Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ένγκελς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ένγκελς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Όταν ο Μαρξ γνώρισε τον Ένγκελς

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι “Ο νεαρός Μαρξ”, αλλά η ελληνική μετάφραση κάνει μια ουσιαστική προσθήκη κι είναι από τις λίγες φορές που δεν κάνει του κεφαλιού της, αλλάζοντας τα φώτα στον τίτλο μιας ταινίας. Γιατί όσο αλήθεια είναι πως ο μαρξισμός δε θα υπήρχε προφανώς χωρίς το Μαρξ, άλλο τόσο καθοριστική ήταν και η συμβολή του Ένγκελς, τόσο στο θεωρητικό κομμάτι, όσο κι από την άποψη της υλικής, οικονομικής στήριξης στον αχώριστο σύντροφό του, για να προχωρήσει απερίσπαστος στη συγγραφή του Κεφαλαίου.

Αυτό όμως έρχεται πολύ αργότερα από την περίοδο που πιάνει η ταινία. Η οποία αφορά τα νεανικά χρόνια του Μαρξ και του Ένγκελς, την περίοδο της γνωριμίας τους, τις πρώτες κοινές συγγραφικές τους προσπάθειες, την επίδραση του νεοχεγκελιανισμού, τη φιλία και την αμοιβαία εκτίμηση που είχαν αρχικά με τον Προυντόν. Και φτάνει στα χρόνια της ωριμότητάς τους, τη σύγκρουσή τους με το φιλοσοφικό κατεστημένο (Αγία Οικογένεια) της εποχής, την απομάκρυνσή τους από τον Προυντόν -που ο φλογερός φανφαρόνος Μπακούνιν λάτρευε σα θεό- όταν κριτίκαραν τις αναρχικές ιδέες του, και το επαναστατικό 1848. Εκεί όπου ωριμάζουν και συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα μιας κομμουνιστικής οργάνωσης -κι όχι ενός γενικά κι αόριστου αγωνιστικού συλλογικού φορέα- οπότε οργανώνονται στην Ένωση των Δικαίων και συγγράφουν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως προγραμματική διακήρυξη του νέου φορέα, που αποκτά νέο όνομα, ακριβώς τη στιγμή που η εργατική τάξη εμφανίζεται αυτοτελώς στο ιστορικό προσκήνιο.
Σε αυτά τα χρόνια, οι δύο σύντροφοι συνειδητοποιούν πως το ζητούμενο δεν είναι να ερμηνεύουμε με διάφορους τρόπους τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξουμε.


Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας είναι ότι παρακολουθεί κι αναπαριστά γλαφυρά αυτή τη διαδρομή, χωρίς να κάνει πολιτικές εκπτώσεις, για να γίνει αρεστή-προσιτή σε ένα ευρύτερο κοινό ούτε καταλήγει να είναι μια στεγνή πολιτική προκήρυξη χωρίς καλλιτεχνική αξία.

Σκιαγραφεί τους χαρακτήρες, δείχνει την ανθρώπινη πλευρά τους, τις καθημερινές τους ανησυχίες: την αγωνία του Μαρξ που πρέπει να θρέψει την οικογένειά του με τα δημοσιογραφικά του κείμενα αλλά αρνείται σθεναρά να τα αμβλύνει και να τα προσαρμόσει στις βουλές των άλλων. Τη γενναία στάση ζωής της συντρόφου του, Τζένης, που άφησε πίσω της την εύκολη διαδρομή που της εξασφάλιζε η οικογενειακή της καταγωγή, γιατί η ευτυχία είναι συνδυασμένη με την εξέγερση. Την αντίστοιχη προσπάθεια του Ένγκελς να απαρνηθεί την τάξη του, να σπάσει το τείχος της καχυποψίας, να προσεγγίσει τους εργάτες της βιομηχανίας του πατέρα του και τη μετέπειτα σύντροφο της ζωής του. Τη φιλία των δύο ανδρών που δεν είναι πουριτανοί μικροαστοί αλλά ζουν έντονα κι επικίνδυνα, μεθάνε, ερωτεύονται, τρέχουν να το σκάσουν από τους αστυνομικούς που τους κυνηγάνε…

Ίσως βρει κανείς μικρές παραφωνίες στους τίτλους τέλους και την αναδρομή σε όσα ακολούθησαν ιστορικά, όπου υπάρχουν εικόνες από την “άνοιξη της Πράγας” κι ίσως από τις σύγχρονες πλατείες των αγανακτισμένων, αλλά αυτά δεν ακυρώνουν την ουσία και την εύστοχη πολιτική ματιά της ταινίας. Η οποία είναι πανταχού παρούσα, από την πρώτη σκηνή που παρουσιάζει την καταφάνερη κοινωνική αδικία, ως τις τελευταίες με την κομμουνιστική οργάνωση και την προοπτική της διεξόδου. Και καταφέρνει κάτι δύσκολο και σημαντικό: να απευθύνεται εξίσου στους μυημένους και απαιτητικούς θεατές -που βλέπουν πώς έφτασαν οι κλασικοί στη διατύπωση των θέσεών τους- όσο και στο ευρύ κοινό που έχει να κερδίσει πολλά, ακόμα κι αν δεν είχε την παραμικρή επαφή με τη μαρξιστική ιδεολογία -μπορεί να το δει όμως σαν μια καλή εισαγωγή.



Στην Ελλάδα οργανώθηκαν διάφορες μαζικές επισκέψεις από την ΚΝΕ για να δουν φίλοι και μέλη της οργάνωσης την ταινία και να πάρουν ερεθίσματα να συζητήσουν. Κι ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει γιατί πολλά σινεμά βιάστηκαν να την αποσύρουν παρά το σχετικό ενδιαφέρον του κόσμου.

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Προλετάριοι όλων των ομάδων ενωθείτε

Η μεταγραφή του Ένγκελς στον Ολυμπιακό, το τρολάρισμα από ταξική σκοπιά, ο Μαρξ-Λένιν της Φλαμένγκο και ο Κολομβιανός άσος, Στάλιν Μόττα.

Αναδημοσίευση από Κατιούσα (ξέχασα όμως να βάλω κάτι για τις χαμένες ευκαιρίες, τους οπορτουνιστές -που στην Ευρώπη, ποδοσφαιρικά μιλώντας, σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό- και τους Οφορτουνιστές, που τα βάζουν με το Φορτούνη).


Ο ΠΑΟ στο ποδόσφαιρο πήρε μεταγραφή τον Τσάβες. Ο Ολυμπιακός έκανε ρελάνς παίρνοντας τον Ένγκελς από την Μπριζ -που απέκλεισε η ΑΕΚ στα πλέι-οφ του Europa League. Κάποιοι ρεπόρτερ άρχισαν να τον λένε Ένχελς (με χι) αλλά ακόμα και αν έτσι προφέρεται, ήταν πλέον πολύ αργά. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον αναπόφευκτο συνειρμό για όσους γνωρίζουν το φίλο και σύντροφο του Μαρξ.


Κι ύστερα το νερό κύλησε σαν καταρράκτης στο αυλάκι κι έφτασε πολύ μακριά.

Ο Ένγκελς ντύθηκε στα κόκκινα και θα βλέπει κάθε κόκκινη κάρτα, σαν το κομματικό του βιβλιάριο.
Αλλά αν πήγαινε στον Παναθηναϊκό, θα έγραφε το “Αντι-Τζίγκερ” -ως συνέχεια του Αντι-Ντίρινγκ.
Και ως κλασικός του μαρξισμού, θα δίνει άλλη διάσταση στην έννοια του clasico, στα ντέρμπι των αιωνίων.

Στην παρουσίασή του, οι δημοσιογράφοι θα τον ρωτήσουν αν πιστεύει ότι χρειάζεται επικαιροποίηση η Διαλεκτική της Φύσης, μετά από τόσες επιστημονικές ανακαλύψεις.
Αυτός όμως θα τους μάθει τη Διαλεκτική του Ποδοσφαίρου, όπου η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση.
Και θα γράψει, μελετώντας τους χούλιγκαν των ομάδων, την “κατάσταση του λούμπεν προλεταριάτου στην Ελλάδα”.


Θα τον καλέσουν στην “Αθλητική Κυριακή” για ανάλυση των φάσεων και θα τους εξηγήσει πως “σε τελική ανάλυση” τον καθοριστικό ρόλο τον παίζει η οικονομική βάση και τα κεφάλαια του Μαρινάκη που επιδρούν στο ποδοσφαιρικό εποικοδόμημα.
Και θα τους αναλύσει τη δομή της παράγκας και της “Αγίας Οικογένειας” του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Θα προβλέψει πως οι συνθήκες θα ωριμάσουν απότομα, όταν ο Ολυμπιακός μείνει τρία χρόνια σερί χωρίς εγχώριο τίτλο.
Και θα εξηγήσει πως κάθε αναμέτρηση είναι μια μορφή δυαδικής εξουσίας, με σχετική ισορροπία, όπου η μπάλα πηγαίνει πάνω-κάτω και μπαίνει στα δίχτυα, όταν οι πάνω δεν μπορούν και οι κάτω δε θέλουν.


Ο Βαγγέλης Ιωάννου θα τον χαρακτηρίσει “βελούδινο σφυροδρέπανο”, μετά το βελούδινο σφυρί του Λοτζέσκι και τα “βελούδινα δρεπάνια” άλλων αμυντικών, που θερίζουν πόδια στο διάβα τους. Αρκεί να μην υπάρχουν αυταπάτες ότι θα είναι βελούδινη η επανάσταση.
Οι αντίπαλοι οπαδοί θα φωνάζουν αντικομμουνιστικά συνθήματα, κι οι οργανωμένοι του Ολυμπιακού θα απαντάνε με το δόγμα No Politica.

Αν ο Ένγκελς ασχολούνταν όντως με το ποδόσφαιρο, ίσως του ταίριαζε να είναι βοηθός προπονητή, στο επιτελείο του Μαρξ, ή χορηγός του Κάρολου, για να συγγράψει αυτός απερίσπαστος το “Κεφάλαιο”.

Κι αν κάποιος -πχ ο Ολυμπιακός- ενδιαφέρεται να συμπληρώσει την τριάδα των κλασικών (μια ετεροχρονισμένη αλλά πληρωμένη απάντηση στην τριάδα των Ολλανδών που είχε κάποτε η Μίλαν) μπορεί να κυνηγήσει το wonder kid, Μαρξ-Λένιν, που παίζει στους μικρούς της Φλαμένγκο, ή τον Στάλιν Μόττα, για να φτιάχνει παιχνίδι και να κάνει μικρό, απόρθητο Στάλινγκραντ την εστία του.


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Πι-πι και σεξουαλική ελευθερία

Τις προάλλες, ένας σφος αναγνώστης (τον οποίο ευχαριστώ με την ευκαιρία) μοιράστηκε σε μια κλειστή, διαδικτυακή ομήγυρη μια πρόσφατη ανακάλυψή του. Ένα άρθρο του νεαρού Κνίτη Πι-Πι (κατά κόσμον Πέτρος Παπακωνσταντίνου), το μακρινό κι οργουελικό 1984 στην Επιστημονική Σκέψη (το περιοδικό επιστημονικής ύλης που έβγαζε το κόμμα στη δεκαετία με τις βάτες), για τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων στον καπιταλισμό.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε για το σχίσμα μεταξύ πρώιμου και ύστερου Πι-Πι κι αν ο ίδιος συνεχίζει να έχει σήμερα τις ίδιες απόψεις, πάντως η προσέγγισή του έχει ένα ενδιαφέρον κι εφάπτεται ζητημάτων που ανέκυψαν στην πρόσφατη συζήτηση περί σχέσεων, οικογένειας και προτύπων. Γι' αυτό και κρίνω σκόπιμο να αντιγράψω και να αναδημοσιεύσω το πρώτο μέρος του άρθρου. Καλή ανάγνωση και καλή χρονιά.

Sweet Sixteen! (20)16
Πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων στον καπιταλισμό

1. Καπιταλισμός και σχέσεις των δύο φύλων

Αφετηριακή θέση της υλιστικής θεώρησης του ζητήματος είναι το ότι "οι προσωπικές σχέσεις ξεπηδάνε καθαρά από τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής" (Μαρξ, Γκρουντρίσε). Οι όροι της υλικής παραγωγής είναι οι αποφασιστικοί παράγοντες, που, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουν τους κοινωνικούς θεσμούς, συνολικά τα φαινόμενα του εποικοδομήματος, τις αντιλήψεις των ανθρώπων.

Μ' αυτήν την έννοια "η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι αφαίρεση που υπάρχει μέσα στο μεμονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων".

Ο μαρξισμός υπογραμμίζει ότι το είδος των σεξουαλικών σχέσεων, αλλά και οι ηθικές αντιλήψεις για αυτές, μεταβάλλονται ιστορικά και εξαρτώνται απ' τις κοινωνικές σχέσεις που έχουν πυρήνα τους τις σχέσεις παραγωγής. Επόμενα αλλάζει η ίδια η "φύση" της σεξουαλικότητας του ανθρώπου, και, μάλιστα, αυτή η αλλαγή αντανακλά το δοσμένο, κάθε φορά, επίπεδο της ιστορικής προόδου σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Οι απόψεις αυτές επιβεβαιώνονται από τη μελέτη του είδους των σεξουαλικών σχέσεων και της οικογένειας στους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς, απ' τις πρωτόγονες κοινωνίες ως τα σήμερα. Από αυτήν την άποψη, πρωταρχική σημασία έχει το έργο του Φ. Ένγκελς Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, που στηρίχθηκε στο πλούσιο υλικό των επιστημονικών ερευνών του ανθρωπολόγου Μόργκαν.

Εδώ αναφέρουμε μόνο ότι η μονογαμική οικογένεια καθόλου δεν ήταν η αιώνια μορφή οικογένειας. Αντίθετα, η μονογαμία επικράτησε μόνο μέσα από μια μακρόχρονη ιστορική εξέλιξη, μόνο μετά από μια ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην πορεία περάσματος από το "καθεστώς των γενών" στη δουλοκτητική κοινωνία. Επικράτησε δηλαδή εξαιτίας συγκεκριμένων κοινωνικών νόμων. Τονίζουμε ακόμα ότι η μονογαμία εμφανίζεται ιστορικά όχι σαν ισότιμη ένωση των δύο φύλων, αλλά σαν υποταγή της γυναίκας στον άνδρα, που η εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων τον έχει φέρει σε πλεονεκτική θέση.

Ο Ένγκελς γράφει σχετικά:

Η μονογαμία [...] εμφανίζεται σαν υποδούλωση του ενός φύλου από το άλλο, σαν κήρυξη πολέμου ανάμεσα στα δύο φύλα, πολέμου άγνωστου σ' όλη την προϊστορία (...) Η πρώτη ταξική αντίθεση που εμφανίζεται στην ιστορία συμπέφτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού του άντρα και της γυναίκας στη μονογαμία και η πρώτη ταξική καταπίεση με την καταπίεση του γυναικείου φύλου από το ανδρικό. Η μονογαμία ήταν μια μεγάλη ιστορική πρόοδος, ταυτόχρονα όμως, πλάι στη δουλεία και τον ατομικό πλούτο, εγκαινίασε την εποχή που κρατά ως τα σήμερα και όπου κάθε πρόοδος είναι μαζί και μια σχετική πισωδρόμηση, όπου η προκοπή και η ανάπτυξη του ενός κατορθώνεται με τον πόνο και την καταπίεση του αλλουνού.

Ο καπιταλισμός αλλάζει τη συγκεκριμένη μορφή της μονογαμικής οικογένειας.
Αυτό όμως που βάζει στη θέση της, η αστική μονογαμική οικογένεια, εξακολουθεί να στηρίζεται στην ανισότιμη θέση της γυναίκας (που πήγαζε πριν απ' όλα από την οικονομική ανισοτιμία) και στο κληρονομικό δικαίωμα. Διατηρείται και παίρνει νέες διαστάσεις στον καπιταλισμό η πορνεία. Οι σεξουαλικές σχέσεις σφραγίζονται από την υποκρισία, το ψέμα, τον εγωισμό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ναπολεόντειος Κώδικας αναφέρει: "Η φύση δημιούργησε τις γυναίκες για σκλάβες μας". Η ανύπαντρη μητέρα και το νόθο παιδί εξοστρακίζονται από την κοινωνία. Η γυναικεία μοιχεία τιμωρείται με φυλάκιση. Η παρθενιά αποτελεί "ανεκτίμητο" μέρος του κεφαλαίου της.

