Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.
Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.
Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.
Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.
Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;
Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.
Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.
Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;
Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.
Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.
Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;
Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.
Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.
Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.
Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.
Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυρλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009
Μέρος πρώτο: τιρινινί
Το 87 ήταν το τιρινίνι. Αλλά το 89 ήταν η καταξίωση. Που ρίξαμε τα τείχη για να υποδεχτούμε τους νικητές. Και λίγο μετά το τείχος για να υποδεχτούμε το τέλος της ιστορίας.
Αλλά και το 89 πάλι το τιρινίνι ακούγαμε. Γιατί τα τραγούδια τότε ήταν αθάνατα, δεν κρατούσαν μόνο ένα καλοκαίρι.
Όπου κι αν πάω το σεφ θα με πληγώνει (σαν το κόμμα). Μου φέρνει μνήμες απ' τη διπλή ήττα, το δραματικό μαϊούνη του 87.
Το μάη του 87 στο σεφ, το δωδέκατο συνέδριο του κκε υπερψήφιζε τις θέσεις για αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, με ολίγη από θεωρία σταδίων (βλέπε παράρτημα) -ταξικής- ειρήνης και φιλίας (με τον κύρκο).
Τον ιούνη, ο αμερικανός πράκτορας νικ γκάλης έδωσε απλώς την χαριστική βολή. Το πράγμα ήταν σάπιο από μέσα.
Απ' την άλλη, το στάδιο με την οροφή αλά γκαουντί, είναι περίπτωση ξεχωριστή. Μόνο σε αυτή τη θρυλική δεκαετία μπορούσε να πάρει ένα τόσο σοβιετικό όνομα στάδιο που να βρίσκεται εκτός τείχους.
Κι είναι το μόνο που το κράτησε και μετά το 90.
Τα ράσα όμως δεν κάνουν τον παπά. Το όνομα κατέληξε να είναι τραγική ειρωνεία με όσα γίνονταν κατά καιρούς.
Ειδυλλιακές στιγμές στο φαληρικό δέλτα, με φόντο τον ατλαντικό, στα παράλια της εξωτικής νουακσότ (σ.σ: πρωτεύουσα της μαυριτανίας). Στα μέρη που η έμπνευση στήνει καρτέρι στον κυρλάκη κι οι μαυριτανοί βεδουίνοι στο μακαρίτη τον γκομέλσκι.
Η θρυλική περί μαυριτανίας ατάκα επιδέχεται ποικίλων ερμηνειών.
Ο εύκολος συνειρμός είναι ότι ο γκομέλσκι μας είπε τριτοκοσμικούς κι υπανάπτυκτους σαν χώρα της αφρικής.
Η εκδοχή των σοβιετικών πλησιάζει περισσότερο την αλήθεια.
Ο κόουτς έκανε απλώς ένα πολιτικό σχόλιο για την οικοδόμηση του πασοκικού αφροσοσιαλισμού στην ελλάδα βάζοντας την πεφωτισμένη ηγεσία του μεγίστου -κλέφτη- ανδρέα πλάι σε αυτή του μεγκίστου της αιθιοπίας.
Στα χρόνια του αμίν νταντά, η φράση ουγκάντα γίναμε ήταν συνώνυμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Το ίδιο αμφιλεγόμενη είναι κι η πορεία του κόουτς γκομέλσκι.
Ανδρώθηκε επί χρουτσόφ, αναδείχτηκε επί μπρέσνιεφ, αλλά κατά βάθος ήταν παιδί της περεστρόικα. Έφερνε λίγο και στον αντρόποφ, σαν κομισάριος της KGB στο τμήμα αθλητισμού.
Μετά τις ανατροπές συνέχισε να τα έχει καλά με την εξουσία. Ισόβιος διορισμένος επίτροπος στην τσεσεκά, την ομάδα του στρατού, που ήταν περίπου ιδιοκτησία του.
Σε κάποιους θυμίζει ήρωα του βοσλένσκυ. Τυπική περίπτωση νομενκλατουρίστα που αξιοποίησε το πόστο του για να βολευτεί και να κάνει πλιάτσικο στην κρατική περιουσία.
Αλλά αυτή η εκδοχή τον αδικεί. Ο γκομέλσκι ήταν κάτι σαν σοβιετική νησίδα εν μέσω αντεπανάστασης. Απ' τα λίγα πράγματα -μαζί με τον ύμνο, τις γιορτές και τη σημαία του κόκκινου στρατού- που δε μπόρεσαν να αλλάξουν οι παλινορθωτές.
Εξάλλου τα περί νομενκλατούρας και πλιάτσικου στη σοβιετία είναι μάλλον αστικός μύθος. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη ρωσία.
