Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Κόκκινος σκύλος

(γαλάζιο το κασκέτο μου)


Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος...

Και γιατί βγάλατε έτσι το βιβλίο;

Η Μαραγκοζάκη δε θέλησε να το αποκαλύψει και μας παρέπεμψε στο ίδιο το βιβλίο. Είπε όμως πως ήταν μια φράση που έλεγαν τα στελέχη της Κομιντέρν και θυμίζει τη δική μας παροιμία με τον Μανολιό, που αλλάζει βάζοντας τα ρούχα του αλλιώς. Κάπως σαν το πολιτικό σκηνικό μετά τις εκλογές, δηλαδή. Όλοι οι σκύλοι μια γενιά, όπως έλεγε και ο Ζαχαριάδης για Πλαστήρα και Παπάγο. Για να συμπληρώσει, μετά από χρόνια, ο Χαρίλαος «τι λάχανα, τι μπρόκολα» -και ας πατήσαμε στον καιρό του την μπανανόφλουδα με το άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων. Και είναι τρομερό πώς διαχρονικά κάποια χρήσιμα βλίτα τρέφουν προσδοκίες για λάχανα και παραπούλια από τον εκάστοτε Πλαστήρα της εποχής τους, ζώντας τη δική τους Φρουτοπία στον κήπο της Εδέμ -που ανήκει παραδοσιακά στη Δύση και τρέμει παραδοσιακά τον κίνδυνο από Βορρά και ό,τι βρίσκεται ανατολικά της. Και δε χρειάζονται καν το άλλοθι πως τους ξεγέλασαν τα δημαγωγικά συνθήματα του Αιμίλιου του Μήλου: «άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία»...

Όλα αυτά θυμίζουν συνειρμικά τη φράση του Κινέζου Ντενγκ Σιαοπίνγκ, που στα νιάτα του μπορεί να αγάπησε την Κομιντέρν, αλλά έγινε σύμβολο της «βελούδινης» παλινόρθωσης, με το τεχνοκρατικό σύνθημα: «άσπρος γάτος, μαύρος γάτος, το ζήτημα είναι να πιάνει ποντίκια», δηλαδή κέρδη και άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Αλλά αν ρωτούσε τους αμερικανούς φίλους του (που αγαπούσαν την Κίνα, ήδη από την εποχή του Μάο και της ΜΠΠΕ, και δεν είχαν τότε να χωρίσουν το λιμάνι του Πειραιά και έναν κόσμο ολόκληρο), θα του έλεγαν ίσως πως πάντα βοηθάει να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους γάτους, για να νιώθουν προνομιούχοι οι άσπροι κι ας γίνονται και οι ίδιοι πιο ευάλωτοι από την καταπίεση των μαύρων. Και να ξεχνάνε πως έχουν πιαστεί όλοι μαζί στη φάκα, ή να το σκάνε σαν τα ποντίκια, όταν πρέπει να παλέψουν, γιατί φοβούνται μη τυχόν χάσουν το τυράκι που τους υποσχέθηκαν και τη βολή της φυλακής τους.

Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, ασπρόμαυρος, με ρίγες ή καρό σχέδια, ή στις 50 αποχρώσεις του γκρίζου κόσμου της εκμετάλλευσης, οτιδήποτε αρκεί να μην είναι κόκκινος και ξεσηκώνει την εργατική του ράτσα και της μάθει να μην περπατά σκυφτή στα τέσσερα και με την ουρά στα σκέλια, μπροστά στα αφεντικά της, αλλά να δαγκώνει το χέρι που την ταΐζει, γιατί πλουτίζει από τον δικό της κόπο και πρέπει να πάρει στα χέρια της τον πλούτο που παράγει.


Και ο Βαβούδης ήταν ένας από αυτούς, τους κόκκινους σκύλους, γεμάτος αφοσίωση στο κόμμα και την υπόθεση της επανάστασης. Και αφού δεν μπορούσαν οι εχθροί του να του κλέψουν την τιμή, για να γίνει ρεζίλι των σκυλιών, βρήκαν τρόπο να του αφαιρέσουν κάτι από τη λάμψη του, λέγοντας πως ήταν κομματόσκυλο -αυτός και οι όμοιοί του- χωρίς κριτική σκέψη και δική του βούληση. Έχουν μάλλον τα δικά τους μαντρόσκυλα ως μέτρο σύγκρισης, λες και δεν ξέρουν πως οι κομμουνιστές είναι σπάνια ράτσα, που δε μοιάζει σε τίποτα με τη δική τους, γιατί γεννιέται από την τάξη της -δηλαδή γίνεται και διαμορφώνεται από τις συνθήκες- και δε γεννιέται με έτοιμο dna, όπως οι φυλές τους. Ούτε μοιάζει με όσα περιγράφει η "καρδιά ενός σκύλου", του Μπουλγκάκοφ, που πάντως δεν έχει μόνο μια ανάγνωση...

Και τότε, γιατί δεν τιμάται και ο Βαβούδης, όπως άλλοι ήρωες από το δικό μας «πάνθεο»; Καλή ερώτηση. Αλλά ας απαντήσουμε πρώτα δυο άλλες ερωτήσεις που έθεσε το κοινό της εκδήλωσης.

-Πώς επηρεάζει η παρανομία τον ψυχισμό ενός αγωνιστή;
Με ένα σωρό τρόπους, φανερούς ή λιγότερο άμεσους, αλλά οπωσδήποτε πολύ πιο σύνθετους από το απλοϊκό στερεότυπο του μουντρούχου, σκληρού γραφειοκράτη, που είναι φτηνός στις κατσάδες και ακριβός στα χαμόγελα, αδιάβροχος στους χυμούς της ζωής. (Σκέψου πως κάποιοι είχαν για τέτοιο τον Κουτσούμπα, που είναι Βοιωτός και τα λέει τσιπουράτα, και χρειάστηκαν κάτι μήνες για να πειστεί πως δεν πρέπει να φωνάζει συνθήματα στις ομιλίες του, μαζί με τον λαό από κάτω. Και όταν το κατάλαβαν, άλλαξαν βιολί και άρχισαν να σχολιάζουν τις ζεϊμπεκιές και τις ατάκες που του έγραφαν).

Μπορεί καμιά φορά οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης να δυσκολεύονται να λυγίσουν τα χείλη τους και τις χορδές της ψυχής τους (ή τα φαγωμένα τους πέλματα, εξαιτίας της φάλαγγας, όπως ο Μήτσος), αλλά αυτό συμβαίνει γιατί έχουν μάθει πως πρέπει να ελέγχουν τα συναισθήματά τους: την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό, την αισιοδοξία που αλλάζει εύκολα στο αντίθετό της, τις ερωτικές ορμές, ακόμα και τις επαναστατικές αν είναι πρόωρες. Ξέρουν πως πρέπει να αντέξουν τις πιο δύσκολες καμπές, τα κύματα της αντεπανάστασης, να γίνουν βράχοι άτρωτοι, που δεν τους διαβρώνουν ούτε τα δάκρυα -και όσα έζησαν, νερό και αλάτι.

Πόσοι λογοτέχνες-καλλιτέχνες και όχι μόνο μπορούν να φανταστούν τι σημαίνει μια τέτοια ζωή, σε μια κρύπτη, σε έναν σκοτεινό λάκκο ή σε ανήλιαγα μπουντρούμια, που ξέρει πως αργά ή γρήγορα θα καεί για να γίνει η λάμψη που θα σπάσει τα σκοτάδια; Μια ζωή εν τάφω, αλλά με ακλόνητη πίστη στην (επ)ανάσταση. Ποιος μπορεί να φανταστεί τι είναι να βιώνεις μια δύσκολη ρουτίνα, χωρίς διαλείμματα ανεμελιάς και χαρούμενες στιγμές, να δαμάζεις την όρεξη για ζωή, για ήλιο, για έρωτα, για μια βόλτα στη θάλασσα, και να μη σε παίρνει από κάτω που δε βλέπεις άμεσα αποτελέσματα, γιατί δεν ξεχνάς την προοπτική και ότι η σπορά μένει.


Πόσοι από αυτούς που φαντασιώνονται ότι φέρνουν τη φαντασία στην εξουσία, ενάντια στη «στεγνή, πεζή» κομματική ζωή, μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να αντέχει έναν μήνα μακριά από τη βολή και τις ανέσεις που έχουν αντικαταστήσει τις αρχές τους; Ή έστω μια ώρα στα χέρια του ταξικού εχθρού και των βασανιστών του; Πόσοι εναλλακτικοί μποέμ τύποι μπορούν να απαρνηθούν την ατομική τους ελευθερία στο όνομα του αγώνα για κοινωνική ελευθερία; Πόσο ελεύθεροι νιώθουν να υποτάξουν το εγώ τους σε έναν συλλογικό σκοπό; Ακόμα και να αφήσουν πίσω τους δικούς τους, την οικογένειά τους -που την υποτιμούν ως θεσμό, απ’ το ύψος της καλοπέρασής τους;

Κι αν ο σύντροφος της παρανομίας έριχνε στα κλεφτά τη σπορά του, μια φορά τον χρόνο -κάθε φορά που κατέβαινε από το βουνό- και ξανάφευγε την ίδια νύχτα, ή αν σκεφτόταν από μέσα του πως ο αγωνιστής δεν πρέπει να κάνει οικογένεια, για να μην υποφέρουν οι δικοί του και πληρώνουν τις συνέπειες της δικής του δράσης, δεν το έκανε επειδή δεν είχε χώρο στην ψυχή του για ευαισθησίες. Αλλά γιατί είχε μια μεγάλη καρδιά που τα χωρούσε όλα, βάζοντας όμως ταξικές προτεραιότητες και επιλέγοντας συχνά τον θάνατο, για να νικήσει η ζωή.

Και γιατί επέλεξε η Μαραγκοζάκη να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα;
Μα αν δεν αντλήσεις έμπνευση από μια τόσο γεμάτη διαδρομή, με επτά ζωές (σαν κόκκινος γάτος) και κινηματογραφική πλοκή, τότε πού θα την βρεις; Στο μούχρωμα το ηλιοβασίλεμα; Και αν -συνεχίζοντας την απάντηση με ερωτήσεις- δε θες να κάνεις ήρωά σου έναν αληθινό ήρωα της ζωής, τότε τι θέλεις να γράψεις; Βιπεράκια πολυτελείας, σαν τον Αλέξη;

Το παράδοξο είναι πως δεν είχε γραφτεί τίποτα για τον Βαβούδη ως τις μέρες μας, και που δεν είχε βρει μια θέση στον λογοτεχνικό κόσμο και στο «φουλ» με τους (άλλους) Νίκους του ΚΚΕ της εποχής του.

Τον Νίκο Ζαχαριάδη. Το «Αντικείμενο» ως κύκνειο άσμα του Φρέντυ Γερμανού και το «Κόκκινο Τανγκό» έχουν στοιχεία πολιτικού άρλεκιν, αλλά δεν πιάνουν μία μπροστά σε αυτό του Αλέξη.

Τον Νίκο Μπελογιάννη. Με την «Εντολή» της Δ. Σωτηρίου, που έγινε πρόσφατα και θεατρικό. Και με την «Τρέλα να αλλάξουν τον κόσμο», του Κοντιάδη, που έχει προλάβει να γράψει βιβλία μαζί με τον Πέτρο Κόκκαλη (όχι του βουνού) και το «φαινόμενο» Κασσελάκη...

Και τον Νίκο Πλουμπίδη, με τον απαράμιλλο «Αλύγιστο» του Κοτζιά. Για να έρθει μετά από χρόνια ένας άλλος Κοτζιάς -καμιά σχέση με τον συγγραφέα- να μας πει πως το άρλεκιν του Τσίπρα είναι μια ευκαιρία για πολλούς αριστερούς να ανοίξουν ένα βιβλίο. Κι αν τους πέφτει κομμάτι ακριβό, ας ψάξουν στα παλαιοπωλεία το «Μια συζήτηση που δεν έγινε» το ’89 ή την μπροσούρα του για τον «Τρίτο Δρόμο του ΠΑΣΟΚ» ή έστω αυτήν που περιέγραφε, εν είδει προαναγγελίας, τον Ενιαίο Συνασπισμό. Όλα τα παραπάνω έχουν προλεκάλτ στοιχεία και δείχνουν την τρομερή ιδεολογική συνέπεια του Κοτζιά (Νίκος και αυτός, αλλά από άλλη πάστα).

Οι άλλοι Νικολάδες βέβαια έχουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα από τον Βαβούδη, που ο μέσος αριστεροχωριανός μπορεί να τον θεωρεί άνθρωπο του μηχανισμού, σκληρό σταλινικό, σοβιετικό πράκτορα κτλ. Ενώ ο Μπελογιάννης είναι ο άνθρωπος με το γαρίφαλο, που έγινε σκίτσο και από τον Πικάσο -που δε μας άφησε κάτι για τον «άνθρωπο με τον ασύρματο». Ο Πλουμπίδης είναι ο ήρωας που τον «πρόδωσε το κόμμα του» και τον στόλισε με άδικες κατηγορίες. Κι ο Ζαχαριάδης «ένας θύτης που έγινε θύμα» και το ΚΚΕ άργησε κάτι δεκαετίες να τον αποκαταστήσει.

Ο ίδιος αριστεροχωρίτης δεν ξέρει ωστόσο πως ο Βαβούδης είχε άμεση σύνδεση με τη δεύτερη δίκη του Μπελογιάννη και την κατηγορία περί... κατασκοπίας. Δεν έχει διαβάσει ποτέ τους ύμνους του Μπελογιάννη για τα 70ά γενέθλια του σφου με το μουστάκι, που θα έκαναν να φρίξει η αγνή, αντισταλινική του ψυχή -η οποία αγνοεί επίσης τον ορισμό του Κάππου για τον αντισταλινισμό, που είναι ντροπαλός αντικομμουνισμός. Δεν ξέρει πως ο Βαβούδης κατηγορήθηκε άδικα από το Κόμμα πως φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό από τον ταξικό εχθρό και ότι η αποκατάστασή του εκκρεμούσε για πολλές δεκαετίες.
Η άγνοια σε τελική ανάλυση είναι δύναμη, σχεδόν αήττητη, σαν τη βλακεία...

-.-

Πάμε για το κλείσιμο -και για καθαρό αέρα.

Τελευταίος ομιλητής ήταν ο Κατσικέας από τις εκδόσεις «Ειρήνη», που εξήγησε πώς γνώρισε τη συγγραφέα σε μια βιβλιοπαρουσίαση με παλαιστινιακή ποίηση, ενώ πριν τον λύγισε το άγχος και μπέρδεψε τις ιδιότητες, παρουσιάζοντας τον ηθοποιό Χρήστο Μπαλτά (που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο) ως φοιτητή -πάλι καλά που δεν τον είπε χούλιγκαν-οπαδό, επηρεασμένος από το σποτάκι της Novibet.

Το βασικό όμως είναι το ηρωικό παρελθόν του εκδοτικού "Ειρήνη", με το παλαιάς (μπρεζνιεφικής) κοπής όνομα, που ήταν μια μίξη στρατευμένων εκδόσεων και προλεκάλτ στοιχείων, με κείμενα - απομνημονεύματα του Γιαρουζέλσκι, του Χόνεκερ, του Ζίβκοβ και του Κάνταρ, και πασοκικά προλογικά σημειώματα, από τον Παπανδρέου, τον Παπούλια κ.ά. -γιατί ήδη από τότε για τον σοσιαλισμό αγωνιζόμασταν όλοι...
Κι εγώ, που ως τώρα τον έβρισκα μόνο στο Παζάρι Βιβλίου, μετάνιωσα που με έπιασαν τα οικολογικά μου και δεν πήρα τη σακούλα τους, με ένα κατακόκκινο περιστέρι στο σήμα, αλλά χωρίς κόκκινους σκύλους.

