Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Ακόμα μια φορά περί μετάβασης

Το τελευταίο φύλλο του πριν περιείχε ένα άρθρο κριτικής στο κόμμα για τη στάση του στο ζήτημα της εκλογής πτδ (ότι δηλ δεν κατεβάζει τον κόσμο στους δρόμους και σε απεργίες (!) τις μέρες των ψηφοφοριών), το οποίο απασχόλησε και κάποια κόκκινα ιστολόγια. Αναφέρω παρεμπιπτόντως –και συμπληρωματικά σε όσα λέει εδώ ο trash- πως τα σωματεία (και βασικά οι οργανώσεις) του χώρου μπορεί να μην κατέβηκαν σε απεργιακή κινητοποίηση, αλλά συμμετείχαν στη χτεσινή συγκέντρωση στο σύνταγμα, στο περιθώριο της δεύτερης ψηφοφορίας, που είχε έντονα αντάριζα χαρακτηριστικά και διεκδικούσε… έλα ντε. Ομολογώ πως αυτό το σημείο δεν το κατάλαβα πολύ καλά. Πιθανότατα κάτι σαν «αστικό πατατάκι» αλλά από φιλολαϊκή σκοπιά, με το λαό στο τιμόνι των εξελίξεων, ξέρω γω. Ένα ακόμα ελπιδοφόρο κίνημα (το κίνημα-πατατάκι), που έρχεται να προστεθεί στο μεγάλο κίνημα της πατάτας κι άλλες αντίστοιχες σύγχρονες μορφές «αγωνιστικής διεκδίκησης».

Η κριτική του συγκεκριμένου άρθρου ωστόσο δεν ήταν η καλύτερη στιγμή του κυριακάτικου φύλλου –πιθανότατα κέρδισε την προσοχή των κόκκινων ιστογράφων, επειδή κυκλοφόρησε και διαδικτυακά την επόμενη μέρα. Στην ίδια σελίδα πάντως, μπορεί να διαβάσει κανείς στο κομμάτι του παναγιώτη μαυροειδή τα εξής:

Το ΚΚΕ σηκώνει τους τόνους απέναντι στο κεφάλαιο και την ΕΕ, αλλά ως εκεί. Στόχος ανατροπής της κανιβαλικής πολιτικής δεν τίθεται επί τάπητος, ούτε υπηρετείται από αντίστοιχη μαχητική ανατρεπτική δράση στο εργατικό κίνημα. Το δίπτυχο της απάντησης είναι τούτο: Από τη μια, ελεγχόμενοι αγώνες χαμηλής έντασης (τελευταία μάλιστα υπό τη σκέπη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ), με αιτήματα «ανακούφισης» ίδια με αυτά του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, κομματική συσπείρωση, προπαγάνδα και κοινοβουλευτική ενίσχυση, στην προοπτικής της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας». Και από εδώ ως εκεί; Η μόνη απάντηση είναι αυτή που είχε δοθεί στο πρόσφατο συνέδριό του: Χάος και τυχαιότητα, δηλαδή «σε κάποιο παροξυσμό μιας κρίσης ή πολέμου, όλα μπορούν να συμβούν».

Για να πω τη μαύρη αλήθεια μου, δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς θεωρείται αγώνας χαμηλής έντασης, αλλά υποθέτω πως στον αντίποδά τους, ως αγώνες υψηλής έντασης (220 βολτ, νιώθω στο κορμί να με χτυπούν), λογίζονται προφανώς οι χτεσινές συγκεντρώσεις –που έχουν τελείως διαφορετικά αιτήματα από του σύριζα και δεν υποτάσσονται στον κυβερνητικό κρετινισμό του- οι πορείες της 6ης δεκέμβρη κι η αναιμική παρουσία του συντονισμού στην τελευταία απεργία, όπου μπορεί να συμπορεύτηκε και πάλι με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της γσεε, αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν κι υπό τη σκέπη της –και αν δεν καταλαβαίνεις πόσο βαθιά διαλεκτική κρύβεται σε αυτή την τακτική σφε αναγνώστη, φταίει το δογματικό μας το μυαλό και τίποτα άλλο.

Ας μείνουμε λίγο παραπάνω όμως σε αυτή την τελευταία φράση: χάος και τυχαιότητα. Κι η αντίθετη γραμμή θα μπορούσε να συνοψιστεί σε εκείνο το στίχο του άσιμου: όλα στο πρόγραμμα, όλα με σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα. Που όπως είδαμε και στην χτεσινή ανάρτηση, έχει πολλά κοινά στοιχεία με την επανάσταση.

Σε κάποιο παλιότερο κείμενό του ο μαυροειδής έγραφε πως το (περιβόητο) μεταβατικό πρόγραμμα παίζει κατά κάποιον τρόπο με την άγνοια κινδύνου του λαού, στον οποίο απευθύνεται. Αυτό βέβαια μπορεί να φαντάζει πολύ καλή τακτική, για να ρίξεις μια άπειρη και συνεσταλμένη κοπέλα που έχεις βάλει στο μάτι, προβάλλοντας το μεταβατικό αίτημα να της δείξεις πχ μια φοβερή συλλογή δίσκων, ενώ ο τελικός σου σκοπός είναι άλλος. Όχι όμως και για να πέσει μια πολύπειρη αστική εξουσία, που κρατάει δεμένο χειροπόδαρα το λαό με χίλια δεσμά και πρωτίστως με την απειλή του φόβου –στον οποίο ακριβώς παραπέμπει η φράση περί άγνοιας κινδύνου, που είδαμε παραπάνω. Λες και μπορούμε να οδηγηθούμε στην επαναστατική μετάβαση ξεγελώντας τους φόβους ενός μαγκωμένου λαού, χωρίς μια συνολική προοπτική που θα τον εμπνέει και θα τον θέσει δυναμικά στο πρσκήνιο.

