Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Τον λέ-γα-νε Αρτέμη

Για δες καιρό που διάλεξε τον Γάβρο να μας πάρει
Τώρα που η Εθνοσωτήριος σαν άλλοτε φορτσάρει

Το άκρον άωτο της ειρωνείας για ένα μέλος του ΣΦΕΑ είναι να φεύγει από τη ζωή 21 Απριλίου. Στην επέτειο επιβολής της χούντας, που τον καταδίκασε 17 Νοέμβρη (του ελληνικού ’68), μερικούς μήνες μετά την απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Και είναι εξίσου ειρωνικό, για κάποιον που μέχρι τα 85 του ανέβαινε στα δέντρα και έκανε βαριές δουλειές στο χωράφι, να καθηλώνεται κλινήρης από το δεύτερο εγκεφαλικό -όπως κάποτε ο Βλαδίμηρος-, να μαραζώνει από την ακινησία και να φαίνεται στα μάτια των οικείων του σα να μην έχει πια κίνητρο και όρεξη για (τέτοια) ζωή.

Όρθιος, στο μέσο της εικόνας, σε στιγμιότυπο της δίκης

Έφυγε από τη ζωή ο Αρτέμης Κλωνιζάκης, που συνέδεσε ανεξίτηλα το όνομά του με τον αγώνα κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Μέλος της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» και συνοδοιπόρος του εμβληματικού Αλέκου Παναγούλη, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορικής απόπειρας κατά του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου το καλοκαίρι του 1968, πληρώνοντας το τίμημα της ελευθερίας με διώξεις και καταδίκες από το καθεστώς.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στα Χανιά, την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά και σε ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο που αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν συνεπή αγωνιστή που δεν λύγισε μπροστά στα έκτακτα στρατοδικεία της εποχής. Ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ) εξέδωσε συλλυπητήρια ανακοίνωση, αποτίνοντας φόρο τιμής σε μια προσωπικότητα που σφράγισε με τη δράση της τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Η δράση του Αρτέμη Κλωνιζάκη κορυφώθηκε με τη συμμετοχή του στην επιχείρηση της 13ης Αυγούστου 1968, όταν η «Ελληνική Αντίσταση» επιχείρησε να πλήξει την καρδιά της δικτατορίας.

Το Έκτακτο Στρατοδικείο: Στις 17 Νοεμβρίου 1968, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης κάθισε στο εδώλιο του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών. Καταδικάστηκε ως «συστασιώτης» σε 4ετή φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην ίδια δίκη, ο αδελφός του, Γιάννης Κλωνιζάκης, δέχθηκε ένα πολύ σκληρότερο χτύπημα από το καθεστώς, καθώς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 24 ετών.

Η δίκη εκείνη έμεινε στην ιστορία για τις εξοντωτικές ποινές. Ο Αλέκος Παναγούλης καταδικάστηκε δις εις θάνατον, ο Λευτέρης Βερυβάκης σε ισόβια, ενώ οι Στάθης Γιώτας, Νίκος Ζαμπέλης, Γεώργιος Αβράμης και Νικόλαος Λεκανίδης έλαβαν πολυετείς ποινές κάθειρξης.

Η κηδεία του Αρτέμη Κλωνιζάκη θα αποτελέσει μια ευκαιρία για την τοπική κοινωνία και τους παλιούς του συναγωνιστές να τιμήσουν τη μνήμη του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026, στις 15:30, στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής στη Χαλέπα Χανίων.

Η απώλειά του αφήνει ένα κενό στη ζωντανή μνήμη της αντίστασης, όμως η ιστορία της δίκης του ’68 και το θάρρος που επέδειξε απέναντι στους δικτάτορες θα παραμείνουν ζωντανά ως φάρος για τις επόμενες γενιές.

Ιστορικό Σημείωμα: 

Οργάνωση: Ελληνική Αντίσταση.

Κορυφαία Στιγμή: Απόπειρα κατά Παπαδόπουλου (13/8/1968).

Δίκη: 17/11/1968 (Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών).

Τόπος Ταφής: Χαλέπα Χανίων.

Η mariori λέει ότι εσχάτως το μπλοκ κινδυνεύει να γίνει «Νεκροδρέπανο», σαν το δρεπάνι με το οποίο θερίζει ζωές ο χάρος -που δεν είναι μόρτης και δερβίσης. Αλλά το ηθικό είναι χαμηλό τελευταία και η στάθμη των λογοπαιγνίων δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλότερη. Κάποια πράγματα, ωστόσο, πρέπει να ειπωθούν ούτως ή άλλως.

Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως όλοι μας κατά μια έννοια. Έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο «γάβρος», αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ στη θάλασσα και συμπαθούσε την ΑΕΚ, αν και τα τελευταία πολλά χρόνια δεν ασχολούνταν καν -γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνεις να δίνεις σημασία σε ό,τι έχει πραγματική αξία: την Κρήτη και κάνα δυο ακόμα πράγματα. Και σίγουρα όχι σε ονόματα και φυσιογνωμίες -που σπανίως ανακαλούσε στη γεμάτη μνήμη του.

Ήταν δημοκρατικών πεποιθήσεων και προπαντός πράξεων, με τον δικό του τρόπο. Με μια παλιάς κοπής αίσθηση περί του δικαίου και του κοινωνικά δέοντος, που σήμερα μπορεί να φαινόταν αναχρονιστική σε κάποια σημεία, αλλά θα ήταν λάθος να την κρίνουμε αυστηρά, έξω από τα μέτρα της εποχής και της γενιάς του. Χωρίς δηλαδή τις ιστορικές προσλαμβάνουσες που μας ορίζουν εσαεί, ακόμα και όταν αλλάζουν ραγδαία, χωρίς να κοιτάζουν τη δική μας διαμορφωμένη κοσμοθεώρηση.

Πολιτικά μιλώντας, ο Αρτέμης ήταν Βενιζελικός και Κεντρώος. Δε μιλάμε μόνο για τον Ελευθέριο, που η μορφή του είναι σε κάθε παλιό κρητικό σπίτι (αν όχι στο εικονοστάσι του), και που -αν τα υπολογίζω καλά- πέθανε εννιά μήνες πριν έρθει στη ζωή ο Α.Κ., λες και αυτό κυοφόρησε τη γέννησή του. Αλλά ακόμα και για τον «Κλι-Κλή», που δύσκολα θα έκανε πολιτική καριέρα χωρίς το όνομα του πατέρα του. Κάτι που γνωρίζουν καλά στη Χαλέπα και την οδό Ακρωτηρίου, όπου είναι το αρχοντικό των Μητσοτάκηδων, λίγα μέτρα από το πατρικό σπίτι των Κλωνιζάκηδων. Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο, μα τα κελιά μας είναι χωριστά. Και είναι αν μη τι άλλο σπουδαίο να μην ακολουθείς την εύκολη οδό και να μη σε καταγράφει η Ιστορία ως ένα από τα καθάρματα αυτού του τόπου.