Αντί για υστερόγραφο, μια σύντομη κρίση για το βιβλίο -αν και δεν το έχω διαβάσει ολόκληρο. Η συγγραφέας έχει αξιόλογη γραφή, ενδιαφέρουσες ιδέες και καλές προθέσεις. Αυτά δεν αρκούν πάντα για να αποδοθεί το πολιτικό πλαίσιο της εποχής και η ψυχοσύνθεση των ηρώων. Αλλά δε χρειάζεται να κοιτάμε στα δόντια ένα χρήσιμο βιβλίο, όπως αυτό. Στην τελική, έχουμε στηρίξει χειρότερα πράγματα, πολιτικά (η ταινία του Βούλγαρη) και καλλιτεχνικά (τα βιβλία του Τζόκα) μιλώντας. 

Το βασικό είναι να βρίσκονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Να μην την αναθεωρούν συνειδητά (αν και, όπως είπε και η Μαραγκοζάκη, όποιος θεωρεί τέτοια μυθιστορήματα έναν εύκολο τρόπο να μάθει ιστορία, κάνει το λάθος να μπερδεύει την ιστορική αλήθεια με αυτή του λογοτέχνη). Και πάνω από όλα να μη γίνονται αρλεκίνοι, όπως κάποιοι όψιμοι συγγραφείς, που έχουν καλύτερο μάρκετινγκ από τη Μαραγκοζάκη, τον Βαβούδη και άλλα ερυθρόδερμα σκυλάκια...

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Τα μυστικά της κρύπτης

Αν σε βγάλει ο δρόμος σου στην οδό Λυκούργου 39, που είχε τη δική της ιστορία, δε θα βρεις τίποτα που να μαρτυρά το παρελθόν της. Ότι δηλαδή εδώ ήταν το σπίτι ενός συντρόφου του Μπελογιάννη, που εκτελέστηκε στο πλευρό του ως... κατάσκοπος. Και ότι εδώ (και τότε) μπήκε τέλος στη μυθιστορηματική ζωή ενός ασυρματιστή, που τον «σπλαχνίστηκε ο θάνατος» -όπως είπε ο Μαργαρίτης- σε μια σειρά μέτωπα (από την πολιορκία της Μόσχας ως τον ισπανικό εμφύλιο) και φυλακές, αλλά έμελλε να εκμετρήσει το ζην σε μια κρύπτη, ακολουθώντας πιστά τη «μοίρα» του παράνομου αγωνιστή. Ο οποίος δεν έκανε τίποτα παράνομο -όπως είπε και ο γγ- παρά νόμο -sic- να υπερασπιστεί τη νομιμότητα της λαϊκής πάλης, σε μια εποχή που απαγορευόταν ακόμα και να μιλάς για την Ειρήνη (όχι το εκδοτικό), όπως δείχνει η εκτέλεση του Νικηφορίδη, την ίδια περίπου περίοδο.

Αν ψάχνεις ιστορικά κατάλοιπα και εξηγήσεις, πρέπει να πας μερικά μέτρα πιο πέρα, στον πεζόδρομο της Καλλιθέας (προς τον σταθμό του Ταύρου), να δεις την τιμητική πλακέτα του ΚΚΕ για τον Νίκο Βαβούδη, ταγματάρχη της Διεθνούς Ταξιαρχίας -sic- στον Ισπανικό Εμφύλιο και ασυρματιστή στις αντάρτικες δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αλλά κι εκεί πρέπει να πας συστημένος ή με οδηγίες του GPS, για να μην περάσεις ξώφαλτσα και την περάσεις ανυποψίαστος. Και πρέπει να είσαι γενικώς υποψιασμένος για αυτήν την ξεχωριστή περίπτωση αγωνιστή, για να σε τραβήξει πχ η χτεσινή βιβλιοπαρουσίαση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ.


Γιατί ο Βαβούδης (και η Μαραγκοζάκη που έγραψε το βιβλίο για τη ζωή του) δεν έχουν πχ το μάρκετινγκ της Ιθάκης του Τσίπρα, ο οποίος σίγουρα χρειάζεται GPS για να ξεχωρίσει το Ιόνιο από το Αιγαίο, να βρει στον χάρτη τον Μανταμάδο Λέσβου (δίπλα απ’ τη Μυτιλήνη) όπου μεγάλωσε ο Βαβούδης, και να μην ψάχνει μάταια τη Ρίγα στην Εσθονία, όπως στο βιβλίο του. Ή για να ξεχωρίσει Αριστερά και Δεξιά, και το τέλος της Οδύσσειας από τα μνημόνια χωρίς τέλος που υπέγραψε.

Και δε θα άξιζε καμία αναφορά όλο αυτό το πολιτικό κουτσομπολιό, που το μοσχοπουλά σχεδόν 30 ευρώ, αν δεν έγραφε μουσμουλιές για το ΚΚΕ, που τις σχολίασε ο γγ στην παρουσίαση, λέγοντας «φανταστείτε να είχαμε συνεργαστεί τότε με αυτόν τον τραγέλαφο...»

[Ας ανοίξουμε μια παρένθεση. Κάποιοι θα το φαντάζονταν εύκολα, αν δεν το εύχονταν - επιδίωκαν κιόλας, αλλά ευτυχώς βρίσκονταν μακριά, σε μια άλλη βιβλιοπαρουσίαση, του Άρη Χατζηστεφάνου για την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο. Όπου το πάνελ (με τον Πι-Πι -πρωτοπαλίκαρο του Λαφαζάνη, προ δεκαετίας στο ντιμπέι-, έναν Γιακωβίνο της Αναμέτρησης -η οποία διψάει να αντικαταστήσει την ΑΡΑΣ στο πλευρό του Βαρουφάκη- και συντονίστρια τη Γιάμαλη), σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος είναι πιο (κεντρο)αριστερός και με λιγότερες αυταπάτες, πχ για τον Μαμντάνι. Ο οποίος -λέει- θα αποτύχει, είτε γιατί θα κάνει πίσω, είτε γιατί θα βρει ανυπέρβλητα εμπόδια, αλλά η ψήφος που του έδωσε το ιδιαίτερο πολιτικό οικοσύστημα της Νέας Υόρκης, σημαίνει πολλά, καθώς είχε για σημαία του τον σοσιαλισμό -για τον οποίο αγωνιζόμαστε όλοι σφοι, ακόμα και ο Μαμντάνι. Κι ο ενθουσιασμός που γεννά η εκλογή του στο αριστεροχώρι, «χωρίς» αυταπάτες βεβαίως-βεβαίως, δείχνει ακόμα περισσότερα -σημειώνει με νόημα η κε του μπλοκ. Και τέλος πάντων, οι αυταπάτες και η φρούδα ελπίδα που έρχεται, αλλά κόλλησε στην κίνηση και τις νομοτέλειες, είναι σαν την πληροφορία ή την αλήθεια στα X files. Είναι εκεί έξω, αρκεί να θες να την βρεις. Κλείνει η (κεντροαριστερή) παρένθεση].

Κι αν οι περισσότεροι έμειναν σε αυτή τη δήλωση, ο γγ είπε αρκετά και ενδιαφέροντα, ξεκινώντας με το υπέροχο μπρεχτικό εγκώμιο στην παρανομία, για να συνεχίσει με αναφορές στη μυθιστορηματική ζωή του Βαβούδη, την αφοσίωσή του και το ηρωικό τέλος του, με τα λόγια «δε θα με βάλουν ζωντανό στο χέρι» -και κανείς δεν μπορεί να σε θεωρεί γενικώς του χεριού του, όταν μένεις πιστός στα ιδανικά σου. Η Ασφάλεια δεν παρέδωσε ποτέ τη σορό του, ενώ κράτησε μυστικό το σημείο της ταφής του, κάτι που συνέβαλε στο τραγικά λανθασμένο συμπέρασμα της ηγεσίας του κόμματος ότι ο Βαβούδης δεν είχε αυτοκτονήσει με το Τουκάρεφ του, αλλά φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό. Μια άδικη, απαράδεκτη κατηγορία, που παρέμεινε εκκρεμής για δεκαετίες, μέχρι το 2011 και τη Συνδιάσκεψη για το Δοκίμιο Ιστορίας του Κόμματος.

Εξίσου πολλά και ενδιαφέροντα -ως συνήθως δηλαδή, εκτός από όταν πετάει ασυναρτησίες σε ακροδεξιούς YouTubers- ήταν όσα είπε και ο Μαργαρίτης για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Μιας εποχής που θέλησε να αλλάξει τον κόσμο και σχεδόν το πέτυχε. Και η οποία σφραγίστηκε από την επανάσταση του 1917, η οποία ωστόσο σπανίως αναφέρεται στα σχολικά εγχειρίδια.

Ο πολύς Μαζάουερ αποφάνθηκε στη «Σκοτεινή Ήπειρο» ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος γέννησε δύο ολοκληρωτισμούς, τον φασισμό και τον κομμουνισμό, από τους οποίους ο φιλελεύθερος αγγλοσαξονικός κόσμος απαλλάχτηκε διαδοχικά το ’45 και το ’90. Στην πραγματικότητα ο πόλεμος σταμάτησε μόνο μπροστά στην απειλή μιας παγκόσμιας επανάστασης. Και ο φασισμός επιστρατεύτηκε ως φάρμακο, αλλά απέτυχε να γιατρέψει την «ασθένεια». Κι αν τα ισχυρά κάστρα πέφτουν από μέσα, ενώ τώρα μένουν σκιές και φαντάσματα αυτού του κόσμου, ο κομμουνισμός δεν μπορεί να πεθάνει, γιατί τρέφεται από τον ίδιο τον εχθρό και πρόγονό του και από τις αντιφάσεις του.

Γι’ αυτό ο Τραμπ ένιωσε την ανάγκη να κηρύξει-οργανώσει εβδομάδα κατά του κομμουνισμού (ό,τι και αν ορίζει ο ίδιος ως τέτοιο), την οποία τίμησε στα καθ’ ημάς ο φασίστας Πλεύρης -από τη σπορά των ηττημένων του ’45- με την πλήρη στήριξη της αστικής δικαιοσύνης.

Οι κομμουνιστές ήταν η έκπληξη της ιστορίας στον 20ό αιώνα, αμφισβητώντας τον καπιταλισμό, μόλις μετά από έναν αιώνα κυριαρχίας του, ενώ αυτός χρειάστηκε 500 χρόνια για να επικρατήσει οριστικά της φεουδαρχίας. Και ο Βαβούδης ήταν ένας απ’ αυτούς, τους κομμουνιστές του εικοστού αιώνα, με μια σειρά σημαντικούς σταθμούς να σημαδεύουν τη ζωή του. 

Γεννήθηκε στην Οδησσό το 1905, στη σκιά ενός πολέμου και μιας επανάστασης (αν και οι επαναστατικοί χαρακτήρες δε διαμορφώνονται από... τα άστρα και τις χρονολογίες), ενώ έζησε ως έφηβος στη Λέσβο το μεγάλο κύμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, λόγω ενός άλλου ιμπεριαλιστικού πολέμου, για να ακολουθήσουν το ΕΚ Πειραιά, η συνδικαλιστική δράση, η συνεργασία με τον Κλάρα, η θρυλική απόδραση των 8 κομμουνιστών από την Αίγινα, η συνεχής αλλαγή ταυτοτήτων (σε βαθμό να ξεχνάει το όνομά του) και η προσφυγή στη Σοβιετική Ένωση, για να γλιτώσει από τους αφηνιασμένους διώκτες του, ένας σύντομος γάμος, η ένταξη στον Κόκκινο Στρατό, η αποστολή στον Ισπανικό Εμφύλιο, οι μάχες, η μεταφορά από τα Πυρηναία με φορείο, η πολιορκία της Μόσχας, άλλος ένας τραυματισμός... Και ενώ πλησίαζε τα 45 και θα μπορούσε να επιλέξει να αποσυρθεί, δεν το δέχτηκε, αλλά αξιοποίησε τη νέα του ειδικότητα ως ασυρματιστή, αναλαμβάνοντας μια προμηθεϊκή αποστολή ως παράνομος στην Ελλάδα, όπου κατάφερε να σπάσει τον φόβο αλλά και την αλαζονεία του αντιπάλου, που όπως φάνηκε, τον είχε απασχολήσει σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Κι αν έχει νόημα να διαβάσουμε σήμερα ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τη ζωή του, δεν είναι για να συγκινηθούμε απλώς. Λένε ότι η εποχή μας μοιάζει με τον Μεσοπόλεμο (αν και η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται) και το μέλλον διαφαίνεται δυσοίωνο, αλλά μπορεί να αποδειχτεί το ακριβώς αντίθετο. Και μπορεί να νιώθουμε μικροί μπροστά στις απαιτήσεις των καιρών ή διαβάζοντας για τη ζωή του Βαβούδη, αλλά αυτή μας δείχνει ότι μπορούμε να μεγαλώσουμε. Και αυτό είναι κάτι που θα μας χρειαστεί στο κοντινό μέλλον.

Στη συνέχεια μίλησε η συγγραφέας, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι αισθάνεται και αυτοπροσδιορίζεται μάλλον ως γραφιάς, δηλαδή ως χειρώνακτας της γραφής, και όχι μια ξεχωριστή συνομοταξία από τους υπόλοιπους. Είπε ότι οι λέξεις είναι φλέβες που κυλάει μέσα τους αίμα (όπως μας λέει ο Ρίτσος) ενώ οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να αποδομήσουν τη γλώσσα. Και ότι στην προσπάθειά της να δώσει τις δικές της απαντήσεις στα μεγάλα ζητήματα του καιρού μας, έπεφτε συνεχώς πάνω στην προσωπικότητα του Νίκου Βαβούδη. Ο οποίος θυσίασε το «εγώ» του απορρίπτοντας την αθλιότητα μιας βολεμένης ζωής και τη νοοτροπία που περιέγραψε υπέροχα ο Γκόρκι λέγοντας: μικροαστός είναι κάποιος που προτιμά τον εαυτό του...

Κι εδώ ίσως πρέπει να σφυρίξουμε το ημίχρονο, για να μην ξεχειλώσει σε μέγεθος η ανάρτηση και να βρούμε χώρο στον επίλογο για εκτιμήσεις και συμπεράσματα.

(Συνεχίζεται...)

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

ΑΡΑΣ Ελλήνων Αριστεριστών

Τραμπούκων; Δολοφόνων; Πλην ρεφορμιστών...

 

Αν ψάχνεις κάθε χρονιά το νόημα εκείνου του Νοέμβρη, ανάμεσα σε μπροσούρες και ’κονίσματα, στεφάνια, γαρίφαλα και λουλουδούδες -κι όλο στην ίδια πίστα είμαστε- δίπλα απ’ τον βόθρο με τα ακροδεξιά τρολ, που μπορεί κάποτε να πάψουν να παίρνουν κυβερνητικά νον-πέιπερ για τους νεκρούς (εκτός) του Πολυτεχνείου, αλλά δε θα πάψουν ποτέ να αγαπούν και να ξεπλένουν τη χούντα... έχεις πολλούς δρόμους για να το φτάσεις -κι αν δεν προσέξεις, το ’χασες.


Μπορείς να πας συν γυναιξί, παπάκια (στη δοτική) και τέκνοις, να εξηγήσεις στ@ σύντροφ@ της ζωής σου πως δεν είσαι παράγοντας επειδή σταμάτησες να χαιρετήσεις 2, 3, 1.013 συντρόφους κι έμεινες λίγο πίσω -και βασικά πίσω μένουμε όταν δεν παρακολουθούμε τις εξελίξεις και τις διεργασίες... Ή να στήσεις το παιδί για την κλασική φωτό με γαρίφαλο στο μνημείο, γιατί αν ποζάρει το παιδί υπάρχει ελπίδα (στα ΜΚΔ τουλάχιστον), για να μάθει τα αιώνια μηνύματα της εξέγερσης και να μαζέψεις εσύ περηφάνια και λάικ, με το νόημα που ’χει κάτι από τρολιές και φίλτρα.

