Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλύβας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλύβας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Κουνούπια του Δεκέμβρη

Τι ήταν ο Δεκέμβρης;

80 χρόνια μετά τη μάχη της Αθήνας, κάθε σχετική ανάλυση καλείται να αναμετρηθεί με το ερώτημα. Κι είναι το καλύτερο τεστ, για να καταλάβουμε κάποιον. Πώς σκέφτεται (α), πώς αντιλαμβάνεται την ιστορία (β) και με ποια πλευρά έχει ταχθεί σήμερα (γ). Σκέφτεται μηχανιστικά, ιδεαλιστική ή υλιστικά; Βλέπει την ιστορία ως σύγκρουση ταξικών συμφερόντων ή ως μια αλληλουχία τυχαίων συμπτώσεων - «ατυχημάτων» και άλματα υποκειμένων (προσώπων, συλλογικών φορέων) στο κενό; Τάσσεται με τον τροχό που κινεί την ιστορία; Με τον βούρκο που την κρατά πίσω; Ή το ίδιο αλλά με άλλη διατύπωση και πολιτικές αποχρώσεις;


Η απλούστερη, αυτονόητη απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι πως ο Δεκέμβρης υπήρξε το προοίμιο του εμφυλίου πολέμου. Σε αυτό συμφωνούν σχεδόν όλοι, το ζήτημα είναι όμως τι αντιλαμβάνονται ως εμφύλιο και πώς τον αποτιμούν.

Για τους πολιτικούς απογόνους της Σκομπίας πχ ο Δεκέμβρης ήταν ένα πραξικόπημα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ενάντια στο κράτος και τη νόμιμη κυβέρνηση. Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της αντίληψης είναι το πρόσφατο πόνημα των Στάθη Καλύβα - Σπύρου Τσουτσουμπή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την «Καθημερινή». Μια προσέγγιση που παθαίνει επιλεκτική αμνησία απέναντι στα γεγονότα, για να τα φέρει βολικά στα μέτρα της, αλλά παραμένει συνεπής στην αστική θεώρηση κάθε επαναστατικού επεισοδίου ως πραξικοπηματικής ενέργειας, που παραβιάζει τη φυσική τάξη των πραγμάτων -είτε μιλάμε για τους μπολσεβίκους στη Ρωσία, είτε ακόμα και για παλιότερες αστικές επαναστάσεις, που δε χωράνε στα σημερινά σχήματα.

Υποκύπτω στον πειρασμό και την ένοχη απόλαυση να ξεχωρίσω κάποια βασικά σημεία του πονήματος. Στο αφήγημα των Καλύβα-Τσουτσουμπή δεν υπάρχουν πουθενά δωσίλογοι, παρά μόνο εθνικιστές -sic- που εξαναγκάζονται να ενταχθούν στα Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη, για να αντιμετωπίσουν την «κόκκινη βία» του ΕΑΜ. Το δίδυμο δε δανείζεται απλώς τη φασιστική εκδοχή των γεγονότων, αλλά υιοθετεί ακόμα και τον αυτοπροσδιορισμό τους ως... εθνικιστών, όπως ακριβώς κάνουν οι σύγχρονοι νεοναζί, για να αποτινάξουν τη ενοχλητική ρετσινιά.

Με το ΕΑΜ -σύμφωνα με το δίδυμο πάντα- συστρατεύονται βασικά όσοι βλέπουν στην ένταξη αυτή μια ευκαιρία απρόσμενης κοινωνικής ανόδου, εκτοπίζοντας τις απονομιμοποιημένες παραδοσιακές ελίτ. Παρά τα καιροσκοπικά τους ελατήρια, τα άτομα αυτά συστρατεύονται μαζί του μέχρι τέλους, για να μη χάσουν τα κεκτημένα προνόμιά τους...

Οι δομές άτυπης -σχεδόν κρατικής- εξουσίας που συγκροτεί το ΕΑΜ στα βουνά και η επιβολή του δια της βίας αναγκάζει ένα τμήμα του πληθυσμού να συμμαχήσει, εκόν (Ρήγας Φεραίος) - άκον, μαζί του ή διαφορετικά να διαβεί τον Ρουβίκωνα του δωσιλογισμού. Ακόμα και οι Βρετανοί «σέρνονται» πίσω από την πρωτοβουλία κινήσεων που διατηρεί το ΕΑΜ, επιχειρώντας να (αντι)δράσουν κατευναστικά και να κρατήσουν ισορροπίες, με μοναδικό γνώμονα την ενίσχυση της Αντίστασης, χωρίς στρατηγικό σχέδιο και υστερόβουλες κινήσεις για την επόμενη μέρα -αν και έχει μεσολαβήσει βέβαια η μοιρασιά των Βαλκανίων και του κόσμου σε σφαίρες επιρροής.

Ο μόνος ενεργός υποκειμενικός παράγοντας -από τους άμεσα εμπλεκόμενους στα Δεκεμβριανά- που δρα με τέτοιο σχέδιο είναι το ΕΑΜ-ΚΚΕ, μια «σταλινική πολιτική οργάνωση» που στοχεύει στην εξουσία. Οι τραγικές αντιφάσεις στην πολιτική του γραμμή και τις συμφωνίες που έκλεισε -και δεν αντιστοιχούσαν στον γενικό συσχετισμό δύναμης- δεν αποτυπώνουν κάποιο στρατηγικό έλλειμμα, αλλά την ταλάντευσή του μεταξύ των νόμιμων μέσων και της ένοπλης πάλης -όταν δεν τελεσφορούν τα πρώτα- για την κατάκτηση της εξουσίας.

Το ΚΚΕ δεν εγκλωβίζεται ούτε εκβιάζεται από καταστάσεις και γεγονότα, παρά επιλέγει συνειδητά την ανταρσία του Δεκέμβρη και αργότερα την κλιμάκωση του εμφυλίου, στοχεύοντας εξ αρχής και διαχρονικά στην εξουσία. Το δίδυμο Καλύβα και Τσουτσουμπή δεν μπαίνει στον κόπο να μας εξηγήσει γιατί το ΚΚΕ παρέδωσε οικειοθελώς την εξουσία που ήταν στο χέρι του μέχρι τις μέρες της Απελευθέρωσης, αν ήθελε να την μονοπωλήσει. Αποφαίνεται όμως πως η διαβόητη Λευκή Τρομοκρατία -που καταλαμβάνει ελάχιστη έκταση στη μελέτη τους, σε αντίθεση με τις εκτενείς αναφορές στη μαύρη βίβλο με τα «εαμικά εγκλήματα»- είναι αποσπασματική, πολιτικά ακέφαλη και ιδεολογικά ασύνδετη. Και δεν αποτελεί τον βασικό λόγο που μας οδηγεί στον εμφύλιο, καθώς το 1946 είχε ήδη αποδυναμωθεί δραστικά!

(Αν εξαιρέσουμε δηλαδή τη νοθεία στις εκλογές και στο δημοψήφισμα για την επαναφορά της βασιλείας, τα εκατοντάδες κρούσματα παρακρατικής βίας (επιθέσεις, δολοφονίες, βασανισμοί και βιασμοί) που καταγγέλλει το ΕΑΜ και την οργανική τους σύνδεση με τα σώματα ασφαλείας, η Λευκή Τρομοκρατία ήταν αμελητέα, ελεγχόμενη και πρακτικά σε ύφεση...)

