Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λδγ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λδγ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Διασχίζοντας τον ποταμό - Crossing the river

Η φράση χρησιμοποιείται  μεταφορικά και είναι ο τίτλος του αυτοβιογραφικού βιβλίου του Βίκτορ Γκρόσμαν (ή Στέφεν Βέχσλερ, αν προτιμάτε το αμερικάνικο όνομά του). Ποτέ άλλοτε όμως μια μεταφορά δεν έκρυβε τόση δύναμη στα σημαινόμενα και τόσο συγκλονιστικά γεγονότα, καθώς ο Γκρόσμαν είναι ένας Αμερικάνος που δραπετεύει από τη Δυτική Γερμανία στη Λαοκρατική και δεν περνά απλώς στην άλλη όχθη του Δούναβη, αλλά σε ένα διαφορετικό νέο κόσμο, που χτίζεται από την αρχή.

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο -γιατί δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά- οπότε δεν έχω προσωπική εικόνα για το περιεχόμενο και τους όποιους περιορισμού του. Αλλά αν περνούσε από το δικό μου χέρι -που δεν περνά προφανώς- θα ήταν ίσως το πρώτο βιβλίο που θα επέλεγα να μεταφράσει και να εκδώσει η Σύγχρονη Εποχή.


Όσοι θέλουν να πάρουν μια ιδέα για το περιεχόμενο, μπορούν να διαβάσουν μια παρουσίαση του από τον Anton Saefkow (ψευδώνυμο) στο Ατέχνως, καθώς και μια συνέντευξη που του παραχώρησε ο συγγραφέας, που δημοσιεύτηκε σε τρία μέρη (1ο, 2ο, και 3ο) και έχει μια σύντομη περιγραφή όσων εξιστορεί στο βιβλίο του: τα πρώτα χρόνια, το ΚΚ ΗΠΑ, οι σπουδές, η θητεία του ως βιομηχανικός εργάτης, ο πόλεμος της Κορέας, ο Μακαρθισμός, η απόδραση, η καινούρια ζωή, οι κατακτήσεις, οι ανέσεις κι ο τρόπος ζωής που απολάμβανε, τα αίτια που οδήγησαν στην ήττα.
Αυτό που δεν περιγράφει, είναι η μεταγενέστερη ένταξή του στο οπορτουνιστικό die Linke, εξ ου κι ένας βασικός περιορισμός για την οπτική του επί της σημερινής πολιτικής κατάστασης -αν και έχει αρκετούς προβληματισμούς για τις θέσεις και την πολιτική γραμμή του κόμματός του.

Από τη μια πλευρά, μπορεί να μας προβληματίζει η πολιτική επιλογή ενός συντρόφου, τόσο συνειδητοποιημένου, ώστε να διασχίσει ανάποδα το ποτάμι -βέβαια το άλλο αντίστοιχο παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης που έχουμε είναι ο Βολφ Μπίρμαν, που αν δεν κάνω λάθος έφτασε να στηρίζει το SPD. Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια για την κατάληξη του στιχουργού που έγραφε για την πικρή αλήθεια της Unidad Popular.

Από την άλλη όμως δεν είναι παράλογη εξέλιξη, καθώς ο κορμός του die Linke αποτελείται από τα παλιά μέλη του ΕΣΚΓ και τα "απομεινάρια" του τελευταίου, που οδηγήθηκαν σχεδόν σύσσωμα στο νέο μόρφωμα -με ενδιάμεσο σταθμό το ΚΟΔΗΣΟ -ο ίδιος ο Γκρόσμαν δεν ήταν ποτέ οργανωμένο μέλος του ΕΣΚΓ (SED), αλλά βρισκόταν πάντα κοντά του κι ακολούθησε το γενικό ρεύμα.

Κάτι αντίστοιχο έγινε και σε άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπου τα πρώην ΚΚ μετεξελίχθηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Ρωσία, με το ΚΚΡΟ, που κράτησε το όνομα χωρίς τη χάρη ή μάλλον με όλα τα προβληματικά στρατηγικά στοιχεία του ΚΚΣΕ της τελευταίας περιόδου της ΕΣΣΔ.

Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι στη ΛΔΓ του ΕΣΚΓ προέκυψε από τη συγχώνευση του κομμουνιστικού κόμματος με το σοσιαλδημοκρατικό (ως κεντρική επιλογή κι όχι επειδή αυτό ήταν απαραίτητος όρος για την επιβίωση των σοσιαλδημοκρατών, αφού στη ΛΔΓ, αν δεν απατώμαι, υπήρχαν διάφορα νόμιμα μικρά κόμματα, που δεν είχαν καμία σχέση με τους κομμουνιστές.
Αντίστοιχη ενωτική πείρα πρέπει να είχε γαλουχήσει πολιτικά τον Γκρόσμαν και στα νεανικά του χρόνια στις ΗΠΑ, με την πολιτική γραμμή του εκεί ΚΚ.

Θέλω να πω λοιπόν ότι αν συνυπολογίσουμε κάποια προβλήματα στη φυσιογνωμία και τη στρατηγική στόχευση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, θα διαπιστώσουμε τη διαβρωτική επίδραση κάποιων σοσιαλδημοκρατικών θέσεων, που δεν καθιστούν εντελώς παράλογη τη μετεξέλιξη ολόκληρων κομμάτων και των μελών τους. Αυτό μπορούμε να το δούμε εξάλλου και στο παράδειγμα του ΚΚΕ και της ανανεωτικής του πτέρυγας, που κατέληξε στο Συνασπισμό (κι από εκεί στο σημερινό Σύριζα ή το γενόσημό του, τη ΛαΕ).

Συνεπώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπήρχε άμεση σύνδεση-συγγένεια μεταξύ του τότε και του "τώρα", σωστά;
Όχι. Το παρόν περιέχει πάντα το παρελθόν μετασχηματισμένο και τα σπέρματά του βρίσκονται πάντα σε (διαλεκτικές) στιγμές του δεύτερου. Αλλά τα σημερινά μορφώματα τύπου Σύριζα και die Linke, δεν είναι φυσικοί συνεχιστές του διεθνούς ΚΚ, αλλά καρπός του εκφυλισμού και της ήττας του, πλήρης άρνηση κι όχι διαλεκτική άρση του. Κι αυτό απαντάει, πιστεύω, στην όποια... υφολογική σύνδεση επιχειρείται μεταξύ των δύο.

Αυτό είναι φανερό και στην περίπτωση του ίδιου του Γκρόσμαν, που είναι συνεπής υπερασπιστής του υπαρκτού σοσιαλισμού, διατηρώντας τις ενστάσεις και τις επιφυλάξεις του για τα αρνητικά του σημεία. Τι σχέση έχει αυτή η έντιμη στάση, με την πολιτική θέση του σημερινού die Linke; Καμία απολύτως. Παίρνει γενικά θέση εναντίον των διώξεων που υφίστανται παλιά στελέχη του κρατικού μηχανισμού της ΛΔΓ, αλλά απορρίπτει συλλήβδην την πείρα της ΛΔΓ και το συγκεκριμένο μοντέλο οικοδόμησης. Στέκεται στο αντίπαλο, ταξικό στρατόπεδο, του εκλεπτυσμένου αντικομμουνισμού, κι έχει εγκλωβίσει στις γραμμές του πολλούς τίμιους αγωνιστές, που βρίσκονται εκεί με τη δύναμη της συνήθειας.