Το βασικό πρόβλημα των διάφορων μεταβατικών σχεδίων επί χάρτου που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς, είναι πως δε σχεδιάζουν τη συγκέντρωση δυνάμεων για το επαναστατικό άλμα - πέρασμα, αλλά στην πραγματικότητα καταλήγουν να αναιρούν αυτό το τελευταίο και να το υποκαθιστούν με μια σειρά μικρά μεταβατικά βήματα –ή ελαφρά πηδηματάκια, όπως συνηθίζουμε να τα λέμε- που, όταν δεν καταλήγουν στο κενό, απλώς σημαίνουν (την) υποχώρηση από τις απαιτήσεις των καιρών ως προς τις απαντήσεις που δίνουμε. Αντί για μια πολυκύμαντη άνοδο του επαναστατικού κινήματος, γεμάτη ζιγκ-ζαγκ, πισωγυρίσματα και αντιφάσεις, έχουμε μια ευθύγραμμη, εξελικτική πορεία από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και από τις μεταρρυθμίσεις στην επανάσταση. Ο πλούτος και η ευελιξία της κίνησης του κοινωνικού προτσές, των μορφών που μπορεί να πάρει το επαναστατικό πέρασμα και των διόδων μέσα από τις οποίες θα εκδηλωθεί, βαφτίζεται χάος και τυχαιότητα. Και επιχειρείται –όχι να προβλεφτεί στα βασικά του χαρακτηριστικά, αλλά- να προεξοφληθεί και να κλειστεί σε ένα προκαθορισμένο καλούπι, αδόκιμο και ρεφορμιστικό, ως το μόνο ικανό τάχα, για την προσέγγιση της επαναστατικής διαδικασίας –που μολαταύτα καθίσταται περιττή.

Το ίδιο πρόβλημα παραμένει σε άλλες προσεγγίσεις, όπως του ρούση στο τελευταίο του βιβλίο, όπου συνδέει τη μετάβαση με τον κυβερνητικό κρίκο, καταλήγοντας να απαντά στο διαχρονικό και επίκαιρο ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που είχε θέσει στην εποχή της η λούξεμπουργκ, ένα αμφίσημο «και τα δύο», με το δεύτερο να παραπέμπεται σε κάποιο απώτερο μέλλον. Αλλά πώς προκύπτει η επαναστατική συνείδηση, εφόσον στην αστική κοινωνία η κυρίαρχη ιδεολογία θα είναι πάντα η ιδεολογία της κυρίαρχης αστικής τάξη; Ο ρούσης δε συνδέει την επαναστατική αλλαγή των συνειδήσεων μόνο με τη ραγδαία μεταβολή τους κατά την επαναστατική περίοδο, οπότε και σπάνε συνήθειες και αποστήματα χρόνων. Αλλά με μια μεταβατική περίοδο και ένα μεταβατικό, κοινωνικό είναι που θα καθορίσει αντίστοιχα και την κοινωνική συνείδηση. Με άλλα λόγια παραδέχεται ανοιχτά σχεδόν την παρεμβολή ενός ενδιάμεσου μεταβατικού σταδίου, καταφέρνοντας τουλάχιστον να είναι πιο συνεπής στη λογική του μεταβατικού προγράμματος (και της κυβέρνησης που θα κληθεί να το εφαρμόσει) από ό,τι άλλες πιο «ριζοσπαστικές» εκδοχές του, που αρνούνται θεωρητικά την ανάγκη διαμεσολάβησης ενός τέτοιου κρίκου.

Σε παλιότερες αναρτήσεις, είχαμε αναφερθεί αναλυτικά και σε άλλες πτυχές σχετικά με τη μετάβαση και τη διαμόρφωση της επαναστατικής συνείδησης: την κατηγορία περί οικονομισμού και προβολής στενά οικονομικών, συνδικαλιστικών αιτημάτων. Την κατηγορία για εμμονή στην ιδεολογική ζύμωση κι υποτίμηση της σημασίας του πολιτικού αγώνα, των ενδιάμεσων πολιτικών στόχων και της ανάγκης να πειστούν οι μάζες από τους την εμπειρία. Δεν κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να επεκταθούμε και εδώ.

Περνάμε λοιπόν στον προγραμματικό λόγο του κουκουέ. Το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου είχε βασικά πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα, που είναι καλύτερο να αναλυθούν ξεχωριστά σε κάποια άλλη ανάρτηση και να μην τα περάσουμε επί τροχάδην. Αναφέρω ενδεικτικά στη δεύτερη κατηγορία κάποιες ασαφείς διατυπώσεις-θέσεις (πχ «μπορεί να προκύψει κυβέρνηση», που μπορεί να σημαίνει «δύναται», αλλά και «ενδέχεται») που προσπαθούσαν μάλλον να συγκεράσει διαφορετικές πολιτικές λογικές. Και στην πρώτη κατηγορία την εμπεριστατωμένη ανάλυση του χαρακτήρα του ααδμ και κάποιων προεπαναστατικών ενδεχόμενων, που θα καλούνταν να αντιμετωπίσει. Το νέο πρόγραμμα του κόμματος δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη ανάλυση, καθώς δίνει βάρος στην περιγραφή της κοινωνίας για την οποία καλούνται να παλέψουν οι κομμουνιστές που οργανώνονται στο κόμμα.