Πλιάτσικο υπήρξε, αλλά όχι από στελέχη του κκσε. Κανένα στέλεχος πρώτης γραμμής δεν πλούτισε ιδιοποιούμενο σοβιετική περιουσία. Ακόμη κι ο γκόρμπι έπρεπε να διαφημίζει πίτσες για να βγάλει τίμια το ψωμί του. Τίμιος αντεπαναστάτης (κατά το τίμιος οπορτουνιστής του ένγκελς).
Πέραν του γκομέλσκι όμως, η ομάδα αυτή μύριζε αντεπανάσταση από χιλιόμετρα. Ένας κι ένας παιδιά της περεστρόικα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η βάση της ομάδας ήταν λιθουανοί με αποσχιστικές τάσεις (σαμπόνις, μαρτσουλιόνις, κουρτινάιτις).
Ερχόμενοι στην χώρα της αλλαγής, είχαν τον άνεμο της αλλαγής ακόμα και στην εμφάνισή τους.
Είχαν κρατήσει το κλασικό μουστάκι του πολωνού εργάτη (που το είχε κι ο βαζέχα, αλλά με τον καιρό στην ελλάδα το έχασε). Αλλά το συνδύαζαν φονικά με χαίτη κι ανταύγειες (βλ. παράρτημα 2) και βγαίναν στη σκηνή σα ροκ συγκρότημα.
Αλλά παρά το χειροκρότημα, το σκοινί δε μας άντεξε.
Μεταξύ άλλων γιατί δεν είχαμε συγχρονισμό. Αυτοί ήταν έτοιμοι να τραγουδήσουν το winds of change για το τείχος, ενώ το κοινό από κάτω ζητούσε το still loving you αφιερωμένο στη σοβιετία.
Τα σημάδια της διάβρωσης ήταν πλέον εμφανή. Τα 80'ς κι η περεστρόικα ήταν η απόλυτη παρακμή. Αλλά μια παρακμή γλυκιά, μεθυστική. Ο ίλιγγος της κατάρρευσης που θα 'γραφε κι ο σύντροφος με το μουστάκι.
Γιατί μια παρακμή είναι γλυκιά μόνο όταν έχει προηγηθεί κάτι σπουδαίο κι όμορφο. Σαν τη σοβιετία.
Η δεκαετία του 80 είχε μια αξεπέραστη καλτ αισθητική. Όπως εξάλλου κι η περεστρόικα από πολιτικής άποψης που είναι γνήσιο τέκνο της δεκαετίας αυτής.
Τα 80'ς και τη σοβιετία δε μπορείς να τα εξηγήσεις. Μπορείς απλώς να τα δεχτείς όπως είναι, ή να τα μισήσεις.
Το 87 οι σοβιετικοί είχαν έρθει χωρίς τον σαμπόνις, που είχε το προσωνύμιο θαύμα της φύσης κατευθείαν από τα εργαστήρια του λυσένκο.
Στη θέση του είχε έρθει το πραγματικό θαύμα της φύσης, ο διακοσίων είκοσι (220) εκατοστών (και βολτ) βλαντιμιρ τσατσένκο. Που κανονικά λέγεται τκατσένκο, αλλά εδώ τον αναφέρουμε όπως τον γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.
Μια αγκωνιά στον προδότη γιαννάκη, ένα χαστούκι στο σύστημα
Ο ηρωικός βλαδίμηρος έμοιαζε άγριος και σκληρός, αλλά κατά βάθος ήταν ένας αγαθός γίγαντας. Δηλ ό,τι κι η σοβιετία.
Με την οποία είχαν κι άλλα κοινά. Ήταν αργοκίνητος, χωρίς τεχνική κατάρτιση (έχασε το τρένο της ετε), έπαιζε χωρίς άλμα και χωρίς μεράκι (ίσα-ίσα για να πιάσει τις νόρμες).
Όταν σταμάτησε το μπάσκετ έγινε ταξιτζής(!) σκίζοντας την άσφαλτο με το λάντα που του χάρισε η σοβιετική κυβέρνηση για την προσφορά του στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Μόνο ένα λάντα μπορούσε να κινηθεί στους δικούς του ανέμελους ρυθμούς και να καταλάβει τον πόνο του.
Μετά το 87 εξαφανίστηκε από το διεθνές προσκήνιο.
Όπως άλλωστε κι ο γιοβάισα. Τι να απέγινε άραγε αυτή η ψυχή μετά το χαμένο σουτ; Άνοιξε η σιβηρία και τον κατάπιε.
Τα βράδια στον ύπνο μου ακόμα ακούω τη φωνή του συρίγου.