Ποιο είναι λοιπόν το γενικό συμπέρασμα; Αν το διεθνές ΚΚ είχε διάφορες αδυναμίες, παρεκκλίσεις, που αντανακλούσαν την επίδραση της σοσιαλδημοκρατίας και αντανακλώνται και στις αντιλήψεις-αυταπάτες των οργανωμένων μελών του, δεν έχει καμία σχέση με την αυθεντική σοσιαλδημοκρατία και το βρώμικο, ιστορικό της ρόλο. Κι αν το ΕΣΚΓ, συγκεκριμένα, είχε αδυναμίες και προβληματικά στοιχεία στις προγραμματικές του θέσεις και την πολιτική πρακτική του, στοιχεία που εκκόλαψαν κι ως ένα βαθμό προαπεικόνιζαν το σημερινό εκφυλισμό, δεν έχει ωστόσο καμία πολιτική (υφολογική ή όποια άλλη) συγγένεια κι άμεση σύνδεση με τα σημερινά μεταλλαγμένα (πρώην ΚΚ) κόμματα, που καλύπτουν το κενό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικο

Αν κάθε φορά που ακούς τρίγωνα-κάλαντα, σκέφτεσαι την Καλαντίδου, είσαι σύντροφός μου (κι αν μικρός ήσουν αντικοινωνικό παιδάκι, και δεν έβγαινες να τα πεις, ακόμα περισσότερο). Κι αν πηγαίνεις να πεις τα κάλαντα στον Τσίπρα και τον ρωτάς "ποιος είσαι εσύ... (που ήρθες εδώ με μας να σπάσεις πλάκα);"' είσαι γεννημένο ταλέντρο τρολ, και τέκνο άξιο για νέος πρωτοπόρος-πιονιέρος (αν υπήρχαν ακόμα). Κάτι που δε θα συνέβαινε ποτέ με τον Μήτσο τον Κουτσούμπα, που γίνεται ένα με τα λαϊκά συγκροτήματα που τον επισκέπτονται να του τα πουν, και τον χιλοτραγουδάει η γης με μαντινάδες.

Χρόνια εκατό το ΚΚΕ τα έχει φέρει τούμπα
Και συνεχίζει ακάθεκτο, με πρώτο τον Κουτσούμπα

Όχι, πες αλήθεια, σφε αναγνώστη, εσένα σου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η ρίμα τούμπα-Κουτσούμπα;

Κάποτε βέβαια τα παιδάκια έλεγαν κάλαντα απλώς για το έθιμο και για να πάρουν κάποιο γλύκισμα, που γι' αυτούς είχε αξία ανεκτίμητη, σα θησαυρός. Στη δική μου γενιά άρχισε να γίνεται προσοδοφόρα επιχείρηση, με άτυπα συνεργεία που κάλυπταν δήμους ολόκληρους, ως το βράδυ, και πήγαιναν σε σπίτια, που ούτε τα ήξεραν, ούτε τα είχαν επισκεφτεί ποτέ.

Μέχρι που έφτασε η κρίση και μαζί της, ο σχεδόν πλήρης εκφυλισμός του εθίμου, όπου μπορείς να δεις πχ μια τσιγγάνα (ή οτιδήποτε άλλο, δεν έχει σημασία) μάνα να συνοδεύει διακριτικά τα παιδιά της, καθώς παίρνουν σβάρνα τα μαγαζιά, για να οργανώσει την εξόρμηση και να διασφαλίσει πως δε θα τα φάνε στο δρόμο και δε θα τους επιτεθεί κανείς, για να τους πάρεις τα χρήματα.
Ή τους μαγαζάτορες να διώχνουν τα παιδιά, πριν καν αυτά προλάβουν να ρωτήσουν το τυπικό "να τα πούμε;", γιατί φοβούνται πως όλος ο τζίρος της μέρας θα τους φύγει για το έθιμο και το ταμείο θα βγει μείον. Και τα θυροτηλέφωνα να μην απαντάνε στα επίμονα χτυπήματα, γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, η παραμονή είναι κι εργάσιμη. Αλλά πόσοι έχουν δουλειά άραγε τη σήμερον ημέρα;

Κι όλα αυτά θα μπορούσαν να δώσουν το έναυσμα για μια συνολική ανάλυση, πώς το σύστημα αλλοιώνει τα έθιμα και τα μετατρέπει σε άθλια συναλλαγή, γενικευμένο εμπόριο, στιγμών και συναισθημάτων. Ή για το πώς η φτώχεια διατηρούσε παλιότερα μια μορφή συλλογικότητας στη γειτονιά, σαν κοινοτικό κατάλοιπο και υπολανθάνουσα ταξική συνείδηση, που τη διέλυσε αργότερα η επίπλαστη ευμηερία της μεταπολεμικής-μεταπολιτευτικής περιόδου, και τώρα που αυτή εκλείπει, έχει υποχωρήσει (ανεπιστρεπτί) το κοινοτικό κεκτημένο, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, όπου νιώθεις άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά αυτά μπορούν να περιμένουν μια άλλη μέρα, που το μυαλό δε θα έχει θολώσει από το πολύ φαΐ (αυτές τις φ-άγιες μέρες), και δε θα ξεκουράζεται απ' την καθημερινή ρουτίνα.
Όσοι έχουν χρόνο πάντως μπορούν να ακολουθήσουν τους παρακάτω συνδέσμους και να διαβάσουν.
Ένα παλιότερο κείμενο της κε του μπλοκ για τα "Σταλινούγεννα", που το έβαλε κάποτε και το ίνφογουορ στα "απαλλοτριωμένα", για μερικές ώρες, μέχρι να δουν ότι τους πέφτει βαρύ και να το κατεβάσουν.
Ένα ψιλοκάλτ ιστορικό κείμενο στη Μηχανή του Χρόνου, για τη ΛΔΓ που επιχείρησε, λέει, να αντικαταστήσει τα Χριστούγεννα με τα Σταλινούγεννα.
Κι ένα τελείως καλτ (αν δεν ήταν κι επικίνδυνο) κείμενο της Αυγής, που εξηγεί γιατί ο Χριστός ήταν ο πρώτος αριστερός σοσιαλδημοκράτης (παλιά λέγανε "κομμουνιστής"', αλλά ας εκσυγχρονιστούμε πια σύντροφοι) και βασικά κάτι σαν προφήτης του Τσίπρα

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Για τη μέρα του Θρήνου

Το κείμενο που ακολουθεί είναι της συγγραφέα Ντάγκμαρ Χεν, δημοσιεύτηκε σε αυτή την ιστοσελίδα στα γερμανικά (που έχει και αγγλική έκδοση, αλλά με διαφορετικά κείμενα) και αναπαράχθηκε στη σελίδα του Γερμανικού ΚΚ. Παρά τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς, όχι τόσο με το συγκεκριμένο κείμενο, αλλά με γενικότερες απόψεις της Χεν (πχ για το ρόλο της Ρωσίας στα διεθνή δρώμενα), αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όσα έγραψε τον περασμένο μήνα, με αφορμή τα 25χρονα από την επανένωση των δύο Γερμανιών (ή μάλλονξ προσάρτηση της ΛΔΓ) εις σάρκα μία (και εις ένα σαρκοβόρο, καπιταλιστικό σύστημα), και την επέτειο της 3ης Οκτώβρη, που τιμάται ως εθνική γιορτή στη Γερμανία. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν στο ενδιάμεσο το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί κάπου αλλού μεταφρασμένο στα ελληνικά. Σε κάθε περίπτωση ευχαριστώ το σφο Α. για τη μετάφραση και για τα κατατοπιστικά, εισαγωγικά του σχόλια. Καλή ανάγνωση, και κάθε καλόπιστη παρατήρηση, ευπρόσδεκτη.






"Ότι ένα τέτοιο κράτος αναγκαστικά δεν είναι ένα αλλά δύο. Το ένα το αποτελούν οι φτωχοί, το άλλο οι πλούσιοι, ενώ και τα δύο, παραμονεύοντας το ένα το άλλο, κατοικούν κάτω από την ίδια στέγη"
Πλάτων, Το Κράτος

Σήμερα σε πολλές περιοχές θα οργανωθούνε ξανά φιέστες και θ' ακουστούν περήφανοι λόγοι για την εθνική εορτή. Κι όμως, δεν είναι μέρα χαράς, μα μέρα πένθους.

Η ιστορία κάθε χώρας στη πραγματικότητα είναι ιστορία δύο χωρών, είναι δύο ιστορίες, όπου οι νίκες της μίας είναι οι ήττες της άλλης. Την 3η του Οκτώβρη κάθε έτους η άλλη πλευρά γιορτάζει τη νίκη της. Η δική μου θρηνεί για την ήττα της και τα θύματα αυτής.

Θρηνώ για τους ανθρώπους, στο ανατολικό και στο δυτικό κομμάτι της χώρας, που με το τέλος της DDR και της ΕΣΣΔ χάσανε την ελπίδα.

