Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύντροφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύντροφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Αυτοί που φεύγουν

Ο Λένιν; Καλά αυτός έφυγε νωρίς -αν και τον έλεγαν ήδη «γέρο», πριν τον Οχτώβρη. Αλλά αν είχε ζήσει λίγα χρόνια ακόμα, θα βλέπατε εσείς.

Ο Χρόνης; Έζησε αρκετά για να αλλάξει μυαλά και ιδέες. Μόνος του, χωρίς ξύλο. Αλλαξοπίστησε, ρε, τι σου ζητάνε;

Ο Άρης είχε δίκιο βουνό και πήρε τα βουνά για να το βρει, μα δεν τον άκουσαν εγκαίρως και τον αποκατέστησαν αναδρομικά, μετά από χρόνια. Φαντάζεσαι όμως να είχε ζήσει στα χρόνια του ΔΣΕ;

Ο σφος με το μουστάκι είχε λέει έγνοια πως τα άλλα μέλη του ΠΓ ήταν «τυφλά γατάκια» και ποιος ξέρει τι θα έκαναν αν τους άφηνε μόνους τους. Και τελικά έκαναν αποσταλινοποίηση, γιατί έγιναν λέει εγκλήματα κατά την οικοδόμηση, που ήταν σκληρή, ενώ «εμείς» πιστεύαμε πως θα ’ταν ειρηνική, σα να σε γλείφουν μικρά γατάκια με τη γλώσσα τους. Μα αν ζούσε λίγα χρόνια ακόμα...


Ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε έζησε χοντρικά όσο ένας άνθρωπος, αν και του έδιναν προσδόκιμο μερικές μέρες ζωής -άντε βδομάδες. Αυτός κι αν έφυγε πρόωρα, πάνω στο άνθος της οικοδόμησης, γιατί του έδιναν για χρόνια λάθος φάρμακα-γιατρικό -όπως η «κβαντική αγορά», με κριτήρια κέρδους. Κι άφησε πίσω ένα τεράστιο κύμα νοσταλγίας, που δεν είναι πάντα αυθόρμητο αντανακλαστικό και μπορεί να εκτραπεί σε άλλου είδους σαράντα κύματα.


Και γιατί όχι; Εδώ νοσταλγούν κάποιοι τον «καπιταλισμό που γνωρίσαμε» στη Μεταπολίτευση και συνυπήρχε πολεμικά με τον υπαρκτό, σε μια παγκόσμια δυαδική ισορροπία, με παροχές και «κοινωνικό κράτος», πριν αποφασίσουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική -ΤΙΝΑ (παρά μόνο AfD), δεν υπάρχει κοινωνία και τάξεις -παρά μόνο άτομα. Και όμως, το μόνο άτμητο σε τούτον τον ντουνιά δεν είναι η μονάδα (το άτομο) αλλά το (κοινωνικό) σύνολο, που επηρεάζει παντοιοτρόπως κάθε οργανικό μέρος του.

Τώρα θέλουν πίσω έναν καλύτερο καπιταλισμό, αλλά χωρίς Σοβιετία, σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους, κεϊνσιανισμό και «παλιό ΠΑΣΟΚ» χωρίς κομμουνιστές. Μόνο που καμία ουτοπία δεν είναι εφικτή - ρεαλιστική, χωρίς τον κομμουνισμό -και δεν εννοώ τη δική μας κόκκινη «ουτοπία», που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο κόσμο που σαπίζει.

Ο Ερνέστο έφυγε νωρίς, με το όπλο στο χέρι, και τον έκαναν «ποπ είδωλο», σε αντίθεση με τον Φιντέλ, που τον μίσησαν γιατί πέθανε μόνος του σε βαθιά γεράματα, αφού ξέφυγε από 634 απόπειρες δολοφονίας. Και πάει (κ)λέγοντας...

Στον αντίποδα, η Μάργκαρετ πέθανε υπέργηρη στα 103, γιατί ήταν καλοζωισμένη, σε καλό περιβάλλον γεμάτο πρωθυπουργούς, και πρόθυμη να συμμαχήσει με του διαβόλου το κέρατο για να διασφαλίσει το παντεσπάνι της. Οι δικοί μας σύντροφοι εκείνης της (δρακο)γενιάς έλιωσαν τα νιάτα τους στη βιοπάλη, τη φυματίωση, σε ξερονήσια, φυλακές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Μα όσοι (Μακρονησιώτες) επέζησαν ήταν χαλκέντεροι, ατσαλωμένοι από τη δοκιμασία. Τι να σου πει ο θάνατος αν έχει περάσει από θανατονήσια;

Ο Σπύρος πάλεψε με τον καρκίνο και τον έριχνε κάτω, στα μαρμαρένια αλώνια, για 16 χρόνια αλλά έφυγε πρόωρα, όπως φεύγουν όλοι όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν (σ)την κοινωνία για την οποία πάλεψαν. Κι όσοι δεν ένιωσαν ποτέ τον αναστεναγμό του, τον αγώνα του, το μεγαλείο του, συγκινούνται τώρα που έφυγε για να... την πουν στους συντρόφους του. Κι αν πάρεις τοις μετρητοίς τα αφηγήματά τους, ο σύντροφος ήταν ενάντια στα «δεξιά λάθη» αλλά και την «υπερ-αριστερή στροφή» του κόμματος, γι’ αυτό αποκλείστηκε από την ηγεσία, που τον έβαλε όμως βουλευτή -για να μάθει. Όταν λες ό,τι θες και ό,τι να ’ναι, δε σε νοιάζει να βγαίνει νόημα. Κι αν όλα αυτά παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, είναι διαλεκτική -ενότητα και πάλη των ίδιων και των αντιθέτων τους.

Κι άντε να βρούμε σήμερα άλλον τέτοιον σύντροφο. 

Η νεότερη γενιά δεν πέρασε κακουχίες και πολέμους. Μόνο κρίσεις, μνημόνια, πανδημίες, καιρούς δύσκολους πλην αντι-ηρωικούς. Μετράει χαμένα χρόνια ή δεκαετίες και όχι απλώς μια άνοιξη, πάσχει από α-πολιτική κατάθλιψη και την επάρατη νόσο της αδιαφορίας, που δε (συγ)κινείται με τίποτα, περιμένει την Αθηνά να ξελασπώσει μόνη της, και την αλλαγή του κόσμου να ξεπηδήσει αυθόρμητα, από το κεφάλι του Δία.

Οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες -έλεγαν οι «Απόντες» του Γραμματικού. Οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι -λέει. Μα τότε μένουν πίσω οι χειρότεροι, ιδίως αν είναι σύντροφοι. Μέχρι να πεθάνουν και αυτοί, οπότε βελτιώνονται αυτομάτως και ίσως τους αγαπήσουν όσοι τους αγνοούσαν ή τους έβριζαν ως τότε.

Οι πιο ευαίσθητοι σαλτάρουν, ψυχολογικά ή βιολογικά, την κάνουν με τρόπο. Αφήνουν πίσω τους ψοφίμια, που επιβιώνουν χωρίς να ζουν, προσαρμόζονται στη σαπίλα που θα ήθελαν να αλλάξουν -πριν να τους φέρει αυτή στα μέτρα της. Οι καλύτεροι «θυσιάζονται», καίγονται πρώτοι για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη, γιατί δεν ήθελαν μια σκυφτή ζωούλα, είχαν ιδανικά, που κάνουν μια ζωή ανθρώπινη.

Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία. Για να αντέξεις πρέπει να γίνεις σκληρόπετσος, ενίοτε μοναχικός, που βγάζει αγκάθια σε όποιον πλησιάζει. Όσοι καταφέρουν να διασχίσουν αυτήν την έρημο, θα φτάσουν απέναντι αλλά ίσως νιώσουν στεγνοί από τους χυμούς της ζωής. Κανείς όμως δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να (την) παλέψει μόνος του, σαν κάκτος, σε μια άθλια καπιταλιστική Δύση, που κυνηγά και εξοντώνει τους ερυθρόδερμους.

Παρά τα αβάσταχτα στερεότυπα (για τους σκληρούς και άψυχους γραφειοκράτες-στελέχη), ο κομμουνιστής είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Τίποτα ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, μα τίποτα δεν είναι πιο ανθρώπινο από τη δράση-σκέψη ενός κομμουνιστή που έχει τη ζωή (και τον άνθρωπο) πάρα πολύ αγαπήσει και θυσιάζεται για να αρχίσει η πραγματική ιστορία του είδους μας, πέρα από το βασίλειο της εκμεταλλευτικής προϊστορίας μας, όπου κυβερνάν τους ζωντανούς άψυχες δυνάμεις (κέρδος, κεφάλαιο = νεκρή εργασία, κτλ). Άλλο διαλεκτικός υλισμός και άλλο χυδαίος...

Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την καρδιά ενός κομμουνιστή. Τίποτα πιο σκληρό από την ατσάλινη θέληση και την πέτρινη συνέπειά του -που δε διαβρώνεται. Τίποτα πιο αβέβαιο από την αναποφασιστικότητα ενός μικροαστού που αμφιταλαντεύεται. Ρίο μάρε και (προ)ιστορίες, αλλά τις πιο τρυφερές μας θάλασσες, δεν τις έχουμε κολυμπήσει ακόμα.

Αυτοί που φεύγουν αφήνουν δυσαναπλήρωτο κενό, μα στη θεωρία ουδείς αναντικατάστατος. Κάποτε έβγαιναν δυο και τρεις νέοι σύντροφοι, στη θέση όσων έφευγαν και μας ενέπνεαν με το παράδειγμά τους. Ένα στο χώμα, χιλιάδες μες στο κόμμα.

Σήμερα απορούμε αν θα βρούμε άλλους τέτοιους σπάνιους συντρόφους, που μας πλούτισαν με τη ζωή τους και μας αφήνουν φτωχότερους φεύγοντας. Μα αυτό που λείπει πραγματικά και σπανίζει είναι η πίστη και η αισιοδοξία τους, η ελπίδα (που δυσφημίστηκε ανεπανόρθωτα και κακοφόρμισε, σαν την «αλλαγή»). 

Αυτό που λείπει είναι το μαζικό κίνημα που γεννά την ελπίδα, τους ήρωες της νέας εποχής, τις μικρές και μεγάλες νίκες, την ίδια την ιστορία. Σπάει τα δεσμά, την άτιμη την αλυσίδα, τον αδύναμο κρίκο, τη μοιρολατρική μοίρα όσων δεν έχουν στον ήλιο τέτοια, τον φαύλο κύκλο της ανίας, μια επιβίωσης χωρίς νόημα.

Τότε θα τραγουδάμε μαζί πως άλλος ήλιος (θα) έχει βγει. Όχι πράσινος, λαοπλάνος, μα κατακόκκινος.

Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Πληρεξούσιο

Ομολογώ πως στις λιγοστές συνδιασκέψεις της οργάνωσης που παρακολούθησα, με έπιανε λίγο το αντιδραστικό μου με τα πληρεξούσια και σπανίως τα συμπλήρωνα. Αλλά τώρα τελευταία, έτυχε και μπήκα στη διαδικασία να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί το ερωτηματολόγιο ενός ιδιαίτερου πληρεξούσιου, έξω από τα καθιερωμένα, που θα προσφερόταν για (πιο) χρήσιμα συμπεράσματα. (Οι μη έχοντες γνώση και τριβή με τα της οργάνωσης, μπορούν να σκεφτούν αντίστοιχα το κλασικό ερωτηματολόγιο του Προυστ ή τόσα άλλα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο). Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

-Τι σε έπεισε να οργανωθείς; Τι σε εμπόδιζε να οργανωθείς νωρίτερα;
-Έχεις πάρει ποτέ βιογραφικό; Αν όχι, πού κολλάς; Κάνει προτάσεις;
Αν ναι, παρακολούθησες από κοντά την εξέλιξη των σφων που οργάνωσες; Τι έχεις κάνει να μεριμνήσει γι' αυτήν;
-Πόσους συναδέλφους σου οργάνωσες στο σωματείο, στο χώρο όπου εργάζεσαι;

-Ποια ήταν η πρώτη σου πορεία και τι θυμάσαι απ' αυτήν;
-Ποια ήταν η κινητοποίηση/κίνημα, που σου έχει μείνει πιο έντονα και θεωρείς πιο σημαντική;
-Σε ποια πορεία-ες κατεβαίνεις με συναίσθημα κι ενθουσιασμό κι όχι από απλή (υπο)χρέωση;
-Πείθεις γνωστούς και φίλους (επιρροές) να κατέβουν στο δρόμο;
-Έχεις φάει ποτέ χημικά ή δακρυγόνα σε πορεία;
Φοβάσαι τέτοια επεισόδια; Ή αντιθέτως πιστεύεις πως πρέπει να παίρνουν συχνότερα συγκρουσιακό χαρακτήρα οι διαδηλώσεις;

-Ποια είναι η αγαπημένη σου χρέωση; Και ποια αυτή που προτιμάς λιγότερο;
Έχεις πει ποτέ ψέματα (ή να διογκώσεις κάτι που είναι αλήθεια) για να την αποφύγεις;

-Έχεις/είχες ερωτικές σχέσεις με κάποιο σφο ή σφισσα;
Πιστεύεις πως είναι καλύτερο να μην μπλέκονται-ταυτίζονται οι ρόλοι του ερωτικού και του πολιτικού συντρόφου;
Έχεις υπόψη σου παραδείγματα (από προσωπική εμπειρία και όχι μόνο) σφων που δε συμπεριφέρονται σωστά, κατά τη γνώμη σου, σε αυτόν τον τομέα;

-Ποιο αστικό κατάλοιπο θα ήθελες να αλλάξεις στο χαρακτήρα σου;
-Ποιο έχεις δει στη συμπεριφορά άλλων συντρόφων και σε ενοχλεί;
-Ποια είναι τα καλύτερα στοιχεία που έχεις βρει στην οργάνωση/στο κόμμα και που σε έχουν βοηθήσει;
Και ως προς τι νιώθεις να έχουν διαψευστεί οι προσδοκίες σου, σε σχέση με αυτά που περίμενες;

-Ποια θεωρείς ότι είναι η μεγαλύτερη αδυναμία μας (ή κάτι που θα ήθελες να αλλάξει στη λειτουργία μας);
-Ποια όρια βάζεις στις συζητήσεις, για να μην εκτραπούν σε κουτσομπολιό και πώς φροντίζεις να το αποφεύγεις;
-Υπάρχει κάποιο σημείο του προγράμματος ή κάποια άλλη πολιτική θέση του κόμματος για την οποία νιώθεις πως δεν είσαι πεισμένος, ότι έχεις αμφιβολίες ή ακόμα και διαφωνίες;

-Σε ποιους έχεις μεγαλύτερο άχτι;
Δεξιούς, Πασόκους, Συριζαίους, φασίστες, αναρχικούς, αριστεριστές, απολίτικους, πρώην που πέρασαν στην άλλη όχθη; Σο δικό μας κακό εαυτό;
-Αν δεν ήσουνα ΚΚΕ, τι πιστεύεις πως θα ήσουν ή θα ψήφιζες;

-Αν ήσουν μέλος στην ΚΟΤ (κομματική οργάνωση Τασκένδης) το 55', πώς θα ενεργούσες την περίοδο των γνωστών γεγονότων, που εκτίθενται και στο β' τόμο του δοκιμίου;
-Ναι, αντιδιαλεκτικό (το ερώτημα), αλλά πώς θα αντιδρούσες;
-Το ίδιο ερώτημα, αν ήσουν μέλος της ΚΝΕ το 89'.
-Μιλάς στις συνελεύσεις της (Κ)ΟΒ ή και σε άλλες (συνελεύσεις συλλόγου, σωματείου) ή αποφεύγεις να εκτεθείς μπροστά σε κόσμο;

-Ποιο είναι το αγαπημένο σου πολιτικό βιβλίο, μπροσούρα, εγχειρίδιο;
-Αγαπημένο λογοτεχνικό βιβλίο; Αγαπημένη ταινία-σειρά; Μορφή τέχνης; Ασχολία-δραστηριότητα (χόμπι);
-Πόσο συχνά πηγαίνεις θέατρο, γήπεδο, επισκέπτεσαι μουσεία, καλλιτεχνικές εκθέσεις;

-Ποιος είναι ο αγαπημένος σου κλασικός;
-Ποιος είναι ο κομματικός αγκιτάτορας-ρήτορας (στη βουλή, σε εκδηλώσεις, σε τηλεοπτικές εμφανίσεις) που προτιμάς;
-Ποια είναι η εμπειρία σου από τα επιμορφωτικά μαθήματα της οργάνωσης/του κόμματος;
Πώς σου φαίνεται σαν πεδίο η πολιτική οικονομία; (πιθανές απαντήσεις: κομβικό, συναρπαστικό, δύσκολο, στρυφνό)
-Ποιο είναι το τσιτάτο που επαναλαμβάνεις συχνότερα;
Και ποιο (κομματικό ή μη) κλισέ είναι χειρότερο, κατά τη γνώμη σου;

Σύντομης ελεύθερης ανάπτυξης
Πώς βλέπεις-θεωρείς ότι θα επικρατήσει η επανάστασγη στη χώρα μας και σε παγκόσμια κλίμακα; Πόσο κοντά πιστεύεις πως είμαστε (από χρονική και πολιτική άποψη) σε αυτή τη στιγμή;
Πώς ορίζεις το διαλεκτικό υλισμό; Το σοσιαλιστικό ρεαλισμό;

Αυτά είναι ενδεικτικά και μπαίνουν στην κρίση της βάσης του μπλοκ προς κριτικές παρατηρήσεις κι εμπλουτισμό. Αν και τώρα που τα ξαναβλέπω ίσως λυγίζουν το κλαδί από την ανάποδη κι είναι προτιμότερη η ασφαλής, "συμβατική" οδός.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Συμπεράσματα μιας συζήτησης

Η κε του μπλοκ καταγράφει κάπως σκόρπια κι ανερμάτιστα το καταστάλαγμα μιας πρόσφατης συζήτησης που είχε και κάποιες συνακόλουθες σκέψεις, για να μη μείνουν καταχωνιασμένες στο Πατάρι του μυαλού της και χαθούν στην υγρασία της λήθης. Η βασική οδηγία χρήσης του κειμένου είναι να μην πάρετε τα πάντα τοις μετρητοίς, [ιδίως ό,τι είναι εντός αγκύλης} για να μη χαθείτε στην πορεία του ξετυλίγματος του νήματος (που βασικά μάλλον μπλέκεται σαν κουβάρι, παρά ξετυλίγεται).

Πρώτη θεματική ενότητα: περιβάλλον.
Αν η κλιματική αλλαγή δεν υπήρχε, ο Αλ Γκορ θα έπρεπε να την εφεύρει, για να συνεχίσει τις χρυσοφόρες "οικολογικές" μπίζνες του. Κι αν τελικά όντως δεν υφίσταται; Ή μάλλον, αν πραγματοποιείται σε φυσιολογικά πλαίσια και δεν οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα ή δεν επηρεάζεται δραμτικά απ' αυτόν; Τι θέση έχουμε σε αυτό το ζήτημα και ποια από τις δύο οπτικές προσεγγίζει περισσότερο;

Κάτι ακόμα παρεμφερές, ως προς το ζήτημα των εξορύξεων. Θεωρούμε πως η κοινωνία του μέλλοντος, αξιοποιώντας κατάλληλα την τεχνολογία, θα εξασφαλίσει μια τόσο φιλική για το περιβάλλον παραγωγική διαδικασία, που ο τόπος της εκάστοτε εξόρυξης θα μένει "παρθένος κι απείραχτος" {πουλάκια θα κελαηδούν, ενώ αγγελάκια θα τον ραίνουν με ροδοπέταλα, καθώς ενώνονται ο Τίγρης με τον Ευφράτη}; Ή ότι η σχεδιοποιημένη οικονομία θα επιλέξει να εκκενώσει ολόκληρες ζώνες και περιοχές -πχ της Πτολεμαΐδας- για να τις αξιοποιήσει αντίστοιχα; Και πώς θα χειριστεί το θέμα των τοπικών κοινωνιών και της μετακίνησης των πληθυσμών τους;

Και το λιώσιμο των πάγων που θα καλύψει ολόκληρες παραθαλλάσιες περιοχές, με πρώτη τη Βενετία και μερικά ελληνικά νησιά; Είναι ένας αστικός μύθος ή μια μάλλον φυσιολογική διαδικασία, με φάσεις κι εναλλαγές, χειμώνα-καλοκαίρι; {Παρεμπιπτόντως, ο πιο ασφαλής κι επιστημονικός τρόπος να το διαπιστώσουμε είναι να βάλουμε ένα σημάδι με μαρκαδόρο στους πάγους και να πάμε του χρόνου, τέτοια εποχή, για να δούμε αν έχει ανέβει η στάθμη ή όχι}.

Κι οι πλημμύρες, που πλήττουν με μαθηματική ακρίβεια το λεκανοπέδιο, κάθε φορά, τέτοια εποχή; Τι μέλλει γενέσθαι με τα μπαζωμένα ρεύματα κι όλα τα αυθαίρετα που πρέπει να γκρεμίσουμε (αφήνοντας ίσως κάνα δυο, ως μνημείο της καπιταλιστικής αναρχίας και των κατορθωμάτων της);
Να γιατί μερικοί σφοι βλέπουν, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, το ενδεχόμενο ενός πολέμου, που συνδέεται συχνά με την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης (αν και είναι λάθος να τα κάνουμε μηχανιστικά, εξαρτώντας το ένα από το άλλο), ως "λύση" και για αυτή την πτυχή, με το παράπλευρο γκρέμισμα κάποιων λίγων τσιμεντένιων εκτρωμάτων.

Και μήπως ξέρεις, παρεμππτόντως, γιατί η Μιχαλακοπούλου πηγαίνει σαν φιδάκι -ή σαν τα μαλλιά της τρελής, όπως έλεγαν παλιά οι σύντροφοι; Γιατί ακολουθεί τη ροή του Ιλισού, που έχει ακόμα νερό {κι ας μην κατεβάζει τις ποσότητες που θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν ένα σφο της ΛΔ του βορράσ, με σημείο αναφορά τον Αξιό και τον Αλιάκμονα}. Κάτω από την άσφαλτο υπάρχει ίσως παραλία, πολλά αρχαία κι ένα ποτάμι, που τσιμεντώθηκε -για το καλό μας.


Δεύτερη θεματική ενότητα: τσαλαβουτώντας σε αντιδιαλεκτικούς παραλληλισμούς.
Τον καιρό που μ' αγαπούσες... κι ο Κάουτσκι ήταν ακόμα μαρξιστής (αν και είχε πιο πολλή πλάκα μετά, που τον στόλιζε κανονικά ο Βλαδίμηρος), είχε γράψει την καταγωγή του χριστιανισμού, ένα πολύ χρήσιμο βιλίο, με αξιόλογα συμπεράσματα, που πιάνουν σχεδόν τα πάντα, κι αν ήμασταν σαν το Λιακόπουλο, θα το επανεκδίδαμε, θα το διαφημίζαμε, κάμερα σε μένα, και θα το μοσχοπουλούσαμε. Αντ' αυτού πάντως υπάρχει μόνο σε μια παλιά έκδοση του Αναγνωστίδη, που ήταν σε ένα ημιυπόγειο στην Ακαδημίας -αλλά τώρα νομίζω τα έχει πάρει η Σύγχρονη Εποχή.

Ένα από αυτά τα χρήσιμα συμπεράσματα λοιπόν είναι πως την περίοδο παρακμής της δουλοκτησίας, η ανθρωπότητα ήταν θεωρητικά έτοιμη να περάσει στο στάδιο της κεφαλαιοκρατίας, δηλ της μισθωτής δουλείας, αλλά δεν είχε τις απαραίτητες υλικές προϋποθέσεις για να το καταφέρει και να πετύχει την πρωταρχική συσσώρευση, όπως έγινε αργότερα με την εκμετάλλευση των αποικιών και την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου.

Ένας βασικός παραλληλισμός που μπορεί να γίνει με τη σημερινή εποχή είναι πως η πορεία της ανθρωπότητας κι η εσωτερική λογική των πραγμάτων οδηγεί προς τη σοσιαλιστική/κομμουνιστική κοινωνία, αλλά δεν είχαμε τις υποκειμενικές αυτή τη φορά προϋποθέσεις για το πέρασμα στη νέα ποιοτική βαθμίδα.

