Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ροναλντίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ροναλντίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Κοίτα, Μιχάλη μου, το χάλι σου

Ωπ, τι γυρεύει εδώ ένα τέτοιο κείμενο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε πολλές σελίδες και θα χρειαζόταν ένα άλλο κείμενο για το κυρίως θέμα. Ας πούμε απλώς ότι το μπλο(γ)κ είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο που υπηρετεί τις εμμονές του ιδιοκτήτη του. Και αν χρειάζεται κάποια αφορμή, αυτή είναι η ταινία «Μάικλ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις αίθουσες.


Και πώς εμπλέκεται ο Μιχάλης στις εμμονές της κε του μπλοκ; Αυτή είναι μια κακή ερώτηση, που φανερώνει κακή σχέση με την πατριδογνωσία και την εποχή των παιδικών μας χρόνων -της μόνης πραγματικής πατρίδας μας. Αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε βιβλίο ολόκληρο με παιδικά απομνημονεύματα και μετα θα χρειαζόταν άλλο ένα. Ας πούμε απλώς ότι οι κασέτες του Μιχάλη (εκτός και αν ήσουν σαν την κακομαθημένη ξαδέλφη που μου χάρισε εν είδει φιλανθρωπίας την πρώτη κασέτα μου, γιατί αυτή είχε ήδη το BAD σε βινύλιο και σε CD), ήταν για τη γενιά μου στο φάσμα της νομοτέλειας, που δεν είναι παρά ένα φάσμα δυνατοτήτων, οριζόμενο από μια βασική αντίθεση -πχ άσπρο-μαύρο, που ο Μιχάλης πήγε να το λύσει αντιδιαλεκτικά, με πλαστικές εγχειρίσεις.

Μπορεί απλά να άκουγες. Ή να άκουγες και να το ξεπέρασες μεγαλώνοντας, όπως κάποιοι με τον Βασίλη, γιατί είναι λέει για αιώνιους έφηβους και ο Μακεγιάσο για μικρά παιδιά -που με τη στερνή μας γνώση δε γεννά πολύ ευχάριστους συνειρμούς. Ή να άκουγες σαν τον συνονόματο συμμαθητή, που του κόλλησε η μελωδία-ριφάκι από το Smooth Criminal (προφητικός, αυτοβιογραφικός τίτλος κατά μία έννοια -όπως το «Καταρρέω» για τη Σοβιετία που ανατράπηκε- και τι να απέγινε άραγε η Άννι κι ο φίλος της) και τραγουδούσε λούπα «ντίγκι-ντίγκι ντίγκι-ντάγκα, ντίγκι-ντάγκα». Γιατί ήμασταν αθώα παιδιά που δεν ήξεραν τα λόγια ούτε από ντιγκιντάγκες, αχ ωραία χρόνια...
Γιατί τα μισά νοσταλγικά σχόλια του ΥΤ καταλήγουν σε φλερτ με τον ρατσισμό και την εποχή που δεν είχαμε γεμίσει ξένους, αλλά κοιμόμασταν με παράθυρα ανοιχτά -όπως συμβούλευε ο Ζαχαριάδης τους κομμουνιστές, για να μπορούν να το σκάσουν. Και θέλει μεγάλη συνειδησιακή-ιδεολογική μάχη, για να διαχωρίσουμε τα σκατά (και την AfD) από την Ostalgie και τις συμβουλές του σ. Νίκου.

Μπορεί επίσης άκουγες και να άφηνες την ψυχή σου στην πίστα (και blood on the dancefloor), σαν τον μικρό στη μικρότερη τάξη που αντέγραφε τις κινήσεις του και ανοιγόκλεινε τα χείλη του, σαν να έβγαινε play-back, και ήταν πόλος έλξης στις σχολικές γιορτές.
Αλλά ήταν σχεδόν απίθανο να μην άκουγες -έστω και αν ήταν για να το απορρίψεις αργότερα.

Τι λέγαμε όμως; Α ναι, για την ταινία και τον Μάικλ Τζάκσον. Καλλιτεχνικά μιλώντας, ο Μιχάλης ήταν ένας και μοναδικός στο είδος του, σπάνιος συνδυασμός μουσικών ταλέντων -χορευτή, ερμηνευτή και ολίγον συνθέτη- και εκπληκτικός σόου-μαν, με εμβληματικά κλιπάκια (σαν ταινίες μικρού μήκους), συναυλίες-εμφανίσεις, κινήσεις, στολές, γάντια και άσπρες κάλτσες να φωσφορίζουν στο στρομπόλι. Έστω και ένα απ’ αυτά θα ήταν αρκετό να τον κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων, πόσο μάλλον στην εποχή μας, που αναδεικνύει πολλά ατάλαντα, φανταχτερά τίποτα. (Όλα αυτά ασφαλώς με όρους αστικής τέχνης, δηλαδή σόου μπιζ, καθώς ο Μιχάλης δεν εξέφρασε ποτέ ούτε δια της τεθλασμένης το βασανισμένο τραγούδι της φυλής του ή των φτωχών στρωμάτων από τα οποία προερχόταν και ο ίδιος). 

Σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ο Τζάκσον ήταν κατά πάσα βεβαιότητα κακοποιητής (αν όχι βιαστής) μικρών παιδιών και η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώσει εκεί. Ή να συνεχίσει ευρύτερα πάνω στο διαχρονικό ζήτημα της σχετικής αυτονόμησης του έργου από τον καλλιτέχνη -ιδίως αν μιλάμε για δηλωμένους φασίστες, που έχουν φτιάξει αριστουργήματα. Καθώς και γύρω από το ερώτημα πόσοι δικοί μας καλλιτέχνες θα γλίτωναν την ακύρωση, αν ήταν ανοιχτό βιβλίο η ιδιωτική τους ζωή, ως πεδίο δοκιμής-κρίσης για τις αρχές και τη θεωρία τους.