Τέλος, σε όλα τα κεφάλαια του πονήματος υπογραμμίζεται το έκρυθμο κλίμα που επικρατεί ιδίως στην ορεινή επαρχία, οι ταραχές, τα επεισόδια και οι ισχυρές τάσεις εκβαρβαρισμού μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, που ευνοούν τη μαζική βία και τις ένοπλες συγκρούσεις, διαρρηγνύουν τον κοινωνικό ιστό και απονομιμοποιούν την παλιά ιεραρχία, τους πολιτικούς θεσμούς και τους δεσμούς με την επίσημη κρατική εξουσία. Με άλλα λόγια, το έπος της Αντίστασης δεν είναι καρπός κάποιας κοινωνικής ανάτασης και λαϊκής παλιγγενεσίας, αλλά μιας σκοτεινής ταραχώδους περιόδου, που γέννησε μόνο βία, ανομία, απειθαρχία και ανεκτική στάση σε αντίστοιχα φαινόμενα. Κάπως σαν το αλήστου μνήμης σχήμα του Παπανδρέου στον Λίβανο: «σκοτώνουν οι δυνάμεις Κατοχής, σκοτώνουν και οι αντάρτες...»

Το πιο εντυπωσιακό δεν είναι ότι μια τόσο μονόπλευρη, φορτισμένη προσέγγιση πλασάρεται με αξιώσεις επιστημονικού λόγου, αλλά ότι μοιράζεται πολλά κοινά σημεία με άλλες «μετριοπαθείς» αναλύσεις, που είναι πιο προσεκτικές με τα προσχήματα, αλλά καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα από άλλο (τρίτο) δρόμο. Αναφέρω ενδεικτικά μια παλιότερη τοποθέτηση του Σφέτα, που πασχίζει να έχει καλές σχέσεις με όλο το αστικό τόξο.

Αυτή θα ήταν μια πολύ καλή ασίστ για να περάσουμε στους πολιτικούς απογόνους του Σβώλου και του Τσιριμώκου και το σοσιαλδημοκρατικό ιστορικό ρεύμα που αποτιμά θετικά την Εαμική εμπειρία, σε αντίστιξη με τον ρόλο του ΚΚΕ -που ήταν ωστόσο η ψυχή του ΕΑΜ. Και θα ένιωθαν πολύ βολικά με ένα άψυχο, ακίνδυνο ΕΑΜ, που θα κέρδιζε δικαιωματικά μια θεσούλα στο αστικό πολιτικό σκηνικό.

Θα το παρακάμψω όμως για να μείνουμε στην ίδια θεματική, της αστικής ναυαρχίδας, και έναν δημοσιογράφο της που κάνει κατάθεση χολής και κόμπλεξ σε αυτό το κείμενο για την ιστορική έκθεση του ΚΚΕ στο κτίριο της Σανταρόζα (πάρτε βαθιά ανάσα και διαβάστε το, για να γίνουν καλύτερα αντιληπτές οι σχετικές αναφορές που ακολουθούν).

Δεν είναι σαφές αν το «ρεπορτάζ» ξεκίνησε τυχαία από μια βόλτα για τα ψώνια της «Black Friday», οπότε ο συντάκτης περίμενε αντίστοιχες (ιδεολογικές) εκπτώσεις και στον χώρο της έκθεσης. Ούτε αν ένιωσε να ασφυκτιά από το περιβάλλον με τους γυμνούς τοίχους, από τη μονομέρεια και την ιδεολογική προσέγγιση της ιστορίας ή από το χρώμα - στίγμα της συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας.

Υποθέτω πως ο δημοσιογράφος της Καθημερινής δεν ένιωσε την ίδια «δύσπνοια» με την αντικομμουνιστική μπόχα ιστορικών σαν τον Καλύβα και το γάργαρο, αποχρωματισμένο ξέπλυμα των δωσίλογων, μακριά από φανατισμούς και δογματικές προσεγγίσεις που τους δαιμονοποιούν ως συνεργάτες των ναζί. Υποθέτω επίσης ότι η συνδρομή ενός σοσιαλδημοκράτη ιστορικού -συνεπώς πολιτικού αντίπαλου, όπως ο Σακελλαρόπουλος- στο αφήγημα της μονομέρειας του ΚΚΕ που διεγείρει πολιτικά το κοινό του, για να το κρατά σε εγρήγορση και να μην το χάσει-, είναι τεκμήριο πολυφωνίας, σαν ηπειρώτικο συγκρότημα. Και πως η επιμονή του συντάκτη στο ψυχολογικό σχήμα περί έξαρσης και πένθους -που προκαλεί η έκθεση στον επισκέπτη-, ενώ ο επιμελητής της σου εξηγεί ότι δε στοχεύουν στη συγκινησιακή φόρτιση του κοινού, πιθανότατα δείχνει τον ανοιχτό ορίζοντα της σκέψης του, παρά τις αγκυλώσεις και τα σκαλώματά του.

Ας δούμε μερικά ακόμα σημεία.

Το... στενό -σαν αυτοάμυνα- κοινό της έκθεσης περιλαμβάνει πολλούς και διάφορους. Μεταξύ άλλων συντρόφους, φίλους, σωματεία, περαστικούς, τουρίστες -που είδαν φως και μπήκαν-, δημοσιογραφικές προσκλήσεις στα εγκαίνια της Έκθεσης και τον τυχάρπαστο εκπρόσωπο της ναυαρχίδας. Η επιλογή ενός εμβληματικού χώρου στο κέντρο εντάσσεται ακριβώς στη λογική της απεύθυνσης σε ευρύτερο κοινό, πέραν της κομματικής βάσης -εκτός και αν με την κριτική περί «χλιαρής επικοινωνίας» ο Ρηγόπουλος εννοεί ότι δεν μπήκαν χορηγοί, διαφημίσεις και εισιτήρια. Αν ναι, έχει απόλυτο δίκιο.

Το ΚΚΕ δεν απέφυγε ποτέ τα δύσκολα ερωτήματα. Δεν είχε πάντα τις καλύτερες απαντήσεις, μαθαίνει όμως, μελετώντας την πλούσια πείρα του. Αντιμετωπίζει τα κρίσιμα θέματα, τα επεξεργάζεται, εντάσσει τις απαντήσεις στην πολιτική ανάλυση και τη (γενναία) αυτοκριτική του. Όπως κάθε αδαής και προκατειλημμένος, ο Τ.Ρ. αιφνιδιάζεται από τους... «τόνους αυτοκριτικής» στην Έκθεση, σύντομα όμως αντιλαμβάνεται πως δεν είναι κάποια δήλωση μετανοίας -όπως ίσως θα επιθυμούσε ο ίδιος- αλλά κριτική στους όρους που θα κάνουν το Κόμμα πιο αποτελεσματικό και τον αγώνα του νικηφόρο.

