Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Το ανθρωπάκι

Σήμερα η κε του μπλοκ θα γίνει λίγο πικρόχολη, εξ αφορμής κι εξαιτίας ενός σχετικά πρόσφατου βιώματος, που μου θύμισε συνειρμικά μια σειρά άσχημες στιγμές από το μακρινό και πιο κοντινό παρελθόν. Η σημερινή ανάρτηση έχει ως θέμα της την φυλή των στελεχών, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική συμπεριφορά του στελεχικού δυναμικού των οργανώσεων του χώρου.

Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή. Ο μέσος έντιμος καθοδηγητής σκληραίνει εκ των πραγμάτων, για να τα βγάλει πέρα με τις σκληρές συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει. Να βγάλει πρόγραμμα, να τρέξει, να συντονίσει, να ενημερώσει, να λύσει ζητήματα, να επιμείνει, να μεταπείσει. Δεν του περισσεύει πολύς χρόνος για να είναι διαλλακτικός, να σκεφτεί νηφάλια και σφαιρικά. Ξέρει μόνο ότι κάποιες δουλειές πρέπει να γίνουν κι είναι δική του ευθύνη να εξασφαλίσει ότι όντως θα γίνουν.

Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά. Στην τελική εμένα με παίρνει να το παίζω άνετος και διαλλακτικός διανοούμενος γιατί είμαι έξω απ’ τον χορό και πολλά τραγούδια λέω. Ναι, αλλά δε μιλάμε γι’ αυτήν την περίπτωση. Μιλάμε για εκείνη την κατηγορία ανθρώπου που σκεφτόταν από μικρός πως όταν μεγαλώσει θα γίνει αρχηγός, κατ’ επάγγελμα. Είδος εύκολα αναγνωρίσιμο που παροικεί σε όλες τις οργανώσεις, κυρίως στα αμφιθέατρα, κι έχει μια τυπική συμπεριφορά και νοοτροπία που συνίσταται κατά βάση στα εξής.

Μένει στρατηγός στα μετόπισθεν, να επιστατεί και να εμψυχώνει την εμπροσθοφυλακή, αντί να βοηθήσει κι αυτός να γίνει καλύτερα η δουλειά. Καθορίζει τάσεις και μόδες, εν είδει άτυπης γραμμής που δεν είναι υποχρεωτική, αλλά σου δίνει πόντους και μπορεί να έχει να κάνει με οτιδήποτε. Σταράκια, πουκάμισα, δερμάτινα, τζίβες, ακόμα και βιβλία ή μουσικά γούστα.

Το τραπέζι του δεν αδειάζει ποτέ από περίγυρο και κόσμο που χοροπηδάει γύρω του, για να κερδίσει λίγα ψίχουλα προσοχής. Οι κοπέλες τον ερωτεύονται και αναστενάζουν στο πέρασμα του, φτιάχνοντας κλίμα στις συνελεύσεις. Αυτός το ξέρει και φροντίζει να το εκμεταλλευτεί.http://www.blogger.com/img/blank.gif

Στα αμφιθέατρα μιλάει με στυλ γεμάτο επιτήδευση, στο λόγο και την εκφορά του. Πομπώδες ύφος, χειρονομίες, βερμπαλισμοί και τσιτάτα, υψωμένη φωνή και χτύπημα του χεριού στην έδρα για να εκμαιεύσει ενθουσιασμό. Στις εκδηλώσεις, εκφωνεί βαρετούς λόγους που τους διαβάζει από μέσα κι ύστερα όλοι τους ξεψαχνίζουν και βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον για να αποκομίσουν ως κατασταλαγμένη σοφία.

Στους χώρους δουλειάς μιλάει όπως στα αμφιθέατρα, ή σαν τον ινστρούκτορα από την ταινία με τον τραμπάκουλα. Στους οπαδούς μιλάει σα να ήταν οργανωμένοι. Και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, σου μιλάει με συνδικαλιές, με ξύλινες κλισέ εκφράσεις, λες και δε μιλάει μαζί σου αλλά σε κάποιο φανταστικό κοινό που κρίνει και παρακολουθεί.

Λέει πράγματα κούφια και ψεύτικα που ξέρει να τα υπερασπιστεί αλλά δεν είναι σίγουρο ότι τα πιστεύει, δεν τα κατέχει για δικά του και τα αφήνει πολύ εύκολα για να υπερασπιστεί τα επόμενα. Τα οποία ανέκαθεν πίστευε κι έλεγε. Ποτέ δεν ήταν διαφορετική η άποψή του. Μέχρι την επόμενη. Που δεν του στοιχίζει να την αλλάξει, αντίθετα με σένα που προσπαθείς να τα δέσεις σε ένα λογικό συνεκτικό ιστό κι αν σου φύγει ο βασικός κρίκος γκρεμίζεται ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα και νιώθεις εκτεθειμένος. Δεν προχωράς σα να μη συνέβη τίποτα.