Η συζήτηση, όμως, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ εκεί, από τη δική μας σκοπιά τουλάχιστον. Πίσω από κάθε έγκλημα, κακοποίηση και διαταραγμένη προσωπικότητα που τα διαπράττει, αναζητάμε τους κοινωνικούς παράγοντες που δε δικαιολογούν, ούτε δίνουν άλλοθι, αλλά ερμηνεύουν κάποιες πράξεις-συμπεριφορές. Όχι για να ξεπλύνουμε ή να αθωώσουμε τους ενόχους, αλλά για να εμβαθύνουμε στις αιτίες και να τις αντιμετωπίσουμε.

Στην περίπτωση του MJ μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα: το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Τζάκσον είχε έναν χειριστικό, κακοποιητικό πατέρα που χτυπούσε τα παιδιά του, για να επιβάλλει πειθαρχία, τα εκμεταλλευόταν ως μάνατζερ που προωθούσε την καριέρα τους και τα «όνειρά» τους και έβλεπε το συγκρότημα και ειδικά τον Μάικλ ως μηχανή κέρδους - λαχείο για να κάνει τη μεγάλη ζωή που ήθελε ή να ξελασπώσει από τα χρέη του.
Εξαιτίας του ο MJ δεν είχε ουσιαστικό δικαίωμα στην παιδική ηλικία και μια φυσιολογική ανάπτυξη του χαρακτήρα του. Δεν έκανε παρέα με άλλα παιδιά, γιατί έπρεπε να αφοσιωθεί στις πρόβες του, απέκτησε κόμπλεξ για τη μύτη του -και έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές του! Δε γνώρισε πολλές στιγμές οικογενειακής θαλπωρής -παρά μόνο δίπλα στη μητέρα του- ενώ μια θεωρία λέει πως δεν αγάπησε το αντίθετο φύλο, γιατί έβλεπε τον πατέρα του να ξενοπηδά ό,τι κινούνταν κατά τη διάρκεια των περιοδειών των Jackson 5.
Ο Μάικλ μισούσε και φοβόταν τον πατέρα του, αδυνατώντας να απεμπλακεί από τις δαγκάνες του, ακόμα και όταν έφτασε στην κορυφή του κόσμου με το Thriller και είχε ξεκινήσει τη σόλο καριέρα του. Έψαχνε απεγνωσμένα διέξοδο στις «φιλίες» του με εξωτικά ζώα (πχ έναν χιμπατζή, ένα φίδι και ένα λάμα!) ή στο παραμύθι του Πίτερ Παν, και ένα κομμάτι του έμεινε για πάντα εγκλωβισμένο σε αυτές τις «Χαρούμενες σκέψεις», το καταφύγιο της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να καταφέρει ποτέ να ωριμάσει. Αλλά ένα ενήλικο παιδί που αποκτά απεριόριστο χρήμα και δύναμη, μπορεί να γίνει ο χειρότερος τύραννος για όσους τον περιβάλλουν.
 


Αν εστιάσουμε στη γενική εικόνα, μπορούμε να βρούμε βαθύτερα γκεστάλτ από το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Ή από το στερεότυπο των απόκληρων που πιάνουν την καλή και βγάζουν απωθημένα, μαζί με τα χειρότερα στοιχεία του εαυτού τους. Ή την απόγνωση μιας φτωχής αφροαμερικάνικης οικογένειας, που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια του «πεπρωμένου» της. Ή τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης που σκληραίνουν και τον χαρακτήρα της, αφού ο κυνισμός είναι μονόδρομος για την επιβίωση. 

Μπορούμε να δούμε πχ τη δίψα για κέρδη να διεισδύει από τις ρωγμές των οικογενειακών σχέσεων, να τις δηλητηριάζει και να τις καταστρέφει (ούτε ο Μάικλ ούτε τα άλλα μέλη της οικογένειας ήταν αθώα του αίματος -δεν είναι η δόξα, δεν είναι τα λεφτά). Μπορούμε επίσης να δούμε το star system να υψώνει είδωλα για να τα γκρεμίσει, αφού τα χορέψει στο ταψί. Να τα ταΐζει με δόξα, χρήματα και προνόμια άγνωστα στους κοινούς θνητούς, να τα ντοπάρει (κυριολεκτικά, κατά κανόνα) για να αντέξουν την κούρσα και να τα ξεζουμίζει, να τα αποστραγγίζει μεθοδικά από κάθε υποψία ανθρώπινων συναισθημάτων και φυσιολογικής ζωής, και να τα πετά στο περιθώριο όταν πάψουν να (του) είναι χρήσιμα. Προφανώς είχε τη συναίνεσή τους για όλα αυτά και ο καθένας φέρει ευθύνη για τις επιλογές του, αλλά είναι ζήτημα πόσο ελεύθερες είναι αυτές τελικά.

Εν κατακλείδι, πίσω από κάθε έγκλημα και κάθε κατεστραμμένη ζωή, υπάρχει ένα ευρύτερο «κατηγορώ» για έναν σάπιο κόσμο κι ένα ένοχο σύστημα, που έχει το έγκλημα στη φύση του. Για να παραφράσουμε τους στίχους που τραγουδά και ο Μιχάλης: 

If they say why, why, tell them that is system's nature. 

