Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον τρίτο τόμο του δοκιμίου

Σήμερα συμπληρώνονται εννιά χρόνια από το θάνατο του χαρίαλαου, που είναι αντικειμενικά η πιο σημαντική προσωπικότητα της περιόδου που θα εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, από το 68’ ως το 91’. Με αυτή την αφορμή, η κε του μπλοκ παρουσιάζει μια λίστα με μια πρώτη ενδεικτική βιβλιογραφία, που μπορεί να εμπλουτιστεί στην πορεία και με τις προτάσεις σφων αναγνωστών, σχετικά με αυτή την περίοδο.

Όπως είχε σημειωθεί σε μια πρόσφατη ανάρτηση, η καλύτερη εισαγωγή στον τρίτο τόμο είναι η βιογραφία του χαρίλαου από το θεοχαράτο και ιδιαίτερα ο δεύτερος τόμος, που πιάνει την περίοδο από τη μεταπολίτευση του 74 –ο φλωράκης είχε αναδειχτεί γγ του κόμματος από το 72’. Σε ορισμένα σημεία, η ανάλυση του συγγραφέα (που δεν περιορίζεται στενά σε βιογραφικά στοιχεία για το φλωράκη, αλλά δίνει και το γενικό πολιτικό κλίμα της εποχής) προδίδει ίσως την ταυτότητα ενός «τίμιου ρεφορμιστή», με πιθανές αυταπάτες για τον χαρακτήρα και την ουσία της αστικής δημοκρατίας, ο οποίος ωστόσο παρέμεινε αταλάντευτα κοντά στο κόμμα και συστρατεύτηκε μαζί του στην πιο δύσκολη καμπή της σύγχρονης ιστορίας του, κατεβαίνοντας ως υποψήφιός του στις εθνικές εκλογές του 93’. Για αυτό το τελευταίο πάντως ίσως να μην ευθύνεται αποκλειστικά ο θεοχαράτος αλλά εν μέρει και συγκεκριμένες επεξεργασίες του κόμματος, που επηρέαζαν τη γενική πολιτική του γραμμή και πρέπει να ιδωθούν αυτοκριτικά (το σύνθημα για αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, οι απαράδεκτες υποχωρήσεις για τη συγκρότηση του συνασπισμού το 88’ και η συμμετοχή του σε αστικές κυβερνήσεις, κτλ).

Μια πιο σύντομη βιογραφία του χαρίλαου, που δεν εμβαθύνει ωστόσο στα γεγονότα με αναλυτικές και συνολικές πολιτικές εκτιμήσεις, έχει γράψει η άννα παναγιωταρέα με τίτλο «κι σεν πως σε λεν; -χαρίλαος φλωράκης», που βασίζεται σε μαγνητοφωνημένες συνομιλίες της με το φλωράκη. Παρόλα αυτά η παναγιωταρέα σταματά την αφήγησή της ακριβώς πριν την κρίσιμη διετία 89-91 και κρατάει μέχρι σήμερα στο αρχείο της τις κασέτες με τη μαρτυρία και τα σχόλια του χαρίλαου για το επίμαχο διάστημα και προπαντός για τη διάσπαση του κκε μετά το 13ο συνέδριο και την αποχώρηση των στελεχών του που προτίμησαν να μείνουν στο συνασπισμό.

Πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου η ύπαρξη ενός ακόμα βιβλίου για τον χαρίλαο, που γράφτηκε από τη νίτσα λουλέ-θεοδωράκη και έχει βασιστεί (κι αυτό) στις συνομιλίες της με τον χαρίλαο και τα άτομα του στενού του περιβάλλοντος. Τα βιβλία λουλέ (που μόνο κάτω από τη μηλιά του μπάρμπα-κώστα λουλέ δεν έπεσε τελικά) διακρίνονται από ένα μάλλον ελαφρύ κι επιφανειακό στιλ προσέγγισης (λιγότερο πολιτικό και από αυτό της παναγιωταρέα) που εστιάζει θεωρητικά στις πιο… ανθρώπινες πλευρές της προσωπικότητας που την απασχολεί. Παρόλα αυτά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί έχει γραφτεί λίγα χρόνια μετά τη διάσπαση του 91’ και με νωπά ακόμα τα σημάδια των αντεπαναστατικών ανατροπών στη σοβιετική ένωση.