Η ύστερη αρχαιότητα βγήκε από το αδιέξοδό της, οδηγούμενη στη φεουδαρχία και το θεσμό της δουλοπαροικίας, που από μια άποψη ήταν πρόοδος ή τέλος πάντων εξέλιξη. Η εικόνα του μαύρου Μεσαίωνα, όπου επικρατούσε ο σκοταδισμός και η πνευματική καθυστέρηση είναι κάπως απλοϊκή και έχει πιθανότατα τις ρίζες της στο διάστημα που η αστική τάξη ήταν ανερχόμενη κι επικρατούσε, έχοντας στο στόχαστρό της τη φεουδαρχία -άλλο αν στην πορεία συμβιβάστηκε μαζί της σε μια σειρά περιπτώσεις- κι εξυπηρετεί εν μέρει και την προβολή του καπιταλισμού ως της λαμπρής τελικής κοινωνικής βαθμίδας της ανθρωπότητας.

Τελευταία κωδικοποιημένη παρατήρηση: οι περιοχές που ήταν λιγότερο αναπτυγμένες, άρα και λιογότερο προσκολλημένες στον παλιό τρόπο παραγωγής, ή είχαν υποστεί κάποια καταστροφή, ήταν ευεπίφορες σε αλλαγές και πιο πρόσφορες για την επικράτηση του καινούριου, έτοιμες να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο. Κάτι που κατά μία έννοια βρήκε εφαρμογή και στην περίπτωση της Οκτωβριανής επανάστασης κι άλλων επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την επαναστατική προοπτική στην εποχή μας;

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Τι γυρεύει ο σύντροφος στο παζάρι;

Με αγώνες έχει γίνει η ασφάλιση, δεν είναι για παζάρια και για διάλυση. Κι αυτό ας το έχουμε καλά στο νου μας το επόμενο διάστημα, που θα βρεθεί στο επίκεντρο το ασφαλιστικό (να το ακούει κι ο σεχτάρ, που έχει υποσχεθεί καιρό τώρα να γράψει κάτι σχετικά).

Τα βιβλία όμως (που αφορούν κι αυτά έναν ιδιαίτερο κλάδο, με μονοπώλια, απλήρωτους υπαλλήλους και το σπάσιμο της ενιαίας τιμής) εννοείται πως προσφέρονται για παζάρια (χωρίς διάλυση, γιατί αυτό είναι κανιβαλισμός). Παζάρια παραδοσιακά κι ανατολίτικα, που δεν εξευρωπαΐζονται επιτηδευμένα σε μπαζάαρ, για να φαίνονται κυριλέ και σαλονάτα.



Τι γυρεύει όμως ο σύντροφος στο παζάρι (και δεν εννοώ το παζάρι των βρυξελλών, όπου δεν υπάρχει κανείς απολύτως σύντροφος, εταίρος ή σύμμαχος); Έλα ντε. Αυτό ωστόσο δεν είναι ένα συνηθισμένο παζάρι, αλλά το μόνο είδος αγοράς, όπου ο σφος μπορεί να βγάλει ανερυθρίαστα την καταναλωτική του μανία και να πάρει χωρίς τύψεις το καλάθι, για να το φορτώσει με ψώνια και πνευματικά εφόδια. Και επειδή σχεδόν κανείς σφος, όσο μαζικό στοιχείο κι αν είναι, δε νιώθει στο στοιχείο του με το εμπόριο και τις δοσοληψίες, τόσα δίνω πόσα θες, τα κομπρεμί και το παζάρεμα για το πόσα θα χάσουμε (αλλά θα λέμε ότι κερδίσαμε), για να επιδοθεί στη βασική, σχεδόν εθιμική και τελετουργική διαδικασία της διαπραγμάτευσης στο παζάρι, ο θεσμός έχει προνοήσει κι έχει ήδη από πριν φιξαρισμένες, χαμηλές τιμές, για κάθε βαλάντιο, από 50 λεπτά έως... 15 ευρώ για την επίτομη βιογραφία του στάλιν από το γάλλο μαρί και τις εκδόσεις οδυσσέας (πολλά στοιχεία, αλλά μούφα η πολιτική σκοπιά του).

Παρακάτω ακολουθεί μια ενδεικτική λίστα με προτάσεις κι «ενδιαφέροντα ευρήματα», που δε φιλοδοξεί προφανώς ούτε κατά προσέγγιση να αποτελέσει έναν εξαντλητικό κατάλογο. Κι η οποία είναι προσαρμοσμένη στο κοινό και τη θεματολογία του μπλοκ, οπότε παρακάμπτει αρκετές ενδιαφέρουσες προτάσεις: από κλασική ξένη λογοτεχνία (ζαχαρόπουλος) μέχρι τα λαογραφικά του φιλιππότη, που έχει επίσης το δίτομο έργο του γάτου με το χρονικό του πολυτεχνείου (στοιχεία, μαρτυρίες πρωταγωνιστών και άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες).

Χωρίς άλλες εισαγωγικές σάλτσες λοιπόν, για να χωρέσουν όσο το δυνατόν πιο πολλά, έχουμε και λέμε: τα βιβλία του σκαμπαρδώνη απ’ τις εκδόσεις παρασκήνιο –προσοχή μην το μπερδέψετε με το προσκήνιο που έχει επίσης αξιόλογα βιβλία. Στην αντεπίθεση του μαρξισμού πχ ο συγγραφέας δίνει εξηγήσεις για τα «αριστερίστικα» πλην εξίσου αντιμαοϊκά κι αντιρεβιζιονιστικά συνάμα νιάτα του· για την (ούτε ιμπεριαλιστική, ούτε κι εξαρτημένη, αλλά) ενδιάμεση θέση της ελλάδας και τον χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης –και όλα αυτά σε ένα μόλις πυκνό υποκεφάλαιο.

Τα πολιτικά κείμενα του λδκορεάτη κιμ ιλ σουνγκ, για να ‘ρθετε επιτέλους σε επαφή με την περιβόητη φιλοσοφία του juche –όχι πως χάνετε τίποτα δηλ, αν δεν έχετε έρθει.
Διάφορες εκδόσεις των κλασικών, ένα βιβλίο της τζένης βεστφάλεν, το δικαίωμα στην τεμπελιά από το γαμπρό του μαρξ, λαφάργκ, αλλά και μια εκλαΐκευση του κεφαλαίου από τον κάουτσκι, τον καιρό που ήταν ακόμα μαρξιστής. Όπου γενικά με τον κάρολο (όχι τον μαρξ, τον άλλο) δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν και να τον ακολουθούν ως χαρακτηρισμοί: ή που θα ‘ναι λακές και κουτεντές ή αλλιώς αναφερόμαστε στον καιρό που ήταν ακόμα μαρξιστής. Τρίτος καουτσκικός δρόμος δεν υπάρχει.

Πολλά βιβλία του μωραΐτη που τα ‘χει τετρακόσια κι ένα του φοίβου τσέκερη, που τα ‘χει και αυτός άλλα τόσα, από τις εκδόσεις εντός. Οι εκδόσεις ειρήνη με τις πολιτικές βιογραφίες της νίτσας λουλέ (κορυφαία καλτ στιγμή αυτή του λεωνίδα κύρκου), τους λόγους του γιαρουζέλσκι, το βιβλίο του τολούδη περί τασκένδης και της χρουτσοφικής επέμβασης, μελέτες του χατζηαργύρη κι άλλα πολλά, κατά κανόνα σπάνια κι αξιόλογα.

Την ιστορία του κομμουνιστικού-εργατικού κόμματος αλβανίας. Βιβλία του μάξιμου, του κορδάτου από τον μπουκουμάνη (για την ιστορία του αγροτικού ζητήματος και για την παλαιά διαθήκη), το πρώτο μισό από τον πρώτο τόμο της... τετραλογίας του βλαντά, που φτάνει ως το 1940 (δεύτερος και τρίτος πιάνουν αντίσταση και δεύτερο αντάρτικο του δσε, ενώ ο τέταρτος την περίοδο ως την χούντα). Ευρωκομμουνιστικές νότες από στοχαστή και θεμέλιο, πχ του μπενά για το ελληνικό 68’ και το κκε εσ., αλλά κι ένα του εκσυγχρονιστή συριζαίου κωνσταντίνου τσουκαλά. Το ασίγαστο πάθος του μακαρίτη πρέβε από τις εκδόσεις στάχυ –που προσωπικά μου άρεσαν πιο πολύ απ’ το «διάδοχό» τους κψμ. Κι οι οποίες είχαν πέρυσι ένα λογοτεχνικό πόνημα της βαλαβάνη, που δεν μπόρεσα να βρω φέτος, με μια πρόχειρη ματιά.

Οι εκδόσεις ασυνέχεια με το πρακτικά ανεξάντλητο στοκ κι ένα θεματικό εύρος που εκτείνεται: από μια συλλογή άρθρων της αναγέννησης της δεκαετίας του 60’, ως μια απάντηση της ασυνέχειας στην πολιτική και τα επιχειρήματα του πίσω μουλού. Κι απ’ τα άπαντα του χοτζέα σε μια έκδοση με τις μαρτυρίες κάποιων (δευτεροκλασάτων) πρωταγωνιστών της οχτωβριανής επανάστασης.

Η πομπηία του καζάκη με την αρθρογραφία του στο ποντίκι, τον καιρό που ήταν ακόμα άσημος (μαρξιστής είναι ζήτημα αν υπήρξε ποτέ). Ένα βιβλίο για το λένιν και την ψυχανάλυση –που είχε κερδίσει περισσότερο πάντως το ενδιαφέρον του τρότσκι. Μια συλλογή σκίτσων του κώστα γρηγοριάδη (σκιτσογράφου του εργατικού αγώνα) με πρόλογο της λιάνας κανέλλη, τον καιρό που ήταν ακόμα... στο ριζοσπάστη. Το open gap του ποταμίσιου πετρουλάκη με κάτι άθλια σκιτσάκια για τις απεργίες στα λιμάνια (ταυτότητα; εισιτήριο; άδεια από το παμε;). Τα ιστορικά βιβλία από τον εκδοτικό του σιδεράτου με τον «πολιτικό θεοδωράκη», τους «στοχασμούς» του φαράκου, και τις συνεντέξεις πέντε ανεθωρητών στο λευτέρη μαυροειδή, που έχουν μπόλικο ζουμί. Αστικό καλτ με βαρυσήμαντες υπογραφές: σημίτης, κεφαλογιάννης («προβλήματα δημοκρατίας»), βέλτσος, κατσανέβας, και ο επικός τίτλος «μια ζωή τσάτσος», από τον ομώνυμο συγγραφέα (τσάτσος).

Ένα δίτομο του ψυρούκη, το «πνεύμα του σοσιαλισμού» του γάλλου ζωρές, γκαροντί για το κινέζικο πρόβλημα (τον καιρό που δήλωνε μαρξιστής ή μήπως βουδιστής;), το φιλοσοφικό λεξικό (γιουτζίν-ρόζενταλ), τρεις τόμοι με τις κλασικές κινηματογραφικές κριτικές του μεγάλου ράφα, το ΤΙΝΑ (there is no alternative) is dead του πάνου τριγάζη, κι ένα βιβλίο για τον «καλό στάλιν», δηλ τον καλό πατερούλη που καλούνται να «δολοφονήσουν» κάτι σοβιετικοί καλλιτέχνες προκειμένουν να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους και την προσωπικότητά τους.

Και... και... και...

Και τέλος πάντων, αν (που σίγουρα θα) έχουμε ξεχάσει πολλά, αφήστε κάτι και για του χρόνου, μην τα πάρετε όλα από φέτος (εξάλλου κάθε χρόνο τα περισσότερα βιβλία επαναλαμβάνονται, οπότε πρέπει να προσέχετε μην τα πάρετε δυο και τρεις φορές). Και το 16’ η ελπίδα θα ‘χει έρθει πια για τα καλά και θα συζητάμε για καμιά συμφωνία-πρόγραμμα παράτασής της.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Το πρόβλημα είναι..

Λύσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι να ορίσεις πρώτα το πρόβλημα, για να δεις μετά πώς μπορείς να το αντιμετωπίσεις.

Το πρόβλημα είναι πως ζούμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε σε ένα περιβάλλον, όπου αντί να τραγουδάμε για να σμίξουμε (με) τον κόσμο γύρω μας, να πάρουμε και να καλλιεργήσουμε τα καλύτερα στοιχεία του καθενός, για να χτίσουμε πάνω τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι άλλοι μας τη σπάνε, είναι το σύνορό μας και χτίζουμε τείχη για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, να τον αποφύγουμε και να περιορίσουμε την επαφή μας μαζί του στα τυπικά κι άκρως απαραίτητα.
Ότι θερίζει γενικά η αποξένωση κι ο αδιέξοδος ατομικός δρόμος, που ξεπηδά σα λογική από χίλιες μπάντες. Και δεν υπάρχουν πλέον πολλοί μαζικοί χώροι δουλειάς και μεγάλα εργοστάσια, σαν το πουτίλοφ της ρωσίας το 17’, οπότε χρειάζεται πιο εντατική και πολύ διαφορετική δουλειά απ’ ό, τι στο παρελθόν.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές νιώθουμε την ανάγκη να αναπαρ(αγ)άγουμε το είδος μας, να κλειστούμε σε ένα οικείο συντροφικό περιβάλλον ασφαλείας, να μοιραστούμε σκέψεις, ανησυχίες και προβληματισμούς με τους δικούς μας, αντί να κάνουμε μαζικό άνοιγμα, για να γίνουν περισσότεροι οι δικοί μας.

