Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Air Κόμμα

Μη μένεις στην εξέδρα θεατής – αγωνίσου

Έλεγε το σύνθημα στο κεντρικό πανό της αθλητικής ημερίδας του κόμματος στο κλειστό της Νήαρ Ηστ, στην Καισαριανή. Που θα ήταν πάντως πρακτικά αδύνατο, αν το παίρναμε στην κυριολεξία του, ακολουθώντας πιστά τη ντιρεκτίβα του συντρόφου με το μουστάκι, που όταν του είχαν εξηγήσει τι είναι το ποδόσφαιρο, ένα άθλημα με 22 παίκτες στο γήπεδο, όπου παρεμπιπτόντως δεν κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί (στα πέναλτι), όπως λέει ο Λίνεκερ, γιατί υπάρχει κι ο κόκκινος στρατός… Όταν του είπαν λοιπόν πως το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα με 22 παίκτες στο γήπεδο και χιλιάδες θεατές να βλέπουν τον αγώνα στην κερκίδα, θρυλείται πως τους απάντησε ότι εμείς θέλουμε το ακριβώς αντίστροφο: ένα παιχνίδι, όπου θα παίζουν χιλιάδες στο γήπεδο, ενώ οι 22 θα βρίσκονται στην κερκίδα. Και προφανώς δεν εννοούσε κάτι ματς του Ακράτητου στο πρόσφατο παρελθόν με διψήφιο αριθμό εισιτηρίων (αν και μπορεί να τα έκρυβαν για την εφορία), αλλά τις δομές μαζικού, λαϊκού αθλητισμού, που αναπτύχθηκαν τα επόμενα χρόνια στη Σοβιετία, κι όσο κι αν σπεκουλάρει κανείς, είναι αδύνατο να τις απαρνηθεί και να τις απαξιώσει.

Κι άντε να πεις πως το ποδόσφαιρο, όντως, κάπως έτσι ξεκίνησε, με δυο αντίπαλα χωριά ή δυο φυλές, γύρω από κομμένα κεφάλια πολεμιστών μετά τη μάχη, να τα κλωτσάνε για να τα στείλουν προς τη μία ή την άλλη «εστία», που απείχαν μεταξύ τους πολύ περισσότερο από ό,τι τα δύο τέρματα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Αλλά το μπάσκετ έχει τον πρόγονό του σε ένα παιχνίδι των Ίνκας, νομίζω, στο Μεξικό. Και βασίζεται περισσότερο στις αποτυχημένες απόπειρες κι ιδέες, που βρίσκουν μια ιδιαίτερη αξία χρήσης, καταλήγοντας στο καλάθι των αχρήστων. Είναι δηλ ένα αρκετά εγκεφαλικό παιχνίδι, πολύ μακριά από τα άγρια, πολεμικά ένστικτα με τις κομμένες κεφαλές, που μοιάζει λίγο με ανακύκλωση (ο κύκλος των χαμένων ιδεών). Κι ενώ αυτή η τελευταία βρίσκεται σε απελπιστικά χαμηλά ποσοστά στη χώρα μας, το μπάσκετ αντιθέτως (δείτε εδώ ένα βίντεο και προσέξτε πώς το προφέρει ο Γιαννάκης, σα να γεμίζει το στόμα του: το ΜΠΑΣΚΕΤ) έχει πιάσει γερές ρίζες (όπως και το Κόμμα) στην Ελλάδα και για ένα διάστημα, έγινε κάτι σαν εθνικό μας άθλημα.

Αν το καλοσκεφτείς μάλιστα κι έχεις ποιητική διάθεση, οι χαμηλές πτήσεις του Τζόρνταν, τα καρφώματα των μικρών στα ανοιχτά γηπεδάκια των γκέτο κι η σύντομη, εναέρια πορεία της μπάλας προς το καλάθι, δεν είναι παρά μικρές προσομοιώσεις της δικής μας επουράνιας εφόδου. Κι υπό αυτό το πρίσμα, όλα αποκτούσαν διαφορετικό νόημα. Το ρετρό αισθητικής κλειστό, με το σκούρο-καφέ παρκέ, σαν το χρώμα του Ν’joy που στοιχημάτιζε ο Αλβέρτης, στη διαφήμιση, από το κέντρο. Κι οι κόκκινες στολές των πιτσιρικάδων της Νήαρ Ηστ, από τις ομάδες επίδειξης (που προσπαθούσαν να χωρέσουν στα παπούτσια του Τσαρτσαρή, του Καϊμακόγλου, του Σέιν Χιλ, του Ταπούτου, του Μάνθου Σοφογιάννη, και ενός σοβιετικού πειράματος, του πυραυλοκίνητου Ανατόλι Ζουρπένκο) να θυμίζουν κάτι από τις φορεσιές της Σοβιετικής Ένωσης, που γύρισε στον τόπο του εγκλήματος, την εξωτική Μαυριτανία, όπως θα έλεγε κι ο μακαρίτης ο Γκομέλσκι.



Κι ίσως κάπως έτσι να εξηγείται η ειδική σχέση που έχει αναπτύξει το Κόμμα με το χώρο του μπάσκετ, που δεν είναι ακριβώς προνομιακός, γιατί δεν είναι πολύ εύκολο να κερδίσεις έναν επαγγελματία του χώρου, περιγράφοντας μια προοπτική όπου ο αθλητισμός θα ‘ναι τελείως ερασιτεχνικός. Ενώ πολλοί μασόνοι (όπως αποκαλούνται οι μπασκετικοί δημοσιογράφοι) αντιλαμβάνονται ως ρίζα του προβλήματος ότι το άθλημα δεν είναι αρκετά οργανωμένο και επαγγελματικό, και όχι ότι έχει πήξει στον επαγγελματισμό και το λυμαίνονται οικονομικά συμφέροντα, που το βουλιάζουν νομοτελειακά σε όλες τις παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος: αναρχία, περικοπές δαπανών (για τα αναπτυξιακά προγράμματα, το σχολικό αθλητισμό, κτλ), φοβερή ανισομετρία (με τις πλούσιες, ισχυρές ομάδες να γίνονται διαρκώς πλουσιότερες και να ανοίγουν την ψαλίδα που τους χωρίζει με τις μικρομεσαίες) κι οξύτατοι ανταγωνισμοί, πχ μεταξύ της ΦΙΜΠΑ και της Ευρωλίγκα, που πλήγωσαν ανεπανόρθωτα το άθλημα προ δεκαπενταετίας, αλλά επαναλαμβάνονται σήμερα από την αρχή.

Ένα χώρο, όπου θα μπορούσε σχεδόν να δημιουργηθεί ΚΟΒ ομοσπονδιακών προπονητών (κι έχεις σκεφτεί ποτέ, σφε αναγνώστη, πόσες ομοιότητες έχει με το ρόλο του καθοδηγητή, που κουβαλά την ευθύνη, μπαίνει στο στόχαστρο, κάνει καλύτερους τους παίκτες του, αλλά δεν μπορεί να τους υποκαταστήσει και να πετύχει χωρίς αυτούς, που παραμένουν τα ενεργά υποκείμενα της ιστορίας κάθε αγώνα): με το Μίσσα, που έχει κάτι από αξάν του Γιατζόγλου κι αντί για Κουκουέ λέει «το Κάπα-Κάπα» (και κάνει ουσιαστικά περιοδεία ανά την Ελλάδα, στους κόκκινους δήμους, με αντίστοιχες εκδηλώσεις), τον Πετρόπουλο στην Πάτρα σε ρόλο Νουρέγιεφ, και επίτιμο μέλος τον προσφάτως εκλιπόντα, Μάκη Δενδρινό, έναν απ’ τους πιο λαϊκούς μπασκετανθρώπους.

Παρατηρητής και παίκτης-κλειδί, ο Νίκος Παππάς. Που δεν πρέπει να τον εξιδανικεύουμε, αλλά είναι άξιος συγχαρητηρίων και μόνο που ξεκλέβει χρόνο από το βαρύ πρόγραμμά του, για να βρεθεί σε εκδηλώσεις της οργάνωσης, έχοντας μάλιστα για αφεντικό-εργοδότη του το Γιαννακόπουλο (της, κατά παλαιό Σύριζα, «εθνικής αστικής τάξης» της χώρας μας). Και ο οποίος ανοίγει από μόνος του ένα μεγάλο ζήτημα για το τι παίκτες αξίζει να συμπαθούμε από πολιτική άποψη. Παίκτες του προπονητή, που είναι χρήσιμοι για το σύνολο, αλλά χωρίς προσωπικότητα, άχρωμοι και άοσμοι ή όσους βγαίνουν έξω από το καλούπι, με κίνδυνο να παρεξηγηθούν, να φανούν ατομιστές ή ψωνισμένοι, προβληματικοί χαρακτήρες, κοκ. Όπως επίσης είναι ζήτημα τι είναι αριστερόστροφο και δεξιόστροφο μπάσκετ (ποδόσφαιρο, κοκ), αλλά δε χωράει να το πιάσουμε στα πλαίσια αυτού του κειμένου.
Γεια σου Παππά-Παππά, γαμώ τη δεξιά...

Τι κράτησε η κε του μπλοκ από την πρωινή εκδήλωση (γιατί ακολούθησε και το απόγευμα γνωριμία με τις πολεμικές τέχνες, αν θυμάμαι καλά). Τα παραθέτω κωδικοποιημένα.
-Την προπονητική συμβουλή του Κώστα Μίσσα: να μη διστάζουμε να κάνουμε λάθη, αρκεί να μην κάνουμε το ίδιο λάθος συνέχεια, τόσο στο μπάσκετ, όσο και στη ζωή (που το λες και μπηχτή για κλασικούς κοψοχέρηδες ψηφοφόρους).
-Τη φαρμακερή πλάκα του στον Παππά, που… «άφησε για λίγο τις υποχρεώσεις του με τον ΠΑΟ και την εθνική ομάδα –αν παίξει ποτέ». Δε νομίζω να γέλασε όμως πολύ κι ο Παππάς, που πήρε ένα βλέμμα, λες και είχε μπροστά του τον Κατσικάρη.
-Την πολύ εύστοχη σημείωση πως ο αθλητισμός είναι υγεία και κρατάει για μια ζωή, ενώ ο πρωταθλητισμός όχι.

-Τις ιστορίες για τα χάπια που χρειάζονται κάποιοι αθλητές, για να μην πονάνε, κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός, και για αυτά που ζητάν οι γονείς για να αντέξουν τα παιδιά τους στις εξετάσεις, για να μην τα παίρνει ο ύπνος. Και το σχόλιο για το μαθητή, που είναι ίσως ο πιο κουρασμένος Έλληνας, με τόσο βαρύ πρόγραμμα.
-Την εξοικονόμηση χρόνου για άσκηση και προπόνηση, που μπορεί να γίνει πχ με τη μείωση του χρόνου που αφιερώνουμε στο διαδικτυακό σερφάρισμα. Κι η πετυχημένη εισαγωγή του Μίσσα, που δεν ήξερε σε ποιο κοινό απευθυνόταν.
Πόσοι από εδώ έχετε Φέισμπουκ; Φαντάζομαι το 99,9%...
-Μια αναφορά του στο «μαζικό, λαϊκό αθλητισμό, που λέγαμε και παλιά…». Γιατί εκεί μας κατάντησε το ΠαΣοΚ. Να μοιάζει ο όρος του μαζικού λαϊκού αθλητισμού με αναχρονισμό, ανέκδοτο-κατάλοιπο του παρελθόντος.

-Την υπερκάλυψη του πλάνου των ασκήσεων από τις ομάδες επίδειξης και το αυθόρμητο, θερμό χειροκρότημα του κοινού –αν και όλοι συναγωνιστές ήμασταν, χωρίς αντίπαλο.
-Και το δεύτερο γύρο, με τη συζήτηση που έπιασε δύσκολα θέματα (βία, αναβολικά, κτλ), χωρίς τα συνήθη ξύλινα ευχολόγια. Ενώ ξεκίνησε κατευθείαν με τις ερωτήσεις του κοινού, χωρίς πρόλογο και εισηγήσεις.


Καταλαβαίνω ότι θα χρειαζόταν κάτι εντυπωσιακό για το τέλος, πχ μια παρομοίωση για τη μπάλα που χάθηκε μετά την αντεπανάσταση και τώρα την ξαναβρίσκουμε σιγά-σιγά, με τα βασικά του αθλήματος (σουτ, πάσα, νομοτέλειες, κτλ) και γενικώς ένα καλύτερο φινάλε, χιτσκοκικό, θριλερικό, γκρανκινιολικό. Αλλά αυτό θα το γράψει η ζωή (με καλάθι «μπάζερ-μπίτερ» στην εκπνοή) κι ο (αντιμνημονιακός εσχάτως) Δημήτρης Χατζηγεωργίου.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Εγώ δεν πάω Μέγαρο

Γιατί συγκεντρώνονται και συζητάνε οι πολιτικοί πατέρα;
Μα εσύ βιάζεσαι να φτάσεις στην ουσία. Κάτσε πρώτα να μας γανώσουν το μυαλό με συγκλονιστικές λεπτομέρειες και ποδοσφαιρικού τύπου κάλυψη, σαν pregame show: ποιος έφτασε πρώτος, ποιος έκλεισε το μάτι στην κάμερα, από πού προσήλθαν οι αποστολές των ομάδων, ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις, ποιος τις έχασε (για να τις βρει ο άλλος), και επίσης, σε απευθείας μετάδοση, τι δήλωσε η ανακουφισμένη φοράδα κατά την έξοδό της από τις τουαλέτες του Γενί-τζαμιού. Και μετά από τόσο ενημερωτικό καταιγισμό, ας μετρήσουμε ποιος συνεχίζει να ενδιαφέρεται για την ουσία και ποιος έχει καθαρό μυαλό να ψάξει και να καταλάβει τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά.