Εξυπακούεται πως δε θα βρεις πολλούς παλιούς Χανιώτες να λένε την Ακρωτηρίου με το νέο της, επίσημο όνομα -οδός Μητσοτάκη- και όχι απλώς λόγω της δύναμης της συνήθειας αλλά από άποψη. Το πολύ να βρεις κάποιους πρόθυμους να διορθώσουν την επιγραφή του οδοδείκτη, αντικαθιστώντας την ιστορική επεξήγηση (πρωθυπουργός της Ελλάδας), με μια άλλη βασική του ιδιότητα: αρχαιοκάπηλος. (Κατά σύμπτωση, στο 61, δηλαδή στο σπίτι ενός άλλου Κλωνιζάκη).

Ο Αρτέμης, βέβαια, πλην του Εφιάλτη, όπως τον αποκάλεσε κάποτε ο Ανδρέας, δε συμπαθούσε πολιτικά ούτε τον τελευταίο, σε αντίθεση με τους μισούς και βάλε Κρητικούς, και πιθανότατα δεν τον ψήφισε ποτέ -που είναι από μόνο του μια ιδιότυπη πράξη συμβολικής αντίστασης στη χώρα του πράσινου ήλιου, όπως τραγουδούσε ο Χάρρυ Κλυνν. Και όχι επειδή ήταν παραδοσιακά με την Ένωση Κέντρου, αλλά επειδή αυτός και οι συναγωνιστές του στην «Ελληνική Αντίσταση» (την ομάδα του Παναγούλη) είχαν το θλιβερό προνόμιο να διαπιστώσουν πως συνομιλούσαν με ένα γνήσιο τέκνο «Παπατζή», που δεν είχε καμία πρόθεση για σοβαρή αντιστασιακή δράση ή να τους ενισχύσει ουσιαστικά. Έφεραν βαρέως αυτόν τον εμπαιγμό και δεν είχαν κοντή μνήμη (η πλειοψηφία τους τουλάχιστον), όπως διάφορα χρυσόψαρα στο αρχιπέλαγος ΠΑΣΟΚ.

Σημείο πολιτικής αναφοράς ήταν πάντα ο Αλέκος Παναγούλης, μια ξεχωριστή προσωπικότητα που δε χρειαζόταν να συμφωνείς μαζί της πολιτικά, για να κερδίσει τον σεβασμό σου (ή και τον θαυμασμό) για τη στάση και το αλύγιστο φρόνημά του. Και αν κάποιοι σήμερα αντιμετωπίζουν τον Παναγούλη ως τον «τελευταίο ήρωα», είναι γιατί ξέπλυνε την ντροπή για τη δική τους απραξία. Και θέλουν να προδικάσουν πως δε θα υπάρξουν άλλοι τέτοιοι (να τους κάνουν να ντρέπονται) και πως δε ζούμε πια σε ηρωικές εποχές. Κι έτσι ο Παναγούλης έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους τελευταίους έντιμους ανθρώπους ενός χώρου (του παλιού Κέντρου), όπου κάποτε μπορούσες να βρεις στη βάση του άτομα με ιδανικά και καλές προθέσεις που δεν έμεναν στα παχιά λόγια.

Ο Α.Κ. ήταν στην εποχή του ένας από αυτούς. Παρά την αντιστασιακή του δράση, όμως, ήταν υπεράνω υποψίας για... συνοδοιπορία και ο δρόμος του δε διασταυρώθηκε ποτέ με τους αντάρτες στα «Λευκά Όρη» και τον πολιτικό τους χώρο. Και αν ψήφισε καμιά φορά το Κόμμα ήταν μάλλον προσωπικό το κίνητρο. Πχ για να στηρίξει τον ανιψιό του Μίλτο (τον γιο του Γιάννη, που ήταν το δεξί χέρι του Παναγούλη, με το προσωνύμιο «Ολύμπιος»). Ο οποίος ανδρώθηκε πολιτικά στη νεολαία της ΕΔΗΚ (!), ένα από τα εξωτικά απομεινάρια των χρόνων της Μεταπολίτευσης, ήταν υποψήφιος το ’12 με τον ΣΥΡΙΖΑ στα Χανιά -όπου επικράτησαν φυντάνια σαν τον Σταθάκη και τον Πολάκη- και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται σταθερά με το ΚΚΕ, γεμίζοντας με απτές πράξεις και νόημα τη φράση «έβγαλε συμπεράσματα στα χρόνια της κρίσης», που καμιά φορά μπορεί να ακούγεται κούφια και ξύλινη.

Ίσως να 'χε ρίξει κόκκινη ψήφο και νωρίτερα, με τον νεότερο Παναγούλη (τον Στάθη), που αργότερα έδειξε πως δεν είναι η πιο σοβαρή περίπτωση -πολιτικά μιλώντας-, ωστόσο λίγοι θυμούνται πως το ’85 είχε συνεργαστεί με το κόμμα και βγήκε βουλευτής -αν και όχι στα Χανιά.

Η ψήφος όμως δεν είναι το βασικό κριτήριο. Στην οικογένεια εξάλλου μπορούσες να βρεις σχεδόν τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές ή Μακρονησιώτες- και δεν ήταν δεδομένο πως θα λειτουργούσε η «οικογενειακή αλληλεγγύη» και πως θα στήριζαν όλοι κάποιον συγγενή τους, αν διαφωνούσαν πολιτικά μαζί του. Κάτι που δεν είναι δείγμα αστικού πολιτισμού, αλλά ωριμότητας που βοηθάει τις (υποκειμενικές) συνθήκες να ωριμάσουν και τον κόσμο να σκέφτεται πολιτικά.


Σε κάθε περίπτωση, πρώτο κριτήριο είναι οι πράξεις, που μιλούν από μόνες τους για κάθε άτομο και δε χρειάζονται περσότερα. Πολλοί ποστάρουν πομπώδεις, φλογερές φράσεις στον τοίχο τους, για να μαζέψουν πύρινα like, λίγοι είναι όμως πρόθυμοι να διαβούν τον Ρουβίκωνα των λόγων και να τους κάνουν πράξη. Να πάρουν τοις μετρητοίς το σύνθημα πως όταν η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον-υποχρέωση. Να μην τσιμπήσουν, σαν βλάκες με περικεφαλαία -στη κυριολεξία-, στα κιτς αρχαιόπληκτα θεάματα της χούντας με τις χλαμύδες, αλλά να κρατήσουν όσα διαχρονικά μας διδάσκει η αρχαία γραμματεία για τους τυράννους και τις δίκαιες πράξεις των τυραννοκτόνων. Και ας μην είχε αίσιο τέλος η δική τους σύγχρονη προσπάθεια.

Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μέλος μιας ομάδας, που -με όσες αντιφάσεις και περιορισμούς είχε- πήρε σοβαρά τις διακηρύξεις της και πλήρωσε τις συνέπειες των πράξεών της. Ο Α.Κ. έμεινε στη φυλακή ως τη διεξαγωγή της δίκης, βασανίστηκε από τους ανθρωποφύλακές του και έφτασε στα όριά του, γιατί η καλή του προαίρεση δεν του επέτρεπε να διανοηθεί πώς ένας πολίτης-επιστήμονας μπορούσε να τύχει τέτοιας εξευτελιστικής αντιμετώπισης από ένστολους. Όταν είσαι πολιτικός κρατούμενος, άλλωστε, τα αυταρχικά καθεστώτα δε σου αρνούνται μόνο την πολιτική ιδιότητα (σα να είσαι κακοποιός του κοινού ποινικού δικαίου) αλλά και την ανθρώπινη, για να σε μεταχειριστούν σαν ζώο, σπάζοντας μέσα σου κάθε αίσθημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο στόχος είναι ο άνθρωπος...

Το πιο σπάνιο γνώρισμα του Αρτέμη, ωστόσο, ήταν η σεμνότητα και η διακριτικότητα. Τα πιο πολλά γι’ αυτόν δεν τα γνωρίζουμε από δικές του αφηγήσεις -που ήταν ακόμα πιο σπάνιες και μετρημένες στα δάχτυλα- αλλά από μαρτυρίες τρίτων. Ο ίδιος δεν ήθελε να μιλάει σχεδόν ποτέ, ούτε καν στους δικούς του, για όσα έκανε και, πολύ περισσότερο, για όσα πέρασε. Είχε αλλεργία στην περιαυτολογία, τις παράτες, τις τιμητικές εκδηλώσεις και δεν πήγε ποτέ στο Προεδρικό Μέγαρο για τη «γιορτή της (αποκατάστασης της) Δημοκρατίας», μολονότι λάμβανε πρόσκληση επί σειρά ετών. Δεν εξαργύρωσε ποτέ τα παράσημά του για να κάνει πολιτική καριέρα ή για να πετύχει κάποια χάρη ή εξυπηρέτηση. Δεν καταδέχτηκε καν να κάνει περιουσία, ως έμπειρος γιατρός, γιατί δεν τον ενδιέφερε και δεν ήταν ποτέ στόχος του.

Ήταν χαμηλών τόνων, διακριτικός, αυτός όμως δε σήμαινε να «κοιτάζει τη δουλειά του», σαν νοικοκυραίος ή ανθρωπάκι, για να μην μπλέξει με τις αρχές και την κρατική μνησικακία-εκδικητικότητα. Ίσως το μεγαλύτερο παράσημο (και απόδειξη για τη συνέχεια του αστικού κράτους, στη χουντική ή την κοινοβουλευτική εκδοχή του) ήταν πως στα χρόνια της Μεταπολίτευσης τον παρακολουθούσαν οι αρχές, μαζί με όλα τα μέλη της παλιάς του οργάνωσης -ακόμα και αυτόν που έσπασε στα βασανιστήρια και τους «έδωσε»- ως υπόπτους για συμμετοχή στην 17Ν! Κι αυτό μας δείχνει δύο πράγματα: Αφενός τι λαγωνικά, με αντανακλαστικά Ραν-Ταν-Πλαν είχε η ΕΛ.ΑΣ., σε αντίθεση με την αγιογραφία του ντοκιμαντέρ του Παπαχελά για τις δυνάμεις καταστολής. Και αφετέρου τη μνησίκακη στάση του κράτους, που δεν παύει ποτέ να θεωρεί επικίνδυνους όσους αμφισβήτησαν κάποτε την εξουσία του και το μονοπώλια της βίας.

Ο Αρτέμης κατάφερε, αν και φιλήσυχος, να ξεχωρίσει από τον χυλό με τους κυρ-Παντελήδες. Ακόμα και από το κινηματογραφικό στερεότυπο για το βαφτιστικό του όνομα, που έχει συνδεθεί με τον Μάτσα -στον στερεοτυπικό ρόλο του «κακού» - δωσίλογου του ελληνικού σινεμά- ή τα κροκοδείλια δάκρυα του (με λένε) Αρτέμη, στο «Αλαλούμ» του Χάρρυ Κλυνν, για το δράμα του εργαζόμενου λαού, που αγγίζει βαθιά -αλλά όχι και υλικά- τον μικροαστό, διανοούμενο ήρωα.

Ήταν δύσκολος άνθρωπος, με κολλήματα και εμμονές, που πιστοποιούσαν ωστόσο την πίστη του σε κάποιες αρχές -και όχι στην εκάστοτε αρχή, όπως κάνουν όσοι δεν έχουν τέτοιες. Δεν κέρδισε ικανοποιητική αμοιβή για τους αγώνες του (που στόχευαν σε κάτι καλύτερο από το προσωρινό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης), ούτε για την προσφορά του στο ιατρικό λειτούργημα (με το μνημονιακό τσεκούρι που διέλυσε τη σύνταξή του). Ο μεγάλος του καημός, ωστόσο, ήταν ότι δεν πρόλαβε να ξαναδεί το ιατρείο του και βασικά την Κρητική γη, που θα τον υποδεχτεί αύριο το απόγευμα στην αγκαλιά της.

Μπορεί, τουλάχιστον, να φύγει ήσυχος ως ζευγάς, γιατί αφήνει πίσω του καλή σπορά, που είναι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Γιάννη μου το καντήλι σου

Μπράβο ρε Γιάννη, τους τα ’πες κατάμουτρα! Είχαν φύγει, βέβαια, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα καμώματά σου, αλλά δεν έχει σημασία. Επιτέλους, κάποιος έπρεπε να το κάνει. Άντε γιατί...


Τους έτριξες τα δόντια -έτσι θέλουν. Και τους τα ’πες έξω από τα δόντια (που έτριζαν), για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που στήριζαν. Εκεί δεν είχαν δημοκρατία και η θητεία τους στην εξουσία ήταν ισόβια. Όχι σαν εσένα στη ΓΣΕΕ που δεν έχεις κλείσει ούτε 30 χρόνια πρόεδρος. Τα (αυταρχικά) καθεστώτα πέφτουνε αλλά ο Γιάννης μένει! Γιατί ο Γιάννης είναι ηγέτης λαοπρόβλητος, σύμβολο της δημοκρατίας, η Μελίνα και η Αλίκη της ΓΣΕΕ. Τράβα μπρος και μη σε μέλλει...

