Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιθουανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιθουανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Το σοβιετικό θαύμα της φύσης που έγινε ορκισμένος αντισοβιετικός

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Άρβιντας Σαμπόνις, με αυτό το αρχοντικό όνομα, γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1964 (είχε γενέθλια την ίδια μέρα με τον Μπρέζνιεφ) και ήταν μια μοναδική περίπτωση παίκτη. Ένας γίγαντας που ξεπερνούσε τα 220 εκατοστά και σκέπαζε την μπασκέτα, ενώ παράλληλα μπορούσε να σουτάρει με άνεση έξω από τη γραμμή του τριπόντου και να μοιράσει παιχνίδι σαν οργανωτής (πλέι-μέικερ) αού το βασικό του πλεονέκτημα δεν ήταν τα τρομερά σωματικά του προσόντα, αλλά η μπασκετική του ευφυία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ονομάστηκε θαύμα της φύσης, ένας εκπληκτικός περιφερειακός στο σώμα ενός απροσπέλαστου ψηλού σέντερ. Κι άφησε πίσω του να εκκρεμεί και να ιντριγκάρει το ερώτημα τι παραπάνω θα μπορούσε να πετύχει, αν δεν είχε χτυπηθεί από τόσους τραυματισμούς στην καριέρα του.



Για άλλους, το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα είχε πετύχει αν είχε πάει νωρίτερα στο ΝΒΑ, όπου πρωτόπαιξε ως ρούκι, έχοντας πατήσει τα 30. Κι εδώ μπαίνει πάντα μια αντισοβιετική αιχμή ενάντια στο σύστημα που δεν τον άφησε να φύγει νωρίτερα και να μεγαλουργήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το “στρατηγό” (προπονητή) Γκομέλσκι που τον κράτησε με τις συμβουλές του κτλ. Έχει γραφτεί μάλιστα ότι ο Σαμπόνις το 88′ είχε ταξιδέψει, με άδεια των Σοβιετικών, στο Πόρτλαντ, για να τον παρακολουθήσει το ιατρικό επιτελείο των Μπλέιζερς, που τον είχαν επιλέξει δύο χρόνια πριν στα ντραφτ, αλλά επιδείνωσε την υγεία του, γιατί πιέστηκε να επισπεύσει την επιστροφή του στα γήπεδα και να παίξει στους Ολυμπιακούς της Σεούλ με τη σοβιετική ομάδα, που πήρε το χρυσό μετάλλιο.

Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες που δεν κολλάνε πολύ στο παραπάνω αφήγημα: από το σοβιετικό σύστημα υγείας, που δεν είχε πολλά να ζηλέψει από την καπιταλιστική δύση, και τη χαρά του ίδιου του Σαμπόνις στη διάρκεια αυτών των αγώνων, μέχρι τους ανέμους της Περεστρόικα, που άφησαν διάφορους παίκτες να φύγουν στο εξωτερικό πριν καν δρομολογηθούν οι ανατροπές και η διάλυση της ΕΣΣΔ (ας θυμηθούμε την ποδοσφαιρική τρόικα Λιτόφτσενκο, Σαβίτσεφ, Προτάσοφ, που ντύθηκε στα ερυθρόλευκα το 90′).


Ο ίδιος ο Σαμπόνις πάντως μισούσε οτιδήποτε σοβιετικό. Έλεγε πως έμενε σιωπηλός στην ανάκρουση του σοβιετικού ύμνου, όχι για να συγκεντρωθεί, αλλά γιατί δεν ήθελε να τραγουδήσει τους στίχους. Ενώ σε ένα Τρίποντο της εποχής, μπορεί να βρει κανείς μια δήλωσή του ότι ο κομμουνισμός του κατέστρεψε την καριέρα…!
Αν με αυτό εννοεί πως δεν του επέτρεψε να κερδίσει περισσότερα χρήματα, πιθανότατα έχει δίκιο. Αλλά ως προς την μπασκετική παιδεία και τις βάσεις που πήρε, θα κατάλαβε κι ο ίδιος πόση αξία είχε η σοβιετική του “θητεία”, όταν πήγε στο ΝΒΑ κι οι Μπλέιζερς του έδωσαν ένα πρόγραμμα συστηματικής εκγύμνασης, για να αυξήσει τον όγκο του, κι αυτός τους απάντησε σκωπτικά πως “το μπάσκετ δεν είναι σούμο”.