Είχαμε και ποδοσφαιρικό τραυματισμό, με ένα ταμπλετάκι να πέφτει στα δάχτυλα του ποδιού του Τέρενς Κουίκ και να τον τραυματίζει ελαφρά και τον αστείρευτο χιουμορίστα Σταύρο να ρωτάει αν το γκατζετάκι ήταν σοβιετικό. Κρίμα μόνο που δεν είχαμε επεισόδια κι αναβολή, αν και η οργανωτική επιτροπή φρόντισε να υπάρχουν τεχνητές μικροεντάσεις για το φιλοθεάμον κοινό, που μεγεθύνονται, ανάγονται σε πολιτική ουσία κι αναλύονται με τις ώρες, σαν τις επίμαχες φάσεις ενός σικέ αγώνα, για να καταλάβουν όλοι οι θεατές πόσο αγεφύρωτες διαφορές χωρίζουν τα αντίπαλα στρατόπεδα, που καταφέρνουν παρόλα αυτά να τις παραμερίσουν για το καλό του τόπου και να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.

Δεν υπάρχουν πιο λατρεμένα κλισέ απ’ αυτές τις αναλύσεις για την πολυπόθητη ενότητα, την εθνική ομοψυχία και συνεννόηση, τον ιστορικό συμβιβασμό, την πολιτική σταθερότητα και ό,τι κατεβάσει ο νους, που επιζητά ο τόπος, τα τοπικά πρωταθλήματα και η χειμαζόμενη αγορά, που γλείφει τις πληγές της, βλέποντας τα μνημονιακά προαπαιτούμενα να περνάνε με τη μεγαλύτερη καταγραμμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τουλάχιστον στη νεότερη μνημονιακή ιστορία του τόπου. Όλοι πλην Λακεδαιμονίων (και παραδοσιακά των Νεοναζί, κάτι που βολεύει και στο σερβίρισμα της θεωρία των δύο αντικοινοβουλευτικών άκρων).

Δεν είναι όμως όλα ρόδινα για την πλειοψηφία του μαύρου μετώπου, και προπαντός για το βασικό της εταίρο, τον κυβερνητικό λόχο, που βλέπει να πλησιάζει επικίνδυνα το όριο των 150 εδρών κι οι επικεφαλής του φοβούνται πως δε θα καταφέρουν να βγουν όλοι απέναντι, μετά από τα εμπόδια που έχουν μπροστά τους –όπου περιλαμβάνεται και ένα πακέτο για τη διάλυση του ασφαλιστικού και των συντάξεων. Κι είναι τρομερά κωμικό να ακούς μετά τα στημένα ρεπορτάζ για τον Τσίπρα, που προτείνει ως «εθνική γραμμή» (πάνε οι κόκκινες) να μη μειωθούν οι κύριες συντάξεις (και να τσακίσουν παράλληλα τις επικουρικές και διάφορα επιδόματα), αλλά αρνούνται να το δεχτούν οι υπόλοιποι.

Η ουσία της χτεσινής συνάντησης λοιπόν φαίνεται να είχε δύο σκέλη.
Είτε να ζητήσει η κυβέρνηση τη στήριξη της αντιπολίτευσης στις κρίσιμες ψηφοφορίες του επόμενου διαστήματος, διαπραγματευόμενη από θέση ισχύος, όσο βλέπει τους βασικούς της αντιπάλους να σέρνονται και να μην μπορούν να αξιοποιήσουν στο παραμικρό τη δική της φθορά. Είτε να προωθήσει το πολιτικό φλερτ με το Βασίλη Λεβέντη και τη φημολογούμενη είσοδό του στο κυβερνητικό σχήμα. Όσο περισσότεροι γραφικοί στηρίζουν την κυβέρνηση, για να μη χάσουν τις έδρες τους στις επόμενες εκλογές, τόσο το καλύτερο για την πολιτική σταθερότητα του τόπου, τον τουρισμό και τα έργα του Μετρό στη Θεσσαλονίκη. Όσο για τον υποψήφιο κυβερνητικό εταίρο, μόνο με πανό «ζήτω η οικουμενική κυβέρνηση» που δε βγήκε στις δηλώσεις του, μετά το τέλος της συνάντησης.

Ενδιαφέρον επίσης έχει να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις στον εκλογικό νόμο που λένε πως θα πάει προς το αναλογικότερο (λες και υπάρχει λιγότερο ή περισσότερο αναλογικός νόμος, κατά το «ολίγο έγκυος»), και τη συνταγματική αναθεώρηση, που παραμένει ανοιχτό μέτωπο για τον αστικό πολιτικό κόσμο από την περασμένη δεκαετία, αλλά τώρα νιώθει πως … έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να την προχωρήσει.

Και το ΚΚΕ κύριε; Αφού προσπεράσουμε γρήγορα την προβλέψιμη εξίσωση των άκρως, ας περάσουμε στην ουσία: πρέπει ή όχι να συμμετέχει ένα ΚΚ σε τέτοια μαγειρέματα κορυφής; Δίνει άλλοθι κι έμμεση νομιμοποίηση στους σκοπούς που υπηρετούν με τη συμμετοχή του, ή μήπως τους διευκολύνει με την απουσία του; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι γενική κι από θέση αρχής, αλλά συγκεκριμένη, με βάση τα δεδομένα στην εκάστοτε συγκυρία.

Οι δύο φορές που συγκλήθηκε αυτό το συμβούλιο από την «αριστερή κυβέρνηση» ήταν α. αμέσως μετά το δημοψήφισμα, για τη μεταμόρφωση της αρνητικής λαϊκής ετυμηγορίας σε γη και ύδωρ στους δανειστές-εταίρους και β. τώρα, για την ομαλή εφαρμογή της συμφωνίας.
Η επιλογή της αποχής αρνείται να καλύψει με το δικό μας κύρος τα παρασκηνιακά παζάρια των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ενώ η συμμετοχή αποσκοπεί κυρίως στην ενημέρωση και την αποκάλυψη όσων ειπώθηκαν. Και από αυτήν την άποψη, υπάρχει μια εκκρεμότητα από τον Ιούλη, όσο πυκνές κι αν είναι οι εξελίξεις που μεσολάβησαν, αλλάζοντας εξ ολοκλήρου το πολιτικό τοπίο. Να βγουν στη δημοσιότητα τα πρακτικά εκείνης της σύσκεψης και όσα υποστήριξε η κάθε πλευρά. Και το Κόμμα, κατά τη γνώμη μου, έχει κάθε λόγο να επιδιώξει αυτό το τελευταίο.

Υγ: κι ένα άσχετο κείμενο-έκπληξη από το σημερινό Ρίζο.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Σοσιαλισμός και μονοκομματικό σύστημα

Αν υπάρχει κάτι στην πείρα του υπαρκτού που μπορεί να ξενίζει κάπως το ευρύ κοινό και να του φαίνεται στρυφνό και μονοκόμματο (στην κυριολεξία, εν προκειμένω), είναι το μονοκομματικό πολιτικό σύστημα της σοβιετίας. Τα «ελεύθερα πνεύματα» δύσκολα μπορούν να δεχτούν πχ τη μονοπρόσωπη διεύθυνση στα εργοστάσια, το σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα, κι αυτή τη «δογματική προσκόλληση» σε μια φιλοσοφική θεωρία και προτιμούν τους αστικού ευρωμονόδρομους, που του δίνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας και της πολυφωνίας. Συνιστά όμως κάποια μορφή σοσιαλιστικής νομοτέλειας το μονοκομματικό μοντέλο; Και ποια προβλήματα παρουσιάστηκαν στην πράξη, κατά την εφαρμογή του;

Το πρώτο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι το μονοκομματικό σύστημα της σοβιετικής Ρωσίας δεν επιβλήθηκε βάση κάποιας θεωρητικής επεξεργασίας, ενός σχεδίου ή μιας προειλημμένης απόφασης· προέκυψε ιστορικά από την αντεπαναστατική δράση των υπόλοιπων κομμάτων, ακόμα κι αυτών που συμμετείχαν στα σοβιέτ και πάλευαν θεωρητικά για την κατοχύρωση της εξουσίας τους: μενσεβίκοι-εσέροι, ακόμα και το αριστερό κομμάτι τους, που είχε συμμαχήσει αρχικά με τους μπολσεβίκους. Είναι αυτονόητο πως αν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν διαφορετικό, οι μπολσεβίκοι θα είχαν την ίδια ακριβώς (και χειρότερη) αντιμετώπιση από τους αντιπάλους του και θα έβγαιναν στην παρανομία. Ας έχουμε επίσης υπόψη ότι η αστική πολυφωνία έδειξε τα δόντια της, πριν καλά-καλά μπει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ΕΣΣΔ, με το Γέλτσιν να θέτει εκτός νόμου το ΚΚ(ΣΕ) στη Ρωσία και να το οδηγεί αργότερα στα δικαστήρια. Κι αν τελικά οι κομμουνιστές πέτυχαν τη νόμιμη δράση κι ύπαρξή τους, δεν το οφείλουν στη μεγαλοψυχία της αστικής δημοκρατίας, αλλά το κατέκτησαν δικαιωματικά.

Το δεύτερο σημείο, ως συνέχεια του πρώτου: σε αρκετές άλλες ΛΔ του σοσιαλιστικού μπλοκ και ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες του επαναστατικού περάσματος και το συσχετισμό δύναμης σε καθεμιά, υπήρχε πολυκομματικό σύστημα. Στη ΛΔ Γερμανίας πχ το ΕΣΚΓ προέκυψε από τη συγχώνευση του κομμουνιστικού και του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ενώ υπήρχαν άλλοι είκοσι περίπου πολιτικοί συνδυασμοί –ακόμα και χριστιανοδημοκράτες. Στην Πολωνία, η καθολική εκκλησία έπαιζε καθοριστικό, αντιπολιτευτικό ρόλο –καθόλου τυχαία δεν ήταν η ανάδειξη Πολωνού πάπα, με τα Βοϊτίλα. Ενώ στη Ρουμανία, αν δεν κάνω λάθος, δεν είχαν προχωρήσει καν στην τυπική κατάργηση του θεσμού της βασιλείας.
Γενικά είναι ζήτημα κατά πόσο μπορούμε να ταυτίσουμε τη Λαϊκή Δημοκρατία ως μορφή με τη δικτατορία του προλεταριάτου και τη σοβιετική εξουσία, αλλά αυτό δε θα μας απασχολήσει στο σημερινό κείμενο.

Ίσως κάποιος αντικρούσει πως τα κόμματα αυτά υπήρχαν τυπικά, χωρίς να μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική αντιπολίτευση. Και σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται ένας πολύ εύστοχος ορισμός του πολυκομματικού συστήματος στην αστική δημοκρατία. Εφόσον όμως μας ενδιαφέρει η ουσία κι όχι οι τύποι, πρέπει να μάθουμε να μετράμε τη δημοκρατία, όχι με το πλήθος των κομμάτων που υπηρετούν την ίδια στρατηγική, αλλά στους χώρους δουλειάς με την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία. Και σε αυτόν τον τομέα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός έχει να επιδείξει ως κεκτημένο αρκετά αξιόλογα επιτεύγματα, παρά τους αντικειμενικούς περιορισμούς και τα όποια προβληματικά στοιχεία.

Η ουσία επίσης μας αποκαλύπτει το εξής παράδοξο. Ενώ στην αστική δημοκρατία, οι διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί δεν είναι παρά οι (πενήντα ή όσες) αποχρώσεις της αστικής κυριαρχίας, στο σοσιαλισμό η ύπαρξη ενός και μόνο κόμματος στην ΕΣΣΔ πχ δεν αντιστοιχούσε σε μία και μόνο πολιτική, δε συνεπαγόταν ομόφωνη σιωπή νεκροταφείου, όπως συχνά νομίζουν οι αστοί αναλυτές (κι όχι μόνο), αλλά μετατόπιζε πολλές φορές τη διαμάχη στο εσωτερικό του κόμματος, που ήταν η μοναδική νόμιμη πολιτική έκφραση. Τη σφραγίδα των μπολσεβίκων είχε τόσο η πρώτη ηρωική περίοδος, η μάχη της κολεκτιβοποίησης, του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, κτλ, όσο και οι μικροαστικές απόψεις του Μπουχάριν για συμβολή των κουλακων στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Στο ΚΚΣΕ της μεταπολεμικής περιόδου συνυπήρχαν τίμια στοιχεία, που στελεχώνουν και σήμερα τις γραμμές των κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά και τα πολιτικά τομάρια που ηγήθηκαν της αντεπανάστασης.
Ένα κόμμα, πολλές πολιτικές, (για να αντιστρέψουμε το γνωστό κομματικό σύνθημα «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές» για την ελληνική πραγματικότητα). Κι εδώ ακριβώς μπαίνουμε στην ουσία του προβλήματος.

Αν κάποιο αριβίστικο, αντισοσιαλιστικό στοιχείο ήθελε να ανελιχθεί στον κρατικό μηχανισμό, φορούσε την προβιά του κομμουνιστή και ξεδίπλωνε υπόγεια από μέσα την υπονομευτική του δράση. Η ταξική πάλη δεν μπορεί να καταργηθεί με διατάγματα, αλλά συνεχίζεται και παίρνει άλλες μορφές. Κι αυτό, εκτός από την ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης, αναδεικνύει και κάτι ακόμα: τους κινδύνους που υπάρχουν, όταν αυτή η πάλη δε διεξάγεται ανοιχτά και στο προσκήνιο, αλλά «παρασκηνιακά», χωρίς τη μαζική συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα. Αν το 91’ η λαϊκή πλειοψηφία συμπαθούσε μεν το σοσιαλισμό, αλλά έμεινε απαθής μπροστά στο γκρέμισμά του, αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: αφενός στο ότι είχε ατροφήσει ο ενεργός ρόλος της κι είχε συνηθίσει να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις· αφετέρου στο ότι οι πρωτεργάτες της παλινόρθωσης ήταν ηγετικά στελέχη του ΚΚΣΕ, που το περιέβαλαν με εμπιστοσύνη και χρησιμοποίησαν παραπλανητικά συνθήματα για «περισσότερο σοσιαλισμό».