Θρηνώ για τους αμέτρητους νεκρούς των πολέμων που ακολούθησαν. Από τη Γιουγκοσλαβία ως τη Συρία σήμερα. Όλοι τους, ανεξαρτήτως εμπλεκόμενης πλευράς, θα ήταν ζωντανοί σήμερα χωρίς αυτή τη 3η του Οκτώβρη.

Θρηνώ για τους ανθρώπους της χώρας μας, οι οποίοι έπεσαν θύματα αυτού που τόσο υποκριτικά ονομάζεται "επανένωση". Με τέτοιο τρόπο, που πριν ήταν αδύνατος, αδιανόητος: Μέσω της διάλυσης των δομών κοινωνικής πρόνοιας, του Hartz 4, των χειρότερων δομών δημόσιας υγείας, των χειρότερων εργασιακών σχέσεων και τη καθημερινή δυστυχία μιας σκλαβιάς, από την οποία μοιάζει να μην υπάρχει καμία διέξοδος. 10 χρόνια διαφέρει πλέον το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. 10 χρόνια που εκλάπησαν από εκατοντάδες χιλιάδες, από εκείνη τη 3η του Οκτώβρη.

Θρηνώ για κάθε εκατοστό μιας καλύτερης Γερμανίας, που χάθηκε τη μέρα εκείνη. Μιας Γερμανίας που τον πλούτο της δε τον βάσιζε στην εκμετάλλευση άλλων χωρών, που δεν ανάγκαζε άλλους λαούς να ζουν ως υποτελείς λόγω του χρέους τους, όπως το κάνει τόσο ξεδιάντροπα η ΟΔΓ σήμερα με τον ελληνικό λαό.

Θρηνώ και ντρέπομαι, γιατί έπρεπε (και) στην ΟΔΓ να είχαμε υπερασπιστεί αυτή τη χώρα και δεν το κάναμε. Θυμάμαι πώς καθόμουν μπροστά στην οθόνη στις 9/11/1989, παρακολουθώντας τα ρεπορτάζ για το άνοιγμα των συνόρων της DDR και σκεπτόμενη πως ναι, τώρα άνοιξαν πλέον οι πύλες της κολάσεως. Υποψιαζόμουνα τις τραγικές συνέπειες. Όμως δεν έκανα τίποτα.

Όπως τόσοι πολλοί, είχα εφησυχάσει από μια μακρά περίοδο φαινομενικής ειρήνης. Αμφέβαλλα για την αυθόρμητη ανησυχία μου απέναντι στα γεγονότα. Η ΟΔΓ στα τέλη της δεκαετίας του '80 δεν έμοιαζε δα και τόσο άσχημη, ακόμη και με καγκελάριο τον κύριο Kohl. Η γενιά των παλιών Ναζί επιτέλους, αναγκαστικά λόγω ηλικίας, είχε εξαφανιστεί από το κρατικό μηχανισμό. Τα κοινωνικά δικαιώματα έμοιαζαν εξασφαλισμένα. Ως επίδραση του μαζικού φοιτητικού κινήματος, ακόμη και ο μόνιμος αντικομμουνισμός που υπήρχε από την εποχή του Adenauer φαινόταν να εξαφανίζεται. Οι ιστοριογραφία επιτέλους ασχολιότανε με τη κοινωνιολογική και την οικονομική ιστορία και μετά από δεκαετίες φαινόταν να υπάρχει πρόθεση, να σταματήσει η αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων. Ακόμη κι αν το ένστινκτό μου σχεδόν ούρλιαζε πως αυτό που θ' ακολουθούσε θα 'ταν ένα τεράστιο πισωγύρισμα, τίποτα στη καθημερινότητα δεν έμοιαζε να το επιβεβαιώνει.

Δεν έκανα τίποτα.

Ελάχιστοι τότε αντιλαμβάνονταν πόσο πολυεπίπεδα είχε διαποτίσει το δηλητήριο του αντικομμουνισμού το σύνολο σχεδόν της αριστεράς. Πως τόσο πολλά, τα οποία έμοιαζαν με σύγχρονη κριτική, είχαν στη πραγματικότητα μόνο σκοπό ν' ακονίσουν το μαχαίρι και ν' ανοίξουν το δρόμο στον απάνθρωπο και αιματοβαμμένο ιμπεριαλισμό: Η έντεχνα πλασαρισμένη συζήτηση περί ατομικών δικαιωμάτων, οι δήθεν αξίες της ατομικής ελευθερίας και δημιουργικότητας που εμφανίζονταν μέσω μιας υποκριτικής pop-culture, η ανεκτικότητα που φαινόταν να δείχνει η άρχουσα τάξη.

Έπρεπε να είχαμε αμυνθεί.

Κάθε μέρα πληρώνουμε το τίμημα της επιλογής μας. Οι 10.000 πλουσιότεροι (Γερμανοί) γεμίζουν τη δημόσια σφαίρα με το μίσος και τη περιφρόνησή τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Η λογική, ο ανθρωπισμός, ακόμη και η υπόσχεση για κατανάλωση, που κάποτε χρησίμευε ως υποκατάστατο της ελευθερίας, καταργήθηκαν ως κάτι το άχρηστο. Απειλή, εξαναγκασμός και φόβος είναι που καθορίζουν της ζωές των τάξεων που δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής, από το χώρο εργασίας και τη κατοικία μέχρι το καθεστώς εξαναγκασμού του Hartz 4. There Is No Alternative, δεν υπάρχει εναλλακτική, η μόνιμη δικαιολογία για κάθε κοινωνικό ανοσιούργημα. Από πίσω όμως κρύβεται η σιχαμερός ναιναικισμός απέναντι στους πλούσιους και τους ισχυρούς, η υποτακτικότητα του πολιτικού προσωπικού, μια απάθεια που έχει φτάσει ως το μεδούλι και που μπορεί και εμφανίζει την έλλειψη τιμής και ηθικής της ως "αναγκαία πολιτική επιλογή" μόνο και μόνο, επειδή η καθημερινή προπαγάνδα αναμασά αδιάκοπα την ίδια αφήγηση.

Ουσιαστικά το ζήτημα της ελευθερίας είναι απλό. Μια χώρα είναι ελεύθερη, όταν κάθε άνθρωπος που ζει σ' αυτή μπορεί να στέκεται όρθιος. Να μην έχει έγνοια για το αν θα 'χει να φάει κάθε μέρα, να μη χρειάζεται να σέρνεται μπροστά σε κανένα αφεντικό, μπροστά σε κανέναν ενοικιαστή, αυτές είναι αυτονόητες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Έπονται όλες οι άλλες, όπως το να μπορεί ν' αποφασίσει ελεύθερα τη δραστηριότητά του, βάσει κλήσεων και ικανοτήτων, όχι βάσει του τί επιβάλλουν οι άδειες του τσέπες. Να είναι ελεύθερος να ερωτευτεί, χωρίς να επιβάλλει κι εδώ επιλογές το πορτοφόλι του. Να είναι ελεύθερος να καλλιεργεί/συντηρεί φιλίες, έχοντας τον ελεύθερο χρόνο και την εσωτερική ηρεμία που απαιτούνται για να μπορεί να χαρίσει την αναγκαία γι αυτό προσοχή. Να έχει το χρόνο και την ελευθερία να γνωρίσει την ομορφιά, τη τέχνη και τη κουλτούρα, αυτό τον επί χιλιετίες καλλιεργούμενο διάλογο της ανθρώπινης ψυχής.

Η υποτέλεια μας διαπότισε τόσο πολύ, που ακόμη και η απλή σκέψη για όλα αυτά γίνεται σήμερα με δυσκολία!

Έπρεπε να είχαμε αμυνθεί. Και από τις δύο πλευρές των συνόρων, μαζί, για να σώσουμε ότι είχε χτιστεί με τόσο μεγάλες θυσίες.

Πριν περίπου 20 χρόνια ένας οδηγός τραμ στο Μόναχο είχε κερδίσει σε ένα τηλεπαιχνίδι, το Jeopardy, κάτι παραπάνω από 80.000 Μάρκα. Ένα χρόνο μετά τον συνάντησα και είχαμε μια σύντομη συνομιλία. Αρκετή όμως για να μάθω πως δεν ήταν πάντα οδηγός τραμ. Πριν από αυτό ήταν μάνατζερ. Παράτησε μια καλοπληρωμένη δουλειά, γιατί από μικρό παιδί ήθελε να οδηγεί τραμ. Ήταν ευτυχισμένος σαν οδηγός του τραμ.

