Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άκρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άκρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η θεωρία των άκρων

Οι περισσότεροι την έχουμε γνωρίσει στη φαιοκόκκινη εκδοχή της. Ο ναζισμός και ο κομμουνισμός (Στάλιν και Χίτλερ) δεν είναι παρά οι δύο όψεις του νομίσματος του ολοκληρωτισμού, μαύρος και κόκκινος φασισμός, που καταπνίγουν την προσωπικότητα και τις ελευθερίες της.

Πόσοι και πόσοι ειδικοί, πολιτικοί, "προοδευτικοί" συγγραφείς, κτλ, δεν έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι, για να χτίσουν αυτό το "αφήγημα": από τη Χάνα Άρεντ διεθνώς, μέχρι τη Σώτη, ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εγχώριας απαλεψιάς, και βουλευτές του Σύριζα, με τα πένθιμα σήμαντρα του "ομοφοβικού ΚΚΕ" και την καταπίεση ομοφυλόφιλων και γυναικών στη Σοβιετία -για να πιάσουμε το πιο πρόσφατο παράδειγμα.

Ή όπως γράφει ο Άγης Στίνας:
Η αληθινή δημοκρατία έχει πάψει να υπάρχει στον πλανήτη μας από τότε που ο ενεργός πολίτης μιας αυτόνομης κοινότητας έγινε ο ευπειθής υπήκοος της οποιασδήποτε πολιτικής, θρησκευτικής, κτλ, εξουσίας. Αυτό ισχύει για όλα τα σύγχρονα κράτη.
(...) Όμως υπάρχουν στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες μερικά πράγματα που έχουν πραγματική αξία για τις λαϊκές μάζες. Είναι αυτά που οι ίδιες με τους αγώνες τους και με το αίμα τους έχουν κατακτήσει. Είναι αυτά που μπορούν να γίνουν μέσα και όπλα στην πάλη για τη χειραφέτησή τους: το δικαίωμα της οργάνωσης, της συγκέντρωσης, της διαδήλωσης, της απεργίας, της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, της ελεύθερης συζήτησης.
Αυτές ακριβώς τις πολύτιμες για τις λαϊκές μάζες κατακτήσεις καταργεί το ολοκληρωτικό καθεστώς, είτε πρόκειται για στρατιωτική δικτατορία είτε για την εξουσία του ενός κόμματος. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται και μονοπωλούνται από το ολοκληρωτικό Κράτος. Οι λαϊκές οργανώσεις διαλύονται, οι διαδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται. Ο τύπος και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους. Οι λαοί σε αυτά τα καθεστώτα δεν πρέπει να ακούν, να βλέπουν, να μαθαίνουν, να πληροφορούνται τίποτε άλλο από αυτό που θέλει το ολοκληρωτικό Κράτος. Για εκείνους που αντιδρούν ενεργά, για εκείνους που υπάρχουν υπόνοιες ότι αντιδρούν, για τους συγγενείς τους, για γνωστούς παλιούς αγωνιστές είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, τα βασανιστήρια, τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Η προφανής στόχευση είναι αυτή ακριβώς. Να δείξει δηλ τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας και των στοιχειωδών δικαιωμάτων που εξασφαλίζει στα μέλη της κοινωνίας,αντίθετα με τα δύο άκρα, που συνθλίβουν σαν Συμπληγάδες το άτομο. Αν και συνήθως, ένας τόσο χοντροκομμένος συμψηφισμός πάει πολύ βαθύτερα από την απλή ανάδειξη μιας "τρίτης, εναλλακτικής κατάστασης". Στην πραγματικότητα, στην σπίλωση ενός πόλου, χώρου, πολιτικής πρότασης, που βαφτίζεται άκρο, για να μπει στο ίδιο τσουβάλι με κάτι άλλο, το οποίο με τη σειρά του κερδίζει μια έμμεση νομιμοποίηση από αυτή τη σύγκριση. Ο στόχος εν προκειμένω δεν είναι άλλος από την καταδίκη της εγκληματικής φύσης του κομμουνισμού, ως πρακτικής κι ως ιδεολογίας (συμπληρώστε νοερά τα εισαγωγικά, όπου χρειάζεται, γιατί είναι πάρα πολλά, για να τα βάλω όλα). Αντιθέτως, το άκρο του φασισμού παρουσιάζεται ως κάτι αυτόνομο από την αστική του μήτρα, κι αναβαθμίζεται-νομιμοποιείται από την εξίσωσή του με τον άλλο πόλο, χωρίς να του μείνει κάποια ρετσινιά.

Εφόσον λοιπόν η (αστική) δημοκρατία ανέχεται τους κομμουνιστές, που διακηρύσσουν ανοιχτά πως θέλουν να την καταλύσουν, γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τους νεοναζί, ανεξάρτητα από το αν διαφωνεί με τις ιδέες που εκφράζουν; Αυτή είναι εξάλλου η πεμπτουσία και το μεγαλείο της αστικής δημοκρατίας. Να φέρνει το φασισμό από το παράθυρο.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι πόσο εύκολα υιοθετούνται στον καθημερινό δημόσιο λόγο οι διάφορες παραλλαγές του παραπάνω σχήματος, για να αποδείξουν πόσο φρόνιμη και νηφάλια είναι η δική τους θέση, που οριοθετείται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα και αποφεύγει τα ακραία ολισθήματα και τους κινδύνους που συνεπάγονται.

Ήδη από τη διατύπωση, κάποιοι σφοι αναγνώστες μπορεί να θυμήθηκαν το βασικό ερμηνευτικό σχήμα που έχει διαφανεί εν όψει του τρίτου τόμου του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, για την κομματική κρίση του 89-91, με τα δύο αλλητροφοδοτούμενα κέντρα, δεξιό κι αριστερό (προσέξτε όμως πώς η χρήση της έννοιας κέντρου, αδυνατίζει τη σχηματική, γεωγραφική χρήση των όρων δεξιά-αριστερά). Το οποίο κατά τη γνώμη μου εξισώνει άνισα μεγέθη κι ευθύνες διαφορετικής βαρύτητας ή σκοπιμότητας, ενώ το βασικό είναι να αναδειχτούν οι λόγοι και τα δεξιά λάθη που οδήγησαν στην κυριαρχία του αναθεωρητικού κέντρου (και τον αριστερισμό ως τιμωρία για τα δεξιά λάθη), τα οποία εξετάζονται συνοπτικά σε ένα περυσινό κείμενο της κετουκε στην Κομεπ, που δίνει ίσως το περίγραμμα του τρίτου τόμου.

