Συνεχίζουμε το ρετρό αφιέρωμα στις εκδηλώσεις του ιουνίου με αναρχία, κρίση και τζινγκλ χολογουέι. Φτάσαμε στην υφανέτ έτοιμοι να ακούσουμε συνταγές απ’ τον τσελεμεντέ του αναρχικού για να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία.
Περιμέναμε τα συνήθη τέσσερα ακαδημαϊκά τέταρτα, αλλά η έναρξη πήγε ακόμα πιο πίσω. Πουθενά δε συναντάς πια χρονοδιάγραμμα σαν τα δικά μας: άνοιγμα, μισή ώρα εισήγηση, δέκα λεπτά χειροκρότημα, μετά επτάλεπτες ομιλίες κοκ.
Γενικά, ο χρόνος κι η καταπίεση που συνεπάγεται είναι απ’ τα μεγάλα κολλήματα του χώρου. Αν πχ ο νόμος της αξίας βάζει ως κριτήριο τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, η λύση δεν είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για να γίνει η εργασία αυτοσκοπός και να ξεφύγει από τον καταναγκασμό, τις νόρμες και τα χρονικά όρια. Αλλά να σπάμε σαν λουδίτες τα ρολόγια, όπως έκαναν οι κομμουνάροι στο παρίσι. Κι αυτό, λέει, ήταν το βασικό δίδαγμα της κομμούνας. Αλλά ο μαρξ το έθαψε κανονικά.
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι μας κλέβουν την υπεραξία, αλλά ότι δε μας αφήνουν να πάμε με το ρυθμό μας και να χαρούμε την εργασία ως αυτοσκοπό. Κι όταν λέμε εργασία μην το παίρνετε και τόσο τοις μετρητοίς. Η αφηρημένη εργασία αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Στη συγκεκριμένη της μορφή δεν είναι –λέει- εργασία, αλλά συγκεκριμένη πράξη. Δραστηριότητα.
Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο, τη θέληση του ανθρώπου για συγκεκριμένη δράση και την εργασία που είναι πάντα αφηρημένη, είναι ο βασικός νόμος κίνησης του καπιταλισμού.
Ας το δούμε και με ένα παράδειγμα. Είναι κάποιος που φτιάχνει νόστιμα κέικ για να ευχαριστήσει τους φίλους του. Αυτοί τον πείθουν να ανοίξει ένα μαγαζί για να τα πουλάει και στην αρχή πηγαίνει καλά. Μέχρι που έρχεται μια εταιρία με μηχανές και σύγχρονο εξοπλισμό και για να επιβιώσει στον ανταγωνισμό αναγκάζεται να φτιάχνει περισσότερα κέικ όλο και πιο γρήγορα. Οπότε αποφασίζει κάποια στιγμή πως δεν του αρέσει να φτιάχνει κέικ και το γυρίζει στα ποντικοφάρμακα.
Κι εδώ τελειώνει η ιστορία και νικά ο φουκουγιάμα.
Δε μας είπε βέβαια γιατί δεν έγινε το ίδιο μονοπώλιο και στα ποντικοφάρμακα, αλλά το ζουμί δεν ήταν εκεί. Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι στον καπιταλισμό καταλήγεις να κάνει κάτι που δε σου είναι ευχάριστο.
Ναι, αλλά σε ένα επεισόδιο στα φιλαράκια, η μόνικα άρχισε να φτιάχνει κουλουράκια για τους γείτονες για να γνωριστούν καλύτερα και να γίνουνε φίλοι και τελικά της γύρισε μπούμερανγκ, γιατί έρχονταν διάφοροι τύποι να της ζητήσουν κουλουράκια σε διάφορες ώρες κι αυτή ήταν αναγκασμένη να φτιάχνει συνέχεια για να τους ικανοποιήσει όλους.
Δεν είναι σοβαρό επιχείρημα, το ξέρω. Αλλά αν συγκρίνουμε τις ιστορίες, το δικό μου παράδειγμα είναι καλύτερο.
Είχε και μια καλύτερη ιστορία για τον εξανθρωπισμένο καπιταλισμό.
Είναι σα να ‘χεις έναν άντρα που χτυπάει τη γυναίκα του κι εσύ να του λες να την χτυπάει λιγότερο και να είναι πιο ευγενικός. Χτύπα μας μαλάμη, είμαστε μαζοχιστές…
Ξέρετε λοιπόν ποιος είναι ο νόμος της αξίας; Όχι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας κι άλλα τέτοια παρωχημένα. Η ουσία του συνοψίζεται στο σύνθημα: φάστερ, φάστερ, φάστερ.
Που το έλεγε συνέχεια, σα διαφήμιση του φαστ σοφτ και μας έφερε ένα βήμα πριν το νευρικό γέλιο.
Οι καπιταλιστές φτιάχνουν τρένα, δρόμους κι αυτοκίνητα, αεροπλάνα και βαπόρια για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους φάστερ, φάστερ, φάστερ. Αλλά το παπαγαλάκι του κρεμλίνου είναι εναλλακτικό και κινείται με το ποδήλατο. Η θεσσαλονίκη με τους χαλλαρούς ρυθμούς της και τους ποδηλατόδρομους που έφτιαξε ο εναλλακτικός μας δήμαρχος είναι ο αδύναμος κρίκος του συστήματος. Και ο αγγελόπουλος που μέχρι να αλλάξει πλάνο βλέπεις τη σκόνη του χρόνου να πέφτει πάνω στα έπιπλα που καθάρισες πριν, είναι η επιτομή του αντισυστημικού κινηματογράφου.
Αυτά τα τελευταία ήταν ιδέες του πρίσματος που ήρθε μαζί μας να προβοκάρει. Καλά τα λέει αλλά δεν τα γράφει.
Εν κατακλείδι λοιπόν δεν υπάρχει κρίση υπερπαραγωγής κι υπερσυσσώρευσης. Την κρίση την προκαλούν οι δικές μας αόρατες, μικρές αρνήσεις που παραμένουν χωρίς συγκρότηση. Οι καπιταλιστές υποκρίνονται ότι η παραγωγή συνεχίζεται κανονικά, μας δίνουν δάνεια για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε και μας ξεγελάνε. Οι αντιστάσεις μας παραμένουν αθέατες, αντικείμενο διερεύνησης του αθέατου κόσμου του χαρδαβέλα, μαζί με τα αίτια της κρίσης και την πραγματικότητα που μας κρύβουν.
Κατά συνέπεια έχουμε κρίση εκμεταλλευσιμότητας, γιατί δε μπορούν να μας εκμεταλλεύονται όπως πριν. Αλλά και κρίση ανυποταξίας, από τη στιγμή που αντιδρούμε με μικρά σαμποτάζ και παθητική αντίσταση.
Το άλλο μεγάλο κόλλημα –πέραν της χρονικότητας και της καταπίεσης που συνεπάγεται- του χώρου είναι οι ταυτότητες. Κατά πάσα πιθανότητα κι ο διαχωρισμός σε φύλα γιατί κατά βάθος όλα –πρέπει να- είναι επιλογή μας σε αυτή ζωή. Αυτό θα πει ελευθερία!
Κι άσε τον σεξιστή το μπίρμαν να λέει ότι η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα (έχει υπογάστριο και υπεργάστριο). Δεν είναι κάνα χοντρογούρουνο αστικό, αφηρημένο κι αναρχικό.
Καλός άνθρωπος ο μπίρμαν. Πριν από 40 χρόνια.
Έτσι λοιπόν μένει ακαθόριστο και χωρίς ταυτότητα το υποκείμενο της κρίσης και κατ’ επέκταση το επαναστατικό υποκείμενο και το πώς το ορίζουμε. Το υποκείμενο είμαστε όλοι εμείς που ασφυκτιούμε από την αφηρημένη εργασία.
Εμείς είμαστε η κρίση! όπως έλεγε κι η αφίσα της εκδήλωσης. Κι αυτή ήταν κι η βασική ιδέα της εισήγησης (εξουσιαστικό κατάλοιπο).
Αυτός ήταν κι ο λόγος που η πετρελαϊκή κρίση του 75 χτύπησε –λέει- πρώτα την ιταλία με την εργατική αυτονομία(!).