Η ταξικότητα στη σεξουαλική ηθική

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι Μαρξ και Ένγκελς έγραφαν

Οι αστοί μας μένοντας ευχαριστημένοι που έχουν στη διάθεσή τους τις γυναίκες και τα κορίτσια των προλετάριων -χωρίς να κάνουμε κουβέντα για την επίσημη πορνεία- βρίσκουν μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση να ξελογιάζουν ο ένας τη γυναίκα του άλλου. Ο αστικός γάμος στην πραγματικότητα είναι η κοινοκτημοσύνη των παντρεμένων γυναικών.

Εξάλλου ο Ένγκελς τόνιζε το πώς η αστική τάξη συντελεί άμεσα στην εξάπλωση της πορνείας.
Το πώς η "ενάρετη" μπουρζουαζία υπέθαλπε τις 40.000 περίπου γυναίκες "ελαφρών ηθών" των πεζοδρομίων του Λονδίνου, που είχαν διαφθαρεί πριν από κάποιον αστό και αναγκάζονταν να πουλάνε το κορμί τους στον τυχαίο περαστικό, για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί.

Τα λόγια του Ένγκελς ηχούν σαν αμείλικτο κατηγορητήριο απέναντι στη σύγχρονη αστική τάξη. Ο αστικός Τύπος καθημερινά προβάλλει κραυγαλέα και σκανδαλοθηρικά τις περιπτώσεις βίας, εγκληματικότητας, της σεξουαλικής διαφθοράς που παρουσιάζονται ορισμένες φορές και σε ανθρώπους που ανήκουν σε λαϊκά στρώματα. Αποσιωπά ότι αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ζει σε απαράδεκτες συνθήκες, με την ανεργία, τις ασφυκτικές στερήσεις, τα πιεστικά αδιέξοδα που τους "σπρώχνουν" στο περιθώριο, σε αντικοινωνικές ενέργειες, ότι τα "προϊόντα μαζικής κατανάλωσης" της ιμπεριαλιστικής υποκουλτούρας καλλιεργούν τη βία, τη διαφθορά. Αποσιωπά δηλ όλα αυτά για τα οποία θα έπρεπε να καθίσει στο εδώλιο του κατηγορούμενου πριν απ' όλα ο ίδιος ο κόσμος της εκμετάλλευσης.

Την ίδια ώρα ένα πέπλο σιωπής υψώνεται γύρω από την κραυγαλέα διαφθορά της αστικής τάξης, ένα τεράστιο τείχος εξαγοράς, διακοσμημένης με ηθικόλογα φαρισαϊκά κηρύγματα. Κι εδώ δεν πρόκειται για κάποιες ξεχωριστές περιπτώσεις. Η διαφθορά είναι στοιχείο του τρόπου ζωής της αστικής τάξης που είναι παρασιτικός γιατί η ίδια είναι τάξη παρασιτική, αντιδραστική, αντίθετη με την κοινωνική πρόοδο. Γι' αυτό εχθρεύεται καθετί το δημιουργικό, προοδευτικό, αισιόδοξο, είναι φορέας φαινομένων αποσύνθεσης και παρακμής.

Αντίθετα, όπως σημείωνε ο Ένγκελς, στις καταπιεζόμενες τάξεις (και μιλώντας για καπιταλισμό, στο προλεταριάτο) κατεξοχήν βρίσκει κανείς ερωτικές σχέσεις που δε βασίζονται στον οικονομικό εξαναγκασμό του ενός πάνω στον άλλο, αλλά στην αμοιβαία κλίση.  Και αναπτύσσονται έστω και σαν στοιχεία -παρά τις τεράστιες οικονομικές αντιξοότητες που φέρνουν που φέρνουν χίλια-δυο προβλήματα στις σχέσεις- σχέσεις στηριγμένες στην αμοιβαιότητα, την αλληλεγγύη.

Καπιταλιστική κρίση και σεξουαλικότητα

Η όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού συσσωρεύει καινούριες δυσκολίες που οδηγούν στην παραπέρα στρέβλωση της σεξουαλικής ζωής. Οι εκρηκτικές διαστάσεις που παίρνουν τα κοινωνικά προβλήματα της νεολαίας τείνουν να φορτίσουν αρνητικά τις σεξουαλικές σχέσεις. Κάτω και από την πίεση αυτών των προβλημάτων είναι δυνατό μερικές φορές να δημιουργείται μια τάση αναζήτησης "καταφύγιου" στη σεξουαλική ζωή απέναντι στις δραματικές -συχνά- αντιξοότητες της ζωής.

(...)

"Ελεύθερος έρωτας", "επανάσταση" ή υποταγή;

Πλάι στα υποκριτικά κηρύγματα αυστηρού σεξουαλικού ασκητισμού προβάλλονται από την προπαγάνδα της άρχουσας τάξης τα πρότυπα της "σεξουαλικής απελευθέρωσης" και "κατάργησης των ταμπού". Ο πουριτανισμός, η υποκρισία της "αγνότητας" και "εγκράτειας" ήταν το επίσημο δόγμα των αστών ηθικολόγων στην περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφάλαιου. Ήταν η αντανάκλαση στο επίπεδο της σεξουαλικής ηθικής, της ανάγκης του κεφάλαιου για αυστηρή λιτότητα, και εγκράτεια που απαιτούσε η ανάπτυξη του καπιταλισμού. Φυσικά, η προβολή τέτιων αντιλήψεων καθόλου δεν εμπόδιζε την ανοιχτή ή κρυφή πορνεία, τη διαφθορά κλπ. Στη σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, που υπάρχει όλο και πιο πολύ η τάση εμπορευματοποίησης των σεξουαλικών σχέσεων, τα αστικά πρότυπα της "σεξουαλικής απελευθέρωσης" ανάγουν τη σεξουαλική σχέση σε αντικείμενο κατανάλωσης, αποξενώνουν τις σχέσεις των δύο φύλων και, τελικά, όχι μόνο δεν καταπολεμούν αλλά αντίθετα επιτείνουν τις προκαταλήψεις κάθε είδους. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ίδια την πραγματικότητα των καπιταλιστικών χωρών. Είναι χαρακτηριστικό το υλικό που δίνει ο Β. Χόλιτσερ στην μπροσούρα Σεξουαλικότητα και Επανάσταση, για τα αποτελέσματα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των νέων στην ΟΔΓ. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι η επίδειξη πορνογραφικού υλικού είναι για τους Δυτικογερμανούς μαθητές από τις πιο "αποδεκτές" ενώ η ερωτική σχέση των δύο φύλων είναι η πιο απορριπτέα!

Οι απόψεις για "ελεύθερο έρωτα" καταπολεμήθηκαν απ' το Μαρξ ήδη από το 1842 σε άρθρα του στην Εφημερίδα του Ρήνου και το 1844 στα Χειρόγραφα. Γράφει εκεί:

Μπορεί να πει κανείς ότι η ιδέα μιας κοινότητας γυναικών αποκαλύπτει το μυστικό αυτού του ήδη ολοκληρωτικά άξεστου και ασυλλόγιστου κομμουνισμού. Όπως οι γυναίκες, σε αυτήν την περίπτωση, περνάνε από το γάμο στη γενική πορνεία, έτσι όλος ο κόσμος του πλούτου (δηλ της αντικειμενικής ουσίας του ανθρώπου) θα περάσει από τη σχέση του αποκλειστικού γάμου με τον κάτοχο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε μια κατάσταση καθολικής πορνείας με την κοινότητα. Αυτός ο τύπος του κομμουνισμού -εφόσον αρνείται την προσωπικότητα του ανθρώπου σε κάθε σφαίρα- δεν είναι παρά η λογική έκφραση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που είναι η άρνηση αυτή. Ο καθολικός φθόνος συνιστώντας την ύπαρξή του σα δύναμη είναι η κρυμμένη μορφή στην οποία η απληστία επανεγκαθιδρύεται και αυτοϊκανοποιείται, μόνο με άλλο τρόπο.  Η σκέψη κάθε πράγματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας σαν τέτιου στρέφεται με τη μορφή του φθόνου και της επιθυμίας αναγωγής των πραγμάτων σε ένα κοινό επίπεδο. Έτσι αυτός ο φθόνος κι αυτή ακόμα η επιθυμία συνιστούν την ουσία του ανταγωνισμού.
Ο άξεστος κομμουνισμός είναι απλά το συσσωρευμένο αποκορύφωμα αυτού του φθόνου κι αυτής της διαδικασίας αναγωγής σε ένα κοινό επίπεδο στη βάση ενός προδικασμένου μίνιμουμ. Έχει ένα οριστικό, περιορισμένο επίπεδο. Πόσο λίγο αυτή η εκμηδένιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι πράγματι μια ιδιοποίηση αποδείχτηκε στην πραγματικότητα από την αφηρημένη άρνηση ολόκληρου του κόσμου της κουλτούρας και του πολιτισμού, την απώθηση στην αφύσικη απλότητα του φτωχού κι άξεστου ανθρώπου που έχει λίγες ανάγκες και που απέτυχε όχι μόνο να πάει πέρα από την ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά που ούτε καν την έφτασε...
Στην προσέγγιση της γυναίκας σαν λείας και υπηρέτριας του κοινοτικού πόθου εκφράζεται η απροσμέτρητη κατάπτωση...

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μαρξ εντοπίζει τις βαθύτερες ρίζες των μικροαστικών αντιλήψεων για τον "ελεύθερο έρωτα". Την αντιδιαλεκτική θεώρηση των πραγμάτων που βλέπει το "καινούριο" σαν την κατευθείαν άρνηση του παλιού και αδυνατεί να δει τη διαλεκτική άρνηση, δηλαδή την άρση, που σημαίνει καταστροφή του παλιού και ταυτόχρονη διαφύλαξη των θετικών που περιείχε μέσα στο πλαίσιο του καινούριου. Έτσι η "ελευθερία του έρωτα" σημαίνει την αντικατάσταση της "κρυφής" πορνείας με την ανοιχτή: ο μικροαστός εξαγριώνεται μπροστά στον περιορισμό της σεξουαλικότητας και στην υποβάθμισή της στενά στην αναπαραγωγή του είδους, αλλά κινδυνεύει να καταλήξει, εξαιτίας του συστήματος στην εξίσου "ζωώδη" αντίληψη που απογυμνώνει τη σεξουαλικότητα από κάθε είδους επικοινωνία, κοινωνικότητα.

Αυτή η αντίληψη για τον έρωτα αντανακλά τη γενικότερη θέση του "αγανακτισμένου μικροαστού" στον καπιταλισμό που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα στενά όρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Βλέπει το σοσιαλισμό όχι σαν οικοδόμηση του καινούριου με πλήρη απαλλοτρίωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και κατάργηση της εκμετάλλευσης, αλλά σαν επιστροφή στο παρελθόν.

Οι αντιλήψεις για κατάργηση της οικογένειας γενικά, έρχονται και ξανάρχονται στην επικαιρότητα από διάφορα μικροαστικά και αναθεωρητικά ρεύματα. Που μάλιστα εμφανίζονται σαν υπερασπιστές των μαρξιστικών αντιλήψεων. Για παράδειγμα στο περιοδικό Θέσεις αντιγράφονται στοιχεία των θέσεων του Λ. Αλτουσέρ και εμφανίζεται το αίτημα της κατάργησης της οικογένειας σαν "στρατηγική επαγγελία του μαρξισμού" (ενώ παράλληλα διαστρεβλώνουν τις μαρξιστικές αντιλήψεις και επικαλούνται επιλεκτικά αποσπάσματα έργων των Μαρξ -Ένγκελς). Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι... "η διατήρηση της οικογένειας, όπως και τόσων άλλων καπιταλιστικών 'μορφών' και μηχανισμών, στις κοινωνίες του 'υπαρκτού σοσιαλισμού', δε σημαίνει παρά τη διευρυμένη αναπαραγωγή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγής".

Μια αναλυτική κριτική των απόψεων για κατάργηση της οικογένειας γενικά στο σοσιαλισμό, όπως προβάλλουν στα πλαίσια της θεωρίας των "ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους" (Αλτουσέρ, κ.ά) είναι βέβαια αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Εδώ σημειώνουμε μόνο ενδεικτικά ορισμένες σχετικές θέσεις των κλασικών του μαρξισμού που συστηματικά διαστρεβλώνονται από τους οπαδούς αυτών των αναθεωρητικών αντιλήψεων.

Στην Καταγωγή της Οικογένειας ο Ένγκελς σημείωνε:

Η επικείμενη όμως κοινωνική ανατροπή [...] θα περιορίσει στο ελάχιστο [...] την έγνοια για την κληρονομιά. Αφού λοιπόν η μονογαμία γεννήθηκε από οικονομικά αίτια, θα εξαφανιστεί λοιπόν όταν θα εξαφανιστούν αυτά τα αίτια;
Θα μπορούσε κανείς με το δίκιο του να απαντήσει ότι όχι μόνο δε θα εξαφανιστεί, αλλά αντίθετα μόνο τότε θα πραγματοποιηθεί πλέρια. Γιατί με τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοχτησία [...] η πορνεία εξαφανίζεται, η μονογαμία αντί να χαθεί γίνεται επιτέλους πραγματικότητα [...] παύει η ατομική οικογένεια να είναι η οικονομική μονάδα της κοινωνίας. Το ατομικό νοικοκυριό μετατρέπεται σε κοινωνικό λειτούργημα. Η περιποίηση και ανατροφή των παιδιών γίνεται δημόσια υπόθεση. Η κοινωνία φροντίζει ίσα για όλα τα παιδιά, είτε είναι παιδιά νόμιμου γάμου, είτε είναι νόθα...

Αυτές τις θέσεις επιβεβαίωσε η πρακτική εμπειρία από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η μονογαμική οικογένεια αλλάζει χαρακτήρα στη βάση των συγκεκριμένων κοινωνικών αλλαγών που τις γενικές γραμμές τους προσδιόρισε ο Ένγκελς. Ενώ στον καπιταλισμό η ατομική οικογένεια είναι οικονομική μονάδα της κοινωνίας, αλλά και η αστική τάξη προσπαθεί να τη χρησιμοποιεί σαν μηχανισμό αναπαραγωγής της ιδεολογίας της, στο σοσιαλισμό δεν είναι η οικογένεια, αλλά η κολεχτίβα της συλλογικής εργασίας που αποτελεί το βασικό κύτταρο των σοσιαλιστικών σχέσεων και αξιών.

Στο ίδιο έργο ο Ένγκελς τονίζει ότι ο σοσιαλισμός "...μάλλον θα συντελέσει σε άπειρα πιο μεγάλο βαθμό, να γίνουν οι άντρες πραγματικά μονογαμικοί, παρά να να γίνουν οι γυναίκες πολυαντρικές. Αυτά όμως που θα χάσει οπωσδήποτε η μονογαμία είναι όλα τα χαρακτηριστικά που απόκτησε με την προέλευσή της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας και τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πρώτα η κυριαρχία του άντρα και δεύτερο το αδιάλυτο του γάμου".

Ο σοσιαλισμός λοιπόν καταργεί τον αστικό τύπο της μονογαμικής οικογένειας, όχι τη μονογαμική οικογένεια γενικά. Η αντίληψη για το αντίθετο εκφράζει μια αντιδιαλεκτική "ευθύγραμμη" θεώρηση της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος.

Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέο τύπο σεξουαλικών σχέσεων. Τέτιες που δεν έχουν τίποτα το κοινό με τον ασκητισμό, τον υποκριτικό αστικό πουριτανισμό, ούτε με την υποβάθμιση της σεξουαλικότητας σε ζωώδη ανάγκη. Που δίνουν την κοινωνική της διάσταση. Δημιουργούν τη δυνατότητα για να γίνεται κανόνας και όχι εξαίρεση οι σεξουαλικές σχέσεις, ελεύθερες από κάθε οικονομικό εξαναγκασμό, βασισμένες στην αμοιβαία κλίση, την ισοτιμία, την αλληλοκατανόηση.

