Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 17 νοέμβρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 17 νοέμβρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Στη σημερινή ανάρτηση η κε του μπλοκ παρουσιάζει κάποια αποσπάσματα από το πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις λιβάνη με τον –αμερικάνικης μάλλον έμπνευσης, όπως επισημαίνει η κανέλλη- τίτλο «γεννήθηκα 17 νοέμβρη». Παρακάμπτοντας όσα ειπώθηκαν με αρκετή δόση υποκρισίας για τα ευγενή κερδοσκοπικά κίνητρα του λιβάνη από το πολιτικό προσωπικό του αστικού κόσμου του κέρδους και της εκμετάλλευσης, θα σημειώσω ότι στο εξώφυλλο της έκδοσης, δεν υπάρχει απλώς μια εικόνα από την εξέγερση του πολυτεχνείου, αλλά ένα κολάζ που συμπεριλαμβάνει μια εικόνα από το αντάρτικο και το σύνθημα της «λαϊκής εξουσίας», για να μη μείνει τίποτα έξω από το κάδρο των πηγών και των αναφορών της 17Ν.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και της πορείας του νεαρού τότε κουφοντίνα από τις μαθητικές οργανώσεις του πασοκ στην εργατική αυτονομία. Το πολιτικό στίγμα του χώρου αυτού φαίνεται αρκετά καθαρά από την υποκειμενική εικόνα που δίνει ο κουφοντίνας για τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής, με σταθερά την πολεμική ενάντια στη «συμβιβασμένη, ρεφορμιστική επίσημη αριστερά» και το «γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα». Παραθέτω επίσης ένα απόσπασμα με την εκτίμηση του κουφοντίνα και του ελα, στην αρχική του φάση, για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και τον εξαρτημένο του χαρακτήρα, που παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον.


Μέσα στην ενωμένη κίνηση της λαϊκής μάζας, έβλεπα τις πολιτικές ομάδας που ένιωθα πιο κοντά μου να προσπαθούν να φτιάξουν ιδιαίτερες νησίδες. Κάθε ομάδα φαινόταν σα να έψαχνε το δικό της εσωτερικό λόγο, σε μια αγχώδη, θαρρείς, προσπάθεια να διαφοροποιηθεί από τις άλλες. Τόνιζε τις διαφορές μεταξύ τους, τις αναδείκνυε, τις διεκδικούσε με πάθος σε ατέλειωτες διαμάχες, σε μια ακατάληπτη γλώσσα όλο ορολογίες και δυσνόητες λέξεις, σκορπίζοντας στις παθιασμένες συζητήσεις όλη την ενέργεια που ένιωθα ότι έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα έξω, προς το πλήθος τριγύρω.

Από ένστικτο και αργότερα από λογική ανάλυση με ενοχλούσε αυτή η ηθελημένη και επιδιωκόμενη πολυδιάσπαση. Μέσα στο σώμα των κινητοποιημένων ανθρώπων, των απλωμένων διαδηλώσεων που ένωναν φωνές και δράση, έβλεπα με στενοχώρια που έφτανε στην απόγνωση τις ομηρικές μάχες των μικρών ομάδων γύρω από μια λέξη, έναν όρο, ένα τσιτάτο κάποιου θεωρητικού μας.
Ήταν όμως, ο φυσικός μου χώρος, τα αδέρφια της κοινότητας του αγώνα –και οι αδερφικοί καβγάδες ήταν για μένα οι χειρότεροι.

Διερευνούσα αυτό το χώρο. Με ένα συμμαθητή πήγαμε σε μια συνάντηση της ομάδας που συμμετείχε ο ίδιος, μια τροτσκιστική οργάνωση, ίσως η μεγαλύτερη τότε. Μόλις είχα διαβάσει τη Ζωή μου του Λ. Τρότσκι και περίμενα να βρω εκεί κάτι από το πνεύμα του συγγραφέα. Γύρευα μια γόνιμη αίρεση – βρήκα μια διακήρυξη ορθοδοξίας. Όλη η κουβέντα αφορούσε τις διαφορές με τις άλλες τροτσκιστικές ομάδες, τη διεκδίκηση του αλάθητου. Έριξα όμως πρόθυμα το χαρτζιλίκι μου στο δίσκο που περιέφεραν στο τέλος.