Σε παρόμοια θέση περικύκλωσης είχε βρεθεί κατά τη δεκαετία του 20' και το μπολσεβίκικο κόμμα, όταν ο σφος με το μουστάκι κι η συντριπτική πλειοψηφία γύρω απ' αυτόν εναντιώθηκε στην αριστερή, μικροαστική παρέκκλιση (Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ) και τη δεξιά, οπορτουνιστική παρέκκλιση (Μπουχάριν), κι ενώ αρχικά είχε συμμαχήσει με τη δεύτερη εναντίον της πρώτης. Ενώ ο Στάλιν επισήμαινε πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός που υποτιμούμε κάθε φορά.

Οι έννοιες αυτές αντιστράφηκαν με εντυπωσιακό τρόπο στα χρόνια της Περεστρόικα (πριν έρθουν όλα πάνω-κάτω), όπου αριστεροί και ριζοσπάστες θεωρούνταν τα γκεσέμια της παλινόρθωσης, ενώ δεξιοί και δογματικοί ήταν όσοι υπερασπίζονταν τις σοσιαλιστικές δομές, ακόμα και κάποιοι τίμιοι μπρεζνιεφικοί, σαν τον Λιγκατσόφ (ένας διαχωρισμός που μεταφέρθηκε εν μέρει και στα καθ' ημάς, με τους "ανανεωτικούς" αναθεωρητές να θεωρούνται από τα αστικά μέσα πιο τολμηροί κι αριστεροί από τους δογματικούς, που έμεναν προσκολλημένοι στο παρελθόν). Ο Γκόρμπι εμφανιζόταν ως η φωνή της λογικής, που έβαζε χαλινάρι στις ακραίες απόψεις κι οδηγούσε νηφάλια το τιμόνι της χώρας (προς το γκρεμό). Ενώ ο Σάββας Μιχαήλ, που έβλεπε στην Περεστρόικα την ενσάρκωση του τροτσκιστικού σχήματος της επανάστασης μες στην επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία), θεωρούσε σε κάποιο κείμενό του το Γέλτσιν ως τον πιο συνεπή, ριζοσπάστη μεταρρυθμιστή (ενάντια στις "ταλαντεύσεις" του Γκόρμπι).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η χρήση του σχήματος από διάφορα παρακλάδια (καταβολάδες και περικοκλάδες, που δε θα γίνουν ποτέ δέντρα) του ΚΚ.
Στο εξωκοινοβούλιο πχ βρίσκουν αρκετά έξυπνη την τακτική των ίσων αποστάσεων από τους δύο πόλους της "επίσημης αριστεράς" και το διαχωρισμό τόσο από τον αδιέξοδο σεχταρισμό του ΚΚΕ, που υποτιμά την τακτική και τους ενδιάμεσους στόχους, όσο και από το ρεφορμισμό του Σύριζα που υποβαθμίζει κι απομακρύνει το στρατηγικό στόχο. Όμως από τη στιγμή που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, γίνεται σαφώς από θέση ευμενούς ουδετερότητας προς την κυβερνώσα αριστερά, που αθωώνεται (ή απλώς καταδικάζεται ανέξοδα εκ των υστέρων) για μια σειρά επιλογές της, όπως φάνηκε και στην πράξη, τους πρώτους μήνες της πρώτη φορά αριστεράς, μέχρι το δημοψήφισμα.

Αλλά αυτά τα σχήματα μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ. Να βγει πχ η ΛαΕ, που έχει κάνει σημαία της την έξοδο από το ευρώ, και να φτιάξει με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, το δικό της δίπολο, ενάντια στην Ανταρσυα που συμπεριφέρεται ως ένα μικρό ΚΚΕ (το 'παμε και παραπάνω για τα εισαγωγικά), βάζει απογειωμένους στόχους κι υποτιμά τον κρίκο της ευρωζώνης, κι ενάντια στο Σύριζα, που μένει σταθερά στο άλλο άκρο.

Αλλά μπορεί να βγάλει ένα αντίστοιχο δίπολο (και μαζί όλη την Πασοκιά του), μιλώντας πχ για αριστερούς ψάλτες της δεξιάς και το καραβάνι του, που προχωρά μες στην έρημο με τις πάμπολλες οφθαλμαπάτες (πχ για μια καλή, δημοκρατική ΕΕ), παρά τα σκυλιά που γαβγίζουν.
Αντίστοιχο δίπολο θα μπορούσε να βγάλει ακόμα κι η ΝΔ, για να δείξει πως εκπροσωπεί το μεσαίο χώρο ενάντια σε αυτούς που δε θέλουν τις μεταρρυθμίσεις και αυτούς που λένε πως δεν προχωρούν αρκετά γρήγορα κι αποφασιστικά.
Ή ακόμα και το Ποτάμι, που εκπροσωπεί το "ακραίο κέντρο", όπως είχε γράψει σε μια παλιότερη ανάλυσή του ο Θοδωρής.
Υπενθυμίζω επίσης και το δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού, που χρησιμοποιεί στην ανάλυσή της η ΛτΙ -όπως είδαμε σε ένα πρόσφατο κείμενο.

Δεν ξέρω αν από τα παραπάνω μπορεί να βγει κάποιο συνολικό συμπέρασμα. Εγώ θα σημείωνα πάντως ως επιμύθιο πως αντί να προσπαθούμε να βρούμε δύο άκρα, που τα υπερβαίνει, υποτίθεται, διαλεκτικά η δική μας προσέγγιση, ως σώφρον κέντρο, και να παρουσιάζουμε με τέτοιους όρους την ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται -από εδώ η γυναίκα μου, από εδώ το αίσθημά μου, και στη μέση ο γαμάτος της υπόθεσης- πρέπει να ξεφύγουμε από την υποσυνείδητη ενσωμάτωση του παραπάνω σχήματος, τις γεωγραφικές έννοιες και τις σχηματικές αντιλήψεις.

