Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Είναι κι αυτή μια ελληνική γωνιά

Θυμήθηκα το στίχο που λέει: και φέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει. Και τον συνέδεσα με το απομνημονευτικό αφήγημα του Γιώργη Καζάκου για τον Άη Στράτη, που διάβασα αυτές τις μέρες. Ένα συγκλονιστικό χρονικό του μεγάλου αγώνα των εξόριστων ενάντια στην πείνα και την απόφαση των κατοχικών αρχών, να τους περιορίσουν σε ένα θάλαμο, και να τους αφήσουν εκεί να πεθάνουν, ένας-ένας, εκτός κι αν υπογράψουν δήλωση.

Παρακάτω ακολουθούν τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι γενικό και δε χρειάζεται εισαγωγικές διευκρινίσεις. Το δεύτερο περιγράφει μια συγκλονιστική σκηνή από την πρώτη έξοδο των "ζωντανών νεκρών" του κεντρικού θαλάμου, για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν λίγα ξύλα, και να μαγειρεύουν το κουρκούτι τους (δεν περίσσευαν καν για θέρμανση). Ενώ το τρίτο είναι από τα πρώτα "αθώα" χρόνια στο νησί της εξορίας.

Η επιλογή ήταν δύσκολη κι έτσι άφησα έξω κάποια άλλα ενδιαφέροντα αποσπάσματα, πχ τα σχόλια του Καζάκου για τους αρχειομαρξιστές, το διπλό μέτωπο της Ομάδας ενάντια στους πολιτικούς της αντιπάλους και τις κρατικές αρχές, και μια απόδραση (;) των πρώτων (ο Καζάκος θεωρεί πως ήταν ενέργεια των αρχών, που γλίτωσαν τους δικούς τους ανθρώπους) που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των εξόριστων που παρέμεναν στο νησί.

Καθώς κι ένα άλλο περιστατικό, με τον αυθόρμητο φόβο που είχαν αναπτύξει τα μικρά παιδιά για τους παπάδες, αφού τους είχαν συνδέσει με το θανατικό και τη δίψα τους να πάρουν τα χρήματα για την ταφή -οπότε πάντα για κακό έρχονταν.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ μια ανάρτηση της ofisofi, για τον Άη Στράτη και το αποτύπωμά του στη συγγραφή βιβλίων, μαρτυριών, κτλ.


Χωροφύλακες των κουίσλιγκς, καθάρματα του χωριού, καλόγεροι του Αγίου Όρους, Γερμανοί του Γ' Ράιχ -όλοι- είχαν πέσει πάνω μας σαν τα όρνια για να μας φάνε. Για να πούμε όμως και του στραβού το δίκιο, οι φρίτσιδες "δε νοιάζονταν" δα και τόσο για μας. Αφού έφαγαν και ήπιαν εκείνη τη μέρα στο νησί μας (και έδωσαν τη... συγκατάθεσή τους να πεθάνουμε κλεισμένοι σε τούτο το θάλαμο), περίμεναν τώρα οι άνθρωποι να πιούνε τον καφέ τους στη... Μόσχα. Στη Μόσχα βέβαια. Εμάς θα κοιτάνε; Εκεί κρινόταν η τύχη τους. Σάμπως όχι και η δική μας; Και είναι ψέματα ότι όσο κρατούσε η Μόσχα κρατούσαμε κι εμείς; Είναι αλήθεια ότι δεν μπόρεσαν όλοι να αντέξουν σε τούτο το φοβερό πάλεμα με το χάρο. Δώδεκα σύντροφοι πέθαναν ως τότε από την πείνα και πολύ περισσότεροι ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν το χαράκωμα του αγώνα και έφυγαν για τα σπίτια τους. Μα η Ομάδα δεν παραδινόταν, όπως ανέμεναν οι βασανιστές της! Η Μόσχα βλέπεις, κρατούσε! Οπότε κρατούσε και ο θάλαμος!

Κανείς πια δεν περνούσε το κατώφλι της αστυνομίας. Οι θάνατοι αραίωσαν και πήγαιναν κι αυτοί να σταματήσουν. Γιατί δεν κυβερνούσε το σώμα την ψυχή, μα αντίστροφα, η ψυχή το σώμα. Μπορεί τούτο να αντίκειται στον υλισμό. Μπορεί... Μα έτσι ήταν τότε στον Άη Στράτη: Η ιδέα "καθόριζε" την ύλη! Κι αν τούτο δεν μπορούν να το καταλάβουν οι καθηγητές της φιλοσοφίας μας μια φορά, ο Βουδικλάρης δεν μπορούσε να το καταλάβει ένα εκατομμύριο φορές. Γι' αυτό κι ανησυχούσε.

* * *

Ύστερα από μερικές μέρες, επαναλήφθηκαν οι "εξορμήσεις" για χόρτα, με μικρότερες ομάδες από τους πιο γερούς συντρόφους και με καλύτερα αποτελέσματα. Η χαράδρα του μοναστηριού αποδείχτηκε ευφορότερη.

Χρειάστηκε να γίνει μία ακόμα έξοδος για τα ξύλα. Επικεφαλής της ομάδας των ξυλάδων εκείνη τη μέρα τοποθέτησαν εμένα. Πήραμε λοιπόν σχοινιά, τσεκούρια και πριόνια και ξεκινήσαμε για τα καλύβια. Κάπου εκεί, κείτονταν κάτι δικές μας βαλανιδιές που τις είχαμε κόψει από παλιά. Ο δρόμος ήταν μακρύς και λασπωμένος. Είχε εκείνες τις μέρες χτυπήσει ο νοτιάς και έλιωναν τα χιόνια. Η πορεία γινόταν δύσκολη και βασανιστική. Συχνά είχαμε ανάγκη από στάσεις για ξεκούραση, πράγμα που ο Κουτλάκης, ο φύλακάς μας, απαγόρευε αυστηρά. Ούτε και κάποιο χορταράκι άφηνε ο παλιάνθρωπος να κόψουμε και να μασήσουμε. Σταματήσαμε μόλις στο τέρμα της πορείας μας, στην κομμένη βαλανιδιά. Καθίσαμε να ξαποστάσουμε λίγο. Λίγο, γιατί τόσο είπε ο Κουτλάκης, ο οποίος, στο διάστημα που εμείς ετοιμάζαμε τα ξύλα, έπινε το γάλα του στα καλύβια. Μακριά από τα μάτια του φύλακα, μπορέσαμε να βάλουμε στο στόμα και κανένα χορταράκι που βρήκαμε κάτω από τη βαλανιδιά.

Κατατεμαχίσαμε το δέντρο πήρε ο καθένας από ένα ξύλο και ξεκινήσαμε πίσω για... το σπίτι. Στο δρόμο άρχισαν να λυγάνε τα πόδια μας από την εξάντληση και το φορτίο. Ζήτησα από το φύλακα να επιτρέψει μια μικρή στάση. Ο Κουτλάκης, που την είχε πατώσει γερά στα καλύβια των χωρικών και πέρα από το όπλο του δεν έφερε κανένα άλλο βάρος, απαγόρευε αυστηρά κάθε τέτοια "πολυτέλεια". Ούρλιαζε μάλιστα συνεχώς, γιατί βαδίζαμε αργά και καθυστερούσαμε. Είπαμε: Ο καθένας έβλεπε τις εξόδους αυτές από τη δική του σκοπιά. Εμείς σα μέσο για να κρατηθούμε στη ζωή. Η Αντίδραση σα μέσο για την επίσπευση της εξόντωσής μας.

Ώσπου δύο, μην αντέχοντας άλλο, σωριάστηκαν κατάκοποι στη γη. Τότε καθίσαμε όλοι, παρά τα ουρλιαχτά του βασανιστή. Μερικοί μάλιστα σύρθηκαν έξω από τη "γραμμή" και επιχείρησαν να βοσκήσουν κανένα χορταράκι. Ο φύλακας όρμησε σα λυσσασμένο σκυλί καταπάνω τους. Οι άλλοι συμμορφώνονταν στις φωνές του και επανέρχονταν στις θέσεις. Πρόλαβε όμως τον Αδάμο και τον πάτησε δυνατά στο κεφάλι, καθώς τούτος ήταν ξαπλωμένος και προσπαθούσε να κόψει ένα χοντρό γαϊδουράγκαθο. Το αίμα κύλησε από τη μύτη του.

Και τότε έγινε εκείνο το απρόσμενο, κάτι που εξέπληξε όλους τους παρόντες. Ο καταματωμένος εξόριστος, λες και φύλαγε τις δυνάμεις του για μια τέτοια στιγμή, σηκώθηκε απότομα στα πόδια, τράβηξε αστραπιαία το τσεκούρι του από τη μέση και χίμηξε κατά του βασανιστή να τον καταξεσκίσει. Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες. Τίποτα δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Θεέ μου! Πού την βρήκε αυτήν τη δύναμη; Και καθώς το τσεκούρι του βρήκε στο κενό, σωριάστηκε στη γη με όλη τη φόρα που είχε πάρει. Κανείς δεν πίστευε πως τούτος ο σκελετωμένος άνθρωπος θα σηκωνόταν ξανά, ύστερα από τούτο το δυνατό πέσιμο. Ένας ασυγκράτητος λυγμός έκανε να τρεμοπαίζει όλο του το κορμί. Ο αγωνιστής δεν μπορούσε να δεχτεί τέτοιες προσβολές. Και τώρα κατεχόταν ολόκληρος από τους λυγμούς, γιατί δεν τον άκουγαν πια οι δυνάμεις του να συγυρίσει τούτο το αισχρό υποκείμενο.

Ο άνθρωπος του Βουδικλάρη, που παρά τρίχα να έχανε το κεφάλι του, σήκωσε το όπλο να πυροβολήσει. Βρέθηκα εκείνη τη στιγμή στο πλάι και άρπαξα το χέρι του.
-Σταμάτα δολοφόνε!
Έτρεξαν και μερικοί άλλοι και αφοπλίσαμε το φύλακά μας, ενώ άλλοι βοηθούσαν τον Αδάμο να σηκωθεί.

Ο φόνος και η παραπέρα επιπλοκή της κατάστασης αποφεύχθηκαν. Μόνο ο Κουτλάκης έβαλε τώρα τις κλάψες. Καλά γλίτωσε το κεφάλι του από την τσεκουριά του εξόριστου. Θα γλίτωνε όμως το ψωμί του από τη μανία του προϊσταμένου του;
Ήταν αξιοθρήνητος. Του δώσαμε το όπλο πίσω και του είπαμε να πάει στο σπίτι του και να κάτσει στ' "αβγά" του. Έφυγε ευχαριστημένος.
Κι εμείς, ανήμποροι, μα περήφανοι, πήραμε τα ξύλα και με αργό, πιο σταθερό τώρα βήμα ξεκινήσαμε για το δικό μας σπίτι.

Κατά το βραδάκι, φτάσαμε στο κεντρικό μας θάλαμο νικητές. Νικητές όχι μόνο στη "μάχη των ξύλων", αλλά και στη μάχη με τον εχθρό, στη δυναμική σύγκρουση μαζί του. Διηγηθήκαμε το επεισόδιο και μια ευδιαθεσία κυριάρχησε απ' άκρη σ' άκρη στην αίθουσα. Και έπιασε τόπο τούτη η ευδιαθεσία όσο για κάμποσα καζάνια κουρκούτι με χόρτα.

* * *

Να και μια συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιας προσπάθειας των χαφιέδων, αλλά και αντιμετώπισής της από την πλευρά της Οργάνωσής μας, έτσι περίπου όπως μα τη διηγήθηκε τότε ακόμα ο σύντροφος που πήρε μέρος στο "παιχνίδι" για το ξεσκέπασμα του πράκτορα της Ασφάλειας. Μια μέρα λοιπόν και μια ορισμένη ώρα, το Γραφείο της Ομάδας βάζει ένα σύντροφο να κάνει το δυσαρεστημένο, και, βρίζοντας Χριστούς και Παναγίες, να κατευθυνθεί προς την αστυνομία του χωριού.
-Ακούς εκεί, κομμουνιστές, στελέχη, σκατά...

Και, χωρίς καθόλου να σταθεί, συνέχισε το δρόμο του στον ίδιο τόνο. Και να σου ο "φιλαράκος", ένας από τους "τρεις", έπεσε στην γκάφα. Ξεκόβει από τους άλλους και παίρνει την ακρογιαλιά. Αντικρίζει το "δυσαρεστημένο" εκεί προς τη Γωνιά του Λένιν. Τον πλησίασε. Και ο δικός μας άρχισε να "καταφέρεται" και πάλι ενάντια στα στελέχη της Ομάδας.
-Τους άτιμους! Αυτοί τρώνε και πίνουν κι εμείς τυραννιόμαστε στα χωράφια τους! Θα πάω στην αστυνομία να κάνω δήλωση.

Ο πράκτορας της Ασφάλειας, που ήταν ένας νεολαίος από την Καλαμάτα, στέλεχος της φασιστικής οργάνωσης ΕΟΝ, τα άκουγε όλα αυτά και έτριβε τα χέρια του.
-Φτάνει! Μη χαλάς την καρδιά σου. Πάμε μια βόλτα προς τα κάτω... Και βέβαια τρώνε και πίνουν, συνέχισε τώρα ο πράκτορας.

Και απ' ό,τι έχω ακούσει, ενισχύονται και με χρήματα. Πολλά ακόμα δεν ξέρεις. Αλλά τι περιμένεις από δαύτους, όταν οι τρανοί από την Κέρκυρα μας καταπρόδωσαν; Γι' αυτό αγαπητέ μου, ο καθένας πρέπει να δέσει και λίγο το γάιδαρό του, που λένε στο χωριό μου. Και να σου πω, πατριώτη, όσοι έφυγαν έξω ζούνε μπέικα. Και μην τους ακούς, τι τσουπανάνε αυτοί εδώ. Όσο για την αστυνομία που θέλεις να πας, δεν είναι και τόσο εύκολο. Θα σε δούνε. Το βλέπεις εκείνο το ψηλό σπίτι απέναντι; Το νοίκιασαν τελευταία ακριβώς για να παρακολουθούν τις κινήσεις της αστυνομίας και τις δικές μας. Αλλά... το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι (και βγάζει από την τσέπη του ένα έντυπο χαρτί, μαζί και ένα στιλό). Να, βάλε εδώ την υπογραφή σου και αμέσως έγινε η δουλειά, χωρίς να παρουσιαστείς στην αστυνομία και χωρίς να σε αντιληφθεί κανείς. Έχω εγώ τον τρόπο μου να το στείλω. Μόλις φτάσει το χαρτί εκεί, θα σε καλέσει η αστυνομία να παρουσιαστείς μαζί με το Γραμματέα για να σου ανακοινώσει ότι, ύστερα από ενέργειες των δικών σου, το υπουργείο Εσωτερικών σε αφήνει ελεύθερο. Με τον τρόπο αυτό που είναι ο ασφαλέστερος, έχουν φύγει πολλοί, όπως ο Χορσούλης, ο Παπανικολάου, ο γεωπόνος, ο ταχυδρομικός από τη Θεσσαλονίκη κ.ά.

Ο δικός μας πήρε το χαρτί, αλλά αρνήθηκε να το ξαναδώσει στο χαφιέ. Είπε πως θα το υπογράψει και θα το πάει ο ίδιος στην αστυνομία και πως δε φοβάται κανένα κερατά. Και χώρισαν. Το "παιχνίδι" είχε τελειώσει. Λίγο αργότερα, ένας άλλος εξόριστος είδε το χαφιέ της Ασφάλειας να συναντιέται με τον Αυγουστίνο, άνθρωπο του Μουστάκα.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, συγκλήθηκε στον κεντρικό θάλαμο του στρατοπέδου έκτακτη γενική συγκέντρωση της Ομάδας για "σοβαρές ανακοινώσεις". Ο Γραμματέας ανέβηκε στο βήμα, μίλησε για την περίπτωση του χαφιέ και έβγαλε το έντυπο χαρτί από την τσέπη του. Στη συνέχεια, ανέβηκε στο βήμα ο "δυσαρεστημένος" και διηγήθηκε με λεπτομέρειες ό,τι συνέβηκε αυτήν τη μέρα ανάμεσα σε αυτόν και το χαφιέ. Έπειτα, ο Γραμματέας κάλεσε και το χαφιέ, που βρέθηκε στην αίθουσα χωρίς να υποψιαστεί το θέμα της συγκέντρωσης, να απολογηθεί. Αυτός όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά ουρλιάζοντας επιχείρησε να πηδήσει έξω από το παράθυρο. Κάμποσα κοκαλιάρικα, αλλά στιβαρά χέρια τον κάθισαν στο "σκαμνί". Στην τσέπη του βρέθηκε ένα ολόκληρο μάτσο από έντυπες δηλώσεις. Στην αίθουσα δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο. Οι εξόριστοι είχαν ξεσηκωθεί να λιντσάρουν το χαφιέ. Οι υπεύθυνοι της Ομάδας ιδροκόπησαν να αποκαταστήσουν την τάξη.

