Όταν
έρχεσαι να ζήσεις στην πρωτεύουσα συναντάς τις πρώτες μέρες στο δρόμο ή στο
μετρό ανθρώπους που κυκλοφορούν με ακουστικά και απομονώνονται από το
περιβάλλον. Κι ως γνήσιος «επαρχιώτης» το θεωρείς ως έσχατο σημάδι αποξένωσης
και σημείο των καιρών της αλλοτρίωσης που ζούμε.
Ώσπου
αρχίζουν να σε καταβάλλουν οι θόρυβοι και οι ρυθμοί της πόλης, που τρέχει χωρίς
να κοιτά τις δικές σου ευαισθησίες και χωρίς να γνωρίζει που ακριβώς πηγαίνει.
Και τότε αναθεωρείς και αρχίζεις να βλέπεις τα ακουστικά ως σύμβολο αντίστασης,
έσχατο μέσο άμυνας του οργανισμού που προσπαθεί να περιφρουρήσει την ηρεμία
του, να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, πριν γίνει χίλια κομμάτια για να τα
προφτάσει όλα. Προστασία από ένα περιβάλλον που το αντιλαμβάνεται πλέον καθαρά
ως εχθρικό και προσπαθεί απεγνωσμένα να διαπραγματευτεί μαζί του κάποια όρια ,
να οριοθετήσει κάποιες δικές του προσωπικές νησίδες, αποκλειστικά για τον εαυτό
του. Σαν ένα ιδιότυπο προστατευτικό τείχος του βερολίνου. Αλλά η λογική των
νησίδων είναι καθαρή ουτοπία κι η (επανα)διαπραγμάτευση καθαρή απάτη – όπως
ακριβώς και με το μνημόνιο.
Αυτήν
ακριβώς τη λογική της νησίδας προβάλλουν με τη δράση τους διάφορες αναρχικές
ομάδες. Που μπορεί να απεχθάνονται γενικά τα τείχη ή το τείχος του βερολίνου
ειδικότερα, αλλά χτίζουν ένα αόρατο τείχος προστασίας γύρω από τους δικούς τους
κατειλημμένους χώρους, για να τους κρατήσουν άσπιλους κι αμόλυντους από τα
αστικά ήθη και τη σαπίλα τους. Αυτά όμως τρυπάν τα τείχη μας σαν υγρασία,
φωλιάζουν στη δύναμη της συνήθειας, βιάζουν παρθένα ιδανικά και δηλητηριάζουν
θανάσιμα τον πιο ρομαντικό ιδεαλισμό. Κι όπως έλεγε ο κάρολος κριτικάροντας το
μοντέλο του προυντόν με τις μικρές κομμούνες και την ομοσπονδία τους, όταν
αυτές οι μικρές νησίδες αφήσουν πίσω τα τείχη και τα περιορισμένα τους όρια
επιχειρώντας να εξαπλωθούν εξαϋλώνονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το
βασικό πρόβλημα ωστόσο δε βρίσκεται στον ουτοπικό χαρακτήρα των αναρχικών
νησίδων, αλλά στον αναρχικό που κρύβει και καλλιεργεί ο καθένας μέσα του,
θέλοντας να ανταποδώσει τα «σκατά» που
ζούμε καθημερινά με τα αναρχικά συνθήματα για σκατά σε όλη την κοινωνία. Φάτε
σκατά κερνάει το κράτος, όπως λέει και ένα σύνθημα στους τοίχους.
Καθένας
μας έχει μια ροπή στον ιδρυματισμό και προσπαθεί να βρει καταφύγιο για τις
ανησυχίες και την ανασφάλειά του σε ένα γνώριμο περιβάλλον, μια συλλογικότητα,
μια σχέση, γνωστούς, φίλους και συντρόφους ερωτικής και πολιτικής φύσης. Μια
τάση αναδίπλωσης σε αυτά που ξέρουμε και εμπιστευόμαστε, σε αυτά που αγαπάμε,
με το άγχος της αναπαραγωγής τους μπροστά στον κίνδυνο εξάλειψης τους. Πχ μια
επιστροφή στο παρελθόν, που όλα ήταν καλύτερα ή στα παιδικά μας χρόνια που
είναι η μόνης μας πατρίδα όπως λέει ένα ακόμα σύνθημα της αναρχίας. Ένα
απολύτως κατανοητό κι ανθρώπινο κλείσιμο στα ημέτερα – για όσο ακόμα υπάρχουν-
τη στιγμή που η συγκυρία απαιτεί το ακριβώς αντίθετο. Ένα μαζικό και επιθετικό
άνοιγμα στον κόσμο που είναι έξω από το μικρόκοσμό μας, έξω από τα δικά μας
συνήθη όρια. Αλλά ψάχνεται και μας θεωρεί κάτι εξωγήινο, όπως εμείς κι αυτόν
εξάλλου.
Κι
αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία του συστήματος. Κι η μεγάλη αντίφαση κάθε
συντρόφου, που πρέπει να κλειστεί στον εαυτό του για να αντέξει, αλλά να
ανοιχτεί στις μάζες για να τις κάνει συλλογικό υποκείμενο και να γίνουν οι
ιδέες μας υλική δύναμη. Σε βαθμό που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όλα αυτά έχουν
προβλεφθεί ιδιοφυώς μέχρι τελικής λεπτομέρειας από τα επιτελεία του ταξικού
εχθρού. Ή είναι απλώς τυχαία, παράπλευρα αποτελέσματα, που το σύστημα
ενσωματώνει παρεμπιπτόντως στην φαρέτρα του.