Και να παρουσιάζουμε τη δική μας πρόταση ως αυτό που πραγματικά είναι: η επαναστατική υπέρβαση των αδιεξόδων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όλων των ταξικών κοινωνιών. Η προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς αδικία κι εκμετάλλευση. Και το αναντικατάστατο μέσο/όπλο της ταξικής πάλης, που περιλαμβάνει δύο ανειρήνευτους πόλους: το κεφάλαιο και την εργασία.
Τίποτα λιγότερο, τίποτα πιο "κεντρικό" ή στρογγυλεμένο.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Σήκω απ’ τη θέση σου

Απ’ όσο είδα στην κόκκινη μπλογκόσφαιρα, το θέμα το ανέδειξε πρώτος ο trash με την ανάρτησή του «άρχισαν τα όργανα» -εξ ου και η συνέχεια του στίχου στον τίτλο της δικής μου.
Λοιπόν έχουμε και λέμε: ο μπάτσος είναι όργανο κι η πλειοψηφία των μπάτσων είναι χρυσαυγίτες. Ο ριζοσπάστης είναι κι αυτός όργανο, που γράφεται κυρίως από κομμουνιστές και οργανωμένα μέλη. Και τα προς τρίτον ίσα είναι και μεταξύ τους ίσα. Συνεπώς, να σου το τσουβάλιασμα κι έτοιμη η θεωρία των δύο άκρων.

Ακραίο με είπες μια φορά, χωρίς καμιά αιτία
Μα του φασίστα η καρδιά, δε σου κρατά κακία

Το θέμα βέβαια δεν είναι αν οι αρχές πιάνουν τους χρυσαυγίτες –μπορούν εξάλλου να τους αφήσουν το ίδιο εύκολα με άνωθεν εντολή- αλλά με ποιες κατηγορίες στρέφονται εναντίον τους και πώς μπορούν να τις αξιοποιήσουν στο άμεσο μέλλον εις βάρος του άλλου ‘άκρου’.
Τους κατηγορούν πχ ότι έκαναν συγκεντρώσεις χωρίς την άδεια των αρχών· και να σκεφτείς για παράδειγμα πως το κόμμα είχε αγνοήσει το μάη του 12’ την απαγόρευση του μπουτάρη κι είχε χρησιμοποιήσει την αριστοτέλους για την προεκλογική του συγκέντρωση.
Λένε ακόμα πως απειλούσαν με κατάλυση το δημοκρατικό πολίτευμα και η χρυσή αυγή το έπιασε αμέσως στον αέρα κι έσπευσε να θυμίσει το βιντεάκι με την παρέμβαση του μαΐλη στο μέγκα, όπου είχε πει το αυτονόητο: πως το κουκουέ δεν είναι υποχρεωμένο να συμφωνήσει με αυτό το σύνταγμα {που και τα ίδια τα αστικά κόμματα καταπατούν και κουρελιάζουν κατά βούληση} κι ότι παλεύει να το ανατρέψει.

Βάση αυτών, σου έρχονται στο μυαλό εικόνες από το μέλλον. Φαντάσου πχ τις ασώματες κεφαλές στα δελτία ειδήσεων να μιλάνε για τον αυταρχικό δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του κουκουέ και την αρχή του ενός ανδρός –ή της σιδηράς κυρίας παλιότερα. Εξάλλου και οι χρυσαυγίτες γγ δεν έχουν;

Σκέψου να συλλαμβάνουν συντρόφους, να διεξάγουν έρευνα στα σπίτια τους και να βρίσκουν φρικιαστικά επιβαρυντικά στοιχεία: άδεια μπουκάλια μπύρας, επιφάνειες εργασίας υπολογιστών με την κόκκινη σημαία στο ράιχσταγκ, αφίσες του ζαχαριάδη, ημερολόγια με αντάρτες. Και προπαντός το μουστάκι του στάλιν και έναν τόμο από τα άπαντά του. Κι αντί για λούτρινες τίγρεις, αρκουδάκια με το μίσα από τους ολυμπιακούς της μόσχας, που είναι η μασκότ του ολοκληρωτισμού. Και άντε να εξηγήσεις μετά στις ανακριτικές αρχές πως εμείς δε δεχόμαστε τον όρο «σταλινικός» και δεν το θεωρούμε επιστημονικό, χωρίς να φανεί πως τα διπλώνεις κι αποτάσσεις τις ιδέες σου.

{Σαν τους χρυσαυγίτες παλικαράδες της φακής, που από τη μια μιλάνε για πολιτικές διώξεις κι από την άλλη απαρνούνται στην ανάκριση όλες τις βασικές πολιτικές τους αρχές. Και αν τους είχαν φέρει να υπογράψουν μια δήλωση μετανοίας-φρονημάτων, θα το έκαναν με ευχαρίστηση, προκειμένου να ξαναβγούν έξω και να αρχίσουν τα ίδια –με χαλινάρι έστω. ‘Απεταξάμην τον εθνικοσοσιαλισμό’. Και βασικά το δεύτερο συνθετικό, γιατί τώρα δεν υπάρχει σοβιετική ένωση και ισχυρό εργατικό κίνημα για να χρειάζεται να χρησιμοποιούν τέτοια ορολογία και να θολώνουν τα νερά.

Κι έχεις το φιλελφασίστα τζήμερο να σου λέει πως κομμουνισμός κι εθνικοσοσιαλισμός είναι πρώτα ξαδερφάκια, ξεχνώντας πως ο ίδιος έχει στενότερο βαθμό συγγένειας κι ότι η αστική δημοκρατία κι ο φασισμός είναι δίδυμα αδερφάκια (κατά την περίφημη αποστροφή του στάλιν) και ας μη μοιάζουν πάντα στην εξωτερική εμφάνιση. Κλείνει η παρένθεση}.

Αν ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος αναγκάζεται αυτές τις μέρες να μιλά για ναζιστική συμμορία, για εμάς θα έχει ήδη έτοιμο από το παρελθόν τον όρο «κομμουνιστοσυμμορίτες» προσπαθώντας να ταυτίσει τον νέο κόσμο, το σοσιαλισμό, με τον υπόκοσμο. Εξάλλου κι οι χρυσαυγίτες δεν έλεγαν πως θέλουν να πάρουν τα όπλα για να βγουν στο βουνό; Ποινικοί οι χρυσαυγίτες (που δε διώκονται ως φασίστες), ποινικοί και οι εαμοβούλγαροι (που έδιναν παλιά αγώνα για να κρατούνται σε ξεχωριστή πτέρυγα. Γιατί αλίμονο αν μάθει να σκέφτεται πολιτικά ο κόσμος.