Διάβαζα, τότε, τους κλασικούς του μαρξισμού. Πάλευα με τις δυσκολίες των κειμένων τους, με τις αναφορές σε ιστορικές εποχές και γεγονότα που χρειαζόταν να μάθω. Γοητευόμουν από τον κόσμο που άνοιγε μπροστά μου, φωτιζόταν το μυαλό από την ερμηνεία των νόμων κίνησης της Ιστορίας.

Ιδιαίτερα με είχε ελκύσει ο Μάο, με είχε εντυπωσιάσει η γραφή και η σκέψη του. Πιο πολύ από όλα, όταν ανακάλυψα την Πολιτιστική Επανάστασή του, την επανάσταση μέσα στην επανάσταση. «Βομβαρδίστε τα επιτελεία», «Το δέντρο θα προτιμούσε την ηρεμία, αλλά ο άνεμος αρνιέται να υποχωρήσει»… Τα βιβλία του για την Πράξη, για τις Αντιθέσεις, για την ενότητα που συνυπάρχει και προκύπτει μέσα από την πάλη των αντιθέτων, προσανατόλιζαν το μυαλό μου.

Λογικά, προσπάθησα να προσεγγίσω την ΟΜΛΕ, με τραβούσε η σοβαρότητα και η συνέπειά της. Διάβασα στην εφημερίδα τους για σεμινάρια μαρξισμού. Ενθουσιάστηκα. Με σταμάτησε στην είσοδο μια βλοσυρή περιφρούρηση: Μόνο για μέλη. Άλλη μια ορθόδοξη αίρεση. Άλλο ένα εκκλησίασμα για μυημένους μόνο; Έμεινε πάντως για μένα ο πιο συγγενικός πολιτικός χώρος.

Έμεινα και εγώ έξω από τις οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Η ταξική πάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό αυτού του χώρου έφερνε την επικράτηση στοιχείων δογματισμού, σεχταρισμού, ως μοναδικών κατόχων της επαναστατικής αλήθειας, ηγεμονισμού. Ένιωθα ακόμα, και έβλεπα πιο συνειδητά αργότερα, ότι δρούσαν σα να ήθελαν να περιοριστούν στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας, σα να τους αρκούσε να κινούνται στις άκρες του επίσημου συστήματος, στις παρυφές των θεσμών του. Ωστόσο, αυτός ο χώρος έδινε και λαμπρά παραδείγματα συγκρουσιακής δράσης, πρόσφερε αλληλεγγύη σε αυτόνομες μορφές οργάνωσης του κινήματος, παρότι προσπαθούσε να τις κατευθύνει μέσα στην ιδιαίτερη, κάθε φορά, λογική του. Πρωτοστατούσε στα κινήματα αλληλεγγύης, σε αγώνες για πολιτικούς κρατούμενους.

Με την επίσημη Αριστερά είχα ξεκαθαρίσει νωρίς τους λογαριασμούς μου. Από τις πρώτες μέρες της Μεταπολίτευσης είχα αναζητήσει τα σύμβολα του κόμματος που θεωρούσα επαναστατικό. Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, ο Μαρξ, ο Λένιν, τα σύμβολα που από τον παππού είχα μάθει να θαυμάζω και να εμπιστεύομαι (τόσο που να κατεβαίνω επί χούντας στον Πειραιά και να συγκινούμαι στη θέα του σφυροδρέπανου στο φουγάρο κάποιου σοβιετικού πλοίου) δεν αντιστοιχούσαν στη μετριοπαθή και φοβική στάση της ηγεσίας του κόμματος μετά το 1974.