Μπορείς επίσης να σκεφτείς εκείνα τα παιδιά με τα άσπρα μαλλιά, που ξέχασαν να γεράσουν γιατί κουβαλάν μέσα τους τη νιότη του κόσμου. Σαν τον Τεό Λαζάρου, που συμμετείχε καθ’ υπέρβαση στο συγκρότημα της ΚΝΕ στο Αβέρωφ. Ή τον Νίκο Τριανταφύλλου του ΣΦΕΑ, σε μια εκδήλωση της ΚΝΕ στο Ίλιον, να υποκλίνεται σαν μικρό παιδί (που 70άρισε αλλά δε λύγισε) στους νεοσσούς και να τους λέει πως χάρη στη δική τους δουλειά και το κύρος της ΚΝΕ, κάλεσε το Πανεπιστήμιο μέλη του ΣΦΕΑ να μιλήσουν στα αμφιθέατρα. Ή να τους ζητάει συγνώμη για τη μικρή αργοπορία και την αμφίεση (!), γιατί τους είχαν στο στούντιο της ΕΡΤ με τον Ορφανό, να μιλήσουν για τα μηνύματα της εξέγερσης...

Και όταν άφησε την ασφάλεια του κειμένου -γιατί κάποια πράγματα έπρεπε να ειπωθούν με ακρίβεια και κάποια άλλα από καρδιάς- να απαντά σε ερωτήσεις, «πώς καταφέρατε να μείνετε αλύγιστοι;», να λέει για τις οδηγίες του παράνομου Οδηγητή -τι να κάνετε όταν σας συλλάβουν- κι εκεί να έρχεται ένα πρώτο μικρό σπάσιμο, που το ακολούθησε μαζικό χειροκρότημα, για να συνεχίσει. Αλλά όταν άρχισε να λέει λίγα λόγια για την οργάνωση στα Δυτικά, που έμεινε αρχικά (σχετικά) αλώβητη από τα χτυπήματα της Ασφάλειας και πήρε εντολή (μετά τη Νομική, νομίζω) να δείξει στην πράξη πως δεν είχαν βάλει στο χέρι το Κόμμα, όπως νόμιζαν, ο αλύγιστος Νίκος Τριανταφύλλου λύγισε και βούρκωσε, σε μία από τις σπάνιες, μετρημένες στα δάχτυλα τέτοιες φορές, γιατί δεν ήταν ποτέ από τους ευσυγκίνητους. Κι αυτό είναι το νόημα του Πολυτεχνείου...

Κι αν δεν σε συγκινούν όλα αυτά, μπορείς να ασχοληθείς με τα μπάχαλα της ΑΡΑΣ, που ήταν το αλατοπίπερο του φετινού τριημέρου για τον μικρόκοσμο (όχι του Θάνου) κι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδέρνουνε, ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν κτλ.

Κι εδώ δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας, της αρετής και της (χαιρε)κακίας, αλλά δε χωρίζονται και με τείχη (ταξικά, σινικά ή του Βερολίνου). Μπορείς να οργώσεις τους χώρους δουλειάς -η σπορά μένει και ας μην καρπίζει άμεσα- και να εξηγήσεις στον εργάτη πως αυτά είναι πλάσματα του (οπορτουνιστικού) βάλτου και πως τα βασικά γνωρίσματα του γνήσιου προλετάριου είναι ότι α) δεν έχει πατρίδα (με υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, κυριαρχικά δικαιώματα κτλ), β) δεν έχει ιδέα τι είναι η ΑΡΑΣ, η ΑΡΑΝ, η ΑΡΕΝ, η ΑΡΙΣ και τα αρκτικόλεξα που δε χώρεσαν στους στίχους του Πανούση και γ) δε γράφτηκε ούτε στον Καραμπελιά που έχει λεβέντες νέους, εθνικιστές μοιραίους.

Ή από την άλλη, μπορείς να κοιτάξεις αφ’ υψηλού, από το βάθρο μιας άχρηστης γνώσης, τον αδαή σφο που δεν πέρασε από τα αμφιθέατρα, δεν πήρε ως μάθημα επιλογής τον αριστερισμό και τα ΕΑΑΚ, ποτέ του δε διάβασε Ζίζεκ και Αλτουσέρ ή έστω το εισαγωγικό εγχειρίδιο του Λαϊκού Στρώματος, που θέλει πάντως επικαιροποίηση, για να μην κοιτάς αμήχανα τα τραπεζάκια της Μετάβασης, της Ηλέκτρας Αποστόλου, το ΚΑΡΑΒΙ, το ΜΗΧΑΝΑΚΙ κ.ά. Αλλά αν γλιτώσει το ΚΑΡΦΙ υπάρχει ελπίδα. Κι η βασική τους ιδιότητα είναι να διασπώνται - πολλαπλασιάζονται συρρικνούμενα διαρκώς, στα πεζοδρόμια της Πατησίων και της Στουρνάρη που οριοθετούν τον υδροβιότοπό τους.

-Δεν ξέρεις την ΑΡΑΣ; Μα την ΑΡΑΣ δεν ξέρεις;

Αλλά αν όντως δεν κατέχεις γρι από όλα αυτά, μπορείς να συγκρατήσεις τα βασικά.

Πχ ότι η ΑΡΑΣ έχει λεβέντες νέους, που δεν πήγαν στον Καραμπελιά αλλά στον Βαρουφάκη, και έφτασαν 50 χρονών μαντράχαλοι, αλλά καθοδηγούν ακόμα ντου, ξυλίκια και επιθέσεις, την παιδική αρρώστια του οπορτουνισμού -όπου ανήκουν και κινούνται- ή τις παρυφές του ημι-ένοπλου ρεφορμισμού, που έχει την πολιτική (στο τιμόνι) για ξεκάρφωμα. Κι ότι αυτή η οργάνωση έχει ανοίξει κόντρα (που κάποτε το έλεγαν βεντέτα και τώρα πλέον «μπιφ») με κομμάτι της αναρχίας, η οποία δε φαίνεται να τελειώνει και πάντως δεν αποκλιμακώθηκε, ιδίως μετά από τις συλλήψεις των θυμάτων της επίθεσης από την ΕΛΑΣ (Αράς-Μελιγαλάς).

Ότι το βασικό πολιτικό δόλωμα για να συνεργαστεί κανείς με την ΑΡΑΣ, για τη γερουσία κάποιων οργανώσεων -όπως η ΛΑΕ και το ΜέΡΑ- είναι πως δεν έχουν την παραμικρή γείωση στη νεολαία και τα πανεπιστήμια, οπότε τους έρχεται κουτί μια οργάνωση που ευδοκιμεί σχεδόν αποκλειστικά εκεί. Μαζί, όμως, παίρνεις όλο το πακέτο και τις παράπλευρες συνέπειές του.

Ότι οι Αρασίτες ήταν τιμητική φρουρά της ΛΑΕ, στην κατάθεση του στεφανιού της, ενώ ο ντι-τζέι σφος, με στόφα μεγάλου τρολ, έπαιζε στα μεγάφωνα την μπαλάντα του Αρασίτη (ασφαλίτη, πες το και έτσι).
Αδέρφια μου, Αρασίτες, εσείς μόνο, τον δικό μου ξέρετε τον πόνο. Ευχαριστώ γι’ αυτό πολύ. Συνεργά-συνεργάτες μου πιστοί...

Ο Βαρουφάκης, όμως, ξεκαθάρισε τα πράγματα με μια δημιουργική ασάφεια και είπε ότι διακόπτεται η συνεργασία με την ΑΡΑΣ, όχι όμως και με τη ΛΑΕ, όπου συμμετέχει η ΑΡΑΣ. Κι αν έλεγε ο Γιάνης πως το 70% της ΛΑΕ είναι θεμιτό και ευπρόσδεκτο, σαν τα μνημόνια; Κι αν η ΑΡΑΣ κατέκρινε τις... «μονομερείς ενέργειες» του ΜέΡΑ25 και ζητούσε συμφωνία και από κοινού απόφαση με τους θεσμούς; Κι αν τελικά η παρουσία της ΑΡΑΣ είναι μνημονιακό προαπαιτούμενο της Τρόικα;

Μετά το στεφάνι της ΛΑΕ, η ΑΡΑΣ αποχώρησε σύσσωμη, με την περιφρούρηση, τα κράνη και τα αυτοκολλητάκια «φοιτητικοί σύλλογοι», που δεν ξεγελούσαν κανέναν. Αλλά του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ. Κι αυτή ήταν η βασική συνταγή επιτυχίας και στην πορεία της Δευτέρας, όπου η ΑΡΑΣ έπαθε ΠΑΣΠ: έστριψε πρώτη -και χειρότερη- στα λουλουδάδικα, πήρε διαφορά από τους υπόλοιπους και τερμάτισε χωρίς να την απειλήσει κανείς. Έτσι η πορεία ολοκληρώθηκε μάλλον σε χρόνο ρεκόρ, και αν είναι να γλιτώνουμε την αναμονή και την ορθοστασία, ας κυνηγάμε κάθε χρόνο κάποιον.

Αλλά ας κάνουμε καυτό ρεπορτάζ, με έναν δικό τους.

Αυτοί μας προκάλεσαν, με τα γνωστά αντικείμενα. Δεν είναι αναρχικοί, είναι μηδενιστές...
(Στοπ! Μηδενιστές δέρνουμε; -Ναι, τους έχουμε άχτι από παλιά, μαζί με τους Πρώσους της Μπόχουμ).
Πήρε λίγη έκταση παραπάνω, γιατί την πλήρωσαν και όσοι πήγαν να μεσολαβήσουν.
Και οι καταγγελίες ότι φώναζαν «πέστε κάτω, απ’ το παράθυρο»;
Ναι αλλά δεν έπεσε κανείς.
Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, πραγματικά αφοπλιστικά, σαν συνθήκη ειρήνης.

Δυο κοπέλες, κατά δήλωσή τους από τα θύματα της επίθεσης, πετυχαίνουν τυχαία Στρατούλη και Λεωτσάκο και τους ζητάνε τον λόγο.
-Έχουμε συλλογικές διαδικασίες, απαντά ο Στρατούλης, Ναι, και η ΕΛΑΣ έχει την ΕΔΕ...
Κι όταν επέμειναν οι κοπέλες, έξαλλες με την ντρίπλα, έσκασε και δεύτερη.
-Να είστε όλοι καλά και να μη σας χτυπά κανείς!
Τι καλοί άνθρωποι, με τόσο «καλές απόψεις»...

Ακολούθησε η ανακοίνωση της ΑΡΑΣ στο σάιτ της ΛΑΕ για τις εξελίξεις (στο ΜέΡΑ και γενικώς). Αν δεν ήξερες ποιος την έγραψε, μπορεί να τους περνούσες για Κνίτες (που είναι λόγος να φάνε ξύλο), αν μετρούσες τις (ανα)φορές σε προβοκάτορες και περιφρούρηση. Για όσους έχασαν το νόημα, η ουσία είναι ότι η ΑΡΑΣ υφίσταται πογκρόμ, σαν αυτά για την οποία την κατηγορούν, ενώ αυτή περιφρουρούσε απλώς τον εορτασμό του Πολυτεχνείου από τις προβοκάτσιες. Και ίσως της οφείλουμε ευγνωμοσύνη που αμαρτάνει στέκεται για εμάς σε αυτόν τον τοίχο, σαν τον Τζακ Νίκολσον στον Κώδικα Τιμής.

-Did you order Code Red against them?
-You want me on that MAX. You need me on that Γκίνη. Υπερασπιζόμαστε έννοιες όπως: Ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, η στρατηγική στο τιμόνι, Β’ Πανελλαδική και επίδικο. Και τώρα θες να σου πω για τον Κόκκινο Κώδικα;
-I want the truth.
-You can’t handle the truth.

Αλλά αυτή η συγκλονιστική ερμηνεία δεν έπεισε κάποιους, που ζητούσαν ένα γενικό cancel της ΑΡΑΣ και τον γενικό αποκλεισμό της: από τον εορτασμό του Πολυτεχνείου, από το ΜέΡΑ25, από το March to Gaza, από τη ζωή την ίδια. Όσο πιο μακρινή χρονικά ήταν η δική τους συνεργασία-συνύπαρξη με την ΑΡΑΣ, τόσο πιο έντονα το ζητούσαν -αν ήταν ακόμα μαζί, θα το σκέφτονταν περισσότερο. Κι η ειρωνεία είναι πως αρκετοί εξ αυτών θα ήθελαν να φύγει η ΑΡΑΣ από το ΜέΡΑ25, για να καλύψουν το κενό και να γίνουν αυτοί η νεολαία του Βαρουφάκη.

Παράλληλα άνοιξε ένας δημόσιος διαδικτυακός διάλογος του στιλ «ποιος φταίει που τους ανέχτηκε» και μια αντι-ΑΡΑΣ άμιλλα, με αιχμές για τους άλλους που σιωπούσαν και την συγκάλυπταν. Φταίει πιο πολύ η ΑΡΑΝ που είναι από την ίδια αλτουσεριανή μήτρα κι είχε υποστεί το πρώτο οργανωμένο αρασίτικο ντου στην Πάτρα ή το ΝΑΡ που ήταν μαζί στα ΕΑΑΚ και δεν είπε τίποτα, μέχρι να στραφούν τα χτυπήματα εναντίον του; Η Κουτσούμπα ή ο Πι-Τζι; Ποιος συγκάλυψε τα αρασίτικα εγκλήματα και έκανε γαργάρα το ξυλόλιο της ΑΡΑΣ; Και τέλος πάντων, τώρα που τους έπιασε η εξομολογητική διάθεση και σκαλίζουν το παρελθόν, μήπως κάποιος μπορεί να εξηγήσει τι διάολο ήταν εκείνη η τρολιά για τη «μαϊμού της ΑΡΑΝ», που το ήξεραν μόνο οι μυημένοι;

Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν ένας διάλογος άξιος θαυμασμού και δείγμα δύναμης του χώρου που τον διεξάγει δημόσια -όπως είχε πει ο Ένγκελς σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Εν προκειμένω ήταν απλώς υλικό για πατατάκι, ποπ-κορν και τις αναρτήσεις τρολ σαν τον Άδωνη, που κάποιος του σφύριξε τι γίνεται. Κι αν μπορεί να βγει ένα συμπέρασμα, είναι τελικά πως η ΑΡΑΣ είναι κάτι σαν το περιβόητο οφσάιντ του Κατσουρ στο ντέρμπι των αιωνίων. «Κι εγώ συγκάλυπτα τον Κατσουράνη -και τα εγκλήματα της ΑΡΑΣ».

Στο καπάκι βγήκε μια ανακοίνωση της «Αντικαπιταλιστικής Συσπείρωσης», δηλαδή κάποιων που αποχώρησαν από την ΑΡΑΣ, γιατί διαφώνησαν με τις παρακρατικές πρακτικές και την ανακοίνωσή της, καλώντας σε πολιτική απομόνωσή της. Η αλήθεια είναι πως έλειπε μία διάσπαση από τον χώρο, για να χαθεί το μέτρημα. Πάντως ό,τι σχετικά ελπιδοφόρο υπήρχε στην ΑΡΑΣ, έχει φύγει προ πολλού στην ΑΡΙΣ -που είναι κοντά στο ΚΚΕ, αλλά με διάφορες λεπτές αποχρώσεις, που μόνο ένα νέο ενημερωμένο εγχειρίδιο του αριστερισμού θα μπορούσε να αποτυπώσει.

Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δε θα είχε συμβεί, αν είχαν ακολουθήσει τους εθιμοτυπικούς κανόνες και την είχαν πέσει σε Κνίτες ή έλεγαν στα θύματα πως ήταν παρεξήγηση, γιατί τους πέρασαν κατά λάθος για Κνίτες -τους είδε μαύρους, νόμιζε με Κνίτες πως θα κάνει... Η ΚΝΕ βασικά ενώνει και είναι η βασική συγκολλητική ουσία -αν όχι λόγος ύπαρξης- του χώρου.

Κι επίσης, τίποτα από όλα αυτά τα υπέροχα ανούσια δε θα μας απασχολούσε, αν είχαμε επιλέξει τον δρόμο της Αρετής, πχ με τους σφους-συναγωνιστές από τον ΣΦΕΑ και τον πολιτικό τους πολιτισμό, όπου...

Ξαφνικά πλησιάζει ένας ηλικιωμένος με τραγιάσκα το τραπεζάκι και λέει στην ασπρομάλλα νέα ότι αυτός είναι δημοκράτης, ενώ αυτή έκανε καριέρα πατώντας στους αγώνες, οπότε αυτή πάτησε πόδι, σηκώθηκε όρθια να του απαντήσει κατάλληλα και χρειάστηκαν 3-4 να την κρατήσουν, για να γλιτώσει ο δημοκράτης και να μην του κάνει τα κόλπα της ΑΡΑΣ...
Ναι, τι λέγαμε...;

Κι έτσι, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα όλα τα άλλα.

Ότι είχε πάρα πολύ κόσμο. Ότι ο σφος ντι-τζέι είναι σίγουρα μεγάλο τρολ και έβαλε «Αβάντι Πόπολο», μπροστά στην Πρεσβεία, που βάφτηκε κόκκινη (στο μάτι) από καπνογόνα. Ότι ο αντικομμουνισμός γιορτάζει κάθε μέρα -ιδίως στις ΗΠΑ- και δε χρειάζεται ξεχωριστή γιορτή-βδομάδα. Αλλά σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.

Ότι ο μόνος δρόμος είναι πίσω από τα παιδιά -αντικειμενικά. Ειδικά για όσους μπαίνουν τιμωρία πίσω μας, γιατί φοβούνται το ξύλο από τους υπόλοιπους -ενώ ήμασταν παραδοσιακά το τελευταίο μπλοκ- όπως ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και όλες οι εκδοχές της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας. Ότι το ΠΑΣΟΚ έστριψε σύσσωμο (και οι 100) στη Μαβίλη για βρώμικο... Και ότι ο Κασσελάκης κατέθεσε στεφάνι, ενώ φωνάζαμε «να φύγουνε οι βάσεις και οι Νατοϊκοί»...

Και προπαντός, αυτή η ολοένα ενισχυμένη αίσθηση ότι παίζουμε σε κάποιο σενάριο του Γκοσινί για το γαλατικό χωριό, αλλά δεν το ξέρουμε.
-Αστερίξ, να τους δείξω πόσο ευγενικός Αρασίτης είμαι;

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά...

Φέτος η εξέγερση γίνεται 52 Μαΐων, αλλά όσοι είναι-νιώθουν παιδιά της μετράνε τον χρόνο με Νοέμβρηδες. Ιδίως την πολιτική μας ζωή, που ταυτίζεται πάνω-κάτω με την ενήλικη, και σε βοηθά να καταπολεμάς τα γηρατειά και την κατάθλιψη, δηλαδή την απαισιοδοξία ότι δεν αλλάζει τίποτα. Και έτσι μπορείς να λες ακόμα -και να το εννοείς- «παιδιά» τους 70άρηδες που κλείστηκαν τότε στο Πολυτεχνείο και έγιναν σπίθα, που έκανε τα σκοτάδια λάμψη.


Και δεν είναι απλά πως ερωτεύτηκες εμμονικά μια χρονολογία, σαν τον (ζώντα) Νιόνιο, που ξέμεινε από νιονιό και αγάπησε-παντρεύτηκε όψιμα την εξουσία, για να πέσει στον βούρκο με τις αυταπάτες και να γυρίσει πίσω να ξεπλυθεί στην κολυμβήθρα και την πολιτική μας μήτρα. Στην τελική υπάρχουν και άλλες χρονολογίες -ή δεκαετίες ολόκληρες- πολύ (πιο) σημαντικές, γεμάτες έρωτα και επανάσταση. Λίγες επετείους, όμως, σημαδεύεις κάθε χρόνο στο καλεντάρι, γιατί σε σημάδεψαν όπως αυτή. Άσε που πέφτει μαζί με τα γενέθλια του τιμημένου (της μήτρας που λέγαμε) -διπλή γιορτή της κομμουνιστικής ορθοδοξίας.

-Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία, ακούς να φωνάζουν σήμερα. Ίσως λίγο μηχανικά, σα να μην είναι και τόσο σίγουροι. Κι αν γινόταν σήμερα, κάπως αντιδιαλεκτικά, ένα Πολυτεχνείο, στο δοσμένο πλαίσιο (εδώ και τώρα), μπορεί κάποια πράγματα να μας ξένιζαν.

Η ενότητα-χυλός (των «δημοκρατικών δυνάμεων»). Κάποια χλιαρά συνθήματα, χωρίς προοπτική. Η εξάρτηση, τα στάδια, η λαϊκή κυριαρχία ως προϋπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας, ως προϋπόθεσης της αλλαγής, που θα ετοιμάσει το έδαφος για ένα επαναστατικό άλμα, που θα έχει αντικατασταθεί από μικρά βηματάκια (προς τα πίσω). Οι εκκλήσεις στον Κανελλόπουλο, τον Μαύρο και στα χρεοκοπημένα κόμματα της αστικής τάξης. Η ειρηνική συνύπαρξη με τους αναθεωρητές, που έψαχναν χαραμάδες νόμιμης δράσης, νομιμοποιώντας από το παράθυρο τη «φιλελευθεροποίηση» της χούντας. Το τυχαίο που αντιστοιχεί στο τυφλό αυθόρμητο. Το μερικό χυμαδιό -μες στο δημιουργικό "χάος"- και κάποιοι προβοκάτορες -που δεν ήταν 300 οργανωμένοι, αλλά ήταν υπαρκτοί και έκοβαν κίνηση. Το στρατηγικό έλλειμμα, η απουσία τακτικού σχεδίου για την επόμενη μέρα -που έφερε (το πιο) βαθύ σκοτάδι και τσακισμένες αντιδράσεις.
Ότι πηγαίναμε ειρηνικά στη σφαγή, με τον σταυρό της ελληνικής σημαίας στο χέρι και τον εθνικό ύμνο στο στόμα. Ότι αυτοί που κατέβηκαν μαζικά, αύριο θα κρύβονταν πάλι πίσω από τον φόβο τους και το ψαράκι της γυάλας. Οι τοπικοί σύλλογοι -που σήμερα μπορεί να φαίνονται γραφικοί-αναχρονιστικοί, σαν τα κυπριακά τραπεζάκια στη Λέσχη του ΑΠΘ. Η φλυαρία και οι ατέρμονες συνελεύσεις που φαντασιώνονταν πως γίνονταν σοβιέτ. Οι σπασμωδικές αντιδράσεις -από τη χρόνια ακινησία-, οι αυταπάτες και οι αντιφάσεις. Η έλλειψη ενός πιο καθαρού στίγματος μες στην πανσπερμία.

Όλα αυτά, όμως, είναι μικρά παρακλάδια ενός δέντρου που μας τρέφει ακόμα, δεντράκια που δεν μπορούν να κρύψουν το δάσος. Κι εμείς ζούμε για την ώρα και τη στιγμή που «όπου ήταν δάσος, θα ξαναγίνει δάσος». Όλοι εμείς οι ακριβοί στα πίτουρα, οι ινστρούκτορες του τίποτα, οι κατά φαντασίαν κομμουνάροι, που στραβοκοιτάμε στα δόντια την εποχή που μας έλαχε -αντικειμενικά εποχή περάσματος στον σοσιαλισμό, άλλο αν στενέψαν τα περάσματα και δε βγήκαν (σωστά) συμπεράσματα, από όλους.

Αν μπορούσαμε να ζητήσουμε κάτι, αν ο Άγιος Βασίλης ήταν σύντροφος με κόκκινη στολή (της περιφρούρησης), αν μπορούσαμε να παραγγείλουμε τα γεγονότα και τις εξεγέρσεις, να διαλέξουμε από τον μπουφέ της ιστορίας, να καθορίσουμε μεταφυσικά (δηλαδή αντιδιαλεκτικά) τον ιστορικό χρόνο, τα σημεία και τις μορφές της πύκνωσής του, αυτό που θα ζητούσαμε θα ήταν κάτι τέτοιο: της γενιάς μας το Πολυτεχνείο...

Μια στιγμή που όλα μοιάζουν δυνατά και όλα είναι πολιτικά. Μια στιγμή που μετράει για μήνες και μας καθορίζει για δεκαετίες, που η συγκέντρωση ανάβει και όλα είναι συνειδητά, που τα τραγούδια σου δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν όντως να αλλάξουν τον κόσμο και κάθε νότα φέρνει ανατριχίλα και μικροσεισμούς -σαν προαναγγελία αυτών που έμελλαν να έρθουν, αλλά κόλλησαν στην κίνηση και την ακινησία του υποκειμένου. Που όλος ο κόσμος είναι στον δρόμο (εκεί που αλλάζει μυαλά και τη μοίρα του), που οι συνελεύσεις δεν τελειώνουν ποτέ και περιμένεις να καταλήξουν στο διάταγμα για τη γη και την ειρήνη. Μια στιγμή που δεν περνά, ούτε χάνεται, αλλά αφήνει αποτύπωμα στον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε. Όπου κάθε μπλοκ μοιάζει με στρατό της επανάστασης, κάθε οδόφραγμα ραντεβού με την ιστορία και κάθε κίνηση με έφοδο στον ουρανό και τα κατάστιχα της Ιστορίας (με γιώτα κεφαλαίο, μακριά από την προϊστορία της ταξική εξουσίας του κεφαλαίου), σα να χτυπάς την πόρτα της ή να μπορείς να την αγγίξεις, πηχτή στον αέρα.

Μια στιγμή όπου όλοι είναι στον δρόμο. Όλα είναι δρόμος. Ο δρόμος γράφει τη δική του ιστορία, στον τοίχο με μπογιά, στη ζωή με το αίμα μας, που κυλά ζεστό -σαν τον τροχό της Ιστορίας-, ζητά εκδίκηση για τα όνειρά μας, τις ματαιώσεις τόσων χρόνων, τις φορές που ο βράχος έμεινε στα μισά και (κατρα)κύλησε πίσω, πλακώνοντας οράματα, προοπτικές και αφήνοντας φυλακισμένη στον βυθό την ελπίδα.

Θα δίναμε τη (μίζερη) ζωή μας, για να ζήσουμε μια τέτοια στιγμή, κάτι δυνατό, πραγματικό -με όλες τις αντιφάσεις του, που το κάνουν να είναι τέτοιο. Το ξύπνημα, το ξέσπασμα, το ποτάμι που βγαίνει στους δρόμους και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του, το συνειδητό να παντρεύεται το αυθόρμητο (και καλούς απογόνους!), τις ιδέες να κατακτούν το πλήθος και να γίνονται υλική δύναμη. Τη μέρα εκείνη (δε θα αργήσει) που μετρά σαν μήνα και μια ζωή ολόκληρη, να είμαστε δρώντες μάρτυρες (το αυτόπτες δε φτάνει σε κανέναν) του ρεπορτάζ ενός καυτού Νοέμβρη, που μας ζεσταίνει ακόμα την ψυχή στη βαρυχειμωνιά της αντίδρασης και φωτίζει το μονοπάτι που πρέπει να πάρουμε.

Μια «στιγμή» της ιστορίας, που δικαιολογεί κάθε χρόνο λίγο έλλογο συναίσθημα. Που συγκινεί γιατί κινεί (τις μάζες) και εμπνέει ακόμα, γιατί έδειξε πως μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα να συμβούν. Που δεν γκρέμισε τη χούντα, αλλά τον στόχο της να μακροημερεύσει μεταμφιεσμένη. Και υποχρέωσε σε αναδίπλωση τη δικτατορία του κεφαλαίου, που καμάρωνε στην ανάμνηση της «καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ», πριν νιώσει αρκετά δυνατή για να ρίξει στο πυρ το εξώτερον την εποχή της Μεταπολίτευσης και της φορτώσει όλα τα δικά της κρίματα.

Για όλα αυτά -και όλους τους λόγους του κόσμου- τη μισούν όσοι την φοβούνται και τη νοσταλγούν ακόμα και όσοι δεν την έζησαν. Και όταν νοσταλγούν προκαταβολικά τις εικόνες από το μέλλον τους, ξέρουν πως θα ξεκινήσει κάπως έτσι.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Μπόλικη πέτρα, μπόλικη χολή

Κατεβαίνω με αργές, προσεκτικές κινήσεις, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος -μα τον Τουτατί. Με βλέπει, εστιάζει κατευθείαν στον επίδεσμο.

-Έλα ρε, τι έπαθες;
-Τίποτα, αφαίρεση χολής, επέμβαση ρουτίνας.
-Δηλαδή τέρμα τώρα ζήλιες, γκρίνιες και κακίες, ε; Χα-χα...
-Κοίτα, βασικά...

ΚΑΤ
(Όχι ΚΑΤ, στο Γεννηματά ήταν).
Πάμε πάλι τη σκηνή.

***

Εν αρχή ην ο πόνος. Και δεν υπάρχει ύστερα (μονάχα αυτού του κόσμου). Ούτε κάτι άλλο.
-Πώς είσαι;
-Πονάω.

Πρώτο γρουκ, εμετική σκηνή -σαν ωμός αντικομμουνισμός.
-Σε ανακούφισε λίγο;
-Σχετικά.
-Πώς νιώθεις δηλαδή;
-Πονάω, λέμε.

***

-Πονάτε εδώ; Εδώ; Μήπως εδώ κατά τύχη;
-ΟΥΑΠ!
-Οβελίξ, μην αγγίζεις!
-Τι να μην αγγίζω;
-Αυτό.
-ΟΥΑΠ!


Ελάτε, παιδιά. Δεν είναι εθνική οδός το συκώτι του αρχηγού μας
.
Για την ακρίβεια, η χολή. Ίσως φταίνε τα παϊδάκια. Μπορεί το λουκάνικο. Ή τα κεφτεδάκια. Κι η πρωινή γαλατόπιτα. Η χτεσινή φοκάτσια. Ή λες να ήταν η μπανάνα για τη χώνεψη; Τα βλέπεις να περνάνε μπροστά σου, σαν φιλμ των τελευταίων ωρών, διασχίζοντας ανάποδα τον οισοφάγο.
-Δεν το ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει.

***

Καθ’ οδόν στη Μεσογείων, Σωτηρία δε βρίσκουμε, πάμε στο ΓΝΑ.
-Πώς είσαι;
-Πονάω, Νέμο.
-Γιατί με λες «Νέμο»;
-Εσύ γιατί με ρωτάς κάθε πέντε δευτερόλεπτα; 

Βρίσκουμε τα επείγοντα, ανανέωση πρωτοκόλλου και εθιμοτυπίας.
-Πώς είστε; -Πώς νιώθετε; -Είστε καλύτερα;
Ποια συλλαβή ακριβώς να τους δυσκολεύει από το «πονάω»; Συνηρημένο θα ’ταν σαφέστερο;
Μια μαρμότα στη γωνία, με τιρκουάζ στολή, μου γελάει ειρωνικά και ετοιμάζεται να ξαναρωτήσει.
-Πώς είστε, κύριε;
Λες να μας τραβά ο Μαστοράκης, για να δείξουν πως «όλα καλά»;
-Είμαι καλά. Υπογραφή, Μενέλαος Λουντέμης. Μακρόνησος.
Σε αφήνουν στον πόνο σου, σαν τον Τατάκη. Πριν επιστρέψουν δριμύτεροι.
Δεν ξέρεις αν είναι χειρότερο να πονάς ή που σε ρωτάνε συνέχεια.