Έτσι, ένας χαφιές της Ασφάλειας ξεκαθαρίστηκε από τις γραμμές μας και πέρασε ανοιχτά στην υπηρεσία της αστυνομίας.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Για τις ανατροπές στο Εργατικό Δίκαιο και την πάλη για τα εργατικά δικαιώματα

Μία από τις πιο αξιόλογες πρωτοβουλίες του τελευταίου διαστήματος είναι οι θεματικές ημερίδες που διοργανώνουν διάφορες κομματικές οργανώσεις. Μία τέτοια ημερίδα έγινε στις αρχές του μήνα που τελειώνει σε λίγο, μαζί με το 2016, απ' την ΤΟ Δικαιοσύνης της ΚΟΑ κι η κε του μπλοκ -που δεν μπορούσε δυστυχώς να την παρακολουθήσει- έχει τη χαρά να δημοσιεύει σήμερα τις ρεπορταζιακές σημειώσεις του @ψηρίς (τον οποίο ευχαριστώ θερμά με την ευκαιρία) από μια εκδήλωση, που κάθε άλλο παρά μπαγιάτικη είναι, καθώς πιάνει ένα διαχρονικό και επίκαιρο θέμα -που είναι και ο τίτλος της εκδήλωσης.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε σχετικά το σύντομο ρεπορτάζ του 902, την αναφορά του Ριζοσπάστη, καθώς κι εκτενή αποσπάσματα μιας εισήγησης, σε κατοπινό φύλλο. Καλή ανάγνωση.

Από την «Ημερίδα: για τις ανατροπές στο εργατικό Δίκαιο και την πάλη για τα εργατικά δικαιώματα»

Η Τ.Ο. Δικαιοσύνης του ΚΚΕ, τρεις ημέρες πριν την τελευταία πανεργατική απεργία, διοργάνωσε με επιτυχία μία ημερίδα με θέμα «Οι ανατροπές στο εργατικό δίκαιο και η πάλη για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων» την ίδια στιγμή που μεθοδεύεται από την Κυβέρνηση Σύριζα-Ανέλ το νέο αντιλαϊκό πακέτο με επίκεντρο τα Εργασιακά.

Η εκδήλωση ήταν μία αρκετά ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, γεγονός που φάνηκε και από την παραπάνω από αυξημένη προσέλευση του κοινού, το οποίο αποτελούνταν κυρίως αλλά όχι μόνο, από δικηγόρους, κυρίως νέους δικηγόρους, ασκούμενους, μεταπτυχιακούς φοιτητές του εργατικού δικαίου, αλλά και φοιτητές νομικής. Το "παρών" έδωσε και αντιπροσωπεία του ΠΑΜΕ.

Είναι γεγονός ότι είχε καιρό να λάβει χώρα μία επιστημονική –περισσότερο από νομικής απόψεως- να το πούμε έτσι, εκδήλωση αναφορικά με τα ήδη ψηφισθέντα, αλλά και τα επερχόμενα αντεργατικά μέτρα. Η εκδήλωση αυτή απέδειξε ότι είναι αυξημένο το ενδιαφέρον και των νομικών επιστημόνων, αλλά και εργαζόμενου κόσμου, για να παρακολουθήσει τη σκοπιά του ΚΚΕ και από νομικής απόψεως, αλλά κυρίως γενικότερα την ανάλυση της παρούσας κατάστασης στο εργατικό δίκαιο, από την πλευρά της εργατικής τάξης, των συμφερόντων της και την προοπτική απελευθέρωσής της. Ενδιαφέρουσες ήταν και όλες οι αναλύσεις αναφορικά με το χαρακτήρα του Δικαίου, ως μέρους του εποικοδομήματος, συνεπώς δε και του εργατικού δικαίου, αλλά και γενικά για το χαρακτήρα των νομοθετημάτων των τελευταίων χρόνων, τη φύση, το σκοπό τους και τη «διαχρονικότητά» τους.
Μάλιστα, όπως ακούγεται, το υλικό των εισηγήσεων θα συγκεντρωθεί με σκοπό την έκδοση ειδικής μπροσούρας με το αντίστοιχο παραπάνω θέμα.

Όπως εισηγητικά υπογράμμισε η Κατερίνα Γεράκη, Γραμματέας της Τ.Ο. Δικαιοσύνης, «σκοπός της εκδήλωσης είναι όχι μόνο να αναδείξουμε το είδος και το χαρακτήρα των νέων μέτρων στα Εργασιακά, που ισοπεδώνουν δικαιώματα και κατακτήσεις κερδισμένα με αιματηρούς αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά κύρια να ανοίξουμε μια συζήτηση στον χώρο γύρω από τα ζητήματα αυτά, μια συζήτηση ανάμεσα σε δικηγόρους που ασχολούνται με το εργατικό Δίκαιο, στα προγράμματα μεταπτυχιακών του εργατικού Δικαίου, στους φοιτητές της Νομικής Σχολής σχετικά με το περιεχόμενο των σπουδών τους, με ανθρώπους που δεν συμφωνούν σε όλα μαζί μας, αλλά αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα υπεράσπισης των εργατικών κατακτήσεων και της πάλης ενάντια στην εφαρμοζόμενη αντιλαϊκή πολιτική».

Είναι ανάγκη, σημείωσε, «να πολλαπλασιάσουμε τις προσπάθειές μας σε αυτήν την κατεύθυνση, να βελτιώσουμε την ικανότητά μας στη μελέτη και την ιδεολογική παρέμβαση γύρω από το θέμα, για το ρόλο και το χαρακτήρα του εργατικού και του δικαίου γενικά, την αποστολή της αστικής Δικαιοσύνης, την αποκάλυψη του πραγματικού ταξικού περιεχομένου εννοιών, όπως δημοκρατία, κράτος Δικαίου, ισονομία, συνταγματική έννομη τάξη κ.λπ.».

«Θεωρούμε», πρόσθεσε, «ότι πρέπει να ανοίξει μια πλατιά συζήτηση στο χώρο για το ρόλο και τη στάση του κομμουνιστή και ριζοσπάστη νομικού επιστήμονα και εργαζόμενου στη Δικαιοσύνη στις σύγχρονες συνθήκες, με την αστική τάξη να έχει κηρύξει έναν ανελέητο ταξικό πόλεμο ενάντια στην εργατική τάξη, τα σύμμαχα στρώματά της και το κίνημά τους».

Στην «Πάλη για την προστασία της λειτουργίας και δράσης των σωματείων» αναφέρθηκε η δικηγόρος και στέλεχος του ΚΚΕ, Χαρά Μαρούλη, υπογραμμίζοντας ότι «οι όποιες αλλαγές δρομολογούνται με τον επερχόμενο συνδικαλιστικό νόμο, έχουν στόχο να ολοκληρωθεί η προσπάθεια περιορισμού της συνδικαλιστικής δράσης, η παραπέρα απαξίωση και υπονόμευση της λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων. Οι βασικοί άξονες των αλλαγών θα αφορούν στο δικαίωμα στην απεργία, στις συνδικαλιστικές άδειες, στη χρηματοδότηση, στη δομή και λειτουργία των σωματείων, καθώς και στις ομαδικές απολύσεις. Λόγος γίνεται για δημιουργία ηλεκτρονικού μητρώου συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπου θα καταγράφονται αναλυτικά όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και θ' αναφέρονται τα "προστατευόμενα" μέλη τους (διοικήσεις, ιδρυτικά μέλη κ.λπ.). Πρόκειται για αδιαμφισβήτητο "φακέλωμα" συνδικαλιστών και εργαζομένων, πρακτική που ελλοχεύει τον κίνδυνο να επεκταθεί περαιτέρω στην καταγραφή του μητρώου των μελών και όλων των οικονομικών -και όχι μόνο- στοιχείων των σωματείων».

Για «Το δικαίωμα στην απεργία και η ανταπεργία» μίλησε η Χαρά Μαρκατσέλη, δικηγόρος και στέλεχος του ΚΚΕ, σημειώνοντας ότι παρά τις όποιες βελτιώσεις επέφερε σε σχέση με το παρελθόν ο νόμος 1264/1982, εντούτοις, «τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του ελληνικού δικαιικού συστήματος, όχι απλά δεν διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση του απεργιακού δικαιώματος, αλλά απεναντίας εισάγει σημαντικούς περιορισμούς και εμπόδια σχετικά με την άσκησή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: Η συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα πολιτικής επιστράτευσης των απεργών από το κράτος. Η υποχρέωση ενημέρωσης του εργοδότη προ 24 ωρών για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και προ 4 ημερών για τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (...) Οι περιορισμοί στο πλαίσιο των αιτημάτων, οι περιορισμοί στην απεργία αλληλεγγύης, η κήρυξη της απεργίας μόνο από δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες οργανώσεις, προκειμένου για δημοσίους υπαλλήλους και υπαλλήλους ΟΤΑ, η κατ' εξαίρεση - ακόμη και αυθημερόν - συζήτηση των αγωγών της εργοδοσίας για να κηρυχθεί μία απεργία παράνομη και καταχρηστική, παρά την τυπική απαγόρευση της άσκησης ασφαλιστικών μέτρων κ.λπ.».

Τη σημασία της «Πάλης για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας» ανέδειξε ο Βασίλης Διονυσόπουλος, δικηγόρος, μεταπτυχιακός Εργατικού Δικαίου ΕΚΠΑ. Αναφερόμενος στις σαρωτικές παρεμβάσεις στις ΣΣΕ την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, τόνισε ότι αυτές αποδεικνύουν ότι «οι όποιες ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, αποσπάσεις και κατακτήσεις της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό είναι προσωρινές, ενώ συνδέονταν πάντα με τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ αστικής - εργατικής τάξης, με το επίπεδο ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, με το βαθμό συγκρότησης - οργάνωσης και την κατεύθυνση του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και με την ανάγκη των καπιταλιστών για διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου».

Τις «Αλλαγές στη συλλογική διαπραγμάτευση» ανέπτυξε στην παρέμβασή του ο Βασίλης Αρχιμανδρίτης, δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτωρ Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, επικεντρώνοντας, μεταξύ άλλων, στο ρόλο των επιχειρησιακών συμβάσεων που υπογράφονται μέσω των «Ενώσεων Προσώπων».

Στις «Ελαστικές εργασιακές σχέσεις» αναφέρθηκε η Δώρα Σκουτέρη, δικηγόρος, μεταπτυχιακή Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, υπογραμμίζοντας πως «οι ελαστικές μορφές εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις τείνουν να αντικαταστήσουν ή και να εξαλείψουν τη σχέση εργασίας με τη μορφή την οποία γνωρίζαμε, αποτελούν ξεκάθαρα πλέον ένα ισχυρό οπλοστάσιο στα χέρια του εργοδότη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας όπως λέγεται, και στην ουσία για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κεφαλαίου και μόνο».

Στο ερώτημα αν «Το σημερινό εργατικό Δίκαιο είναι δίκαιο "έκτακτης ανάγκης";» απάντησε με την παρέμβασή του ο Χρήστος Κρεμαστάς, δικηγόρος, μεταπτυχιακός Εργατικού δικαίου ΕΚΠΑ, τονίζοντας πως η μεταρρύθμιση - «απορρύθμιση» του εργατικού Δικαίου «δεν αποτελεί συγκυριακή αλλαγή ή έκτακτη ανάγκη, η οποία θα παρέλθει, μεταφέροντάς μας σε μία πρότερη δήθεν κανονικότητα. Η κανονικότητα είναι η αύξηση της εκμετάλλευσης, της αποδοτικότητας, η ελαχιστοποίηση του εργατικού κόστους και η μεγιστοποίηση καπιταλιστικού κέρδους».

Στην παρέμβασή του, με τίτλο «Νομολογιακή πρακτική στο εργατικό Δίκαιο», ο Γιώργος Μελισσάρης, νομικός σύμβουλος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, υπογράμμισε ότι οι προωθούμενες αντεργατικές ανατροπές αποτελούν «αλλαγές στο εργασιακό πεδίο που συντελούνται κατά την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα με σταδιακές και συμπληρωματικές παρεμβάσεις με άξονα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση του εργασιακού κόστους και με βασικό εργαλείο την εισαγωγή μιας μεγάλης ποικιλίας μέτρων για την ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της ευελιξίας της εργασίας».

Στο «χυδαίο ψέμα της αστικής προπαγάνδας ότι η άγρια επίθεση στην εργατική τάξη υπαγορεύεται από τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος κάποιων κρατών - μελών της Ευρωζώνης», απάντησε ο Βαγγέλης Κατσιάβας, δικηγόρος, μέλος της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ στην εισήγησή του «ΕΕ και εργατικό Δίκαιο». Ολόκληρη η εισήγησή του δημοσιεύθηκε μάλιστα στο Ριζοσπάστη. Η προφορική του, όμως, παρέμβαση και ανάλυση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα καθώς ήταν γεμάτη παραδείγματα και γλαφυρές παρουσιάσεις.

Συνοπτικά, υπογράμμισε ότι αυτή είναι η υλοποίηση της στρατηγικής επιδίωξης της ΕΕ και χρονολογείται τουλάχιστον από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ πρόσθεσε: «Σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ θεσπίζονται όλα τα είδη συμβάσεων "εναλλακτικής απασχόλησης", της πιο άγριας εκμετάλλευσης των εργατών, αυτές που ΕΕ αστικές κυβερνήσεις έχουν ανυψώσει σε "νόμο" κι επεκτείνουν ακόμα παραπέρα, με ονομασίες που προκαλούν ανατριχίλα: εργασία ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, συμβάσεις περιστασιακής απασχόλησης, συμβάσεις "μηδενικών ωρών", συμβάσεις τηλεργασίας, δουλειά με το κομμάτι, νέες μορφές "μικρο-εργασίας", "εργατικό φραντσάιζ", "έκτακτης ανάγκης", συμβάσεις "ετοιμότητας", «λευκές συμβάσεις», με απαραίτητο εργαλείο το σκλαβοπάζαρο των δουλεμπορικών "γραφείων προσωρινής απασχόλησης". (...) Αυτές αποτελούν πλέον τον γενικό κανόνα της εργασιακής σχέσης και όχι την εξαίρεση. Σαν συνέπεια της επέκτασης αυτών των μορφών απασχόλησης τίθεται το ζήτημα της κατάργησης των διατάξεων του εργατικού Δικαίου που προστατεύουν την απασχόληση».

@ψηρίς

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Περί μεθόδου στην ιστορία

Πιθανότατα μόνο ο ΡΓ θα το διαβάσει και θα χαρεί, αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου το συνέδριο της Παντείου για τον εμφύλιο είναι μεγάλο θέμα, για να εξαντληθεί τόσο σύντομα, άσε που θα υπήρχε μια αίσθηση ανικανοποίητου, χωρίς τρίτο μέρος (το Λαϊκό Στρώμα να τα ακούει) κι ένα είδος "τριλογίας".

Εν αρχή ην η μέθοδος. Που στο Χέγκελ έχει να κάνει με τη Λογική και μια σειρά κατηγορίες που την καθορίζουν: ουσία, φαινόμενο, απλούστερη σχέση. Είναι ζήτημα όμως πώς μπορείς να τις δεις και να τις εφαρμόσεις σε ένα αντικείμενο (γνωστικό-επιστημονικό) κι αν μπορείς να το κάνεις με τρόπο που θα βοηθήσει όντως να ερμηνεύσεις (και να αλλάξεις) την πραγματικότητα, ή (να το κάνεις) προσπαθώντας απλά να τη χωρέσεις με το ζόρι στο δικό σου ερμηνευτικό σχήμα, που μοιάζει με το κρεβάτι του Προκρούστη: κόβει ό,τι περισσεύει και τραβάει τα υπόλοιπα (από τα μαλλιά ενίοτε) για να έρθουν και να ταιριάξουν στα μέτρα του.

Δεν έχω ιδέα τι εφαρμογή θα μπορούσα να βρουν όλα αυτά στην Ιστορία, αλλά από κρεβάτια του Προκρούστη άλλο τίποτα. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλοί ιστορικοί δρουν μάλλον σα νομικοί και δεν ενδιαφέρονται πάντα για την αλήθεια, αλλά για το δίκιο του πελάτη τους και βασικά γι' αυτό που μπορούν να αποδείξουν -που δεν ταυτίζεται, ούτε μοιάζει κατ' ανάγκη με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς μια δικαστική απόφαση, βασισμένη σε τεκμήρια και λογικές επαγωγές, δε συμφωνεί πάντα με τα πραγματικά γεγονότα.

Παραφράζοντας ένα ρητό για τη στατιστική στον αθλητισμό (και τους οικονομικούς δείκτες που ευημερούν εις βάρος του πραγματικού βιοτικού επιπέδου) και προσαρμόζοντάς το στην περίσταση, τα γεγονότα είναι ο καλύτερος τρόπος για να πει κανείς ψέματα ή να αποκρύψει μεγάλο μέρος της αλήθειας -που είναι περίπου το ίδιο- και να την επισκιάσει, προβάλλοντας επιλεκτικά μια επιμέρους πτυχή της.

Έχουμε πχ ένα έγγραφο ή μια μαρτυρία που ισχυρίζεται ότι οι κομμουνιστές εκτέλεσαν κάποιον. Αδιαφορούμε επιδεικτικά κι εκ προθέσεως για το ιστορικό πλαίσιο (πχ αν ήταν κάποιος δωσίλογος) για την αξιοπιστία των πηγών και των μαρτυριών -αφού το βασικό είναι να μαρτυρήσει η ιστορική αλήθεια στα χέρια μας.