Ο Σαμπόνις ξεκίνησε την καριέρα του στη Ζαλγκίρις (ή μάλλον Ζάλγκιρις) Κάουνας κι έχουν μείνει στην ιστορία οι μονομαχίες του με το Βλαντίμιρ Τκατσένκο, τον άλλο μεγάλο σέντερ της εποχής, που ήταν πιο “συμβατικό μοντέλο”. Εξίσου ιστορικές ήταν κι οι τελικοί μεταξύ της Ζαλγκίρις και της ΤΣΣΚΑ Μόσχας -της ομάδας του Τκατσένκο- με τον τίτλο να καταλήγει τρεις σερί χρονιές στο Κάουνας.


Την ίδια περίοδο, κατακτούσε διάφορα μετάλλια και διακρίσεις με τη φανέλα της Σοβιετικής Ένωσης, από τους οποίους ξεχωρίζει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στη Σεούλ και η τρομερή παράσταση του Σάμπας απέναντι στις ΗΠΑ και το “ναύαρχο” Ντέιβιντ Ρόμπινσον, στον ημιτελικό. Λέγεται πως αυτή η ήττα σφράγισε την ήδη ειλημμένη απόφαση των Αμερικάνων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν επαγγελματίες παίκτες από το επόμενο ολυμπιακό τουρνουά στη Βαρκελώνη -όπου έκανε την εμφάνισή της η Ομάδα Όνειρο.

Εκεί ο Σαμπόνις αγωνίστηκε για πρώτη φορά με τα χρώματα και την -πέραν κάθε φαντασίας κιτς- στολή της Λιθουανίας, και πήρε το χάλκινο μετάλλιο, νικώντας στο μικρό τελικό για την τρίτη θέση, τα υπολείμματα της Σοβιετικής Ένωσης, την Κοινοπολιτεία (ή ΚΑΚ) που ήταν μια ιδιότυπη ένωση της Ρωσίας με κάποιες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έκανε μία και μοναδική εμφάνιση στην ιστορία των αγώνων -αν και τυπικά δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ.

Ο θρίαμβος του κιτς και της αντεπανάστασης
Στο μυαλό του Άρβιντας μπορεί να ήταν κάποιας μορφής γλυκιά εκδίκηση. Λένε πάντως πως το ίδιο βράδυ έλειπε από την απονομή, γιατί έπινε βότκα, και μέθυσε τόσο άσχημα, που τον βρήκαν την επόμενη μέρα στους αθλητικούς κοιτώνες των γυναικών. Κανείς δυτικός δημοσιογράφος, πάντως, δεν απόρησε ποτέ τι καριέρα θα μπορούσε να έχει κάνει ο Σάμπας αν δεν είχε τέτοια αγάπη για το ποτό…

Μετά τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ, ο Σαμπόνις -που αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα- κατέληξε στην άσημη Βαγιαδολίδ και από εκεί στη Ρεάλ του Ομπράντοβιτς, με την οποία στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης, νικώντας στον τελικό τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη.

Στα 31 του χρόνια, έφυγε για να δοκιμάσει την τύχη του και τις δυνάμεις του στο ΝΒΑ και το Πόρτλαντ, όπου ο γιατρός της ομάδας είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως η ακτινογραφία του θα αρκούσε για να του δώσει μια θέση αναπήρων στο πάρκινγκ.


Παρόλα αυτά, ο Σαμπόνις έμεινε κι έκανε πράγματα και θαύματα -όσο τον βαστούσαν τα πόδια του και το κορμί του- για επτά χρόνια, κερδίζοντας με την ομάδα του ισάριθμες φορές το εισιτήριο για τα πλέι-οφ, όπου θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα πράγματα αν δεν έπεφτε πάνω στην κυριαρχία των Λέικερς. Την ομάδα του Σακίλ -με τον οποίο έδιναν ομηρικές μάχες- και του Κόμπε Μπράιαντ, που είδε χτες τους Λέικερς να αποσύρουν τη φανέλα του, για να τιμήσουν την προσφορά του.

Η σχέση του με την Ελλάδα

Το κεφάλαιο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη: σε επίπεδο συλλόγων και εθνικών ομάδων.