Η κρίση δεν είναι αντικειμενική. Ο καπιταλισμός βασικά είναι ένα σύστημα κυριαρχίας που το αναπαράγουμε καθημερινά κι είναι στο χέρι μας να σταματήσουμε να το κάνουμε.
Παύση πληρωμών και παύση αναπαραγωγής του συστήματος εδώ και τώρα. Δηλ εντός του συστήματος.
Όπως έχουν σταματήσει να το κάνουν οι ζαπατίστας. Που έχουν βάλει μια πινακίδα στα μέρη τους που λέει: BAD GOVERNMENT STAY OUT! Μεταφρασμένο στα ελληνικά ακούγεται ακόμη φαιδρότερο. Κακή κυβέρνηση μείνετε έξω.
Στην υφανέτ, λέει ο χολογουέι, δεν έχετε τέτοια ταμπέλα αλλά το μήνυμα προφανώς εννοείται.
Κι έτσι οι ταμπέλες, μπορεί να μην είναι καλές για τους ανθρώπους, αν θέλουμε να τους κλείσουμε σε κουτάκια και προκαθορισμένες ταυτότητες, αλλά αποδεικνύονται καθοριστικές για να κρατήσουμε μακριά τους κακούς και τον καπιταλισμό.
Κι ας έλεγε μόνος του ένας υφανετάς: μα δεν κάνουμε κάτι σπουδαίο, το θέμα είναι στον έξω κόσμο τι γίνεται.
Σε αυτά τα πλαίσια όλοι ζούμε σαν κένταυροι με δύο ζωές. Μισή κομμουνιστική, όταν είμαστε με φίλους και μοιραζόμαστε πράγματα. Κι άλλη μισή καπιταλιστική, όταν αναπαράγουμε στη δουλειά στο κεφάλαιο.
Με άλλα λόγια έχουμε αντιφάσεις κι είμαστε αυτο-ανταγωνιστικοί.
Στον καπιταλισμό ανταγωνιζόμαστε ακόμα και τον εαυτό μας.
Και τι μπορούμε να κάνουμε; Πάνω σε ποια υλική βάση θα καταφέρουμε να σταματήσουμε να αναπαράγουμε το κεφάλαιο;
Αντί για απάντησης είχαμε συνδικαλιά. Εμείς δεν είμαστε η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Στην αγκαλιά της μεγάλης παράταξης του δεν ξέρω κι αυτός.
Αμέσως μετά παραδέχτηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ως πανεπιστημιακός παίρνει κανονικά τα λεφτά που του δίνει το αστικό κράτος κι εφαρμόζει την πειθαρχία του στις εξετάσεις.
Σε αυτό το σημείο έχω μια σημείωση για το σολάνο και την κωλοτούμπα του, αλλά έχει περάσει καιρός από τότε και δε μπορώ να κάνω τη σύνδεση. Ο μόνος σολάνο που ξέρω είναι αυτός της λάρισας και της νιουκαστλ. Κι όσο για κωλοτούμπες, δύσκολα μπορώ να σκεφτώ πιο θεαματική από αυτήν του χολογουέι.
Πώς αντέδρασε ο κόσμος σε όλα αυτά; Οι μισοί και παραπάνω έφυγαν χωρίς να περιμένουν το τέλος. Ένας από αυτούς ήταν κι ο κομάντο που ζητούσε αφορμή να φύγει και να πάει στα πάρτι της παρακμής και να συνθέσει έναν ύμνο στη μελαγχολία παρέα με καμιά τσούπρα. Η κυρία πρίσμα νύσταξε, αλλά είχε προδιάθεση από πριν. Κι ο καθαυτό πρίσμας σπεκούλαρε στην αμηχανία μου και διασκεύασε μίσσιο: χειροκρότα ρε, τι σου ζητάνε;
Επίσης, ένας μεταμοντέρνος έστειλε μήνυμα στον κοντόχοντρο να του πει ότι φεύγει κι ότι αν του ξαναπεί κάποιος πως η τάση του είναι με τον χολογουέι, θα του σπάσει τα μούτρα.
Κι αν το πει ο χαριτάκης…;
Αφού σε αυτό το κείμενο σπάσαμε τα καλούπια της χρονικής αφήγησης μπορούμε στο τέλος να πούμε πώς ήταν κι ο ίδιος ο χολογουέι.
Τυπικός εγγλέζος κυριούλης, ξερακιανός, με άσπρο μαλλί τεόντοσιτς για τους μπασκετικούς. Κλασική αγγλόφατσα, με εξεζητημένη θεατρικότητα στις κινήσεις, σχεδόν χορευτικές φιγούρες που κατέληγαν σε φάσκελα όταν μας έδειχνε πώς συγκρούεται η βάση με το εποικοδόμημα. Αμετακίνητη η έκφραση του προσώπου όσο μετέφραζαν αυτά που είπε και μετά το ξεκινούσε από εκεί που είχε μείνει. Δυο-τρεις φορές στο μεσοδιάστημα της μετάφρασης έμεινε με στόμα ανοιχτό και το χέρι μπροστά, σαν τον πίκο απίκο στη φρουτοπία, σε στιλ: πω-πω, τι είπα πάλι.
Ο μεταφραστής ήταν μεγάλο παλικάρι γιατί είχε κοιλιά μεγαλύτερη κι απ’ τη δική μου κι ήθελε να κάνουμε τις ερωτήσεις στα αγγλικά, αλλιώς απειλούσε να μη μεταφράσει τίποτα. Τέτοιο παλικάρι διερμηνέα έχω δει μόνο στον αστερίξ λεγεωνάριο.
Τρίχες στα χέρια…
Ο χολογουέι πάντως ήξερε και λίγα ελληνικά (αυτό κι αν ήταν έκπληξη).
Αρκετά καλύτερα από το φκαριστούμε ελλάντα, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορεί να μας κάνει στα ελληνικά την εισήγηση. Ήταν όμως αρκετά για να μας καταλάβει και να πει μισές-μισές κάποιες φράσεις σε στιλ come with me για να τη βρεις.
Nα make κομμουνισμό χωρίς power. Αυτό είναι..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νόμος αξίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νόμος αξίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009
Όσα παίρνει ο άνεμος
Καθαρά δευτέρα υπάρχει μόνο σε βρώμικα μυαλά.
Κι αντιστοίχως μεγάλη εβδομάδα μονάχα σε μικρά.
Οι μαλαγάνες πουλάνε τις λαγάνες κοντά χιλιάρικο. Και να πεις ότι είναι και νόστιμες.
Ο ταραμάς μ' άρεσε όταν ήμουν μικρός, αλλά τώρα μου φέρνει αναγούλα. Ίδια διαδρομή στα γούστα πολλών είχε κι η σοβιετία.
Η σαρακοστή είναι η θρησκετική ευθυγράμμιση με την κυβερνητική ντιρεκτίβα για λιτότητα. Κάτι που καθιστά επίκαιρο το αίτημα διαχωρισμού κράτους-παπάδων.
Αλλά πώς να χωρίσεις νύχι και κρέας; Γίνεται;
Σήμα κατατεθέν ωστόσο είναι ο χαρταετός.
Παιδί θυμάμαι πηγαίναμε με τον άβερελ δυο τρεις φορές κάθε άνοιξη στο λόφο δίπλα μας να πετάξουμε. Αλλά μετά το κόψαμε.
Άλλες χρονιές είχαμε γύψο στο μυαλό και δεν πηγαίναμε. Φέτος τον είχα στο πόδι. Πού να τρέχεις να βγαίνεις από το κλουβί σου...
Άσε που τέτοιες μέρες έχουν γίνει τυπικές, προκαθορισμένες. Σικέ αποδράσεις στο εναλλακτικό κλουβί μας.
Στην τιβί σε πυροβολούν με ρεπορτάζ για τα κούλουμα. Το θέμα είναι φλέγον και χρήζει ανάλυσης.
Οι έλληνες γιορτάζουν τα κούλουμα.
Στεντόρεια φωνή, δε σηκώνει αντίρρηση. Βασικά εντολή είναι, όχι ρεπορτάζ.
