μικρογραφία. Αλλά ο μέσος οπαδός δεν έχει καν αισθητικό κριτήριο –πόσο μάλλον ταξικό και πολιτικό- για να προστατέψει την καψούρα του, αυτό που αγαπά και του δίνει διέξοδο, και να τα βάλει με όσους το εκφυλίζουν και το καταστρέφουν.

Ούτως ή άλλως αν ζεις στην τούμπα πχ και πέφτεις κάθε τόσο πάνω στα λεφούσια των εξαρτημένων οπαδών με τις φανέλες των βυζαντινών, το χαμένο, αδειανό βλέμμα και τη φασίζουσα νοοτροπία, δεν περιμένεις κάτι δραματικά καλύτερο από αυτό. Γιατί είναι φασίζουσα νοοτροπία το «η ομάδα πάνω απ’ όλα» και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού. Το εκπληκτικό είναι πως πολλοί είχαν σπεύσει να χαιρετίσουν από τη δική μας σκοπιά, ως ελπιδοφόρα την κόντρα ανακοινώσεων των οργανωμένων οπαδών του παοκ με την χρυσή αυγή. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι χρυσαυγίτης για να είσαι και εσύ φασιστόμουτρο. Κι αυτό προφανώς δεν το λέω μόνο για τους παοκτζήδες –αυτούς απλά τους βλέπω στη γειτονιά μου, πιο συχνά από τους άλλους.

Είναι μεγάλη κουβέντα βέβαια τι παρέμβαση θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εμείς στο... «συνδεσμικό-οπαδικό κίνημα». Το πιο τραγικό πάντως δεν είναι ότι ο οπαδός παθιάζεται με το ποδοσφαιρικό όπιο, που είναι η καρδιά ενός άσπλαχνου κόσμου, για να θυμηθούμε ολόκληρο το τσιτάτο του μαρξ για τη θρησκεία, κι αποκούμπι για πολλούς στην κοιλάδα των δακρύων. Ούτε καν ότι παθιάζεται με ένα τόσο χάλια πρωτάθλημα σαν το ελληνικό. Το πιο τραγικό είναι ότι ψηφίζει κιόλας τους πρωταγωνιστές του, που κατεβαίνουν υποψήφιοι, αντί να τους μαυρίσει κι αυτούς, για να ‘ναι ασορτί με τη μαυρίλα του ποδοσφαιρικού σκηνικού ή έστω με τα χρώματα της ομάδας του –εφόσον μιλάμε για παοκτζήδες- και να τους κάνει να το σκεφτούν δυο και τρεις φορές πριν πάρουν την απόφαση να σκεπάσουν με τη λάμψη τους το μαύρο μπλοκ της κυβέρνηση.


Ή για να κοκκινίσει η κάλπη –εφόσον μιλάμε για ολυμπιακούς- όχι από το συνδυασμό του μώραλη, αλλά με κόκκινα ταξικά ψηφοδέλτια. Γιατί στον πειραιά η ελπίδα γράφεται με κόκκινο και τη λένε παντελάκη. Το άλλο κόκκινο, εκείνο με τους μπλε και πράσινους κόκκους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πολύχρωμη απόχρωση του μαύρου.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια

Αν πάμε να αναλύσουμε, λόγω της ημέρας, το κλασικό τρίπτυχο της εθνοσωτήριας επετείου, μπορούμε να δούμε πολλά επίπεδα προσέγγισης. Μπορούμε να σταθούμε πχ στην υποκρισία των δοσίλογων που υμνούν και καπηλεύονται την πατρίδα, των οικογενειαρχών που τσιλιμπουρδίζουν με ερωμένες και των θρήσκων που έχουν μόνο θεό τους το χρήμα. Μπορούμε επίσης να πιάσουμε το ζήτημα ιστορικά και να εξετάσουμε την ιδεολογική χρήση του συνθήματος από την χούντα των συνταγματαρχών. Πέρα όμως από την αυτονόητη καταδίκη του, στην οποία πολλοί θα σπεύσουν να συμφωνήσουν, πρέπει να δούμε τους όρους υπέρβασης του κάθε μέρους της.. αγίας τριάδας της επταετίας. Γιατί θεωρητικά, για το σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι, που λέει και ο «σύντροφος γιάννος», αλλά είναι θέμα πώς το εννοούμε αυτό και πώς το αντιλαμβανόμαστε στην πράξη. Και γιατί η αστική εξουσία δε θωρακίζεται μόνο με την υιοθέτηση και την προώθηση του συνθήματος, αλλά και με την επιφανειακή αντίθεση στην τριλογία αυτή, που εξαντλεί - τον ελεγχόμενο προοδευτισμό της σε ένα ρηχό αντί και μας δίνει «αναρχικούς» του γλυκού νερού και «αριστερούς» τύπου δημαρ.