Μήπως λοιπόν το μονοκομματικό σύστημα παρουσιάζει σοβαρά αρνητικά στοιχεία, εφόσον μεταφέρει τη διαπάλη στο εσωτερικό του ΚΚ και μακριά από τη δημοσιότητα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντα θετική ή αρνητική. Αφενός ο ταξικός εχθρός χρησιμοποιεί πάντα πλάγια μέσα και υπόγεια, υπονομευτική δράση, ανεξαρτήτως μοντέλου. Αφετέρου η δομή, το «μοντέλο» πρέπει να υπηρετεί ένα γενικό σκοπό, το περιεχόμενο, αλλά δεν είναι ποτέ το καθοριστικό στοιχείο, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί εξωιστορικά, βάση αρχών, ως γενική αρχή που ισχύει παντού και πάντα, σε κάθε περίπτωση.

Υπάρχει επίσης μια γενικότερη δυσκολία, που καλείται να αντιμετωπίσει ως κράτος η δικτατορία του προλεταριάτου, που έχει δύο πτυχές: την οργάνωση της οικοδόμησης και την καταστολή των εκμεταλλευτών και των ταξικών κατάλοιπων του παρελθόντος –τα οποία όμως δεν καταργούνται με διατάγματα. Αν ο κομμουνισμός δεν είναι μια ιδεοληψία που έρχεται να επιβληθεί από τα πάνω, αλλά η φυσική ροή των πραγμάτων (όπως σημειώνουν οι κλασικοί), αυτό δε σημαίνει πως θα εγκαθιδρυθεί από μόνο του, γιατί τότε δε θα χρειαζόταν να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας, ούτε πως θα αφήσουμε ελεύθερα όλα τα λουλούδια να ανθίσουν –μαζί με τα ζιζάνια και τους παρασιτικούς οργανισμούς. Ο σοσιαλισμός είναι μια μορφή καλλιέργειας, που απαιτεί συνεχείς προσπάθειες, και περιλαμβάνει το ξερίζωμα, αλλά είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Κι είναι ζήτημα πότε ο καλλιεργητής επιλέγει συνειδητά τη στιγμή του ξεριζώματος, της καταστολής και πότε την άλλη, τη δημιουργική. Είναι περίπλοκο ζήτημα πότε ένας οργανισμός πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος του, χωρίς άνωθεν παρέμβαση, κάποιους ξενιστές-εισβολείς, για να δυναμώσει και να αναπτύξει αντισώματα και πότε πρέπει να προκρίνεται η προληπτική «κατασταλτική» δράση.
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, πρέπει να αναφερθούμε, ακροθιγώς έστω, στην αντίληψη πως μπορούν να υπάρχουν παραπάνω από εργατικά κόμματα που συμφωνούν με το γενικό, στρατηγικό στόχο της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, αλλά έχουν επιμέρους, διαφορετικές αντιλήψεις σε άλλα ζητήματα ή εκφράζουν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα (πχ ένα αγροτικό κόμμα, όπως οι εσέροι).

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τον πλούτο των μορφών περάσματος, που θα δώσει η πραγματική ζωή, αλλά είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό το επαναστατικό πέρασμα, χωρίς ένα συνασπισμό, ένα μέτωπο τουλάχιστον δυνάμεων, όπου θα ‘χουν ήδη συγχωνευτεί τα πρωτοπόρα συνειδητά στοιχεία, συνεχίζοντας και μετεπαναστατικά την ενιαία δράση τους.

Πέρα απ’ αυτό, μπαίνει ένα γενικότερο ζήτημα κατά πόσο τα κόμματα συνεχίζουν και σήμερα να αντιστοιχούν, όπως παλιότερα, σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις ή αν αυτή η μορφή εκπροσώπησης περνάει κρίση και ανήκει στο παρελθόν, μαζί με τα μαζικά κόμματα του εικοστού αιώνα. Σε κάθε περίπτωση, αν υποθέσουμε ότι τα αστικά κόμματα θα τεθούν εκτός νόμου, γιατί υπηρετούν τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών, τι θα γίνει με όσα έχουν μια εργατική-κομμουνιστική αναφορά ή εκφράζουν μ’ άλλο τρόπο τα εργατικά συμφέροντα;


Αυτή η λογική κατά τη γνώμη μου αντανακλά μάλλον την ανάλυση κάποιων οργανώσεων του εξωκοινοβουλίου και την (κατά βάση μικροαστική) αγωνία τους για το μαγαζάκι τους και την πολιτική του συνέχεια. Αλλά ένα πραγματικό ΚΚ βλέπει την ενότητα μες στη διαφορά κι εκφράζει ενιαία την εργατική τάξη ως σύνολο, χωρίς να απολυτοποιεί τις διαφορές των εργατικών στρωμάτων και να βασίζεται σε αυτές για την ύπαρξή του.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Kommon people

Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί μια (από σπόντα) επισκόπηση κάποιων πρόσφατων εξελίξεων στο ευρύτερο εξωκοινοβουλευτικό γίγνεσθαι, όπου μετά τη μικροαστική καταστροφή της ΛαΕ στις εκλογές, χρειάζεται μια ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ ΝΑΡ και ΑΡΑΝ, και πιο συγκεκριμένα των δεξιών Ναριτών που ζητούσαν μεταξύ άλλων την κοινή εκλογική κάθοδο ΚΚΕ, ΛαΕ και Ανταρσυα (και βασικά των δύο τελευταίων) και των αριστερών Αρανιτών που έμειναν στην Ανταρσυα κι δεν ακολούθησαν τη δεξιά Αραν στο λαφαζανικό βούρκο.

Αυτό το δεξιό (και θεωρητικά μειοψηφικό) ΝΑΡ διοργάνωσε πριν μερικές μέρες εκδήλωση για την Αριστερά και τη διέξοδο από το «αριστερό μνημόνιο», όπου παραβρέθηκε το όλον ρεύμα με το Χάγιο, και το δεξιό με το Σκαμνάκη (εκ της διοργανώτριας ιστοσελίδας Kommon), μαζί με το Λαφαζάνη της ΛαΕ και τον Καλαματιανό, πιθανότατα εκ μέρους του Εργατικού Αγώνα, αν κι είχε αναγγελθεί στην ΕφΣυν ως «ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ», δηλ με την πιο σπουδαία πολιτική ιδιότητα που είχε ή θα έχει ποτέ (αν υποθέσουμε δηλ ότι ο ΕΑ θα αποτολμήσει τη μετεξέλιξή του σε κάτι περισσότερο από ιστοσελίδα/κίνηση κομμουνιστών). Είναι ζήτημα βέβαια πώς ακριβώς ορίζεται η έννοια «ιστορικό στέλεχος» και ποιος δικαιούται να φέρει αυτόν τον τίτλο, αλλά δε θα τα χαλάσουμε σε αυτό.


Παρεμπιπτόντως, συζητούσαμε σε μια παρέα πως αν οι διεθνείς και τα υποκατάστατά τους έχουν φτάσει κάπου τις πέντε ή τις έξι (ή και παραπάνω, γιατί χάνεις κανείς το μέτρημα από ένα σημείο κι έπειτα, και βασικά μετά την 3η), τα τελευταία μόνο χρόνια πρέπει να έχουμε δει καμιά 15αριά κινήσεις-πρωτοβουλίες συγκρότησης ενός νέου ΕΑΜ κι άλλα τόσα καλέσματα για το νέο ΚΚ της εποχής μας –κάτι σαν κόμμα νέου-νέου τύπου.

Τα σημειώνω αυτά γιατί ένα αρκετά δημοφιλές επιχείρημα στις τάξεις του μετωπικού Αντάριζα είναι πως δεν έφτιαξε μόνο το ΚΚΕ το ΕΑΜ, αλλά και το ΕΑΜ έφτιαξε-γιγάντωσε το ΚΚΕ. Κι εφόσον διαθέτουν τη στοιχειώδη αυτογνωσία για να καταλάβουν πως δεν είναι σε θέση (ούτε κατά προσέγγιση) να φτιάξουν κάτι που να μοιάζει ή να πλησιάζει να γίνει κομμουνιστικό κόμμα ή και σκέτο κόμμα (to be or wannabe, ιδού η απορία), αφήνουν να εννοηθεί πως το μέτωπο είναι ένα πρώτο βήμα (και) προς αυτό το στόχο, προϋπόθεση και όχι αποτέλεσμά του. Ένα μέτωπο που κατά το Σκαμνάκη και τα ωραία ελληνικά του, είναι… πιο δυνατότητα από ποτέ.

Πιο πλατύ; Γίνεται. Πιο ενωτικό; Γίνεται. Πιο μινιμαλιστικό για να χωράει τους πάντες; Γίνεται. Πιο γάλακτος; Κι αυτό γίνεται. Πιο δυνατότητα όμως δε γίνεται. Κι από τότε που θυμάμαι να διαβάζω αντίστοιχα κείμενα, ίσχυε πάντα πως «σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επίκαιρη, δυνατή κι αναγκαία η…» κι ακολουθούσε κάτι που κυμαινόταν από την κοινή δράση μέχρι την επανάσταση και τη σοσιαλιστική προοπτική.

Γιατί όπως λέει ο Σκαμνάκης, το ζήτημα δεν είναι πώς να αποκαλύψεις τους ρεφορμιστές αλλά πώς να συνεργαστείς μαζί τους χωρίς να υποκύψεις στη στρατηγική τους.
(Ε ναι λοιπόν, αυτό είναι το ζήτημα).
Αυτή δεν είναι μια λενινιστική αντίληψη της πολιτικής τακτικής; Όπως αναρωτιέται ο ίδιος ρητορικά, λίγο παραπάνω.
Μμ, ναι, όχι ακριβώς. Και βασικά, αντί απάντησης, μου έρχεται συνειρμικά ένα σύνθημα που είδα φέτος γραμμένο στους τοίχους του Πολυτεχνείου.
ΟΧΙ ΚΑΟΥΤΣΚΙ


Όσο για την παρομοίωση με τα σπίρτα, που επιμένουμε να τα ξοδεύουμε σε άφλεκτα υλικά ενώ η κοινωνία βράζει, ομολογώ πως μου θύμισε συνειρμικά το κεφάλαιο για το Μαρξ από τον Κόσμο της Σοφίας, ένα βιβλίο που εισάγει τα παιδιά στον κόσμο της φιλοσοφίας, και συνδέει τον κομμουνισμό με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, που αντί να πεθάνει από το κρύο, βάζει φωτιά για να εκδικηθεί τον καπιταλιστή. Παραμύθια για μικρά παιδιά και παιδικές αρρώστιες...

Επικεντρώνω στο Σκαμνάκη, γιατί βρήκα στο Kommon σε γραπτή μορφή την παρέμβασή του, ενώ οι υπόλοιπες μαγνητοσκοπήθηκαν κι ανέβηκαν (με αρκετή καθυστέρηση) στην ιστοσελίδα του Χατζηστεφάνου (που για να πω την αμαρτία μου, και χωρίς να υποτιμώ τη δουλειά του, μου θυμίζει κάπως Θεοδωράκη της Αριστεράς, με την έμφαση που δίνει στην εικόνα και τα πλάνα στα ντοκιμαντέρ του).


Κι αν πρέπει να βγει ένα συμπέρασμα από τα παραπάνω, είναι πως αφού το ΠαΣοΚ δεν έπαψε να υπάρχει, αλλά μετακόμισε στο Σύριζα, οι αυταπάτες για την αριστερή κυβέρνηση μετακόμισαν στη ΛαΕ (που κάλυψε το κενό του Σύριζα), χωρίς να νιώσουν την παραμικρή ανάγκη για αυτοκριτική και χωρίς να αντλήσουν κανένα δίδαγμα από την πικρή τους πείρα. Και τώρα μπορεί ο καθένας να αναλογιστεί πόσο διορατική κι εύστοχη ήταν στον καιρό της η εκτίμηση του κόμματος για τη δημιουργία ενός νέου αναχώματος που θα καλύψει το κενό του Σύριζα και τις δυνάμεις που θα το συγκροτήσουν ή θα φλερτάρουν μαζί του. Καθώς και πόσες αντιδράσεις είχε ξεσηκώσει τότε η επισήμανση του αυτονόητου –κι επιβεβαιωμένου πλέον στην πράξη.

Αντί επιλόγου στο σημερινό κείμενο θα μπορούσαν να μπουν.
Μια αναφορά στο οργανωτικό της Ανταρσυα και την «ετήσια» πανελλαδική συνδιάσκεψή της, που έχει 2½ χρόνια να γίνει, βρήκε αρκετά εκλογικά προσχήματα στο ενδιάμεσο, για να αναβληθεί και τώρα πάει για 16’ και βλέπουμε. Εξάλλου χρόνος υπάρχει… (κι ας μην υπάρχουν λεφτά τελικά, αν και ο χρόνος είναι χρήμα, και στην τελική και λεφτά υπάρχουν, αλλά το θέμα είναι πού πηγαίνουν).

Κάποιες ουρές από το φετινό Πολυτεχνείο, πχ για τις αξιοθρήνητες ανακοινώσεις κάποιων εκ των οργανώσεων, που δέχτηκαν το παρακρατικό χτύπημα –πχ το ΕΕΚ έκανε στην αρχή λόγο για τραμπούκικη, προβοκατόρικη ενέργεια, και κατέληγε καλώντας τους συντρόφους (δηλ τους τραμπούκους-προβοκάτορες) να φυλάνε τα πυρά τους για τους φασίστες.
Και η ανακοίνωση μιας αναρχικής συνέλευσης που γνωστοποιεί ουσιαστικά τη διαγραφή (αν και δεν το λένε έτσι στη δική τους διάλεκτο) των μελών τους που συμμετείχαν σε αυτή την ενέργεια. Ας ενημερώσουν όμως και τους ομοϊδεάτες τους στη Θεσσαλονίκη που έβγαλαν μια αστεία, παιδιάστικη ανακοίνωση, όπου καμαρώνουν για την καταστροφή και απαλλοτρίωση (πιθανότατα με αυτήν ακριβώς τη σειρά) υλικού του ΚΚΕ από σχολές και μερικών αφισών, όπου δεν είχε στεγνώσει ακόμα η γλουτολίνη!