Τ' ακούς καμιά πενηνταριά φορές και σε πιάνουν οι τύψεις. Αν δε γιορτάσεις δεν είσαι έλληνας. Αλλά άπατρις λιποτάκτης.
Άβερελ είναι το επαναστατικό ψευδώνυμο του αρσενικού μου γονιού. Στη ζωή δηλώνει ναρίτης, αλλά με αυτά που λέει τον κόβω για αναρχικό ορίτζιναλ.
Παράλληλα είναι κι οικοδόμος κι αυτό τον κάνει είδος σπάνιο και προστατευόμενο (ναρίτης οικοδόμος). Τον βάζουν και στο ψηφοδέλτιο για να 'χει πιο πολλούς προλετάριους.
Πέρσι ένας σφος είχε την ιδέα να φτιάξουμε χαρταετό με σφυροδρέπανο. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πού θα βρίσκαμε τόσο μεγάλο σήμα του κόμματος. Αλλά η ιδέα για τον αετό έμεινε στα χαρτιά και δεν έγινε ποτέ χαρτί.
Κι ήταν κρίμα, γιατί ο χαρταετός είναι ένας μικρός θησαυρός της κομμουνιστικής σημειολογίας.
Ο χαρταετός είναι το πιο απλό παράδειγμα ιστορικού υλισμού. Προχωράει διαλεκτικά σαν ιστορία. Με ζιγκ-ζαγκ, ποτέ ευθύγραμμα. Με συνεχή πισωγυρίσματα, αλλά γενικά ανοδικά.
Μακροπρόθεσμα η κίνησή του είναι νομοτελώς ανοδική. Νομοτέλεια όμως δε σημαίνει φαταλισμός. Περιέχει ένα φάσμα δυνατοτήτων. Εάν δεν υπάρχει επαγρύπνηση ο αετός μας μπορεί να καταρρεύσει σα σοβιετία. Ή τέλος πάντων να ανατραπεί.
Ο χαρταετός συμβολίζει ανάγλυφα όλες τις φάσεις εξέλιξης της μαμάς πατρίδας.
Στη σοβιετία ήταν πιο εύκολο να σηκωθεί ο αετός, αλλά πιο δύσκολο να συνεχίσει και να φτάσει ψηλά λόγω αντικειμενικών συνθηκών (παλιός χαρταετός, κακοτράχαλο έδαφος κτλ).
Έπρεπε λοιπόν μες σε λίγα χρόνια να καλύψουμε την απόσταση από τους ανταγωνιστές μας, αλλιώς θα μας εξαφάνιζαν.
Τελικά καλύψαμε μες σε 10 χρόνια μια απόσταση 100 μέτρων (σε ύψος) και αντέξαμε στην επίθεση των ναζί, με τους οποίους είχαμε συμμαχήσει προπολεμικά για να κερδίσουμε χρόνο και να αγοράσουμε μεγαλύτερη καλούμπα.
Η πορεία αυτή ήταν ταχύτατη. Κατά τη διάρκειά της έγιναν λάθη κι υπερβολές. Η απότομη άνοδος σε πρωτόγνωρα ύψη, ανάγκασε το σύντροφο με το μουστάκι να γράψει το βαρυσήμαντο άρθρο "ο ίλιγγος της επιτυχίας" όπου στηλίτευε αυτές τις υπερβολές κι έδωσε το σύνθημα να μαζέψουμε καλούμπα.
Οι αντιμουστακικοί χτυπάνε σε δύο κυρίως σημεία.
Ότι έπρεπε να αμολήσουμε καλούμπα σε όλο τον κόσμο κι ότι τον χαρταετό έπρεπε να τον διευθύνουν συνολικά οι εργάτες και τα σοβιέτ. Στο καταστατικό τους προβλέπουν ότι τον χαρταετό πρέπει να τον πετάνε όλα τα μέλη εκ περιτροπής. Αλλά στην πράξη κάνουν τα ίδια και χειρότερα.
Πού να αποκτήσουν κι εξουσία...
Μεταπολεμικά ο χαρταετός μας πέταξε ψηλά φτάνοντας στη δεύτερη θέση και κατά διαστήματα στην πρώτη.
Ξέραμε ότι έπρεπε να αποφύγουμε τα καλώδια και τον ηλεκτρονισμό, γι' αυτό αποκοιμηθήκαμε και χάσαμε το τρένο της ετε. Ο μιχαήλ σουσλόφ δημοσιεύει στην πράβδα το βαρυσήμαντο άρθρο "ο ίλιγγος της στασιμότητας" αναλύει τη θεωρία της υπαρκτής στασιμότητας κι επιδοκιμάζει αυτάρεσκα τη βασική κατευθυντήρια γραμμή του 23ου συνεδρίου του κκσε: δεν πάμε πουθενά, καλά είναι εδώ, άραξε.
Την εποχή της στασιμότητας η γραφειοκρατία των ειδικών από μορφή ανάπτυξης του χαρταετού και των παραγωγικών δυνάμεων μετατρέπεται σε εμπόδιο. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής αντεπανάστασης.
Η οποία βρήκε τον άνθρωπό της στον γκόρμπι. Που από μικρός θαύμαζε τη βίβιαν λι.
Ο γκόρμπι έκοψε την καλούμπα, άνοιξε τους ασκούς του αιόλου, έριξε αέρα στα πανιά της αντίδρασης και σκόρπισε τη σοβιετία στους πέντε ανέμους. Τη δε χρονιά εβδόμη έκατσε στον ημιόροφο της πίτσας χατ όπου είχε πανοραμική θέα και απόλαυσε το κατόρθωμά του φωνάζοντας: νενίκηκά σε νέρωνα...
Την ίδια στιγμή εμείς βλέπαμε σοκαρισμένοι τον αετό μας να χάνεται πίσω από ταράτσες και πολυκατοικίες τραγουδώντας πένθιμα ο αετός πεθαίνει στον αέρα. Κι αποφασισμένοι παρά το σοκ να υπερασπιστούμε τον χαρταετό που γνωρίσαμε και την προσφορά του.
Είκοσι χρόνια μετά το κόμμα έκανε συνέδριο για τη σοβιετία. Τελικά έφταιγε το ζύγι. Δεν υπολογίσαμε καλά και βάλαμε παραπάνω νόμο της αξίας απ' όσο έπερεπε. Οι εμπορευματικές σχέσεις λειτούργησαν ως βαρίδιο και οδήγησαν σταδιακά στην πτώση και τη διάλυση.
Οι αριστεριστές, ανυπόμονοι όπως πάντα, είναι ενάντια στα βαρίδια απ' όπου κι αν προέρχονται. Δε νοείται, λένε, σοσιαλισμός με εμπορευματικές σχέσεις.
Αυτοί ήθελαν σύστημα αέρα-πατέρα κι όπου πάει. Αλλά στη σοβιετία μετά τον πολεμικό κομμουνισμό άρχισαν οι παρεκκλίσεις.
(Συνεχίζεται...)
Κι αντιστοίχως μεγάλη εβδομάδα μονάχα σε μικρά.
Οι μαλαγάνες πουλάνε τις λαγάνες κοντά χιλιάρικο. Και να πεις ότι είναι και νόστιμες.
Ο ταραμάς μ' άρεσε όταν ήμουν μικρός, αλλά τώρα μου φέρνει αναγούλα. Ίδια διαδρομή στα γούστα πολλών είχε κι η σοβιετία.
Η σαρακοστή είναι η θρησκετική ευθυγράμμιση με την κυβερνητική ντιρεκτίβα για λιτότητα. Κάτι που καθιστά επίκαιρο το αίτημα διαχωρισμού κράτους-παπάδων.
Αλλά πώς να χωρίσεις νύχι και κρέας; Γίνεται;
Σήμα κατατεθέν ωστόσο είναι ο χαρταετός.
Παιδί θυμάμαι πηγαίναμε με τον άβερελ δυο τρεις φορές κάθε άνοιξη στο λόφο δίπλα μας να πετάξουμε. Αλλά μετά το κόψαμε.
Άλλες χρονιές είχαμε γύψο στο μυαλό και δεν πηγαίναμε. Φέτος τον είχα στο πόδι. Πού να τρέχεις να βγαίνεις από το κλουβί σου...