Αυτοί, Γιάννη, δε θέλουν ελεύθερες εκλογές αλλά να βγαίνουν με σταλινικά ποσοστά, 99,9%. Ενώ εσύ είσαι προσεκτικός στις νοθείες, τόσα Σωματεία-σφραγίδες και αντιπρόσωποι-μποτ και ούτε το 50% δεν έπιασες. Τόσο δημοκράτης μάγειρας! Παναγκόπ-Παναντόπ-Πραξικόπ...

Αυτοί, Γιάννη μου, θέλουν να υπάρχει μόνο ένα κόμμα και να κυνηγούν τους αντιφρονούντες. Όχι όπως η πολυφωνία στη ΓΣΕΕ, όπου τα βρίσκετε γαλαζοπράσινοι με ροζ κόκκους -σαν απορρυπαντικό του συστήματος-, φιλελεύθεροι ακροκεντρώοι και όλοι μαζί νομιμοποιείτε τη νοθεία. Έχεις ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ροζ Αριστερούς, ΠΑΣΚΕ Εσωτερικού, Πασόκους να ντουφεκάν Πασόκους, να βγάζουν στη φόρα μίζες, σκάνδαλα και στο τέλος να είστε όλοι μαζί μια αγκαλιά (με την κυβέρνηση). Γι’ αυτό η αστική δημοκρατία είναι ο βασιλιάς των σπορ πολιτευμάτων, γιατί σου δίνει τη χαρά της επιλογής και την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να νικήσει κάποτε ο αδύνατος, με τον σταυρό στο χέρι. 

Εκεί που λες είχαν άγρια καταστολή για να προστατεύει την εξουσία. Ενώ εσύ, Γιάννη μου, κυκλοφορείς ανενόχλητος στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, απολαμβάνεις την επαφή με τη λαϊκή βάση, την αυθόρμητη αγάπη της, και δε χρειάζεσαι τα ΜΑΤ για να κάνεις συνέδριο. Κολυμπάς στις μάζες και βγαίνεις στον αφρό σαν ναυαγοσώστης ή έστω ταξικό ναυάγιο, το ίδιο είναι.

Άσε που σε αυτές τις χώρες ήταν άθεοι και αντίχριστοι. Ενώ εσύ έκανες το θαύμα του Ιησού, πολλαπλασιάζοντας τις έδρες σαν ψάρια, χωρίς να έχεις καν αληθινούς συνέδρους. Άξιος, άξιος -για το χρίσμα! Τον Ιησού ή τον Γιάννη να καλούνταν να διαλέξει ο λαός, πάλι εσένα θα έβγαζε, από τον πρώτο γύρο.

Άσε που εκεί κυνηγούσαν τους Εβραίους και τους ομοφυλόφιλους. Να μας πουν πχ πόσοι Εβραίοι ζούνε στην Κούβα; Ελάχιστοι -τυχαίο και αυτό; Ενώ εσύ, Γιάννη, δεν έπεσες ποτέ στην παγίδα του αντισημιτισμού -πάντα σημιτικός και με τις γενοκτονίες, στη σωστή πλευρά των εγκλημάτων. Έδινες και κάνα ψιλό στο ΣΕΚ για ημερίδες-εκδηλώσεις, μην έρχονται τζάμπα τα παιδιά ως χειροκροτητές στις απεργίες -και ας έχεις κάτι χρόνια να πατήσεις σε τέτοια συγκέντρωση. Δείχνεις όμως βαθιά ενσυναίσθηση και ευαισθητοποίηση για τα δικαιώματα της κοινότητας. Σεξισμός και διακρίσεις δεν υπάρχουν πουθενά πια, όλοι τρέμουν τις παρεμβάσεις σου και κανείς π... εεε, κανείς εργοδότης δεν τολμά να σου κουνηθεί εσένα.

Θυμήθηκες και τα νιάτα σου, τα χρόνια της ηρωικής Μεταπολίτευσης, και τα «Αυτόνομα Συνδικάτα» -το τυράκι που τσίμπησε το εξωκοινοβούλιο της εποχής, πριν τους καταπιεί το ΠΑΣΟΚ. Τους είπες και «ιμάντες μεταβίβασης» της κομματικής γραμμής! Πσσς... (εργατοπα)Τέρας μόρφωσης είσαι Γιάνναρε! Κι αν ήσουν στο 10ο Συνέδριο των Μπολσεβίκων, θα τους την έβγαινες από αριστερά, Εργατική Αντιπολίτευση με Σλιάπνικοφ και Κολοντάι, με σύνθημα την αυτοδιαχείριση.

Κι ας σε λένε ιμάντα μεταβίβασης της κυβερνητικής πολιτικής, μη μασάς Γιάνναρε! Πού να ξέρουν οι μίζεροι και αδαείς πως υπέγραψες στα μουλωχτά συμφωνία με τον ΣΕΒ, για να πιάσεις στον ύπνο τα μεγάλα συμφέροντα που σε πολεμούν -μαζί και τον πρόεδρο του ΣΕΒ, με τους αντικαθεστωτικούς του αγώνες που άφησαν εποχή. Σε καθυβρίζουν, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι! Μακάριοι όσοι δε γνωρίζουν τους αγώνες και τις θυσίες σου.

Τώρα που είπαμε Μακάριος, μέχρι και αυτός αναγκάστηκε να παραιτηθεί, Γιάννη μου. Εσένα όμως δεν ιδρώνει το αυτί σου με μίζες, σκάνδαλα και αποκαλύψεις. Απλώς σε ζηλεύουν για τις επιτυχίες σου, λες. Έπρεπε να προσθέσεις και ότι είσαι ωραίος, Γιάννη, όπως ο Λαζαρίδης. Τίποτα δεν έχεις να ζηλέψεις από αυτόν, ούτε καν στον αντικομμουνισμό του. 

Εσύ, Γιάννη, δεν είσαι με τους μουλάδες αλλά με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας, τις αναπτυγμένες δημοκρατίες της Δύσης. Με το εμπάργκο που δολοφονεί, τις απαγωγές ηγετών, τους βομβαρδισμούς σχολείων, τις επεμβάσεις, τους πολέμους. Με την εργασία για τα 13χρονα παιδιά -να γίνουμε επιτέλους Δανία του Νότου-, όταν δεν καταλήγουν σε πάρτι για παιδόφιλους. Η σεξεργασία απελευθερώνει, Γιάννη. Όχι σαν κάτι κράτη-φυλακές, που ήταν γεμάτα περιορισμούς και απαγορεύσεις για το επιχειρηματικό δαιμόνιο. 