Παίρνουμε την ακλόνητη "αλήθεια μας",της  βάζουμε μπόλικη μαγιά για να φουσκώσει, την ανακατεύουμε καλά για δέκα λεπτά, και την γενικεύουμε στο βαθμό της απόλυτης και μοναδικής αλήθειας που αποτυπώνει το γενικό κανόνα: οι κομμουνιστές έσφαζαν το μέσο, αθώο νοικοκυραίο, που αναγκαζόταν -για να γλιτώσει από τα νύχια τους- να συνεργαστεί με τους κατακτητές και να καταταχθεί, υποχρεωτικά, στα τάγματα ασφαλείας.
Με δυο λόγια, οι κομμουνιστές ήταν οι χειρότεροι, τόσο κακοί που ανάγκασαν τόσους και τόσους να συνεργαστούν με τους ναζί, σχεδόν ενάντια στη θέλησή τους.

Ο Μαργαρίτης χαρακτηρίζει αυτή τη μέθοδο "ιμπρεσιονισμό" που στοχεύει απλώς στη δημιουργία εντυπώσεων με χοντροκομμένων παραποιήσεις -που όσο πιο χοντροκομμένες είναι, τόσο πιο εύκολα γίνονται πιστευτές. Εξάλλου η αστική τάξη δε βρίσκεται πια στην περίοδο που έχτιζε τον κόσμο, για να την ενδιαφέρει η (ιστορική και γενικότερη) αλήθεια. Με την ίδια έννοια -προσθέτω εγώ- που έχει πάρει διαζύγιο απ' το διαφωτισμό και την τυπική λογική, σε διάφορα επιστημονικά πεδία, ή έστω την αθεΐα, και στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε ανορθολογικές μορφές συνείδησης από το κλασικό οπλοστάσιο του μεσαίωνα, που διαιωνίζουν την κυριαρχία της.

Το ζήτημα είναι πως ακόμα κι αριστεροί (γενικά κι αόριστα, έστω και χωρίς εισαγωγικά) ιστορικοί καταλήγουν να συγκλίνουν πολλές φορές με τα συμπεράσματα και τη μεθοδολογία του αναθεωρητικού κύματος στην ιστορία (μια σύγκλιση που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: όταν οι πολιτικοί αναθεωρητές συνάντησαν τον ιστορικό αναθεωρητισμό).

Ο τίμιος Παπαστράτης (και ψυχή των συνεδρίων) πχ γράφει στον πρόλογο του τόμου με τα πρακτικά του προηγούμενου συνεδρίου για τα Δεκεμβριανά πως τον Οκτώβρη του 44' πολύς κόσμος βγαίνει στους δρόμους να γιορτάσει την απελευθέρωση, χωρίς να γνωρίζει τι συμφώνησαν Στάλιν και Τσώρτσιλ και τις συνέπειες αυτής της συνάντησης.
Ενώ είδαμε και σε άλλη ανάρτηση πώς ο Λυμπεράτος φέρνει το ΔΣΕ στα μέτρα του, για να τον παρουσιάσει κάπως σαν το ένοπλο τμήμα της (διαρκούς) διαπραγμάτευσης.

Χαρακτηριστική είναι κι η περίπτωση του (ακόμα πιο) τίμιου Μαριόλη, που μπορεί κανείς ακόμα κι από τους τίτλους των ανακοινώσεών του να διαγνώσει το πολιτικό του στίγμα: "άλλος δρόμος δεν υπήρχε" και "η αδύνατη ταξική ανακωχή" (το πρώτο για το ΔΣΕ, το δεύτερο για τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ στην κυβέρνηση "εθνικής ενότητας", που κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστή μπροσούρα ως μελέτη, σε πιο εκτενή μορφή).

Έλα όμως που αυτήν την τελευταία έτυχε να την παρουσιάζει το Δεκέμβρη του 14', στα 70χρονα του Δεκέμβρη και στα πρόθυρα της "πρώτης φοράς Αριστερά", οπότε θέλησε να κρατήσει αποστάσεις από τα δικά του συμπεράσματα και την αναπόφευκτη επικαιροποίησή τους:
-Εκείνος ο δρόμος απέτυχε, αλλά οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές, δεν μπορούμε να προδικάσουμε το αποτέλεσμα, κοκ...

Κλείνω με έναν άσχετο συνειρμό, που δεν μπόρεσα να τον κολλήσω στο κυρίως σώμα της ανάρτησης και τον προσθέτω ως υστερόγραφο, για τους αξιωματικούς του ΔΣΕ, που ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης και δεν κινούσαν μονάδες σα μολυβένια στρατιωτάκια, αλλά υφίσταντο κι οι ίδιοι τις συνέπειες κάθε απόφασής τους, θυμίζοντας ίσως -σε εμένα τουλάχιστον- κατά μία έννοια αυτό που σημειώνουν οι κλασικοί για τους βουλευτές και το νομοθετικό σώμα της κοινωνίας του μέλλοντος, που δεν αποσπάται από την παραγωγή, συνεπώς βλέπει από πρώτο χέρι τα προβλήματα που εμφανίζονται, τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα των μέτρων που παίρνουν, κτλ.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη


Όπως κάθε χρόνο, από τότε που έμαθα να γράφω, δηλαδή εδώ κι ένα σωρό χρόνια, είπα στον μπαμπά και τη μαμά πως θα σου γράψω γράμμα για να σου ζητήσω τι δώρα θέλω για τα Χριστούγεννα.

Το πρόβλημα είναι πως ο μπαμπάς με πήρε στα γόνατά του και μου εξήγησε πως φέτος δεν έχεις πολλά λεφτά, ιδίως μετά τη ζημιά που έπαθες, που χρειάστηκε δηλαδή να πληρώσεις χρήματα για να φτιάξεις το έλκηθρό σου, επειδή ο άλλος ο βλάκας σου βγήκε από τα δεξιά με το δικό του έλκηθρο κι αν και υπήρχαν μάρτυρες, δεν είχε δίκιο η ασφαλιστική εταιρεία γιατί εσύ είχες προτεραιότητα. Το ίδιο ακριβώς έπαθε κι ο μπαμπάς μου, την περασμένη βδομάδα με το αυτοκίνητό του και δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος.

Και μετά, ο μπαμπάς μου είπε πως πρέπει να είμαι γενναιόδωρος και καλό παιδί κι αντί να ζητάω δώρα για όλους όσους αγαπάω και για τους φίλους μου. Εγώ, λοιπόν, είπα καλά, εντάξει, και η μαμά με φίλησε. Μου είπε πως ήμουν το μεγάλο της αγοράκι κι ότι ήταν σίγουρη πως, παρά το πρόβλημα με το έλκηθρο, θα σου περίσσευαν λίγα χρήματα για να μου πάρεις ένα μικρό δωράκι. Είδες τι καλή που είναι η μαμά μου!

Γι' αυτό λοιπόν, δε θα σου ζητήσω τίποτα για μένα.

Για τον μπαμπά μου και τη μαμά μου θα ήθελα ένα μικρό αυτοκίνητο που να με χωράει και που να προχωράει μόνο του, χωρίς να χρειάζεται να κάνω πετάλια, με φώτα που να ανάβουν, όπως άναβαν τα φώτα στο αυτοκίνητο του μπαμπά, πριν από το ατύχημα. Το αυτοκίνητο το έχω δει στη βιτρίνα του μαγαζιού που είναι κοντά στο σχολείο. Αν φέρεις, λοιπόν, αυτό το αυτοκίνητο στον μπαμπά μου και τη μαμά μου, θα είναι τέλεια, γιατί, το υπόσχομαι, θα παίζω μ' αυτό όλη τη μέρα στον κήπο και δε θα εκνευρίζω πια τη μαμά, που δε θέλει να τρέχω πάνω κάτω μέσα στο σπίτι και να κάνω αταξίες στην κουζίνα. Κι ο μπαμπάς θα μπορεί να διαβάζει ήσυχος την εφημερίδα του, γιατί όταν παίζω μπάλα στο σαλόνι, θυμώνει και ρωτάει τι έφταιξε για να πληρώνει έτσι και γιατί ύστερα από μια ολόκληρη μέρα στο γραφείο δεν μπορεί να έχει λίγη ησυχία στο σπίτι του.

Αν φέρεις στον μπαμπά μου και τη μαμά μου το μικρό αυτοκίνητο, σε παρακαλώ να διαλέξεις το κόκκινο. Υπάρχει και σε μπλε χρώμα, αλλά νομίζω πως το κόκκινο θα τους αρέσει πιο πολύ.

Για τη δασκάλα, που είναι τόσο καλή και τόσο όμορφη όταν δεν κάνουμε φασαρία, θα ήθελα να μου φέρεις τις λύσεις όλων των προβλημάτων των μαθηματικών της χρονιάς. Ξέρω πως η δασκάλα στενοχωριέται πολύ όταν μας βάζει κακούς βαθμούς. "Μη νομίζεις, Νικόλα", μου λέει συχνά, "πως μ' ευχαριστεί να σου βάζω μηδέν. Ξέρω πως μπορείς να τα καταφέρεις πολύ καλύτερα". Γι' αυτό, αν έχω τις λύσεις θα είναι τέλεια, γιατί η δασκάλα μου είναι χαρούμενη. Κι ύστερα, ο Ανιάν, που είναι το χαϊδεμένο της δασκάλας, δε θα είναι πάντα ο πρώτος της τάξης και καλά να πάθει γιατί μας σπάει συνεχώς τα νεύρα.

Ο μπαμπάς του Ζοφρουά, ενός φίλου μου, είναι πολύ πλούσιος και του αγοράζει ό,τι θέλει. Πριν από λίγες μέρες του πήρε μια τρομερή στολή σωματοφύλακα, μ' ένα σπαθί, τσαφ τσαφ, ένα καπέλο με φτερό και διάφορα άλλα. Όμως μόνο αυτός έχει στολή σωματοφύλακα κι έτσι όταν ο Ζοφρουά παίζει μαζί μας, δεν έχει πλάκα, ιδίως όταν πρέπει να παλέψουμε με τα σπαθιά. Εμείς παίρνουμε χάρακες, αλλά δεν είναι το ίδιο. Γι' αυτό αν είχα μια στολή σωματοφύλακα, ο Ζοφρουά θα ήταν πολύ χαρούμενος γιατί θα μπορούσε να παίζει μαζί μου, τσαφ τσαφ, και οι άλλοι, με τους χάρακές τους, δε θα κατάφερναν και πολλά, και οι νικητές θα ήμασταν πάντα εμείς.

Για τον Αλσέστ, έναν άλλο φίλο μου, δε χρειάζεται να σκεφτώ πολύ. Του Αλσέστ του αρέσει να τρώει, γι' αυτό αν είχα πολλά λεφτά, θα τον κερνούσα, κάθε μέρα μετά το σχολείο, κρουασάν σοκολάτα που μας αρέσουν πολύ. Στον Αλσέστ αρέσουν και τα λουκάνικα, όμως εγώ θα του αγοράζω κρουασάν σοκολάτα, γιατί στο κάτω κάτω εγώ πληρώνω κι αν δεν του αρέσει, ας αγοράζει μόνος του τα λουκάνικα του. Έτσι δεν είναι;

Στον Ιωακείμ αρέσουν οι βόλοι. Είναι αλήθεια πως είναι πολύ καλός στους βόλους γιατί όταν ρίχνει, μπιγκ! πετυχαίνει πάντα το στόχο. Γι' αυτό, δε θέλουμε πια να παίζουμε μαζί του, επειδή εμείς παίζουμε με αληθινούς βόλους και χάνουμε όλους τους δικούς μας. Κι έτσι ο Ιωακείμ βαριέται στο διάλειμμα. "Ελάτε, βρε παιδιά, ελάτε να παίξουμε!..." μας λέει ο Ιωακείμ και είναι κρίμα. Αν είχα, λοιπόν, ένα σωρό βόλους, θα ήθελα να παίζω με τον Ιωακείμ, γιατί έτσι, ακόμα κι αν αυτός ο παλιοζαβολιάρης κέρδιζε συνεχώς, εγώ δε θα ξέμενα ποτέ από βόλους.

Ο Εντ, που είναι πολύ δυνατός και του αρέσει να βαράει μπουνιές στη μύτη των φίλων του, μου είπε πως θα σου ζητήσει να του φέρεις γάντια του μποξ για να παίζουμε στο διάλειμμα. Γι' αυτό, το καλύτερο δώρο για τον Εντ θα ήταν να μην του φέρεις γάντια του μποξ. Ξέρεις τι σου λέω, γιατί μετά ο Εντ θα έρχεται με τα γάντια του, θα μας δίνει μπουνιές στη μύτη, θα ανοίγουν οι μύτες μας, εμείς θα βάζουμε τις φωνές κι ο επιστάτης θα βάζει τιμωρία τον Εντ κι εμείς θα στενοχωριόμαστε, όπως στενοχωριόμαστε πάντα όταν κάποιο από τα παιδιά τρώει τιμωρία. Γι' αυτό αν θέλεις να φέρεις οπωσδήποτε αυτά τα γάντια του μποξ, δώσε τα καλύτερα σε μας, για να μην έχει φασαρίες ο Εντ.

Ο Κλοτέρ είναι ο τελευταίος της τάξης. Όταν τον σηκώνει η δασκάλα για μάθημα, τον βάζει πάντα τιμωρία να μη βγει για διάλειμμα κι όταν παίρνουμε τους ελέγχους, γίνεται ολόκληρη φασαρία στο σπίτι του και οι δικοί του τού κόβουν το σινεμά, τα γλυκά και την τηλεόραση. Ο Κλοτέρ τρώει συνεχώς τιμωρίες, και ο διευθυντής ήρθε στην τάξη του και του είπε μπροστά σε όλους πως θα καταλήξει στη φυλακή και πως οι γονείς του θα στενοχωρηθούν πολύ γιατί κάνουν τόσες θυσίες για να του προσφέρουν μια καλή ανατροφή. Εγώ όμως ξέρω για ποιο λόγο ο Κλοτέρ είναι κακός μαθητής και γιατί είναι χαζός. Δεν είναι πιο χαζός, ας πούμε, από το Ρούφους, όμως είναι πάντα κουρασμένος.

Ο Κλοτέρ προπονείται συνεχώς με το φοβερό κίτρινο ποδήλατό του, γιατί θέλει αργότερα, όταν μεγαλώσει να τρέξει στο Γύρο της Γαλλίας. Κι όπως καταλαβαίνεις, εξαιτίας της προπόνησης, δεν προλαβαίνει να κάνει τα μαθήματά του, ούτε να λύνει τις ασκήσεις του, και γι' αυτό η δασκάλα τον βάζει να γράφει τιμωρίες και να μαθαίνει όλες τις κλίσεις των ρημάτων κι επειδή του βάζουν όλο και πιο πολλή δουλειά, χάνει ώρες από την προπόνηση και αναγκάζεται να προπονείται τις Κυριακές. Για να μην είναι, λοιπόν, πάντα τελευταίος ο Κλοτέρ, για να μην του κόβουν το σινεμά, τα γλυκά και την τηλεόραση, το καλύτερο θα ήταν να πάρεις πίσω το ποδήλατό του. Έτσι κι αλλιώς, αν συνεχίσει έτσι, θα καταλήξει στη φυλακή, όπως λέει κι ο διευθυντής, κι αποκλείεται να τον αφήσουν να βγει από εκεί μέσα, για να τρέξει στο Γύρο της Γαλλίας. Αν θέλεις όμως, μπορείς να μου δώσεις εμένα το ποδήλατο του Κλοτέρ, να το κρατήσω ώσπου να μεγαλώσει, όταν δε θα χρειάζεται πια να πηγαίνει στο σχολείο.

Για το Σουπιά, που είναι ο επιστάτης μας, αλλά που δεν τον λένε στα αλήθεια έτσι, πρέπει να κάνεις κάτι πολύ σημαντικό. Είναι αλήθεια πως στα διαλείμματα τρέχει συνεχώς πάνω κάτω στην αυλή, για να μας χωρίζει όταν τσακωνόμαστε, για να μας παίρνει την μπάλα όταν παίζουμε μήλα (από τότε που σπάσαμε το τζάμι στο γραφείο του διευθυντή), για να μας φωνάζει όταν κάνουμε βλακείες, για να μας βάζει τιμωρία στη γωνία, για να μας βάζει τιμωρίες για το σπίτι, για να χτυπάει το κουδούνι, όταν τελειώνει το διάλειμμα. Γι' αυτό είναι πολύ κουρασμένος ο Σουπιάς. Πρέπει, λοιπόν, να τον στείλεις αμέσως διακοπές, να πάει στο σπίτι του, στο Κορέζ, και να μείνει εκεί πολύ καιρό. Και το σωστό θα ήταν να στείλεις διακοπές και τον κύριο Αλογόμυγα, που είναι ο αντικαταστάτης του Σουπιά, όταν ο Σουπιάς λείπει.

Κι έπειτα, για την Άννα Μαρία, που είναι ένα κοριτσάκι που μένει δίπλα μας και που είναι πολύ συμπαθητική, παρότι είναι κορίτσι, με το ροζ πρόσωπό της, τα μπλε μάτια της και τα κίτρινα μαλλιά της, θα ήθελα να μάθω να κάνω τρομερές κωλοτούμπες. Της αρέσει πολύ να βλέπει τους άλλους να κάνουν κωλοτούμπες, γι' αυτό αν μπορείς να μου μάθεις να κάνω τις καλύτερες κωλοτούμπες του κόσμου, η Άννα Μαρία θα λέει: "Ο Νικόλας είναι και ο πρώτος!" Και θα είναι πολύ χαρούμενη.

