Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Των εκλογών τα πάθη

Στο σημερινό ιστορικό ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο του ηλία νικολακόπουλου –κρατώντας προφανώς αποστάσεις κι επιφυλάξεις για διάφορα σημεία και πολιτικές εκτιμήσεις του- σχετικά με την κοινωνική ανάλυση της εκλογικής επιρροής του κκε στις τελευταίες εκλογές πριν από την επιβολή της δικτατορίας του μεταξά. Το κείμενο βασίζεται στο σχετικά κεφάλαιο του βιβλίου «κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην ελλάδα, 1936-1964, σελ 103-119, και στο άρθρο «η εκλογική επιρροή της κομμουνιστικής αριστεράς, 1936-1951, συνέχεις και ασυνέχειες» στο συλλογικό τόμο χ. φλάισερ (επιμ.), η ελλάδα36’-49’, εκδ. καστανιώτη, αθήνα 2003, σελ 223-234.

Η δικτατορία προ των πυλών – η εκλογική επιρροή του ΚΚΕ

Οι εκλογές στις 26 Ιανουαρίου 1936 προσφέρουν μια αρκετά πιστή καταγραφή της ευρύτερης πολιτικής επιρροής που είχε διαμορφώσει, ύστερα από 17 χρόνια πολιτικής παρουσίας, το ΚΚΕ και λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Με την έννοια αυτή, η ανάλυση της εκλογικής γεωγραφίας του ΚΚΕ αποτυπώνει το καταληκτικό σημείο της πρώτης περιόδου της ιστορίας του. Οι βασικές διαπιστώσει που προκύπτουν από την ανάλυση αυτή είναι οι ακόλουθες.

Η εκλογική του επιρροή εντοπιζόταν στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου το ΚΚΕ συγκέντρωσε συνολικά περίπου 46.000 ψήφους ή ποσοστό 10,4%, ενώ στην υπόλοιπη χώρα η δύναμή του ήταν περίπου 27.000 ψήφοι (ποσοστό 3,3%). Οι τρεις αυτές περιοχές που αντιπροσώπευαν το 1/3 του εκλογικού σώματος συγκέντρωναν για το ΚΚΕ περίπου τα 2/3 της εκλογικής του δύναμης. Αν μάλιστα από τις υπόλοιπες περιοχές διαχωριστούν η περιφέρεια της πρωτεύουσας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (όπου το ΚΚΕ διέθετε δύο συμπαγείς εστίες δύναμης στη Λέσβο και την Ικαρία), διαπιστώνεται ότι για τη μισή περίπου Ελλάδα η ύπαρξη του ΚΚΕ αποτελούσε ένα τελείως περιθωριακό φαινόμενο, αφού η δύναμή του συνολικά δεν ξεπερνούσε το 2%.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη συγκέντρωση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ στα μεσαία και μικρά αστικά κέντρα καθώς και στις μεγάλες κωμοπόλεις της εποχής. Όμως και στο σημείο αυτό η γεωγραφική διαφοροποίηση έπαιζε καθοριστικό ρόλο, αφού όλες ανεξαιρέτως οι εστίες δύναμης του ΚΚΕ, εκεί δηλ όπου διέθετε τόσο ισχυρή παρουσία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη εμπεδωμένης και ξεχωριστής πολιτικής κουλτούρας, εντοπίζονται στη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΚΕ ξεπέρασε το 20% σε όλα τα μεσαία αστικά κέντρα της εποχής (με πληθυσμό πάνω από 25.000 κατοίκους) των περιοχών που προαναφέρθηκαν, δηλαδή στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη (με τη μοναδική εξαίρεση της Κομοτηνής) και τη Λέσβο, ενώ κάτι τέτοιο δε συνέβη σε καμία άλλη περιοχή της χώρας. Έτσι τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν μεταξύ 20% και 25% στις Σέρρες, στη Δράμα και την Ξάνθη, περί το 30% στη Λάρισα, στο Βόλο και στη Μυτιλήνη και, τέλος, πάνω από 40% στην Καβάλα. Στις πόλεις αυτές η επιρροή του ΚΚΕ χρονολογείται κατά κανόνα από τη δεκαετία του 20’ και είχε εκ παραλλήλου εκφραστεί και κατά τις δημοτικές εκλογές (ήδη από το 1925), με κορυφαίο παράδειγμα την εκλογή κομμουνιστή δημάρχου στην Καβάλα (του Δημήτρη Παρτσαλίδη) το 1934. Αντίθετα, σε όλες τις πόλεις που βρίσκονταν στην Παλαιά Ελλάδα (πλην Θεσσαλίας), στην Ήπειρο και στην Κρήτη, η δύναμη του ΚΚΕ ήταν κατά κανόνα μικρότερη του 10% και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούσε ελαφρώς το όριο αυτό (Γιάννενα, Αγρίνιο, Λαμία). Στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές εντοπίζονται εξάλλου και όλες οι μικρές πόλεις ή μεγάλες κωμοπόλεις όπου το ΚΕ διέθετε συμπαγή και αξιόλογη επιρροή: στην Καρδίτσα και στον Τύρναβο ξεπέρασε το 30%, στη Σιάτιστα το 25%, στα πρωτοβιομηχανικά κέντρα της Ανατολικής Μακεδονίας (Νιγρίτα, Ροδολίβος, Ελευθερούπολη, Δοξάτο, Προσοτσάνη) τα ποσοστά του ξεπέρασαν το 25%, στο Σουφλί και στο Διδυμότειχο το 20%, ενώ εξίσου υψηλά ποσοστά συγκέντρωσε και στα δύο από τα τρία σημαντικά ημιαστικά κέντρα της Λέσβου στην Αγιάσο (32%) και στον Πολίχνιτο (25%).

