Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επαρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επαρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

25 χρόνια ιδιωτική τηλεόραση

Αναδημοσίευση από Ατέχνως


Πας λοιπόν στο χωριό μερικές μέρες, για να κάνεις ένα διάλειμμα από τους κρύους, αποξενωμένους ανθρώπους της πόλης, και συναντάς τελικά μια μικρογραφία τους, πιο γκροτέσκα, ίσως και πιο χαριτωμένη, αν έρχεσαι μαζί της σε επαφή, λίγες φορές το χρόνο. Κι αναρωτιέσαι πότε χώρεσε τόσο πολλή πόλη μες στο χωριό και δεν το πήρες είδηση.

Ώσπου κάθεστε να δείτε τις ειδήσεις κι εκεί βλέπεις το φως το αληθινό για τη βασική πηγή του σκοταδιού. Γιατί πιάνουν να αναλύσουν οι ασώματες κεφαλές ένα ζήτημα και οι πιστοί υπήκοοι-τηλεθεατές αρχίζουν από κάτω να αναμασούν τηλεπαθητικά τα μηνύματα, που ακούν τόσο καιρό, τα έχουν εσωτερικεύσει, και τα πιστεύουν τώρα για δικά τους, δικές τους απόψεις και συμπεράσματα, όπου έφτασαν μόνοι τους, αυθόρμητα. Γιατί μπορεί το μυαλό του τηλεοπτικού υπηκόου να σταματάει και να πέφτει σε λήθαργο, αλλά δεν παύει εντελώς να λειτουργεί κι έχουμε έτσι μια μορφή υπνοπαιδείας, με το από οθόνης κήρυγμα να αποθηκεύεται υποσυνείδητα. Κι είναι πολύ τυπική στάση να δανείζεσαι την κυρίαρχη άποψη των δελτίων, που την έχεις αποστηθίσει κι εμπεδώσει, για να μη φανεί πως δεν έχεις δική σου στην ομήγυρη του καφενείου ή στην παρέα με τις γειτόνισσες. Κι έτσι γίνεται διανομή ρόλων, ο ένας Ευαγγελάτος, ο άλλος Πρετεντέρης, κόβοντας και ράβοντας για όποιο θέμα προκύψει.

Βγαίνει πχ ένα ρεπορτάζ για το δημόσιο χρέος και τις δόσεις, κι αρχίζει ο παππούς για τις αποδείξεις που δεν κόβουμε, τους υπεράριθμους διορισμούς και τα βύσματα στο δημόσιο, που έκαναν όλη τη ζημιά. Συμπληρώνει η γιαγιά για τους άχρηστους δημόσιους υπαλλήλους που τους πληρώνουμε για να τα ξύνουν ολημερίς. Κι αποσώνει ο θείος με στόμφο για το σπάταλο, αμαρτωλό παρελθόν, όταν καταναλώναμε περισσότερα απ’ όσα παράγαμε. Κι ας μην κατανάλωναν τίποτα σοβαρό οι χωριανοί όλα αυτά τα χρόνια, κι ας παράγουν λιγότερα από ποτέ με την ΚΑΠ και τις ευλογίες της ΕΕ, όπου θα τρώγαμε με χρυσά κουτάλια, και θα πουλούσαμε τα προϊόντα μας στην κοινή αγορά, αντί να τα θάβουμε σε χωματερές. Κι άντε να ανατρέψεις εσύ την εδραιωμένη Παγκαλική λογική, όλοι μαζί τα φάγαμε, και να ξύσεις τη σκουριά τόσων χρόνων, για να εξηγήσεις μετά ποιος δημιούργησε το χρέος, πόσες φορές το έχουμε πληρώσει και αν στην Ελλάδα έχουμε υπεράριθμους γιατρούς κι εκπαιδευτικούς ή το ακριβώς αντίθετο. Ακόμα κι αν τους πείσεις, όμως, τους μιλάς πολιτικά μια στο τόσο και όχι σε καθημερινή βάση, όπως τα δελτία ειδήσεων (κι όχι μόνο). Κι αύριο που θα φύγεις, για αυτούς θα είναι μια καινούρια μέρα, όπου θα ξεχάσουν όσα ήξεραν, για να χωρέσουν αυτά που θα τους πει η τηλεόραση κι οι ασώματες κεφαλές των δελτίων.

