Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οργάνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οργάνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Και τούτος ο Σεπτέμβριος τη λευτεριά θα φέρει

Υποταγή ή αντεπίθεση; Σουβλάκι ή λουκάνικο; Λουκουμάδες με μέλι ή με σοκολάτα; Νεανική ή λαϊκή σκηνή; Χειμερινοί κολυμβητές ή Πέγκι Ζήνα στη ΔΕΘ;
Αυτά είναι μερικά από τα πραγματικά διλήμματα της ζωής, με τα οποία σε φέρνει αντιμέτωπο του Φεστιβάλ της οργάνωσης.

Όπως έχει αναλυθεί από τους κλασικούς, η δεύτερη μέρα του Φεστιβάλ έχει μεταβατικό χαρακτήρα, χωρίς τον ενθουσιασμό της πρώτης ημέρας και τη γλυκιά μελαγχολία (λίγο πριν την κορύφωση) της τελευταίας. Κάτι που μας δίνει την ευκαιρία για μια αναλυτική περιγραφή του χώρου, που θα ζήλευε κι ο μαιτρ του είδους, Δημήτρης Χατζηγεωργίου.

So, first of all. Η οργάνωση χρησιμοποιεί τη μεγαλύτερη έκταση του στρατοπέδου Παύλου Μελά, αλλά υπάρχει κι άλλος χώρος, που φιλοξενεί κάθε Ιούνη τις Αναιρέσεις. Γιατί, όπως (δε) συμφώνησε και η λαϊκή πτέρυγα του (πάλαι ποτέ) αριστερισμού, το εξωκοινοβούλιο, ακόμα και όταν αντιγράφει μια δική μας ιδέα (της μετακίνησης), πρέπει να βρίσκει πάντα μια λεπτομέρεια για να διαφοροποιηθεί.

Υπάρχουν δύο είσοδοι στο χώρο. Μία από την πλευρά της λαϊκής σκηνής κι η βασική από τη Λαγκαδά, που είναι κρυμμένη πίσω από ένα λόχο καντίνες (εκτός από την Πέμπτη, που προτίμησαν την Τούμπα Λίμπρε). Κι όπου χτες πρέπει να ήταν περιφρούρηση το Γκεκούδι ή μάλλον ο γιος του (ο γιος του Γκέκα, ο γιος του γιου του Γκέκα, που έλεγε κι ένα κείμενο στη Γλώσσα μας, στο δημοτικό). Αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος από τις φωτογραφίες. Ενώ ακριβώς μετά την είσοδο, δίπλα στα σουβλάκια (που είναι στρατηγική θέση) ήταν ο Απέθαντος, που είναι ο πλέον πρόσφατος κρίκος στην αλυσίδα της bloggerομάνας Θεσσαλονίκης.

Αν αγνοήσεις τις καντίνες και τα σουβλάκια, ακολουθώντας τη μυρωδιά από τους λουκουμάδες, όλο ευθεία κι αριστερά, περνάς από μια σειρά ενδιάμεσους σταθμούς -που δεν μπορούν να ταυτιστούν με τα στάδια, παρά το μεταβατικό χαρακτήρα της ανάρτησης και της ημέρας.

Αρχικά, ο γραφικός πάγκος με τις φατσούλες των κλασικών σε διάφορες εκδοχές: αφίσες, μπρελόκ, μπλουζάκια και ποτήρια-κούπες. Που αν είχαν και κάποιο τσιτάτο, θα ταίριαζε γάντι και το ρεφραίν: θα σπάσω κούπες, με τα λόγια που 'πες. Κι όπου όσοι ντρέπονται ή νιώθουν ότι παλιμπαιδίζουν, λένε πως δεν είναι αυτό που νομίζεις και ότι παίρνουν δωράκι για κάποιον άλλο κι όχι στον εαυτό τους.

Στον πάγκο της Σύγχρονης Εποχής, με τη φρέσκια ΚΟΜΕΠ (και την ανανέωση των συνδρομών, που προσφέρει κι ένα βιβλίο δώρο), τη διαφορά την έκανε μια καινούρια έκδοση, που δεν ήταν δική μας, με τον προλεκάλτ τίτλο: μπαμπά γιατί οι κομμουνιστές δε συμμετέχουν σε αστικές κυβερνήσεις; Όπου ο συγγραφέας (που όπως καταλαβαίνει κανείς από το βιογραφικό του, δεν έχει δώσει βιογραφικό στο κόμμα, αλλά είναι γερή, κομμουνίζουσα επιρροή) εξηγεί με απλά επιχειρήματα διάφορα ζητήματα, όπως θα το έκανε στη μικρή του κόρη. Και πείστηκε να προχωρήσει στην αυτοέκδοσή του, μετά από παρότρυνση όσων σφων και συναγωνιστών διάβασαν τις σημειώσεις του, σε μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου.

Στο περίπτερο του Αλφειού, μπορούσε να βρει κανείς μεταξύ άλλων το τελευταίο τεύχος του HUMBA -που πρέπει δυστυχώς να ακρίβυνε- με εξώφυλλο τη σοβιετική ποδοσφαιρική ομάδα κι ένα ένθετο για τους Ολυμπιακούς του Ρίο. Κι αυτό έδωσε την αφορμή για μια γόνιμη, ποιοτική συζήτηση με διακεκριμένους νομικούς για την κάρτα φιλάθλου, το φακέλωμα και το υψηλό επίπεδο της Σούπερ Λιγκ, που συναρπάζει τα πλήθη.

Στα δεξιά ήταν ο παιδότοπος, που είχε και τραπεζάκι του πινγκ-πονγκ, κι όταν βάλει και air-hockey (ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το πράγμα) δε θα ξεκολλάν λεπτό από εκεί τα παιδιά κάθε ηλικίας. Άσε που ακούσαμε, στα πλαίσια μιας παιδικής παράστασης, λίγες νότες από το Eye of the tiger. Και όπως είπε σκωπτικά ο Sniper, αυτό ήταν ό,τι πιο ροκ θα ακούγαμε στο Φεστιβάλ.
Όχι ρε, αφού ήταν κι οι Μπλε...

Στο βάθος ήταν το μαθητικό στέκι και το παιχνίδι ερωτήσεων-κουίζ, προσαρμοσμένο στη θεματική κατηγορία "ναρκωτικά" -γι' αυτό δεν είχε καμία ερώτηση από το Κομμουν-τρίβιαλ. Είχε όμως αυτήν την ερώτηση:
Ποια νεολαία ανέλαβε πρώτη δράση ενάντια στα ναρκωτικά;
Α. η νεολαία ΣΥΡΙΖΑ       Β. η ΟΚΝΕ (πρόδρομος της ΚΝΕ)       Γ. η νεολαία ΠΑΣΟΚ
που λύγισε και τους πιο δυνατούς παίκτες με τη δυσκολία της. Πραγματική σπαζοκεφαλιά.
Κι άλλη μία, όπου η παρουσιάστρια χρειάστηκε βοήθεια, για να διαβάσει σωστά την "αλόε βέρα" και τα... "νουφάρα", γιατί δεν είχαν τόνο.

Λίγο αργότερα, ο προτζέκτορας στο χώρο έπαιζε ένα βιντεάκι για τα αναβολικά στον αθλητισμό και τη Φλόρες Γκρίφιθ Τζόινερ, που έζησε λιγότερο από τα ρεκόρ της και είχε τόσο μακριά νύχια, για να... Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι όμως ήταν οι εκθέσεις για τα 70χρονα του ΔΣΕ και για τους αλύγιστους της ταξικής πάλης (στις φυλακές και τους τόπους εξορίας-βασανιστηρίων), με τα πολύ ενδιαφέροντα εκθέματα, τα προσεγμένα ταμπλό και τους καλά διαβασμένους συντρόφους, που προσφέρονταν να σε ξεναγήσουν στο χώρο. Αλλά στην έκθεση για το ΔΣΕ, έπρεπε να (μπορείς να) διαβάζεις τα χείλη των σφων, λόγω της δυνατής μουσικής κι έτσι επικεντρώσαμε στην άλλη. Όπου μεταξύ πολλών και συγκλονιστικών άλλων, μπορούσε να διαβάσει κανείς λεπτομέρειες για τα εξής:

-τα στιχάκια που ενέπνευσαν τον τίτλο της ανάρτησης
υπομονή κι υπομονή, καρτέρει και καρτέρει
και τούτος ο Σεπτέμβριος τη λευτεριά θα φέρει
-τα επαναστατικά μακεδονικά τραγούδια που έλεγε η Μίρκα Γκίνοβα ή αλλιώς Ειρήνη Γκίνη (η πρώτη γυναίκα που εκτέλεσαν οι μοναρχοφασίστες), καθώς οδηγούνταν στο απόσπασμα.
-τη μικρότερη πολιτική κρατούμενη, που ήταν μόλις 12μισι χρονών και δε μαρτυρούσε την παρέα της, για να μην περάσουν κι οι φίλοι-σύντροφοί της, όσα πέρασε κι η ίδια.
-την επιστολή δυο μικρών κοριτσιών στον εξόριστο πατέρα τους, όπου του εξιστορούσαν τα βάσανά τους και τον ρωτούσαν πού είναι αυτή η Γυάρος και δεν μπορεί να έρθει...
-το άτυπο πανεπιστήμιο των κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, όπου υπήρχε ολόκληρο πρόγραμμα σπουδών -σαν κι αυτό που θα ξεκινήσει σε λίγο καιρό στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα.
-το κασετοφωνάκι του Χαρίλαου, που κατέγραψε και διέσωσε κάποιες σπάνιες, μουσικές συνθέσεις. Και την κατάσταση που βίωσαν οι εξόριστοι της χούντας, έχοντας να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τους διώκτες τους, αλλά τη διάσπαση του κόμματος και τη διαλυτική δράση του οπορτουνισμού, που δυσκόλευε ακόμα και την ενιαία υλοποίηση κάποιων συλλογικών αποφάσεων-διαμαρτυριών των κρατούμενων του στρατοπέδου.

Ας κρατήσουμε μερικές πινελιές για το αυριανό σημείωμα, για να πούμε κάποια πράγματα και για το χτεσινό πρόγραμμα. Που αυτή τη φορά ήταν χορταστικό και κράτησε τουλάχιστον ως τις τρεις που φύγαμε. Και ο κόσμος που ήρθε ήταν σαφώς περισσότερος, χωρίς να πλησιάσει πάντως το ιστορικό υψηλό άλλων βραδιών-χρονιών. Κι όπως τον έβλεπες από μακριά στο χώρο της κεντρικής σκηνής, υπήρχε ένας σχηματικός διαχωρισμός: αυτοί που κάθονταν προς τη σκηνή, και αυτοί που κάθονταν προς τη ταβέρνα. Η αντίθεση μεταξύ πνευματικής και συμβατικής τροφής (αν και μόνο συμβατικοί δεν ήταν φέτος οι λουκουμάδες και τα σουβλάκια). Κι ανάμεσά τους το κενό, σαν κι αυτό που νιώθει στην κοιλιά του ο σφος Οβελίξ και πρέπει να το γεμίσει, γιατί νηστικό αρκούδι δε χορεύει.

Αλλά όταν βγήκε η Γλυκερία, χόρεψε όλος ο ντουνιάς. Κι είχε γούστο να την ακούς να λέει "δικό σας..." και ο λαός από κάτω να συμπληρώνει "κανείς εδώ δεν τραγουδά, κανένας δε χορεύει", ενώ χόρευαν και τραγουδούσαν όλοι. Κι η Γλυκερία -που το 'χει γενικά- μπορούσε να τους χορεύει ως το πρωί.

Στη νεανική-μαθητική σκηνή ήταν οι Kazoo, που δεν είναι καν (Βασίλης) Καζούλης. Και δεν είπαν τη Φανή, αλλά ένα μεταμοντέρνο κράμα σκα με ικαριώτικα και ζωναράδικα. Ενώ σε κάποια φάση, σήκωσαν και τα χέρια σε στιλ Ρίκι Μάρτιν, αλέ-αλέ-αλέ (και όλα αυτά, μες σε δέκα λεπτά). Αλλά η πραγματική είδηση ήταν πως η μπλε τύπισσα δεν ήταν παν-σεληνιασμένη ως συνήθως κι αρκέστηκε σε ένα σχόλιο "ακόμα χούντα έχουμε" και μερικά κρύα αστεία ανάμεσα στα τραγούδια. Αλλά δεν είμαι σίγουρους αν αυτό ανακούφισε ή απογοήτευσε τους φανατικούς της θαυμαστές.

Στη λαϊκή σκηνή, οι χειμερινοί κολυμβητές προβληματίστηκαν από τον ανταγωνισμό που είχαν από την Πέγκι Ζήνα στη ΔΕΘ. Και τους διαδέχτηκε ο Αγάθωνας, που ήταν ορεξάτος και κουρδισμένος να το πάει ως την ανατολή του ήλιου.

Πιο πριν, ήταν η συζήτηση με Ζαριανόπουλο και Σιδηρόπουλο, που (για την οικονομία του χρόνου) δεν είχε συζήτηση με το κοινό και (για την οικονομία του χώρου) δε θα την αναπαραγάγω, έστω στα βασικά της σημεία. Όπως είπε εξάλλου ο Ζαριά, είναι αρκετά δύσκολο να συμπυκνώσεις σε μια παρέμβαση όλη την επικαιρότητα. Άλλο αν έκανε αυτό ακριβώς στη συνέχεια, πιάνοντας από τους σεισμούς της Ιταλίας, μέχρι την (αλληλ)εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Στα αξιοσημείωτα, συμπεριλαμβάνω τα αεροπλάνα, που έπιαναν διάδρομο ακριβώς από πάνω μας για να προσγειωθούν στο Μακεδονία, και πετούσαν τόσο χαμηλά, που προς στιγμήν νόμιζα πως ήταν δικά μας drone. Αλλά τελικά όχι, δεν έχει εξελιχθεί ακόμα τόσο πολύ το αεροπλανάκι της ΕΤΕ.
Και το έντονο λαϊκό στοιχείο, με την έκδηλη παρουσία, όπως φαίνεται κι από το παρακάτω στιγμιότυπο με την γκλίτσα, που απαθανάτισε η μοβομαλλούσα σφισσα (που σε αντίθεση όμως με τον Ντένις Ρόντμαν δεν έχει επισκεφτεί ακόμα τη ΛΔ της Κορέας).


Σήμερα πάμε για γκρανκινιολικό, χιτσκοκικό φινάλε, όπως θα έλεγε κι ο Δημήτρης, καθώς υπάρχουν τρία ζητήματα προς αντιμετώπιση.
-Η απεργία των αστικών λεωφορείων (που είναι ίσως οξύμωρο να λέγονται αστικά, εφόσον μετα-φέρουν το λαό), με το κόμμα να βάζει λεωφορεία σε κάθε περιοχή.
-Η φήμη ότι αρρώστησε ο Μαργαρίτης, που παίζει σήμερα στη λαϊκή. Έχουμε βέβαια κι άλλο Μάργκαρετ να βάλουμε στη θέση του, αλλά δεν ξέρω αν είναι καλλίφωνος και τι ρεπερτόριο έχει.
Και ο Φίλιππος Πλιάτσικας... Που δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα.