Η ταινία βέβαια δεν έχει καμία πρόθεση να μας δείξει κάτι από όλα αυτά. Επιλέγει ως -πραγματικό πλην- βολικό στόχο τον πατέρα-μάνατζερ, που δεν είναι καν εν ζωή για να αντιδράσει, αναδεικνύοντας πόσο γλοιώδης και εγωιστής ήταν. Πέραν τούτου, όμως, ουδέν, πλην μιας αδιάφορης αγιογραφίας, που σταματά στην περιοδεία του BAD -δηλαδή στο απόγειο της δόξας του Μιχάλη- και αφήνει να εννοηθεί πως ίσως υπάρξει και δεύτερο μέρος, όπου ίσως έχουμε κάποια ανατροπή ως προς το βασικό αφήγημα. Γιατί στο πρώτο δεν είδαμε τίποτα κακό (πλην του BAD), παρά μόνο ελάχιστες νύξεις για τα σκοτεινά του σημεία (πχ την απαρχή του εθισμού του στις ουσίες) -αλλά σχεδόν καμία για τις κατηγορίες που αμαυρώνουν τη φήμη του. 

Περιμέναμε άραγε κάτι διαφορετικό; Σαφώς, όχι. Με ξενίζει όμως ότι δεν τηρήθηκαν τα προσχήματα, γιατί η βιομηχανία του Χόλιγουντ έχει δείξει πως ξέρει να φτιάχνει προσεκτικούς «βίους αγίων», με άλλοθι αντικειμενικότητας -πχ όπως στο Last Dance, για έναν άλλο διάσημο MJ. Ξέρει να δείχνει τις υπαρκτές κηλίδες ενός λαμπερού ήλιου, να παίζει με την κλίμακα άσπρου-μαύρου και των (50) ενδιάμεσων αποχρώσεων, να παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά -και για αυτό πειστικά- πορτρέτα, με αδιόρατα φίλτρα. Εδώ τι πήγε στραβά άραγε; 

Η πρώτη σκέψη ήταν πως η συμμετοχή της οικογένειας και του μάνατζερ στην παραγωγή έβαλε αρκετά χαμηλά το ταβάνι της ειλικρίνειας, διασφαλίζοντας πως δε θα ειπωθούν άβολες αλήθειες που θα έβλαπταν (ακόμα περισσότερο) την υστεροφημία του Μιχάλη. Χωρούσε μόνο η δική τους, στρογγυλεμένη, μεροληπτική, επιλεκτική και αναξιόπιστη, με το αφήγημα - παραμύθι για τον Μάικλ που βρήκε καταφύγιο στη χώρα του παραμυθιού του Πίτερ Παν. Και όσοι το χάψουν...

Μια άλλη προσέγγιση είναι ότι οι Αμερικάνοι βλέπουν τον Μιχάλη κάπως σαν εθνικό τους σύμβολο, κάτι μεταξύ Καποδίστρια και Καζαντζίδη, με τη διαφορά πως α. η ταινία δεν τρέφεται από εντάσεις και επικοινωνιακό θόρυβο, βγάζοντας περίπου απάτριδες όσους δεν την εγκωμιάζουν και β. ακόμα και η ταινία για τον Καζαντζίδη έχει κάποιες λίγες αιχμές για τον ήρωά της, ενώ το «Michael» όχι. Προσωπικά το βρίσκω μονοδιάστατο, πολύ άγευστο και άοσμο για να πιάσει, αλλά τα εισιτήρια που κόβει μαρτυρούν το αντίθετο. Μπορεί τελικά ο κόσμος να έχει ανάγκη από άσπιλα είδωλα, όπου το μόνο ψεγάδι τους θα είναι ίσως η λεύκη στο δέρμα. Ή να περάσει ανέμελα, σα να παίζει με σαπουνόφουσκες που σκάνε κάνοντας ποπ -και ο Τζάκσον είναι ο βασιλιάς της. Ακόμα και να νοσταλγήσει τα νιάτα του ή μια εποχή που δεν έζησε και ίσως είχε παραπάνω μελωδία, έμπνευση, πρωτότυπες ιδέες -περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να βγάζεις κέρδος. 

Τελικά από την πλάνη μου με έβγαλε, για πολλοστή φορά, το όργανο, που έχει για όλα τη σωστή απάντηση (και δεν είναι το 42). Όχι (μόνο) γιατί είχε τη σωστή γραμμή για την κριτική της ταινίας, αλλά γιατί εξηγεί πως υπάρχει εξωδικαστικός συμβιβασμός για τις κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον και δεσμευτική ρήτρα να μην αναφερθεί ποτέ ξανά η υπόθεση, κάτι που αχρήστεψε σχεδόν το 1/3 του αρχικού υλικού και οδήγησε τους δημιουργούς σε άλλα μονοπάτια και ένα μάλλον αδιάφορο αποτέλεσμα. Το οποίο είναι πολύ ωραίο για μιούζικαλ, έχει ορισμένες εκπληκτικές ερμηνείες (από τον ανιψιό του Τζάκσον ή το παιδί που τον υποδύεται στα πρώτα χρόνια, και τον ηθοποιό που παίζει τον ρόλο του πατέρα του), μοιάζει όμως να μην έχει καλό σενάριο και λόγο ύπαρξης. Αν, παρόλα αυτά, σου φτάνει να χορεύεις στη θέση σου, θα περάσεις ευχάριστα την ώρα σου και το μόνο που πρέπει να προσέχεις είναι να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μην πατήσουν άλλα επικίνδυνα πράγματα, πάνω στην ανεμελιά σου.