Αυτό που (παριστάνει πως) δεν αντιλαμβάνεται είναι ότι το ΚΚΕ διοργάνωσε μια ιστορική έκθεση για να προβάλει τη δική του ανάλυση και τα συμπεράσματα που έβγαλε από την ιστορία του -και όχι για να παρουσιάσει - τεκμηριώσει τις γνώμες των άλλων. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στο Κόμμα, γιατί είναι το μόνο που αναλαμβάνει αντίστοιχα εγχειρήματα και τα φέρνει σε πέρας με άρτιο και αξιόλογο τρόπο, από κάθε άποψη -ακόμα και την αισθητική, που αποτελούσε λόγο κριτικής σε άλλες εποχές. Κι η μοναδική μονομέρεια που θα εντοπίσει κανείς σε όλα αυτά είναι τα σύνδρομα της ναυαρχίδας και η δυσκολία του συντάκτη του να πει την αλήθεια για μια σπουδαία έκθεση, που -ακόμα και αυτός- την επισκέφτηκε δυο φορές.

Ακόμα κι έτσι, πάντως, της κάνει την καλύτερη έμμεση διαφήμιση. Κι όσοι δεν έχουν πάει ακόμα, ας σπεύσουν να το κάνουν ως τις 15 του μηνός.

Φτάνοντας στον επίλογο, μπορεί να μην έχουμε ολοκληρωμένες απαντήσεις στο αρχικό ερώτημα για τον Δεκέμβρη, έχουμε προσθέσει όμως άλλο ένα. Πώς εξηγείται τόσο μένος ενάντια στο ΚΚΕ και την ιστορία του; Προφανώς είναι η ταξική πάλη -που διεξάγεται και σε αυτό το επίπεδο-, τα επιχειρηματικά συμφέροντα που κατευθύνουν την «ανεξάρτητη ενημέρωση», το ταξικό ένστικτο των αστών και η συλλογική μνήμη μιας θανάσιμης απειλής, ο φόβος πως το φάντασμά της πλανάται ακόμα πάνω της και μπορεί να (ξανα)πάρει σάρκα και οστά.

Πάνω απ’ όλα όμως είναι η βαθιά ενόχληση για ένα Κόμμα, με το οποίο πίστευαν πως είχαν ξεμπερδέψει, αλλά συνεχίζει να ζουζουνίζει επίμονα στο αυτί τους, σαν κουνούπι που επιζεί μες στον Δεκέμβρη -και χάρη στον Δεκέμβρη- παρά την κλιματική αλλαγή στον αιώνα μας, που θεωρεί τις εξεγέρσεις μας και τα ΚΚ εκτός του κλίματος. Το δείχνουν ως διαχρονικό κάτοχο της ενοχής -και βασικά ένοχο ως κύρια δύναμη κατά της Κατοχής-, μιλάνε για τα «εγκλήματα» του «αιματοβαμμένου ΚΚΕ», για να ξεχάσει ο κόσμος πως άλλοι του πίνουν το αίμα -κι άντε να αποδείξεις πως η προβοσκίδα δε σημαίνει ότι είσαι ελέφαντας. Απέτυχαν να το εξοντώσουν με φλιτ, Βαν Φλιτ και βόμβες Ναπάλμ ή να το βάλουν στο χέρι με πολιτικά μέσα.

Μπορεί σήμερα να μη φαντάζει ως άμεση απειλή για την εξουσία τους, αλλά ούτε στα χρόνια του Μεταξά έμοιαζε τέτοια. Ο (άγριος) σπόρος όμως μπορεί να ανθίσει ανά πάσα στιγμή και να δώσει τους καρπούς του. Αυτό φοβούνται, αυτό είναι που τους ενοχλεί. Σαν κουνούπι του Δεκέμβρη, που ταράζει τον μακάριο ύπνο τους και τον γεμίζει εφιάλτες, στο μπόι των ονείρων μας.

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Δεν υπάρχει τίποτα καλό σε ένα έγκλημα...

Κάποιοι ονομάζουν τα λάθη τους πείρα. Εμείς λέμε πείρα και ρεαλισμό τις διαψεύσεις του κινήματος και τις χαμηλές προσδοξίες που γεννάνε. Ο κόσμος αυτός ποτέ δε θα αλλάξει. Και ας ξέρουμε πως μπορεί και πρέπει να αλλάξει.

Η κοσμοπλημμύρα των πρόσφατων διαδηλώσεων δε διέψευσε απλώς την εγγενή απαισιοδοξία μας που την βαφτίζουμε ενίοτε σοφία, ρεαλισμό και πείρα. Υπερκάλυψε με σταχανοβίτικο ζήλο το πλάνο και τις προσδοκίες των πιο αισιόδοξων συντρόφων και μας άφησε να αναρωτιόμαστε και να ψάχνουμε ποιος ήταν ο καταλύτης που πυροδότησε το κλίμα, κάνοντας τη διαφορά. Όχι για να βρούμε τι πήγε λάθος στις προβλέψεις μας -και να προστεθεί στην ήδη υπάρχουσα πείρα- αλλά για να δούμε τι πήγε σωστά, να το επαναλάβουμε, να το ενισχύσουμε, να μην το αφήσουμε να σβήσει.

Μια εύστοχη εκτίμηση σημειώνει πως το έγκλημα στα Τέμπη έσπασε (ακριβέστερα: θρυμμάτισε και έκανε κομμάτια) το κοινωνικό συμβόλαιο της συναίνεσης, καθώς οι κρατούντες αποδείχτηκαν ανίκανοι να τηρήσουν τους πιο στοιχειώδεις όρους για την επιβίωση και την ασφάλειά μας -η οποία ανάγεται διαρκώς σε υπέρτατη αξία, όταν απευθύνονται σε νοικοκυραίους για τρομονόμους, αλλά την ξεχνάνε βολικά όταν μιλάμε για ασφάλιση, περίθαλψη και το ανύπαρκτο «κοινωνικό κράτος».

Για την ακρίβεια, (οι κρατούντες) αποδείχτηκαν ικανοί για το πιο στυγερό έγκλημα, για να διασφαλίσουν τους όρους του κέρδους τους, όπως δείχνει γλαφυρά ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», στο viral απόσπασμα, που αναπτερώνει τις ελπίδες των Χατζηφραγκέτα για τη σχέση τους.
(
Και το Κεφάλαιο του Μαρξ, που πήρα στη γιορτή σου...)

Με άλλα λόγια, ο κοιμώμενος γίγας λαός ξεσηκώθηκε γιατί σκοτώνουν τα παιδιά μας και το μέλλον μας.

Αυτό είναι σωστό, αλλά ως ερμηνευτικό εργαλείο δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί δε συνέβη κάτι αντίστοιχο πχ την περίοδο της πανδημίας -που δεν τελείωσε ακόμα- οπότε βλέπαμε κάθε μέρα σε επανάληψη το έργο της κρατικής δολοφονίας, σαν τη μέρα της μαρμότας, σε έναν εφιάλτη χωρίς τέλος.

Δεν έχω απάντηση στο ερώτημα, ούτε σκοπεύω να το πιάσω αναλυτικά, για να βρω αίτια, ευθύνες κτλ. Αν πάντως κάποιοι καταλογίζουν τέτοιες στην οργανωμένη πρωτοπορία για τη στάση της και τη στόχευσή της (τακτική και στρατηγική), ας λάβουν υπόψη τους ότι είναι οι ίδιες δυνάμεις, με την ίδια ακριβώς στάση - πολιτική στόχευση, που τώρα μπαίνουν μπροστά και οργανώνουν -ως ένα βαθμό- τον χείμαρρο οργής που ξεχείλισε τους δρόμους σε όλη τη χώρα. Οπότε μπαίνει το ερώτημα γιατί αυτό που τότε φαινόταν-αποδείχτηκε (;) ανεπαρκές, τώρα έδωσε τόσο διαφορετικό αποτέλεσμα. Και δεν είμαι σίγουρος πως η διαφορά εξηγείται από τον υποκειμενικό παράγοντα και τη στάση της πρωτοπορίας.