***

Εν αρχή ην ο πόνος. Και μετά το μπουτόν πανικού. Καταφτάνει ο Σαλβαδόρ.
-Εσείς καλέσατε; Τι θα θέλατε;
-Σιγά... Σιγά... Σιγά...

-Κι εσείς τι μπορείτε να κάνετε για εμάς;
-Εδώ είναι μια λίστα με τη χαρτογράφηση, όσους σφους ξέρω, διευθύνσεις και ονόματα-ψευδώνυμα για να γλιτώνουμε χρόνο. Σας εσωκλείω μια βραχεία λίστα με φίλους, συνεργαζόμενους και ψηφοφόρους. Είναι όλα όσα θυμάμαι, αν ξέχασα κάτι, να το συμπληρώσω.
-Θα θέλατε να προσθέσετε κάποιον προβληματισμό πάνω στα όρια της ανθρώπινης αντοχής στον πόνο; Να εμπνευστείτε από τους αλύγιστους της ταξικής πάλης που τον περιφρόνησαν και τον νίκησαν;
-Αδελφή, μη με κάνετε να γελάω, πονάω χειρότερα.
-Είναι μέρος του βασανιστηρίου, είπε και μου έβγαλε το χιλιομασημένο φύλλο από το στόμα.

***

-Καλημέρα, λεβέντες! Ξύρισμα, κούρεμα;

Κάποτε το Γεννηματά είχε δικό του κουρέα, αλλά πήρε σύνταξη και δεν ήρθε ποτέ αντικαταστάτης. Οπότε η μαύρη αγορά το επιχειρηματικό δαιμόνιο της φυλής των κορακιών σπεύδει να καλύψει το κενό και κάθε είδους τρύπα. Σου νοικιάζει ασθενοφόρα, καθίσματα, τηλεοράσεις, ράντζα και αποκλειστικές. Και αν δεις φευγαλέα τις διαφημιστικές κάρτες, με τις ξανθιές, καλλίγραμμες νοσοκόμες, ίσως δυσκολευτείς να βρεις με την πρώτη τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Μαύρα κοράκια με κόμη ξανθιά, μέικ-απ και τορνευτές καμπύλες.


Οι υπεύθυνοι της κλινικής διώχνουν τους διαφημιστές απ’ τα δωμάτια και σου εφιστούν την προσοχή. Αν σε βρουν να κοιμάσαι, βουτάνε ό,τι βρουν, ιδίως στις εφημερίες, που γίνεται πανικός (όχι οι γιατροί, οι διαφημιστές). Κι εσύ μετά ψάχνεις μάταια τον κλέφτη και τα πράγματα, καθώς λοξοκοιτάς τον διπλανό. Ιδίως αν έχει λίγο σκούρα επιδερμίδα...

***

Η συνύπαρξη στον θάλαμο ήταν ειρηνική, σχεδόν ρεβιζιονιστική, με καλτ στοιχεία. Ο Βάγγος βογγούσε απ’ τον πόνο, έβλεπε στιγμιαία οράματα λόγω αϋπνίας. Η σύζυγος ξενυχτούσε στωικά δίπλα του, διαβάζοντας. Ήσυχο ζευγάρι, διακριτικό κι αγαπημένο, παλιάς κοπής, κατάλοιπο της μεσοαστικής Αθήνας που χάνεται στα χρόνια της κρίσης αλλά κρατά στόφα και εκτιμά τα δημόσια αγαθά. Ένα από τα βιβλία που είχαν ήταν της Χάρπερ Λι, Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια, προσφορά από το «Πρώτο Θέμα». Στον καιρό του ήταν μανιφέστο κατά των διακρίσεων. Στον δικό μας σκόνταψε στις αντιφάσεις της πραγματικής ζωής και τον Κασμίρ.

Ο Κασμίρ είναι από της γης τους κολασμένους: άστεγος, μετανάστης, με ακρωτηριασμένα πόδια. Πέρασε χίλια βάσανα κι έχει χίλια δίκια, αλλά είναι σαν ρόλος-καρικατούρα που έγραψε η Δήμητρα για τους «Απαράδεκτους» -κι ας μην ξέρει ούτε η ίδια ότι την καλύτερη ατάκα την έδωσε στον Χαλακατεβάκη, με τον Μακεδόνα φίλο:
-Μη με λες πατριώτη. Αφεντικό να με λες...

Ο Κασμίρ δε βοηθούσε πολύ την «καλή κοινωνία» να δείξει αντανακλαστικά αλληλεγγύης στην «κακή πλευρά» της κοινωνίας. Γκρίνιαζε για το ανάλατο φαγητό του νοσκομείου και έλεγε «ντεν είμαι σκυλί» όταν του έφεραν δεύτερη μέρα σούπα. Φώναζε που δεν του έσβησαν το φως, μέχρι να του δείξουν πώς να το σβήνει ο ίδιος από το χειριστήριο. Τραβούσε το διαχωριστικό παραβάν, για να βλέπει το παράθυρο ή εσένα. Έπαιρνε ό,τι φαγώσιμο ήταν σε ακτίνα βολής -όχι απαραίτητα δικό του. Πήγαινε με το αμαξίδιο για επαιτεία στο κυλικείο, όπου αγόραζε τυρόπιτες και σοκολάτες, γεμίζοντας μετά ψίχουλα το κρεβάτι του. Και ήθελε να κάνει κράτηση 15 μέρες για κρεβάτι, γιατί δεν είχε πού να πάει. Αλλά στο βάθος είχε καλή ψυχή.

-Άντε φίλε, σιντερένιος.
Μη με λες σιδερένιο. Ατσάλινο να με λες...
Και έφτυσε αμάσητο το άλλο φύλλο.

***

-Και τον γιατρό από πού τον ξέρουμε;
-Είναι φίλος φίλου. Γνωστός του από τη ΔΕΑ.
-Τι; Τροτσκιστής είναι; Θα μας σφάξει με το νυστέρι.
-Δεν έχει νυστέρι, αφού θα γίνει λαπαροσκοπικά.
-Τότε τι; Με φαλτσέτα, όπως οι αχρείοι στον Μεσοπόλεμο;
-Όχι, με ορειβατικό πιολέ.

***

Δειλή βόλτα στον διάδρομο, σκοντάφτουμε σε γνωστή φυσιογνωμία. Λειτουργούν τα συνθηματικά. Κρατά έναν Μολότοφ (προς την ΚΕ του ΚΚΣΕ), κρατάω έναν Καλλιβρετάκη, για τις μέρες του Πολυτεχνείου, όπου έρχονταν τραυματίες στο Ρυθμιστικό για να ξεσαλώσουν οι ασφαλίτες και ο εθνικός κορμός, μπαίνοντας στα χειρουργεία, πιστοί στις αρχές της φιλελευθεροποίησης. Ναι αλλά ξέρεις ποιο ήταν το «Ρυθμιστικό»;

Η σφισσα δεν το ήξερε. Είχε τη μάνα της με χολή, δυο χρόνια στην αναμονή, μέχρι που αγανάκτησε και πήρε τηλέφωνο, για να επισπεύσουν τη διαδικασία, πριν αυτό γίνει με τον δύσκολο τρόπο -με κολικό χολής ή γενικώς κάποια κρίση κοιλαλγίας. Πόσο πλούσια η ελληνική γλώσσα και πόσο φτωχή για να περιγράψει την κατάντια.

***

Μερικά στοιχεία, ατάκτως ερριμμένα.

Στο νοσοκομείο υπάρχουν 12 χειρουργικές κλίνες, οι μισές σε αχρησία λόγω έλλειψης προσωπικού. Σε κάθε εφημερία έρχονται αντιμέτωποι με ημι-άγριες καταστάσεις. Οι κλινικές δεν έχουν κρεβάτια για όλους τους ασθενείς. Και τα «προγραμματισμένα» χειρουργεία δεν ξέρουν τι ώρα θα μπουν -εξαρτάται από τη ροή στα επείγοντα και τη σημασία τους. Στο προσωπικό, βλέπεις τα ίδια άτομα ανελλιπώς και διαπιστώνεις εμπειρικά την πίεση και την απουσία ρεπό. Το σύστημα σε σπρώχνει, πλαγίως και ευθέως, να πας σε ιδιώτη «για να κάνεις τη δουλειά σου». Κι αν προτιμάς από θέση αρχής -και όχι απλά τσέπης- το δημόσιο, ίσως χρειαστεί να καταπατήσεις τις αρχές σου, αν θες να τις κρατήσεις, βρίσκοντας πχ κάποιον γνωστό, για να μην πας σαν το σκυλί στο αμπέλι. Το ίδιο σύστημα σπρώχνει στον ιδιωτικό τομέα και τους υγειονομικούς -γιατρούς και νοσηλευτές. Και όσοι επιμένουν να εργάζονται στο δημόσιο, βαδίζουν καθημερινά σε τεντωμένο σχοινί. Και αν τους αντέξει το σχοινί, δε θα φανεί απλά σε ένα απλό χειροκρότημα -εν πολλοίς υποκριτικό, αν μιλάμε για κρατούντες.

***

Η μεγάλη των πλάβι χολή
Τα λογοπαίγνια, ξέρεις, είναι παρεξηγημένη έννοια. Είχαμε σπουδαία δείγματα, μέχρι που έπεσαν στο στόμα του Σεφερλή και τους βγήκε το όνομα για πάντα.
Χολή δημόσιας διοίκησης
Ο Σνάιπερ πάλι λέει πως φταίει το ελληνικό σταντ-απ, τα ξεχείλωσε και τα κατέστρεψε (με πιτατάκες κτλ), αλλά βρήκε άλλοθι στον Σεφερλή (αυτός, κυρία, αυτός το έκανε!). Και τώρα είναι άταφο πτώμα, σαν ΣΚ στου Μπέρνι, και τη σοσιαλδημοκρατία του άλλου Μπέρνι, που ξαναματαβγήκε παγανιά με τον Μαμντάνι. Στην τελική, να σου πω κάτι; Και η «Παρισινή Κομμούνα» ένα δημοτικό συμβούλιο ήταν, αν το δεις αυστηρά...
Μπόλικη πέτρα, μπόλικη χολή...

***

-Ξεκίνησε και ο προσυνεδριακός, όσο ήσουν μέσα.
-Είχε κάτι καλό;
-Γράφει ένας για τεχνητή νοημοσύνη και στατιστικά στο ποδόσφαιρο, πώς μεγαλώνουν τα κέρδη των ΠΑΕ...

Έχει προβλήματα ο (πρώτος) κόσμος. Αλλά το βασικό είναι να βρίσκεις τη βασική αντίθεση, πίσω από δέκα τόνους πλέγματα, πέμπτου και έκτου γκεστάλτ. Σαν εκείνο το κλισέ του Σωτηρακόπουλου, πριν τον βρει το Αλτσχάιμερ και αρχίσει να μπερδεύει τον Χάαλαντ με τον (κουφός ο) Σάλαχ (στραβός ο Χρηστάρας), πως το ποδόσφαιρο είναι το πιο σημαντικό δευτερεύον πράγμα στη ζωή μας. Μα είναι ζωή αυτή;

-Κάτι άλλο ζουμερό;
-Είναι και ένας από το κόμμα της Αυστρίας. Του έκαναν εντύπωση οι μεγάλες προσδοκίες από τα μέλη και τα στελέχη μας και ότι στο δικό τους κόμμα αυτά δεν είναι εφικτά. Ίσως γιατί δεν έχουν μέλη, βασικά.
-Ναι αλλά η πολιτική είναι η τέχνη του αναγκαίου.
Κακό χωριό τα λίγα σπίτια. Και πού να βρεις ποιότητα, χωρίς ποσότητα. 

***

Μικρή ομοβροντία ευχών από το προσωπικό, λίγο πριν τη θριαμβευτική έξοδο, πάνω στην ασπίδα της Αρβέρνης.
-Σιδερένιος! Σιδερένιος! Άντε σιδρένιος, σιδερέ-Σιδερ-δερένιος!
-Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Και μιας και το έφερε η κουβέντα και είπατε Σιδέρης, είδατε τη συνέντευξή του, πόσο καλά τα ’πε στην ΕφΣυν;

Η λύση για τη λίστα αναμονής είναι να ανοίξουν όλες οι κλειστές -περίπου 100- χειρουργικές αίθουσες στην Αττική, στελεχωμένες με το απαραίτητο προσωπικό, ώστε να χειρουργείται ο κόσμος άμεσα και δωρεάν.

-Πού τα είχε αυτά; Στο μηνιαίο τους ένθετο για την Υγεία;
-Όχι, αυτό που λες έχει χορηγούς και πληρωμένα κείμενα από ιδιωτικές ασφαλιστικές. Ενώ αυτό ήταν έρευνα - το θέμα της ημέρας, με αφορμή τη 48ωρη απεργία των νοσοκομειακών.

-Κι εσύ γιατί πήρες ΕφΣυν;
Ελαφρύ ανάγνωσμα, για να περνά η ώρα. Είχε προσφορά και βιβλιαράκι περί κλιματικής αλλαγής, με τον αναρχοπασόκο Νόαμ Τσόμσκι και έναν «προοδευτικό οικονομολόγο» -sic-, για να ξέρουν όλοι πως ό,τι τους καίει είναι η «Πράσινη Ανάπτυξη» και τα κεφάλαια που λιμνάζουν, όχι το περιβάλλον ή κάποια οικολογική ευαισθησία.

***

-Σου γράφω εδώ μια δίαιτα, για τις πρώτες μέρες.
Ελαφριά φαγητά, λίγα λιπαρά, μια ρώγα από σταφύλι.
-Αστούς μπορούμε να φάμε;
-Βραστούς ναι, ψητούς ίσως, αρκεί να μην έχουν πολύ λίπος για κάψιμο. 

Τις ιατρικές οδηγίες συμπληρώνουν τα σοφά αποφθέγματα ζωής του Μαζεστίξ.

Η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα.
Όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα.
Για να δεις καλό σαν πίνεις, να σε πίνει μην το αφήνεις.
Χώνεψε το γευματάκι, με ένα τόσο δα τυράκι.
Ναι αλλά χαμηλών λιπαρών.
ΝΙΑ-ΝΙΑ, ΝΙΑ-ΝΙΑ, ΝΙΑ-ΝΙΑ-ΝΙΑ...

-Είσαι καλά, αρχηγέ; Μήπως πονάς;
-Ανοησίες. Απλώς ήμουν λιγάκι πνευματικά κουρασμένος.
-Το ήξερα εγώ πως δεν μπορεί κανείς να παραφάει.
Ας ξαπλώσω λίγο κάτω από αυτό το δέντρο...

***

Πρώτη σκηνή, 132η λήψη, 3, 2, 1, πάμε...

-Έλα ρε, τι έπαθες;
-Τίποτα, αφαίρεση χολής, επέμβαση ρουτίνας.
-Δηλαδή τέρμα τώρα ζήλιες, γκρίνιες και κακίες, ε; Χα-χα...
-Κοίτα, βασικά αφαιρείς την κύστη όπου συγκεντρώνεται, όχι τη χολή.
-Οπότε τώρα είναι παντού και ανεξέλεγκτη;
-Κάπως έτσι...