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Πέμπτη - το νέο Σάββατο

Δεν ξέρω ποιος έβγαλε το συμπέρασμα ότι η Πέμπτη είναι το νέο Σάββατο, αλλά σίγουρα δεν είχε υπόψη του το Φεστιβάλ της οργάνωσης. Όπου ο εργαζόμενος λαός φεύγει πριν από τα μεσάνυχτα, χωρίς γοβάκι, για να μη γίνει κολοκύθα, και βασικά γιατί έχει πρωινό ξύπνημα. Είναι σαν εκείνο το παιδικό τραγουδάκι με τα Στρουμφάκια, που λέει "την Πέμπτη δεν κρατιέμαι...", υπονοώντας την προσμονή για το Φεστιβάλ, που φουντώνει. Έλα όμως που... "Παρασκευή πρωί, λα-λα-λα-λα-λα, λα-λα,..", που είναι σαν να πέφτουν αποσιωπητικά. Ακόμα κι αν το πεις με βαριά, σαλονικιώτικη προφορά το "λα-λα-λα" και πας χαλαρά με ένα μπουγατσάν στο χέρι ή τους λουκουμάδες του Φεστιβάλ που (και) φέτος ήταν πολύ ωραίοι, δεν αλλάζει το νόημα κι όλοι ξέρουν τι αποσιωπάται: η βαρβαρότητα του συστήματος της εκμετάλλευσης και του πρωινού ξυπνήματος.

Όχι λοιπόν, η Πέμπτη δεν είναι το νέο Σάββατο. Γιατί την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς, θα γίνεται παλλαϊκό προσκύνημα (ου μην και παλλαϊκό κράτος) και δε θα βρίσκεις μέρος να σταθείς και καρεκλοπόδαρο να ακουμπήσεις. Ενώ τώρα υπάρχει σχετική άπλα και λιγοστές ουρές, που μπορεί να φαίνονται κάπως κρύες, αλλά σίγουρα θα τις νοσταλγήσεις τις επόμενες μέρες, δηλ σήμερα κι αύριο. Καθώς (υπάρχει) και η ηθική δέσμευση στα περιβάλλοντα σπίτια και τις λαϊκές δυτικές συνοικίες (όχι το συγκρότημα) κι εργατογειτονιές πως δε θα τους ξενυχτήσουμε με τη φασαρία και θα τελειώσουμε κάπως νωρίτερα.
Μόνο που νωρίς από νωρίτερα διαφέρει...

Κνε μου αρρώστια, Κνε αδυναμία
Φεστιβάλ δεν τέλειωσε ποτέ κανείς στη μία...

Για την ακρίβεια, στη μία και μισή, οπότε είχαν τελειώσει τα πάντα. Κι έμεινε μόνο το κουβανέζικο μπαρ, Τούμπα λίμπρε και καρδιτσιώτικα κοκτέιλ, όπου ο μη αστικός μύθος λέει πως πέρυσι, κάποια στιγμή, προς τα ξημερώματα, είχε παίξει και Παντελίδη! Αλλά σύντομα έσβησαν κι εκεί τα φώτα και το επόμενο βήμα (για να μας διώξουν) θα ήταν να παίξει πχ ο σοβιετικός ύμνος και το σηματάκι της ΕΡΤ "καληνύχτα σας".
-Αύριο πάλι, δε θα είμαστε εδώ, που είχε πει μια φορά κι ο Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ. Θα είναι όμως άλλοι.

Μα μιάμιση ώρα; Είπαμε, έχει συμπυκνωθεί ο πολιτικός χρόνος, αλλά όχι κι έτσι...

Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπήρχε λαός (μέχρι τις 12 έστω). Μπορεί να μην είχαμε τον κόσμο που είχε η Τούμπα Λίμπρε χτες, αλλά το ΠΑΟΚ-Φιορεντίνα προσφερόταν για δημιουργικές υπερβολές και συνειρμούς με τα παλιά, αγαπημένα "Σπορ του Βορρά" του Μπούζα (πριν το γυρίσουν κι αυτά σε ταμπλόιντ σχήμα και κλείσουν) που φούσκωναν πλήθη και γεγονότα, σα φαρίνα (Πέτρος) Γιώτης. Στις σελίδες τους ο λαός του Φεστιβάλ θα ήταν τουλάχιστον ίσα με αυτόν της Τούμπας (βάλε και τα διαρκείας και τους τζαμπατζήδες). Κι αυτός της Τούμπας, υλικό για επανάσταση, ίσα με το πλήθος της τρίτης μέρας στο πάρκο Τρίτση. Ενώ εμείς θα βγάζαμε γραμμή στον Ραπ(τόπουλο), λέγοντας "καλησπέρα από το κιτρινόμαυρο Παύλου Μελά" -αφού οι ΠΑΟΚτζήδες θα έβλεπαν μπάλα.

Στον απολογισμό της μέρας, η κε του μπλοκ κράτησε.
Την κίνηση στην Εγνατία (ελέω ποδοσφαιρικού αγώνα και ΔΕΘ) και το αστικό της Σταυρούπολης (27) που μας φέρνει πιο κοντά, μέχρι να γίνεις παστός.
Για σένα έχω κάνει κρατητήριο και σκότωσα για ένα εισιτήριο...

Την τιτοϊκή κονκάρδα ενός σφου, όπου ο Γιόζιπ Μπρος είναι φτυστός ο... (ας κρατήσουμε μέχρι αύριο το σασπένς, που θα υπάρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα).
Τη σφισσα με το μοβ φεγγάρι στα μαλλιά της (ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν δεν τα 'βαφες σαν Ρόντμαν, θα 'σαν όλα αληθινά.
Τις άθικτες ντάνες με τις καρέκλες, που θα εξαφανιστούν μέχρι να πεις "λυκοσυμμαχία" τις επόμενες μέρες. Δείτε τις, πριν τις κατεβάσουν...

Την επίσκεψη κλιμακίου συνιστώσας της Ανταρσυα, που κατέφτασε στην κορύφωση της βραδιάς, όταν είχε τελειώσει το πρόγραμμα, και δε χρειαζόταν να κόψεις εισιτήριο για να μπεις στο χώρο. Όχι πως δεν είχαν όμως, γιατί τα διακινούν -λέει- κι οι ίδιοι, ενωτικά, στο Χεμινγουέι, το στέκι τους στο κέντρο της πόλης, με τα φτηνά ποτά και τις (όχι και τόσο φτηνές) σπέσιαλ κρέπες.
Παρεμπιπτόντως, το ρούμι στο κουβανέζικο το είχαμε φέτος 4 ευρώ. Απλά το λέω, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα για τη διατίμηση του αλκοόλ και το μέτρο σύγκρισης στην αγορά. Ούτε γουλιά...

Το βαζιουλινικό σύνθημα "ούτε γουλιά (αλκοόλ)" που υιοθέτησε άθελά του ο Sniper, για να κρατήσει νηφάλια τη ΣΚΕΨΗ του, (όπως λέγεται και το όργανο των εμφιαλωμένων Κοκακολάδων, που είχαν και φέτος την τιμητική τους, με τα μπαλόνια τους). Ούτε γουλιά κι εδώ, μόνο Βίκος και ξερό ψωμί (συνοδεία για τα σουβλάκια).

Την ειρηνική συνύπαρξη με τη λαϊκή πτέρυγα του (πάλαι ποτέ) αριστερισμού, που προτιμά τα κλαρίνα από τη σκα κι άλλα μεταμοντέρνα ακούσματα, και γουστάρει οτιδήποτε λαϊκό -εκτός από τη λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία. Εκτός κι αν αγάπησαν αναδρομικά όλες τις επεξεργασίες του 15ου Συνεδρίου.

Τα θυελλώδικα χειροκροτήματα (ΟΥΡΑ κι ουρανομήκεις επιδοκιμασίες) στην εμφάνιση του Πετρολούκα Χαλκιά. Και το λογοπαίγνιο που έκανε το Λαϊκό Στρώμα -ανώτατο στάδιο του σεφερλισμού-παραγοντισμού- για τον ΠετροΛούκατς Χαλκιά (θυελλώδικα "ωχ θεέ μου" και παλάμες να καλύπτουν το πρόσωπο) και την ταξική συνείδηση, με φόντο το σύνθημα της λαϊκής σκηνής: για να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε...
Έλειπε μόνο ο Πέτρος Φιλιππίδης σε ρόλο μπάτσου να πει με στιλ Τσίπρα: σκασμός εγώ μιλάω...

Το πεντάλεπτο πέρασμα από τους Ιμάμ Μπαϊλντί, όπου η τραγουδίστρια μπαΐλντιζε το κοινό της στο μπλα-μπλα, μέχρι να τραγουδήσει λίγο και να το ξαναγυρίσει στο μιλητό.
Τη φεστιβαλική ανεμελιά, που δεν την αγγίζουν οι (άδικες) μπηχτές της μάνας Φύσσα κι οι κουτοπόνηρες ερωτήσεις ενός δεξιού Ναρίτη στο ΓΓ, για το ευρώ και τη Χρυσή Αυγή.

Και την απορία γιατί ο ΓΓ ήταν εδώ μέχρι χτες το πρωί, αλλά δεν παρέτεινε λίγο την παραμονή του, για να έρθει στο Φεστιβάλ, να φάει και να χορέψει στη λαϊκή. Γιατί εμείς στην ομήγυρη, μπορεί να ήμασταν αρκούντως εύσωμοι, τρεις τόνοι (σε κιλά) - μία πολιτική, και φαγανοί (τα σουβλάκια καλά, τα λουκάνικα αξιοπρεπή, αλλά τη διαφορά την έκαναν οι λουκουμάδες), από χορό όμως... βράχος ακούνητος ο Ντιμιτρόφ. Και δεν ξέρω αν αρκεί η φεστιβαλική ανεμελιά για να κερδίσουμε έξυπνα τιτιβίσματα και χολερικά σχόλια.

Το κακό πάντως με αυτές τις ευέλικτες στη σύνθεση, αλλά δυσκίνητες στο περιεχόμενο (σαν εξωκοινοβουλευτική ενότητα) παρέες είναι ότι κάνουν την ίδια βόλτα πάνω-κάτω σε ακτίνα μερικών μέτρων, συναντάνε ένα σωρό γνωστούς, αποπροσανατολίζονται από το στρατηγικό τους στόχο, και όταν βρουν τελικά τραπέζι να κάτσουν, παλουκώνονται για να μην το χάσουν. Οπότε χρειάζονται διασπαστικές-φραξιονιστικές κινήσεις, για να γυρίσεις το χώρο και να βρεις υλικό για ανταπόκριση.

Όπως πχ το ταμπλό από το... αναμοφωτήριο της Μακρονήσου, που μιλούσε ειρωνικά για το μεγάλο Στάλιν, που (κατά τα σοβιετικά βιβλία) ήταν ολοκληρωμένη μεγαλοφυΐα και εποίησε τα πάντα. Γιατί ψέματα είναι;



Αλλά περισσότερα επ' αυτού στο αυριανό σημείωμα.

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Διδάγματα από τη Γαλλία

Η πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη, που ο καθένας μπορεί να βγάλει δικά του, διαφορετικά συμπεράσματα από την καθημερινή πείρα.
Ή μάλλον όχι.
Η πραγματικότητα, ακόμα κι όταν είναι σχετικά απλή, παρουσιάζεται κατακερματισμένη, σα μεταμοντέρνο ψηφιδωτό, ώστε ο καθένας να μπορεί να κρατήσει εκείνες τις ψηφίδες που θέλει και να τις προσαρμόσει στα έτοιμα από πριν συμπεράσματά του.
Αλλά για την ακρίβεια...
Ακόμα κι όταν οι αντιθέσεις οξύνονται στο έπακρο και τείνουν να εμφανιστούν στην πιο απλή, καθαρή μορφή τους, επεμβαίνουν πάντα οι σουπιές που θα ρίξουν το (σύγχρονο και διαδικτυακό πια) μελάνι τους, για να θολώσουν τα νερά και να ψαρεύουν πιο εύκολα συνειδήσεις σε αυτά.

Κάποιοι διαδικτυακοί αναλυτές λοιπόν έστυψαν το μυαλό τους και βρήκαν πως η βασική διαφορά της Ελλάδας με τη Γαλλία, κι αυτό που φταίει για τη δική μας αδράνεια, είναι πως εκεί δεν υπήρχε ένα ΚΚΕ να βάλει χαλινάρι στο εργατικό ξέσπασμα και να εξηγήσει στους εργάτες πως δεν έχουν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες για κάτι τέτοιο.
Ξεχνάνε βέβαια πως αν δεν υπήρχαν οι ταξικές δυνάμεις του ΠΑΜΕ τον τελευταίο χρόνο πχ, το αριστεροχώρι από μόνο του δε θα έφτανε καν για να κλείσει την Αμαλίας μπροστά από τη Βουλή και θα έμοιαζε με τον κόσμο που περιμένει στη στάση το λεωφορείο (και θα ήταν ζήτημα αν χρειαζόταν δεύτερο για να τους χωρέσει).

Αν βέβαια κάθε θυμωμένος, ψαγμένος χρήστης που ποστάρει αυτές τις μέρες κάτι για τον ξεσηκωμό στη Γαλλία και το παράδειγμα που πρέπει να ακολουθήσουμε αντί να κοιμόμαστε όρθιοι (άλλη μια βαθυστόχαστη προσέγγιση του ξεσηκωμού ως μαγκιάς που προκύπτει σε εθνικό επίπεδο, αλλά δε θα το πιάσουμε τώρα αυτό), κατέβαινε κιόλας στο δρόμο, για να δείξει έμπρακτα την οργή του, η ιστορία θα γραφόταν αλλιώς, με τελείως διαφορετικούς όρους.


Όσο για τη Γαλλία, αυτό που αναδεικνύεται, είναι το ακριβώς αντίθετο: η απουσία δηλαδή ενός αντίστοιχου ΚΚΕ, μιας πολιτικής πρωτοπορίας, που να γίνει το συνδετικό νήμα των κινητοποιήσεων, να τις εκφράσει σε ανώτερο, πολιτικό επίπεδο, να τους δώσει την ώθηση να βαθύνουν τα χαρακτηριστικά τους... Με δυο λόγια να επιτελέσει το επαναστατικό καθήκον που ξεφεύγει από τα στενά όρια και τις "αρμοδιότητες" των σωματείων, δηλ τον πολιτικό αγώνα.
Κι αυτή είναι η βασική αντίφαση σε αυτό το πανεργατικό κίνημα, με την ιστορική χρεοκοπία του ΚΚΓ να σφραγίζει ως ένα βαθμό τις αντιδράσεις και (ενδεχομένως) το ταβάνι των δυνατοτήτων τους, αλλά να μην μπορεί να ακυρώσει από την άλλη την μακρόχρονη επαναστατική παράδοση και την... πατροπαράδοτη ταξική οργάνωση του γαλλικού προλεταριάτου. Η οποία μπορεί να βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση και να περνά μεγάλα διαστήματα χειμερίας νάρκης, αλλά είναι παρήγορο πως δε δηλητηριάστηκε και δεν αποπροσανατολίστηκε από την ισλαμοφοβία και το υστερικό κλίμα που καλλιεργήθηκε συστηματικά, με τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών.

Άλλοι πάλι θυμούνται την χιλιοπιπιλισμένη καραμέλα της ενότητας (με ποιους; με τους απόντες;) και της σεχταριστικής απομόνωσης (των χιλιάδων από τις μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες). Το ωραίο της υπόθεση είναι πως στο γαλλικό συνδικαλιστικό κίνημα υπάρχουν παραδοσιακά πολλές διαφορετικές συνομοσπονδίες, με διακριτή οργανωτική δομή. Σα να λέμε δηλ πολλές διαφορετικές ΓΣΕΕ, που -τουλάχιστον παλιότερα- συνδέονταν με διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Η CGT που πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις συσπειρώνει πχ παλιά και νυν μέλη του ΚΚΓ σωματεία που έχουν επαφή με την ΠΣΟ, κτλ. Φαντάσου τώρα, σφε αναγνώστη, τι θα γινόταν στην Ελλάδα και τι άλλο θα ακούγαμε, αν το ΠΑΜΕ πχ συγκροτούσε μια συνομοσπονδία με διαφορετική οργανωτική δομή από τη ΓΣΕΕ, που υφίσταται μόνο ως σφραγίδα και εργοδοτικός, εκλογικός μηχανισμός (και να πεις ότι δε θα υπήρχαν λόγοι κι αφορμές να το κάνει...)