Το 89′ η Ζαλγκίρις ήρθε στην Ελλάδα, για να παίξει εναντίον της ΑΕΚ, για το Κύπελλο Κόρατς. Από τον αγώνα αυτό έχουν μείνει κάποιες καλτ δηλώσεις του Μάκη Ψωμιάδη που ήθελε να φέρει το Σάμπας στο δικέφαλο.



Το 92′ ο Ιωαννίδης τον απέρριψε λόγω των τραυματισμών του, αλλά το μετάνιωσε τρία χρόνια αργότερα, στον τελικό της Μαδρίτης, όπου “και πέντε μέρες να παίζαμε, δε θα κερδίζαμε, όσο ήταν ο Σαμπόνις στο γήπεδο”.

Το 87′ ήταν τραυματίας και δεν είχε έρθει με τη σοβιετική ομάδα στο μεγάλο έπος του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας (το λεγόμενο “τιρινίνι”). Δυο χρόνια αργότερα όμως, ήταν παρών στον ημιτελικό του Ζάγκρεμπ, τη μεγάλη νίκη της Εθνικής και τη ραψωδία του Γκάλη, που πέτυχε τους 45 από τους 81 πόντους της ομάδας.

Το 95′ δε βρεθήκαμε αντίπαλοι με τους Λιθουανούς, αλλά ο Σάμπας άκουσε ένα ολόκληρο στάδιο να υποστηρίζει την ομάδα του και να φωνάζει ρυθμικά “Λιέ-του-βα”, προδίδοντας την παραδοσιακή φιλία με τους “ομόδοξους” Γιούγκους, που είχαν την εύνοια της διαιτησίας και της FIBA του Στάνκοβιτς.

Το 96' στην Ατλάντα, θεωρούσαμε τη Λιθουανία συγκριτικά πιο προσιτό αντίπαλο και χάσαμε καμιά τριανταριά πόντους.

Το 99′ τέλος έβαλε με τη Λιθουανία το τελευταίο καρφί στο Γολγοθά της Εθνικής στη Ντιζόν, όπου μετά από 11 χρόνια (σχεδόν) αδιάλειπτων επιτυχιών, έμεινε τελευταία και καταϊδρωμένη, εγκαινιάζοντας μια σύντομη περίοδο παρακμής.



Ποιο είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα;
Σάμπας, σε ευχαριστούμε για τις αθλητικές αναμνήσεις που μας χάρισες -και μόνο για αυτές. Και θα μείνουμε με την απορία τι θα γινόταν αν ένας τέτοιος παίκτης, το “σοβιετικό θαύμα της φύσης”, εκτός από το μπασκετικό του μυαλό, είχε και μια στάλα γνήσιας, σοβιετικής συνείδησης, όπως αυτοί που τον αγάπησαν…

Διαδηλωτής με φανέλα Σαμπόνις και CCCP στη φετινή διαδήλωση της Πρωτομαγιάς

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Κάτι συμπαθείς φασίστες

Εντάξει, ο τίτλος είναι λιγάκι παραπλανητικός (δεν υπάρχουν συμπαθείς φασίστες) και θα μπορούσε να θεωρηθεί παγίδα για παραπάνω κλικ-επισκέπτες, αλλά είναι ασορτί με το σουρεάλ χαρακτήρα του κειμένου. Παραμένοντας σε ολυμπιακό κλίμα, η κε του μπλοκ καταπιάνεται με κάτι εξειδικευμένο, που υποψιάζομαι πως αφορά ελάχιστους σφους αναγνώστες, αλλά δε βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς, στην καρδιά του καλοκαιριού, με το μισό κοινό να διακοπεύει και το άλλο μισό να αγανακτεί, επειδή δεν μπορεί να το κάνει, και να ζεσταίνεται υπερβολικά για να διαβάσει οτιδήποτε, ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει.

Δεν έχει ο κόσμος πια κριτήριο
Το Ρίο έγινε Αντίρριο

Θεωρητικά ο στίβος είναι ο βασιλιάς των Ολυμπιακών Αγώνων, και τα ρεπό του -μέχρι να μπει στο πρόγραμμα- τα κάνει ο υγρός στίβος. Εκεί δηλαδή που μπορείς να δεις το Φελπς πχ να παίρνει το 23ο μετάλλιο στην καριέρα του (και μάλλον θα ακολουθήσουν κι άλλα), όσα έχουν δηλ ολόκληρες χώρες, σαν τη Νιγηρία και την Πορτογαλία, σε όλους τους αγώνες μέχρι τώρα.