ΚΑΤ, το έχουμε!
(Γννμτά, γμτσμ...)

***

Αίσιος επίλογος

YP.YGEIAS

ΥΓΕΙΑ ΣΑΣ -sic-, ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΟ Ε.Σ.Υ. ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΝΑ ΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΟΥΜΕ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ, ΑΝΩΝΥΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΣΑΣ ΕΔΩ:

ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ: 3’

 

Μωρ’ δε μου γ..σαι Σπυράδωνη, που θέλεις και αξιολόγηση του προσωπικού.
Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά και αξιολογημένα σε μανικιουρίστα.

***

Παράρτημα Ι

1973: [...] Το ίδιο έτος συστήνεται στο Νοσοκομείο το Ρυθμιστικό Κέντρο Διαλογής Ασθενών. Ιστορική αναφορά πρέπει να γίνει στο Νοέμβριο του 1973, όπου το Νοσοκομείο κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Πολυτεχνείου, έπαιξε με την τότε ιδιότητα του Ρυθμιστικού Κέντρου, ουσιαστικό και αποτελεσματικό ρόλο στην αντιμετώπιση και διεκπεραίωση των τραυματιών και των νεκρών που προσκομίστηκαν.

(Από την ιστοσελίδα του νοσοκομείου «Γεννηματά»)


Ότε όμως ήρχισεν η διακομιδή των πρώτων τραυματιών, εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών η ανθρώπινη βαρβαρότης έδειξε το αληθές προσωπείον της, ημαύρωσε και διέσυρε πάσαν έννοιαν φιλαλληλίας και ανθρωπισμού. Οι τραυματίαι δεν απετέλουν εκεί αντικείμενον περιθάλψεως και μερίμνης, αλλά στόχον καννιβαλικών εκδηλώσεων εκ μέρους ευάριθμων, εκ των αυτόθι υπηρεσιακώς ευρισμένων, αστυνομικών υπαλλήλων, υπό τας ευλογίας και παροτρύνσεις του τότε διοικητικού Διευθυντού του Νοσοκομείου, όστις κραδαίνων παρανόμως περίστροφον, υβρίζων και απειλών και βλασφημών, περιεφέρετο εις τους χώρους του Νοσοκομείου ενσπείρων τον τρόμον (οράτε και κατάθεσιν του ιδίου). Υβρίζοντο αναιδώς και εκακοποιούντο βαναύσως ου μόνον οι τραυματίαι αλλά και οι συνοδοί των. Και υπήρξαν πολλαί περιπτώσεις βαρυτάτων τραυματισμών, υπό των «γενναίων» αυτών αστυνομικών προκληθέντων.

(Από το πόρισμα Τσεβά)

Πηγή: Πολυτεχνείο 1973, το αίμα το αδικαίωτο ποτέ δεν ησυχάζει
Επιμέλεια Ιερώνυμος Λύκαρης, Εκδόσεις Καστανιώτη

Παράρτημα ΙΙ

Τι είναι πραγματικά μίζερο; Οι νοσοκομειακοί γιατροί απαντούν: Μίζερο είναι ο ειδικευόμενος να αμείβεται με 5,38 ευρώ (μικτά) την ώρα της εφημερίας και ένας ειδικευμένος στον βαθμό του διευθυντή με 25 χρόνια προϋπηρεσίας 8,4 ευρώ. Είναι μίζερο να ισχύει το μνημονιακό πλαφόν του 12% στις δεδουλευμένες εφημερίες, την ώρα που στη μισή Ελλάδα -στα νησιά, στην επαρχία κ.λπ.- όπου οι γιατροί είναι λιγοστοί, κάνουν πολλές παραπάνω εφημερίες για να μην κλείσουν τμήματα και κυρίως για να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς. Μίζερο είναι να υπάρχουν σήμερα γιατροί-νομάδες που μετακινούνται από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, από νομό σε νομό, με «εντέλλεσθαι» μετακίνησης για να καλύψουν τρύπες που προκύπτουν καθημερινά από τις μεγάλες ελλείψεις προσωπικού και να δημιουργηθούν νέες.

Είναι μίζερο οι ειδικευόμενοι νέοι γιατροί, αντί να εκπαιδεύονται, να επιφορτίζονται αποκλειστικά και μόνο με «λάντζα» στις κλινικές. Μίζερο είναι να νοσηλεύονται ασθενείς σε ράντσα, να υπάρχουν νοσοκομεία στην Αττική που οι εφημερίες τους κλείνουν με 100, 130 ή 150 ράντσα. Είναι μίζερο που σήμερα στο Λεκανοπέδιο είναι κλειστές οι 100 από τις 210 χειρουργικές αίθουσες και στη Θεσσαλονίκη οι 25 από τις 70, διότι λείπει προσωπικό. Αν λειτουργούσαν οι κλειστές χειρουργικές αίθουσες της Θεσσαλονίκης, που απαιτούν την πρόσληψη 25 αναισθησιολόγων και 100 νοσηλευτών, θα είχαμε 15.000 περισσότερα χειρουργεία τον χρόνο και θα μηδένιζε η λίστα της Θεσσαλονίκης, ίσως και όλης της Βόρειας Ελλάδας. Μίζερο είναι να συζητιούνται νέοι οργανισμοί, συγχωνεύσεις νοσοκομείων, κλείσιμο τμημάτων και κλινικών, και οι ασθενείς κάθε μέρα που περνάει να βάζουν το χέρι στην τσέπη για υπηρεσίες που τα προηγούμενα χρόνια ήταν δωρεάν.

Είναι μίζερο να μην μπορεί να προγραμματίσει έγκαιρα ο πολίτης μια απλή εξέταση ή ένα ραντεβού με γιατρό στο δημόσιο σύστημα και να αναγκάζεται να καταφύγει στον ιδιωτικό τομέα. Μίζερο είναι να διεκδικούν καλύτερες υπηρεσίες Υγείας για τους αρρώστους οι νοσοκομειακοί γιατροί και να τρώνε ξύλο, χημικά και δακρυγόνα, ακόμα και σε δημόσιο νοσοκομείο, όπως έγινε πριν από λίγες μέρες στο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της χώρας, το «Αττικόν».

Πηγή: ΕΦΣΥΝ

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Κείνο που τον τρώει, κείνο που τον σώζει

Κανονικά για τον Σαββόπουλο έπρεπε να γράψουν μόνο όσοι τον αγαπούσαν και αποχαιρετούν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Ή όσοι λάτρευαν να τον μισούν, που ίσως υποδηλώνει μια αντεστραμμένη, προδομένη αγάπη. Οι υπόλοιποι δεν είναι απαραίτητο να πούμε κάτι. Συγνώμη αλλά δεν έχω άποψη για τον Σαββόπουλο, όπως έγραψε ένας σφος.

Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε γνώμη για όλα (εκτός αν είναι πολιτικά -και κατά μία έννοια, όλα είναι). Έλα όμως που το έκανε ο ίδιος, μιλώντας πρακτικά για τα πάντα. Κι όσα έλεγε ήταν εξόχως πολιτικά, ιδίως στην «απολιτική» του περίοδο, παρά στην πιο πολιτικοποιημένη του, του πρώτου ημιχρόνου.


Θυμάμαι πχ στο μεταίχμιο της αλλαγής του αιώνα, πριν την είσοδο στο ευρώ, να τον ρωτάνε πώς βλέπει το νέο νόμισμα. Εκείνος σαστίζει προς στιγμήν, σα να σκέφτεται τι χαριτωμένη μουσμουλιά μπορεί να πει, που να αρέσει στα αφεντικά. Κι είπε τελικά για τα παιδικά του χρόνια, όπου κάθε κέρμα ήταν πολύτιμο και το κρατούσαμε στη χούφτα μας ή σε κουμπαράδες, συνδέοντας μια γλυκιά ανάμνηση με την προσμονή για το μέλλον -όπου θα λέγαμε τη δραχμή-δραχμούλα, κάνοντας όνειρα με τρύπιες δεκάρες, αλλά τότε λίγοι μπορούσαν να φανταστούν πως «έρχεται θύελλα».

Οι συζητήσεις για την πορεία του Σαββόπουλου θυμίζουν λίγο τις αντιπαραθέσεις για την ιστορική εξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης και πότε ακριβώς άρχισε να στραβώνει το πράγμα. Άλλοι λένε το εμβληματικό «κούρεμα», που κυκλοφόρησε μες στη (νεο)κοσμοκτονία του ’89, αλλά ήταν απλώς η φυσική κατάληξη μιας προδιαγεγραμμένης πορείας. Άλλοι βάζουν ως ορόσημο τα «Τραπεζάκια Έξω» -ή κάποιον άλλον δίσκο-, άλλοι το 20ό Συνέδριο. Άλλοι τον υπερασπίζονται ενιαία παρά τις αντιφάσεις του -και αν όχι τον ίδιο, το έργο του- και άλλοι υποψιάζονται πως εξ αρχής κάτι πήγαινε στραβά -με το ψώνιο του, την αυτοπροβολή του, τις αντιγραφές έργων, τις λειψές μουσικές σπουδές- και απλώς εκδηλώθηκε μετά τις δέκα μέρες και τους τέσσερις δίσκους που συγκλόνισαν τον κόσμο.

Το προαιώνιο ερώτημα για την αυτονόμηση του καλλιτέχνη από το έργο του προκύπτει σχεδόν αυτόματα και πιο έντονα από ποτέ. Ακόμα και φανατικοί Σαββοπουλικοί αναγκάζονται να εισάγουν διαχωρισμούς και αστερίσκους ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τη δημόσια εικόνα-περσόνα του. Ο ίδιος ο Σαββόπουλος είχε παραδεχτεί σε μια συνέντευξη πως έτρεφε μια δημόσια φιγούρα για τις εμφανίσεις - παραστάσεις του, αυτόνομη από τον ίδιο, με τα δικά της χαρακτηριστικά. Της έμεινε χαϊδευτικά το «Νιόνιος», όπως στις φιγούρες του Καραγκιόζη, αν και πολύς κόσμος έφτασε να θεωρεί τον ίδιο τον Σαββόπουλο «Καραγκιόζη», με βάση τις πράξεις του και τα λόγια του -αυτά πρωτίστως μας χαρακτηρίζουν. Αυτό όμως τον κατέστησε ένα είδος εθνικού ήρωα, που εκπροσωπούσε άτυπα τον λαό του, όσα σκέφτεται και ονειρεύεται -σαν τον Καραγκιόζη.

Ο οποίος ως τέτοιος τείνει χείρα εθνικής συμφιλίωσης προς όλους, σε όλο το έθνος -των Ελλήνων τις κοινότητες-, μα πάνω απ’ όλα το έθνος των εκμεταλλευτών και την εξουσία τους. Ενώ δίνει τον τόνο της νέας εποχής λέγοντας πως την ιστορία την γράφουν οι παρέες και όχι άλλες συλλογικές μορφές που ξέραμε -μαζί μας και αυτός, στα νιάτα του.

Κείνο που τον σώζει είναι οι «αντιφάσεις» του, για να το θέσουμε κομψά, οι πρώτοι δίσκοι και το σπάνιο παράσημο πως από μια γενιά και πάνω, όλοι έχουν σιγοτραγουδήσει κάτι δικό του, ακόμα και αν αυτό ήταν «ο Τσέκος ο αληταράς», σε κάποιο γηπεδικό πέταλο, με τη μελωδία του «ντιρλανταντά».

Κείνο που τον τρώει είναι το είδος και οι όροι της συμφιλίωσης που επιδίωξε. 

Ο Σαββόπουλος έγραψε, λίγο πριν φύγει, ένα βιβλίο-διαθήκη, όπου φροντίζει να κλείσει εκκρεμότητες, λειαίνει αιχμές του παρελθόντος, ρίχνει μια (πιο) τρυφερή ματιά σε πρόσωπα και καταστάσεις, κάνει ακόμα και αυτοκριτική για τις φορές που φάνηκε σκληρός, χωρίς μεγαθυμία. Έχει έναν καλό λόγο για τους πάντες, ακόμα και για τον Κοκό σε κάποιο κεφάλαιο. Τους συγχωρεί όλους, τους αγαπά όλους, ζητά συγνώμη από όλους -είτε με ειλικρινή διάθεση, είτε σκεπτόμενος την υστεροφημία του. Όλους-όλους; Όχι. Γιατί ένα μικρό γαλατικό αριστεροχώρι εξακολουθεί να αντιστέκεται.

Όλους πλην Λακεδαιμονίων, ακόμα και των παλιών συντρόφων του της ανανέωσης -και ας έχουν αφομοιωθεί πλήρως στο πολιτικό σύστημα, ακολουθώντας παράλληλες πορείες. Αναφέρεται μάλλον απαξιωτικά ακόμα και στις σπάνιες (δύο για την ακρίβεια) εμφανίσεις του σε πολιτικά Φεστιβάλ (του Ρήγα) και συναυλίες (για τον Πόλε) και δεν αναγνωρίζει καν πως οι πιο δημιουργικές στιγμές του ήταν αυτές που τον συνέδεαν, με ένα κόκκινο νήμα, με αυτόν τον χώρο -είτε οργανικά (μπόλσε-), είτε πιο χαλαρά (μενσεβίκικα). Τον ίδιο χώρο δηλαδή που κατηγόρησε μετά πως οικειοποιήθηκε-καπηλεύτηκε τη μουσική του και δεν τον άφησε να γίνει νωρίτερα εθνικής εμβέλειας ήρωας -Καραγκιόζης. Διέγραψε έτσι οικειοθελώς το παρελθόν του, θεωρώντας το ίσως κάτι σαν μπανανόφλουδα -ό,τι πίστευε και ο χώρος της ανανέωσης για τον μήνα της γέννησής του, τον ηρωικό Δεκέμβρη.

Δεν καταλαβαίνει καν πως οι 50 αποχρώσεις του συστήματος που έμειναν στο τέλος να τον χειροκροτούν, το έκαναν για την πολιτική του στάση, όχι για τα τραγούδια του -που δεν τα ήξεραν ποτέ καλά. Το νέο του κοινό ήταν πάντα μαθημένο σε τραγούδια για σοκολατόπαιδα, που ποτέ δε λένε την αλήθεια...

Ευτυχώς από μια άποψη, παρέμεινε συνεπής σε αυτό, χωρίς να προσθέσει και άλλα ζιγκ-ζαγκ στη διαδρομή του. Δε θα άντεχαν πολλοί δικοί μας άλλον έναν συνθέτη που πριν το τέλος, βλέπει το φως το αληθινό και μας προσεγγίζει για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα του -και βασικά όσα έκανε όσο ζούσε.

Το βιβλίο του πάντως («τα χρόνια περνούν χύμα») έχει φοβερό, ρέοντα λόγο και νιώθεις σα να ακούς τον Σαββόπουλο να (σου) διηγείται ιστορίες, για να καταλάβεις στην πορεία της ανάγνωσης πως αυτό ακριβώς έκανε, υπαγορεύοντας όσα είχε να πει σε μια βοηθό-γραμματέα, που ανέλαβε το καθήκον της γραπτής μεταφοράς τους. Θα το συνιστούσα σε όποιον αναζητά κάτι ευκολοδιάβαστο, με κάποια ανέκδοτα για την αναγνωστική τέρψη και μερικούς στοχασμούς περί ζωής και τέχνης ως πασπάλισμα.