Στα Τέμπη η κυβέρνηση αντέγραψε τη συνταγή για τον κορονοϊό και επικέντρωσε στο χαρτί της «ατομικής ευθύνης», βρίσκοντας στον σταθμάρχη τον αναγκαίο αποδιοπομπαίο τράγο για το σκηνικό της «τραγωδίας». Το ζήτημα είναι γιατί όσοι κατάλαβαν πως έχουμε να κάνουμε με κρατική δολοφονία, δεν είχαν την ίδια κριτική ικανότητα τον καιρό της πανδημίας, που είχαν περισσότερα στοιχεία για να φτάσουν στο ίδιο συμπέρασμα. Ίσως γιατί κατάφερε να τους πείσει η κυβέρνηση πως η πανδημία αφορά πρωτίστως κάτι γέρους, ηλικιωμένους που έχουν φτάσει στη δύση της ζωής τους -κάτι που δεν μπορεί να ισχυριστεί για τα παιδιά που είδαν τα όνειρά τους να γκρεμίζονται στα Τέμπη.

Μια παράμετρος που συνέβαλε πιθανότατα στο ξέσπασμα και την έκταση της οργής, ήταν η προκλητική στάση των δημοσιολόγων του συστήματος, που έκαναν λάθος εκτίμηση, βασισμένοι και αυτή στην πείρα τους (που την απόκτησαν από τις δικές μας ανεπάρκειες και όχι από δικά τους λάθη). Είχαν μάθει να βγαίνουν με χυδαίο, επιθετικό λόγο και να έχουν το ακαταλόγιστο, να μη συναντούν σοβαρές, μαζικές αντιδράσεις πέρα από τον κλειστό κύκλο των συνήθων υπόπτων ή το καθιερωμένο σούσουρο στα social media, που λειτουργεί μάλλον εκτονωτικά σε τελική ανάλυση.

Πιο χυδαία και χαρακτηριστική έκφραση αυτής της αλαζονείας της (τέταρτης και όχι μόνο) εξουσίας ήταν το κυνικό επιχείρημα πως το έγκλημα (που στη διπλή τους γλώσσα βαφτίζεται «τραγωδία» ή «δυστύχημα» στην καλύτερη) είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να φτιάξουμε ένα σύγχρονο, ασφαλές δίκτυο, σύμφωνα με τις τεχνολογικές προδιαγραφές του αιώνα μας.

«Θαυμάσια ευκαιρία» μπορεί να ήταν αν είχαν πάρει σοβαρά την ανακοίνωση των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ: δε θα περιμένουμε το δυστύχημα που έρχεται για να δούμε τα κροκοδείλια δάκρυά τους. Ή έστω τις εκατοντάδες δυσλειτουργίες, καθυστερήσεις και τα προβλήματα στο δίκτυο και τα δρομολόγια, που δεν ήταν απλά καμπανάκια κινδύνου αλλά καμπαναριό ολόκληρο. Και αν γίνονταν αντιληπτά, έστω εμπειρικά, από το επιβατικό κοινό, αντιλαμβάνεται κανείς τι εικόνα θα είχαν για αυτά οι αρμόδιες αρχές και η πολιτική τους ηγεσία: ο υπουργός Μεταφορών.
Αυτός όμως, μια βδομάδα πριν το «δυστύχημα», έλεγε πως είναι ντροπή να μιλάμε για θέματα ασφάλειας. Και τον κάλυψε ένας συνάδελφός του, υπουργός, λέγοντας πως δε θα ήταν υπεύθυνο να είχε παραδεχτεί δημόσια ότι υπάρχει τέτοιο πρόβλημα!

Οι αρχές δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να αποτρέψουν το έγκλημα και είναι εντελώς αμφίβολο αν θα κάνουν κάτι έστω εκ των υστέρων. Το μόνο σίγουρο είναι πως δε θα εκτροχιαστούν εκατοστό από τη ράγα της δολοφονικής πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων.
Κάθε ένδειξη δική τους «μεταμέλειας», κάθε σκυμμένο κεφάλι στο υπουργικό συμβούλιο, είναι βγαλμένη από το εγχειρίδιο του καλού Φαρισαίου. Και το μόνο που λείπει, στο κλίμα της εποχής των Φαρισαίων, όταν μιλάνε για «θαυμάσια ευκαιρία», είναι οι Εσταυρωμένοι από την τελευταία σκηνή στη ζωή του Brian να τραγουδάνε:
Δες την καλή πλευρά του θανάτου...

{Παρενθετικά. Στα ελληνικά, ο τίτλος της ταινίας των Monty Python ήταν εντελώς μοντιπαϊθονικός: Ένας προφήτης, μα τι προφήτης!

Τον θυμήθηκα συνειρμικά, βλέποντας τις αντιδράσεις των «Ράδιο-Αρβύλα», που άκουγαν τον Κατσώτη στη Βουλή να προειδοποιεί για την κατάσταση στα τρένα και το έγκλημα που έρχεται. Και έμεναν με το στόμα ανοιχτό, λες και τους βρήκε τη μοίρα στα χαρτιά. Το μόνο που ξέχασαν να πουν για τον... «προφήτη» ήταν η πολιτική του ιδιότητα ως κομμουνιστής -που ήταν και το κλειδί για τις «μαντικές του ικανότητες».

Συγκρίνεις το επίπεδο αυτής της «σάτιρας» με τους Μόντι Πάιθον και... Και θυμώντας τα να κλαις.

Εν τω μεταξύ, κάπου πήρε το μάτι μου, σε ένα πρόσφατο ζάπινγκ, τον γνωστό ιστορικό Μαραντζίδη στο πάνελ των Ράδιο-Αρβύλα. Το σκέφτεσαι, αναρωτιέσαι αν ο επόμενος καλεσμένος θα είναι ο Καρπόζηλος από τους πάλαι ποτέ «θρυλικούς επτά», νιώθεις σαν τον Τσάντλερ στα «Φιλαράκια», που παλεύει μέσα του για να μην ξεκινήσει το χαβαλέ, και τελικά παραιτείσαι. Είναι από μόνο του τέτοιο αυτοτρολάρισμα, που δεν μπορείς να πεις τίποτα για να το χλευάσεις. Σε ξεπερνάει, είναι αήττητο, σε έχει καταβάλει.


Ίσως η καλύτερη ομολογία του ενός πως το ιστορικό του έργο είναι κατά βάση κωμικό -με τελευταίο επίτευγμα μια ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, «στη σκιά του Στάλιν». Ή των άλλων (του Αρβύλα) πως ο Μαρατζίδης τα καταφέρνει καλύτερα από αυτούς.}

Μπορεί να γελάμε πικρά για την περίσταση, που ούτως ή άλλως δε σηκώνει πολλά αστεία, αλλά αυτό δεν είναι μια περιστασιακή αμυντική γραμμή του αστικού κόσμου, αλλά διαχρονικά ένα από τα κυρίαρχα αφηγήματά του.