Όχι τρίποντο, όχι τρίποντο...
Για τους κομμουνιστές της εποχής το μεγάλο ερώτημα ήταν ποιον να υποστηρίξουν στον τελικό. Την χώρα καταγωγής τους ή τη μαμά πατρίδα;
Ποιος είπε ότι οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα;
Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ είναι κι εκεί πατρίδα με σοσιαλισμό.
Για μένα πάλι το μεγάλο ερώτημα είναι αν θυμάμαι το ευρωμπάσκετ απ' το πρωτότυπο ή από στιγμιότυπα εκ των υστέρων.
Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι το γιούρο του 88, με τον ντασάγιεφ, τον μπελάνοφ, την τρόικα του οσφπ και τον λομπανόφσκι στον πάγκο να είναι πάντα κόκκινος σαν το βάθος του ουρανού.
Αυτή τη φορά το δίλημμα το 'χε ο άβερελ.
Την προγούμενη χρονιά στο ευρωμπάσκετ ήταν με τους σοβιετικούς κι απορούσε γιατί δε μπορούν να κόψουν τον γκάλη.
Αλλά στον τελικό με τους ολλανδούς η καρδιά του ήταν χωρισμένη στα δύο. Τα νιάτα του τα είχαν σημαδέψει ο κρόιφ κι ο άγιαξ με το τόταλ φούτμπολ.
Ποιον ολοκληρωτισμό να διαλέξει; Τον ποδοσφαιρικό ή τον πολιτικό;
Τελικά τα βόλεψε όπως οι παππούδες εαμίτες που μοίραζαν το σόι τους στις εκλογές. Μισές ψήφοι για το κόμμα κι οι άλλες μισές στον παπατζή για να μη βγει η δεξιά.
Με έκανε εμένα φιλο-σοβιετικό από την αρχή της διοργάνωσης κι αυτός στον τελικό υποστήριζε ολλανδία.
Το αποτέλσμα ήταν να μισήσω τους ολλανδούς και τον βαν μπάστεν (τους ξανασυμπάθησα μετά την εφηβεία μου) και να βγάλω κάποια πρώτα συμπεράσματα για την περεστρόικα. Όπως λέει κι ο γίγαντας λιγκατσόφ (τα ίχνη του οποίου χάθηκαν μαζί με αυτά του γιοβάισα) την πρώτη τριετία πηγαίναμε καλά. Μετά στράβωσε το πράγμα, όταν τον έφαγαν στην 19η συνδιάσκεψη οι εχθροί του.
Εκ των υστέρων είδα ένα στιγμιότυπο που με έκανε να ερωτευτώ εκείνο το γιούρο.
Σοβιετικούς ταβάριτς στις κερκίδες να ακολουθούν τη μόδα της εποχής με τις βαμμένες φάτσες και να ζωγραφίζουν σφυροδρέπανα στα μελαγχολικά -λόγω ήττας- πρόσωπά τους.
Αλλά οι ταβάριτς είχαν χάσει τη μάχη της κερκίδας σε εκείνο τον τελικό κι ήταν -ως συνήθως για κομμουνιστές- μικρή μειοψηφία μπροστά στα στίφη των ολλανδών.
Πόσοι να πρόλαβαν να νικήσουν την κραταιά γραφειοκρατία για να βγάλουν εγκαίρως βίζα να ταξιδέψουν; Και πόσους να εμπιστεύτηκαν τελικά να στείλουν στη BDR οι σοβιετικές αρχές;
Παραρτήματα
1. Η ελλάδα θα φτάσει στο σοσιαλισμό μέσα από μια ενιαία επαναστατική διαδικασία που θα περιλαβαίνει δύο στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών, τα οποία είναι στενά δεμένα μεταξύ τους -αν και το καθένα έχει δικά του, ακριβή, καθορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό κι ένα σοσιαλιστικό στάδιο.
Απόσπασμα από το τότε εν ισχύ πρόγραμμα του κκε, το οποίο επαναλαμβάνεται στις θέσεις του δωδέκατου συνεδρίου.
Αναλυτικός σχολιασμός του χωρίου σε επόμενο κείμενο.
2. Η θέση που υποστηρίζει ότι οι ριζικές μεταβολές που προηγήθηκαν το 89 δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η προκαταβολική ανταύγεια της εξαφάνισης της εσσδ, είναι μια λογοτεχνική εικόνα που μπορεί να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του. Σε μια ιστορική ανάλυση όμως, δεν επιτρέπεται να αντιστρέφουμε με τέτοιο τρόπο την αλυσίδα των αιτιών-επιδράσεων (...)