Άσε που τέτοιες μέρες έχουν γίνει τυπικές, προκαθορισμένες. Σικέ αποδράσεις στο εναλλακτικό κλουβί μας.
Στην τιβί σε πυροβολούν με ρεπορτάζ για τα κούλουμα. Το θέμα είναι φλέγον και χρήζει ανάλυσης.
Οι έλληνες γιορτάζουν τα κούλουμα.
Στεντόρεια φωνή, δε σηκώνει αντίρρηση. Βασικά εντολή είναι, όχι ρεπορτάζ.
Τ' ακούς καμιά πενηνταριά φορές και σε πιάνουν οι τύψεις. Αν δε γιορτάσεις δεν είσαι έλληνας. Αλλά άπατρις λιποτάκτης.
Άβερελ είναι το επαναστατικό ψευδώνυμο του αρσενικού μου γονιού. Στη ζωή δηλώνει ναρίτης, αλλά με αυτά που λέει τον κόβω για αναρχικό ορίτζιναλ.
Παράλληλα είναι κι οικοδόμος κι αυτό τον κάνει είδος σπάνιο και προστατευόμενο (ναρίτης οικοδόμος). Τον βάζουν και στο ψηφοδέλτιο για να 'χει πιο πολλούς προλετάριους.
Πέρσι ένας σφος είχε την ιδέα να φτιάξουμε χαρταετό με σφυροδρέπανο. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πού θα βρίσκαμε τόσο μεγάλο σήμα του κόμματος. Αλλά η ιδέα για τον αετό έμεινε στα χαρτιά και δεν έγινε ποτέ χαρτί.
Κι ήταν κρίμα, γιατί ο χαρταετός είναι ένας μικρός θησαυρός της κομμουνιστικής σημειολογίας.
Ο χαρταετός είναι το πιο απλό παράδειγμα ιστορικού υλισμού. Προχωράει διαλεκτικά σαν ιστορία. Με ζιγκ-ζαγκ, ποτέ ευθύγραμμα. Με συνεχή πισωγυρίσματα, αλλά γενικά ανοδικά.
Μακροπρόθεσμα η κίνησή του είναι νομοτελώς ανοδική. Νομοτέλεια όμως δε σημαίνει φαταλισμός. Περιέχει ένα φάσμα δυνατοτήτων. Εάν δεν υπάρχει επαγρύπνηση ο αετός μας μπορεί να καταρρεύσει σα σοβιετία. Ή τέλος πάντων να ανατραπεί.
Ο χαρταετός συμβολίζει ανάγλυφα όλες τις φάσεις εξέλιξης της μαμάς πατρίδας.
Στη σοβιετία ήταν πιο εύκολο να σηκωθεί ο αετός, αλλά πιο δύσκολο να συνεχίσει και να φτάσει ψηλά λόγω αντικειμενικών συνθηκών (παλιός χαρταετός, κακοτράχαλο έδαφος κτλ).
Έπρεπε λοιπόν μες σε λίγα χρόνια να καλύψουμε την απόσταση από τους ανταγωνιστές μας, αλλιώς θα μας εξαφάνιζαν.
Τελικά καλύψαμε μες σε 10 χρόνια μια απόσταση 100 μέτρων (σε ύψος) και αντέξαμε στην επίθεση των ναζί, με τους οποίους είχαμε συμμαχήσει προπολεμικά για να κερδίσουμε χρόνο και να αγοράσουμε μεγαλύτερη καλούμπα.
Η πορεία αυτή ήταν ταχύτατη. Κατά τη διάρκειά της έγιναν λάθη κι υπερβολές. Η απότομη άνοδος σε πρωτόγνωρα ύψη, ανάγκασε το σύντροφο με το μουστάκι να γράψει το βαρυσήμαντο άρθρο "ο ίλιγγος της επιτυχίας" όπου στηλίτευε αυτές τις υπερβολές κι έδωσε το σύνθημα να μαζέψουμε καλούμπα.
Οι αντιμουστακικοί χτυπάνε σε δύο κυρίως σημεία.
Ότι έπρεπε να αμολήσουμε καλούμπα σε όλο τον κόσμο κι ότι τον χαρταετό έπρεπε να τον διευθύνουν συνολικά οι εργάτες και τα σοβιέτ. Στο καταστατικό τους προβλέπουν ότι τον χαρταετό πρέπει να τον πετάνε όλα τα μέλη εκ περιτροπής. Αλλά στην πράξη κάνουν τα ίδια και χειρότερα.
Πού να αποκτήσουν κι εξουσία...
Μεταπολεμικά ο χαρταετός μας πέταξε ψηλά φτάνοντας στη δεύτερη θέση και κατά διαστήματα στην πρώτη.
Ξέραμε ότι έπρεπε να αποφύγουμε τα καλώδια και τον ηλεκτρονισμό, γι' αυτό αποκοιμηθήκαμε και χάσαμε το τρένο της ετε. Ο μιχαήλ σουσλόφ δημοσιεύει στην πράβδα το βαρυσήμαντο άρθρο "ο ίλιγγος της στασιμότητας" αναλύει τη θεωρία της υπαρκτής στασιμότητας κι επιδοκιμάζει αυτάρεσκα τη βασική κατευθυντήρια γραμμή του 23ου συνεδρίου του κκσε: δεν πάμε πουθενά, καλά είναι εδώ, άραξε.
Την εποχή της στασιμότητας η γραφειοκρατία των ειδικών από μορφή ανάπτυξης του χαρταετού και των παραγωγικών δυνάμεων μετατρέπεται σε εμπόδιο. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής αντεπανάστασης.
Η οποία βρήκε τον άνθρωπό της στον γκόρμπι. Που από μικρός θαύμαζε τη βίβιαν λι.
Ο γκόρμπι έκοψε την καλούμπα, άνοιξε τους ασκούς του αιόλου, έριξε αέρα στα πανιά της αντίδρασης και σκόρπισε τη σοβιετία στους πέντε ανέμους. Τη δε χρονιά εβδόμη έκατσε στον ημιόροφο της πίτσας χατ όπου είχε πανοραμική θέα και απόλαυσε το κατόρθωμά του φωνάζοντας: νενίκηκά σε νέρωνα...
Την ίδια στιγμή εμείς βλέπαμε σοκαρισμένοι τον αετό μας να χάνεται πίσω από ταράτσες και πολυκατοικίες τραγουδώντας πένθιμα ο αετός πεθαίνει στον αέρα. Κι αποφασισμένοι παρά το σοκ να υπερασπιστούμε τον χαρταετό που γνωρίσαμε και την προσφορά του.
Είκοσι χρόνια μετά το κόμμα έκανε συνέδριο για τη σοβιετία. Τελικά έφταιγε το ζύγι. Δεν υπολογίσαμε καλά και βάλαμε παραπάνω νόμο της αξίας απ' όσο έπερεπε. Οι εμπορευματικές σχέσεις λειτούργησαν ως βαρίδιο και οδήγησαν σταδιακά στην πτώση και τη διάλυση.
Οι αριστεριστές, ανυπόμονοι όπως πάντα, είναι ενάντια στα βαρίδια απ' όπου κι αν προέρχονται. Δε νοείται, λένε, σοσιαλισμός με εμπορευματικές σχέσεις.
Αυτοί ήθελαν σύστημα αέρα-πατέρα κι όπου πάει. Αλλά στη σοβιετία μετά τον πολεμικό κομμουνισμό άρχισαν οι παρεκκλίσεις.
(Συνεχίζεται...)
Ετικέτες
άβερελ,
βίβιαν λι,
ίλιγγος,
καλούμπα,
κλουβί,
νέρωνας,
νόμος αξίας,
σαβιέτσκι σαγιούζ,
στασιμότητα
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009
Αντεπίθεση
Έγραψα δυο γράμματα για τον προσυνεδριακό του κόμματος, ένα για κάθε θέμα. Δεν ξέρω αν θα δημοσιευτούν, γιατί τα έστειλα τελευταία στιγμή και μπορεί να φτάσαν εκπρόθεσμα (αλήθεια, έτσι είναι, δεν παίζει κάτι άλλο). Γι' αυτό τα δημοσιεύω εδώ πέρα.