Αυτά! Σου ζήτησα δώρα για όλους όσους αγαπάω. Μπορεί να ξέχασα μερικούς, γιατί αγαπάω ένα σωρό ανθρώπους, γι' αυτό δώσε και σ' εκείνους που ξέχασα πάρα πολλά δώρα.

Για μένα, όπως σου είπα και πριν, δε θέλω τίποτα.

Ούτε καν αν σου περισσέψουν χρήματα και σου περάσει από το μυαλό η σκέψη να μου κάνεις καμιά έκπληξη, φέρνοντάς μου, ας πούμε, το αεροπλάνο που βρίσκεται στη βιτρίνα του μαγαζιού όπου θα αγοράσεις το αυτοκίνητο του μπαμπά και της μαμάς. Να προσέχεις, όμως, πολύ, όταν θα κατεβαίνεις από την καμινάδα, γιατί το αεροπλάνο είναι κόκκινο, όπως το αυτοκίνητο, και λερώνεται εύκολα.

Σου υπόσχομαι πάντως να είμαι όσο πιο φρόνιμος γίνεται και σου εύχομαι ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Υγ: υπάρχουν και τα Χριστούγεννα του μικρού Νικόλα, αλλά ας τα κρατήσουμε για του χρόνου.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Το πνεύμα των Χριστουγέννων

Το πνεύμα των Χριστουγέννων επισκέφτεται τον Εμπενίζερ Σκρουτζ για να του αλλάξει μυαλά. Αλλά αυτός του εξηγεί πως η ύλη είναι που καθορίζει το πνεύμα, το κοινωνικό είναι καθορίζει τη συνείδηση κι όχι αντίστροφα*. Αλλιώς ο Σκρουτζ θα ακολουθούσε το φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, στο σκίτσο του Ζάχαρη, θα έβλεπε πόσο άθλια ζούνε οι φτωχοί προλετάριοι και θα τους έδινε όλα τα υπάρχοντά του, αλλάζοντας τρόπο ζωής (οπότε θα έπαιρνε τη θέση του ένας άλλος καπιταλιστής για να κάνει τα ίδια ακριβώς).

(*Ο υλισμός δεν είναι τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, όπως διαδίδουν χυδαία κάποιοι ιδεαλιστές που δεν έχουν ιδέα -ούτε ύλη- από υλισμό. Αλλά όσοι έχουν πολλά χρήματα, για να (εξ)αγοράσουν τα πάντα, από προϊόντα μέχρι συνειδήσεις, δεν έχουν κανένα λόγο να σκεφτούν κάτι άλλο πέρα από την ικανοποίηση των καταναλωτικών τους "αναγκών" και να αναπτύξουν διαφορετική συνείδηση για τα (ταξικά) συμφέροντά τους.)


Αλλά αυτά πάψαμε να τα πιστεύουμε ή μάλλον έχασαν την αξία τους από την εποχή του Ντίκενς ή μάλλον του Όουεν του Φουριέ και του Σεν Σιμόν, που είναι η (αγία) τριάδα των κλασικών και του ουτοπικού σοσιαλισμού -που έστρωσε το δρόμο για τη δική μας καλή τριάδα των κλασικών του μαρξισμού, που σε φιλοσοφικό τουρνουά 3 on 3, θα τους είχε όλους. Και δεν είναι λογικό να έχουμε Μεγάλες Προσδοκίες από τέτοια ουτοπικά εγχειρήματα, άσχετα αν κάποιοι χώροι τα ξαναθυμήθηκαν πρόσφατα, μετά από την ήττα των μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων και τη "διάψευση" των μεγάλων προσδοκιών που είχαν γεννήσει. Κι αφού "απέτυχαν" οι μεγάλες αφηγήσεις του εικοστού αιώνα, γιατί να μην επιστρέψουμε στα παραμυθάκια του 19ου;
Το πνεύμα των Χριστουγέννων λοιπόν...

Υπάρχουν λοιπόν τρία φαντάσματα που θα μας επισκεφτούν. Το ένα είναι αυτό που εξακολουθεί να πλανιέται πάνω από την Ευρώπη και όλο τον κόσμο, στοιχειώνοντας τον ύπνο των εκμεταλλευτών. Το άλλο είναι το φάντασμα των επαναστάσεων που ηττήθηκαν στον εικοστό αιώνα, που πλανάται πάνω από τα δικά μας κεφάλια και τη συλλογική, ιστορική μνήμη της παγκόσμιας αστικής τάξης. Κι ένα τρίτο που πλανάται πλάνην οικτράν, και τρέφει αυταπάτες για οτιδήποτε μπορεί να ξεφύγει από τον επαναστατικό δρόμο και τις "σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν", είτε αυτό είναι αριστερή κυβέρνηση είτε είναι κάποια μορφή "αυτοδιαχείρισης". Γιατί να μη δοκιμάσουμε εξάλλου κάτι άλλο, "καινούριο", που δεν το έχουμε ξαναδεί, σε αντίθεση με τον υπαρκτό, που τον είδαμε κι ήταν βασικά ανύπαρκτος, άσχετα αν του "χρωστάμε" κάθε κατάκτηση που ξηλώνεται στις μέρες μας;

Αλλά ας επιστρέψουμε στο κλασικό παραμύθι. Υπάρχουν λοιπόν τρία πνεύματα που θα μας επισκεφτούν.
Αυτό των Χριστουγέννων του παρελθόντος, που είναι ηρωικό σαν το "γκό-μπακ" των Λέσβιων στους Άγγλους και πένθιμο, σαν τα λάθη μας -και τη ματαίωση της έκρηξης στη Μεγάλη Βρετανία, που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Αλλά αφήνει παρακαταθήκη την ελπίδα, που δεν έρχεται ποτέ από τις κάλπες, αλλά από την πάλη των λαών και την κόκκινη σημαία, που δεν κατέβηκε ποτέ, ούτε στα πιο δύσκολα χρόνια της αντεπανάστασης.


Υπάρχει το πνεύμα των τωρινών Χριστουγέννων, που δε χρειάζεται πολλές περιγραφές κι εικόνες για να το καταλάβουμε. Οι πρόσφυγες στη θέση της φάτνης, οι κυβερνήσεις σε ρόλο Ηρώδη, εμείς νίπτουμε τας χείρας μας σαν Πόντιος Πιλάτος, και περιμένουμε ίσως (δειλοί και άβουλοι αντάμα) κάποιο θάμα, που να γεμίσει το τραπέζι των Χριστουγέννων (και γενικώς), σαν εκείνο το θαύμα που πολλαπλασίαζε τα ψάρια και τα ψωμιά (τίποτα άλλο από ψι έχουμε;). Και ο Τσίπρας να παίζει το Σωτήρα και να καπηλεύεται όπως μπορεί το ηρωικό παρελθόν: γκο-μπακ κυρά Μέρκελ...

Και είναι κι αυτό του μέλλοντος, που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο χειρότερο και πιο τρομακτικό μπορεί να είναι από το σήμερα. Αλλά είναι το μόνο βέβαιο πως θα χειροτερέψει, όσο δεν κάνουμε εμείς κάτι για αυτό, όσο βαυκαλιζόμαστε πως πιάσαμε πάτο και χειρότερα δε γίνεται και πιανόμαστε από το νόμο της αδράνειας, που δεν αναφέρεται στον πραγματικό κόσμο, αλλά σε εμάς.

Εκτός κι αν...

Αυτό που λες, να ξεσηκωθούμε, να σταματήσουμε να παρακολουθούμε τα πράγματα μοιρολατρικά και να αλλάξουμε την τύχη μας, θα είναι το πραγματικό θαύμα των Χριστουγέννων (και όχι μόνο...)

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Τέσσερα (δω)δεκάλεπτα

Πρώτη περίοδος - Αναγνωριστικές κινήσεις

Τραγική ειρωνεία είναι να γίνεσαι και να παραμένεις διάσημος από ένα τραγούδι με τον τίτλο “Last Christmas”, να ζεις όντως τα τελευταία σου Χριστούγεννα και να πεθαίνεις ανήμερα των ηλιούγεννων (και των διάφορων εκδοχών-ονομασιών τους) ανά τον κόσμο.

(Πρέπει λοιπόν να τεθεί το ερώτημα "ποιος ωφελείται αντικειμενικά;" -πχ το λαγουδάκι του Πάσχα- ή αν είναι ένα εμπορικό κόλπο των Χριστουγέννων για να αυξήσουν το μύθο και τη γοητεία τους. Ή τέλος πάντων κόλπο των αστών, για να επισκιάσουν το "ξεκλήρισμα" της χορωδίας του Κόκκινου Στρατού).


Να ξέρεις επίσης πως αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη θέλησή σου "you 're never gonna dance again". Και να έρχεσαι να προστεθείς σε μια μακάβρια αλυσίδα όσων διάσημων απεβίωσαν μες στο 2016, που δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ένα δίσεκτος έτος, στο οποίο συμπληρώθηκαν εξήντα χρόνια από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (ενώ βγήκαν κι οι Θέσεις για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ) και από τη γέννηση του Λάρι Μπερντ.


Δεύτερη περίοδος - White men can't jump

Οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν. Ενίοτε όμως μπορούν να κάνουν όλα τα άλλα, καλύτερα από τον καθένα, αναπληρώνοντας τα μειονεκτήματά τους με την μπασκετική ευφυΐα και το εγκεφαλικό τους παιχνίδι. Καλή ώρα όπως ο Λάρι Μπερντ.

Ίσως το πιο λαμπρό, σατανικό μυαλό που εμφανίστηκε ποτέ στα παρκέ της άλλης όχθης του Ατλαντικού. Κι αυτό τον κάνει -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια και του Sniper- ίσως τον κορυφαίο παίκτη όλων των εποχών στο ΝΒΑ.

Ναι αλλά θα λέγατε τα ίδια αν ο Λάρι Μπερντ δεν ήταν λευκός, σε ένα άθλημα όπου κυριαρχούν οι αφροαμερικανοί και τα φυσικά-αθλητικά τους προσόντα; Μήπως αυτό που γιγάντωσε δυσανάλογα (με την πραγματική του αξία) το όνομα και το μύθο του Bird ήταν το χρώμα της επιδερμίδας του κι ο -πάντα παρών- ρατσισμός στις ΗΠΑ, που 'ναι πάντα πρόθυμος να μειώσει την αξία ή τις πνευματικές ικανότητες των νέγρων (είτε είναι παίκτες, είτε είναι εργάτες, μισθωτοί σκλάβοι ή απλώς "ομιλούντα εργαλεία" χωρίς μισθό);

Ενδεχομένως. Μόνο που στον αθλητισμό και το ΝΒΑ ειδικότερα, πρέπει να σημειώσουμε και την αντίστροφη τάση που συμπυκνώνεται στον τίτλο της ενότητας: οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν -αν και ιστορικά έχουν πηδήξει και υποτάξει με τη βία όλες τις άλλες φυλές και τις ηπείρους, για να τις εντάξουν στο "εκπολιτιστικό" τους πρόγραμμα.

Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι η επιβράβευση των λευκών, αλλά όσων καταφέρνουν να ξεπερνούν τον εαυτό τους και να ξεχωρίσουν, όχι για τα τρομακτικά τους προσόντα (όπως το ασύγκριτο άλμα του Τζόρνταν ή του Λεμπρόν) αλλά για όσα τρομακτικά κάνουν στο γήπεδο. Από αυτήν την άποψη κανείς δεν ήταν πιο... τρομακτικός από το Λάρι Μπερντ (που επιστράτευε μπόλικη αθυροστομία -trash talking- για να επιβιώσει). Και με το ίδιο κριτήριο εκτιμώ προφανώς και μαύρους παίκτες, όπως ο Barkley που είχε (;) το ύψος του Τζόρνταν, αλλά τα έβαζε με θηρία μες στη ρακέτα.


Τρίτη περίοδος (της σχετικής σταθεροποίησης)

Σε ένα από τα βραβευμένα του μυθιστορήματα, ο Φίλιπ Ροθ αναφέρει το χαρακτήρα ενός μιγά πανεπιστημιακού, που έχει νέγρικες ρίζες, αλλά το παρουσιαστικό του μπορεί να σε μπερδέψει αν δεν τον προσέξεις καλά και να τον περάσεις για λευκό. Ομολογώ πως με είχε αφήσει με την απορία της δημιουργικής ασάφειας, πώς θα μπορούσε να είναι εμφανισιακά ένας τέτοιος τύπος. Μέχρι που...

Μέχρι που είδα το δίδυμο των Splash Brothers στους Warriors του Golden State. Τον Στεφ Κάρι και τον Κλέι Τόμπσον, που θα μπορούσαν να λέγονται επίσης "ο άσπρος κι ο ξέξασπρος" από εκείνους τους μαύρους (;) που μπορεί να βάζουν αντηλιακό το καλοκαίρι, για να μην καούν στον ήλιο. Και το ερώτημα επανέρχεται εύλογα.

Μήπως το ΝΒΑ βρήκε κι ανέδειξε πρόθυμα τους νέους απόλυτους πρωταγωνιστές του, ακριβώς λόγω της -όχι και τόσο σκούρας- επιδερμίδας τους; Κάτι σαν "απάντηση" στην καμπάνια "I can't Breathe" (δεν μπορώ να αναπνεύσω) που ξεκίνησαν πέρσι πολλοί ΝΒΑers μετά το πολλοστό κρούσμα άδικης και δολοφονικής αστυνομικής βίας ενάντια σε αφροαμερικάνους πολίτες;

Από την άλλη βέβαια, οι Warriors έχουν από φέτος τον Ντουράν -που είναι πιο... γνήσιος μαύρος, αφροαμερικανός- χάρη στην αύξηση του σάλαρι καπ, που επιτρέπει να χτίζονται υπερομάδες ή έστω συλλογές υπεραστέρων.
Και το βαρύ πυροβολικό των διαφημιστών δεν είναι άλλος από το Λεμπρόν Τζέιμς, που ήταν από τους πρωτεργάτες αυτής της καμπάνιας.
Σε τελική ανάλυση, το χρώμα από μόνο του μπορεί να μη λέει τίποτα. Σκέψου πχ το παράδειγμα του ατσαλάκωτου νέγρου Πελέ, που ήταν το αγαπημένο παιδί των πολυεθνικών, σε αντιπαράθεση με το Μαραντόνα -που δεν πρέπει ούτε αυτός να αγιοποιείται, αλλά σίγουρα διέφερε.


Τέταρτη περίοδος - I can't breathe

Εκ των πραγμάτων το ΝΒΑ, όπου το 80% των πρωταγωνιστών προέρχονται από τα γηπεδάκια των γκέτο και των φτωχών, υποβαθμισμένων συνοικιών, δεν μπορεί να είναι προνομιακός χώρος για την καλλιέργεια του ρατσισμού και των διακρίσεων.
Μπορεί όμως να τα αναπαράγει σε άλλα επίπεδα, πχ ενάντια στους ομοφυλόφιλους που φοβούνται να δηλώσουν ανοιχτά τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις (όπως ο George Michael).
Μπορεί επίσης να δώσει άλλοθι στο σύστημα, ακόμα και μέσα από αξιόλογες πρωτοβουλίες. όπως το "I can't breathe", προβάλλοντας πχ μια εξαίρεση για να επισκιάσει, αντί να αναδείξει τον κανόνα των φυλετικών και ταξικών διακρίσεων, και φτιάχνοντας τη δημοκρατική λεζάντα του οργανισμού του ΝΒΑ και των κοινωνικών του ευαισθησιών.
Ας μην έχουμε αυταπάτες για το αντίθετο. Θα ήταν σαν να πιστεύουμε πως καταργούνται τα ταξικά τείχη, επειδή οι περισσότεροι NBAers έχουν καταγωγή από φτωχές, λαϊκές οικογένειες.

Εξάλλου η προοδευτική στάση είναι κάτι θολό κι αντιφατικό στις ΗΠΑ, που συνήθως σκαλώνει στα θολά νερά των "Δημοκρατικών" (όπως κι ο Φίλιπ Ροθ πιθανότατα), τις "μικρές ανάσες" που οδηγούν βασικά στην ασφυξία. Ο πορτοκαλί κόσμος του ΝΒΑ ήταν σύσσωμος ενάντια στον πρώτο πορτοκαλί πρόεδρο (και τα ρατσιστικά του παραληρήματα), ο Λεμπρόν τάχθηκε δημόσια υπέρ της Κλίντον, ενώ όλοι σχεδόν οι παίκτες ήταν ευχαριστημένοι με τον κουλ πρόεδρο Ομπάμα -που ξέρει και μπάσκετ, ως γνήσιος αφροαμερικανός.

Αυτά ωστόσο δεν αναιρούν τις καλές προθέσεις και διάφορες θετικές πρωτοβουλίες, που παίρνονται κατά καιρούς. Χίλιες φορές να βγαίνεις μπροστά για ένα τέτοιο ζήτημα, παρά να φτιάχνεις λεζάντα με πολυέξοδες φιλανθρωπίες και δωρεές, που δεν κοστίζουν τίποτα βασικά. Χώρια που ένας μεγάλος αριθμός παικτών αρνήθηκε να μπει στο ψευτοδίλημμα, και να ψηφίσει -έστω, με βαριά καρδιά- την Χίλαρι (κάτι που εξηγεί εν μέρει και την εκλογική της ήττα, αποτυπώνοντας μια γενικότερη τάση).