Πώς θα φτάσουμε ως εκεί όμως; Οι επεξεργασίες του κόμματος συνδέουν την επαναστατική κατάσταση αφενός με τον αντικειμενικό παράγοντα –τον οποίο καλείται να αξιοποιήσει, εφόσον είναι σε ετοιμότητα, ο υποκειμενικός- και αφετέρου με την όξυνση των αντιθέσεων του συστήματος και το ενδεχόμενο να οδηγήσουν σε κάποια πολεμική σύγκρουση.
Αν κάποιος διαφωνεί με τα παραπάνω, έρχεται πιθανότατα σε σύγκρουση όχι με «τον ηγετικό πυρήνα του κουκουέ», αλλά με την ιστορική πείρα όλων σχεδόν των επαναστατικών εγχειρημάτων και τα παραδείγματα που μας προσφέρουν για να μελετήσουμε και να βγάλουμε συμπεράσματα. Αν πάλι κάποιος θεωρεί πως πρέπει να σκύψουμε επισταμένα πάνω σε αυτή την πείρα, εξειδικεύοντας τα σχετικά συμπεράσματα και τις επεξεργασίες μας, θα με βρει προσωπικά σύμφωνο.

Η όποια εξειδίκευση δεν μπορεί φυσικά να καταλήγει σε έτοιμες συνταγές για την κουζίνα του μέλλοντος κι εγκεφαλικά επεξεργασμένα σχέδια –που επικαλούνται την τακτική ευελιξία, χωρίς να έχουν καν τη λογική δοκιμής-απόρριψης μέσων και συνθημάτων. Το περιβόητο μεταβατικό πρόγραμμα παραμένει εδώ και μερικά χρόνια ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως γεννήθηκε στο μυαλό των επινοητών του.
Αυτή η ανάλυση πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξηγεί πώς θα δυναμώσει αποφασιστικά το εργατικό κίνημα, πώς θα ανέβει σημαντικά η ικανότητά του να διεκδικεί και να αποσπά επιμέρους κατακτήσεις που να ανεβάζουν την αυτοπεποίθησή του και το γενικό αγωνιστικό φρόνημα, πώς θα ανέβει το επίπεδο συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης. Στα πλαίσια αυτά, η πρόταση του κουκουέ, όπως την καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, βάζει τα εξής σημαντικά ζητήματα: πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται, μακριά από τη λογική της ανάθεσης και τις κυβερνητικές αυταπάτες που τάχα θα φέρουν άμεσες λύσεις (το μόνο άμεσο, αλλά και μακροχρόνιο θα είναι η απογοήτευση, απ’ όσους τρέφουν φρούδες ελπίδες). Κι είναι κομβικά ζητήματα, που –αν δεν τα βάζει μόνο αυτό, πάντως- το κόμμα τα θέτει με μεγαλύτερη συνέπεια από οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη.

Υστερόγραφα
-Τα παραπάνω λέγονται χωρίς καμία διάθεση-δόση αυταρέσκειας κι ευλογίας γενιών «μπαρμπαρόσα, νικήσαμε, ζήτω και γεια». Το ζήτημα της σύνδεσης του πολέμου με την επαναστατική κατάσταση είναι κομβικό και δεν έχει εξεταστεί όσο αναλυτικά χρειάζεται. Αλλά δεν είναι δυνατό να στριμωχτεί στα όρια ενός υστερόγραφου.

-Είναι άδικο ωστόσο να μην αναγνωρίσει κανείς τη θαυμαστή ευελιξία του εξωκοινοβουλευτικού χυλού εν όψει των εκλογών, και τις συγκυριακές συμμαχίες που κλείνουν μεδιαδικασίες φαστ-τρακ, χωρίς να περάσουν καν από κάποια συνδιάσκεψη ή κάποια αντίστοιχη διαδικασία. Αλλά και αυτό το θέμα έχει αρκετό ζουμί (και πλάκα), για να το εξαντλήσουμε σε ένα υστερόγραφο.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Το συνεδριακό 2013

Το 2013 ήταν μια μεστή συνεδριακή χρονιά για όλο σχεδόν το φάσμα του πολιτικού σκηνικού στην ελλάδα, από τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, μέχρι και διάφορες εξωκοινουβουλευτικές οργανώσεις με μικρότερη δύναμη. Συγκεκριμένα την χρονιά που διανύουμε, έλαβαν χώρα το συνέδριο της νδ, του πασόκ, το πρώτο συνέδριο των ανεξάρτητων ελλήνων και του ενιαίου πολυτασικού σύριζα. Τον απρίλη έγιναν οι εργασίες του 19ου συνεδρίου του κουκουέ, που είχε προγραμματικό χαρακτήρα και ψήφισε νέο πρόγραμμα και καταστατικό. Τη σκυτάλη πήραν στο δεύτερο μισό της χρονιάς το τρίτο συνέδριο του ναρ που ενέκρινε τη νέα προγραμματική διακήρυξη του ρεύματος, και το πρόσφατο συνέδριο της δημάρ, ενώ πρέπει να έγινε και το 13ο συνέδριο –αν δεν κάνω λάθος στο μέτρημα- του εεκ του σάββα μιχαήλ, που πραγματοποιεί τα συνέδριά του σε ετήσια βάση.