Επόμενο θέμα οι πρόσφυγες και το μεταναστευτικό. Αρχίζει ο παππούς να γκρινιάζει πως γεμίσαμε ξένους κι αραπάδες (άντε πες αυτό βγαίνει από το Άραβες, και δεν το εννοεί τόσο ρατσιστικά). Συνεχίζει η γιαγιά πως είναι σχέδιο να μας κάνουν όλους Μουσουλμάνους και να απαρνηθούμε την πίστη μας, και κορυφώνει ο θείος πως μας παίρνουν τις δουλειάς –αν και πολλές φορές, κι ο ίδιος προτίμησε να δώσει φτηνά, μαύρα μεροκάματα σε μετανάστες, για να του μαζέψουν τις ελιές, και να μειώσει το κόστος εργασίας. Χωρίς να τον απασχολεί ιδιαίτερα πως όταν δε δίνεις ένσημα, είναι σα να μη δίνεις απόδειξη και –κατά τη δική του λογική- αυτά μας έφεραν εδώ που είμαστε σήμερα.

Αν και εδώ (που είμαστε σήμερα) υπάρχουν κι οι γιαγιάδες της Λέσβου (ή μήπως της Μυτιλήνης;) για να τους πιάσεις στο φιλότιμο και να τους δείξεις την άλλη πλευρά. Άσε που τις έκανε σύμβολο σύσσωμο το μιντιακό σύστημα, για να κρύψει πίσω από την ανθρωπιά τους, την απανθρωπιά και τις εγκληματικές ευθύνες των υπόλοιπων.

Κι αυτή, για να μην πολυλογούμε, είναι μια συνηθισμένη εικόνα της ελληνικής επαρχίας, που την είχε τραγουδήσει κι ο Παπακωνσταντίνου 40 χρόνια πριν, στα Αγροτικά του Μπακαλάκου: στην τηλεόραση το βράδυ η κυρα-Λένη, κοιτώντας σίριαλ θα κλάψει από συγκίνηση. Και την είχε αποτυπώσει πολύ καλά ο Χάρρυ Κλυνν στο Αλαλούμ, στη σκηνή που ο δαίμονας της τηλεόρασης εισβάλλει στο χωριό (ρόμβοι, τρίγωνα, εκ διαμέτρου αντίθετα πράγματα), κι αναστατώνει τους κατοίκους, για να τους κατακτήσει στο τέλος.

Αυτή είναι κι η μεγάλη σκοταδιστική προσφορά της ιδιωτικής τηλεόρασης, που επέτεινε όλα τα παραπάνω στο πολλαπλάσιο, και αυτόν τον καιρό διαφημίζει τα 25 χρόνια της, με ένα ενιαίο, πανηγυρικό σποτάκι.

Και για να το πιάσω, από εκεί που το άφησε χτες ο 2310net, από το σλόγκαν «άσε το θείο, πιάσε το τζόκερ».
Άσε το τζόκερ, πιάσε την ταξική πάλη.
Κι άσε την τηλεόραση και πιάσε ένα βιβλίο.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Η πόλη ποτέ δεν κοιμάται

…γιατί η τηλεόραση μένει πάντα ανοιχτή στο σπίτι να νανουρίζει τους κατοίκους της και τις ανησυχίες τους. Και αν πας στα μουλωχτά να την κλείσεις, θαρρείς πως έχουν κάποιο κουμπάκι του μυαλού τους συνδεμένο και ξυπνάνε αυτόματα, μόλις τους στερήσεις το αφιόνι. Που αυτός είναι δηλ ο αντικειμενικός σκοπός, να τους αφυπνίσεις. Αρκεί να μην είναι για λίγο, ίσα-ίσα για να πάρουν ξανά το τηλεχειριστήριο, να την ξανανοίξουν και να αλλάξουν απλώς πλευρά. Πρώτη φορά αριστερά.


Θυμάμαι την προσμονή που μου δημιουργούσε ο τίτλος και η χρονολογία της ομώνυμης ταινίας (το εθνοσωτήριο 1984), το εναγώνιο ψάξιμο για να τη βρω, την αδιάφορη ιστορία και τον κακό ήχο της κόπιας, τις προσδοκίες που διαψεύστηκαν και την αποζημίωση από τη λευκή στολή του Βασίλη, με βαμμένα μάτια, να τραγουδά σε μια ντισκοτέκ το «άσε με να κάνω λάθος» -αξία ανεκτίμητη!