Το ύφος δεν έχει καμία σχέση με αυτό του μπλοκ, οι διατυπώσεις είναι πιο κεντριστικές, για ευνόητους λόγους, αλλά ουσία υπάρχει. Καλή ή κακή, είναι άλλο ζήτημα. Πάντως υπάρχει.
Περιμένω κριτικές. Βαράτε ελεύθερα...
Θα υπάρξει πάντως και άλλου τύπου ανάλυση, γνήσια σφυροδρεπανική. Προσεχώς στις οθόνες σας.
ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Το μεσοδιάστημα από την έκδοση των θέσεων της ΚΕ ήταν πλούσιο σε γεγονότα και ανέδειξε την ανάγκη συμπληρωματικών θεωρητικών επεξεργασιών που θα εμβαθύνουν και θα εξειδικεύουν στα παρακάτω ζητήματα:
-τα ειδικά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης και τις δυνατότητες του κινήματος να την αξιοποιήσει, δυσκολεύοντας την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.
-η σχέση του κόμματος με το αυθόρμητο και ο ειδικός ρόλος της νεολαίας.
Η επιλογή τακτικής, η όξυνση των μέσων πάλης κι ο ρόλος των συγκρούσεων και της χρήσης βίας.
-το ζήτημα των συμμαχιών, υπό το πρίσμα των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη, αλλά και της πείρας από προηγούμενα κινήματα (πχ φοιτητικό, 2006).
Σε αυτό το θέμα, δε μπορεί να ανάγεται σε απόλυτο κριτήριο μια αφηρημένη καθαρότητα θέσεων, ξεκομμένη από τις ζωντανές αγωνιστικές διεργασίες και τις μάζες. Κριτήριο αντιθέτως, πρέπει να είναι θέσεις που συσπειρώνουν τον κόσμο, που παλεύονται και ζυμώνονται μέσα στο κίνημα.
Πρέπει να γίνει κριτική και να αντιμετωπιστούν τυχόν σεχταριστικές αντιλήψεις που παρουσιάστηκαν σε ένα βαθμό κατά την ανάπτυξη τέτοιων διεργασιών.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα είχαμε την εξέγερση των φυλακισμένων και μια σειρά αυτοκτονίες φαντάρων στο στρατό, δυο θέματα για τα οποία επικρατεί μια ιδιότυπη ομερτά, ένα τείχος σιωπής που δύσκολα πέφτει.
Ειδικά για το δεύτερο δεν αρκεί η ανάδειξη του χαρακτήρα των αποστολών του ελληνικού στρατού, η αντίθεση στη συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους νατοϊκούς σχεδιασμούς, ούτε το γενικό αίτημα εκδημοκρατισμού των ενόπλων δυνάμεων. Νομίζω πως είναι ώριμο να τεθεί επιτακτικά και δυναμικά η διεκδίκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων για τους φαντάρους (και κατά δεύτερο λόγο και για τους αξιωματικούς).
Είναι απαράδεκτο να είναι οι φαντάροι άβουλα εκτελεστικά όργανα, έρμαια αυθαιρεσιών των ανωτέρων, χωρίς πολιτικά δικαιώματα, κατ’ ουσίαν δηλ μισοί άνθρωποι. Ο στρατός είναι ένα μεγάλο πλυντήριο συνειδήσεων, όπου βρίσκει πιστή εφαρμογή η αστική ιδέα «άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, λύκος». Εκεί ο φαντάρος μαθαίνει να ψάχνει το ατομικό βόλεμα, συνηθίζει στη λογική της απάθειας και του βύσματος.
Η καθιέρωση του συνδικαλισμού σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια, ανοίγει ωστόσο τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων για τους κομμουνιστές στον αγώνα τους για το κέρδισμα συνειδήσεων.
Θα ήθελα τέλος να θίξω το ζήτημα των «πρώην» (συντρόφων-οργανωμένων μελών) οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονται εχθρικά, θεωρούνται χαμένες συνειδήσεις, ή και αντικομματικοί πολλές φορές. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να σηκώσεις αυτές τις κατηγορίες και να μη γίνεις όντως αντικομματικός με όλα αυτά, κι αυτό το λέω κι από προσωπική πείρα. Φυσικά περίπτωση από περίπτωση διαφέρει, αλλά αυτό δε δικαιολογεί το συλλήβδην τσουβάλιασμα (όπως γίνεται πχ στο ριζοσπάστη στις 10 Δεκέμβρη, στο «άρθρο συνεργάτη» για τους Κύρκο, Μπιτσάκη και Ρούση).
Πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις όμως περισσότερο με απασχολεί το ζήτημα συντρόφων που έζησαν δύσκολες καταστάσεις (πχ τα γεγονότα της Τασκένδης το 56, ή το πόρισμα με την ΕΑΡ του Κύρκου το 88 που οδήγησε στις οικουμενικές και στη διάσπαση του 91), απογοητεύτηκαν κι έφυγαν ομαδικά από το κόμμα.
Πάνω σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να γίνει, έστω κι εκ των υστέρων, θαρραλέα, ουσιαστική αυτοκριτική που να αναιρεί, αλλά και να ερμηνεύει πολιτικά τις λανθασμένες αποφάσεις του παρελθόντος. Η ανοιχτή κριτική στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική πορεία του κόμματος ούτε πολιτικής σημασίας στερείται, ούτε «δήλωση μετανοίας» είναι. Ίσα-ίσα, είναι μια πολύ σημαντική πολιτική κίνηση την οποία περιμένουν πολλοί «πρώην» σύντροφοι για να επιστρέψουν στο κόμμα, να ενταχθούν ξανά στις γραμμές του.
Η αυτοκριτική αυτή για στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας πρέπει να γίνει κεντρικά, από το συνέδριο, όχι μέσα από τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο της ιστορίας του ΚΚΕ (όποτε κι αν κυκλοφορήσουν αυτοί). Κι είναι μια κίνηση που θα ωφελήσει πολλαπλά το κόμμα.
Ελπίζω αυτό το γόνιμο βήμα διαλόγου που άνοιξε προσυνεδριακά μέσα από το ριζοσπάστη και την ΚομΕπ να παραμείνει ανοιχτό και μετασυνεδριακά μέσα από τις στήλες επικοινωνίας της εφημερίδας, ή κι από άρθρα συνεργατών του. Το τελευταίο ειδικά προϋποθέτει μια πιο δραστήρια λειτουργία του ΚΜΕ, με πιο ευρύ άνοιγμα σε μαρξιστές ερευνητές κι επιστήμονες.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στο συνέδριό μας.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ
Λόγω έλλειψης χώρου επικεντρώνομαι σε ελλείψεις και αδυναμίες.
Η επιστολή του Γ.Ρούση στον προσυνεδριακό ενεργοποίησε –όχι χωρίς δική του ευθύνη- άσχημα αντανακλαστικά σε μέλη και φίλους του κόμματος. Η επίθεση εναντίον του στον προσυνεδριακό με ειρωνείες και χοντροκομμένους χαρακτηρισμούς ήταν σε μεγάλο βαθμό αήθης. Πρέπει να μας προβληματίσει πολύ σοβαρά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την κριτική και τις αντίθετες απόψεις. Ειδάλλως αναπαράγουμε μία από τις χειρότερες πτυχές παλιότερων περιόδων, όπου κάθε διαφωνία θεωρούνταν μικροαστική, αντικομματική στάση.
Από κάθε κριτική έχουμε να κερδίσουμε πράγματα, ιδίως όταν αυτή γίνεται καλοπροαίρετα.
-Θεωρητικά, το βασικό λάθος του Γ.Ρ. ήταν ότι επικέντρωσε στη «σταλινολογία». Ωστόσο, όλοι σχεδόν οι επικριτές του έπεσαν στο ίδιο λάθος από την ανάποδη αποπροσανατολίζοντας τελείως την κουβέντα. Κάποιοι μάλιστα αυτοπροσδιορίστηκαν ως «σταλινικοί», ενώ πολλοί ήταν αυτοί που έγραψαν απλώς και μόνο για να απαντήσουν στο Γ.Ρ εκφυλίζοντας ακόμα περισσότερο το διάλογο από σταλινολογία σε «ρουσολογία».