Υστερόγραφο 


Τι γυρεύει εδώ αυτό το υστερόγραφο για μια σειρά του Νέτφλιξ; Μα ο Ρόνι ήταν ένας χορευτής των γηπέδων, που χόρευε και τους αντιπάλους του και έκανε τον Πανούτσο να πει ότι θα μπορούσε να τον βλέπει οκτώ ώρες να κοιμάται (και από τότε ίσως έχει να πει κάτι έξυπνο). Δεν είχε διάρκεια για να μπει στην κουβέντα περί GOAT, αλλά έκανε πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε (από την αποθέωση στο Μπερναμπέου ως το να αναγκάσει αντίπαλο να ζητήσει τη φανέλα του στο ημίχρονο, πριν βγει αλλαγή εκτεθειμένος από τα μαγικά του). Δε θα ήταν σχέση ζωής, αλλά ίσως η πιο δυνατή, αξιομνημόνευτη καψούρα. Είχε το ίδιο απαράμιλλο ταλέντο με τον Μάικλ, το σουλούπι και τις κινήσεις του, ίσως και το μαλλί του, μεγάλο δέσιμο με την οικογένεια από την οποία προέρχονταν όμως και πολύ κακές επιρροές, και πρωτίστως τις ίδιες (αυτο)καταστροφικές τάσεις. Από τον εθισμό στις ουσίες, μέχρι τα σκάνδαλα και τις σκοτεινές υποθέσεις που τον έφεραν στη φυλακή της Παραγουάης.

Όταν γελούσε στο γήπεδο, ήταν ένας γητευτής της μπάλας, που είχε μάτια μόνο για αυτήν (και αυτή για αυτόν), της μιλούσε γλυκά, της έκανε έρωτα και την αποπλανούσε. Όταν έχασε τη μαγική του αύρα, ήταν απλώς ένας γκάουτσο με πεταχτά δόντια, που έμοιαζε με τον Μπαγκς Μπάνι και είχε φανεί προ πολλούς πως η μπάλα δεν ήταν η βασική προτεραιότητα στα ενδιαφέροντά του. Έτσι από αρχηγός του Καρναβαλιού και ενός άγριου διονυσιασμού, κατέληξε σαν βασιλιάς Καρνάβαλος που περιφέρει το σαρκίο του οπουδήποτε μπορεί να βγάλει κέρδος από τις καλές αναμνήσεις που κράτησε για αυτόν ο κόσμος.

Έχασε κάθε άλλοθι, όχι όταν λύγισε στις ουσίες -αυτό το είχε πάθει και ο Μαραντόνα, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Αλλά όταν προσκύνησε την εξουσία του Μπολσονάρου -όπως και αρκετοί ακόμα συμπατριώτες του από το σινάφι του. Και δεν άφησε πολλά περιθώρια συμπάθειας και υπεράσπισης, ούτε καν σε όσους τον είχαν ερωτευτεί βλέποντάς τον στο χορτάρι. 

Τι θα γινόταν ή θα μπορούσε να γίνει αν είχε αγωνιστική πειθαρχία, αν δεν αγαπούσε τόσο τα πάρτι, τις γυναίκες και τις καταχρήσεις; Πιθανότατα τίποτα, γιατί δε θα ήταν ο ίδιος. Τα (ποδοσφαιρικά) είδωλα καίγονται και σβήνουν σαν κομήτες. Τα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα πάλι, όχι.


Ασχολούμαστε όμως με το Χόλιγουντ και παραβλέπουμε τις εγχώριες ποιητικές σκηνές, που είναι βγαλμένες από σινεμά. Σαν τους Πασόκους στο Σkοπευτήριο, που είναι λιγότερο πειστικοί και από τους κομπάρσους του Βούλγαρη. Ή το ιστορικό πανό της ΟΚΔΕ...

Αλλά ίσως το κάνουμε σε επόμενη -πχ φοιτητική- ανάρτηση. Αν και η βάση του μπλοκ πρέπει να ξέρει πως το επόμενο διάστημα είναι πιθανό η συχνότητα των αναρτήσεων να αραιώσει αισθητά, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων. Η ζωή θα δείξει.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Η επιστροφή του προφήτη

Το ξέρω θα ‘ρθεις μια μέρα να με ξαναδείς

Διακόπτουμε την κανονική ροή των ημερολογίων κατασκήνωσης με μικροαστική παρέκκλιση για να ασχοληθούμε με της πίτσας μου τον χαβά που είναι η μπάρτσα. Οι ομοϊδεάτες του γούφιους μπορεί να πιστεύουν ότι κουβαλάν κάτι από τη μαγεία της λόγω χρωμάτων, μεγάλης ιστορίας κι επειδή και τα δυο κάνουν μπε. Κι ο γείτονας αι-δημήτρης το ίδιο.

Αλλά όπως έχει πει κι ο πανούτσος τι μπορεί να σημαίνει μεγάλη ιστορία; Κάποιες ομάδες έδωσαν κάποια παιχνίδια, κάποια τα κέρδισαν, κάποια τα έχασαν και κάποια ήρθαν χι. Και κάποια άλλα άσο ημίχρονο, διπλό τελικό –ή αντίστροφα- που είναι η ομορφιά του αθλήματος.
Μόνο η μπάρτσα κουβαλά τέτοιο μύθο για να πει πειστικά πως είναι κάτι παραπάνω από ένα κλαμπ. Οι άλλοι το πολύ να είναι κλαμπ σάντουιτς.