Από τη σύντομη και ενδεικτική παράθεση που προηγήθηκε, γίνεται φανερό ότι ο κυριότερος κοινωνικός χώρος όπου το ΚΚΕ απέκτησε συμπαγή πολιτικά ερείσματα ήταν τα εργατικά στρώματα της Θεσσαλονίκης και των Νέων Χωρών, τα συνδεδεμένα με τη διαδικασία της πρώιμης εκβιομηχάνισης και κυρίως με τους κλάδους εκείνους (συνήθως εποχιακής εργασίας) που ήταν προσανατολισμένοι στην πρωτογενή επεξεργασία αγροτικών προϊόντων, με κυριότερο παράδειγμα, αλλά όχι μοναδικό, τον καπνό. Πρόκειται δηλαδή για τα εργατικά εκείνα στρώματα τα οποία, ενώ είχαν ήδη ενταχθεί στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, διατηρούσαν εντούτοις, από την ίδια τη φύση της εργασίας τους, αλλά και συχνά της κατοικίας τους, στενούς δεσμούς με την αγροτική ενδοχώρα. Δύσκολα επομένως μπορούσαν να συγκροτήσουν για την αναδυόμενη εργατική τάξη, τον ισχυρό πυρήνα ενός ευρύτερου συλλογικού «εμείς». Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα τμήματα αυτά της εργατικής τάξης, που αποτέλεσαν τα κυριότερα μαζικά στηρίγματα του κομμουνιστικού κινήματος κατά την πρώτη φάση του, έτειναν να εξαφανιστούν με τον αστικό εκσυγχρονισμό, όπως και πράγματι συνέβη από τη δεκαετία του 50’ και μετά.

Στην ιδιόμορφη αυτή σχέση πόλεων-κωμοπόλεων-υπαίθρου στηριζόταν εξάλλου σε μεγάλο βαθμό και η όποια επιρροή εμφανιζόταν να διαθέτει το ΚΚΕ στον αγροτικό χώρο ή και σε ορισμένες μικρές κωμοπόλεις. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η επαρχία της Θάσου (όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 30%, συγκεντρώνοντας τις ψήφους των καπνεργατών που εργάζονταν στην Καβάλα), αλλά και χωριά του Πηλίου (πχ στην Ανακασιά, στην Πορταριά, στη Ζαγορά, στην Αργαλαστή, στη Δράκια ξεπέρασε το 20%), όπως και ορισμένα χωριά του Παγγαίου (Μεσορόπη, Μουσθένη). Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν επίσης αρκετά στο θεσσαλικό κάμπο (Αμπελώνας, Γόνοι), στην περιοχή της Ελασσόνας (Τσαρίτσανη, Ραψάνη), όπως επίσης και στην Ανατολική Μακεδονία, με κορυφαίο παράδειγμα την Χωριστή Δράμας, τη μόνη κωμόπολη όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 50%).

Ο γεωγραφικός εντοπισμός της εκλογικής δύναμης της κομμουνιστικής Αριστεράς παρέχει επίσης ορισμένες ενδείξεις σχετικά με την απήχηση του ΚΚ μεταξύ του προσφυγικού πληθυσμού, η οποία οπωσδήποτε ήταν αρκετά υψηλότερη σε σύγκριση με τους γηγενείς. Η απήχηση του ΚΚΕ μεταξύ των προσφύγων ήταν πολύ σημαντικότερη στον αστικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στον εγκατεστημένο σε πόλεις με σχετικά αναπτυγμένη βιομηχανική υποδομή, ενώ αντίθετα ήταν σχετικά περιορισμένη στον αγροτικό προσφυγικό πληθυσμό, όπου εντοπιζόταν σε λίγες μόνο περιοχές (πχ επαρχίες Δράμας και Κιλκίς). Αλλά και μεταξύ του αστικού προσφυγικού πληθυσμού υπήρχαν έντονες διαφοροποιήσεις. Η σημαντική εκλογική απήχηση του ΚΚΕ συμβάδιζε κατά κανόνα με αντίστοιχη επιρροή του και στους γηγενείς, ενώ αντίθετα στα αστικά κέντρα, όπου η παρουσία του στο γηγενή πληθυσμό ήταν ασθενής, ήταν αντίστοιχα περιορισμένη και η επιρροή του στο προσφυγικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό και ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η περιορισμένη εκλογική απήχηση του ΚΚΕ σε όλες τις προσφυγικές συνοικίες της πρωτεύουσας, όπου η πολιτική κυριαρχία του βενιζελισμού παρέμενε απόλυτη. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στην περιφέρεια της πρωτεύουσας είχε εγκατασταθεί περίπου το 40% του αστικού προσφυγικού πληθυσμού.