-Η αστική προπαγάνδα χρησιμοποιεί συχνά το όπλο του χυδαίου αντισταλινισμού. Η απόκρουσή της είναι απαραίτητη, αλλά όταν καταλήγει να είναι ο βασικός άξονας της δικής μας προσέγγισης, τη φτωχαίνει και την περιορίζει στα όρια ενός χείριστου ετεροκαθορισμού.
Η θεώρησή μας για την προσωπικότητα και την περίοδο του Στάλιν πρέπει να είναι ουσιαστικά κριτική και να πιάνει:
-την έλλειψη κομμουνιστικής στρατηγικής. Την θεωρητική τελμάτωση. Το «σταλινικό» ιδεολόγημα περί «κομμουνιστικού κράτους»(!). Την αναγωγή της όξυνσης της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ σε νομοτέλεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τον ιδιότυπο «μακιαβελισμό» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα) εις βάρος της διαλεκτικής μέσων –τελικού σκοπού. Και επίσης την παραβίαση της εσωκομματικής και σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Εκτός κι αν πιστεύουμε ότι η πλειοψηφία της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και της ΚΕ του «συνεδρίου των νικητών» ήταν προδοτική και αντεπαναστατική και δικαίως εκτελέστηκε.
Τα ιστορικά γεγονότα βέβαια είναι καρπός των συνθηκών που τα γεννάνε. Ας μην αγνοούμε όμως ότι στα χρόνια του Λένιν, σε εξίσου δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες, το κόμμα των μπολσεβίκων είχε κατακτημένο κατά πολύ ανώτερο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας. Προς επίρρωση, αναφέρω ενδεικτικά την τακτική σύγκληση σε ετήσια βάση των συνεδρίων του κόμματος τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, σε αντίθεση με τα 13 χρόνια που μεσολάβησαν από το 18ο μέχρι το 19ο συνέδριο στα 1952.
Η «επιστροφή στον Στάλιν» τεκμαίρεται και στον τομέα της πολιτικής οικονομίας, όπου η ανάλυση της ΚΕ βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στο βιβλίο «οικονομικά προβλήματα στην ΕΣΣΔ». Δεδομένης της εποχής που γράφτηκε, το βιβλίο είναι αξιόλογο. Δε μπορεί να αποτελεί όμως «εγχειρίδιο» της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δεν είναι καν το κορυφαίο έργο του σοβιετικού μαρξισμού πάνω στο αντικείμενο.
Ας μην ξεχνάμε ότι η αριστερίστικη, «σταλινική» υποτίμηση του νόμου της αξίας και των εμπορευματικών σχέσεων, ήταν αυτή που επέτρεψε στον ρεβιζιονιστή Χρουτσώφ να παρουσιάζεται ως αυτός που αποκαθιστούσε τις αδικίες και διόρθωνε τις υπερβολές.
-Κύρια αδυναμία αυτού του έργου του Στάλιν αποτελεί η ανάλυση του βασικού νόμου του σοσιαλισμού. Ως τέτοιος ορίζεται ένας επιθυμητός στόχος (η ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών) κι όχι μια υπαρκτή αντίφαση στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Όμως θεώρηση που δεν εντοπίζει αντιφάσεις, στην ουσία της είναι αντιδιαλεκτική.
Μια βασική αντίφαση του σοβιετικού σοσιαλισμού ήταν ανάμεσα στις τυπικά κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων. Τα κρατικοποιημένα μέσα παραγωγής συνιστούν τυπική κοινωνικοποίηση, που παραμένει τέτοια όσο δεν προωθούνται ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων, η αυτοματοποίηση και η ανάδειξη της πνευματικής εργασίας, της γενικής διάνοιας, σε κύρια παραγωγική δύναμη.
Η ανάλυση αυτή καθιστά κατά τη γνώμη μου λανθασμένη την θέση που διατυπώνεται στο κείμενο της ΚΕ περί καθυστερημένων σχέσεων παραγωγής που υστερούσαν συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις στην ΕΣΣΔ και φανερώνει μια γενικότερη στρεβλή προσέγγιση του διαλεκτικού δίπολου παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής, όπου οι δεύτερες έχουν ρόλο περιβλήματος που απλά προωθεί ή εμποδίζει την ανάπτυξη των πρώτων.
Σοβαρή αδυναμία του κειμένου είναι η συνειδητή επιλογή να μην εξετάσει αναλυτικά το πολιτικό εποικοδόμημα παράλληλα με τη σοβιετική οικονομία. Δεδομένης της διαλεκτικής τους σχέσης, της σχετικής αυτονόμησης του πολιτικού εποικοδομήματος, και του αυξημένου ρόλου που παίζουν ο υποκειμενικός παράγοντας και η πολιτική στο σοσιαλισμό, η παράλειψη αυτή συνιστά σοβαρό μεθοδολογικό λάθος. Η δικαιολογία που προβάλλεται περί έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας, προσωπικά μου φαίνεται ελάχιστα ικανοποιητική.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη γραφειοκρατία δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου μες στο κείμενο και κατά συνέπεια απουσιάζει μια συνολική ανάλυση κι ερμηνεία ενός τόσο βασικού φαινομένου και των ειδικών όρων ύπαρξής του στη Σοβιετική Ένωση.
-Ωστόσο, παρά τον «οικονομισμό» του, το κείμενο εντοπίζει στην πολιτική και πιο συγκεκριμένα στην οπορτουνιστική στροφή που σηματοδότησε το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το κλειδί για την ερμηνεία της επικράτησης της αντεπανάστασης. Εντοπίζει δηλ την πηγή της αντεπανάστασης στην ιδεολογία, στον τομέα των ιδεών, κι όχι στις κοινωνικές, οικονομικές σχέσεις. Με άλλα λόγια δεν εξηγεί πειστικά τα αίτια που γέννησαν αυτή τη στροφή, πάνω σε ποια ταξική βάση προέκυψε, ποιες κοινωνικές ομάδες την προώθησαν. Έτσι, μαζί με τον «οικονομισμό» που το διακρίνει, η βασική του ανάλυση αφήνει παράλληλα μια γεύση ιδεαλισμού στον αναγνώστη.
-Προβληματική παραμένει και η αυτοκριτική του κόμματος, καθώς παραμένει μισή κι έτσι ως ένα βαθμό αυτοαναιρείται. Μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική κριτική της αποσταλινοποίησης και του 20ού Συνεδρίου προϋποθέτει και μια αντίστοιχη αυτοκριτική για τη διαγραφή του Ζαχαριάδη και τα γεγονότα της Τασκένδης. Αντίστοιχα, μια συνεπής κριτική στις ρεβιζιονιστικές ηγεσίες από το 56 και μετά, είναι αλληλένδετη με την αυτοκριτική μας για την ελληνική εκδοχή του «ειρηνικού περάσματος» και τις σοσιαλδημοκρατικές μεταπολιτευτικές αυταπάτες που εκφράστηκαν στο σχήμα των δυνάμεων της αλλαγής.
Αν δε γίνει με τέτοιους όρους, η όποια αυτοκριτική μένει πουκάμισο αδειανό και χάνει την αξία της.
Παρά τις όποιες αντιφάσεις, το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που υπερασπίζεται συνολικά τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ουσιαστικά σηκώνει μόνο του το βάρος αυτής της προσπάθειας.
Ο διάλογος που αναπτύχθηκε με αφορμή τη μπροσούρα της ΚΕ με τις θέσεις δεν είναι απλώς αξιόλογη πρωτοβουλία, αλλά οξυγόνο, το οποίο πρέπει να συνεχίσουμε να αναπνέουμε και μετά το συνέδριο. Με παράλληλη έντονη σχετική δραστηριοποίηση του ΚΜΕ, αξιοποίηση ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων που δεν είναι απαραίτητα ενταγμένοι στο κόμμα, καθώς κι ανθρώπων που έζησαν σε αυτές τις χώρες, αλλά μέχρι τώρα αγνοήθηκαν αδικαιολόγητα.