Για μένα πάλι, το ζουμί, το αλατοπίπερο κι άλλα τέτοια λατρεμένα κλισέ, είναι το ολυμπιακό τουρνουά μπάσκετ, είτε συμμετέχει η επίσημη αγαπημένη, είτε όχι. Και δε θεωρώ ατραξιόν τους αμερικανούς, εκτός κι αν χάνουν κι η ομάδα-όνειρο γίνεται εφιάλτης. Η εκτός κι αν εννοούμε κάτι σαν κι αυτή τη φωτό, με τη διαφορά ύψους, όγκου και βάρους του αμερικανού Ντε Αντρε Τζόρνταν με μια συμπατριώτισσά του, γυμνάστρια.


Προσωπικά με κερδίζουν περισσότερο κάτι αγώνες σαν τους χτεσινούς. Όπου η Λιθουανία πήγε να χάσει δικό της παιχνίδι από τους 30 πόντους κόντρα στη διοργανώτρια Βραζιλία (το έχει ξανακάνει άλλωστε ο Καζλάουσκας, που βιαστήκαμε να τον βγάλουμε... Υπνάουσκας στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουμε πάρει κανένα μετάλλιο, αφότου έφυγε) κι έπεσε από τους 58 πόντους του πρώτου ημιχρόνου στους 24 -κι αυτούς με το ζόρι- στο δεύτερο. Κι η Κροατία έκανε φοβερή ανατροπή κόντρα στην Ισπανία, κάνοντας το μπασκετικό ελληνικό έθνος -που λατρεύει να μισεί τους Ισπανούς- ευτυχισμένο για μια μέρα. Το περίεργο της υπόθεσης πάντως δεν είναι η μίνι έκπληξη αλλά πως ο Αλεξάντερ Πέτροβιτς, ο αδερφός του Ντράζεν, που ανέλαβε αποστολή αυτοκτονίας και μας πέταξε έξω στο προολυμπιακό του Τορίνο, κατάφερε μαζί με την παλιά φρουρά (Βράνκοβιτς, Ράτζα) το αδιανόητο: να παρουσιάσει μια κροατική ομάδα, που εκτός από ταλαντούχα (αυτό είναι σχεδόν δεδομένο) είναι και ψυχωμένη! Και δεν είναι τυχαίο μάλλον που λείπει ο λιγόψυχος Τόμιτς από μια τέτοια ομάδα...

Αλλά το βασικό θέμα της ανάρτησης είναι οι Λιθουανοί. Που γεννάνε στο Sniper σοκ και δέος με τα ονόματά τους (Άρβιντας, Σαρούνας, κτλ, άσχετα που ο μικρός Σαμπόνις λέγεται Ντομάντας, για να επιβεβαιώσει -ως εξαίρεση- τον κανόνα), που του θυμίζουν μεσαίωνα (από πολιτική άποψη δεν έχει άδικο), ιππότες, κάστρα, άρχοντες κι άλλα τρομερά πράγματα. Και οι οποίοι, όσο αντιδραστικοί και βασικά αντικομμουνιστές είναι, άλλο τόσο ζουν κι αναπνέουν για το μπάσκετ, που είναι κάτι σαν το εθνικό τους άθλημα (με αξιοσημείωτη συνέπεια στα ολυμπιακά ραντεβού από το 92' και παράδοση με δύο τίτλους ήδη από το μεσοπόλεμο, προτού γίνουν σοβιετική δημοκρατία), προκαλώντας τις πιο αντιφατικές εντυπώσεις.

Να βλέπεις πχ το Σαμπόνις, να μην ξέρεις αν πρέπει να θαυμάσεις περισσότερο το μπασκετικό του μυαλό ή τη σωματική του διάπλαση (ή τη χαίτη και το μουστακάκι-χνούδι που ήταν σήμα κατατεθέν για το δικό μας μπλοκ στη δεκαετία με τις βάτες, από το Βάλτερς μέχρι τον Πολωνό Βάντσικ) ή τη διαλεκτική τους σύνδεση που του έδωσε το παρανόμι "θαύμα της φύσης". Και να αναλογίζεσαι πόσο επικές πρέπει να ήταν οι μονομαχίες του με τον -συμβατικής τεχνολογίας- τίμιο γίγαντα, Βλαντίμιρ Τκατσένκο, στα ντέρμπι της Ζαλγκίρις με την ΤΣΣΚΑ, το δίδυμο ψηλών που έκανε στη Ρεάλ με τον Αρλάουκας, τις κόντρες του με το Σακίλ (που αν μιλάμε για θαύμα της φύσης, αυτός ήταν κάτι σαν "τέρας της φύσης", με κτηνώδη δύναμη) στους τελικούς της Δύσης του ΝΒΑ, όταν πήρε μεταγραφή στο Πόρτλαντ και πήγε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, χωρίς τα αργύρια της προδοσίας, αλλά με σαφώς εξωνημένη συνείδηση. Να σκέφτεσαι τι θα μπορούσε να γίνει αν δεν είχε σακατέψει το σώμα του με διάφορους τραυματισμούς...