Μπορεί να το καταλάβει κανείς διαβάζοντας πχ από διαστροφή -όπως από διαστροφή το κράτησα και εγώ, όταν μου το δώρισε ένας συνάδελφος, με το σκεπτικό πως με ενδιαφέρουν οι ιστορικές μελέτες...- το βιβλίο του Καλύβα «Καταστροφές και Θρίαμβοι». Που μαρτυρά εν πολλοίς από τον τίτλο το περιεχόμενό του και ο βασικός ισχυρισμός του είναι πως το σύγχρονο ελληνικό κράτος «δεν το σκιάζει φοβέρα καμιά», γιατί μετά από κάθε μεγάλη «εθνική τραγωδία» - καταστροφή, αναγεννιέται σαν τον φοίνικα από τις στάχτες του και ακολουθεί μια καμπή και ένας κύκλος ορμητικής ανάπτυξης που πιστοποιεί την... νομοτελειακή πρόοδο του έθνους, που «ξανά προς τη δόξα τραβά, τραβά, τραβά».


Και αν η πολιτική σκοπιμότητα του βιβλίου είναι σαφής και εύκολα αναγνωρίσιμη, αφού γράφτηκε μες στην κορύφωση της κρίσης και έπρεπε να δίνει αχτίδες αισιοδοξίας (και ανάσες αξιοπρέπειας αν ήταν του «αριστερού Μαραντζίδη») καθώς βγαίναμε μωρό μου βγαίνουμε από το τούνελ, ο λογικός πυρήνας του δεν παύει να είναι κυνικός και απολύτως ενδεικτικός για τους κυνικούς υπολογισμούς της τάξης που υπηρετεί και εκπροσωπεί.

Καταστροφές εσείς; Θρίαμβοι εμείς.
Γκολ εμείς; Σέντρα εσείς. Μην τα παρατάτε.
Οι θάνατοί σας; Τα κέρδη μας.
Τούνελ εσείς; Βγαίνουμε στο φως εμείς...

{Παρεμπιπτόντως, το δίδυμο Καλύβα-Μαραντζίδη είναι μακράν η καλύτερη και πιο γλαφυρή απεικόνιση, σε επίπεδο ιστορικών και όχι μόνο, της συγκυβέρνησης και του μεγάλου συνασπισμού που έρχεται -και, όπως ακριβώς με το έγκλημα των Τεμπών, δε θα περιμένουμε να την δούμε, για να την αναγγείλουμε και να την καταγγείλουμε. Ούτε θα πέσουμε από τα σύννεφα, όταν σμίξουν βουνό με βουνό, τα δυο αστικά κόμματα που μαλώνουν ποιος είναι ο Όλυμπος και ποιος ο Κίσσαβος.}

Η σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν είναι παρά ένας κύκλος με ταυτόχρονες τραγωδίες και θριάμβους, σαν τις δύο πλευρές ενός νομίσματος. Εξαρτάται από ποια ταξική πλευρά το βλέπεις... Από τη μια πόνος, εκμετάλλευση, και όνειρα που γίνονται κρέας για τα πολεμικά κανόνια. Από την άλλη, μικροί ή μεγάλοι θρίαμβοι, σαξές στόρι ανάπτυξης και «εθνικοί στόχοι» που σκεπάζουν τον πραγματικό κόσμο και λειαίνουν τις γωνίες του -μαζί με τις αιχμές του ταξικού λόγου.

Αν μπορούσαν, θα είχαν εντάξει τα Τέμπη στο ίδιο ακριβώς αφήγημα. Αλλά το «εθνικό πένθος» που κήρυξαν δεν μπορεί να σκεπάσει το τσουνάμι της λαϊκής οργής και τα -δυνάμει- ταξικά της χαρακτηριστικά. Ούτε να μας κάνει χρυσόψαρα χωρίς μνήμη και να αρχίσουμε να σφυράμε αδιάφορα, βλέποντας την καλή πλευρά του θανάτου...

Σφύριξε χαρούμενα μπορείς...

Υγ: Υπάρχει μια ακόμη ουσιώδης παράμετρος, για τη διαφορά του δικού μας κόσμου από τον δικό τους. Αλλά καλύτερα να πάει σε δεύτερο μέρος, για να μη στριμωχτεί σε έναν μικρό επίλογο και ξεχειλώσει το κείμενο.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

23 παθιασμένα ψέματα για τον ένοπλο λαϊκό αγώνα -επιλογή αποσπασμάτων

Η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει σήμερα δύο αποσπάσματα-υποκεφάλαια από το πολύ σημαντικό ένθετο του τμήματος ιστορίας της κετουκε (με τον τίτλο της ανάρτησης) που κυκλοφόρησε με τον προχτεσινό κυριακάτικο Ρίζο. Καλή ανάγνωση (και να το λάβετε ως προτροπή για να προμηθευτείτε και να μελετήσετε την έκδοση, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει).

Πόσο νέο είναι το "νέο κύμα" των "αναθεωρητών";

Οι Καλύβας - Μαραντζίδης στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρουν:
αποτιμούμε τον χαρακτηρισμό μας ως "αναθεωρητών" ως ιδιαίτερα τιμητικό, αφού εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της επιστημονικής προσέγγισης. Τα μόνα κείμενα που δεν αναθεωρούνται είναι τα θρησκευτικά θέσφατα και ο μόνος κόσμος μέσα στον οποίο ο όρος "αναθεώρηση" αποτελεί ανάθεμα είναι ο κόσμος του δόγματος και της μίας και μοναδικής αλήθειας.

Κάνουν τους ανήξερους. Η "ιστορική αναθεώρηση", ειδικότερα του ναζισμού, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, όταν ο Γερμανός καθηγητής Νόλτε, που ανακάλυψε ότι η γερμανική ιστορία δεν είχε γραφτεί αντικειμενικά, εισηγήθηκε την "κανονικοποίησή" της. πατώντας στο έδαφος των αμερικανικών αντικομμουνιστικών αναλύσεων περί δύο ολοκληρωτισμών, αποτίμησε το ναζισμό ως κίνημα-απάντηση στον κομμουνισμό, με τον οποίο υιοθετούσε ίδιες μεθόδους και μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό σκεπτικό!

Αργότερα, αντιμετωπίζοντας την Ιστορία ως "μεταπολιτικό φαινόμενο", δηλαδή αφαιρώντας κάθε ταξικό κριτήριο αποτίμησής της και προχωρώντας σε επιδερμικές αντι-ιστορικές συσχετίσεις, "τεκμηρίωσε" την ομοιότητα του κομμουνισμού με το φασισμό στη χρήση βίας και υποστήριξε ότι η ναζιστική εισβολή στην ΕΣΣΔ αποτελούσε την επιθετική άμυνα στην κομμουνιστική βία. Έτσι, απέκρυψε τη μήτρα της ναζιστικής βίας, δηλαδή το καπιταλιστικό σύστημα, που έχει την αντεργατική-αντιλαϊκή βία δομικό στοιχείο του και που ως τέτοιο προϋπήρχε του κομμουνιστικού κινήματος. Εξάλλου, ως βία ο Νόλτε, όπως και οι δύο συγγραφείς, αντιλαμβανόταν αποκλειστικά την παραβίαση του αστικού δικαιώματος και οι δύο συγγραφείς, αντιλαμβάνονταν αποκλειστικά την παραβίαση του αστικού δικαίου και όχι την ταξική εκμετάλλευση, που αυτό το "δίκαιο" κατοχυρώνει και προασπίζεται.