Από τα (πολλά) άλλα που έχουν κυκλοφορήσει περί Σαββόπουλου, μπορεί να ξεκινήσει κανείς με το «Βρώμικο Ψωμί» του Κάσδαγλη, μια μελέτη-ελεγεία για τον ομώνυμο δίσκο και τον αντίκτυπό του σε μια γενιά διψασμένη για ηλεκτρικούς ήχους και νοήματα που θα φώτιζαν τις αιτίες που την άφηναν μισή. Δε μοιράζομαι το βίωμα και τον (σχεδόν θρησκευτικό) ενθουσιασμό αλλά το διάβασα ευχάριστα, ως μια καλή εισαγωγή στο Σαββοπουλικό σύμπαν, του ίδιου και των πιστών υπηκόων του -ακόμα κι όσων δέχονται τον δυισμό δημιουργού-φιγούρας και προσωπικότητας.

Σε τελική ανάλυση, ο καλλιτέχνης (και το έργο του) ανήκει στον λαό του και αυτός θα πει την τελευταία λέξη -κι ας είναι μπερδεμένη, στη γλώσσα της Βαβέλ, με αντικρουόμενα μηνύματα. Άλλοι θρηνούν τα χρόνια που τρέχουν χύμα και παίρνουν μακριά τους (εθνικούς) ήρωες της νιότης τους. Άλλοι δεν έχουν ξεχάσει να κρίνουν κυρίως πολιτικά κάποιον, για αυτά που λέει ή κάνει, όχι για το ρητορικό ή το καλλιτεχνικό του ταλέντο ή αν του αρέσει να γίνεται αιρετικός -και είναι κατάκτηση αυτός ο τρόπος σκέψης για να τον απολέσει κανείς οικειοθελώς. Άλλοι ξέρουν να σκέφτονται πολιτικά, αλλά μιλάνε για αντιφάσεις, μεγαλοψυχία και συγχωρούν κάθε αδυναμία σε όσους τρέφουν αδυναμία οι ίδιοι, τείνοντας να θεωρητικοποιήσουν τον καλλιτεχνικό τους έρωτα, καθώς τον υπερασπίζονται απέναντι στους "βαριά κομμουνισμένους". Και τα ίδια άτομα επιστρέφουν στο ξεχασμένο πολιτικό τους κριτήριο, οξυμένο και οξύ προς κάθε τι απολίτικο, όταν δεν τους λέει πολλά ο καλλιτέχνης που φεύγει.

Άλλοι προσπαθούν να χωρέσουν τόσες αντιφάσεις σε δυο λόγια. Άλλοι δεν ξέρουν τι να πουν και δανείζονται τα (δυο) λόγια των άλλων -τα ’πες όλα. Και άλλοι επιχειρούν να χωρέσουν την αντιπάθειά τους σε μια εικόνα (με το γουρλό βλέμμα του Νιόνιου μπροστά στα οπίσθια μιας ημίγυμνης κοπέλας) ή σε ένα ολιγόλεπτο βιντεάκι -πχ την τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον Ραφαηλίδη, που είναι προσωπική αδυναμία, υπέροχος γραφιάς, με συγκροτημένο λόγο, αλλά προσωπικά (μικρή θεατρική παύση, για να δηλώσει δισταγμό) δε θα τον προτιμούσα για ρήτορα σε μια γενική συνέλευση σε αμφιθέατρο ή σε ένα τηλεοπτικό καφενείο. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα του Ραφαηλίδη, αλλά του κοινού που έχει εθιστεί σε ατάκες και προτιμά «ταπώματα» με δυο κουβέντες, αντί να πάρει ερεθίσματα για περαιτέρω σκέψη. Το ίδιο ακριβώς κάνει και με όσους θαυμάζει, που θαρρείς πως έζησαν για να κλείσουν όλη τη δράση τους σε ένα meme και μια ψαγμένη φράση -για να την βάλουμε εμείς στο προφίλ μας. Για αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου, για να σε ποστάρω...

Άλλοι λένε αποφθεγματικά πως αυτή είναι η σύγχρονη Ελλάδα και δεν έχει σωτηρία. Άλλοι γελάνε συγκαταβατικά με τη φυλή μας, που είναι ένα σύγχρονο «περιβόλι του τρελού», αλλά είναι υπέροχο να ζεις μαζί του, μόλις το συνηθίσεις -Εθνική Ελλάδος γεια σου. Ακόμα και αυτές οι θεωρήσεις μοιάζουν τυποποιημένες, επιτηδευμένες, από το πανέρι με τις έτοιμες απόψεις, που φοράς για να δείξεις κι εσύ πως υπάρχεις. Κι αν ζούσε ο Σαββόπουλος, θα το χαιρόταν με την ψυχή του όλο αυτό -κι ίσως ζηλεύει που δεν είναι εδώ για να το βιώσει.

Και ποια είναι η λύση σε όλα αυτά; Να μιλάς μόνο αν έχεις κάτι (ουσιαστικό) να πεις. Αλλά τι έφταιξε για να σηκώσει τέτοιο βάρος κάποιος που θέλει απλά να δείξει την αγάπη του και τη νοσταλγία του, για κάποιον που φεύγει; Στην τελική για τον Σαββόπουλου έγραψαν σχεδόν όλοι. Ακόμα και εγώ που δεν είχα να πω κάτι. Ή ο Μητσοτάκης, που τον αποχαιρέτησε με ένα τραγούδι της Αλίκης και ένα μήνυμα τεχνητής νοημοσύνης -που σε βοηθά μόνο αν έχεις δική σου, αλλιώς σε εκθέτει ανεπανόρθωτα. Κι είναι ζήτημα αν γνώριζε έστω το «Μητσοτάκ» από το «Κούρεμα».

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Το πιο εκπληκτικό και πιο μεγάλο

Αυτή η ανάρτηση έπρεπε να προηγείται χρονικά, αλλά δεν ήταν έτοιμη στην ώρα της και μπαίνει σήμερα, εμπλουτισμένη με κάποια νεότερα στοιχεία. Εξάλλου τα ιστολόγια δεν είναι παρά διαδικτυακά ημερολόγια. Δεν είναι υποχρεωτικό να τρέχουν για να προλάβουν την επικαιρότητα ή κάποιες προθεσμίες και αυτή είναι ίσως η ιδιαίτερη αξία τους, που την βλέπεις ανατρέχοντας μετά από καιρό, στο αρχείο τους.

Παρασκευή: Αυτή τη φορά στην Πανόρμου, ήταν όλα όπως έπρεπε: παλμός, μαζικότητα, ομιλίες, καπνογόνα έξω από την πρεσβεία του Ισραήλ και ένα ισχυρό μήνυμα αλληλεγγύης. Λευτεριά στην Παλαιστίνη.


{Ναι αλλά για το Κουρδιστάν δε λέτε τίποτα.
Μια φορά ένα δεξιό τρολ να κάνει την έκπληξη, λέγοντας κάτι έξυπνο-πρωτότυπο, καλή ώρα. Κι ας μπλέξουμε ύστερα σε κουβάρια, ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και προτεκτοράτα. Πολυσύλλαβες έννοιες που με το ζόρι χωράνε ονομαστικά σε ένα τουί -πού να τις αναλύσεις κιόλας. Κλείνει η παρένθεση.}

Ή(μασ)ταν σαφώς καλύτερα από το τελευταίο κάλεσμα της ΕΕΔΥΕ, μετά το ρεσάλτο στον στόλο της Φλοτίλα, όπου δεν είχαμε καν ντουντούκα -και δε χρειαζόταν κιόλας για να ακούσουμε τον Μπενετάτο. Μαζευτήκαμε απλώς γύρω του, καμιά 80αριά νοματαίοι -κι ένας σφ@ς, με συμπερίληψη- και διαλυθήκαμε, γιατί έρχονταν οι άλλοι. Τα οργανωμένα καλέσματα τρέχουν πάντα καλά -με δουλειά μυρμηγκιού και προετοιμασία ημερών. Τα ξαφνικά θέλουν λίγη βελτίωση -αλλά και αυτά θέμα οργάνωσης είναι βασικά.

-Μα γιατί διαδηλώνετε, αφού έκλεισε συμφωνία για ειρήνη -χωρίς δικαιοσύνη- και όλοι είναι ικανοποιημένοι; Η κυβέρνηση συνεχίζει τη στρατηγική της συνεργασία, το Ισραήλ τους εποικισμούς και το καθεστώς Απαρτχάιντ -όταν δε ρίχνει καμιά βόμβα για ξεμούδιασμα-, η ΕΕ την επίδειξη ευαισθησιών και απάθειας, η ΦΙΦΑ, η ΟΥΕΦΑ και άλλοι οργανισμοί να κάνουν τα στραβά μάτια για τις ισραηλινές ομάδες (εθνικές και συλλόγους). Και εμείς παραφωνία στη συμφωνία τους που ισοδυναμεί με αφωνία, πάλι λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος.
Αφού όλοι διασκεδάζουνε, γιατί είσαι λυπημένη;

Η συμφωνία -σύμφωνα και με τις προηγούμενες- επιβεβαιώνει πως ο πόλεμος και η ειρήνη τους μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Και είναι η πιο γλαφυρή απεικόνιση του συνθήματος για την ιμπεριαλιστική ειρήνη που επιβάλλεται στους λαούς με το πιστόλι στον κρόταφο, για να διαλέξουν ελεύθερα τον τρόπο και την ταχύτητα του αφανισμού τους.

Αλλά όπως λέγαμε και στο 19ο Συνέδριο: ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα, που όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την «ειρήνη» με το πιστόλι στον κρόταφο. Και αυτό θα είναι το σύνθημα του Εργατικού-Λαϊκόυ Μετώπου, λιτό και περιεκτικό σαν πλήρες όνομα Βραζιλιάνου μέσου, γιατί οι λέξεις πρέπει να χαράσσονται στο μυαλό και να καρφώνονται σαν πρόκες. Σε κάθε Καλαμπόκ...


Τούτες τις μέρες -που ο άνεμος μας κυνηγά- το ΠΑΜΕ διοργάνωσε μια αποστολή αλληλεγγύης στη Δυτική Όχθη. Όπου οι κάτοικοί της, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» από τείχη, ασφυκτικούς ελέγχους, καθημερινές ταπεινώσεις, θεωρούνται περίπου... «προνομιούχοι», συγκριτικά με την επίγεια κόλαση της Γάζας, που παραμένει πρακτικά αποκλεισμένη, ακόμα κι από τρόφιμα-ανθρωπιστική βοήθεια. Κι αν τώρα θεωρητικά απολαμβάνουν τα... καλά της «ειρήνης» -με το πιστόλι στον κρόταφο-, μπαίνεις ωστόσο στη διαδικασία να σκεφτείς μήπως το κράτος - δολοφόνος (απαγωγέας και εγκληματίας, με κάθε πιθανή έννοια) τολμήσει να συλλάβει και τους δικούς μας. Θα έχουμε άραγε τότε το ίδιο παλλαϊκό κύμα αλληλεγγύης; (Κι ενώ τα έγραφα μεταξύ σοβαρού και αστείου, σκάει η είδηση για την προσωρινή κράτηση των σφων στο Τελ-Αβίβ! Τα αντανακλαστικά ήταν άμεσα και η υπόθεση έληξε γρήγορα, αλλά η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει).

Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται, διώκεται, συλλαμβάνεται, σε όποιον βρίσκεται στο στόχαστρό τους. Το όργανο και το portal καταγράφουν τα πάντα, καταγγέλλουν την άγρια (σχεδόν εκδικητική) καταστολή στις διαδηλώσεις των άλλων. Και αυτοί με τη σειρά τους γράφουν στις καλένδες την απεργία και δε γράφουν τίποτα για το 13ωρο.

-Μα πώς κολλάνε τώρα αυτά; Εύκολα και διαλεκτικά. Όπως τα συνδέει πχ ο πολιτικός κλόουν Σπυράδωνης, που τον ρωτάνε για τα χιλιάδες κενά στο ΕΣΥ και αυτός παραληρεί και απαντά αρλούμπες για την Παλαιστίνη, τα σύνορα του ’67 και την ομόφωνη ψήφο της Βουλής, πριν δέκα χρόνια. Θράσος είναι το μεσαίο του όνομα -σαν τον μπράβο Κούκουρα, στους Απαράδεκτους.

Όλα δένουν, γιατί έχουν κοινό παρονομαστή το κέρδος. Κι αν στον αριθμητή σκοτώνονται παιδιά από βόμβες ή εργαζόμενοι από υπερκόπωση και συνεχόμενες βάρδιες, όλα στη «ζωή» είναι. Άλλοι κυνηγάν το μέγιστο κέρδος και άλλοι την επιβίωση -τι να κάνουμε! Κι όπως λέει το Κεφάλαιο για το κεφάλαιο, αν μυρίσουν το ενδεχόμενο ενός μέγιστου κέρδους, δεν υπάρχει έγκλημα μπροστά στο οποίο θα διστάσουν, για να το αποκτήσουν...

Κι ενώ η ΓΣΕΕ έκανε ένα γενικό κάλεσμα «όλοι στους δρόμους», χωρίς να βγάλει καν απεργία, βρήκε απρόσμενους ( ; ) συμμάχους στο αριστεροχώρι, που ακολουθούν τον προγραμματισμό της, στην τσέπη της γλιστράνε, και μας το έκαναν διφραγκάκια πως διαφωνού(σα)ν με την απεργία της Τρίτης. Κι αντί να εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, φτιάχνουν τον (πολιτικό) τόπο όπου θα ξανασυναντηθούν -με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τις θάλασσες του Αλέξη ή με το καπετανάτο του Γιάνη και της ΑΡΑΣ ή κάποιο άλλο ποντίκι που το έσκασε από το πλοίο, που βουλιάζει αύτανδρο και έχει κρατήσει μόνο τον Παππά από την σύνθεση της ΠΦΑ, ταϊζοντας παπά όλο τον κόσμο που το ’χε ανάγκη να (τους) πιστέψει. Τα άσχημα αριστεροχώρια, άσχημα καίγονται - βουλιάζουν κτλ. Αλλά τις πιο ωραίες αυταπάτες δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα, Αλέξη μου...

Την περασμένη βδομάδα πάντως είχε γενική απεργία, αν τυχόν δεν το καταλάβατε. Την διοργάνωσαν το ΣΕΚ κι οι φίλοι του -χωρίς τη ΓΣΕΕ-, συμμετείχαν κάποιοι σφοι στον κλάδο τους -γιατί δε θα αφήσουν ποτέ κανέναν δεξιό αριστεριστή να τους πει απεργοσπάστες- και εξελίχθηκε σε (κάτι σαν) στάση εργασίας σε κάποιους χώρους, σαν τοπικό καιρικό φαινόμενο, αμελητέο και ανάξιο λόγου. Αν η μαζική απεργία των λιμενεργατών στη Γένοβα ήταν εργατικό τσουνάμι, η περασμένη Παρασκευή ήταν ανεμιστηράκι χειρός, χωρίς μπαταρία.

ΣΕΚίτες παντός καιρού έπαιρναν το μικρόφωνο, ο ένας μετά τον άλλον, με διάφορα ψευδώνυμα. Και η απορία του σφου, στο διπλανό πηγαδάκι στην Πανόρμου, ήταν εύλογη. Μιλούσε ο Χ από την τάδε οργάνωση, ο Ψ από την δείνα οργάνωση. Κι από τα Σωματεία ποιος θα μιλήσει...;
Λίγο αργότερα έψαχνε να καταλάβει το Σχέδιο (Κ).
Βάλανε μια πορεία τη μέρα της απαγωγής, άλλη πορεία την επόμενη, την υποδοχή στο αεροδρόμιο, κινητοποίηση για την επέτειο των δυο χρόνων, τώρα την απεργία. Φυλλορρόησε ο κόσμος. Μα είναι σχέδιο αυτό;

Την ίδια στιγμή, το κίνημα μετράει τη μια νίκη μετά την άλλη.
Αστυνομική επέμβαση, για να σπάσει μια φοιτητική κατάληψη, προσαγωγή στους συνδικαλιστές που πήγαν να διαμαρτυρηθούν και το κερασάκι στην τούρτα: άρση ασυλίας για κομμουνιστή βουλευτή, επειδή ήταν με τους αγρότες, στην πρώτη γραμμή στα μπλόκα. Είναι επειδή έχουμε καλομάθει σε δεκαετίες νόμιμης δράσης. Οπότε θα μας ταράξουν στη νομιμότητα! Αστική δημοκρατία είναι θα περάσει.