Την ξενιτιά του Καζαντζίδη την απορρίπτουμε από θέση αρχής, γιατί θεωρητικοποιούμε το φόβο μας για το άγνωστο ή γιατί την ταυτίζουμε ασυνείδητα με τη λιποταξία, μέχρι δηλαδή να βρεθείς κι εσύ στην ανάγκη να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου και να αρχίσεις ξαφνικά να ανακαλύπτεις και θετικά, για να διασκεδάσεις τις αμφιβολίες σου. Εσύ, που κάποτε δε συζητούσες καν να πας Εράσμους, όχι επειδή είναι πρόγραμμα της ΕΕ, αλλά γιατί έτρεμες μην χάσεις το χειμερινό εξάμηνο, με τις εγγραφές και το Πολυτεχνείο, ή το εαρινό με τις φοιτητικές εκλογές και την Πρωτομαγιά.

Οπότε μένουμε Ελλάδα. Και μας μένει να επιλέξουμε κάποιο από τα πάτρια εδάφη, εκείνο που θα μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο ξένοι, σε σχέση με τα άλλα. Ας είναι κι ο Αϊ-Στράτης που λέει ο λόγος. Είναι κι αυτή μια ελληνική γωνιά. Κι όχι απαραίτητα η πιο τρομακτική, αν τη συγκρίνεις με κάποιες σύγχρονες περιπτώσεις.

Στην επαρχία μπορείς να ανακαλύψεις ξανά το χαμένο νόημα της ζωής, τη μυρωδιά του, τα φυσικά του χρώματα, χωρίς τα pixel της υψηλής ευκρίνειας και του αστιγματισμού, που σου χαρίζουν οι καινούριες οθόνες. Βρίσκεις κατανόηση, ζεστασιά (και ας σου λείπει καμιά φορά το Προδέρμ και οι ανέσεις της πόλης), την έμπνευσή σου που ήταν κρυμμένη κάτω από μια γκρίζα, επαναλαμβανόμενη μονοτονία. Μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινους ρυθμούς, που δε δοκιμάζουν τα νεύρα και τις αντοχές σου, αλλά σε τοποθετούν εκ νέου στο επίκεντρο της δικής σου ζωής, αντί να τρέχεις όλη μέρα σαν τρελό ηλεκτρόνιο, μηχανικά, χωρίς να καταλαβαίνεις καν γιατί. Μόνο που αυτό μπορεί να σου φανεί σαν την κατάρα της ακινησίας, των πραγμάτων και της σκέψης που τα ακολουθεί σαν εποικοδόμημα, και εκείνων των πολιτικών συνειδήσεων που μένουν στάσιμες και ερημώνουν, σαν τα χωριά των γονιών μας.

Τίποτα όμως δεν είναι μονοσήμαντο. Εδώ μπορείς να βρεις ίσως πιο αγνές σχέσεις, αυθεντικούς ανθρώπους, μακριά από την αποξένωση και τη μούχλα της αστικής ιδιώτευσης, ζωντανούς κι ανοιχτούς, σε αντίθεση με τα μονόχνοτα, «ψαγμένα» στρείδια της πόλης, που δεν κρύβουν κανένα θησαυρό μέσα τους και λειτουργούν συχνά σαν κλειστά μοναχοπαίδια· που έχουν ανάγκη να μείνουν μόνοι τους, με τον εαυτό τους και με πράγματα που διαρκώς τον επιβεβαιώνουν, ενώ ακόμα κι οι πιο «ομαδικές» πράξεις τους καταλήγουν προσαρμοσμένες σε αυτή την «ανάγκη» και λειτουργούν ως συλλογικό της άλλοθι.

Αλλά αν έχεις μάθει να αυτοπροσδιορίζεσαι και να λειτουργείς ως πολιτικό ον, που επιβεβαιώνει έτσι ακριβώς την ανθρώπινή του υπόσταση και την ειδοποιό του διαφορά από άλλους ζωντανούς οργανισμούς, που δε νιώθουν την ανάγκη να μετασχηματίσουν το περιβάλλον τους και να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο, νιώθεις πάντα μισός και ψάχνεις κάπως να καλύψεις το κενό. Κυνηγάς με το ντουφέκι πολιτικές εκδηλώσεις (αντί για άλλα μη πολιτικά όντα του δάσους) και ευκαιρίες για «πολιτικό-κινηματικό τουρισμό» στην πρωτεύουσα, όπου η μόνη ξεκούραση που προσφέρεται στο μάτι είναι όταν χάνεται το βλέμμα στο πλήθος της συγκέντρωσης ή κάποιου πανελλαδικού συλλαλητηρίου. Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που ‘χει κάτι από τις φωτιές, που θα κουβαλάς μέσα σου να σε φωτίζουν, μέχρι να σωθεί η θύμησή τους απ’ το καντήλι του μνήμης μας.