Φαντάσου επίσης σφε αναγνώστη να παίρνουν μαρτυρίες-καταγγελίες από παλιά μέλη του κόμματος ή της οργάνωσης που ανένηψαν και είδαν το φως το αληθινό. Και τώρα δηλ να κάνεις μια ανθολογία με τα μαργαριτάρια που έχουν γράψει κατά καιρούς διάφοροι πρώην, θα μαζέψεις τερατουργήματα με τόσα λουλούδια που άνθισαν στον κήπο μας.

Δεν ξέρω αν οι κρατικές αρχές θυμηθούν και κάνα ειδικό διάταγμα περί κατασκοπίας για να το επαναφέρουν. Οι κομμουνιστές πάντως έχουν πικρή και πολύτιμη πείρα από την εφαρμογή τέτοιων νόμων και συμφωνιών κατά το παρελθόν. Η αμνηστία της βάρκιζας πχ εξαιρούσε τα εγκλήματα της κατοχικής περιόδου, για να τιμωρηθούν οι δωσίλογοι κι οι συνεργάτες των ναζί. Αλλά οι μόνοι που διώχθηκαν τελικά ήταν τα μέλη του κκε και του εαμ, τα οποία στέλνονταν μαζικά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ναι αλλά τώρα έχουμε άλλες εποχές, θα μου πεις. Σωστά. Τώρα είμαστε τελείως άοπλοι, χωρίς καν το φόβητρο του ελας. Και το αστικό μπλοκ δε θα χρειαστεί παρά μόνο το νομικό του οπλοστάσιο για να μας βάλει στο στόχαστρο και να μας τσακίσει.

Ο σαμαράς λέει πως δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τη βία σε καλή και κακή, την ίδια ώρα που η κυβέρνησή του ξεχωρίζει τον καλό (και νομοταγή) από τον κακό (και ακραίο) φασισμό. Και βασικά το καλό από το κακό άκρο. Και φαίνεται να έχει το γνώθι σαυτόν για τον πολιτικό του χώρο και τα στελέχη του, όταν λέει πως κάποιοι επιμένουν να φλερτάρουν πολιτικά με τα άκρα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ‘παραδοσιακή δεξιά’ προβάλλει τη θεωρία του διμέτωπου κατά των άκρων, που την πρωτοδίδαξαν οι παπατζήδες του κέντρου στις διάφορες εκδοχές του και τώρα την χρησιμοποιούν από κοινού με το πασόκ του βενιζέλου, πάντα ανερυθρίαστα και κατά των ερυθρών.
Κι η θεωρία αυτή έχει πλούσιο παρελθόν με διάφορα παραδείγματα. Ταύτιση του κκε με το λαος του καρατζαφέρη για την απόρριψη του σχεδίου ανάν. Με τη συντηρητική σκοτεινή δεξιά για την αρνητική στάση στα διάφορα ναρκονομοσχέδια. Με την ακροδεξιά και τους «ευρωσκεπτικιστές» για την εναντίωσή του στην εε και το ευρώ. Ταύτιση του στάλιν και του κομμουνισμού με τον χίτλερ και το φασισμό στο σχολείο, στο μάθημα της ιστορίας και πάει λέγοντας.

Η πιο εκλεπτυσμένη προπαγανδιστική δουλειά όμως δεν είναι να κατασκευάζεις απλά τη θεωρία, αλλά να διαμορφώνεις κατά το δοκούν και συμφέρον τα δύο άκρα και τα χαρακτηριστικά τους. Βαφτίζεις πχ άκρο τους διεφθαρμένους συνδικαλιστές που τα παίρνουν, τη γενιά του πολυτεχνείου  που βολεύτηκε, την κυβερνώσα αριστερά που νοιάζεται για τις καρέκλες και τα υπουργεία και τσουβαλιάζεις σε αυτό το καλούπι κάθε μορφή αμφισβήτησης του κυρίαρχου πλαισσίου. Εντάξει, σας ξέρουμε κι εσάς τους αριστερούς…

Ή παίρνεις μια προσωπικότητα σαν τον τσε γκεβάρα (μες στη βδομάδα ήταν κι η επέτειος της εκτέλεσής του από τα όργανα της cia) και την ερμηνεύεις πότε με το ένα και πότε με το άλλο ‘άκρο’. Ρομαντικός κι ουτοπικός επαναστάτης σήμερα (που πρέπει να μείνει στη σφαίρα των συμβόλων, ένα άπιαστο όνειρο, για να μη φθαρεί με την πεζή πραγματικότητα και τους σύγχρονους επιγόνους του). Αλλά στυγνός κι επικίνδυνος τρομοκράτης, όσο ήταν εν ζωή. Ή συμμορίτης επί το ελληνικότερο.

Ακραίες διακυμάνσεις μπορεί βρίσκει κανείς και στην κάλυψη του θέματος από τα μμε. Που αρχικά αντιμετώπισαν την υπόθεση με την ελαφρότητα του δαλιανίδη: για δες τι κάνει το μαχαίρι στα τυφλά, βρίσκει και πιάνει την καρδιά και την χαλά.


Κι από την άλλη έσπευσαν με αντιφασιστικό ζήλο και σοβαροφάνεια να καταδικάσουν το φασισμό και το μαχαίρι απ’ όπου κι αν προέρχεται και να κρατήσουμε μόνο τα τηλεοπτικά που δεν κόβουν πολύ παρά μόνο αλείφουν βούτυρο στο ψωμί της κυρίαρχης προπαγάνδας. Η πολιτική βάση του δικού τους αντιφασισμού δε θα μπορούσε παρά να είναι απολιτίκ –που κι αυτό πολιτική στάση είναι.

Πάρε για παράδειγμα τις εκπομπές του θεοδωράκη –που νοιάζεται πρωτίστως για την εικόνα του, για να περνά κάτω από αυτήν το όποιο ρηχό μήνυμα- και τις συνεντεύξεις που πήρε από την οικογένεια και τους φίλους του παύλου φύσσα. Όπου πρόβαλε σε πρώτο πλάνο μια δήλωση του πατέρα, του μαστρο-τάκη, πως «κανένα κόμμα δε νοιάζεται για τα συμφέροντα του εργάτη» κι ότι αυτός έχει ξεκόψει δεκαπέντε χρόνια τώρα από αυτά. Αλλά κι ένα μικρό απόσπασμα από κάποιο τραγούδι του φύσσα, που ρίμαρε κι αντιπαρέθετε τις επαναστάσεις με τις προσωπικές αντιστάσεις.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως:
α. το μαχαίρι του φασισμού δεν χτυπά μόνο ‘ακραίους’ και πολιτικά συνειδητοποιημένους.