Παράταση - The winner takes it all

Το ΝΒΑ ακροβατεί μεταξύ της παραπάνω λογικής στα play-off και των ατελείωτων αδιάφορων παιχνιδιών της κανονικής περιόδου, που θεωρητικά προσφέρουν μόνο θέαμα, χωρίς σκοπιμότητα κι έγνοια για το αποτέλεσμα. Αλλά τα Χριστούγεννα είναι μια χρυσή ευκαιρία για να κάνει μπίζνες και να προωθήσει το προϊόν του, με συνεχόμενους αγώνες σε πρωινές ώρες -που συμπίπτουν με τη ζώνη υψηλής τηλεθέασης για το ευρωπαϊκό κοινό.

Οι Cavaliers νίκησαν τους Warriors (που φέτος δεν πάνε τρένο, όπως πέρσι, είτε βάσει σχεδίου -για να μην την πατήσουν στο τέλος- είτε γιατί ψάχνουν ρόλους ακι ισορροπίες) με τον Ίρβινγκ να κάνει πάλι τη διαφορά στα δύσκολα, για να πάρει τη δόξα ο Λεμπρόν, και ένα non-call αλά ελληνικά, στην τελευταία φάση πάνω στο Ντουράν -ενώ ο Κάρι δείχνει πως δυσκολεύεται στη "συγκατοίκησή" του με τόσους σκόρερ.

Κι οι ανανεωμένοι* Spurs πήραν τους Bulls, πιο εύκολα και συνάμα πιο δύσκολα, απ' ό,τι δείχνει το τελικό σκορ.
*Μιλάμε βέβαια για ανανέωση τύπου ποδοσφαιρικής Μίλαν, όπου έφυγε ο 40χρονος Τιμ Ντάνκαν, για να έρθει ο 36χρονος Γκασόλ. Σε μια ομάδα με ούτως ή άλλως ευρωπαϊκό στιλ, στο μπάσκετ του Πόποβιτς, του (γέρου) Πάρκερ, του (ακόμα πιο γέρου) Τζινόμπιλι και του Καβάι Λέναρντ, το οποίο κάποιες φορές μαγεύει κι άλλες μοιάζει υβρίδιο με κρίση ταυτότητας, που δεν παίρνει τα καλά ούτε της αμερικάνικης ούτε της ευρωπαϊκής μπασκετικής σχολής.

Αλλά στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό...


Υστερόγραφο - τιμής ένεκεν

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα του μικρού Νικόλα

Είθισται τέτοιες μέρες να λέμε διάφορες ιστορίες. Κι αν δε μιλάμε για αυτήν που γράφεται από τους λαούς, δεν υπάρχει άλλη, καλύτερη, από αυτές που διηγείται ο Γκοσινί για το μικρό Νικόλα. Και ας έχω σοβαρές ιδεολογικές διαφωνίες για την καινούρια μετάφραση: ποιος Ζοφρουά; Ποιος Σουπιάς; Ποιος Ζοακίμ ή Ιωακείμ; Πού είναι ο Γκοφρουά, ο Ζουμιάς κι ο Γιοακίμ; Όλα όσα αγαπήσαμε; Ο παιδικός μας κόσμος που καταρρέει σα χάρτινος πύργος;

Καλή ανάγνωση, καλές γιορτές.


Πριν τα Χριστούγεννα είναι υπέροχα

Συνήθως, ο μπαμπάς μου λέει πως ο Αϊ-Βασίλης είναι πολύ φτωχός και πως δεν μπορεί να μου φέρει όλα αυτά τα τρομερά πράγματα που του ζητάω, αλλά φέτος θα είναι υπέροχα, γιατί ο μπαμπάς μου υποσχέθηκε πως θα έχω ό,τι ζητήσω.

Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου πριν τις διακοπές. Ο Ζοφρουά έχει έναν πολύ πλούσιο μπαμπά, που του αγοράζει πράγματα όλο το χρόνο κι εμείς φυσικά δε ζηλεύουμε γιατί ο Ζοφρουά είναι φίλος μας, αλλά δεν είναι δίκαιο αυτός ο χαζός να παίρνει συνεχώς δώρα ενώ εμείς να παίρνουμε δώρα μόνο στα γενέθλιά μας, τα Χριστούγεννα και όταν ερχόμαστε πρώτοι στα διαγωνίσματα, πράγμα όμως που δε συμβαίνει συχνά, γιατί πρώτος είναι πάντα ο Ανιάν, που είναι το χαϊδεμένο της δασκάλας.

Ο Ζοφρουά δεν πρόλαβε να μας μιλήσει για τα γυαλιά αεροπόρου που του πήραν, γιατί χτύπησε το κουδούνι και αναγκαστήκαμε να μπούμε στη σειρά για να πάμε στην τάξη. Και στην τάξη, η δασκάλα θύμωσε γιατί ο Ζοφρουά κι ο Εντ μιλούσαν μεταξύ τους.

-Ζοφρουά! Εντ! φώναξε η δασκάλα. Θέλετε να μείνετε τιμωρία όλα τα Χριστούγεννα στο σχολείο;
-Εγώ δεν μπορώ, κυία, είπε ο Ζοφρουά. Φεύγω αύριο για σκι στο βουνό.
-Σιγά, αν είσαι τιμωρία, είπε ο Εντ, θα μείνεις στο σχολείο όπως κι εγώ και δε θα φύγεις, είναι απλό!
-Α, έτσι; είπε ο Ζοφρουά. Ο πατέρας μου έχει κλείσει δωμάτια στο ξενοδοχείο και θέσεις στο τρένο, άμα θες να ξέρεις!
-Ησυχία! φώναξε η δασκάλα. Είσαστε ανυπόφοροι!... Νικόλα, ελπίζω να μη σε ενοχλεί που μιλάω την ώρα που μιλάς κι εσύ... Μα τι έχετε πάθει σήμερα, δε σας αντέχω! Μία λέξη ακόμα και όλη η τάξη θα μείνει τιμωρία, Χριστουγεννιάτικα!
-Βλέπεις! είπε ο Εντ.

Και η δασκάλα έβαλε τον Εντ και το Ζοφρουά τιμωρία όρθιους, από τη μια και από την άλλη μεριά του πίνακα. γιατί οι γωνιές της τάξης ήταν πιασμένες από τον Κλοτέρ, που είχε σηκωθεί για μάθημα -αυτός πηγαίνει πάντα στη γωνία, στο βάθος, όταν σηκώνεται για μάθημα- και το Ρούφους, που είχε πετάξει ένα χαρτάκι στο Μεξάν, όπου είχε γράψει, "Στο διάλειμμα πρέπει να σου μιλήσω" και η δασκάλα είχε δει το χαρτάκι και δεν της αρέσει να πετάμε χαρτάκια στην τάξη. Λέει πως αν έχουμε κάτι σημαντικό να πούμε, μπορούμε να περιμένουμε το διάλειμμα για να το πούμε. Και μετά, χτύπησε το κουδούνι και η δασκάλα μας άφησε όλους να βγούμε έξω, ακόμα και τους τιμωρημένους. Είναι πολύ καλή η δασκάλα και επιπλέον μου φαίνεται πως της αρέσει να μένει πού και πού μόνη στην τάξη.

Στην αυλή, ο Μεξάν ρώτησε το Ρούφους τι ήταν αυτό που ήθελε να του πει, αλλά ο Ρούφους του είπε πως δε λέει τίποτα στους χαζούς που αφήνουν τη δασκάλα να τους τσακώνει, όταν τους ρίχνουν χαρτάκια, πως αυτό είχε μόνο να του πει και πως δε θα του ξανάλεγε τίποτα ποτέ πια.

Την ώρα που ο Μεξάν έλεγε στο Ρούφους να του πει παρόλα αυτά εκείνο που ήθελε να του πει, εμείς μαζευτήκαμε γύρω από το Ζοφρουά, που είχε φορέσει τα γυαλιά του αεροπόρου και που μας εξηγούσε πώς τα φορούν όταν κάνουν σκι.

-Εσύ ξέρεις να κάνεις σκι; τον ρώτησα.
-Όχι ακόμα, μου απάντησε ο Ζοφρουά, αλλά στο βουνό, θα κάνω μαθήματα σκι με ένα δάσκαλο και μετά θα πάρω μέρος σε αγώνες, όπως οι τύποι που βλέπουμε στην τηλεόραση και επειδή θα πηγαίνω πολύ γρήγορα, χρειάζομαι γυαλιά αεροπόρου.
-Παραμύθια, είπε ο Εντ.

Αυτό δεν άρεσε στο Ζοφρουά.
-Αυτό το λες γιατί ζηλεύεις! φώναξε ο Ζοφρουά.
-Ας γελάσω, είπε ο Εντ. Άμα θέλω, για τα Χριστούγεννα μπορώ να ζητήσω γυαλιά αεροπόρου και θα μου πάρουν ένα σωρό.
-Παραμύθια! φώναξε ο Ζοφρουά. όταν δεν κάνεις σκι, δεν έχεις το δικαίωμα να έχεις γυαλιά αεροπόρου.
-Τι λες καλέ! είπε ο Εντ. Κι αν θες να ξέρεις, θα ζητήσω να μου πάρουν σκι και θα χρειάζομαι τα γυαλιά του αεροπόρου ακόμα πιο πολύ από σέναμ γιατί θα τρέχω πιο γρήγορα από σένα!

Άρχισαν να δέρνονται και ο Σουπιάς έφτασε τρέχοντας. Ο Σουπιάς, δεν ξέρω αν σας το έχω πει, είναι ο επιστάτης μας και τον φωνάζουμε έτσι γιατί λέει συχνά "Κοιτάξτε με καλά στα μάτια", και μέσα στη σούπα, όταν βράζει, πολλές φορές σχηματίζονται κύκλοι σαν μάτια. Οι μεγάλοι του έβγαλαν αυτό το όνομα.

-Απαίσια παλιόπαιδα! φώναξε ο Σουπιάς. Αυτό είναι το πνεύμα των Χριστουγέννων; Θα συμπεριφέρεστε σαν αγρίμια μέχρι την τελευταία μέρα; Και κατ' αρχήν γιατί τσακώνεστε; Κοιτάξτε με καλά στα μάτια και απαντήστε μου!
-Αυτός λέει πως τρέχει πιο γρήγορα από μένα, με τα παλιοσκί του! φώναξε ο Ζοφρουά.

-Καλά, καλά, είπε ο Σουπιάς. Ούτε κιχ να μην ακούσω. Θα μου κλίνετε και οι δύο το εξής: "Δεν πρέπει να λέω παλαβομάρες στο διάλειμμα, ούτε να συμπεριφέρομαι σαν βάνδαλος, παίζοντας ξύλο στην αυλή του σχολείου, με τις πιο ανόητες δικαιολογίες". Σε όλες τις φωνές και όλους τους χρόνους. Για μετά τις διακοπές. Και τώρα και οι δύο τιμωρία.

-Μα εγώ φεύγω αύριο για σκι! είπε ο Ζοφρουά.
-Παραμύθια, είπε ο Αλσέστ.
Και ο Σουπιάς τον έβαλε τιμωρία.

-Εγώ, είπε ο Κλοτέρ, θα γράψω στον Αϊ-Βασίλη να μου φέρει ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες, για το ποδήλατό μου.
-Σε ποιον θα γράψεις; ρώτησε ο Ιωακείμ.
-Στον Αϊ-Βασίλη, φυσικά, απάντησε ο Κλοτέρ. Σε ποιον θέλεις να γράψω, για να ζητήσω αυτό το σύστημα για τις ταχύτητες;
-Ας γελάσω, είπε ο Ιωακείμ. Και εγώ όταν ήμουνα μικρός πίστευα στον Αϊ-Βασίλη. Τώρα όμως ξέρω πως ο Αϊ-Βασίλης είναι ο πατέρας μου.
Ο Κλοτέρ κοίταξε τον Ιωακείμ και μετά χτύπησε το πλάι του κεφαλιού του με το δάχτυλό του.

-Αφού σου λέω πως τον είδα! φώναξε ο Ιωακείμ. Πέρσι, ξύπνησα. Η πόρτα του δωματίου μου ήταν ανοιχτή και είδα τον πατέρα μου να βάζει τα δώρα κάτω από το δέντρο. Αφού το δέντρο κόντεψε μάλιστα να πέσει πάνω του και ο πατέρας μου είπε μια κακή λέξη.

-Ε, παιδιά! είπε ο Κλοτέρ. Λέει πως ο πατέρας του είναι ο Αϊ-Βασίλης! Ας γελάσω! Εσύ μπορεί να είδες τον πατέρα σου, αλλά εγώ είδα τον Αϊ-Βασίλη μέσα σε ένα μαγαζί, με την άσπρη του γενειάδα και την κόκκινη κάπα του, κάθισα κιόλας στα γόνατά του και ένιωσα πολύ άσχημα γιατί με ρώτησε αν ήμουνα καλός μαθητής! Και δεν ήταν ο πατέρας σου!

-Φυσικά και δεν ήταν ο πατέρας μου! φώναξε ο Ιωακείμ. Ο πατέρας μου δε θα δεχόταν να κάτσει ένας χαζός στα γόνατά του!
-Ούτε εγώ, είπε ο Κλοτέρ, θα ήθελα ποτέ να καθίσω στα γόνατα του πατέρα σου, ακόμα και αν με πλήρωναν! Και έπειτα, αν μπει ποτέ στο σπίτι μου και κάνει τον Καραγκιόζη γύρω από το δέντρο μας, ε να ξέρεις, πως ο πατέρας μου θα τον πετάξει έξω, σίγουρα! Ο πατέρας σου ας καθίσει στο δικό του δέντρο που δεν μπορεί καλά-καλά να σταθεί όρθιο!
-Για ξαναπές αυτό που είπες για το δέντρο μας! είπε ο Ιωακείμ.

Και ο Σουπιάς ήρθε πάλι τρέχοντας, γιατί ο Κλοτέρ και ο Ιωακείμ άρχισαν να πλακώνονται στα χαστούκια.
-Αν ο πατέρας μου έχει όρεξη να κάνει τον Καραγκιόζη γύρω από το δέντρο σου, σιγά μην τον εμποδίσει ο δικός πατέρας! φώναζε ο Ιωακείμ. Κι ούτε πρόκειται ποτέ στη ζωή σου να καθίσεις στα γόνατα του πατέρα μου!
-Σκοτίστηκα για τα γόνατα του πατέρα σου! φώναξε ο Κλοτέρ.

Ο Σουπιάς έγινε κατακόκκινος, έδειξε το βάθος της αυλής και είπε χωρίς να κουνάει τα δόντια:
-Τιμωρία εκεί κάτω. Μαζί με τους άλλους. Και θα γράψετε κι εσείς την ίδια τιμωρία.

Και πριν τελειώσει το διάλειμμα, ο Σουπιάς χρειάστηκε να έρθει πάλι για το Ρούφους, που είχε ξαπλώσει κάτω, και το μεξάν που είχε ξαπλώσει πάνω στο Ρούφους και που του έλεγε: "Θα μου πεις τι ήθελες να μου πεις ή δε θα μου πεις;" Και ο Ρούφους έκανε όχι, με το κεφάλι, σφίγγοντας δυνατά τα χείλια του, για να μη μιλήσει.


Και μετά, την τελευταία ώρα, μας έβαλαν στη σειρά στην αυλή και ο διευθυντής ήρθε να μας πει πως μας ευχόταν "Καλά κι Ευτυχισμένα Χριστούγεννα" και πως ήξερε ότι μερικοί ήταν πολύ εκνευρισμένοι, αλλά πως, επειδή άρχιζαν οι διακοπές, θα μας χάριζε όλες τις τιμωρίες. Έχει δίκιο ο διευθυντής, κι εγώ το έχω προσέξει. η δασκάλα κι ο Σουπιάς είναι πάντα πολύ εκνευρισμένοι πριν τις διακοπές και όλο βάζουν τιμωρίες.

Σχολώντας, επειδή όλοι είμαστε μια φοβερή και μεγάλη παρέα φίλων, καθίσαμε λίγο για να ευχηθούμε ο ένας στο άλλον "Χρόνια Πολλά". Ο Κλοτέρ τα ξανάφτιαξε με τον Ιωακείμ και του είπε πως αυτά που είχε πει για τα γόνατα του πατέρα του Ιωακείμ, τα έλεγε για πλάκα και ο Ιωακείμ είπε πως θα ζητούσε από τον πατέρα του να χαρίσει στον Κλοτέρ ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες, ο Ρούφους είπε στο Μεξάν αυτό που ήθελε να του πει και του είπε πως είχε δει σε ένα μαγαζί με παιχνίδια κάτι τηλέφωνα που δούλευαν σαν αληθινά. Οπότε, αν ο Μεξάν που μένει δίπλα στο Ρούφους, ζητήσει ένα τέτοιο τηλέφωνο για τα Χριστούγεννα θα ζητήσει κι αυτός κι έτσι θα μπορούν να μιλούν συνέχεια και ο Μεξάν είπε πως αυτή ήταν πολύ καλή ιδέα και πως μπορούσαν κιόλας να φέρουν τα τηλέφωνά τους στην τάξη και να μιλάνε κι έτσι η δασκάλα δε θα θυμώνει με τα χαρτάκια που πετάνε. Κι έφυγαν και οι δύο πολύ χαρούμενοι, για να ζητήσουν τα τηλέφωνα από τους πατεράδες τους. Γελάσαμε πολύ με τον Ανιάν, που μας είπε πως την περασμένη χρονιά είχε ζητήσει τους τρεις πρώτους τόμους μιας τρομερής εγκυκλοπαίδειας και πως φέτος θα ζητούσε τους τρεις τελευταίους, από το Μ ως το Ω. Είναι παλαβός ο Ανιάν! Ο Εντ θα ζητήσει σκι.