Κι ύστερα (ύστερα, μα δεν υπάρχει ύστερα, τα ύστερα του κόσμου) από μια τέτοια ψυχική ανάταση, ξαναγυρνάς στη νηνεμία που σε πλακώνει σα νεκροταφείο, σχεδόν δε βρίσκεις λόγο να πας σε μια απεργιακή συγκέντρωση και να γίνουν πχ πενήντα οι σαράντα εννιά διαδηλωτές στην πόλη σου. Ε και τότε δε γίνεσαι απλά ένα με τη φύση, αλλά νιώθεις να αποσυντίθεσαι σαν πολιτικό πτώμα, για να γίνεις στην καλύτερη λίπασμα για τους επόμενους, αντί να ρίχνεις εσύ ο ίδιος το σπόρο της νέας ζωής, σαν ώριμο, συνειδητό τέκνο της οργής. Κι ας ξέρεις ενδόμυχα πως αν καταφέρεις να βάλεις την πρώτη σπίθα, εδώ υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να εξαπλωθεί πιο γρήγορα η φωτιά.

Και στις πόλεις σύντροφε;
Τα όνειρά μου στην πρωτεύουσα με στείλαν
για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα
Με τους σκυφτούς ανθρώπους της, τα πλημμυρισμένα με όνειρα υπόγεια, τα ντουβάρια που σε πλακώνουν σαν απομόνωση και την οθόνη πάντα σε ρόλο άγρυπνου φύλακα, να αιχμαλωτίζει παρέες, συζητήσεις, δημιουργικό χρόνο, και τη φαντασία μας, με τα έτοιμα, προκατασκευασμένα πρότυπα.
Αλλά καταφέρνει να διασκεδάζει τη μοναξιά σου, με τους συντρόφους που σου χαρίζει απλόχερα, τις ομιλίες, τις εκδηλώσεις, τις παραστάσεις, τις προβολές, και το δικαίωμα να είσαι… εκλεκτικός, και να διαλέγεις σε τι απ’ όλα θα (πρωτο)πας.

Κι όπως θα τρως την ώρα σου στο μποτιλιάρισμα και στη θέση για το παρκάρισμα, που ενίοτε είναι πιο δυσεύρετη κι από θέση εργασίας, γιατί η πόλη ποτέ δεν κοιμάται (απλώς πάσχει από αϋπνίες και τους θορύβους της, σαν τρανταχτά ροχαλητά στο αυτί σου) θα έχεις όλο τον χρόνο να φιλοσοφήσεις για να καλμάρεις τα νεύρα σου, να σκεφτείς πώς θα είναι οι συγκοινωνίες στην κοινωνία του μέλλοντος και πώς θα λύσουμε τη βασική αντίθεση μεταξύ πόλης και υπαίθρου.

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Τα αγροτικά

Τι συμβαίνει με τη μέση πολιτική συνείδηση στην επαρχία και τις αγροτικές περιοχές; Πότε θα αλλάξει αυτός ο κόσμος κεμάλ; Τι είναι αυτό που τον κρατά κολλημένο χρόνια στα ίδια τα λάθη κι έχει τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων του, της μάρκας των τσιγάρων του και των κομμάτων που ψηφίζει; Με αυτά τα ερωτήματα καταπιάνεται το παρακάτω κείμενο, που έχει την χαρά να φιλοξενεί η κε του μπλοκ σήμερα. Το έγραψε και το παραχώρησε ευγενικά η Singularity, από το μπλογκ e-Νάντια στην ανία (της έκλεψε την ιδέα στο όνομα και ο χατζηνικολάου με τον e-νικο) και την ηρωική φθιώτιδα. Και έχει κάπως βιωματικό κι (αυτο)κριτικό χαρακτήρα. Καλή ανάγνωση και κάθε ταύτιση, προσθήκη, πολιτισμένη διαφωνία και γενικώς άποψη στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.


Εκεί που στην Αθήνα φύεται το χτένισμα λάχανο στα κεφάλια υπέργηρων ψηφοφόρων, που καμαρωτές μέσα στη Μερσεντές κουπέ, δίπλα στον δικηγόρο γιο επιστρέφουν, περασμένο μεσημέρι πια, από την ψηφοφορία δημιουργώντας μια ελαφριά κίνηση στην Βασ. Σοφίας, στα χωριά της επαρχίας ξεσταχυάζει κουτόχορτο πρώτης ποιότητας. 