Στο διεθνές επίπεδο ξεχωρίζει το πρόσφατο συνέδριο του αγγλικού swp, της μητρικής οργάνωσης του δικού μας σεκ, το οποίο οδήγησε στη διάσπασή του ή τέλος πάντων κάποια ρήξη στο εσωτερικό του, χωρίς να γίνουν ευρύτερα αντιληπτοί οι ακριβείς λόγοι. Περισσότερη διάδοση έχουν γνωρίσει κάποια –κάπως κίτρινης υφής ίσως- σχόλια περί σύγκρουσης δύο ομάδων που αλληλοκατηγορούνται μεταξύ άλλων και για σεξιστικές συμπεριφορές, χωρίς όμως να μπορώ βεβαιώσω θετικά αν διαθέτουν κάποια βάση. Υπάρχουν πάντως μερικές δημόσιες επιστολές αποχώρησης μελών και στελεχών του, που μπορεί να διαβάσει κανείς για να βγάλει κάποια συμπεράσματα, όπως αυτή.

Αν λοιπόν ο ιστορικός του μέλλοντος θέλει να μελετήσει το πολιτικό τοπίο στην χώρα μας, η χρονιά αυτή θα του πρόσφερε πλούσιο κι ενδιαφέρον υλικό, μετά από μια περίοδο έντονων διεργασιών και ανακατατάξεων που άφησαν το σημάδι τους σ’ όλους σχεδόν τους χώρους, επηρεάζοντας άμεσα τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Είναι χαρακτηριστικό πχ πως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, από τη βουλή που αναδείχτηκε το 2009, καμία κοινοβουλευτική ομάδα –πλην λακεδαιμονίων- δεν τερμάτισε τη θητεία της με την ίδια σύνθεση που είχε στο ξεκίνημά της.

Ακόμα και το κόμμα ωστόσο δεν έφτασε ακριβώς απρόσκοπτα στο συνέδριό του, εξαιτίας κυρίως του άσχημου εκλογικού αποτελέσματος του ιουνίου, του θορύβου που προκάλεσε η ηλεκτρονική αντιπολίτευση, αλλά και της σπέκουλας του αστικού τύπου, που επιχείρησε να αξιοποιήσει όσες διαφωνίες εκφράστηκαν στον προσυνεδριακό, για να δημιουργήσει κλίμα. Κι αυτό που έμεινε στη λεγόμενη κοινή γνώμη –που δεν έχει δική της γνώμη και δανείζεται αυτή των μμε- δεν ήταν φυσικά η συζήτηση για το καινούριο πρόγραμμα, αλλά ότι έφυγε ο μπογιόπουλος, γιατί κάποιοι τον έφαγαν μπαμπέσικα. Αλλά αν τους έκοβε και τον έβαζαν, το κκε θα σάρωνε και θα έβγαινε πρώτο κόμμα, φτιάχνοντας μια αριστερή κυβέρνηση…

Θα είχε ενδιαφέρον λοιπόν μια μελέτη που θα εξέταζε πόσο και με ποιον τρόπο επέδρασε η οικονομική –και πολιτική κατ’ επέκταση- κρίση στα πολιτικά κόμματα, τη δύναμή τους, αλλά πρωτίστως τον προγραμματικό τους λόγο και την τακτική τους, την εκτίμησή τους για τη θέση της ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και τα πολιτικά καθήκοντα που απορρέουν από αυτή. Καθώς επίσης και μια συγκριτική ανάλυση που θα έπαιρνε κομμάτι-κομμάτι τα συνεδριακά τους ντοκουμέντα και θα αξιολογούσε συνολικά την πολιτική τους πρόταση και το πώς αντιλαμβάνονται την προοπτική εξόδου από την κρίση. Δηλώνω εξ αρχής ότι αυτό ξεπερνά τις δυνατότητες και τις προθέσεις της κε του μπλοκ, θέλω όμως να σημειώσω ένα σοβαρό πλεονέκτημα κι αντιστοίχως ένα σημαντικό μειονέκτημα που παρουσιάζει αυτή η προσπάθεια, ξεκινώντας από το τελευταίο.

Το βασικό πρόβλημα ξεκινά από τον χαρακτήρα αυτών των συνεδρίων και της αστικής πολιτικής εν γένει. Στην οποία, όπως έλεγε ο εθνάρχης τριανταφυλλίδης, υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δε γίνονται κι αντιστρόφως, πράγματα που γίνονται χωρίς να λέγονται δημόσια. Τα αστικά κόμματα δεν καθορίζουν το πρόγραμμα και την πολιτική τους με τις συνεδριακές τους επεξεργασίες. Συνήθως συντάσσουν προγραμματικές διακηρύξεις προεκλογικού τύπου για επικοινωνιακή κατανάλωση (όπως το ζάππειο 1 και οι συναρπαστικές του συνέχειες), ενώ τα συνέδριά τους περιστρέφονται με προσωποκεντρικά κριτήρια γύρω από την εκλογή αρχηγού και τους συσχετισμούς στα ηγετικά κλιμάκια. Όσο για τη συλλογική, δημοκρατική λειτουργία τους, αυτή διαμορφώνεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση της βουλής, του ιερού ναού της δημοκρατίας κι όσων εξόχως δημοκρατικών συμβαίνουν εκεί –διαγραφές μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας με αρχηγικές αποφάσεις και συνοπτικές διαδικασίες μερικών λεπτών.