Υπάρχουν όμως και μερικά σοβαρά διδάγματα από τη γαλλική πείρα.
Καταρχάς τον τόνο στις εξελίξεις δεν τον δίνει η γαλλική εκδοχή των αγανακτισμένων (νουί ντεμπού) με τις ολονυχτίες -που πέρασε σχετικά γρήγορα στο περιθώριο- αλλά οι ταξικές κινητοποιήσεις, ο αγώνας της οργανωμένης εργατικής τάξης και όχι ένα συνονθύλευμα συλλογικής εκτόνωσης που φαντασιωνόταν ότι εκπροσωπεί κάτι ευρύτερο κι ότι αποτελεί τα σοβιέτ της εποχής μας και τις επαναστατικές πρώτες ύλες του μέλλοντος.

Δεύτερο κι εξίσου σημαντικό για όσους αριστεροχωριανούς χαίρονται αυθόρμητα με τις εικόνες που βλέπουν: τα περιπολικά που μένουν από βενζίνη, την παραγωγή που νεκρώνει, τον αστικό τύπο που δεν μπορεί να κυκλοφορήσει χωρίς τη συναίνεση των εργατών-τυπογράφων (αλλά καταφεύγει στις ηλεκτρονικές εκδόσεις, στα χνάρια του πρωτοπόρου ΣΚΑΙ). Όλα αυτά δε γίνονται αγανακτισμένα κι αυθόρμητα. Είναι καρπός ενός σκληρού, πειθαρχημένου κι οργανωμένου απεργιακού αγώνα. Αυτή είναι κι η σημασία μιας γνωστής φράσης, που κάποιοι τείνουν να θεωρήσουν ξύλινη και κλισέ, γιατί δε σκέφτηκαν ποτέ πραγματικά τι σημαίνει: οργάνωση στους χώρους δουλειάς. Και ειδικότερα στις βιομηχανικές ζώνες.
Αν ο ταξικός πόλος, δεν καταφέρει να πατήσει γερά σε αυτούς τους κλάδους, αν δεν αποκτήσει την ικανότητα να τους συσπειρώνει και να τους κινητοποιεί σε αγωνιστική κατεύθυνση, η απεργία δε θα γίνει ένα χρήσιμο κι επικίνδυνο όπλο με πραγματική υλική αξία και δύναμη, που θα ασκεί πίεση και θα παραλύει την παραγωγή. Κι έτσι θα βρίσκουν αιώνιο άλλοθι οι συνένοχοι απεργοσπάστες, γιατί "οι απεργίες είναι ντουφεκιές στον αέρα, δε βγάζουν τίποτα", κτλ.

Περιττό να αναφερθούμε και στο ζητούμενο του διεθνούς συντονισμού. Που θα έχει αξία μόνο ως συνεννόηση και συσπείρωση μεταξύ εργατικών ενώσεων κι όχι ως διεθνές, αγανακτισμένο κάλεσμα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτονόητο τέλος, είναι πως ο αντιλαϊκός κατήφορος στην ΕΕ της κρίσης (ή της αναιμικής ανάπτυξης έστω) δεν έχει τέλος, και δεν πρόκειται να αφήσει άθικτο τον "σκληρό πυρήνα" της Ένωσης και τα στρώματα με τα ώριμα εργασιακά δικαιώματα (λες και των άλλων είναι ανώριμα ή εκτός εποχής και πρόωρα). Τα μέτρα που παίρνονται (για τις συλλογικές συμβάσεις, το 35ωρο, τις αποζημιώσεις των απολυμένων, τους μαθητευόμενους, ακόμα και για την παρακολούθηση των ανέργων στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς!) έχουν τον ίδιο ακριβώς χαρακτήρα, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, είτε με μνημόνιο, είτε χωρίς.

Κλείνουμε με το χαριτωμένο θράσος του Σύριζα, που θα είχε πολλή πλάκα αν δεν ήταν κυβέρνηση, όταν καλεί πχ με αφορμή τη Γαλλία σε πάλη κατά του νεοφιλελευθερισμού, καλή ώρα όπως κάνει η ΔΦΑ με το δικό της καλό, αντινεοφιλελέ μνημόνιο και τον αυτόματο κόφτη (λες και κόβουν λάχανα και ραπανάκια και όχι δικαιώματα και ζωές). Το δούλεμα είναι ακόμα πιο χοντρό, αν σκεφτεί κανείς πως για το Σύριζα, ο Ολάντ είναι στρατηγικός σύμμαχος, εκπροσωπώντας την καλή, "σοσιαλιστική" εκδοχή της ΕΕ, που κατανοεί κι υποστηρίζει τα δίκαια αιτήματά μας για το χρέος, σε αντίθεση πχ με τους Μερκελιστές (τι ωραία λέξη κι αυτή που ξεχάστηκε). Η πλάκα είναι πως αν τους βάλουμε στη ζυγαριά να τους συγκρίνουμε, η γαλλική κυβέρνηση δεν είχε την προνοητικότητα να χρησιμοποιήσει φαστ-τρακ διαδικασίες, με κατεπείγοντα και ΠΝΠ, και βασικά την πάτησε γιατί ακολούθησε πιστά το προβλεπόμενο "χρονοβόρο" τελετουργικό, με την κατάθεση του νομοσχεδίου δύο μήνες πριν την ψήφισή του. Έδωσε χρόνο δηλ στους εργαζόμενους να οργανώσουν την αντίστασή τους και δείχνει να χρειάζεται τη δική μας τεχνογνωσία (η ανταλλαγή γνώσης με τους φορείς του κουαρτέτου δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη).

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Κάπα Νι Έψιλον

σκόρπιες σημειώσεις από την εκδήλωση για τα 40χρονα από το 1ο Συνέδριο της ΚΝΕ, στο κλειστό του Σπόρτιγκ

Μια εκδήλωση που είχε εύλογα, λόγω του επετειακού χαρακτήρα, κάπως ρετρό χρώμα, ασορτί και με τη μεγάλη φωτογραφία που δέσποζε στον έναν τοίχο του κλειστού, με την πρωταθλήτρια ομάδα του γυναικείου μπάσκετ του Σπόρτινγκ και την Άννυ Κωνσταντινίδου, που ήταν κάτι σαν το θηλυκό Γκάλη της εποχής.

Αλλά ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, γιατί η ΚΝΕ είναι η μόνη πολιτική νεολαία που μπορεί να γεμίσει ασφυκτικά, με τους φίλους και τα μέλη της, ένα κλειστό που άλλοι πολιτικοί χώροι δυσκολεύονται να το κάνουν με το σύνολο του έμψυχου δυναμικού τους, ακόμα κι αν είχαν ολομέλεια.
Κι ίσως έχει έρθει ο καιρός να δοκιμάσουμε κάποιο μεγαλύτερο χώρο, όπως το 76', όπου παράλληλα με τις εργασίες του Συνεδρίου είχαμε και την κεντρική εκδήλωση στο γήπεδο του Πανιώνιου, στη Νέα Σμύρνη. Και όχι, δεν εννοώ το κλειστό στην Αρτάκης, που είναι πιο κλουβί κι από του Σπόρτινγκ.

Λένε πως όταν ο Έντι Τζόνσον ήρθε στην Ελλάδα να παίξει για τον Ολυμπιακό κι έδωσε τον πρώτο αγώνα του για το Κύπελλο εναντίον του Παναθηναϊκού σε αυτό το κλειστό, νόμιζε πως του κάνουν πλάκα και πως αυτό ήταν απλώς το βοηθητικό-προπονητικό. Και εμείς, κατ' αντιστοιχία, προπονούμαστε για τη μέρα που θα είμαστε (ξανά) σε θέση να γεμίσουμε το ΟΑΚΑ (το αφήνω επίτηδες αδιευκρίνιστο να αιωρείται, κλειστό ή ανοιχτό) ή το Καλλιμάρμαρο, όπως στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, επί Ζαχαριάδη. Αρκεί να μη μας φάει η προπόνηση και καούμε στο ζέσταμα.

Το Σάββατο, μπορεί να μην είχαμε τόσο σπουδαίες ηγετικές φυσιογνωμίες (αυτές θα τις αναδείξουν μονάχα οι πιο ενδιαφέροντες καιροί), αλλά ήταν, δίχως άλλο, συγκινητικό να βλέπεις ένα μέλος από το 'Ταμπούρι', το πρώτο συγκρότημα της οργάνωσης, να δίνει το “παρών” και να δείχνει την ιστορική συνέχεια με τα νέα παιδιά, στα οποία παρέδωσε τη σκυτάλη. Ενώ σε μια σειρά κάθονταν το παρελθόν και το παρόν (το μέλλον ήταν κάπου εκεί, στις εξέδρες) της οργάνωσης, με όλους τους γραμματείς της ΚΝΕ, σε χρονολογική κατάταξη, από το Γόντικα ως τον Αμπατιέλο.

Όλοι; Όχι. Γιατί ο ανυπότακτος Γράψας (δε θα υπακούσω) έχει αφήσει τα εγκόσμια και δε θα μπορούσε να είναι εκεί, όπως και να έχει, από αντικειμενική άποψη, και είναι ζήτημα αν θα μπορούσε από υποκειμενική, και αν θα είχε επουλωθεί το τραύμα του 89'. Όπως δεν ήταν και ο Θεοδωρικάκος, που είχε έρθει όμως, μαζί με άλλους καλεσμένους, στην πρώτη ανοιχτή μέρα του 19ου Συνεδρίου.

Ένα κενό από τη διπλή κρίση του 89'-91' και άλλες μαζικές διαρροές από κάποια άτομα που βρέθηκαν κατά λάθος στην οργάνωση ή στο τιμόνι της ως στελέχη, ακόμα κι επειδή ήταν μόδα κάποια περίοδο, θυμίζοντας λίγο μια παλιότερη διαφήμιση: και η Δήμητρα Παπαδοπούλου; Και ο Γιώργος Κύρτσος; Και η Όλγα Τρέμη; Και η Αντιγόνη Λυμπεράκη (κατά δήλωσή της τουλάχιστον); Και η κε του μπλοκ; Όλοι τους σπούδασαν στο μεγάλο σχολείο της ΚΝΕ, και κατά κανόνα, πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Σε βαθμό που να απορείς σήμερα αν τους έχει μείνει κάτι λίγο από εκείνα τα χρόνια και πώς φτύνουν έτσι το παρελθόν τους, που δεν παύει να είναι κομμάτι του εαυτού τους, σε κάθε περίπτωση.

Νάτη πάλι η παρελθοντολογία και το ρετρό χρώμα, που ρέπει βασικά προς το δίπολο άσπρο-μαύρο, σαν τη βασική αντίθεση της κοινωνίας: εργασία-κεφάλαιο. Και έρχεται μετά ο άλλος και σου λέει: μην τα βλέπετε όμως όλα άσπρο-μαύρο σε αυτή τη ζωή. Και υπομένει μαζοχιστικά, σαν την πρωταγωνίστρια από τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι, την ίδια ιστορία, με αναπαλαιωμένα υλικά και τις πενήντα αποχρώσεις του ΠΑΣΟΚ. Παίρνοντας διαρκώς για φωτεινή ελπίδα μες στο τούνελ, όσους του τάζουν εύκολες λύσεις και πράσινα άλογα, για να ξεχωρίσουν από το μαύρο μνημονιακό μέτωπο και να μετατραπούν σύντομα και διαλεκτικά στο “αντίθετό” τους, δηλ σε αυτό που έβριζαν.
Γιατί η μόνη αλήθεια γράφεται με κόκκινο, σαν το στιλό που διορθώνει τα λάθη και λοιπές ανορθογραφίες, αλλά δεν κουνάει αφ' υψηλού στους μαθητές το δάχτυλο, σαν τον καθ(οδ)ηγητή μας στο Λύκειο.

Το ρετρό δε μυρίζει απαραίτητα μούχλα. Σκέψου πόση ζωντάνια και συναίσθημα είχαν εξάλλου τα πλάνα από το 1ο συνέδριο, με τη γεμάτη κερκίδα και τα φωτεινά πρόσωπα με τα μαύρα γένια (όλα διαλεκτικά είναι) που φώναζαν ρυθμικά: Κάπα-Νι-Έψιλον, και δονούσαν το στάδιο. Κι είναι κρίμα που το δεκάλεπτο ιστορικό βιντεάκι της εκδήλωσης δεν είχε περισσότερα τέτοια ντοκουμέντα και πλάνα αρχείου, που εφόσον υπάρχουν, δεν πρέπει να μείνουν αναξιοποίητα.


Κι ήταν λογικός αυτός ο ενθουσιασμός, ακόμα και αυτό το ξερό σύνθημα “ζήτω το 1ο Συνέδριο”, γιατί οι σφοι που έβγαιναν από μακρόχρονη παρανομία και μια διαλυτική διάσπαση, έστηναν ταμπούρι (μόνο τυχαίο δεν ήταν το όνομα του συγκροτήματος) κι έβλεπαν να στήνεται απ' την αρχή στα πόδια της μια γερή, μαζική οργάνωση, να παίρνει σάρκα και οστά, να φυτρώνει στην Αθήνα μες στο κέντρο ένα καινούριο δέντρο και να πιάνει γερές ρίζες, ισχυρούς δεσμούς με το λαό. Να γίνεται αειθαλές, παντός καιρού, να μη λυγάει μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι, να ανθίζει και να δίνει συνεχώς νέους καρπούς. Με κόκκινα φύλλα και ολόγλυκα μήλα, που έμειναν συνεπή στο χρώμα και τις ιδέες τους, χωρίς να σαπίσουν ποτέ, παρά τις κάμπιες που τρύπωσαν κατά καιρούς μέσα τους και τα κατέτρωγαν έσωθεν, προτού ανοίξουν φτερά για να εξαργυρώσουν το κομματικό τους παρελθόν στην αγορά εργασίας. Τότε που ο Οδηγητής στο εξώφυλλο πήγε να μιμηθεί το φαγωμένο μήλο της Apple και μια σειρά σφοι έρρεπαν προς το προπατορικό αμάρτημα του οπορτουνισμού, που δεν είναι παρά η επιρροή της αστικής τάξης στο οργανωμένο, εργατικό κίνημα.