Δε σε χαιρετά πάντα, εκτός κι αν σε θέλει για κάτι ή είσαι ο μόνος που γνωρίζει. Σου μιλά με πολύ σοβαρό ύφος για την αποστολή που θα σου αναθέσει, η οποία μπορεί να είναι να του φέρεις καφέ ή τυρόπιτα. Δεν απαντά σ’ όλες τις ερωτήσεις σου για να αφήσει να πλανάται ένα μυστήριο γύρω του και να σε κάνει να νιώσεις υπό-. Γιατί όπως λέει και το ποντίκι στον ισοβίτη, αν δεν πουλήσεις λίγη μούρη σε έχουν όλοι χεσμένο. Έτσι ίσως καταφέρει να γίνει μούρη, αλλά δεν κερδίζει ποτέ τον αυθόρμητο θαυμασμό και την αναγνώριση των συντρόφων του.

Στα πάρτι κάθεται μαζί με άλλους δικούς του, σε ένα ειδικό μέρος, σαν εξώστη. Κι εν τέλει μένει κλεισμένος σε ένα φαύλο κύκλο με τους ομοίους του και ξεχνά να συναναστρέφεται απλό κόσμο και να πιάνει το σφυγμό του.

Είναι ο τύπος του γραφειοκράτη που ο τσίρκας στην τριλογία του βαφτίζει ασώματες κεφαλές και τους προσωποποιεί στο χαρακτήρα του ανθρωπάκι. Που μένει άκλιτο εν είδει απαξίωσης γι’ αυτό το είδος, της νομενκλατούρας.

Ο τσίρκας βέβαια αναπαράγει με τη σειρά του ως ένα βαθμό τον κλασικό διαχωρισμό ηγεσίας-βάσης, που καταλογίζει τα πάντα στην πρώτη και γίνεται σφόδρα αντιδιαλεκτικός πριν καν φτάσει στις τελικές του συνέπειες. Κάτι που φαίνεται να καταλαβαίνει ακόμα κι ο ρούσης, παρά τα μύρια όσα λέει το τελευταίο διάστημα για το κόμμα, αφού πήγε σε μια εκδήλωση του αλαβάνου για να προπαγανδίσει το μέτωπο κι έβαλε στην ηγεμονία το κουκουέ. Αυτό το κκε ως έχει, όχι χωρίς την ηγεσία του κι άλλες τέτοιες ανοησίες που λένε. Να σκέφτεσαι δηλαδή ποιος τα λέει και τι γράφει στη στήλη του την ίδια στιγμή και να σταματάει ο νους σου.

Κατά βάθος κάθε βάση έχει την ηγεσία που της ταιριάζει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για το κλασικό παράδειγμα του εαμ, με την ηρωική βάση και την ηγεσία που δε μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τόσο ήξεραν τόσο μπόρεσαν ο σιάντος και ο ιωαννίδης. Που ήταν κι αυτοί του λαού παιδιά, κουρέας ο ένας και επιλοχίας στο μικρασιατικό μέτωπο ο άλλος. Αλλά τελικά δε μπόρεσαν να κάνουν την υπέρβαση.

Δεν χρειάζεται λοιπόν καμία γενίκευση. Ανθρωπάκια του λαού είμαστε όλοι. Κι οι πρωτοπόροι κομμουνιστές, Άνθρωποι με το άλφα κεφαλαίο (χωρίς κύκλο). Δόξα και τιμή σε όσους καταφέρνουν να είναι τέτοιοι και σήμερα, σε συνθήκες εξόχως δύσκολες κι αντιηρωικές. Δόξα τω λαώ, υπάρχουν πολλοί.

Υγ: το κείμενο πέρασε από λογοκριτική επιτροπή σφισσας που εμπιστεύομαι κι έμεινε μετεξεταστέο. Παρόλα αυτά παίρνω το ρίσκο για τη δημοσίευσή του, κι ας είναι ίσως λίγο άκαιρο εν όψει της απεργίας μεθαύριο. Βρίστε ελεύθερα στα σχόλια (εμένα, όχι γενικώς).

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Στο Καφενοδικείο

Και γιατί σε είπες μπρεζνιεφικό απολίθωμα;
Μοιάζει με την ερώτηση γιατί κουκουέ στην οποία πρέπει να καταλήγουν όλες οι συζητήσεις, μαζί με πρόταση για βιογραφικό. Κι η απάντηση επί της ουσίας είναι και στα δύο παρεμφερής.
Αλλά ας πούμε πρώτα κάτι άλλο.

Οι άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν ανάγκη να πουν πράγματα. Όχι να ακούσουν. Οπότε κάνεις την ανάγκη των άλλων φιλοτιμία και κάθεσαι να τους ακούσεις, να βγάλεις συμπεράσματα και να έχεις υλικό για το μπλοκ, γιατί κι εσύ τελικά, κάπου πρέπει να τα πεις.