Παρακάτω έχω συγκεντρώσει μια εντελώς ενδεικτική βιβλιογραφία-αρθρογραφία που σχετίζεται με τα γεγονότα εκείνης ακριβώς της διετίας, από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η δική μας σκοπιά, από ό,τι έχω υπόψη μου και μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου, συνοψίζεται πολύ καλά στο πρόσφατο άρθρο του πγ στην κομεπ για την πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του κκε. Ένα ευσύνοπτο χρονικό και σχολιασμό της διάσπασης μπορεί να βρει κανείς στο αρχείο του ριζοσπάστη από το 2001, στα δέκα χρόνια από τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Ένα χρονικό που ξεκινάει με αυτή την εισαγωγή και αυτό το κείμενο και συνεχίστηκε όλη την επόμενη εβδομάδα στις σελίδες του ρίζου (πηγαίνοντας στο κάτω μέρος αυτού του κομματιού, μπορείτε να βρείτε τους συνδέσμους για τα κομμάτια των άλλων ημερών).

Κάποιες πρώτες ενδιαφέρουσες αλλά ανολοκλήρωτες εκτιμήσεις περιλαμβάνονται στην μπροσούρα με τα υλικά του 14ου συνεδρίου, το δεκέμβρη του 91’, ενώ εξίσου σημαντικά ντοκουμέντα περιέχονται και στην μπροσούρα «από το 12ο στο 13ο συνέδριο του κκε», που εκτείνονται σε όλη την περίοδο από το 87’ ως το 91’ και όσα δραματικά συνέβησαν: συγκρότηση του συνασπισμού, πτώση του τείχους και πρώτη φάση εκδήλωσης της αντεπανάστασης, κυβερνήσεις τζανετάκη – ζολώτα και διάσπαση της κνε, προεργασίες για το 13ο συνέδριο κι ενώ είχε ήδη διαφανεί η σύγκρουση των διαφορετικών λογικών κι αντιλήψεων για το κόμμα και τη συνέχειά του.

Από τη σκοπιά των αναθεωρητών η πιο ενδιαφέρουσα καταγραφή που έχω υπόψη μου είναι στο βιβλίο «στοχασμοί» του γρηγόρη φαράκου (έχει παρουσιαστεί κι εδώ κατά το παρελθόν) ο οποίος διετέλεσε γγ του κκε στην πλέον κρίσιμη συγκυρία (89-91) και μέλος του πγ-διευθυντής του ρίζου σε όλο το διάστημα που προηγήθηκε. Λόγω ακριβώς της θέσης του η μαρτυρία του καθίσταται αρκετά ενδιαφέρουσα, αν και ελέγχεται προφανώς για πολλές ανακρίβειες σε όσα περιγράφει και καταγγέλλει για πρόσωπα και καταστάσεις μες στο κόμμα. Μία αντίστοιχη καταγραφή μας δίνει το «μετά» με την πολιτική σκέψη του μίμη ανδρουλάκη σε μορφή συνέντευξης στον ομοϊδεάτη του (στην πορεία τους προς την ενσωμάτωση) παύλο τσίμα, αμέσως μετά την αποχώρησή του από το συν και λίγο πριν την ένταξή του στο πασοκ και το δυναμικό του φλας, αν δεν κάνω λάθος. Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι και η μαρτυρία του πάνου τριγάζη στο βιβλίο «συνάντηση με τον γκορμπατσόφ» (αυτήν που του δόθηκε το αγαλματάκι του ημίθεου ηρακλή για το έργο που επιτελούσε) όπου βρέθηκε με τριμελές κλιμάκιο του πγ, ως εκπρόσωπος της ανανεωτικής φράξιας στο κόμμα, που ήταν ήδη φευγάτη.