Τι είναι λοιπόν η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά, τα άγρια λαγκάδια; Μην είναι οι εθνικές ομάδες και το έθνος των εργαζομένων; Η εθνική μας οικονομία κι αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό; Κράτος, τράπεζες, σώματα ασφαλείας, η δέλτα της γειτονιάς; Ο πατριωτισμός είναι ντροπαλός εθνικισμός, που δίνει πάτημα στους νεοναζί ή ο φασισμός θεριεύει αξιοποιώντας το κενό που αφήνουμε και τον κόσμο που του χαρίζουμε; Μπορεί να γίνει κρίκος στις εργατικές συνειδήσεις η εθνική κυριαρχία κι ανεξαρτησία; Ή μήπως αυτό θολώνει την ταξική ανεξαρτησία, υπονομεύοντας το στρατηγικό στόχο και την αυτόνομη πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης; Πώς προσεγγίζουμε το μεγάλο πατριωτικό πόλεμο των σοβιετικών ενάντια στους φασίστες; Τις ελληνικές σημαίες στις συγκεντρώσεις μας, το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας; Τη θέση για τους δύο πυλώνες (πατρίδα και τάξη) στους οποίους πρέπει να πατάει γερά το κίνημα, αν δε θέλει να χωλαίνει;

Εάν συνδέουμε την τάξη με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς με το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο, δε νοείται αντικαπιταλισμός χωρίς αντιιμπεριαλιστική πάλη, ούτε αντιστρόφως ένας γενικός κι αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός, που να βγάζει έξω από το κάδρο την εγχώρια αστική τάξη. Ο γκεβάρα υπέγραφε –σε διαφορετικές συνθήκες βέβαια, που ωστόσο δεν ήταν.. κατοχή- στο τέλος κάθε επιστολής με το σύνθημα «πατρίδα ή θάνατος» στο όνομα όμως μιας σοσιαλιστικής πατρίδας, που δεν ήταν καν η δική του. Κι ο άρης βελουχιώτης τόνιζε στο λόγο του στη λαμία την ταξική διάσταση του απελευθερωτικού αγώνα και της πατρίδας πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και εθνικούς δεσμούς, ενώ ο λαός είναι δεμένος με κάθε πεζούλι και ρεματιά αυτού του τόπου.

Αυτό που άρχισα να καταλαβαίνω προσωπικά με τον καιρό είναι πως ο διεθνισμός διαφέρει ουσιαστικά από τον (αστικό) κοσμοπολιτισμό, γιατί δε θέλει να καταργήσει τις εθνότητες και τους λαούς, αλλά τα σύνορα που τους διαχωρίζουν τεχνητά και τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή και να αλληλεπιδράσουν. Το προλεταριάτο έρχεται ως άρνηση του κεφαλαίου και της αστικής τάξης –που δεν έχει πατρίδα- όχι όμως κατ’ εικόνα κι ομοίωσή της. Οι προλετάριοι δεν έχουν (μία μόνο) πατρίδα, αλλά πολλές, όπου γης και πατρίς. Είναι πολίτες του κόσμου, γιατί αγαπάν κάθε γωνιά του πλανήτη και όλους τους λαούς του, σαν το δικό τους. δεν μπορείς να είσαι πραγματικός διεθνιστής, αν δεν αγαπάς το δικό σου λαό, ούτε να προχωρήσεις ποτέ –χωρίς αυτόν- σε κάποια επανάσταση. Ο πολιτισμός και η ιδιοσυγκρασία κάθε λαού αναπτύσσεται κι εξελίσσεται διαλεκτικά στον χρόνο και έρχεται να συνεισφέρει το δικό του λιθαράκι στο συλλογικό πανανθρώπινο πλούτο, που ‘ναι το αλάτι της γης.