Αυτό, παραδείγματος χάριν, είναι ελευθερία. Σήμερα, 20 χρόνια μετά, κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, πρωτίστως γιατί η πληρωμή για μια τέτοια δουλειά έχει χειροτερέψει ραγδαία.

Υπάρχει μια συνέντευξη με έναν Ιταλό εθελοντή στο Ντονμπάς. Ο άντρας ερωτάται ποιό είναι το επάγγελμά του. Δηλώνει χτίστης και αφηγείται πόσο υπέροχο είναι να χτίζει κανείς σπίτια. Και πόσο φρικαλέα βρίσκει τη καταστροφή που αντικρίζει εκεί. Είναι εμφανές, το επάγγελμά του είναι το πάθος του. Ταιριάζει στον τόπο, όπου τον οδήγησε η ζωή του.

Μία από τις κόρες μου παραπονιόταν, πόσο επιφανειακές είναι οι συμμαθήτριές της. Οι συζητήσεις τους κινούνται γύρω από το αν είναι καλύτερο το Samsung ή το iPhone. 

Τη χώρα, στην οποία ζούμε σήμερα, τότε την βρίσκαμε μόνο στα βιβλία της ιστορίας. Δε γυρίσαμε καν στα χρόνια του Adenauer, μα μέχρι την εποχή του Γουλιέλμου ή ίσως ακόμη πιο πίσω, στα σκοτεινά χρόνια μετά το 1848. Οι αυτάρεσκες κενολογίες περί "επιτυχημένων" που "αξίζουν" τα εξωφρενικά εισοδήματά τους, η περιφρόνηση για όλους όσοι δε γεννήθηκαν μ' ένα χρυσό κουτάλι στο στόμα, μένουν χωρίς αντίλογο, σα να μη μεσολάβησε τίποτα από το 1848 μέχρι σήμερα, που να επιτρέπει στον απλό άνθρωπο να έχει την απαίτηση γι αξιοπρέπεια. 

Τόσο χαμηλά έχουμε πέσει. Έπρεπε να είχαμε αμυνθεί.

Ταξική πάλη. Η έννοια αυτή έμοιαζε τότε, τέλη του '80, κάτι το αφηρημένο, το οποίο διεξάγονταν με κάποιο θεσμοθετημένο και άγνωστο στο ευρύ κοινό τρόπο ανάμεσα στις ηγεσίες των σωματείων και τις εργοδοτικές ενώσεις. Κι αυτό ενώ είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις δύο αυτές ανταγωνιστικές πλευρές, ανάμεσα σε όσους κατέχουν τα μέσα παραγωγής και σε όσους δεν κατέχουν τίποτα, ο οποίος σε τελική ανάλυση καθορίζει τα πάντα - πόση αλήθεια ή όχι θα γράφεται στον τύπο, αν θ' αντιμετωπίζουμε αλλήλους με ευπρέπεια, αν τα τρόφιμα θα έχουν θρεπτική αξία και πραγματική γεύση, αν θα αντιμετωπίζουμε την εργασία μας με χαρά ή ως καταναγκασμό.

Η ήττα ήταν τεράστια και ακόμη είμαστε στο σημείο, που αντιλαμβανόμαστε το μέγεθός της.

Και δεν είμαστε καν εμείς εκείνοι που τη πληρώνουν πιο ακριβά. Είναι τα εκατομμύρια εκείνων που πεινάνε, γιατί το τρόφιμα είναι πεδίο κερδοσκοπίας. Εκατομμύρια που ζούνε χωρίς καθαρό νερό, γιατί στις μητροπόλεις του καπιταλισμού δεν υπάρχει το κίνημα εκείνο, που θα εμποδίσει τους ομίλους που βλέπουν το νερό ως πεδίο κερδοφορίας. Τόσα και τόσα θύματα αμέτρητων πολέμων, που γίνονται για να βάλουν αυτοί οι ίδιοι όμιλοι στο χέρι τις πρώτες ύλες άλλων χωρών. 

Εμείς μετράμε την ήττα με την αξιοπρέπεια, τη ψυχολογία και την υγεία μας. Άλλοι τη μετράνε με την ίδια τους τη ζωή.

Υπάρχουν ήττες που έχουν πολύ σκληρές συνέπειες. Από την ήττα του πολέμου των χωρικών το 1525, υπάρχει μια ευθεία γραμμή που οδηγεί στο τριακονταετή πόλεμο. Η ήττα της επανάστασης το 1919 έβαλε τα θεμέλια για την πτώση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η ήττα, που σήμερα εορτάζεται από τους κυρίαρχους ως νίκη, μας έχει φέρει γι άλλη μια φορά στα πρόθυρα ενός παγκοσμίου πολέμου. Στην ιστορία δεν υπάρχουν αμέτοχοι, ούτε κάποια κρυμμένη "πίσω πόρτα", που να οδηγεί σε μια ύπαρξη ανέγγιχτη από τις εξελίξεις.

Η 3η του Οκτώβρη είναι για μένα μια ημέρα πένθους. Μια μέρα που μου υπενθυμίζει μια εθνική καταστροφή. Στην Αριστερά σήμερα δε συνηθίζεται να σκέφτεται κανείς με τέτοιους όρους. Προτιμάται η αναζήτηση μιας ευρωπαϊκής φαντασίωσης, ή μιας παγκόσμιας. Στη πραγματικότητα όμως πρόκειται για υπεκφυγή, για την αναζήτηση μιας "πίσω πόρτας", μια φυγή μπροστά στη τραυματική σύγχρονη γερμανική ιστορία. Μοιάζει αυτή η τελευταία ήττα να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, το σημείο εκείνο, μετά το οποίο πρέπει να συμπεριφέρεσαι, σα να μη σε απασχολεί όλη αυτή η τραγωδία. Η ταπείνωση, με την οποία αντιμετωπίζει το γερμανικό κεφάλαιο το πληθυσμό μιας διαλυμένης χώρας, πάνω στον οποίο για πάνω από 40 χρόνια δεν είχε καμία εξουσία, είναι κοινό μυστικό. Αλλά κάνουμε λες και αν γυρίσουμε το κεφάλι δε θα μας φτάσει η δυσωδία. Αναθέτουμε τις ελπίδες μας στο ΣΥΡΙΖΑ, στους PODEMOS ή σε οποιαδήποτε άλλη εκδοχή κοινοβουλευτικής αυταπάτης, αρκεί να τηρεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις: Να είναι κάπου άλλου, να είναι ευρωπαϊκή και να μπορεί να μας απαλλάξει από το καθήκον να παλέψουμε για τη γέννηση κάτι πραγματικά ελπιδοφόρου στη δική μας χώρα. Αν συνεχίσουμε έτσι, ωσάν να μην έχει αλλάξει ριζικά και η ίδια η ΟΔΓ από το 1989 κι έπειτα, πού ξέρετε, ίσως στο τέλος δε χρειαστεί να συνειδητοποιήσουμε τη φρικτή πραγματικότητα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ χρησιμοποιούσε συχνά μια φράση του Λασσάλ (ο οποίος στο συγκεκριμένο είχε και μια φορά δίκιο): Επαναστατική πράξη είναι να ξεστομίζεις αυτό, που είναι πραγματικό. Πρέπει να μιλήσουμε για τον πόνο αυτής της ήττας. Η άλλη Γερμανία χρειάζεται το χώρο της στη σκέψη μας. Όχι μόνο με τη μορφή μιας χώρας που σβήστηκε από το χάρτη, αλλά και στο παρόν του ως εκείνη η δεύτερη χώρα, για την οποία έγραφε ακόμη κι ο Πλάτωνας. Είναι αδύνατον να κατανοηθούν οι αντιθέσεις στις σημερινές αντιπαραθέσεις, χωρίς τις ιστορικές τους προϋποθέσεις. Η δύναμη γι αντίσταση, που θα είναι κάτι παραπάνω από μια προσωρινή αναλαμπή, μπορεί να υπάρξει μόνο αν αποδεχθεί κανείς την ίδια του την ιστορία, με τους προδότες και τους ήρωές της, με τις νίκες και τις ήττες της. Έτσι όπως το έκανε η DDR. Όπως το έκανε το γερμανικό εργατικό κίνημα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του. Μόνο όποιος νοιώθει υπεύθυνος για μια χώρα, μπορεί να παλέψει γι αυτή.