Βρήκες, όμως, και νέες προκλήσεις για τη διοίκησή σου. Να κάνουν λες τα Συνδικάτα στροφή στη νεολαία -κάπως σαν τους μπαρμπάδες στα Πασχαλινά τραπέζια. Δίνεις πρώτος το κατάλληλο μήνυμα, με πρόσωπα νέα, άφθαρτα και ελπιδοφόρα, όπως ο Γιάννης ο Παναγόπουλος, που είναι αγέραστος, σαν το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι. Είτε αυτόν βάλεις πρόεδρο, είτε μια κορνίζα, τους ίδιους αγώνες θα οργανώσουν.

Έπιασες στο στόμα σου και τους 200 της Καισαριανής, τρομάρα σου. Που δεν ήταν λες κομμουνιστές αλλά πατριώτες, γιατί κάποιους θα τους σκότωνε η ΟΠΛΑ. Για τους κατακτητές κουβέντα, Γιάννη μου. Τους έβγαλες (έναν ντενεκέ) λάδι, όπως κάνεις τώρα με την κυβέρνηση. Άλλοι είναι οι εχθροί του κινήματος, για σένα, και μόνο για αυτούς είπες στην ομιλία σου.

Καλά κάνεις, όμως, και μας θυμίζεις την ΟΠΛΑ. Έχουμε γίνει τελείως φλώροι, ούτε έναν σμυβολικό καφέ στα μούτρα δε ρίχνουμε πια, ούτε έναν μνημονιακό τόμο στη Βουλή, σκουριάσαμε εντελώς. 

Να προσέχεις, Γιάννη, τα καντήλια στον δρόμο -όπου δεν πατάς ποτέ. Και βασικά το δικό σου καντήλι ως πρόεδρος. Τώρα μπορεί να νιώθεις παντοδύναμος και να αυξάνεις τα συνδικαλο-μποτ που σε ψήφισαν. Αλλά ξέρεις πως το λάδι του λιγοστεύει επικίνδυνα, για σένα και τους ομοίους σου. 


Όλη την ουσία την συμπύκνωσε με θαυμαστό τρόπο εκείνος ο σύνεδρος της ΔΑΚΕ, που είπε πως σε όλα τα βρίσκετε -εξαιρώντας το ΠΑΜΕ. Τα υπόλοιπα είναι άλλα λόγια να αγαπιέστε, να συνδιοικείτε και να τα βρίσκετε με τον ΣΕΒ. Αλλά οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες. Και τα καλύτερα έρχονται... 

Υστερόγραφο

Μπαλάντα στον Γιάννη Π.

Πέταξες ψηλά κι ας λεν σε ρίξαν
Γιάννη δε σε χωράει όλη η γη

(...)

Γιάννη σε θυμάμαι, δε στο κρύβω
μαζί με ζήλια ίσως και θυμό
κινήσαμε παρέα μα σε λίγο
έφυγες εσύ κι έμεινα εγώ

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Σωτηρία δε βρήκαμε

Το γράψιμο, λέει, είναι μια επιτηδευμένη μορφή σιωπής. Μια ματαιόδοξη απόπειρα να νικήσεις τη λήθη, τη σκόνη του χρόνου, την εφήμερη φύση μας, αφήνοντας πίσω κάτι αθάνατο και χειροπιαστό. Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά, όταν περνούν από πάνω σου και σε διαλύουν -όπως η αγάπη στους Joy Division; Δε θα ήταν καλύτερη μια ανεπιτήδευτη υποταγή στη σιωπή, χωρίς γραπτά προσχήματα, στην πιο καθαρή μορφή της; Εξαρτάται, αν είσαι εν οίκω ή εν δήμω. Και ίσως να μπλοκάρεις στο μπλοκ (ετυμολογικά), που το νιώθεις σπίτι σου αλλά δεν πάυει να είναι δημόσιος χώρος.

Τι να πούμε τώρα, τι να τραγουδήσουμε -και με τι φωνή. Τώρα που έχει σπάσει σα γυαλί η φωνή του Βασίλη και έσβησε για πάντα η δική σου, που ήταν καμπάνα, σαν αυτές που φορούσες στα ινδιάνικα νιάτα σου, που άκουγες Ρίτα και Bee Gees, κι ας μη χτυπούσε συχνά στο σπίτι για μας, παρά μόνο εν δήμω, στη γειτονιά και τις διαδηλώσεις. Γιατί, στο σπίτι δε μιλάμε συχνά, ξέρετε...

Ο προφανής συνειρμός είναι με τον πατερούλη με το βλογιοκομμένο μουστάκι, αλλά εσύ είχες μια ζωή μούσι αντάρτικο και μια φορά που έκανες το λάθος να το ξυρίσεις, σε έστειλα πίσω στο μπάνιο να το διορθώσεις. Καθορίζοντας φροϊδικά έτσι μια ισόβια κακή σχέση με ξυραφάκια και φρούδες, πολυκαιρισμένες λεπίδες, σαν το μούσι του δημοψηφίσματος.

Κι είχες γενέθλια με τη Ρόζα, 5 Μάρτη, στην τρίτη επέτειο από τον θάνατο του Ιωσήφ. Δεν ήσουν φιλόλογος, σαν τη Νίκη, να μου εξηγήσεις γιατί είναι λάθος ο «τρόπος του Λένιν» -που τον είχαμε απτό, σε ένα επίχρυσο μπιμπελό στο σαλόνι- και ποιος είναι αυτός ο Λέγειν. Μου είπες όμως ότι ο Βλαδίμηρος τους έπειθε όλους με το λέγειν του, ενώ ο Στάλιν με την καταστολή. Που μας τον Λέοντα και την Κρονστάνδη (ενωτίστηκα κόκαλα) ήταν χοντροκομμένη απλούστευση, σαν αυτή για το Κόμμα που τρώει τα παιδιά του και τους εξεγερμένους της πόλης του Κρόνου. Ή όσους διαφωνούσαν για το Αφγανιστάν (και το βιβλίο του Δελαστίκ), σαν τον Μήτσο. Άσε που στο σπίτι δε συνηθίζαμε τις... «λενινιστικές μεθόδους» και τον τρόπο του Λέγειν. Γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με συγκεντρωτισμό και ιεραρχία στις αποφάσεις, και (ότ)αν γίνουμε ίσοι και ανεξάρτητοι, θα βυθιστούμε στις σιωπές μας, πολιτικές ιδίως, είτε συμφωνούσαμε -άρα δε χρειάζονται περσότερα- είτε για να τα αποφύγουμε (τα περσότερα), σε περίπτωση διαφωνίας. Γιατί στο σπίτι, ξέρετε...