Αρχικά, η ρήξη μου με το κόμμα ήταν συναισθηματική. Δεν δεχόμουν ότι αποδέχτηκε την απόφαση του Καραμανλή για εκλογές στις 17 Νοεμβρίου 1974, για να χτυπήσει όλα αυτά που συμβόλιζε η 17 Νοέμβρη, μεταθέτοντας την εκδήλωση μνήμης μία βδομάδα αργότερα. Πολύ περισσότερο με εξόργισε η απόφαση του κόμματος να στείλει οικοδόμους να χτυπήσουν τους αγωνιστές που είχαν καταλάβει το Πολυτεχνείο, λέγοντάς του ότι πρόκειται για προβοκάτορες. (Αργότερα θα μάθαινα ότι κάποιοι οικοδόμοι είχαν αποχωρήσει από το κόμμα ακριβώς για αυτό: Αντί για χουντικούς ασφαλίτες, αναγνώρισαν μέσα στο Πολυτεχνείο παλιούς συντρόφους του αγώνα).

Είχε προηγηθεί άλλη μια προσωπική τραυματική εμπειρία. Με ένα φίλο, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 1974, πήγαμε να πετάξουν με προεκλογικά τρικάκια σε μια συγκέντρωση της ενιαίας, τότε, εκλογικά Αριστεράς, στη Νεάπολη, πάνω από τα Εξάρχεια. Περήφανοι για τα κατακόκκινα φεϊγβολάν με το τεράστιο σφυροδρέπανο και την υπογραφή της ΚΝΕ. Μόλις που γλιτώσαμε τη χειροδικία από την άλλη τάση της Ενιαίας Αριστεράς, που είδε «προβοκάτσια» στη θέρμη δύο μαθητών.

Όσο περνούσαν οι μέρες –και πραγματικά μέσα σε λίγες μέρες μάθαινες όσα άλλοτε χρειάζονταν μήνες- συνειδητοποιούσα ότι δεν χωρούσα στο πλαίσιο της επίσημης Αριστεράς. Έβλεπα ολοένα και πιο καθαρά ότι σε εκείνη την πολιτική κοσμογονία, την απίστευτη λαϊκή δυναμική, τον απέραντο ενθουσιασμό του κόσμου, μπροστά στην πρωτοφανέρωτη ιστορική ευκαιρία να προχωρήσουν τα πράγματα με γοργούς ρυθμούς, η επίσημη Αριστερά προσπαθούσε να τα φρενάρει. Αποδεικνυόταν συντηρητική. Η λαϊκή ορμή την ξεπερνούσε. Προέβαλε μόνο γενικά και ακίνδυνα συνθήματα, δεν οργάνωνε τους δυναμικούς κοινωνικούς αγώνες με ορίζοντα την κοινωνική χειραφέτηση. Εγώ ήθελα την Αριστερά πρωτοπόρα δύναμη σύγκρουσης και ανατροπής. Την ήθελα επαναστατική, όχι φοβισμένη και συμβιβαστική.

Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974, δεν έδειχνε πολιτικά φοβισμένος. Προωθούσε την αυτοοργάνωση, είχε ριζοσπαστικό λόγο, διακήρυσσε την έξοδο από το ΝΑΤΟ, το διώξιμο των βάσεων, την άρνηση στην ΕΟΚ των μονοπωλίων, μιλούσε ανοιχτά για σοσιαλισμό, υπαινισσόταν μια παράνομη παράλληλη οργάνωση «επειδή οι αστοί δε θα μας παραδώσουν ειρηνικά την εξουσία». Επειδή, όπως έλεγαν τότε, δείχνοντας ένα παλιό κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου, του Νοέμβρη του 1973, «ο ένοπλος λαός στην πράξη είναι η μόνη μακροπρόθεσμη εγγύηση του απαραβίαστου της κυριαρχίας του». Βέβαια, αυτός ο πολυθρύλητος «κρυφός» μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε μόνο εσωκομματικά, ως κομματική μυστική αστυνομία εναντίον όσων διαφωνούσαν (οι περίφημοι «καραφλοί πράκτορες»).