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις για τα είδος των εργατικών στρωμάτων που ταυτίστηκαν με το ΚΚΕ κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής του παρουσίας συνδυάζονται με την αδυναμία του να εισχωρήσει με αντίστοιχη επιτυχία στα εργατικά στρώματα των δύο μεγάλων αστικών κέντρων, και κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας: είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, τόσο των γηγενών (Πετράλωνα, Βοτανικός, κτλ) όσο και των προσφύγων (Δραπετσώνα, Νίκαια, κλπ), τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν γύρω στο 10%. Η κατάσταση αυτή ήταν βέβαια σαφώς διαφορετική στη Θεσσαλονίκη, χωρίς πάντως κι εδώ το ΚΚΕ να ξεπερνά, ακόμα και στις αμιγώς εργατικές συνοικίες, το 20% (με μέσο ποσοστό για την πόλη της Θεσσαλονίκη το 13,8%) έναντι 7,4% για Αθήνα-Πειραιά).

Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορεί να υποστηριχθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 30’ η κομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική είχε υιοθετηθεί ως κυρίαρχος και εμπεδωμένος δίαυλος πολιτικής εκπροσώπησης, από ορισμένα εργατικά κυρίως στρώματα, επιτρέποντας μια πρώτη, έστω και περιορισμένης έκτασης, «μεταμόσχευση» της ομοιογενοποιητικής και τελεολογικής διάστασης του κομμουνιστικού μοντέλου (όπως προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση και κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια από την Κομμουνιστική Διεθνή) στο υπό διαμόρφωση σώμα της εγχώριας ελληνικής Αριστεράς. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στο πεδίο αυτό το κομμουνιστικό μοντέλο δεν είχε να αντιμετωπίσει –παρά μόνο περιθωριακά- ανταγωνιστικές εκδοχές αριστερής ιδεολογίας, είτε σοσιαλδημοκρατικής είτε αγροτικής τάσης.

Η δικτατορία της 4η Αυγούστου δε φαίνεται να ανέτρεψε αυτά τα δεδομένα, παρόλο που πέτυχε την ουσιαστική οργανωτική διάλυση του ΚΚΕ. Η βιομηχανία των δηλώσεων μετανοίας, την οποία εγκαινίασε η μεταξική δικτατορία –υπολογίζονται σε 45.000 περίπου- ίσως μάλιστα να λειτούργησε τελικά στο μαζικό επίπεδο κατά τρόπο αντίστροφο από αυτόν για τον οποίο είχε σχεδιαστεί. Ο αναφερόμενος αριθμός των δηλώσεων μετανοίας ξεπερνά κατά πολύ την υποτιθέμενη οργανωμένη δύναμη του ΚΚΕ -17.5000 μέλη τις παραμονές της δικτατορίας, από τα οποία εξάλλου περίπου 2.000 βρέθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες αρνούμενα να υπογράψουν δήλωση κι άλλα περίπου 200 διέφυγαν τη σύλληψη (ενώ ορισμένα συνεργάστηκαν με τη δικτατορία). Αντίθετα, ο αριθμός των δηλώσεων προσεγγίζει εντυπωσιακά την εκλογική επιρροή του ΚΚΕ στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές.


Αν επομένως η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διέλυσε την οργανωτική δομή του ΚΚΕ, ταυτόχρονα είναι πιθανόν να σταθεροποίησε και να ενοποίησε το δυνάμει ακροατήριό του –ονοματίζοντάς το και εξισώνοντάς το διά της ταπεινώσεως. Γεγονός που, τη δεδομένη στιγμή της Κατοχής, απελευθέρωσε ενέργειες και πρωτοβουλίες, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες περιπτώσεις «δηλωσιών» που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Αντίσταση. Οι ίδιοι δηλαδή άνθρωποι που είχαν συγκροτήσει την προδικτατορική εκλογική επιρροή του ΚΚΕ, και οι οποίοι –ιδιαίτερα στα χωριά και στις κωμοπόλεις- υπέστησαν την ταπείνωση των δηλώσεων μετανοίας, αποτέλεσαν και την πρώτη μαγιά του εαμικού αντιστασιακού κινήματος.