Από τη σχηματικά αντίθετη σκοπιά και σχετικά με τη διάσπαση της κνε το 89’, μπορεί να διαβάσει κανείς καταρχάς ένα σύντομο χρονικό των γεγονότων στην ιστοσελίδα του ναρ. Και να συνεχίσει με το βιβλίο του κοτζιά (ω ναι, του γνωστού) και του μακαρίτη μπατίκα, τακτικού κι αναπληρωματικού μέλους της κε αντίστοιχα, με τίτλο «μια συζήτηση που δεν έγινε», σχετικά με την αποχώρησή τους από το κόμμα, το εσωτερικό σημείωμα της κε που απαντούσε σε κάποιες απόψεις τους και τη δική τους ανταπάντηση. Είναι πολύ χαρακτηριστικό για το πώς κάποια πρώην κομματικά μέλη που μας έβγαζαν φλας από τα αριστερά, έδιναν όρκους πίστης στην ανανέωση της περεστρόικα και έστριψαν τελικά δεξιά για να βρεθούν στην αγκαλιά του πασόκ και σήμερα του σύριζα (η περίπτωση κοτζιά). Όποιος είναι συλλέκτης και χουβαρντάς, μπορεί να αναζητήσει την έκδοση που συγκεντρώνει τα 12 (αν θυμάμαι καλά) τεύχη του περιοδικού πριν, πριν μετεξελιχθεί σε εβδομαδιαία εφημερίδα και πριν τη διάσπαση του 89’. Δυστυχώς όμως η τιμή της δεν είναι ιδιαίτερα προσιτή, καθώς έχει χαρακτήρα οικονομικής ενίσχυσης για το ρεύμα.

Δύσκολα θα μπορούσα να καταταχθεί στην παραπάνω κατηγορία η συλλογή άρθρων και κειμένων του κώστα κάππου –που θα μπορούσε να αποκατασταθεί πολιτικά στα πλαίσια συγγραφή του τρίτου τόμου, όπως έχει πει μεταξύ σοβαρού και αστείου η κε του μπλοκ- στο βιβλίο «η επανάσταση που έρχεται», που υπάρχει σε δύο εκδόσεις, μια μικρή παλιότερη και μια νεότερη ενισχυμένη. Το γράφω αυτό γιατί ο κάππος ήρθε μεν σε σύγκρουση σε μια δεδομένη συγκυρία με συγκεκριμένες επιλογές του κόμματος, αλλά ποτέ δεν κόπηκαν εντελώς οι μεταξύ μας δεσμοί. Κι όσα έλεγε τότε σχετικά με τις αστικές κυβερνήσεις και τη στάση ενός κκ απέναντί τους, προσεγγίζουν πολύ τη σημερινή γραμμή του κόμματος και τις αποφάσεις του 19ου συνεδρίου.

Ως συμπληρωματικές πηγές για το σχηματισμό μιας σφαιρικής συνολικής εικόνας για τα δεδομένα της εποχής, η κε του μπλοκ προτείνει:
την «πορεία της νεολαίας» του σπύρου χαλβατζή, γραμματέα της κνε τότε, σχετικά με το κίνημα της νεολαίας.
Την έκδοση της εσακ για «το πραξικόπημα» του 85’ στη γσεε και το διορισμό από την κυβέρνηση και την.. ανεξάρτητη δικαιοσύνη δοτής διοίκησης, ενάντια στους δοσμένους συσχετισμούς και την εκλεγμένη πλειοψηφία.
Ένα προλεκάλτ διαμάντι των εκδόσεων του οδηγητή (μου διαφεύγει δυστυχώς ο ακριβής τίτλος και δεν μπόρεσα να το βρω στο διαδίκτυο) με τα πρακτικά μιας φεστιβαλικής εκδήλωσης-συζήτησης του 88’, όπου συμμετείχαν ο κοτζιάς από εμάς, ένας πασόκος δεύτερης διαλογής και ο ανδριανόπουλος από τη νδ! Ενδεικτικό της σύγχυσης και της ιδεολογικής υποχώρησης στις γραμμές του κόμματος, όχι για τους καλεσμένους της συζήτησης, αλλά και για όσα ειπώθηκαν κατά τη διάρκειά της.
Και μια έκδοση της ιδεολογικής επιτροπής στα τέλη του 80’ χωρίς κάποιο συγκεκριμένο τίτλο, με τα υλικά και τη συζήτηση κάποιων αχτίφ της ιδεολογικής επιτροπής σχετικά με την ανάπτυξη νέου τύπου, το συνασπισμό της αριστεράς (λίγο πριν τη συγκρότησή του) και τις αλλαγές στη σοβιετική ένωση. Ένα βιβλίο που χρήζει (όπως και το προηγούμενο) ειδικής παρουσίασης, πιθανότατα κάποια στιγμή μες στο καλοκαίρι.

