Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νταλάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νταλάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Η μέρα εκείνη έχει αργήσει

Η μέρα εκείνη έχει αργήσει, κυνηγημένο πουλί. Σε Δύση και Ανατολή και περιφέρεια. Αλλά το μέλλον δε θα έρθει μόνο του νέτο σκέτο (και αν δε γράψουμε εμείς το σενάριό του, θα είναι θρίλερ με αστικά ζόμπι και τον δολοφόνο με τα κέρδη). Ου γαρ έρχεται μόνον (το μέλλον). Κι ενός μέλλοντος δικού μας, μύρια έπονται, στη γειτονιά μας, σε όλο τον κόσμο, στις γειτονιές του κόσμου.

80(+2) χρόνια έχουνε περάσει και οι αστοί δεν το ’χουν ξεπεράσει, ούτε βρήκαν κάτι αντίστοιχο να αντιπαραθέσουν στην ακτινοβολία των 200. Πού να βρουν το αντίβαρο σε τέτοιο ιστορικό φορτίο και πώς να αντικρίσουν τόσο καθαρά βλέμματα, τέτοια χαμόγελα που παν για εκτέλεση τραγουδώντας, λες και βγήκαν για βόλτα στο πάρκο (όπως είπε ένας από τους απογόνους) για καθαρό αέρα;


Ξέρεις τι είναι να αθροίζεις συστηματικά άπειρα τίποτα, content creators κενούς περιεχομένου, για να φτιάξεις κάτι και να εισβάλλουν από την κρύπτη της ιστορίας οι 200 να στα εκμηδενίζουν; Να προκαλούν συναισθήματα, ρίγη συγκίνησης επί δεκαετίες, να γίνονται διαχρονική πηγή έμπνευση για μικρά και αιώνια παιδιά. Να μας δείχνουν το ωραίο, το μεγάλο, το συγκλονιστικό, ό,τι μετράει αληθινά στη ζωή, όταν την δίνεις. Αυτό που κανείς ανθυπαστέρας, influencer, showman, γελωτοποιός της αυλής ή υπάλληλος δεν μπορεί να αγγίξει.

Ούτε το ΔΚΚ (διεθνές κομμουνιστικό κίνημα) έχει ξεπεράσει τη δική του κρίση, 35 χρόνια τώρα. Αλλά στα μέρη μας αυτή δεν ήταν ποτέ τόσο βαθιά και δομική όσο αλλού. Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει -ίσως μόνο η αρχαία της Μάρως Δούκα. Έχουν συμβάλει και οι 200 σε αυτό, με το δικό τους λιθαράκι ή μάλλον 200 θεμέλιους λίθους. Ο καθένας τους γίγας στους γίγαντες, βράχος γρανίτης στέκει ορθός, μπροστά στο απόσπασμα.

Ένας δεν είναι, μα χιλιάδες στον αγώνα. Εκατοντάδες που εκτελέστηκαν εκείνο μόνο το ματωμένο δεκαήμερο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς. Δεκάδες χιλιάδες που έδωσαν τη ζωή τους, εκείνη τη ματωμένη δεκαετία, για ένα καλύτερο μέλλον -κι αν δεν το κέρδισαν, το άφησαν υποθήκη στο ταμείο της Ιστορίας. 20 χιλιάδες όσοι επισκέφτηκαν αυτούς τους μήνες το Σκοπευτήριο (μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι από Σωματεία) και ξεναγήθηκαν στον χώρο και το Μουσείο, για να δουν όσα δε μάθαμε στο σχολείο και μένουν πάντα εκτός ύλης (για να μη γίνουν οι επικίνδυνες ιδέες υλική δύναμη). Άλλοι τόσοι πρέπει να μαζεύτηκαν προχτές στην Καισαριανή, σε λίγα ιερά τετραγωνικά, για να σηκώσουν σαν Άτλαντες στις πλάτες τους τον κόσμο και το βάρος να τον αλλάξουν, όσα και αν έχει στραβά.

Αν αναλύσεις την Ιστορία αυτού του κόμματος, στο τέλος θα μείνει ένα σφυρί και ένα δρεπάνι. Μια τάξη, ένας εργαζόμενος λαός και η πάλη του να γράψει το μέλλον του. Μια ιδεολογία και μια στάση ζωής αλύγιστη. Το κόκκινο χρώμα του αγώνα και της θυσίας. Τρία κόκκινα γράμματα. 200 ήρωες -και άλλοι τόσοι, που αυξάνονται εκθετικά. Που σημαίνει πως με άλλους τόσους και άλλα τόσα, μπορούμε να το ξαναφτιάξουμε. Έστω και ένας-μία αν έμενε, θα ξανάστηνε το τιμημένο, πετώντας πέτρες πίσω του, σαν Πύρρα ή Δευκαλίωνας. Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά.

Μπόλικη ιστορία, χαραγμένη στην πέτρα, που δεν ξεγράφει. Που σε περιμένει σε κάθε γωνία, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο. Ακόμα και αν δεν άφησαν πέτρα, πάνω στην πέτρα, θα βρούμε τρόπο για μια νέα Πετρούπολη, άλλη μια Καισαριανή. Θα έχουμε για πάντα το Πέτρογκραντ (την Αβάνα, το Παρίσι)... Αλλά έχει σημασία πως δε χρειάστηκε να το στήσουμε τελικά από το μηδέν, ότι το Κόμμα άντεξε, γιατί είναι από άριστο (ιστορικό) υλικό, που σπανίζει.