Οι εποχές σήμερα έχουν αλλάξει, αλλά εάν κάτι παρέμεινε το ίδιο μες στο πέρασμα των χρόνων, δεν είναι οι “κυκλικές, ανά εικοσαετία κρίσεις” ή “το σταλινικό, συγκεντρωτικό μοντέλο”, όπως έχουν αποφανθεί κατά καιρούς διάφοροι κουκουεδολόγοι. Αλλά αυτός ο ενθουσιασμός, το φιλότιμο και η ανιδιοτελής προσφορά, οι ιδέες και το πολιτικό στίγμα που τα εμπνέουν. Και η διαρκής επιβεβαίωση στην πράξη πως ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, κι όχι μια ρετρό ιστορία, που επιχειρεί να νεκραναστήσει το παρελθόν και περιμένει στην Κόκκινη Μηλιά το μαρμαρωμένο βασιλιά.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Πληρεξούσιο

Ομολογώ πως στις λιγοστές συνδιασκέψεις της οργάνωσης που παρακολούθησα, με έπιανε λίγο το αντιδραστικό μου με τα πληρεξούσια και σπανίως τα συμπλήρωνα. Αλλά τώρα τελευταία, έτυχε και μπήκα στη διαδικασία να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί το ερωτηματολόγιο ενός ιδιαίτερου πληρεξούσιου, έξω από τα καθιερωμένα, που θα προσφερόταν για (πιο) χρήσιμα συμπεράσματα. (Οι μη έχοντες γνώση και τριβή με τα της οργάνωσης, μπορούν να σκεφτούν αντίστοιχα το κλασικό ερωτηματολόγιο του Προυστ ή τόσα άλλα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο). Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

-Τι σε έπεισε να οργανωθείς; Τι σε εμπόδιζε να οργανωθείς νωρίτερα;
-Έχεις πάρει ποτέ βιογραφικό; Αν όχι, πού κολλάς; Κάνει προτάσεις;
Αν ναι, παρακολούθησες από κοντά την εξέλιξη των σφων που οργάνωσες; Τι έχεις κάνει να μεριμνήσει γι' αυτήν;
-Πόσους συναδέλφους σου οργάνωσες στο σωματείο, στο χώρο όπου εργάζεσαι;

-Ποια ήταν η πρώτη σου πορεία και τι θυμάσαι απ' αυτήν;
-Ποια ήταν η κινητοποίηση/κίνημα, που σου έχει μείνει πιο έντονα και θεωρείς πιο σημαντική;
-Σε ποια πορεία-ες κατεβαίνεις με συναίσθημα κι ενθουσιασμό κι όχι από απλή (υπο)χρέωση;
-Πείθεις γνωστούς και φίλους (επιρροές) να κατέβουν στο δρόμο;
-Έχεις φάει ποτέ χημικά ή δακρυγόνα σε πορεία;
Φοβάσαι τέτοια επεισόδια; Ή αντιθέτως πιστεύεις πως πρέπει να παίρνουν συχνότερα συγκρουσιακό χαρακτήρα οι διαδηλώσεις;

-Ποια είναι η αγαπημένη σου χρέωση; Και ποια αυτή που προτιμάς λιγότερο;
Έχεις πει ποτέ ψέματα (ή να διογκώσεις κάτι που είναι αλήθεια) για να την αποφύγεις;

-Έχεις/είχες ερωτικές σχέσεις με κάποιο σφο ή σφισσα;
Πιστεύεις πως είναι καλύτερο να μην μπλέκονται-ταυτίζονται οι ρόλοι του ερωτικού και του πολιτικού συντρόφου;
Έχεις υπόψη σου παραδείγματα (από προσωπική εμπειρία και όχι μόνο) σφων που δε συμπεριφέρονται σωστά, κατά τη γνώμη σου, σε αυτόν τον τομέα;

-Ποιο αστικό κατάλοιπο θα ήθελες να αλλάξεις στο χαρακτήρα σου;
-Ποιο έχεις δει στη συμπεριφορά άλλων συντρόφων και σε ενοχλεί;
-Ποια είναι τα καλύτερα στοιχεία που έχεις βρει στην οργάνωση/στο κόμμα και που σε έχουν βοηθήσει;
Και ως προς τι νιώθεις να έχουν διαψευστεί οι προσδοκίες σου, σε σχέση με αυτά που περίμενες;

-Ποια θεωρείς ότι είναι η μεγαλύτερη αδυναμία μας (ή κάτι που θα ήθελες να αλλάξει στη λειτουργία μας);
-Ποια όρια βάζεις στις συζητήσεις, για να μην εκτραπούν σε κουτσομπολιό και πώς φροντίζεις να το αποφεύγεις;
-Υπάρχει κάποιο σημείο του προγράμματος ή κάποια άλλη πολιτική θέση του κόμματος για την οποία νιώθεις πως δεν είσαι πεισμένος, ότι έχεις αμφιβολίες ή ακόμα και διαφωνίες;

-Σε ποιους έχεις μεγαλύτερο άχτι;
Δεξιούς, Πασόκους, Συριζαίους, φασίστες, αναρχικούς, αριστεριστές, απολίτικους, πρώην που πέρασαν στην άλλη όχθη; Σο δικό μας κακό εαυτό;
-Αν δεν ήσουνα ΚΚΕ, τι πιστεύεις πως θα ήσουν ή θα ψήφιζες;

-Αν ήσουν μέλος στην ΚΟΤ (κομματική οργάνωση Τασκένδης) το 55', πώς θα ενεργούσες την περίοδο των γνωστών γεγονότων, που εκτίθενται και στο β' τόμο του δοκιμίου;
-Ναι, αντιδιαλεκτικό (το ερώτημα), αλλά πώς θα αντιδρούσες;
-Το ίδιο ερώτημα, αν ήσουν μέλος της ΚΝΕ το 89'.
-Μιλάς στις συνελεύσεις της (Κ)ΟΒ ή και σε άλλες (συνελεύσεις συλλόγου, σωματείου) ή αποφεύγεις να εκτεθείς μπροστά σε κόσμο;

-Ποιο είναι το αγαπημένο σου πολιτικό βιβλίο, μπροσούρα, εγχειρίδιο;
-Αγαπημένο λογοτεχνικό βιβλίο; Αγαπημένη ταινία-σειρά; Μορφή τέχνης; Ασχολία-δραστηριότητα (χόμπι);
-Πόσο συχνά πηγαίνεις θέατρο, γήπεδο, επισκέπτεσαι μουσεία, καλλιτεχνικές εκθέσεις;

-Ποιος είναι ο αγαπημένος σου κλασικός;
-Ποιος είναι ο κομματικός αγκιτάτορας-ρήτορας (στη βουλή, σε εκδηλώσεις, σε τηλεοπτικές εμφανίσεις) που προτιμάς;
-Ποια είναι η εμπειρία σου από τα επιμορφωτικά μαθήματα της οργάνωσης/του κόμματος;
Πώς σου φαίνεται σαν πεδίο η πολιτική οικονομία; (πιθανές απαντήσεις: κομβικό, συναρπαστικό, δύσκολο, στρυφνό)
-Ποιο είναι το τσιτάτο που επαναλαμβάνεις συχνότερα;
Και ποιο (κομματικό ή μη) κλισέ είναι χειρότερο, κατά τη γνώμη σου;

Σύντομης ελεύθερης ανάπτυξης
Πώς βλέπεις-θεωρείς ότι θα επικρατήσει η επανάστασγη στη χώρα μας και σε παγκόσμια κλίμακα; Πόσο κοντά πιστεύεις πως είμαστε (από χρονική και πολιτική άποψη) σε αυτή τη στιγμή;
Πώς ορίζεις το διαλεκτικό υλισμό; Το σοσιαλιστικό ρεαλισμό;

Αυτά είναι ενδεικτικά και μπαίνουν στην κρίση της βάσης του μπλοκ προς κριτικές παρατηρήσεις κι εμπλουτισμό. Αν και τώρα που τα ξαναβλέπω ίσως λυγίζουν το κλαδί από την ανάποδη κι είναι προτιμότερη η ασφαλής, "συμβατική" οδός.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Άσυλο

Το άσυλο ανήκει σε όλο το λαό.
Κι η οργανωμένη πρωτοπορία είναι το κόμμα του λαού.
Αλλά η οργάνωση δεν είναι άσυλο. Κι ας έχει μια ιντριγκαδόρικη, εξωτερική ομοιότητα με το ακαδημαϊκό «άβατο», που προσπαθούν να το βάλουν στο χέρι και να το αλώσουν οι εταιρίες κι οι κρατικοί μηχανισμοί, επίσημοι κι ανεπίσημοι.
Τι γίνεται όμως όταν η οργάνωση καλείται να επιτελέσει και τέτοιες λειτουργίες, όχι φοιτητικού αλλά διαφορετικού ασύλου;

Εδώ υπάρχουν δύο αντιφατικές τάσεις που πρέπει να διακρίνουμε.
Από τη μια πλευρά, η κρίση έρχεται να οξύνει απότομα τα προσωπικά προβλήματα και τα αδιέξοδα του καθενός, οδηγεί στην περιπλοκή τους και σε ακραίες εκδηλώσεις τους. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστους τους σφους και γενικά οποιοδήποτε ζωντανό οργανισμό δε λειτουργεί σε ένα κλειστό, προστατευόμενο περιβάλλον (γυάλα), για να αποκοπεί από την κοινωνική πραγματικότητα.

Η μαζική και χρόνια ανεργία πχ ρίχνει το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του άνεργου, μπορεί να τον οδηγήσει στην παραίτηση και την απάθεια, σε ένα είδος άρνησης και χειμερίας νάρκης, να του απομυζήσει κάθε όρεξη για δράση, κινητοποίηση, για ζωή εν γένει. Πολλοί σφοι (και όχι μόνο) εσωτερικεύουν μάλιστα τις ενοχές που τους φορτώνει το σύστημα κι η κυρίαρχη λογική για την κατάστασή τους, νιώθοντας ότι είναι άχρηστοι και γι’ αυτό δε βρίσκουν δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι ότι χάνουν σταδιακά την επαφή με τους υπόλοιπους, κλείνονται στο καβούκι τους, δεν απαντάν στο τηλέφωνο και το ρίχνουν στην ταβανοθεραπεία, καρφώνοντας όλη μέρα έναν τοίχο με το βλέμμα τους, να συμβολίζει το αδιέξοδό τους.

Κι εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο η λειτουργία της οργάνωσης, οι σχέσεις των μελών της, κατά πόσο είναι τυπικές και επιφανειακές, ίσα-ίσα για να βγαίνει η καθημερινά δουλειά και τα πρακτικά καθήκοντα, εξορμήσεις, πορείες, συσκέψεις, αφισοκολλήσεις, κτλ, και η ζωή συνεχίζεται. Ή αν είναι πράγματι συντροφικές, προσφέροντας έτσι ένα πολύτιμο στήριγμα, ένα αποκούμπι και μια διέξοδο.

Είναι κριτήριο τι θα κάνει και πώς μπορεί να βοηθήσει η οργάνωση κάθε σύντροφο που βρίσκεται σε τέτοια θέση και προπαντός πώς θα χειριστεί την όλη κατάσταση, αν θα το κάνει με όρους «φιλανθρωπίας» και «οίκτου» (μερικές φορές δε μετράει μόνο η πρόθεση αλλά και τι φαίνεται, πώς βγαίνει τα έξω). Το βασικό είναι να καταλάβει ο σφος που έχει ένα πρόβλημα πώς πρέπει να διαχειριστεί το στίγμα του «προβληματικού» και ότι ειδικά σε περιόδους κρίσης, δεν έχει τίποτα απολύτως να ντρέπεται, γιατί η περίπτωσή του δεν είναι μεμονωμένη εξαίρεση αλλά κανόνας, είναι ιδιαίτερη ως προς τον τρόπο εκδήλωσης στο κάθε άτομο ξεχωριστά, αλλά όχι ως προς τα αίτια που το γεννούν.

Όπως λέει κι ένας στίχος, άλλωστε:
Σε μια κοινωνία που τρελαίνει τους ανθρώπους
Όλοι μας είμαστε το κατά δύναμιν ψυχασθενείς
Κι από μια άποψη, ο καλύτερος τρόπος να διαχειριστείς ένα πρόβλημα (ασφαλώς αφού βρεις πρώτα το θάρρος να το παραδεχτείς και να το αντιμετωπίσεις) είναι η παρέα και η συλλογικότητα, η συντροφιά με άτομα που εκπέμπουν στο ίδιο μήκος κύματος με εσένα και σου προσφέρουν κάτι σαν δωρεάν ψυχοθεραπεία. Και πάνω απ’ όλα η δράση, που δε σε αφήνει να πέσεις σε ψυχολογικό τέλμα και καθορίζει αποφασιστικά πολλά δεδομένα (βλ/ και θεωρία της κυρίαρχης δραστηριότητας στην πρωτοπόρα σοβιετική ψυχολογία).

Ποια είναι όμως η άλλη όψη του νομίσματος;
Ότι η οργάνωση δεν είναι ίδρυμα. Κατά συνέπεια πρέπει να απορρίψουμε τον ιδρυματισμό, δηλ μια ιδιότυπα κατάσταση, όπου κάποιος νιώθει άνετα μόνο σε ένα συγκεκριμένο, οικείο περιβάλλον και δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός αυτού, προτιμά να μην αποχωρίζεται την ασφάλεια που του προσφέρει κι αναπτύσσει μια εσωστρέφεια, που το βοηθά να αποφεύγει την πραγματικότητα, αλλά είναι ελάχιστα ωφέλιμη εφόσον θέλει να την αλλάξει επαναστατικά. Και για να συμβεί αυτό, πρέπει να βγαίνει διαρκώς από τα γραφεία, να έρθει αντιμέτωπος με τον κοινωνικό περίγυρο και τις κυρίαρχες προκαταλήψεις του, κι όχι μόνο με τους δεκτικούς και καλοπροαίρετους συνομιλητές που συναντά στο περιβάλλον της οργάνωσης.

Μια άλλη όψη του παραπάνω φαινομένου μπορεί να είναι κάποιοι σφοι κυρίως στη νεολαία και ιδιαίτερα τη σπουδάζουσα, που καταλήγουν να γεμίζουν το βαθύτερο υπαρξιακό τους κενό με τις δουλειές και τις χρεώσεις της οργάνωσης, για να ξεγελάνε τον εαυτό τους, την έλλειψη ενδιαφερόντων και κοινωνικών επαφών, να νιώθουν χρήσιμοι και σημαντικοί, βρίσκοντας μια αναγνώριση που δεν είχαν στην κανονική τους ζωή, από την οποία όμως έχουν φροντίσει επιμελώς να αποκοπούν, χάνοντας έτσι τον παλμό της κοινωνίας και αποκτώντας για αυτήν μια στρεβλή, αφηρημένη εικόνα ενός εξωτερικού παρατηρητή.

Η πραγματική ζωή είναι προφανώς πολύ σύνθετη, για να μας παρουσιάσει τα πράγματα και τα φαινόμενα σε καθαρή μορφή, ξεχωριστά το ένα από το άλλο, τις θετικές πλευρές από τις αρνητικές. Συνεπώς η απαιτούμενη εγρήγορση κι επαγρύπνηση αποκτά και μια άλλη διάσταση, που δε στρέφεται άμεσα ενάντια στον ταξικό εχθρό και τους πολιτικούς μας αντιπάλους, που μας επιβουλεύονται, αλλά ως ένα βαθμό σε εμάς τους ίδιους και τα κατάλοιπα που κουβαλάμε. Αφορά με άλλα λόγια το διαρκές στοίχημα να μάθουμε πώς να συνδυάζουμε τον εαυτό μας με το σύνολο, το άτομο με τη συλλογικότητα, με τρόπο που να συμβάλλει διαλεκτικά στην ανάδειξη και των δύο πόλων, του ενός μέσα από τον άλλο.