Ενώ δηλαδή
η συγκυρία απαιτεί μια «γραμμή μαζών» ή αλλιώς μια μεγάλη «πορεία προς τις
μάζες», για να μιλήσουμε με σύγχρονους ευρωμαοικούς όρους, η αυθόρμητη
αντίδρασή μας στο εχθρικό πεδίο που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, είναι ο
«αναχωρητισμός» και το κλείσιμο στο καβούκι μας.
Αν
υπάρχει παρόλα αυτά κάποιος λογικός πυρήνας στις δοξασίες και την πρακτική των
αναρχικών, πέρα από την άμεση ανάγκη του κόσμου να απορρίψει τη μίζερη
πραγματικότητα που βιώνει και να ζήσει διαφορετικά εδώ και τώρα, αυτός μπορεί
να διακριθεί σε δύο βασικά σημεία.
Το
πρώτο σημείο μπορεί να συνοψιστεί στο – ω ναι, ένα ακόμα!- αναρχικό σύνθημα
«επιστροφή στη φύση». Με το οποίο δεν υπονοώ να γίνουμε τεχνοφοβικοί ή να
επιστρέψουμε σε κάποια παλιότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που όλα ήταν αρμονικά
με τη φύση, ή ακόμα χειρότερα στην εποχή των πρωτόγονων, που δεν υπήρχε καμία
μορφή κοινωνικής οργάνωσης και ο άνθρωπος ήταν ένα με τη φύση και τα θηρία. Ο
κάρολος όμως έλεγε ότι η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου. Κι από αυτήν
την άποψη οι περισσότερες σύγχρονες (ελληνικές) πόλεις, με τη σημερινή τους
μορφή, αποξενώνουν το ανθρώπινο είδος από το σώμα του, από ένα κομμάτι του
εαυτού του, αλλάζοντας τους βιορυθμούς του (τον εξορίζουν από τον εξ ορισμού
ανθρωποκεντρικό πυρήνα της κοινωνίας και τον κάνουν τρελό ηλεκτρόνιο που τρέχει
και δε φτάνει) ή τις φυσικές του λειτουργίες, όπως πχ την όραση. (Η μυωπία για
παράδειγμα θεωρείται κατ’ εξοχήν ασθένεια της πόλης, καθώς το μάτι δεν ασκείται
σε μακρινές αποστάσεις και δεν ξεκουράζεται.)
Το
βασικό ερώτημα είναι εάν οι πόλεις μπορούν να εξανθρωπιστούν ή είναι
συνυφασμένες με την απάνθρωπη φύση και τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού – όπως
το τέρας της αντιπαροχής στην ελλάδα είναι διαλεκτικά δεμένο με το μεταπολεμικό
μοντέλο «ανάπτυξης» και τις αρπαχτές των εργολάβων. Όσοι σύντροφοι ασχολούνται
με τον αστικό σχεδιασμό θα έχουν σίγουρα πολλά και ενδιαφέροντα να προτείνουν.
Η υλοποίησή τους απαιτεί κεντρικό σχεδιασμό και στα σημερινά πλαίσια μάλλον
μόνο θεωρητικά μπορεί να είναι.
Αν το
πρώτο σημείο έχει να κάνει με την αποξένωση του ανθρώπου από τη φύση, το
δεύτερο σημείο είναι η αποξένωσή του από τους συνανθρώπους του, δηλαδή από το
ίδιο του το είδος. Ο κόσμος περπατά στο δρόμο, άγνωστος μεταξύ αγνώστων,
προσπερνά τους άλλους αδιάφορα και συνηθίζει να αδιαφορεί για ό,τι συμβαίνει
γύρω του. Γεμάτη η πόλη, ποιοι είναι αυτοί όλοι; Και στη δουλειά μαζί με
γνωστούς- άγνωστους κι απρόσωπες τυπικές σχέσεις μεταξύ «συναδέλφων». Είμαι το νούμερο οκτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό. Πώς να σπάσεις αυτόν τον ψυχρό φόβο; Πώς να
βρεις γείτονες και συναδέλφους, να τους μιλήσεις ουσιαστικά και να τους τραβήξεις
σε μια συνέλευση ή στο στήσιμο μιας επιτροπής αγώνα; Ίσως οι πλατείες να ήταν
για έναν κόσμο μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης για να αντιμετωπίσουν αυτήν
ακριβώς την αποξένωση. Αλλά δια της συλλογικής εκτόνωσης οδήγησαν μάλλον στο
αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο καπιταλισμός
μαζί με τα δεσμά της φεουδαρχίας σπάει και τους ανθρώπινους δεσμούς. Κι ο
άνθρωπος μην ξέροντας τι να κάνει την ελευθερία του κλείνεται φοβισμένος στο
καβούκι του ή την υποτάσσει σε χώρους που του προσφέρουν μια ψευδαίσθηση
συλλογικότητας. Κι αυτή είναι χονδρικά η ερμηνεία που έδωσε ο έριχ φρομ για την
άνοδο του φασισμού στην πατρίδα του (γερμανία).