Στον επίλογο χρειάζεται και μια ειδική αναφορά στο φαινόμενο πασοκ, ίσως την πιο χαρακτηριστική πολιτική έκφραση του ριζοσπαστικού πνεύματος της μεταπολίτευσης, της ενσωμάτωσης και του εκφυλισμού του. Αρκετά ενδεικτικό της αμηχανίας του κόμματος στην αντιμετώπιση της λαίλαπας του πασοκ είναι το βιβλίο του κοτζιά, από την ιε της κετουκε, «ο τρίτος δρόμος του πασόκ», όπου το χαρακτηρίζει ως ιδιότυπο σοσιαλιστικό-ρεφορμιστικό κόμμα {αρχικά το πασοκ κατήγγελλε τη σοσιαλιστική διεθνή, της οποίας ηγήθηκε αργότερα ο γαπ, ως συμβιβασμένη και δεν είχε ενταχθεί στις γραμμές της}. Άλλος κλασικός πασόκος, που κινείται κι αυτός σήμερα στον χώρο του σύριζα είναι ο στέλιος κούλογλου που έγραψε το βιβλίο «πασοκ 1974-86, στα ίχνη του τρίτου δρόμου». Ας μείνουμε προς το παρόν σε αυτά τα δύο, με την επιφύλαξη να αναφερθούμε πιο αναλυτικά στο θέμα, με αφορμή τη συμπλήρωση των 40χρονων της.. καλύτερης δημοκρατίας που ζήσαμε ποτέ τον ιούλη που μας έρχεται.

Κλείνουμε το διαλεκτικό κύκλο της ανάρτησης με το αρχικό της θέμα και ένα σπάνιο βιντεάκι με κάποιες πιο προσωπικές στιγμές του χαρίλαου, που μου υπέδειξε ένας φίλος της κε του μπλοκ.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Εισαγωγή στον τρίτο τόμο του δοκιμίου

Πρέπει να το είχα αναφέρει και σε μια παλιότερη ανάρτηση πως η καλύτερη εισαγωγή για το θέμα και την περίοδο που εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος είναι το δεύτερο μέρος της βιογραφίας του χαρίλαου από το θεοχαράτο· το οποίο πιάνει χοντρικά την ίδια περίοδο, από το 73’ ως το 93’, που ο φλωράκης έπαψε να είναι βουλευτής, και αποτελεί κατά τον χαρίλαο τη μεγαλύτερη πολιτική ομιλία του. Ένα πολιτικό μανιφέστο, το οποίο κατά μείζονα λόγο δεν αποτελεί ιστορία –αν και έχει και τέτοιο χαρακτήρα- καταλήγοντας έτσι να έχει (κι αυτό) μορφή δοκιμίου, όπως σημειώνει ο θεοχαράτος. Ο οποίος στον πρόλογό του συμπληρώνει ότι φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για τα σημεία όπου δεν είναι ικανοποιητική η προσέγγιση, ενώ για όσα κατορθώνει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, η εύφημη μνεία ανήκει στον φλωράκη.