Το αλκοόλ βοηθάει να λυθεί η γλώσσα τους. Αλίμονο όμως αν χρειαζόμαστε μια ουσία για να βγάλουμε αυτά που έχουμε μέσα μας (δεν εννοώ το φαγητό). Αυτή είναι η πραγματική κατάντια στη σούρα και το αλκοόλ.
Η δική μου ουσία για να βγάλω τα σώψυχά μου είναι το μπλοκ. Αλλά αυτό είναι κατάντια άλλης ποιότητας.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την χαρά και τη συντροφικότητα που πολλοί τα έχουν συνδέσει με το αλκοόλ. Υπάρχουν άτομα ρηχά, κοινωνικά και φλύαρα, χαζοχαρούμενα εκ πεποιθήσεως που είναι έτσι από φυσικού τους και δεν χρειάζονται να πάρουν κάτι για να τους αλλάξει την ψυχική διάθεση. Σαν το γουρούνι στον κόκορα του αρκά καλή ώρα.

Βασικά όμως μιλάμε για άτομα που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και πίνουν (γράφουν) για να τον ξεχάσουν, να ξεφύγουν και να απελευθερωθούν στιγμιαία. Κι εκεί στο υπερπέραν που ταξιδεύουν συναντιούνται με άλλες ασώματες ψυχές που έχουν ξεφύγει και σου προσφέρουν μια ψευδαίσθηση συλλογικότητας.
Αλλά ποιον πάμε να ξεγελάσουμε; Το αρχικό κίνητρο είναι η ατομική απόδραση. Όχι η συνεύρεση με τους άλλους.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν τα ‘χουν καλά με τον εαυτό τους, αλλά τον υπεραγαπάνε κι ανακαλύπτουν συνέχεια προβλήματα για να ασχολούνται μαζί του. Παντρεύτηκαν έναν εαυτό που δεν τους αρέσει και τον φορτώθηκαν για μια ζωή, μέχρι τον τάφο. Αν και το ένα δεν αποκλείει απαραίτητα το άλλο (ζωή εν τάφω). Άσε που στο δρόμο μπορεί να πεθάνεις κιόλας.

Ανακαλύπτουν νόημα μόνο σε συλλογικές διαδικασίες, κρυμμένοι πίσω από πλήθη. Κι όταν μένουν μόνοι με τον εαυτό τους βρίσκουν την ύπαρξή τους ανόητη κι ανυπόφορη. Σαν τους ήρωες του στρατή τσίρκα.

Αλλά δε μπορεί να γίνει έτσι, με άτομα που δεν την παλεύουν και παλεύουν γενικά κι αόριστα για να λύσουν τα προσωπικά τους σύνδρομα. Ή μάλλον καλύτερα περιμένουν να τους τα λύσει η επανάσταση. Έτσι μεταφέρεις τα προβλήματά σου στον αγώνα και την οργάνωση.

Την επανάσταση θα την κάνουν άνθρωποι με ανθρώπινα πάθη κι αδυναμίες που δε θα τις μεταθέτουν στη δευτέρα παρουσία, αλλά θα τις αντιμετωπίσουν θαρραλέα και η πορεία της αντιμετώπισής τους θα τους φέρει στον ίσιο δρόμο του συλλογικού. Που κατά βάθος είναι ανηφόρα με ζιγκ ζαγκ, αντίθετα με την ατομική κατρακύλα.

Η διαλεκτική του αλκοόλ λοιπόν είναι πως όσο σταματάει η σκέψη λύνεται η γλώσσα. Ξεμπλέκεται από τα αξεδιάλυτα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις στις οποίες βουτάει κάθε φορά πριν μιλήσει. Στην αρχή σχεδόν το ζηλεύεις σαν προτσές, αλλά πριν προλάβει να σε γοητεύσει προχωρά κι εξελίσσεται σε ακατάσχετη ανοησία.

-Κι εσύ γιατί δεν πίνεις;
Γιατί δεν πίνω; Τώρα τι να σου πω; Ότι μου το απαγορεύει η θρησκεία μου;
Βασικά αν έπινα, σε μένα θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα. Θα ζαβλάκωνα και θα μ’ έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο τραπέζι με το χέρι για μαξιλάρι. Αλλά πρέπει να βρω κι ένα ιδεολογικό άλλοθι.

Να σου πω ότι είναι σοβιετικό ήθος; Αφού εκεί σχεδόν όλοι έπιναν.
Να σου πω ότι είναι βαζιουλινικό; Αφού ούτε που τον ήξερα τον βαζιούλιν όταν άρχισα να μην πίνω.
Ήταν σαν το γκεβάρα και το μαρξ. Και να μην είσαι μαρξιστής –λέει ο τσε- φτάνεις στα λόγια του από άλλο δρόμο και κάπου συναντιέστε. Μέχρι που καταλαβαίνεις πως δε δουλεύει το μοντέλο και ψάχνεις για ανταλλακτικά στους τρίτους δρόμους.