Και β. είναι αναγκαίες οι μαζικές επαναστάσεις, ακριβώς για να μη μένουν μόνες και ανίσχυρες οι προσωπικές αντιστάσεις απέναντι στο φασισμό και το σύστημα που τον γεννά. Σαν την προσωπική αντίσταση του παύλου φύσσα..

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Η Χρυσή Αυγή πέθανε, ζήτω η Χρυσή Αυγή

Πηγαίνοντας πέρσι στο ιεκ του αμαρουσίου για κάτι αιτήσεις, η κε του μπλοκ έπεσε σε ένα αρκετά περίεργο θέαμα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι συνθήματα με  κόκκινη μπογιά, μαύρη αναρχίζουσα αισθητική, ναζιστικές υπογραφές-σύμβολα κι ένα απροσδιόριστο φαιο-κόκκινο μίγμα για περιεχόμενο.

‘Σκέψου δράσε για πατρίδα και σοσιαλισμό’ ή μη μένεις απαθής, ‘κάνε εθνικοεπαναστατική (sic) δράση’ και υπογραφή ‘ελλάς ή τέφρα’, ενώ ένα άλλο πρόσθετε ‘ο εθνικισμός μας είναι ο αντικαθεστωτικός αγώνας για την επανακατάληψη της πατρίδας μας’. Στην ίδια κατεύθυνση κινούταν και το σύνθημα ‘σπάσε τα δεσμά των εξαρτήσεων’ γιατί το ζήτημα της εξάρτησης μας συγκινεί όλους. Ένα άλλο υπογράμμιζε το αντικρατικό στίγμα λέγοντας πως ‘το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης’. Αλλά ερχόταν ως κερασάκι στην τούρτα το ‘από τη στιγμή που έχει κυριχθεί ο πόλεμος καμία ειρήνη δεν επιτινχάνεται προσποιώντας το αντίθετο’, όπου οι ανορθογραφίες και τα αδόκιμα ελληνικά τεκμηρίωναν τις χρυσαυγίτικες ρίζες. Κι η αυθόρμητη αντίδραση, μετά την αρχική αμηχανία, θα ήταν να βάλει κανείς τα γέλια με το φαιδρό της υπόθεσης, αν δεν είχαν δει τόσα τα μάτια μας τα τελευταία χρόνια.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά τις τελευταίες μέρες με αφορμή το κυνήγι διαδοχής της χρυσής αυγής και την παρουσίαση των πιθανών υποψηφίων από πολλά μμε, που αναλύουν στο κοινό κάθε υποψηφιότητα (μαύρος κρίνος, κτλ) για να το εξοικειώσουν. Η χρυσή αυγή πέθανε, ζήτω η χρυσή αυγή.

Ποιος θα είναι λοιπόν ο τυχερός που θα πάρει το στίγμα; Η εναπομείνασα σοβαρή χρυσή αυγή; Οι άλλες ναζιστικές οργανώσεις του περιθωρίου; Ο μάνος και ο καμμένος; Ο καμένος καρατζαφέρης που βγήκε από τη ναφθαλίνη, όπου μπήκε για να ξεπλύνει τη μνηνονιακή ρετσινιά; Ή μήπως ήρθε η ώρα να απορροφηθούν όλοι από τη μήτρα της μεγάλης δεξιάς του κυρίου; Φασίστες υπάρχουν πολλοί. Οι χρυσαυγίτες σκοτώνουν. Αυτή είναι η διαφορά.

Αρκεί να μην επιδίδονται οι νεοδημοκράτες βουλευτές σε γούτσου-γούτσου με τους χρυσαυγίτες συναδέλφους τους, όπως κατήγγειλε τις προάλλες στο μέγκα το σύμβολο της δημοκρατίας φωτεινή πιπιλή. Άλλο να τους έχεις συμμάχους στην κυβέρνηση εξάλλου και άλλο τα γούτσου-γούτσου. Οι πολιτικές ερωτοτροπίες πρέπει να σέβονται τα χρηστά κοινοβουλευτικά ήθη και να μη φτάνουν στα άκρα. Παραμένει το ερώτημα αν επιτρέπεται το φίκι-φίκι, τα γλωσσόφιλα και τα χρυσαυγίτικα προστυχόλογα. Κι αναμένουμε ένα ερωτικό εγχειρίδιο, τύπου κάμα σούτρα, με τις εγκεκριμένες στάσεις και πολιτικές συμπεριφορές.

Σε κάθε περίπτωση το αστικό πολιτικό σύστημα έχει πείρα και τους χρειάζεται όλους: σοβαρούς και ασόβαρους, ποινικούς και πολιτικούς, καλούς και ακραίους. Εξάλλου αν η χρυσή αυγή έχει τόσο στενή διασύνδεση με την αστυνομία, γιατί να μην παίξουμε και με τα δικά της μέλη το παιχνίδι του καλού και του κακού μπάτσου; Όπου ο πρώτος θα είναι και δυνάμει κυβερνητικός εταίρος στο άμεσο μέλλον.

Εν τω μεταξύ η κυβέρνηση εξακολουθεί να καλλιεργεί συστηματικά τη λογική της θεωρίας των δυο άκρων. Όπου δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει κανείς περισσότερα ψέματα σε τόσο λίγες λέξεις.
Αφενός γιατί δεν είναι θεωρία, αλλά πολιτικά πρακτική, μελετημένη και έξυπνα επεξεργασμένη. Αφετέρου γιατί δεν υφίστανται άκρα με αυτή την έννοια. Οι κομμουνιστές δεν είναι το αριστερό άκρο του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά φορείς μια εντελώς διαφορετικής εναλλακτικής. Κι ο φασισμός δεν αποτελεί κάποιου είδους παρέκκλιση αλλά συνέχεια με άλλα μέσα της ουσίας της αστικής δημοκρατίας, ως μορφής δικτατορίας του κεφαλαίου.