Τις μαρξιστικές θέσεις για τις σχέσεις των δύο φύλων υπερασπίστηκε ο Λένιν σε δύο γράμματά του, στην Ινές Αρμάντ το Γενάρη του 1915. Στο πρώτο γράμμα ο Λένιν τόνιζε:

Αυτό θυμίζει αλήθεια μια διεκδίκηση (δηλαδή του ελεύθερου έρωτα), αστική και όχι προλεταριακή. Τι εννοείτε λοιπόν με αυτό;
Τι μπορεί να εννοήσει κανείς μ' αυτό;
1. Την ελευθέρωση από υλικούς (οικονομικούς) φραγμούς στον έρωτα;
2. Όπως και από τις υλικές φροντίδες;
3. Από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις;
4. Από την απαγόρευση του μπαμπά, κλπ;
5. Από τις κοινωνικές προκαταλήψεις;
6. Από τη στενότητα του κάθε περίγυρου (αγροτικού, μικροαστικού ή αστοδιανοούμενου);
7. Από τα δεσμά του νόμου, της δικαιοσύνης και της αστυνομίας;
8. Από τις σοβαρές συνέπειες του έρωτα;
9. Από τη γέννηση των παιδιών;
10. Ελευθερία στη μοιχεία, κλπ;
Απαρίθμησα μερικές μόνο εκδοχές (όχι βέβαια όλες)... στη σύγχρονη κοινωνία οι πιο φλύαρες κραυγαλέες και επιφανείς τάξεις εννοούν με τον "ελεύθερο έρωτα" τα 8 ως τα 10. Αυτή η διεκδίκηση είναι αστική και όχι προλεταριακή.

Και στο δεύτερο γράμμα τονίζει:

Σε μια λαϊκή μπροσούρα θα άξιζε καλύτερα να αντιπαραβάλλετε στον αισχρό και τιποτένιο γάμο χωρίς έρωτα (βλέπετε το 5ο ή το 6ο σημείο μου) τον προλεταριακό γάμο από έρωτα (προσθέτοντας, αν το θέλετε ακόμα, πως ο εφήμερος δεσμός-πόθος μπορεί να είναι ή βρώμικος ή αγνός)

Ο σοσιαλισμός δημιούργησε τις οικονομικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέου τύπου σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα, για την κοινωνική ισοτιμία των γυναικών. Οπωσδήποτε, πολλά έχουν να γίνουν ακόμα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση προλήψεων, επιρροών-υπολειμμάτων της αστικής ιδεολογίας που δεν καταργούνται με "διατάγματα". Όμως παραμένει πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες, ο σοσιαλισμός πέτυχε ό,τι δεν πέτυχαν χιλιετηρίδες των οικονομικοκοινωνικών συσχετισμών που διαπερνώνται από ανταγωνιστικές ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η μάχη για την καταπολέμηση των εμποδίων που συνεχίζουν να υπάρχουν στις σχέσεις των δύο φύλων γίνεται από το σύνολο της κοινωνίας, καθώς και από το ίδιο σοσιαλιστικό κράτος. Μιλώντας για τις μελλοντικές προοπτικές των σεξουαλικών σχέσεων στην κομμουνιστική κοινωνία, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε το πόσο προσεκτικός ήταν ο Ένγκελς αποφεύγοντας να προκαθορίσει ζητήματα που θα λύσει μόνο η ιστορική εξέλιξη:

Αυτό θα κριθεί όταν αντρωθεί μια νέα γενιά, μια γενιά από άνδρες που ποτέ στη ζωή τους δε θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να αγοράσουν με λεφτά ή με άλλα κοινωνικά μέσα το δόσιμο μιας γυναίκας, και μια γενιά από γυναίκες, που δε θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να δοθούν σε έναν άνδρα για κανένα άλλο λόγο εκτός από την αληθινή αγάπη, ούτε να αρνηθούν το δόσιμο στον αγαπημένο τους από φόβο μπροστά στις οικονομικές συνέπειες. Όταν θα υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι θα γράψουν στα παλιά τους τα παπούτσια αυτά που πιστεύουμε σήμερα ότι θα πρέπει να κάνουν. Θα φτιάξουν τη δική τους ζωή και τη δική τους αντίστοιχη κοινή γνώμη για τις πράξεις του καθενός και -τελεία και παύλα.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Ψήφος και εργατικό κίνημα

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο ένγκελς βλέποντας τη ραγδαία ανάπτυξη του νόμιμου spd και τη δυναμική του, θεωρούσε πιθανή την κατάκτηση της εκλογικής πλειοψηφίας και της κυβερνητικής εξουσίας –αν το μεταφέρω καλά και δε διαστρεβλώνω τη σκέψη του. Κάτι που φαινόταν να έρχεται σε αντίθεση με μια προγενέστερη, νομίζω, διατύπωσή του για το εκλογικό δικαίωμα, που δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω από δείκτης ωριμότητας για το προλεταριάτο μιας χώρας που το έχει κατακτήσει. Και φαίνεται να δικαιώνεται ιστορικά και διαχρονικά, όχι γιατί το spd δεν κατόρθωσε τελικά να φτάσει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά γιατί η κατάκτησή της δε σήμανε αλλά την κατάπτυστη προδοσία της γερμανικής εργατικής τάξης και της επαναστατικής της υπόθεσης.

Αν λοιπόν η κατάκτηση του εκλογικού δικαιώματος είναι δείκτης ωριμότητας για την εργατική τάξη κάθε χώρας, η ελεγχόμενη άσκησή του επί δεκαετίες στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού τύπου είναι δείκτης σταθερότητας κι ισχύος της εκάστοτε αστικής εξουσίας. Ενώ οι επιλογές του.. κυρίαρχου ελληνικού (κι όχι μόνο) λαού είναι δείκτης της ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, που περιμένει τις συνθήκες να ωριμάσουν, χωρίς να ωριμάζει ποτέ ο ίδιος. Δείκτης αυτής της ανωριμότητας είναι κι η λογική ορισμένων αναρχικών, που αποδίδουν απ’ την ανάποδη εξέχουσα σημασία στις εκλογές και την αποχή από τις κάλπες. Όμως ακριβώς επειδή αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο θα ήταν παράνομες, ισχύει και το αντίστροφο: ότι δηλ αν μια αποχή από τις κάλπες μπορούσε να ανατρέψει το καθεστώς και να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν και αυτή παράνομη. Ή θα την καταδίωκαν, όπως γινόταν πχ με όσους απείχαν από τις εκλογές του 46’, πριν το δεύτερο αντάρτικο.

Οι εκλογές λοιπόν είναι ένας δείκτης, που αποτυπώνει κάποιες τάσεις. Δεν είναι συνεπώς τελείως παράλογο να βάζουμε το κάρο μπροστά από το βόδι, περιμένοντας από ένα ευνοϊκό εκλογικό αποτέλεσμα να ανοίξει δρόμο για ριζοσπαστικές διεργασίες και να γίνει ο προάγγελός τους, χωρίς αυτές να έχουν δρομολογηθεί στην κοινωνία; Ή για να το θέσουμε αντίστροφα: τι καρπούς μπορεί να αποφέρει μια κυβερνητική πλειοψηφία ή έστω ένα καλό εκλογικό ποσοστό, αν δε στηρίζεται σε γερές κινηματικές βάσεις που να το τροφοδοτούν (αλλά δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή); Ακόμα κι αν παραδεχόμαστε (που δεν..) ως εφικτό κι αναγκαίο τον κυβερνητικό κρίκο ως σκαλοπάτι για πιο ριζοσπαστικές αλλαγές, θα οδηγούμασταν σε παταγώδη αποτυχία, αν δε ρίχναμε το βάρος στην ανάταση του κινήματος, ως βασικού πυλώνα αυτής της προσπάθειας.

Οι εκλογικοί συσχετισμοί, που πρόκειται να αλλάξουν σε λίγες ημέρες, αποτυπώνουν μερικά κρίσιμα ποιοτικά στοιχεία και αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Πόσο ωφελήθηκε το λαϊκό κίνημα και η ανάπτυξή του την τελευταία τριετία από την εκτίναξη των εκλογικών ποσοστών του σύριζα στο 27%; Πού βρίσκεται αυτό το 27% στις πορείες και τις απεργιακές κινητοποιήσεις; Πιστεύει κανείς πως θα ήταν έτσι μίζερα τα πράγματα στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, αν είχε το κκε την ίδια εκλογική δύναμη; Και τι εξέφρασε τελικά αυτή η εκλογική άνοδος του σύριζα; Μια αγωνιστική άνοδο του κινήματος ή μήπως την υποχώρηση και την αναδίπλωσή του, την ήττα και την απογοήτευσή του;

Τα ποσοστά βέβαια δεν καθρεφτίζουν πάντα με ακρίβεια την πραγματικότητα (ενίοτε λειτουργούν κι ως παραμορφωτικοί καθρέφτες). Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης το κόμμα είχε πολλαπλάσια επιρροή στα συνδικάτα και την κοινωνία, από την εκλογική δύναμη που κατέγραφε στις κάλπες. Κι η διακύμανση των γενικών εκλογικών στάσεων δεν είναι ακριβώς στατική και μονοσήμαντη. Θυμίζει το μαθητή στις εξετάσεις, που ξέρει πάνω-κάτω τι έγραψε αλλά οι προσδοκίες του έχουν ένα ανώτερο κι ένα κατώτερο όριο. Κι έχει σημασία που θα καθίσει τελικά η μπίλια.

Μπορεί οι εκλογές να είναι ένα πανηγυράκι της αστικής δημοκρατίας, αλλά η συμμετοχή μας σε αυτές δικαιολογείται με βάση το επίπεδο συνειδητοποίησης των μαζών, που δεν έχει ωριμάσει αρκετά, ώστε να θεωρεί ξεπερασμένο αυτό το μέσο. Οι αντιδράσεις πολλών συντρόφων ωστόσο (και του καθενός από εμάς ξεχωριστά), ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση μετά από ένα εκλογικό αποτέλεσμα, δείχνουν πως από μία άποψη κι ως ένα βαθμό, δεν είναι ξεπερασμένες ούτε καν για εμάς τους ίδιους. Το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να μην επηρεάζει άμεσα το κίνημα και την πορεία του, επηρεάζει σαφώς όμως το ηθικό όσων συντρόφων συμμετέχουν ενεργά σε αυτό.

Θυμάμαι πχ στις εκλογές του 07’, εν μέσω εξεταστικής για τους φοιτητές να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη του απθ, να πετυχαίνω δίπλα μου ένα σφο, να φτάνει το χαμόγελό μας στα αυτιά, και να παίρνουμε το κομπιουτεράκι που είχε δίπλα του για να τις πράξεις, γράφοντας: 8,2. Να το ξαναδούμε, για να το χωνέψουμε. Ή, για να μην πάμε τόσο μακριά, το απολύτως θεμιτό και λογικό γλέντι στους πέντε δήμους που πήρε η λασυ στο δεύτερο γύρο. Μικρές στιγμές εκλογικής χαράς.
Μήπως όμως έτσι βρίσκουν χώρο να τρυπώσουν και να αναπτυχθούν μέσα μας γλυκές αυταπάτες; Ποιος σφος δε σκεφτόταν για παράδειγμα το μάη του 12’ πως είχε έρθει η στιγμή να πιάσει το κκε το πολυπόθητο διψήφιο ποσοστό; Πόσο θα ανταποκρινόταν όμως αυτό στην πραγματικά κατάσταση του εργατικού κινήματος, στην πραγματική δύναμη και οργάνωση του ταξικού πόλου στους χώρους δουλειάς; Αλλά και πέρα από αυτό, πόσα σημάδια μπορεί να έχει αφήσει στη νοοτροπία μας και τη δράση μας (σε συλλογικό κι ατομικό επίπεδο) η «ομαλή κι απρόσκοπτη» κοινοβουλευτική παρουσία του κόμματος τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες;

Αυτό δε σημαίνει πως αδιαφορούμε για τα ποσοστά του κόμματος και ότι θα κάνουμε την χάρη σε όσους ονειρεύονται να δουν το κουκουέ στο όριο της εκλογικής επιβίωσης ή και εκτός βουλής μετά από μια πιθανή διπλή εκλογική αναμέτρηση. Κι ίσως να έπρεπε να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα την περίοδο των «παχιών αγελάδων», πολύ πριν την εκλογική πίεση του 12’ που μας βρήκε εν μέρει απροετοίμαστους. Για να μη βρουν πάτημα σε αυτήν χυδαίες πολεμικές που ζητούσαν αναδρομική δικαίωση για τις απόψεις τους· και για να μη φαίνεται η όποια αυτοκριτική σαν την αλεπού που κάνει κρεμαστάρια ό,τι δεν μπορεί να φτάσει.
Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται εξάλλου, κατά τη δική μου αντίληψη, το σύνθημα «κόμμα παντός καιρού». Επαναστατική δράση σε μη επαναστατικές συνθήκες και υπό τις πιο αντίξοες περιστάσεις –που μπορεί να αφοράν και την εκλογική επιρροή του κόμματος.


Εν κατακλείδι πάντως, η ψήφος μπορεί να μην αντανακλά αυτομάτως κάποιες κινηματικές διεργασίες –αν και είναι πάντα ένα καλό βήμα προσέγγισης, όπου μπορεί να χτίσουμε, για να κερδίσουμε με το μέρος μας συνειδήσεις. Είναι σημαντική όμως, γιατί υπάρχει και η αντίστροφη ανάγνωση. Εάν δηλ δε μπορεί κάποιος να σπάσει την τρομοκρατία και τα ψεύτικα διλήμματα μες στο παραβάν, που δεν του κοστίζει κάτι ιδιαίτερο στην τελική κι ούτε θα μάθει κανείς τι ψήφισε, είναι ζήτημα αν θα βρει τη δύναμη να αντιμετωπίσει την πολύ εντονότερη εργοδοτική τρομοκρατία, το φόβο της ανεργίας, κτλ, για να κάνει ένα πολύ πιο σημαντικό βήμα, πχ σε μια απεργία.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Πρόβλημα, προβληματισμός και προβληματισμοί

Η κε του μπλοκ σήμερα προχωρά σε μια «τεμπέλικη» ανάρτηση, όπου ο δικός της ρόλος εξαντλείται στο να συγκεντρώσει τις συνέχειες από το σχόλιο του μη απολιθωμένου σε προηγούμενη ανάρτηση, σε ένα ενιαίο κείμενο σχετικά με το ρόλο της προσωπικότητας, τη διαπάλη στο κομμουνιστικό κίνημα με τον οπορτουνισμό στις γραμμές του αλλά και την περίπτωση του φαράκου, που έδωσε το αρχικό ερέθισμα για αυτό που ακολουθεί. Ευχαριστώ τον μη απολιθωμένο για τον κόπο που έκανε και συνιστώ στους σφους της βάσης καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.

Φίλε Βασίλη,

Εύλογος, θεμιτός και γόνιμος, αφού παρακινεί σε περαιτέρω προβληματισμούς, ο προβληματισμός σου σ’ αυτήν την ανάρτηση. Με παρακινείς να προβληματιστώ κι εγώ και να πω ότι ο προβληματισμός σου είναι κάπως προσωποπαγής και αφήνει το πρόβλημα κατά μέρος.

Σου υπενθυμίζω μιαν πολύ σχετική επισήμανση του «Στρατηγού» (Φ. Ένγκελς) που —χρησιμοποιώ εδώ μιαν γερμανική παροιμία— βρίσκει το καρφί στο κεφάλι (ας σημειωθεί ότι ό,τι έπεται είναι απόσπασμα γράμματος, το οποίο αποτελούσε απάντηση του «Στρατηγού» σε γράμμα που του είχε απευθύνει στις 19 Ιανουαρίου του 1894 ο Β. Μπόργκιους από το Μπρεσλάου• ο Χάιντς Στάρκενμπουργκ δημοσίευσε την απάντηση αυτήν του «Στρατηγού» στο περιοδικό «Ο Σοσιαλιστής Πανεπιστημιακός» [«Der sozialistische Akademiker»] (τεύχος 20 του 1895), χωρίς να αναφέρει τον παραλήπτη, εξ ου και σ’ όλες τις μετέπειτα μέχρι το 1968 αναδημοσιεύσεις ή μεταφράσεις —συμπεριλαμβανόμενης και αυτής που χρησιμοποιώ— ως παραλήπτης αναφερόταν ο Χ. Στάρκενμπουργκ, βλ. σχετικά: Karl Marx/Friedrich Engels, Werke, Band 39, Berlin/DDR 1968, σσ. 205–207, 580):

[…] Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι’ αυτό σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι ησύμπτωση. Η αναγκαιότητα που επιβάλλεται εδώ, μέσα από κάθε λογής συμπτώσεις, είναι πάλι σε τελευταία ανάλυση η οικονομική αναγκαιότητα. Και δω φτάνουμε στην εξέταση του ζητήματος των λεγόμενων μεγάλων ανδρών. Ότι κάποιος, κι ακριβώς αυτός ο μεγάλος άνδρας εμφανίζεται σε τούτη την ορισμένη εποχή, σ’ αυτή τη δοσμένη χώρα, είναι φυσικά καθαρή σύμπτωση. Αν όμως τον σβήσουμε, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, κι αυτός ο αντικαταστάτης βρίσκεται tant bien que mal*, μα βρίσκεται με τον καιρό. Ότι ο Ναπολέοντας, ακριβώς αυτός ο κορσικανός ήταν ο στρατιωτικός διχτάτορας που τον έκανε απαραίτητο η εξαντλημένη από το δικό της πόλεμο γαλλική δημοκρατία, αυτό ήταν σύμπτωση. Ότι όμως, αν έλειπε ένας Ναπολέοντας, ένας άλλος θα είχε πάρει τη θέση του, αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι βρισκόταν πάντα ο άνθρωπος μόλις χρειαζόταν: ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Κρόμβελ κτλ. Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Τιερρύ, ο Μινιέ, ο Γκιζώ και όλοι οι άγγλοι ιστορικοί ως το 1850 αποδείχνουν ότι τα πράγματα έτειναν σ’ αυτήν, κι η ανακάλυψη της ίδιας αντίληψης από τον Μόργκαν, αποδείχνει ότι ο καιρός ήταν ώριμος γι’ αυτήν και ότι ακριβώς έπρεπε να ανακαλυφθεί.

Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Αν όμως χαράξετε τον μέσο άξονα της καμπύλης, θα δείτε ότι όσο μακρύτερη είναι η εξεταζόμενη περίοδος κι όσο μεγαλύτερο το μελετώμενο πεδίο, τόσο περισσότερο αυτός ο άξονας είναι παράλληλος με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης. […]

Ο Ένγκελς στον Στάρκενμπουργκ (25 του Γενάρη 1894)

* Καλά ή κακά (Σημ. Σύντ.)

(Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα σε δυο τόμους, Τόμος ΙΙ, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δεκέμβρης 1951, σσ. 593–594)
.

Αν λοιπόν προσεγγίσουμε από την σκοπιά των όσων γράφει ο «Στρατηγός» την περίπτωση του Γρηγόρη Φαράκου, θα δούμε ότι η εμφάνισή του αλλά και η λειτουργία του ως «μεγάλου ανδρός» στις συγκεκριμένες συγκυρίες είναι σύμπτωση με την έννοια που την προσδιορίζει ο «Στρατηγός». Κάλλιστα θα μπορούσε να παίξει κάποιος άλλος τον ρόλο που έπαιξε, έστω και όχι στην ορισμένη εποχή και στην δεδομένη χώρα, αν και το 1989–1991 οι ραγδαίες εξελίξεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πίεζαν ασφυκτικά να αναδυθούν «μεγάλοι άνδρες» που θα λειτουργούσαν κατά πώς λειτούργησε ο Γρ. Φαράκος. Το ίδιο έγινε τηρουμένων των αναλογιών και το 1968 οπότε πίεζαν οι εξελίξεις περίπου μιας εικοσαετίας (από το τέλος του εμφύλιου και δώθε), και τον αντίστοιχο ρόλο το ’φερε η σύμπτωση ως έκφραση της αναγκαιότητας να τον παίξει ο Μήτσος Παρτσαλίδης.

Με όσα ανάφερα παραπάνω δεν κινούμαι στην κατεύθυνση του εκμηδενισμού του ρόλου της προσωπικότητας στην ιστορία, αλλά κατά βάση θέλω να υπογραμμίσω κάτω από ποιες αποφασιστικά καθορίζουσες συνθήκες δρα η προσωπικότητα. Αυτές τις συνθήκες πρέπει να τις παίρνουμε σοβαρά και αφετηριακά, θα έλεγα, υπόψη, άμα θέλουμε να μείνουμε στο έδαφος μιας μαρξιστικής-λενινιστικής θεώρησης, ερμηνείας και αποτίμησης ή εκτίμησης των ιστορικών γεγονότων του παρελθόντος. Διαφορετικά φοβάμαι ότι θα πελαγοδρομήσουμε κατά την ανάλυση του γιατί και του πώς έδρασε όπως έδρασε ένας «μέγας ανήρ» ή μια «μεγάλη γυνή» συνεκτιμώντας υπέρ του δέοντος μορφωτικό επίπεδο, χαρακτήρα συζυγικών σχέσεων, ψυχολογική κατάσταση, ταξική τοποθέτηση ή προέλευση κ. ά. Αυτά είναι σημαντικά, δεν πρέπει να αγνοούνται, αλλά δεν αναιρούν το αποφασιστικό που είναι σε τελευταία ανάλυση η οικονομική αναγκαιότητα.

Λέγοντας «οικονομική αναγκαιότητα» αγγίζουμε μέσα από τον προβληματισμό το πρόβλημα αν εστιάσουμε την προσοχή μας στις εξελίξεις που οδήγησαν στις αντεπαναστατικές ανατροπές των ετών 1989–1991. Δεν ήταν αυτές κεραυνός εν αιθρία, αλλά εξέλιξη —όχι φυσιολογική ή αναπόφευκτη, προς θεού!, θα επανέλθω σ’ αυτό πιο κάτω— την οποία δημιούργησαν μια σειρά παράγοντες που απόκτησαν βαρύνουσα σημασία, έγιναν κατά κάποιο τρόπο η «κρίσιμη μάζα», κάποιες συγκεκριμένες στιγμές πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα επισημάνω δύο τέτοιους παράγοντες, οι οποίοι χωρίς να είναι οι μοναδικοί, επιτρέπουν κατά την γνώμη μου μιαν καλή αρχική προσέγγιση της οικονομικής αναγκαιότητας, έκφραση της οποίας είναι η σύμπτωση που αποτέλεσαν το 1968 ο Μ. Παρτσαλίδης και το 1989–1991 ο Γρ. Φαράκος.

Ο ένας είναι το πώς γεννήθηκαν, πώς προωθήθηκαν και πώς κατέληξαν τα «Λαϊκά Μέτωπα» πριν, κατά την διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέντευξη που πήρες, φίλε Βασίλη από τον σύντροφο Γιώργο Μαργαρίτη, αυτός εμβαθύνει ουσιαστικά στα διέξοδα και τα αδιέξοδα που γέννησε η πολιτική του «Λαϊκού Μετώπου» στην προοπτική της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επανάστασης.

Ο άλλος είναι ο χαρακτήρας των εμπορευματικών σχέσεων στον σοσιαλισμό και η ιστορική εμπειρία από την αντιμετώπιση του ακρογωνιαίου αυτού ζητήματος της σοσιαλιστικής οικονομικής πολιτικής από σύστασης και καταβολής Σοβιετικής Ρωσίας και μέχρι την αντεπαναστατική ανατροπή και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία με αφορμή και την σχετική Συνδιάσκεψη και τον Β΄ τόμο του «Δοκιμίου».
Η προσεκτική μελέτη του πρώτου παράγοντα που προηγουμένως ανάφερα, δηλ. τα «Λαϊκά Μέτωπα» —αλλά και τα «Ενιαία» που προηγήθηκαν— δείχνει ότι και αυτός ο παράγοντας συγκαταλέγεται στην οικονομική αναγκαιότητα, αφού στόχο είχαν την συμπαράταξη και συστράτευση με το συνειδητό προλεταριάτο ή μη συνειδητών προλεταριακών ή εκτός του προλεταριάτου μαζών στην προοπτική της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επανάστασης μ’ όλες τις παλινδρομήσεις της πραγμάτωσης της σχετικής πολιτικής (γι’ αυτό έγραφα συγκεκριμένα για «διέξοδα και αδιέξοδα»).

Είναι σαφές ότι μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου αρχίζουν να δρομολογούνται εκείνες οι διαδικασίες που θα οδηγήσουν στην στροφή του 20ού Συνέδριου του ΚΚΣΕ το 1956 αλλά και στην —πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά καθώς επίσης και συνειδησιακά— άκρως τραυματική για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ της ίδιας χρονιάς. Οι διαδικασίες αυτές ούτε μοιραίες ήταν ούτε αναπόφευκτες ούτε, πολύ περισσότερο, μη ανατρέψιμες, όπως θα δούμε σε άλλο σημείο. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό επικράτησαν με τα γνωστά αποτελέσματα. Σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι οι δύο παράγοντες που επισημάνθηκαν στο τέλος του δεύτερου μέρους αυτών των σχολίων είχαν τεράστια σημασία στην μετέπειτα πορεία επικράτησης εκείνων των ταξικών δυνάμεων που αρχικά επέβαλαν την σταδιακή κυριάρχηση του οπορτουνισμού στο ελληνικό και διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και ύστερα δημιούργησαν τις οικονομικές και πολιτικές βάσεις των αντεπαναστατικών ανατροπών μεταξύ 1989 και 1991.

Ενδιαφέρον σε σχέση με την πορεία του οπορτουνισμού μέσα στις γραμμές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος αυτήν την περίοδο είναι να δούμε τα ζικ-ζακ που διαγράφει η καμπύλη του τυχαίου μια απομακρυνόμενη μια πλησιάζοντας το αναγκαίο που είναι η οικονομική ανάπτυξη κατά πόσο δηλαδή η σύμπτωση είναι εκδήλωση της αναγκαιότητας. Εκθέτω συνοπτικά κατ’ ανάγκη.

Η πρώτη κρούση, όπως σωστά επισήμανε εν τω μεταξύ σε σχόλιό του φίλος αναγνώστης, γίνεται με την πλατφόρμα του Μάρκου Βαφειάδη διαρκούντος ακόμα του Εμφύλιου. Η κρούση αυτή δεν είναι άσχετη ούτε με την πορεία που πήρε η πραγμάτωση της πολιτικής των «Λαϊκών Μετώπων» τόσο στην λαϊκοδημοκρατική Ευρώπη όσο και στην λαϊκοδημοκρατική Ασία ούτε με τις μεταπολεμικές διεργασίες στους κόλπους της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ σχετικά με την πορεία της ΕΣΣΔ στον μεταπολεμικό κόσμο ούτε με τον αντίκτυπο της δυναμικής των δύο προηγουμένων τομέων στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η ελληνική και διεθνής συγκυρία δεν επιτρέπουν να επικρατήσει η συγκεκριμένη πλατφόρμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένει χωρίς σοβαρό προηγούμενο όπως έδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις κι ο Μ. Βαφειάδης —προσωρινά— «μπαίνει στην ναφθαλίνη».
Η ήττα στον Εμφύλιο δείχνει ότι ο καιρός είναι ώριμος για την επόμενη κρούση του οπορτουνισμού κι ότι αυτή πρέπει να ανακαλυφθεί όπερ και γίνεται με τον Μ. Παρτσαλίδη που βγαίνει στο προσκήνιο με την σαφή υποστήριξη εκείνων των δυνάμεων μέσα στο ΚΚΕ και στο ΚΚΣΕ που ήδη προετοίμαζαν την «στροφή» της 6ης Πλατιάς του 1956. Κι αυτή η κρούση δεν επικρατεί, πάλι προσωρινά. Έπεται το 20ό Συνέδριο κι η 6η Πλατιά του 1956 για να αλλάξουν τα πράγματα και να επανεμφανιστεί ο Μ. Βαφειάδης στην 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1957. Και τι επανεμφάνιση: Δίνει κυριολεκτικά «ρεσιτάλ» μιλώντας για σχεδόν 2 ολόκληρες ώρες (!) επί του 1ου θέματος της Ολομέλειας (20/2/1957: από τις 8.05΄ μέχρι τις 9.53΄) και δίνει την εντύπωση συνεισηγητή (προς σύγκριση: ο Κώστας Κολιγιάννης, εισηγητής του Γραφείου της ΚΕ στο 1ο θέμα, μιλάει στις 19/2/1957 από τις 8.40΄ μέχρι τις 10.00΄ κι από τις 10.15΄ μέχρι τις 11.50΄, ενώ ο κύριος «κατηγορούμενος» της Ολομέλειας Νίκος Ζαχαριάδης μιλάει στις 19/2/1957 από τις 15.00΄ μέχρι τις 16.50΄, βλ. λεπτομέρειες: ΚΕ του ΚΚΕ, Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ 18–24 Φλεβάρη 1957, Εισηγήσεις–Αποφάσεις–Ομιλίες–Πρακτικά, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2011, σσ. 49–108 (εισήγηση Κ. Κολιγιάννη, 59 σελ.), 223–246 (ομιλία Ν. Ζαχαριάδη, 23 σελ.), 422–492 (ομιλία Μ. Βαφειάδη, 70 σελ.), πρβλ. επίσης και τα Πρακτικά των εργασιών της Ολομέλειας ανά ημέρα συνεδρίασης στις σσ. 881–890). Κι όμως παρά την επανεκλογή του Μ. Βαφειάδη στην ανώτατη καθοδήγηση του ΚΚΕ η παραμονή του στο ΠΓ είναι βραχύβια, αφού δεν διαρκεί καλά-καλά ούτε έναν χρόνο (24/2/1957–10/1/1958). Μετά την καθαίρεσή του από το ΠΓ και τον αποκλεισμό του από κάθε κομματική δουλειά τα «ηνία» στην «οπορτουνιστική δουλειά» τα αναλαμβάνει και πάλι ο Μ. Παρτσαλίδης, όχι βέβαια μόνος του και για δικό του λογαριασμό…

Η ταχεία εναλλαγή Μ. Βαφειάδη–Μ. Παρτσαλίδη ως «μεγάλων ανδρών» του οπορτουνισμού στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα μέσα σε διάστημα μιας δεκαετίας (1948–1958) επιβεβαιώνει την επισήμανση του «Στρατηγού» ότι κι αν σβηστεί ένας «μέγας ανήρ» σε μια ορισμένη χώρα και σε μια ορισμένη εποχή, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, ο οποίος βρίσκεται καλώς ή κακώς με τον καιρό, εφόσον ο καιρός ―δηλαδή η οικονομική αναγκαιότητα― είναι ώριμος γι’ αυτό. Και στην δεκαετία 1948–1958 όπως και στην δεκαετία 1958–1968, αλλά και στην συνέχεια μέχρι το 1989–1991 η οικονομική αναγκαιότητα είναι ώριμη, ωριμότατη θα έλεγα, αν μελετήσει κανείς την οικονομική και πολιτική τροπή που παίρνουν τα πράγματα τόσο στην Σοβιετική Ένωση όσο και στην ΛΔ της Κίνας, για να περιοριστώ σε δύο μόνο χώρες που βρίσκονταν στην φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το ότι ο μέσος άξονας της καμπύλης του αφηρημένου που αναφέρει ο «Στρατηγός» όλο και περισσότερο «παραλληλίζεται» με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης το παρουσιάζει ανάγλυφα ό,τι αμέσως έπεται του κορυφαίου πολιτικού γεγονότος του 1975: της συντριπτικής ήττας του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Κατά τα χρόνια που ακολουθούν, η βαριά αυτή ήττα, αντί να πυροδοτήσει τριγμούς και κλονισμούς στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αποδεικνύεται μάλλον αμυχή για τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συνέρχονται σχετικά γρήγορα από αυτήν για να περάσουν σε μετωπική επίθεση υπονόμευσης κατά μιας ΕΣΣΔ, όπου οι μάταια αναμενόμενες επιτυχίες των «μεταρρυθμίσεων» προς μιαν «σοσιαλιστική» οικονομία της αγοράς αρχίζουν να καταλήγουν σε πραγματικές καταστροφές με διαλυτικά για τον σοσιαλισμό αποτελέσματα, και κατά μιας ΛΔ της Κίνας, η οποία, καθημαγμένη από τους μικροαστικούς τυχοδιωκτισμούς του Μάο Τσε-τούνγκ και της κλίκας του στον οικονομικό τομέα, περνάει σταδιακά αλλά ανεπιστρεπτί στην εξουσία εκείνων των ταξικών δυνάμεων που προσανατολισμένες ανενδοίαστα προς τον καπιταλισμό «κλείνουν ειρήνη» με τον ιμπεριαλισμό αφήνοντάς του ελεύθερο το πεδίο για μιαν ανενόχλητη ολομέτωπη εκστρατεία εναντίον του κομμουνισμού.

Είναι ακριβώς η εποχή, κατά την οποία οι θεωρητικοί του οπορτουνισμού στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα με επικεφαλής τις ηγεσίες των ΚΚ της Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας υποκριτικά ισχυρίζονται ότι είναι ευρωκομμουνιστές ―οπορτουνιστές πάει να πει―, επειδή ο υπαρκτός σοσιαλισμός «έχει χάσει την προωθητική του δύναμη», διαχωρίζοντας οπορτουνιστικότατα σύμπτωση και αναγκαιότητα, παραγνωρίζοντας δηλαδή συνειδητά ότι η πραγματική υποχώρηση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν οφείλεται σ’ αυτό που εναγώνια επιδιώκουν να παραστήσουν ως «σταλινισμό», αλλά στην απομάκρυνση από τις θεμελιώδεις αρχές του επιστημονικού κομμουνισμού.