Και μετά έφυγα με τον Αλσέστ, που είναι ο καλύτερός μου φίλος, ένας χοντρός που τρώει συνεχώς και που μένει δίπλα στο σπίτι μου.
-Την παραμονή θα έχουμε στο σπίτι μας τη γιαγιά, τη θεία Ντοροτέ και το θείο Ευγένιο, του είπα.
-Στο δικό μας, μου είπε ο Αλσέστ, θα έχουμε γαλοπούλα γεμιστή.

Και μετά κοιτάξαμε τις βιτρίνες της γειτονιάς, που είναι πολύ ωραίες, γιατί έχουν Χριστουγεννιάτικα στολίδια, γιρλάντες, έλατα, χιόνι, γυάλινες μπάλες που λάμπουν, φάτνες και Αϊ-Βασίληδες.

Η βιτρίνα του μπακάλικου του κυρίου Κομπανί ήταν πολύ ωραία. Είχε ένα έλατο από σαρδελοκούτια, με άχνη ζάχαρη γύρω του και μείναμε πολλή ώρα μπροστά στο ζαχαροπλαστείο, γιατί είχε χριστουγεννιάτικα γλυκά και η κυρία του ζαχαροπλαστείου βγήκε έξω και είπε στον Αλσέστ να φύγει, γιατί την εκνευρίζει να τον βλέπει να στέκεται εκεί, ακίνητος, με τη μύτη κολλημένη στη βιτρίνα.

Ακόμα και το μαγαζί που πουλάει κάρβουνα, όπου συνήθως έχει μόνο βρόμικους, μεγάλους σάκους, τώρα είχε μια γιρλάντα με τρεις μικρές λάμπες. Αν μιλάμε για λάμπες, φυσικά, το πιο τρομερό ήταν το μαγαζί με τα ηλεκτρικά όπου όλες οι λάμπες στη βιτρίνα -υπήρχαν ένα σωρό κι απ' όλα τα χρώματα- αναβόσβηναν, συνέχεια και πολύ γρήγορα. Και το φως ήταν τόσο δυνατό που φώτιζε τα παντζούρια του απέναντι σπιτιού. Και μετά, ο Αλσέστ έφυγε τρέχοντας γιατί είχε αργήσει και στο σπίτι του ανησυχούν πολύ, όταν αργεί για φαγητό.

-Πάλι τριγύριζες μετά το σχολείο, μου είπε η μαμά όταν έφτασα σπίτι. Σου αξίζει να μη σε πάρω μαζί μου στο κέντρο, να δεις τα μαγαζιά!
-Αχ ο΄χι μαμά, σε παρακαλώ, μαμά!
Τότε η μαμά γέλασε, είπε "καλά εντάξει, άντε γιατί είναι οι διακοπές των Χριστουγέννων, φάε το απογευματινό σου και μετά θα πάμε".

Έφαγα πολύ βιαστικά, άλλαξα πουκάμισο και πουλόβερ γιατί είχε ένα λεκέ από γάλα και πήραμε το λεωφορείο, που ήταν γεμάτος κυρίες με παιδιά της ηλικίας μου και ήμασταν πολύ στριμωγμένοι, αλλά ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι, ειδικά τα παιδιά.

Στο κέντρο, ήμασταν ξανά πολύ στριμωγμένοι όπως στο λεωφορείο και τα μαγαζιά είχαν ένα σωρό φώτα που γύριζαν απ' όλες τις μεριές και που φώτιζαν τα σταματημένα αυτοκίνητα που γέμιζαν τους δρόμους και μέσα στ' αυτοκίνητα, οι άνθρωπο φώναζαν και πατούσαν τις κόρνες και ήταν πάρα πολύ ωραία. Ήταν ακόμα πιο ωραία κι από το μαγαζί με τα ηλεκτρικά της γειτονιάς, αλλά ήταν πιο δύσκολο να πλησιάσεις τις βιτρίνες.

-Ωραία ιδέα είχα, να έρθουμε εδώ! είπε η μαμά.
-Ω, ναι, είπα.
-Κυρία μου, επιτέλους μη σπρώχνετε, είπε μια κυρία.
-Δε σπρώχνω κυρία μου. Με σπρώχνουν, απάντησε η μαμά.

Και φτάσαμε μπροστά σε μία βιτρίνα, με κούκλες που κουνιόταν, πολύ αστείες, και σε ένα βαγόνι ήταν ένας χοντρός ελέφαντας και γύρω του κάτι ηλεκτρικά τρένα με τούνελ, ανισόπεδες διαβάσεις, σταθμούς, μικρές αγελάδες, γέφυρες και η μαμά μου είπε να προχωρήσω, κι εγώ της είπα:
-Όχι, άσε με να δω ακόμα λίγο, έλα!

-Μα προχωράτε επιτέλους κυρία μου, είπε η κυρία. Δε βλέπετε πως κλείνετε το πέρασμα; Δεν είστε μόνη σας στο δρόμο.
-Οχ, κυρία μου, είπε η μαμά, σας αρέσει δε σας αρέσει, θα κάνετε όπως όλος ο κόσμος!

Τα τρένα ήταν πολύ ωραία, ιδίως αυτά που είχαν πολύ παλιές ατμομηχανές, αυτά που είχαν φουγάρα απ' όπου έβγαινε αληθινός καπνός.

-Θα προχωρήσετε, ναι ή όχι, κυρία μου; είπε η κυρία.
-Φαίνεται πως δεν έχετε παιδί, κυρία μου, είπε η μαμά. Αλλιώς θα δείχνατε μεγαλύτερη κατανόηση.
-Πώς δεν έχω παιδί; είπε η κυρία. Και μετά φώναξε:
-Ροζέ! Ροζέ! Ροζέ! Πού είσαι Ροζέ; Έλα εδώ αμέσως! Ροζέ! Ροζέ!

Και μετά είδαμε άλλες βιτρίνες με αλογάκια που γύριζαν στα αλήθεια, αληθινά ξύλινα αλογάκια, και υπήρχαν και πολλά μολυβένια στρατιωτάκια και πανοπλίες και  αυτοκίνητα και μπάλες και είπα στη μαμά να μπούμε στο μαγαζί να αγγίξω τα παιχνίδια.

-Μ' όλη αυτή την κοσμοσυρροή; είπε η μαμά. Ούτε να το σκέφτεσαι, Νικόλα! Πρέπει να είναι κανείς τρελός για να μπει εκεί μέσα! Θα έρθεις άλλη μέρα με τον μπαμπά.

Αλλά δεν μπορούσαμε να φύγουμε γιατί μας έσπρωχνε όλος αυτός ο κόσμος και αναγκαστήκαμε να μπούμε στο μαγαζί και η μαμά είπε, "καλά, ας κάνουμε μία μικρή βόλτα, αλλά θα ξαναβγούμε αμέσως".

Ανεβήκαμε από την κυλιόμενη σκάλα. Εμένα μου αρέσει η κυλιόμενη σκάλα, αλλά εκεί, στα παιχνίδια, δεν μπορούσα να δω και πολλά εξαιτίας των μεγάλων που ήταν παντού και γι' αυτό είναι πιο βολικό να πηγαίνω στα μαγαζιά με τον μπαμπά, γιατί αυτός με σηκώνει ψηλά και μπορώ να δω. Είναι πολύ δυνατός ο μπαμπάς.

Υπήρχε μια ουρά με παιδάκια που περίμεναν να μιλήσουν στον ΑΪ-Βασίλη και στην ουρά ήταν και ένας μεγάλος, ένας κύριος που έμοιαζε θυμωμένος και που κρατούσε από το χέρι ένα πολύ μικρό παιδί, που έκλαιγε και που φώναζε πως φοβόταν και πως δεν ήθελε να του κάνουν πάλι εμβόλιο.

-Πάμε, είπε η μαμά.
-Λίγο ακόμα, έλα! παρακάλεσα.
Αλλά η μαμά με αγριοκοίταξε και κατάλαβα πως δεν ήταν η στιγμή για τέτοια και πριν τα Χριστούγεννα καλύτερα να μην έχουμε φασαρίες. Ήταν πολύ δύσκολο να φύγουμε από το μαγαζί εξαιτίας όλου αυτού του κόσμου κι όταν επιτέλους βγήκαμε έξω, η μαμά ήταν κατακόκκινη και είχε χάσει ένα γάντι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, ο μπαμπάς ήταν ήδη εκεί.
-Πού ήσασταν; Πόση ώρα κάνατε! Άρχισα να ανησυχώ!
-Α, για σε παρακαλώ, είπε η μαμά. Τις παρατηρήσεις σου κράτα τες για άλλη φορά!
Η μαμά πήγε να αλλάξει και ο μπαμπάς με ρώτησε:
-Μα επιτέλους πού ήσασταν;

-Ε, πήγαμε να δούμε τα μαγαζιά, του εξήγησα, και ήταν φοβερά, είδαμε βιτρίνες με ανθρωπάκια που κουνιούνται, ηλεκτρικά τρένα με παλιές ατμομηχανές, που βγάζουν καπνό και το λεωφορείο ήταν πολύ γεμάτο και μπροστά στο μαγαζί ήταν μια κυρία που τσακώθηκε με τη μαμά και η κυρία έχασε το γιο της, που τον έλεγαν Ροζέ, και υπήρχαν κι ένα σωρό φωτάκια και μουσική κι ένας ΑΪ-Βασίλης κι ένα παιδάκι που φοβόταν να τον πλησιάσει και περιμέναμε πολλή ώρα το λεωφορείο γιατί ήταν όλα γεμάτα και είχε πάρα πολλή πλάκα!

-Κατάλαβα! είπε ο μπαμπάς.
Φάγαμε αρκετά αργά και η μαμά φαινόταν κουρασμένη.
-Μπαμπά, τι δώρα θα πάρω τα Χριστούγεννα; ρώτησα την ώρα που τρώγαμε το γλυκό, τη μεσημεριανή μηλόπιτα. Νόστιμη! Οι φίλοι μου ζήτησαν ένα σωρό πράγματα.
-Εξαρτάται κάπως από εσένα, μωρό μου, είπε γελώντας ο μπαμπάς. Τι θέλεις να ζητήσεις από τον Αϊ-Βασίλη;

-Ένα ηλεκτρικό τρένο που βγάζει καπνό, είπα, ένα καινούριο ποδήλατο, ένα σύστημα που αλλάζεις ταχύτητες για το καινούριο ποδήλατο, μολυβένια στρατιωτάκια, ένα μικρό μπλε αυτοκίνητο με φωτάκια που ανάβουν, ένα παιχνίδι με κατασκευές κι ένα τηλέφωνο που δουλεύει σαν τα αληθινά για να μιλάω στην τάξη με τον Αλσέστ.

-Αυτά μόνο; ρώτησε ο μπαμπάς χωρίς να γελάει πια.
-Και μια μπάλα ποδοσφαίρου και μία μπάλα του ράγκμπι, είπα.
-Ξέρεις Νικόλα, μου είπε ο μπαμπάς, ο Αϊ-Βασίλης φέτος δεν είναι πολύ πλούσιος.
-Α, κάθε φορά τα ίδια! είπα. Δεν είναι δίκαιο, οι φίλοι μου παίρνουν πάντα ότι ζητήσουν κι εγώ ποτέ!
-Νικόλα! φώναξε ο μπαμπάς.

-Α, όχι, είπε η μαμά. Μην αρχίζετε πάλι! Σας είναι πολύ δύσκολο να κάνετε λίγη ησυχία και να σταματήσετε αυτήν την κουβέντα; Έχω τρομερά πονοκέφαλο.
-Πολύ καλά, τότε, άψογα, άψογα, είπε ο μπαμπάς. Λοιπόν, για να τελειώνουμε αυτήν τη συζήτηση, θα έχεις όλα αυτά που ζήτησες Νικόλα,. Κι επιπλέον για να ισοφαρίσουμε, θα σου πάρω κι ένα γιοτ. Σύμφωνοι;

Τότε η μαμά γέλασε, σηκώθηκε, φίλησε τον μπαμπά και μετά είπε:
-Σου ζητώ συγνώμη, αγάπη μου. Έχω την εντύπωση πως θα είναι ατελείωτος ο χρόνος μέχρι τα Χριστούγεννα... Πρέπει να οπλιστούμε με υπομονή.
-Υπομονή, δε θα πει τίποτα! είπε ο μπαμπάς.

Εμένα αυτό μου αρέσει πιο πολύ πριν τα Χριστούγεννα, να είμαι ανυπόμονος. Ιδίως όταν σκέφτομαι τα μούτρα του Ζοφρουά, μετά τα Χριστούγεννα, όταν με δει να οδηγώ το γιοτ μου, πολύ γρήγορα, φορώντας τα γυαλιά του αεροπόρου.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Σημειώσεις των Χριστουγέννων

Η κε του μπλοκ έχει καταθέσει την άποψή της για τα Χριστούγεννα, εδώ, πέρυσι τέτοιο καιρό. Οπότε δε μένουν πολλά να προστεθούν, παρά μερικές σκόρπιες σκέψεις.

-Οι κλαγγές από τα τρίγωνα-κάλαντα και οι ημερήσιες εκστρατείες των παιδιών που μπαίνουν από μικρά στο κλίμα της οικονομικής εξόρμησης, με σχέδιο και χαρτογράφηση, ή της αποταμίευσης (από αστική σκοπιά) τώρα που δε γράφουν πια τις σχετικές εκθέσεις στα σχολεία.

-Τα φώτα και τα στολίδια, που καλλωπίζουν το σκοτάδι, αντί να το σκίζουν και φέρνουν τάσεις επιληψίας, σε όποιον τα παρακολουθεί συνεχόμενα, για πολλή ώρα. Τα μπαλκόνια που παραπέμπουν σε ένα μικρό τσίρκο (αγνοώντας πιθανότατα το "μεγάλο μας") και η τάση επίδειξης, που αν ήταν μια φορά γελοία πριν τα χρόνια της κρίσης, σήμερα πολλαπλασιάζεται με εκθετικό ρυθμό. Σημαδεύω τα σπίτια που γίνονται καραγκιόζ-μπερντές για λίγες μέρες, πιο πολύ κι από αυτά που βάζουν τη σημαία στο μπαλκόνι, για να νιώσουν την εθνική ανάταση, και μετά την αφήνουν εκεί ξεχασμένη.

-Η σφαγή των δέντρων, που έχει και μια σοβαρή οικολογική διάσταση, για τις πλαστές ανάγκες και το καταναλωτικό πρότυπο που καλλιεργείται στο βωμό του κέρδους.

-Τα ακόμα πιο ανόητα παιδικά παιχνίδια, όπου δεν ξέρεις αν πρέπει να νευριάσεις με τη σχηματική κατηγοριοποίησή τους -πχ για αγόρια και για κορίτσια, όπου μπορείς να βρεις σπέρματα σεξισμού και κοινωνικού φύλου (εντός ή εκτός εισαγωγικών), με τις τιμές τους ή το ανόητο περιεχόμενό τους.

Καλή ώρα, ένα που πέτυχα σχετικά πρόσφατα, και θα μπορούσε να είναι το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Τσίπρα στον Καμμένο.


Μες στο σωρό όμως υπάρχουν και κάποια που αξίζουν, με πολιτικές προεκτάσεις και νόημα, έστω κι από το όνομα.


Ακατάλληλο για νήπια έως τριών ετών (όσα γλιτώσουν τη σφαγή του Ηρώδη τέλος πάντων) και για φασίστες με αντίστοιχη πολιτική σκέψη, νηπιακού επιπέδου.

-Εν τω μεταξύ, το πιο εξωφρενικό με τις τιμές, είναι τα μπακαλίστικα κόλπα των μονοπωλίων, με αυτό το (Χ),99 στο τέλος κάθε ένδειξης, που απευθύνεται στο λοβοτομημένο καταναλωτικό κοινό (και δυστυχώς έχει πέραση, βρίσκουν και τα κάνουν).

Θυμάμαι παλιά στις λαϊκές αγορές, κάποιους παραγωγούς να προσπαθούν να ξεγελάσουν τον πελάτη με τέτοια φτηνά κόλπα, και δυο εννιάρια στο τέλος (πχ 299 δρχ το κιλό οι μπανάνες), ολοστρόγγυλα, που έμοιαζαν με μηδενικά, αλλά είχαν και δυο μικρές ουρίτσες κάτω, που μετά βίας μπορούσε να τις προσέξει κανείς, πριν φτάσει στο ταμείο, όπου καταλάβαινε την μπανανόφλουδα (παγίδα).

Θεωρητικά τα μονοπώλια δε θα είχαν τέτοια ανάγκη, αλλά ποντάρουν στην ψυχολογική διαφορά του μπροστινού ψηφίου. Το εμπόριο ήταν πάντα συνδεμένο με την κλεψιά, τα μονοπώλια το απογείωσαν σε δυσθεώρητες κλίμακες. Αυτή είναι η διαφορά (και δεν είναι ψυχολογική, ούτε απλώς ποσοτική).