Ένα τυπικά μπρεζνιεφικό χαρακτηριστικό είναι η αυταρέσκεια*. Τα αυτάρεσκα άτομα δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και χρειάζονται διαρκώς επιβεβαίωση. Η μη ανάπτυξη –πες το αν θες στασιμότητα- της προσωπικότητας των άλλων είναι προϋπόθεση για την επιβεβαίωση της υπανάπτυκτης δικής τους. Το ακριβώς αντίθετο με τον κομμουνισμό δηλ.

Ένα απολίθωμα μπορεί να πάρει ξανά σάρκα –τα οστά τα έχει έτοιμα- και να αναστήσει μια πραγματικότητα, όπως έγινε στο τζουράσικ παρκ (καλά κάνουν και μας λένε δεινόσαυρους). Και γιατί να την αναστήσουμε αυτή την πραγματικότητα; Για να στεγάσουμε εκείνους ακριβώς τους φόβους μας και τα κόμπλεξ που πρέπει να υπερβούμε για να την πραγματοποιήσουμε.

Αλλά η βασική αντίφαση της κοινωνίας του μέλλοντος είναι άλλη. Ο καπιταλισμός πετάει σα λεμονόκουπες στον καιάδα της ανεργίας όσους περισσεύουν εις βάρος του μέγιστου κέρδους του. Κι ο σοσιαλισμός κρατάει τον καιάδα για μια χούφτα εκμεταλλευτές κι αποδεδειγμένα αντεπαναστάτες. Αλλά αντί για την αρεία φυλή του προλεταριάτου που θα μας φτάσει στον κομμουνισμό, μας προέκυψαν μια μάζα σύντροφοι απ’ τη λδ μογγολίας ανίκανοι να ασκήσουν κριτική κι εργατικό έλεγχο στους γραφειοκράτες.

Όπως θα ‘λεγε όμως κι ο σφος αλχημιστής, όταν θέλεις να γράψεις κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να πέσουν όλα εκείνη τη στιγμή που περνά και χάνεται μαζί με την έμπνευση. Ο ειρμός σου χώνεται (το ω με άλφα) σε κάποιο συρτάρι του μυαλού κι άντε τώρα να τον ξαναβρείς με τόση ακαταστασία εκεί μέσα. Μετά πλάκωσαν κάτι φωνές και τηλέφωνα, κόντρα φωνές και κόντρα τηλέφωνα κι η εσωτερική φωνή έπαθε αφωνία.

Χάθηκα τελείως. Και δεν πετούσα και πετραδάκια πίσω μου. Μόνο μαύρη πέτρα και κοτρόνες στις βιτρίνες. Κι η βιτρίνα του μυαλού μου έσπασε σε χίλια κομμάτια κι άντε να τα ξαναενώσω και να καταλάβω τι δείχνει το παζλ.

Αφορμή για αυτό το κείμενο είναι μια ακομβίωτη ξανθιά που δεν έχει την υπομονή να ακούσει τους άλλους, ή να τα βρει με τον εαυτό της και τα μάτια της μελαγχολούν για έναν μακρυμάλλη. Καθώς επίσης και για το γραμματισμό των μεταναστών και των παιδιών στο γυμνάσιο που περιμένουν να τους φέρει σι-ντι για να πειστούν πως οι φάλαινες όντως τραγουδάνε. Εδώ παιδί μου τραγουδάει η καλομοίρα, στη φάλαινα θα κολλήσουμε;

Παιδιά της πόλης με φυσικό αναλφαβητισμό που δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν τις πρασινάδες στο μανάβη. Τα τελευταία κατάλοιπα της κοινότητας που διαλύεται. Αντ’ αυτής μας φόρεσαν καπέλο την ευρωπαϊκή κι εμείς βρισκόμαστε σε αναζήτηση καινούριας και συλλογικοτήτων νέου τύπου που να εκφράζουν το πνεύμα της εποχής. Προς το παρόν εκφράζουν κυρίως την παρακμή και την κρίση της.

Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός
Είναι ο μεσαίωνας ο εργασιακός


Υποσημειώσεις

-Το καφενοδικείο είναι ένα καφενείο με παππούδες πάνω απ’ την εγνατία που τα βράδια γίνεται εαακίτικο στέκι. Με τον σωσία του ζαχαριάδη σε μια παλιά φωτογραφία στον τοίχο και τιμές που αφήνουν τους αθηναίους με ανοιχτό το στόμα για να φάνε όσο γίνεται περισσότερο.

*Με την εισήγηση του σ. Μπρέζνιεφ ξεδιπλώθηκε μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο το πανόραμα της προόδου που σημειώνει η χώρα μας στους τομείς τα οικονομίας, της επιστήμης και του πολιτισμού. Ήταν η ενσάρκωση όλης της δύναμης του Κόμματος, της ενότητάς του, της συσπείρωσής του. Με την εισήγηση αυτή εκφράστηκε η σιγουριά για τη θριαμβευτική πορεία της μεγάλης μας πατρίδας στο μέλλον, προς τις φωτεινές κορυφές του κομμουνισμού…

Η κάθε θέση και το κάθε συμπέρασμα της εισήγησης του Λεονίντ Ιλίτς, η κάθε λέξη της εκπέμπει λενινιστική ενεργητικότητα, λενινιστική προσήλωση στο στόχο, λενινιστική αντικειμενικότητα, πνεύμα αυτοκριτικής, αυθεντικά λενινιστική, βαθιά επιστημονική προσέγγιση στην ανάλυση της σύγχρονης εποχής.