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Η παθητικότητα της ελληνικής κοινωνίας*

*(Άρθρο συνεργάτη της κε του μπλοκ)

Κάποιες σκέψεις σε σχέση με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας και την «εξαθλίωση των μαζών».
Είναι πράγματι παράλογη η πολιτική των «Μνημονίων»;


Δεν είμαι και απόλυτος σε ό,τι γράφω, γιατί είναι και επιστημονικά θέματα, που χρειάζονται χρόνο (που δεν έχω) και δουλειά για να τεκμηριωθούν. Περισσότερο υποκειμενικές απόψεις και προσωπικές εμπειρίες εκφράζουν, σαν έναυσμα για συζήτηση.

Πολλοί εντυπωσιάζονται από την παθητικότητα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο Μνημόνιο και την γενικότερη επίθεση του Κεφαλαίου. Ανάμεσα τους κι αριστεροί, που προσπαθούμε να εξηγήσουμε το φαινόμενο, καθώς φαίνεται να θέτει σε αμφισβήτηση δικές μας γενικότερες αρχές και βεβαιότητες, που είχαμε, για την ριζοσπαστικοποίηση των μαζών κλπ.
Η εμφανής αντίφαση είναι πως, από την μια, έχουμε αντικειμενικές συνθήκες προλεταριοποίησης, και άρα εξαθλίωσης, μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού, και από την άλλη μια παθητικότητα στην υποδοχή των «μέτρων», που δεν συμβιβάζεται ούτε με την εξεγερτική απελπισία του προλετάριου, που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του, αλλά ούτε και με την οργή του μικροαστού, που χάνει την προνομιακή θέση του μέσα στην κοινωνία.
Κάποιες απόπειρες ερμηνείας στρέφονται στην «καθυστέρηση του υποκειμενικού παράγοντα», στον παραπλανητικό ρόλο των ΜΜΕ, στην ελπίδα ότι «όλα αυτά θα περάσουν, και θα ξανάρθουν οι παλιές-καλές μέρες».
Κάποιες άλλες στρέφονται κύρια στην ανεπάρκεια των αριστερών δυνάμεων (προεξάρχοντος βεβαίως του ΚΚΕ σαν κυρίαρχου σχηματισμού) να εμπνεύσουν και να καθοδηγήσουν τις καταπιεζόμενες τάξεις.
Θεωρώ πως οι παραπάνω, συνοπτικά και γενικόλογα αποδιδόμενες, απόψεις, ενώ έχουν εν μέρει βάσιμες αφετηρίες (κατά περίπτωση πάντα), προϋποθέτουν κάτι, που όχι μόνο δεν έχει αποδειχτεί αλλά δείχνει να αντιβαίνει και την άμεση εμπειρία, τουλάχιστον τη δική μου.
Εννοώ την αντικειμενική βάση. Πόσο έχει προχωρήσει η περίφημη «προλεταριοποίηση», και σε τι βαθμό αυτή ταυτίζεται με τις στατιστικές της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT;
Για να μην ψάχνω, αντέγραψα τα χρειαζούμενα στοιχεία από ένα τροτσκιστικό ιστότοπο, που βρήκα πρόχειρα στο διαδίκτυο και αναφέρεται στις στατιστικές, θεωρώντας εύλογα ότι είναι σε γενικές γραμμές μη ανακριβή ως προς τα αριθμητικά μεγέθη.
Ας τα δούμε:


1. Τα στοιχεία της στατιστικής

Σταχυολόγηση, από «Μαρξιστική Φωνή»:

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ το Α’ τρίμηνο του 2011 το σύνολο των απασχολούμενων ατόμων στην Ελλάδα ήταν 4.194.400. Από το σύνολο των απασχολούμενων, οι μισθωτοί εργαζόμενοι ήταν 2.660.100. Το 68,5 % του εργατικού δυναμικού απασχολούταν στον τομέα των υπηρεσιών, το 19,1% στη βιομηχανία και το 12,4 % στη γεωργία.
Με βάση την ίδια προαναφερόμενη πηγή, το Α’ τρίμηνο του 2011 οι εργοδότες ήταν 334.900, οι αυτοαπασχολούμενοι 967.700 και οι βοηθοί σε οικογενειακή επιχείρηση 231.600. Συνολικά, η ελληνική οικονομία έχει 960.000 επιχειρήσεις. Από αυτές, οι 930.000 απασχολούν από 0-10 άτομα και κατά μέσο όρο 4 άτομα, είναι δηλαδή, μικρές επιχειρήσεις. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καταγεγραμμένων εργοδοτών, δεν είναι ισχυροί καπιταλιστές, αλλά μικροαστοί που σε μεγάλο βαθμό οι επιχειρήσεις τους βρίσκονται σήμερα υπό κατάρρευση.
Από την άλλη πλευρά, οι αυτοαπασχολούμενοι σε ένα μεγάλο ποσοστό δεν πρέπει να κατατάσσονται στους μικροαστούς. Όπως τονίζει στην πρόσφατη έκθεσή του το ΙΝΕ -ΓΣΕΕ, μπορεί ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων να κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, αλλά σε ένα μεγάλο ποσοστό που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, υποκρύπτει μισθωτή εργασία και οφείλεται στην απόπειρα των αφεντικών να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές και άλλες εργατικές κατακτήσεις.
Ο πιο πρόσφατος «επίσημος» αριθμός των ανέργων (πηγή : ΕΛΛ.ΣΤΑΤ) είναι 908.000, δηλαδή το 18,4% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Από αυτούς μόνο 188.092 άτομα παίρνουν επίδομα ανεργίας. Το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους 15-24 ετών (43,5%). Τον Αύγουστο του 2011 σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2010 οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 295.000. Μόνο μέσα στον περασμένο Σεπτέμβριο έχασαν τη δουλειά τους 107.287 εργαζόμενοι.
Ο πραγματικός αριθμός των ανέργων όμως είναι μεγαλύτερος, καθώς οι επίσημες στατιστικές αρχές σκόπιμα κατατάσσουν στους «στους μη ενεργούς οικονομικά» και όχι στους άνεργους, εκείνους τους μακροχρόνια άνεργους που έχουν πάψει πλέον να αναζητούν δουλειά, αλλά και όσους νέους βγαίνουν στην αγορά εργασίας για πρώτη φορά και δεν βρίσκουν δουλειά. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ συμπεριλαμβάνοντας και αυτές τις κατηγορίες υπολογίζει το πραγματικό ποσοστό της ανεργίας σήμερα σε 25% του εργατικού δυναμικού.


2. Μια μετάφραση συμβατή με την εικόνα του υποκειμενικού παράγοντα.

Παρατηρούμε πως έχουμε :
Ανέργους………………………………………………….. 908.000
και
Απασχολούμενους (Α Τρ. 2011) ……………………… 4.194.400

από αυτούς δε μισθωτούς ……………………………. 2.660.100
ενώ εργοδότες-αυτοαπασχολούμενοι-συμβοηθούντες 1.534.200 και από αυτούς Εργοδότες 334.900
(4.194.400) Αυτοαπασχ. 967.700
Συμβοηθ. 231.600
Σύνολο 1.534.200

Ολοι αυτοί απασχολούνται σε (κρατηθείτε…) …………. ~960.000 επιχειρήσεις
Από τις οποίες οι …………………………………………… ~930.000 είναι κάτω των 10 ατόμων!!!,
Με μέσο όρο απασχόλησης τα 4 (!!, ναι τέσσαρα!) άτομα.


Αν κάνουμε έναν χοντρικό υπολογισμό:
4 x 930.000 = ~3.720.000 άτομα απασχολούνται σε αυτές τις 930.000 επιχειρήσεις των τεσσάρων ατόμων μαζί με τα αφεντικά-αυτοαπασχολούμενους-συμβοηθούντες.
Αν αφαιρέσουμε αφεντικά, αυτοαπασχολούμενους και συμβοηθούντα μέλη θα έχουμε:
3.720.000 – 1.534.200 = 2.185.800 μισθωτούς στις «επιχειρήσεις» των τεσσάρων (4) ατόμων.

Δηλαδή, από τα 2.660.100 των μισθωτών, τα ………… ………………………………2.185.800 η 82.3 %
δουλεύουν σε επιχειρήσεις των τεσσάρων (4) ατόμων
Και μόνο τα 2.660.100 – 2.185.800 = ……………………………………………………..474.300 η 17.83 %
δουλεύουν σε επιχειρήσεις > των 10 ατόμων.


ΣΧΟΛΙΑ

Τα νούμερα μου φαίνονται εξωφρενικά και χρειάζονται επανεξέταση για επιβεβαίωση.
Θα ήμουν επίσης περίεργος να έβλεπα τα αντίστοιχα νούμερα για κάποιες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, όπως π.χ. η Γερμανική, η Γαλλική, η Βρετανική κλπ. Εχω ακουστά, πως εκεί αυτά τα ποσοστά είναι …ανάποδα. Δηλαδή το μεγάλο ποσοστό των μισθωτών εργάζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις και μόνο ένα μικρό στις μικρές.
Πάντως, αν αληθεύουν, εξηγούν πολλά, και δίνουν αφορμή για περισσότερες σκέψεις.