Μεσοβδόμαδα έγινε το φιλικό με τη μίλαν για το κύπελλο γκαμπέρ –προς τιμήν του ελβετού ιδρυτή της μπάρτσα- κι ελέω ίμπρα έδωσε παραπάνω ειδήσεις απ’ όσες μπορεί να αντέξει η ηρεμία μιας ομάδας. Αλλά και μπόλικες αναμνήσεις για να έχουν να διηγούνται μετά οι φίλαθλοι στα εγγόνια τους. Κορυφαία όλων, η επιστροφή του ροναλντίνιο στο καμπ νου.

Η επιστροφή του έγινε με πρόεδρο το ροσέλ, τον άνθρωπο της ΝΙΚΕ που τον είχε φέρει στη βαρκελώνη λίγο πριν τα σπάσει με τον λαπόρτα. Και τώρα σκέφτεται να τον ξαναφέρει ως διοικητικό στην αγαπημένη του πόλη όπου το πάρτι δε σταματούσε ποτέ. Εντός γηπέδου έδινε παραστάσεις μπροστά στο πιο εκλεκτικό κοινό της ευρώπης. Και τις συνέχιζε εκτός γηπέδου στα κλαμπ της πόλης, μαζί με το μουσικό συγκρότημα που είχε φτιάξει.

Το τελευταίο αντίο του ήταν πικρό και το είπε σε μια εντός έδρας ήττα από τη βιγιαρεάλ που ήταν καταδικαστική για τον τίτλο. Το επόμενο δίμηνο η επίσημη γραμμή της ομάδας έλεγε πως ήταν τραυματίας. Ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς σε πολύ κακή φυσική κατάσταση για να εμφανιστεί ξανά στο γήπεδο. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια για να προλάβει τον τελικό του τσου λου (στη μόσχα αδερφές μου, στη μόσχα) αλλά η μπάρτσα αποκλείστηκε απ’ τη γιουνάιτεντ στα ημιτελικά και το παραμύθι έλαβε λυπημένο τέλος.

Το επόμενο καλοκαίρι ανέλαβε τα ηνία της ομάδας ο πεπ και ξεκίνησε η αποσταλινοποίηση κι η εκκαθάριση της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων. Από την τριάδα REM (απ’ τα αρχικά των Ρόνι, Ετό, Μέσι) έμεινε μόνο ο αργεντίνος που ακολούθησε σόλο καριέρα κι έγινε ο απόλυτος σταρ. Απ’ την τετράδα των φαντάστικος, το ίδιο. Ο ντέκο έφυγε πρώτος, ο ρόνι ακολούθησε, ο ετό πήρε παράταση ένα χρόνο, αλλά τα γκολ του δεν τον έσωσαν κι ο ανρί κόλλησε πέρσι τα τελευταία του ένσημα ως εν ενεργεία βετεράνος.

Δεν ήταν τόσο ότι λαλούσαν πολλά κοκόρια κι αργούσε να ξημερώσει, χωρίς να δούμε άσπρη μέρα. Πάνω απ’ όλα ήταν θέμα ψυχολογίας κι απογαλακτισμού του μέσι από το δάσκαλό του. Έπρεπε να χωριστούν για να μάθει να πετάει μόνος του.

Χωρίς το βραζιλιάνο η ομάδα έκανε το χειρότερο ξεκίνημα της 35ετίας, αλλά έδρεψε καρπούς στη συνέχεια. Η μπάρτσα είχε να κάνει τέτοια αρχή από την πρώτη σεζόν του κρόιφ. Η οποία όμως έκλεισε θριαμβευτικά με πεντάρα επί της ρεάλ στη μαδρίτη και το πρώτο πρωτάθλημα μετά από 14 χρόνια ξηρασίας. Κάτι σαν προοίμιο για το θάνατο του φράνκο και την πτώση της δικτατορίας στα τέλη της ίδιας χρονιάς (1974).

Πέρσι οι μπλαουγκράνα τίμησαν την παράδοση με το παραπάνω. Έβαλαν ένα περισσότερο στη ρεάλ, έπαιξαν (σ)έξι φούτμπολ κι έκλεισαν το 2009 με έξι τίτλους, έναν για κάθε γκολ της εξάρας στο μπερναμπέου.
Αν η ιστορία είχε μηχανικές αναλογίες θα ήμασταν σχεδόν σε επαναστατική κατάσταση. Αλλά αυτή έχει την τάση να επαναλαμβάνεται ως φάρσα ή ως τραγωδία. Ενίοτε και τα δυο μαζί. Κι αν έχει κάποια σημασία, αυτή η σεζόν μας έδωσε το δεκέμβρη.

Τότε ο ρόνι έφυγε καλοκαίρι κι απ’ την πίσω πόρτα. Τώρα γύρισε πίσω por la puerta grande που λεν και στην ισπανία.
Θα ‘ρθει και θα ‘ναι ντάλα μεσημέρι. Ή έστω ζώνη πράιμ τάιμ για την τηλεοπτική μετάδοση. Βγήκε στη σκηνή για ένα τελευταίο χειροκρότημα και μια τιμητική αποκατάσταση απ’ το κόμμα, όσο είναι ακόμα εν ενεργεία και πατάει στα πόδια του. Έστω και σαν σκιά του εαυτού του.