Τώρα μετά απ’ όλα τα προηγούμενα εγείρεται το βασανιστικό και αδήριτο ερώτημα: Ήταν η πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού προς ό,τι συνέβη στα 1989–1991 αναπόφευκτη, μη ανατρέψιμη, μοιραία; Ήταν η πορεία του ΚΚΕ από το 1948 στο 1958 και, στην συνέχεια, από το 1958 στο 1968 και σ’ ό,τι συνέβη το 1991 προδιαγραμμένη;

Την απάντηση την δίνει κι εδώ ο «Στρατηγός» μετά από προσεκτική ανάγνωση του αποσπάσματος που παρατέθηκε στην αρχή. Γράφει συγκεκριμένα: Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. (Η υπογράμμιση με κυρτά ημίμαυρα δική μου —Μη Απολιθωμένος κ.λπ.). Προϋποθέτει δηλαδή ο «Στρατηγός» για την λειτουργία της σύμπτωσης ως εκδήλωσης της αναγκαιότητας όπως την πολύ ανάγλυφα την σκιαγραφεί αμέσως παρακάτω, την απουσία της οργανωμένης σε πολιτική δύναμη (προλεταριακό κόμμα νέου τύπου) συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στην πάλη των τάξεων και, γενικότερα, σ’ ό,τι διαδραματίζεται στην εξέλιξη της κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς περιγράφει τον ρόλο του τυχαίου ως εκδήλωση του οικονομικά αναγκαίου τονίζοντας ότι: Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Είναι αυτό το ζικ-ζακ που εμφαίνει, ανάλογα με τον βαθμό της απόκλισης, το μέγεθος της απουσίας του οργανωμένου συνειδητού παράγοντα που μπαίνει στον στίβο των ταξικών αγώνων με στόχο την επαναστατική αλλαγή. Όποτε γίνει η παρέμβαση αυτού του παράγοντα, τότε αλλάζουν άρδην τα πράγματα.

Αν η πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά το 1956 φαίνεται να οδηγείται αναπότρεπτα στις αντεπαναστατικές ανατροπές των ετών 1989–1991, αυτό έγινε γιατί το 20ό Συνέδριο αποκεφάλισε σταδιακά τον φορέα περιορισμού κι εκμηδένισης του τυχαίου στο επαναστατικό προλεταριακό κίνημα, δηλαδή το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα («To put it in the simplest terms, the October Revolution created a world communist movement, the Twentieth Congress destroyed it.», Eric Hobsbawm, Interesting Times: A Twentieth-Century Life, London: The Penguin Press, 2002, p. 201).

Αν το ΚΚΕ υφίσταται σήμερα όπως είναι, αυτό οφείλεται ακριβώς στην επικράτηση μέσα στο Κόμμα το 1968 αλλά και το 1991 εκείνων των δυνάμεων που ήθελαν κι επιδίωκαν να μην χάσει αυτό τον πρωτοπόρο ρόλο του ως φορέα αποκλεισμού του τυχαίου κι ενίσχυσης του αναγκαίου στην επαναστατική εξελικτική πορεία προς τον κομμουνισμό.

Και για να κλείσω αυτόν τον προβληματισμό θα κάνω μερικές εξ ανάγκης λακωνικές επισημάνσεις, η ανάπτυξη των οποίων θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο άλλων σχολίων. Πρώτο, να επισημανθεί, για να μην θεωρηθεί ότι εμείς οι Ελληνίδες κι οι Έλληνες ομφαλοσκοπούμε «εθνικά», ότι αυτήν την πορεία του ΚΚΕ την διέτρεξαν στο παρελθόν, υπό άλλες βεβαίως συνθήκες, κι άλλα ΚΚ. Δεύτερο, να επισημανθεί επίσης ότι απόψεις που αντιμετωπίζουν την αναγκαία ηγεμονία του προλεταριακού κόμματος νέου τύπου στις ταξικές μάχες ως ηγεμόνευση (κάτι γράφηκε για «πεφωτισμένη δεσποτεία») είναι σαφώς αναρχίζουσες με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και τρίτο και τελευταίο, να επισημανθεί εξίσου ότι η παρέμβαση της πολιτικά οργανωμένης συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στο επαναστατικό γίγνεσθαι μπορεί να μειώσει και να περιορίσει την δράση του τυχαίου, αλλά όχι να την αποκλείσει τελείως κι εντελώς.

Το σχόλιο αυτό ξεκίνησε ως προβληματισμός, σε προβληματισμούς του οικοδεσπότη μας απ’ αφορμή «το βιβλίο με τις μαρτυρίες και τους στοχασμούς του Φαράκου, που γράφτηκε στον απόηχο της αντεπανάστασης, εν έτει 1993» με σκοπό να δείξει ότι ο Γρ. Φαράκος υπήρξε μέρος του προβλήματος κι όχι το πρόβλημα.

Ας μου επιτραπεί, γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, να τελειώσω με κάτι προσωπικό. Τον Γρηγόρη τον Φαράκο δεν έτυχε —απλά δεν το ’φεραν τα πράγματα— να τον γνωρίσω από κοντά. Νομίζω ότι στην συζήτηση που έγινε ξεκινώντας από αυτήν αλλά και την επόμενη ανάρτηση («Πόλεμος φαρακωμάτων») κατατέθηκαν κάποιες μαρτυρίες για το πρόσωπό του. Εμένα αυτό που με συγκλόνισε πραγματικά είναι το τέλος της συνέντευξης που παραχώρησε στον Γιάννη Τζαννετάκο για την εκπομπή της ΕΡΤ «Εξιστορείν και Ιστορείν» το 2006. Εκεί ο Γρηγόρης Φαράκος περιέρχεται σε κατάσταση συντριβής καθώς αναφέρεται στην μετά το 1991 «τύχη» του Χαρίλαου Φλωράκη («παραμελήθηκε κ.λπ.»), αλλά κατά την προσωπική μου γνώμη κι αντίληψη η συντριβή του ελάχιστα έχει να κάνει με την «τύχη» του Χαρίλαου: Πολύ περισσότερο σχετίζεται με την τύχη του ίδιου…

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Επιστροφή στο Λένιν

Όλα ξεκίνησαν με την ιστορική στροφή (του δαλιανίδη) και τη μεταστροφή που έφερε την καταστροφή. Και μια ζωτική ανάγκη για επιστροφή στο ιστορικό προσκήνιο. Όχι γιατί όλα περιστρέφονται γύρω μας, ή από κάποια διαστροφική νοσταλγία για τα παλιά –που τόση αποστροφή προκαλούν σε κάποιους απ’ τους ανανήψαντες- αλλά γιατί το απαιτούν οι καιροί.

Το χαϊδευτικό του λένιν στα ρώσικα ήταν βαλόντια. Έτσι μπορεί να τον φώναζε η νάντια κρούπσκαγια, στις προσωπικές τους στιγμές, ή όταν έβαλε τα κλάματα από τον σκαιό τρόπο του στάλιν και κατέφυγε στο λένιν για παρηγοριά και προστασία. Κι ίσως από το βαλόντια να βγαίνει στα ρώσικα ως παράγωγο κι ο βολονταρισμός, που σημαίνει βουλησιαρχία. Αν η μενσεβίκικη ανάγνωση του μαρξισμού ήταν στην ουσία της μηχανιστικός υλισμός, αυτή του λένιν έστεκε στον αντίποδα ως ένα είδος επιστημονικής βουλησιαρχίας.

Διαφορά που αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη πράξη και τη θεωρία της ρωσικής επανάστασης. Ο πλεχάνοφ –που τηρουμένων των αναλογιών, είναι κάτι σαν ρώσος μπιτσάκης, όπως λέει κι ο μπουκχάντερ, από το γλόμπινγκ- τον καιρό που ήταν ακόμα μαρξιστής –λατρεμένο κλισέ που έχασε την αξία του, ύστερα από τη μαζική χρεοκοπία ολόκληρων κομμάτων και στελεχών που κοιμήθηκαν το βράδυ κομμουνιστές για να ξυπνήσουν το άλλο πρωί λάτρεις της αστικής δημοκρατίας...

Ο πλεχάνοφ λοιπόν, στο κλασικό έργο του για το ρόλο της προσωπικότητας, έλεγε ότι η ιστορία αναζητά τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την εποχή τους και τις ανάγκες της. Κι αν κάποιο από αυτά εξέλειπε για κάποιο λόγο, θα έβρισκε ένα άλλο να το αντικαταστήσει. Όπως στο κλασικό παράδειγμα του ένγκελς με το ναπολέοντα. Αν δεν υπήρχε ναπολέων, θα ‘ταν στη θέση του κάποιος άλλος αξιωματικός με παρόμοια χαρακτηριστικά να ενσαρκώσει το πνεύμα και την κοινωνική αναγκαιότητα της εποχής του.
Ουδείς βοναπάρτης αναντικατάστατος. Κι αντιστρόφως. Κανείς επίδοξος βοναπάρτης δεν μπορεί να αλλάξει βουλησιαρχικά τον ρου της ιστορίας.

Οι θεωρητικές ιδέες βρίσκουν την αντανάκλασή τους στην πολιτική πράξη. Ο πλεχάνοφ προσχώρησε στους μενσεβίκους, ο μηχανιστικός μαρξισμός των οποίων απολυτοποίησε τη σημασία των αντικειμενικών συνθηκών και το 17' προέταξε ως στόχο την ωρίμανσή τους και τον αστικό εκσυγχρονισμό αντί για το επαναστατικό πάρσιμο της εξουσίας. Γι’ αυτούς ο οκτώβρης ήταν τυχοδιωκτικό πραξικόπημα, ένας βιασμός της ιστορίας. Που πήρε την εκδίκησή της εβδομήντα χρόνια μετά, με το τέλος της. Με τους ιδεολογικούς απογόνους των μενσεβίκων να είναι μεταξύ όσων πανηγύριζαν για την πτώση του τείχους και του υπαρκτού.

Ο γκράμσι –που ήταν τριτοδιεθνιστής, αλλά με τη μετάλλαξη του ιταλικού κκ τον οικειοποιήθηκαν οι σύγχρονοι μενσεβίκοι- αποκαλούσε την οκτωβριανή, επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο. Ενάντια στις αντικειμενικές συνθήκες της ημιφεουδαρχικής ρωσίας κι όσα προέβλεπε ο μαρξ στην εποχή του για την χώρα που θα ξεσπούσε πρώτα η επανάσταση.
Ο λένιν δεν έμεινε σε μια στεγνή, παθητική ερμηνεία της θεωρίας του μαρξ. Την ανέπτυξε δημιουργικά με την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό και τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας του. Κι οργάνωσε τον υποκειμενικό παράγοντα σε ένα γερό, πειθαρχημένο κόμμα νέου τύπου, που οδήγησε το μαζικό κίνημα στο νικηφόρο οκτώβρη.

Η πολιτική του πράξη έδειξε ότι στις κρίσιμες καμπές της ιστορίας, οι μεγάλες προσωπικότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Κάτι που ισχύει πιο εμφατικά στην περίοδο περάσματος στο σοσιαλισμό, που έχει ως προϋπόθεση τη συνειδητή δράση του επαναστατικού υποκειμένου και της πρωτοπορίας του.

Η σύγχρονη ιστορία δε θα ήταν ίδια χωρίς τους μπολσεβίκους του λένιν. Κι αν έλειπε ο βλαδίμηρος απ’ το εξελικτικό της προτσές, δε θα έβρισκε εύκολα κάποιον να τον αντικαταστήσει, όπως με το ναπολέοντα. Όπως δεν τον βρήκε στη δεκαετία με τις βάτες. Που η εποχή απαιτούσε έναν λένιν, όπως έγραψε κι ο γκοσβάιλερ. Κι αντ’ αυτού μας προέκυψε το καραφλό ζονκ με το σημάδι στο κούτελο.

Ο επόμενος ιλίτς στην αλυσίδα της σοβιετικής ηγεσίας ήταν ο μπρέζνιεφ, που μας βούτηξε στο ρεβιζιονισμό και τη στασιμότητα –σα νηνεμία πριν την αντεπαναστατική καταιγίδα. Και ο επόμενος γενικώς μετά τον λένιν ήταν ο σύντροφος με το μουστάκι. Που ο τρότσκι έλεγε ότι έσπασε την ιστορική συνέχεια των μπολσεβίκων, σαν βοναπάρτης ιωσήφ με το σταλινικό θερμιδώρ και τις γκιλοτίνες. Κι ας ήταν ο ίδιος ο τρότσκι που έτρεμαν όλοι για το βοναπαρτισμό του. Ήταν και το μικρό του όνομα που παρέπεμπε ευθέως στο ναπολέοντα...

Κι όταν ο βλαδίμηρος είπε στη διαθήκη του να βρουν για γραμματέα έναν σύντροφο σαν το στάλιν αλλά λιγότερο ευέξαπτο, δε βρήκαν κανένα και ξαναβγήκε ο στάλιν. Αν ήταν εύκολο να βρουν κάποιον αντικαταστάτη με παρόμοια χαρακτηριστικά, θα έβρισκαν κάποιον να τα έχει όλα σαν το λένιν, αλλά να ζήσει περισσότερα χρόνια.

Σήμερα που προβάλλει ως ζητούμενο ένα κόμμα σαν τους μπολσεβίκους και μια επανάσταση σαν τον οκτώβρη, πολλοί είναι αυτοί που μιλάνε για επιστροφή στο λένιν. Ακόμα και μαρξιστές σαν το ζίζεκ, που στην ανάλυσή του για τη βασική αντίθεση της σύγχρονης κοινωνίας μένει στην επισήμανση της αδικίας και τις οικολογικές ανησυχίες, χωρίς να βλέπει τάξεις και κεφάλαιο.

Ο λένιν είναι ξανά της μόδας. Αλλά το λένιν πολλοί αγάπησαν, το λενινισμό ελάχιστοι. Κι αν ο –ισμός παραπέμπει σε ένα κλειστό σύστημα, ή τη γνωστή «επάρατη» παυλίτσα, μπορούμε να το πούμε αλλιώς.
Το βλαδίμηρο πολλοί αγάπησαν, τις ιδέες του όμως…;

Τι περιεχόμενο μπορεί να έχει σήμερα όμως μια επιστροφή στο λένιν; Δε μιλάμε για μια επιστροφή σε τσιτάτα κι εικονίσματα, στις πατροπαράδοτες γραφές και τα ιερά κείμενα του κινήματος. Αλλά σε ιδέες που είναι ζωτικά επίκαιρες στην παρούσα συγκυρία. Κι ας τις θεωρούν κάποιοι γνωστές και χιλιοειπωμένες, ή σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν.

Ποιες είναι αυτές;

-Το κόμμα νέου τύπου. Όχι ως ένα και μοναδικό καλούπι που έσπασε το 1903. Αλλά ως ένα κόμμα με βασικές αρχές: δημοκρατία, συντονισμένη δράση, ενιαίο κέντρο και καθοδήγηση, συνειδητή πειθαρχία που να υπηρετεί τον τελικό σκοπό και να βάζει στην άκρη τις ομαδούλες με τα ξεχωριστά συμφέροντα και το μικροαστικό ατομισμό, που νιώθει ότι πνίγεται όταν πρέπει να υπακούσει στο σύνολο.

-Την τακτική ευελιξία, πριν και μετά την επανάσταση, μαζί με αδιάλλακτη, σταθερή στάση σε θέματα αρχών και στρατηγικής. Τακτική που δε φετιχοποιεί μέσα και μορφές, δε μένει σε κούφια καλέσματα για ενότητα –πχ με τα άλλα κόμματα των σοβιέτ- αλλά υπηρετεί το στρατηγικό στόχο, χωρίς να τον υποκαθιστά.

-Τον ιμπεριαλισμό ως καπιταλισμό που σαπίζει και παρασιτεί εις βάρος του κόσμου της εργασίας, στον οποίο φορτώνει τις κρίσεις του. Το κεφάλαιο ως ένα βρικόλακα που ρουφά υπεραξία από την ζωντανή εργασία για να συνεχίσει να αναπαράγεται. Και τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ως το τελευταίο σκαλοπατάκι πριν το σοσιαλισμό. Όπου το αστικό κράτος γίνεται ένα με τα μονοπώλια και στηρίζει την κερδοφορία τους, με επιχορηγήσεις, κρατικά κεφάλαια, ή και μέσω των επιχειρήσεων που ανήκουν στο δημόσιο.

-Τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων για τη γη και τον πόλεμο, μαζί με το σύνθημα όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Και τη θέση του λένιν για το αίτημα του εργατικού ελέγχου, που για να έχει νόημα πρέπει να μπαίνει πάντα μαζί και πάντα πίσω από την εργατική εξουσία.

Αυτά μεταξύ άλλων για να μπορέσουμε να φωνάξουμε, όπως κάποτε η ρόζα ανακουφισμένη, ότι είμαστε επιτέλους με το λένιν. Όχι στο μαυσωλείο της ιστορίας, γιατί ο λένιν παραμένει πιο ζωντανός κι απ’ τους ζωντανούς, όπως λέει ο μαγιακόφσκι. Όχι μια επιστροφή στην κοιλιά της μαμάς πατρίδας, την ασφάλεια του ένδοξου παρελθόντος, όπου χώνουμε τα κεφάλια μας σαν στρουθοκάμηλες για να μη μας τρομάζει το παρόν. Αλλά ένα βήμα πίσω, στις αρχαιολογίες του μέλλοντός μας, για να πάρουμε φόρα προς τα μπρος, για την επιστροφή στο μέλλον. Σαν αυτή που λέει στο βιβλίο του ο πι-πι, αλλά καλύτερη.

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Η σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση στο κόμμα μας

Θα μπορούσε να είναι άρθρο του χαριτάκη για την κατάσταση στο ναρ, αλλά τότε θα μιλούσε για ρεύμα. Στην πραγματικότητα είναι η εισήγηση κι ο τελικός λόγος του στάλιν από τα υλικά της 15ης συνδιάσκεψης του κόμματος των μπολσεβίκων το νοέμβρη του 26, που κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστή μπροσούρα. Κι η παρέκκλιση στην οποία αναφέρεται είναι η ενωμένη αντιπολίτευση της τρόικας τρότσκι, ζηνόβιεφ, κάμενεφ, ένα χρόνο πριν τα δεκάχρονα της οκτωβριανής επανάστασης και την πορεία της αντιπολίτευσης πίσω από την επίσημη παρέλαση που σηματοδότησε την οριστική ρήξη με τους τροτσκιστές και την έναρξη λήψης διοικητικών μέτρων εναντίον τους.

Τι συμπεράσματα βγάζει κανείς αν το διαβάσει; Πολλά κι ενδιαφέροντα.
Καταρχήν, υπάρχει η περίπτωση να σταθεί στο στιλ δουλειάς του συντρόφου με το μουστάκι, όπως αυτό αποτυπώνεται στο γραπτό του. Όπως πχ στο παρακάτω απόσπασμα, όπου ο στάλιν ακούγεται σαν πρόδρομος καταστασιακός απ’ το μάη του 68’.

Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς σήμερα την κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης; Την κατάσταση αυτή θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει σαν κατάσταση βαθμιαίας διάλυσης του συνασπισμού, σαν κατάσταση βαθμιαίας απόσπασης από το συνασπισμό των στοιχείων που τον συνθέτουν, σαν κατάσταση αποσύνθεσης του συνασπισμού. Μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς τη σημερινή κατάσταση του συνασπισμού της αντιπολίτευσης.
Αντωνυμίες γενικώς δεν παίζουν, μόνο άρθρα (και καταστατικό). Λέμε τα πάντα με το όνομά τους.

Ένα κλασικό κι επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι αυτό των λεγόμενων αντι-ρητορικών ερωτήσεων, όπου η απάντηση είναι αυτονόητα αρνητική. Μπορούμε άραγε σύντροφοι να πούμε ότι… (αγωνία στους συντρόφους, κρυφή ελπίδα στους αντιφρονούντες). Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό. Κι είναι φορές που δεν το επεξηγεί παρακάτω κι αυτή η άρνηση είναι το βασικό επιχείρημα. Ας παίξει το σχετικό απόσπασμα.

Ήταν άραγε σωστό αυτό που αναφέρεται εδώ, σε αυτή την περικοπή (sic), στις συνθήκες του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, ήταν σωστό αυτό για κείνη την περίοδο που το ‘γραψε ο ένγκελς; Ναι, ήταν σωστό. Είναι άραγε σωστή αυτή η θέση σήμερα, στις νέες συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της προλεταριακής επανάστασης; Όχι, δεν είναι σωστή πια. Καθαρά και ξάστερα.

Ή ακόμα μπορεί να σταθεί στα ενδιάμεσα σχόλια του πρακτικογράφου που συμπληρώνει παρενθετικά σε ρόλο αφηγητή: (γέλια, φωνές, χάχανα, αποθέωση).
Παράδειγμα: δεν αμφιβάλλω ότι η συνδιάσκεψη θα εκπληρώσει με τιμή αυτό της το έργο. (θυελλώδη, παρατεταμένα χειροκροτήματα: Όλοι οι αντιπρόσωποι σηκώνονται όρθιοι. Επευφημίες).

Όλα αυτά έχουν ενσωματωμένη μια βαθιά αίσθηση σοσιαλιστικού σουρεαλισμού, της προλεταριακής εκδοχής του καλτ, που καθιστούν –προσωπική άποψη- ακόμα πιο λατρεμένα κι ευχάριστα αυτά τα αναγνώσματα.

Όποιος μείνει σε αυτό το επίπεδο ανάγνωσης όμως, χάνει την ουσία. Ο μη επιδερμικός αναγνώστης θα δει πίσω από τις γραμμές ότι ο στάλιν, μακριά από την καρικατούρα του άξεστου ασιάτη με το μέτριο, θεωρητικό επίπεδο που παρουσιάζει ο τρότσκι στη βιογραφία του μεγάλου του αντιπάλου, κατανοεί πολύ καλά τη συγκυρία, την προσεγγίζει με οξυδέρκεια και αναλυτική ικανότητα που βασίζεται στο μαρξισμό –όχι λιγότερο από ό,τι οι αναλύσεις των επικριτών του.

Παράλληλα μπαίνουν μια σειρά σοβαρά ζητήματα. Το βασικό σημείο τριβής με την αντιπολίτευση είναι η θεωρία για το σοσιαλισμό σε μία χώρα, σε αντιπαράθεση με τη διαρκή επανάσταση του τρότσκι που στα 1915 έλεγε ότι αρχίζουμε τον αγώνα πάνω σε εθνική βάση, έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι ο αγώνας μας θα δώσει ώθηση στον αγώνα των άλλων χωρών. Αν όμως αυτό δεν γίνει είναι μάταιο να πιστεύουμε –το αποδείχνουν η ιστορική πείρα κι η θεωρητική σκέψη- ότι λχ μια επαναστατική ρωσία θα μπορούσε να αντέξει μπροστά σε μια συντηρητική ευρώπη.

Ο στάλιν χρησιμοποιεί λεπτή ειρωνεία εναντίον αυτής της θέσης. Μπορείς να ξεκινήσεις γνωρίζοντας ότι δε θα φτάσεις ποτέ, να ξεκινήσεις να χτίζεις χωρίς να τελειώσεις το χτίσιμο.
Χρησιμοποιεί εύστοχα παλιότερα κείμενα των μελών της τριανδρίας για να δείξει την ασυνέπειά τους και να τους καταστήσει αναξιόπιστους καιροσκόπους, στερημένους από κάθε κύρος. Ο ζηνόβιεφ χαρακτήριζε τον τροτσκισμό μικροαστική παρέκκλιση κι ο τρότσκι μιλούσε για τα αντεπαναστατικά γνωρίσματα του μπολσεβικισμού που –σε αντίθεση με τους μενσεβίκους- εγκυμονούσαν τεράστιο κίνδυνο μόνο σε περίπτωση επαναστατικής νίκης (αλλά αυτό δε συνέβη γιατί εγκατέλειψαν το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας και χάρη στο λένιν επανεξοπλίστηκαν ιδεολογικά την άνοιξη του 17).
Κουβαλώντας ο τελευταίος κι ένα μισο-μενσεβίκικο παρελθόν, δεν υποστήριξε καν με θέρμη σε αυτή τη φάση τη θεωρία του για τη διαρκή επανάσταση (την ξανάπιασε και την υπεράσπισε εκ των υστέρων, όταν βρισκόταν ήδη στην εξορία).

Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι σε βάθος χρόνου κι ο ίδιος ο στάλιν έχει τέτοιες μεταστροφές. Αρχικά πχ συμμαχεί με το μπουχάριν (που είχε πει το περίφημο κουλάκοι πλουτίστε) στα πλαίσια μιας μετριοπαθούς συνέχειας της νεπ και μιλάει για τη συνδυασμένη ανάπτυξη βιομηχανίας κι αγροτικής οικονομίας. Παράλληλα κατηγορεί τους αντίπαλούς του ότι βλέπουν την αγροτιά ως εχθρό και την ύπαιθρο ως αποικία (η θεωρία του πρεομπραζένσκι για την πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση σε βάρος των προσοσιαλιστικών μορφών οικονομίας). Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας αρχίζει η στροφή στην κολεκτιβοποίηση, που δε φαίνεται να διαφέρει πολύ από όσα έλεγε η αντιπολίτευση.

Η διαφορά μπορεί να υπάρχει στα μέσα. Η αντιπολίτευση διαφώνησε με τα μέσα και τους ρυθμούς της κολεκτιβοποίησης, αν και υποστήριζε ως θέση τη δικτατορία του προλεταριάτου πάνω στην αγροτιά.
Μπορεί όμως (η διαφορά) να αφορά και την χρονική συγκυρία. Ίσως ήταν νωρίς να ανοίξει το 26’ αυτό το μέτωπο, ενώ οι συνθήκες το 29’ –εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης- να το ευνοούσαν ή και να το επέβαλαν.

Μία πολύ λεπτή γραμμή χωρίζει την τακτική ευελιξία από τον πολιτικό καιροσκοπισμό –συνήθως στην κομμουνιστική διάλεκτο, το λέμε κάπως αλλιώς. Και τη γραμμή αυτή κατά κανόνα την ορίζουν οι νικητές. Αλλά μετά τις ανατροπές οι τροτσκιστές νιώθουν εκ των υστέρων ηθικοί νικητές. Κι ούτως ή άλλως πάντα έβρισκαν ευήκοο κοινό για τις ιστορίες τους στη δύση.

Άλλο παράδειγμα. Ο στάλιν διαχωρίζει εισηγητικά τη νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα με την τελική νίκη. Μα αυτό είναι σύγχυση σύντροφοι. Μήπως το κόμμα είπε καμιά φορά ότι η πλέρια νίκη του σοσιαλισμού στην χώρα μας είναι δυνατή για το προλεταριάτο μιας μόνης χώρας;
Δέκα χρόνια μετά, με την ψήφιση του νέου συντάγματος, η σοβιετική ηγεσία υποστήριζε ότι έχουν κατανικηθεί πλήρως τα υπολείμματα των καταπιεστών, έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού (ως εδώ καλά) και δεν υπάρχει περίπτωση παλινόρθωσης.

Αλλά το βασικό θέμα της ανάρτησης είναι άλλο και μπορεί να συμπυκνωθεί στον ιντριγκαδόρικο τίτλο, όταν ο στάλιν συνάντησε τον κώστα κάππο και την κοα ανασύνταξη.
Ποιο είναι το κοινό στοιχείο που τους ενώνει; Η άποψη ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν ταυτίζεται με το σοσιαλισμό, αλλά είναι πέρασμα στο σοσιαλισμό, η μεταβατική πολιτική μορφή που οδηγεί σε αυτόν.

Είναι γνωστό ότι πάνω σε αυτό το θέμα ο μαρξ εξέφρασε την ιδέα ότι η δικτατορία του προλεταριάτου (…) αποτελεί αναγκαίο στάδιο εξέλιξης προς το σοσιαλισμό. Αυτό αποτυπώνεται και στις θέσεις του μπολσεβίκικου κόμματος. Το κόμμα ξεκινάει από την άποψη ότι η επανάστασή μας είναι επανάσταση σοσιαλιστική, (…) βάση για την ανάπτυξη του παγκόσμιου κινήματος (…) και εγκαινιάζει τη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό στην εσσδ (δικτατορία του προλεταριάτου).

Αναφέρεται επίσης εισηγητικά, η θέση των κλασικών για τη δυνατότητα ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό, με μορφή συμφωνίας ανάμεσα στο προλεταριάτο και την κεφαλαιοκρατία (!), σε χώρες με αδύναμο μιλιταρισμό και υπαλληλοκρατία, όπως οι ηπα κι η αγγλία. Θέση που μπορεί να ήταν σωστή τον 19ο αιώνα, λέει ο στάλιν, αλλά αποκλείεται ως δυνατότητα στην εποχή του ιμπεριαλισμού.

Παρόλα αυτά, όπως έχουμε δει σε παλιότερο κείμενο (για το ημερολόγιο του ντιμιτρόφ) ο στάλιν μεταπολεμικά θεωρεί τη δικτατορία του προλεταριάτου ειδικό τρόπο περάσματος των σοβιετικών στο σοσιαλισμό και προκρίνει τη μορφή της λαϊκής δημοκρατίας ως πιο κατάλληλη μορφή περάσματος για τις χώρες που αποσπάστηκαν από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα μετά το βήτα παγκόσμιο πόλεμο.

Ανοίγω πολλά μαζί, χωρίς να τα αναλύω, για να δείξω ότι μια κριτική προσέγγιση, ή μια κριτική υπεράσπιση του συντρόφου με το μουστάκι, πρέπει να προχωρά πέρα απ’ την –απαραίτητη- πολεμική στην πτωματολογία και τον χυδαίο αντικομουνισμό και να καταπιαστεί και με τέτοια ζητήματα.
Αυτό είναι ένα βασικό ζητούμενο για το δεύτερο μέρος των θέσεων του κόμματος που θα εστιάσουν στο πολιτικό κομμάτι. Αν και το επόμενο διάστημα, ό,τι χρόνος περισσεύει από την καθημερινή δράση για θεωρητική δουλειά, θα πηγαίνει κυρίως στο δεύτερο τόμο του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος.

Αντί επιλόγου ένα ακόμα σημείο. Ο ζηνόβιεφ φέρνει ως επιχείρημα ένα απόσπασμα του ένγκελς από τις αρχές του κομμουνισμού που αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα που θα πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση. Ο στάλιν απαντάει ότι η εσσδ το έχει πραγματοποιήσει κατά τα εννέα δέκατα κι ότι στην εποχή τους οι κλασικοί δε μπορούσαν να συλλάβουν την έννοια του αδύναμου κρίκου γιατί ο καπιταλισμός βρισκόταν στο προμονοπωλιακό στάδιο κι η ανισομετρία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη όσο στον ιμπεριαλισμό (επιχείρημα που ο τρότσκι επιχειρεί να αποκρούσει σε μεταγενέστερα έργα του).

Τι γράφει όμως ο ένγκελς στις αρχές του κομμουνισμού;
Μεταξύ άλλων μπορούμε να δούμε και τα εξής: βαθμιαία κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δημοκρατικό καθεστώς με την άμεση ή έμμεση πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου, προοδευτική φορολογία, βαθμιαίες απαλλοτριώσεις, δήμευση περιουσίας πολιτικών φυγάδων. Συγκεντροποίηση του πιστωτικού συστήματος και της χρηματαγοράς στα χέρια του κράτους μέσω της εθνικής τράπεζας με κρατικά κεφάλαια. Εθνικοποίηση της γης και των βασικών κλάδων της βιομηχανίας.

Αυτά είναι μερικά σημεία από το πρόγραμμα που καλείται να πραγματοποιήσει η παγκόσμια επανάσταση.
Δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε ευρώ και δημόσιο χρέος για να δούμε τι θέση θα έπαιρνε ο ένγκελς. Ακόμα κι έτσι όμως ο έμπειρος αναγνώστης θα πρόσεξε τις σατανικές ομοιότητες με μερικές προτάσεις των αριστερών οικονομολόγων.
Ο ένγκελς μιλάει βέβαια για μια νικηφόρο επανάσταση όπου το προλεταριάτο έχει πάρει την εξουσία στα χέρια του. Ας μην αφήσουμε όμως μια τόσο μικρή λεπτομέρεια να μας χαλάσει έναν τόσο όμορφο παραλληλισμό.

Σε κάποιο σημείο ο στάλιν λέει: βέβαια αν ζούσε ο ένγκελς, δε θα γατζωνόταν από την παλιά διατύπωση, αλλά αντίθετα, θα χαιρέτιζε ολόψυχα την επανάστασή μας λέγοντας: στο διάβολο όλες οι παλιές διατυπώσεις, ζήτω η νικηφόρα επανάσταση της εσσδ! (Χειροκροτήματα).