Ο Γκεόργκι Δημητρώφ, ο Βούλγαρος κομμουνιστής, που στάθηκε μπροστά στους ναζί στη δίκη για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ και τους επέφερε εκεί σημαντική ήττα, ανέφερε στη γνωστή ομιλία του στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (συγχωρέστε μου το μεγάλο απόσπασμα):

"Οι κομμουνιστές είμαστε ασυμφιλίωτοι εχθροί κάθε μορφής αστικού εθνικισμού. Δεν είμαστε όμως οπαδοί του εθνικού μηδενισμού και δε πρέπει ποτέ να εμφανιζόμαστε ως τέτοιοι. Η εκπαίδευση των εργατών και όλων των λαϊκών μαζών στο προλεταριακό διεθνισμό είναι από τα βασικά καθήκοντα κάθε κομμουνιστικού κόμματος. Όποιος όμως νομίζει πως αυτό του δίνει το δικαίωμα, πόσο μάλλον πως τον υποχρεώνει, ν' αδιαφορεί για τα εθνικά αισθήματα τν πλατιών λαϊκών μαζών, αυτός απέχει πάρα πολύ από το πραγματικό μπολσεβικισμό και δε κατάλαβε τίποτα από τα διδάγματα του Λένιν και του Στάλιν πάνω στο εθνικό ζήτημα.

Ο Λένιν, που πάντοτε αντιπάλευε με συνέπεια τον αστικό εθνικισμό, μας έδωσε ένα παράδειγμα για τη σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος στο άρθρο του "για την εθνική υπερηφάνεια των μεγαλορώσων" το 1914. Εκεί ανέφερε:

Μα δεν έχουμε τάχα εμείς οι ταξικά συνειδητοποιημένοι μεγαλορώσοι προλετάριοι ούτε ίχνος εθνικής υπερηφάνειας; Σαφώς και έχουμε! Αγαπάμε τη γλώσσα και τη πατρίδα μας και (ακριβώς γι αυτό) κινητοποιούμαστε όσο κανένας άλλος ώστε οι εργαζόμενες μάζες -δηλ. τα 9/10 του πληθυσμού- να ανυψωθούν σε μια συνειδητή δημοκρατική και σοσιαλιστική ζωή. Μας πληγώνει όσο κανέναν να βλέπουμε τις βιαιοπραγίες, τη καταπίεση, τον εξευτελισμό, στους οποίους καταδικάζουν την όμορφη πατρίδα μας οι Τσάροι, οι φεουδάρχες και οι καπιταλιστές. Είμαστε περήφανοι που μέσα από τις δικές μας γραμμές, των μεγαλορώσων, ξεπήδησε η αντίσταση απέναντι σε αυτές τις φρικαλεότητες. Που βγήκαν από τις γραμμές μας αγωνιστές όπως ο Ραντίστσεφ, οι Δεκεμβριστές, οι μικροαστοί επαναστάτες της δεκαετίας του '70, περήφανοι που η μεγαλορώσικη εργατική τάξη έπλασε το 1905 ένα ισχυρό μαζικό επαναστατικό κόμμα.

Είμαστε γεμάτοι εθνική υπερηφάνεια, γιατί το μεγαλορωσικό έθνος δεν έχει να επιδείξει στην υπόλοιπη ανθρωπότητα μόνο πελώρια πογκρόμ, αποκεφαλισμούς, βασανιστήρια, λοιμούς και πελώρια υποταγή μπροστά στους παπάδες, στο Τσάρο, στους φεουδάρχες και τους καπιταλιστές. Έχει να επιδείξει και μια επαναστατική κοινωνική τάξη που ήρθε στο προσκήνιο της ιστορίας, η πάλη της οποίας για ελευθερία και σοσιαλισμό μπορεί ν' αποτελέσει παράδειγμα για όλους.

Είμαστε γεμάτοι εθνική υπερηφάνεια. Ακριβώς γι αυτό μισούμε όσο τίποτα τόσο τη παρελθοντική όσο και τη τωρινή σκλαβιά μας, όπου οι φεουδάρχες, στηριζόμενοι και από τους καπιταλιστές, μας οδηγούν στο πόλεμο, για τη κατάκτηση της Πολωνίας και της Ουκρανίας, για τη κατάπνιξη των δημοκρατικών κινημάτων στη Περσία και στη Κίνα, για να ενισχύσουν την ισχύ της συμμορίας των Ρωμανόφ, Μπομπρίνσκι και Πουρισκέβιτς, τσαλαπατώντας με τις κινήσεις τους τη μεγαλορωσική εθνική μας αξιοπρέπεια.

Έτσι έγραφε ο Λένιν για την εθνική υπερηφάνεια.

Σύντροφοι, θεωρώ πως στη δίκη της Λειψίας έπραξα σωστά όταν, στη προσπάθεια των φασιστών να μειώσουν το βουλγαρικό έθνος σαν ένα έθνος βαρβάρων, απάντησα υπερασπιζόμενος την εθνική τιμή των εργαζόμενων μαζών της Βουλγαρίας. Υπεράσπισα την γεμάτη αυτοθυσία πάλη αυτών των μαζών απέναντι στις φασιστικές ορδές, αυτούς τους πραγματικούς βαρβάρους και αγρίους, και ξεκαθάρισα πως δεν έχω κανένα λόγο να ντρέπομαι για τη βουλγαρική καταγωγή μου, πως αντίθετα νοιώθω περήφανος που είμαι γιος της ηρωικής βουλγαρικής εργατικής τάξης.

Σύντροφοι! Ο προλεταριακός διεθνισμός πρέπει κατά έναν τρόπο να "εγκλιματιστεί" σε κάθε χώρα, προκειμένου να μπορέσει εκεί ν' απλώσει ρίζες. Οι εθνικές μορφές της ταξικής πάλης και του εργατικού κινήματος σε κάθε ξεχωριστή χώρα δεν αντιβαίνουν στο προλεταριακό διεθνισμό. Αντίθετα, ακριβώς μέσα από αυτές τις μορφές μπορεί να υπερασπιστεί κανείς με επιτυχία και τα διεθνιστικά συμφέροντα της εργατικής τάξης."

Η "εθνική τιμή των εργαζόμενων μαζών", πόσο ξένο ακούγεται κάτι τέτοιο σήμερα στη γερμανική αριστερά; Ο τίτλος αυτού του αποσπάσματος, παρεμπιπτόντως, είναι "Για την ιδεολογική αντιπαράθεση με το φασισμό". Μια συνταγή που λειτούργησε, εκτός των άλλων, στην DDR και στο Ντονμπάς, δεν υπάρχει λόγος να επιτρέπει κανείς σε αριστερούς εξυπνάκηδες και αντιγερμανούς να του λένε πως είναι παρωχημένη. Το ν' αποφεύγεις επιμελώς καθετί που περιέχει τη λέξη "εθνικός" σημαίνει ουσιαστικά πως αφήνεις ορθάνοικτες πόρτες στους φασίστες.

Υπεράσπιση της εθνικής τιμής των εργαζόμενων μαζών, αυτό σήμερα σημαίνει ν' αναγνωρίζεις πως η DDR ήταν η μεγαλύτερη κατάκτηση στην ιστορία του γερμανικού εργατικού κινήματος. Περισσότερη ελευθερία για περισσότερους ανθρώπους, από όση μπορούν να κατανοήσουν και να εγκρίνουν ποτέ οι ανώτεροι άρχοντες. Να αναγνωρίζεις και να υπερασπίζεσαι αυτή τη κατάκτηση (σε όλες της τις μορφές) ακόμη και ως Δυτικογερμανός, επειδή κατανοείς πως ακόμη κι εσένα σε βοήθησε στο να ζήσεις μια καλύτερη ζωή.