Πριν από αυτόν κανείς δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Ήταν το nunca antes visto, όπως αναγνώρισε κι ο γκουαρντιόλα. Και χωρίς αυτόν τίποτα δε θα ήταν το ίδιο σήμερα.
Ο ντίνιο ήταν ο ζωγράφος της αναγέννησης της μπάρτσα. Κάτι σαν λεονάρντο ντα βίντσι της ομάδας. Χωρίς αυτόν δε θα μιλούσαμε για τον γκαουντί και το μοντέρνο. Χωρίς την αναγέννηση δε θα υπήρχαν ποτέ οι επαναστάσεις των δύο τελευταίων αιώνων (του μεγάλου 19ου και του σύντομου εικοστού).

Ο ρόνι έκανε στη μπάρτσα την επανάσταση που δε μπόρεσε να φέρει ο μέσι στην αρχεντίνα. Την πήρε απ’ το χεράκι και την οδήγησε μόνος του στη λεωφόρο των επιτυχιών. Ο αργεντίνος στη μπάρτσα είναι το πρώτο βιολί σε μια ορχήστρα με πολυβόλα, αλλά μαέστρος είναι ο προπονητής.
Η μπάρτσα του μέσι έκανε το μπερναμπέου δυο φορές –μία στην εξάρα κι άλλη μία πέρσι- να σωπάσει. Ο ρόνι έκανε το κοινό του μπερναμπέου να τον χειροκροτήσει σε ένδειξη αναγνώρισης.

Αν ο μέσι έχει το όνομα και την χάρη για να είναι ο μεσσίας, τότε ο ρόνι είναι ο προφήτης που ήρθε να ετοιμάσει τις μάζες για τη διδασκαλία του και να διακηρύξει το τζόγο μπονίτο.
Κι αν ο γκουαρντιόλα έκανε τη σαλώμη, ήταν γιατί εξέφραζε την αναγκαιότητα να προχωρήσει το ιστορικό προτσές. Η ομάδα είχε μπλοκάρει με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής κι είχε ανάγκη από αλλαγές.
Η ιστορία γράφεται με ζιγκ-ζαγκ και πισωγυρίσματα. Ενίοτε και με μικρές ιεροσυλίες στο ρόλο της μαμής.

Στο τέλος ο ροναλντίνιο είχε την τύχη κάθε ιεραπόστολου. Τον έφαγαν οι κανίβαλοι. Κι αυτοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι οι χορηγοί, όχι οι χούλιγκανς. Οι εταιρίες με τα πατατάκια, όχι ο κόσμος που τα τρώει. Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι ο τζόγος πάντα τρώει το τζόγο μπονίτο. Αλλά ποτέ δε θα σβήσει απ’ τη μνήμη του κόσμου το χαμόγελο του βραζιλιάνου. Που έγινε παγκοσμίως γνωστό σαν το έργο του αυθεντικού ντα βίντσι. Κι εξίσου αινιγματικό με αυτό της τζοκόντα.
Χαμογελούσε άραγε επειδή το απολάμβανε ή απλώς πετάνε τα δόντια του;

-----...........-----

Τι άλλο είδαμε στο φετινό γκαμπέρ; Τον ίμπρα να στάζει χολή για τον γκουαρντιόλα για να κατεβάσει το πωλητήριό του στη μίλαν, που δεν έχει μία. Δει δη χρημάτων ω άνδρες μιλανέζοι.
Τον βίγια να ανοίγει λογαριασμό με τη νέα του φανέλα και τον ινζάγκι να απαντά με γκολάρα από τα παλιά. Το παρόν και το παρελθόν στη θέση του σέντερ φορ. Το μέλλον ίσως είναι ο μπόγιαν και τα άλλα φιντάνια της μασια που προωθεί ο γκουαρντιόλα στην πρώτη ομάδα.

Χρειάζονται αρκετά τέτοια για να καλύψουν τα κενά ενός μικρού ρόστερ 19 ατόμων. Και πάνω απ’ όλα αλχημείες και παίκτες πολυσύνθετοι με δυνατότητα να παίζουν σε πολλές θέσεις. Ο πουγιόλ μπορεί να καλύψει στα πλάγια, ο πικέ με τις επιθετικές αρετές στο κέντρο, ο αντριάνο και τις δύο πλευρές, ο μάξγουελ όλη την αριστερή, ακόμα κι ως εσωτερικός στη θέση του κεϊτά (αν και βασικά είναι δικός μας, του εξ). Δεν είναι τυχαίο ότι η μπάρτσα νίκησε στον τελικό του τσου λου τη γιουνάτεντ χωρίς τους βασικούς πλάγιους μπακ της (άλβες κι αμπιντάλ).

Θα χωρούσαν κι άλλες αναλύσεις. Για τον προβοκάτορα μουρίνιο, τη σημερινή πρεμιέρα, τη μεταγραφή του μασεράνο. Αλλά θα πήγαινε μακριά η βαλίτσα. Η πλάκα είναι ότι η λίβερπουλ πούλησε το μασεράνο γιατί φεσώθηκε κανονικά απ’ τους αμερικανούς που την αγόρασαν κι αναγκαστικά εκποιεί την περιουσία της (εκεί δεν είχαν πι-πι να σκεφτεί τη διαγραφή χρεών).
Κι η μπάρτσα που έχει επίσης ένα σωρό χρέη –αλλά με θετικούς ισολογισμούς τα τελευταία χρόνια- αγοράζει κανονικά και κλείνει συμβόλαια με την χαμηλότερη φορολογία της ευρώπης. Κι αυτό εξηγεί εν πολλοίς γιατί οι αστέρες προτιμούν την ισπανική λίγκα.