Ας βροντοφωνάξουμε κι εμείς λοιπόν: στο διάβολο όλες οι παλιές θεωρίες και τα προγράμματα. Ζήτω οι αριστεροί οικονομολόγοι και το νέο εαμ! (Χειροκροτήματα, παύση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, κρατικοποίηση τραπεζών, σοσιαλισμός/κομμουνισμός, αποθέωση, ανδριάντας στον καζάκη).

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Και που λες ελευθερία

Σήμερα συνεχίζουμε με πιο προσγειωμένα πράγματα κι ένα εξαιρετικό κείμενο της έλλης παππά που ολοκληρώνει τη μικρή –τρόπον τινά- τριλογία για την έννοια της ελευθερίας.


Οι λέξεις έχουνε την ιστορία τους. Η ιστορία των λέξεων διηγείται την ιστορία των ανθρώπων. Υπάρχουν λέξεις τόσο δεμένες με την ιστορία, που έτσι και τις πάρεις από τη γέννησή τους κι ακολουθήσεις τα χνάρια τους, μπορείς να παρακολουθήσεις την κίνηση της ανθρώπινης κοινωνίας στον χώρο και στον χρόνο σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο των γεγονότων και των αιτίων τους και στο επίπεδο της σκέψης, της συνείδησης που οι άνθρωποι είχαν κάθε φορά για την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσαν. Κοινωνικό είναι και κοινωνική συνείδηση περνάνε μέσα από τη γλώσσα αφού η γλώσσα ήτανε, μαζί με το χέρι, τα δύο πανίσχυρα όργανα παραγωγής και συν-παραγωγής που μετατρέψανε σε ανθρώπινη κοινωνία την αρχική αγέλη.

Σ’ αυτές τις λέξεις ανήκει η ελευθερία. Λέξη που ζει στη γλώσσα μας –στο γραπτό της λόγο- πάνω από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, στον προφορικό πολύ περισσότερα, άγνωστο πόσα, μια που έχει τη φύτρα της στη γυναικεία μήτρα: στις μακρινές εκείνες ετοιμόγεννες που καλούσαν την ελευθώ να τις ελευθερώσει κι αφήσανε κληρονομιά την ευχή καλή λευτεριά στις σημερινές ετοιμόγεννες. Ελευθώ, Ελευσία, ελεύθω, ήλθον, ελήλυθα –το παιδί έρχεται, το παιδί ήρθε. Η γυναίκα που έγινε μάνα ελευθερώθηκε. Το παιδί της όμως;

Η Ελευθώ έδυε την ώρα που γεννήθηκε η Ελευθερία. Μάνα της Ελευθερίας ήταν η Δουλεία. Με άλλα λόγια, η ελευθερία δε θα είχε γεννηθεί τότε που γεννήθηκε αν δεν είχαν δημιουργηθεί οι αντίθετες κοινωνικές καταστάσεις –του ελεύθερου και του δούλου. Η διάλυση της παλιάς ισότητας, της πρωτόγονης κοινότητας, γέννησε τις δυο αντιθετικές έννοιες που εκφράζουνε τις δυο αντιθετικές κοινωνικές καταστάσεις, όταν η κοινωνία των ανθρώπων κατάκτησε ένα υψηλότερο στάδιο στον καταμερισμό της εργασίας κι έγινε ταξική.

Η ταξική κοινωνία, καταργώντας την παλιά ισότητα –τη γενική κατάσταση της ελευθερίας- γέννησε καινούριες έννοιες, λέξεις που εκφράζανε την καινούρια πραγματικότητα. Η έννοια της Δίκης, της δικαιοσύνης, δε θα είχε γεννηθεί αν δεν υπήρχανε οι αντίθετες καταστάσεις, της αδικίας, μας λέει ο ηράκλειτος. Είναι το ίδιο σα να λέμε πως η έννοια και η λέξη υγεία δε θα υπήρχε αν δεν υπήρχε η αντίθετη κατάσταση, της αρρώστιας. Αν φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς αρρώστιες, όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι υγιείς, τότε και η λέξη υγεία δε θα έχει κανένα νόημα και θα εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο. Σε μια κοινωνία όπου δε θα υπάρχουν άδικες καταστάσεις, η λέξη δικαιοσύνη δε θα έχει κανένα νόημα και θα χαθεί από το λεξιλόγιο. Σε μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι, η λέξη ελευθερία δε θα υπάρχει.

Η έννοια της ελευθερίας δε θα είχε γεννηθεί στον τόπο και στον χρόνο που γεννήθηκε –στην αρχαία ελλάδα- και δε θα είχε διερευνηθεί από την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη όπως διερευνήθηκε, αν στην αρχαία ελληνική κοινωνία δεν ήταν τόσο κάθετη η τομή που χώριζε τους ελεύθερους και τους δούλους κι αν οι ελεύθεροι δεν είχανε –μέσα στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν με τη διάλυση των γενών σ’ αυτό τον ιστορικό χώρο- τη δυνατότητα να αποκτήσουνε συνείδηση της ελευθερίας τους. Στις ιεραρχημένες, φυλακισμένες στις κάστες τους, κοινωνίες της ασίας, μια τέτοια συνείδηση και μια τέτοια διερεύνηση θα ήταν αδιανόητη.

Εκεί όπου οι αρχαίες κοινότητες εξακολούθησαν να υπάρχουν, διαμόρφωσαν για χιλιάδες χρόνια τη βάση της σκληρότερης μορφής του κράτους, του ανατολικού δεσποτισμού, από την ινδία ως τη ρωσία. Μόνο εκεί όπου αυτές οι κοινότητες διαλύθηκαν, οι λαοί προοδεύσανε και το επόμενο βήμα της οικονομικής τους προόδου ήταν η αύξηση κι η ανάπτυξη της παραγωγής μέσω της εργασίας των δούλων, λέει ο ένγκελς στο αντιντίρινγκ.

Γέννημα της ταξικής κοινωνίας, η ελευθερία πορεύτηκε μαζί της, αφήνοντας πίσω τα ματωμένα χνάρια της, παίρνοντας καινούριο κάθε φορά περιεχόμενο, απαντώντας κάθε φορά σε καθορισμένα ιστορικά ερωτήματα: ελευθερία για ποιον, από ποιον, από τι.

.

Σε μια πυκνή σε νοήματα εισαγωγή, η έλλη παππά δίνει πολύ γλαφυρά τη διαλεκτική των αντιθέτων και τον ταξικό ορίζοντα που έχουν τα δικαιώματα κι οι ελευθερίες. Αντίθετα με τις αναρχικές (κι όχι μόνο) φαντασιώσεις για μια αταξική κοινωνία με απεριόριστες ελευθερίες και δικαιώματα, ο κομμουνισμός τα καθιστά περιττά, μαζί με το δίκαιο από το οποίο απορρέουν και το κράτος που το επιβάλλει.

Μαζί με αυτό δίνει ένα συντριπτικό χτύπημα στην αναπόληση της κοινότητας που στη σκέψη πολλών έχει τη θέση του απολεσθέντα παράδεισου. Κατανοητή εν μέρει εξαιτίας της βίαιης κι εντελώς άχαρης αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Αλλά δε μπορεί να είναι προοπτική για το μέλλον και να μπαίνει ως στρατηγικός στόχος. Το ποτάμι της ιστορικής εξέλιξης δεν γυρίζει πίσω πια.

Η ίδια συγγραφέας δε θεωρεί το βιβλίο της μια μελέτη πάνω στο θέμα της ελευθερίας (δεν έχει την αυστηρότητα που απαιτεί ο όρος), αλλά μια πειραματική προσέγγιση, γιατί πραγματικά είναι ένα πείραμα αν και κατά πόσο η ιστορία μιας λέξης –όπως η ελευθερία- στα πρώτα της στάδια, στις απαρχές της ζωής της, έχει κάτι να πει στο σύγχρονο άνθρωπο για το θέμα αυτό στη σημερινή του φάση και να το φωτίσει καλύτερα (με το φως του ιστορικού υλισμού πάντα).
Αλλά δε θεωρεί τυχαία, ιστορική σύμπτωση ότι ο αρχαίος υλισμός είναι αυτός που διερευνά το πρόβλημα της ελευθερίας πρώτος στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης.

Κάτι που φαίνεται από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, όπου μέσα από χωρία της ιλιάδας η ελευθερία συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων, μας λέει ο πατέρας της αρχαίας διαλεκτικής, ηράκλειτος. Ήταν πια έννοια ώριμη να περάσει στη γενίκευση, να εκφράσει την κοινωνική πραγματικότητα, ή καλύτερα την κοινωνική νομοτέλεια.

Όλα αυτά, μαζί με την εξίσου ενδιαφέρουσα συνέχεια, μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο της, σπουδή στο θέμα της ελευθερίας –η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό, από τις εκδόσεις φιλιππότη. Πέρσι ήταν κι αυτό στο στοκ για ξεφόρτωμα που είχαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και το βρήκα με ενάμιση ευρώ στο παζάρι βιβλίου. Τιμή ευτελής, πλην φιλολαϊκή.

Η κε του μπλοκ σκοπεύει να ρίξει τους τόνους και την αναγνωσιμότητα και να βγάλει τα χριστούγεννα με τέτοιες αναρτήσεις. Όσοι πιστοί, παραμείνατε.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Οι γάμοι του σπαρίλα

Τέτοιος γαμβρός παληκαράς, λεβέντης κομμουνισταράς

Το απαιτητικό κοινό θα περίμενε ίσως μια ανάλυση για τον χαρακτήρα της περιόδου και τα καθήκοντα της συγκυρίας. Ή έστω κάτι από την επικαιρότητα. Την πορεία του πολυτεχνείου, το κλίμα στα πανεπιστήμια, το διήμερο εαακ (χωρίς άρθρο, να μην καρφωνόμαστε).

Το οποίο τελικά ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Προσδοκίες που γεννήθηκαν στον πρώτο γύρο των συντονιστικών πόλεων μετά τα γεγονότα της πάτρας, όπου μπορούσες να ακούσεις αρασίτες να δικαιολογούν το ξύλο με τσιτάτα του μαρξ. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Κάτι που καθιστά αυτούς που το έφαγαν ένα είδος ταξικού εχθρού. Εμπρός της γης οι αρασίτες.

Η ως τα τώρα ιστορία της εαακ είναι μια αδιάκοπη πάλη των τά(κ)σεων. Ο φθόγγος κάπα συμβολίζει αυτό ακριβώς που λείπει. Την Κομμουνιστική αναφορά. Αυτά τα αφήνουμε για το κόμμα, που υποτιμά τα προβλήματα στο κυλικείο και τις νίκες στο σήμερα.

Αντ’ αυτού όμως έκρινα σκόπιμο πριν σφίξουν τα κρύα, να παίξω μια τελευταία καλοκαιρινή νότα με το πιο σημαντικό κοσμικό γεγονός της χρονιάς για τον εξωκοινοβουλευτικό –κι όχι μόνο- χώρο. Το γάμο του σφου κι αφού σπαρίλα.

Όπως είχαμε προαναγγείλει η σεμνή τελετή έλαβε χώρα σε κάποιον ιερό ναό (γιατί στο τέλος λυγίσαμε) κάπου κοντά στη βάρκιζα (για να δοθεί συμβολική έμφαση στο ότι λυγίσαμε) αλλά και στον ηρωικό Αστέρα της περίφημης σύγκρουσης. Τότε που ο τρόμπας κι οι σύντροφοι του κυκλοφορούσαν στις σχολές με χάρτες της αθήνας για να δείξουν πόσα χιλιόμετρα μακριά απ’ τον αστέρα θα διαδήλωναν οι ρεφορμιστές του κουκουέ με τους οποίους συντάσσεται σήμερα ο τρόμπας.

Εμείς ευτυχώς δεν πήγαμε ποδαράτα και φτάσαμε αρκετά πιο ξεκούραστοι στον τόπο του εγκλήματος. Στο ενδιάμεσο πρόλαβα να σκεφτώ τη συνδικαλιά ενός φίλου μου που έλεγε ότι με αυτό το σκεπτικό έπρεπε να πάμε στη βαγδάτη για να διαδηλώσουμε ενάντια στον πόλεμο στο ιράκ και την αμερικάνικη επέμβαση.

Στο πλαστό δίλημμα ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες, ο γιώργος σπαρίλας δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής κι υπέκυψε ηρωικά. Προσαρμόστηκε γρήγορα όμως κι ήταν χαρούμενος που μπορούσε να δείξει και στον κουμπάρο του πώς δενότανε η γραβάτα.

Καμία αντίδραση. Τον κοιτάω με νόημα. Πώς δενότανε η γραβάτα λέμε! Με κοιτάει κι αυτός. Πάβελ κορτσάγιν… σύγχρονη εποχή… ο οστρόφσκι… Ούτε τώρα. Το πώς δενότανε το ατσάλι δεν το ξέρεις; Μα τι διάολο σας μαθαίνουν σε αυτό το ρεύμα τέλος πάντων;

Ας καταγραφεί ωστόσο στα πρακτικά (θα τα πάρουμε μετά μαζί με την κάλπη) πως όταν ήρθε η σειρά του να ασπαστεί την εικόνα του παπά, έκανε την κίνηση στον αέρα και προσποιήθηκε πως την φιλάει. Όχι, δεν προσκύνησε.

Φτάσαμε σε ένα κυριλέ μαγαζί δίπλα στη θάλασσα. Έχω και blog πάμε μια βόλτα; Φορώντας την καλή μου βερμούδα, πήγα στο τραπέζι των φίλων από τα χρόνια της θεσσαλονίκης. Που δεν ήμασταν ούτε ένα τραπέζι και δεν ήμασταν καν φίλοι μεταξύ μας (γίναμε όμως στη συνέχεια). Άλλους δικούς μας δεν είχε.

Από συντρόφους του χώρου είχε μόνο άλλο ένα τραπέζι του πριν, αλλά αυτοί ήρθαν πιο πολύ ως συνάδελφοι από τη δουλειά, όχι ως ναρίτες. Δεν ήρθε όμως μαζί μας ο πι-πι και δεν ήταν ούτε ο καζάκης, που εκείνο τον καιρό ήταν κάτι σαν τη βασίλω κι έτρεχε παντού σε όλη την ελλάδα.

Άδειος ο πόλος. Πού πήγε όλος;
Λες να έκατσε σπίτι για να δει μπάλα; Έπαιζε κι η βραζιλία την ίδια ώρα. Παρά την προγαμιαία δέσμευση του σπαρίλα ότι κανόνισε και το έβαλε σε μέρα που δεν είχε μουντιάλ –δήλωση χαρακτηριστική για την αξιοπιστία του χώρου του.

Ένιωθα σα να είμαι σε ένα πάρτι ορκωμοσίας, όπου λείπει η παλιοπαρέα του εορτάζοντα κι είμαι εγώ και κάποιοι ακόμα που μας γνώρισε στην τελευταία εξεταστική, τελευταίο μάθημα.
Το είπα στην ομήγυρη κι ο τρόμπας ενθουσιασμένος μου προσέφερε δέκα ευρώ για να το γράψω στο μπλοκ. Αρνήθηκα κατηγορηματικά. Η κε του μπλοκ έχει χόμπι να εκθέτει τους συντρόφους ανιδιοτελώς, όχι επ’ αμοιβή και για το κέρδος.

Ύστερα μαγνητοσκοπήσαμε το ταγκό των νεόνυμφων πλάι στο κύμα και η κε του μπλοκ βυθίστηκε στους συνειρμούς της και σε αμπελοφιλοσοφικούς στοχασμούς.

Μου λες μ’ αγαπάς… θες να παντρευτούμε.

Τι σημαίνει όμως γάμος αλά ελληνικά τη σήμερον; Πεταμένα λεφτά, που λέει κι ο κομάντο. Όπως κάθε τι στη ζωή άλλωστε. Νταβατζιλίκι απ’ τους εμπόρους στην χαρά και στο θάνατο. Δε συμφέρει ούτε να πεθάνεις. Πρέπει να έχεις καλού-κακού (δηλ κακού σκέτο) κάποια λεφτά στην άκρη για την περίπτωση που… Αλλιώς μένεις άκλαυτο σκυλί και την πληρώνουν οι συγγενείς που δε σε φρόντισαν για την τελευταία σου (δροσερή κι ήσυχη) κατοικία.