Η δεύτερη προφανής αναφορά είναι πως το πάλεψες μέχρι τέλους, σαν αγωνιστής -και κομμουνιστής μπορώ να σου πω, παρά τις αγεφύρωτες ομοιότητες που μας χωρίζουν. Με αγωνιστική αισιοδοξία, που δεν πατούσε πάντα στα δεδομένα και τον μονίμως αρνητικό συσχετισμό δύναμης, σε άνιση μάχη και αγώνα με τη γαμημένη αρρώστια που θερίζει κοσμάκη -ιδίως η σπάνια, επιθετική μορφή που είχες, με το όνομα της Μέρκελ, για τη σημειολογία του γαμωπράγματος.
Σαν επαναστάτης, βεβαίως-βεβαίως, αν δε δέσεις κόμπο ότι η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική, γιατί μου την στρογγύλευες συνειδητά στο τηλέφωνο, μη τυχόν χαλάσεις τη ζαχαρένια μου και ένα προγραμματισμένο ταξίδι, που σχεδόν συνέπεσε με το στερνό δικό σου. Αυτός ήσουν...

Έφυγες γρήγορα αλλά δεν ταλαιπωρήθηκες πολύ (θέλω να πιστεύω) και μας άφησες όλους με το γαμώτο και την απορία. Τους γνωστούς γιατί σε έβλεπαν εν δήμω, λίγες μέρες πριν, δυνατό και μάχιμο. Τους γιατρούς γιατί άλλος με τέτοιους δείκτες θα είχε πέσει σε λήθαργο. Ενώ εσύ είχες (θολή) συνείδηση και επαφή με το περιβάλλον και μου έλεγες «πάμε να φύγουμε», γιατί ένιωθες δυνατός. Γαντζωνόσουν από το κάγκελο της κλίνης και από τη ζωή (που δε σε χωρούσαν), με το οικοδομικό σου μπράτσο, για να ανασηκωθείς και να ξεπιαστείς. Και έπρεπε να σε κρατάμε σε μια αλλαγή (με κατεύθυνση τη ματαιότητα) για να μη δώσεις αντανακλαστικά καμιά μπούφλα, οβελιξική και οικοδομική, στις νοσηλεύτριες που δεν μπορούσαν να σε κουλαντρίσουν. 

Διαβάζω το βιογραφικό σου σημείωμα στο Πριν και μπαίνω στον πειρασμό του επιμελητή, για υποσημειώσεις και διευκρινίσεις. Για το Συκούριο, που έγινε ευρέως γνωστό από μια επίθεση της 17Ν σε μια αποθήκη όπλων, αλλά οι γνωστοί μας το ήξεραν ως το χωριό του Σωτήρη -και του Δημήτρη, του μεγάλου αδελφού με το μουστάκι, που (καλά) μας άφησε νωρίς, από την ίδια γαμωαρρώστια. Αυτός ήταν ο διαβασμένος, ο διανοούμενος, ο ρήτορας. Κι εσύ εκείνος ο αλητάμπουρας που κράταγε σφεντόνα και άνοιγε όποιο κεφάλι πλησίαζε σε απόσταση βολής.

Και για το Κόκκινο Νερό, που μου έλεγες πως μας κάνει αθάνατους, για να μου διασκεδάσεις τον φόβο της απώλειας (του παππού και της γιαγιάς). Αλλά είχε στυφή, δυσάρεστη γεύση και δεν ήξερα αν άξιζε τέτοια θυσία. Και αυτά τα λάθη πληρώνουμε σήμερα, μαζί με την προπατορική συνάντησή σου με τη Νίκη στην παραλία του, πριν πείτε «we ’ll always have Red Water» και τραγουδήστε «αίματα, Κόκκινο Νερό». Που δεν ήταν (πολιτικά) κόκκινο, ούτε αθάνατο τελικά. 

Για αυτό το ανυπότακτο που σου έμεινε, πχ στις μεγάλες διαδηλώσεις στον πρώτο ΑΣΕΠ. Οι μπάτσοι σας ψέκαζαν σαν κατσαρίδες με χημικά, αλλά τα κανάλια έδειχναν μια μικρή Τερέζα, απωθημένη υποψήφια (με απωθημένο τον διορισμό) που της άνοιξε το φόρεμα με τα κουμπάκια, καθώς την έφευγαν. Κι εσύ έμεινες πίσω να προστατέψεις τον άμαχο πληθυσμό και τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα. Και σε τραβούσαν για χρόνια στα δικαστήρια, όπου είχε έρθει και η δική μου οργάνωση (ιστορικός συμβιβασμός απ’ την ανάποδη), βασικά για δύο λόγους. Γιατί ήσουν οικοδόμος και τι δουλειά είχες εκεί, με εκπαιδευτικούς, για ταξική συμπαράσταση; Και γιατί σε έπιασε ο φακός σε θέση μάχης, με υψωμένες γροθιές στους Μπαλούρδους -καραμπινάτη «αντίσταση κατά της αρχής». Κι αν είχε ήχο η φωτό, θα έμοιαζε με πλάνο απ’ το Τελευταίο Σημείωμα, με τα γλυκόλογα που κρατούσαν οι σφοι για το απόσπασμα -αλλά δεν κατέγραψε η ιστορία. Κλάστε μας τα αρχίδια, πιάστε τα γιοφύρια -ίσως να είπες ψιθυριστά και ζήτω το κόμμα, από μέσα σου. Αλλά δε χρειάζονται παραμυθικά στοιχεία και τεχνητές συγκινήσεις, όπως κάνει ο κυρ-Παντελής. 

Ήσουν οριακά μικρότερος από τη γενιά του Πολυτεχνείου και του Μήτσου, που ήταν στο ΑΠΘ και έκανε ηρωική έξοδο με ένα σκαμνάκι (και έναν Σκαμνάκη) ανά χείρας, που το κράτησε για ενθύμιο. Ήσασταν όμως μια γενιά που έζησε τι θα πει πείνα (όσο δε φανταζόταν καν η δική μου) και αργότερα έβγαλε κάποια χρήματα (που είναι άπιαστο όνειρο, αριστερής νυκτός, για τη δική μου), πάτησε στα πόδια της και ένιωσε πως δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους, μέχρι που αλώθηκε το δικό μας από μέσα. Μια γενιά που κυνήγησε όνειρα ανάκατα με χίμαιρες και Εφιάλτες (με κεφαλαίο και κεφάλαιο) που τα πρόδωσαν. Που ήρθε με φόρα από το χωριό, έχασε τη μαγκιά της στις τσιμεντουπόλεις της αντιπαροχής αλλά κράτησε την ανθρωπιά της και το κοινοτικό κεκτημένο της επαρχίας: την πίστη πως όλα θα τα καταφέρει και με όλους μπορεί να τα βρει, αν υπάρχει καλό κρασί ή τσίπουρο απ’ το χωριό.