Το ύφος δεν έχει καμία σχέση με αυτό του μπλοκ, οι διατυπώσεις είναι πιο κεντριστικές, για ευνόητους λόγους, αλλά ουσία υπάρχει. Καλή ή κακή, είναι άλλο ζήτημα. Πάντως υπάρχει.
Περιμένω κριτικές. Βαράτε ελεύθερα...
Θα υπάρξει πάντως και άλλου τύπου ανάλυση, γνήσια σφυροδρεπανική. Προσεχώς στις οθόνες σας.
ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Το μεσοδιάστημα από την έκδοση των θέσεων της ΚΕ ήταν πλούσιο σε γεγονότα και ανέδειξε την ανάγκη συμπληρωματικών θεωρητικών επεξεργασιών που θα εμβαθύνουν και θα εξειδικεύουν στα παρακάτω ζητήματα:
-τα ειδικά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης και τις δυνατότητες του κινήματος να την αξιοποιήσει, δυσκολεύοντας την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.
-η σχέση του κόμματος με το αυθόρμητο και ο ειδικός ρόλος της νεολαίας.
Η επιλογή τακτικής, η όξυνση των μέσων πάλης κι ο ρόλος των συγκρούσεων και της χρήσης βίας.
-το ζήτημα των συμμαχιών, υπό το πρίσμα των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη, αλλά και της πείρας από προηγούμενα κινήματα (πχ φοιτητικό, 2006).
Σε αυτό το θέμα, δε μπορεί να ανάγεται σε απόλυτο κριτήριο μια αφηρημένη καθαρότητα θέσεων, ξεκομμένη από τις ζωντανές αγωνιστικές διεργασίες και τις μάζες. Κριτήριο αντιθέτως, πρέπει να είναι θέσεις που συσπειρώνουν τον κόσμο, που παλεύονται και ζυμώνονται μέσα στο κίνημα.
Πρέπει να γίνει κριτική και να αντιμετωπιστούν τυχόν σεχταριστικές αντιλήψεις που παρουσιάστηκαν σε ένα βαθμό κατά την ανάπτυξη τέτοιων διεργασιών.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα είχαμε την εξέγερση των φυλακισμένων και μια σειρά αυτοκτονίες φαντάρων στο στρατό, δυο θέματα για τα οποία επικρατεί μια ιδιότυπη ομερτά, ένα τείχος σιωπής που δύσκολα πέφτει.
Ειδικά για το δεύτερο δεν αρκεί η ανάδειξη του χαρακτήρα των αποστολών του ελληνικού στρατού, η αντίθεση στη συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους νατοϊκούς σχεδιασμούς, ούτε το γενικό αίτημα εκδημοκρατισμού των ενόπλων δυνάμεων. Νομίζω πως είναι ώριμο να τεθεί επιτακτικά και δυναμικά η διεκδίκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων για τους φαντάρους (και κατά δεύτερο λόγο και για τους αξιωματικούς).
Είναι απαράδεκτο να είναι οι φαντάροι άβουλα εκτελεστικά όργανα, έρμαια αυθαιρεσιών των ανωτέρων, χωρίς πολιτικά δικαιώματα, κατ’ ουσίαν δηλ μισοί άνθρωποι. Ο στρατός είναι ένα μεγάλο πλυντήριο συνειδήσεων, όπου βρίσκει πιστή εφαρμογή η αστική ιδέα «άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, λύκος». Εκεί ο φαντάρος μαθαίνει να ψάχνει το ατομικό βόλεμα, συνηθίζει στη λογική της απάθειας και του βύσματος.
Η καθιέρωση του συνδικαλισμού σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια, ανοίγει ωστόσο τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων για τους κομμουνιστές στον αγώνα τους για το κέρδισμα συνειδήσεων.
Θα ήθελα τέλος να θίξω το ζήτημα των «πρώην» (συντρόφων-οργανωμένων μελών) οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονται εχθρικά, θεωρούνται χαμένες συνειδήσεις, ή και αντικομματικοί πολλές φορές. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να σηκώσεις αυτές τις κατηγορίες και να μη γίνεις όντως αντικομματικός με όλα αυτά, κι αυτό το λέω κι από προσωπική πείρα. Φυσικά περίπτωση από περίπτωση διαφέρει, αλλά αυτό δε δικαιολογεί το συλλήβδην τσουβάλιασμα (όπως γίνεται πχ στο ριζοσπάστη στις 10 Δεκέμβρη, στο «άρθρο συνεργάτη» για τους Κύρκο, Μπιτσάκη και Ρούση).
Πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις όμως περισσότερο με απασχολεί το ζήτημα συντρόφων που έζησαν δύσκολες καταστάσεις (πχ τα γεγονότα της Τασκένδης το 56, ή το πόρισμα με την ΕΑΡ του Κύρκου το 88 που οδήγησε στις οικουμενικές και στη διάσπαση του 91), απογοητεύτηκαν κι έφυγαν ομαδικά από το κόμμα.
Πάνω σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να γίνει, έστω κι εκ των υστέρων, θαρραλέα, ουσιαστική αυτοκριτική που να αναιρεί, αλλά και να ερμηνεύει πολιτικά τις λανθασμένες αποφάσεις του παρελθόντος. Η ανοιχτή κριτική στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική πορεία του κόμματος ούτε πολιτικής σημασίας στερείται, ούτε «δήλωση μετανοίας» είναι. Ίσα-ίσα, είναι μια πολύ σημαντική πολιτική κίνηση την οποία περιμένουν πολλοί «πρώην» σύντροφοι για να επιστρέψουν στο κόμμα, να ενταχθούν ξανά στις γραμμές του.
Η αυτοκριτική αυτή για στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας πρέπει να γίνει κεντρικά, από το συνέδριο, όχι μέσα από τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο της ιστορίας του ΚΚΕ (όποτε κι αν κυκλοφορήσουν αυτοί). Κι είναι μια κίνηση που θα ωφελήσει πολλαπλά το κόμμα.
Ελπίζω αυτό το γόνιμο βήμα διαλόγου που άνοιξε προσυνεδριακά μέσα από το ριζοσπάστη και την ΚομΕπ να παραμείνει ανοιχτό και μετασυνεδριακά μέσα από τις στήλες επικοινωνίας της εφημερίδας, ή κι από άρθρα συνεργατών του. Το τελευταίο ειδικά προϋποθέτει μια πιο δραστήρια λειτουργία του ΚΜΕ, με πιο ευρύ άνοιγμα σε μαρξιστές ερευνητές κι επιστήμονες.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στο συνέδριό μας.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ
Λόγω έλλειψης χώρου επικεντρώνομαι σε ελλείψεις και αδυναμίες.
Η επιστολή του Γ.Ρούση στον προσυνεδριακό ενεργοποίησε –όχι χωρίς δική του ευθύνη- άσχημα αντανακλαστικά σε μέλη και φίλους του κόμματος. Η επίθεση εναντίον του στον προσυνεδριακό με ειρωνείες και χοντροκομμένους χαρακτηρισμούς ήταν σε μεγάλο βαθμό αήθης. Πρέπει να μας προβληματίσει πολύ σοβαρά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την κριτική και τις αντίθετες απόψεις. Ειδάλλως αναπαράγουμε μία από τις χειρότερες πτυχές παλιότερων περιόδων, όπου κάθε διαφωνία θεωρούνταν μικροαστική, αντικομματική στάση.
Από κάθε κριτική έχουμε να κερδίσουμε πράγματα, ιδίως όταν αυτή γίνεται καλοπροαίρετα.
-Θεωρητικά, το βασικό λάθος του Γ.Ρ. ήταν ότι επικέντρωσε στη «σταλινολογία». Ωστόσο, όλοι σχεδόν οι επικριτές του έπεσαν στο ίδιο λάθος από την ανάποδη αποπροσανατολίζοντας τελείως την κουβέντα. Κάποιοι μάλιστα αυτοπροσδιορίστηκαν ως «σταλινικοί», ενώ πολλοί ήταν αυτοί που έγραψαν απλώς και μόνο για να απαντήσουν στο Γ.Ρ εκφυλίζοντας ακόμα περισσότερο το διάλογο από σταλινολογία σε «ρουσολογία».