Υγ: Οι παραπάνω σκέψεις ήρθαν στην επιφάνεια (κι ακολούθως στην οθόνη), με αφορμή το διάβασμα του μυθιστορήματος «στη ρίζα του αετού», όπου η συγγραφέας (Βαγγελιώ Καρακατσάνη) καταπιάνεται με το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα του κοινωνικού στίγματος για την ψυχική νόσο και την αντιμετώπισή του.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τίποτα καλύτερο

Φεστιβαλικά Στιγμιότυπα – το δεύτερο ημίχρονο

Δε φαντάζεστε τι ωραία που είναι να τραγουδάς και να βλέπεις το σφυροδρέπανο απέναντι, είπε ο πασχαλίδης στο κλείσιμο της συναυλίας του {αν και την τρίτη μέρα που πήγαμε κι εμείς πιο μπροστά, προς τη σκηνή, είδαμε πως από εκεί που στεκόταν πρέπει να το 'βλεπε ανάποδα, σαν τροτσκιστικό, και πότε θα βρεθεί κάποιος εργατοσποριτης να μιλήσει επιτέλους έξω από τα δόντια για τα κακώς κείμενα και να στηλιτεύσει τα σημεία των καιρών, που μετά το 18ο συνέδριο...}. Και να συμπληρώσω σε αυτό το σημείο μίλτο πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που να σε γεμίζουν και να σου αφήνουν μια τόσο γλυκιά αίσθηση, όπως η κορύφωση ενός τριήμερου φεστιβάλ -ιδίως αν έχεις την κατάλληλη παρέα, για να το χαρείς και να το εκτιμήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον ήχο του βινυλίου -ο ραφαηλίδης λέει εν είδει αστικού μύθου πως αυτή ήταν περίπου η επίσημη θέση των σοβιετικών και γι' αυτό δεν ανέπτυξαν ποτέ την τεχνολογία των ψηφιακών δίσκων- γι' αυτό και βρήκαν ίσως μια θέση στην άκρη ενός πάγκου -αυτού με τα παλιά μίκυ μάους. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο προλεκάλτ από το να παίζει από τα μεγάφωνα το hell's bells των ac-dc, για να προαναγγείλει την εμφάνιση του δημουλά, ένα λεπτό αργότερα, λες και ήταν ροκ σταρ ή ποδοσφαιριστής της σεντ πάουλι -οι οπαδοί της οποίας έχουν ένα αντιστοιχο τελετουργικό στην αρχή κάθε (ταξικού) αγώνα. Όπως επίσης δεν υπάρχει καλύτερος εκφωνητής από το σφο στη νεανική σκηνή, που ενημέρωνε το κοινό για τις θέσεις του συνεδρίου της οργάνωσης, με παχύ σίγμα και την πιο ενθουσιώδη φωνή που έχω συναντήσει σε αντιστοιχο πόστο, κατευθείαν για το άσπρο φορτηγάκι της κοα.

Δεν υπάρχουν πιο αντιφατικά συναισθήματα απ' αυτά που σου αφήνει μια συναυλία του παπακωνσταντίνου. Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα στρατόπεδο, άκουσε(ς) να φαλτσάρει η μουσική του, να σπάνε οι χορδές του -μαζί με τη φωνή του- σα γυαλί (που ούτε η κιθάρα του κροκίδη δε θα μπορούσε να ξανακολλήσει). Πιάνεις τον εαυτό σου να φοβάται μη τυχόν πει ο βασίλης το “φοβάμαι” και το σκοτώσει στα γεράματα σαν πατροκτόνος. Πιάνεις το βασίλη, σκιά του εαυτού του, να κερδίζει δευτερόλεπτα κοντά μας, με μικρά τεχνάσματα, για να αντέξει λίγο παραπάνω. Κι ακούς το θυμόσοφο sniper να λέει πως μόνο όταν έχεις γεροντοπαλίκαρα να χτυπιούνται και μπόλικα ορχηστρικά να τους ξεκουράζουν, μπορείς να πεις με σιγουριά πως έχεις δει μια κλασική ροκ συναυλία.

Ακούς αμήχανα τα “πολιτικά μηνυματα” στα σχόλια και τα τραγούδια του. “Χαίρε υπουργέ, γαμώ τα υπουργεία σας” και “δε ζητάμε ελεημοσύνη, αλλά δικαιοσύνη” (σσ: απ' τις μεγάλες δυνάμεις) πριν μας τραγουδήσει το νοητό ήλιο της). Την επικαιροποίηση της πρέβεζας (ίσως έρχεται ο περιφερειάρχης) και του god bless america, όπου πρόσθεσε φέτος και το uber alles deutchland, γιατί πάνω απ' όλα είμαστε και αντιμερκελισταί. Και τις αναμνήσεις του από το πρώτο φεστιβάλ, σαράντα χρόνια πριν, μόνο που τα φεστιβάλ ξεκίνησαν το 75' (το 74' μόλις βγαίναμε από την χούντα). Κι είναι όπως το μιλένιουμ, που κανονικά ήταν την πρωτοχρονιά του 01', εκτός κι αν πεις πως υπήρχε έτος μηδέν, που όμως δεν (...)

Κάνεις όμως μια αφαίρεση απ' τη δική σου απογοήτευση (που σημαίνει τουλάχιστον ότι προϋπήρχε κάποτε γοητεία, που θα την κρατήσουμε ως παντοτινή ανάμνηση) και βλέπεις τον κόσμο, που είναι περισσότερος από κάθε άλλη φορά, τουλάχιστον από αυτές που έχεις προλάβει (ένας σφος μας είπε κάτι για 18 χιλιάδες εισιτήρια μόνο την τρίτη μέρα, αλλά δεν ξέρω αν είναι γκαραντί η πληροφορία). Όπως λέει κι ένας (άλλος) σφος: εντάξει εμείς τον καλούμε κι έρχεται, αυτοί δεν καταλαβαίνω τι του βρίσκουν κι έρχονται να τον δουν.. Κάνεις μια βόλτα (με βήμα σημειωτόν και μετ' εμποδίων) στον χώρο και βλέπεις κόσμο υπνωτισμένο, εκστασιασμένο, γονείς που χορεύουν αγκαλιά με τα μικρά τους και τους τραγουδάνε το μαύρο γάτο, άλλους που χορεύουν ενώ περιμένουν στην ουρά για τις χημικές τουαλέτες, τους σφους στους λουκουμάδες που συντονίζουν ρυθμικά τις κινήσεις τους με τη μουσική και διέκοπταν σε καθε ρεφρέν την εξυπηρέτηση, για να γυρίσουν προς τη σκηνή και να χειροκροτήσουν.

Μπορεί ο παπακωνσταντίνου -που ένας είναι, σαν το κόμμα- να παρακμάζει και να εκφυλίζεται ραγδαία, σαν το κίνημα, αλλά έχει γαλουχήσει γενιές ολόκληρες, που ζούνε για να τον ακούνε. Και σκέφτεσαι στο τέλος της βραδιάς πως είναι κάπως σαν το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα που γνωρίσαμε στον εικοστό αιώνα, με στραβά κι αδυναμίες -που κάποιοι ερμηνεύουν ως ξεπούλημα και το απορρίπτουν, για να βολευτούν με ανεκδιήγητα υποκατάστατα- αλλά παραμένει αξεπέραστο, μέχρι να έρθουν τουλάχιστον ο παπακωνσταντίνου κι οι επαναστάσεις του εικοστού πρώτου αιώνα.

Δεν υπάρχει επίσης τίποτα καλύτερο από το να κάθεσαι μετά το τέλος των συναυλιών στη λαϊκή ή το κουβανέζικο για αποτίμηση με τους σφους (εφόσον δεν έχουν χρέωση) και να βλέπεις τον κόσμο να μη φεύγει με τίποτα και να διαδηλώνει σιωπηρά ζητώντας βασικά “κι άλλο”, να κρατάει περισσότερο το πρόγραμμα, για να το χορτάσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκινητικό από το να βλέπεις το στρατευμένο κασούρα να αγνοεί τα σύννεφα και να συνεχίζει απτόητος μετά τη σύντομη ψιχάλα (έτσι για το έθιμο) μέχρι τελικής ηλεκτροπληξίας. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο γόνιμο πολιτικά από το να συγκρίνεις με τους χαμουτζήδες σφους το φεστιβάλ το δικό μας με της αθήνας. -Ναι αλλά εμείς έχουμε πιο φτηνό εισιτήριο -Ναι αλλά εμείς έχουμε πιο ταξικούς λουκουμάδες, όχι από πλανόδιους..

Γενικά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα φεστιβάλ της οργάνωσης. Και τίποτα μεγαλύτερο από την προσμονή για το επόμενο..

Πατρινό υστερόγραφο

Θα ήθελα να προλάβω ζωντανός, τουλάχιστον, ένα Φεστιβάλ που δε θα γίνει στο καπιταλιστικό περιβάλλον αλλά σε ανθρώπινο. Και επειδή είμαι 45... Τρέχουμε...

Τάδε έφη ζαραλίκος, στο ριζοσπάστη
Και του ευχόμαστε ολόψυχα να το προλάβει. Αλλά αν κι εφόσον (στην απίθανη περίπτωση που) δεν.. μπορεί να βολευτεί με υποκατάστατα και να πάει και στο φεστιβάλ της κόκκινης πάτρας, όπου κι εκεί πρέπει να έσπασε κάθε ρεκόρ προσέλευσης, καθώς οι ουρές ήταν ατελείωτες. Και κράτησαν ψηλά την προλεκάλτ σημαία, φέρνοντας δύο καλλιτέχνες που ήταν πέρσι σε τηλεοπτικό ριάλιτι, αλλά στάθηκαν λέει στο ύψος των περιστάσεων. Κατά τα άλλα, η γλυκερία αφιέρωσε τη δραπετσώνα στον πελετίδη, ενώ την πρώτη μέρα, ο μικρούτσικος σκέφτηκε πως, αφού δεν έχει ομιλία το πρόγραμμα, μπορεί να βγάλει αυτός μία δική του, ανάμεσα στα τραγούδια του.

Άντε και του χρόνου ακόμα περισσότεροι..

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Για τη δουλειά στους μαθητές

Χτες κυκλοφόρησαν μαζί με τον οδηγητή του σεπτέμβρη, οι θέσεις του κσ της κνε για το 11ο συνέδριο της οργάνωσης, που θα γίνει στο τέλος αυτής της χρονιάς, μαζί με το σχέδιο καταστατικού που προτείνεται προς ψήφιση· ένα σημαντικό κι ενδιαφέρον κείμενο, που πιάνει μια σειρά καίρια ζητήματα και δίνει πολλές αφορμές για πλούσια συζήτηση.

Αυτό που ξεχώρισα μεταξύ άλλων στο πρώτο ξεφύλλισμα, με ένα γρήγορο σκανάρισμα και μια διαγώνια ανάγνωση, είναι οι διάσπαρτες αναφορές για τη δουλειά στους μαθητές, την (ως ένα βαθμό) ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί στο μαθητικό κίνημα και τα άμεσα πρακτικά μέτρα που χρειάζονται για την αντιμετώπισή της.

Στη θέση 4, για την πορεία ανάπτυξης της κνε, αναφέρεται ενδεικτικά: η ΚΝΕ ανανέωσε τις γραμμές της σε όλους τους χώρους, αναδείχθηκαν νέα στελέχη, τροφοδότησε με νέα μέλη τις γραμμές του Κόμματος. Εκτιμάμε όμως ότι παραμένει ως δικό μας πρόβλημα, ξεκινώντας από το ΚΣ και τα άλλα καθοδηγητικά όργανα, οι καθυστερημένοι ρυθμοί στρατολογίας. Αφορά ιδιαίτερα στους μαθητές των ενιαίων και τεχνικών σχολείων, όπου υπήρξαν κενά στη συνεχή ανανέωση και ανάπτυξη, ζήτημα κρίσιμο για την ανάπτυξη της ΚΝΕ συνολικά.

Αυτό το τελευταίο αναπτύσσεται ξεχωριστά και στη θέση 30: «Η ανάπτυξη στους μαθητές είναι ζήτημα που καθορίζει την ανάπτυξη όλης της ΚΝΕ. Αποτελεί προϋπόθεση για την τροφοδότηση των γραμμών της ΚΝΕ στους χώρους δουλειάς, στις επαγγελματικές σχολές, στα ΤΕΙ και στα πανεπιστήμια» (η ιεράρχηση προφανώς δεν είναι τυχαία). Όπου εκτιμάται επίσης, και σωστά κατά τη γνώμη μου, πως τα μαθητικά φεστιβάλ είναι η καλύτερη προσπάθεια που έχει γίνει σε αυτή την κατεύθυνση (να μεγαλώσει δηλ η επιρροή της κνε στα σχολεία) και πρέπει να τη στηρίξουμε περισσότερο.

Στη θέση 23 τέλος, για το δυνάμωμα της συλλογικής αγωνιστικής δραστηριότητας μες στα σχολεία, σημειώνονται μια σειρά πρωτότυπες μορφές και μέσα: ταυτόχρονα ο προσανατολισμός μας βρίσκεται στην ανάπτυξη συλλογικών δραστηριοτήτων και ομάδων μουσικών, θεατρικών, έρευνας και συλλογικών εργασιών, αθλητικών, δημιουργίας εντύπων, site κι άλλων, με καλά δουλεμένο και προσαρμοσμένο περιεχόμενο και μορφή.
Γίνεται μια κριτική αναφορά στην πείρα των μαθητικών συντονιστικών πόλεων «τα οποία δημιουργήθηκαν κι έπαιξαν ρόλο σε φάσεις ανόδου των μαθητικών αγώνων για το συντονισμό της πάλης τους» αλλά «δεν μπόρεσαν και ίσως να μην μπορούσαν ούτως ή άλλως να αποτελέσουν μορφή μόνιμης συσπείρωσης των μαθητών».
Και μπαίνει ως στόχος και προς συζήτηση η ανάγκη «να περάσει σε ανώτερο επίπεδο η οργανωμένη έκφραση των μαθητών, τα μαθητικά συμβούλια, όχι με την έννοια μόνο ενός συντονισμού, αλλά από το επίπεδο του σχολείου σε επίπεδο πόλεων και πανελλαδικά με εκλεγμένα συμβούλια».

Από τη δική μου πλευρά θέλω να διατυπώσω συμπληρωματικά δυο –τρεις προσωπικές σκέψεις, χωρίς προφανώς να έχω συνολική εικόνα κι ολοκληρωμένη άποψη.

Όποιος σφος έχει κάνει έστω και μία εξόρμηση σε σχολείο, είναι σε θέση να καταλάβει νομίζω πως αν γενικά χρειάζεται ευελιξία, φαντασία και πρωτότυπες μέθοδοι, για να προσεγγίσουμε και να «ξεκουνήσουμε» τον κόσμο, με τους μαθητές αυτά τα στοιχεία απαιτούνται στο πολλαπλάσιο, λόγω και της ιδιαιτερότητας της ηλικίας. Κι αν δεν είσαι λίγο κοινωνικός και μαζικός, λίγο εξοικειωμένος με κάποια ζητήματα που μπορεί να κουβεντιάζουν μεταξύ τους (ηλεκτρονικά, αθλητικά, τηλεοπτικές σειρές) κινδυνεύεις να ιώσεις πως σας χωρίζει χάσμα γενεών, χωρίς να έχεις πατήσει καν τα πρώτα –άντα. Την ίδια περίπου γεύση που μπορεί να αποκομίσεις δηλ κι από ένα μαθητικό φεστιβάλ, με ένα εντελώς πλούσιο, ευέλικτο πρόγραμμα και τις δραστηριότητες τύπου παρκούρ, όπου έχεις ένα σωρό άγνωστες λέξεις κι αναρωτιέσαι πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουν εσύ μαθητής.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη και απαιτητική, καθώς στα σχολεία καλλιεργείται πολύ έντεχνα κι από χίλια κανάλια το στερεότυπο του δογματικού συντηρητικού κνίτη, που ζει πίσω από τον ήλιο και είναι κολλημένος στα πολιτικά και το κόμμα. Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο και μεγάλη μαγκιά για ένα μικρό συντροφάκο να κολυμπήσει μόνος του κόντρα στο ρεύμα, να εξηγήσει στους συμμαθητές του γιατί δεν έχει δικό του λογαριασμό στο φέις-μπουκ, ή τι επιφυλάξεις έχει για το μεγάλο χαφιέ του διαδικτύου (αν και υποψιάζομαι πως υπάρχει πλέον μεγαλύτερη ελαστικότητα, για αυτές ειδικά τις ηλικίες και πως η πιο «σκληρή» γραμμή του προηγούμενου διαστήματος είχε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, να σφίξει ο κλοιός και να εντοπιστούν κρούσματα, που εκφράζονται τώρα πια ανοιχτά από τις γνωστές ιστοσελίδες). Ή να στηρίξει θεωρητικά και στην πράξη την επιλογή του να απορρίψει όλα τα ναρκωτικά και τη ζωή με δόσεις –σε μια ηλικία που βιώνει έντονα πολλά αδιέξοδα και βρίσκει συχνά καταφύγιο στην απατηλή παρηγοριά των ουσιών.