Έμαθα με την ευκαιρία (ευ-, που λέει ο λόγος) και πράγματα που αγνοούσα. Για τη γιαγιά που ήταν σύνδεσμος στο βουνό, την κακοποίησαν οι παρακρατικοί και ίσως πάθαινε χειρότερα αν δεν πλήρωνε ο παππούς Ρίζος να την γλιτώσει. Έμαθε να κρύβεται και να τα φιλτράρει όλα μέσα της, μέχρι που έπαθε άνοια και άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα τραυματικά βιώματα. Πχ σε μια εκδήλωση (μάλλον της ΟΓΕ), όπου η Μαρίκα είχε τάσεις φυγής και κοιτούσε καχύποπτα στις γωνίες, από πού θα της την πέσουν οι Σούρληδες.

Και για τον Μήτσο, στα ηρωικά χρόνια της Μεταπολίτευσης, που έστηνε οργανώσεις από το μηδέν στη Λάρισα με τον Λουλέ και έφτιαξε έναν Πολιτιστικό Σύλλογο στο χωριό, που προγραμμάτιζε συναυλία με τη Φαραντούρη. Αλλά τη ματαίωσε μια παρακρατική βόμβα που έσκασε την παραμονή και άφησε πίσω της έναν μικρό κρατήρα. Αυτή η τρομοκρατία όμως δεν απασχολεί ιδιαίτερα τα ντοκιμαντέρ του Παπαχελά και του ΣΚΑΪ.

(Όλη η περιοχή γύρω από τον Κίσσαβο -και την Αγιά- είχε ανταρτοχώρια, με παραδόσεις και βαρύ φόρο αίματος. Τα λέει ωραία και ο Γεωργάς σε μια ιστορική μελέτη. Μετά τη Βάρκιζα, είχαμε τον συσχετισμό να αποκρούσουμε τις παρακρατικές επιθέσεις, όχι όμως και τα αντίποινα του κράτους που έστελνε ενισχύσεις).

Και για τον παππού, που έτρωγε πάντα το κρέας πρώτα στο τραπέζι, μη τυχόν χτυπήσει ξαφνικά συναγερμός και το χάσει. Και σου έλεγε να μην τρως πολύ τυρί, γιατί θα ανοίξει τρύπα στο κεφάλι σου -που την έψαχνες μια φορά, που το παράκανες. Και έτσι έγινες γνήσιος σαρκοφάγος, επτά φορές την εβδομάδα και κατ’ έθιμο κάθε μεγάλη Παρασκευή. Αλλά σου βγήκε το θεσσαλικό σύνδρομο στις σούπες, που αν δεν ήταν ντιπ πηχτές, ένιωθες ότι ψάρευες στο πιάτο σου με το κουτάλι.

Δεν πετούσες σχεδόν ποτέ φαγητό, από θέση αρχής. Έτρωγες πρακτικά τα πάντα, ακόμα και τα μακαρόνια που τα είχες μπουχτίσει στα χρόνια της πείνας στην Ιταλία, ακόμα και τα μακεδονίτικα καυτερά, που δεν είχαν περάσει τα Τέμπη για να τα μάθεις από μικρός. Αλλά δε συνήθισες ποτέ την πειραγμένη κουζίνα, τις καινοτομίες και τις χιπστεριές. και δε νομίζω να αναζητούσες ποτέ νέες γεύσεις στην πολιτική κουζίνα σου, αν δεν τα είχαν φέρει έτσι οι συγκυρίες και τα χρόνια που χρεώθηκες να ζήσεις.

(Δε θα υποκύψω στον πειρασμό να επαναλάβω εκτενώς μικρές πολιτικές λεπτομέρειες, που μπορεί να θυμούνται από σκόρπιες αναφορές οι παλιοί αναγνώστες του μπλοκ. Για τη δράση σου που κορυφώθηκε στα μαύρα χρόνια της αντεπανάστασης -οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα. Τις μπαγιάτικες ιστορίες - αναμνήσεις σου, που εστίαζαν σε αυτήν την περίοδο, μέχρι που φάνηκε πως έχω περισσότερες συνδικαλιές για τις αντιφάσεις σας, από ό,τι εσύ για τις δικές μας. Για την πολιτική σου θέση απέναντι στις φράξιες σας, ότι πρέπει να στρωθούν στη δουλειά για να ξεπεράσουν τις διαφορές τους. Για την κριτική που έκανες σε όσους αργούσαν, όσους κάπνιζαν στις διαδικασίες ή έβγαιναν όποτε τους καπνίσει για τσιγάρο. Για την αποστασιοποίηση από το Συνδικάτο, με το πρόσχημα ότι ήσουν υπεργολάβος με συνεργείου -που χτυπούσες 16ωρα, ήλιο με ήλιο- και δεν ήθελες να κάνεις τον συνδικαλιστή-αφεντικό, σαν κάποιους άλλους. Και άλλα μικρά, που δεν έχουν πολλή σημασία πια -ούτε καν αλατοπίπερο).

Ένας φίλος από το εξωκοινοβούλιο μου έγραψε πως φεύγουν οι ήρωες των παιδικών/φοιτητικών του(ς) χρόνων, σημάδι αδιάψευστο πως μεγαλώνουμε και γερνάμε, μαζί με τις αρρώστιες μας. A working class hero is something to be. Ένας Ναρίτης οικοδόμος, ακόμα περισσότερο (σαν τον μακαρίτη, τον Ντόμπρο, που τον θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο Ποσείδι, με μπουκλάκια και ένα μπουκάλι πάντα στο χέρι, να τον τραβά η μουσική και η παρέα, όπως το φως τις πεταλούδες). Για αυτούς ήσουν το δίμετρο βουνό, σαν τον Βάντσικ (Ιωσήφ και αυτός), σημείο αναφοράς σε κάθε διαδήλωση, με τον όγκο και την καμπάνα στον λαιμό που χτυπούσε για όλους. Για εμένα ένα μεγάλο (τι θα γινόταν) αν και ερωτηματικό, χαμένη άνοιξη και ταλέντο, που χαραμιζόσουν στις μικρές κατηγορίες, σε ομάδες χωρίς υποδομές και οργανωμένη περιφρούρηση.