Ήδη από την εισαγωγή πάντως, ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάποια σημεία, όπου καλείται να μαντέψει αν αποτυπώνουν την πολιτική σκέψη του χαρίλαου ή απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα. Γράφει κάπου πχ ο θεοχαράτος πως ούτε η μεταπολίτευση του 74’ ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ελληνικού λαού, ούτε η μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης του 81’ έφερε την αλλαγή, δηλ την εθνική κυριαρχία και τη διεύρυνση της πολιτικής δημοκρατίας προς την κοινωνία και την οικονομία. Κάτι χειρότερο: η μεταπολίτευσης της μεταπολίτευσης δυσφήμησε τις έννοιες και του σοσιαλισμού και της αλλαγής.
Και σε ένα άλλο σημείο εκτιμά πως θα ήταν αυτοκτονία για το κκε να πάει ενάντια στο ρεύμα και να μη συμπορευτεί με το πασόκ.

Υπ’ όψιν πως ο θεοχαράτος δεν ήταν κάποιος (έντιμος έστω, καλός) πασόκος αλλά σταθερός οπαδός του κουκουέ, με τις δικές του ιδέες και τις αντιφάσεις του, που καταγγέλλει τον εγχώριο δικομματισμό ως κατ’ ουσίαν μονοκομματισμό και την πολιτική μετάλλαξη του πασόκ. Αναφέρει μάλιστα και ένα διάλογο που είχε ο φλωράκης με τον παπανδρέου το βράδυ των εκλογών του 81’, όταν τηλεφώνησε ο χαρίλαος στον ανδρέα να τον συγχαρεί για το αποτέλεσμα και αυτός του απάντησε πως θα τον φώναζε την επομένη να μιλήσουν για την κυβέρνηση. Τελικά η επόμενή τους επαφή ήρθε μόλις έξι μήνες αργότερα, με τον παπανδρέου να καλεί ενοχλημένος το φλωράκη για μια δήλωση που έκανε στη θεσσαλονίκη, όπου στην ερώτηση (πρασινοφρουρού) δημοσιογράφου για το αν βλέπει αλλαγή, του απάντησε χωρίς περιστροφές: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω…

Κι έτσι να τη πάλι μπροστά μας η αλλαγή. Που βρισκόταν και στον προγραμματικό λόγο του κκε της εποχής, ως πραγματική αλλαγή ή αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και πιο πριν στον πολιτικό λόγο της εδα, ως εθνική δημοκρατική αλλαγή κι ως εναλλακτική πιθανή ανάλυση του αρκτικόλεξου στον τίτλο της.
Τα ερωτήματα λοιπόν παραμένουν. Διερμηνεύει σωστά την πολιτική σκέψη του χαρίλαου στο σύνολό της ο συγγραφέας; Η αλλαγή ήταν τακτικό σύνθημα που απευθυνόταν στις μάζες η πολιτικός στόχος του κόμματος; Και το πασόκ την πρόδωσε ή μήπως τελικά εξέφρασε την ουσία και τα όριά της;

Μπορούμε να θέσουμε τον ίδιο προβληματισμό και σε διαφορετική ιστορική κλίμακα, για να γίνουν κάποιοι παραλληλισμοί. Αν το πασόκ λεηλάτησε τη βάση και τα συνθήματα της αριστεράς, και κατά βάση τους παλιούς εαμίτες, βάζοντας τέλος στην κυριαρχία της δεξιάς και του παρακράτους, δηλ των νικητών του εμφυλίου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξέφρασε ως ένα βαθμό και την πολιτική του εαμ; Πως η αλλαγή ήταν η επικαιροποίηση και μεταφορά του εαμικού συνθήματος της λαοκρατίας στα δεδομένα της δεκαετίας με τις βάτες; Κι ότι ο εκφυλισμός της ήταν μια εκ των υστέρων κρίση της ιστορίας για τους κινδύνος και τις αντιφάσεις που υπήρχαν στην πολιτική και τη στρατηγική του εαμ;

