(Αν κάποια από τα παρακάτω σημεία επαναλαμβάνονται σε σχετικά πρόσφατες αναρτήσεις, τότε ας θεωρηθεί στα πλαίσια του "επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως").
Τι εστί τακτική; Είναι το ευέλικτο κομμάτι της τακτικής, απαντούν κάποιοι σφοι. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η ευελιξία; Σε μια κάποια σχετική αυτονομία από το στρατηγικό στόχο, που μπαίνει ως αποτέλεσμα-προοπτική κι όχι ως προϋπόθεση; Ή σε κάτι άλλο;
Υπάρχει και μη ευέλικτο-αμετακίνητο κομμάτι της στρατηγικής; Ποιο είναι αυτό και πώς γίνεται ο διαχωρισμός; Και τι εννοούμε όταν λέμε "στρατηγική"; Μιλάμε για το ίδιο πράγμα ή μήπως πρέπει να το ορίσουμε-διευκρινίσουμε;
Η στρατηγική ταυτίζεται με το στρατηγικό στόχο; Είναι οι στρατηγικές επιλογές που οδηγούν σε αυτόν, όπως πχ το τρίπτυχο "αποδέσμευση (από την ΕΕ)-διαγραφή (του χρέους)-κοινωνικοποίηση (των μονοπωλίων)"; Αν ναι, τι από τα παραπάνω είναι ευέλικτο και πώς νοείται η ευελιξία του;
Ή είναι γενικά η αντίληψη κι ο σχεδιασμός για την κατάκτηση της εξουσίας, η λογική που διέπει το στρατηγικό σχεδιασμό; Η λογική των σταδίων πχ ήταν τακτική ή στρατηγική (και προβληματική σε κάθε περίπτωση) επιλογή;
Η τακτική συνδέεται άμεσα με την ευελιξία, με τη μέθοδο δοκιμή-σφάλμα, τη συχνή εναλλαγή, τη φαντασία, με δυο λόγια την αγωνία και συνεχή αναζήτηση για να βρεθεί η κατάλληλη μορφή-μέσο-σύνθημα. Η τακτική συνδέεται επίσης με τη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, προσαρμόζεται ευέλικτα στις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της, για να τις "εγκαταλείψει" μετά, όταν αλλάξουν οι συνθήκες, χωρίς να γαντζώνεται σε θεωρητικά σχήματα που αντιστοιχούσαν σε άλλες περιόδους.
Στον αντίποδα, οι τακτικές επιλογές δεν πρέπει να είναι αντιφατικές κι αλληνοαιρούμενες, να πλήττουν την αξιοπιστία της πολιτικής πρωτοπορίας. Πρέπει να γίνονται στη βάση αρχών, με σκοπό να υπηρετήσουν τη στρατηγική κι όχι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, εκλογικούς στόχους, πρόσκαιρα οφέλη που μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ, κτλ.
Ο Λένιν πχ έκανε λόγο στον Αριστερισμό -αν δεν κάνω λάθος- για τακτική συμπόρευση και με τους πιο αμφιταλαντευόμενους, προσωρινούς συμμάχους, εκφράζοντας την αγωνία του να γίνουν τα ΚΚ της δυτικής Ευρώπης πραγματικά μαζικά κι επικίνδυνα για την αστική τάξη της χώρας τους. Ήξερε όμως να ξεκόβει αποφασιστικά από το χυλό και να μη θυσιάζει το σκοπό χάριν μιας θολής ενότητας. Η πορεία των μπολσεβίκων το 17' είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της ευελιξίας. Αρνήθηκαν να μπουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με όλα τα εργατικά κόμματα που δρούσαν στα σοβιέτ (εσέροι, μενσεβίκοι), αλλά υποχώρησαν από τη θέση τους περί εθνικοποίησης της γης, για να εξασφαλίσουν τη συμμαχία των αριστερών εσέρων και την ευρεία υποστήριξη της αγροτιάς.
Πρέπει να έχουμε καθαρό, αν τα συνθήματα κι οι στόχοι πάλης μπαίνουν για ζύμωση στον κόσμο και συγκέντρωση δυνάμεων ή ως διεκδίκηση για άμεση υλοποίηση στο σήμερα, στο κυρίαρχο πλαίσιο (ή στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως συνηθίζουμε να λέμε), χωρίς αυτά προφανώς να χωρίζονται από σινικά τείχη. Τα διεκδικητικά πλαίσια αγώνα προβάλλουν στόχους για να συσπειρώσουν τον κόσμο και να οργανώσουν την πάλη του και μπορεί να πετύχουν ορισμένες κατακτήσεις, αλλά δεν μπορούν να υλοποιηθούν στο σύνολό τους από την αστική εξουσία -και κάθε επιμέρους νίκη είναι επισφαλής, όσο δε συνδέεται με ριζικές αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο. Ένα ξεχωριστό σύνθημα μπορεί από μόνο του να είναι ενσωματώσιμο, κρίνεται όμως από το συνολικό πλαίσιο πάλης στο οποίο εντάσσεται και τη λογική που προωθεί.
Προεκτείνοντας το παραπάνω σκεπτικό, κανένα αίτημα-σύνθημα-στόχος πάλης δεν είναι από μόνο του ρεφορμιστικό ή μαξιμαλιστικό. Κρίνεται από το συνολικό πλαίσιο πάλης κι από τη σημασία που έχει στην εκάστοτε συγκυρία -εάν μπορεί δηλαδή να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες, να ανεβάσει το επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και την αγωνιστικότητά τους- κι όχι από το αν μπορεί από μόνο του να κλονίσει την αστική εξουσία, γιατί δεν υπάρχει κανένα τέτοιο σύνθημα, ούτε μαγικά ραβδιά στην ταξική πάλη.
Η συγκεκριμένη ανάλυση είναι απαραίτητος όρος για τη διαλεκτική σκέψη. Αλλιώς μπορεί πχ να θεωρήσει κανείς καθαρό ρεφορμισμό τις οικονομικές διεκδικήσεις μιας πανεργατικής απεργίας, που δε βάζει θέμα αλλαγής τάξης στην εξουσία, και να περάσει για επαναστατική στάση και λογική κάτι μαυροκόκκινα μικροαστικά παιδιαρίσματα, που θέλουν παντού και πάντα γενική απεργία διαρκείας, ή γενική πολιτική απεργία -λες κι είναι θέμα προθέσεων ή φραστικών διακηρύξεων.
Με αυτήν την έννοια, κατά τη γνώμη μου έχει μεγαλύτερη σημασία μια συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης που δε θα εξηγεί αφηρημένα γιατί η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι ενσωματώσιμη από το σύστημα (που όντως μπορεί να είναι αν μείνει μετέωρο βήμα στο κενό, αν δε συνδεθεί με το άλμα της επανάστασης), αλλά συγκεκριμένα τη σημασία του στη συγκυρία: αν δηλ είναι ένα αίτημα που η ελληνική αστική τάξη αδυνατεί να ενσωματώσει, λόγω του στρατηγικού προσανατολισμού της στον ευρωμονόδρομο, και το οποίο μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες. Ή αν είναι ένα σύνθημα που ευνοεί την καλλιέργεια αυταπατών στις λαϊκές μάζες, σε μια περίοδο που τρίζει το οικοδόμημα της ΕΕ και ο ευρωσκεπτικισμός έρχεται ως νέο ανάχωμα στη δυσαρέσκεια και τις διάφορες αναζητήσεις που αναπτύσσονται στην εργατική τάξη.
Σε κάθε περίπτωση, το σύνθημα των κομμουνιστών -κατά τη γνώμη μου πάντα- δεν μπορεί παρά να είναι η αποδέσμευση από τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ, με την εργατική τάξη και το λαό στην εξουσία. Αυτό μεταφράζεται σε "αποδέσμευση με εργατική-λαϊκή εξουσία", που προβάλλεται θαρραλέα και με θετικό περιεχόμενο. Όχι σαν μια στείρα αντίθεση ιδεοληπτικού χαρακτήρα -όπως προσπαθούν να την εμφανίσουν οι ευρωλάγνοι όλων των αποχρώσεων. Ούτε όμως φοβικά και "υπερασπιστικά", πχ ως "ναι μεν αποδέσμευση, αλλά με εργατική εξουσία", σαν να διορθώνουμε κάποιον άλλον, αντί να αναδεικνύουμε τη δική μας πρόταση.
Νομίζω, επίσης, ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την αντίληψή μας για το ζήτημα των κρίκων και τη σημασία τους, προχωρώντας πέρα από δεδομένες (για εμάς τουλάχιστον) θέσεις ότι ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης του ΚΚ, εργατικής, προσωρινής -ή όπως αλλιώς ονομαστεί- δεν είναι κρίκος που μπορεί να υπηρετήσει μια επαναστατική στρατηγική. Μπαίνουν όμως ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα.
Είτε υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν κρίκοι, που μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο της πάλης, να υπηρετήσουν τη στρατηγική, και ψάχνουμε να βρούμε τον κατάλληλο που ανταποκρίνεται στην εκάστοτε συγκυρία και τις ανάγκες της.
Είτε δεν υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν, εκφράζουν μια λανθασμένη, ρεφορμιστική λογική και στόχους που μπορεί εύκολα να ενσωματώσει το σύστημα κι η αστική τάξη, συνεπώς είναι μάταιο κι επιζήμιο να μας απασχολούν.
Αν κάποιος πιστεύει το δεύτερο, η κουβέντα μπορεί να σταματήσει εδώ.
Προσωπικά, πιστεύω το πρώτο. Και σημασία δεν έχει τι καταλαβαίνω εγώ, αλλά τι λέει και εννοεί το κόμμα, όταν εκτιμά πχ ότι την περίοδο της κατοχής, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ως κρίκος δεν μπόρεσε να συνδεθεί με το στρατηγικό στόχο και την κατάκτηση της εξουσίας.
Το λάθος δεν είναι στους κρίκους, στην πάλη των επιμέρους, αλλά στην αυτονόμησή τους από το κύριο, από το βασικό καθήκον ενός κομμουνιστή, που δεν είναι άλλο από την επανάσταση.