Σημαίνει να κατανοείς πως η σημερινή ημέρα είναι μέρα πένθους. Κι έπειτα να σηκώνεις το βλέμμα μπροστά, ενθυμούμενος όλη τη μακρόχρονη ιστορία του κινήματός μας, από το πόλεμο των χωρικών και τα αιματοβαμμένα Χριστούγεννα στο Sendlingen ως το κόκκινο στρατό της κοιλάδας του Ρουρ, θέτοντας ξανά στο σήμερα την απαίτηση για μια ανθρώπινη ζωή.

Γιατί τα παιδιά μας θα έπρεπε να μεγαλώνουν με τραγούδια σαν αυτό:
(μικρό λευκό περιστέρι της ειρήνης, τραγούδι των πιονέρων της DDR)

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Για τα 20χρονα από την επανέκδοση της junge Welt

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Γράφει ο Anton Saefkow //

Όπως τα πάντα στην πρώην DDR μετά την «επανένωση» της Γερμανίας, έτσι και οι εφημερίδες και οι εκδοτικοί οίκοι της ουσιαστικά χαρίστηκαν σε επιχειρηματικούς ομίλους της ΟΔΓ. Στόχος αυτών των κινήσεων δεν ήταν τόσο το κέρδος, όσο το να μη μείνει πέτρα στη πέτρα. Να βγάλουν και κάποια κέρδη όσο προλάβουν οι διάφοροι κερδοσκόποι, αλλά κυρίως να κλείσει και να ρημάξει κάθε τί που μπορούσε να προβάλει οργανωμένο αντίλογο στο ξαναγράψιμο της ιστορίας που θ” ακολουθούσε.


Τον ίδιο δρόμο σχεδιαζόταν να πάρει και η εφημερίδα «junge Welt» (1). Επρόκειτο για το όργανο του Κ.Σ. της FDJ, της νεολαίας του SED, του κομμουνιστικού κόμματος (2) της DDR.
Η εφημερίδα πριν την πτώση του τείχους είχε φτάσει να πουλάει κοντά στα 1.500.000 φύλλα καθημερινά και ήταν η πιο πολυδιαβασμένη της DDR των 17 εκατομμυρίων ψυχών, πάνω δηλαδή και από το όργανο της Κ.Ε. του SED.

Η πορεία της ήταν αυτή όλων των οργανισμών της DDR μετά το ’91. «Πουλήθηκε» για 1 μάρκο (0,50 Ευρώ!) σε κάποιους επιχειρηματίες, άρχισε να εκφράζει «αριστερές» απόψεις «χωρίς όμως τις ακρότητες και τους διχασμούς του παρελθόντος» και σιγά σιγά οδηγούνταν προς το κλείσιμο, το οποίο και ανακοινώθηκε πριν από 20 χρόνια, στις 5/4/1995.

Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι υπολογισμοί πέσανε έξω. Οι εργαζόμενοι αντιδράσανε και αναλάβανε οι ίδιοι την εφημερίδα.

Δε θα αναφερόμασταν όμως σε αυτή, αν αυτό ήταν όλο. Το σημαντικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως, αναλαμβάνοντας την έκδοση της εφημερίδας, ιδρύοντας τον εκδοτικό οίκο «8η Μάη» (από τη μέρα της αντιφασιστικής νίκης) και διαχειριζόμενοι τα οικονομικά ως κολεκτίβα που περιλάμβανε και κάθε πρόθυμο γι’ αυτό αναγνώστη, πήραν σημαντικές αποφάσεις για τη πολιτική κατεύθυνση που θα είχε το όλο εγχείρημα. Σημαντικότερη αυτών: Η αναγνώριση και υπεράσπιση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε στην DDR, χωρίς αυτό να σημαίνει την εξιδανίκευσή του.
Επιπλέον, διαχρονικά σταθερός και διακηρυγμένος στόχος της όλης προσπάθειας είναι η συμβολή στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Σήμερα η junge Welt είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που έχει να επιδείξει το κομμουνιστικό κίνημα στη Γερμανία. Δίνει την εντύπωση μιας δυναμικής, ιδιαίτερα φρέσκιας, καθημερινής μαρξιστικής εφημερίδας. Καταφέρνει να αυξάνει αργά και σταθερά τις πωλήσεις της. Ακόμη σημαντικότερο: Δείχνει έμπρακτα πόσο δίκιο είχε ο Λένιν όταν έλεγε πως: «Ο ρόλος της εφημερίδας δεν περιορίζεται μόνο στη διάδοση ιδεών, μόνο στην πολιτική διαπαιδαγώγηση και την προσέλκυση πολιτικών συμμάχων. Η εφημερίδα δεν είναι μόνο συλλογικός προπαγανδιστής και συλλογικός διαφωτιστής, μα και συλλογικός οργανωτής«, αφού καταφέρνει, χωρίς να έχει επίσημους δεσμούς με το die Linke ή κάποιο άλλο κόμμα, να συσπειρώνει κόσμο γύρω της, να τον κινητοποιεί και να επηρεάζει ιδεολογικά όσο λίγοι το κομμουνιστικό κίνημα στη συγκεκριμένη χώρα.

Φυσικά έχει και τα προβλήματά της. Πιο εμφανές πρόβλημα -για προφανείς λόγους- η μικρή σύνδεση με χώρους δουλειάς. Επιπλέον, η απουσία συγκεκριμένου πολιτικού φορέα που είναι πίσω της, που ελέγχει και δίνει μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή βάσει ενός καθορισμένου προγράμματος και τακτικής, έχει σαν αποτέλεσμα να παλαντζάρει κατά διαστήματα και ανάλογα το θέμα. Επίσης, συνεχίζει να έχει επαφές, άρα και αυταπάτες, με/για το die Linke, κάνοντας βέβαια σταθερά σκληρή κριτική, η οποία είναι ειλικρινής και δε μπορεί να συγκριθεί με τη στάση λ.χ. της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, σταθερά προβάλλει και τις απόψεις/δραστηριότητες του DKP, του Γερμανικού ΚΚ (και αδερφού κόμματος του ΚΚΕ) δηλαδή, όπως και άλλων ομάδων της γερμανικής αριστεράς.

Δείχνει αυξημένο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, χωρίς πάντα να καταφέρνει να μείνει μακριά από αυταπάτες για το ρόλο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μεταφέρει αρκετά συχνά και πιστά τις απόψεις του ΚΚΕ στους αναγνώστες της, ενώ δεν κρύβει τις πατάτες της νέας κυβέρνησης και το πισωγύρισμά της ακόμη και από τις προεκλογικές διακηρύξεις. Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής για το πώς βλέπει τη κατάσταση στην Ελλάδα είναι αυτά τα άρθρα, για τη συγκέντρωση του ΚΚΕ και τη πρόταση νόμου για τα μνημόνια το ένα, για τη στάση της Κωνσταντοπούλου που αβαντάρει τη Χρυσή Αυγή από την άλλη:

http://www.jungewelt.de/2015/03-02/023.php

http://www.jungewelt.de/2015/03-09/017.php

Κάνοντας ένα συνολικό απολογισμό, είναι μια πολύ σημαντική και αξιόλογη προσπάθεια. Δύσκολα μπορεί κανείς να σκεφτεί ένα παρόμοιο εγχείρημα που, χωρίς να έχει τη στήριξη κάποιου κόμματος και ενός ανάλογου μηχανισμού, να καταφέρνει σε μία τέτοια χώρα, σε μια τέτοια περίοδο, να αντέχει ιδεολογικά, να κρατά όρθια τη σημαία του σοσιαλισμού που επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί σε μια προηγμένη καπιταλιστική χώρα και ταυτόχρονα να κερδίζει νέο κόσμο, να βρίσκει μέσα και τρόπους για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της.