-Τα γλυκά, τα μελομακάρονα (που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν μπορούμε να τα τρώμε όλο το χρόνο) και η παχυσαρκία, ως λαϊκή μάστιγα, που έρχεται ως διαλεκτικό συμπλήρωμα μιας κατάστασης μαζικού υποσιτισμού, τα προηγούμενα χρόνια.
-Τα ευχο-λόγια παρηγοριά, κι οι πράξεις που ποτέ δεν τα συνοδεύουν.
-Τα δεκάδες γράμματα στο συνονόματο Άι. Και οι σατανικά πρωτότυπες ιδέες των γραφιάδων, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράψουν ένα δικό τους "διαφορετικό" γράμμα στον Άι (δεν εξαιρείται η κε του μπλοκ από αυτό).

-Οι αργίες, που δεν είναι μητέρα κάθε κακίας, σε αντίθεση με τη μισθωτή δουλεία. Και το φετινό ημερολόγιο, που τις χαντακώνει. Ακόμα κι η Πρωτοχρονιά πέφτει Κυριακή και μόνο τα Φώτα δίνουν ένα τριήμερο. Κι ήξερες, σφε αναγνώστη, πως βάσει νόμου, οι επίσημες αργίες είναι πολύ λιγότερες -αν το θελήσει η εργοδοσία- και δε δικαιούσαι πχ να κάθεσαι παρά μόνο σε μία εθνική γιορτή -όχι 25η Μαρτίου και 28η Οκτώβρη;

-Το "θαύμα των Χριστουγέννων". που μας βρίσκει πάντα στον καναπέ και θα είναι πραγματικό θαύμα, μόνο όταν μας βρει όλους μακριά από αυτόν -πχ στην πολυθρόνα, για αλλαγή παραστάσεων- όχι απλά όρθιους, αλλά ξεσηκωμένους. Κι έτσι προλαβαίνω και την απορία του σφου Οβελίξ από το Χρυσό Δρεπάνι, που άκουγε ένα Ρωμαίο έπαρχο στο ανάκλιντρό του να λέει "είμαι πεσμένος" -σαν το κίνημα ένα πράγμα- και αναρωτιόταν: λες να εννοούσε ξαπλωμένος;"


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Η γη της ανάστασης

Αυτές τις μέρες, η κε του μπλοκ διαβάζει (και βασικά τελειώνει οσονούπω, γιατί δεν είναι ιδιαίτερα ογκώδες βιβλίο) τη "γη της Ανάστασης" του Θέμου Κορνάρου, του κουμπάρου της εργατικής τάξης, που αφηγείται τις "ταξιδιωτικές" και όχι μόνο εντυπώσεις του από ένα ταξίδι του στη ΛΔ της Κίνας, στα τέλη της δεκαετίας του 50', ως επίσημος προσκεκλημένος των Κινέζων. Και είναι εντυπωσιακό πως εκεί τιμήθηκε πολύ περισσότερο απ' ό,τι στη δική του πατρίδα, όπου οι αρχές του επιφύλασσαν ως μοναδικό παράσημο φυλακίσεις κι εξορίες.

Ο Κορνάρος βαφτίζει την Κίνα "γη της ανάστασης", τονίζοντας τη μεταμόρφωσή της και κάνοντας τις απαραίτητες συγκρίσεις με το προηγούμενο ταξίδι του στην Ασία, στα χρόνια του μεσοπολέμου, όταν οι παιδικές-νεανικές του εικόνες για τη μαγεία της Ανατολής πνίγονται στη λάσπη και τις μύγες κι ο κόσμος του παραμυθιού συναντά τη σκληρή πραγματικότητα. Τότε που ένας συνταξιδιώτης του πετούσε ένα μισοτελειωμένο κύπελλο καφέ στο χώμα, μπροστά από μια παρέα παιδιά, που έσπευσαν να το διεκδικήσουν για να το γλείψουν και να το γευτούν, ξεγελώντας την πείνα τους.

Τότε που οι Κινέζοι ντρέπονταν ακόμα και να συστηθούν και ζητούσαν χίλιες συγνώμες για την ίδια τους την υπόσταση, που φέρει ένα κάποιο όνομα.
Για να σου αυτοσυστηθούνε έπρεπε πρώτα να σου γυρέψουνε χίλιες συγνώμες για την απρέπεια, επειδή κι αυτοί είχαν ένα κάποιο όνομα, όπως και συ, που ντρέπονταν να προσβάλουνε την ακοή σου, φέροντάς το!...
(Προσωπικά μου είναι αδύνατο να αποφύγω το συνεριμό με μια σκηνή από τους Απαράδεκτους και τη Δήμητρα να λέει, με προσποιητή σεμνότητα: "είμαι κι εγώ ένα κορίτσι, σαν όλα τα άλλα, μα ποια είμαι εγώ, μήπως είμαι κάποια...;")

Τότε που οι Κινέζοι λογίζονταν ακόμα ως κίτρινη φυλή, σαν τον ποταμό που τους έπνιγε κάθε τόσο και βρίσκονταν ανυπεράσπιστοι στο έλεός του. Τότε που οι γυναίκες είχαν κοντόχοντρα ποδαράκια, που τα στραμπουλούσαν στο χώμα και τις πέτρες, και οι Κινέζοι λογίζονταν ως φυλή νάνων, επειδή βασικά υποσιτίζονταν και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν ως οργανισμοί.

Ενώ οι δυτικοί τους λένε πως τώρα η χώρα χάνει τουριστικώς, φτωχαίνουν το ανθρώπινο κάλλος, την παραδοσιακή ομορφιά, τους πατροπαράδοτους κανόνες. Τους λένε πως γίνονται τυχοδιώκτες και πως κάνουν μεγάλα ιστορικά άλματα στο κενό, πηγαίνοντας κατευθείαν στη μορφή της αγροτικής κομμούνας, αντί να μείνουν κολλημένοι στο παρελθόν. Τότε που έβλεπαν τι θα κάνουν τα μυρμήγκια για να καταλάβουν αν έρχεται κάποια "θεομηνία" και που τα ζωντανά είχαν μεγαλύτερη αξία από τη ζωή του ανθρώπου, από τα παιδιά και τους γέρους.

Το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου καθορίζει τις αποχρώσεις της πολιτικής του ανάλυσης, όχι όμως και την ταξική του ένταξη ή το πολιτικό του στίγμα, που είναι δεδομένα. Έτσι ο κουμπάρος της φτωχολογιάς βγάζει μια εμφατική αγάπη για την πατρίδα, τη γη, που εμφανίζεται ως μάνα των λαών, την Κύπρο που είναι "σκλαβωμένη αδελφή μας". Πέρα όμως από τα λογοτεχνικά σχήματα, τους δεδομένους περιορισμούς της εποχής ή την αντανάκλαση μιας στρατηγικής με συγκεκριμένες προβληματικές πτυχές, η αναφορά έχει πρωτίστως ταξικό νόημα. Η Ελλάδα είναι βασικά ο εργαζόμενος λαός της, που ταυτίζεται με τον τόπο του, τη γη του, τις ρεματιές, τις καλύβες και τα πεζούλια του.

Από την άλλη, ο Κορνάρος εξυμνεί τα κατορθώματα των Κινέζων, καθώς ταξιδεύει πριν το σινοσοβιετικό σχίσμα και την επικράτηση της θεωρίας των τριών κόσμων. Δεν καταφεύγει όμως σε μια χυδαία εξιδανίκευση για την οποία θα μετάνιωνε αργότερα, στην αποσιώπηση των αδυναμιών και των προβλημάτων (πχ στο πολύ ιδιαίτερο γλωσσικό ζήτημα των Κινέζων με τους μανδαρίνους, που μυστικοποίησαν σε υπέρτατο βαθμό τη γραφή, τη γνώση και τη δυνατότητα μεταφοράς της, έτσι ώστε οι γραφές να εμφανίζονται ως κάτι δυσνόητο, σχεδόν θεϊκό, που δεν υπόκειται σε αμφισβήτηση κι έλεγχο).

Ίσα-ίσα, διακατέχεται αρχικά από την ανησυχία μήπως η ιδεολογική του συμφωνία με τις αρχές της χώρας που επισκέπτεται, του στερήσει το δικαίωμα και την απόλαυση της αμφισβήτησης, της αναζήτησης της αλήθειας. Η ίδια η ζωή όμως επιμένει στην πράξη να τον εντυπωσιάζει, να αφοπλίζει τις ανησυχίες του, να καταρρίπτει τους δυτικούς μύθους για όσα "τερατώδη" γίνονται στη χώρα, από τότε που ανέλαβαν τις τύχες της οι κομμουνιστές.

Η μόνη αντίφαση που του διαφεύγει ίσως μες στον ενθουσιασμό του για την ορμητική ανάπτυξη της Κίνας, που παρασέρνει κάθε κατάλοιπο στο διάβα της, για το πάθος με το οποίο χιμούν στη ζωή οι Κινέζοι κι ανυπομονούν να αδράξουν κάθε χυμό της, το ζήλο με τον οποίο εργάζονται, όχι μόνο για να καλύψουν τις δικές τους ελλείψεις, αλλά την πείνα σε όλο τον κόσμο, που τυραννά τόσες χώρες, είναι η ίδια η οικοδόμηση κι η αντιφατική της πορεία, η πιθανότητα ενός πισωγυρίσματος -όπως και συνέβη τελικά στην Κίνα. Αυτό όμως ήταν κάτι που λίγοι μπορούσαν να το δουν -ή να σταθούν σε αυτό- μες στην αισιοδοξία της εποχής.

Όπως και να έχει, αυτά δε μειώνουν στο παραμικρό την αξία της μαρτυρίας του Κορνάρου και τις συγκλονιστικές περιγραφές του, που γελοιοποιούν την αστική προπαγάνδα και τις κρυφές επιδιώξεις της, παίρνουν τον αγώνα των λαών, με μοναδική γραφή και φαντασία, και τον υψώνουν στο βάθρο που του αξίζει, στην έφοδό του προς τον ουρανό.

Ακολουθεί ένα μικρό, χαρακτηριστικό κι επίκαιρο δείγμα.


Κίτρινη φυλή δεν υπάρχει. Κι ακόμη: ο Κινέζος εψήλωσε! (...)
Τι κρίμα αλήθεια να μην υπάρχουν χαμηλοί Κινέζοι και κίτρινη φυλή στο μωσαϊκό των λαών! Κρίμα, η Κίνα χάνει "τουριστικώς"!

Βέβαια, γιατί τι Κίνα είναι αυτή, χωρίς κιτρινάδα, χωρίς νάνους, και χωρίς γυναίκες με ποδαράκια σα γροθιές;... Εδώ κι εκεί μονάχα μπορείς να δεις ακόμη κάποια κατάλοιπα από την αγριότητα των παλιών καιρών που στραμπουλούσε των μωρών τα πόδια, τα δίπλωνε απάνθρωπα, για να κατασκευάσει κινέζικες ανάπηρες "ωραιότητες" χαλασμένου γούστου.

Στη σπανιότητα περνάει κι αυτό το αποκρουστικό σακατιλίκι που οι εποχές ξεπεσμού το ανέχτηκαν για "ομορφιά"! Το ίδιο, σπάνιο έγινε και το κίτρινο χρώμα, και το πατηκωμένο ανάστημα.

(...)

Δε χρειάζεται τώρα τόλμη για ένα πολύ απλό συμπέρασμα: Φτάσανε εννιά χρόνια υποφερτής διατροφής για να γεμίσουν αίμα κι οι φλέβες ενός λαού 650 εκατομμυρίων. Καθάρισε πια το δέρμα, κοκκίνισε το πρόσωπο, θράφηκε το λιμασμένο κορμί που αιώνες είταν παραδομένο στον υποσιτισμό -κι ό,τι περίσσευε από τα δόντια της πείνας, το τρώγανε οι μύγες κι η ψείρα...

Ανατριχιάζω καθώς θυμάμαι την ελληνική ελονοσία και τους εγγλέζικους επαίνους για το λιτοδίαιτο του Έλληνα! Για τον εθελοντικό λιμό δηλαδή! Λίγο ακόμη και θα είχανε καταφέρει να μιλάει ο κόσμος για... κίτρινη ελληνική φυλή και για νάνους Έλληνες!...

Στην Κίνα τα καταφέρανε καλύτερα. Επαινέσανε πολύ -και με επιτελικό σύστημα- την υπομονή και τη σοφία του Κινέζου που τον κάνανε ικανό δέχεται ατάραχος τη μαύρη του μοίρα, και να πορεύεται στη Νιρβάνα μες από τους καπνούς και τις παραισθήσεις του ναρκωτικού.

Μπλοκάρανε με απάτη, ανάλγητα, προγραμματισμένα, ολάκαιρο Λαό και πέσανε απάνω του αυτές οι σιχαμερές βδέλλες της ιστορίας, και πιπιλίζανε αίματα, δύναμη, όνειρα, ελπίδες, για να δείχνουνε ύστερα το πτώμα και να λένε: "Κίνδυνος κίτρινου υπερπληθυσμού! Πρέπει να βρεθεί τρόπος περιορισμού της αύξησης των Κινέζων, γιατί θα έρθει εποχή που όλη η γη θα κατοικηθεί απ' αυτά τα σιχαμερά κίτρινα πλάσματα..."

Και βρήκανε πολλούς τρόπους: Αφήκανε αυτή τη χώρα να την πνίγουνε οι αλήτες ποταμοί και ταυτόχρονα συνηθίσανε όλη την ανθρωπότητα να ακούει με απάθεια -σα να είταν το φυσικότερο πράμα- πως σαράντα εκατομμύρια Κινέζοι πνιγήκανε από τις πλημμύρες του 1932!... Άλλοτε αναγγέλνανε, σαν ευεργεσία μάλιστα στην ανθρωπότητα, πως άλλα είκοσι πέντε εκατομμύρια κιτρινίσανε και σαπίσανε από αρρώστιες! Κι αυτός είταν, λέει, ο λόγος της εξαιρετικής... ευφορίας της γης μια χρονιάς!...

Δεν αφήκανε σ' αυτούς τους ευεργέτες της ανθρωπότητας όσο χρόνο χρειαζόντανε για να ολοκληρώσουνε το εκπολιτιστικό τους πρόγραμμα στην Κίνα. Τους ανακόψανε την ορμή! Και ορίστε τώρα τ' αποτελέσματα: Κίτρινοι Κινέζοι να μην υπάρχουνε! Χασισοπότες Κινέζοι, πού ακούστηκε να λείπουνε απ' το δειγματολόγιο της ζωής; Και στη θέση τους να βλέπεις μια νέα κινέζικη γενιά ροδοκόκκινη σαν κι όλους τους γερούς ανθρώπους, και με μπόι πιο πάνω από το μέτριο!...

Και σα να μη φτάνανε όλες αυτές οι συμφορές, μάθανε και... τρώνε και πληθύνονται, και προπάντων δουλεύουνε ανθρώπινα για να προβαδίζει, λέει, πάντα η αύξηση των αγαθών από την αύξηση του πληθυσμού!

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Μια αισιόδοξη "τραγωδία"

Οι προεκτάσεις για τον εμφύλιο και το συνέδριο της Παντείου ξεκινάνε από τον τίτλο ενός έργου που ανέβηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα και το ανέφερε μια σφισσα στην αρχή της ανακοίνωσής της για τη συμμετοχή των γυναικών του ΔΣΕ. Αισιόδοξη τραγωδία, αν το συγκράτησα καλά. Ένας τίτλος που θα μπορούσε παρεκβατικά να μπει και στην τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ. Γιατί όμως;

Καμία σχέση προφανώς με την "τραγωδία" για την οποία κάνουν λόγο αστοί κι οπορτουνιστές ιστορικοί, εννοώντας πχ τα θύματα του πολέμου ή τη "χαμένη" ευκαιρία και τις μεταπελευθερωτικές δυνατότητες ειρηνικής ανάπτυξης του αριστερού κινήματος, όπως στην Ιταλία και τη Γαλλία. Κι ας είναι καθαρό -βλέπε και την ανακοίνωση του Μαργαρίτη στο ίδιο τραπέζι- πως η Ελλάδα δεν ήταν η εξαίρεση στον κανόνα ενός ειρηνικού αρχιπελάγους, αλλά μία από τις πολλές περιπτώσεις κι εστίες ενός πολέμου μετά τον πόλεμο, με παγκόσμιες διαστάσεις, σε διάφορες γωνιές του πλανήτη. Και ας είναι επίσης καθαρό πως "άλλος δρόμος δεν υπήρχε*" για τον εαμικό κόσμο, όπως/γιατί δεν υπήρχε και για τον ταξικό αντίπαλο, που έβλεπε ως μονόδρομο την ένοπλη συντριβή του λαϊκού κινήματος, για να μπορέσει να επιβάλει την κυριαρχία του.

Τραγωδία λοιπόν είναι αυτή η κυριαρχία κι οι συνέπειες της ήττας -που τουλάχιστον δεν επήλθε αμαχητί. Τραγωδία πχ ήταν ο ξεριζωμός χιλιάδων ορεσίβιων κατοίκων της ελληνικής επαρχίας (για να απομονωθούν οι αντάρτες από τροφοδοσία, εφεδρείες, κλπ), και οι απαρχές μια αναγκαστικής αστυφιλίας, που οδήγησαν σε βάθος χρόνου στο έκτρωμα της αντιπαροχής -για να πιάσουμε μόνο μία ειδική πτυχή.