Ένας τόπος ευλογημένος. Με ελιές και αμπέλια και σιτάρια. Οι άνθρωποι απλοί και εργατικοί. Γραμμένο βαθιά στα γονίδιά τους να καλλιεργούν αυτή την ευλογημένη γη. Να την καλλιεργούν και να ψηφίζουν δεξιά! Από κύρη σε γιο και από μητέρα σε κόρη περνάει αυτό το πανάρχαιο και ισχυρό πρόσταγμα. Ο ιδρώτας είναι δικαίωμα και η υποταγή υποχρέωση. Μόχθος για μια μπουκιά και ένα ποτήρι, αρκεί να μην χρειάζεται να σκέφτονται. Στη σάλα, πάνω σε καλοσιδερωμένα δαντελένια σεμεδάκια, μέσα σε κρυστάλλινο βαζάκι υπάρχουν οι καραμέλες υγείας "Η πατρίς" και βουτύρου "Η θρησκεία" ληγμένες, πολυκαιρισμένες και ταγκές. Και όχι ότι δεν τους φτάνει το μυαλό. Τετραπέρατοι άνθρωποι. Αλλά σαν να έχουν λάβδανο αυτές οι πολυκαιρισμένες καραμέλες και να μην μπορούν να δουν ότι πατρίδα είναι αυτή η γης που βγάζει τα στάχυα και ο ιδρώτας τους κομμάτι της. Και ότι ο Θεός είναι μόνος και αδύναμος και περπατάει αργά πάνω στον κόσμο βοηθώντας τον καθένα να σηκωθεί και δεν έχει μεσίτες να σου λένε τί να σκέφτεσαι και τί να ψηφίζεις.

Είναι ωραίες οι μέρες των εκλογών στο χωριό μου. Βγαίνουμε λιγάκι από την αδράνεια. Ενεργοποιούμαστε. Με την χαρά και τον ενθουσιασμό εκείνο, όπως όταν έρχεται κάποιος περιοδεύων θίασος, ή κάποιο τσίρκο. Αλλάζεις παραστάσεις. Βλέπεις τον γορίλα, την γκαμήλα, γελάς και ξαναγυρνάς στην πραγματικότητα στο καφενείο και το χωράφι. Έτσι και στις εκλογές. Μας θυμούνται οι βουλευτές και οι πολιτευτές. Οι Μαυρογιαλούροι και οι Σκουταρέοι της περιφερείας. Θα σας κάνουμε γεφύρια. Θα σας εξαφανίσωμεν! Και ο υφυπουργός του νομού δίνει χρίσμα και ευλογία στον εκλεκτό του και σαν να οσμίζονται φερορμόνες τα κοπάδια στο βουνό, πάνε όλα μαζί προς εκεί που προστάζει το πανάρχαιο ένστικτο. Και εγώ, γέννημα θρέμμα ενός τέτοιου κοπαδιού. Με θολό, καλοσυνάτο μάτι. Για τα ιδανικά της πατρίδας και της οικογένειας. Όλα και όλα. Οι επαρχιώτες μπορεί να κλέψουμε μισό μέτρο χωράφι από τον γείτονα, αλλά για την πατρίδα θα χύσουμε και το αίμα μας. Τόσο πολύ, που όταν μας πάνε για σφαγή οι δικοί μας, νομίζουμε ότι το κάνουμε για την πατρίδα. Σφάξε με αγά μ', ν' αγιάσω!