Μα κάθε λαϊκός ήρωας έχει τις αντιφάσεις του και μια δόση αντι-ήρωα, μακριά από τα καθιερωμένα πρότυπα. Δε φορούσε σλιπάκι πάνω από το κολάν, αλλά αμάνικα και σκισμένα τζιν μες στο τσιμέντο, πηλοφόρι και μυστρί. Έψαχνε στο στοίχημα τις μικρές νίκες που μας λείπουν (στο) σήμερα και νανουριζόταν με διάφορα τηλεοπτικά σκουπίδια, μέχρι να τολμήσεις να του κλείσεις την τηλεόραση (αμάν να μην είχαμε κανένα κανάλι, να μην κοιμόταν και ο μπαμπάς δηλαδή). Άνοιγε τις μπύρες με το σκεπάρνι και τις κατέβαζε σα νερό το καλοκαίρι, χωρίς πολλά μέτρα ασφαλείας. Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά αλλά και βίαια ξεσπάσματα που αδυνατούσε να ελέγξει -πόσο μάλλον οι γύρω του- και με σημερινούς όρους μπορεί να του χάριζαν ένα πανηγυρικό cancel (ακύρωση), που θα έπρεπε να του εξηγήσουμε τι είναι. Και ήταν λάθος να αφήσει τον αγαπημένο του τραχανά για τις μετοχές του Τροχανά και τις μεζονέτες στον Διόνυσο (κοντά στην Κριτσά, που όμως δεν είχε σχέση με το σόι μας) που αποδείχτηκαν πυραμίδες απάτης.

Αλίμονο σε όσους κρίνουν τους παιδικούς τους ήρωες έξω από τα μέτρα τα ανθρώπινα, της εποχής τους αλλά και της τάξης μας -που ρέπει ενίοτε σε λούμπεν, λαϊκές καταστάσεις, όταν δε δρα πρωτοπόρα.

Δεν είχες εκφράσει τελευταία επιθυμία -εδώ δεν προλάβαμε να πούμε άλλα, πρακτικά και στοιχειώδη. Ξέρω όμως πως δε θα ήθελες τελετή - κηδεία, κανείς να μην μπει σε κόπο και να μη στενοχωρηθεί για σένα. Κι αν τελικά δεν το τηρήσαμε, είναι γιατί όλα έχουν κοινωνική - πολιτική διάσταση, και όταν παύουμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανήκουμε στους δικούς μας ανθρώπους και τους συντρόφους μας -που θέλουν έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.

Αν μπορούσες να δεις το σάβανο με τις θρησκευτικές φιγούρες και τα συνθήματα, θα σηκωνόσουν μόνος να τα σκίσεις. Πού να φανταστώ πως χρειαζόταν ειδική διευκρίνιση στο γραφείο. Θεωρητικά το ορθόδοξο δόγμα δεν εγκρίνει την καύση, αλλά το ιερατείο την ενέταξε ευέλικτα στο μενού υπηρεσιών, για να μην έχει διαφυγόντα έσοδα.

Και που λες, Σωτήρη, σωτηρία δε βρήκαμε. Η οργάνωση της οργάνωσης (την οργάνωση, ω οργάνωση) παραμένει ζητούμενο. Και δε βλέπω να ζυγώνει η επανάσταση -όπως έλεγε η Βίνα. Και η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη. Δε φτιάξαμε έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων μας, ούτε καν στο δικό σου, που δε βολευόταν με λιγότερο ουρανό και στις νοσοκομειακές κλίνες, που σε τυραννούσαν σαν τον Προκρούστη. Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, αλλά το δώσαμε αντιπαροχή, γκρίζο σαν το τσιμέντο, με σπίτια-τρύπες, που κρύβουν τον ουρανό, για να μη μας βάζει σε πειρασμό για εφόδους. Μπορείς, άραγε, να φανταστείς πιο τραγική ειρωνεία για τους χτίστες του νέου κόσμου, από το να αναγκάζονται να φτιάχνουν τσιμεντένια κλουβιά και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και τις κλίσεις τους σε αυτό που κάνουν;


Και όποιος έρχεται με φόρα και αναστάσιμες ευχές, κινδυνεύει να τα ακούσει -όπως έκανες στο τέλος, που δεν μπορούσες να τα φιλτράρεις. ΓΜΤΣΜ (τον σοσιαλισμό μου μέσα). Με κάθε σεβασμό στους πιστούς και στον σφο σου, που σταυροκοπιόταν μπροστά σου και πόσταρε ένα βίντεο, με παραλληλισμούς με τον Παΐσιο. Και μη χειρότερα -αλλά τι χειρότερο να συμβεί δηλαδή...

Υστερόγραφα

Ναι, έχουν απλοποιηθεί τα διαδικαστικά (κληρονομικά κτλ). Ναι, πολλά γίνονται διαδικτυακά πλέον. Όχι, δε γλιτώνεις την ταλαιπωρία. Όχι, δε ζούμε στην ψηφιακή Ελλάδα 2.0. Το κράτος εξακολουθεί να παίζει με τον πόνο σου, τα γρανάζια κολλάνε σαν το σαράβαλο κινητό του Σωτήρη και η εξέλιξη του πένθους κολλάει στο στάδιο του θυμού. Πώς διάολο φαίνεται εδώ το ΙΧ που είχαμε αλλά όχι στο πεδίο που πρέπει; Και τι δήλωση να κάνει ο μακαρίτης στην Εφορία; Ότι η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη; 

Αλλά τα ασεβή και αχάριστα κομμούνια δεν αναγνωρίζουν τίποτα πια. Πχ πως το κράτος φροντίζει κυρίως για σένα, να σε κρατά απασχολημένο με τα γραφειοκρατικά για να ξεχνιέσαι και να δακρύζεις (μόνο) από τα νεύρα σου και όχι για ευτελή, νομοτελειακά πράγματα, όπως ο θάνατος (και οι φόροι). 

-Το νεότευκτο αποτεφρωτήριο στην Αλεξάνδρεια μοιάζει από μακριά με μπουζουξίδικο σε επαρχιακή οδό -ούτε καν εθνική. Είναι ιδιωτικό, με λίστα αναμονής και γεμάτο ωράριο, αλλά άργησε να ανοίξει εξαιτίας των αντιδράσεων, της πνευματικής καθυστέρησης και της ιδεολογικής μούχλας στη ΛΔ του Βορρά -που ευτυχώς φαίνεται να σπάει. Σε αντίθεση πχ με το δημοτικό αποτεφρωτήριο της Πάτρας, που κόλλησε σε ένα χαρτί (άδεια χρήσης) και είναι ακόμα στα χαρτιά, ενώ θα ήταν το πρώτο στην Ελλάδα... 

-Εκτιμώ ειλικρινά το ενδιαφέρον και τις ευχές σφων αναγνωστών, αρκεί να μην εκφράζονται δημόσια -και σίγουρα όχι στα σχόλια της ανάρτησης. Ελπίζω να γίνει κατανοητό και σεβαστό. Και όσοι ήξεραν τον Σωτήρη, ας τον τιμήσουν όπως πρέπει με ένα φαγοπότι και ωραίες ιστορίες στη μνήμη του.