Κατ αρχήν, για να τα πάρουμε από την αρχή, πόσο είναι «προλετάριοι» οι ~1.534.200 αφεντικά-επαγγελματίες;
Είναι αλήθεια ότι πολλοί από αυτούς αρχίζουν και τα κλείνουν τα μαγαζιά τους.
Αλλά είναι γι αυτό προλετάριοι;
Μπορεί να είναι άνεργοι όσοι είναι, αλλά πολλοί έχουν ιδιόκτητα σπίτια, συχνά όχι ένα αλλά δύο εξοχικά (ένα το πατρικό, στο χωριό, και το άλλο στην Πάρο η στην Εύβοια…), 2-3 αυτοκίνητα, (που τώρα πάνε και καταθέτουν για το ένα τις πινακίδες), καταθέσεις, (πολλοί από αυτούς στο εξωτερικό), πολλοί έχουν και ακίνητα νοικιασμένα (που τώρα ξενοικιάζονται και αρχίζει να πέφτει η αξία τους αλλά διατηρούν μια παραμένουσα αξία). Με λίγα λόγια έχουν λίπος (με την αρχική ομηρική έννοια της λέξης), να το κάψουν.
Το ίδιο ισχύει και για πολλούς από τους μισθωτούς, τόσο του 82.3% όσο και του 17.83%. Βάλτε και την εργατική αριστοκρατία, golden boys κλπ., την κομματική νομενκλατούρα και τους κομματικούς στρατούς των δύο μεγάλων κομμάτων, που είναι «τακτοποιημένοι» κύρια στο δημόσιο (αλλά και σε προνομιακές θέσεις του ιδιωτικού τομέα) και είναι εξαιρετικά διογκωμένη (πολεοδομίες, εφορίες, υπουργεία, οργανισμοί Κ.Ω., τελωνεία, σώματα ασφαλείας, τράπεζες, εκπαίδευση, κλπ. κλπ. κλπ……κόσμος και ντουνιάς…..)
Κοντά σε όλους αυτούς τους πολυάριθμους ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΥΣ»(*), πρέπει να δούμε και την παρουσία πολλών εργαζομένων – προλετάριων, που ιδεολογικά επηρεάζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία, με αιχμή το χειροπιαστό παράδειγμα των προηγουμένων. Και αυτοί συμπεριφέρονται πολιτικά (ακόμη και οικονομικά, χωρίς να έχουν την δυνατότητα –εξ ού και οι «κάρτες») σαν να είναι «μικρομεσαίοι» ενώ δεν είναι. Αυτοί είναι οι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ».

Η χώρα μας για ιστορικούς λόγους, που μπορεί να έχουν σχέση ακόμη και με τη ύπαρξη-δράση του Δημοκρατικού Στρατού και τον εμφύλιο, ήταν (και είναι ακόμη…) μια χώρα «μικρομεσαίων», που βρίσκονταν από το ‘50-‘60 και επισήμως από το ’74 σε συμμαχία με τον Ιμπεριαλισμό και το Κεφάλαιο στην αντιπαράθεση με το Σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τον κομμουνισμό γενικά σαν ιδεολογία.
Για χάρη αυτής της συμμαχίας το ντόπιο Κεφάλαιο έκανε σοβαρές οικονομικές υποχωρήσεις, ανέχτηκε τη μικρή ιδιοκτησία της γής (και άρα την αντιπαροχή), ανέχτηκε ακόμη και την «σοσιαλμανία», την ΑΤΑ κλπ.. Ξέχωρα από τους γνωστούς πολιτικούς συμβιβασμούς (νομιμοποίηση ΚΚΕ, προσωρινή έξοδος από το στρατιωτικό ΝΑΤΟ, «τριτοδρομισμός» του Α. Παπανδρέου κλπ.).
Οι ισορροπίες αυτής της συμμαχίας κλονίστηκαν μετά το ’91 με την πτώση του Σοσιαλισμού και την κρίση του Καπιταλισμού, που επακολούθησε, συμπτωματικά η όχι ας μη το συζητήσουμε εδώ. Βέβαια η καπιταλιστική κρίση και η συνακόλουθη επιθετικότητα του Κεφαλαίου είχαν εκδηλώσει συμπτώματα και πριν από το ’89-’91, αλλά κυρίως μετά αποχαλινώθηκε ο Καπιταλισμός.
Η ουσία είναι πως, αρχίζοντας δειλά-δειλά από το ’85 – ’90, άρχισαν να αμφισβητούνται πολλά, ανάμεσά τους και αυτό το 82.3– 17.83%, που προφανώς δεν είναι συμβατό ούτε με την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων ούτε και με την καπιταλιστική συσσώρευση.