Σε αυτό τον πολιτικό χώρο προσχώρησαν πολλοί ριζοσπαστικοποιημένοι νέοι, σεβαστοί αντιδικτατορικοί αγωνιστές, παλιοί αντάρτες και καπεταναίοι του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Πέρα από παγιωμένο κόμμα ήταν ένας πολιτικός χώρος στον οποίο συνυπήρχαν όλες οι τάσεις της Αριστεράς. Τα γραφεία των τοπικών οργανώσεων στολίζονταν με αφίσες του Μαρξ και του Άρη.

Λίγο αργότερα άνοιξαν τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, Πανεπιστημίου και Μπενάκη, κάτω από τα γραφεία της Ελευθεροτυπίας. Βρισκόμουν εκεί καθημερινά. Μπορούσες, τότε, να βρεις εκεί αξιόλογους ανθρώπους, αγωνιστές με ιστορία σε όλη τη διαδρομή των τελευταίων δεκαετιών, ανθρώπους σεμνούς, συγκροτημένους, με πραγματικό ενδιαφέρον για την τύχη αυτού του λαού. Οι συζητήσεις μαζί τους ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Σπούδαζα τη συλλογική μνήμη, μάθαινα την πραγματική ιστορία, τη ζωντανή προφορική ιστορία που ανέτρεπε τα στερεότυπα των σχολικών εγχειριδίων. Μπορούσες ακόμα να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους του κομματικού μηχανισμού: Στενόμυαλοι, τυπολάτρες, με όλες τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, επιφυλακτικοί σε οτιδήποτε καινοτόμο. Που από τότε ονειρεύονταν αυτό ακριβώς που θα γίνουν αργότερα: Κρατικά στελέχη, διοικητές τραπεζών και οργανισμών, γραμματείς υπουργείων, βουλευτές και υπουργοί. Πλούσιοι. Οσμιζόσουν ήδη πάνω τους την αποφορά της διαφθοράς και των μελλοντικών τους σκανδάλων.

Στεκόμουν ενστικτωδώς απέναντί τους. Εξαρχής είχα διαμορφώσει μια ριζικά αντίπαλη αντίληψη των πραγμάτων με αυτούς, καθώς και με τις επίσημες πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες. Εγώ έλεγα, και πάλευα με όλες μου τις δυνάμεις για αυτό, ότι προτεραιότητα σε κάθε χώρο (μαθητικό, σπουδαστικό, εργατικό, αγροτικό, τοπικό) είναι η ανάπτυξη του κινήματος ανάλογα με τη δυναμική του κάθε χώρου και αναζητώντας την ενότητα με όλες τις ζωντανές δυνάμεις του. Ζητώντας το συντονισμό με τα άλλα επιμέρους κινήματα, πάντα στο πλαίσιο ενός σχεδίου για την ανάπτυξη του ευρύτερου εργατικού λαϊκού κινήματος.

Διαφωνούσα με τους «κομματικούς» που έβλεπαν τα κινήματα στενά κάτω από το πρίσμα του κομματικού συμφέροντος, με αποκλειστική επιδίωξη την αύξηση και μόνο της κομματικής επιτροπής, που οδηγούσε στις μικροκομματικές διαμάχες και τη διάσπαση της αναγκαίας ενότητας για τη συλλογική δράση. «Κόμμα» ή «κίνημα», έλεγα σχηματικά. Επέμενα ότι αυτά τα δύο δε βρίσκονταν σε αντίθεση, ότι μέσα από τη δυναμική ανάπτυξη του κινήματος θα αντλούνταν ταυτόχρονα μέλη και στελέχη για το κόμμα. Επιπλέον, από άποψη «μορφής» στην πολιτική και συνδικαλιστική παρέμβαση αρνιόμουν την ειδική πολιτική γλώσσα με την ακατανόητη στους κοινωνικούς χώρους ορολογία. Όπως και τους ατέλειωτους καβγάδες για μια λέξη, τις διαμάχες και τις απέραντες θεωρητικολογίες.