Συμπτώματα μιας ενδεχόμενα επερχόμενης καταστροφή, ναι.
Αλλά ακριβώς για αυτό όχι ανταύγεια, αφού η καταστροφή σε καμία περίπτωση δεν ήταν αναπόφευκτη.
(Απόσπασμα αό τη σειρά θέσεων του κουρτ γκοσβάιλερ για τον σύγχρονο αναθεωρητισμό και την πτώση του σοσιαλισμού).
Κι όμως. Αν οι ανταύγειες του βάλτερς και των άλλων, δεν ήταν ανταύγεια της παρακμής και του τέλους που ερχόταν, τότε τι ήταν; Τροφή για σκέψη και προβληματισμό...
(Συνεχίζεται...)
Αλλά και το 89 πάλι το τιρινίνι ακούγαμε. Γιατί τα τραγούδια τότε ήταν αθάνατα, δεν κρατούσαν μόνο ένα καλοκαίρι.
Όπου κι αν πάω το σεφ θα με πληγώνει (σαν το κόμμα). Μου φέρνει μνήμες απ' τη διπλή ήττα, το δραματικό μαϊούνη του 87.
Το μάη του 87 στο σεφ, το δωδέκατο συνέδριο του κκε υπερψήφιζε τις θέσεις για αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, με ολίγη από θεωρία σταδίων (βλέπε παράρτημα) -ταξικής- ειρήνης και φιλίας (με τον κύρκο).
Τον ιούνη, ο αμερικανός πράκτορας νικ γκάλης έδωσε απλώς την χαριστική βολή. Το πράγμα ήταν σάπιο από μέσα.
Απ' την άλλη, το στάδιο με την οροφή αλά γκαουντί, είναι περίπτωση ξεχωριστή. Μόνο σε αυτή τη θρυλική δεκαετία μπορούσε να πάρει ένα τόσο σοβιετικό όνομα στάδιο που να βρίσκεται εκτός τείχους.
Κι είναι το μόνο που το κράτησε και μετά το 90.
Τα ράσα όμως δεν κάνουν τον παπά. Το όνομα κατέληξε να είναι τραγική ειρωνεία με όσα γίνονταν κατά καιρούς.
Ειδυλλιακές στιγμές στο φαληρικό δέλτα, με φόντο τον ατλαντικό, στα παράλια της εξωτικής νουακσότ (σ.σ: πρωτεύουσα της μαυριτανίας). Στα μέρη που η έμπνευση στήνει καρτέρι στον κυρλάκη κι οι μαυριτανοί βεδουίνοι στο μακαρίτη τον γκομέλσκι.
Η θρυλική περί μαυριτανίας ατάκα επιδέχεται ποικίλων ερμηνειών.
Ο εύκολος συνειρμός είναι ότι ο γκομέλσκι μας είπε τριτοκοσμικούς κι υπανάπτυκτους σαν χώρα της αφρικής.
Η εκδοχή των σοβιετικών πλησιάζει περισσότερο την αλήθεια.
Ο κόουτς έκανε απλώς ένα πολιτικό σχόλιο για την οικοδόμηση του πασοκικού αφροσοσιαλισμού στην ελλάδα βάζοντας την πεφωτισμένη ηγεσία του μεγίστου -κλέφτη- ανδρέα πλάι σε αυτή του μεγκίστου της αιθιοπίας.
Στα χρόνια του αμίν νταντά, η φράση ουγκάντα γίναμε ήταν συνώνυμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Το ίδιο αμφιλεγόμενη είναι κι η πορεία του κόουτς γκομέλσκι.
Ανδρώθηκε επί χρουτσόφ, αναδείχτηκε επί μπρέσνιεφ, αλλά κατά βάθος ήταν παιδί της περεστρόικα. Έφερνε λίγο και στον αντρόποφ, σαν κομισάριος της KGB στο τμήμα αθλητισμού.
Μετά τις ανατροπές συνέχισε να τα έχει καλά με την εξουσία. Ισόβιος διορισμένος επίτροπος στην τσεσεκά, την ομάδα του στρατού, που ήταν περίπου ιδιοκτησία του.
Σε κάποιους θυμίζει ήρωα του βοσλένσκυ. Τυπική περίπτωση νομενκλατουρίστα που αξιοποίησε το πόστο του για να βολευτεί και να κάνει πλιάτσικο στην κρατική περιουσία.
Αλλά αυτή η εκδοχή τον αδικεί. Ο γκομέλσκι ήταν κάτι σαν σοβιετική νησίδα εν μέσω αντεπανάστασης. Απ' τα λίγα πράγματα -μαζί με τον ύμνο, τις γιορτές και τη σημαία του κόκκινου στρατού- που δε μπόρεσαν να αλλάξουν οι παλινορθωτές.