Ένας γενικός προβληματισμός (που δεν αφορά το σύγχρονο κοινό του μπλοκ) για το αν ήταν φυσική η κατάληξη του δεξιού ΝΑΡ, αφότου επικράτησε της χαρι-τάσης, και πώς συνεχίζει να θριαμβεύει ο κεντρισμός, που μετακινείται χωρίς να το καταλαβαίνει από το εκάστοτε κυρίαρχο άκρο.

Και η πρόσφατη συνδιάσκεψη της ΛαΕ, με μια κορυφαία αποστροφή από το λόγο της Βαλαβάνη: ότι έχουν αποδεχτεί το πρόγραμμα ΚΚΕ και Ανταρσυα (που είναι, σα να λέμε, το ίδιο), ενώ το ζήτημα είναι να κάνουν κάτι πιο ευρύ, με μεγαλύτερη απήχηση.

Αυτή τουλάχιστον είναι ειλικρινής…

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ενημερωτικό δελτίο

Σήμερα η κε του μπλοκ συγκεντρώνει σε ένα μικρό ενημερωτικό δελτίο διάφορες μικρές ή μεγαλύτερες ειδήσεις που έμειναν στη σκιά του προχτεσινού επεισοδίου και της πολεμικής εστίας στη Μέση Ανατολή (σύντομα και στη γειτονιά σας).

Στη ΝΔ έχουν βγει τα μεγάλα μαχαίρια (θα έλεγα «συντροφικά», αλλά είναι δεξιοί, με έναν εστέτ χαρακτήρα και την αστική ευγένεια του Βαγγέλα). Τα ΜΜΕ την παρουσιάζουν στα πρόθυρα της διάλυσης-διάσπασης κι αναρωτιέται κανείς αν όλα αυτά παν να γίνουν εξαιτίας ενός εκλογικού φιάσκο ή είναι οι συνήθεις, δραματικές υπερβολές των καναλιών, που έχουν πάρει πατριωτικά τις εξελίξεις, σαν εσωκομματική τους υπόθεση. Εξάλλου η ΝΔ δεν είναι σαν το ΠαΣοΚ για να διαλυθεί ή να περάσει κάποιο είδος (Πασο)κλιμακτήριου, με διαφορά φάσης κι ενός μνημονίου. Αφενός γιατί οι δεξιοί είναι παραδοσιακοί, συντηρητικοί και δεν αλλάζουν εύκολα πολιτική στέγη. Αφετέρου γιατί θα έπρεπε να είχε φτιαχτεί κάτι άλλο για να τους στεγάσει, εφόσον δηλ διαλυόταν όντως το σπίτι τους. Αλλά δε φαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα.

Σε τελική ανάλυση, είναι άλλο πράγμα να ακολουθεί ένα κόμμα τον κύκλο του στο διπολικό σύστημα, και να περιμένει να ξανάρθει η σειρά του, για να δει τον αντίπαλο να βυθίζεται σε κρίση, κι άλλο να τον κλείνει και να ψάχνουμε τη διάδοχη κατάσταση. Αλλά στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα παραμένει: το φιάσκο της ΝΔ οφείλεται στο ότι είναι απλοί και άδολοι ηλίθιοι, που απέτυχαν λόγω ιδεολογικής πίστης στην ιδιωτική πρωτοβουλία ή κρύβεται κάτι άλλο πίσω από την αναβολή; Και ποιος ωφελείται απ’ αυτήν;

Την ίδια στιγμή, ο Έλληνας πρωθυπουργός εγγυάται τη διεθνή ασφάλεια με την πολιτική του και τις προσωπικές του ενέργειες, και επισκέπτεται το φιλειρηνικό κράτος του Ισραήλ, για να ενισχύσει τους δεσμούς των αστικών τάξεων των δύο χωρών, κλείνοντας μια σειρά συμφωνίες. Μετά το προσκύνημα στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος, θα επισκεφτεί και την Παλαιστίνη, γιατί οι μπίζνες-μπίζνες κι η φιγούρα-φιγούρα. Κι ένας καλός αριστερός δεν τα μπερδεύει ποτέ αυτά, απλώς τα πλασάρει όλα μαζί στην κοινή γνώμη, για να καλύψουν τα μπαχαρικά τη δυσοσμία.

Εν τω μεταξύ, πίσω στα πάτρια εδάφη, έχουν μείνει άγρυπνοι, πιστοί φύλακες της πατρίδας, δύο πολιτικοί τιτάνες, που η εικόνα τους μας κατακλύζει ασφάλεια κι ηρεμία.


Σε (ακόμα) πιο αριστερά νέα, η συνδιάσκεψη της ΛαΕ πέρασε (και δεν ακούμπησε) μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά ο Αλέκος Αλαβάνος κατάφερε να βρει τα λεπτά που του αναλογούν, με την ατάκα ότι ο Τσίπρας πρέπει να φύγει με πίσσα και πούπουλα από την Ελλάδα. Φαντάσου δηλ Αλέκο, πόσο παραδειγματικά πρέπει να τιμωρηθεί αυτός που μας το φόρτωσε στο σβέρκο και τον ανέδειξε, ε; Αναρωτιέμαι ποιος καιροσκόπος, αριβίστας μπορεί να ήταν. Μήπως εσύ ξέρεις κάτι Αλέκο;


Φαντάζομαι εν τω μεταξύ και την πινακίδα στα σύνορα, έξω από την πόλη, όπως στο Λούκι Λουκ.
Ξένε, μπαίνεις σε μια περήφανη πόλη-φάντασμα, που δεν ανέχεται κατοχή και τρόικα. Αλλά εάν είσαι έτοιμος να επενδύσεις σε δραχμές για την παραγωγική μας ανασυγκρότηση, είσαι καλοδεχούμενος.
Και ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι φτιάξαμε το Λαϊκό Μέτωπο της εποχής μας, χωρίς αυτούς.

Και για να μη μείνουμε χωρίς καμία διεθνή αναφορά στο δελτίο μας, να τι έλεγε το πανό που κρέμασαν οι οπαδοί του ΠΑΟΚ (Ιβάν Σαββίδη) στο χτεσινό παιχνίδι της ομάδας τους με τη ρώσικη Ζενίτ (πάντα Λένινγκραντ στις καρδιές μας).


Κατά τα άλλα, η βόμβα που έσκασε στα άδεια γραφεία του ΣΕΒ, το βράδυ της Δευτέρας, μπορεί να έκανε κάποιους να χαρούν (ενδόμυχα ή μη) σε συμβολικό επίπεδο, αλλά δεν παύει να είναι ξένη ως μέθοδος και πρακτική στο λαϊκό κίνημα, που δεν υπηρετεί, αντικειμενικά, κανένα κινηματικό σκοπό.
Κι αν έμπαινε στα γραφεία της εργοδοτικής ΓΣΕΕ; Πολύ περισσότερο τότε (θα περιτύλιγε με το φωτοστέφανο του «κυνηγημένου» τους παντελώς χρεοκοπημένους εργατοπατέρες). Άλλωστε γιατί χρειάζεται μια βόμβα για να σκοτώσει-ταρακουνήσει ένα πτώμα;

Το οποίο (κι όμως) κινείται! Κήρυξε μάλιστα νέα 24ωρη απεργία για την επόμενη βδομάδα. Κι αν απ’ τη μια απέδωσε καρπούς η πίεση των ταξικών δυνάμεων, που είχαν προαναγγείλει νέα γενική απεργία ήδη από την επομένη της 12ης Νοέμβρη, από την άλλη μένουν πια πολύ λίγες μέρες για την οργάνωση και την προετοιμασία της, σε βαθμό που να υποψιάζεσαι πως μπορεί να την όρισαν τόσο νωρίς γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και όχι με λογική κλιμάκωσης.


Κλείνουμε το δελτίο με ένα κάπως σουρεάλ υστερόγραφο, που δεν ξέρω από πού να το πιάσω. Ο δήμος Πατρέων επέβαλε μια μικρή αύξηση στα δημοτικά τέλη των κατοίκων μιας περιοχής κοντά στο Ρίο, που πριν ανήκε σε άλλο δήμο. Τα δεδομένα, όπως τα καταλαβαίνω, έχουν ως εξής: στην περιοχή αυτοί κατοικούν κυρίως εύπορες οικογένειες, οι οποίες μέχρι τώρα πλήρωναν ένα πολύ μικρό ποσό. Αυτό στο οποίο έχουν δίκιο από τη δική τους πλευρά είναι ότι οι περιοχές αυτές βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης, χωρίς αποχέτευση και μια σειρά άλλα προβλήματα (τα οποία όμως πολύ δύσκολα θα μπορούσε να χρεώσει κανείς σε αυτή τη διοίκηση). Σε κάθε περίπτωση, το ωραίο της υπόθεσης είναι ο τρόπος που επέλεξαν να διαμαρτυρηθούν, με επιστολή τους στον Κουτσούμπα (!), για να το ρωτήσουν αν αυτή είναι αριστερή πολιτική κι αν καλύπτει το ΚΚΕ αυτή τη «φορμπηχτική» λογική…
Κι άλαλα τα χείλη της κε του μπλοκ!

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Εν ψυχρώ

Αν κάποιοι έχουν αϋπνίες, μπορούν πλέον αντί για προβατάκια να μετράνε αλυσιδωτά περιστατικά, που μπορούν να σταθούν αφορμές μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης. Κι όταν καταλάβουν τι ακριβώς μετρούν, βλέποντας τους λαούς να βαδίζουν σαν προβατάκια στη σφαγή, μπορούν να χάσουν μια και καλή τον ύπνο τους.

Αν κάποιοι πιστεύουν πως όσα ζούμε έχουν ευθείες αντιστοιχίες με τον ψυχρό πόλεμο του περασμένου αιώνα, αναζητούν μάταια ένα αντίπαλο δέος στου απέραντου την ψύχρα, ενώ βλέπουν την ψυχρή εκτέλεση ενός προμελετημένου σχεδίου και τα ιμπεριαλιστικά γεράκια να καλύπτουν στην ψύχρα το συνέταιρό τους. Ο Ομπάμα είπε πως σε εκείνο το σημείο δρα η μετριοπαθής αντιπολίτευση (sic!) που δεν πρέπει να χτυπηθεί κι ο Ολάν υπενθύμισε (για να μην ξεχνιόμαστε) το βασικό στόχο, που δεν είναι άλλος από τον Άσαντ. Το ISIS πρέπει να νιώθει πραγματικά τρομοκρατημένο, βλέποντας τέτοιο άδειασμα από τους προστάτες του, που το εγκαταλείπουν στην τύχη του, τέτοια παγκινητοποίηση και πανστρατιά ενάντια στις δυνάμεις του.

Παρεμπιπτόντως, μπαίνουν και μερικά ενοχλητικά ερωτήματα. Γιατί λοιπόν έγινε το χτύπημα στο Παρίσι και σε τι αποσκοπούσε; Εκτός κι αν ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να γίνουν στρατοκρατούμενα φρούρια οι πρωτεύουσες της Ευρώπης και να προετοιμάζονται ψυχολογικά οι λαοί για πόλεμο, στοιχιζόμενοι πίσω από τις αστικές τους τάξεις και τις ευρωπαϊκές αξίες. Κάτι που θα φανεί καλύτερα το επόμενο χρονικό διάστημα.
Και άραγε τώρα θα προσαρμοστεί η τριχρωμία των διαδικτυακών προφίλ πχ στα χρώματα της Ρωσίας (ειδικά το δημαρχείο του Βόλου έχει σχεδόν έτοιμη την προεργασία); Άραγε η κάλυψη των ΜΜΕ θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο αν οι ρόλοι και οι θέσεις θύτη και θύματος ήταν αντεστραμμένες;

Επί του παρόντος βέβαια μαζεύεται απλά μπαρούτι, χωρίς να ανάβει ακόμα το φιτίλι, εφόσον η Ρωσία δεν μπορεί ούτε θέλει να σηκώσει μια ανοιχτή σύγκρουση με το ΝΑΤΟ και δεν εμπλέκονται άμεσα οι κεφαλές του, αλλά παίζουν μπάλα δια αντιπροσώπων (Τουρκία, Ισλαμικό Κράτος, κτλ). Όμως το ποτήρι είναι γεμάτο, κάθε σταγόνα μπορεί να το ξεχειλίσει κι οι ισορροπίες είναι πιο εύθραυστες κι από το γυαλί με το οποίο είναι φτιαγμένο.

Τα τύμπανα του πολέμου ηχούν πιο δυνατά από ποτέ και η «διεθνής, κοινή γνώμη» καλείται είτε να στοιχηθεί πίσω από τη «δημοκρατική Δύση» που τα χτυπά αφηνιασμένη, είτε στην καλύτερη να περιμένει σφυρίζοντας αδιάφορη, τάχα για να μην μπλέξει, ενώ βυθίζεται στο βούρκο ολοένα και περισσότερο. Δηλαδή κάπως σαν τις οδηγίες προς τους φαντάρους στη συνοριακή γραμμή του Έβρου, όταν χτυπάνε τα τύμπανα των λαθρεμπόρων…

Υγ: κι εν τω μεταξύ η ΟΑΚΚΕ τερματίζει το κοντέρ για την ηρωική Τουρκία που τολμάει να αντιστέκεται σχεδόν μόνη της απέναντι στους Ρώσους Χίτλερ. Μιλάμε σχεδόν μόνη της, ούτε Νατοϊκές πλάτες, ούτε τίποτα…

Υγ2 (επί του πιεστηρίου): Λάδι στη φωτιά ρίχνει το ΝΑΤΟ, ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της κετουκε.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Παλινόρθωση ή επανόρθωση

Τις προάλλες, στο βιβλιοκαφέ Έναστρο, έγινε η παρουσίαση ενός πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου του Κάρλος Ταμπλάδα για την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού και τις θέσεις του Τσε Γκεβάρα, του μεγάλου συμβόλου της επανάστασης, που συνέδεσε το όνομά του με τη Λατινική Αμερική και την Κούβα ειδικότερα.