Δε σταματάει όμως εκεί η καλλιέργεια του στερεότυπου, που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά το 08’ και τις διαδηλώσεις για τη δολοφονία του αλέξη γρηγορόπουλου, και ας ήταν η κνε αυτή που κινητοποίησε ίσως τους περισσότερους μαθητές εκείνο το μήνα –ας θυμηθούμε και την «αδέσποτη» σφαίρα που χτύπησε ένα μικρό σφο μαθητή στο περιστέρι, λίγες μέρες αργότερα. Το αποτύπωμα του δεκέμβρη μπορεί να έσβησε σταδιακά –όπως φαίνεται κι από τις τάσεις προτίμησης των αστυνομικών σχολών τα τελευταία χρόνια, που εξασφαλίζουν μια κάποια ‘σιγουριά’ εν μέσω κρίσης- αλλά έμεινε ανεξίτηλο ως προς την καχυποψία απέναντι στην οργάνωση κι εν γένει κάθε μορφή οργανωμένου κινήματος –που δεν εξαντλεί τη δική του δράση στα αντιμπατσικά αντανακλαστικά και τις εκτονώσεις λουδίτικου τύπου. Και διατηρήθηκε ως τάση, καθόλου τυχαία, αλλά ακριβώς γιατί καλλιεργήθηκε.

Στις νεότερες μαθητικές γενιές είναι αισθητή η επίδραση του δηλητηρίου των ναζιστικών φιδιών στις νεανικές συνειδήσεις. Η στρεβλή έκφραση της ανάγκης για συλλογικότητα και η προγονοπληξία, η υστερική αναζήτηση μιας αίσθησης ανωτερότητας που να ισοφαρίζει τις σφαλιάρες στην καθημερινή ζωή, βρίσκει το ιδανικό της συμπλήρωμα στις ανιστόρητες αναλύσεις και τον (ολοένα και λιγότερο) συγκαλυμμένο αντικομμουνισμό των σχολικών εγχειριδίων.
Ψάχνεις για το μεγαλείο, που σου μάθαν στο σχολείο, κι εγώ ξένος μετανάστης σου ελλάς.
Η απήχηση των φιδιών στις εργατικές συνοικίες και παιδιά με λαϊκή καταγωγή, καθιστά ακόμα πιο επιτακτικό το καθήκον να παρθούν πρωτοβουλίες και δράσεις για την άμεση αντιμετώπισή τους.

Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαμε να σημειώσουμε, πχ για τη δουλειά και το συντονισμό με τις λαϊκές επιτροπές, τις τοπικές κοβ, κτλ, όπου εκτός από την προσέγγιση και το «ταρακούνημα» του κόσμου, που γράφω και παραπάνω, χρειάζεται ίσως και το δικό μας ξεκούνημα από τη ρουτίνα και την πεπατημένη των περασμένων χρόνων, που έχει συγκεκριμένο ταβάνι και δυνατότητες. Αλλά αυτά δεν είναι της παρούσης.


Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, θα σταθώ στο σύνθημα που αναφέρεται στις θέσεις: «δίνουμε ζωή στο σχολείο, κάνουμε τη ζωή σχολείο». Για να συμπληρώσω πως το μεγαλύτερο σχολείο είναι αυτό της οργανωμένης πάλης, της καθημερινής δράσης από τις γραμμές της οργάνωσης. Και είναι στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, να θητεύσουν σε αυτό το σχολείο και να αφομοιώσουν πολλές γνώσεις, όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, κάθε ανήσυχο μυαλό και πρωτοπόρο στοιχείο.

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Μορφή και περιεχόμενο

Η μορφή και το περιεχόμενο συγκροτούν ένα δύσκολο κι απαιτητικό δίπολο. Κι είναι τέτοιο, γιατί η σχέση των δύο πόλων του απλώνει τα χωράφια της στη φιλοσοφία και τους νόμους της διαλεκτικής, την πολιτική οικονομία, την τέχνη και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ακόμα και στην αρχιτεκτονική ή την πολιτική και το άνοιγμα των συντρόφων.

Μια σχέση που απαιτεί να καταπιαστούμε με την χεγκελιανή διαλεκτική και τις κατηγορίες της Λογικής, με μεθοδολογικά ζητήματα στο Κεφάλαιο, που απασχόλησαν και σοβιετικούς μελετητές (τι είναι φαινόμενο και ουσία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και γιατί ο μαρξ ξεκινά από το εμπόρευμα;), τη σύνδεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, την αναζήτηση του πρωταρχικού στοιχείου και συνολικά της δυναμικής που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο πόλων.

Πέφτουμε πάνω της στην τέχνη, το στείρο φορμαλισμό των θεαματικών εφέ, της επιτηδευμένης πρόζας, των κενών καινοτομιών που στοχεύουν στη φτηνή εντυπωσιοθηρία και πνίγουν το μήνυμα, εφόσον υπάρχει, ή είναι τα ίδια το «μήνυμα». Αλλά και στον αντίστροφο «φορμαλισμό του περιεχομένου», την υποτίμηση των μορφών που θα το διαμεσολαβήσουν και της απλής αλήθειας πως οι ωραίες ιδέες και τα υψηλά νοήματα χρειάζονται κι αντίστοιχα εκφραστικά μέσα, για να μπορέσουν να αναδειχτούν, όπως τους αξίζει.

Τη συναντάμε στον προβληματισμό για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τις μορφές, τα ρεύματα και τις τεχνοτροπίες που μπορεί να χωρέσει και να μπολιάσει, τις καρικατουρίστικες εκδοχές του που τον φτωχαίνουν, τα αστικά στερεότυπα που τον παρουσιάζουν σκοπίμως φτωχό, αδικώντας και στρεβλώνοντας συνειδητά την εικόνα του.

Τη βρίσκουμε επίσης στις εργατικές κατοικίες και τα μουντά κτίρια-κουτιά που στέγαζαν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των σοσιαλιστικών χωρών αλλά και στην ηθελημένη άγνοια διάφορων αστικών πηγών για το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που κληρονόμησαν οι χώρες αυτές, την πιεστική ανάγκη να αντιμετωπίσουν πρωτίστως το πρακτικό (κι όχι το αισθητικό) κομμάτι και την καλλιτεχνική φαντασία που έρχεται ως το περιττό (που είναι απολύτως αναγκαίο) να επιδράσει και να δώσει τον τόνο, αφού πρώτα λυθεί το πρωταρχικό ζήτημα της επιβίωσης –όπως και έγινε δηλ σε μια σειρά άλλους τομείς, στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, χωρίς να εξαιρείται η αρχιτεκτονική.

Σε μια διαλεκτική σχέση, οι δύο πόλοι αλληλοπροϋποτίθονται αλληλοαποκλειόμενοι και τείνουν ενίοτε να μετατραπούν στο αντίθετό τους. Η μορφή τείνει να υποκαταστήσει το περιεχόμενο κι αυτό δεν αφορά μόνο την τέχνη ή τη ρουτίνα της κομματικής δουλειάς, που θα δούμε παρακάτω αλλά και τους ίδιους τους ανθρώπους, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξωτερική εμφάνιση, τη δική τους –που τη φροντίζουν διαρκώς κι αδιαλείπτως- και των ατόμων που τους προσελκύουν. Και έχουν μάθει να βρίσκουν και να εκτιμούν το ωραίο μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συσκευασίας.
Η ομορφιά δε μας αφήνει προφανώς αδιάφορους, αλλά πηγάζει από βαθύτερες ανθρώπινες κοίτες κι όχι μόνο από την οπτική μας αντανάκλαση.

Η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα. Το όνομά της είναι συνείδηση και το επώνυμό της αναγκαιότητα. Που δε ντύνεται με φρου-φρου, αρώματα και πομπώδεις διακηρύξεις για να καλύψει τις ρυτίδες της και την ταξική της ουσία. Δεν κρίνεται σε τυπικό, αφηρημένο επίπεδο, με αρνητικό πρόσημο, μόνο ως ελευθερία από τα φανερά δεσμά που μας σκλαβώνουν. Αλλά κυρίως στο πεδίο της πράξης, συγκεκριμένα, ως ουσιαστική δυνατότητα κι ελευθερία να πετύχουμε να κάνουμε κάτι.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, ο φορμαλισμός θα επιστρέφει κατ’ εξαίρεση ως κατάλοιπο της ανθρώπινης προϊστορίας, να στριμώχνει την πολύπλοκη πραγματικότητα σε έτοιμες φόρμουλες, στατιστικούς δείκτες και τυπολατρικές συμπεριφορές που βρίσκονται στον πυρήνα της επικράτησης της γραφειοκρατίας.
Στην πολιτική πρωτοπορία, ως προαπεικόνιση χαρακτηριστικών της κοινωνίας του μέλλοντος αλλά και στοιχείων που θα κουβαλάει ως κατάλοιπα, ο φορμαλισμός μπορεί να προκύψει από τα κουτάκια, την ασφάλεια της ρουτίνας, της συνήθειας, της οικείας πεπατημένης.

Πολλές φορές μας κριτικάρουν ότι πάσχουμε από την ανάποδη, υποτιμώντας τα μέσα και τη φόρμα που χρησιμοποιούμε. Δε φταίει δηλ αυτό που λέμε ως περιεχόμενο, αλλά ότι χρησιμοποιούμε μια δύσκολη, στρυφνή γλώσσα που μας οδηγεί στον γκρεμό, σαν τον ινστρούκτορα του τραμπάκουλα, και δεν είμαστε αρκετά επικοινωνιακοί. Ένας αστικός μύθος που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν παύει να είναι βασικά μύθος. Αφενός γιατί ο κόσμος φαίνεται να πείθεται πολλές φορές (ή να τρομοκρατείται, για να πειστεί) από πολύ πιο ξύλινο λόγο και έννοιες (ανάπτυξη, spreads, κτλ). Κι αφετέρου γιατί στο βάθος καταλαβαίνει συνήθως πολύ καλά τι του λένε οι κομμουνιστές και αν είναι αλήθεια, αλλά φοβάται να το ακολουθήσει, επιλέγοντας τον εύκολο δρόμο της κακίας. Η συνήθης κατακλείδα «καλά τα λέτε, αλλά δε γίνεται», είναι μια έμμεση αναγνώριση πως το βασικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού και όχι στο αν εξηγούμε ικανοποιητικά την πολιτική γραμμή μας.

Στο βαθμό που αδυνατεί πάντως να καταλάβει κάτι ο μέσος συνομιλητής μας, αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που του το σερβίρουμε με ωραίο περιτύλιγμα. Βλέπει δηλ έναν σύντροφο δεινό ρήτορα στην οθόνη, τον χαίρεται και τον απολαμβάνει κι είναι έτοιμος να τον παραδεχτεί, αλλά είναι ζήτημα τι του έχει μείνει στο τέλος απ’ όσα έχει ακούσει κι αν παραδέχεται κι αφομοιώνει το περιεχόμενο ή αυτόν που τα είπε ως προσωπικότητα.

Σχετικό με αυτό είναι κι ένα απόσπασμα από την μπροσούρα της ιε της κετουκε «κόμμα παντός καιρού», που λέει: Δεν είναι λίγες οι φορές που ορισμένοι φίλοι και οπαδοί εντυπωσιάζονται με αυτά τα στοιχεία (σ.σ.: για το μέγεθος της ψαλίδας στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου), και θεωρούν καλό προπαγανδιστή και πολιτικό στέλεχος αυτόν που χρησιμοποιεί καταιγισμό τέτοιων στοιχείων. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε η προπαγάνδα που αξιοποιεί τέτοια στοιχεία να μην τροφοδοτεί την κυρίαρχη άποψη ότι κάποιες οικογένειες ή κάποιοι όμιλοι ή βάρβαροι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες στηρίζουν αδικίες. Να μην καλλιεργεί τα περί κλεπτοκρατίας, αφήνοντας στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής (σελ 97).
Οι επισημάνσεις του αποσπάσματος είναι απολύτως σωστές ως περιεχόμενο, θα μπορούσαν όμως να δοθούν και με διαφορετική μορφή, χωρίς φωτογραφικές προεκτάσεις.

Δεν παύει ωστόσο να βασίζεται (ο μύθος που λέγαμε) σε πραγματικά γεγονότα κι αδυναμίες μας και μια υπαρκτή τάση υποτίμησης των μορφών που χρησιμοποιούμε –σε κάποια κείμενα, αφίσες, κτλ. Κι αν η μορφή είναι ο τρόπος οργάνωσης του περιεχομένου, είναι φως φανάρι πως η κακή οργάνωση ή η παντελής έλλειψή της δεν μπορεί παρά να επηρεάσει κι αυτό καθαυτό το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε.

Για να γίνει «μορφή του κινήματος» (με την καλή κι όχι με την ψωνίστικη έννοια) ένας σφος δεν είναι απαραίτητο να είναι όμορφος και με πέραση στις μάζες, αλλά να μην είναι άμορφος, να έχει δική του μορφή και να μην παίρνει το σχήμα που του δίνουν οι περιστάσεις, μία πολιτική απόφαση, ή πχ το τελευταίο βιβλίο που έτυχε να διαβάσει. Να οργανώνει το περιεχόμενο των γνώσεων, των ικανοτήτων του, της πολιτικής γραμμής που πρέπει να μεταδώσει, με το δικό του τρόπο, το ιδιαίτερο χρώμα της προσωπικότητάς του και με πρωτοτυπία, που είναι άλλωστε και τα στοιχεία εκείνα που χαιρόμαστε-θαυμάζουμε σε ένα σφο.

Σε κάθε περίπτωση, ο βασικός κίνδυνος είναι κάθε φορά αυτός που υποτιμούμε. Αν πάρουμε πχ την χαρτογράφηση των επιρροών, η υποτίμηση της μορφής φέρνει ένα ανοργάνωτο τρέξιμο χωρίς τέλος, όπου καταλήγουμε να κυνηγάμε την ουρά μας χωρίς σχέδιο· ενώ η προσκόλληση στον τύπο της διαδικασίας μας αφήνει με το «φακέλωμα» και τα κουτάκια στο κλείσιμο, που δε βοηθάν ουσιαστικά το πολιτικό άνοιγμα.


Το ζητούμενο δεν είναι η χρυσή τομή του μέσου όρου, αλλά η υπερνίκηση των υποκειμενικών μας αδυναμιών για να νικήσουμε τα αντικειμενικά εμπόδια και να δώσουμε μορφή σε έναν διαφορετικό κόσμο, που να στέκεται στο μπόι των ονείρων μας και των ανθρώπων.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Σύντροφέ μου σε γέλασαν

-Θυμάσαι ρε συ τον τάδε που ήταν παλιά στην όβα μας;
-Ε ναι, γιατί τι έγινε;
-Ε τον πέτυχα τις προάλλες και μου είπε πως σκέφτεται να το ρίξει στους άλλους.
-Ποιος ρε συ, ο τάδε; Αποκλείεται. Αφού μας την έβγαινε κριτικά από τα αριστερά.
-Κι όμως.