Το πρόβλημα είναι πως οι σύντροφοι είναι ιστορικά αισιόδοξοι ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, γιατί το γνωρίζουν από την κοσμοθεωρία τους, αλλά καταλήγουν στην πράξη από τους πιο απαισιόδοξους, γιατί έχουν φάει πίκρα κι απογοητεύσεις με το κουτάλι. Καληνύχτα κεμάλ, ο κόσμος αυτός ποτέ δε θα αλλάξει.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές η γενική κατάθλιψη ρίχνει κι εμάς τους ίδιους, χτυπάει το σύντροφο της διπλανής πόρτας. Δεν είναι ακριβώς ότι δεν ξέρεις ποια είναι η διέξοδος ή ότι δεν είσαι πεισμένος για αυτήν. Αλλά δε βλέπεις κάποια προοπτική στο άμεσο μέλλον, ίσως να μην την πιστεύεις πραγματικά, να μην την παλεύουμε ουσιαστικά, σα να βολευόμαστε στη μίζερη ζαχαρένια μας και τα ήδη υπάρχοντα –που όλο και λιγοστεύουν.

Το πρόβλημα είναι πως βολευόμαστε στη λογική της μίνιμουμ προσπάθειας και της γνωστής πεπατημένης, ενώ χρειάζεται τόλμη, φαντασία, πρωτοτυπία, κάτι έξω από τα τετριμμένα. Ότι φτάνουμε να συμμετέχουμε σε μια απεργία ή σε μια κινητοποίηση κάποιες φορές για λόγους αξιοπρέπειας, επειδή το καταλαβαίνουμε ως καθήκον, χωρίς όμως να έχουμε κάνει πολλά για την επιτυχία της, για να είναι δηλ μαζική, που είναι βασικός όρος (αναγκαίος αλλά όχι ικανός) για να νικήσει. Ότι μας λείπει συνήθως το πάθος –και δεν εννοώ τις φανατικές εκτονώσεις των ζηλωτών, που είναι η άλλη όψη στο νόμισμα της απογοήτευσης.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές προχωράει, κουτσά-στραβά, μόνο ο σχεδιασμός που έχει μπει κεντρικά και δεν υπάρχει πρωτόβουλη σκέψη και δράση στη βάση, στα ζωτικά κύτταρα του κόμματος. Ότι δε σπάμε το απόστημα της ανάθεσης που μας τρώει, αλλά το μεταθέτουμε ως ένα βαθμό εντός της οργανωμένης πρωτοπορίας και σε άλλο επίπεδο, της κεντρικής πολιτικής σκηνής, περιμένοντας να φροντίσει το κόμμα να βρει κάποια λύση. Ότι δεν έχουμε μάθει να είμαστε ο καθένας πραγματική πρωτοπορία στον χώρο του, που πείθει και τραβάει τους υπόλοιπους, δεν κάνουμε υλική δύναμη τις ιδέες για τις οποίες είμαστε πεισμένοι.

Το πρόβλημα είναι πως δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε και να δουλεύουμε με σχέδιο που να λέει: αυτή είναι η ρίζα του κακού, αυτή η λύση του, αυτά τα μέτρα που απαιτούνται, ας ελέγξουμε τι πετύχαμε και τι όχι, για να δούμε τι άλλο χρειάζεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο είδος μεταφυσικής από το να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο.
Το πρόβλημα είναι ο πρακτικισμός, όπου μοιάζουμε κάποιες φορές να κυνηγάμε την ουρά μας και να τρέχουμε πίσω της να την πιάσουμε. Το πρόβλημα είναι και η θεωρητικοποίηση, οι δικαιολογίες για τη δική μας στάση, αφού δεν τραβά το κόμμα, το κίνημα, οι συνθήκες..

Το πρόβλημα είναι πως είμαστε εν μέρει κομμάτι του προβλήματος και πρέπει να αλλάξουμε πολλά για να γίνουμε όντως κομμάτι της λύσης του. Ότι κι αυτά εδώ μεταξύ μας τα λέμε, και εγώ που στα γράφω είναι ζήτημα τι και πόσα θα κάνω/αλλάξω στην πράξη. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν τελικά το πρόβλημα συνοψίζεται κι εδράζεται στα παραπάνω ή είναι κάτι πιο σύνθετο


Πρόβλημα, πρόβλημα, πες μου πώς το λύνεις…

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Σύντροφέ μου σε γέλασαν

-Θυμάσαι ρε συ τον τάδε που ήταν παλιά στην όβα μας;
-Ε ναι, γιατί τι έγινε;
-Ε τον πέτυχα τις προάλλες και μου είπε πως σκέφτεται να το ρίξει στους άλλους.
-Ποιος ρε συ, ο τάδε; Αποκλείεται. Αφού μας την έβγαινε κριτικά από τα αριστερά.
-Κι όμως.

Μέχρι που συναντάς κι εσύ τον τάδε ή τον αντίστοιχο δείνα και βεβαιώνεσαι πως έτσι έχουν τα πράγματα. Και έτσι γκρεμίζεται μέσα σου η αφελής σιγουριά πως εσύ δεν έχεις στο δικό σου κύκλο κάποιους από τις διαρροές του ιούνη, που φτάσαμε στο 4,5%. Αυτά συμβαίνουν αλλού, σε κάποιους τρίτους, μακριά από εδώ, που δεν τους ξέρεις, που δεν τους ήξερε το κόμμα, να τους μιλήσει και να τους μεταπείσει. Ναι αλλά κάπως φτάσαμε στο 4,5%. Και στατιστικά δηλ να το πάρεις, δε γίνεται να είσαι εσύ η μόνη εξαίρεση και να μην ξέρεις κανέναν, γύρω-γύρω κυριακή και στη μέση σάββατο. Αν είναι έτσι και μας ψήφισαν όλοι οι γνωστοί μας, να αρχίσουμε τότε να κοιτιόμαστε μεταξύ μας.
Μήπως εσύ σύντροφε αναγνώστη;

Κι αρχίζεις λοιπόν μαζί του την κουβέντα, να φωτίσεις τις αιτίες που τον άφησαν μισό κι αγνώριστο σε σχέση με την εικόνα που είχες κρατήσει. Νομίζεις πως είσαι πιο διαλλακτικός από το μέσο όρο και θα τη βρείτε την άκρη. Κάνεις το λάθος να του δώσεις κι έναν πόντο δίκιο στην αρχή, να τον καλοπιάσεις κι ύστερα τρέχεις και δε φτάνεις, κυνηγώντας στον κατήφορο την πικρία που ξεχειλίζει. Για τον αυτόν που έκανε αυτό και για εκείνον που έκανε το άλλο, για έναν τρίτο που δεν του μίλησε ή του μίλησε άσχημα και καλύτερα να μην του μιλούσε, γιατί τώρα σίγουρα δε θα ξαναμιλήσουν, και ίσως να έχει κάποια δίκια και αυτός, αλλά πού να τα βρει, δεν ξέρεις και την άλλη πλευρά και δε θες να κάνεις το διαιτητή. Κι άντε να συμφωνήσεις για το ένα αλλά τι να κάνουμε τώρα, συμβαίνουν αυτά αλλά είναι η εξαίρεση στον κανόνα.

-Μα αφού ρε συ αυτοί προωθούνται στα όργανα, ο τάδε κι οι όμοιοί του, δεν το βλέπεις;
Όχι δεν το βλέπεις και δεν έχεις άποψη. Κι αν ακόμα υποθέσουμε πως ο χι-ψι είναι σκάρτος, εμείς γιατί είμαστε καλύτεροι δηλ; Το θέμα εξάλλου είναι να μάθουμε όλοι από τις βλακείες μας, κι εμείς κι αυτός, να γινόμαστε καλύτεροι, να ωριμάζουμε, να μη μένουμε στάσιμοι. Κι η οργάνωση είναι μεγάλο σχολείο για να μένεις συνέχεια στην ίδια τάξη. Κι έχει στις τάξεις της τα καλύτερα παιδιά, τα πιο εργατικά και φιλότιμα κι αριστούχους μαθητές από την καλύτερη τάξη: την εργατική.

Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχει ένα πλεονέκτημα σε αυτό, όταν παύεις να είσαι οργανωμένος, είναι πως γλιτώνεις τα βάρη και τα ζόρια της οργανωμένης ζωής και δράσης –που τόσο σου λείπει καμιά φορά τον πρώτο καιρό. Όχι από τον τάδε και το δείνα αλλά απ’ την πίεση και την καθημερινή τριβή, που φέρνει φθορά και γκρίνια πολλές φορές, αν δε νικήσει η συντροφικότητα. Και τότε μπορείς να το δεις το πράγμα από κάποια απόσταση, με καθαρό μυαλό και να τους αγαπήσεις όλους, με τα στραβά τους και τις αδυναμίες τους –και ποιος δεν έχει κουσούρια, στο κάτω-κάτω;

Κι ύστερα περνάμε στο πολιτικό κομμάτι, όπου καραφλιάζεις δικέ μου.. Είναι δυνατόν να στα λέει αυτά κάποιος που ήταν παλιότερα οργανωμένος; Όλη η σαβούρα και η προπαγάνδα των καναλιών συμπυκνωμένη σε κλισέ ατάκες και συνθήματα, «Το κουκουέ δε θέλει να κυβερνήσει…», «μα αφού δεν κάνει συνεργασίες..», «αυτούς δεν τους έχουμε δοκιμάσει..»! Κάθε καινούρια φράση και κεραμίδα. Όλα τα τυποποιημένα επιχειρήματα, στα οποία απαντούσαμε μαζί τόσα χρόνια στα αμφιθέατρα, να έρχεται να στα λέει τώρα ένας παλιός σύντροφος, λες και διέγραψε τα πάντα από το μυαλό του και βάρεσε επανεκκίνηση από το μηδέν.
-Πλάκα μου κάνεις έτσι;

Και τότε ξεσπάει και σου λέει πως κι εσύ είσαι κολλημένος σαν τους άλλους. Ε ναι ρε τσιμπητέ, αν αυτό είναι το δικό σου «ξεκόλλα», χίλιες φορές να είμαι κολλημένος κι ας με τσουβαλιάζεις με όποιον θες, σύντροφος είναι στην τελική, δεν πέρασε με τους άλλους. Έλα να μου γκρινιάξεις όσο θες, για ό,τι θες, αρκεί να συμφωνούμε πως το κόμμα, με τα καλά του και τα στραβά του –ας μη μαλώσουμε τώρα στην αναλογία- είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει, βασικά το μοναδικό στήριγμα που έχουμε. Αν δεν ξεκινάμε και δεν καταλήγουμε σε αυτό, άστο καλύτερα, πες μου για κάτι άλλο, γκομενικά, αθλητικά, ό,τι θες.