...και να διαβάζεις εκ των υστέρων δηλώσεις του σε παλιά, συλλεκτικά Τρίποντα της εποχής (ίσως το καλύτερο μη πολιτικό περιοδικό που κυκλοφόρησε ποτέ) του τύπου "ο κομμουνισμός μου κατέστρεψε την καριέρα". Και να λες από μέσα σου, δε μας χέζεις ρε Σαμπόνις... Εγώ φταίω που σε συμπαθούσα.

Βρε λες;
Η αλήθεια είναι πως ο αντικομμουνισμός τείνει να γίνει δεύτερη φύση για όσους μεγαλώνουν στις βαλτικές χώρες, κάνοντας τον πολιτικό βίο (και βασικά την ίδια την ύπαρξη) αβίωτο στα εκεί ΚΚ και πολλούς συντρόφους, απολιθωμένους και μη. Κι ας μην το πάμε με βάση το φυσιογνωμισμό, ότι δηλ βλέποντας τα φρύδια και τα ζυγωματικά του Γιασικεβίτσιους κι αναρωτιέσαι αν είναι νόθο παιδί του Γέλτσιν ή τους πολιτικούς συνειρμούς (που μπορεί να πέφτουν τελείως έξω) που μπορεί να γεννάει η εμφάνιση του Καβαλιάουσκας (που πέρασε κάποτε κι από τον Πανιώνιο). Θα βασιστούμε σε αληθινά κι υπαρκτά γεγονότα, πρόσωπα, τάσεις, φαινόμενα.

Έχει γούστο...
Το πιο χαρακτηριστικό από τα οποία ήταν σε ένα αγώνα της Ευρωλίγκα μεταξύ Ζαλγκίρις και Ρεάλ, στο Κάουνας, όπου το μπασκετικό σίχαμα Ρούντι Φερνάντεθ (κι ας έλεγε το Ναβάρο έτσι ο Συρίγος), κάτι σαν το χαμένο αδελφό του Κριστιάνο Ρονάλντο, άνοιξε κόντρα με την κερκίδα και πρόσβαλε θανάσιμα τους οπαδούς, γιατί τους είπε "κομμουνιστές", εξαιτίας του σοβιετικού παρελθόντος τους. Η βραδιά -αν θυμάμαι καλά- πρέπει να τελείωσε στο αστυνομικό τμήμα, με δυο σεσημασμένους νεο-ναζί χούλιγκαν που προπηλάκισαν το Ρούντι. Κι εσύ μένεις αμήχανος να προσπαθείς να απαντήσεις το προαιώνιο ερώτημα: με ποιους είμαστε; Με αυτόν που νόμιζε πως τους έβρισε, αποκαλώντας τους κομμουνιστές ή με αυτούς που προσβλήθηκαν; Με το μπασκετικό σίχαμα ή με τα πολιτικά σιχάματα;
Είναι τόσο ψευτοδίλημμα, που απορώ πώς δεν έγινε κάνα δημοψήφισμα με αυτό το ερώτημα.

Βρε λες;#2
Αλλά η πιο αντιφατική περίπτωση έλαβε χώρα στα μέρη μας, μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά του 95', στο κλειστό του ΟΑΚΑ, στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, στον τελικό μεταξύ της Λιθουανίας και της Σερβίας, που τότε ήταν ακόμα Γιουγκοσλαβία, γιατί είχε μείνει στην Ομοσπονδία το Μαυροβούνιο. Εκεί όπου το ελληνικό κοινό ξέχασε ελληνοσερβικές φιλίες, ομόδοξα αδέρφια και αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη, κι έβραζε εναντίον της μπασκετικής παράγκας του Στάνκοβιτς, φωνάζοντας ρυθμικά: Λιέ-του-βα, Λιέ-του-βα!

Αλλά ο Τζόρτζεβιτς έδειξε τι μπασκετικά καρύδια έχει, με μια ξεγυρισμένη 40άρα κι ο Ντανίλοβιτς μας έδειξε τα δικά του, τα συμβατικά, για να συμβολίσει ότι πήραμε το τρίτο το μακρύτερο -αν και μια ζωή τέταρτοι βγαίναμε. Ενώ οι Σέρβοι αδερφοί -που λίγα χρόνια μετά θα κατεβαίναμε παλλαϊκά στους δρόμους, για να τους υπερασπιστούμε ενάντια στη νατοϊκή επέμβαση- περικύκλωσαν οργισμένοι την ελληνική πρεσβεία -ή μήπως προξενείο;- στο Βελιγράδι και πρέπει να πέταξαν κάτι ψιλά (ντομάτες, αυγά, πέτρες).



Οι Λιθουανοί πάντως έχουν να επιδείξουν δύο μοναδικά μπασκετικά παραδείγματα. Τον χρυσοδάχτυλο Μίδα του ευρωπαϊκού μπάσκετ, το Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, έναν από τους πιο ευφυείς οργανωτές που είδαμε ποτέ στα παρκέ, που λίγο έλειψε να νικήσει μόνος του τις ΗΠΑ, στον ημιτελικό του 2000 και να τους πάρει την επαγγελματική παρθενιά (από το 92' που συμμετέχουν οι ΝΒΑers), αλλά έχασε στο τελευταίο σουτ, άφησε τη δόξα της πρώτης φοράς στη μεγάλη Αργεντινή και πήρε τη δική του εκδίκηση τέσσερα χρόνια μετά στην Αθήνα.



Και τη Ζαλγκίρις του 99', τη Σταχτοπούτα του Φάιναλ Φορ του Μονάχου, που νίκησε τον Ολυμπιακό και την Κίντερ Μπολόνια, σε μια τρομερή επίδειξη για το πώς θα παίζεται το μπάσκετ του μέλλοντος και του δικού μας αιώνα. Χώρια ότι τα μέλη εκείνης της ομάδας άφησαν πίσω τους ένα σχεδόν προλεκάλτ μουσικό βίντεο.



Κλείνοντας, παρουσιάζουμε μια υποθετική ομάδα Λιθουανών επιλέκτων, από τα τελευταία χρόνια. Δεκτές ενστάσεις, προσθήκες, αλλαγές.

Πολιτική αυτοκτονία που χάσαμε την ΕΣΣΔ
Πλέι μέικερ: Γιασικεβίτσιους - Κουρτινάιτις (κι ο Καουκένας; Ο Καλνιέτις;)
Σούτινγκ Γκαρντ: Μαρτσουλιόνις - Ματσιγιάουσκας
Σμολ Φόργουορντ: Σισκάουσκας - Καρνισόβας (αλλά μένουν έξω ο Στομπέργκας κι ο Ματσιούλις)
Πάουερ Φόργουορντ: Κλέιζα και ο μικρός Σαμπόνις, όταν μεγαλώσει
Σέντερ Φορ: ο Σαμπόνις αυτονόητα και μετά Βαλαντσιούνας και Γιαβτόκας.

Αφήνουμε έτσι βέβαια έξω το χταπόδι Ζουκάουσκας, η καλτ μορφή Γκιντάρας Εϊνίκις και οι δύο Λαβρινοβιτς, Ντάριους και Κριστόφ, που είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσει κανείς, εκτός κι αν κάνει το σύστημα του Μαυρομάτη με τους Ντε Μπουρ, ο Φρανκ ντε Μπουρ κι ο Ρόναλντ ντε Μπερ (που γιατί ήταν πάντα Φρανκ και Ρόναλντ κι όχι ανάποδα); Να λέμε πχ τον ένα Λαβρίνοβιτς και τον άλλο Λαβρινόβιτς. Και τον Κριστόφ φασίστα, γιατί είχε ζωγραφίσει κάποτε στην προπονητική του τσάντα, πάνω στο σήμα της ΝΙΚΕ το σήμα της σβάστικας.


Που αν το καλοσκεφτείς, έχει και πολύ ωραία, εύστοχη σημειολογία.