Μέχρι που συναντάς κι εσύ τον τάδε ή τον αντίστοιχο δείνα και βεβαιώνεσαι πως έτσι έχουν τα πράγματα. Και έτσι γκρεμίζεται μέσα σου η αφελής σιγουριά πως εσύ δεν έχεις στο δικό σου κύκλο κάποιους από τις διαρροές του ιούνη, που φτάσαμε στο 4,5%. Αυτά συμβαίνουν αλλού, σε κάποιους τρίτους, μακριά από εδώ, που δεν τους ξέρεις, που δεν τους ήξερε το κόμμα, να τους μιλήσει και να τους μεταπείσει. Ναι αλλά κάπως φτάσαμε στο 4,5%. Και στατιστικά δηλ να το πάρεις, δε γίνεται να είσαι εσύ η μόνη εξαίρεση και να μην ξέρεις κανέναν, γύρω-γύρω κυριακή και στη μέση σάββατο. Αν είναι έτσι και μας ψήφισαν όλοι οι γνωστοί μας, να αρχίσουμε τότε να κοιτιόμαστε μεταξύ μας.
Μήπως εσύ σύντροφε αναγνώστη;

Κι αρχίζεις λοιπόν μαζί του την κουβέντα, να φωτίσεις τις αιτίες που τον άφησαν μισό κι αγνώριστο σε σχέση με την εικόνα που είχες κρατήσει. Νομίζεις πως είσαι πιο διαλλακτικός από το μέσο όρο και θα τη βρείτε την άκρη. Κάνεις το λάθος να του δώσεις κι έναν πόντο δίκιο στην αρχή, να τον καλοπιάσεις κι ύστερα τρέχεις και δε φτάνεις, κυνηγώντας στον κατήφορο την πικρία που ξεχειλίζει. Για τον αυτόν που έκανε αυτό και για εκείνον που έκανε το άλλο, για έναν τρίτο που δεν του μίλησε ή του μίλησε άσχημα και καλύτερα να μην του μιλούσε, γιατί τώρα σίγουρα δε θα ξαναμιλήσουν, και ίσως να έχει κάποια δίκια και αυτός, αλλά πού να τα βρει, δεν ξέρεις και την άλλη πλευρά και δε θες να κάνεις το διαιτητή. Κι άντε να συμφωνήσεις για το ένα αλλά τι να κάνουμε τώρα, συμβαίνουν αυτά αλλά είναι η εξαίρεση στον κανόνα.

-Μα αφού ρε συ αυτοί προωθούνται στα όργανα, ο τάδε κι οι όμοιοί του, δεν το βλέπεις;
Όχι δεν το βλέπεις και δεν έχεις άποψη. Κι αν ακόμα υποθέσουμε πως ο χι-ψι είναι σκάρτος, εμείς γιατί είμαστε καλύτεροι δηλ; Το θέμα εξάλλου είναι να μάθουμε όλοι από τις βλακείες μας, κι εμείς κι αυτός, να γινόμαστε καλύτεροι, να ωριμάζουμε, να μη μένουμε στάσιμοι. Κι η οργάνωση είναι μεγάλο σχολείο για να μένεις συνέχεια στην ίδια τάξη. Κι έχει στις τάξεις της τα καλύτερα παιδιά, τα πιο εργατικά και φιλότιμα κι αριστούχους μαθητές από την καλύτερη τάξη: την εργατική.

Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχει ένα πλεονέκτημα σε αυτό, όταν παύεις να είσαι οργανωμένος, είναι πως γλιτώνεις τα βάρη και τα ζόρια της οργανωμένης ζωής και δράσης –που τόσο σου λείπει καμιά φορά τον πρώτο καιρό. Όχι από τον τάδε και το δείνα αλλά απ’ την πίεση και την καθημερινή τριβή, που φέρνει φθορά και γκρίνια πολλές φορές, αν δε νικήσει η συντροφικότητα. Και τότε μπορείς να το δεις το πράγμα από κάποια απόσταση, με καθαρό μυαλό και να τους αγαπήσεις όλους, με τα στραβά τους και τις αδυναμίες τους –και ποιος δεν έχει κουσούρια, στο κάτω-κάτω;

Κι ύστερα περνάμε στο πολιτικό κομμάτι, όπου καραφλιάζεις δικέ μου.. Είναι δυνατόν να στα λέει αυτά κάποιος που ήταν παλιότερα οργανωμένος; Όλη η σαβούρα και η προπαγάνδα των καναλιών συμπυκνωμένη σε κλισέ ατάκες και συνθήματα, «Το κουκουέ δε θέλει να κυβερνήσει…», «μα αφού δεν κάνει συνεργασίες..», «αυτούς δεν τους έχουμε δοκιμάσει..»! Κάθε καινούρια φράση και κεραμίδα. Όλα τα τυποποιημένα επιχειρήματα, στα οποία απαντούσαμε μαζί τόσα χρόνια στα αμφιθέατρα, να έρχεται να στα λέει τώρα ένας παλιός σύντροφος, λες και διέγραψε τα πάντα από το μυαλό του και βάρεσε επανεκκίνηση από το μηδέν.
-Πλάκα μου κάνεις έτσι;

Και τότε ξεσπάει και σου λέει πως κι εσύ είσαι κολλημένος σαν τους άλλους. Ε ναι ρε τσιμπητέ, αν αυτό είναι το δικό σου «ξεκόλλα», χίλιες φορές να είμαι κολλημένος κι ας με τσουβαλιάζεις με όποιον θες, σύντροφος είναι στην τελική, δεν πέρασε με τους άλλους. Έλα να μου γκρινιάξεις όσο θες, για ό,τι θες, αρκεί να συμφωνούμε πως το κόμμα, με τα καλά του και τα στραβά του –ας μη μαλώσουμε τώρα στην αναλογία- είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει, βασικά το μοναδικό στήριγμα που έχουμε. Αν δεν ξεκινάμε και δεν καταλήγουμε σε αυτό, άστο καλύτερα, πες μου για κάτι άλλο, γκομενικά, αθλητικά, ό,τι θες.

Σκέψου το λίγο κι από την πλευρά του οργανωμένου συντρόφου. Αν γίνεται καμιά φορά φορτικός είναι γιατί έχει δέκα λεπτά κήρυγμα, μία ώρα το πολύ να σου μιλήσει και να χωρέσει όσα θέλει να σου πει. Ενώ τις υπόλοιπες 23 είσαι έκθετος στη συστημική προπαγάνδα, άμεση ή έμμεση, και τους φορείς της, έμμισθους ή άμισθους, συνειδητούς ή μη, που σου υπαγορεύουν άλλη νοοτροπία κι ιδέες. Και από την άλλη ο μέσος σφος που έτρεχε αυτόν τον καιρό 23 ώρες τη μέρα, ακόμα και στον ύπνο του που λέει ο λόγος, και πιέζεται κι αγχώνεται, θέλει κι αυτός μια ώρα για τον εαυτό του, να δει δυο άλλους συντρόφους, να πουν τρεις κουβέντες, να αναλύσουν τα πράγματα, να αναπαράγει το πολιτικό του είδος με άλλα λόγια και να ξέρει πως το δίκιο είναι με το μέρος μας –όχι μεταφυσικά, αλλά να μην χρειάζεται να πείσει κανέναν γι’ αυτό. Ξέρεις πόσο ιερή είναι αυτή η μία ώρα, για να πας να του τη γεμίζεις με βλακείες και με αυτά που ακούει τις υπόλοιπες 23;

Θα μου πεις πως η συνείδηση είναι περίεργο πράγμα, που προχωρά και πισωγυρίζει και δεν μπορούμε να έχουμε τίποτα ως δεδομένο, ούτε και για εμάς τους ίδιους. Ναι αλλά υπάρχουν ξέρεις πισωγυρίσματα και πισωγυρίσματα. Εγώ μπορώ να καταλάβω να πικραθείς από διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις, να ραγίσει το γυαλί και να μην ξανακολλάει, να μας ψηφίζεις με μισή καρδιά ή να μη σου είναι εύκολο να απεργήσεις. Αλλά όχι να περάσεις στην απέναντι όχθη, με το πασόκ και τα γενόσημά του. Να ξεψειρίζεις δηλ το δικό μας αλεύρι για να το βγάλεις σκάρτο και ύστερα να θεωρητικοποιήσεις το βόλεμά σου και να προτιμάς τα πίτουρα και τις κότες. Όχι και να φτύνεις το παρελθόν σου και να μη σου έχει μείνει τίποτα από τόσα χρόνια στην οργάνωση, σα να πέρασες και να μην ακούμπησες.

Άλλωστε είναι και ζήτημα (όχι ηθικό, αξιοπρέπειας, αλλά) λογικής σε τελική ανάλυση να παραμένεις στοιχειωδώς συνεπής σε όσα έλεγες κάποτε. Εκτός και αν τα θεωρείς πια νεανική τρέλα, κατάλληλη για το ανέμελο φοιτηταριάτο, που δεν βγήκε ακόμα στην αγορά εργασίας να δουλέψει κι όχι για τους ενήλικες εργαζόμενους ή άνεργους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Αλλά πόση φιλοσοφική αφαίρεση να κάνει κι ο σύντροφος, όταν σου βγαίνει αυθόρμητα τόσο φόλα αντικουκουέ αντανακλαστικό;

Σκέφτομαι λοιπόν τη γενιά μας, που ξεκίνησε ελπιδοφόρα με τον αρσένη και τη γιουγκοσλαβία και κάνω νοερά ένα προσκλητήριο ζωντανών-νεκρών: πόσοι ήμασταν, πόσοι μείναμε, πόσοι είναι ακόμα οργανωμένοι, πόσοι κοντά στο κόμμα. Τι απέγινε όλος αυτός ο κόσμος; Τι ψηφίζει σήμερα; Μήπως φταίμε κάπου κι εμείς που τους παρατήσαμε και χάσαμε επαφές μαζί τους; Και φταίει άραγε η παλιά γραμμή, που στρατολογούσε «αβέρτα κι άκριτα», διαμορφώνοντας «δυσλειτουργικές οργανωτικές με σφους φαντάσματα»; Ή η πιο καινούρια, που «στένεψε τα κριτήρια» για όσους «είχαν κάνει κάποτε ένα πρώτο βήμα στις συνειδήσεις τους» κι έδρασαν μέσα από τις γραμμές μας; Μεγάλη κουβέντα και δεν είναι για να γίνει εδώ μάλλον.

Και τα δύο μπορεί. Ή βασικά τίποτα από τα δύο. Γιατί πάνω απ’ όλα, από γραμμές και τακτικές, υπάρχει κι η ατομική ευθύνη. Ο καθένας μας είναι μεγάλο παιδί κι έχει την ευθύνη των (μη) πράξεών του. Και εγώ προσωπικά δεν μπορώ να το παίξω αποστασιοποιημένος και ανώτερος. Δε δικαιολογώ κανέναν που είχε καταλάβει κάποτε πέντε πράγματα στη ζωή του, να κάνει σήμερα κωλοτούμπες, τάχα πως δεν καταλαβαίνει πια και να γίνεται (όχι σύντροφος) φάντασμα (αλλά) του αλλοτινού του εαυτού, που πλανάται πλάνην οικτράν και πάνω από την ευρώπη.

-Σύντροφέ μου σε γέλασαν. Μη γίνεις κι εσύ φάντασμα του εαυτού σου. Είναι θέμα αξιοπρέπειας και λογικής πάνω απ’ όλα..

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Α-αντι-αντι-ιμπεριαλίστα


Το τελευταίο διάστημα ποικίλες αφορμές «γαργάλησαν» το θυμικό της κε του μπλοκ για αυτήν την ανάρτηση. Από τον βαθιά ειρωνικό και προλεκάλτ συνάμα τίτλο «ένας είναι ο εχθρός ο αντι-ιμπεριαλισμός;» μιας επιστολής στον πρόσφατο προσυνεδριακό διάλογο του κόμματος, που είχε στο τέλος κι ένα.. ρητορικό ερωτηματικό με προφανή απάντηση. Και το διασκευασμένο σύνθημα «στον καπιταλισμό καμιά υποταγή, η μόνη υπερδύναμη είναι οι λαοί» που φωνάξαμε στην πορεία αλληλεγγύης για το λαϊκό ξέσπασμα στη γείτονα τουρκία. Μέχρι το αντι-ιμπεριαλιστικό διήμερο της οργάνωσης, που ξεκινά σήμερα στη σούδα και συνεχίζει για εικοστή δεύτερη συνεχή χρονιά, πάντα με το ίδιο όνομα, γιατί θα ήταν άστοχο κι αστείο ίσως να μετονομαστεί.

Έτσι, η κε του μπλοκ προχώρησε σε μερικές ιντριγκαδόρικες υποθέσεις, με χαλαρή καλοκαιρινή διάθεση και μοναδικό προφανή σκοπό το.. (αυτο)τρολάρισμα, προκειμένου να βγουν πολιτικά συμπεράσματα και το απαραίτητο ηθικό δίδαγμα για το επαναστατικό προτσές.

Αν παίρναμε λοιπόν το κλαδί να το λυγίσουμε από τη μία πλευρά, τότε το διήμερο της οργάνωσης θα λεγόταν αντικαπιταλιστικό και θα διαδηλώναμε στη σούδα έξω από τις καπιταλιστικές βάσεις του αμερικανονατοϊκού καπιταλισμού που γίνονται ορμητήριο για τις καπιταλιστικές επεμβάσεις του ανά την υφήλιο, φωνάζοντας συνθήματα όπως: «ένας είναι ο εχθρός, ο καπιταλισμός» και «οι καπιταλιστές τη γη ξαναμοιράζουν, με των λαών το αίμα τα σύνορα χαράζουν», καταγγέλλοντας το βρώμικο παιχνίδι συμφερόντων και τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις που αναπτύσσονται στην περιοχή με τους αγωγούς και τους υπόλοιπους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Και τώρα ας το λυγίσουμε από την ανάποδη κι ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το αντίστροφο σκηνικό με τα αντίστοιχα συνθήματα που θα φωνάζαμε στην αυριανή πορεία.
Ματ βία αυταρχισμός, αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός.
Ή εναλλακτικά, ανθρώπινος δε γίνεται ο ιμπεριαλισμός.
Και επίσης
Το μέλλον μας δεν είναι ο ιμπεριαλισμός, είναι…
Όπα, στάσου λίγο. Αν είναι να είμαστε συνεπείς πούροι αντι-ιμπεριαλιστές, δε μπορεί να έχουμε μαξιμαλιστικές αναφορές σε επαναστάσεις και κομμουνισμούς, που τρομάζουν κι απομακρύνουν τον κόσμο. Οπότε πρέπει να προσαρμόσουμε κάπως το σύνθημα.
Το μέλλον μας δεν είναι ο ιμπεριαλισμός, είναι το μεταβατικό πρόγραμμα κι η εθνική ανεξαρτησία.
Πολύ καλύτερα έτσι. Θέλει λίγη δουλειά η ρίμα και το μέτρο βέβαια, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο.

Στο βραδινό γλέντι μετά την πορεία, θα διασκεδάζαμε με καζαντζίδη και θα διασκευάζαμε τους στίχους από τη μαντουβάλα. Όχι όπως στους απαράδεκτους, που έκαναν όλα τα φωνήεντα γιώτα. Μιντιβίλι, ιγίπι γλικί μι, λιχτιρί νι ίρθις στιν ιγκιλί μι.
Αλλά με ταξικό νόημα, από τη σκοπιά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Καπιτάλα κουφάλα μεγάλη (τιριριν, τιριριν…)
Λαχταρώ να σου φάω το κεφάλι (τιριριν, τιριριν…)
Εκτός κι αν κρινόταν και αυτή η αναφορά αριστερίστικη και το αλλάζαμε σε «ιμπεριάλα». Παλιο-ιμπεριαλόσκυλα θα πεθάνετε..