Αν γκογκλάρεις το «έναστρο», το πρώτο αποτέλεσμα που θα εμφανίσει η αναζήτηση δεν είναι το βιβλιοκαφέ στη Σόλωνος, αλλά μια σκυλάδικη μουσική σκηνή (πολιτιστικό κέντρο, όπως τα είχαν βαφτίσει στα χρόνια του ΠαΣοΚ). Η τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί (στο βιβλιοκαφέ, όχι στο σκυλάδικο) η κε του μπλοκ ήταν προ τριετίας περίπου, και πάλι για τον Τσε, συμπτωματικά πάλι Καλτσώνη παρόντος (τότε ήταν ο συγγραφέας, ενώ τώρα εκ των εισηγητών και διοργανωτών εκ μέρους του Κορδάτου), αλλά με πολύ περισσότερο κόσμο, που είχε γεμίσει το χώρο ασφυκτικά και με τον Κουβανό πρέσβη (τώρα ήταν μόνο ο γραμματέας της βενεζουελάνικης πρεσβείας). Μια διαφορά που μπορεί να οφείλεται μεταξύ άλλων στο πιο βαρύ θέμα του βιβλίου (πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού) και το μη εκπαιδευμένο κοινό (που μάλλον κουράστηκε κι άρχισε να διαρρέει προς την έξοδο πριν το τέλος της εκδήλωσης), στην έλλειψη κάποιας μεγάλης «φίρμας» στο πάνελ, όπως του Πι-Πι τότε, ή πολύ απλά στο κλίμα και τη γενική απαισιοδοξία της εποχής, που έχει χάσει την όρεξή της, ακόμα και για αυταπάτες (κι αν τις έχει ακόμα, το κάνει ανόρεχτα).

Ακολουθεί μια συνοπτική παρουσίαση των εισηγητικών τοποθετήσεων και της συζήτησης στο τέλος, με κάποια, σύντομα δικά μου σχόλια, και τις όποιες ανακρίβειες-αστοχίες κατά τη μεταφορά να βαραίνουν αυτονόητα εμένα.


Η Νατάσα Τερλεξή, εκ μέρους των εκδόσεων Διεθνές Βήμα, παρουσίασε ουσιαστικά τη θέση του εκδοτικού, που έχει σαφώς φιλοκυβερνητικό στίγμα, αλλά παραδόξως (;) και φιλοκουβανικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό κι αντιπαρέθεσε τις απόψεις του Τσε στο σοβιετικό μοντέλο, που κατέστησε τους εργάτες μια βουβή παράμετρο της παραγωγής και δεν τους έφερε πιο κοντά στο σοσιαλισμό· ενώ εξήρε την κατοπινή στάση της Κούβας (γιατί αρχικά ηττήθηκαν οι απόψεις του Τσε) και τη διαφοροποίησή της από τη Σοβιετική Περεστρόικα, με την πολιτική της επανόρθωσης των λαθών, που της επέτρεψε να μην έχει το τέλος (της ιστορίας) των άλλων μελών του «ανατολικού μπλοκ». Κατά κάποιον τρόπο, η βασική αντίθεση της εποχής ήταν «επανόρθωση ή παλινόρθωση», όπως σχολίασε εύστοχα δίπλα ένας Ναρίτης, δίνοντας τον τίτλο της ανάρτησης. Αν και αυτή την τελευταία (την παλινόρθωση) επέμεναν όλοι οι πανελίστες να την αναφέρουν ως «κατάρρευση».

Δεν ήταν πάντως αυτό το βασικό πρόβλημα της τοποθέτησης της Τερλεξή, ούτε απαραίτητα η τροτσκιστική της αφετηρία, αλλά οι σχηματικές – απλοϊκές διαπιστώσεις της. Η γραφειοκρατία πήρε το πάνω χέρι από τα τέλη της δεκαετίας του 20’, οι εργάτες έγιναν βουβή παράμετρος της παραγωγής, ο Τσε διαφωνούσε με το σοβιετικό μοντέλο, έχοντας προβλέψει μάλιστα και το τέλος του, κι οι απόψεις του ηττήθηκαν αρχικά, το 63-64, για να επανέλθουν στο προσκήνιο με την πολιτική της επανόρθωσης περί το 87’ και να συνεχίσουν σε γενικές γραμμές να υλοποιούνται και να τηρούνται μέχρι σήμερα.
Το πιο εντυπωσιακό στα παραπάνω είναι πως ενώ ασκεί σφοδρή κριτική στο σοβιετικό μοντέλο και την περίοδο που το ακολούθησε η Κούβα, δεν εκφράζει καμία ανησυχία ή προβληματισμό για τις νεότερες εξελίξεις και την αναδίπλωση μετά το 2009, που ξέρει να τη δικαιολογεί με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής μας και τα προβλήματα που καλείται να λύσει.

Ο Καλτσώνης έκανε μια αρκετά… χλιαρή τοποθέτηση, όπου διάβασε μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο –συγκράτησα ένα τσιτάτο του Φιντέλ για την κατάχρηση εξουσίας, που μπορεί να εμφανιστεί ως το πιο εύκολο και πιο συχνό πράγμα, και για τον κουβανικό λαό, που αρχίζει να αναπτύσσει αλλεργία σε τέτοια φαινόμενα.

Ο Καλτσώνης μίλησε γενικά για τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες του υπαρκτού, για το κομβικό ζήτημα της ανάπτυξης σοσιαλιστικής συνείδησης και της διαμόρφωσής της μέσα από το προσωπικό παράδειγμα των στελεχών της πρωτοπορίας, για την αξία της συμμετοχής στη λήψη κι εκτέλεση των αποφάσεων του σχεδίου· ενώ σημείωσε ενδεικτικά μια δική του ένσταση ως προς την ιστορική εκτίμηση του Τσε για το ρόλο της ΝΕΠ –με το Μαυρουδέα να διευκρινίζει σε δεύτερο χρόνο πως δε διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της ΝΕΠ εκείνη την περίοδο, αλλά με την επέκτασή της, πέρα από τα ιστορικά της όρια, πχ στις συνθήκες της Κούβας.

Ήταν φανερό πάντως πως δεν κατείχε ιδιαίτερα τα ζητήματα που αφορούν την οικονομική βάση (και το αντικείμενο του βιβλίου), γι’ αυτό κι έκλεισε με μια φράση του Τσε, πέρα από τα «στενά, οικονομικά στοιχεία», δίνοντας παράλληλα πάσα στο Μαυρουδέα, για να αντικρούσει το στερεότυπο του «ιδεαλιστή-βολουνταριστή» Γκεβάρα, και να σχολιάσει πως οι περισσότεροι δεν είναι εξοικειωμένοι με το οικονομικό-θεωρητικό έργο του, προτάσσοντας κυρίως άλλες πτυχές της δράσης του Τσε (που είχε περάσει από μια σειρά κομβικά πόστα της σοσιαλιστικής οικονομίας, από υπουργός βιομηχανίας, μέχρι διευθυντής της κεντρικής κουβανικής τράπεζας).

Η εισηγητική παρέμβαση του Μαυρουδέα –που στον προφορικό του λόγο είναι ένα κράμα Βίκυς Μοσχολιού και Στιβ Γιατζόγλου- μαγνητοφωνήθηκε και δημοσιεύτηκε στο προσωπικό ιστολόγιό του, οπότε δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω σε εκτενή παρουσίασή της. Ο βασικός της στόχος ήταν να περιγράψει τις δύο πλευρές που αντιπαρατέθηκαν στη θεωρητική-πρακτική διαπάλη της δεκαετίας του 60’ στην Κούβα (μια συζήτηση που ξανανοίγει με το βιβλίο του Ταμπλάδα κι άλλες μελέτες, όπως τα «οικονομικά της επανάστασης» της Γιάφε):

Απ’ τη μια, η αντίληψη που επηρεαζόταν από το σοβιετικό πρότυπο του λεγόμενου «οικονομικού λογισμού», όπου το σχέδιο προσομοιώνει την αγορά κι αφήνει αυτοτέλεια στις επιχειρήσεις, ένας «σοσιαλισμός της αγοράς», όπου τα επιμέρους παραγωγικά κύτταρα είναι ημιανταγωνιστικά και μια ολοκλήρωση στα πλαίσια της ΚΟΜΕΚΟΝ, χωρίς ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας στην Κούβα.
Κι απ’ την άλλη, η λογική που συγκεντρώνει τους σχετικά περιορισμένους πόρους σε ένα κορβανά, χωρίς να αφήνει οικονομική αυτοτέλεια στις επιχειρήσεις, κι έχοντας τα δικά της βασικά χαρακτηριστικά σε μια σειρά τομείς: το ρόλο του χρήματος, τη λειτουργία του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, τους μισθούς και τα ηθικά κίνητρα, κτλ.

Η αξίας της τοποθέτησης του Μαυρουδέα δεν έγκειται στη (μη) αμεροληψία του απέναντι στους σοβιετικούς, αλλά στο ότι αναγνώρισε πχ ότι το σχέδιο του Γκεβάρα, στο σύντομο διάστημα της εφαρμογής του, κατάφερε μεν να σώσει την παρτίδα, αλλά είχε και σοβαρές αποτυχίες. Και στο ότι επισήμανε τους κινδύνους για τη σύγχρονη Κούβα και τις προοπτικές της, καθώς φαινόταν να γοητεύονται υπερβολικά (μέχρι πρότινος, οπότε και παρακολουθούσε τις εξελίξεις) από το παράδειγμα της Κίνας.

Μένω σε αυτά, ως μια πρώτη βάση συζήτησης, για να παρουσιαστούν σε δεύτερο χρόνο κάποιες πιο ειδικές σκέψεις και προβληματισμοί, πάνω σε αυτά τα σημεία. Κλείνω το σημερινό σημείωμα με την παρότρυνση προς το σφο αναγνώστη να αγοράσει και να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Και με την ανακοίνωση μιας άλλης εκδήλωσης του εκδοτικού, σε πιο οικείο περιβάλλον, το θέατρο Αλκυονίς, στις 6 Δεκέμβρη, για ένα βιβλίο σχετικά με τις Γυναίκες της Κούβας.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Πού να σε βρω

Η διημερίδα της κετουκε για την εργατική τάξη ήταν ίσως από τους πιο σημαντικούς σταθμούς του τελευταίου διαστήματος. Βρήκε όμως την κε του μπλοκ εμπύρετη και πρακτικά ανήμπορη να την παρακολουθήσει, για να προχωρήσει σε μια ασφαλή και ολοκληρωμένη αποτίμηση –που επιφυλάσσομαι να την επιχειρήσω μελλοντικά. Την πρώτη μέρα πχ κράτησα από το άνοιγμα του Πρωτούλη τη φράση για την τομή στην κομματική οικοδόμηση και έφτασα ως το σημείο που η Αλέκα ανέφερε την ταξική σύνθεση του πρώτου συνεδρίου του ΣΕΚΕ, 28 εργάτες και 7 φοιτητές, αναλογιζόμενος πως αυτό το 80% παραμένει άπιαστο όνειρο για κάθε μικροαστική γκρούπα. Αντί κάποιας ανταπόκρισης λοιπόν, περιορίζομαι στο να καταθέσω κάποιες δικές μου σκόρπιες σκέψεις σχετικά με το γενικό θέμα της διημερίδας: την εργατική τάξη και τη συνείδησή της.

Εκφράζω αρχικά μια απαισιοδοξία για τον τρόπο που διαμορφώνεται στις μέρες μας αυτή η τελευταία, παίρνοντας υπόψη μερικά εμπειρικά δεδομένα. Την τρομερή επίδραση που ασκεί το διαδίκτυο, την επανάληψη ενός ψέματος, μέχρι να καταστεί πειστικό, από πολλά μέσα-προφίλ που αναπαράγουν το ένα το άλλο ή ανήκουν πολλές φορές στο ίδιο άτομο, τα εύκολα, απλοϊκά σχήματα και την τρομερή τους απήχηση-διάδοση, το ότι μια συκοφαντία, πχ για τις μετοχές του κόμματος στο Γερμανό, πολύ εύκολα διαδίδεται, σαν πυρκαγιά που εξαπλώνεται, αλλά πολύ πιο δύσκολα σβήνεται κι αναιρείται. Ή τον υφέρποντα αντι-λαϊκισμό που υπάρχει στο να βαφτίζεται απ’ τα γνωστά, συστημικά παπαγαλάκια λαϊκισμός οποιαδήποτε εργατική διεκδίκηση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.

Αυτό αποτυπώνει την πολύπλευρη και πολύ πιο συστηματική επίδραση-πίεση που ασκεί το σύστημα κι οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί στη μέση λαϊκή συνείδηση. Ενώ πρέπει να σημειωθεί η βασική δυσκολία που καλείται εξαρχής να αντιμετωπίσει ένα κομμουνιστικό κόμμα, καθώς η επανάσταση προϋποθέτει συνειδητή δράση, αλλά η διαμόρφωση ολοκληρωμένης επαναστατικής συνείδησης φαντάζει αδύνατη στα πλαίσια ενός εκμεταλλευτικού συστήματος, που αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία (και τη δική του ύπαρξη) με πολύ υλικούς όρους, από κάθε κύτταρο της παραγωγικής δραστηριότητας και της κοινωνικής πραγματικότητας εν γένει, που υπαγορεύει την «ακατανίκητη» δύναμη της συνήθειας.