Έτσι, ο Νόλτε θεώρησε αναγκαία την απαλλαγή της αστικής εξουσίας, την απαλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος από το ιστορικό βάρος του ναζισμού μέσω της αναθεώρησης του "μύθου" του Γ' Ράιχ, τον οποίο και αποτίμησε ως αντιεπιστημονική κατασκευή των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά συνέπεια, τα "εργαλεία" και τα επιχειρήματα του "νέου κύματος" όχι μόνο είναι παμπάλαια, αλλά και πολλά από αυτά αποτελούν αντιγραφή αστικών επιχειρημάτων. Εξάλλου και στο πλαίσιο της ελληνικής ιστοριογραφίας, το επιχείρημα του "νέου κύματος", ότι τα Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν ως αντίδραση στα "εγκλήματα" του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έχουν ειπωθεί πριν 71 χρόνια (δίκη δωσίλογων 1945) από τον πρώην πρωθυπουργό, αρχηγό της ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, καθώς και από άλλους μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη των δωσιλογων, που έγιναν στην πράξη μάρτυρες υπεράσπισής τους.

Ο χαρακτήρας, η σημασία και η αποτελεσματικότητα της Αντίστασης. Το ΕΑΜ ήταν... ζημιά!

Η αποτίμηση της αντίστασης βρίθει διαστρεβλώσεων, αντιφάσεων και αλληλοαποκλειόμενων συμπερασμάτων. Καταρχήν, επικρίνουν την αντίσταση των συγκροτημένων οργανώσεων επειδή είχε πολιτικές στοχεύσεις, ενώ παρουσιάζουν με τα φωτεινότερα χρώματα την "αυθόρμητη αντίδραση":

"Ήταν ιδιαίτερα έντονη, ήταν άοπλη και εκφράστηκε γρήγορα, άμεσα και αυθόρμητα, κυρίως με την απόκρυψη, διάσωση αλλά και την φυγάδευση βρετανών στρατιωτικών που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα... Η δράση αυτή είχε πολύ μεγάλο ρίσκο καθώς όσοι συλλαμβάνονταν κινδύνευαν να πληρώσουν ακόμα και με την ίδια τη ζωή τους... Αργότερα η αυθόρμητη αυτή αντίσταση θα λάβει άλλες μορφές, όπως συμμετοχή στην οργάνωση, φυγάδευση Ελλήνων προς την Τουρκία και την Αίγυπτο, καθώς και απόκρυψη και διάσωση Εβραίων. Αλλά και η ακρόαση ραδιοφωνικών εκπομπών... Δυστυχώς αυτή η πολύμορφη και αυθόρμητη δράση δεν έχει λάβει την αναγνώριση που αξίζει... "

Αποθεώνουν επίτηδες εκείνες τις ατομικές και (συζητήσιμο πόσο) "αυθόρμητες" δράσεις που δεν στρέφονταν ένοπλα εναντίον των κατακτητών, καθώς θεωρούν θεμιτές και επιθυμητές μόνο τις αντιστασιακές ενέργειες που διεξάγονταν από έναν αστικό θεσμό (αστικό κράτος ή απομεινάρια του αστικού στρατού) είτε από μεμονωμένα πρόσωπα.

Ταυτόχρονα, επιτίθενται στην οργανωμένη πάλη, κυρίως εναντίον του ΕΑΜ, με φράσεις από τις οποίες δεν θα είχαν να ζηλέψουν τίποτα οι διάφοροι Τσολάκογλου. Γράφουν:

"Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αντίσταση ωφέλησε ή έβλαψε τη χώρα. Συνέβαλε για παράδειγμα στην ήττα του Άξονα στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο;... Οι λίγες χιλιάδες γερμανικές απώλειες... δεν αποτέλεσαν ουσιαστική προσφορά και με κανέναν τρόπο δεν ισοσκελίζουν, ούτε καν πλησιάζουν σε απόσταση, τις ελληνικές απώλειες... Οι ζημιές στις υποδομές της χώρας υπήρξαν τεράστιες και πολλές προκλήθηκαν από την ίδια την Αντίσταση. Η χώρα εξάλλου δεν απελευθερώθηκε χάριν στην Αντίσταση. Οι Γερμανοί αποχώρησαν μόνο όταν έγινε σαφές ότι αν παρέμεναν κι άλλο θα τους απέκοπταν οι προελαύνοντες Σοβιετικοί... Επιπλέον... ιδιαίτερα η ένοπλη αντίσταση ενίσχυσε τη συνεργασία με τους κατακτητές αντί να την περιορίσει και ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο πόλεμο που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφυλιακές συγκρούσεις...."

Επομένως, η Αντίσταση όχι μόνο δεν χρειαζόταν αλλά έκανε και ζημιά! Αυτά έλεγε και ο Τσολάκογλου. Αλλά, με την ίδια λογική θα έπρεπε όλοι οι λαοί να κάτσουν στα αβγά τους και να αφήσουν ανενόχλητες τις δυνάμεις του Άξονα, αφού το κύριο ευρωπαϊκό μέτωπο βρισκόταν στην ΕΣΣΔ. Αυτό ακριβώς ήθελαν οι χιτλερικοί επιδιώκοντας να ρίξουν όλες τις δυνάμεις τους εναντίον της ΕΣΣΔ, αυτό ακριβώς υποστηρίζουν και οι Καλύβας-Μαραντζίδης.

Ας δούμε όμως με ποιά "επιστημονικά" επιχειρήματα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη θέση τους:

Πρώτο επιχείρημα: Η ελληνική Αντίσταση δεν επέδρασε καθοριστικά στην έκβαση του πολέμου.

Φυσικά, δεν υποστηρίζει κανείς ότι ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ αυτοί που έγειραν την πλάστιγγα του πολέμου γενικότερα σε βάρος των δυνάμεων του Άξονα. Ο καθοριστικός παράγοντας στην Ευρώπη γι αυτό ήταν ο Κόκκινος Στρατός, συνολικά η ΕΣΣΔ. Ωστόσο, με την δράση τους το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθήλωσαν 8-12 μεραρχίες, δηλαδή μια κρίσιμη δύναμη που διαφορετικά μπορούσε να είχε μεταφερθεί στο ανατολικό μέτωπο. Παράλληλα το ΕΑΜ απέτρεψε την αναγκαστική μεταφορά εργατών στα γερμανικά εργοστάσια έπειτα από τις μαζικότατες διαδηλώσεις του (5 Μάρτη 1943) και την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης Κατοχής που θα επέτρεπαν την αποδέσμευση των στρατιωτικών δυνάμεων των ναζί.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν μπορεί να αποτιμηθεί αποκομμένη όπως εσκεμμένα επιχειρούν οι Καλύβας-Μαραντζίδης, αλλά προστιθέμενη σε αυτή των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων στις οποίες πρωτοστάτησαν οι κομμουνιστές σε όλη την Ευρώπη. Μόνο έτσι καταδεικνύεται η μεγάλη συμβολή της αντιφασιστικής πάλης των λαών στην έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Βέβαια, αυτά δεν αφορούν τους συγγραφείς, που, θεωρώντας ατελέσφορο και επιζήμιο κάθε εργατικό-λαϊκό αγώνα, βιάζονται να τον κρίνουν στην βάση του αριθμού των νεκρών. Όμως, αν υιοθετήσουμε τη λογική τους, τότε και η ΕΣΣΔ στον βαθμό που κατόρθωσε να προξενήσει 10 εκατομμύρια απώλειες στο ναζιστικό στρατό και τους συνεργάτες του, ενώ καταμέτρησε 20 εκατομμύρια δικούς της νεκρούς και συνολικά 30 εκατομμύρια θύματα, μαζί με τους ανάπηρους και τραυματίες, μάλλον δεν... έπρεπε να παλέψει για την ήττα των ναζί. Αν προσθέσουμε και τις εκτεταμένες καταστροφές στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, οι συγγραφείς θα συμβούλευαν την εργατική εξουσία, να παραδοθεί αμαχητί.