Για να προλάβω τυχόν αντιδράσεις, τα παραπάνω ερωτήματα δεν υπονοούν ότι το πασόκ αποτέλεσε την ιστορική συνέχεια του εαμ –όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι πασόκοι, προσπαθώντας να το καπηλευτούν και να δανειστούν τη λάμψη του- ή αντιστρόφως πως το εαμ κατά βάθος ήταν και λίγο πασόκ, επειδή είχε ρεφορμιστικές αυταπάτες. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω πόσο πιο έμπειρο και ώριμο ήταν το αστικό μπλοκ για να σπεκουλάρει και να αξιοποιήσει τις δικές μας αντιφάσεις.

Το 45’ οι αστοί νίκησαν με τη δύναμη των όπλων, με φωτιά και τσεκούρι όπως γράφει κι ο αβέρωφ, μόνο που ήταν αγγλοσαξονικής προέλευσης. Οι άγγλοι κι ο παλιός πολιτικός κόσμος παρουσιάστηκαν ως σύμμαχοι στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας και της διεθνούς, αντιφασιστικής συμμαχίας και όχι επειδή προέκυπτε κάτι τέτοιο από τις πράξεις τους και την πολιτική τους. Και ο παπανδρέου ο παπατζής (ο α’) μόλις που σκέπαζε την ανοιχτά εχθρική στάση τους προς το εαμ, για να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης και να αφοπλίσει τον ελας και το λαϊκό κίνημα –χρειάστηκε να μεσολαβήσει βέβαια κι η σύγκρουση του δεκέμβρη. Και τη μέρα της άφιξής του στην ελλάδα το 44’, αναγκάστηκε κάτω από την πίεση του πλήθους να πει υποκριτικά το περίφημο «και εις τη λαοκρατίαν πιστεύουμε…», χωρίς να πείσει κανένα για την ειλικρίνειά του και τις πραγματικές του προθέσεις.

Στη δεκαετία με τις βάτες αντιθέτως, οι αστοί νίκησαν με τη σοσιαλδημοκρατία και τη δύναμη της λαϊκής ενσωμάτωσης, ενώ το κίνημα αφοπλίστηκε μόνο του ιδεολογικά και πολιτικά χωρίς να χρειαστεί καν να μεσολαβήσει κάποια σύγκρουση. Το πασόκ θεωρήθηκε σύμμαχος στη λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον της δεξιάς αντίδρασης κι όχι στα πλαίσια κάποιου εθνικού αντιφασιστικού αγώνα. Κι ο παπαναδρέου ο β’ διακήρυξε αυτοβούλως μια δική του σύγχρονη 'πίστη' στη λαοκρατία ως ιδανικό, παραπλανώντας όσους πίστεψαν πως το πίστευε ειλικρινά. Παράλληλα, αυτός ο παπατζής κατάφερε να παίξει άριστα το φιλοσοβιετικό χαρτί, έχοντας βέβαια να αντιμετωπίσει και μια διαφορετική σοβιετική ένωση, που ευνοούσε ανοιχτά τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δύση.

Είναι πολύ αποκαλυπτική σχετικά με αυτό μια αποστροφή του ανδρέα που μεταφέρει ο θεοχαράτος στην εισαγωγή του βιβλίου του, από μια επίσκεψη του τελευταίου στο σπίτι αθηναίου εκδότη και τη συνομιλία του με κάποιους δημοσιογράφους:
«Στην Ελλάδα υπάρχει μια παραδοσιακή Δεξιά που έχει σχέσεις με τη Δύση και ειδικά με την Ουάσιγκτον και μια παραδοσιακή Αριστερά που έχει σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και ειδικά με τη Μόσχα. Οποιοδήποτε νέο κόμμα, λοιπόν, φιλοδοξεί να κατακτήσει και να διατηρήσει την «εξουσία», οφείλει να υπερκεράσει τη Δεξιά μέσω της Ουάσιγκτον και την Αριστερά μέσω της Μόσχας»