Στο βήμα στεκόταν ο Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ, ο τόσο οικείος κι αγαπητός σε όλους μας. Και ο καθένας μας έβλεπε, ένιωθε με όλη τη δύναμη της καρδιάς του ό,τι εκείνος σκεφτόταν και έπραττε στο Συνέδριο.


Αποσπάσματα από ομιλία του έντβαρντ σεβαρντνάτζε το μάρτη του 81’ σε σύσκεψη κομματικών στελεχών της δημοκρατίας της γεωργίας για τα αποτελέσματα του 26ου συνεδρίου του κκσε. Αργότερα ο σεβαρντνάτζε έγινε γκεσέμι του γκόρμπι και της περεστρόικα και φανατικός πολέμιος της εποχής της στασιμότητας.

Πού μπορούμε να τα βρούμε όλα αυτά; Στο εξαντλημένο διαμάντι του γεγκόρ λιγκατσόφ με τίτλο το αίνιγμα γκορμπατσόφ. Μην ανησυχείς τζόνι κιου. Παίζει να σου εξασφάλισα το τελευταίο κομμάτι που κυκλοφορούσε στο εμπόριο.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι κάτι αναπτήρες

Ξεκινάμε με γκολ από τα αποδυτήρια. Φωτό από το φεστιβάλ της αθήνας στο περίπτερο του κκρο στη διεθνούπολη, που μας έστειλε φίλη αναγνώστρια. Θρίαμβος του σοσιαλιστικού σουρεαλισμού.

Το δικό μας φεστιβάλ στη λδ του βορρά δεν είχε τρότσκι, ούτε διεθνούπολη. Τι είχε;
Πολύ εργατόκοσμο και λαϊκές φάτσες, σκαμμένες απ’ το μόχθο, χωρίς τη δροσιά της φοιτητικής ανεμελιάς. Οικογένειες με παιδιά που είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για δουλειά το πρωί και δεν είναι για ξενύχτια, δακρυγόνα στις πορείες και καγκελάκι.

Του οποίου τη σημασία μέχρι πρόσφατα αγνοούσα κερδίζοντας έτσι την χλεύη του κομάντο και μιας συναδέλφου του. Άρχισα όμως να διαβάζω τσίρκα κι ίσως ξανανέβω στην εκτίμησή τους.
Κι ήξερα για την αντιλαϊκή αύξηση τιμών στα φάρμακα που ακρίβυνε το μαλόξ 12,5%. Γι’ αυτό κι εμείς τώρα προτιμάμε λέει ένα άλλο, αλλά δε θυμάμαι πώς μου το είπαν.

Την πρώτη μέρα αυτοί είχαν συντονιστικό εαακ με χαριτωμένες προτάσεις του στιλ, πάμε καμάρα χωρίς να το πούμε συγκέντρωση ή προσυγκέντρωση κι ο καθένας το βαφτίζει μετά όπως θέλει.
Μα αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα, η άλλη μισή στο φεστ αμεσοδημοκρατίας της ακ βρίσκεται. Που γινόταν στα γρασίδια πιο δίπλα.
Οι πιο πολλοί φυλλορρόησαν κι οι εναπομείναντες αποφάσισαν κατά τις τρεις να το λήξουν χωρίς να καταλήξουν πριν καταλήξουν από φυσικά αίτια. Αυτό συνέφερε τη σοβαρή συνιστώσα που δεν είχε τους συσχετισμούς στο θέμα της έκθεσης. Θα το βρει μπροστά της όμως σε κάνα μήνα που θα έχουν για θέμα την εφεε.

Στο φεστιβάλ της ακ έπαιζαν εντός έδρας. Γρασίδια, κακό χορτάρι, μαυρίλα με παρδαλό σύριζα, τα παιδιά για ύπνο κι οι εργαζόμενοι με ποσόστωση. Δε θέλουμε εργάτες στη γιορτή μας.

Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να φρικάρουν στο δικό μας. Βλέπουν φαμίλιες με παιδιά –στη γλώσσα τους τους λεν νοικοκυραίους- και ξενερώνουν. Ή μπορεί απλώς να βλέπουνε εικόνες από το μέλλον τους και τις απωθούν έντρομοι.
Γιατί η καλή νοικοκυρά είναι δούλα. Ή όπως λέει ένα σύνθημα στην τούμπα, έξω οι οικογένειες απ’ τα γήπεδα. Ζήτημα χρόνου να βρουν ένα αντίστοιχο και για τις πορείες.