Το ίδιο ακριβώς ζητούμενο παραμένει και για το θεσμό της οικογένειας. Ο σκοπός δηλ είναι να λειτουργήσει ως προθάλαμος για την ένταξη στο κοινωνικό σύνολο κι όχι ως φράχτης που οριοθετεί, καλλιεργώντας στην καλύτερη περίπτωση το συλλογικό εγωισμό: εμείς σε διάκριση κι αντιπαράθεση με τους άλλους. Η υπέρβαση του στενού, ατομικού συμφέροντος, περνάει μέσα και από τις εμπειρίες και τη διαπαιδαγώγηση του καθενός στην οικογένεια. Αν μεγαλώσουμε σε ένα άσχημο, οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς θαλπωρή και αγάπη, μεταφέρουμε αυτό το έλλειμμα ως αρνητικό φορτίο σε όλες τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και δυσκολευόμαστε να ενταχθούμε ομαλά σε ένα σύνολο. Ο σκοπός είναι να υπάρχει συναισθηματική πληρότητα που να μας γεμίζει και να επιδρά θετικά πάνω μας, ώστε να αρχίσουμε να βλέπουμε κι όλους τους άλλους γύρω μας ως δικούς μας: δικά μας αδέρφια, παιδιά, γονείς. Οι ‘άλλοι’ δεν είναι όριο ή η κόλασή μας, αλλά προέκταση και συμπλήρωμά μας.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Στις σημερινές συνθήκες, η οικογένεια δεν αποτελεί ιερό θεσμό, αλλά είναι ‘ιερό καθήκον’ για το κίνημα να προστατέψει τη μητρότητα, τη θέση της γυναίκας, το ουσιαστικό δικαίωμα ενός ζευγαριού να ανοίξει δικό του σπίτι και οικογένεια. Στην κοινωνία του μέλλοντος μπορεί το κλασικό σχήμα κι η μορφή της οικογένειας να μετασχηματιστεί ριζικά. Το βασικό όμως είναι η αντιμετώπιση του υποδουλωτικού χαρακτήρα του ατομικού νοικοκυριού, η κρατική μέριμνα για τις χαμαλοδουλειές, η ενεργός ανάμειξη της κοινωνίας στην ανατροφή των παιδιών. Το ζήτημα είναι να υπάρχει συλλογική φροντίδα για κάθε παιδί και πολλά πρότυπα που θα εμπλουτίσουνε τις παραστάσεις του, να έχει δηλ πολλούς ‘γονείς’ κι όχι κανέναν –όπως συμβαίνει συχνά στο σύγχρονο αστικό κόσμο, όπου βλέπει τους δικούς σπάνια έως ποτέ κι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του μοιάζει να έχει πολλές φορές τυχαίο κι άναρχο χαρακτήρα, όπως δηλ η καπιταλιστική παραγωγή.

Συνοψίζοντας για τις δύο παραπάνω έννοιες, ας σημειώσουμε παρενθετικά τη συμπύκνωσή τους στον όρο της μαμάς πατρίδας, που αναφέρεται ταυτόχρονα στη μητέρα αλλά και τα πάτρια και την είχαν αξιοποιήσει ιδανικά οι σοβιετικοί ως ‘χρήσιμο ιδεολογικό μύθο- στα χρόνια του πατερούλη και του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, εξοργίζοντας όχι μόνο τους δηλωμένους αστούς αλλά και διάφορους γλυκανάλατους προοδευτικούς –που σημειώσαμε παραπάνω και- που θεωρούν βασικά συντηρητικό τον υπαρκτό και τους κομμουνιστές εν γένει.

Μας απομένει η θρησκεία ως όπιο του λαού. Το οποίο, όπως και όλα τα ναρκωτικά άλλωστε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ιατρική και ως παυσίπονο, για θεραπευτικούς σκοπούς. Η θρησκεία δηλ δεν είναι μόνο ένα όπιο, που εμπορεύονται τα διάφορα ιερατεία, αλλά και παυσίπονο που το παράγει ως αυταπάτη ο ίδιος ο λαός για την ανακούφισή του από την ‘κοιλάδα των δακρύων’ –όπως μας λέει στη συνέχεια το περίφημο τσιτάτο του κάρολου για τη θρησκεία. Η υπέρβασή του απαιτεί οπωσδήποτε μέτωπο ενάντια στους ναρκέμπορους και τους επιτήδειους που πλουτίζουν εις βάρος των πιστών και τους εκμεταλλεύονται, αλλά δεν μπορεί να στρέφεται ενάντια στους «χρήστες» και τις πεποιθήσεις τους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να γκρεμίσουμε πρώτα την κοιλάδα των δακρύων, που γεννάει στον κόσμο την ανάγκη για (ολική ή μερική) νάρκωση –θρησκευτικού ή μη τύπου.

Να αφυπνιστεί ο λαός και να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό, για να σταματήσει να αποζητά την επουράνια λύση. Να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και να είναι κύριος της ζωής του κι όλων των όρων της, για να μην εναποθέτει τις ελπίδες του μοιρολατρικά στα χέρια άλλων σωτήρων ή μιας ανώτερης δύναμης, χωρίς να κινήσει και αυτός τη δική του χείρα. Οι μπολσεβίκοι μας έχουν δώσει παραδείγματα συνδυασμού της μαχητικής αθεΐας με τον απόλυτο σεβασμό των πιστών και των δογμάτων τους. Στην κοινωνία του μέλλοντος η ειδοποιός διαφορά θα είναι ότι κανείς δε θα μαθαίνει παπαγαλία στο σχολείο τη λατρεία ενός θεού, ούτε θα νιώθει την ανάγκη να τον βρει από μόνος του στη ζωή του.