Σε κάθε περίπτωση, είναι τραγικό να διαβάζεις πχ για την πολιορκία της Φλώρινας από το ΔΣΕ -προκειμένου ν' απελευθερωθεί και να γίνει πρωτεύουσα του ελεύθερου λαϊκοδημοκρατικού κράτους- και τους εκατοντάδες συντρόφους που έπεσαν νεκροί σε αυτή τη μάχη. Είναι τραγικό να σκέφτεσαι πόσα θα μπορούσαν να προσφέρουν όλοι αυτοί, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας, οι αφοσιωμένοι, ηρωικοί μαχητές του ΔΣΕ σε μια λεύτερη, σοσιαλιστική Ελλάδα. Ή και στον ίδιο τον εμφύλιο, εάν είχαμε καλύτερο σχέδιο, αν είχε δοθεί έγκαιρα κι αποφασιστικά περισσότερο βάρος στον ένοπλο αγώνα, αν είχαμε εφεδρείες και μπορούσαμε να συγκροτήσουμε τακτικό στρατό (που ετυμολογικά, μιλώντας, συνδυάζει αρμονικά τακτική και στρατηγική).

Η "τραγωδία", ως προς τον αγώνα του ΔΣΕ, δεν έχει να κάνει με τον... "τυχοδιωκτισμό της ηγεσίας" ή του Ζαχαριάδη, που είχε μείνει μακριά από την Εαμική Αντίσταση κι έψαχνε να την ισοφαρίσει με κάποιο αντίστοιχο επίτευγμα -αυτό ειδικά είναι φαιδρή, ψυχολογίστικη προσέγγιση. Αφορά κυρίως τις αντιφάσεις, την (εν μέρει δικαιολογημένη ή μάλλον ερμηνεύσιμη) αμφιταλάντευση ανάμεσα στη νόμιμη και την ένοπλη πάλη, το δισταγμό και την καθυστερημένη απόφαση να δοθεί αποφασιστικό βάρος στη δεύτερη -που ήρθε μόλις στα τέλη του 47', με την 3η Ολομέλεια.

Εδώ κολλάει κι η τρίτη ανακοίνωση του συγκεκριμένου τραπεζιού, με το Λυμπεράτο να αναλύει τη διαλλακτική στάση της δικής μας πλευράς, τις συνεχείς προτάσεις ανακωχής κι ειρήνευσης με βάση συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις και το ρόλο του ΔΣΕ ως μοχλού πίεσης για επιστροφή στην ομαλότητα: αρχικά στην προβαρκιζιανή ισορροπία και σταδιακά ούτε καν σε αυτό (τη συμμετοχή δηλ του ΕΑΜ σε ένα κυβερνητικό σχήμα, ως μίνιμουμ όρο που να διασφαλίζει την ειρήνευση), επιδιώκοντας μια "αδύνατη ταξική ανακωχή*".

Ο Λυμπεράτος παρουσίασε ένα ΔΣΕ στα μέτρα του, με επιλεκτική, στοχευμένη χρήση πτυχών της δράσης του. Προφανώς ο ΔΣΕ ήταν πολύ περισσότερα από ένα διαπραγματευτικό χαρτί (όπως στο δημοψήφισμα πχ) και μοχλός πίεσης για την ειρήνευση, μια μορφή... "διαρκούς διαπραγμάτευσης", που στα μάτια ενός Συριζαίου μπορεί να είναι κάτι σαν (τη διαρκή) επανάσταση (του Τρότσκι). Η ανακοίνωση όμως αναδείκνυε γλαφυρά τις αντιφατικές στρατηγικές επιδιώξεις της πρωτοπορίας, που με τους δισταγμούς της απέτυχε να αξιοποιήσει το κρίσιμο διάστημα και το "κενό" ανάμεσα στην αποχώρηση των Βρετανών και την εκτεταμένη ανάμειξη των Αμερικάνων στον πόλεμο.

Η ήττα δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενη -κι αυτό το εισπράττουν κι όσοι βλέπουν το ντοκιμαντέρ της κετουκε για το ΔΣΕ και τον αγώνα του. Μπορεί όμως να αφήσει παρακαταθήκη, να αναδείξει τη συνέχεια και την προοπτική. Και αυτό είναι που μισούν (και τρέμουν ταυτόχρονα), περισσότερο από οτιδήποτε, όλες οι δυνάμεις του αστικού φάσματος, σε σχέση με το ΔΣΕ και την υπεράσπισή του απ' τους κομμουνιστές. Η στάση απέναντι στον "εμφύλιο" και το ΔΣΕ είναι αδιάψευστο κριτήριο για το πολιτικό στίγμα και την πραγματική ένταξη κάθε δύναμης -πέρα από το δικό της αυτοπροσδιορισμό και το φραστικό επίπεδο. Όσοι βλέπουν τον αγώνα του ΔΣΕ ως τραγωδία, θέλουν πρώτα και κύρια να ξορκίσουν το ενδεχόμενο μιας επανάληψής του -που θα έχει διδαχτεί από το παρελθόν και δε θα έρθει ως φάρσα ή τραγωδία. Είναι μίσος ταξικό (που λέει κι ένα αναρχικό σύνθημα), αλάνθαστο ως προς τα στρατηγικά του συμφέροντα, κι όχι τυφλό πάθος που τροφοδοτείται από σκληρά βιώματα...

Το ντοκιμαντέρ για το ΔΣΕ λοιπόν μπορεί να συγκινήσει το θεατή, να φορτώσει με δάκρυα τα μάτια του και το μυαλό του, αλλά δεν παραπέμπει σε... τραγωδία, ούτε στερείται αισιοδοξίας. Και δεν είναι μόνο οι βετεράνοι μαχητές του, που δηλώνουν αμετανόητοι, ή η φοβερή Πόντια σφισσα που έχασε όλους τους στενούς της συγγενείς στο αντάρτικο, κι αφού τα διηγείται, απαντά: τώρα στα γεράματα να αλλάξω κόμμα...; (ρητορικό το ερώτημα).

Το πιο συγκλονιστικό κι αισιόδοξο στοιχείο που περνάει, κατά τη γνώμη μου, το ντοκιμαντέρ είναι η ατσάλινη πίστη αυτών των μαχητών, που αναλάμβαναν κάθε μέρα αποστολές αυτοκτονίας, για να τις εκτελέσουν με ζήλο, θέρμη, τραγούδι, και να ετοιμαστούν -όσοι επιζούσαν για την επόμενη. Πίστη ακλόνητη στη νίκη, στο δίκιο του αγώνα τους (όχι σε κάποια ηγεσία, επίγειο θεό, κτλ). Εδραιωμένη πεποίθηση πως η θυσία τους δεν πρόκειται να πάει χαμένη, πως δίνουν τη ζωή τους στον αγώνα για να θριαμβεύσει η ζωή.

Η μόνη μελαγχολία που "δικαιολογείται" προκύπτει από τη σύγκριση με το σήμερα, που μας έχει πάρει από κάτω και δεν έχουμε ούτε ένα κλάσμα αυτής της αισιόδοξης, αγωνιστικής πίστης. Όλα τα άλλα μόνο ρίγη συγκίνησης κι αισιοδοξίας χαρίζουν στο θεατή. Κι ας ξεχειλίζει καμιά φορά (αυτή η αισιοδοξία) με δάκρυα απ' τα μάτια...

*τα σημεία με τους αστερίσκους αντιστοιχούν στους τίτλους των ανακοινώσεων (της προπέρσινης και της φετινής) του Μαριόλη, που έχουν κι αυτές με τη σειρά τους ενδιαφέρουσες προεκτάσεις αλλά θα τις δούμε σε κάποια άλλη ανάρτηση).

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Έλα Συριζαίε να δεις τι έκανες

Η "αριστερά" είναι τόσο ταλαιπωρημένη και ξεχειλωμένη έννοια -ιδίως στην κυβερνητική της εκδοχή- που μπορεί να εκφράζει τα πάντα (πλην της Αριστεράς) και τους πάντες. Ακόμα και το Στιβ Γιατζόγλου που είπε δημόσια ότι την ψήφισε, πιθανότατα για να αποτινάξει τη ρετσινιά του φασίστα (τόσοι και τόσοι θέλησαν να ξεπλύνουν το μνημονιακό τους παρελθόν στην κολυμπήθρα της ΠΦΑ, γιατί όχι άλλος ένας;).

Την ίδια στιγμή, διάφοροι Συριζαίοι, ακόμα κι άτομα που βρέθηκαν εκτός Σύριζα, αλλά χωρίς καμία ουσιαστική αυτοκριτική για τη στάση και τις επιλογές τους, επιχειρούν να αποτινάξουν εναγώνια και αυτοί τη ρετσινιά του μνημονιακού ή της εξαπατημένης ερωμένης που προδόθηκε και, τυφλή απ' τον έρωτά της, δεν είχε καταλάβει που οδηγούνταν τα πράγματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, κυκλοφορούν το τελευταίο διάστημα διάφορα βιβλία, που αποσκοπούν σε αυτήν ακριβώς την εξιλέωση. Και δεν ξέρω αν θα πέσετε από τα σύννεφα, όπως διάφοροι ψηφοφόροι της ΠΦΑ, αλλά πολλοί συγγραφείς ξεκινούν από αυτό ακριβώς: τη δικαίωσή τους, γιατί είχαν καταλάβει από αρκετά νωρίς την κατάληξη του πράγματος, αλλά... ήταν Συριζαίοι, δε μίλησαν. Και μολαταύτα διεκδικούν το ρόλο του "σας-τα-λεγάκια".
Μια τίμια στάση που θυμίζει συνειρμικά ένα παλιό σκετσάκι των ΑΜΑΝ.



Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Αλτουσεριανός Γιάννης Μηλιός, στην μπροσούρα "Πρώτη Φορά Αριστερά", που κυκλοφόρησε φέτος (δηλαδή πολύ αργότερα από το δημοψήφισμα, το τρίτο μνημόνιο και την εκλογική ανάδειξη της ΔΦΑ) από τις εκδόσεις Πεδίο.

Το πάνελ με Βαλαβάνη και (σύντροφο) Κουβέλη είναι όλα τα λεφτά
Ναι αλλά ο Μηλιός το είχε δει το έργο από πολύ νωρίτερα, ως οικονομικός υπεύθυνος του προγράμματος του Σύριζα. Και η συνέχεια ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους του ή μάλλον τις επιστημονικές του προβλέψεις. Κι αδιάψευστος μάρτυρας για αυτό ήταν πως δε συμμετείχε στα ψηφοδέλτια του Σύριζα, το Γενάρη του 15', που η εκλογή του στη Βουλή θα ήταν σχεδόν βέβαιη.

Αν τώρα κάποιοι θυμούνται το Μηλιό στα τηλεοπτικά πάνελ της προεκλογικής περιόδου να υπερασπίζεται παθιασμένα την πολιτική του Σύριζα, να αφρίζει κατά των εκπροσώπων του ΚΚΕ και της κριτικής που ασκούσαν (πχ πως το μνημόνιο δεν είναι κάτι διαφορετικό από τη δανειακή σύμβαση), αυτή είναι μια ατυχής στιγμή, που δεν μπορεί να αμαυρώσει τη διορατικότητα και την κριτική πολιτική σκοπιά του Μηλιού ή την ακρίβεια της προβλεπτικής του ικανότητας.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον σε ένα δεύτερο επίπεδο, είναι η σκοπιά από την οποία ασκεί ο Μηλιός αυτή την κριτική στο Σύριζα, το Δραγασάκη και την "αντιπολίτευση" του αριστερού ρεύματος, που μετεξελίχθηκε σε ΛαΕ (διαχωρίζοντας τη θέση της πιο μετά κι από το Μηλιό).

Καταρχάς είναι απαραίτητο να υπάρχει κάτι, ένα πρόσωπο, μια συγκυρία ή ένα γεγονός, που δεν το είχε προσέξει κανείς άλλος και που στράβωσε την υπόθεση, για να μη φτάσει εις πέρας. Κάτι που θα παίξει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και θα αποδείξεις πως το πράγμα (η κυβέρνηση της Αριστεράς, εν προκειμένω) δεν ήταν χαμένη υπόθεση εξαρχής, αλλά κρίθηκε στις λεπτομέρειες, δηλ στο Δραγασάκη -που ήταν ο υπεύθυνος προγράμματος του Σύριζα. Αυτός είναι που ευθύνεται για την ακύρωση της διαπραγματευτικής τακτικής του Μηλιού και της ταξικά μεροληπτικής πολιτικής υπέρ των αδυνάτων, που πρέσβευε αρχικά ο Σύριζα.

Η προσωποποίηση της ευθύνης, ωστόσο, δε στερείται πολιτικής βάσης κι ενδιαφέροντος. Κι αυτό είναι ουσιαστικό (κι ιντριγκαδόρικο συνάμα) σημείο, καθώς ο Μηλιός εναντιώνεται βασικά στη λογική της εξάρτησης και της εξαρτημένης Ελλάδας, όπου η ταξική ανάλυση υποχωρεί κι ο βασικός αντίπαλος θεωρείται πχ η Γερμανία κι οι μερκελιστές, αντί για το αστικό μπλοκ εξουσίας, ενώ ως βασικός στόχος τίθεται η παραγωγική ανασυγκρότηση, ουδέτερα και "τεχνοκρατικά", λες και η χώρα είναι ένα ενιαίο σύνολο, που έχει κοινά συμφέροντα.

Αυτός ήταν για το Μηλιό, ο βασικός μοχλός της σταδιακής προγραμματικής διολίσθησης του Σύριζα, σε ακίνδυνες συστημικές θέσεις. Και αυτή είναι η "αριστερή" κριτική που κάνει στη ΛαΕ, που βάζει το σύνθημα της εξόδου από την ευρωζώνη. Παράλληλα όμως ο Μηλιός δεν αναφέρει τίποτα για την αναγκαιότητα σύγκρουσης και ρήξης με τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, θεωρώντας τους πιθανότατα προνομιακό πεδίο εκδήλωσης της ταξικής πάλης, σε ευρεία κλίμακα. Κρατάει δηλ ακέραια την παραδοσιακή (και χρεοκοπημένη) ευρωκομμουνιστική αντίληψη και την ευρωλαγνεία του Σύριζα, που βρίσκεται στον πυρήνα της "αναδίπλωσής" του, καθώς η ένταξη στην ΕΕ σημαίνει μνημόνια διαρκείας.

Δείχνει έτσι τα πολιτικά του όρια, ενώ παράλληλα κάποιοι διαδικτυακοί υπόνομοι (νομίζουν πως) βρίσκουν πάτημα για να ταυτίσουν τη δική του κριτική στη λογική-θεωρία της εξάρτησης με αυτήν που κάνει το ΚΚΕ, βγάζοντας το τελευταίο υπέρ του ευρώ και του "ευρωκομμουνισμού" νέου τύπου.
Φαντασία μου πλανεύτρα, είσαι η πιο μεγάλη ψεύτρα.

Ακολουθεί ένα δεύτερο μέρος, όπου δύο κοινωνιολόγοι ξοδεύουν αρκετό χώρο για να εξηγήσουν με φλύαρο ύφος πόσο πρωτοπόρος κι εκλαϊκευτική είναι η ερευνητική τους μέθοδος, που τους επιτρέπει να εξετάσουν μερικούς σημαντικούς πολιτικούς λόγους του Τσίπρα της τελευταίας πενταετίας και να διαπιστώσουν την ιδεολογική του μετατόπιση μέσα από τη χρήση άλλων όρων και λέξεων με ριζικά διαφορετική έννοια και πολιτικό φορτίο. Η "αριστερά" κι η "ανατροπή" πχ αντικαθίστανται από την "πατρίδα", το "όραμα", την "κοινωνία", γενικά κι αόριστα.
Αριστεροχώρι που φαίνεται, κοινωνιολόγο-κολαούζο δε θέλει.

Η έκδοση κλείνει με ένα προκλητικό τρίτο μέρος του φαιδρού Τάσου Παππά, που βασικά κατηγορεί για αναχωρητές, όσους υποστηρίζουν ότι η Αριστερά δε θα έπρεπε να αναλάβει την εξουσία, όσο οι συσχετισμοί και το τοπίο δεν ευνοούν την επανάσταση. Και βρίσκει ένα κείμενο του πάντα χρήσιμου (στους άλλους) Μπαντιού, για να αποδείξει ότι υπάρχει όντως τέτοια πρόταση-καρικατούρα. Αλλά ο Σύριζα είχε το πολιτικό θάρρος να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να μην παραμείνει θεατής των γεγονότων, στην ιδεολογική του καθαρότητα.
Τι ωραίοι, ψαγμένοι Πασόκοι που είμαστε...

Λέει κι άλλα φαιδρά, αλλά δεν έχουν ιδιαίτερη αξία. Ούτε και τα υπόλοιπα δηλ. Τα θυμήθηκα όμως διαβάζοντας τις προάλλες την είδηση για το δι-ορισμό του Μηλιού από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Δ.Σ. του Φεστιβάλ Αθηνών (κι εδώ η "απάντησή" του). Αλλά και την προαναγγελία ενός Συνεδρίου για τα 150 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του Κεφαλαίου του Μαρξ, με όλο τον κακό τον κόσμο του οπορτουνιστικού φάσματος, εγχώριου και διεθνούς, που το διαφημίζει το infowar του Χατζηστεφάνου.