Σημειώνω συμπληρωματικά πως κερδισμένη συνείδηση για εμάς είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια απλή θετική ψήφο πχ, κάτι που δε συμπεριλαμβάνει τους ευμενώς ουδέτερους, ούτε καν τους συμπαθούντες ή πολλούς ψηφοφόρους μας, εφόσον η στάση αυτή δε συνοδεύεται κι από συνειδητή δράση (η ουδετερότητα εντός αυτού του πλαισίου δεν μπορεί παρά να είναι ευμενής για την υπάρχουσα κατάσταση και τη διαιώνισή της). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αρκεί πχ η ευρεία αναγνώριση ότι κάποιος δικός μας δημοσιολόγος τα λέει καλά –που συνήθως καταλήγει στο αήττητο επιχείρημα «γιατί δεν τον/τη βάζετε γενικό γραμματέα;»-, αν το κοινό δε συγκρατεί/αφομοιώνει τι λέει ο δικός μας και όχι το πόσο ωραία το διατυπώνει. Ούτε μπορούν να βασιστούν γενικά οι κομμουνιστές σε ωφέλιμες πλάνες (που ίσως να φέρουν προσωρινά ένα αποτέλεσμα), παρά μόνο σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, με κριτική ικανότητα και σφαιρική αντίληψη, που αφοσιώνονται ολόψυχα σε ένα σκοπό και δεν το στηρίζουν νοερά και παθητικά.

Υπάρχει η κλασική προσέγγιση για τα τρία βάθρα της δικής μας παρέμβασης που περιλαμβάνει την ιδεολογική ζύμωση, τους αγώνες για τις άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις και την πολιτική πείρα ως πηγή συνειδητοποίησης των μαζών. Προφανώς όμως δεν αρκεί κάποια μηχανιστική σύνδεση των παραπάνω, με συγκεκριμένη σειρά και δοσολογία (ξεκινάμε από αυτό, με μία τζούρα μόνο από το άλλο, για να μην τρομάξει ο κόσμος), αλλά ένας δυναμικός συνδυασμός, με βάση τις δοσμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, δεν είναι η πείρα που λείπει από τον ελληνικό λαό τα τελευταία χρόνια, με τις συμπυκνωμένες πολιτικές εξελίξεις, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για την εξαγωγή σωστών πολιτικών συμπερασμάτων, που είναι κι η δική μας μόνιμη –στα όρια της μονοτονίας- επωδός, μετά από κάθε σημαντική εξέλιξη, κάθε μεγάλο, αποκαλυπτικό γεγονός. Ο λαός να βγάλει τα συμπεράσματά του, να αξιοποιήσει την πείρα του, κτλ…

Το βασικό είναι να βλέπουμε συγκεκριμένα το επίπεδο συνειδητοποίησης του λαού, όχι για να προσαρμόσουμε στα ρηχά τα συνθήματά μας και τους στόχους πάλης μας, αλλά για να το τραβήξουμε στην ανηφόρα και να φροντίσουμε για τη σταθερά ανοδική του πορεία μετά από κάθε σημαντικό σταθμό, από κάθε αγωνιστική κινητοποίηση, που θα διαπαιδαγωγεί όσους συμμετέχουν, θα οξύνει και θα καθιστά ολοένα και πιο φανερή τη βασική αντίθεση, την ουσία πίσω από τα φαινόμενα, και τα πρακτικά καθήκοντα που καθορίζει.

Κι αν η επαναστατική κρίση εμφανίζεται αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση, κι η δυναμική της επαναστατικής γραμμής καθίσταται πλειοψηφική ακριβώς κατά τη διάρκειά της, κι όχι πριν από αυτή, ως προϋπόθεση, αυτό κάθε άλλο μας απαλλάσσει από μια σειρά ευθύνες. Όσο σωστό είναι πχ πως η οικονομική κρίση δε ριζοσπαστικοποιεί αυτομάτως και μαζικά τις λαϊκές συνειδήσεις (παρά την πλάνη περί του αντιθέτου), άλλο τόσο προβάλλει η αναγκαιότητα να δούμε κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να συμβεί αυτό, και ποιες προϋποθέσεις συμβάλλουν στην εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης, στη συγκέντρωση δυνάμεων, κτλ.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η κρίση μας προσφέρει ως κατάρα κι ευλογία ταυτόχρονα την αντικειμενική σύγκλιση του τακτικού στόχου στη συγκυρία, που είναι η έξοδος από την κρίση, με το στρατηγικό στόχο της εξόδου (ας το πούμε έτσι αδόκιμα) από το σύστημα που την παράγει, και με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Εν κατακλείδι, χρειάζονται πολύ περισσότερες αντίστοιχες προσπάθειες, σαν αυτή τη διημερίδα, (και όχι μόνο σε «καμπανιακή βάση», με αφορμή κάποια επέτειο), πολλές σύγχρονες θεωρητικές μελέτες, πάνω και σε επιμέρους πτυχές, που δε θα συνοψίζουν απλώς όσα ήδη γνωρίζουμε, αλλά θα διερευνούν, θα φωτίζουν καινούριες πλευρές, θα προτείνουν νέες ιδέες, θέτοντάς τες προς συζήτηση και πυροδοτώντας ένα γόνιμο, συλλογικό προβληματισμό πάνω σε τέτοια, κομβικά κι ακανθώδη ζητήματα.

Υγ: δεν συγκαταλέγεται ακριβώς στα μουσικά μου γούστα, αλλά κολλάει με την αναζήτηση της χαμένης ταξικής συνείδησης και κάποιους συνειρμούς των ημερών...

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Ο καλυτεροχειρότερος

Άρτος και θεάματα για την αστική δημοκρατία σημαίνει εκλογές κι αστικό πατατάκι. Κι επειδή ο άρτος δεν μας περισσεύει ακριβώς (για την ακρίβεια ακριβαίνει και διαρκώς μειώνεται), αυξάνονται αντίστοιχα τα κακής ποιότητας εκλογικά θεάματα. Είναι ήδη οι τέταρτες κάλπες, αν δε χάνω κάτι στο μέτρημα, που στήνονται μες στο 15’ και παραλίγο να είχαμε κι άλλη μία,  με την κυβερνητική πλειοψηφία να ψαλιδίζεται επικίνδυνα.

Το παρελθόν τέτοιων εσωκομματικών εκλογών έχει προσφέρει αρκετές σημαντικές ή λιγότερο σοβαρές στιγμές, κυρίως πράσινης απόχρωσης. Από την οριακή εκλογή του Σημίτη το 96’, μετά την ιστορική σύσκεψη των Δολιανών, έναντι του Τσοχατζόυπουλου, που εκπροσωπούσε θεωρητικά το «παλιό, καλό ΠαΣοΚ», πριν καταλήξει στη φυλακή. Στο αμερικάνικο σόου του ΓΑΠ, χωρίς αντίπαλο, με τα δίευρα, που ήταν ζήτημα τελικά αν το έδινες για να ψηφίσεις, ή το έπαιρνες για να έχεις κάποιο κίνητρο. Και την εκλογή της Φώφης, που έγινε μεταξύ συγγενών και φίλων.

Με ενδιάμεσο σταθμό, το ντέρμπι ΓΑΠ-Μπένι, που έδωσε και τα πιο ωραία στιγμιότυπα. Με το Βενιζέλο να μην περιμένει καν να κρυώσει το πτώμα της εκλογικής ήττας, για να θέσει ταπεινά την ίδια κιόλας βραδιά τον εαυτό του στην υπηρεσία της παράταξης, να του ρίχνουν καφέδες μερικές μέρες αργότερα, και να χάνει πανηγυρικά, παρά (ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό) την καθολική στήριξη του Μέγκα κι άλλων αστικών ΜΜΕ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά (από μια σειρά αντίστοιχες περιπτώσεις τα επόμενα χρόνια) που επιβεβαίωσε το συμπέρασμα πως η προκλητική στήριξη από τα παπαγαλάκια του συστήματος μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ στον ευνοούμενο και να αποδειχτεί ευλογία για τον αντίπαλο, που θα βρεθεί στο στόχαστρό τους.
Από τότε μας έχει μείνει, με το Λαϊκό Στρώμα, και η τάση να τρολάρουμε μετά από ένα άσχημο αποτέλεσμα, για να το διασκεδάσουμε. Φαντάσου πχ το 12’, μετά από το 4,5%, να έβγαινε ο (ποιος; ποιος; έλα ντε… ας πούμε ο…) Πετρόπουλος και να έλεγε ότι θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του κόμματος. Η διαφορά είναι πως αυτός πιθανότατα θα έτρωγε βροχή καφέδες την ίδια κιόλας στιγμή, ενώ το ευρύ κοινό θα αναρωτιόταν ποιος ακριβώς είναι.

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με το σημερινό φιάσκο της ΝΔ και την αναβολή των εκλογών της, λόγω τεχνικού προβλήματος. Κλασική περίπτωση βλάβης, που μεταξύ άλλων δείχνει και το θρίαμβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Πρέπει όμως να διαπιστωθεί με τίνος πρωτοβουλία διεκόπη η διαδικασία, για να του επιβληθεί η προβλεπόμενη ποινή από το καταστατικό (αφαίρεση ψήφων ή βαθμών, προεκλογική συγκέντρωση κεκλεισμένων των θυρών, κτλ) και πότε μπορεί να επαναληφθεί. Όπως δηλ και με το χτεσινό ντέρμπι των αιωνίων, με τα επεισόδια που δεν άφησαν τις ομάδες να φτάσουν καν στο ζέσταμα. Ενώ κι οι προηγούμενες εσωκομματικές εκλογές της ΝΔ είχαν συμπέσει με ντέρμπι ΠΑΟ-Ολυμπιακού. Έτσι που καθίσταται φανερό πως για όλα φταίει το παρακράτος του Βαγγέλα, όποιον από τους δύο κι αν εννοεί κανείς με αυτό –αν και εδώ εμπλέκεται κι ο Παπαμιμίκος.

Συνδετικός κρίκος και στις δύο περιπτώσεις ο Αλαφούζος του Σκάι, του καναλιού που έκανε δική του, εσωτερική υπόθεση τις εκλογές της ΝΔ, κι αν τυχόν είχαν οι δεξιοί κάτι σαν προσυνεδριακό διάλογο, θα έβαζε τους παρουσιαστές και τους δημοσιογράφους του να απαγγέλλουν νυχθημερόν τις κυριότερες τοποθετήσεις. Και το οποίο έκανε χτες μια ιδεολογική υπέρβαση, θεωρώντας υπεύθυνη την υπερβολική αντίδραση των ΜΑΤ και την αστυνομία εν γένει για τη μη διεξαγωγή του αγώνα και την έκταση που πήραν τα επεισόδια. Μια παράμετρος που διέφευγε κατ’ εξακολούθηση από τους ιθύνοντες του καναλιού σε δεκάδες απεργίες και διαδηλώσεις των τελευταίων ετών.

Όσο για τον Αλαφούζο, σκέφτεται σοβαρά την παραίτησή του από τη διοικητική ηγεσία της ομάδας και αν είχε χιούμορ, θα μπορούσε να διενεργήσει εκλογές με ψηφοφορία απ’ τη βάση για την ανάδειξη του διαδόχου, για να μην ξεμείνουμε από αστικό πατατάκι.

Η Νεοδημοκρατική προεκλογική περίοδος είχε δαπίτικη αισθητική, μπόλικη κακογουστιά, που ούτε καν καλτιά δεν τη λες, αρκετή Αμερικανιά (αλλιώς, τι σύγχρονοι δεξιοί θα ‘μασταν;), στιγμές σαν το σποτάκι του Τζιτζικώστα με αθλητική φόρμα –ενώ είναι αμφίβολο αν μπορούσε να βγάλει εκατό μέτρα χωρίς να μπαφιάσει. Ίντριγκα και αλλαξοκωλιές (η Ντόρα πχ δε στηρίζει τον αδελφό της, ενώ ο Βορίδης άφησε τον Άδωνη για να γίνει υποστράτηγος του Τζίτζι), μαχαιριές, μπηχτές κι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των συνυποψηφίων. Κι άλλα τέτοια, ηθικά και δεξιά, που πρέπει να τα παρακολουθήσει κανείς συστηματικά, για να διαλέξει τα καλύτερα και να τα αναδείξει, αλλά ομολογώ ότι δε συμπεριλαμβανόταν στα άμεσα ενδιαφέροντά μου.

Αυτό που έχει συνήθως ενδιαφέρον, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι οι αντιδιαλεκτικές προβλέψεις, όχι ως προς τον τελικό νικητή, αλλά στο ερώτημα: ποιος θα ήταν καλύτερο – προτιμότερο να βγει α. από αστικο-πατατακικής απόψεως β. από τη δική μας σκοπιά –στο βαθμό δηλ που μας αφορά. Με άλλα λόγια, ποιος θα μπορούσε να ξανακάνει τη ΝΔ πρώτη, να διασφαλίσει τη σταθερότητα του αστικού διπολισμού και απ’ την άλλη ποιος θα μπορούσε να την πάει στα τάρταρα και στα πρόθυρα της διάλυσης;

Η αλήθεια είναι πως στο πρώτο ερώτημα δεν είναι καθόλου εύκολη η απάντηση, γιατί έτσι που το πάει η ΝΔ, θα χάνει είκοσι χρόνια σερί από τον Τσίπρα, ό,τι κι αν κάνει η κυβέρνησή του. Το δεύτερο ερώτημα είναι εξίσου δύσκολο να απαντηθεί, γιατί δεν ξέρει τι να πρωτοδιαλέξει κανείς.
Ο Βαγγέλης είναι καλός για τσίπουρα και χαβαλέ, αλλά ως εκεί. Ο… γουρλής Κούλης εκφράζει τον κλασικό φιλελέ, αλλά κουβαλά τη ρετσινιά από το σκάνδαλο της Ζίμενς και τη δημοφιλία των Μητσοτάκηδων. Ο Άδωνης είναι ο περήφανος ακρο-δεξιός που συσπειρώνει το ακροατήριο και τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Κι ο Τζίτζι ο απολοτίκ Δαπίτης, που εκφράζει το φρέσκο και την πολιτική σκέψη ενός κατεψυγμένου αρακά.