Στα μάτια τους πρέπει να συγκροτούμε το αντεπαναστατικό υποκείμενο της εποχής. Μαζί με τους παππούδες απολιθώματα που δε μπορούν να τρέξουν κι υποχρεώνουν όλη την πορεία να πάει στο ρυθμό τους. Κι όμως αυτοί είναι οι πιο ηρωικοί απ’ όλους.

Τέλος συναυλίας. Φωνή απ’ τα μεγάφωνα.
Εδώ τελειώνει το 36ο φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Ραντεβού… στιγμιαία παύση.
Ραντεβού στα οδοφράγματα, σπεύδει να πει ο κομάντο.
Εντάξει. Πήγαινε ξεκίνα το στήσιμο. Και μετά βάλε εσύ μια φωνή κι αν δεν είμαι εκεί, χάρη να μη με λένε. Που δε με λένε δηλ. Κι αν δε με βρεις, ραντεβού στο δρόμο του αγώνα. Και μετά στα γουναράδικα.

Πιο πριν, ομιλία πγ, από τον υποψήφιο αντιπεριφερειάρχη. Ο κομάντο τον έκοψε για μερακλή κι έφαγε σκάλωμα με την κοιλιά του. Στο καπάκι γενίκευση και πολιτικό συμπέρασμα.
-Ξέρεις ποιοι μας χωρίζουν; Αυτοί με τις μεγάλες κοιλιές. Κι απ’ τις δυο πλευρές.
-Μα κι εγώ μεγάλη κοιλιά έχω.
-Όχι ρε, η δική σου είναι νεανική και σφριγηλή.
-Ααα…


Το απόγευμα στην πορεία με βρήκε μια φωνή από τη μπελ επόκ που ήμασταν (συμ)φοιτητές και μου ψιθύριζε αναμνήσεις απ’ το καταφύγιο του παρελθόντος. Ήρθε ως το λευκό πύργο και μας άφησε να συνεχίσουμε τη βόλτα μας παραλιακά. Κι όταν έστριψε στη γωνία οι Ψίθυροι έσβησαν και το καταφύγιο χάθηκε, οριστικά και τελεσίδικα.

Στο τέλος της διαδρομής μας περίμεναν 27άρια λεωφορεία που μας πήγαν κατευθείαν στον χώρο του φεστιβάλ. Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου.
Επόμενη στάση, νεξτ στοπ, φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Παρακαλούμε για μετεπιβίβαση χρησιμοποιείστε τα εισιτήρια της οργάνωσης.

Από καλλιτέχνες είδαμε το λάκη παπαδόπουλο να κάνει τα γνωστά του με το κοινό, να λέει δικό σας και να θυμώνει τάχα που δεν τον αφήνουν να πει αυτός το τέλος.
Ρε αφού σας λέω έχω συνεννοηθεί με την αλέκα να κάνω εγώ το κλείσιμο. Αφήστε τον άνθρωπο να κάνει τη δουλειά του.
Και στο τέλος: καλή επιτυχία στην κνε στις εκλογές. Το σκέφτεται λίγο, δεν του κολλάει και προσθέτει απνευστί: και στους αγώνες της.

Οι χειμερινοί κολυμβητές μας είπαν για τις ανθρώπινες μυρωδιές που έχουν χαθεί γιατί κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα, ενώ μόνο οι σκουπιδιάρηδες και κάτι χειρώνακτες δικαιολογούνται να κάνουν τόσο συχνά. Ο μπακιρτζής κι άλλος ένας της μπάντας κάνουν λέει μόνο τα σάββατα. Αλλά δε μας είπε αν είχαν ήδη κάνει ή το είχαν αφήσει για μετά τη συναυλία.

Το κοινό από κάτω γελούσε συμφωνώντας. Στη θεωρία. Γιατί στην πράξη είναι με τον ζαχαριάδη. Αγαπά το πολύ νερό και μισεί τους άπλυτους –στο λέω κι εγώ που το ‘χω δοκιμάσει. Και νοσταλγεί την εποχή που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα -για να μη μας πιάσουν οι φασίστες στον ύπνο.

Σουρεάλ καταστάσεις με τους σιρίαλ και ντεζαβού με τα δεκαπεντάχρονα που τους ακούν και την κατασκήνωση του εμεπ. Αλλά εκεί ο διεθνισμός φούσκωνε τα στήθη και σκέπαζε τη σκέψη κι όλα τα άλλα.
Ο κομάντο μου ανέλυσε τη διαφορά του λαϊκού τραγουδιού που βγαίνει από τα σπλάχνα του λαού και του νέου κύματος που είναι έντεχνο και μελωδικό, αλλά χωρίς λαϊκές ρίζες. Κι αφού ένιωσα τύψεις που συντάσσομαι αισθητικά με το δεύτερο, μου λέει, πάμε να ακούσουμε μπλε, που του αρέσουν.
Κι ύστερα μας πείραξαν το έντεχνο κι οι σιρίαλ. Πίτσες μπλε.