Και έρχονται ευρωεκλογές και λες δεν μπορεί, ευκαιρία να δείξουμε δυσαρέσκεια βρε αδερφέ. Δεν βγαίνει έτσι η ζωή. Λιτότητα, ακρίβεια, ατιμωρησία, αδικίες. Η οργή βράζει, φουντώνει, πετάει το καπάκι, και μετά ακούγεται η φωνή του πανάρχαιου ενστίκτου: "Τί πα να κάνεις ωρέ?"  Και συγκλονίζεται ο αθώος και πιστός ψηφοφόρος. Δεν θα ψηφίσω εγώ το κόμμα μου;  Ακόμα και χωρίς προσωπικό όφελος είναι πολλοί αυτοί που αισθάνονται "υποχρέωση" να το στηρίξουν για να μην μας βρει αποσταθεροποίηση, μουχρίτσα, δάκος και μελίγκρα. Και όταν τους ρωτάς αν αυτό που έχουμε τώρα είναι σταθεροποίηση, καταπίνουν τη γλώσσα τους.  Και συνεχίζει μέσα τους η φωνή με echo "Οι κομμουνιστές είναι ενάντια στους έλληνες". Και όταν τους λες ότι ο Λάτσης που πήρε το Ελληνικό για 80€/τμ και ο Κόκκαλης που πήρε τον ΟΠΑΔ και ο επιχειρηματίας που πληρώνει τον εργάτη 400€/μήνα και αυτοί  Έλληνες είναι και Έλληνες εκμεταλλεύονται, κατεβάζουν το βλέμμα. Είναι πολλά πράγματα οι αγρότες. Αλλά δεν είναι υποκριτές. Την αλήθεια θα την παραδεχτούν. Άσχετο το τί θα ψηφίσουν.

Δεν μπορείς να περιμένεις από έναν αγρότη που είναι συνδεδεμένος με την τηλεόραση όπως ο ασθενής με τον ορό να συμπεριφερθεί διαφορετικά από αυτό που του επιβάλει το φάρμακο. Και ας άκουσε μια λογική φωνή. Όλο τον υπόλοιπο καιρό ακούει ψέματα.

"Μην είσαι κορίτσι μου και εσύ κουμουνίστρια;"
 "Τί να σας πω, δεν ξέρω. Δεν έχω διαβάσει Μαρξ. Την αδικία βλέπω. Και τον μόχθο του πατέρα μου και του μπάρμπα μου. Το συμφέρον μου είναι με τους αδύνατους, γιατί εγώ είμαι αδύνατη. Και θέλω τις αποφάσεις μας, να τις παίρνουμε για το χωριό μας και τα σπίτια μας, και όχι για τα συμφέροντα του κάθε λωποδύτη που θα πουλήσεις τις ψήφους μας, στον υφυπουργό και τον πρωθυπουργό, που θα τις πουλήσει σε αυτούς που έχουν τα λεφτά".

Δεν λες την λέξη καπιταλιστής στο χωριό. Το άκουσμα αυτής της λέξης παράγει κερί και βουλώνει παραχρήμα τα αυτιά του συνομιλητή σου. Και του κάνεις μερικές ερωτήσεις και τον αφήνεις να σκεφτεί. Είναι μεγάλο πράγμα για έναν τίμιο αγρότη, η πίστη του σε μια ιδέα. Αυτό που εκείνος θεωρεί ιδέα. Δεν είναι εύκολο να αρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό. Αν και από ότι θυμάμαι από τα δικά μου τα καζάντια, η πρώτη φορά που δεν ψήφισα ΝΔ με πείραξε λιγάκι ηθικά. Η μάνα μου έλεγε ότι εγώ έφταιγα που παραιτήθηκε ο Καραμανλής. Μην ψάχνεις λογική. Από όλη την Ελλάδα, έφταιγα εγώ. Τώρα αισθάνομαι υπέροχα. Τώρα δεν ψηφίζουν ΝΔ ούτε οι γονείς μου. Και είμαι πολύ περήφανη για αυτό. Είμαι περήφανη που κάποιοι άνθρωποι έχουν την γενναιότητα, το σθένος, και την καθαρότητα, να ψάξουν, να μάθουν, να παραδεχτούν τις λάθος επιλογές τους και να τις αλλάξουν.


Όλοι μας, δεξιοί, αριστεροί και κομμουνιστές χρειαζόμαστε μεγάλη δύναμη να σπάσουμε τα στεγανά μας και να βγούμε από αυτά. Ξέρει ο καθένας από ποια αλυσίδα είναι δεμένος. Να προσπαθήσουμε να συλλογιστούμε και να πράξουμε ελεύθερα.

Παντρέψαμε τα μαλακοπίτουρα με τη σύγχρονη τεχνολογία


"Βοσκήστε ήμερων λαών αγέλες. Εσάς φωνή τιμής δεν σας ξυπνάει. Της λεφτεριάς το δώρο τί το θέλουν τάχατες τ' άβουλα κοπάδια; Σ' αυτά το σφάξιμο ταιριάζει και η κουρά του τομαριού τους μόνο. Και από γενιά τους σε γενιά κληροδοτούνε σκλαβιάς ζυγό, κουδούνια και καμτσίκι"

Α. Πούσκιν