Αφετρίτου δεν είναι καν δύο, αλλά ένα και μοναδικό το άκρο που έχει μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Κι έσπευσε, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, να το προσδιορίσει πολιτικά ο σαμαράς στις δηλώσεις του από το άλλο άκρο του ατλαντικού: όσοι έχουν αντιρρήσεις με την πρόσδεση της χώρας στην εε και το νατο. Με άλλα λόγια με τη συμμετοχή της ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Στην ουσία δηλ μας φωτογραφίζει. Αλλά πιο πολύ κι από το να μας κατονομάσει, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να οριοθετήσει πολιτικά το «άκρο» που μπαίνει στο στόχαστρο. Η αστική τάξη δε θα είχε κανένα πρόβλημα να δεχτεί –ακόμα και στην κυβέρνηση σε κάποιες περιπτώσεις- ένα κατ’ όνομα κομμουνιστικό κόμμα, που δε θα έβαζε τέτοιους στόχους και θα είχε απολέσει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά.

Σε άλλες χώρες με σοσιαλιστικό παρελθόν, οι αστικές τάξεις διώκουν ακόμα και τα κομμουνιστικά σύμβολα ή την ονομασία, γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά τη λειτουργία τους στη συλλογική μνήμη των λαών. Στις βαλτικές δημοκρατίες ακολουθείται επισήμως η θεωρία των δύο άκρων και το τσουβάλιασμα κομμουνισμού και φασισμού κάτω από την ταμπέλα του ολοκληρωτισμού, σύμφωνα και με το επίσημο δόγμα της εε, που καθιέρωσε ως ειδική μέρα (κατά του ολοκληρωτισμού) την επέτειο της υπογραφής του συμφώνου μολότοφ-ρίμπεντροπ.
Αλλά η θεωρία διαφέρει κάπως από την πράξη. Και κατά την εφαρμογή της οι αρχές διώκουν δικαστικά τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, που τσάκισαν το φασισμό και βραβεύουν ως ‘εθνικόφρονες’ τους συνεργάτες των ναζί.

Στην πραγματική ζωή βέβαια τα άκρα στην κοινωνία τα καθορίζουν οι ίδιες οι αντιθέσεις της και αυτές δεν μπορεί παρά να έχουν ταξικό πρόσημο. Η θεωρία των (πολιτικών) άκρων σκεπάζει επιμελώς τις ταξικές αντιθέσεις που σκίζουν τον κοινωνικό ιστό κι απευθύνεται στον παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο, τον μονίμως μέτριο και πάντα μετρημένο, τον γνωστό χυλό του ‘μεσαίου χώρου’. Που καλείται να καταδικάσει με αποτροπιασμό τη βία από όπου κι αν προέρχεται –εκτός και αν είναι (παρα)κρατική- και τους ακραίους (και τι άλλο είναι αν όχι ακραία η ταξική πάλη;). Και να παραμείνει φιλήσυχος στην άκρη, ευμενώς ουδέτερος προς την υπάρχουσα κατάσταση και το ήδη κυρίαρχο κοινωνικό ‘άκρο’.

Με άλλα λόγια καλείται να γίνει μια κωλοτρυπίδα, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο στρατολάτης στο εκλαϊκευτικό του σκαρίφημα για τη θεωρία των δύο άκρων. Κι αν η γνωστή φράση λέει πως οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες, γιατί ο καθένας μας έχει από μία, εδώ ο πραγματικός στόχος είναι να έχει ο καθένας μας απόψεις του κώλου, που δείχνουν τι σκατά κουβαλάμε στο κεφάλι μας. Ή μάλλον να μην έχουμε καμία άποψη και να υιοθετούμε αυτήν της κοινής γνώμης, όπως διαμορφώνεται από τους κυρίαρχους και έτσι όλες οι απόψεις να μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους.
Κάλλιο ακρίτας, παρά με ακρωτηριασμένη συνείδηση.

Αυτή τη θεωρία του κυρ-παντελή την είχε συνοψίσει πολύ καλά ο χρυσόδουλος σε εκείνη την περίφημη δήλωσή του για τη δραστηριότητά του στα χρόνια της χούντας: εγώ διάβαζα τότε. Το δικό του παράδειγμα ακολούθησε κι ο επικεφαλής της ακροδεξιάς του κυρίου για τη νύχτα της δολοφονίας του παύλου φύσσα, λέγοντας: εγώ κοιμόμουν.
Κοιμήσου εσύ κι η τύχη σου δουλεύει. Φροντίζει για αυτό η τυφλή κι ανεξάρτητη ελληνική δικαιοσύνη. Πώς να μην της έχει μετά τυφλή (κι ανεξάρτητη) εμπιστοσύνη ο αλέξης…

Αυτό δεν εμπόδισε σε τίποτα βέβαια το μιχαλολιάκο να δώσει το προσωπικό του σόου κατά τη μεταφορά του στον κορυδαλλό, όπου φώναζε «νταηλίκι, νταηλίκι..!» υπονοώντας πως είναι άδικη η προφυλάκισή του. Κι όντως νταηλίκι είναι, αλλά από ποιον σε ποιον; Στους βουλευτές της οργάνωσής του, που ξεκίνησαν τους ίδιους ακριβώς ψευτοτσαμπουκάδες με το που βγήκαν απ’ την ευελπίδων; Στους αρχινταήδες της οργανωμένης θρασυδειλίας; Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Εκτός κι αν αναφερόταν στη σύγκριση του «ερασιτεχνικού» παρακρατικού νταή με το κράτος-νταβατζή, και νιώθει ριγμένος.

Πάντως τα μέλη και τα στελέχη της χρυσής αυγής απέδειξαν στην πρώτη στραβή από τι σπάνια πάστα είναι φτιαγμένοι. Τα μεν πρώτα χωρίς αστυνομική προστασία και άμεσο υλικό συμφέρον είναι ανίκανα να οργανώσουν μια μαζική συγκέντρωση αλληλεγγύης για τον αρχηγό τους και χάνουν την πίστη τους στα… ιδανικά της οργάνωσης.