Έλειπαν όμως οι μπαλκάν καμπαρέ γιατί λέει τους βάλαμε βέτο να μην παίξουν στο φεστιβάλ της ακ κι αυτοί αρνήθηκαν. Σε αυτούς δεν έπαιξαν οι μπλουζγουάιρ κι ο πουλικάκος που κατάπιε τη μασέλα του –ή κάτι τέτοιο. Αλλά η δική μας απουσία ήταν πολιτική και συζητήθηκε περισσότερο.

Κι από συναισθήματα; Όλο το τριήμερο είχα την αίσθηση ότι με ξεβράζει το κίνημα. Οι γνωστοί λιγόστεψαν, οι παλιοί έφυγαν, άλλαξαν πόλη, οργάνωση, έκαναν παιδιά. Λιγότερες από ποτέ κι οι πεθαμένες καλησπέρες μ’ αυτούς που ποτέ δε χαιρετούσα κι όσους εσχάτως αποφεύγω. Θυμάμαι την χρονιά της ρήξης που την είχα βγάλει στην κρυψώνα του σινεμά όπου είχα εποπτεία. Φέτος όμως που είχε και καλή εισήγηση από ένα σκηνοθέτη για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δεν πρόλαβα να πάω.

.

Στην χαμένη άνοιξη ο τσίρκας μιλάει για το διαχωρισμό μεταξύ χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο πρώτος χτίζεται στο καμίνι της βιοπάλης και της καθημερινότητας. Πολλές φορές εις βάρος της ανάπτυξης της δεύτερης. Που χωρίς το πρώτο μένει δώρο της φύσης άδωρο.

Η διαφορά τους είναι αυτή μεταξύ ενός χειρώνακτα με ένα διανοούμενο. Αυτό ακούγεται ίσως ζντανοφικό, αλλά εξαρτάται από τη διατύπωση. Μπορεί να θεωρείς τους διανοούμενους ύποπτα και χαλασμένα στοιχεία, μικροαστικά κι ασταθή. Και πάνω απ’ όλα στοιχεία, όχι ανθρώπους.

Μπορείς όμως να το πεις και σαν το λένιν για το κόμμα νέου τύπου, την πειθαρχία στο εργοστάσιο και τον χαρακτήρα που φτιάχνει. Και για τους διανοούμενους που πηγαίνουν ένα βήμα μπρος με το μυαλό τους κι άλλα δυο πίσω λόγω έλλειψης χαρακτήρα.

Τα εξηγεί ο ρούσης στο βιβλίο του για τη διανόηση. Και το εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη για την αστάθεια που καταλογίζει στους διανοούμενους ο λένιν.
Στη διαμάχη του με το κόμμα έχει δίκιο κι άδικο μαζί. Χάνει το πρώτο με τα τρία σίγμα και τον τρόπο που αντέδρασε. Αλλά όπως λέει το ένα έβδομο, στις σχέσεις του κόμματος με τέτοια άτομα η κατάληξη αυτή είναι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Κι όχι με δική τους ευθύνη.

Υπόδειγμα χαρακτήρα ήταν οι παλιοί κομμουνιστές σαν τον αλύγιστο του κοτζιά. Το ωραίο είναι πως ο ήρωάς του είναι ο πλουμπίδης που ήταν όντως αλύγιστος παρά το άσθμα του και την πίκρα του και πέθανε φωνάζοντας ζήτω το κουκουέ. Αλλά ήταν συνάμα και διανοούμενος δασκαλάκος σε μια θαυμαστή διαλεκτική ενότητα όπου τα σπουδαία άτομα θυσιάζονταν για το σύνολο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο χαρακτήρας είναι η διαφορά του μέσου αριστεριστή από τον κομμουνιστή σύντροφο. Είναι πάντα προβληματικό να κάνεις μία αφαίρεση γιατί δεν χωράει όλα τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Κι είναι πολύ δύσκολο να κατατάξεις τους δήθεν που το παίζουν ιστορία και προσωπικότητες του κινήματος, για να καλύψουν το τεράστιο κενό τους –ως χαρακτήρες κι ως προσωπικότητες.
Το πρώτο θα φανεί στο στρατό ή το αργότερο μετά στη βιοπάλη. Και το άλλο θα φανεί σε οποιονδήποτε στοιχειωδώς έμπειρο με νοοτροπία που στέκει ένα σκαλί πάνω από τον ενθουσιασμό του πρωτοετή. Το θέμα είναι πόσοι καταφέρνουν να ξεφύγουν τελικά από αυτό το επίπεδο. Ο παιδισμός και η ανωριμότητα είναι μαζικά παράγωγα του σημερινού τρόπου ζωής. Μάστιγα της κοινωνίας και της αριστεράς ειδικότερα.