Μέθοδος

-Ξέρετε τι είναι η διαλεκτική;
-Εννοείτε τη βία ως μαία-μαμή της Ιστορίας;
-Όχι, εννοώ τη μέθοδο του Σωκράτη για να βγάζει συμπεράσματα.
-Εσείς όμως ξέρετε τι είναι η διαλεκτική;
-Εννοείτε τη μέθοδο του Σωκράτη με τον διάλογο και τις ερωτοαπαντήσεις;
-Όχι, εννοώ τη σύγκρουση και ενότητα των αντιθέτων, κατά τη μέθοδο του Χέγκελ και του Μαρξ.

Λες αυτό να φταίει που δε βγάζει ο λαός συμπεράσματα; Τι λες Σωκράτη εσύ σούπερ σταρ;

Διαλεκτική είναι ότι έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει -και γι’ αυτό είμαστε έτοιμοι να την δώσουμε. Διαλεκτική είναι να χαμογελάς στον θάνατο. Να πέφτεις νεκρός και να τον ταπεινώνεις. Θάνατος να γίνω αθάνατος. Να επιχειρούν να σε σβήσουν από προσώπου γης και να σου δίνουν μια θέση στο Πάνθεο των (κοινών) θνητών, που πάλεψαν για το βασίλειο της ελευθερίας.

Διαλεκτική είναι, επίσης, να κολλάς στην κίνηση, να ψάχνεις σε πεζούλια και ρεματιές να παρκάρεις, να σε πιάνει βήχας και φτάρνισμα από την αλλεργία στην άνοιξη (της Πράγας), να πέφτεις σε σκοτεινά χαντάκια, να μην πλησιάζεις ούτε καν από μακριά στη σκηνή, να κόβεται ο ήχος στη γιγαντοοθόνη (προβοκάτσια μες στο σπίτι μας), να επανέρχεται μετά με ένα ηλεκτρικό κύμα ενθουσιασμού, να μη βρίσκεις κανέναν μες στην πολυκοσμία, να περιμένεις πέντε πούλμαν να φορτώσουν τη Γερουσία στον δρόμο της επιστροφής, να σε πιάνει η υγρασία, να την ακούς στη φωνή σου. Και στο τέλος να σκέφτεσαι τι υπέροχη βραδιά ήταν και γιατί να μην έχουμε συχνότερα Πρωτομαγιά.

Εικόνες

Σημαίες, τραγούδια, σφυροδρέπανα. Πλατιά χαμόγελα και σίγουρο βήμα -πάνω από τα σκοτεινά χαντάκια- σαν στίχοι του Ρίτσου. Παντού οι 200, το αφιέρωμα του Ρίζου, η μπροσούρα της ΚΝΕ με τα τραγούδια της τάξης μας. Ψάθες, στρωσίδια, σκαμνάκια, αυτοσχέδια καθίσματα με το όργανο ή στο γρασίδι. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από σουβλάκι (το βόρειο, το παλιό το ορθόδοξο) και από Φεστιβάλ. Κι επίσης, σημαντικές πρωτιές σε Σχολές, συνδικάτα, Ομοσπονδίες, όπως στο Μέταλλο.

Κι αν κάποιος ενοχλείται από τέτοιες εικόνες, καλύτερα να τις συνηθίζει, ως πλάνα από τα προσεχώς. Εκτός αν προτιμά τις εικόνες με τα φέρετρα του Δένδια. Έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, είτε από ζωή, είτε από θάνατο.

Ο χώρος

Η αύρα του Σκοπευτηρίου είναι μοναδική. Η υποβλητική ησυχία, η ηρεμία όσων ξέρουν πως έκαναν ό,τι έπρεπε. Η Ιστορία που σε πιάνει απ’ το μανίκι, πλανάται υποβλητική, πηχτή στην ατμόσφαιρα. Κανείς άλλος χώρος δεν έχει τέτοιο φορτίο. Ποια Ακρόπολη, με μαγνητικά πεδία και τα περιστέρια με κλάδους ελαίας, που δεν την κουτσουλάνε! Το μαγνητικό πεδίο της Ιστορίας δε συγκρίνεται με τίποτα και δεν αφήνει τίποτα να μολύνει τον χώρο.

Ούτε κοράκια γαμψόνυχα, που θέλουν να το κάνουν πεδίο (σκοπο)βολής. Ούτε φίδια ναζιστικά και δίποδα κτήνη με μονοκύτταρο εγκέφαλο, που θέλουν να το βεβηλώσουν. Ούτε ποντίκια που πήδηξαν με σημαία ευκαιρίας απ’ το καράβι, νομίζοντας πως βούλιαζε, ντύθηκαν λιοντάρια με αντιμνημονιακές λεοντές, ήρθαν με ψεύτικα λουλούδια και υποσχέσεις και λένε τώρα πως η ελπίδα έκανε λίφτινγκ και ξανάρχεται ξαναζεσταμένη.

Σε τούτη εδώ τη μάντρα, αστική σκουριά δεν πιάνει. Αλλά οι δωσίλογοι της εποχής μας, θα είναι όσοι χύνουν χολή για τους; «200 προδότες» και το δημόσιο χρήμα που «σπαταλήθηκε για τις φωτογραφίες τους». Κι η μάνα του κτήνους είναι πάντα η «δημοκρατική ΕΕ» και οι πολιτικές αρχές της που ζήτησαν να αποσυρθεί η σχετική ερώτηση του ΚΚΕ στο ευρωκοινοβούλιο. Κι ουδείς δικαιούται να αγνοεί τα γεγονότα και να ζει σε συννεφάκι, για να πέσει αργότερα έκπληκτος.