Ένστολοι οπαδοί της ΧΑ συμπαραστέκονται στον αρχηγό έξω από την Ευελπίδων 
Ενώ οι δεύτεροι πέφτουν από τα σύννεφα –μαζί με τον αντίφα πρετεντέρη- με τις αποκαλύψεις για την οργάνωσή τους και μιμούνται εκείνη την εικόνα με τα τρία μαϊμουδάκια: δε μίλησα, δεν είδα, δεν άκουσα.
Δεν είμαι ο επιχειρησιακός αρχηγός, δεν είμαι ναζί, δεν τον κλώτσησα μόνος του έπεσε, απλά έχω τις σάλπιγγες της ιεριχούς στις αμυγδαλές μου και έπεσε από το ηχητικό κύμα, δεν είναι ναζιστικός αλλά αρχαιοελληνικός χαιρετισμός, δεν ήξερα πως έχουμε καταστατικό στην οργάνωση, δεν υποστηρίζουμε τη βία, δεν έχω ξαναδεί στη ζωή  μου το ρουπακιά, δεν ήταν μέλος της οργάνωσης, δεν είχα τηλεφωνική επαφή με τον πατέλη, δεν, δεν, δεν…
Πάντα λεβέντες, που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους..

Σε αντίθεση με τους… ακραίους, οι τηλεοπτικοί εκπρόσωποι του κέντρου έχουν μεγάλη ρέντα. Ο σκανδαλίδης διέκοψε σε ένα πάνελ τον γκιόκα που έλεγε ότι η εσσδ τσάκισε επί στάλιν το φασισμό, για να πει ότι αυτός είναι με τον τρότσκι! Ενώ χτες στην ανατροπή του πρετεντέρη (ο μάκης βορίδης απουσιάζει εκτάκτως) ο μαργαρίτης της δημαρ θυμήθηκε ότι ο φασισμός δεν πέφτει μόνο με τα λόγια, αλλά και με τον κόκκινο στρατιώτη που έβαλε τη σημαία στο ράιχσταγκ.


Άλαλα τα χείλη των ασεβών…

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Στα άκρα

Εάν μιλάμε για τη θεωρία των άκρων υπάρχουν πολλοί τρόποι και τεχνικές να τη δέσεις.

Υπάρχει πχ το ιστορικό προηγούμενο της περεστρόικα, που για να την προωθήσει ο γκόρμπι χρησιμοποίησε έντεχνα την πίεση των ανοιχτών οπαδών της παλινόρθωσης (τύπου γέλτσιν και γιάκοβλεφ), βαφτίζοντας συντηρητικό το αντίπαλο μπλοκ, για να βγει στον αφρό ο ίδιος, ως ο συνετός ηγέτης κι ο εγγυητής της ενότητας και της πορείας της ένωσης, ο οποίος ορθώνεται πάνω από τις αντιθέσεις και κρατά σταθερά το τιμόνι, μολονότι βάλλεται πανταχόθεν. Παράλληλα το επιτελείο του κατάφερε μια τέλεια αντιστροφή των κλασικών όρων της πολιτικής γεωγραφίας, παρουσιάζοντας ως αριστερούς εξτρεμιστές τις αστικές δυνάμεις που ήθελαν άμεσες και γρήγορες αλλαγές, επιταχύνοντας τη διαδικασία της περεστρόικα, και ως συντηρητικούς οπαδούς της (μπρεζνιεφικής) στασιμότητας, όσους έβλεπαν πού πάει το πράγμα και πρόβαλλαν κάποια αντίσταση.

Όλα αυτά σε μια εποχή πλήρους ιδεολογικής σύγχυσης, που έχαναν οι λέξεις το νόημά τους κι οι κομμουνιστές τη μαμά πατρίδα της εσσδ. Και με ένα δίπολο που πέρα από πλήρως αντεστραμμένο –με το κεφάλι κάτω, που θα έλεγαν κι οι κλασικοί- ήταν κι εν μέρει φτιαχτό, καθώς η περεστρόικα είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, κι οι διάφορες απόψεις για το «πολιτικό μίγμα» και τους ρυθμούς εφαρμογής της (βλέπε περίπτωση λιγκατσόφ) δεν αντανακλούσαν σημαντικές διαφωνίες ως προς την ουσία της.

Με αυτή την έννοια η περίπτωση γκορμπατσόφ θυμίζει σε πολλά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τα ψεύτικα διλήμματα που κατασκευάζει: ευρώ ή δραχμή, μνημόνιο ή σύριζα, κτλ. Κατά πρώτον γιατί κι εδώ υπάρχει (αντί του γέλτσιν) η χρυσή αυγή ως πολιτικός λαγός μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης, ο οποίος λειτουργεί και τροχιοδεικτικά για τις επόμενες κινήσεις της. Το «σώφρον κέντρο» κηρύσσει διμέτωπο ενάντια σε δεξιό κι αριστερό ολοκληρωτισμό, ενώ αθωώνει τον πρώτο, συγκλίνοντας στην πράξη μαζί του. Η αφηρημένη καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται είναι (εκτός από υποκριτική και) προληπτική, ενάντια στην επαναστατική βία που θα γκρεμίσει την αστική εξουσία και μόνο μία προέλευση μπορεί να ‘χει: εργατική και κομμουνιστική.

Κατά δεύτερον γιατί ο άλλος πόλος προβάλλεται με τρόπο και σε εκδοχές (αναρχική τρομοκρατία, αριστερός κυβερνητισμός) που δεν αποτελούν κάποια ουσιαστική εναλλακτική στην υπάρχουσα κατάσταση, αλλά την άλλη όψη του νομίσματος, που ασκεί πίεση στις συνεπείς ριζοσπαστικές δυνάμεις κι απειλεί να τις ενσωματώσει. Κι είναι κρίμα να βλέπεις έναν κόσμο που συμμετέχει στο κίνημα και τους αγώνες του να μη μπορεί να ξεχωρίσει δυο λογιών άχυρα, την αριστερά από την «αριστερά» (εντός εισαγωγικών και με την πολύ ευρεία έννοια), και να εγκλωβίζεται στους όρους των διλημμάτων που μας βάζουν.

Αυτή είναι μέσες άκρες η λογική του συστήματος κι είναι αλάνθαστη: να παίρνει μια κοινωνία που κάθε της κύτταρο διαπερνάται από ακραίες αντιθέσεις και να κατασκευάζει μια σειρά από άλλα υποτιθέμενα άκρα, που συσκοτίζουν τη βασική και κυρίαρχη αντίθεση. Κι εδώ ερχόμαστε σε μια δεύτερη πτυχή των διλημμάτων αυτού του τύπου, όπου το ένα άκρο νίβει το άλλο και τα δυο το σύστημα. Κι η τεχνητή πόλωση εγκλωβίζει λαϊκές συνειδήσεις, τόσο στην παραδοσιακή μορφή του δικομματισμού, όσο και σε πιο σύγχρονες εκδοχές διπολισμού.