Σκέψου το λίγο κι από την πλευρά του οργανωμένου συντρόφου. Αν γίνεται καμιά φορά φορτικός είναι γιατί έχει δέκα λεπτά κήρυγμα, μία ώρα το πολύ να σου μιλήσει και να χωρέσει όσα θέλει να σου πει. Ενώ τις υπόλοιπες 23 είσαι έκθετος στη συστημική προπαγάνδα, άμεση ή έμμεση, και τους φορείς της, έμμισθους ή άμισθους, συνειδητούς ή μη, που σου υπαγορεύουν άλλη νοοτροπία κι ιδέες. Και από την άλλη ο μέσος σφος που έτρεχε αυτόν τον καιρό 23 ώρες τη μέρα, ακόμα και στον ύπνο του που λέει ο λόγος, και πιέζεται κι αγχώνεται, θέλει κι αυτός μια ώρα για τον εαυτό του, να δει δυο άλλους συντρόφους, να πουν τρεις κουβέντες, να αναλύσουν τα πράγματα, να αναπαράγει το πολιτικό του είδος με άλλα λόγια και να ξέρει πως το δίκιο είναι με το μέρος μας –όχι μεταφυσικά, αλλά να μην χρειάζεται να πείσει κανέναν γι’ αυτό. Ξέρεις πόσο ιερή είναι αυτή η μία ώρα, για να πας να του τη γεμίζεις με βλακείες και με αυτά που ακούει τις υπόλοιπες 23;

Θα μου πεις πως η συνείδηση είναι περίεργο πράγμα, που προχωρά και πισωγυρίζει και δεν μπορούμε να έχουμε τίποτα ως δεδομένο, ούτε και για εμάς τους ίδιους. Ναι αλλά υπάρχουν ξέρεις πισωγυρίσματα και πισωγυρίσματα. Εγώ μπορώ να καταλάβω να πικραθείς από διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις, να ραγίσει το γυαλί και να μην ξανακολλάει, να μας ψηφίζεις με μισή καρδιά ή να μη σου είναι εύκολο να απεργήσεις. Αλλά όχι να περάσεις στην απέναντι όχθη, με το πασόκ και τα γενόσημά του. Να ξεψειρίζεις δηλ το δικό μας αλεύρι για να το βγάλεις σκάρτο και ύστερα να θεωρητικοποιήσεις το βόλεμά σου και να προτιμάς τα πίτουρα και τις κότες. Όχι και να φτύνεις το παρελθόν σου και να μη σου έχει μείνει τίποτα από τόσα χρόνια στην οργάνωση, σα να πέρασες και να μην ακούμπησες.

Άλλωστε είναι και ζήτημα (όχι ηθικό, αξιοπρέπειας, αλλά) λογικής σε τελική ανάλυση να παραμένεις στοιχειωδώς συνεπής σε όσα έλεγες κάποτε. Εκτός και αν τα θεωρείς πια νεανική τρέλα, κατάλληλη για το ανέμελο φοιτηταριάτο, που δεν βγήκε ακόμα στην αγορά εργασίας να δουλέψει κι όχι για τους ενήλικες εργαζόμενους ή άνεργους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Αλλά πόση φιλοσοφική αφαίρεση να κάνει κι ο σύντροφος, όταν σου βγαίνει αυθόρμητα τόσο φόλα αντικουκουέ αντανακλαστικό;

Σκέφτομαι λοιπόν τη γενιά μας, που ξεκίνησε ελπιδοφόρα με τον αρσένη και τη γιουγκοσλαβία και κάνω νοερά ένα προσκλητήριο ζωντανών-νεκρών: πόσοι ήμασταν, πόσοι μείναμε, πόσοι είναι ακόμα οργανωμένοι, πόσοι κοντά στο κόμμα. Τι απέγινε όλος αυτός ο κόσμος; Τι ψηφίζει σήμερα; Μήπως φταίμε κάπου κι εμείς που τους παρατήσαμε και χάσαμε επαφές μαζί τους; Και φταίει άραγε η παλιά γραμμή, που στρατολογούσε «αβέρτα κι άκριτα», διαμορφώνοντας «δυσλειτουργικές οργανωτικές με σφους φαντάσματα»; Ή η πιο καινούρια, που «στένεψε τα κριτήρια» για όσους «είχαν κάνει κάποτε ένα πρώτο βήμα στις συνειδήσεις τους» κι έδρασαν μέσα από τις γραμμές μας; Μεγάλη κουβέντα και δεν είναι για να γίνει εδώ μάλλον.

Και τα δύο μπορεί. Ή βασικά τίποτα από τα δύο. Γιατί πάνω απ’ όλα, από γραμμές και τακτικές, υπάρχει κι η ατομική ευθύνη. Ο καθένας μας είναι μεγάλο παιδί κι έχει την ευθύνη των (μη) πράξεών του. Και εγώ προσωπικά δεν μπορώ να το παίξω αποστασιοποιημένος και ανώτερος. Δε δικαιολογώ κανέναν που είχε καταλάβει κάποτε πέντε πράγματα στη ζωή του, να κάνει σήμερα κωλοτούμπες, τάχα πως δεν καταλαβαίνει πια και να γίνεται (όχι σύντροφος) φάντασμα (αλλά) του αλλοτινού του εαυτού, που πλανάται πλάνην οικτράν και πάνω από την ευρώπη.

-Σύντροφέ μου σε γέλασαν. Μη γίνεις κι εσύ φάντασμα του εαυτού σου. Είναι θέμα αξιοπρέπειας και λογικής πάνω απ’ όλα..

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Μίλα μου

Πολλοί σύντροφοι κατά την παιδική τους ηλικία μπέρδευαν το λέγειν με τον βλαδίμηρο και ήταν πεισμένοι ότι η γνωστή φράση μιλούσε για τον τρόπο του λένιν. Εντάξει τον λένιν τον ξέρουμε. Ο λέγειν τι μέρος του λόγου είναι; Τι, απαρέμφατο; Και ποιος είναι αυτός ο απαρέμφατος;
Αυτό βασικά συμβαίνει γιατί είχαν ακούσει το όνομά του ως βρέφη και μεγάλωσαν με αυτό, ενώ η σημερινή γενιά του άγριου δεκέμβρη, τον μαθαίνει  συνήθως πολύ αργότερα και περνάει σε μεγαλύτερη ηλικία τις παιδικές της αρρώστιες.
Το ότι κατέχουμε βέβαια πέντε πράγματα για το λένιν, δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε και καλό λέγειν. Αν αυτά πήγαιναν μαζί, τότε αυτοί που θα ήξεραν το βλαδίμηρο θα ήταν πολύ περισσότεροι –κάποιοι θα προσπαθούσαν να του μοιάσουν κιόλας. Ενώ τώρα οι σφοι που μιλάνε καλά είναι λίγοι, και ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, όπως ο λένιν από τους άλλους μπολσεβίκους της γενιάς του.
Υπ’ όψιν πως δεν περιλαμβάνω τον εαυτό μου στους δεινούς ρήτορες. Αν ήμουν τέτοιος μάλλον θα έγραφα λιγότερο και θα μιλούσα περισσότερο. Οπότε το μπλοκ μπορεί εμμέσως να θεωρηθεί ως μια ομολογία αποτυχίας σε άλλες μορφές επικοινωνίας, λιγότερο διαμεσολαβημένες.

Οι σφοι λοιπόν μιλάνε ξύλινα γιατί κάποια πράγματα πρέπει να τα πεις με το όνομά τους, κι αν τα πεις διαφορετικά, χάνουν το νόημά τους. Η εργασία δεν είναι απλά απασχόληση, η εργατική τάξη είναι τάξη κι όχι τα ασθενέστερα στρώματα, ο ιμπεριαλισμός δεν είναι μόνο επεκτατισμός. Και δεν είναι γενικά «το σύστημα», για να καταλαβαίνει καθένας ό,τι θέλει και να αποφεύγει την ουσία, αλλά ο καπιταλισμός. Ηλίθιε.
Η ξύλινη γλώσσα τουλάχιστον είναι πολύ καλύτερη από τα κούφια λόγια που ηχούν ωραία, χωρίς να λένε τίποτα κι απείρως προτιμότερη από τους δημαγωγούς ρήτορες που σε τυλίγουνε με παχιά λόγια και σε πείθουνε, γιατί καλά τα λένε, άλλο αν δε σου έμεινε τίποτα από όσα είπαν, για να τα δεις κριτικά.
Κι αν καμιά φορά οι σφοι μιλάνε σαν το ριζοσπάστη, μη φοβηθείς, γιατί σου λένε όσα σου κρύβουν όλοι οι άλλοι. Ακριβώς όπως ο ρίζος.

Δε λένε πολλά, γιατί έχουν πολλά να κάνουν και αυτές τις μέρες τρέχουν και δε φτάνουν και τους καταβάλλει η κούραση, που κάποιες φορές μπορείς να τη δεις ζωγραφισμένη και στο πρόσωπο της αλέκας, όταν μιλάει. Δεν έχουν πάντα καθαρό μυαλό, γιατί ακούν τα μύρια όσα κάθε μέρα και το παραμικρό μπορεί να γίνει η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι της υπομονής τους. Όταν ακούν πχ ντεμέκ βαθιές αλήθειες του τύπου «έλα μωρέ τώρα, τους ξέρω εγώ τους κουκουέδες, αφού όλοι τα παίρνουν» είναι να μην τα πάρουν; Ε τα παίρνουν λοιπόν κανονικά κι όποιον πάρει ο χάρος.

Δεν το έχουν πάντα το σπρέχεν μπροστά σε μεγάλο κοινό –γιατί δεν τους αρέσει να ξεχωρίζουν από τον κόσμο- ούτε στα κανάλια, γιατί δεν έχουν πιάσει ολημερίς στασίδι, σαν το λοβέρδο πχ. Αλλά όσο πιο πολύ ανοίγονται και ζυμώνονται με τον κόσμο –γιατί η ζύμωση δεν είναι ποτέ μονόπλευρη- μαθαίνουν να πιάνουν το σφυγμό του και να μιλάν κατευθείαν στην ψυχή του. Κι είναι όλο και περισσότεροι αυτοί που κάθονται και ακούν προσεκτικά, τι έχουν να τους πούνε οι κομμουνιστές. Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της κρίσης είναι ότι ο κόσμος ψάχνεται. Το μόνο εύκολο πλέον είναι να του πιάσεις την κουβέντα, κι αμέσως θα ‘ρθουν γύρω σου άλλοι τόσοι να φτιάξουν πηγαδάκι.

Γίνονται πιεστικοί πολλές φορές, γιατί σε πετυχαίνουν μια στα τόσα κι έχουνε μόνο δέκα λεπτά (κήρυγμα) για να σε μεταπείσουν. Ενώ το σύστημα (δηλ ο καπιταλισμός, για να μην ξεχνιόμαστε) σου μιλάν όλες τις υπόλοιπες εικοσιτρείς ώρες και πενήντα λεπτά της ημέρας. Μέσα από τα δελτία ειδήσεων, τις ταινίες του χόλιγουντ, την γκλαμουριά του λάιφ στάιλ. Και σου επιβάλλει τις αξίες του ως κυρίαρχες.
Δε γίνονται όμως «πρήχτες», με το συμπάθιο, σαν εκείνες τις γκρούπες που κάνουν εισοδισμό στην γσεε, για να βρούν τίμιους πασόκους και να τους κόψουν κουπόνια ενίσχυσης, ώστε να επιβιώσει η οργάνωσή τους. Στήνουνε ενέδρες σε κάθε γωνία, σε περικυκλώνουν και σε πολιορκούν μέχρι να ενδώσεις στις ορέξεις τους. Όποιος κάνει το λάθος να σταματήσει, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ποικιλία κινήσεων που τον ακινητοποιούν. Πρώτα σου απλώνουν την εφημερίδα, που την κρατάνε κάθετα, σα να σου δείχνουν το ένταλμα σύλληψης, και με τα άλλα χέρια –γιατί δε φτάνει μόνο ένα- κρατάνε τα υπόλοιπα σύνεργα και συνεχίζουν να σε πυροβολούν με προτάσεις.
Θα πάρετε το περιοδικό μας; Θα μας ενισχύσετε οικονομικά; Θα ‘ρθειτε στην εκδήλωσή μας; Θα υπογράψετε να σταματήσει ο πόλεμος; Θα γίνεις μέλος της οργάνωσής μας; Θα με παντρευτείς;
Κάποιοι αδύναμοι κι άμαθοι που τελικά υποκύπτουν και παίρνουν κάτι, πρέπει να ‘ναι οι ίδιοι που λυγίσανε στο στρατό και πείστηκαν να πάνε δόκιμοι, γιατί τους έπιασαν στο φιλότιμο.