Αντίστοιχες τάσεις εκδηλώνονται αντικειμενικά και στον οπορτουνιστικό χώρο. Στο σύριζα πχ οι πολιτικές αντιθέσεις συγκαλύπτονται με ένα πέπλο ενότητας και μεταφέρονται στον (πολυτασικό, διαπλατφορμικό) ανταγωνισμό για την αντιπροσώπευση των τάσεων στο ανώτερο όργανο. Ενώ στην ανταρσύα –που δε συνιστά ωστόσο πολιτικό κόμμα, αλλά μετωπικό σχήμα- κάθε συνιστώσα ακολουθεί κατά βάση δική της μετωπική λογική, ανεξάρτητα έως κι ενάντια στις αποφάσεις και τους όρους που έθεσε η πανελλαδική της συνδιάσκεψη, οι οποίοι έχουν προφανώς κάπως… προαιρετικό χαρακτήρα.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πολυγλωσσία στον πολιτικό τους λόγο, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την κριτική ή και πολεμική ακόμα στις συγκεκριμένες θέσεις κάθε χώρου. Παρόλα αυτά ο επιμένων νικά κι ανταμείβεται –κι εδώ ερχόμαστε στο θετικό της υπόθεσης. Όποιος βρει δύναμη και υπομονή να μελετήσει διεξοδικά τα επίσημα ντοκουμέντα και τις επεξεργασίες, ιδίως των κομμάτων εξουσίας, θα αλιεύσει ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες ομολογίες και στοιχεία άγνωστα στον πολύ κόσμο, που θα φανούν χρήσιμα για την αποκάλυψη του πραγματικού χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων. Όπως λέει και το τηλεοπτικό, αστυνομικό κλισέ: ό,τι έχουν πει, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. Κι ίσως αποδειχθεί πολύ βοηθητικό για να γίνει συγκεκριμένη κριτική σε χώρους όπως η χρυσή αυγή για παράδειγμα, όπου για έναν κόσμο δε σημαίνει τίποτα η κριτική που εστιάζει στη φασιστική της ιδεολογία και του χρειάζονται χειροπιαστά παραδείγματα, για να πειστεί.

Τι κρατάμε λοιπόν στο κλείσιμο αυτής της σύντομης αναφοράς; Όπως αναφέρθηκε πριν, απαιτείται καταρχάς μια συστηματική συγκριτική μελέτη, που ξεπερνάει τα όρια και τις προθέσεις του μπλοκ. Αντ’ αυτού θα περιοριστώ σε κάποια ερωτήματα που προέκυψαν από τη φετινή πείρα, κατά τη δική μου αντίληψη.

Το βασικό για ένα συνέδριο είναι να προετοιμάσει θεωρητικά τα κομματικά μέλη για τα ζητήματα που εξετάζει, να διασφαλίσει την ενεργό κι ουσιαστική συμμετοχή τους. Να ευνοήσει την έρευνα και την αναζήτηση, να βγουν μελέτες και μπροσούρες που να φωτίζουν κρίσιμες πτυχές, να συνοδεύουν τα συνεδριακά ντοκουμέντα, εξοπλίζοντας το κομματικό δυναμικό. Να ανοίξει πλατιά τη συζήτηση και να εκφράζει στα υλικά του, ακόμα και στη μορφή ή τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, την έγνοια να καταστούν προσιτά και να διαδοθούν, να γίνουν κτήμα των λαϊκών μαζών, να εντάξει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο στην προσυνεδριακή διαδικασία, τον εμπλουτισμό, τη διαμόρφωση προτάσεων. Να δίνει το πρωτογενές υλικό και τα αριθμητικά στοιχεία  (στρατολόγηση, επιρροή σε συνδικάτα, συμμετοχή σε απεργίες) για να γίνονται συγκεκριμένες εκτιμήσεις και να βγαίνουν συμπεράσματα, να ελέγχεται και να γενικεύεται η πείρα του προηγούμενου διαστήματος.

Να αλλάξει ριζικά την εικόνα του συντρόφου που συμμετέχει τυπικά σε μια διαδικασία, που διαβάζει διαγώνια και διεκπεραιωτικά τις θέσεις ή τσιτάρει μηχανικά μερικά αποσπάσματα για να δείξει πως έχει εμβαθύνει. Να καλλιεργήσει σε κάθε σύντροφο τη δυνατότητα να κάνει αφαιρέσεις και σε αυτή τη βάση –και όχι έξω από αυτήν- να εξειδικεύει στον χώρο του. Να σκέφτεται δημιουργικά, για να αφομοιώνει τη σημασία ενός συνεδρίου, να γνωρίζει τι μπαίνει στο επίκεντρο, τι επικαιροποιείται και τι αλλάζει. Και να αρχίσει τελικά ο καθένας μας να βάζει γόνιμους προβληματισμούς για ζητήματα, που δεν έχουν και τόσο αυτονόητες απαντήσεις.

Ποια είναι η ακριβής διαδικασία που ακολουθείται σε ένα συνέδριο; Ποιες αλλαγές έχουν γίνει κατά καιρούς σε αυτή τη διαδικασία; Γιατί κρατούσαν περισσότερες μέρες αυτές οι διαδικασίες παλιότερα; Ποια ήταν η πείρα από τη διεξαγωγή τους σε ετήσια βάση και γιατί εγκαταλείφθηκε ως επιλογή; Και γιατί γράφονταν και ψηφίζονταν ξεχωριστά, αν δεν κάνω λάθος, πολλές ξεχωριστές εισηγήσεις από τα μέλη του πολιτικού γραφείου;


Αυτές είναι μερικές ενδεικτικές αφιλτράριστες απορίες σε σχετικά εμβρυακή μορφή. Τις αφήνω εδώ κι επιφυλάσσομαι να τις αναπτύξω καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα σε κάποια μελλοντική ανάρτηση.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Μια απάντηση σε ανθρωποφάγους

Είναι καιρός τώρα που η πολιτική γλίτσα βαφτίζεται κριτική. Βάζει τα καλά της και το μανδύα της σοβαροφάνειας, ξεχειλίζει από διαδικτυακούς υπονόμους κι έρχεται να κολλήσει πάνω σε οτιδήποτε βρεθεί στο διάβα της. Και όσο πλησιάζουν οι μέρες για τη διεξαγωγή του συνεδρίου, θα αυξάνεται εκθετικά, επιχειρώντας να σκεπάσει κάθε λογική που διαφωνεί μαζί της δια της αλάνθαστης μεθόδου της επανάληψης: πες-πες, κάτι θα μείνει.
Τίποτα το καινούριο, τίποτα το μη αναμενόμενο σε αυτές τις πρακτικές. Αυτό δε σημαίνει όμως πως θα μείνουν κι αναπάντητες.