Είναι εντυπωσιακό πάντως, σε κάθε περίπτωση, πώς κατάφερε να παρουσιαστεί ως φιλοσοβιετικός και οπαδός του κινήματος των αδεσμεύτων ένας αμερικανοτραφής πολιτικός της πλήρους εμπιστοσύνης της ουάσιγκτον· και ως συνεχιστής του εαμ ένας «άκαπνος» πολιτικός, που βρισκόταν στο εξωτερικό την εποχή του μεγάλου έπους της αντίστασης και της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Αν θέλουμε βέβαια να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε τους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς στις διαπραγματεύσεις για την οικουμενική και την κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντιστοίχως. Κι αν το εύκολο και προφανές συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για κακές συμφωνίες, όπου πιθανότατα δεν έπρεπε καν να μπλέξουμε σε διαπραγμάτευση, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει πως ούτως ή άλλως μας την είχαν στημένη και στις δυο περιπτώσεις. Σαφώς και ήθελαν να μας στριμώξουν στην εκάστοτε κυβέρνηση με τους δικούς τους όρους, αλλά θα είχαν ανοιχτό μέτωπο εναντίον μας, ανεξαρτήτως κατάληξης.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ούτε οι παπατζήδες, ούτε η στάση των σοβιετικών, αλλά οι δικές μας ευθύνες κι αδυναμίες. Αυτήν ακριβώς την έννοια έχει η κριτική εξέταση της εποχής και ο όρος «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος», που είχε δεχτεί καίρια πλήγματα τα προηγούμενα χρόνια, πριν αναλάβει δηλ γραμματέας ο –κρατούμενος στις φυλακές- φλωράκης. Ο οποίος μάλιστα είχε σημαντική πολιτική συμβολή σε αυτή την αποκατάσταση. Όπως σημείωνε και η αλέκα στον πρόλογο του βιβλίου του θεοχαράτου, ο καπετάνιος (γιώτης) στις φουρτούνες φάνηκε. Ο φλωράκης είχε σχεδόν προβλέψει μάλιστα, με το γνωστό θυμόσοφο πνεύμα του, το θόρυβο και τους όψιμους πολιτικούς θαυμαστές του, που εξανίστανται για την «αποκαθήλωσή» του απ’ το σύγχρονο κουκουέ, όταν έλεγε: παινεύουν τους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς… Αυτούς που ξέχασαν να πεθάνουν, για να θυμηθούμε και το ριζοσπάστη διανοητή ζίζεκ.

Υπάρχει μία ακόμα τελευταία παράμετρος που θα ήθελα να συμπεριλάβω σε αυτή την εισαγωγή. Σε κάποιες παλιότερες συνεντεύξεις της ως γγ η αλέκα είχε αφήσει να εννοηθεί πως η συγγραφή του γ’ τόμου θα καθυστερούσε κάπως, γιατί πρέπει να την αναλάβουν οι επόμενες γενιές, που δε θα έχουν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και θα τα εξετάσουν με την απαραίτητη αποσταασιοποίηση.

Από την άλλη ωστόσο είναι πολύ σημαντικό –και θα αναλύσουμε και σε επόμενες αναρτήσεις τους λόγους- να καταγραφούν οι μαρτυρίες στελεχών και μελών που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της περιόδου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συγγραφής του τόμου και ως βοηθητικό, προπαρασκευαστικό υλικό για τη σχετική συζήτηση. Πρέπει δηλαδή να γράψουν κείμενα, μαρτυρίες, βιβλία και μάλιστα πολλά, για φωτίσουν πτυχές, να δώσουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό, προτού καταλήξει συλλογικά το κόμμα στην επεξεργασία και την τελική μορφή του τόμου. Και αυτό αφορά πρωτίστως κορυφαία στελέχη, όπως η ίδια η αλέκα κι άλλα στελέχη της γενιάς της.


Με αυτή την παρατήρηση κλείνω την εισαγωγή, κρατώντας κάβα κάποιες σκέψεις για τα επόμενα κείμενα.