Πόσο τα έχουν χωνέψει αυτά οι πολυάριθμοι, αντικειμενικοί και υποκειμενικοί, «μικρομεσαίοι» της χώρας μας;
Από ό,τι βλέπω, από ελάχιστα ως καθόλου.
Αυτό φαίνεται και από τις αντιδράσεις τους (πλατείες, μούντζες, «μπάχαλα», εθνικισμός, αποδοκιμασίες παρελάσεων, «Κερατέα», Λαζόπουλος, κλπ.…) αλλά και από τις πολιτικές εκφράσεις τους, που βέβαια, επεκτείνονται και στον χώρο της αγοραίας αποκαλούμενης «Αριστεράς».
Θάλεγα λοιπόν πως είναι πολύ-πολύ εξηγήσιμη η εμφανέστατη παθητικότητα του μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας στην υποδοχή των «μέτρων». Είναι ακόμη μια κοινωνία, «τύπου Πασόκ», ανεξαρτήτως «αριστερών», «δεξιών», «κεντρώων».
Ιδιαίτερα ορισμένοι «αριστεροί» πολιτικοί εκφραστές τους, δεν έχουν καταλάβει καν την έννοια της καπιταλιστικής επίθεσης, που βιώνει ΚΑΙ ο δικός τους κοινωνικός χώρος.
Δεν έχουν πάρει τα μηνύματα των καιρών.
Δεν τους βοηθάει και ο ενδημικός σε αυτά τα στρώματα, (συνήθως ντροπαλός, που συχνά γίνεται ξετσίπωτος και φανατισμένος) αντικομμουνισμός.
Δεν τους βοηθάει, ούτε η χαρακτηριστική τους αλαζονεία, που οφείλεται στην σχετικά ενδιάμεση, οιονεί διευθυντική, ιεραρχική θέση τους στην οργάνωση της εργασίας, ούτε και η κληρονομημένη από τα «καλά χρόνια» αυτοπεποίθηση τους.
Προφανώς τους είναι δύσκολο να προσαρμοστούν στον τρόπο σκέψης μιας νέας ζωής, που δεν θα παρέχει τέτοια προνόμια.
Παρεξηγούν τους σκοπούς και τις συνέπειες των «μεταρρυθμίσεων». Νομίζουν ότι στρέφονται μόνο κατά των εργαζομένων.
Δεν κατανοούν πως μπορεί οι «μεταρρυθμίσεις» να στρέφονται κατά της εργατικής τάξης, να την εξαθλιώνουν απόλυτα και σχετικά, αλλά δεν πρόκειται να εξαλείψουν την Ε.Τ. σαν τάξη.
Ενώ αντίθετα, αυτούς τους ίδιους, όχι μόνο θα τους εξαθλιώσουν αλλά και θα τους συντρίψουν και σαν τάξη.
Θα τους εκμηδενίσουν.
Δεν έχουν καμιά ελπίδα να ανασυγκροτηθούν σαν τάξη.
Δε θα ξανάρθουν γι' αυτούς «οι παλιές-καλές μέρες».

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΤΩΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ Ε.Τ., ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΤΟΧΟ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΦΥΓΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ», ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΕΡΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗ-ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΑΡΑ ΤΗΝ ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ».
Θεωρώ πως αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος, που ακολουθείται από το μεγάλο κεφάλαιο αυτή η φαινομενικά «παράλογη» οικονομική πολιτική των Μνημονίων, Μεσοπροθέσμων κλπ., που σκοτώνει την «μικρή» οικονομία (και προσωρινά και εν μέρει και την «μεγάλη») τάχαμου για την «δημοσιονομική εξυγίανση» και την «ικανοποίηση των δανειστών». Ενώ είναι πασιφανέστατο πως αν ο στόχος ήταν να πληρωθούν τα χρέη, έστω εν μέρει, θα λαμβάνονταν μέτρα για την τόνωση ΚΑΙ της «μικρής» οικονομίας.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράλογη αυτή η πολιτική.
Αρκεί να κατανοήσουμε τους πραγματικούς στόχους της.
Η δια της κατεδάφισης των ιστορικών κατακτήσεων των εργαζομένων καταστροφή των μισθών τους, θα έχει σαν παράπλευρη απώλεια την καταστροφή εκείνης της οικονομίας, που κυρίως στηρίζεται στα μικρά εισοδήματα. Δηλαδή της οικονομίας των «μικρομεσαίων». Με «ένα σμπάρο δυό τρυγώνια» το μεγάλο κεφάλαιο, δηλαδή Το Κεφάλαιο. Και καθαρίζει το έδαφος για την εντατικότερη εκμετάλλευση της εργατιάς, και απαλλοτριώνει τους άχρηστους τώρα πια για αυτό «μικρομεσαίους».
Απόλυτα λογική οικονομική πολιτική λοιπόν, για τους στόχους και με την λογική της «αγοράς» και του Κεφαλαιοκράτη.
Και να προσθέσουμε και κάτι, που έχει σημασία: Δεν υπάρχει καπιταλιστικό φως στο τούνελ.
Η απαλλοτρίωση των περιουσιών θα είναι οριστική. Οι μετέπειτα συνθήκες δεν θα επιτρέπουν την ανάκτηση ή τον σχηματισμό νέων περιουσιακών στοιχείων σε πλατειές μάζες.
Η συγκεντροποίηση δεν είναι ευκαιριακή διεργασία: Ερχεται για να μείνει…
Είναι ο Καπιταλισμός του μέλλοντός μας.