Αυτές τις απόψεις τις πάλευα από την αρχή της πολιτικής μου πορείας, τις υπεράσπιζα από τα πρώτα άρθρα μου, από το 1975, στη μαθητική εφημερίδα Μαθητικός Αγώνας της ΠΑΜΚ (Πανελλήνια Αγωνιστική Μαθητική Κίνηση). Ιδρυτικό πυρήνα της μαθητικής παράταξης αποτελέσαμε οι λίγοι μαθητές που περνούσαμε από τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ. Στη διακήρυξη θέσεων της παράταξης έμπαιναν αιτήματα για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, σοσιαλισμό. Θυμάμαι ότι μόνιμη επωδός στα άρθρα μου, τότε, ήταν ότι ο αγώνας για την παιδεία που ονειρευόμασταν συνδέεται άρρηκτα με τον αγώνα για τη σοσιαλιστική κοινωνία.

-.-.-

Η ιστορία της χώρας είναι η ιστορία της εξάρτησής της από τους ξένους ισχυρούς, η ιστορία της λεηλασίας της από αυτούς και τους εγχώριους ενδιάμεσους και μεσίτες της. Όπως έγραφαν τα «Λιπάσματα»: «Οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας καθορίζονταν πάντα από κέντρα αποφάσεων που βρίσκονταν και λειτουργούσαν έξω από την Ελλάδα». Όταν αρχές Αυγούστου του 2011 ο τότε υφυπουργός Δικαιοσύνης κατέβηκε στο υπόγειο κελί να δει αν μαλάκωσε το ξεροκέφαλο (όπως μαλάκωναν τα ξερά φύλλα του καπνού στην υπόγεια υγρασία στα καπνοχώρια μας) του είπα: «Καταντήσατε τη χώρα μας προτεκτοράτο, αποικία». «Πάντα έτσι δεν ήταν»; με αποστόμωσε. Σε τελική ανάλυση είχε δίκιο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, στη δεκαετία του 1960, το είχε πει καθαρά: «Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικόν και έναν αμερικανικόν». Πιο πριν, όταν τα αγγλικά, ληστρικά δάνεια είχαν αλυσοδέσει τη χώρα που έβγαινε με το αίμα των παιδιών της από την τούρκικη κατοχή και οι δύο πνεύμονες ήταν αγγλικοί. Το 1840 ο Άγγλος έπαρχος με την τυπική ιδιότητα του πρεσβευτή, ο σερ Λάιονς, δήλωνε: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ποτέ πραγματικά ανεξάρτητη, αυτό είναι παραλογισμός. Θα είναι ή ρωσική ή αγγλική και, αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αναγκαστικά αγγλική». Για να συνοψίσει, χρόνια αργότερα, στα 1912, ο Λόιντ Τζορτζ: «Το μέλλον της Ελλάδας αποφασίζεται στο Λονδίνο, όχι στην Αθήνα».

Η ιστορία αυτής της χώρας είναι ταυτόχρονα η ιστορία των λαϊκών αγώνων για την απεξάρτησή της, για να σταματήσει η λεηλασία της από ξένους και εγχώριους ισχυρούς, για να γίνει ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του. Η ιστορία των αγώνων του, που είναι αντιιμπεριαλιστικοί μαζί και αντικαπιταλιστικοί. Η ιστορία των αγώνων του, που ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 «δεσμεύτηκαν και μπλοκαρίστηκαν από την πολιτική ηγεσία», όπως έγραφε το κείμενο των ιδρυτών του ΕΛΑ. Από μια πολιτική ηγεσία που αναζητούσε την «εθνική» αστική τάξη για να συμμαχήσει μαζί της και περιόριζε το αντικείμενο των λαϊκών αγώνων στον «εκδημοκρατισμό» της πολιτικής ζωής.