Κι οι τιμές για τα νυφικά, ξέρεις πού έχουν φτάσει; Τετραψήφιο νούμερο. Πώληση κι ενοικίαση. Συμφέρει δηλ να το αγοράσεις και να το νοικιάζεις μετά σε γνωστούς και φίλους.
Μα τόσο ματζίρης είσαι δηλ; Μια φορά παντρεύεσαι.
Ναι, αλλά στα παίρνουν για μια ζωή. Κι ύστερα το σκέφτεσαι διπλά και να χωρίσεις. Τέτοια επένδυση να πάει χαμένη;

Ζωές που χαντακώνονται για χατίρι της πιο σημαντικής τους μέρας. Μια μέρα υποκρισίας που δε γίνεται καν για αυτούς σε τελική ανάλυση. Κι άμα ρωτήσεις τα συμπεθέρια κι αυτοί κάτι άλλο ήθελαν.

Πράγματα που γίνονται χωρίς κανείς να το θέλει.
Όπως στη μουσική που κανείς δε θέλει μπιτ και σκυλάδικα και στο τέλος όλο το πάρτι ακούει αυτά ακριβώς. Ο νόμος του μέρφι.
Σε εμάς βέβαια έφταιγε ο ντι τζέι σύντροφος που πήγε βενεζουέλα στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας κι έφερε μαζί μπόλικο υλικό για τα πάρτι της οργάνωσης. Παντού υπάρχει ένας φταίχτης όμως (κι ας μην έχει πάει ποτέ βενεζουέλα).

Είναι σαν αυτό που έλεγε ο ένγκελς για την ιστορία και την ατομική βούληση του καθενός που είναι σα διανύσματα και φτιάχνουν μια τελείως διαφορετική συνισταμένη που κανείς δεν ήθελε εξ αρχής.

Κι έτσι λούζεσαι και την εκκλησία με τους παπάδες για να δείξεις ότι δεν είναι σημαντικό για σένα, ούτε από την ανάποδη. Όπως περίπου κάνουμε εμείς με τις εκλογές και την αποχή.
Δίνουμε πάλη βέβαια για να νικήσουμε τον ταξικό εχθρό και τα πεθερικά που ονειρεύονται να δουν την κόρη τους νυφούλα στης εκκλησιάς την πόρτα. Πώς να νικήσεις όμως την ίδια σου τη συντρόφισσα; Πέφτεις χτυπημένος από μέσα, όπως στις δίκες της μόσχας.
Να καταγραφεί παρακαλώ στα ελαφρυντικά του σπαρίλα (θα τα πάρουμε κι αυτά μαζί με τα πρακτικά και τις κάλπες). Ας είναι ελαφρύς ο γάμος που τον σκεπάζει.

Έρχεσαι λοιπόν εις γάμου κοινωνία σε μια γαμοκοινωνία που αναπαράγει όλες τις παλιές βρωμιές, μόλις πας να επεκτείνεις το ενυδρείο σου κι αρχίσει να τεκνοποιεί το ζευγάρι.
Άσε που ετυμολογικά, γάμος και πήδημα έχουν την ίδια ρίζα. Ζούμε όμως σε μια αντιδιαλεκτική εποχή που τα χωρίζει τεχνητά. Συγχέει το δεσμό με τα δεσμά, δε μπερδεύει το πήδημα με τα συναισθηματικά της και πιστεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα. Κι ας μην πω καλύτερα τι σημαίνει κατ' αντιστοιχία το σεξιστικό υπανδρεύομαι. Παντρεύεστε γιατί χανόμαστε.

Πώς προχωράει η ζωή έκτοτε;
Το ζευγάρι έκανε γαμήλιο ταξίδι του μέλιτος στον προλεταριακό άγιο μαυρίκιο, όπου είναι πολύ δύσκολο να βρεις τον σωστό κωδικό για να πάρεις τηλέφωνο. Ο σπαρίλας φόρεσε βέρα στο δεξί γιατί λέει βοηθάει στην κυκλοφορία του αίματος (στο μενς χελθ νομίζω το διάβασε). Και κυκλοφοράει με τον αριστερισμό του λένιν ανά χείρας για να πετάει στους επικριτές του τσιτάτα περί τακτικής κι αναγκαίων συμβιβασμών.
Κι αν τακτική τη βρήκες την ιθάκη δε σε γέλασε.

Στο τέλος μένουν μόνο τα πειστήρια του εγκλήματος για ανάμνηση. Μια σπουδαία φωτό του κόκκινου πρίσματος, κατευθείαν για αφίσα.


Τι θα μπορούσε να λέει; Πότε θα γευτείς κι εσύ την ευτυχία μου;
Ή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά για στρατολόγηση μελών.
Εσύ έγινες μέλος της ανταρσύα;

Ακόμα και στην κοινωνία του μέλλοντος για κρατική προπαγάνδα υπέρ των γάμων. Αν κι έτσι ίσως αυξάνονταν παράλληλα κι οι αυτοκτονίες των κοριτσιών που έχασαν οριστικά τον σπαρίλα από την αγκαλιά τους.

Άντε. Και στα δικά μας οι ανένταχτοι...

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Διαλεκτική εξουσίας κι επανάστασης

Διάβασα πρόσφατα την ομώνυμη μποροσούρα του χρύση. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι παρουσίαση του βιβλίου. Απλώς μια σειρά συνειρμοί που προκύψαν καθώς το διάβαζα.

Ξεκινάμε με ένα απόσπασμα από τη γερμανική ιδεολογία.
Ένας γενναίος εαακίτης φαντάστηκε κάποτε ότι οι άνθρωποι πνίγονταν στο νερό μόνο επειδή κατέχονταν από την ιδέα της βαρύτητας. Αν αποτίνασσαν αυτή την παράσταση από το κεφάλι τους, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για δεισιδαιμονία, κάτι σαν θρησκευτική αντίληψη, τότε θα διασφαλίζονταν από κάθε κίνδυνο πνιγμού.

Εντάξει, δε λέει εαακίτης στο πρωτότυπο, αλλά αυτό εννοεί.
Ο ιστορικός περιορισμός δεν επέτρεψε στο μαρξικό κεκτημένο να προλάβει την εαακ, αλλά την ουσία της οι κλασικοί την είχαν διαβλέψει από τότε.

Κάτω οι νόμοι κι οι κανονισμοί. Κι αυτό πιάνει τόσο το νόμο της βαρύτητας που δε μας αφήνει να πετάξουμε, όσο και το νεύτωνα που τον ανακάλυψε. Το ότι δεν του έχουν αφιερώσει ακόμα σκατά σε κάποιο τοίχο των εξαρχείων είναι παράλειψη ασυγχώρητη για το κίνημα.

Κι ενώ κάποιοι δρουν βάση επιθυμιών και παλεύουν για την κατάργηση του νόμου, εμείς μοιράζουμε στον κόσμο σωσίβια για να μην πνιγεί, εξαιρώντας όσους δε συμφωνούν μαζί μας.
Πολλοί λένε ότι πνίγοντας αντιφρονούντες καταπνίγουμε τη δημοκρατία. Αλλά εμείς απαντάμε ότι θα βούλιαζαν κι από μόνοι τους στον αντι-κουκουέ βούρκο όπου έχουν κυλήσει.

Το επόμενο βήμα στον κατηφορικό δρόμο που άνοιξε ο λυσένκο θα ήταν η ευγονική του πνεύματος, βάση της οποίας θα αναπαράγονται μόνο οι πειθαρχημένοι σύντροφοι που καλύπτουν τις νόρμες, ώστε να απονεκρωθεί στις επόμενες γενιές το γονίδιο της αμφιβολίας.
Τις διαφωνίες όμως -όπως κάθε είδος συνείδησης- τις γεννάν οι κοινωνικές συνθήκες. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Το κοινωνικό είναι καθορίζει την κοινωνική συνείδηση. Κι από εδώ ξεκινά η βασική αντίφαση για κάθε κομμουνιστή.
Γιατί εμείς πρέπει να κάνουμε το αντίστροφο. Να αλλάξουμε τη συνείδηση του κόσμου για να αλλάξουμε την κοινωνία. Την ίδια κοινωνία που παράγει μαζικά αποχαυνωμένες συνειδήσεις που τη νομιμοποιούν και τη διαιωνίζουν.
Φαύλος κύκλος...

Όσοι μπορέσαμε να ξεφύγουμε (αν το μπορέσαμε κι αυτό) είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος. Παρατράγουδο στα ωραία άσματα της αλλοτρίωσης. Λάθος της φύσης, της κοινωνίας, μια τερατοκοινωνιογένεση (με όρους κοινωνικής μαιευτικής), σαν το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε (πρώιμος και καχεκτικός σαν επταμηνίτικο).
Εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν με τραγικό τρόπο τον κανόνα της ενσωμάτωσης (αν εξαιρούνται κι αυτές).

Μας σώζει μόνο, εκείνο το περίφημο σε τελική ανάλυση του ένγκελς. Σπουδαία φράση αυτή (άλλη υπόθεση πόσοι την κατάλαβαν).
Αν δεν ήταν σχετικά αυτόνομη η συνείδηση, αν δεν ερχόταν σε τελευταία μόνο ανάλυση η οικονομία να γίνει καθοριστική, την είχαμε από χέρι και το σύστημα θα ήταν ανίκητο.

Για να αλλάξουμε τον κόσμο, δηλ την κοινωνία, πρέπει πρώτα (και στην ουσία παράλληλα) να αλλάξουμε τον κόσμο, δηλαδή τους ανθρώπους.
Σπουδαία γλώσσα η ελληνική. Κι άκρως διαλεκτική ενίοτε. Γιατί ο κόσμος μας είναι στην ουσία οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν.
Τον περασμένο δεκέμβρη, μαζί με τη θεσσαλονίκη συμπάθησα (για λίγο) τον κόσμο της που ως τότε μου την έδινε σε καθημερινή βάση. Κι ήταν η πρώτη φορά που κατάφερα να συμπαθήσω την πόλη μου ενώ πλησίαζαν τα χριστούγεννα.

Η διαλεκτική της ελληνικής γλώσσας δείχνει τη διαλεκτική της ιστορίας και του προτσές της.
Οι άνθρωποι φτιάχνουν τον κόσμο κι η κοινωνία τους ανθρώπους.
Ή όπως θα έλεγε ο μαρξ, οι άνθρωποι φτιάχνουν τις συνθήκες και οι συνθήκες τους ανθρώπους. Σε τελική πάντα ανάλυση...

Δεύτερο απόσπασμα από τη 18η μπριμέρ του λουδοβίκου βοναπάρτη.
Οι προλεταριακές επαναστάσεις [...] ασκούν σταθερά την αυτοκριτική τους, διακόπτουν διαρκώς την πορεία τους, επανέρχονται στο φαινομενικά ολοκληρωμένο για να ξεκινήσουν εκ νέου, χλευάζουν με ανελέητη ενδελέχεια τις ανεπάρκειές τους, τις αδυναμίες τους και τις μικρότητες των πρώτων εγχειρημάτων τους, δίνουν την εντύπωση ότι σωριάζουν στο έδαφος τον αντίπαλό τους, προκειμένου όμως να αντλήσει δύναμη από τη γη και να σηκωθεί και πάλι, πιο γιγάντιος μπροστά τους.

Οι προλεταριακές επαναστάσεις οπισθοχωρούν πάλι και πάλι μπροστά στο απροσδιόριστο μεγαλείο των σκοπών τους, μέχρις ότου δημιουργηθεί μια κατάσταση που καθιστά αδύνατη κάθε επιστροφή κι οι συνθήκες να μιλήσουν από μόνες τους:
Ιδού η ρόδος, ιδού και το πήδημα!
Εδώ το τριαντάφυλλο, εδώ χόρεψε!


Η σοβιετική επανάσταση είχε στιγμές μπρεζνιεφικής αυταρέσκειας και μηδενικής αυτοκριτικής, αλλά χλεύαζε ανελέητα τις αδυναμίες και τις μικρότητες των προηγούμενων ηγετών (αφού πέθαιναν).
Γυρνούσε στο φαινομενικά ολοκληρωμένο (σοσιαλισμός) για να το γκρεμίσει εκ θεμελίων. Άφησε τους αμερικάνους να σηκωθούν ξανά όρθιοι μετά το βιετνάμ, ενώ φαινόταν ότι τους είχε σωριάσει.

Ακολούθησε με δυο λόγια τη λογική της ιστορίας, με πισωγυρίσματα και ζιγκ-ζαγκ.
Είμαι ερωτευμένος με μια εβδομηντατεσσάρα
κι ό,τι κι αν μου λένε εγώ δε δίνω δεκάρα
.
Κι ας είναι επικίνδυνο να είσαι νεκρόφιλος.

Κι ενώ πηγαίναμε σαν κάβουρες πίσω μπρος και πλάγια, το κόμμα έλεγε ότι πάμε μπρος ολοταχώς και προς τα πάνω.
Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, καμία παρέκκλιση, ευθεία μονόδρομος χωρίς στροφές κι αντιφάσεις. Στο τέλος της διαδρομής μας περίμενε ένα αδιέξοδο κι ο ευρωμονόδρομος.

Μπροστά στο απροσδιόριστο μεγαλείο των σκοπών της η σοβιετία οπισθοχώρησε κι έπεσε. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν αυτό μιλούν χαιρέκακα για κατάρρευση.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν σε ρόλο ιούδα όσοι ξεπήδησαν απ' τα σπλάχνα μας εν είδει εύας. Μιλούν σαν προδομένοι σύζυγοι για προδομένη επανάσταση, για την αγαπημένη τους που φάνηκε σκάρτη και την προδίδουν με τη σειρά τους για εκδίκηση.
Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον γκορμπατσόφ κανένας...

Τι καταλαβαίνουν αλήθεια αυτή απ' το μεγαλείο των σκοπών της;
Δε βλέπουν πως το μικραίνουν όταν περιμένουν να έρθει εύκολα από τη μια μέρα στην άλλη; Ως κι οι μεταφυσικοί θα περίμεναν λίγο περισσότερο. Τη δε ημέρα εβδόμη...

Πόσα καταλαβαίνει άραγε ο χαριτάκης από δικτατορία του προλεταριάτου (την κατά τον λένιν ουσία του μαρξισμού) όταν στο κύκνειο άσμα του ως μέλος της πε του ναρ λέει ότι η δική μας εξουσία θα είναι μια αντι-εξουσία, που θα απονεκρώνεται και θα αυτοκαταργείται άμεσα;
Αν το πρόβλημά μας είναι το πώς θα ονομάσουμε τη βαρύτητα μπορούμε να φετιχιστούμε αλά αναρχικά, να την πούμε αντι-εξουσία, αυτο-εξουσία ή κάτι αντίστοιχο και να ξεμπερδεύουμε.

Αλλά η ουσία παραμένει αναλλοίωτη. Κι ο ένγκελς την πιάνει καλύτερα από τον καθένα αντι-εξουσιαστή όταν αναφέρεται στα διδάγματα της κομμούνας για να πει μεταξύ άλλων ότι η επανάσταση είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει.

Αντί επιλόγου ένα ακόμη καίριο απόσπασμα απ' τον σλαβόι ζίζεκ:
Εν ολίγοις χωρίς τη μορφή του κόμματος το κίνημα θα παραμείνει παγιδευμένο στον φαύλο κύκλο της "αντίστασης", μιας από τις μαγικές λέξεις της μεταμοντέρνας πολιτικής που αρέσκεται να αντιπαραθέτει την "καλή" αντίσταση ενάντια στην εξουσία, στην "κακή" επαναστατική κατάληψη της εξουσίας.

Το βασικό λενινιστικό μάθημα σήμερα είναι: πολιτική χωρίς την οργανωμένη μορφή του κόμματος είναι πολιτική χωρίς πολιτική. Συνεπώς η απάντηση σε εκείνους που επιθυμούν απλώς και μόνο τα νέα κοινωνικά κινήματα είναι η ίδια με την απάντηση των γιακωβίνων στους συμβιβαστικούς γιρονδίνους: θέλετε επανάσταση χωρίς επανάσταση!


Το απόσπασμα αυτό μπορούμε να το βρούμε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του χρύση, πριν από τα περιεχόμενα.
Στην παρουσίαση αυτού ακριβώς του βιβλίου στο στέκι στη θεολογική ήταν που ξεσπάθωσε αλά χόλογουει ο χαριτάκης.
Κι αυτό ακριβώς το ξεσπάθωμα ήταν που έκανε τον χρύση να κλείσει την εκδήλωση λέγοντας πως η παρέμβαση του χαριτάκη του έδωσε να καταλάβει πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη να γραφτεί αυτό το βιβλίο.

Υγ: με την αριστερά του τείχους ενάντια στους εκτός των τειχών...