Οι αριστεριστές μπορεί να είναι το καλύτερα παιδιά και να μην τους βαριέσαι ποτέ. Παραμένουν όμως αναξιόπιστοι κι ανυπόληπτοι χωρίς χαρακτήρα για μια σειρά πράγματα.
Από το θα ξυπνήσω να είμαι εκεί από νωρίς και το θα είμαι στην ώρα μου για το ραντεβού. Μέχρι τη σχέση με μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά.
Πάντα με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Τώρα που λέμε για προσωπικότητες και περσόνες. Μετά το φεστιβάλ πήγα σε μια ναρίτικη σύναξη στο ταξίδι, στο κέντρο (της γης). Ήρθαν δύο δικές τους και με ρώτησαν αν είμαι αυτός. Ως κε του μπλοκ διέψευσα τα πάντα. Κι ύστερα μεταξύ σοβαρού κι αστείου –θέλω να πιστεύω το δεύτερο- μου ζήτησαν αυτόγραφο.
Ο χριστός κι η παναγία!
Είπαμε ρε συ. Σταλινικός κι οπαδός της προσωπολατρίας, αλλά όχι κι έτσι.

Έχω αρχίσει να πουλάω μούρη και να το παίζω προσωπικότητα; Μα τόσο παλιοχαρακτήρας έχω γίνει; Πρέπει να αρχίσω να κάνω άλλες παρέες, πχ με τους φίλους του τζιοβάννη που νιώθουν ότι γράφω μαλακίες για πάρτη του και με βρίζουν. Ή με αυτούς που αναρωτιούνται γιατί δεν πιάνω δουλειά και μένω ανεπρόκοπος, χαραμοφάης να ασχολούμαι με μπλόγκινγκ κι εξυπναδούλες.

Στην οργάνωση πάντοτε είχαμε ισχυρούς χαρακτήρες με φιλότιμο. Από έλλειψη προσωπικότητας πάσχαμε. Και βασικά από άτομα που να τα συνδυάζουν και τα δύο διαλεκτικά. Μπορεί όλοι μας να κολυμπάμε στις αντιφάσεις που είναι η πεμπτουσία της, αλλά από διαλεκτική δε σκαμπάζουμε και πολλά.
Κι ο γράφων πρώτος και καλύτερος. Το πολύ να καταλάβει τις αντιφάσεις και τα αίτια, αλλά ελάχιστα κάνει για να τις αντιμετωπίσει. Ειδικά τις δικές του.

Η πραγματική αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλον με τις αντιφάσεις του. Το θέμα είναι να καταλάβουμε τον άλλο. Αλλά το μαρξιστικό είναι να τον αλλάξουμε. Κι ο δικός μας τρόπος είναι το δεύτερο χωρίς το πρώτο. Για αυτό και χωρίς πολλές πιθανότητες επιτυχίας.
Πώς θα αλλάξεις κάτι που δεν γνωρίζεις και δεν αγαπάς;

Για μένα ήταν αποκάλυψη να βλέπω προσωπικότητες σαν τον τρόμπα, τον -κατά κομάντο ευαγγέλιο- μεγαλύτερο συνδικαλιστή που έχει περάσει από το απθ, να αναγνωρίζει ότι παλιότερα ήταν σνομπ με τους πρωτοετείς και παλιοχαρακτήρας. Κι είναι εξίσου αποκαλυπτικό ότι τώρα που δηλώνει ξεκρέμαστος κουκουές και μπορεί να συνδυάσει αρμονικά τα καλύτερα στοιχεία κι από τους δυο χώρους, τα πράγματα του υπαγορεύουν την ιδιώτευση σε ρόλο λεμονόκουπας.

Και να ήσουν στυμμένη πάει κι έρχεται. Άμα έχεις ακόμα πράγματα να δώσεις τι γίνεται; Κρατάς το ζουμί μέσα σου, υποφέρεις σα γελάδα που δεν την αρμέγουν, τραβάς τα βυζιά σου να κατεβάσουν γάλα και σε πνίγει η ξινίλα από το ζουμί που έχεις μέσα σου και τις κακίες σου που οι άλλοι τις περνάνε για κριτική. Μπορεί κι αντίστροφα.

Κι έτσι στόχος γίνεται μια τίμια ιδιώτευση, αντάξια του τίμιου οπορτουνισμού σου. Κρατάς μικρές αντιστάσεις, τελευταίες ζώνης άμυνας, σε αντιπαράθεση πχ με τον άλλο που βρήκε ένα ζουζουλίνι και πήγε να κλειστεί στα προάστια. Και να φανταστείς αυτός μπορεί να είναι ακόμα οργανωμένος. Η ιδιώτευση μες σε οργάνωση είναι η πιο δύσκολη να εντοπιστεί και μία από τις πλέον δύσκολα αντιμετωπίσιμες.

Και τι να κάνεις στην τελική; Να πας στον άλλο να του πεις, ζουλήξτε με γιατί είμαι χαριτωμένος κι έχω πολλά να δώσω;
-Α, πάγαινε από δω ρε λεμονόκουπα, θα σου πει.
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία που λέγαμε...

Πεταμένα λεφτά.