Αντί επιλόγου, η κε του μπλοκ σκεφτόταν να παραθέσει κάποια αποσπάσματα από ένα βιβλίο του Κοττάκη για το τοτέμ της δεξιάς παράταξης, τον Καραμανλή «off the record». Αλλά έχουμε καιρό μπροστά μας γι’ αυτό…

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Στο πρώτο χτύπημα

Χτυπάνε τους εργάτες ματατζήδες, μετρώ τους χτύπους την τσίπα μετρώ.

Στο πρώτο χτύπημα είναι στην πόρτα. 





Αυτοί ευτυχώς άντεξαν και νίκησαν.

Δεύτερο χτύπημα σβήνω τα φώτα





Αυτοί παλεύουν για να νικήσουν.

Στο τρίτο χτύπημα η πόρτα ανοίγει κ η ελίνα (ή μήπως η ελπίδα) έχει φύγει



Αυτός νίκησε και οι άλλοι το φυσάνε και δεν κρυώνει

Που πάει να πει πρώτη φορά αριστερά 
βαστάω γερά κρατάω καλά

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Μολών λαβέ

Αφού λοιπόν δε βγαίνουμε στο δρόμο να αντιδράσουμε, σκέφτηκαν πως μπορούν και τους παίρνει να μας πάρουν τα σπίτια και να πετάξουν κόσμο στο δρόμο. Το οποίο διαβάζεται όμως κι ανάποδα. Τώρα τουλάχιστον που κάποιους θα τους πετάξουν στο δρόμο, τι άλλο μένει πια για να το πάρουν κι αυτοί απόφαση να κατέβουν από μόνοι τους στο δρόμο, με άλλους όρους;

Θα μου κλείσεις το σπίτι, με έχεις κάνει αλήτη

Κι αλήθεια θα περάσει έτσι αυτό, χωρίς καμιά αντίδραση; Γιατί, ξέρω εγώ, του αλήτη η καρδιά δε σου κρατάει κακία; Μα αν υπάρχουν κάποιοι αλήτες εδώ, δεν είναι άλλοι από τον κυβερνητικό λόχο του «ναι σε όλα». Είναι η πολιτική αλητεία της ΔΦΑ (δεύτερη φορά αριστερά) και του επικεφαλής της προσωπικά, που κοροϊδεύει στην ψύχρα το λαό, όσο και αν το Σεπτέμβρη είχε εκλείψει πια το δικαίωμα το δικαίωμα στην αυταπάτη –μετά από το δικαίωμα στην ελπίδα που ερχόταν, κόλλησε όμως κάπου στο δρόμο, όπου θα μας πετάξουν όλους κάποια μέρα.

Αλλά ναι, εντάξει, ξέχασα, αυτός είναι καλό παιδί, αλλά τον πίεσαν οι ξένοι, οι κακοί, και αυτός δεν ήθελε, αλλά μετά ήθελε, γιατί τον είχαν κλεισμένο 17 ώρες σε ένα μπουντρούμι, που τον λυγά. Που 17 να είναι οι ώρες του κι οι μέρες της κυβέρνησής του.
Κούλα, με ακούς; Πολύ κωλόπαιδο ο Αλέξης…

Όπως λέει πάντως κι ο Μώμος, το πιο εκπληκτικό, πασοκικό, μυστηριακό και πιο μεγάλο σε όλα αυτά, δεν είναι μονάχα η αλαζονεία, ο ξετσίπωτος τομαρισμός, δεν είναι η δόξα, δεν είναι τα λεφτά, αλλά η φοβερή επιχείρηση στοχοποίησης όσων παύουν να ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική, μνημονιακή πολιτική και τα αντιλαϊκά της μέτρα, επιδιώκοντας να σώσουν την υστεροφημία τους ή την πολιτική τους καριέρα. Όλοι θυμούνται, για παράδειγμα, το απίστευτο σόου του καλοκαιριού και πώς ξεσπάθωναν τα δελτία ειδήσεων ενάντια στη Ζωή (τι είπατε;) και το Βαρουφάκη, κοντεύοντας να τους καταστήσουν σχεδόν συμπαθείς, με την κανιβαλική τους διάθεση. Φαντάσου δηλ τι θα είχε να ακούσει ο Γκάμπριελ, έτσι και δεν είχε παραιτηθεί και τι μεθόδους ζούγκλας (Τριανταφυλλόπουλου) θα είχαν επιστρατευτεί για να σκαλίσουν το παρελθόν του (και δεν εννοώ προφανώς με αυτό ότι ήταν υποψήφιος της Πανσπουδαστικής, για ένα φεγγάρι).

Κι ενώ τα ΜΜΕ, καταπιάνονται, ως συνήθως, με την παραπολιτική πτυχή του πράγματος, και τη φοιτητική φιλία Τσίπρα-Σακελλαρίδη, που χάλασε, ο κυβερνητικός λόχος έμεινε με 153 βουλευτές, αφού ως κι ο ανεκδιήγητος Παναγούλης έκανε την έκπληξη και διαφοροποιήθηκε. Και τώρα βλέπει (η κυβέρνηση) το λάδι στο καντήλι της να σώνεται –λίγο ακόμα δηλ και θα πηγαίναμε και σε νέες εκλογές μες στο 15’ (όχι άλλες κάλπες, έλεος).

Εν τω μεταξύ η Αυγή έκανε την πάπια, με ένα πρωτοσέλιδο για τις ευρωπαϊκές αξίες, που δεν πρέπει να ηττηθούν και σε άφηνε με την απορία, αν εννοούσε: α. τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, β. ότι η ΕΕ σημαίνει μνημόνια διαρκείας για το λαό, ή γ. το συγκριτικά χαμηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά και τα νέα δεδομένα στα οποία πρέπει να προσαρμοστούμε κι εμείς –αν θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί στις μεγάλες ευρωπαϊκές αξίες.

Έχουμε πόλεμο, όχι όμως αυτόν που μας πλασάρουν, αλλά αυτόν που μας κήρυξαν (χρόνια τώρα) οι τζιχαντιστές των τραπεζιτών και των βιομηχάνων. Πόλεμο ταξικό, όπου ισχύει απόλυτα το λακωνικό «ή ταν ή επί τας» για την ταξική μας αξιοπρέπεια, γιατί τα αντικρουόμενα συμφέροντα δε γίνεται να παντρευτούν. Όπως και το «μολών λαβέ», που είπε πολύ εύστοχα χτες στη Βουλή ο Παφίλης. Και το οποίο δεν αφορά μόνο τους ηρωικούς Λακεδαιμόνιους, ούτε φυσικά (πολύ περισσότερο) τους ούτε καν τριακόσιους νοματαίους των «πλην Λακεδαιμονίων», που δεν έκλεισαν ούτε την Αμαλίας χτες το απόγευμα στο Σύνταγμα, και συνεχίζουν να πετάνε από νίκη σε νίκη.

Αλλά είναι υπόθεση όλου του λαού, να βροντοφωνάξει, να διεκδικήσει και να καταφέρει να μην περάσει «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη»…

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει σήμερα ένα άκρως επίκαιρο απόσπασμα από το πολύ ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο «η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ» των Μπόγιερ και Μόρε. Η ιστορία που μας αφηγούνται βασίζεται σε αληθινή συνέντευξη από την Αμερική της κρίσης του μεσοπολέμου (ενώ στην πρώτη έκδοσή του στις ΗΠΑ σημειωνόταν πως για αυτονόητους λόγους δε δινόταν το όνομα της πόλης ή η ακριβής θέση της). Ίσως η ιστορία φανεί σε κάποιους απλοϊκή και προβλέψιμη ως προς το τέλος της, αλλά σε περιόδους κρίσης, οι ταξικές αντιθέσεις είναι εξαιρετικά απλές, σε δύο στρατόπεδα που γίνονται καθαρά σ’ όλους. Όσο για το τέλος της μεταξύ τους πάλης, ο δικός μας στόχος είναι να βγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από την προβλέψιμη επικράτηση των ισχυρών



Η οικονομική κρίση έμοιαζε με κάποια φυσική καταστροφή, κάτι σαν πλημμύρα, τυφώνα ή θύελλα, που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά της. Κάπως έτσι αποτυπώθηκε στο μυαλό του κοινού ανθρώπου. Όμως, αντίθετα με τη θύελλα, η κρίση δεν κόπαζε. Συνεχιζόταν χρόνο με το χρόνο, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, έπαιρνε ολοένα νέες διαστάσεις, βάθαινε όλο και πιο πολύ, στερούσε δουλειές και στέγη, πετούσε εκατομμύρια άστεγους στους δρόμους· εξαπλώθηκε στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, παγίδεψε ολόκληρες χώρες και ηπείρους, την περήφανη αυτοκρατορία της Μεγάλης Βρετανίας, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Αυστρία, τα Βαλκάνια, ολόκληρη την Αφρική και την Ασία. Η παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά 42%, ενώ το παγκόσμιο εμπόριο κατά 65%. Υπήρχαν 50.000.000 άνεργοι σε όλο τον κόσμο.

Όμως ο Ερυθρός Σταυρός δεν έσπευσε σε βοήθεια όταν χτύπησε η κρίση. Δεν παρουσιάστηκαν οργανισμοί για να φροντίσουν του αρρώστους και πεινασμένους παρά το γεγονός ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός τους ξεπερνούσε κατά πολύ όσους τραυμάτισε ή άφησε άστεγους οποιοσδήποτε τυφώνας ή σεισμός. Στην αρχή ο κάθε άνθρωπος βρέθηκε μόνος, σιωπηλός μέσα στο σπίτι του· προσπαθούσε να κρύψει την ανεργία και τη φτώχεια του, σαν να ήταν κάποια ντροπιαστική αρρώστια. Αντίθετα με τον τυφώνα, οι καταστροφές της οικονομικής κρίσης δεν έγιναν άμεσα αντιληπτές, γιατί δεν κάλυπταν μια ορισμένη περιοχή. Αντίθετα, η κρίση βρισκόταν παντού και για πολύ καιρό δεν παρουσιαζόταν τίποτε το ασυνήθιστο. Πίσω όμως από τις κρύες και ανέκφραστες προσόψεις των λαϊκών πολυκατοικιών, των μονοκατοικιών και των διαμερισμάτων, κρυμμένοι από τη δημόσια θέα άντρες και γυναίκες έδιναν τον αγώνα τους, μόνοι τους στην αρχή, θεωρώντας την καταστροφή σαν προσωπική τους ευθύνη ενώ μέσα τους υψωνόταν ένας φοβερός πανικός.

Τέτοια ήταν η περίπτωση του Πίτερ Γκρόσαπ, ενός ψηλού λεπτού πενηνταπεντάχρονου άντρα με λευκό, όλο γωνίες, πρόσωπο που δεν του άρεσε να μιλάει πολύ. Είχε δουλέψει σαν ειδικευμένος επιπλοποιός επί είκοσι έξι χρόνια στη βιομηχανία επίπλων Τόντι σε μια μεσοδυτική πόλη 300.000 κατοίκων. Μέχρι την ημέρα της απόλυσής του, την 1η του Γενάρη 1930, αντιμετώπιζε τον εαυτό του αι τη ζωή του με ήρεμη ικανοποίηση. Αγαπούσε αυτά που είχε. Αγαπούσε το σπίτι του, για το οποίο χρωστούσε μόνο 1.800 δολάρια από την πρώτη υποθήκη, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του. Η δεκαεπτάχρονη Μαίρη φοιτούσε στην Ακαδημία Σέικρεντ Χαρτ και ο δεκαεννιάχρονος Τζορτζ τέλειωνε τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο της πολιτείας.

Η καλύτερή του ώρα ήταν όταν καθόταν στην πολυθρόνα του μετά το δείπνο. Δε μιλούσε πολύ. Άνοιγε τη Ντέιλι Ρέκορντ και διάβαζε ακούγοντας ταυτόχρονα ραδιόφωνο. Του άρεσε ο Κάμερον στην «ώρα του Φορντ». Τα λόγια του είχαν νόημα. Ένας άνθρωπος βγάζει όσα ακριβώς κερδίζει από τη δουλειά του. Στη ζωή, δεν παίρνεις τίποτα περισσότερο απ’ όσα προσφέρεις. Μετά από τέτοιες σκέψεις έριχνε μια ματιά στη Φάνι στην κουζίνα, που συνήθως φορούσε το γκρι πουλόβερ της. Εκείνη, όταν τελείωνε το πλύσιμο των πιάτων, καθόταν για λίγο δίπλα του στη μικρή δερμάτινη καρέκλα που ταίριαζε με την πολυθρόνα του. Μερικές φορές ο Πίτερ έπιανε τα σκληρά από τις δουλειές χέρια της και τα γύριζε για να δει το απλό δαχτυλίδι, τη βέρα που ης είχε χαρίσει είκοσι ένα χρόνια πριν. Του άρεσε αυτό το δαχτυλίδι.

Έτσι περνούσαν τα βράδια πριν απολυθεί, την Πρωτοχρονιά του 1930. Δεκαοκτώ μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1931, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ο κ. Γκρόσαπ καθόταν στην πολυθρόνα του όλη τη μέρα και έφερνε τα γεγονότα στο μυαλό του για να δει πού είχε κάνει λάθος. Ίσως αν είχε γίνει ηλεκτρολόγος μηχανικός, ή κάποιο άλλο επάγγελμα του μέλλοντος, τα πράγματα να μην έπαιρναν αυτή την τροπή.