Επίσης, αποτιμώντας ως νόμιμη την αστική κρατική βία, σημασία για τους συγγραφείς δεν έχουν και τα άλλα θύματα των κατακτητών. Γι αυτό δεν αναφέρονται στους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από πείνα στην Κατοχή. Ούτε εκτιμούν πόσο οι αντιστασιακές ενέργειες (συσσίτια, απελευθέρωση περιοχών, απεργιακές κινητοποιήσεις, αποτροπή επιστράτευσης κλπ) απέτρεψαν την αύξηση των θυμάτων. Δε λένε τίποτα για την αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στην κλιμάκωση της ΕΑΜικής αντίστασης και του αριθμού των νεκρών από πείνα.

Δεύτερο επιχείρημα: Η Ελλάδα δεν απελευθερώθηκε από τους αντάρτες. Ωστόσο, πριν την αποχώρηση των Γερμανών, μεγάλο τμήμα είχε απελευθερωθεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Όπως παρατηρούσε ο Βρετανός απεσταλμένος ταγματάρχης Wallace:
"Προτού μεταβώ εκεί ο ίδιος, δεν είχα αντιληφθεί ούτε πόσο εκτεταμένη είναι, ούτε πόσο ελεύθερη είναι... εκτείνεται αδιάσπαστα από τη νότια Σερβία, μέχρι τα βουνά της Γκιώνας και του Παρνασσού. Στην περιοχή αυτή, κυκλοφορείς με απόλυτη ασφάλεια. Μπορείς να ταξιδέψεις από την Φλώρινα μέχρι τα περίχωρα των Αθηνών απλώς με ένα διαβατήριο του ΕΑΜ." 
Ο Βρετανός ταγματάρχης Stevens, σημείωνε επίσης:
"Ακόμα και στην κατεχόμενη ζώνη, η κατοχή περιορίζεται σε ορισμένες μεγάλες πόλεις, στρατηγικά σημαντικά σημεία και στην φύλαξη ζωτικών γραμμών επικοινωνίας."

Τρίτο επιχείρημα: Η Αντίσταση ήταν καταστροφική επειδή όξυνε τις εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Κρύβουν την ανελέητη ταξική επίθεση που διεξαγόταν εναντίον του ελληνικού λαού από τους κατακτητές, τους συνεργάτες τους και από την αστική τάξη συνολικά, ανεξάρτητα από το αν ήταν υπέρ ή κατά των Γερμανών. Η κυβέρνηση του Καΐρου, την οποία εκθειάζουν ήταν μέρος αυτής της αντιλαϊκής επίθεσης που προηγήθηκε της ΕΑΜικής Αντίστασης, αλλά και εξακολούθησε στη διάρκειά της.

Βέβαια, σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο πραγματικός φόβος των Καλύβα-Μαραντζίδη και η αιτία των ιστορικών διαστρεβλώσεων. Η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ανεξάρτητα από την προβληματικότητα των στρατηγικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, μετέβαλε τους ταξικούς συσχετισμούς, κλονίζοντας την αστική εξουσία. Έτσι, τα αντιμαχόμενα τμήματα της αστικής τάξης επανενώθηκαν, επιδιώκοντας τη συντριβή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και αποδεικνύοντας ότι ως πρώτιστο κίνδυνο αναγνώριζαν τον εσωτερικό ταξικό εχθρό και όχι τον ξένο (αστό όπως και αυτοί) κατακτητή.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Καταστροφές και θρίαμβοι

Η σημερινή ανάρτηση πιάνει το νήμα από εκεί που το αφήσαμε χτες, για να ασχοληθεί με μια πτυχή της "επιστημονικής" χρυσόσκονης, που καλύπτει με "ακλόνητα, ιστορικά" επιχειρήματα την πολιτική του αντιλαϊκού αντιλαϊκισμού. Και με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής.

Το πιο διαφημισμένο και δημοφιλές (βάση πωλήσεων) αντιλαϊκό εγχειρίδιο των ημερών είναι τα "εμφύλια πάθη" του γνωστού αντιλαϊκού δίδυμου (κάτι σαν τρίδυμο λαϊκό από την ανάποδη) Καλύβα-Μαραντζίδη, όπου αναφέρονται συχνά (έμμεσα μεν, φωτογραφικά δε) στο έργο και τις απόψεις του Μαργαρίτη. Αλλά καλύτερα να ρωτήσετε το Λαϊκό Στρώμα, που το διαβάζει αυτές τις μέρες. Εδώ θα δούμε κάτι παρεμφερές, μια επισκόπηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας από το Στάθη Καλύβα, που γράφτηκε στα αγγλικά για μια εκδοτική σειρά του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης με γενικό τίτλο "What everyone needs to know about..." και μεταφράστηκε στα ελληνικά, για να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, με τον τίτλο της ανάρτησης.

Η κε του μπλοκ θα αποφύγει τον πειρασμό να αναφερθεί αναλυτικά σε μια σειρά παράπλευρα ζητήματα, όπως:
-την πλουραλιστική βιβλιογραφία που παραπέμπει αποκλειστικά στον ίδιο, το Μαρατζίδη (που είναι το ίδιο), το Βερέμη (δηλ το ίδιο) και όλο το αντίστοιχο σινάφι.
-τη μεθοδολογία των απλουστευτικών ερωτοαπαντήσεων, όπου ο εκλαϊκευτικός, επισκοπικός χαρακτήρας της μελέτης "δικαιολογεί" τις πιο χοντροκομμένες αφαιρέσεις και στρεβλώσεις.
-την προσπάθεια του συγγραφέα να παρουσιαστεί ως ένας μετριοπαθής αιρετικός, που καταθέτει την πρωτότυπη ερμηνεία του προς συζήτηση, γόνιμη κι εποικοδομητική, αλλά συναντά συχνά έναν κακόπιστο δογματισμό που την αποτρέπει.
Αρκετά χαρακτηριστικό αυτής της "μετριοπαθούς, αιρετικής προσέγγισης" είναι τα τιτιβίσματα του Καλύβα στο τουίτερ, όπως αυτό που εγκαλεί τους επικριτές της ΕΕ για το προσφυγικό, καθώς οι ίδιοι οι πρόσφυγες επιθυμούν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη! Ωστόσο η δημοκρατική του μετριοπάθεια δεν του απαγορεύει να μπλοκάρει μαζικά τους χρήστες που αρθρώνουν "κακόπιστο κι ενοχλητικό" αντίλογο.