Αλλά η κυβέρνηση εντόπισε το δημοκρατικό έλλειμμα στο γνωστό σούργελο της Πάτρας, που εκτελούσε καθήκοντα ασφαλίτη (και απεργοσπάστη, δύο σε ένα) και λέει πως τον τραμπούκισαν -έχει μάλιστα και βίντεο που δείχνει το ακριβώς αντίθετο. Η κυβέρνηση παρόλα αυτά καταδικάζει την επίθεση στο κατά φαντασίαν θύμα. Κι ίσως χρειάζεται μια διαρροή που να αποδίδει σε τέτοιες επιθέσεις τη χαμηλή θέση της χώρας μας στον πίνακα για την ελευθερία έκφρασης στα ΜΜΕ. Τόσο χαμηλά, που εδώ κανείς δε θα τολμούσε να βγει με μαύρο περιβραχιόνιο στην οθόνη, ως διαμαρτυρία για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη -όπως έκαναν Ιταλοί δημοσιογράφοι, με αφορμή τον αγώνα της εθνικής τους με το Ισραήλ.

Εν παρόδω, στην Ευρωλίγκα γίνονται τρομερά πράγματα, εκτός γηπέδων. Οι Ισραηλινοί παίζουν πλέον ενώπιον κοινού και χιλιάδων θεατών (στη Σόφια ή όπου αλλού), χωρίς περιττούς περιορισμούς για λόγους ασφαλείας. Όταν παίζουν σε αφιλόξενες έδρες, όπου φοβούνται τις αντιδράσεις του κόσμου (πχ στην Ισπανία) απαιτούν και πετυχαίνουν τη διεξαγωγή της αναμέτρησης κεκλεισμένων των θυρών! Δηλαδή όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά αποκτούν πλεονέκτημα, σε μια εντυπωσιακή μεταστροφή των όρων και των δεδομένων. Και σα να μην έφτανε η προνομιακή μεταχείριση που απολαμβάνουν, τώρα πιέζουν για την άμεση επιστροφή τους στο Τελ Αβίβ, καθώς πλέον έχουμε ειρήνη! Πάλι καλά που δεν αξιώνουν και το φετινό Φάιναλ Φορ -να επιστρέψει στη γη της επαγγελίας-γενοκτονίας. Εκτός και αν τους το παραχωρήσει οικειοθελώς η Αθήνα, με εντολή Μωυσή...

Κι αν οι Ισραηλινοί πετυχαίνουν τέτοιες συμφωνίες και προνομιακούς όρους στην Ευρωλίγκα -έστω σε καθαρά συμβολικό επίπεδο-, φαντάσου τι όρους πετυχαίνουν πχ στις ειρηνευτικές συμφωνίες και κατά πόσο τις τηρούν.


Κι όμως, μες σε όλα αυτά, ήρωες μες στα χαλάσματα, οι μαχητές της Παλαιστίνης επιστρέφουν. Για μας λοιπόν, το πιο επιβλητικό, μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας λαός που τον ’μποδίζουν να βαδίζει, αλλά παρόλα όσα σηκώνει ανάστημα και στέκεται όρθιος, για λευτεριά από το ποτάμι ως τη θάλασσα. Ακόμα και αν τον κλείσουν σε μια λωρίδα γης, ακόμα και την κοίτη ενός ποταμού να του αφήσουν, θα είναι αρκετή για να συνεχίσει να παλεύει. Και θα γίνει τσουνάμι που θα τους πνίξει...

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

Η απεργία απελευθερώνει

Άγχος, πίεση για πενταροδεκάρες, μισή άδεια, μισά ένσημα, μισά δικαιώματα, μισή ζωή, διπλάσιος εργάσιμος χρόνος, καθόλου ζωή, φαύλος κύκλος και πάλι από την αρχή, περιμένοντας την έκπληξη: τον κυρ-Μέντιο να κινήσει, τον Σίσυφο να φτάσει τον βράχο στην κορυφή -πριν σαπίσουν οι συνθήκες-, τον φόβο να χαθεί μες στο πλήθος. Αν η μισθωτή σκλαβιά υποδουλώνει σώμα και πνεύμα, αν καίει μυικούς ιστούς και εγκεφαλικά κύτταρα, αν βλάπτει σοβαρά την υγεία (ψυχική και οργανική) τσακίζοντας κορμιά και (ταξικές) συνειδήσεις, τότε η απεργία δεν μπορεί παρά να είναι μια μορφή χειραφέτησης και ελευθερίας. Συνείδηση της αναγκαιότητας να οργανωθούμε και να αντιδράσουμε. Μα πάνω απ’ όλα απελευθέρωση από την αγκύλωση της αδράνειας, από τον φόβο για τους ισχυρούς και το άγνωστο, έξω από τη μίζερη καθημερινότητα, μακριά από τη «ζώνη ασφαλείας» και της εργασιακής ανασφάλειας.


Ακολουθούν μερικά στιγμιότυπα από τη σημερινή απεργία, δύο μέρες μετά την επέτειο της απελευθέρωσης. Η ζωντανή σύνδεση και η παρέμβαση από την ηρωική Παλαιστίνη. Η συνδικαλίστρια απ’ τον Σκλαβενίτη να λέει: «λιποθυμάμε ακόμα και τώρα, με την οκτάωρη βάρδια». Το πλακάτ του εμπορικού συλλόγου: «13 ώρες δουλειά, ποιος θα μεγαλώσει τα παιδιά;» Αυτό που τα αναλαμβάνει και τις μέρες της απεργίες. Όπου αν δεν υπάρχει ο βασικός πυλώνας κοινωνικής μέριμνας -δηλαδή παππούδες, γιαγιάδες- αρχίζουν τα δύσκολα διλήμματα της «απεργοσπασίας». Να μείνει σπίτι ο ένας από τους δυο γονείς ή να φωνάξεις την κυρία που προσέχει το παιδί, για να κατέβουν και οι δύο. Και να σου πω κάτι; Ποτέ δεν είναι νωρίς για το παιδί να αρχίσει το σχολείο της ζωής και του αγώνα.

Αθλητικό πηγαδάκι για τους Αντετοκούνμπο και την ελληνο-νιγηριανή παροικία στο Μιλγουόκι. Ο Κώστας έχει συμβόλαιο, τον μεγάλο αδερφό τον κέρδισε η τραπ -πιο δυσοίωνο και από το «1984»- και τα μικρά ίσως γίνουν ντραφτ κάπου στα δέκα τους, με δυο μέτρα ύψος. Αλλά αν ο Γιάννης είχε την παραμικρή επαφή με το κίνημα -λέμε τώρα-, θα τον φώναζαν Κιμ και θα μάθαινε τι σημαίνει η λέξη «νεποτισμός».

Καταγγελία από τα μεγάφωνα για το αστυνομικό ντου στην Αρχιτεκτονική, για να σπάσουν την κατάληψη και να συλλάβουν όσους ήταν μέσα. Γιατί η κατάληψη ήταν μια αυθαίρετη κίνηση με απόφαση συλλόγου, ενώ τα ΜΑΤ μπήκαν με το σπαθί τους -και το κλομπ τους- με δημοκρατική απόφαση του Πρύτανη (του αίσχους), που τάχθηκε στη σωστή πλευρά της εξουσίας (της δύναμης που παράγει «δίκαιο» κατά το δοκούν και συμφέρον) και κάνει προπόνηση για καριέρα στον ιδιωτικό τομέα. Δημοκρατία είναι, θα περάσει. Άμεσα αντανακλαστικά και συγκέντρωση στη ΓΑΔΑ, για να αφήσουν τα παιδιά ελεύθερα.

Τα μπλοκ μας φωνάζουν «το 13ωρο δε θα εφαρμοστεί». Αλλά το ζήτημα είναι πως θα νομιμοποιήσει τις γαλέρες όπου ήδη εφαρμόζεται -διάφορα κάτεργα της τουριστικής βιομηχανίας, όπου το μόνο «βαρύ» είναι η άγρια εκμετάλλευση. Κανείς δεν έχει αυταπάτες πως δε θα το ψηφίσει ο κυβερνητικός λόχος. Ίσως έπρεπε, όμως, να ’μαστε απέξω την ώρα της ψήφισης, για την τιμή των όπλων και της τάξης μας, με κάποιο κάλεσμα για συλλαλητήριο. Αν δεν το κάνουμε-σηκώσουμε εμείς, τότε ποιος;

Ο κόσμος γεμίζει την Πανεπιστημίου, από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα και την αρχή της Αμαλίας. Μαζική και πετυχημένη συγκέντρωση, δεδομένων των συνθηκών και των περιορισμών -η απεργοσπασία της ΓΣΕΕ. Πού να είναι όμως ο κόσμος που είχε κατεβεί για τα Τέμπη; Ένιωσε άραγε κινηματική κόπωση; Ότι δεν είναι δική του η μάχη αυτή; Ή μήπως ξεχνά πως οι 13ωρες σερί βάρδιες φέρνουν με μαθηματική ακρίβεια νέα Τέμπη -και νέους σταθμάρχες ως εξιλαστήρια θύματα;

Ένας σφος φορά μπλουζάκι με καρπούζι και μότο: Smile, tomorrow will be worse -χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; Δεν είναι ο γνωστός συμβολισμός, αλλά θα κολλούσε για την Παλαιστίνη -και για το μέλλον μας γενικώς, αν δεν το πάρουμε στα χέρια μας και περιμένουμε να μας το βρουν-ορίσουν οι άλλοι. Οι σφοι παραμένουν ιστορικά και κοσμοθεωρητικά αισιόδοξοι πως ο κόσμος αυτός μπορεί και πρέπει να αλλάξει, αν δε θέλει να σβήσει πριν την ώρα του. Αλλά μαζί με τη γνώση, έρχονται τα μελαγχολικά χαμόγελα. Ιδίως όταν ξέρεις πώς θα μπορούσαμε να ζούμε, αντί να παλεύουμε για επιβίωση.

Ένας άλλος φοράει μπλουζάκι του Βάρναλη, ίσως υπαινιγμός για τους μοιραίους -και άβουλους αντάμα- που προσμένουν κάποιο θάμα, χωρίς να κατέβουν στον δρόμο για να το πετύχουν. Δεν μπορεί όμως το «αυθόρμητο» να καλύπτει πάντα την τρύπα της ΓΣΕΕ -ή τις δικές μας αδυναμίες.

Πλησιάζουμε το Σύνταγμα και το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, όπου δεν υπήρχαν τανκ (ακόμα), αλλά τα φαναράκια, τα 57 ονόματα και λίγοι τουρίστες -λίγοι παραπάνω από την απέναντι συγκέντρωση. Οι οποίοι δεν προσβάλλουν κανέναν κυρ-Παντελή, όταν φέρνουν συνάλλαγμα -κι ας έχουν βραχιολάκια, για να μην αφήνουν ποτέ χύμα χρήμα, σε τρίτους.

Είναι δύσκολο να διακρίνεις την ουσία μες σε τόνους υποκρισίας, αλλά ας θυμίσουμε κάποια βασικά πράγματα. Τα ΜΑΤ είναι και αυτά ένα είδος στρατιωτικής δύναμης, με αστυνομικές στολές. Σε μια πραγματική δημοκρατία θα είχαν καταργηθεί. Αν αυτό δεν έχει συμβεί, είναι γιατί έχουμε δικτατορία του κεφαλαίου, δηλαδή μια ταξική εξουσία, που στήνει τείχη με πραιτωριανούς για να οχυρωθεί πίσω τους. Καμία εντύπωση δεν προκαλεί η «παρέκκλιση» της αστικής εξουσίας από το δημοκρατικό ιδεώδες και τις σημαίες της νιότης της. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι βρίσκει πάντα πιστά σκυλιά και άμισθα τρολ, πρόθυμα να δεχτούν και να δικαιολογήσουν τα πάντα: από τανκ στο Σύνταγμα, μέχρι μια ανοιχτή δικτατορία -για να θεραπευτεί ο ασθενής.

Στο Σύνταγμα ένα μεγάλο ποτάμι ενώνεται ή μάλλον περνάει ξώφαλτσα από τον βούρκο της εργατικής γραφειοκρατίας και τις 50 αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας - αριστεροχωρίου. Στα μεγάφωνα παίζει ο Μπεζεντάκος ενώ οι παρόντες ψάχνουν τον ένατο -και τους οκτώ- από άποψη μαζικότητας. Οι ΣΕΚίτες βρίσκουν κοινό για να κάνουν... «μαζική δουλειά» και να πείσουν τους πεισμένους που οργάνωσαν την απεργία, χωρίς το απόστημα της ΓΣΕΕ. Ενώ ο εκφωνητής κλείνει λέγοντας «είμαστε ενωμένοι, είμαστε πολλοί», μήπως το πιστέψει και ο ίδιος. Στο φινάλε λέει «ευχαριστούμε πολύ», θυμίζοντας αεροσυνοδό ή παρουσιαστή ειδήσεων.

Δύσκολα μπορείς να βρεις τόσο έντονη αντίθεση σε μια απεργιακή συγκέντρωση. Από τη μια τα «απομονωμένα μπλοκ» του ΠΑΜΕ με χιλιάδες κόσμο και από την άλλη η «πλατιά ενότητα» της ανυπαρξίας, που απλώνεται σε μεγαλύτερο πλάτος, για να πιάνει περισσότερο χώρο. Δυο κόσμοι αντίθετοι, ο ένας με κόσμο και ο άλλος χωρίς. Και μια σημείωση για τους λοβοτομημένους που δυσκολεύονται να πιάσουν το νόημα. Η σύγκριση δε γίνεται για να (ανα)μετρηθούμε με ένα άταφο πτώμα και να χαρούμε, αλλά γιατί δείχνει τις προτεραιότητες κάθε χώρου: ποιος προσπαθεί -με όσες αδυναμίες, αντιφάσεις και ανεπάρκειες- να οργανώσει έναν αγώνα και ποιος κάνει πλάτες στην εργοδοσία, βγάζοντας μια υποχρέωση. Μόνο τυχαίο δεν ήταν, τελικά, το σχετικό σχόλιο του Ρίζου τις προάλλες...

Κατακλείδα: Δεκάδες Σωματεία, Ομοσπονδία και Εργατικά Κέντρα, 38 (αστέρια) σύνολο, τα περισσότερα από κάθε άλλη φορά, χωρίς την κεντρική τριτοβάθμια σφραγίδα, οργάνωσαν υπό σχετική πίεση χρόνου μια μαζική απεργία -τη δεύτερη μες σε λίγες μέρες, με τις οικονομικές αντοχές του εργατόκοσμου να είναι περιορισμένες. Κι αυτή είναι η βασική παρακαταθήκη για τους αγώνες που έρχονται. Οι εργάτες μπορούν χωρίς αφεντικά και εργατοπατέρες, λύκους με προβιά που μας θεωρούν πρόβατα, έτοιμα για σφαγή -για να αγιάσουμε προφανώς. Μπορούν να δίνουν μάχες, να σπάνε το τείχος της συναίνεσης, της ένοχης σιωπής και του φόβου. Έχουν όμως πολύ δρόμο μπροστά τους, μέχρι να μάθουν να νικάνε, να αλλάξουν τον καταθλιπτικό συσχετισμό δύναμης και τους όρους του παιχνιδιού. Και στο πλευρό τους, έχουμε να μάθουμε και εμείς πολλά.