Το βασικό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η υπέρβαση της άνωθεν τριλογίας δε θα ‘ρθει με άνωθεν διατάγματα που θα την καταργήσουν και θα τη βάλουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με τα άλλα αστικά κατάλοιπα, αλλά έχει πρωτίστως θετικό περιεχόμενο, με την ωρίμανση παραμέτρων του αντικειμενικού και του υποκειμενικού παράγοντα. Και αυτό αποτελεί μπούσουλα κατά τη γνώμη μου και για άλλα κατάλοιπα της ταξικής προϊστορίας, όπως για παράδειγμα τις εμπορευματικές σχέσεις.

Αλλά αυτά θα τα δούμε κάποια άλλη φορά.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Διατροφικός υλισμός κι αριστερισμός

Η βασική παρέκκλιση του δια-ματ, με την έννοια του διατροφικού υλισμού, αυτές τις (φ)άγιες μέρες είναι ο αριστερισμός. Πώς εκδηλώνεται όμως αυτή η αριστερή παρέκκλιση;

Ο αριστερισμός εκδηλώνεται πχ στη σπαραξικάρδια ατάκα της χήρας από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: «δεν το ‘φαγες το αρνί μιχαλάκη μου, αυτό σε έφαγε». Αν και όπως λέει απορημένος στην ασπίδα της αρβέρνης ο οβελίξ: «δεν ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει».

Κι εντάξει ο οβελίξ έπεσε μικρός στην χύτρα με το μαγικό ζωμό και δικαιολογείται. Αριστερισμός όμως είναι η στάση του αρχηγού μαζεστίξ στην ίδια περιπέτεια, που αγνοώντας τις δραματικές συνέπειες του τελευταίου τσιμπουσιού και ότι η μιμίνα ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της με ένα βάρβαρο χοντροαγριογούρουνο, μετατρέπει τη διαδρομή του προς τα ιαματικά λουτρά για τη θεραπεία του σε ένα γαστριμαργικό μαραθώνιο, επενδυμένο –όπως κάθε αριστερισμός άλλωστε- με το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας και τα τσιτάτα των κλασικών: «η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα» (από τον κρυφό τρίτο τόμο της γερμανικής ιδεολογίας), ή «όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα». Μετά όμως νιώθει «λίγο βαρύς παιδιά» και ξαπλώνει κάτω από ένα δέντρο, για να ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας του συκωτιού, με ένα φύλλο (συκής) που πέφτει στο στομάχι του, ξεσκεπάζοντας τον πόνο και την αδυναμία του.

Οργανωμένη έκφραση του αριστερισμού, με παντελή απουσία της αίσθησης του μέτρου, είναι πχ κάτι μαζικά τσιμπούσια στα χωριά της θεσσαλίας, από τα μέρη του άβερελ, όπου βρίσκεσαι περικυκλωμένος από θείες και γιαγιάδες εξασκημένες στο «φάε-φάε», που πάντα πιάνει. Κι όπου κάθονται για κάνα μεζέ το πρωί, για να σηκωθούν ξανά κατευθείαν για ύπνο, μια και καλή το βράδυ. Αν δε βρεθούν ξάπλα πιο πριν δηλ να τους κουβαλάν άλλοι, από το πολύ τσίπουρο. Και εδώ χαϊδεύουμε τις παρυφές του πηρήνα του αριστερισμού: το αλκοόλ απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η πιο τυπική μορφή του φαινομένου ωστόσο είναι ο ενθουσιώδης αριστεριστής που χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα παραγγείλει (όλο) τον κατάλογο, το κάτι παραπάνω, για τη δόξα και τη γουρουνιά και δε θα φάει ούτε τα μισά. Οπότε ο κλήρος πέφτει στο γενναίο και καλείσαι εσύ σφε αναγνώστη να καθαρίσεις πάλι για αυτόν, να τον καλύψεις πολιτικά –τραβώντας πχ μόνος σου την απεργία- και να πληρώσεις το τίμημα. Αντί για αναγνώριση και ευχαριστίες όμως, θα συγκεντρώσεις τη γενική κατακραυγή και την απαξίωση για τις στρεβλώσεις και τις υπερβολές των διατροφικών νομοτελειών. Ενώ ο πραγματικός υπεύθυνος της κατάστασης, λογίζεται ως οραματιστής, ο ρομαντικός ονειροπόλος που δε δείλιασε στιγμή. Και συνάμα ο πολιτικά λάιτ, με τους λεπτούς τακτικούς χειρισμούς και τη λεπτή περιφέρεια, που είναι πιο ελκυστικός προς τις (θηλυκές) μάζες, μακριά από τα λίπη και τις αρτηριοσκληρώσεις της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αριστερισμός είναι τα μεγάλα λόγια κι οι στομφώδεις εξαγγελίες, η πολλή φασαρία για το τίποτα. Γιατί πόσο μπορεί να φάει νομίζεις ένα μικρό κι ευαίσθητο πολιτικά στομαχάκι, που βρυχάται ότι ο τρίτος γύρος θα ‘ναι ο τελικός, ενώ δεν μπορεί να φάει ούτε έναν καλά-καλά; Όσο πιο μικρό είναι όμως ένα στομάχι, τόσο πιο μικροαστικά ανυπόμονο γίνεται, απαιτώντας εδώ και τώρα τη μισή μερίδα που αναλογεί στο «μισή μερίδα άνθρωπο» κύριό του.