Αξίζει όμως μία μικρή ωδή σε έναν πίντο που βαδίζει στα χνάρια του μεγάλου γκρόμπελαρ. Αρκετά τρελός για να μπερδέψει τον αντίπαλο στα πέναλτι αλλά και για μία γκάφα που θα κρεμάσει την ομάδα του. Στο γκαμπέρ τα έκανε και τα δύο, αλλά είχε την τελευταία λέξη. Στις εκτελέσεις της μίλαν είχε τρία στα τέσσερα σε αποκρούσεις και κράτησε το τρόπαιο στη βαρκελώνη.

Θύμισε αρκετά το μικρό του έπος σε έναν ημιτελικό κυπέλλου με τη μαγιόρκα. Η ομάδα έπαιζε με δέκα κι είχε πέναλτι εις βάρος της. Αν το έτρωγε έμπαινε σε μπελάδες. Ο πίντο κοίταξε τον παίκτη απέναντι κι άρχισε να του κάνει νοήματα για να του δείξει σε ποια γωνιά θα πέσει. Ο αντίπαλος μπήκε σε μουντ μπλόφας, έχασε τη συγκέντρωσή του και το έστειλε πάνω του. Ο πίντο είχε πέσει ακριβώς στη γωνιά που του είχε δείξει. Μικρός θεούλης...

Δεν είναι ο καλύτερος τερματοφύλακας του κόσμου. Αλλά είναι ο καταλληλότερος για τη μπάρτσα. Συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Δεν γκρινιάζει που παίζει μόνο στο κύπελλο. Δεν έχει τάσεις ανέλιξης και καριερισμού. Δίνει το κάτι παραπάνω όταν χρειάζεται. Κι είναι όσο τρελός θέλει η κερκίδα για να τον αγαπήσει.

Το ίδιο ισχύει και για τον βαλντές που είναι παρεξηγημένο αγόρι. Ο κασίγιας ντύνεται σαν ίκερ για να σώσει οτιδήποτε κι αν σώζεται στην άμυνά του. Είναι σε εγρήγορση διαρκείας κι έχει αρκετές φάσεις για να βγει ήρωας. Ο βαλντές πάλι όχι.
Με τέτοια κατοχή (μπάλας) απ’ τη μπάρτσα ο αντίπαλος έχει μόνο μία λύση: αντίσταση με κλεφτοπόλεμο. Όποιος κομάντο πάει κοντά στην εστία έχει καλές πιθανότητες. Αλλά αυτό το καταφέρνουν ελάχιστοι.

Άθλημα βγαλμένο από τη ζωή και τις τακτικές του φον κλαούζεβιτς. Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εμείς.
Εκτός κι αν μπλέξουμε σε κάνα πόλεμο με την κίνα, οπότε οι συσχετισμοί αλλάζουν. Έντεκα εμείς κι αυτοί χίλια πεντακόσια (σε εκατομμύρια). Καλή ώρα όπως στην πρεμιέρα της εθνικής στο μουντομπάσκετ, το σάββατο.

Γενικώς είναι εύκολο να κάνεις τον ήρωα σε εποχές που διακυβεύεται η ύπαρξή σου –χωρίς αυτό να μειώνει στο παραμικρό την αξία σου. Το θέμα είναι τι κάνεις μετά. Σε εποχές δύσκολες κι αντιηρωικές. Αν δε σας βοηθάει το αθλητικό παράδειγμα, μπορείτε να σκεφτείτε τη σοβιετία μετά το δεύτερο παγκόσμιο και να κάνετε την αναλογία.

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στον υποψήφιο της ανταρσύα στο νομό μαγνησίας με το μου-λου παρελθόν και στα νεύρα του κομάντο. Που ξέχασε την πατριωτική εντροπία του και στο φιλικό της εθνικής μπάσκετ με την usa, υποστήριζε τα αμερικανάκια.
Ανοίξανε την αλυσίδα κι έγινε ένας απ’ αυτούς. Αλλά δεν έχει να χάσει παρά μόνο την αλυσίδα του.

Η μπάρτσα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό όπιο του λαού.
Είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου. Η ομορφιά ενός άσχημου ποδοσφαιρικού κόσμου που είναι χωμένος στη σαπίλα, αλλά κρατάει καθαρά τα νύχια του.
Όπως κι εμείς τη φανέλα μας από χορηγούς.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Το ροκ του μέλλοντός μας

Μέρα κι ενάντια ενώθηκαν
Και τι με νοιάζει εμένα
Δεν είμαι με κανένα...



Τι γίνεται σε ένα κακό λάιβ που έχει πολλή φασαρία για να μιλήσεις στο διπλανό σου; Βλέμμα στο κενό, περισυλλογή κι ενδοσκόπηση μέχρι να τελειώσει. Που εγώ αυτό κάνω ούτως ή άλλως, αλλά τώρα το έκαναν κι οι υπόλοιποι κι είχα καλό άλλοθι.

Κι έτσι βρήκα το πολιτικό αντίστοιχο της σούπας που λέγεται: ακούω έντεχνο.
-Είμαι αριστερός…
Και καλά με αναφορές στους κλασικούς και στο κλασικό ροκ. Αλλά κατά βάση ρεφορμιστές του κερατά, τσιράκια του ελλην-άδικου συρμού και των ελαφρομπιτ καταστάσεων. Ντροπαλές παραχωρήσεις, επώδυνοι συμβιβασμοί και (σε τελική ανάλυση) άνοιγμα των ποδιών για να δουν κάτω απ’ το μίνι σου όσοι κάθονται στο τραπέζι όπου ανέβηκες να χορέψεις.
Κάτω απ’ τη φλούδα μυαλό κουκούτσι. Μόνο η καρδιά του σοσιαλδημοκράτη που προσπαθεί να παντρέψει τα αγεφύρωτα.