Ένα σχήμα που βρίσκει εφαρμογή και ιστορικό προηγούμενο στην κυρίαρχη κομματική αφήγηση για τα δυο αλληλοτροφοδοτούμενα φραξιονιστικά κέντρα που έδρασαν στις γραμμές του τη διετία 89-91, την ίδια περίοδο που έμπαινε στην τελική της φάση κι η περεστρόικα του γκορμπατσόφ. Με τη συνήθη ανατροπή των όρων –κατά το σοβιετικό πρότυπο- και το διαχωρισμό σε δογματικούς κι ανανεωτικούς. Και με την ιδεολογική σύγχυση που προαναφέραμε ως προς τις έννοιες και το περιεχόμενό τους· τι είναι δεξιά και τι αριστερά (με συνέπεια να υπογράφει σήμερα στις εφημερίδες ως αριστερό εξτρεμάκη ένας οπαδός του κουβέλη και της κυβερνητικής δημάρ)· τι είναι συντήρηση και τι πρόοδος –γιατί όταν δεν έχεις στρατηγική για το πώς να κινηθεί η κοινωνία προς τα μπρος στο σοσιαλιστικό της μέλλον, η υπεράσπιση των κεκτημένων μοιάζει ρετρό και συντηρητική. Η αντίδραση δεν καταπολεμάται με σκέτη αντίδραση, αλλά με θετικά προσδιορισμένη δράση για ένα στρατηγικό στόχο.

Πέρα από τα παραπάνω όμως η λογική των άκρων πατάει στη «σύνεση» του κεντρισμού, της μικροαστικής μετριότητας, της νοοτροπίας «μη με ανακατώνετε» του νοικοκυραίου, του έντιμου κυρ-παντελή, που πιστεύει ότι μπορεί να μείνει ουδέτερος έξω από τον χορό, να ακινητοποιήσει τον τροχό της εξέλιξης στη μέση μιας πλαγιάς. Κι επειδή δεν αντέχει τα ζόρια της ανηφόρας, κατρακυλάει σε έναν κατήφορο δίχως πάτο, ενώ φαντασιώνεται μια πορεία από κορυφή σε κορυφή, χωρίς γείωση στα πραγματικά δεδομένα –η οποία έρχεται πάντα απότομα κι επώδυνα.

Το αιωνίως άχρωμο κέντρο που μένει πάντα στο περιθώριο των εξελίξεων και τις συμπληγάδες του συστήματος, που το βάζουν στη μέση σαν σάντουιτς και το συνθλίβουν. Και αυτό αναπτύσσει το ψυχολογικό σύνδρομο της στοκχόλμης, την αγάπη προς το μονοπωλιακό άκρο που το συντρίβει, την κρυφή επιθυμία να του μοιάσει και να μπει στη θέση του. Και την απέχθεια για το κάτω άκρο προς το οποίο οδηγείται και με το οποίο συμπίπτουν αντικειμενικά τα συμφέροντά του.
Αλλά οι μικροαστοί το βλέπουν με τρόμο, ως εικόνα από τα προσεχώς κι από το άμεσο μέλλον τους, και προτιμούν να στρουθοκαμηλίζουν πολιτικά, για να μην το σκέφτονται. Αποκτούν ακραία αντικοινωνική συμπεριφορά κι ακρωτηριασμένες συνειδήσεις. Ψάχνουν την ατομική λύση και διοχετεύουν τη συσσωρευμένη οργή τους σε extreme sports και λοιπά υποκατάστατα.

Αδυνατούν να βγάλουν μια άκρη και πολιτικά συμπεράσματα από τη συσσωρευμένη πείρα τους. Κι έτσι εμπιστεύονται πολιτικά την ασφάλεια του βιασμού τους. Αυτούς που προσπαθούν να τους χωρέσουν στο αταξικό καλούπι του μέσου πολίτη και της χειραγωγούμενης κοινής γνώμης. Τον φασισμό που θα ξεβρομίσει τον τόπο για πάρτη τους με την ανοχή ή και τη στήριξή τους.
Ή εναλλακτικά τη μικροαστική αριστερά με τις μεσοβέζικες πολιτικές, που θα κριτικάρει ακροθιγώς την αδικία, χωρίς να θίγει τα αίτια που τη γεννάνε. Θα τάσσεται κατά της ακραίας φτώχιας, διαιωνίζοντας τη μέση (φτώχια) που γενικεύεται και γίνεται καθολική. Θα προσπαθεί να συνταιριάξει τα ασυμβίβαστα και να τους ικανοποιήσει όλους, ώστε να μην υπάρχουν πια άκρα, απεργίες, ταξική πάλη κι άλλες τέτοιες ακραίες δυσάρεστες καταστάσεις που απειλούν τη γαλήνη του μικροαστού. Θα καταδικάζει μετριοπαθώς τις εξαλλοσύνες στα λιμάνια και τις ακρότητες στην ακρόπολη.

Μέχρι που τα άκρα να μετατραπούν διαλεκτικά στο αντίθετό τους. Η ακραία απάθεια μετατρέπεται σε αγωνιστική επαναστατική ανυπομονησία που απαιτεί λύσεις εδώ και τώρα (ή ένα απάνεμο ακρωτήρι να στεγάσει την κοινοβιακή της νησίδα) κι από αυτό περνάει πολύ γρήγορα στην απογοήτευση, για να επιστρέψει στην απάθεια. Ένα όπου φυσάει ο άνεμος (οφα), που έγινε προσωρινά θύελλα και μετά ανεμομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, που τα μάζεψε ο αγέρας και τα σκόρπισε ο βοριάς, ενώ ψάχνει αντιανεμικό μέτωπο ενάντια στο σαρωτικό αέρα της αλλαγής.

Σήμερα όμως έχουμε πόλεμο, ταξικό κι αμείλικτο. Και είναι άκρως ανόητο να πιστεύει κανείς πως μπορεί να μείνει στη μέση ουδέτερος, για να μην πέσουν τα άκρα και τον πλακώσουν. Κι αν τελικά δε μοιραστεί τον αγώνα μας, θα μοιραστεί την ήττα μας…

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς