Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Ζητήματα τακτικής και στρατηγικής

(Αν κάποια από τα παρακάτω σημεία επαναλαμβάνονται σε σχετικά πρόσφατες αναρτήσεις, τότε ας θεωρηθεί στα πλαίσια του "επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως").

Τι εστί τακτική; Είναι το ευέλικτο κομμάτι της τακτικής, απαντούν κάποιοι σφοι. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η ευελιξία; Σε μια κάποια σχετική αυτονομία από το στρατηγικό στόχο, που μπαίνει ως αποτέλεσμα-προοπτική κι όχι ως προϋπόθεση; Ή σε κάτι άλλο;

Υπάρχει και μη ευέλικτο-αμετακίνητο κομμάτι της στρατηγικής; Ποιο είναι αυτό και πώς γίνεται ο διαχωρισμός; Και τι εννοούμε όταν λέμε "στρατηγική"; Μιλάμε για το ίδιο πράγμα ή μήπως πρέπει να το ορίσουμε-διευκρινίσουμε;

Η στρατηγική ταυτίζεται με το στρατηγικό στόχο; Είναι οι στρατηγικές επιλογές που οδηγούν σε αυτόν, όπως πχ το τρίπτυχο "αποδέσμευση (από την ΕΕ)-διαγραφή (του χρέους)-κοινωνικοποίηση (των μονοπωλίων)"; Αν ναι, τι από τα παραπάνω είναι ευέλικτο και πώς νοείται η ευελιξία του;
Ή είναι γενικά η αντίληψη κι ο σχεδιασμός για την κατάκτηση της εξουσίας, η λογική που διέπει το στρατηγικό σχεδιασμό; Η λογική των σταδίων πχ ήταν τακτική ή στρατηγική (και προβληματική σε κάθε περίπτωση) επιλογή;

Η τακτική συνδέεται άμεσα με την ευελιξία, με τη μέθοδο δοκιμή-σφάλμα, τη συχνή εναλλαγή, τη φαντασία, με δυο λόγια την αγωνία και συνεχή αναζήτηση για να βρεθεί η κατάλληλη μορφή-μέσο-σύνθημα. Η τακτική συνδέεται επίσης με τη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, προσαρμόζεται ευέλικτα στις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της, για να τις "εγκαταλείψει" μετά, όταν αλλάξουν οι συνθήκες, χωρίς να γαντζώνεται σε θεωρητικά σχήματα που αντιστοιχούσαν σε άλλες περιόδους.

Στον αντίποδα, οι τακτικές επιλογές δεν πρέπει να είναι αντιφατικές κι αλληνοαιρούμενες, να πλήττουν την αξιοπιστία της πολιτικής πρωτοπορίας. Πρέπει να γίνονται στη βάση αρχών, με σκοπό να υπηρετήσουν τη στρατηγική κι όχι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, εκλογικούς στόχους, πρόσκαιρα οφέλη που μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ, κτλ.

Ο Λένιν πχ έκανε λόγο στον Αριστερισμό -αν δεν κάνω λάθος- για τακτική συμπόρευση και με τους πιο αμφιταλαντευόμενους, προσωρινούς συμμάχους, εκφράζοντας την αγωνία του να γίνουν τα ΚΚ της δυτικής Ευρώπης πραγματικά μαζικά κι επικίνδυνα για την αστική τάξη της χώρας τους. Ήξερε όμως να ξεκόβει αποφασιστικά από το χυλό και να μη θυσιάζει το σκοπό χάριν μιας θολής ενότητας. Η πορεία των μπολσεβίκων το 17' είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της ευελιξίας. Αρνήθηκαν να μπουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με όλα τα εργατικά κόμματα που δρούσαν στα σοβιέτ (εσέροι, μενσεβίκοι), αλλά υποχώρησαν από τη θέση τους περί εθνικοποίησης της γης, για να εξασφαλίσουν τη συμμαχία των αριστερών εσέρων και την ευρεία υποστήριξη της αγροτιάς.

Πρέπει να έχουμε καθαρό, αν τα συνθήματα κι οι στόχοι πάλης μπαίνουν για ζύμωση στον κόσμο και συγκέντρωση δυνάμεων ή ως διεκδίκηση για άμεση υλοποίηση στο σήμερα, στο κυρίαρχο πλαίσιο (ή στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως συνηθίζουμε να λέμε), χωρίς αυτά προφανώς να χωρίζονται από σινικά τείχη. Τα διεκδικητικά πλαίσια αγώνα προβάλλουν στόχους για να συσπειρώσουν τον κόσμο και να οργανώσουν την πάλη του και μπορεί να πετύχουν ορισμένες κατακτήσεις, αλλά δεν μπορούν να υλοποιηθούν στο σύνολό τους από την αστική εξουσία -και κάθε επιμέρους νίκη είναι επισφαλής, όσο δε συνδέεται με ριζικές αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο. Ένα ξεχωριστό σύνθημα μπορεί από μόνο του να είναι ενσωματώσιμο, κρίνεται όμως από το συνολικό πλαίσιο πάλης στο οποίο εντάσσεται και τη λογική που προωθεί.

Προεκτείνοντας το παραπάνω σκεπτικό, κανένα αίτημα-σύνθημα-στόχος πάλης δεν είναι από μόνο του ρεφορμιστικό ή μαξιμαλιστικό. Κρίνεται από το συνολικό πλαίσιο πάλης κι από τη σημασία που έχει στην εκάστοτε συγκυρία -εάν μπορεί δηλαδή να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες, να ανεβάσει το επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και την αγωνιστικότητά τους- κι όχι από το αν μπορεί από μόνο του να κλονίσει την αστική εξουσία, γιατί δεν υπάρχει κανένα τέτοιο σύνθημα, ούτε μαγικά ραβδιά στην ταξική πάλη.

Η συγκεκριμένη ανάλυση είναι απαραίτητος όρος για τη διαλεκτική σκέψη. Αλλιώς μπορεί πχ να θεωρήσει κανείς καθαρό ρεφορμισμό τις οικονομικές διεκδικήσεις μιας πανεργατικής απεργίας, που δε βάζει θέμα αλλαγής τάξης στην εξουσία, και να περάσει για επαναστατική στάση και λογική κάτι μαυροκόκκινα μικροαστικά παιδιαρίσματα, που θέλουν παντού και πάντα γενική απεργία διαρκείας, ή γενική πολιτική απεργία -λες κι είναι θέμα προθέσεων ή φραστικών διακηρύξεων.

Με αυτήν την έννοια, κατά τη γνώμη μου έχει μεγαλύτερη σημασία μια συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης που δε θα εξηγεί αφηρημένα γιατί η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι ενσωματώσιμη από το σύστημα (που όντως μπορεί να είναι αν μείνει μετέωρο βήμα στο κενό, αν δε συνδεθεί με το άλμα της επανάστασης), αλλά συγκεκριμένα τη σημασία του στη συγκυρία: αν δηλ είναι ένα αίτημα που η ελληνική αστική τάξη αδυνατεί να ενσωματώσει, λόγω του στρατηγικού προσανατολισμού της στον ευρωμονόδρομο, και το οποίο μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες. Ή αν είναι ένα σύνθημα που ευνοεί την καλλιέργεια αυταπατών στις λαϊκές μάζες, σε μια περίοδο που τρίζει το οικοδόμημα της ΕΕ και ο ευρωσκεπτικισμός έρχεται ως νέο ανάχωμα στη δυσαρέσκεια και τις διάφορες αναζητήσεις που αναπτύσσονται στην εργατική τάξη.

Σε κάθε περίπτωση, το σύνθημα των κομμουνιστών -κατά τη γνώμη μου πάντα- δεν μπορεί παρά να είναι η αποδέσμευση από τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ, με την εργατική τάξη και το λαό στην εξουσία. Αυτό μεταφράζεται σε "αποδέσμευση με εργατική-λαϊκή εξουσία", που προβάλλεται θαρραλέα και με θετικό περιεχόμενο. Όχι σαν μια στείρα αντίθεση ιδεοληπτικού χαρακτήρα -όπως προσπαθούν να την εμφανίσουν οι ευρωλάγνοι όλων των αποχρώσεων. Ούτε όμως φοβικά και "υπερασπιστικά", πχ ως "ναι μεν αποδέσμευση, αλλά με εργατική εξουσία", σαν να διορθώνουμε κάποιον άλλον, αντί να αναδεικνύουμε τη δική μας πρόταση.

Νομίζω, επίσης, ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την αντίληψή μας για το ζήτημα των κρίκων και τη σημασία τους, προχωρώντας πέρα από δεδομένες (για εμάς τουλάχιστον) θέσεις ότι ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης του ΚΚ, εργατικής, προσωρινής -ή όπως αλλιώς ονομαστεί- δεν είναι κρίκος που μπορεί να υπηρετήσει μια επαναστατική στρατηγική. Μπαίνουν όμως ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα.

Είτε υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν κρίκοι, που μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο της πάλης, να υπηρετήσουν τη στρατηγική, και ψάχνουμε να βρούμε τον κατάλληλο που ανταποκρίνεται στην εκάστοτε συγκυρία και τις ανάγκες της.
Είτε δεν υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν, εκφράζουν μια λανθασμένη, ρεφορμιστική λογική και στόχους που μπορεί εύκολα να ενσωματώσει το σύστημα κι η αστική τάξη, συνεπώς είναι μάταιο κι επιζήμιο να μας απασχολούν.

Αν κάποιος πιστεύει το δεύτερο, η κουβέντα μπορεί να σταματήσει εδώ.
Προσωπικά, πιστεύω το πρώτο. Και σημασία δεν έχει τι καταλαβαίνω εγώ, αλλά τι λέει και εννοεί το κόμμα, όταν εκτιμά πχ ότι την περίοδο της κατοχής, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ως κρίκος δεν μπόρεσε να συνδεθεί με το στρατηγικό στόχο και την κατάκτηση της εξουσίας.
Το λάθος δεν είναι στους κρίκους, στην πάλη των επιμέρους, αλλά στην αυτονόμησή τους από το κύριο, από το βασικό καθήκον ενός κομμουνιστή, που δεν είναι άλλο από την επανάσταση.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Ο δικός μας άνθρωπος

Η αλήθεια είναι πως πριν να παίξουν στην οθόνη οι σκηνές από τα επινίκια της Πορτογαλίας, με τον τραυματία Ρονάλντο να βγάζει την μπλούζα απλά για να δούμε τους κοιλιακούς του, να πανηγυρίζει και να σηκώνει το Κύπελλο, οι εκφωνητές θα έπρεπε να προειδοποιούν το κοινό κάπως: προσοχή, ακολουθούν σκληρές εικόνες. Κι ας μην είναι πολύ κατανοητό γιατί έπρεπε να πάνε πάνω σε αυτόν οι κάμερες, στο τέλος ενός αγώνα, όπου η βασική του συμβολή ήταν να αποχωρήσει τραυματίας και να αφήσει την ομάδα του να αποδείξει ότι δεν είναι δική του, αλλά του Σάντος, κι ότι μάλλον μπορεί να παίξει καλύτερα χωρίς αυτόν.

Αλλά αν εξαιρέσεις τον Μπακόπουλο, που έχει μάθει να γλείφει όπου βλέπει σαξές στόρι κι όσους είναι στην κορυφή και παραλίγο να βγάλει τον Κριστιάνο καλύτερο παίκτη όλων των εποχών (πάλι καλά δηλ που δεν τον έβγαλε και MVP του τελικού), και κάτι Βαρουφίτσους που τη βρίσκουν με το Ρονάλντο (με ένα νι), για όλους τους άλλους που λατρεύουν να τον μισούνε, η εξέλιξη ήταν σχεδόν ιδανική. Έξω από την αρχή σχεδόν το ποδοσφαιρικό σίχαμα, που τον είπαν Ρονάλντο οι γονείς του, γιατί ήταν πολιτικοί θαυμαστές του Ρίγκαν (από εκεί να καταλάβεις τι προοπτικές είχε), και ύστερα είμαστε όλοι Πορτογάλοι, άφοβα, ολόψυχα και χωρίς τύψεις. Γιατί εντάξει, Ελλάς - Γαλλία -(λαϊκή) συμμαχία, και -αν ρωτήσεις τον Αλέξη- ο Ολάντ είναι φίλος μας, όπως κατά καιρούς και το ΔΝΤ, ο Γιούνκερ, ο Ομπάμα, ακόμα και οι Γερμανοί, πλην του Σόιμπλε, που δεν τον πάει ούτε ο Μπαράκ. Αλλά βασικά με τους Πορτογάλους ένας λαός είμαστε.

Τα μπουφάν που αγαπήσαμε
Η Πορτογαλία έπαιξε λοιπόν καλύτερα χωρίς τον καλύτερό της παίκτη. Κι αν αυτό φαίνεται βαριά διαλεκτική για κάποιους, μπορεί να δοκιμάσουν ως εξήγηση το φαινόμενο της πεταλούδας. Γιατί ως γνωστόν, αν μια πεταλούδα καθίσει στο πρόσωπο του γελοίου στο Παρίσι, και χαλάσει το δακρυσμένο δραματικό πλάνο του προς την κάμερα, ενώ καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχίσει, αφενός επιβαρύνει το κάρμα της και θα επιστρέψει στη ζωή ως κάτι χειρότερο (πχ Κριστιάνο Ρονάλντο), αφετέρου οι Πορτογάλοι θα σηκώσουν το Κύπελλο.
Γιατί όχι; Εδώ κάποιοι (ζουν ανάμεσά μας) πίστεψαν πως ρίχνοντας στην κάλπη ένα ψηφοδέλτιο, θα σκιστεί το μνημόνιο, σε αυτό θα κολλήσουμε τώρα;

Εναλλακτικά μπορούν να το ρίξουν στις θεωρίες συνωμοσίας. Γιατί ο Γκριζμάν ξέρω γω έχει πορτογαλικές ρίζες από τη μητέρα του και δε φαινόταν πολύ στενοχωρημένος στο τέλος, και έτσι εξηγείται που αναλάμβανε να εκτελέσει όλα τα κόρνερ και τις στημένες φάσεις. Το πιάσατε έτσι...; Στημένες φάσεις...

Άσε που κάτι παθαίνουν όλοι οι Ρονάλντο (πραγματικοί και μη) σε αυτό το γήπεδο στους τελικούς, κόντρα στη Γαλλία.
Άσε που όποιος πέρασε από την Εθνική και φεύγει, κάνει τους άθλους της ζωής του. Πρέμιερ Λιγκ σήκωσε ο Ρανιέρι, το EURO ο Σάντος, ο Ιορντανέσκου ξαναπήγε τους Ρουμάνους στα τελικά μετά από 16 χρόνια... Το ερώτημα είναι ποιος θα προλάβει να πάρει το Βασίλη Δανιήλ (ή αν προλαβαίνει να φύγει κι ο Σκίμπε) για να πάρει το Μουντιάλ στη Ρωσία, το 18'. στην κορύφωση για τα 100χρονα του ΚΚΕ -εκτός κι αν έχει προλάβει να γίνει κάποια επετειακή επανάσταση στο ενδιάμεσο, το 17'...
Άσε που είναι η τρίτη φορά φέτος, που το σηκώνει η ομάδα που έφτασε (σκανδαλωδώς) πιο εύκολα στον τελικό, μετά από τους Cavaliers του Λεμπρόν στο ΝΒΑ και τη Ρεάλ στο Τσου-Λου (και αν εξαιρέσεις την τελευταία, οι άλλοι το άξιζαν απόλυτα).

Και μην ξεχάσουμε να ρωτήσουμε έναν ταξιτζή να μας αναλύσει την παράδοση των PIGS στα EURO του 21ου αιώνα, και τη θέση τους ως αδύναμοι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα της ΕΕ.
Το πήρε η Ελλάδα το 04', οι Ισπανοί το 08' και το 12', οι Πορτογάλοι τώρα, και οι Ιταλοί το είχαν στα χέρια τους, αλλά γλίστρησε η μπάλα από αυτά του Τόλντο στο σουτ του Βιλτόρ και έμειναν με τον ξαφνικό θάνατο και την εκδίκηση στο Μουντιάλ του 06'.

Η ζωή του όλη είναι ένα τσιγάρο...
Αλλά το βασικό πρόσωπο, που επισκιάζει κάθε γελοίο και τα καταφέρνει καλύτερα χωρίς αυτόν, είναι ο Φερνάντο Σάντος, τον οποίο κάποια σημερινά πρωτοσέλιδα τον παρουσίασαν ως το "δικό μας άνθρωπο", σαν να είναι ο διάδοχος του Βέγγου. Μόνο που αυτός, αντί για "καλοί μου άνθρωποι", θα (το εννοεί, αλλά θα) πει κάτι σαν: ουέου-ουέου. Δηλ σαν τους πορτογαλικούς φθόγγους που πετούσε κάποτε ο Πανούτσος, για να δηλώσει τη συμπάθειά του στον καρπουζά από το Εστορίλ, όπως έμεινε να τον αποκαλούν οι φωτεινοί παντογνώστες (μετά τον ταβερνιάρη Ντελ Μπόσκε. Ενώ άμα έχεις το Λεβ να μυρίζει τα αχαμνά του, σα μυρωδιάς, είναι γερμανική φινέτσα κι απόλαυση).

Βασικά πρέπει να υπάρχουν ελάχιστοι Έλληνες που να μη γουστάρουν το Σάντος. Όσοι δεν μπορούν το στιλ ποδοσφαίρου που υπηρετεί (αλλά πανηγύριζαν έξαλλα με την ίδια συνταγή του Ρεχάγκελ), ο Θερσίτης που είναι ΠΑΟΚτζής αλλά περνάει γενιές 14 όσους πέρασαν από τον ΠΑΟΚ και δεν πήραν πρωτάθλημα (ή κι αυτούς που πήραν, δε μασάει), κάποιοι ολυμπιακοί ίσως... Αυτά. Για τους άλλους είναι εξαιρετικά οικεία και αγαπητή φυσιογνωμία. Και γίνεται ακόμα περισσότερο με κάτι δηλώσεις (πριν τον τελικό), όπου απαντούσε στους επικριτές του θεάματος που πρόσφεραν οι Πορτογάλοι και ευχόταν να λένε το ίδιο κι αφού σηκώσουν το Κύπελλο στη Γαλλία. Το οποίο μου θύμισε συνειρμικά (τηρουμένων των αναλογιών πάντα) αυτό που έλεγε ο Άρης Βελουχιώτης για την ιστορία: "πως αν δηλ νικήσουμε, θα μας συγχωρέσει κάποιες ακρότητες, αλλά αν τυχόν χάσουμε, δε θα μας ξεπλένει τίποτα". Κι όχι, πες πως δεν είχε δίκιο.

Και δεν το λέω εκ του αποτελέσματος. Κάποιοι αμπελοφιλόσοφοι διαπιστώνουν την αντικατάσταση της μαρξιστικής διαλεκτικής σκοπού-μέσου με το μακιαβελικό: "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Έχουν δηλ την εντύπωση πως η πορεία προς την κορυφή είναι ένας εύκολος, ρομαντικός κατήφορος, όπως εξάλλου και ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με ροδοπέταλα (σκεφτείτε διαλεκτικά). Κι έτσι, οτιδήποτε άλλο βαφτίζεται αντιποδόσφαιρο.

Ναι, αλλά δεν μπορούν να παίξουν όλοι σαν Μπαρτσελόνα, ούτε καν η ίδια η Μπάρτσα, σε σχέση με αυτό που φαντάζεται εξιδανικευμένα στο μυαλό του ο μέσος φίλαθλος. Πόσο μάλλον μια ομάδα που δεν έχει τους συσχετισμούς με το μέρος της, δεν μπορεί να κάνει παιχνίδι πρωτοβουλίας, βασίζεται σε αντεπιθέσεις για να βρει ρήγματα στην άμυνα του αντιπάλου και μένει ταμπουρωμένη στις θέσεις της, για να τις κρατήσει και να τις ενισχύσει με κλεφτοπόλεμο -που είναι πολύ διαφορετικός από τα ανοργάνωτα γιουρούσια.

Βασικά η Πορτογαλία του Σάντος δείχνει την ποδοσφαιρική τακτική που μπορεί να εμπνεύσει και το σχέδιο της εργατικής τάξης. Το οποίο δε χρειάζεται πριμαντόνες, κινηματικούς σταρ κι αυτόκλητους ηγέτες (Κριστιάνους, Μεσσίες, κτλ), αλλά ομαδική προσπάθεια, πειθαρχία, συνοχή και αλληλεγγύη των γραμμών της, ευελιξία μέσων και θέσεων, από την άμυνα στην επίθεση, κτλ. Αλλά κάπου εκεί εξαντλείται η αξία του παραλληλισμού κι αρχίζει η πραγματικότητα.

Αγώνας, γνώση, τόλμη κι αντοχή
Όπως είπε κι ο Σάντος, σε μία από τις κορυφαίες ατάκες του EURO, πριν από έναν αγώνα, όπου τον ρωτούσαν για την ενδεκάδα που σχεδίαζε.
Μερικές αλλαγές θα κάνουμε, μην περιμένετε καμιά επανάσταση. Αυτή έγινε το 74' (εννοώντας την επανάσταση των γαριφάλων στη χώρα του).
Κι είναι στα δικά μας χέρια να την ξανακάνουμε. Ή έστω στα πόδια μας. Αρκεί να μην κλοτσήσουμε την ευκαιρία, όταν μας δοθεί...

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Και που λες Βρετανία...

Δεν υπάρχει λόγος να παραμείνουμε, εφόσον δεν ξέρουμε πού πάμε και καθόμαστε στο πίσω κάθισμα...

Αυτή ήταν η δήλωση κάποιου ευρωσκεπτικιστή (νομίζω του Φάρατζ, αλλά είδα φευγαλέα το πλάνο και δεν παίρνω και όρκο) και είναι πολύ χαρακτηριστική του 'διακυβεύματος' που θα έλεγε στα καθ' ημάς κι ένας... αριστερός ευρωσκεπτικιστής, δηλ ένας δεξιός Εαακίτης, από Αράν ή Αρας -γιατί πώς αλλιώς μπορείς να χαρακτηρίσεις πολιτικά κάποιον που βάζει ως στόχο πάλης μόνο -ή κυρίαρχα- την έξοδο από την ευρωζώνη και μετά βλέπουμε, ώσπου να ωριμάσουν οι συνθήκες, ή κάποιος εγχώριος Φάρατζ, για να το θέσουμε σε δημοψήφισμα;

Αν όμως καθόταν στο μπροστινό κάθισμα, έστω και σαν συνοδηγός του γαλλογερμανικού άξονα, δηλ της Γερμανίας; Ή αν ήξεραν από πριν τον προορισμό (-Πού πάμε σύντροφε; -Στο αεροδρόμιο...); Και αν τελικά (κι αρχικά μπορώ να σου πω) το δημοψήφισμα δεν ήταν παρά ένα διαπραγματευτικό χαρτί, που κρατάνε στα χέρια τους οι Βρετανοί, για να παζαρέψουν αυτούς ακριβώς τους όρους και τη θέση τους στο ευρωπαϊκό όχημα -που είναι προφανώς γερμανικό, με ένα κομμάτι γαλλικής τεχνογνωσίας;

Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από τα δικά μας τα περυσινά και την αιτιολόγηση της επιλογής του δημοψηφίσματος από τον Τσίπρα (το χαρτί που έπαιξε η κυβέρνηση στις περίφημες 17 ώρες) καλώς το κάνουν. Με τη διαφορά ότι άλλο διαπραγματευτικό βάρος έχει ως παίκτης το ελληνικό κράτος κι άλλο ο βρετανικός λέοντας, έστω και ξεδοντιασμένος, έστω και αν δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει προφανώς τη μερίδα του λέοντος για την αστική τάξη του.

Δεν είναι όμως μια χρυσή ευκαιρία αποσταθεροποίησης, που θα πυροδοτήσει μια κρίση ντόμινο, για να καταρρεύσει σαν (χάρτινος) πύργος του Τζένγκα το οικοδόμημα της ΕΕ και μετά έχω φέρει για να παίξουμε Ταμπού (που είναι η ιερή αγελάδα της ΕΕ) και Τρίβιαλ, αν και ταιριάζει καλύτερα το Ρισκ και το Στρατέγκο στην κοφτερή, γεωστρατηγική μας θωριά.

Το ζήτημα όμςω είναι δούμε τη συγκεκριμένη κατάσταση κι όχι τις αφηρημένες επιθυμίες μας. Θέλω να πω ότι το ζήτημα δεν μπαίνει γενικά, ιδεολογιο-πολιτικά, αν δηλ μπορεί να γίνει ή όχι κρίκος ένα πιθανό Brexit και πώς τοποθετούμαστε απέναντι σε αυτό ή αν απαρνούμαστε συνολικά τους κρίκους και τα υποτάσσουμε όλα στο μεγάλο επαναστατικό άλμα ή κατά άλλους στη Δευτέρα Παρουσία (λες και πίστεψαν ποτέ στην πρώτη οι Φαρισαίοι). Η ανάλυσή μας οφείλει να είναι συγκεκριμένη και να διαβλέψει πως είτε βγει το BRexit είτε το BRemain, όχι απλά δε θα αλλάξει χέρια η εξουσία και δε θα κλονιστεί στο παραμικρό (που είναι σωστό) αλλά ότι βασικά δε θα υπάρξει καμία αλλαγή ούτε ως προς το ειδικό ζήτημα, δηλαδή δε θα υπάρξει κανένα BRexit, τουλάχιστον άμεσα, με τα υπάρχοντα δεδομένα. Γιατί η ψήφος και το αποτέλεσμα έχουν απλώς συμβουλευτικό κι όχι δεσμευτικό χαρακτήρα και γιατί καμιά πολιτική δύναμη της Βρετανίας δε σκοπεύει να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά μόνο ως μοχλό πίεσης, για να αποσπάσεις κάποιες υποχωρήσεις. Δεν ξέρω αν αυτό επιβεβαιώνει θεωρητικά το σχήμα της αλληλεξάρτησης, αλλά κατά τη γνώμη μου, κανείς στρατηγικός παίκτης δεν επιδιώκει αυτή τη στιγμή το BRexit. Ακόμα και οι ΗΠΑ, που είναι προνομιακός εταίρος-καθοδηγητής της Βρετανίας, την προτιμά ασφαλώς εντός ΕΕ, για να (προσπαθήσει να) ελέγξει καταστάσεις κι όχι αποσπασμένη εκτός παιχνιδιού.

Συμπερασματικά, αυτό που γίνεται σήμερα δεν είναι η έξοδος ή η παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ. Το να πιστεύει κανείς το αντίθετο, είναι σα να πιστεύει πως στο δικό μας περυσινό δημοψήφισμα, αυτό που κρινόταν ήταν αν θα έχουμε συμφωνία ή όχι (δηλ GRexit) κι όχι οι όροι με τους οποίους θα έκλεινε αυτή η τελευταία. Οι αστοί δεν έχουν πιεστεί/υποχρεωθεί να κάνουν αυτό το δημοψήφισμα και δεν πρόκειται να μας χαρίσουν το όπλο που θα ακυρώσει μια στρατηγική τους επιλογή. Ακόμα κι αν γινόταν κάτι τέτοιο όμως, θα έγραφαν πολύ απλά το δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του στα κατάστιχά τους, όπως έκαναν δηλ πολλές φορές μέχρι σήμερα, για την επικύρωση κάποιας συνθήκης (Ευρωσύνταγμα, Μάαστριχτ) όπου ήταν συνταγματικά υποχρεωμένοι να καταφύγουν στη λαϊκή ετυμηγορία.

Υπάρχουν δυο ακόμα παράμετροι.
Η πρώτη είναι η ταξική λύσσα με την οποία υπερασπίζεται το BRemain ένα μεγάλο τμήμα της βρετανικής (και όχι μόνο) αστικής τάξης, σε βαθμό που κάποιες επιχειρήσεις να αφήνουν στην άκρη τα προσχήματα και να υποδεικνύουν στους υπαλλήλους τους ποια είναι η πολιτική της εταιρίας και η επιθυμητή εξέλιξη που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της (χωρίς βέβαια να προσπαθούν να επηρεάσουν στο παραμικρό -αλίμονο!- την κρίση του προσωπικού, απλώς κουβέντα να γίνεται, δεν μπορεί να μιλάμε συνέχεια για τον καιρό, σαν νερόβραστοι Άγγλοι). Το μόνο που δεν έχει γίνει ακόμα, είναι ξέρω εγώ στην ανάκρουση των εθνικών ύμνων πριν από του αγώνες του EURO, εκεί που ακούγεται από τα μεγάφωνα η έκκληση να σηκωθούν για τον ύμνο της πρώτης ομάδας και να παραμείνουν όρθιοι για αυτόν τη δεύτερης, να πουν κάτι σαν: ladies and gentlemen, please BRemain standing for the national anthem of...

Απ' όσο ξέρω πάντως, κανείς δεν αμφισβητεί πως η πλειοψηφία της αστικής τάξης έχει ταχθεί υπέρ της παραμονής, κι ένα μειοψηφικό κομμάτι υποστηρίζει την έξοδο-αποχώρηση, ενώ ένα τρίτο ταλαντεύεται, όπως δείχνει πχ η στάση του Μέρντοχ που μοίρασε τα κουκιά και τις εφημερίδες του, σαν τους (λέμε τώρα) ταλαντευόμενους Εαμίτες παππούδες, που ψήφιζαν ΚΚΕ, αλλά έβγαζαν τους συγγενείς τους να ψηφίσουν ΠαΣοΚ, για να μη βγει η (μπλε) Δεξιά.

Θέλω να υπενθυμίσω όμως πως αντίστοιχα λυσσαλέα ήταν κι η αντίδραση της δικής μας αστικής τάξης στο περυσινό δημοψήφισμα, χωρίς αυτό να καθορίζει το χαρακτήρα του ή να αλλάζει κάτι ως προς την ουσία. Δεν είναι ο ετεροκαθορισμός από τον αντίπαλο που καθορίζει τη δική μας στάση, ούτε αποτελεί πάντα ασφαλές κριτήριο για την εκτίμηση των γεγονότων ο γνωστός τακτικός κανόνας που λέει: ό,τι δε συμφέρει τον αντίπαλό μου, είναι προς το δικό μου συμφέρον.

Δεύτερη και τελευταία παράμετρος, το Lexit,  που στηρίζουν το νέο ΚΚΒ και άλλες δυνάμεις, επιχειρώντας να οριοθετήσουν σαφώς τη δική τους διακριτή λογική από τον ακροδεξιό εθνικιστή Φάρατζ και τους ομοίους του. Κάποιοι αριστεροχωριανοί θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την τακτική επιλογή ενάντια στο "κοντόφθαλμο και σεχταριστικό ΚΚΕ που παραμένει στην καθαρότητα του 'ούτε-ούτε' κι εξισώνει τους δύο πόλους". Εγώ δε νομίζω ότι χρειάζεται να το παίξουμε έξυπνοι και να υποδείξουμε στους Βρετανούς συντρόφους τι στάση θα κρατήσουν. Κι έχω την εντύπωση πως ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι τηρούν μια στάση που νιώθεται (όπως λέει κι ο ποιητής).

Αυτό που δεν έχω καταλάβει είναι ποια ακριβώς δικαίωση νιώθουν οι διάφοροι αριστεροχωριάτες για τους Βρετανούς και ποιες αναλογίες βρήκαν με τη δική τους στάση. Εκτός κι αν θεωρούν πως το ΚΚΒ έκανε πχ προεκλογική λεζάντα στον αντίστοιχο Βρετανό Τσίπρα και χειροκρότησε, έτσι για την ξεφτίλα του πράγματος, τον αντίστοιχο Βρετανό Καμμένο (δηλ το Φάρατζ) ή έκανε κοινές συγκεντρώσεις, στοιχιζόμενο άκριτα στην ίδια καμπάνια, τη μεγαλειώδη συγκέντρωση του ΟΧΙ και δε συμμαζεύεται.

Κλείνοντας, το ψευτοδίλημμα άραγε θα το λέγαμε false dilema (isn't it?) ή μήπως υπάρχει άλλη φράση που να το αποδίδει καλύτερα;

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Για τα συνθήματα

Μπορεί τα περισσότερα μμε –ενημερωτικά κι όχι μόνο- να συνεχίζουν το φαιδρό γαϊτανάκι της βαρουφακιάδας, σημειώνοντας ακόμα και το «γκουχ» του, που επιδέχεται πολλών ερμηνειών στα πλαίσια της δημιουργικής αμφισημίας (ξερόβηχας, τσιγαρόβηχας ή μήπως κάποιο υπονοούμενο;), αλλά εγώ βρήκα πολύ πιο ζουμερή και ουσιαστική μια πρόσφατη συνέντευξη του γγ (στον παπαδάκη) και την χτεσινή ομιλία του στο σύνταγμα, που περιείχε και μια πολύ καλή ανάλυση της λίστας βαρουφάκη και των… φιλολαϊκών συνεπειών της.

Προς το τέλος της τηλεοπτικής του συνέντευξης λοιπόν ο γγ σημειώνει μεταξύ άλλων τα εξής.
Με το «αν» δεν γίνεται ούτε πολιτική ούτε τοποθέτηση. Και πάλι εδώ υπάρχει ένα ζήτημα. Λένε μερικοί που είναι έξω απ’ τα πράγματα και έξω από κάθε λογική: Να βγούμε από την Ευρωζώνη και να μείνουμε στην ΕΕ, να μην κάνουμε κοινωνικοποίηση μεγάλων επιχειρήσεων, να συνεχίσουμε να διαπραγματευόμαστε και να είμαστε στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Αυτό είναι μια τρύπα στο νερό. Άλλο ζήτημα ότι μπορεί να ξεκινήσεις από κει και η διαδικασία ρήξεων να είναι έξοδος από την Ευρωζώνη, έξοδος από την ΕΕ με δική σου όμως απόφαση, του λαού, της χώρας, της κυβέρνησης, της λαϊκής εξουσίας, όπου ο λαός θα είναι στην εξουσία και θα είναι αποφασισμένος ότι αυτά θα τα πάρει και θα τα λειτουργήσει. Γιατί, αν δεν έχεις τα απαραίτητα εργαλεία, δηλαδή την οικονομία στα χέρια σου, πώς θα κατανείμεις πόρους, εργατικό δυναμικό, πώς θα κάνεις φιλολαϊκή ανάπτυξη;

Ενώ στην χτεσινή ομιλία οι βασικές αιχμές ήταν: ανάκτηση των απωλειών και ρήξη με την εε, με το λαό στην εξουσία.

Θέλω να συνδέσω τα παραπάνω και με μια πρόσφατη κουβέντα που είχε ανοίξει στο μπλοκ σχετικά με τα συνθήματα, τη σωστή επιλογή τους και την κατάλληλη χρήση τους. Το οποίο σχετίζεται με τη σειρά του με το βασικό κόμπο της σύνδεσης τακτικής-στρατηγικής, την ικανότητα να εκτιμάμε σωστά τη δοσμένη συγκυρία, να ανεβάζουμε το επίπεδο συνειδητοποίησης, κτλ. Σημαίνει επίσης να διαχωρίζουμε (αλλά και να συνδέουμε) τα συνθήματα που μπαίνουν για ζύμωση με τις άμεσες διεκδικήσεις, να βρίσκουμε κάθε φορά τα κατάλληλα αιτήματα-κρίκους, που θα συσπειρώνουν το λαό και θα κλιμακώνουν την πάλη του, και να διασαφηνίζουμε την ειδοποιό διαφορά τους από τις ρεφορμιστικές, μεταβατικές αυταπάτες για μια σταδιακή ομαλή μετάβαση μέσω μεταρρυθμίσεων σε έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός (αλλά δεν πρόκειται να το δούμε ούτε στον άλλο κόσμο).

Σημειώνω παρεμπιπτόντως, πως δεν πρόκειται για την αναζήτηση ενός και μόνου συνθήματος, που κινητοποιεί σα μαγικός μοχλός τις μάζες, αλλά για μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία. Όπως πολύ πιο σύνθετη (αν και απλή στην ουσία της) ήταν πχ η εκλογική εκτίναξη του σύριζα, σε σχέση με τα απλοϊκά σχήματα που την ερμηνεύουν στη βάση της προβολής του συνθήματος της κυβέρνησης της αριστεράς, αγνοώντας τις υπόλοιπες παραμέτρους αυτής της εναλλαγής κι υπονοώντας πως το και το κουκουέ θα είχε αντίστοιχη άνοδο αν είχε προβάλει δική του κυβερνητική πρόταση.