Εστιάζουμε λοιπόν στην ουσία και το βασικό ερμηνευτικό σχήμα του Καλύβα, που εξετάζει διαχρονικά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νεοελληνικού κράτους, για να φτάσει στο επίπεδο της προηγμένης Δύσης, και θεωρεί πως παρά τα όποια ελλείμματα αυτού του άλματος, το εγχείρημα στέφθηκε γενικά με επιτυχία, καθιστώντας την Ελλάδα μια πρωτοποριακή περίπτωση ύστερου εκσυγχρονισμού για τις χώρες της περιφέρειας και του τρίτου κόσμου. Κι αυτή η αντιφατική επιτυχία αφορά και κάθε έναν από τους επτά κύκλους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, που έκλειναν συνήθως με καταστροφικές αποτυχίες (χρεοκοπία, μικρασιατική καταστροφή, εμφύλιος, χούντα, κρίση), αλλά δεν αναιρούσαν τα κεκτημένα των προηγούμενων κύκλων ανάπτυξης, κι αυτό οφείλεται κυρίως στις σωτήριες εξωτερικές επεμβάσεις, που εξασφάλιζαν παράλληλα τις προϋποθέσεις για το επόμενο άλμα.

Αυτή η προσέγγιση απορρίπτει το ερμηνευτικό σχήμα της εξάρτησης (αν και ουσιαστικά το περιγράφει και το δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό) και θεωρεί πως η Ελλάδα είχε την τύχη και την παρρησία να επιλέγει τις σωστές συμμαχίες σε διεθνές επίπεδο και να ευνοείται από αυτές, για να πλησιάσει το μεγάλο της στόχο: τον εκσυγχρονισμό της και τη μεταλλαγή της σε μια σύγχρονη, ευημερούσα δημοκρατία.

Στα πλαίσια αυτού του διαχρονικού σαξές στόρι.
-επικρίνεται πχ ο όρος "βαυαροκρατία" που παραπέμπει στην Τουρκοκρατία και εκμηδενίζει τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Όθωνα και των συμβούλων του.
-αποσιωπάται η βασική ευθύνη των συμμάχων για την κατάληξη της μικρασιατικής περιπέτειας, ενώ η συνέχεια του εφιάλτη για τους πρόσφυγες που κατάφεραν να τη γλιτώσουν και η μετεγκατάστασή τους στη χώρα μας, χαρακτηρίζεται ως "το μεγαλύτερο ειρηνικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους (Μαυρογορδάτος), καθώς έγινε πολύ πιο γρήγορα, ομαλά και αποτελεσματικά απ' ό,τι αναμενόταν.

-Εξυπακούεται πως η χούντα δεν ήταν αμερικανοκίνητη (κάτι με το οποίο θα συμφωνούσαν ίσως και στελέχη της ΔΦΑ, πχ αυτά που χρεώνονται με τη σύνταξη των ανακοινώσεων του (συγ)κυβερνώντος κόμματος για την επέτειο του Πολυτεχνείου.

Παρ' ότι εκ των υστέρων επικράτησε η αντίληψη πως το πραξικόπημα υποκινήθηκε και οργανώθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ερμηνεία αυτή δεν τεκμηριώνεται. Εναλλακτικά, το πραξικόπημα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια απόπειρα των ενόπλων δυνάμεων να διατηρήσουν την προνομιακή θεσμική τους θέση, ενόψει της ολοένα μεγαλύτερης αμφισβήτησής της από την κοινωνία. Από την άποψη αυτή, μπορεί να λεχθεί πως αποτέλεσε έκφραση των συντεχνιακών συμφερόντων του στρατού και, πιο συγκεκριμένα, μιας κάστας αξιωματικών, κυρίως συνταγματαρχών, που αντιδρούσαν στις περιορισμένες τους επαγγελματικές προοπτικές, καθώς οι προοπτικές προαγωγής τους ήταν περιορισμένες. Πρόσφατες έρευνες, ωστόσο, προβάλλουν μια πιο πειστική ερμηνεία, δείχνοντας πως οι ένοπλες δυνάμεις βρίσκονταν, τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, κάτω από τον έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας. Η πολιτική κρίση της περιόδου 1963-67 ήταν εκείνη που οδήγησε στη χαλάρωση του πολιτικού ελέγχου επί των ενόπλων δυνάμεων και έδωσε την ευκαιρία σε μια ομάδα φανατικών αντικομμουνιστών και αντικοινοβουλευτικών αξιωματικών να υφαρπάξουν την εξουσία. Το πραξικόπημα, δηλαδή, δεν αποτελούσε κληρονομιά του Εμφυλίου, αλλά ήταν απότοκο της αποτυχίας των πολιτικών ηγεσιών να καταλήξουν σε συναίνεση σχετικά με τη διαχείριση της πορείας του εκδημοκρατισμού.

Κρίμα μόνο που δεν ενημερώθηκε εγκαίρως κι ο Κλίντον για αυτές τις νεότερες έρευνες κι αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη για την ενεργό στήριξη της χούντας. Μην ξεχνάτε όμως την αποβολή της χουντικής ελληνικής κυβέρνησης από το δημοκρατικό πρόδρομο της Ενωμένης Ευρώπης.

-Έκφραση αυτής της πετυχημένης επιλογής ήταν φυσικά κι η επέμβαση των Άγγλων (και μετέπειτα των Αμερικάνων) κατά τη διάρκεια του (λίγο παράξενου με τόσο πολυεθνική σύνθεση) εμφυλίου. Το κλείσιμο αυτού του κύκλου βρίσκει την Ελλάδα πληγωμένη μεν, αλλά να έχει αποφύγει τον κίνδυνο του κομμουνισμού και να ευεργετείται από το αναπτυξιακό σχέδιο Μάρσαλ. Εδώ ο Καλύβας παρασύρεται λίγο από τα (μετ)εμφυλιακά πάθη του και παραμερίζει κάθε πρόσχημα αντικειμενικότητας.

Εκεί που καταθέτει όμως τα διαπιστευτήριά του είναι στην εξέταση κι ερμηνεία της κρίσης, όπου αναπαράγει διεξοδικά όλα τα ιδεολογήματα που παρακολουθήσαμε συνοπτικά στην προηγούμενη ανάρτηση (για το προπατορικό αμάρτημα του λαϊκισμού, την ευνοιοκρατία υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων, κτλ).

Ένα προπαγανδιστικό έργο στοχεύει πάντα στο παρόν και το μέλλον, μέσα από την ανασκευή του παρελθόντος. Το βασικό είναι να πειστεί ο αναγνώστης για αυτό το σαξές στόρι διαρκείας της χώρας που δεν πρέπει να ανακοπεί, να αφομοιώσει τη σωτήρια αξία χρήσης των διεθνών επεμβάσεων, να μην επιδιώκει τυφλές συγκρούσεις και να διδαχτεί από την ιστορία πως ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός. Έτσι που να διαιωνιστεί το κυρίαρχο εκμεταλλευτικό σχήμα και οι θρίαμβοι της αστικής τάξης να περνάνε πάντα πάνω από τις καταστροφές της εργατικής και των λαϊκών στρωμάτων, που θα βγάζουν πρώτο σε πωλήσεις το βιβλίο του Καλύβα, για να ξεχνάνε τα εμφύλια, ταξικά πάθη που δε χωρίζουν την ελληνική κοινωνία.