Θα πεί κανείς, με βάση τα προηγούμενα, «καλά, δηλαδή δεν είναι ώριμες οι αντικειμενικές συνθήκες για την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής»; Δεν πρέπει να συγχέουμε την ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων, με την ακόμη συντηρούμενη καλή οικονομική κατάσταση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού, που, μάλιστα, μπορεί πολύ γρήγορα να καταρρεύσει. Οι ώριμες αντικειμενικές συνθήκες έχουν να κάνουν με την παραγωγή μεγάλης κλίμακας, την γιγάντωση των μονοπωλίων, που έχει προχωρήσει και στην χώρα μας.
Θα έλεγα πως μια όψη της παραπέρα ωρίμανσης και των αντικειμενικών προϋποθέσεων είναι ακριβώς και η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ. Είναι αναπόφευκτο η δουλειά του μπακάλικου να περάσει στο σούπερμάρκετ και στην «αλυσίδα». Το ζήτημα είναι ποιος θα διοικεί την «αλυσίδα»: Η «Μονσάντο» ή η Κοινωνία των εργαζομένων;
Και οι «μικρομεσαίοι» ας αποφασίσουν την ύστατη ώρα, τώρα, που τελειώνουν τα ψέματα: Θα κοινωνικοποιηθούν ομαλά και ανθρώπινα από την «Λαϊκή Εξουσία» η θα απαλλοτριωθούν όπως βλέπουμε να γίνεται σήμερα, από τον τραπεζίτη και το IMF-ΕΕ, με το μαστίγιο της έξωσης και της πείνας;

Σήμερα το πρωϊ (9.01.2012) άκουγα τον Χατζηνικολάου, να ωρύεται ακριβώς γι αυτό, για τις συνέπειες των «μνημονίων» στην «μικρομεσαία τάξη». Φαίνεται εκφράζει κάποιες μερίδες μικροκεφαλαιοκρατών, που πιθανόν έχουν καταλάβει τι τους περιμένει. Αλλά βέβαια, αυτοί θα αναζητούν λύσεις με την «αριστερά» να σέρνεται πίσω τους για κάποια υποθετική διαπραγμάτευση με το μεγάλο Κεφάλαιο. «Ο λύκος κι αν εγέρασε, κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε την γνώμην άλλαξε, ούτε την κεφαλή του». Κούνια, που τους κούναγε.
Είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης, πώς μπορεί να προσεγγίσει τμήματα των μικρομεσαίων η Ε.Τ. και το Κόμμα, ώστε να στήσει μια κοινωνική συμμαχία υπό την ηγεσία της πια και όχι υπό την ηγεσία των «μικρομεσαίων», που βιώσαν οι δικές μας οι γενιές. Και να αποτρέψει και τον εκφασισμό τους.
Θα μπορούσαμε, (για παράδειγμα, λέω..) να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα, που κάποτε η αντίδραση χρησιμοποίησε κατά των κομμουνιστών: «Οι κομμουνιστές θα σας πάρουν τα σπίτια». Τώρα, που ο τραπεζίτης, με τα δάνεια θα μετατρέψει τον ιδιοκτήτη σε ενοικιαστή του δικού του σπιτιού (αν δεν τον πετάξει στο δρόμο…), μήπως είναι καιρός να κατεβάσουμε το σύνθημα: «Με την Λαϊκή Εξουσία, για να σώσουμε το σπίτι μας, για νάχει ο καθένας ένα σπίτι και μια δουλειά!»;
Αλλά είπαμε αυτό είναι θέμα μιας επόμενης μεγάλης συζήτησης.

-------------------------------------------------------------------------------------
(*) Τα εισαγωγικά έχουν σχέση, με την επιστημονικότητα του όρου «μικρομεσαίοι». Δανείζομαι τον όρο καταχρηστικά για να περιγράψω συνοπτικά αυτά τα ετερόκλητα κοινωνικά στρώματα, που στις ειδικές συνθήκες της πατρίδας μας εμφάνισαν και εξακολουθούν να διατηρούν προς το παρόν μια σχετικά ενιαία, πολιτική κυρίως, συμπεριφορά, ακόμη και αν εκφράζονται από διαφορετικά κόμματα.

10.01.2012 . Σεχτάρ ο Τρομερός