Είναι επίσης ζήτημα αν τα συνθήματα παίζουν τόσο καθοριστικό ρόλο, εφόσον η συστράτευση έχει κριθεί κι επιτευχθεί σε άλλο επίπεδο: πχ αν ατσαλώνεται καθημερινά στη δράση στη δική μας περίπτωση, ή έχει σφραγιστεί με εκλογικούς όρους στην περίπτωση της κυβερνώσας ελπίδας. Της οποίας οι ψηφοφόροι δεν επηρεάζονται όχι απλά από κάποια συνθήματα, αλλά συχνά ούτε καν από στην ίδια την πραγματικότητα, που διαψεύδει τις προσδοκίες τους.
Εδώ απαιτείται όμως μια ευρύτερη συζήτηση: σε ποια βάση πείθεται και κινητοποιείται ο κόσμος κι αν ισχύουν για όλους τους χώρους τα ίδια κριτήρια.

Ας δούμε τώρα συγκεκριμένα τα παραπάνω στη σημερινή συγκυρία.
Το βασικό αίτημα-κρίκος που μπαίνει μπροστά μας είναι η πάλη για την ανάκτηση των απωλειών του περασμένου διαστήματος –με την αριστερή κυβέρνηση να παγώνεις τις διάφορες προεκλογικές της δεσμεύσεις και να δεσμεύεται πρωτίστως απέναντι στους δανειστές-εταίρους της πως δε θα προχωρήσει σε… «μονομερείς ενέργειες» χωρίς την έγκρισή τους. Σε αυτό το σύνδεσμο μπορείτε να θυμηθείτε το συγκεκριμένο πλαίσιο πάλης που επεξεργάστηκε τον περασμένο μήνα η γραμματεία του παμε.

Παράλληλα οι εξελίξεις βάζουν επί τάπητος το βραχνά του χρέους και το φαύλο κύκλο των δανείων για την εξυπηρέτησή του, που καταλήγουν απλώς να το διαιωνίζουν και να το αυξάνουν. Καθώς επίσης κι ο χαρακτήρας των περιβόητων θεσμών, της ευρωπαϊκής ένωσης και τα περιθώρια φιλολαϊκών ελιγμών και χειρισμών εντός της ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας. Μπαίνει δηλ επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής του χρέους και της αποδέσμευσης από την εε, που πρέπει να αναδειχθούν και να μπουν ως προμετωπίδα, μαζί με το σύνθημα για την ανάκτηση των απωλειών.

Αυτοί οι στόχοι όμως θέτουν αυτομάτως και ζήτημα εξουσίας, της εξουσίας που θα τους προωθήσει συνειδητά, με δική της πολιτική βούληση, και δε θα της επιβληθούν ως… ατύχημα, για να τη βρουν απροετοίμαστη και βασική απρόθυμη να βαθύνει το ρήγμα. Οι πολιτικές προτάσεις που βλέπουν αυτά τα δύο είτε ξεκομμένα είτε με χρονική απόσταση μεταξύ τους (πρώτα να γίνει το ένα, για να οδηγηθούμε στο άλλο) είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία. Όχι μόνο γιατί είναι ρεφορμιστικές (που είναι κι αυτό) με τα μάτια στραμμένα στο παρελθόν και το «κοινωνικό συμβόλαιο» της μεταπολίτευσης, στην αποκατάσταση της χαμένης ισορροπίας· αλλά επειδή είναι επιπλέον ανεφάρμοστες και ουτοπικές. Και προσπαθούν να αντικαταστήσουν το απαραίτητο επαναστατικό άλμα με θεωρητικές ακροβασίες και μικρά βήματα στο κενό, πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, λες και παίζουμε μόνοι μας, χωρίς αντίπαλο, που θα κάνει τα πάντα για να μας γκρεμίσει.


Κι αυτό ακριβώς είναι, όπως το ερμηνεύω εγώ τουλάχιστον, το νόημα των αιχμών της χτεσινής ομιλίας και της μεταξύ τους σύνδεσης: ρήξη με την εε με το λαό στην εξουσία.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Σημειώσεις για την Κομιντέρν



Διαβάζοντας κάποια κείμενα και βιβλία για την ιστορική διαδρομή της κομιντέρν, η κε του μπλοκ κωδικοποίησε μερικές σχετικές σκόρπιες σκέψεις στα παρακάτω σημεία:

Όσοι χλευάζουν σήμερα το κκε, γιατί τα έσπασε τάχα με τους πιο ισχυρούς συμμάχους του (κκ πορτογαλίας, κκ βοημίας-μοραβίας, κτλ) που λοξοκοιτάζουν προς το κεα και ξέμεινε με κάτι περιθωριακές γκρούπες που συγκροτούν τη διεθνή πρωτοβουλία του, φαντάζομαι πως εκατό χρόνια πριν θα είχαν ξεκαρδιστεί με τις πολιτικές επιλογές των μπολσεβίκων και τη μαζικότητα των κομμάτων που ίδρυσαν τελικά το 19’ την τρίτη κομμουνιστική διεθνή. Το.. αδιάψευστο κριτήριο της πλειοψηφίας (που ήταν σχεδόν πάντα με τους απανταχού μενσεβίκους κι ας δηλώνει το ακριβώς αντίθετο το όνομά τους) και της μαζικότητας, θα τους οδηγούσε εκ του ασφαλούς στους κόλπους της δεύτερης χρεοκοπημένης διεθνούς και της λεγόμενης 2½, που γρήγορα συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη, ή (πράγμα που είναι βασικά το ίδιο) στην αγκαλιά της αστικής τάξης και των κοινοβουλευτικών της πλειοψηφιών.

Μήπως αυτό σημαίνει σφοι πως μεγαλοπιανόμαστε και μας θεωρούμε εφάμιλλους των μπολσεβίκων; Όχι σφοι, δε σημαινει κάτι τέτοιο. Αλά οι αφ’ υψηλού είρωνες έιναι σίγουρα εφάμιλλοι των πολιτικών τους προγόνων, των σοσιαλιμπεριαλιστών και των καουτσκιστών της κίτρινης διεθνούς. Και καμιά φορά πίσω κι από αυτούς ακόμα, δεδομένης της προχωρημένης σήψης, ενός αιώνα σχεδόν, του συγκεκριμένου πολιτικού ρεύματος, που ρεφόρμισε και κακοφόρμισε.

Τα συνέδρια της κομιντέρν είχαν διάρκεια που ξεπερνούσε κάποιες φορές τον ένα μήνα, καταμερισμό εισηγητών ανά θεματικές, πολυάριθμες αποφάσεις κι επεξεργασίες, συζήτηση εφ’ όλης της ύλης σε κάθε θέμα ξεχωριστά, αντί για συνολικές δεκάλεπτες τοποθετήσεις και το πρώτο διάστημα διεξάγονταν σε σταθερή ετήσια βάση. Αν όλα τα παραπάνω βάζουν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη για τη σημερινή εποχή, μήπως παρόλα αυτά πρέπει να προβληματιστούμε ποια στοιχεία θα μπορούσαμε να δανειστούμε και να ενσωματώσουμε στις σύγχρονες εσωοργανωτικές διαδικασίες και τις διεθνείς συναντήσεις αδελφών κομμάτων;

Τι σημαίνει άραγε, ρωτάει κάποιος, το πρώτο συνθετικό (σοσιαλ), στη λέξη ‘σοσιαλφασίστας’; Ξέρω ‘γω; Υποθέτω ό,τι σημαίνει και στον όρο «σοσιαλιμπεριαλιστής» ή «σοσιαλσωβινιστής» που χρησιμοποίησε κι ο λένιν στην εποχή του. Άλλο στα λόγια και το όνομα κι άλλο στην χάρη και τα έργα. Επίσης, εφόσον καταλαβαίνω καλά την ουσία των επικρίσεων για αυτή την περίοδο, το «έγκλημα» του σοσιαλφασισμού δεν είναι πως δεν περιέγραφε εύστοχα το κοινωνικό προτσές και τις τάσεις εξέλιξής του (καπιταλιστική κρίση, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, τα καθήκοντα που έμπαιναν στα κκ) αλλά ότι ήταν ακατάλληλο από προπαγανδιστική άποψη για πολιτικές, μετωπικές συνεργασίες. Καλά τα λέει δηλ, αλλά να τα πει πιο στρογγυλεμένα, για να μην απομακρύνει το μέτωπο με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ας δούμε ένα τυπικό παράδειγμα εξέλιξης και διαμόρφωσης θεωρητικών εκτιμήσεων για την πορεία της κομιντέρν, που χαρακτηρίζει συνολικά από μερικά άτομα μέχρι συγκεκριμένες συλλογικότητες. Παίρνουμε επιλεκτικά εκείνες τις στιγμές, αποφάσεις, επεξεργασίες με τις οποίες συμφωνούμε στο σήμερα, διαχρονικά από θέση αρχής κι όχι στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και τις θεωρούμε υπόδειγμα σωστής λενινιστικής τακτικής-στρατηγικής. Αποδίδουμε τις υπόλοιπες, που δε μας βρίσκουν σύμφωνους, στην (όντως υπαρκτή) εσωτερική διαπάλη στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Αν οι διαφωνίες μας επεκτείνονται σε ευρύτερες χρονικές περιόδους ή αφορούν θεμελιακά ζητήματα, επαυξάνουμε τις αναφορές σε απλές παλινωδίες κι αντιφάσεις, εκτιμώντας πως σημειώνεται οπορτουνιστική στροφή. Επειδή μια τέτοια εκτίμηση στο ιδεολογικό επίπεδο, κινδυνεύει να κατηγορηθεί για ιδεαλισμό, εφόσον δε συνδέει την κίνηση των ιδεών με τα κοινωνικά αίτια που την καθορίζουν, προσδίδουμε ταξικό χαρακτήρα σε κάθε λανθασμένη (για εμάς) προσέγγιση, θεωρώντας την μικροαστική παρέκκλιση, απαράδεκτο συμβιβασμό με την αστική τάξη, κτλ. Παράλληλα έχουμε ένα άχαστο δίπολο κατηγοριών (ταξικός αναγωγισμός και ιδεαλιστική κριτική) για να εντάξουμε και να απορρίψουμε όλες τις άλλες προσεγγίσεις που δε συμφωνούν με τη δική μας διαλεκτική θέση.

Το ωραίο είναι πως τα παραπάνω λάθη βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και παραμέτρους, κακέκτυπα σωστών μεθοδολογιών και επεξεργασιών του παρελθόντος. Κι αν τα περιγράφω λιγάκι απλοϊκά και χοντροκομμένα, δεν το κάνω μόνο χάριν υπερβολής, για να γίνουν πιο σαφή, αλλά γιατί ακολουθούν τον απλοϊκό και χοντροκομμένο χαρακτήρα των αντιλήψεων που επιχειρούν να περιγράψουν.

Ας δούμε κι ένα δεύτερο παράδειγμα, με ισχυρές επιρροές από τον όργουελ και τη λεπτή ειρωνεία στο 1984 για τον πόλεμο με την ανατολασία, που ήταν μέχρι πρότινος σύμμαχός μας, αλλά καλούμαστε να το ξεχάσουμε και να πιστέψουμε ότι ανέκαθεν πολεμούσαμε μαζί της, καθ’ ότι πατροπαράδοτος εχθρός μας, θυσιάζοντας την ιστορική γνώση στις ανάγκες της συγκυρίας. Ο όργουελ βέβαια, ως πράκτορας των βρετανικών υπηρεσιών πιθανότατα, στρέφεται στην ουσία με χυδαίο τρόπο κατά των σοβιετικών ελιγμών που προσπαθούσαν να σπάσουν τη διεθνή απομόνωση της εσσδ και να αποτρέψουν το πολεμικό χτύπημα εναντίον της. Χτύπησε φλέβα όμως ως προς μια παγιωμένη, ως ένα βαθμό, νοοτροπία και ασθένεια μιας μερίδας του κομμουνιστογενούς κινήματος, που σκέφτεται με γενικές αλήθειες από θέση αρχής κι αδυνατεί να τις δει στο φως των συγκεκριμένων συνθηκών στη δοσμένη συγκυρία.

Κρατάμε το συγγραφέα, αλλάζουμε όμως βιβλίο και κατηγορία, περνώντας στη φάρμα των ζώων, όπου επικρατούσε ο γενικός κανόνας: τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό. Με τη μόνη εξαίρεση της κότας, φανερός συμβολισμός των αγροτών, μικροπαραγωγών, που ναι μεν έχουν μικρά κεφάλαια-μέσα παραγωγής στην κατοχή τους, αλλά αποτελούν φυσικό σύμμαχο των τετράποδων της εργατικής τάξης.

Πολλές αντιλήψεις ωστόσο δε φτάνουν καν στο επίπεδο της αλληγορίας (με την εξαίρεση) ή στην καλύτερη περίπτωση την αντιγράφουν: Μέτωπο (λαϊκό ή ενιαίο δεν έχει τόση σημασία) καλό, δύο πόδια κακό. Ναι αλλά σήμερα δεν υπάρχει σοβιετική ένωση-εξουσία κι η ανάγκη να την υπερσπιστούμε πάση θυσία, ούτε κάποιο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με πολυάριθμη, οργανωμένη εργατική βάση (τονίζω το ‘οργανωμένη’ για να καταδείξω πως δεν αναφέρομαι σε ψηφοφόρους, αλλά σε οργανωμένες μάζες στα σωματεία και στους χώρους δουλειάς) για να καθορίσουμε αντίστοιχα την τακτική μας. Κι ο άνθρωπος έκανε πολλά χρόνια να σταθεί όρθιος στα δυο του πόδια και να περπατήσει, για να τον πισωγυρίσουμε τώρα σε τόσο απλοϊκές οργουελικές σκέψεις, παύλα-τελεία.

Το περίφημο σημείο του λένιν από τον αριστερισμό σχετικά με την αναγκαιότητα των συμβιβασμών αναφέρεται στους επιβάτες ενός αυτοκινήτου, αν δε με απατά η μνήμη μου, που βρισκόμενοι υπό την απειλή όπλου, καλούνται να συμβιβαστούν για να γλιτώσουν τη ζωή τους και θα ήταν ανόητο να μην το κάνουν. Έχω την αίσθηση πως με το συγκεκριμένο παράδειγμα ο βλαδίμηρος δε μιλάει γενικά για τακτικούς συμβιβασμούς και συνεργασίες με αστικά κόμματα, αλλά για τις αξίες των συμβιβασμών στις περιπτώσεις που οι κομμουνιστές βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και θεωρείται αναγκαία –και όχι προδοτική- μια τακτική αναδίπλωση. Καλή ώρα όπως με τη συνθήκη του μπρεστ-λιτόφσκ, όπου ο λένιν είχε μειοψηφήσει αρχικά και τελικά οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία με ακόμα πιο επώδυνους όρους.

Αναμφίβολα, στο έργο του λένιν θα βρει κανείς αναφορές στην ανάγκη τακτικών ελιγμών και πρόσκαιρων συνεργασιών για την αξιοποίηση και του παραμικρού ρήγματος στο αρραγές αστικό μπλοκ. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν κατά τη γνώμη μου, όσοι επικαλούνται τα παραπάνω, είναι πως η τακτική ευελιξία δε σημαίνει ντε και καλά συνεργασία και πολιτικό μέτωπο με κάποιο άλλο κόμμα. Σημαίνει πρωτίστως εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και κάθε συγκεκριμένης κίνησης, δοκιμή διαφόρων μορφών, μέσων και συνθημάτων, μοναχική πορεία πολλές φορές (όπως μας επιβεβαιώνει η ιστορική πείρα των μπολσεβίκων), μαζί να χτυπάμε χωριστά να βαδίζουμε κι άλλα τέτοια λενινιστικά, που κάποιοι θεωρούν βολικό να τα ξεχνάνε. Για να το θέσω διαφορετικά, το επίμονο κυνήγι φαντασμάτων κι η αναζήτηση με το στανιό ενός έντιμου, συνεπούς τμήματος της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, ούτε καν ως πρόσκαιρου συμμάχου αλλά ως μετωπικού (ή δυνάμει κυβερνητικού) εταίρου, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τακτική ευελιξία του λένιν και των συντρόφων του.

Ένα τελευταίο σημείο. Ο φασισμός είναι διαφορετική στιγμή από την αστική δημοκρατία στο συνεχές της αστικής εξουσίας, με την ίδια έννοια πχ που η κεϊνσιανή διαχείριση δεν ταυτίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της από το νεοφιλελευθερισμό. Ο λένιν μας υπενθυμίζει εξάλλου πως «οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά ποικίλες, η ουσία τους όμως είναι μία: όλα αυτά τα κράτη, είτε έτσι είτε αλλιώς, μα σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής τάξης».

Από αυτή τη ‘διαφορά’ συνεπώς, που συν τοις άλλοις καθίσταται δυσδιάκριτη σε αρκετούς τομείς, δεν προκύπτει η ανάγκη υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας γενικά ενάντια στο φασισμό, όπως δε συνάγεται ως καθήκον μας η υπεράσπιση του κεϊνσιανισμού γενικά απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης πχ. Αυτό που προβάλλει ως αναγκαιότητα για το κομμουνιστικό κόμμα και την εργατική τάξη είναι η υπεράσπιση με κάθε τρόπο των δημοκρατικών ελευθεριών-δικαιωμάτων και των εργατικών κατακτήσεων, δεμένη με το στρατηγικό στόχο. Δεν προκύπτει από πουθενά όμως ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε κάτι θετικό για την επιτυχία αυτής της πάλης από τη σοσιαλδημοκρατία και τις διάφορες εκδοχές της.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Καμία τάξη σαν κι εσένα

Τις προάλλες στο φεστιβάλ της θεσσαλονίκης, είδαμε ένα βιντεάκι στη γιγαντοοθόνη της κεντρικής σκηνής, που κατέληγε στην εργατική τάξη και το σύνθημα: δεν υπάρχουν άλλες τάξεις σαν αυτήν. (παρενθετικός συνειρμός: εργατιά μεγάλη, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει τάξη πιο δυναμική. Κλείνει η παρένθεση συνεχίζουμε). Και μια σφισσα θυμήθηκε μια ιστορία από την πόλη της με ένα δάσκαλο, προοδευτικό γενικά, που ερχόταν σε δύσκολη θέση όταν τον ρωτούσαν τα παιδιά στην τάξη πχ για τη δολοφονία του γρηγορόπουλου ή για θέματα όπως το μνημόνιο και η κρίση. Κι αυτός τότε έπαιρνε ανάσα και εξηγούσε στους μαθητές του πως όταν μεγαλώσουν, πρέπει να αγωνιστούν και να αλλάξουν αυτήν την κατάσταση.

Αλλά τα παιδιά συζητάν συνεχώς μεταξύ τους στο σχολείο και συγκρίνουν τις απαντήσεις που παίρνουν. Κι αφού τους το ‘πε σε διάφορες φάσεις κι αφορμές δυο και τρεις φορές ως κατακλείδα κι επιμύθιο, πετάγεται ένα παιδί και λέει με παράπονο: αμάν κύριε, όλα εμείς θα τα αλλάξουμε; Το γάμα δύο (πχ) τίποτα δε θα κάνει;
Γιατί προφανώς ο δάσκαλος του γάμα δύο δεν έλεγε τα ίδια πράγματα στη δική του τάξη και την άφηνε «ελεύθερη» χωρίς καθήκοντα για την κοινωνία του μέλλοντος, οπότε ανέκυπτε μείζον ζήτημα.

Έτσι κι εμείς σήμερα βρισκόμαστε στη θέση του γάμα ένα, που είναι κάτι σαν την εργατική τάξη και καλείται να τα κάνει όλα μόνη της, αφού ξεδιαλέξει με έξυπνα κι ευέλικτα τακτικά βήματα εκείνα τα παιδιά του γάμα δύο, που μπορούν να γίνουν συμμαθητές στον αγώνα μας και δε θα είναι απέναντί μας, με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Σε αυτή την ύλη θα εξεταστούμε όλοι μας και δεν υπάρχει τρόπος να κόψουμε δρόμο, να αντιγράψουμε ή να βρούμε επιπλέον μόρια από ‘φιλικές κυβερνήσεις’.
Πρώτο μάθημα και ζητούμενο η ταξική πάλη. Να μάθουμε από τα λάθη μας, να εξετάσουμε κριτικά την πείρα μας, να έχουμε μεταδοτικότητα. Και πρωτίστως να καταλάβουμε ότι ο αντίπαλός μας είναι κοινός κι όχι οι συμμαθητές μας, για να κανιβαλίζουμε ο ένας τον άλλο και να «πετύχουμε» πατώντας επί πτωμάτων.

Θα μπορούσα να συνεχίσω με διάφορους συνειρμούς, πχ με το μικρό νικόλα και τον ανιάν, που είναι το χαϊδεμένο της δασκάλας. Αλλά θα ήταν σκόπιμο μάλλον να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις, υπό τη μορφή σημειώσεων, για τον απεργιακό αγώνα των εκπαιδευτικών και των δημοσίων υπαλλήλων γενικότερα, όχι ως επικήδειο –μετά και από την χτεσινή απόφαση της ολμε για αναστολή της απεργίας- αλλά ως οδηγό για τις επόμενες κινητοποιήσεις που θα έρθουν.

Ο ζήλος της κυβέρνησης και η πίεση της τρόικας (ως βολικό άλλοθι), αλλά πρωτίστως η ανάγκη του κεφαλαίου να εξασφαλίσει εν μέσω κρίσης ευνοϊκές συνθήκες για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του, αναγκάζουν τους κρατούντες για πρώτη φορά να αφήσουν κατά μέρος ως ένα βαθμό την τακτική της σαλαμοποίησης (που κόβει φέτες τις «απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», για να μειώσει τις αντιδράσεις) και να προχωρήσει σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων, που αγγίζει όλους τους χώρους.

Τονίζω βέβαια το «ως ένα βαθμό», γιατί παραμένει ο κλασικός διαχωρισμός ιδιωτικού-δημόσιου τομέα, τα αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στην κοινή γνώμη (ένα ιδιότυπο μίγμα μαζοχισμού και χαιρεκακίας για την κατσίκα του γείτονα) και η στοχοποίηση των προνομιούχων ρετιρέ, που πρέπει επιτέλους να πληρώσουν κι αυτά τα σπασμένα της κρίσης. Όπως επίσης παραμένουν οι κοντόθωρες λογικές ατομικού ή συντεχνιακού εγωισμού σε μεμονωμένους υπαλλήλους ή και σε ολόκληρους κλάδους, που ενδιαφέρονται μόνο για την ευνοϊκή μεταχείριση ή την εξαίρεση του (συλλογικού) εαυτού τους από τη λαίλαπα, χωρίς να καταλαβαίνουν πως έρχεται κι η δική τους σειρά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ιδιαίτερη πατρίδα του αδέκαστου κι άτεγκτου υπουργού μητσοτάκη, όπου εξαιρέθηκαν σε πρώτη φάση όλοι οι διοικητικοί υπάλληλοι του πολυτεχνείου και αναστάλθηκαν οι κινητοποιήσεις. Όταν θα ‘ρθει η σειρά τους βέβαια θα είναι αργά.

Παρόλα αυτά αυξάνονται αντικειμενικά οι δυνατότητες για τη συγκρότηση ενός διακλαδικού μετώπου, με συντονισμό, κοινά αιτήματα και στόχους πάλης στο δημόσιο ή τουλάχιστον στον χώρο της εκπαίδευσης. Μόνο τους τελευταίους μήνες η πολιτική της κυβέρνησης έχει ανοίξει μια σειρά μέτωπα σε όλες τις βαθμίδες: διαθεσιμότητα, επιστράτευση καθηγητών, σχέδιο αθηνά, νέο σχέδιο για την εισαγωγή σε αει και τει, μισθολογικό, ωράρια καθηγητών, κενά στα σχολεία, κ.ά.

Τα βήματα που έχουν γίνει ωστόσο προς αυτή την κατεύθυνση είναι δειλά αν όχι ανύπαρκτα, όπως εξάλλου κι ο σχεδιασμός των κινητοποιήσεων. Κάποιες αντιδράσεις μοιάζουν να έχουν σπασμωδικό χαρακτήρα, ενώ ο συντονισμός δεν προχωρά πολλές φορές καν στον ίδιο χώρο. Στα πανεπιστήμια για παράδειγμα επικρατεί ένας απίθανος κατακερματισμός δυνάμεων, καθώς μαζί με τους καθηγητές-μέλη δεπ συνυπάρχουν συμβασιούχοι, λοιποί εργαζόμενοι κι ευάριθμες κατηγορίες διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, με διάφορες ειδικότητες κι αρκτικόλεξα (ιδαχ, ετεπ, 407, κτλ). Και στα περισσότερα ιδρύματα τηρούν στάση αναμονής, περιμένοντας ευγενικά ο ένας τον άλλο να βγει μπροστά και να σηκώσει το βάρος των κινητοποιήσεων.

Πέρα από τους καταθλιπτικούς συσχετισμούς σε αυτό το επίπεδο, βαραίνει επίσης και το αμαρτωλό παρελθόν, με αποκορύφωμα τη διετία 2006-07, όπου σε διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών, είχαμε στο μέτωπο της παιδείας: δυο μεγάλους γύρους φοιτητικών καταλήψεων (το μαϊούνη και το φλεβάρτη), μια απεργία διαρκείας στους δασκάλους το φθινόπωρο κι ένα κύμα μαθητικών καταλήψεων πριν τα χριστούγεννα, χωρίς να συμπέσουν ποτέ χρονικά (πόσο μάλλον να συντονιστούν ευρύτερα).

-Τις προάλλες ήμασταν με ένα σφο στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο, συγκεκριμένα στο μπλοκ των εργαζομένων του απθ, όπου είχαμε τους συσχετισμούς και τη ντουντουκέρισσα που φώναζε συνθήματα {τέρμα πια στις αυταπάτες, χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά, κτλ}, όχι αυτοαναφορικά για το παμε, αλλά της δικής μας λογικής και εμείς ακολουθούσαμε. Ώσπου αρχίζουν από δίπλα τα πιο χαρούμενα {εε, ωω, πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από δω}, παίρνει φωτιά το δικό μας μπλοκ και το φωνάζει σύσσωμο, πλην λακεδαιμονίων και ντουντουκέρισσας. Όπως είπε κι ο σφος δίπλα μου τα δικά μας συνθήματα είναι σαν την καλή μουσική, που δεν την καταλαβαίνουν πολλοί, ενώ το ευρύ κοινό προτιμά τα αγανακτισμένα, αντιμνημονιακά ΟΥΣΤ! που είναι σαν τα χιτάκια της βανδή. Τα δικά μας είναι πιο σωστά –από πολιτική άποψη- και ποιοτικά αλλά τα δικά τους τα έχουν δει πολύ περισσότερες φορές στο youtube κι έχουν μεγαλύτερη απήχηση.

Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα συνθήματα αλλά και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο ή τους στόχους μιας κινητοποίησης. Εμείς μιλάμε στον κόσμο για πάλη διαρκείας και μια συνολική ανατροπή που του φαίνεται βουνό, ενώ οι άλλοι του λένε ωραίες ιστορίες για το μνημόνιο, την πτώση της κυβέρνησης που θα το συμπαρασύρει και (αυτό δε λέγεται, αλλά εξυπακούεται ως φυσική συνέπεια των προηγούμενων) την ανάδειξη μιας άλλης που θα ικανοποιήσει τα αιτήματα και θα δώσει λύση στο πρόβλημα –εν προκειμένω στο μνημόνιο και τις απολύσεις με τη διαθεσιμότητα.
Τα παραμύθια είναι πάντα πιο δημοφιλή από την πραγματικότητα. Όχι γιατί μπορούν να πραγματοποιηθούν, αλλά γιατί είναι απλά και κατανοητά και δίνουν στον κόσμο μια ψεύτικη παρηγοριά, για να ελπίζει, κάτι «απτό» και «συγκεκριμένο», εδώ και τώρα.

Όλα αυτά μπορεί να λειτουργούν καθαρά στο επίπεδο του μύθου –καμία δύναμη της ολμε δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση στην παρούσα φάση, με τέτοιο επίπεδο οργάνωσης και συνειδητοποίησης- αλλά εξυπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες στην πραγματική ζωή. Η αυτόνομη παρέμβαση χτίζει αγωνιστικό προφίλ, ενώ προαλείφεται για διάδοχη κατάσταση της πασκε κι υπεύθυνη κυβερνητική δύναμη. Οι παρεμβάσεις συνεργάζονται μαζί της κρατώντας το ρόλο της μόνης συνεπούς δύναμης που κριτικάρει από τα αριστερά τις παλινωδες της πρώτης. Και όλοι μαζί μετρούν τα οφέλη τους, φετιχοποιώντας τη μορφή της πενθήμερης, για να βρούνε ένα βολικό ένοχο για την αρνητική κατάληξη στην ‘ηττοπάθεια του πάμε, που δε στήριξε την απεργία’.

Μακάρι βέβαια να ήταν τόσο απλά τα πράγματα, γιατί τότε το ‘εμπόδιο του παμε’ με τις λιγοστές του δυνάμεις, θα ήταν πολύ εύκολο να παρακαμφθεί κι ο απεργιακός αγώνας θα νικούσε με ή χωρίς αυτές. Το παμε όμως δεν έμεινε έξω από τον απεργιακό χορό για να δικαιωθεί εκ των υστέρων και να πει το κλασικό «σας τα ‘λεγα».  Συμμετείχε σε όλες τις αποφάσεις με τις δυνάμεις του, που –για να μην έχουμε μνήμη χρυσόψαρου- ήταν οι μόνες που απέργησαν έμπρακτα κι όχι στα λόγια πέρσι, με την υπόθεση της επιστράτευσης. Στην πραγματικότητα το παμε περιορίστηκε στο ρόλο του « ειλικρινούς βλάκα», που είπε κάποια πράγματα με το όνομά τους, χωρίς να παίξει με τις διαθέσεις του κόσμου, χωρίς φτιασίδια, ονειρώξεις και ωραιοποιήσεις, και τώρα πληρώνει το τίμημα της ειλικρίνειάς του.

Η δική μου κριτική, ως εξωτερικού παρατηρητή που μπορεί να τραγουδάει ό,τι θέλει έξω από τον χορό, θα εστίαζε σε δύο άλλα σημεία. Πρώτον ότι θα έπρεπε να δούμε ίσως πιο ευέλικτα της μορφής, ακόμα και να συναινούσαμε στην πρόταση για πενθήμερες επαναλαμβανόμενες στην ανάγκη, ώστε να ξεκολλήσει η συζήτηση απ’ αυτό το τελείως αποπροσανατολιστικό σημείο και να προχωρήσει σε πιο ουσιαστικά ζητήματα ως προς το περιεχόμενο. Και δεύτερον ότι πριν από μια απεργία πρέπει να έχουμε μια αρχική εκτίμηση και μια καθαρή στόχευση, πώς μπορεί να νικήσει και τι ακριβώς μπορεί να πετύχει, ώστε να καθορίζουμε ανάλογα και την τακτική μας.

Κι ίσως πιο σημαντικό κι από τις όποιες επιμέρους κατακτήσεις, που μπορεί να έχουν επισφαλή και προσωρινό χαρακτήρα, είναι να κερδίζονται συνειδήσεις, να μπαίνει νέος κόσμος στον αγώνα και να έρχεται με το μέρος μας. Η καλύτερη περίοδος για να γίνει αυτό είναι ακριβώς κατά τη διάρκεια μιας κινητοποίησης που σπάει η νιρβάνα τόσων χρόνων και ζυμώνονται συνειδήσεις. Κι αυτό συνεπώς πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο για τη δουλειά και την τακτική μας.


Ή τέλος πάντων για τις φόρμες με τις οποίες καθίσταται προσιτή σε περισσότερο κόσμο η μουσική μας. Αλλά αυτό απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση

Ποια είναι η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης; Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί διαχρονικά όσους ομνύουν σε μια σοσιαλιστική προοπτική κι αποτελεί βασικό κριτήριο για το διαχωρισμό των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων από τις ρεφορμιστικές.

Μια αρχική απάντηση θα ήταν ότι οι δύο αυτοί όροι έρχονται μεταξύ τους σε μια διαλεκτική, αντιθετική σχέση, με την έννοια ότι αντιτίθενται, χωρίς όμως να αποκλείουν η μία την άλλη. Αυτός ο διαλεκτικός χαρακτήρας προκαλεί ενίοτε τη μετατροπή του ενός πόλου στο αντίθετό του και τη μεταξύ τους ταύτιση.
Κι αυτό μπορεί να έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός δηλ μια επιμέρους μεταρρύθμιση στη δοσμένη συγκυρία μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία και να προωθήσει μια σημαντική ρήξη, φέρνοντας προοδευτικά, απ’ την ίδια τη ροή των πραγμάτων κι όχι εγκεφαλικά, την επαναστατική υπόθεση στην ημερήσια διάταξη –όπως πχ η επίλυση του αγροτικού ζητήματος στη ρωσία του 17’ ή –όπως λένε κάποιοι- η διαγραφή του χρέους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Υπάρχει όμως κι η αντίστροφη ανάγνωση, ότι ακριβώς στη δοσμένη συγκυρία, ακόμα και οι πιο μικρές επιμέρους μεταρρυθμίσεις, δε μπορούν να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια του συστήματος, αλλά είναι δεμένες με το κεντρικό ζήτημα της ανατροπής του και προϋποθέτουν ριζικές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας –κι όχι απλής διακυβέρνησης.

Πέραν αυτού πάντως, το βασικό σε μια διαλεκτική σχέση δεν είναι ο αντιδιαλεκτικός συμψηφισμός των δύο πόλων, αλλά ο προσδιορισμός του πρωτεύοντος και καθοριστικού στοιχείου. Κι η πρωταρχική σημασία της επανάστασης σημαίνει ότι η έννοια της μεταρρύθμισης δε νοείται ξεχωριστά και αυτόνομα ως εναλλακτική στην επανάσταση, αλλά εντάσσεται σε αυτήν ως οργανικό της κομμάτι και την υπηρετεί.

Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει κάποια τυπική αντίθεση που να αποκλείει το συνδυασμό των δυο όρων, σε τι ακριβώς έγκειται ο ρεφορμισμός; Μα ακριβώς στην αποκοπή τους και την αυτονόμηση του πρώτου από το δεύτερο. Ρεφορμισμός πχ είναι η τελείως σχηματική αντίληψη του πι-πι, όπως την είχε εκφράσει παλιότερα σε κάποια ομιλία του: αφού δεν τίθεται ως άμεσο ενδεχόμενο η επανάσταση, είναι καιρός για μεταρρύθμιση –να ποιος είναι κατά πι-πι ο ρόλος των επαναστατών σε μη επαναστατικές εποχές.

Είναι η ίδια αντίληψη που σκιαγράφησε πολύ γλαφυρά στην κριτική της απέναντι στο μπερνστάιν η ρόζα λούξεμπουργκ λέγοντας πως η νομοθετική μεταρρύθμιση κι η επανάσταση δεν είναι δυο διαφορετικές μέθοδοι της ιστορικής προόδου που μπορεί να διαλέξει κανείς μες στο μπουφέ της ιστορίας, όπως θα διάλεγε τα κρύα και τα ζεστά λουκάνικα. Προσθέτοντας πως είναι δυο διαφορετικές στιγμές, όχι από την άποψη της χρονικής τους διάρκειας, αλλά από την άποψη του ουσιαστικού τους περιεχομένου. (…) Γι’ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της κοινωνικής μεταρρύθμισης σε αντικατάσταση και σε αντίθεση με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής επανάστασης, δεν επιλέγει στην πραγματικότητα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά ένα διαφορετικό σκοπό.
Ρεφορμισμός δηλ είναι η αντίληψη που διαχωρίζει χρονικά τους δύο όρους, πρώτα μεταρρύθμιση μετά επανάσταση, πρώτα η τακτική μας μετά η στρατηγική μας, ενώνοντάς τους φαντασιακά, σε ένα απώτερο θολό μέλλον, που μοιάζει λιγότερο πιθανό κι από τη δευτέρα παρουσία.

Ο ρεφορμισμός γενικά είναι η αντίληψη ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο με μερικές μικρές αλλαγές, χωρίς ριζικές ανατροπές και δύσκολες συγκρούσεις· η οποία βρίσκει αντικειμενικά πρόσφορο έδαφος σε ανοδικές περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γίνεται διπλά επιζήμια σε περιόδους κρίσης και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, με πρώτη και κύρια την τον ίδιο τον άνθρωπο και την εργατική του δύναμη.

Έχουμε συνηθίσει να κάνουμε τον κλασικό διαχωρισμό ρεφορμισμού-επανάστασης, εστιάζοντας στα ειρηνικά, μεταρρυθμιστικά μέσα που προκρίνει ο πρώτος για την επίτευξη του τελικού σκοπού, που θεωρητικά παραμένει κοινός. Στην πραγματικότητα ωστόσο ο σύγχρονος ρεφορμισμός έχει αποβάλει σχεδόν κάθε αναφορά στον τελικό στόχο του σοσιαλισμού. Αυτά δεν πουλάνε πολύ εξάλλου την τελευταία εικοσαετία, μετά τις ανατροπές, και δε μένουν ούτε καν για ιστορικούς λόγους, όπως δείχνει το παράδειγμα του κκγ με τον πολιτικό συμβολισμό της αφαίρεσης του σφυροδρέπανου από το σήμα του.

Το μόνο που έχει κρατήσει λοιπόν ο ρεφορμισμός είναι η διαχειριστική λογική για όλα τα επιμέρους μέτωπα: συνεννόηση και διάλογος αντί για «στείρα, επαναστατική γυμναστική», επαναδιαπραγμάτευση κι υπεύθυνη στάση χωρίς εξαλλοσύνες, ανάπτυξη κι υγιής επιχειρηματικότητα ως προοπτική και γενική πολιτική κατεύθυνση για την έξοδο από την κρίση.

Πώς θα επέλθει όμως η σύνδεση των δύο στιγμών, των μεταρρυθμίσεων με τον τελικό σκοπό; Και πώς θα πετύχουμε αυτή τη σύνδεση, αν απορρίπτουμε ως ρεφορμισμό τα μεταβατικά αιτήματα; Εδώ είναι ο κόμπος του ζητήματος. Ας τα δούμε συνοπτικά και ομαδοποιημένα.

Πρώτη κατηγορία. Δε μπορούμε να παραπέμπουμε τα πάντα στο σοσιαλισμό και να μην παλεύουμε για τα άμεσα.
Έτσι είναι και για αυτό δεν το κάνουμε. Όπως λέγαμε και σε μια σχετικά πρόσφατη ανάρτηση, δεν υπάρχει κανείς χώρος με στοιχειωδώς σοβαρή παρουσία, που να μην καταπιάνεται με την άμεση, καθημερινή πάλη και τις διεκδικήσεις του εργαζόμενου λαού. Κι αυτοί που τις τρέχουν και τις παλεύουν συνολικά με σχετική επάρκεια και συνέπεια είναι ακριβώς οι μαζικές συσπειρώσεις όπου συμμετέχουν και δρουν οι κομμουνιστές, σε πλήρη αντίθεση με τη δράση των εραστών του άμεσου και του εφικτού.

Δεύτερη κατηγορία: δε μπορούμε να μην προβάλλουμε πολιτικά αιτήματα και να μένουμε στις οικονομικές διεκδικήσεις (μισθοί, ασφαλιστικό, φορολογικό, κτλ), γιατί αυτός είναι ένας στείρος οικονομισμός ή τρεϊντγιουνιονισμός όπως τον έλεγαν στην εποχή του λένιν, από τη συντεχνιακή λογική των αγγλικών εργατικών ενώσεων.
Αυτή είναι η κλασική αιχμή που άφηνε ο εξαφανισμένος μετά τις εκλογές καζάκης, ο οποίος προέτασσε την ανάγκη προβολής πολιτικών αιτημάτων. Αλλά ως τέτοια εννοούσε αποκλειστικά και μόνο τα δημοκρατικά, αντι-ιμπεριαλιστικά –γι’ αυτόν εξάλλου ο χαρακτήρας της οκτωβριανής επανάστασης δεν ήταν σοσιαλιστικός, αλλά καθαρά δημοκρατικός. Κι ως κατεξοχήν δημοκρατική πάλη προέβαλε τα γνωστά αιτήματα γύρω από το χρέος, ακολουθώντας μια καθαρά τεχνική οικονομίστικη ανάλυση: να μην πληρώσουμε το χρέος γιατί δεν είναι βιώσιμο, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες γιατί έτσι κι αλλιώς τις πληρώνουμε, κτλ.

Παρεμφερής ήταν κι η κριτική άλλων δυνάμεων που έλεγαν ότι η πολιτική συνείδηση δε μπορεί να προκύψει στη βάση της συνεχούς και μονότονης επίκλησης της επανάστασης και του σοσιαλισμού, αλλά μέσα από πολιτικά μεταβατικά αιτήματα (γύρω από το χρέος και το νόμισμα) και την ίδια την πείρα των μαζών.

Η πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται το τελευταίο διάστημα αποτελεί πράγματι το κατεξοχήν ζητούμενο, κι αυτό αποτελεί κοινή παραδοχή, σε φραστικό τουλάχιστον επίπεδο.
Πρώτη σταθερά είναι ότι η ταξική –καταρχάς- συνειδητοποίηση των εργατών, η συνείδηση της τάξης τους, των ιδιαίτερων συμφερόντων της και κατ’ επέκταση του αγώνα της για την κατάκτηση της εξουσίας, έρχεται στη βάση σκληρών ταξικών αγώνων –που είναι κυρίως οικονομικοί. Κι αυτό δεν αποτελεί καμίας μορφής οικονομισμό, αλλά αδήριτη πραγματικότητα, που κανείς δε μπορεί να την υπερπηδήσει. Σε αυτήν τη συγκυρία εξάλλου δεν έχουμε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα που πάσχει από οικονομισμό, αλλά ένα αδύναμο κίνημα, χωρίς σαφή πολιτική στόχευση, που σ’ αυτή τη βάση αναπτύσσει «ασθένειες» όπως τη συντεχνιακή λογική.

Κατά δεύτερον. Αν σημαίνει κάτι το περίφημο απέξω του βλαδίμηρου κι η ύπαρξη οργανωμένης πολιτικής πρωτοπορίας, πέρα από τα συνδικάτα και τις εργατικές ενώσεις, αυτή είναι η σημασία της ιδεολογικής ζύμωσης. Ο ιδεολογικός αγώνας δε συνιστά σε καμία περίπτωση ιδεαλισμό, αλλά απαραίτητο κι αναντικατάστατο όπλο για τους κομμουνιστές. Κι αυτή η ζύμωση γίνεται ακόμα πιο πειστική, όσο δένεται με τις εξελίξεις και την κινούμενη πραγματικότητα.

Κι εδώ είναι όλο το ζουμί. Γιατί είναι ακριβώς η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα και όχι κάποιο εγκεφαλικό σχήμα που αναδεικνύει σήμερα τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής ως εναλλακτική. Είναι η ίδια η εποχή που απαιτεί μια συνολική πειστική αντιπρόταση, κι όχι κάτι αποσπασματικό και μεσοβέζικο.

Και η συνείδηση των μαζών; Δεν πρέπει να πειστούν από την ίδια τους την πείρα για αυτήν την αναγκαιότητα;
Καταρχάς δε νομίζω ότι είναι η πείρα αυτό που λείπει από τον ελληνικό λαό σήμερα, ειδικά σε μια τόσο πυκνή σε γεγονότα κι εναλλαγές περίοδο –ο περίφημος συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος, που ακούμε σε διάφορες αναλύσεις. Αυτό που λείπει είναι το κόκκινο νήμα που διαπερνά όλο αυτό το εμπειρικό υλικό κι οδηγεί στα σωστά συμπεράσματα για τις αιτίες και τις λύσεις των προβλημάτων.

Εάν λοιπόν δε μιλάμε για τον αντικειμενικό παράγοντα –που είναι υπερώριμος, κτλ- αλλά για το τι καταλαβαίνει ο κόσμος κι ως πού μπορεί φτάσει η συνείδησή του, τότε προσωπικά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν προτάσσεται τακτικά το φλέγον ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, που αγγίζει πιο άμεσα από κάθε τι την πλειοψηφία του κόσμου. Και σε αυτό το σημείο οφείλουμε να είμαστε πολύ επικριτικοί κι αυτοκριτικοί για την «καμπανιακή» δουλειά που έγινε πχ με τα χαράτσια και δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε για να δώσει ώθηση στις τοπικές κινήσεις στις γειτονιές –λαϊκές επιτροπές, κτλ.

Επιπλέον, μια προσπάθεια πολιτικοποίησης πρέπει να είναι συγκεκριμένη, να παίρνει υπ’ όψιν της το επίπεδο συνειδητοποίησης του κόσμου, όχι για να βρει το άλλοθι των ιδεολογικών της εκπτώσεων, αλλά για να το πάρει και να το ανυψώσει. Πρέπει να δοκιμάζει αιτήματα και τρόπους δράσης, να είναι πραγματικά ευέλικτη κι όχι δογματικά προσκολλημένη πχ σε πέντε σημεία, τα οποία περιφέρονται προς πάσα χρήση σα μεγάλη παρασκευή. Η σύνδεση των όρων που μας απασχολούν εδώ, δεν επιτυγχάνεται φαντασιακά, με τη διαρκή μονότονη επίκληση ενός αφηρημένου μεταβατικού προγράμματος, επειδή έτσι το θέλησαν αυτοί που το κατάρτισαν ή βασικά το υιοθέτησαν αυτούσιο από τους αριστερούς οικονομολόγους με μερικά πασπαλίσματα.
Υπ’ όψιν ότι σε αυτό το σημείο εξετάζω το ζήτημα αφήνοντας σκόπιμα κατά μέρος τον πολιτικό χαρακτήρα του προγράμματος, αν είναι ρεφορμιστικό, επαναστατικό κτλ, (χωρίς να το θεωρώ άσχετο ή δευτερεύον σε σχέση με τα υπόλοιπα) βλέποντας αποκλειστικά αν και κατά πόσο είναι λειτουργικό σε ένα επιμέρους σημείο: τη σύνδεση με το επίπεδο συνείδησης των μαζών.

Πώς μπορεί να επέλθει λοιπόν η περιβόητη σύνδεση; Αυτό είναι το διαχρονικό ζητούμενο που απασχολεί την τέχνη της πολιτικής και κάθε καλλιτεχνική φλέβα.
Χωρίς να προσπαθώ να υπεκφύγω, θέλω να σημειώσω εξ αρχής πως σε αυτά τα ζητήματα δεν χωράνε έτοιμες συνταγές, γιατί κινδυνεύουμε να φάμε τα μούτρα μας. Κι αυτή την έννοια είχε νομίζω το «βλέποντας και κάνοντας» που είχε γράψει κάποτε για τους επαναστάτες ο βλαδίμηρος, ο οποίος λειτουργούσε πάντα με ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά ήξερε να το κρίνει διαλεκτικά και να μην κολλά σε παλιές φόρμουλες και συνθήματα.

Η συγκεκριμένη τακτική, τα λεγόμενα αιτήματα κρίκοι, πρέπει να παίρνουν υπ’ όψιν την ανάλυση της κάθε στιγμής, τις απότομες εναλλαγές και καμπές που θα προκύψουν, τις ευμετάβλητες λαϊκές συνειδήσεις και διαθέσεις. Με αυτή την έννοια είναι συνήθως πιο εύκολο να περιγράψει κανείς λεπτομερώς κάποιες γενικές αρχές και κατευθύνσεις για την κοινωνία του μέλλοντος –ακόμα κι αν η πραγματικότητα αποδειχθεί πολύ πιο περίπλοκη κι αντιφατική από τη γενική εικόνα που έχουμε, και εκδικηθεί τα σχέδια επί χάρτου που κάνουμε- παρά το συγκεκριμένο δρόμο που θα ακολουθήσει η εξέλιξη των πραγμάτων για να φτάσουμε σε αυτήν.

Εν πάση περιπτώσει, αν και μου λείπουν πολλά στοιχεία για να κάνω μια ασφαλή κι ολοκληρωμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιόδου που διανύουμε, θα έλεγα ότι αυτό που ανεβάζει στη δεδομένη χρονική στιγμή το επίπεδο της συνείδησης του κόσμου είναι το σπάσιμο της λογικής της ανάθεσης, που έχει γίνει γάγγραινα, η επιλογή να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να μην περιμένει κανένα επίδοξο σωτήρα, ακόμα και κομμουνιστικής προέλευσης.
Κι αυτό ως βασικός κι αναντικατάστατος άξονας, ως βασική σταθερά, μπορεί να δέσει με οποιοδήποτε επιμέρους αίτημα, ανάλογα με τις απρόβλεπτες καμπές και τη μορφή που θα πάρει η όξυνση της κρίσης, των αντιφάσεων του συστήματος, των αντικειμενικών συνθηκών, καθώς και οι διαθέσεις του υποκειμενικού παράγοντα.

Αυτό νομίζω ότι έκαναν άλλωστε κι οι μπολσεβίκοι, δένοντας τη διεκδίκηση για γη, ψωμί κι ειρήνη με το σύνθημα: όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Ή αλλιώς: γη κι ειρήνη με σοβιετική εξουσία.
Αυτό στη σημερινή εποχή θα μπορούσε να είναι η αποδέσμευση από την εε, η διαγραφή του χρέους, η και κάτι πιο ειδικό (ακόμα κι η ακύρωση του μνημονίου), που θα συγκινεί τις μάζες, αλλά θα συνδέεται άρρηκτα με το κεντρικό ζήτημα κάθε επανάστασης: την εξουσία. Κι ό,τι θυσίες είναι να υποστεί μετά ο λαός, να τις κάνει κάτω από τη δική του σημαία και για την υπεράσπιση της δικής τους εξουσίας και υπόθεσης. Όχι κάτω από την κίβδηλη σημαία της σωτηρίας της χώρας και του έθνους των καπιταλιστών.

Με άλλα λόγια κάτι σαν: λαϊκή εργατική εξουσία και ξερό ψωμί. Κι αν δεν υπάρχει αρκετό, θα καλύψουμε τα κενά στον επισιτισμό με παντεσπάνι…

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Γυναικείο ζήτημα κι εξάρτηση

Το γυναικείο ζήτημα κι η εξάρτηση είναι δυο ζητήματα που παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες. Ίσως είναι επικίνδυνο και λανθασμένο από μεθοδολογική άποψη να εξετάζονται από κοινού, με τον ίδιο τρόπο, αλλά κάποιοι συνειρμοί παραείναι δυνατοί για να τους αγνοήσει κανείς, χωρίς περεταίρω εξέταση.

Αφετηρία μας είναι η αρχέγονη σύνδεση της γυναίκας με την καρπερή «μητέρα γη», που στις ταξικές κοινωνίες συνδέθηκε με αρσενικά χαρακτηριστικά κι έγινε πατρίδα. Τηρουμένων των αναλογιών λοιπόν, η γυναίκα είναι μια χώρα που χάνεσαι στις εκτάσεις της και σε καταπίνει, επεκτείνοντας συνεχώς τα όριά της, μέχρι να καταλάβει όλο σου το είναι. Στην πράξη όμως είναι μια χώρα μέσου επιπέδου, με ισχυρές εξαρτήσεις από το κυρίαρχο ανδρικό φύλο.

Παλιότερα ήταν κτήμα του άνδρα, που την είχε τσιφλίκι και δορυφόρο του και την εκμεταλλευόταν ιμπεριαλιστικά, σαν αποικία. Η γυναίκα δεν είχε δικαιώματα, ούτε δική της (κρατική) οντότητα. Σήμερα το γυναικείο φύλο έχει κατακτήσει τυπικά την ισότητα με τους άνδρες, αλλά υφίσταται τις συνέπειες μιας διαφορετικής (αλλά και τόσο ίδιας) εκμετάλλευσης.

Η γυναίκα απαλλάσσεται από τα νομικά της δεσμά, αλλά παραμένει δέσμια των κοινωνικών προκαταλήψεων και της δύναμης της συνήθειας, της πραγματικής της θέσης στην κοινωνία. Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η είσοδός της στην παραγωγή χτυπάει τον τύπο της ανισότητας, αλλά αφήνει άθικτη την ουσία της. Εξάλλου καμία άλλη ισότητα, πέραν της τυπικής, δε μπορεί να νοηθεί σε ένα σύστημα γενικευμένης αδικίας κι ανισότητας, που βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Και το πιο τυπικό παράδειγμα, προς επίρρωση των παραπάνω, είναι η προς τα πάνω εξίσωση των συνταξιοδοτικών ορίων για τους άνδρες και τις γυναίκες, στο όνομα της ισότητας και της δικαιοσύνης, που χτυπάει ευθέως τη μητρότητα, χωρίς να καταπολεμά στο παραμικρό τους πολύ χειρότερους όρους εκμίσθωσης της εργατικής δύναμης των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Με άλλα λόγια το γυναικείο φύλο υπόκειται σε ένα είδος «νεο-αποικιοκρατικού καθεστώτος», που διατηρεί με άλλες μορφές την ανισότητα και τα προνόμια των μητροπόλεων. Οι οποίες μπορεί να έχουν την ίδια ετυμολογική ρίζα με τη μητριαρχία, αλλά σε αυτή την περίπτωση υποδηλώνουν την ακριβώς αντίθετη κατάσταση της απόλυτης κυριαρχίας του ανδρικού φύλου.

Επειδή όμως η εκμετάλλευση δεν αφορά πρωτίστως έθνη-κράτη και φύλα αλλά κοινωνικές τάξεις, πρέπει να προσαρμόσουμε ανάλογα και τον παραλληλισμό μας.
Ο μέσος άνδρας δεν είναι ένας ιμπεριαλιστής που εκμεταλλεύεται τη γυναίκα του, ούτε ο εχθρός που πρέπει να στοχοποιηθεί, όπως διακήρυσσε στην εποχή της ακμής του το φεμινιστικό κίνημα. Υφίσταται κι αυτός την ταξική, κοινωνική εκμετάλλευση αλλά λόγω της «ιδιαίτερης θέσης» του έχει τη δυνατότητα να μετριάσει τις συνέπειές της, ξεσπώντας ίσως πάνω στη γυναίκα του για να νιώσει κάπου «ανώτερος», ή παίρνοντας ένα σχετικά μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των αφεντικών (που εξακολουθούν να παίρνουν σε κάθε περίπτωση τη μερίδα του λέοντος)· όπως ακριβώς η ενσωματωμένη εργατική αριστοκρατία των προηγμένων χωρών του δυτικού κόσμου.
Η γυναίκα αντιθέτως λόγω της δικής της μειονεκτικής θέσης υφίσταται διπλή εκμετάλλευση στα πλαίσια της εργασίας της και του νοικοκυριού. Όπως ακριβώς τη βιώνουν τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα κι η εργατική τάξη των χωρών της δεύτερης και τρίτης ταχύτητας.

Ποια είναι λοιπόν η προοπτική που έχουν μπροστά τους; Η λύση δεν είναι να περιορίσουν τη διπλή εκμετάλλευση που υφίστανται σε ένα ενιαίο είδος, αλλά να παλέψουν για την κατάργησή της συνολικά. Η λύση για τις γυναίκες συγκεκριμένα δεν είναι να φορτώσουν τα βάρη του νοικοκυριού στο φυλετικό τους εχθρό (δηλ τον άνδρα) ή να αδιαφορήσουν πλήρως για αυτά, αλλά να οργανώσουν συλλογικά την οικογενειακή ζωή, από κοινού με τους άνδρες, ώστε να υπερνικήσουν τον υποδουλωτικό χαρακτήρα των αγγαρειών του ατομικού νοικοκυριού. Και στη συνέχεια να «νοικοκυρέψουν» με τον ίδιο τρόπο και την παραγωγή σε πανεθνική και –αργότερα- παγκόσμια κλίμακα. Ο στρατηγικός στόχος δε μπορεί να είναι η απαλλαγή και η (εθνική) «ανεξαρτησία» από τον «καταπιεστή άνδρα», αλλά μια ριζική αλλαγή στις έμφυλες σχέσεις, η ισότιμη (κι ειρηνική) συνύπαρξη των δύο φύλων σε μια άλλη κοινωνική βάση, χωρίς εκμετάλλευση και πρόσθετα βάρη για την οικογένεια.

Η προοπτική αυτή αναδεικνύεται και μέσα από τη μελέτη της εξέλιξης και της ιστορικής πορείας των φαινομένων που εξετάζουμε. Η εμφάνιση κι η ανάπτυξή τους είναι συνυφασμένη με την εμφάνιση των ταξικών κοινωνιών ή του καπιταλισμού ειδικότερα, εφόσον μιλάμε για τον ιμπεριαλισμό, που δεν ταυτίζεται με την έννοια του επεκτατισμού, όπως μαθαίναμε (στην καλύτερη περίπτωση) στο σχολείο αλλά είναι δεμένος με το μονοπώλιο και το χρηματιστικό κεφάλαιο (δηλ τις τράπεζες).

Συνεπώς η προοπτική που περιγράφουμε είναι συνδεμένη με την υπέρβαση του καπιταλισμού και της ταξικής προϊστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών εν γένει. Και δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν του πρωτόγονου κομμουνισμού και της μητριαρχίας, όπου δεν υπήρχαν έθνη, ιμπεριαλισμός, ταξικές ή φυλετικές διακρίσεις. Αλλά η επιστροφή στο μέλλον της ανθρωπότητας, στο ίδιο σημείο της σπειροειδούς εξέλιξης, αλλά σε ποιοτικά ανώτερη σπείρα και με διαφορετική βάση.

Υπάρχουν ωστόσο κάποιοι σύντροφοι που λυγίζουν το κλαδί από την ανάποδη. Ναι μεν δηλ καταλαβαίνουν πολύ καλά πως το ταξικό κριτήριο υπερισχύει του εθνικού και του φυλετικού και ότι οι διακρίσεις θα εξαλειφθούν οριστικά μόνο μετά την τελική επικράτηση της επανάστασης. Ταυτόχρονα όμως υποτιμούν τη σημασία και τη σχετική αυτοτέλεια του γυναικείου κινήματος και της αντι-ιμπεριαλιστικής πάλης, θεωρώντας αναχρονιστική την ύπαρξη της εεδυε και της ογε, ως διακριτά ρυάκια του μετώπου –ή της λαϊκής συμμαχίας πλέον.

Κανείς κομμουνιστής όμως δεν επιτρέπεται να σνομπάρει αυτά τα μέτωπα, να μην τα παλεύει και να μην τα αναδεικνύει. Κανείς σύντροφος δεν πρέπει να υποστείλει τη σημαία αυτών των αγώνων για να σηκώσει αποκλειστικά και μόνο την κόκκινη σημαία του σοσιαλισμού και της επανάστασης. Οι αγώνες αυτοί θα δικαιωθούν μόνο στην κοινωνία του μέλλοντος, αλλά ξεκινάνε από σήμερα, φέρνοντας στο προσκήνιο την αναγκαιότητά της.

Είναι άλλης τάξης ζήτημα ότι πρέπει να καθαρίσουμε τη σκουριά του αστικού κατ’ ουσίαν φεμινιστικού κινήματος, που έμεινε σήμερα χωρίς στόχους και περιεχόμενο, και τις αυταπάτες για ένα αυτόνομο αντι-ιμπεριαλιστικό στάδιο, που θα προετοιμάζει την επανάσταση.
Αν η αντικαπιταλιστική συνείδηση δε στηρίζεται σήμερα στην πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και τις εξαρτήσεις και το κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση, θα παραμένει κουτσή, πατώντας σε σαθρά θεμέλια. Όπως πατούσε άλλωστε και μια ορισμένη ερμηνεία του ααδμ, που το έφερνε σε αντιπαράθεση με τον όρο αντικαπιταλιστικό, αντί να αναδεικνύει πως ήταν σε τελική ανάλυση τέτοιο.


Εμπρός στο δρόμο που χάραξε η Λυσιστράτη...