Μες σε αυτόν τον ορυμαγδό λοιπόν, ήρθε να δέσει το γλυκό με ένα κείμενο του βασίλη λιόση στον εργατικό αγώνα, που απαντά σε κάποια κείμενα και σχόλια στο διαδίκτυο, που αφορούν το πρόσωπό του, τις πολιτικές του απόψεις και την ηθική του υπόσταση. Και για να το κάνουμε πιο λιανά, απαντά σε μια πρόσφατη ανάρτηση της κε του μπλοκ για το ζήτημα της (αλληλ)εξάρτησης –που μέρος της αναδημοσίευσε και το αδελφό ιστολόγιο redfly planet- και σε κάποια σχόλια αναγνωστών, που ακολούθησαν.

Ο κ. λιόσης λοιπόν (δεν τον αναφέρω με τα αρχικά βλ, για να μην προκληθεί σύγχυση με τα αρχικά του βλαδίμηρου και μπερδευτούν κάποιοι), αφού σημειώνει αρχικά πως ο κομμουνιστής διακρίνεται στην πολιτική αντιπαράθεση από ήθος, διαλεκτική σκέψη και σεβασμό στο συνομιλητή, λέει ότι το ύφος αυτών των κειμένων χαρακτηρίζει όσους τα έγραψαν και δεν τον αφορά, για να προχωρήσει στην ουσία του ζητήματος και στον ανώνυμο συντάκτη ενός από αυτά τα κείμενα (δηλ σε εμένα).

Ναι, αλλά προτού περάσουμε στην ουσία του ζητήματος, θαυμάζοντας τον τόσο υψηλό πολιτικό πολιτισμό του κ. λιόση, ας σταθούμε ξανά σε όσα μας λέει εισαγωγικά, για να δούμε πώς εφαρμόζει ο ίδιος τις «αρχές του κομμουνιστή» στην πολιτική αντιπαράθεση.

Καταρχάς όσοι παρακολουθούν στοιχειωδώς το μπλοκ γνωρίζουν πολύ καλά εάν και κατά πόσο υπογράφω ως ανώνυμος τα κείμενά μου –θα αρκούσε πχ να διαβάσει κανείς τα σχόλια κάποιων αναγνωστών και να ανατρέξει στις στήλες του προσυνεδριακού στις 29/3, για να βρει την επιστολή μου και τα πλήρη στοιχεία μου. Εν πάση περιπτώσει ο κ. λιόσης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει το όνομά μου, θα μπορούσε ωστόσο να το ζητήσει απλά από την πολιτική του παρέα, που έχει φροντίσει κατά καιρούς να με ενοχλήσει τηλεφωνικά για διάφορα ζητήματα (χωρίς να τους έχω δώσει ποτέ τον αριθμό μου) και προφανώς γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ το ονοματεπώνυμό μου.

Όπως και να ‘χει όμως, αγγίζει τα όρια της γραφικότητας να μιλάει απαξιωτικά για «ανώνυμους συντάκτες» ο αρθρογράφος μιας ιστοσελίδας, όπου παρελαύνουν οι διάφοροι χαρκοβίτες, θεοδώρου, πραξιάδηδες, κοκ, που δεν έχουν το θάρρος να υπογράψουν επώνυμα τις βαθυστόχαστες αναλύσεις τους. Και την ίδια στιγμή να ενοχλείται από ανώνυμα σχόλια –προφανώς γιατί δεν έχει συνηθίσει να έχει σχόλια και αντίλογο στην ιστοσελίδα που αρθρογραφεί.

Πάει πολύ να μιλάει για «ανθρωποφαγία» της άλλης άποψης στον τίτλο του κειμένου του ο αρθρογράφος μιας ιστοσελίδας, που έχει βγάλει από την κοιλιά της απίθανα σενάρια συνωμοσίας, όπως το δήθεν κομπρεμί της ηγεσίας του κκε με τη φυλλάδατου εφοπλιστή μαρινάκη –για να θυμηθούμε το πιο πρόσφατο! Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κομμουνιστική στάση και την ιδεολογική αντιπαράθεση; Σε τι διαφέρουν πρακτικά απ’ τον χυδαίο αντικομμουνισμό και τους δημοφιλείς του μύθους για τα κότερα του χαρίλαου και τις κομματικές μετοχές στο γερμανό; {εκτός κι αν έχουν αλλάξει κι επ’ αυτού ακόμα κι ετοιμάζονται να προβούν σε σχετικές αποκαλύψεις}.
Με τόσο ποιοτική πολιτική αντιπαράθεση ακόμα και τους ανανεωτές του 91’ να είχε για αντίπαλό του ο εργατικός αγώνας, θα τους καθιστούσε τόσο συμπαθείς, που θα νικούσαν με… ποσοστά τσαουσέσκου –για να θυμηθούμε και τους πολιτικούς δεσμούς των ανανεωτών με τη ρουμανία.