Οι σφοι δεν γράφουν καλά στο γυαλί, γιατί πέφτουν οι αδέκαστοι δημοσιογράφοι πάνω τους, τους διακόπτουν με νύχια γαμψά και δεν τους αφήνουν να σταυρώσουν δεύτερη φράση. Πρέπει να έχουν κωδικοποιημένη σε τίτλους του ενός λεπτού την πρότασή τους για λαϊκή εξουσία. Αλλά άμα πιάσουν καλή ροή στο λόγο τους, τους κόβουν γιατί «πρέπει να πάμε σε διαφημίσεις» ή με το κλασικό κόλπο «γίνατε σαφής, βάλτε μια τελεία». Εντάξει αρχηγέ, σαφής έγινε, αλλά άσ’ τον να τα πει τουλάχιστον. Δηλαδή αν σου τα ‘λεγε μπερδεμένα θα του άφηνες περισσότερο χρόνο να μιλήσει;
Οι σφοι μιλάνε συνεχώς για τον σύριζα στην τηλεόραση, γιατί είναι το μόνο πράγμα για το οποίο τους ρωτάνε. Σαν να σου κάνω εγώ συνέντευξη τώρα, ας πούμε για τα μελλοντικά σου σχέδια, σε όλους τους τομείς, και να τρώω σκάλωμα. Πες μου για την πρώην σου. Θα συνεργαστείς τελικά με την πρώην σου; Μα γιατί δεν τα ξαναφτιάχνεις με την πρώην σου; Ναι σε πρόδωσε, αλλά γιατί δεν το ξανασκέφτεσαι και είσαι ανένδοτος; Ασυμφωνία χαρακτήρων; Ας τα βρίσκατε σε ένα μίνιμουμ κοινό πλαίσιο. Αλλά ας πούμε κάτι για αυτά που απασχολούν τον κόσμο. Πότε θα ενωθείτε με την πρώην σου;

Οι σφοι δεν έχουν πάντα ευχέρεια λόγου, γιατί δεν έχουν πείρα από διαδικασίες σε στιλ λέσχης συζητήσεων, που καταλήγουν σε συλλογική ψυχοθεραπεία, όπου λέει ο καθένας την ιστορία της ζωής του, όπως στο μπλοκ, ή σε διάφορες πολιτικές εκδηλώσεις.
Πρέπει να τους δεις στις δικές μας εκδηλώσεις, όπου μιλάνε ήρεμα και συνεσταλμένα, ντρέπονται να κάνουν την αρχή κι έχουν την αγωνία να το μαζεύουν μόνοι τους, πριν ξεχειλώσει. Και μετά να κάνεις τις συγκρίσεις με τους άλλους.
Όπου μπορείς να δεις τα πάντα. Διαγωνισμούς ατάκας, βερμπαλισμούς, θεατρικούς μονολόγους, αλεξιπτωτιστές που έρχονται να πουν τα δικά τους και φεύγουν όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, κοινό που μιλάει πάνω στον ομιλητή και τον καλύπτει, διαδικασίες λάστιχο για βάλιουμ, ομιλητές που επιδιώκουν να μιλήσουν τελευταίοι για να πουν την τελευταία λέξη και να κάνουν εντυπωσιακό φινάλε, άλλους που ξεκινάνε λέγοντας ότι δε θα μιλήσουν πολύ για να αφήσουν χρόνο στους υπόλοιπους (για να τηρήσουν ευλαβικά το τελετουργικό), αλλά μιλάνε τελικά κάνα μισάωρο κι ενώ από πίσω ακούγεται ως μουσική υπόκρουση το «μ’ αρέσει να μη λέω πολλά».
Γενικώς ένα κλίμα αμφιθεάτρου που γαλουχεί μια γενιά συνδικαλιστών και δύσκολα αποβάλλεται στη συνέχεια. Πώς να μη μεταφερθεί μετά  καιστις πλατείες, όπου ο κόσμος έκανε ψυχοθεραπεία με όρους τηλεοπτικής εκτόνωσης –όπως στο λαζόπουλο- χωρίς λογικές, συνεκτικές διαδικασίες;

Εν κατακλείδι –και για να το μαζεύουμε. Οι σύντροφοι μιλάνε για το σοσιαλισμό. Κι ο λόγος τους μοιάζει με αυτά που γράφει ο μπρεχτ στο εγκώμιο για τον κομμουνισμό. Είναι λογικός κι εύκολος. Είναι το απλό που είναι δύσκολο να γίνει. Μίλα μαζί τους, ρώτα τους ό,τι θες και δε θα χάσεις..




Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Φάε ένα σύντροφο (Β' Μέρος)

Μετά την απροσδόκητη επιτυχία του πρώτου μέρους με τις κατηγορίες συντρόφων και τις ορδές πιστών του mikeius που έφτασαν εδώ από τον τοίχο του στο facebook, έρχεται το δεύτερο μέρος, που όλοι περίμεναν, έχοντας ως αποκλειστικό του στόχο: περισσότερο σοσιαλισμό, περισσότερες ταμπέλες. Έχουμε και λέμε.

Ο σύντροφος φάντασμα
Πλανάται κάπου πάνω από την οργάνωση και στοιχειώνει την οργανωτική κάποιας όβας, αγνοώντας κι ο ίδιος ακόμα την ύπαρξή του σε αυτήν. Δεν έχει πατήσει ποτέ στα γραφεία, απαντά από σπάνια ως ποτέ στα τηλέφωνα (όταν δεν έχει φραγή κλήσεων) και ταλαιπωρεί άσκοπα τους συντρόφους που έχουν αναλάβει να τον βρουν και να τον ειδοποιήσουν. Αν κατά λάθος απαντήσει σε κάποιο τηλέφωνο από αριθμό που δεν ξέρει, σου κλείνει ραντεβού για συνάντηση και δεν έρχεται ποτέ. Κάποιοι σφοι ορκίζονται ότι τον έχουν δει και του έχουν μιλήσει, αλλά το πιθανότερο είναι ότι λένε ψέματα για να εντυπωσιάσουν τους υπόλοιπους.
Αγαπημένο μέρος όπου συχνάζει: η λίμνη του λοχ νες.

-Συμπληρωματικά με τον σύντροφο φάντασμα υπάρχει ο σύντροφος με πιστοποιημένη ύπαρξη, που δεν έρχεται ποτέ σε εξορμήσεις και λοιπά χαμαλίκια, γιατί θα έχει μάθημα, χορό, στίβο, άι κίντο, πολυάσχολη κοινωνική ζωή, ή γιατί έχει ξενυχτήσει συνειδητά το προηγούμενο βράδυ, και το πρωί δεν τον ξυπνάει τίποτα. Είδος που βαίνει προς εξαφάνιση μετά την αναβάθμιση των κριτηρίων για να είναι κανείς σύντροφος.

Ο οικοδόμος
Λαϊκό παιδί, το γιαπί, το πυλοφόρι, το μυστρί, που δεν μπορεί τις φλυαρίες, τα θέλει σταράτα και τα λέει τσεκουράτα. Έχει αλάνθαστο, ταξικό ένστικτο και μυρίζεται τα παπατζιλίκια από χιλιόμετρα. Στελεχώνουν την πρώτη γραμμή της περιφρούρησης και στις καταμετρήσεις τους αφιερώνουμε το σύνθημα που όλους μας ενώνει: έρχονται οι οικοδόμοι. Το τελευταίο διάστημα είναι κατά κανόνα χωρίς δουλειά, μακροχρόνια άνεργος και διψάει για εκδίκηση για το θάνατο του κοτζαρίδη.
Αγαπημένα αξεσουάρ: ένα κοντόξυλο στον ώμο ή παρά πόδα. Κι ο ρίζος στην κωλότσεπη ενός φαρδιού τζιν που του πέφτει αποκαλύπτοντας την ουρίτσα.

Ο καλός ρήτορας
Πρωταγωνιστεί στις συνελεύσεις, ταπώνει τους αντιπάλους μας και συνδυάζει συνδικαλιά και ουσία. Με δυο λόγια μιλάει περίπου σαν το μπογιόπουλο κι έχει συνήθως αντίστοιχο γκελ και στο γυναικείο φύλο, συντρόφισσες και μη. Alter ego του η πανέμορφη, δραστήρια συντρόφισσα, που γίνεται καθοδηγήτρια, ξυπνάει τα φαλλοκρατικά ένστικτα των αντιπάλων, αλλά τους έχει όλους και στο τέλος κανείς δε μπορεί να της πει «όχι».
Αγαπημένη κίνηση: το χτύπημα του χεριού στο τραπέζι, για να επιβάλει ησυχία πριν αρχίσει να μιλάει.

Ο γκρινιάρης
Είναι ο σύντροφος που του φταίνε οι πάντες και τα πάντα κι έχει να πει μια κακή κουβέντα για όλα, σαν το ομώνυμο στρουμφάκι. Από την υψηλή πολιτική και τα στελέχη, μέχρι τη μουσική στα πάρτι και μια στραβά κολλημένη αφίσα. Εάν παρ’ ελπίδα κάτι πάει καλά, τότε αυτό συνέβη α: ενάντια στις αρχές του ιστορικού υλισμού και β: μαζί με κάνα δυο στραβά που μόνο αυτός θα έχει εντοπίσει και τα οποία αναιρούν κάθε τι καλό. Εάν όντως δεν έχει πάει καλά, τότε νιώθει την κρυφή ηδονή της δικαίωσης να ρέει στο φάρυγγα. Η καλύτερή του είναι στις συνελεύσεις των οβ, όπου μπορεί να βάλει ευθέως εναντίον της κομμουνιστικής αισιοδοξίας και κάθε κακώς κείμενου, χωρίς να μπορεί να τον διακόψει κανείς για πέντε λεπτά. Καλύτερα όμως να τα λέει εκεί, παρά να μαυρίζει τις καρδιές των απ’ έξω.
Αγαπημένες φράσεις: «δεν πάμε καλά», «τα ‘λεγα εγώ», «μου τη δίνει...»

Η αιώνια επιρροή
Ο συναγωνιστής που όλοι τον νομίζουν για οργανωμένο σύντροφο, αλλά δεν είναι. Έχει καταλάβει το ζόρι που τραβάνε οι από μέσα κι έχει ‘βολευτεί’ στη γλύκα του απ’ έξω, όπου του κάνουν όλα τα χατίρια, μπας και τον καλοπιάσουν. Κι εν μέρει τη βρίσκει να ρίχνει χυλόπιτες στις προτάσεις στρατολόγησης που του κάνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιες φορές όμως τον πιάνουν οι τύψεις και τρέχει περισσότερο κι απ’ τους οργανωμένους. Κατά κανόνα οργανώνεται όταν δεν το περιμένει κανείς, έχουν χάσει όλοι κάθε ελπίδα κι έχουν συμβιβαστεί με την απόρριψη.
Αγαπημένο φαγητό: οι χυλοπίτες

Ο διανοούμενος
Είναι ο σύντροφος που έχει διαβάσει και ξέρει απ’ έξω τα άπαντα λένιν, στάλιν, μαρξ, ένγκελς, ρόζας, γκράμσι, μάο τσετουνγκ από κλασικούς και του μάκη μαΐλη από τους σύγχρονους. Έχει ένα τσιτάτο για κάθε περίσταση κι ένα αντίδοτο για κάθε τσιτάτο των αντιπάλων. Απορεί γιατί κόπηκε το ένθετο της ιδεολογίας στον κυριακάτικο ρίζο, και γιατί η κομεπ δε γίνεται μηνιαία. Όταν οι άλλοι στο τραπεζάκι μιλάνε για γκόμενες, αυτός διαβάζει το βιβλίο της αλέκας για το γυναικείο ζήτημα. Κι όταν βρίσκει ομοίους του μπλέκει σε ατέρμονες συζητήσεις για το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό και τον ισπανικό εμφύλιο. Και τότε το βλέπεις να χάνεται ψηλά, στον κόσμο των ιδεών, και να κινδυνεύει να χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Αγαπημένο ελαφρύ ανάγνωσμα για την παραλία: το Αντι-ντίρινγκ

Ο καλλιτέχνης
Είναι ο σύντροφος που άντεξε σε όλη τη δίωρη διάλεξη της μηλιαρονικολάκη στο φεστιβάλ για τη ρώσικη πρωτοπορία, ρούφηξε κάθε της λέξη και την ανέλυσε μετά με άλλους συντρόφους απ’ την (κ)όβα καλλιτεχνών. Φέρει βαρέως την αποτυχία και το κλείσιμο του συρμού. Τραβάει μαζί του μεγάλες παρέες συντρόφων στα αφιερώματα του σινεμά τριανόν, αλλά στο τέλος καταλήγει μόνος του σε μια άδεια, σκοτεινή αίθουσα. Ξέρει για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό όσα γνωρίζει ο διανοούμενος για τους κλασικούς, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε κι άλλα ρεύματα, για να καλύψει τις σουρεάλ τάσεις του. Ονειρεύεται μια πολιτιστική επανάσταση στις γραμμές της οργάνωσης και ριζική ανανέωση στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα του φεστιβάλ, αλλά πάντα θα βρεθεί ένας κάφρος σφος να τον γειώσει στην πεζή πραγματικότητα. Αναλαμβάνει πολιτιστικός υπεύθυνος –ελλείψει άλλου- κι έχει μεγαλεπήβολα σχέδια για ψαγμένα πράγματα, που όμως σκοντάφτουν στην αδιαφορία των άλλων συντρόφων να τα υλοποιήσουν ή στα οικονομικά του κόμματος.
Αγαπημένο του έργο: το λευκό πάνω στο λευκό.

Ο τρεντοσύντροφος-σφισσα
Ο σύντροφος με γυαλί, μαλλί και παντελόνι lee, που ντύνεται και διασκεδάζει σαν δαπίτης. Αλλά αν του το πεις, θα σου απαντήσει ότι είναι μες στις μάζες και δεν είναι αντικοινωνικός σαν κι εσένα. Στα φεστιβάλ βασικά βαριέται και βρίσκει καταφύγιο στο κουβανέζικο μπαρ που είναι ό,τι πιο trendy υπάρχει στον χώρο. Απεχθάνεται το φραπέ και τις ρετσίνες, τις υπόγειες ταβέρνες και τα σκοτεινά καταγώγια όπου τον τραβάει συνήθως η όβα του. Γίνεται όμως party animal κάθε χρόνο στις απόκριες, στα πάρτι της οργάνωσης και σε ό,τι άλλο περιέχει μπίτια. Απαντάται συχνότερα ως είδος στη νομική, την ασοεε και τις καινούριες γενιές εν γένει. Πάει συμπλήρωμα με δυο παλιότερους, μαλλιάδες συντρόφους σε στιλ γερουσίας στο μάπετ σόου, να σχολιάζουν πώς έχει καταντήσει η νέα γενιά.
Αγαπημένο ποτό: daquiry φράουλα. Μότο ζωής: μα γιατί να χαρίζουμε σύντροφοι τη μύκονο στους αστούς;

Ο αριστεριστής σύντροφος
Σύντροφος που προοριζόταν για εαακίτης, αλλά έμπλεξε με καλές παρέες και σώθηκε. Φοράει συνήθως σανδάλια και σαλβάρια. Κάνει ελεύθερο κάμπινγκ με τζιβάτους και μπαφάτους, χωρίς να είναι απαραίτητα τέτοιος. Ακούει μάλαμα και θανάση και πιστεύει ότι φέρνουμε τον λάθος παπακωνσταντίνου στα φεστιβάλ, όπου βρίσκει παρηγοριά στη μπάντα μπασότι. Πιστεύει ότι το 89’ κάναμε λάθος με τον τζανετάκη (αλλά δεν το λέει παραέξω) και θέλει να φωνάξει με πάθος το σύνθημα για τον τεμπονέρα (που ζει, ζει...) αλλά επικρατεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και το πνίγει μέσα του. Δεν του αρέσει να λέμε φρικιά τους αναρχικούς κι αριστεριστές τους εξωκοινοβουλευτικούς –τουλάχιστον όχι μπροστά του. Οι πιο πολλές παρέες του είναι φρικιά κι αριστεριστές, αλλά οι σχέσεις τους δοκιμάστηκαν σκληρά μετά το απεργιακό διήμερο του περασμένου οκτώβρη.
Αγαπημένο βιβλίο: ο αριστερισμός του λένιν.
Φράση που ακούει συνήθως: «κι οι κολλημένοι οι κνίτες... δεν εννοώ εσένα, εσύ δεν είσαι σαν αυτούς..»

Υπάρχει επίσης ο κουτσομπόλης σύντροφος (αγαπημένη του φράση: «τα ‘μαθες;» και τα άλλα τα τρώει ο δαίμων της λογοκρισίας) κι ο κλασικός ο μαλάκας ο σύντροφος (γεωργίου speaking) που δεν καταλαβαίνει τι του λες, ή πάει και γράφει αυτά που δεν πρέπει στο διαδίκτυο και τους εκθέτει όλους. Καλή ώρα...


Αν υπήρχε επόμενο μέρος (που μάλλον δεν...) θα αφορούσε τους διάφορους τύπους αριστερών, πλην λακεδαιμονίων που τους εξαντλήσαμε σήμερα. Γίνονται δεκτές κάθε είδους παρατηρήσεις ενστάσεις και προτάσεις για άλλες προσθήκες.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Φάε ένα σύντροφο (Α’ μέρος)

Υπάρχει που λες στο διαδίκτυο ένας τύπος που κυκλοφορεί τελευταία κάτι βιντεάκια που έχουν κάνει πάταγο. Επί της ουσίας πρόκειται για οπτικοποιημένες αναρτήσεις από το μπλοκ του με τίτλο φάε ένα μαλάκα, όπου κατηγοριοποιεί διάφορα θέματα σε τύπους και είδη, κι αρχίζει να τα απαριθμεί ένα προς ένα, με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους.
Ο κομάντο τα θεωρεί εξ ορισμού φασιστικά και άθλια. Εγώ πάλι πιστεύω ότι προσπαθούν να βγάλουν εύκολο γέλιο. Αλλά και μόνο που μπήκαμε στη διαδικασία να τα σχολιάσουμε, πάει να πει πως ο τύπος την πέτυχε τη δουλειά του κι έκανε αν μη τι άλλο κάτι πιασάρικο.

Κι έπειτα είναι αυτή η κατηγοριοποίηση με τις ταμπέλες, που δε μπορεί να σε αφήσει ασυγκίνητο. Γιατί κάθε φορά που το κάνεις εσύ στην παρέα σου, σου τη λένε όλοι, επειδή είπες τον τάδε ή τον δείνα ιδεαλιστή, αντιδραστικό, ρατσιστή κτλ. Τα αυτονόητα δηλ. Αν μάλιστα ισχύει και η φήμη που θέλει αυτό τον τύπο πολυτεχνίτη, που ψήφιζε εαακ, τότε εξηγούνται αρκετά πράγματα.

Ναι, αλλά πώς θα ένιωθες αν σου το ‘καναν εσένα αυτό;
Έλα ντε. Πλάκα θα ‘χε, μάλλον. Κάτσε να δούμε. Κατηγορίες συντρόφων. Έχουμε και λέμε.

Το μαζικό στοιχείο.
Δίνει τους ριζοσπάστες σα ζεστά ψωμάκια, και στις εξορμήσεις με τα κουπόνια μαζεύει μια μικρή περιουσία για το κόμμα. Στα φεστιβάλ, κάνει sold out στα μπλοκάκια με τα εισιτήρια της όβας του, και μπαίνει χρέωση στις κάρτεςγνωριμίας. Οι συντρόφισσες όμως πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα, γιατί καραδοκούν οι λιγούρηδες.
-Θα έρθετε στην εκδήλωσή μας για τα εικοσάχρονα από την αντεπανάσταση στη σοβιετική ένωση;
-Όπου θέλεις μωρό μου, αρκεί να είσαι εσύ.
Ή ακόμα. –Θα πάρετε ριζοσπάστη;
-Εσένα θα πάρω μανίτσα μου.

Το μικρό κουπόνι
Δεν είναι το ίδιο ευχάριστο και αποτελεσματικό με το μαζικό στοιχείο, αλλά κρατάει πάντα κάτι στο χέρι για να σε τρατάρει (ρίζο, κουπόνια, προκήρυξη). Η αποτυχία το οπλίζει με επιμονή και στο τέλος καταλήγει να έχει 0,35 επιρροές, εκ των οποίων οι μισές το αποφεύγουν, για να γλιτώσουν το «πρήξιμο». Αγαπημένη φράση: πήρατε τον καινούριο οδηγητή; (Γιατί, είχε πάρει τον παλιό;)

Ο πρωτοετής με τις απορίες
Ρωτάει τους πάντες για τα πάντα, ενθουσιάζεται με κάθε καινούρια πληροφορία και σε κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια, γεμάτα φιλότιμο κι άγνοια. Στην αρχή είναι ευχάριστος και σε κάνει να νιώθεις σημαντικός, αλλά μετά το μισάωρο αρχίζει να σε κουράζει. Στις μαζικές διαδικασίες της οργάνωσης επικρατεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός της πλειοψηφίας και του επιβάλλουν με εύσχημο τρόπο να το βουλώσει επιτέλους, για να γυρίσουν καμιά φορά σπίτια τους. Πού θα πάει, θα συνηθίσει. Κι ας μην είναι πια πρωτοετής.
Αγαπημένη ερώτηση: γιατί μαμά;

Ο παππούς από την τασκένδη
Συνήθως παρκαρισμένος σε κάποια συνοικιακή κόβα, με ένα ατομικό, sui generis ιδιόλεκτο, με ελληνικές και ρώσικες λέξεις ανάμεικτες και βαριά προφορά, που καταλαβαίνει μόνο ο ίδιος και το χρησιμοποιεί για να διηγηθεί ιστορίες από την κρύπτη του κομμουνιστικού κινήματος. Αν βρεθείς ποτέ σε τέτοια κόβα, εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο να σε έχουν παρκάρει εν αποστρατεία και σένα. Αγαπημένο θέμα συζήτησης, ο ζαχαριάδης και το εικοστό συνέδριο.

Ο ντουντουκέρης
Είναι ο σύντροφος που έχει χρεωθεί τη ντουντούκα και καθιερώθηκε σε αυτό το πόστο. Είναι παντός καιρού και την κουβαλά με ζέστες και με κρύα, σε καύσωνες και καταιγίδες. Σε μία από τις τελευταίες περιπτώσεις είχε ακουστεί και το σύνθημα: έρχεται βροχή, έρχεται και μπόρα, έρχεται του νατο η τελευταία ώρα. Όπως και το άλλο που λέει, ούτε σε ξερονήσια, ούτε και σε βροχές, ποτέ τους δε λυγίσανε οι κομμουνιστές. Δε θα μας λιώσει δα μια βροχούλα.
Συνήθως υπάρχει πρόβλημα συνεννόησης με τους σφους στο υπόλοιπο μπλοκ, που δεν είναι στην πρώτη αλυσίδα. Κάπως έτσι πρέπει να βγήκε και το σύνθημα, μία η ντουντούκα και τέσσερις εμείς. Το οποίο τουλάχιστον δεν έχει κυριολεκτική, αριθμητική έννοια, όπως στα μπλοκ των άλλων που είναι όλοι μαζί πέντε, μαζί με το ντουντουκέρη.
Στη λδ του βορρά, κάναμε διάφορες δοκιμές, από τον καρδιτσιώτη ντι-τζέι που τραβούσε στο τέλος τα φωνήεντα (εργάτεεες, αγρότεεες, φοιτητέεεες…) μέχρι την σφισσα με τη φωνή -φυσικό ταλέντο, που όταν φράκαρε ο λαιμός του ντουντουκέρη, έμπαινε αλλαγή και φώναζε αυτή, χωρίς ντουντούκα!

Ο σύντροφος μασκότ
Είναι ο σύντροφος που τρέχει παντού, κάνει φασαρία και τα λέει σταλινικά και τσεκουράτα. Πρώτος στα ξύλα, πρώτος στον αγώνα… ε και στα μαθήματα όχι πάντα, γιατί μένει όλη την ώρα στο τραπεζάκι. Καταφέρνει να γίνει σήμα κατατεθέν, αναγνωρίσιμος απ’ όλους, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό κι ενίοτε τον κρύβουμε για να μην τρομάζει τον κόσμο. Οι αριστεριστές τον μισούνε θανάσιμα. Κι όσοι δεν έχουν καταλάβει την τρυφερή του καρδιά, τον λένε τραμπούκο.
Αγαπημένη φράση του: είσαι πασόκος.

Ο γραφειοπόντικας
Σύντροφος χωρίς προσωπική ζωή και φίλους, πέρα από το κόμμα. Τον έχανες και τον έβρισκες πάντα στα γραφεία, να παίρνει τηλέφωνα από τη βουλευτική γραμμή, να βγάζει φωτοτυπίες, να γράφει εισήγηση και να εφευρίσκει γενικώς διάφορες μικροασχολίες, για να παραμείνει εκεί και να γεμίσει τον ελεύθερο του χρόνο. Μέχρι που βγήκε ειδική ντιρεκτίβα για τα γραφεία κι έγινε είδος υπό εξαφάνιση. Συνήθως «καίγεται» σε βάθος χρόνου, τα παρατάει όλα και παύει να ασχολείται.
Αγαπημένη ασχολία: οι συγκρίσεις με τους δείκτες και τα κλεισίματα των άλλων –οβ, τομέων, αχτίδων κτλ. Αγαπημένη του φράση: μισό λεπτό, τελειώνω κι έφυγα.

Ο σύντροφος της ανασυγκρότησης
Σύντροφος με δύσκολα νεανικά χρόνια και πολλά βιώματα, που ήπιε το πικρό ποτήρι με τις δύο διασπάσεις, έζησε τα πέτρινα χρόνια των αρχών του ενενήντα και βγήκε ζωντανός από το τέλος του κόσμου και της ιστορίας. Ξεκίνησε έχοντας μόνο ναρίτες στην όβα του και κατέληξε μόνος του στην οβ σπουδάζουσας να παίζει ξύλο με το μπογιόπουλο (πχ). Σήμερα νιώθει μια γλυκιά δικαίωση για τις επιλογές του, αλλά τα βιώματα δεν αφήνουν να μαλακώσει η ψυχή του, που είναι αλύγιστη, σαν το ατσάλι που έδενε ο παβελ κορτσάγιν (ο αγαπημένος του ήρωας από το μυθιστόρημα του οστρόφσκι). Αγαπημένο βιβλίο: το μια άλλη ματιά στο στάλιν, του λούντο μάρτενς.

Ο φυσικός μεταλλάς (είδος υπό εξαφάνιση)
Μακρυμάλλης, μουσάτος, με παλιό, φθαρμένο τζιν κι αμπέχονο. Τελειώνει την σχολή κοντά στη δεκαετία κατά μέσο όρο. Ακούει φανατικά ροκ και χέβι μέταλ, εκτός κι αν έχει πιει τα κέρατά του, ή βρίσκεται υπό την επήρεια θηλυκού. Ευελπιστεί να χτυπήσει κάνα ιδιαίτερο στο πανόραμα –ή τα βόρεια προάστια, για να βγάλουμε πανελλαδικά συνεννόηση- και να ζητήσει 50ευρώ την ώρα. Αλλά συνήθως του τυχαίνουν εργατόπαιδα και φτωχολογιά, που ντρέπεται να τους ζητήσει λεφτά. Τα τελευταία χρόνια μετεξελίσσεται και βαίνει δια της μετάλλαξης προς εξαφάνιση.
Απωθημένο όνειρο: να κάνει η οργάνωση, ή η πανσπουδαστική, ή έστω το μας, ένα μέταλ πάρτιστα πανεπιστήμια. Και δε θα το μετανιώσει...

Ο γραμμούλης
Γνωρίζει απ’ έξω το καταστατικό. Ξεκοκαλίζει τη γραμμή από το ρίζο μέχρι την τελευταία του σελίδα, και τη στήλη με τα μνημόσυνα. Τσιτάρει αποσπάσματα από αποφάσεις συνεδρίων κι άλλα κομματικά ντοκουμέντα. Υπογραμμίζει τα σημαντικά σημεία από τα άρθρα του γόντικα και της κομεπ και τηρεί σχολαστικά τις διαδικασίες στα όργανα. Απεχθάνεται τα μπλογκζ, τις ιδεολογικές παρεκκλίσεις και τον οργανωτικό φιλελευθερισμό. Σκληρός και άκαμπτος στις ομαλές περιόδους, γίνεται άκρως ευέλικτος όταν το απαιτούν οι συνθήκες κι η αλλαγή γραμμής, λέγοντας ότι πάντα έτσι είχαν τα πράγματα κι ότι ανέκαθεν πολεμούσαμε με την ανατολασία.
Αγαπημένη του φράση: το βάζει κι η εισήγηση. Δεύτερη αγαπημένη: σύντροφοι, τις διαδικασίες. Αγαπημένο τραγούδι: Hold the Line, των Toto.

Υπάρχει συμπληρωματικά κι ο εναλλακτικός γραμμούλης, αλλά αυτόν θα τον δούμε ξεχωριστά, σε άλλη κατηγορία, στο επόμενο μέρος. Το οποίο μπορεί να ενσωματώσει εν τω μεταξύ τις ιδέες των σφων αναγνωστών στα σχόλια για προσθήκες κι άλλες κατηγορίες.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Το ανθρωπάκι

Σήμερα η κε του μπλοκ θα γίνει λίγο πικρόχολη, εξ αφορμής κι εξαιτίας ενός σχετικά πρόσφατου βιώματος, που μου θύμισε συνειρμικά μια σειρά άσχημες στιγμές από το μακρινό και πιο κοντινό παρελθόν. Η σημερινή ανάρτηση έχει ως θέμα της την φυλή των στελεχών, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική συμπεριφορά του στελεχικού δυναμικού των οργανώσεων του χώρου.

Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή. Ο μέσος έντιμος καθοδηγητής σκληραίνει εκ των πραγμάτων, για να τα βγάλει πέρα με τις σκληρές συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει. Να βγάλει πρόγραμμα, να τρέξει, να συντονίσει, να ενημερώσει, να λύσει ζητήματα, να επιμείνει, να μεταπείσει. Δεν του περισσεύει πολύς χρόνος για να είναι διαλλακτικός, να σκεφτεί νηφάλια και σφαιρικά. Ξέρει μόνο ότι κάποιες δουλειές πρέπει να γίνουν κι είναι δική του ευθύνη να εξασφαλίσει ότι όντως θα γίνουν.

Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά. Στην τελική εμένα με παίρνει να το παίζω άνετος και διαλλακτικός διανοούμενος γιατί είμαι έξω απ’ τον χορό και πολλά τραγούδια λέω. Ναι, αλλά δε μιλάμε γι’ αυτήν την περίπτωση. Μιλάμε για εκείνη την κατηγορία ανθρώπου που σκεφτόταν από μικρός πως όταν μεγαλώσει θα γίνει αρχηγός, κατ’ επάγγελμα. Είδος εύκολα αναγνωρίσιμο που παροικεί σε όλες τις οργανώσεις, κυρίως στα αμφιθέατρα, κι έχει μια τυπική συμπεριφορά και νοοτροπία που συνίσταται κατά βάση στα εξής.

Μένει στρατηγός στα μετόπισθεν, να επιστατεί και να εμψυχώνει την εμπροσθοφυλακή, αντί να βοηθήσει κι αυτός να γίνει καλύτερα η δουλειά. Καθορίζει τάσεις και μόδες, εν είδει άτυπης γραμμής που δεν είναι υποχρεωτική, αλλά σου δίνει πόντους και μπορεί να έχει να κάνει με οτιδήποτε. Σταράκια, πουκάμισα, δερμάτινα, τζίβες, ακόμα και βιβλία ή μουσικά γούστα.

Το τραπέζι του δεν αδειάζει ποτέ από περίγυρο και κόσμο που χοροπηδάει γύρω του, για να κερδίσει λίγα ψίχουλα προσοχής. Οι κοπέλες τον ερωτεύονται και αναστενάζουν στο πέρασμα του, φτιάχνοντας κλίμα στις συνελεύσεις. Αυτός το ξέρει και φροντίζει να το εκμεταλλευτεί.http://www.blogger.com/img/blank.gif

Στα αμφιθέατρα μιλάει με στυλ γεμάτο επιτήδευση, στο λόγο και την εκφορά του. Πομπώδες ύφος, χειρονομίες, βερμπαλισμοί και τσιτάτα, υψωμένη φωνή και χτύπημα του χεριού στην έδρα για να εκμαιεύσει ενθουσιασμό. Στις εκδηλώσεις, εκφωνεί βαρετούς λόγους που τους διαβάζει από μέσα κι ύστερα όλοι τους ξεψαχνίζουν και βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον για να αποκομίσουν ως κατασταλαγμένη σοφία.

Στους χώρους δουλειάς μιλάει όπως στα αμφιθέατρα, ή σαν τον ινστρούκτορα από την ταινία με τον τραμπάκουλα. Στους οπαδούς μιλάει σα να ήταν οργανωμένοι. Και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, σου μιλάει με συνδικαλιές, με ξύλινες κλισέ εκφράσεις, λες και δε μιλάει μαζί σου αλλά σε κάποιο φανταστικό κοινό που κρίνει και παρακολουθεί.

Λέει πράγματα κούφια και ψεύτικα που ξέρει να τα υπερασπιστεί αλλά δεν είναι σίγουρο ότι τα πιστεύει, δεν τα κατέχει για δικά του και τα αφήνει πολύ εύκολα για να υπερασπιστεί τα επόμενα. Τα οποία ανέκαθεν πίστευε κι έλεγε. Ποτέ δεν ήταν διαφορετική η άποψή του. Μέχρι την επόμενη. Που δεν του στοιχίζει να την αλλάξει, αντίθετα με σένα που προσπαθείς να τα δέσεις σε ένα λογικό συνεκτικό ιστό κι αν σου φύγει ο βασικός κρίκος γκρεμίζεται ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα και νιώθεις εκτεθειμένος. Δεν προχωράς σα να μη συνέβη τίποτα.

Δε σε χαιρετά πάντα, εκτός κι αν σε θέλει για κάτι ή είσαι ο μόνος που γνωρίζει. Σου μιλά με πολύ σοβαρό ύφος για την αποστολή που θα σου αναθέσει, η οποία μπορεί να είναι να του φέρεις καφέ ή τυρόπιτα. Δεν απαντά σ’ όλες τις ερωτήσεις σου για να αφήσει να πλανάται ένα μυστήριο γύρω του και να σε κάνει να νιώσεις υπό-. Γιατί όπως λέει και το ποντίκι στον ισοβίτη, αν δεν πουλήσεις λίγη μούρη σε έχουν όλοι χεσμένο. Έτσι ίσως καταφέρει να γίνει μούρη, αλλά δεν κερδίζει ποτέ τον αυθόρμητο θαυμασμό και την αναγνώριση των συντρόφων του.

Στα πάρτι κάθεται μαζί με άλλους δικούς του, σε ένα ειδικό μέρος, σαν εξώστη. Κι εν τέλει μένει κλεισμένος σε ένα φαύλο κύκλο με τους ομοίους του και ξεχνά να συναναστρέφεται απλό κόσμο και να πιάνει το σφυγμό του.

Είναι ο τύπος του γραφειοκράτη που ο τσίρκας στην τριλογία του βαφτίζει ασώματες κεφαλές και τους προσωποποιεί στο χαρακτήρα του ανθρωπάκι. Που μένει άκλιτο εν είδει απαξίωσης γι’ αυτό το είδος, της νομενκλατούρας.

Ο τσίρκας βέβαια αναπαράγει με τη σειρά του ως ένα βαθμό τον κλασικό διαχωρισμό ηγεσίας-βάσης, που καταλογίζει τα πάντα στην πρώτη και γίνεται σφόδρα αντιδιαλεκτικός πριν καν φτάσει στις τελικές του συνέπειες. Κάτι που φαίνεται να καταλαβαίνει ακόμα κι ο ρούσης, παρά τα μύρια όσα λέει το τελευταίο διάστημα για το κόμμα, αφού πήγε σε μια εκδήλωση του αλαβάνου για να προπαγανδίσει το μέτωπο κι έβαλε στην ηγεμονία το κουκουέ. Αυτό το κκε ως έχει, όχι χωρίς την ηγεσία του κι άλλες τέτοιες ανοησίες που λένε. Να σκέφτεσαι δηλαδή ποιος τα λέει και τι γράφει στη στήλη του την ίδια στιγμή και να σταματάει ο νους σου.

Κατά βάθος κάθε βάση έχει την ηγεσία που της ταιριάζει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για το κλασικό παράδειγμα του εαμ, με την ηρωική βάση και την ηγεσία που δε μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τόσο ήξεραν τόσο μπόρεσαν ο σιάντος και ο ιωαννίδης. Που ήταν κι αυτοί του λαού παιδιά, κουρέας ο ένας και επιλοχίας στο μικρασιατικό μέτωπο ο άλλος. Αλλά τελικά δε μπόρεσαν να κάνουν την υπέρβαση.

Δεν χρειάζεται λοιπόν καμία γενίκευση. Ανθρωπάκια του λαού είμαστε όλοι. Κι οι πρωτοπόροι κομμουνιστές, Άνθρωποι με το άλφα κεφαλαίο (χωρίς κύκλο). Δόξα και τιμή σε όσους καταφέρνουν να είναι τέτοιοι και σήμερα, σε συνθήκες εξόχως δύσκολες κι αντιηρωικές. Δόξα τω λαώ, υπάρχουν πολλοί.

Υγ: το κείμενο πέρασε από λογοκριτική επιτροπή σφισσας που εμπιστεύομαι κι έμεινε μετεξεταστέο. Παρόλα αυτά παίρνω το ρίσκο για τη δημοσίευσή του, κι ας είναι ίσως λίγο άκαιρο εν όψει της απεργίας μεθαύριο. Βρίστε ελεύθερα στα σχόλια (εμένα, όχι γενικώς).