Η αποθέωση των πολλών μικρών γευμάτων και των μικρών μπουκιών στο σήμερα, περνάει αμάσητη την κυρίαρχη προπαγάνδα περί σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ψευτοβελτιώσεων, που θα ξεγελάσουν την πείνα του λαού με αέρα κοπανιστό και αεροφαγία. Οι μικροαστοί έχουν ίσως ακόμα λίγο λίπος να κάψουνε, αλλά δεν έχουνε συνείδηση, αποθέματα, υπομονή κι εφεδρικό σχέδιο. Και είναι γενικώς ζήτημα ποια τακτική θα αποδειχτεί κατάλληλη στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και ποιοι θα αντέξουν περισσότερο: οι ολιγαρκείς ή οι έχοντες και κατέχοντες λίπος κι αποθέματα, ως επένδυση για το αβέβαιο μέλλον;

Με το λαϊκό στρώμα είχαμε υπολογίσει επιστημονικά κάποτε πως απαιτείται χοντρικά –όνομα και πράγμα- ένα κιλό για κάθε ποσοστιαία μονάδα του χρέους επί του αεπ της χώρας –που τώρα κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα μεγαλύτερα του 150%. Η ουσία όμως είναι πως αυτός που είχε μια περιουσία απογοητεύεται και παραιτείται πιο γρήγορα από κάποιον που δεν είχε ποτέ τίποτα και δεν έχασε και κάτι στην τελική. Η εξαθλίωση που οδηγεί ένα τμήμα του πληθυσμού στη λουμπενοποίηση δεν καθορίζεται μόνο από τους υλικούς όρους, αλλά πρωτίστως στο επίπεδο της (ταξικής) συνείδησης, του ηθικού, της διεκδίκησης και του αγωνιστικού φρονήματος.

Ο αριστερισμός ενεργοποιεί «κατώτερα, ταπεινά ένστικτα» που αντιστοιχούν στα λεγόμενα ‘θανάσιμα αμαρτήματα’ και βασικά στη λαιμαργία –διατροφική και σεξουαλική. Ενεργοποιεί παράλληλα όμως και μηχανισμούς φετιχοποίησης, θεωρώντας πχ πιο σημαντική την εικόνα και τη φωτογράφηση ενός πιάτου από το άδειασμά του, φτάνοντας ενίοτε στα πρόθυρα της διατροφικής πορνογραφίας. Και τα πιάτα παραμένουν απελπιστικά μισοάδεια ή μισογεμάτα –όπως και να το δεις, το ίδιο απελπιστικό είναι- ενώ τα παιδάκια στην αφρική πεινάνε –πήγε όμως ο κανάκης και τους έκανε «κόλλα το» χαρίζοντάς τους στιγμές ευτυχίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο αριστερισμός είναι υπεράνω οργανωτικής ένταξης, διαχέεται σε ευρύτερους χώρους και δεν έχει να κάνει με κάποιες απόλυτες τιμές και ποσότητες, αλλά με τη λανθασμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης, την υπερτίμηση των δυνατοτήτων του υποκειμενικού παράγοντα, το αχόρταγο μάτι, που είναι ρεαλιστικό και τα θέλει όλα, τα λιμπίζεται, τα λιγουρεύεται. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ο μέσος, τυπικός αριστερισμός καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο των εξαγγελιών του, διαπλάθοντας φουρνιές ολάκερες λιπόσαρκων οδοντογλυφίδων, χορτοφάγων και εναλλακτικών, που έχουν ως βασικό κίνητρο το υγρό στοιχείο, τους χυμούς της ζωής, με άλλα λόγια το αλκοόλ. Και αποτελούν συνήθως την εξαίρεση σε μια σχεδόν παχύσαρκη γενιά, όπου κάθε σύγκριση με τις προηγούμενες μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Υπάρχουν βέβαια μερικά ζητήματα πιο ακανθώδη κι από το αγκάθινο στεφάνι του ιησού, όπου είναι δύσκολο να αποφανθούμε και συνήθως προσαρμόζουμε τη θεωρία στην πράξη και σε προειλημμένες αποφάσεις, για να τις δικαιολογήσουμε εκ των υστέρων.