Κι εμείς με ποιους είμαστε;
Τι πλαστήρας, τι παπάγος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά
, που μαζεύεται και ξεδίνει στα σκυλάδικα.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ισχύει αυτό που έλεγε σε μια σούπερ μπάλα ο πανούτσος στον κάρπετ για τον καλύτερο παίκτη όλων των εποχών.
-Όλοι οι δεξιοί θεωρούν καλύτερο τον πελέ κι οι αριστεροί τον μαραντόνα (που όντως έτσι είναι).
-Κι εσύ;
-Εμείς οι ρέιβερ είμαστε με τον ροναλντίνιο…!

Κι αρχίζει να κουνάει σαν χαζό πάνω-κάτω τα χέρια του.
Αν δεν πιάνετε το αστείο, δε μπορώ να το εξηγήσω, ίσως και να μην είναι στην τελική. Έχει να κάνει με το στιλ του πανούτσου που είναι ιδιαίτερο και το φαντεζί παιχνίδι του ντίνιο (κάποτε).

Έτσι κι η κε του μπλοκ. Στο ψευτο-δίλημμα εμπορικά ή ποιότητα διαλέγει το καλτ των 80’ς που τα συνδυάζει αμφότερα σε σημείο υπερβολής. Είμαστε με τους τζένγκις χαν, τις ροκ συναυλίες επί γκόρμπι και τις περιοδείες της γιοβάννα πίσω απ’ το παραπέτασμα.

Άλλη προβιά που φοράει ο οπορτουνισμός είναι ο μεταμοντέρνος μύλος που όλα τα ακούει και κρατάει από κάθε είδος τα καλύτερα. Ιδεολογικό ποτ πουρί. Μαρξ μαζί με φρόιντ κι ολίγη από χόλογουέι, τσε και μπακούνιν, μητροπάνος με σκυλιά (ακούω στα κρυφά και πέγκυ ζήνα).
Πολιτικο τουρσί με ρεμίξ και διασκευές. Αλλά οι εννιά στις δέκα είναι από αναθεωρητές του γλυκού νερού που το λένε πολύ χειρότερα από το αυθεντικό.

Στον αντίποδα εμείς οι παραδοσιακοί, κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες, τις βάζουμε κάθε φορά απ’ την αρχή κι ας μασάνε από το πολύ παίξιμο. Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι ο κόσμος μας βαριέται γιατί δε μας καταλαβαίνει και του πέφτουμε βαριοί, σαν κλασική μουσική με τσιτάτα από κλασικούς.
Η τελευταία φορά που ήρθε να μας ακούσει ήταν η ενάτη συμφωνία της βάρκιζας. Έκτοτε άρχισε η παρακμή.

Κι όμως, τα τραγούδια μας δεν αφορούν μια μικρή ελίτ. Εμείς τραγουδάμε αδερφέ μου για να σμίξουμε τον κόσμο, όχι για να ξεχωρίσουμε απ’ αυτόν. Το λάιτ μοτίβ μας (καλά το λέω μαέστρο;) έχει νότες από τη μουσική της κοινωνίας του μέλλοντος. Άλλο αν καμιά φορά δεν είμαστε στο ύψος των περιστάσεων και τραγουδάμε σαν κακοφωνίξ.
Μια χαρά τα έγραψε ο συνθέτης (μαρξ), αλλά χωρίς σωστή ερμηνεία μαζί με το τραγούδι εκτελούμε και τις ελπίδες μας.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι να βρεις το είδος (αυτό το ξέρουμε από πριν) αλλά έναν καλό τραγουδιστή, τον καλύτερο όλων των εποχών.
Το κόμμα έχει πει ανεπανάληπτα τραγούδια, αλλά έχει να βγάλει τόσο καλό δίσκο από τη δεκαετία του σαράντα.
-Και τα τελευταία καλά είναι, λες. –Όχι ρε συ, δεν ακούγονται, σου πετάν οι πιο ντούροι.
Κάτι σαν τον παπακωνσταντίνου. Άλλαξαν οι εποχές κι έπεσε κι αυτός μαζί με το τείχος. Κι ας μας προειδοποιούσε απ’ το 87 με το καταρρέω.

Το κόμμα είναι ιστορική μπάντα με πρωτοπόρο ήχο, επιπέδου μπητλς, μέχρι που μας διέλυσε η σκρόφα η γιόκο στην τασκένδη. Οι επίγονοι σέρνονται πάνω στην (πολιτική) σκηνή σαν έφηβα γεράκια, όπως κάνουν οι στόουνς. Αλλά αυτούς τους ακούει πιο πολύ το εξωκοινοβούλιο, για δύο λόγους.
Επειδή το όνομά τους θυμίζει κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης με λοστούς και νεράντζια. Κι επειδή πρέπει να πουν κάτι διαφορετικό απ’ το κόμμα που είναι με τους μπητλς.

Ο μαγικός αυλός του λένιν χόρεψε στο ρυθμό του τα πλήθη, παρά τα φάλτσα και τις παραφωνίες. Ώσπου ήρθε ο γκόρμπι κι έγινε μαέστρος στο ρέκβιεμ για ένα όνειρο το οποίο κίνησε τον ρου της ιστορίας για εβδομήντα χρόνια.
Δεν ήταν αυτό όμως το κύκνειο άσμα μας.
Την τελευταία λέξη θα την τραγουδήσουν οι λαοί.