Δεν ήταν και τόσο άσχημα στην αρχή. Κάποτε-κάποτε έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με τα καλά του και περπατούσε γρήγορα στητός και με πολυάσχολο ύφος σαν να βιαζόταν να προλάβει κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πάντοτε όμως κατέληγε στο πάρκο. «Κάτι θα γίνει», έλεγε στη γυναικά του, «το λέει κι ο ίδιος ο Πρόεδρος». Όταν απολύθηκε είχε στη Φερστ Νάσιοναλ Μπανκ 312,62 δολάρια. Ρευστοποίησε κι ένα ασφαλιστήριο 5.000 δολαρίων και πήρε 1.900 δολάρια. Αν δεν υπήρχαν οι δόσεις της υποθήκες, που ήταν 58,50 δολάρια το μήνα, τα λεφτά θα κρατούσαν περισσότερο.

Με μεγάλη λύπη αποχωρίστηκε το ρολόι του, και ακόμα έκανε τη γνώριμη κίνηση για να το αγγίξει. Αυτό τον έκανε να νιώθει ένα αίσθημα κενού, όμοιο με της τσέπης του, όταν έβαζε το χέρι για να βρει κάτι που δεν ήταν στη θέση του. Το είχε δώσει μόνο για 15 δολάρια και η Φάνι είχε δώσει τη βέρα της για ακόμα λιγότερα. «Προσπαθείς να με γελοιοποιήσεις και έβαλες ενέχυρο τη βέρα σου;» τη ρώτησε. «Θες να μου πεις ότι θα ήθελες να είχες παντρευτεί κάποιον άλλο;» Εκείνες τις μέρες γινόταν έξω φρενών με το παραμικρό, όπως όταν το ρώτησε γιατί δεν πήγαινε μια βόλτα κι αυτός άρχισε να βρίζει λέγοντας πως δεν μπορούσε α μείνει κάποιος σπίτι του χωρίς να αρχίσουν να του λεν να φύγει.

Ίσως αν είχε διαλέξει να δουλέψει στο ραδιόφωνο, τα πράγματα να μην έρχονταν έτσι, σκεφτόταν ο κ. Γκρόσαπ ενώ καθόταν στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τον απέναντι τοίχο. Άκουγε τη γυναίκα του που πηγαινοερχόταν στην κουζίνα κάνοντας μικρούς θορύβους σαν του ποντικού, σα να φοβόταν μήπως και κάποιος δυνατότερος θόρυβος τον ενοχλήσει. Το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Τα δυο παιδιά είχαν φύγει.

Ο Τζορτζ αναγκάστηκε να παρατήσει το πανεπιστήμιο. Πρώτα πήγε στο Σικάγο, μετά στο Σεν Λιούις και το Ντάλας ψάχνοντας για δουλειά. Μακάρι η Φάνι να μην ανησυχούσε τόσο πολύ γι’ αυτόν. Δε θα έπεφτε δα κι από το τρένο. Την τελευταία φορά που είχαν νέα του, βρισκόταν στο Σαν Ντιέγκο, όπου είχε πάει με οτοστόπ από το Ντάλας. Του έλειπε η κόρη του, η Μαίρη. Είχε παντρευτεί. Ο κ. Γκρόσαπ δε συμπαθούσε τον άντρα της Μαίρης. Μερικές φορές φοβόταν ότι είχε φύγει από το σπίτι μόνο και μόνο για να διευκολύνει την κατάσταση. Δεν υπήρχαν λεφτά και ο άντρας του σπιτιού καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα.

Τους τελευταίους έξι μήνες έρχονταν ειδοποιήσεις από την τράπεζα για τις καθυστερημένες δόσεις της υποθήκης. Μέρα με τη μέρα. Μέρα με τη μέρα. Δεν άφηνε τον εαυτό του να αποτελειώσει τη σκέψη. Η Ρέκορντ φυσικά είχε δίκιο όταν έλεγε ότι κανένας άνθρωπος που πήγαινε μπροστά, κανένας με εφευρετικό και τολμηρό πνεύμα δεν απευθυνόταν στην Πρόνοια.

Η χειρότερη εμπειρία του ήταν όταν πήγε στο γραφείο Πρόνοιας της περιφέρειας. Αναγκάστηκε να περιμένει στην ουρά μαζί με μαύρους, αλλοδαπούς και άλλους τόσο κουρελιασμένους που δεν αποκλείεται να ήταν αλήτες. Εκείνος ήταν φορολογούμενος αμερικανός πολίτης και δεν πίστευε στις ελεημοσύνες. Ήταν φυσικά και μέλος της AFL (σ.σ: της ρεφορμιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης), μα ούτε και σε αυτήν πίστευε. Τέλος πάντων, ποτέ δε θα πήγαινε εκεί, αν δεν πεινούσε αυτός και η Φάνι.

Προσπάθησε να εξηγήσει στην κοινωνική λειτουργό ότι η δική του περίπτωση ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αλήτης. Όταν μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του… τότε όμως η υπάλληλος χαμογέλασε κουρασμένα με φιλικό ύφος, που όμως φάνηκε κοροϊδευτικό στον κ. Γκρόσαπ, και φώναξε: «Ο επόμενος!» Ήταν δύσκολο να ζήσουν δυο άνθρωποι με 12 δολάρια το μήνα.

Αν δανειζόταν χρήματα για να ξοφλήσει την υποθήκη; Τηλεφώνησε στην τράπεζα. Του είπαν ότι ήταν ήδη αργά. Η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια και αναμενόταν η απόφαση.
Η γυναίκα του στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. Έκανε πως δεν την είδε.
«Πίτερ», του είπε, «πρέπει να σου μιλήσω».
Δε γύρισε να την κοιτάξει. Δεν είχαν τίποτα να πουν.
«Πίτερ, πρέπει να κάνουμε κάτι!»
«Να κάνουμε; Νομίζεις ότι κάθομαι γιατί μου αρέσει;»
Ένα τρεμούλιασμα φάνηκε στο στόμα της Κας Γκρόσαπ.
«Πίτερ, ποτέ δε μου μιλούσες με αυτόν τον τρόπο».
Την κοίταξε. Εκείνη συνέχιζε να τον κοιτά σταθερά.

«Μιλούσα με την Κα Φλάερτι δίπλα. Λέει πως αν πας στο Συμβούλιο Ανέργων στην οδό Σπίερ, δε θα μας κάνουν έξωση».
Ο κ. Γκρόσαπ δοκίμασε ειλικρινή έκπληξη.
«Να πάω σε αυτή τη φωλιά των κομμουνιστών; Καλύτερα να πεθάνω».
«Η Κα Φλάερτι είναι μέλος. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Ο σερίφης θα έρθει όπου να ‘ναι». Μέσα στην έξαψή του ο κ. Γκρόσαπ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και στάθηκε με μεγαλοπρέπεια.
«Η Ρέκορντ λέει ότι αυτοί οι τύποι είναι κομμουνιστές!»
«Μπορεί να μου πάρουν το σπίτι», είπε και η φωνή του έσπασε απότομα, «μα εγώ δε ζητάω βοήθεια από κομμουνιστές!

Έφτασαν την επόμενη μέρα. Ο κ. Γκρόσαπ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ακόμα και όταν τα βαριά τους βήματα αντηχούσαν μέσα στο σπίτι, όταν κατέβασαν τα κρεβάτια και έβγαλαν τον παλιό καναπέ στο δρόμο, ακόμα και τότε δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το λήστευαν και ήταν μόνος. Δεν υπήρχε κανείς να το βοηθήσει. Δεν υπήρχε αστυνομία για να της τηλεφωνήσει, γιατί αυτή η ίδια τον πετούσε στο δρόμο. Ή, τουλάχιστον, οι βοηθοί του σερίφη.

Η Κα Γκρόσαπ στεκόταν στη μεγάλη κουζίνα μαζεμένη σε μια γωνιά για να μην εμποδίζει, με πρόσωπο σοβαρό και γερασμένο. Ο κ. Γκρόσαπ ακολουθούσε τους σερίφηδες σα σκιά μέσα έξω πιάνοντας τα έπιπλα που φοβόταν ότι θα πέσουν ή θα γρατσουνιστούν. Έξω στο δρόμο στάθηκε ζαλισμένος δίπλα στην περιουσία του που κάποτε του έδινε δύναμη και σιγουριά, το ψυγείο, το Άτγουοτερ Κεντ, τα κατσαρολικά, τη φωτογραφία από το γάμο τους, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Τζορτζ με την ομάδα του μπέιζμπολ, στο γυμνάσιο, τα κρεβάτια και τα στρώματα όπου κοιμούνταν, τα πιάτα όπου έτρωγαν. Ένας σερίφης εξέταζε προσεκτικά τα σεντόνια της Κα Γκρόσαπ. Οι γείτονες στέκονταν γύρω από τον κ. Γκρόσαπ, αλλά εκείνος δεν ήταν σε θέση να νιώσει τη συμπόνια τους, ούτε και να καταλάβει τι συνέβαινε.

Δύο αστυνομικοί έβγαζαν από την πόρτα την πολυθρόνα του. Την κουβαλούσαν με κόπο και τα βήματά τους δεν ήταν σταθερά, ώσπου ο ένας παραπάτησε και, πριν προλάβει να τρέξει σε βοήθεια ο Γκρόσαπ, η πολυθρόνα σωριάστηκε στα σκαλιά.
«Θεέ μου!» φώναξε ο Γκρόσαπ, «δεν μπορείτε να μου το κάνετε αυτό!»

Κατάλαβε ότι ο κ. Φλάερτι τον τραβούσε από το μανίκι και προσπαθούσε κάτι να του πει, μα η οργή του ήταν τόσο έντονη που δεν του απάντησε. Οι αστυνομικοί στέκονταν τώρα στη βεράντα και κοιτούσαν μια ομάδα από άντρες και γυναίκες που πλησίαζε. Ένας ψηλός μαύρος, προφανώς ο επικεφαλής, στεκόταν δίπλα στον κ. Φλάερτι.

«Μα το Θεό!» φώναξε ξανά ο κ. Γκρόσαπ προσπαθώντας να ορθώσει την πολυθρόνα και να βάλει στη θέση του το μεγάλο δερμάτινο μαξιλάρι της, «δεν μπορείτε να μεταχειρίζεστε την περιουσία του άλλου με αυτόν τον τρόπο».
Κοίταξε γύρω του. Το πρόσωπό του έκανε σπασμούς. Ο κ. Φλάερτι του είπε: «Είμαστε από το Συμβούλιο Ανέργων. Θέλουμε να βοηθήσουμε».
«Λοιπόν, μα το Θεό, αν θέλετε να βοηθήσετε, τότε κάντε κάτι!»
Ο ψηλός μαύρος κοίταξε για μια στιγμή τους πέντε αστυνομικούς στη βεράντα και μετά την ομάδα των τριάντα ανέργων.
«Πηγαίνετέ τα πίσω», είπε.

Στο λεπτό, μπροστά στα μάτια του κ. Γκρόσαπ, όλη η πολύτιμη περιουσία του, η πολυθρόνα του, ακόμα και το μεγάλο ψυγείο, οι σανίδες του κρεβατιού, οι φωτογραφίες, τα πάντα επέστρεφαν στο σπίτι. Οι γείτονες άρπαξαν και εκείνοι κατσαρολικά και στρώματα, και παραπατώντας, γελώντας δυνατά και φωνάζοντας με ενθουσιασμό, ανέβαιναν στη βεράντα και έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Πήγε να γίνει μια μικροσυμπλοκή με τους αστυνομικούς, αλλά με τη βοήθεια όλο και περισσότερων γειτόνων το εμπόδιο αυτό παρακάμφθηκε.

Ο κ. Γκρόσαπ δεν κατάλαβε ποτέ πώς έγιναν όλα αυτά. Ήταν σαν ένα όμορφο όνειρο. Είχε ξανά το σπίτι του. Είχε δύναμη. Είχε φίλους. Η πολυθρόνα του ήταν στη θέση της. Η γυναίκα του ξαφνικά ξανάνιωσε. Έφτασαν αστυνομικές ενισχύσεις, αλλά έφυγαν μόλις αντίκρισαν το πολυάριθμο πλήθος έξω από το σπίτι. Κάποιος στην κουζίνα έφτιαχνε καφέ και σάντουιτς.

Ήταν σα γιορτή. Όλοι φώναζαν και γελούσαν. Ο κ. Γκρόσαπ έσφιξε τα χέρια τουλάχιστον είκοσι πέντε αντρών που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ο μαύρος ηγέτης των ανέργων, ο Χιου Χέντερσον, με ένα σάντουιτς στο χέρι, έβγαλε λόγο στην μπροστινή βεράντα.

Σε λίγο ο κ. Γκρόσαπ συνειδητοποιούσε ότι είχε αρχίσει να βγάζει κι ατός λόγο. «Μετά από μια ζωή σκληρής δουλειάς», είπε, «να σου παίρνουν το σπίτι. Δεν είναι σωστό. Έβγαλαν την πολυθρόνα μου, τα πάντα, στο δρόμο. Δούλεψα σκληρά σε όλη μου τη ζωή. Δεν είναι σωστό».
Όλοι επιδοκίμασαν με φωνές. Μερικοί έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. «Θα μείνουμε για λίγο», είπε ο κ. Χέντερσον, «για να σιγουρευτούμε ότι δε θα ξανάρθει η αστυνομία».

Η μεγάλη ένταση, η αδυσώπητη μοναξιά εγκατέλειπαν σιγά-σιγά τον κ. Γκρόσαπ. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο δυστυχισμένος ήταν. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτα μόνος του. Δεν ήξερε πόσοι άνθρωποι περνούσαν τα ίδια βάσανα με τα δικά του.
Κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Ένιωθε πως είχε βγει από τη φυλακή του απομονωμένου εαυτού του. Τώρα πια δεν καθόταν σπίτι όλη μέρα. Έρχονταν στιγμές, στις πικετοφορίες ή όταν μαχόταν με την αστυνομία καθώς βοηθούσε να μεταφερθούν μέσα τα έπιπλα κάποιους άλλου, που παραξενευόταν για το πόσο κλειστός άνθρωπος υπήρξε κάποτε. Και δεν ήταν, φυσικά, διασκεδαστικό. Αναπτυσσόταν μέσα από τις αντιξοότητες και το ίδιο έκανε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.