Εγώ πχ ως σαρκοφάγο, που δεν προτιμά ωστόσο τα πασχαλινά αμνοερίφια, εκνευρίζομαι που η περίοδος της νηστείας επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση στα γυράδικα –αν και στην τούμπα όχι τόσο. Και δε θεωρώ αριστερισμό αλλά αυτονόητο ότι τις παρασκευές πριν από το πάσχα τρώμε κρέας. Αριστερισμός θα ήταν αν ψήναμε έξω και γεμίζαμε όλη τη γειτονιά τσίκνα, για να προκαλέσουμε ή αν λέγαμε στους πιστούς πως μεγάλες εβδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Το εντυπωσιακό πάντως είναι ότι με την κρίση πολύς κόσμος μοιάζει να στρέφεται στα δύο άκρα: είτε έχει δηλ σταθερή παρουσία τη μεγάλη (χάριν συνεννόησης) εβδομάδα στα γυράδικα, γιατί η φτηνή παχυσαρκία είναι η μόνη προσιτή λύση όλο τον χρόνο, είτε επιστρέφει αναγκαστικά στην πατροπαράδοτη νηστεία και τα χρόνια που το κρέας θεωρούνταν και ήταν είδος πολυτελείας.

Οι ίδιοι προβληματισμοί επεκτείνονται και πέραν του διατροφικού ζητήματος. Προσωπικά θεωρώ δεξιά παρέκκλιση στην ψυχολογία της μάζας να πηγαίνει κανείς την ανάσταση στην εκκλησία για 3.. 2.. 1.. και δεύτε λάβετε, εφόσον δεν πιστεύει, για να μην απομονωθεί απλώς από τις μάζες. Ή να συμμετέχει στον επιτάφιο γιατί μοιάζει λέει με πορεία. Κι εδώ δηλ γιατί κανείς δε μιλάει για τις πολλές ξεχωριστές πορείες που παραλύουν την κυκλοφορία και για τον ενοριακό σεχταρισμό εις βάρος της ενότητας;

Στα πλαίσια του εφηβικού μου σεχταρισμού, θυμάμαι πως είχα φτιάξει στο λύκειο με μαρκαδόρο κάτι καρτελάκια που έγραφαν «επίσης» και τα έδινα μετά τις γιορτές σε όποιον συμμαθητή ερχόταν χαρούμενος και με απλωμένο χέρι να κάνει αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω: δηλ να ανταλλάξουμε ευχές. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως το πάσχα δεν κολλούσε πάντα το ‘επίσης’ γιατί αυτός που θα σου απευθύνει το «χριστός ανέστη», περιμένει θεωρητικά τη δική σου επιβεβαίωση με το «αληθώς». Αν κι εγώ προτιμώ ως πιο ειλικρινή απάντηση το «είναι κι αυτή μια άποψη».


Η ακόμα καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να πηγαίνουμε κι εμείς την πρωτομαγιά –που πέφτει πάντα κοντά στο πάσχα- και να λέμε «χρόνια πολλά» σε κάθε εργάτη, για την γιορτή της τάξης μας. Ή να βγάζουμε κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι για τη δική μας εθνική εορτή, του έθνους των εργαζομένων. Αριστερισμός του κερατά, θα μου πεις κι ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά το βρίσκω απείρως προτιμότερο από το χιλιοειπωμένο κλισέ για την καλή επ-ανάσταση, κάθε λαμπρή. Όχι άλλη επ-ανάσταση ρε συ, ας ρεφορμίσουμε και λίγο και την ξαναπιάνουμε από βδομάδα, δεν τρέχει τίποτα.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Ποιος ασχολείται με το μπάσκετ

Αυτός ήταν ο τίτλος του κειμένου σε ένα παλιό τρίποντο του 91’. Η κε του μπλοκ σήμερα αναδημοσιεύει μια παλιά μπασκετική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις, από το ταξίδι του (ακόμα τότε) πρωταθλητή άρη στη γειτοινική αλβανία για τον προκριματικό γύρο του κυπέλλου πρωταθλητριών. Το ρεπορτάζ υπογράφει ο (κοσμοπολίτης κεντρο-αριστερός από πολιτικής άποψης) νίκος παπαδογιάννης στο 149o τεύχος του περιοδικού με ημερομηνία 17/9/1991.

Για την ιστορία ο άρης είχε νικήσει με 98-79 την τοπική παρτιζάνι, έχοντας πρώτους σκόρερ τον γκάλη στην τελευταία του χρονιά στην ομάδα και τον «ω μπέρι-μπέρι», που έφυγε γρήγορα γιατί δεν τον πλήρωναν, με άξιο συμπαραστάτη τον.. ντίβατς των φτωχών μίροσλαβ πετσάρσκι –ένα κάρφωμα του οποίου κοσμεί και τη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο. Ο γιαννάκης δεν αγωνίστηκε, συνεχίζοντας την αποχή από τις δραστηριότητες της ομάδας, στα πλαίσια της διεκδίκησης ενός καλύτερου συμβολαίου από τη διοίκηση

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βρισκόμαστε σε πλήρη αμηχανία, μπροστά σ’ ένα άδειο χειρόγραφο. Γιατί; Όλη η απάντηση περικλείεται άνετα σε μια και μόνη φράση: Είναι απίθανό, αστείο, ανούσιο, να βρίσκεται κανείς στην Αλβανία και να είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί με μπάσκετ… ΟΚ, γι’ αυτό μ’ έστειλαν εδώ. Για να παρακολουθήσω τον πρώτο αγώνα του Άρη για το εφετινό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, να καλύψω κάθε λεπτομέρεια του αγώνα, καθώς και τα παραλειπόμενα του ταξιδιού. Ώστε να δικαιολογείται η ετικέτα «του απεσταλμένου μας». Αλλά, εκεί ακριβώς είναι που υπάρχει το πρόβλημα: στα «παραλειπόμενα του ταξιδιού». Στην αποκάλυψη ενός κόσμου που, πριν τον δούμε, θέλαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει, ότι είναι δημιούργημα των «εχθρών του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έπρεπε να δείτε το βλέμμα του Ουόλτερ Μπέρι όταν τον πλησίασε ένα κοριτσάκι με κομμένο πόδι και του ζητούσε ελεημοσύνη.
Έπρεπε να δείτε την αμηχανία του Παναγιώτη Γιαννάκη όταν κάποιοι ρακένδυτοι Αλβανοί του ζητούσαν να φωτογραφηθεί μαζί τους, με το χαμόγελο του ανθρώπου που νιώθει ευτυχισμένος επειδή, επιτέλους, του δίνουν σημασία.
Έπρεπε να δείτε τα παιδάκια στην πλατεία της Κορυτσάς. Έβαζαν τα δάχτυλα μπροστά στο στόμα και όλοι νομίζαμε ότι μας ζητούσαν τσιγάρο. Αλλά δεν ήθελαν τσιγάρο. Ήθελαν φαγητό.
Έπρεπε να δείτε τα μάτια που γυάλιζαν λίγο μετά τα σύνορα. Να απορήσετε, με την προσπάθεια του αδελφού να προξενέψει την 15χρονη αδελφή του, ώστε να φύγει τουλάχιστον από την χώρα. Να μαυρίσει η ψυχή σας στη θέα ενός 18χρονου που καβάλησε το πούλμαν μας- για τα Τίρανα σε μια απέλπιδα αναζήτηση βίζας.
Έπρεπε ν’ αντικρίσετε τα μάτια των πιτσιρικάδων που άνοιγαν την πόρτα της κουζίνας του ξενοδοχείου και καταβρόχθιζαν τα πάντα με το βλέμμα, ζητιανεύοντας παράλληλα μια «τσίχλα».
Για να μην πάμε μακριά: έπρεπε να δείτε τους παίκτες της Παρτιζάν να αναζητούν, ξυπόλητοι, καταφύγιο μετά τη λήξη του αγώνα. Κάποιος είχε ξεχάσει να ξεκλειδώσει τα αποδυτήριά τους… Και μέσα σ’ όλα, η βεντέτα Γκάζμεντ Τσάτσι, να αναπολεί τη ντόλτσε βίτα των Μεσογειακών: «Υπέροχα περάσαμε τότε», έλεγε…
Έπρεπε να είσασταν εδώ στα Τίρανα, «φορτωμένοι» μ’ ένα δωδεκάωρο ταξίδι στη χειρότερη εθνική οδό της γης, για να καταλάβετε γιατί δεν μπορώ να γράψω μόνο για μπάσκετ…

Ο Άρης έκανε ό,τι μπορούσε για να διεξαχθούν και τα δύο ματς με την Παρτιζάν στη Θεσσαλονίκη και ν’ αποφύγει το ταξίδι στην Αλβανία. Στο φαξ που έστειλε στην Αλβανική Ομοσπονδία, προσφέρονταν να αναλάβει τα έξοδα της τετραήμερης φιλοξενίας και έδινε στην Παρτιζάν όλες τις εισπράξεις του πρώτου αγώνα (ο άλλος αγώνας θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών). Η απάντηση όμως ήταν αρνητική.
Όταν οι άνθρωποι του Άρη συνάντησαν τους παράγοντες της Παρτιζάν την Πέμπτη το πρωί και τους ρώτησαν γιατί δε δέχθηκαν την πρόταση, η απάντηση ήταν ένα σοκ: «Ποια πρόταση;» Το φαξ είχε μείνει στα γραφεία της Αλβανικής Ομοσπονδίας! Δεν είχε κοινοποιηθεί ποτέ στην Παρτιζάν! Και οι παράγοντές της, μόνο που δεν έκλαιγαν όταν το έμαθαν!