Αυτό το τελευταίο είναι και από τα βασικότερα που νομίζω πως έχει να δώσει σε κομμουνιστές στην Ελλάδα η συγκεκριμένη προσπάθεια:

Από θέμα πολιτικού προσανατολισμού εντός της κομμουνιστικής αριστεράς είμαστε σαφώς σε καλύτερη κατάσταση. Ωστόσο η κρίση κατέστησε σαφές ότι υπάρχει ζήτημα στο πώς πρέπει να λειτουργεί ο σύγχρονος επαναστατικός τύπος, ώστε να μείνει όρθιος αφενός και να μπορεί να προσελκύει αναγνώστες αφετέρου. Σε αυτό το ζήτημα η jW έχει να διδάξει αρκετά, αφού οι πρωτοβουλίες της είναι αρκετές και πολυεπίπεδες. Δε θ” αναφέρω εδώ αναλυτικά πράγματα.
Πυρήνας πάντως της λογικής της είναι οι συνδρομές της εφημερίδας, οι οποίες είναι πολύ ευέλικτες χρονικά και μπορούν να αφορούν είτε την έντυπη είτε την ηλεκτρονική έκδοση (ή και τις δύο). Συνδεδεμένο με τη συνδρομή είναι και το πόσο πίσω στο ιντερνετικό αρχείο της εφημερίδας μπορεί να κάνει κανείς αναζητήσεις και να διαβάσει άρθρα. Σημαντικό είναι και το e-shop που λειτουργεί στο site της.

Για όλους αυτούς του λόγους και με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την εκκίνηση της «επανέκδοσης» της εφημερίδας, θα ακολουθήσουν οι μεταφράσεις κάποιων κειμένων της που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, στα πλαίσια των 20χρονων «γενεθλίων» της. Πρώτο από αυτά είναι μία συνέντευξη που δώσανε συντελεστές της εφημερίδας πριν λίγες μέρες για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.

Όλη η θεματική ενότητα της εφημερίδας «Πασχαλινό θαύμα» που αφορά τα 20 χρόνια από την επανέκδοσή της βρίσκεται εδώ: http://www.jungewelt.de/bibliothek/dossier/191
————————————–

(1) Junge Welt σημαίνει «νέος κόσμος», με την έννοια του νεαρού όμως, του ορεξάτου.

(2) Για την ακρίβεια το SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands) ήταν ένα κόμμα που προέκυψε από τη συνένωση του σοσιαλδημοκρατικού SPD και του κομμουνιστικού κόμματος KPD το 1946 στο κατεχόμενο από την ΕΣΣΔ κομμάτι της Γερμανίας. Στην πορεία εξελίχθηκε, προγραμματικά και καταστατικά, σε ΚΚ.

«Έμοιαζε ουτοπία πως η junge Welt θα υπήρχε για δεκαετίες ακόμη»

Στις 5 Απριλίου 1995 ανακοινώθηκε το τέλος της junge Welt (jW). Ακολούθησε το «πασχαλινό θαύμα». Το προσωπικό ανέλαβε την εφημερίδα και άρχισε να την εκδίδει μόνο του. Μια συζήτηση με τους Regina Sommer, Dietmar Koschmieder και Klaus Fischer (http://www.jungewelt.de/2015/04-04/008.php).

H Regina Sommer (R.S.) ξεκίνησε το 1976 να δουλεύει εθελοντικά στην jW. Μετά το πέρας των σπουδών της ξεκίνησε να δουλεύει το 1981 κανονικά στην εφημερίδα. Σήμερα είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής και του επιχειρησιακού συμβουλίου της (1).

Ο Dietmar Koschmieder (D.K.) ξεκίνησε το 1991 σα συντάκτης στην εφημερίδα. Την περίoδο διάλυσης της DDR ήταν πρόεδρος του επιχειρησιακού συμβουλίου της. Σήμερα είναι διευθυντής των εκδόσεων «8 Μάη Α.Ε.».

Ο Klaus Fischer (K.F.) εργάζεται από το 1994 σα συντάκτης. Σήμερα είναι υπεύθυνος για το Οικονομικό, Εργατικό και Κοινωνικό Ρεπορτάζ.

Η Lena Keymann μόλις ξεκίνησε να δουλεύει κανονικά στην jW, ως συντάκτρια σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Είχε προηγηθεί ένα διάστημα που εργαζόταν ως εθελόντρια.

Ο Johannes Supe (J.S.) εργάζεται από τον Οκτώβρη του 2014 εθελοντικά στην jW.

“Κατεβάζουμε ρολά!” Με αυτό το πρωτοσέλιδο αναστάτωσε η jW τους αναγνώστες της στις 6/4/1995. Τη προηγούμενη είχε ανακοινωθεί το κλείσιμο της εφημερίδας. Η τελευταία καθημερινή αριστερή εφημερίδα επρόκειτο ν’ αποχαιρετήσει το εκδοτικό σκηνικό της ενιαίας Γερμανίας. Regina, Dietmar και Klaus: Συμμετείχατε τότε ήδη στη σύνταξη της εφημερίδας, ζήσατε από κοντά τις εξελίξεις. Πώς έφτασε η κατάσταση ως εκεί;




Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Οι Γερμανοί (δεν) είναι φίλοι μας

Όχι, δεν πρόκειται να αναλύσουμε ένα μουντιάλ με αντιδραστικό και λυπημένο τέλος –αν και από μία άποψη ήταν ρεαλιστικό σαν τη ζωή. Αλλά στον πρόσφατο τελικό όλη σχεδόν η φίλαθλη χώρα ήταν στο πλευρό της αργεντινής. Πολλοί πήγαν βέβαια με το αυθόρμητο αντι-γερμανικό, αντι-μερκελικό ρεύμα. Αλλά στην πλατεία που το έβλεπα, ο κόσμος χειροκρόρησε μετά τον ύμνο της αργεντινής, σα να ήταν η δική του ομάδα, χωρίς να αποδοκιμάσει πχ το γερμανικό εθνικό ύμνο.

Σε κάθε κανόνα υπάρχουν βέβαια οι εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν. Κι αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν: οι παραδοσιακοί γερμανόφιλοι τσολιάδες· οι πιστοί του μαραντόνα, που δεν ήθελαν να δουν το θεό τους να εκθρονίζεται ή να αποκτά συγκάτοικο στην κορυφή –με την αργεντινή του μέσι να το σηκώνει μες στη βραζιλία· κι όσοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ρηχή, αντι-μερκελική συριζίλα με το ντεμέκ κινηματικό αργεντινάσο επίστρωμα και πήγαν από αντίδραση με τους άλλους. Αν και δεν ξέρω πόσο υγιές αντανακλαστικό είναι ο ετεροκαθορισμός ή γιατί να μη διαλέξουμε τους γερμανούς βαραββάδες στο δίλημμα ποιον αντιπαθούμε και θέλουμε να σταυρώσουμε.

Όχι δηλ πως αυτή η γερμανία είναι τόσο αντιπαθητική –συγκριτικά και με παλιότερες εκδοχές της νάσιοναλ μάνσαφτ- με τόσους γκασταρμπάιτερ στη σύνθεσή της: τους κλόζε και ποντόλσκι από την πολωνία, τον μουστάφι, τον μπόατενγκ που βρέθηκε σε άλλο ένα μουντιάλ αντιμέτωπος με τον γκανέζο αδελφό του, τον τυνήσιο κεντίρα, τον τούρκο οζίλ –που διάβασα κάπου πως ήθελε να χαρίσει το πριμ του στους παλαιστίνιους, αλλά δεν του επιτράπηκε. Υπήρχαν φυσικά και κλασικοί γερμαναράδες, σαν τον μίλερ, που ξέσπασε σε μια κολομβιανή μπάρμπι δημοσιογράφο, και τον σβαϊνστάιγκερ, που πανηγύριζε σα μεθυσμένος τουρίστας κι αν δεν κάνω λάθος το επίθετό του σημαίνει κάτι σαν αναβάτης γουρουνιού –που θα μπορούσε να υποδηλώνει σημειολογικά και τα PIGS ως χώρες. Αλλά υπήρχαν και σχετικά συμπαθείς παίκτες, σαν τον χούμελς, το λαμ, τον γκέτσε ή το ροδομάγουλο υπεράνθρωπο νόιερ, του οποίου η απόκρουση στο σουτ του μπενζεμά με τη γαλλία, θα μπορούσε να είναι το οπτικό αντίστοιχο του βιβλίου με τίτλο «στη γροθιά του σούπερμαν». Αν κι εμένα μου θύμισε αρκετά το μεγάλο ιβάν ντράγκο, το σοβιετικό πυγμάχο από το Rocky IV, που μιλούσε κυρίως με τις γροθιές του στο ρινγκ κι ελάχιστα εκτός αγωνιστικού χώρου.