Είναι εντελώς έωλη η σύνδεση που επιχειρεί ο κ. λιόσης μεταξύ της κριτικής που δέχεται και των πρόσφατων άρθρων μαΐλη-μεντρέκα στο ρίζο, ή των ανώνυμων σχολίων που τον επέκριναν –όλα μαζί στο ίδιο τσουβάλι.
Κι είναι προκλητικά αστείο να αφήνει υπονοούμενα περί κεντρικής συνεννόησης του κόμματος με blog που έχουν αναλάβει την υπεράσπιση της ηγεσίας του κόμματος! Προφανώς ο κ. λιόσης κρίνει τους άλλους εξ ιδίων, με το μέτρο της διαδικτυακής του ομάδας και των πρακτικών της. Ίσως ο κ. λιόσης να υπονοεί –αλλά να μη θέλει να το πει ευθέως- όσα διασκεδαστικά μου καταλογίζει, με διαφορά λίγων ημερών, στη σχετική ανάρτηση ένας σχολιαστής με το ψευδώνυμο «κόκκινος». Κι αν ακολουθήσουμε το εξίσου διασκεδαστικό σκεπτικό του κ. λιόση, νομιμοποιούμαστε κι εμείς με τη σειρά μας να υποθέσουμε ότι το σχόλιο αυτό γράφτηκε πιθανότατα κατόπιν συνεννόησης με το επιτελείο του ΕΑ ή και με τον ίδιο τον κ. λιόση.
Κι ας έρθουν μετά να συζητήσουμε τι προσμοιάζει στη λούμπεν ηθική και τι όχι. Κι ας βρουν αν μπορούν έστω κι ένα σημείο, με αντίστοιχο πνεύμα στις αναρτήσεις του μπλοκ που έχουν την ετικέτα «λιόσης» και ασχολήθηκαν με το βιβλίο του.

Πέρα από αυτά όμως, όποιος θέλει να λέγεται κομμουνιστής πρέπει να διακρίνεται στην πολιτική αντιπαράθεση κι από μια στοιχειώδη τιμιότητα –ακόμα κι αν είναι τίμιος οπορτουνιστής και δεν το έχει καταλάβει. Κι αυτή η στοιχειώδης τιμιότητα επιβάλλει, όταν αναφέρεσαι κριτικά σε ένα κείμενο, να δίνεις τουλάχιστον τη δυνατότητα να υπάρξει αντίλογος, ή έστω να παραπέμπεις σε αυτό με κάποιον ηλεκτρονικό σύνδεσμο (link), ή στην χειρότερη να το αναφέρεις ονομαστικά, για να δώσεις την ευκαιρία στον αναγνώστη να το διαβάσει και να βγάλει δικά του ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Αλλά αυτές οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις δεν ανήκουν στις βασικές αρχές του κ. λιόση και της ιστοσελίδας του. Αντ’ αυτού ο κ. λιόσης αποφεύγει να βάλει παραπομπές ακόμα και στις δικές του τοποθετήσεις σε προηγούμενους προσυνεδριακούς διαλόγους, του 15ου και του 18ου, ποντάροντας ίσως στο γεγονός ότι ο αναγνώστης του θα δώσει πίστη σε όσα του γράφει και δε θα ψάξει να βρει μόνος του τα ντοκουμέντα, για να τα αντιπαραβάλει με τις θέσεις που υποστηρίζει σήμερα ο αρθρογράφος του ΕΑ.

Μετά από αυτά, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να πούμε για την ουσία του ζητήματος. Στο κάτω-κάτω η πρόθεσή μου δεν ήταν μόνο να δείξω την αναντιστοιχία των θέσεων που είχε κατά καιρούς ο κ. λιόσης –όπως κάνουν κάποιες ιστοσελίδες που ειδικεύονται στην ενόργανη. Αλλά την εκπληκτική μονομέρεια που διακρίνει κάποιους αναλυτές προκειμένου να τεκμηριώσουν ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα· κι η οποία φτάνει σε τέτοιο σημείο που να αναιρεί ακόμα και προηγούμενες δικές τους αναλύσεις, φτωχαίνοντας απελπιστικά την όποια αντιπαράθεση.
Αυτό είναι το σπουδαίο «λαβράκι» που έπιασε με την ανάρτησή της η κε του μπλοκ και κάνει πως δεν καταλαβαίνει ο κ. λιόσης.

Στο κάτω-κάτω η αλλαγή μιας θέση ή μιας πολιτικής εκτίμησης δεν είναι απαραίτητα κάτι μεμπτό. Αρκεί φυσικά να αναγνωρίζεται και να εξηγείται επαρκώς με πειστικά επιχειρήματα.
Εκτός κι αν ο κ. λιόσης έχει ήσυχη τη συνείδησή του, που ενώ δέκα χρόνια πριν αναγνώριζε ότι δεν υπάρχει αλληλεξάρτηση γενικά, παρά μόνο ανισότιμη κι ετεροβαρής, στο βιβλίο του ξιφουλκεί κατά της αλληλεξάρτησης γενικώς κι αορίστως, χρεώνοντάς της στο κκε· και ξεπετά την έννοια της ανισότιμης αλληλεξάρτησης με μια ξώφαλτση αναφορά, χωρίς να την απορρίπτει –ούτε και να λέει τίποτα ουσιαστικό.