Γιατί έγινε αυτό; Η απάντηση, δια στόματος μέλους της διοίκησης του Άρη: «Μα, αυτοί κάτι τέτοια περιμένουν για να χαμογελάσει λίγο ο κόσμος, να έχει κάτι ν’ ασχοληθεί». Σωστά. Μόνο που ο κόσμος δεν έχει πια διάθεση να χαμογελάσει. Όταν ο Άρης είχε αντιμετωπίσει πάλι την Παρτιζάν, το 1985, το γήπεδο γέμισε κι έμειναν και 2-3 χιλιάδες κόσμος απ’ έξω. Αυτή τη φορά, υπήρχαν ουκ ολίγα κενά καθίσματα στο όμορφο γυμναστήριο.
Άλλωστε, έπρεπε να πληρώσει κανείς για να μπει στο γήπεδο. Και το εισιτήριο κόστιζε 3 λεκ. Με 5 λεκ, αγοράζει κανείς ένα καρβέλι ψωμί. Και, καλός μεν ο συνδυασμός άρτου και θεαμάτων, αλλά τι να τα κάνει κανείς τα θεάματα, όταν δεν υπάρχει άρτος…

Ο Άρης ετοιμάζεται τώρα να κάνει παρόμοια πρόταση στη Σλασκ Βρότσλαβ, ελπίζοντας ότι η Πολωνική Ομοσπονδία θα σκεφτεί και το συμφέρον της Σλασκ, εκτός από το χαμόγελο του λαού του Βρότσλαβ…
Και μέσα σ’ όλα, στο όλο σοκ που λέγεται Αλβανία, θα πρέπει να βρούμε κέφι και για να ασχοληθούμε με μπάσκετ – αυτό είναι εφικτό μόνο αν πιστεύουμε ότι το άθλημα είναι μια πηγή χαμογέλου γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους που μας περιτριγυρίζουν εδώ και οκτώ ώρες. Α, η αλήθεια είναι ότι σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, καταμεσής ενός ρημαγμένου αγρού, είδαμε δύο παλιές, ξύλινες μπασκέτες, που μας φάνηκαν ό,τι πιο απίθανο περιμέναμε να δούμε σε μια χώρα βυθισμένη στο δικό της μεσαίωνα. Ελπίζουμε ότι αυτοί που βρήκαν το κουράγιο να τις στήσουν θα πήραν ένα χαμόγελο την Πέμπτη το βράδυ…

Ακόμα και στον… υπουργό Εσωτερικών της Αλβανίας απευθύνθηκαν οι άνθρωποι του Άρη για να φύγουν μια ώρα γρηγορότερα από τη χώρα. Η είδηση ότι τα σύνορα κλείνουν (!) από τις 11 τη νύχτα ως τις 6 το πρωί, πανικόβαλε τους «κίτρινους», αφού θα έπρεπε να ξεκινήσει το πούλμαν τους, όχι αμέσως μετά το ματς, αλλά γύρω στα μεσάνυχτα της Πέμπτης –όπερ και τελικώς εγένετο, αφού η επίσημη παρέμβαση δεν έφερε αποτέλεσμα.
Παρά το αρχικό σχέδιο, η ομάδα δε διανυκτέρευσε στην Οχρίδα, λόγω των ταραχών στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου, ενώ και όλες τους οι μετακινήσεις σε αλβανικό έδαφος έγιναν με αστυνομική συνοδεία, για το φόβο των Ιουδαίων.
Και μόνο τα πιτσιρίκια που στήνουν ενέδρες στους δρόμους και πετάνε… πέτρες στα πούλμαν, αρκούν για να τρομοκρατήσουν τον ανύποπτο ταξιδιώτη.

Υγ: όχι εσύ δηλ ήξερες σφε αναγνώστη ότι το τρίποντο της εποχής αναδημοσίευε από το ρίζο μια μεταφρασμένη από τα ρώσικα συνέντευξη του μάτζικ τζόνσον στην εφημερίδα σαβιέτσκι σπορτ;
Τι λες τώρα...