Αυτή η νέα κατάσταση θα επηρέαζε αναπόφευκτα και τα συνθήματα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου. Οι συμπαθείς τροτσκιστές του σεκ πχ θα έτρεχαν σαν παλαβά παιδιά χαρά γεμάτα και θα συνόδευαν το χορευτικό τους με την πολεμική ιαχή α-αντι-αντι-ιμπεριαλίστα (που θα ‘κοβε το αίμα κάθε φασίστα από τα γέλια). Από όπου προέκυψε κι ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης.

Σκέψου επίσης το μαρξ να ‘χε προλάβει τη στροφή στον 20ό αιώνα και το μεταίχμιο της μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο και αντί για το Κεφάλαιο (das Kapital) να είχε γράψει για το Imperium –την αυτοκρατορία- πολύ πριν από τους χαρντ και νέγκρι. Και την πάλαι ποτέ σοβαρή συνιστώσα, που ανακαλύπτει εκ νέου το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας, να επαναθεμελιώσει τις θεωρητικές της αναλύσεις και να κάνει λόγο για «ολοκληρωτικό ιμπεριαλισμό» ως μετεξέλιξη του ανώτερου σταδίου που έβαζε ο βλαδίμηρος. Τείνοντας όμως έτσι προς τη θεωρία του υπερκαπιταλισμού και τις υπερταξικές αναλύσεις του καρλ κάουτσκι. Κι είναι ζήτημα να προσέξεις και να μη μπερδέψεις τους καρόλους κατά το προτσές της επαναθεμελίωσης.

Κι έτσι θα αντιστρέφονταν όλα και ο καπιταλισμός θα ήταν το ανώτερο στάδιο του ιμπεριαλισμού· της ιστορίας των υποτελών εθνών, των προτεκτοράτων και του οικονομικού επεκτατισμού (sic). Το ίδιο σχηματικά με την αντίληψη που μας λέει πως η επαναστατική συνείδηση πρέπει υποχρεωτικά να περάσει στο προτσές της διαμόρφωσής της απ’ τη φάση ενός θολού αντι-ιμπεριαλισμού, προτού φτάσει δια της συνεχούς ωρίμανσης στο ανώτατο στάδιο της αντικαπιταλιστικής συνείδησης και στην πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Και να τα αντιπαραθέτει χρονικά, αντί να μάθει να τα συνδέει διαλεκτικά.

Και ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα από όλα αυτά σφε αναγνώστη; Τι θέλει να μας πει άραγε η κε του μπλοκ; Α, τίποτα ιδιαίτερο. Απλά πως οι μονομέρειες κάθε είδους είναι κακό πράγμα κι αντίκεινται στη διαλεκτική σκέψη, φτωχαίνοντας τους ορίζοντες της δικής μας.
Κι όσο για το (αντι-ιμπεριαλιστικό) διήμερο, ό,τι αξιόλογο προκύψει κι υποπέσει στις κεραίες της κε θα καταγραφεί ξεχωριστά.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Φάε ένα σύντροφο (Β' Μέρος)

Μετά την απροσδόκητη επιτυχία του πρώτου μέρους με τις κατηγορίες συντρόφων και τις ορδές πιστών του mikeius που έφτασαν εδώ από τον τοίχο του στο facebook, έρχεται το δεύτερο μέρος, που όλοι περίμεναν, έχοντας ως αποκλειστικό του στόχο: περισσότερο σοσιαλισμό, περισσότερες ταμπέλες. Έχουμε και λέμε.

Ο σύντροφος φάντασμα
Πλανάται κάπου πάνω από την οργάνωση και στοιχειώνει την οργανωτική κάποιας όβας, αγνοώντας κι ο ίδιος ακόμα την ύπαρξή του σε αυτήν. Δεν έχει πατήσει ποτέ στα γραφεία, απαντά από σπάνια ως ποτέ στα τηλέφωνα (όταν δεν έχει φραγή κλήσεων) και ταλαιπωρεί άσκοπα τους συντρόφους που έχουν αναλάβει να τον βρουν και να τον ειδοποιήσουν. Αν κατά λάθος απαντήσει σε κάποιο τηλέφωνο από αριθμό που δεν ξέρει, σου κλείνει ραντεβού για συνάντηση και δεν έρχεται ποτέ. Κάποιοι σφοι ορκίζονται ότι τον έχουν δει και του έχουν μιλήσει, αλλά το πιθανότερο είναι ότι λένε ψέματα για να εντυπωσιάσουν τους υπόλοιπους.
Αγαπημένο μέρος όπου συχνάζει: η λίμνη του λοχ νες.

-Συμπληρωματικά με τον σύντροφο φάντασμα υπάρχει ο σύντροφος με πιστοποιημένη ύπαρξη, που δεν έρχεται ποτέ σε εξορμήσεις και λοιπά χαμαλίκια, γιατί θα έχει μάθημα, χορό, στίβο, άι κίντο, πολυάσχολη κοινωνική ζωή, ή γιατί έχει ξενυχτήσει συνειδητά το προηγούμενο βράδυ, και το πρωί δεν τον ξυπνάει τίποτα. Είδος που βαίνει προς εξαφάνιση μετά την αναβάθμιση των κριτηρίων για να είναι κανείς σύντροφος.

Ο οικοδόμος
Λαϊκό παιδί, το γιαπί, το πυλοφόρι, το μυστρί, που δεν μπορεί τις φλυαρίες, τα θέλει σταράτα και τα λέει τσεκουράτα. Έχει αλάνθαστο, ταξικό ένστικτο και μυρίζεται τα παπατζιλίκια από χιλιόμετρα. Στελεχώνουν την πρώτη γραμμή της περιφρούρησης και στις καταμετρήσεις τους αφιερώνουμε το σύνθημα που όλους μας ενώνει: έρχονται οι οικοδόμοι. Το τελευταίο διάστημα είναι κατά κανόνα χωρίς δουλειά, μακροχρόνια άνεργος και διψάει για εκδίκηση για το θάνατο του κοτζαρίδη.
Αγαπημένα αξεσουάρ: ένα κοντόξυλο στον ώμο ή παρά πόδα. Κι ο ρίζος στην κωλότσεπη ενός φαρδιού τζιν που του πέφτει αποκαλύπτοντας την ουρίτσα.

Ο καλός ρήτορας
Πρωταγωνιστεί στις συνελεύσεις, ταπώνει τους αντιπάλους μας και συνδυάζει συνδικαλιά και ουσία. Με δυο λόγια μιλάει περίπου σαν το μπογιόπουλο κι έχει συνήθως αντίστοιχο γκελ και στο γυναικείο φύλο, συντρόφισσες και μη. Alter ego του η πανέμορφη, δραστήρια συντρόφισσα, που γίνεται καθοδηγήτρια, ξυπνάει τα φαλλοκρατικά ένστικτα των αντιπάλων, αλλά τους έχει όλους και στο τέλος κανείς δε μπορεί να της πει «όχι».
Αγαπημένη κίνηση: το χτύπημα του χεριού στο τραπέζι, για να επιβάλει ησυχία πριν αρχίσει να μιλάει.

Ο γκρινιάρης
Είναι ο σύντροφος που του φταίνε οι πάντες και τα πάντα κι έχει να πει μια κακή κουβέντα για όλα, σαν το ομώνυμο στρουμφάκι. Από την υψηλή πολιτική και τα στελέχη, μέχρι τη μουσική στα πάρτι και μια στραβά κολλημένη αφίσα. Εάν παρ’ ελπίδα κάτι πάει καλά, τότε αυτό συνέβη α: ενάντια στις αρχές του ιστορικού υλισμού και β: μαζί με κάνα δυο στραβά που μόνο αυτός θα έχει εντοπίσει και τα οποία αναιρούν κάθε τι καλό. Εάν όντως δεν έχει πάει καλά, τότε νιώθει την κρυφή ηδονή της δικαίωσης να ρέει στο φάρυγγα. Η καλύτερή του είναι στις συνελεύσεις των οβ, όπου μπορεί να βάλει ευθέως εναντίον της κομμουνιστικής αισιοδοξίας και κάθε κακώς κείμενου, χωρίς να μπορεί να τον διακόψει κανείς για πέντε λεπτά. Καλύτερα όμως να τα λέει εκεί, παρά να μαυρίζει τις καρδιές των απ’ έξω.
Αγαπημένες φράσεις: «δεν πάμε καλά», «τα ‘λεγα εγώ», «μου τη δίνει...»

Η αιώνια επιρροή
Ο συναγωνιστής που όλοι τον νομίζουν για οργανωμένο σύντροφο, αλλά δεν είναι. Έχει καταλάβει το ζόρι που τραβάνε οι από μέσα κι έχει ‘βολευτεί’ στη γλύκα του απ’ έξω, όπου του κάνουν όλα τα χατίρια, μπας και τον καλοπιάσουν. Κι εν μέρει τη βρίσκει να ρίχνει χυλόπιτες στις προτάσεις στρατολόγησης που του κάνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιες φορές όμως τον πιάνουν οι τύψεις και τρέχει περισσότερο κι απ’ τους οργανωμένους. Κατά κανόνα οργανώνεται όταν δεν το περιμένει κανείς, έχουν χάσει όλοι κάθε ελπίδα κι έχουν συμβιβαστεί με την απόρριψη.
Αγαπημένο φαγητό: οι χυλοπίτες

Ο διανοούμενος
Είναι ο σύντροφος που έχει διαβάσει και ξέρει απ’ έξω τα άπαντα λένιν, στάλιν, μαρξ, ένγκελς, ρόζας, γκράμσι, μάο τσετουνγκ από κλασικούς και του μάκη μαΐλη από τους σύγχρονους. Έχει ένα τσιτάτο για κάθε περίσταση κι ένα αντίδοτο για κάθε τσιτάτο των αντιπάλων. Απορεί γιατί κόπηκε το ένθετο της ιδεολογίας στον κυριακάτικο ρίζο, και γιατί η κομεπ δε γίνεται μηνιαία. Όταν οι άλλοι στο τραπεζάκι μιλάνε για γκόμενες, αυτός διαβάζει το βιβλίο της αλέκας για το γυναικείο ζήτημα. Κι όταν βρίσκει ομοίους του μπλέκει σε ατέρμονες συζητήσεις για το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό και τον ισπανικό εμφύλιο. Και τότε το βλέπεις να χάνεται ψηλά, στον κόσμο των ιδεών, και να κινδυνεύει να χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Αγαπημένο ελαφρύ ανάγνωσμα για την παραλία: το Αντι-ντίρινγκ

Ο καλλιτέχνης
Είναι ο σύντροφος που άντεξε σε όλη τη δίωρη διάλεξη της μηλιαρονικολάκη στο φεστιβάλ για τη ρώσικη πρωτοπορία, ρούφηξε κάθε της λέξη και την ανέλυσε μετά με άλλους συντρόφους απ’ την (κ)όβα καλλιτεχνών. Φέρει βαρέως την αποτυχία και το κλείσιμο του συρμού. Τραβάει μαζί του μεγάλες παρέες συντρόφων στα αφιερώματα του σινεμά τριανόν, αλλά στο τέλος καταλήγει μόνος του σε μια άδεια, σκοτεινή αίθουσα. Ξέρει για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό όσα γνωρίζει ο διανοούμενος για τους κλασικούς, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε κι άλλα ρεύματα, για να καλύψει τις σουρεάλ τάσεις του. Ονειρεύεται μια πολιτιστική επανάσταση στις γραμμές της οργάνωσης και ριζική ανανέωση στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα του φεστιβάλ, αλλά πάντα θα βρεθεί ένας κάφρος σφος να τον γειώσει στην πεζή πραγματικότητα. Αναλαμβάνει πολιτιστικός υπεύθυνος –ελλείψει άλλου- κι έχει μεγαλεπήβολα σχέδια για ψαγμένα πράγματα, που όμως σκοντάφτουν στην αδιαφορία των άλλων συντρόφων να τα υλοποιήσουν ή στα οικονομικά του κόμματος.
Αγαπημένο του έργο: το λευκό πάνω στο λευκό.

Ο τρεντοσύντροφος-σφισσα
Ο σύντροφος με γυαλί, μαλλί και παντελόνι lee, που ντύνεται και διασκεδάζει σαν δαπίτης. Αλλά αν του το πεις, θα σου απαντήσει ότι είναι μες στις μάζες και δεν είναι αντικοινωνικός σαν κι εσένα. Στα φεστιβάλ βασικά βαριέται και βρίσκει καταφύγιο στο κουβανέζικο μπαρ που είναι ό,τι πιο trendy υπάρχει στον χώρο. Απεχθάνεται το φραπέ και τις ρετσίνες, τις υπόγειες ταβέρνες και τα σκοτεινά καταγώγια όπου τον τραβάει συνήθως η όβα του. Γίνεται όμως party animal κάθε χρόνο στις απόκριες, στα πάρτι της οργάνωσης και σε ό,τι άλλο περιέχει μπίτια. Απαντάται συχνότερα ως είδος στη νομική, την ασοεε και τις καινούριες γενιές εν γένει. Πάει συμπλήρωμα με δυο παλιότερους, μαλλιάδες συντρόφους σε στιλ γερουσίας στο μάπετ σόου, να σχολιάζουν πώς έχει καταντήσει η νέα γενιά.
Αγαπημένο ποτό: daquiry φράουλα. Μότο ζωής: μα γιατί να χαρίζουμε σύντροφοι τη μύκονο στους αστούς;

Ο αριστεριστής σύντροφος
Σύντροφος που προοριζόταν για εαακίτης, αλλά έμπλεξε με καλές παρέες και σώθηκε. Φοράει συνήθως σανδάλια και σαλβάρια. Κάνει ελεύθερο κάμπινγκ με τζιβάτους και μπαφάτους, χωρίς να είναι απαραίτητα τέτοιος. Ακούει μάλαμα και θανάση και πιστεύει ότι φέρνουμε τον λάθος παπακωνσταντίνου στα φεστιβάλ, όπου βρίσκει παρηγοριά στη μπάντα μπασότι. Πιστεύει ότι το 89’ κάναμε λάθος με τον τζανετάκη (αλλά δεν το λέει παραέξω) και θέλει να φωνάξει με πάθος το σύνθημα για τον τεμπονέρα (που ζει, ζει...) αλλά επικρατεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και το πνίγει μέσα του. Δεν του αρέσει να λέμε φρικιά τους αναρχικούς κι αριστεριστές τους εξωκοινοβουλευτικούς –τουλάχιστον όχι μπροστά του. Οι πιο πολλές παρέες του είναι φρικιά κι αριστεριστές, αλλά οι σχέσεις τους δοκιμάστηκαν σκληρά μετά το απεργιακό διήμερο του περασμένου οκτώβρη.
Αγαπημένο βιβλίο: ο αριστερισμός του λένιν.
Φράση που ακούει συνήθως: «κι οι κολλημένοι οι κνίτες... δεν εννοώ εσένα, εσύ δεν είσαι σαν αυτούς..»

Υπάρχει επίσης ο κουτσομπόλης σύντροφος (αγαπημένη του φράση: «τα ‘μαθες;» και τα άλλα τα τρώει ο δαίμων της λογοκρισίας) κι ο κλασικός ο μαλάκας ο σύντροφος (γεωργίου speaking) που δεν καταλαβαίνει τι του λες, ή πάει και γράφει αυτά που δεν πρέπει στο διαδίκτυο και τους εκθέτει όλους. Καλή ώρα...


Αν υπήρχε επόμενο μέρος (που μάλλον δεν...) θα αφορούσε τους διάφορους τύπους αριστερών, πλην λακεδαιμονίων που τους εξαντλήσαμε σήμερα. Γίνονται δεκτές κάθε είδους παρατηρήσεις ενστάσεις και προτάσεις για άλλες προσθήκες.