Το όργανο 

Ένα αφιέρωμα που έφτασε παντού, σε πολύ ευρύτερο ακροατήριο. Κάποιοι αναγνώρισαν μεγαλόθυμα τη σημασία του. Άλλοι είπαν πως η μνήμη τους δεν τιμάται με γλέντια και συναυλίες -και ακόμα περιμένουμε την έμπρακτη θυσία τους, αν και δεν είναι ούτε 200. Κι άλλοι συνέχισαν εμμονικά να τους βλέπουν σαν πατριώτες. Πατριώτες, αλλά η εντολή της εκτέλεσης ζητούσε 200 κομμουνιστές -άλλο που δεν το βλέπουμε στο «Τελευταίο Σημείωμα». Πατριώτες, αλλά πολλοί ήταν Ακροναυπλιώτες, που τους παρέδωσαν οι ελληνικές αρχές στον κατακτητή και άρχισαν να ορκίζονται στον Χίτλερ. Πατριώτες αλλά στο Κολωνάκι λίγοι πενθούσαν τον χαμό τους, γιατί ήταν με το έθνος των εκμεταλλευτών και ένιωθαν πιο συμπατριώτες τους Ναζί παρά τους κομμουνιστές. Πατριώτες, αλλά οι περισσότεροι ήταν εργάτες, συνδικαλιστές -μόνη μας πατρίδα το ταξικό μας ένστικτο. 

Κι αν όλοι αυτοί είχαν διαβάσει το αφιέρωμα που τους προκάλεσε αλλεργία, θα έβλεπαν μεταξύ των 200 και έναν ένστολο, που είχε δράση με φιλοβρετανική αντιστασιακή οργάνωση, αλλά ήταν φίλα προσκείμενος στο ΕΑΜ και πλήρωσε τη στάση του με τη ζωή του, για να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους υπόλοιπους... 

Δεν είναι ιδιοκτησιακό το ζήτημα όταν λέμε ότι οι 200 ήταν κομμουνιστές -και κομματικά μέλη στη μεγάλη πλειοψηφία τους. Είναι να αποδίδεις τα της Καισαριανής τη Καισαριανή, τα του ΚΚΕ τω ΚΚΕ, τα των ηρώων και ημίθεων στον πολιτικό φορέα που οργάνωσε την πάλη τους και τους έδωσε όραμα, τη δύναμη να σταθούν ηρωικά μπροστά στο απόσπασμα ως μελλοθάνατοι. Κι αν είστε κάποιος Καίσαρας και παρεξηγηθείτε, στο όργανό μας μια χαρά χωράει να γραφτείτε... 

Αυτό το κόμμα είναι παντός καιρού και εποχής. Είτε με συντροφάκια που τραγουδάνε «ποιος χαμογελά στον θάνατο» απ’ το «τους Είδα», είτε τους έρχονται οι νότες από το «Μπλόκο της Καισαριανής» με τη Χαρούλα -ποιον να κλάψω πρώτον, ε, ποιον να τραγουδήσω πρώτον. Είτε μεγάλωσαν με τον Νταλάρα, είτε με τη Νατάσσα και τους ΚΘ.

Οι καλλιτέχνες

Σταθερές αξίες, γνωστές φυσιογνωμίες, κάποιες πιο... «εξωτικές» -σαν τον Γ. Διονυσίου που ήταν σαν να το έσκασε από συναυλία του Ξυλούρη. Το «κορίτσι μας» (η Νατάσσα), όπως την προλόγισε ο Νταλάρας, που βγήκε στο φινάλε, πάλευε με τη συγκίνηση και τραγούδησε σχεδόν κλαίγοντας κάποια κομμάτια. Κι ο Γιώργος, που η φωνή του είναι σαν το αθάνατο κρασί της Μεταπολίτευσης -κι ας μην πίνει ο ίδιος. Είναι η φωνή που έψαχνε η εποχή του, όπως η ιστορία αναζητά τα πρόσωπα που θα εκφράσουν το πνεύμα της, σαν αναγκαιότητα. Κι αν κάποτε πούλησε σαν Φάουστ την ψυχή του στο σύστημα, κατάφερε σαν Ντόριαν Γκρέι να μη λυγίσουν ποτέ οι χορδές του -σε αντίθεση με τις ευλύγιστες αρχές του. Που ίσως κάποτε τις πρόδωσε, αλλά οι χορδές του δεν τον προδίδουν ποτέ, ούτε καν όταν βραχνιάζει -όπως ο Ντάλας στης Ελλάδος τα παιδιά- ή βουρκώνει, όπως το Σάββατο, που πρέπει να του ξέφυγαν κάποια δάκρυα. Όταν δάκρυσε ο Νταλάρας -και ας λένε οι κακές γλώσσες πως ήταν ψυχρός επαγγελματίας.

Κι έκλεισε θυμίζοντάς μας πως σε λίγο καιρό έχουμε και εκλογές, οπότε κλαίγαμε και εμείς από κάτω -τι μάγια τους κάνει ο ΓΓ και αυτό το κόμμα και θέλουν όλοι να πεθάνουν σαν κομμουνιστές όσο γερνάνε. Άννα (Νταλάρα) μην κλαις, μέθυσε ο Γιώργος απ’ τη συγκίνηση, την υγρασία, τα λόγια του ΓΓ, είπε μια κουβέντα παραπάνω χωρίς να σε ρωτήσει. Άννα (Βίσση), εσύ να κλαις, γιατί έβαλες συναυλία τον Σεπτέμβρη, στην κορύφωση του Φεστιβάλ, θα πάει άπατη και θα αναρωτιέσαι τι πήγε στραβά. Και ύστερα θα κλείσεις μια επανασύνδεση με τον Νταλάρα στο επόμενο Φεστιβάλ και θα ψάχνουμε τρύπα να κρυφτούμε και θέση να παρκάρουμε. Στα χρόνια της υπομονής, δε μας θυμήθηκε κανείς, Άννα μου...


Πιο πριν ο Νταλάρας έκανε διάφορες αναφορές στον Κουτσούμπα, που καταλαβαίνει όσο λίγοι από τέχνη, και δώστου από μικροφώνου εγκώμια για τον ΓΓ, και να στο τέλος η πρόταση να ανέβει στη σκηνή ο Γενικός -και δεν κατέβασε κανείς τον γενικό για να το αποτρέψει. So you think you can sing - KKE edition. Όχι Μήτσο μου, μην το κάνεις Μήτσο μου, καλά δεν ήμασταν με τους χορούς και τις ζεϊμπεκιές σου Μήτσου μου; Αλλά πού ο Μήτσος, ανέβηκε κοτσονάτος, τραγουδούσε «ένα το χελιδόνι» με τους άλλους, φτάνει στον τελευταίο στίχο, «θεέ μου Πρωτομάστορα» -ως εδώ καλά- «μύρισε Επ-ανάσταση»! Επ! Είδατε τι έκανε εκεί ο ΓΓ, έτσι; Πού το βρήκαμε τέτοιο φιντάνι; Αλλά αυτός είναι! Θα κάνει ίσως κι ένα ντουέτο με τη Νατάσσα, πχ Εγώ και εσύ Μαζί -200 χιλιάδες δίσκοι- που τον αγκαλιάζει σαν λούτρινο, να μια ωραία ιδέα για το «Λειρί του Κόκκορα». Η μέρα εκείνη δε θα αργήσει κυνηγημένο μου λειρί...


Αλλά αν θες να τα χωνέψεις όλα αυτά και να μη σου βγουν απ’ τη μύτη, το σωστό σχέδιο είναι να πας δυο ώρες πριν, να παρκάρεις κάπου ψηλά στην Εθνικής Αντιστάσεως και να κάνεις μια στάση στον Ανδρέα για πιτόγυρο (τυλιχτό, πώς το λέτε τέλος πάντων), όπως ο Οδυσσέας Ιωάννου. Πάραλιγο όμως να γράψω Βαγγέλης από τη συγκίνηση και να αρχίσω τα παρατσούκλια.

Κέβιν (Κουτσουμπι) Λοβ
Συντρόφισσα υπολοχαγός Νατάσσα
Γιώργος Λυγαριά Νταλάρας -αυτό θέλει δουλίτσα
Γιώργος τα πάντα όλα και τα αντίθετά τους -μπα, ούτε αυτό
Το χτύπημα της περιφρούρησης στη ναζιστική κόμπρα
Γόντικας, το Βελούδινο Σφυρί και Δρεπάνι του κόμματος

Και πάει λέγοντας...

Αλλά το ’χε η μέρα, με τη συγκίνηση στο Παλέ. Με τον Νίκο, τον Φάνη, τον Γιάννη, τον Θανάση, τον Χάρη και τον Ζήση (και ας μην είναι το βαφτιστικό του), όλη η μπασκετική ιστορία με μικρά ονόματα. Άντε Γιάννη, τέλειωνε με το ΝΒΑ, φτάνει, να τελειώνουμε και εμείς με τον καπιταλισμό. Η μέρα εκείνη έχει αργήσει...

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Δε μας παίζεις ρε Νταλάρα;

Είναι μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Αλλά έχει νόημα με καλοπροαίρετα άτομα, που δεν είναι έτοιμα να δουν το Νταλάρα για να χάσουν το δάσος και το χαρακτήρα της Κόκκινης Πολιτείας που στήνεται κάθε χρόνο.

Αναδημοσίευση από την Κατιούσα

Ας διευκρινιστεί εξ αρχής, για να μην παρεξηγηθεί στη συνέχεια. Το κείμενο που θα διαβάσετε (αν φτάσετε ως το τέλος) δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τίποτα εν είδει στείρας απολογητικής, αλλά να εκφράσει μερικές σκέψεις, προσωπικές και υποκειμενικές προφανώς.

Χτες άρχισε ξαφνικά να γίνεται ένας μικρός χαμός στο μικρόκοσμο των αριστερών social media, γιατί ανάμεσα στα καλλιτεχνικά ονόματα που θα παραστούν στο φετινό Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή είναι και αυτό του Γιώργου Νταράλα, που το έκανε Νταλάρας για λόγους ευφωνίας, αλλά αυτό να ‘ταν το πρόβλημα στη δική του περίπτωση.

Το παράδοξο είναι πως τα περισσότερα ονόματα που θα πάρουν μέρος στις εκδηλώσεις του κεντρικού Φεστιβάλ της Αθήνας έχουν ανακοινωθεί εδώ κι ένα μήνα περίπου, αλλά ο ντόρος γίνεται αναδρομικά, πιθανότατα γιατί τώρα το έβαλε κάποια σελίδα και άρχισε να διαδίδεται -έγινε viral, όπως λέμε- στο ευρύτερο αριστεροχώρι. Έτσι λοιπόν, οι αντιδράσεις μοιάζουν σχεδόν κατευθυνόμενες, χωρίς να είναι απαραίτητα, λες και “πήραν γραμμή” να εκδηλωθούν τώρα. Τα ‘χει όμως αυτά το ίντερνετ κι η διάδοση πληροφοριών απ’ το διαδίκτυο. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά πως όσοι έμαθαν και σχολίασαν όψιμα την είδηση, δεν πήραν μόνο την πληροφορία, αλλά και την αξιολόγησή της, έτοιμη, πακεταρισμένη, για να τους διαμορφώσει εξ αρχής γνώμη, ενεργοποιώντας εξαρτημένα αντανακλαστικά.

Αυτός ο ντόρος ξεσηκώνεται προβλέψιμα κάθε χρόνο σχεδόν, για διαφορετικά ονόματα κάθε φορά, και είναι πλέον κάτι σα θεσμός, κομμάτι της φεστιβαλικής παράδοσης: φεστιβάλ χωρίς γκρίνια δε γίνεται. Παρακάτω προσπαθώ να πιάσω μερικά ζητήματα, όπως τα αντιλαμβάνομαι, χωρίς να διεκδικώ δάφνες αντικειμενικότητας -την προσωπική μου γνώμη εκφράζω.

Μήπως το Φεστιβάλ κάνει εκπτώσεις και τα θυσιάζει όλα στο βωμό της εμπορικότητας και της εισπρακτικής επιτυχίας του;
Όχι. Ο Νταλάρας κάνει σίγουρα γκελ, στις παλιότερες γενιές κυρίως, αλλά δεν είναι το όνομα-κράχτης που θα φέρει κόσμο. Ίσα-ίσα, που μπορεί να διώξει και μερικούς, για ευνόητους λόγους.

Γιατί έρχεται λοιπόν ο Νταλάρας;
Φέτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από το θάνατο του Λοΐζου κι ογδόντα χρόνια από τη γέννησή του. Κατά συνέπεια -υποθέτω πως- θα υπάρξει κάποιο σχετικό αφιέρωμα στο Φεστιβάλ. Στις 7 του Σεπτέμβρη στο Θέατρο Πέτρας, λίγα χιλιόμετρα πέρα απ’ το Πάρκο Τρίτση και μερικές μέρες πριν το Φεστιβάλ, θα γίνει συναυλία προς τιμήν του Λοΐζου, όπου θα τραγουδήσουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης. Με αλφαβητική σειρά -γιατί όλα μπορούν να παρεξηγηθούν.

Κατά “σατανική σύμπτωση” είναι οι ίδιοι που θα τραγουδήσουν την τρίτη και τελευταία μέρα του Φεστιβάλ. Η απλή λογική λέει πως θα επαναλάβουν το ίδιο συναυλιακό πρόγραμμα, ενταγμένο στο πλαίσιο σχετικού αφιερώματος στο Μάνο Λοΐζο. Δεν το ξέρω, δεν το λέω ως “πληροφόρηση εκ των έσω”, απλώς το συμπεραίνω κι από άλλες χρονιές. Δεν πρόκειται να έρθει δηλαδή ο Νταλάρας να κάνει μια συναυλία, γενικά κι αόριστα, με “τραγούδια του που αγαπήσαμε”. Θα είναι ενταγμένος στο ίδιο συναυλιακό σχήμα, ενισχυμένο από τη Φαραντούρη, που και αυτή έχει συνδεθεί με το Λοΐζο. Αυτή είναι συνήθης πρακτική, που επαναλαμβάνεται σε κάθε Φεστιβάλ. Σε ένα παρόμοιο σχήμα είχε έρθει πχ πρόπερυσι κι η Βιτάλη (μαζί με τη Γλυκερία) και μας είπε κάποια “χαριτωμένα” υπέρ του Τσίπρα και του Σύριζα, που τους υποστηρίζει. Και έκτοτε δεν ξανάρθε.

Το Φεστιβάλ δεν καλεί γενικά καλλιτέχνες-ονόματα, για να μας πουν τα δικά τους και να τραβήξουν κόσμο. Τους καλεί πολλές φορές σε συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως πριν από μερικά χρόνια, με το Λουκιανό Κηλαηδόνη που είχε έρθει μια χρονιά να πει τραγούδια από τους πρώτους του δίσκους, τα “Μικροαστικά” και τα “Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας”. Σημασία δε έχει μόνο ποιος έρχεται, αλλά με τι όρους το κάνει και τι πρόκειται να μας πει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για την περιβόητη συμμετοχή των Goin’ Through, πριν μερικά χρόνια, που αποδείχτηκε άστοχη επιλογή, όχι όμως για όσα είπαν και έκαναν στη σκηνή του Φεστιβάλ. Αυτό ισχύει και για πολλούς ακόμα καλλιτέχνες, που προσωπικά δε μου κάθονται πολύ καλά (ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε), αλλά στη συνέχεια έμαθα πως είχαν έρθει αφιλοκερδώς και τους εκτίμησα (γι’ αυτό συγκεκριμένα, όχι γενικά).

–Γιατί λοιπόν δεν ανακοινώνεται ότι ο Νταλάρας θα έρθει στα πλαίσια ενός αφιερώματος;
Υποθέτω και πάλι, για εμπορικούς λόγους. Που δεν έχουν να κάνουν με τη διοργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ, αλλά με τις άλλες συναυλίες και τη δική τους εισπρακτική επιτυχία. Γιατί αν μπορείς να έρθεις στο Φεστιβάλ και να ακούσεις με αμελητέο αντίτιμο το ίδιο (πάνω-κάτω) πρόγραμμα, γιατί να σκάσεις ένα σωρό λεφτά στην “κανονική” συναυλία, αφού έχεις τέτοια εναλλακτική; Αυτός είναι νομίζω ο λόγος που μερικές χρονιές, στις προαναγγελίες του φεστιβαλικού προγράμματος υπάρχουν κάποιες “τρύπες”, με τον αινιγματικό τίτλο “μεγάλη συναυλία”, όπου το όνομα ανακοινώνεται τελικά στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν το Φεστιβάλ. Δεν υπάρχει κενό που καλύπτεται την τελευταία στιγμή, ο λόγος μάλλον είναι ο ίδιος που αναλύω και παραπάνω.

Κι αυτό είναι σοβαρή, επαρκής δικαιολογία;
Αυτό είναι η σοβαρή, αληθινή εξήγηση, η ερμηνεία. Μετά, μπορούμε να την κρίνουμε και να την συζητήσουμε.

Ο Νταλάρας είχε έρθει και στο Φεστιβάλ του 98′, τελευταία φορά, αν δεν κάνω λάθος, όταν ήταν ακόμα 4ήμερες οι εκδηλώσεις και γίνονταν στα Ιλίσια, στην Πανεπιστημιούπολη. Αλλά τότε δεν είχε γίνει αντίστοιχος ντόρος. Δεν το λέω ως επιχείρημα, απλή διαπίστωση κάνω.

Ο Νταλάρας ήταν διαχρονικά Πασόκος, κάτι που ίσχυε από αρκετά παλιά και δεν περιμέναμε το μνημόνιο και τη σχετική τοποθέτησή του, για να το μάθουμε. Όσοι διαβάζουν τακτικά το Ριζοσπάστη, έστω κι από το διαδίκτυο, θα θυμούνται πχ την κριτική που του έκανε η στήλη “Αποκαλυπτικά”, όταν έκανε φιλάνθρωπες δωρεάν συναυλίες για να χαρεί ο λαός εν μέσω κρίσης, κι ερμήνευε τη θέληση του κόσμου, που δεν είχε ψηφίσει το “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο”. Σημείωνε λοιπόν, μεταξύ άλλων, ο Ριζοσπάστης το Φλεβάρη του 12′.


Ο Γ. Νταλάρας σερβίρει τη στοίχισή του με την αντιλαϊκή πολιτική, πασπαλισμένη με μπόλικο στυγνό αντικομμουνισμό. Οσες υποκριτικές φιέστες στο όνομα του λαού κι αν διοργανώσει θα είναι στάχτη στα μάτια, αφού ο ίδιος είναι ταγμένος με την πολιτική που καταδικάζει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα στη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Ο Νταλάρας είναι μια συμβιβασμένη φωνή του συστήματος. Αλλά αν θέσουμε πολύ αυστηρά κριτήρια, δε θα βρούμε πολλούς ‘καθαρούς’ καλλιτέχνες, αφού όλοι σχεδόν αναγκάζονται να κάνουν μικρούς ή μεγαλύτερους συμβιβασμούς για να επιπλεύσουν στο χώρο. Κάποιοι είχαν γίνει υπουργοί (χωρίς προφανώς αυτό να κρίνει συνολικά το έργο τους) και κάποιοι άλλοι είχαν τραγουδήσει παλιότερα σε “λευκές νύχτες” ή σε εκδηλώσεις πολυεθνικών εταιριών, για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και το χειρότερο είναι ότι τελικά όλα αυτά δεν ήταν υποχρεωτικές επιλογές, για να βγουν τα προς το ζην.

Θέλω να πω ότι το πολιτικό μας κριτήριο για τους καλλιτέχνες δεν μπορεί να είναι το ίδιο αυστηρό με το καθαρά πολιτικό μας κριτήριο. Και δεν είναι τόσο σαφές πού μπαίνει το όριο στους συμβιβασμούς, πότε η ποσότητα οδηγεί σε διαφορετική ποιότητα. Πιθανότατα το όριο είναι ο ίδιος ο Νταλάρας. Συμβαίνει όμως να έχει τραγουδήσει μερικά φοβερά κι ανεπανάληπτα πολιτικά τραγούδια, που άφησαν εποχή κι έχουν συνδεθεί αντικειμενικά με τη φωνή του. Είτε πρόκειται για την Τσιμινιέρα και το Λοΐζο, είτε για το Μικρούτσικο και (πχ μεταξύ άλλων) το Ανεμολόγιο. Κι ας του αξίζει του ίδιου να εισπράξει από την εξέδρα βροχή δεκάρικα.

Έχω και μία ακόμα σχετική ένσταση. Δεν ξέρω αν δικαιούνται να μιλάνε για αυτό όσοι ποστάρουν τον ξεπουλημένο Τζιμάκο (όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου), τον τρομπαδούρο γελωτοποιό του συστήματος, για να τη βγουν “από τα αριστερά”. Δε μας χέζεις ρε Τζιμάκο;
Αυτοί που λένε πως το Φεστιβάλ ξεπλένει ένα μνημονιακό καλλιτέχνη, ενώ ξέπλεναν το Σύριζα ως κυβέρνηση και έπαιρναν μαζί του “ανάσες αξιοπρέπειας” αντί να κρατάνε τη μύτη τους από την μπόχα του ευρωμονόδρομου που ποτέ δεν έπαψε να πρεσβεύει.
Όσοι κράζουν τη Φαραντούρη, που πήγε στο “Όλοι μαζί μπορούμε”, αλλά κλείνουν τα μάτια τους (αντί για τη μύτη τους) στον “προοδευτικό κι εναλλακτικό” Χαρούλη, που τραγούδησε στην ίδια φιέστα, και πηγαίνουν μαζικά, χωρίς τύψεις, στις συναυλίες του.
Με δυο λόγια, όσοι έχουν δυο μέτρα και σταθμά, ανάλογα με την περίσταση, την περίπτωση του καλλιτέχνη και βασικά το Φεστιβάλ που τραγουδά και την πολιτική νεολαία που το διοργανώνει.
Αλλά αυτό, απλώς παρεμπιπτόντως, χωρίς να αφορά την ουσία του θέματος.

Εσύ δηλαδή δεν έχεις πρόβλημα με το Νταλάρα;
Για να το θέσω απλά: θα προτιμούσα να μην είναι, αλλά δε με χαλάει που είναι. Αν με αρρωσταίνει η παρουσία του, έχω άπειρες επιλογές για να δω και να μη με απασχολήσει ποτέ. Προσωπικά όμως θα πάω να τον ακούσω, ακόμα κι από περιέργεια, λόγω του ντόρου που έχει γίνει. Κι αν τυχόν πει καμιά μουσμουλιά (που δεν το πιστεύω, γιατί ξέρει από “τακτ” ο καλός δημοσιοσχετίστας, Νταλάρας), να του ρίξουμε γιούχα και ντομάτες, όλοι μαζί, οργανωμένα. Ή και προληπτικά, που λέει ο λόγος, από την Πέμπτη, στην παράσταση του Ζαραλίκου. Ο οποίος είχε σατιρίσει κάποτε πολύ εύστοχα και το Μικρούτσικο (που έπαιζε την ίδια μέρα στο Φεστιβάλ):
–Όλο “επτά σε παίρνει αριστερά”, κι όλο ΠΑΣΟΚ είναι…

–Μα δεν καταλαβαίνεις πως η παρουσία του Νταλάρα ενοχλεί και συντρόφους σου, Κουκουέδες;
Μα ναι, ασφαλώς. Με αυτούς όμως θα είχα πολύ διαφορετική βάση συζήτησης. Γιατί ξέρουν πολύ καλά τι είναι το Φεστιβάλ και δεν προσπαθούν να το στρεβλώσουν ή να το κρύψουν πίσω από έναν Νταλάρα. Το Φεστιβάλ είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία, κάτι μοναδικό στο είδος του, μια Πολιτεία που την θάβουν τα πληθωρικά και πολυφωνικά ΜΜΕ, μια εναλλακτική πρόταση με πλούτο ιδεών, εκδηλώσεων, συζητήσεων, μηνυμάτων. Είναι ανοιχτό, πιο μαζικό από οτιδήποτε έχουμε δει οι περισσότεροι στη ζωή μας (εκτός κι αν κάποιος έχει πάει στην πορεία της Πρωτομαγιάς στην Αβάνα ή στην κηδεία του Φιντέλ). Μαζικό άνοιγμα στη νεολαία, στον κόσμο που πρέπει να σηκωθεί από τους καναπέδες του και όχι σε πολιτικές γκρούπες (γιατί κάποιοι έτσι καταλαβαίνουν και μετράνε το άνοιγμα).

Είναι πολύ μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Και πολύ ενδιαφέρουσα επίσης. Αλλά χρειάζεται γνώση κάποιων δεδομένων -που εγώ τουλάχιστον δεν την έχω- πριν πετάξουμε το μακρύ και το κοντό μας. Και προπαντός, καλή προαίρεση, από άτομα που δεν είναι πρόθυμα κι έτοιμα από καιρό να σβήσουν όλα τα παραπάνω ή να τα κάνουν γαργάρα, με αφορμή ένα πουκάμισο αδειανό, έναν Νταλάρα. Χρειάζεται κουβέντα με άτομα που τα καταλαβαίνουν όλα αυτά και νιώθουν την ανάγκη να τα προφυλάξουν, να τα κρατήσουν μακριά από τον (κάθε) Νταλάρα. Αυτή είναι η διαφορά, και με αυτούς μπορεί να γίνει συζήτηση. Και ποιος σου λέει ότι δε γίνεται, στην τελική…;

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Το τέλος της αυταπάτης

Ζω για την ημέρα που οι ιδεοληψίες μου θα πεθάνουν μαζί μου. Ίσως τότε δανειστούν κάτι από το σκληρό ρεαλισμό του θανάτου και γίνουν για μια στιγμή πραγματικότητα.

Μετά από κάθε αυταπάτη που καίγεται νιώθω πιο σοφός κι ώριμος και μαζί να γερνάω πέντε χρόνια.
Άμα τα βάλεις κάτω, συμφέρει σαφώς η ανωριμότητα και γι’ αυτό την προτιμά ο κόσμος διατηρώντας τις αυταπάτες του.

Αυτό που τον κούρασε είναι οι πολιτικές αυταπάτες, τις απαξίωσε κι επιδόθηκε στις ερωτικές, που καμιά φορά πιάνουν κιόλας. Ο πιο γρήγορος τρόπος να ξεπεράσεις μια αυταπάτη είναι να βρεις μια άλλη.
Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα.
Ξέρουμε είναι ουτοπία, μα ας γίνουμε μια σοβιετία.


Οπότε σκοντάφτουμε πάλι εκεί, στην τέχνη του έρωτα και της επανάστασης, η οποία δε διδάσκεται, δεν άφησαν κάτι γραπτό ο λένιν κι οι κλασικοί σχετικά, πώς να βγάλετε γκόμενα την εξουσία πχ.
Οπότε κάνουμε μπακουρικό μέτωπο ενάντια στους μπακουνικούς μπαχαλάκηδες που είναι η κυρίαρχη συνείδηση της εποχής μας (η μία όψη στο νόμισμά της για την ακρίβεια).

Δε γίνεσαι μαζικό στοιχείο απλά και μόνο επειδή έχεις χαρτογράφηση.
Κάποιοι σύντροφοι έχουν κάτι χρόνια να γευτούν τη γλύκα να παίρνεις βιογραφικό. Κι οι άλλοι είναι μαζικά στοιχεία μέχρι να πέσει το κάστρο και να πηδήξουν την επιρροή. Αφού τους δώσει ό,τι πολυτιμότερο έχει (βιογραφικό) την παρατάν και πηγαίνουν στην επόμενη. Και μετά κυνηγάμε όλοι μαζί τους υπόλοιπους, λες και μεταφέρουμε τη συνείδηση με το δάγκωμα του βαμπίρ.

Τον πρώτο καιρό είμαστε μες στα μέλια και τον επαναστατικό ενθουσιασμό. Μετά μένει η αγάπη κι οι σοσιαλιστικές κατακτήσεις, αλλά αρχίζει η φθορά (των συνειδήσεων).
Κι έρχεται ο αντίζηλος από τη δύση, καβάλα σε άσπρη μπεμβέ, να σ’ ανατρέψει με μπλουτζίν, νάιλον κάλτσες και βιτρίνες με χάντρες και καθρεφτάκια.

Ο κάστρο έλεγε ότι ο κομμουνισμός είναι η κοινωνία όπου ο έρωτας γίνεται αγάπη και η δουλειά χαρά. Οι περισσότεροι απεύχονται το πρώτο και θέλουν το δεύτερο εδώ και τώρα. Τυχοδιώκτες τροφοσυλλέκτες του έρωτα και του κινήματος που αρνούνται να καλλιεργήσουν συνθήκες και συναισθήματα.

Ο θρίαμβος του έρωτα, της αντεπανάστασης, του αυθόρμητου πάνω στο συνειδητό.
Ο κόσμος δεν είναι ώριμος για σοσιαλισμό και συνειδητή αγάπη. Γουστάρει σκόρπιες εμπειρίες, αδρεναλίνη, περιπέτειες χωρίς δεσμεύσεις, μεταμοντέρνα πράγματα.

Μπορείς να πάρεις την εξουσία και το βιογραφικό, αλλά δε μπορείς να τον κάνεις να σε ερωτευτεί. Αν του προσφέρεις πολλές κατακτήσεις, μπορεί να νιώσει ότι πνίγεται κι ότι του λείπει κάτι περιττό που δεν έχει.
Περιττό και τέχνη είναι συνυφασμένα. Ο έρωτας είναι η τέχνη του περιττού.

Το καλό με την εξουσία είναι ότι δεν υπάρχει διαζύγιο (σε αντίθεση με τις σχέσεις). Μόνο ο θάνατος μπορεί να μας χωρίσει μετά το γάμο (φυσικός ή πολιτικός). Τον τελευταίο μπορεί να τον επισπεύσουν κι οι αστοί, αν τους αφήσουμε.

Μετά θάνατον ο νεκρός δεδικαίωται. Ο λαός που χήρεψε από ελπίδες κι ιδανικά, θα σε σκεφτεί και θα σε νοσταλγήσει. Και αν υπάρχει λόγος θα γυρίσει...

Μην αρχίστε να ρωτάτε προσωπικά πράγματα, μια χαρά είναι η μπρέζνιεβα.
Τις προάλλες που μιλούσαμε για το στάλιν τη ρώτησα αν ήξερε ποιος είναι ο χρουτσόφ.
Με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας με προσποιητή αφέλεια.
-Ένας ρώσος που κάνει χρουτς-χρουτς…!

-Ναι, αγάπη μου, επειδή πριόνιζε την καρέκλα του ο μπρέζνιεφ.
Ήθελα να της πω, αλλά με έπιασαν τα γέλια και δε μπόρεσα.

Αντί επιλόγου δυο ξεκούδουνα υστερόγραφα.

-Οι αφιερώσεις γίνονται κυρίως για να εκφράσουν αυτόν που τις κάνει, όχι αυτόν που τις δέχεται. Αν θα συντονιστεί και θα συγκινηθεί ο τελευταίος, είναι καθαρά δικό του θέμα, συναισθηματικής φύσης που μόνο σε τελευταία ανάλυση έχει να κάνει με την αφιέρωση.
Αγαπάμε συνήθως αυτόν που κάνει την αφιέρωση, όχι την αφιέρωση καθαυτή (ενίοτε όμως και την καθιέρωση αφ’ εαυτής).

-Το μέρα μαγιού μου μίσεψες είναι άξιο θαυμασμού. Κι η γκερνίκα του πικάσο επίσης, αλλά καλύτερα να μην ξανάχουμε τέτοιες πηγές έμπνευσης. Δικαίωμα του καθενός να συγκινείται και με τα λιανοτράγουδα πχ, αλλά κατά τη γνώμη μου δε συγκρίνονται.
Οι καλύτερες στιγμές έμπνευσης έρχονται σε άσχημες στιγμές που ψάχνουμε διέξοδο. Η λογοτεχνία είναι τρόπος απόδρασης από την πραγματικότητα, όσο πιστά κι αν την απεικονίζει. Κι ο λένιν σταμάτησε να γράφει για [το κράτος και] την επανάσταση, ακριβώς τη στιγμή που αυτή ξεκινούσε στην πράξη.

Θέλω να πω, καλύτερα από μια άποψη που δεν υπάρχουν κλασικά σοβιετικά έργα που να είναι λογοτεχνικά αριστουργήματα. Αυτό θα σήμαινε ότι υπήρχαν κι αντικειμενικές συνθήκες που τα ενέπνεαν.
Όπως υπήρχαν την εποχή που γράφτηκε το πώς δενότανε το ατσάλι. Κι ας μας έδωσε το λαϊκό σταχανοβίτη ήρωα πάβελ κορτσάγιν.

Εν γνώσει μου υπερβάλλω. Έτσι γίνεται όταν μπλέκεις στο διαδίκτυο με επαναστάσεις, έρωτες και λογοτεχνία.
Άντε να δούμε και στην πραγματική ζωή...