Εκτός κι αν θεωρεί έντιμο απ’ την πλευρά του να κατακεραυνώνει το κκε, αλλά να βγάζει στα πούπουλα με την κριτική του το ναρ, που έχει την ίδια ακριβώς γενική εκτίμηση περί ανισότιμης αλληλεξάρτησης· και να προσπαθεί να αποδείξει (με την αρθρογραφία του δελαστίκ κι επιχειρήματα τραβηγμένα από τα μαλλιά) ότι το ρεύμα έχει αλλάξει τη θέση του σε αυτό το ζήτημα –είτε γιατί το βιβλίο του βγήκε από το εκδοτικό του κψμ και στρογγυλεύει την κριτική του, είτε γιατί συμπίπτει η άποψή του με το ναρ στο πολιτικό δια ταύτα και τα μεταβατικά αιτήματα, που αναλύονται και στον εργατικό αγώνα.

Ή εκτός κι αν είναι λογικό τέλος να απορρίπτει στα λόγια τη θεωρία των σταδίων, εξαντλώντας την όποια κριτική αποτίμηση κυρίως στο 8ο συνέδριο του κκε, χωρίς να σταθεί κατ’ ουσίαν αυτοκριτικά στη μπρεζνιεφική περίοδο και τις αντίστοιχες προγραμματικές επεξεργασίες του διεθνούς κι εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος εκείνης της περιόδου (ενιαία επαναστατική διαδικασία με δύο στάδια).

Όλο το ζουμί στα ρητορικά ερωτήματα που θέτει ο κ. λιόσης στο τέλος, είναι αυτό όπου αναρωτιέται για τις επιλεκτικές ευαισθησίες των επικριτών του, που δεν ασκούν αντίστοιχη κριτική και στις πολιτικές κυβιστήσεις της ελένης μπέλλου, μέλους του πολιτ-μπιρό της κετουκε. Σα να λέμε δηλ με απλά λόγια: εντάξει οι δικές μου κωλοτούμπες, αλλά αφού κι αυτή έκανε, γιατί δεν της λέτε τίποτα;
Κι έτσι ομολογεί έμμεσα, με εκπληκτικό τρόπο, αυτό που προσπαθεί να καταρρίψει σε όλο το υπόλοιπο κείμενό του.

Όλα τα παραπάνω και βασικά η επίθεση σε κάποια ιστολόγια δεν είναι παρά σπασμωδικές κινήσεις πανικού, που μαρτυρούν τον εκνευρισμό και την πίεση που νιώθουν ο κ. λιόσης και η ομάδα του, τόσο στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης, όσο κι από τα ίδια τα γεγονότα που τους προσπερνούν. Η τελευταία τους ελπίδα για να πιαστούν ήταν οι διαφωνίες που εκφράστηκαν στον προσυνεδριακό διάλογο. Αλλά όσες διαφωνίες κι αν έχει ένας σύντροφος, όποια αφετηρία κι αν έχουν οι ανησυχίες του για το κόμμα, δε μπορεί να ταυτίζεται με τον αντικομματικό οχετό αυτής της ιστοσελίδας, που μόνο σε λούμπεν στοιχεία ταιριάζει, όπως λέει και μια ψυχή.
Και τα λέω αυτά χωρίς να έχω καθόλου σίγουρο ότι θα υπερψήφιζα το σχέδιο προγράμματος και το καταστατικό, αν ήμουν κομματικό μέλος –είτε γιατί δεν έχω πειστεί απόλυτα σε διάφορα ζητήματα, είτε ακόμα γιατί με πιάνει το αντιδραστικό μου πολλές φορές με τις ανεπαρκείς εξηγήσεις. Έτερον-εκάτερον όμως..

Σε κάθε περίπτωση, ο κατήφορος είναι μονόδρομος, όπως φαίνεται, για τους συντελεστές του εργατικού αγώνα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσουν να προκαλούν ντόρο γύρω από το όνομά τους και να έχουν κάποια «αξία χρήσης» και λόγο ύπαρξης. Γιατί σε όλα τα άλλα επίπεδα, έχουν χάσει το παιχνίδι κατά κράτος..
Αντί επιλόγου λοιπόν μπορούμε να αφιερώσουμε στον κ. λιόση (και την ομάδα του) το κλείσιμο από το δικό του κείμενο –με τις απαραίτητες αλλαγές στα υποκείμενα.

Ο λαός περιμένει έναν πολιτικό φορέα που να τον καθοδηγήσει, να τον οργανώσει, να αντισταθεί, να του δώσει ελπίδα και πολιτική πρόταση. Αντ’ αυτού βλέπει τον εργατικό αγώνα και τους υποστηρικτές της γραμμής του να σπιλώνουν κομμουνιστές. Να διαστρεβλώνουν απόψεις. Να καλλιεργούν κλίμα χουλιγκανισμού. Να απαντάν με ύβρεις και πετσοκομμένα τσιτάτα. Να κατακρεουργούν δημόσια ακόμη και μέλη του κόμματος επειδή τόλμησαν να κάνουν αυτό που τους επιτάσσει η κομμουνιστική τους συνείδηση: να πούνε θαρρετά τη γνώμη τους.  Ας κρίνει ο καθένας σε ποια πλευρά βρίσκονται οι κομμουνιστές και σε ποια οι καρικατούρες τους.

Υστερόγραφο
Αφορμής δοθείσης με τη σημερινή ανάρτηση, η κε του μπλοκ αλλάζει την τακτική σχολιασμού και στο εξής θα δημοσιεύει μόνο όσα σχόλια έχουν τουλάχιστον κάποιο ψευδώνυμο ως υπογραφή. Τα ανώνυμα κι ανυπόγραφα σχόλια δε θα δημοσιεύονται. Ευχαριστώ για την κατανόηση κι ελπίζω στη γρήγορη προσαρμογή της βάσης του μπλοκ στους νέους κανόνες σχολιασμού.