Κάποιοι σφοι το προχώρησαν παραπέρα, θεωρώντας το παιχνίδι της γερμανίας ένα υπόδειγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπου καμία μονάδα δεν είναι πιο σημαντική από το σύνολο και δε λάμπει υπερβολικά, για να επισκιάσει τους υπόλοιπους. Ο τελικός του μουντιάλ θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ιδεολογικό μάθημα για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Γιατί ένας και μόνο αστέρας δεν μπορεί να νικήσει μόνος του ένα καλοδουλεμένο σύνολο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο –πόσο μάλλον όταν είναι ντεφορμέ και ξεζουμισμένος, έχοντας ξεκινήσει ίσως την κατηφόρα της καριέρας του.

Προσωπικά ωστόσο έχω ορισμένες ενστάσεις στο παραπάνω σχήμα. Στη γερμανική ομάδα μπορεί κάθε γρανάζι να γνωρίζει πολύ καλά τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του αναλογούν στο γενικό καταμερισμό εργασίας και όλα μαζί να συναρμολογούν μια ανίκητη πολεμική μηχανή (πάντσερ). Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Αλλά όπως μας λέει ένας άλλος γερμανός, ο στρατιώτης έχει ένα σοβαρό «μειονέκτημα»: ξέρει να σκέφτεται. Και διαθέτει (ποδοσφαιρική) φαντασία. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι όπως τον παρουσιάζουν, μια καρικατούρα τέχνης αυστηρά προσκολλημένη στον τελικό σκοπό (νίκη) και το σύστημα, αδιαφορώντας για το αισθητικό κομμάτι και την ανάδειξη κάθε ξεχωριστής μονάδες (δηλ την ανάπτυξη της προσωπικότητας). Η γερμανία ακόμα και στην κορυφαία στιγμή της στο μουντιάλ (την επτάρα στη διοργανώτρια βραζιλία, όπου πέτυχε σε ένα μόνο αγώνα όσα γκολ είχε πετύχει σε όλο το τουρνουά η προηγούμενη πρωταθλήτρια, ισπανία) ήταν περισσότερο ένας αμείλικτος επαγγελματίας, που εκτέλεσε ψυχρά τη δουλειά του και τιμώρησε σκληρά τα κενά των βραζιλιάνων, οδηγώντας τους σε γοερό κλάμα, παρά μια σούπερ φαντεζί ομάδα που κέρδισε το θαυμασμό και την αναγνώρισή τους.

Οι περισσότεροι έμειναν βέβαια στο βασικό δίπολο που περιγράψαμε εισαγωγικά. Από τη μια ήταν η αργεντινή του τσε, του ντιέγκο με τον τσε τατουάζ στο μπράτσο κι επίσης του αργεντινάσο, της παύσης πληρωμών και των πειραμάτων αυτοδιαχείρισης –που δεν οδήγησαν σε τίποτα απολύτως, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για το οπαδικό φαντασιακό. Κι από την άλλη οι ναζί, μερκελιστές κατακτητές-πιστωτές μας, που έχουν βγάλει όμως φωτεινά επαναστατικά μυαλά σαν τον μαρξ, τον ένγκελς και την πολωνή ρόζα λούξεμπουργκ, που έδρασε όμως κυρίως στη γερμανία –κάτι σαν τον κλόζε της εποχής.

Μπαίνει όμως κι ένας γενικός προβληματισμός, πέρα από τα έτοιμα στερεότυπα που ψάχνουμε να τα ενισχύσουμε ή να τα διαψεύσουμε με επιλεκτικά παραδείγματα από την ιστορία και τον αθλητισμό, για να επιβεβαιώσουμε το αρχικό μας συμπέρασμα. Ένας προβληματισμός για το πώς εξελίχτηκε ο λαός του κάρολου, του φρίντριχ και της ρόζας (που μετείχε κι αυτή της γερμανικής, μαρξιστικής παιδείας). Και για το τι απέγινε το πανίσχυρο εργατικό κίνημα στη γερμανία, η επαναστατική φιλοσοφική παράδοση (πριν από τη σχολή της φρανκφούρτης), οι κατακτήσεις κι η κληρονομιά που άφησε η λδγ, το κομμουνιστικό κίνημα συνολικά. (Θυμάμαι παρεμπιπτόντως κάτι που μου έλεγε μια φίλη για ένα βιβλίο του ταχτσή, που είχε αναμνήσεις από τους γερμανούς της κατοχής, και αρκετά χρόνια μετά δεν μπορούσε να συναντήσει το αρσενικό σκληρό πρότυπο που είχε κρατήσει στο νου του, παρά μόνο στους λδγερμανούς πίσω από το τείχος).

Αναλογίζεται κανείς τη σφραγίδα αυτού του παρελθόντος που έμοιαζε ανεξίτηλο και ψάχνει αμήχανα να τη βρει στην εικόνα του σύγχρονου γερμανού, που το συναντάμε κυρίως ως τουρίστα. Του γερμανού που ζει αθόρυβα, μεθάει φασαριόζικα, κινείται ελεγχόμενα κι αποκλειστικά σε μέρη και μαγαζιά που συνεργάζονται με το τουριστικό του γραφείο, απολαμβάνει άγευστη χωριάτικη σαλάτα και greek musaka σε ακριβές τουριστικές ταβέρνες της κακιάς ώρας, γιατί στην πατρίδα του δεν έχει ούτε καν αυτό. Ζει (;) για να δουλεύει από ήλιο σε ήλιο το χειμώνα, που είναι μικρότερη η μέρα, μελαγχολεί όταν τελειώνει το ωράριό του και δεν έχει ζωή πέρα από αυτό –αντίθετα με εμάς που μελαγχολούμε τα πρωινά και ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας με το πέρας της δουλειάς, όταν υπάρχει κι αυτή. Παθιάζεται με την οικονομία στα έξοδα, λατρεύει την τάξη, την πειθαρχία, όλα με πρόγραμμα, όλα στο σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα, προκατασκευασμένες στιγμές, ακόμα κι οι αποδράσεις τους για διακοπές, ακόμα κι οι πορείες, όπου περνάς από σωματικό έλεγχο, για να διαδηλώσεις ελεύθερα.. Πώς να βρεις μια χαραμάδα, κάπου να πιαστείς και να βρεις κάτι ελπιδοφόρο σε αυτή την χώρα; Πόση δουλειά μυρμηγκιού χρειάζεται σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, που έχουν ξεχάσει ότι κάποτε είχαν φτερά και φλέρταραν με την έφοδο στον ουρανό;

Σίγουρα υπάρχουν διάφορες επιμέρους εξηγήσεις. Οι μεγάλες ήττες του λαϊκού κινήματος, στο μεσοπόλεμο με την επικράτηση του ναζισμού και το 89’ με την (κατ’ ουσίαν) προσάρτηση της λδγ. Το ταπεινωμένο εθνικό αίσθημα μετά τη συνθήκη των βερσαλιών που έστρωσε το δρόμο στον χίτλερ. Οι συλλογικές τύψεις μετά το τέλος του β’ ππ που μετουσιώθηκαν σε μια λογική εργασιομανίας και «τα κεφάλια μέσα». Η πολυπλόκαμη ιμπεριαλιστική επέμβαση που βάρυνε αποφασιστικά σε μια χώρα-προμετωπίδα και σύνορο του καπιταλισμού απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες. Το σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο (ή τέλος πάντων εισόδημα, γιατί «ζωή είναι αυτή;») που λειτουργεί ως παράγοντας αποπροσανατολισμού κι ενσωμάτωσης.


Δεν ξέρω όμως αν αυτά αρκούν για να ερμηνεύσουν πειστικά αυτό που η ρόζα στην (πολύ πιο ανήσυχη και ηρωική) εποχή της περιέγραφε ως απάθεια πτώματος για το γερμανικό προλεταριάτο –προκειμένου να το αφυπνίσει. Και δεν είναι μόνο στη γερμανία που δίνει τον τόνο πια αυτή η θλιβερή απάθεια κι αποσύνθεση…