-Η αστική προπαγάνδα χρησιμοποιεί συχνά το όπλο του χυδαίου αντισταλινισμού. Η απόκρουσή της είναι απαραίτητη, αλλά όταν καταλήγει να είναι ο βασικός άξονας της δικής μας προσέγγισης, τη φτωχαίνει και την περιορίζει στα όρια ενός χείριστου ετεροκαθορισμού.
Η θεώρησή μας για την προσωπικότητα και την περίοδο του Στάλιν πρέπει να είναι ουσιαστικά κριτική και να πιάνει:
-την έλλειψη κομμουνιστικής στρατηγικής. Την θεωρητική τελμάτωση. Το «σταλινικό» ιδεολόγημα περί «κομμουνιστικού κράτους»(!). Την αναγωγή της όξυνσης της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ σε νομοτέλεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τον ιδιότυπο «μακιαβελισμό» (ο σκοπός αγιάζει τα μέσα) εις βάρος της διαλεκτικής μέσων –τελικού σκοπού. Και επίσης την παραβίαση της εσωκομματικής και σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Εκτός κι αν πιστεύουμε ότι η πλειοψηφία της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και της ΚΕ του «συνεδρίου των νικητών» ήταν προδοτική και αντεπαναστατική και δικαίως εκτελέστηκε.
Τα ιστορικά γεγονότα βέβαια είναι καρπός των συνθηκών που τα γεννάνε. Ας μην αγνοούμε όμως ότι στα χρόνια του Λένιν, σε εξίσου δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες, το κόμμα των μπολσεβίκων είχε κατακτημένο κατά πολύ ανώτερο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας. Προς επίρρωση, αναφέρω ενδεικτικά την τακτική σύγκληση σε ετήσια βάση των συνεδρίων του κόμματος τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, σε αντίθεση με τα 13 χρόνια που μεσολάβησαν από το 18ο μέχρι το 19ο συνέδριο στα 1952.
Η «επιστροφή στον Στάλιν» τεκμαίρεται και στον τομέα της πολιτικής οικονομίας, όπου η ανάλυση της ΚΕ βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στο βιβλίο «οικονομικά προβλήματα στην ΕΣΣΔ». Δεδομένης της εποχής που γράφτηκε, το βιβλίο είναι αξιόλογο. Δε μπορεί να αποτελεί όμως «εγχειρίδιο» της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δεν είναι καν το κορυφαίο έργο του σοβιετικού μαρξισμού πάνω στο αντικείμενο.
Ας μην ξεχνάμε ότι η αριστερίστικη, «σταλινική» υποτίμηση του νόμου της αξίας και των εμπορευματικών σχέσεων, ήταν αυτή που επέτρεψε στον ρεβιζιονιστή Χρουτσώφ να παρουσιάζεται ως αυτός που αποκαθιστούσε τις αδικίες και διόρθωνε τις υπερβολές.
-Κύρια αδυναμία αυτού του έργου του Στάλιν αποτελεί η ανάλυση του βασικού νόμου του σοσιαλισμού. Ως τέτοιος ορίζεται ένας επιθυμητός στόχος (η ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών) κι όχι μια υπαρκτή αντίφαση στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Όμως θεώρηση που δεν εντοπίζει αντιφάσεις, στην ουσία της είναι αντιδιαλεκτική.
Μια βασική αντίφαση του σοβιετικού σοσιαλισμού ήταν ανάμεσα στις τυπικά κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων. Τα κρατικοποιημένα μέσα παραγωγής συνιστούν τυπική κοινωνικοποίηση, που παραμένει τέτοια όσο δεν προωθούνται ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων, η αυτοματοποίηση και η ανάδειξη της πνευματικής εργασίας, της γενικής διάνοιας, σε κύρια παραγωγική δύναμη.
Η ανάλυση αυτή καθιστά κατά τη γνώμη μου λανθασμένη την θέση που διατυπώνεται στο κείμενο της ΚΕ περί καθυστερημένων σχέσεων παραγωγής που υστερούσαν συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις στην ΕΣΣΔ και φανερώνει μια γενικότερη στρεβλή προσέγγιση του διαλεκτικού δίπολου παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής, όπου οι δεύτερες έχουν ρόλο περιβλήματος που απλά προωθεί ή εμποδίζει την ανάπτυξη των πρώτων.
Σοβαρή αδυναμία του κειμένου είναι η συνειδητή επιλογή να μην εξετάσει αναλυτικά το πολιτικό εποικοδόμημα παράλληλα με τη σοβιετική οικονομία. Δεδομένης της διαλεκτικής τους σχέσης, της σχετικής αυτονόμησης του πολιτικού εποικοδομήματος, και του αυξημένου ρόλου που παίζουν ο υποκειμενικός παράγοντας και η πολιτική στο σοσιαλισμό, η παράλειψη αυτή συνιστά σοβαρό μεθοδολογικό λάθος. Η δικαιολογία που προβάλλεται περί έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας, προσωπικά μου φαίνεται ελάχιστα ικανοποιητική.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη γραφειοκρατία δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου μες στο κείμενο και κατά συνέπεια απουσιάζει μια συνολική ανάλυση κι ερμηνεία ενός τόσο βασικού φαινομένου και των ειδικών όρων ύπαρξής του στη Σοβιετική Ένωση.
-Ωστόσο, παρά τον «οικονομισμό» του, το κείμενο εντοπίζει στην πολιτική και πιο συγκεκριμένα στην οπορτουνιστική στροφή που σηματοδότησε το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το κλειδί για την ερμηνεία της επικράτησης της αντεπανάστασης. Εντοπίζει δηλ την πηγή της αντεπανάστασης στην ιδεολογία, στον τομέα των ιδεών, κι όχι στις κοινωνικές, οικονομικές σχέσεις. Με άλλα λόγια δεν εξηγεί πειστικά τα αίτια που γέννησαν αυτή τη στροφή, πάνω σε ποια ταξική βάση προέκυψε, ποιες κοινωνικές ομάδες την προώθησαν. Έτσι, μαζί με τον «οικονομισμό» που το διακρίνει, η βασική του ανάλυση αφήνει παράλληλα μια γεύση ιδεαλισμού στον αναγνώστη.
-Προβληματική παραμένει και η αυτοκριτική του κόμματος, καθώς παραμένει μισή κι έτσι ως ένα βαθμό αυτοαναιρείται. Μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική κριτική της αποσταλινοποίησης και του 20ού Συνεδρίου προϋποθέτει και μια αντίστοιχη αυτοκριτική για τη διαγραφή του Ζαχαριάδη και τα γεγονότα της Τασκένδης. Αντίστοιχα, μια συνεπής κριτική στις ρεβιζιονιστικές ηγεσίες από το 56 και μετά, είναι αλληλένδετη με την αυτοκριτική μας για την ελληνική εκδοχή του «ειρηνικού περάσματος» και τις σοσιαλδημοκρατικές μεταπολιτευτικές αυταπάτες που εκφράστηκαν στο σχήμα των δυνάμεων της αλλαγής.
Αν δε γίνει με τέτοιους όρους, η όποια αυτοκριτική μένει πουκάμισο αδειανό και χάνει την αξία της.
Παρά τις όποιες αντιφάσεις, το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που υπερασπίζεται συνολικά τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ουσιαστικά σηκώνει μόνο του το βάρος αυτής της προσπάθειας.
Ο διάλογος που αναπτύχθηκε με αφορμή τη μπροσούρα της ΚΕ με τις θέσεις δεν είναι απλώς αξιόλογη πρωτοβουλία, αλλά οξυγόνο, το οποίο πρέπει να συνεχίσουμε να αναπνέουμε και μετά το συνέδριο. Με παράλληλη έντονη σχετική δραστηριοποίηση του ΚΜΕ, αξιοποίηση ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων που δεν είναι απαραίτητα ενταγμένοι στο κόμμα, καθώς κι ανθρώπων που έζησαν σε αυτές τις χώρες, αλλά μέχρι τώρα αγνοήθηκαν αδικαιολόγητα.
Ετικέτες
κμε,
κόμμα,
νόμος αξίας,
πρώην,
ρούσης,
σεχταρισμός,
στάλιν,
στρατός,
τασκένδη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)