Εξάλλου τα περί νομενκλατούρας και πλιάτσικου στη σοβιετία είναι μάλλον αστικός μύθος. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη ρωσία.
Πλιάτσικο υπήρξε, αλλά όχι από στελέχη του κκσε. Κανένα στέλεχος πρώτης γραμμής δεν πλούτισε ιδιοποιούμενο σοβιετική περιουσία. Ακόμη κι ο γκόρμπι έπρεπε να διαφημίζει πίτσες για να βγάλει τίμια το ψωμί του. Τίμιος αντεπαναστάτης (κατά το τίμιος οπορτουνιστής του ένγκελς).
Πέραν του γκομέλσκι όμως, η ομάδα αυτή μύριζε αντεπανάσταση από χιλιόμετρα. Ένας κι ένας παιδιά της περεστρόικα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η βάση της ομάδας ήταν λιθουανοί με αποσχιστικές τάσεις (σαμπόνις, μαρτσουλιόνις, κουρτινάιτις).
Ερχόμενοι στην χώρα της αλλαγής, είχαν τον άνεμο της αλλαγής ακόμα και στην εμφάνισή τους.
Είχαν κρατήσει το κλασικό μουστάκι του πολωνού εργάτη (που το είχε κι ο βαζέχα, αλλά με τον καιρό στην ελλάδα το έχασε). Αλλά το συνδύαζαν φονικά με χαίτη κι ανταύγειες (βλ. παράρτημα 2) και βγαίναν στη σκηνή σα ροκ συγκρότημα.
Αλλά παρά το χειροκρότημα, το σκοινί δε μας άντεξε.
Μεταξύ άλλων γιατί δεν είχαμε συγχρονισμό. Αυτοί ήταν έτοιμοι να τραγουδήσουν το winds of change για το τείχος, ενώ το κοινό από κάτω ζητούσε το still loving you αφιερωμένο στη σοβιετία.
Τα σημάδια της διάβρωσης ήταν πλέον εμφανή. Τα 80'ς κι η περεστρόικα ήταν η απόλυτη παρακμή. Αλλά μια παρακμή γλυκιά, μεθυστική. Ο ίλιγγος της κατάρρευσης που θα 'γραφε κι ο σύντροφος με το μουστάκι.
Γιατί μια παρακμή είναι γλυκιά μόνο όταν έχει προηγηθεί κάτι σπουδαίο κι όμορφο. Σαν τη σοβιετία.
Η δεκαετία του 80 είχε μια αξεπέραστη καλτ αισθητική. Όπως εξάλλου κι η περεστρόικα από πολιτικής άποψης που είναι γνήσιο τέκνο της δεκαετίας αυτής.
Τα 80'ς και τη σοβιετία δε μπορείς να τα εξηγήσεις. Μπορείς απλώς να τα δεχτείς όπως είναι, ή να τα μισήσεις.
Το 87 οι σοβιετικοί είχαν έρθει χωρίς τον σαμπόνις, που είχε το προσωνύμιο θαύμα της φύσης κατευθείαν από τα εργαστήρια του λυσένκο.
Στη θέση του είχε έρθει το πραγματικό θαύμα της φύσης, ο διακοσίων είκοσι (220) εκατοστών (και βολτ) βλαντιμιρ τσατσένκο. Που κανονικά λέγεται τκατσένκο, αλλά εδώ τον αναφέρουμε όπως τον γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.
Μια αγκωνιά στον προδότη γιαννάκη, ένα χαστούκι στο σύστημαΟ ηρωικός βλαδίμηρος έμοιαζε άγριος και σκληρός, αλλά κατά βάθος ήταν ένας αγαθός γίγαντας. Δηλ ό,τι κι η σοβιετία.
Με την οποία είχαν κι άλλα κοινά. Ήταν αργοκίνητος, χωρίς τεχνική κατάρτιση (έχασε το τρένο της ετε), έπαιζε χωρίς άλμα και χωρίς μεράκι (ίσα-ίσα για να πιάσει τις νόρμες).
Όταν σταμάτησε το μπάσκετ έγινε ταξιτζής(!) σκίζοντας την άσφαλτο με το λάντα που του χάρισε η σοβιετική κυβέρνηση για την προσφορά του στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Μόνο ένα λάντα μπορούσε να κινηθεί στους δικούς του ανέμελους ρυθμούς και να καταλάβει τον πόνο του.
Μετά το 87 εξαφανίστηκε από το διεθνές προσκήνιο.
Όπως άλλωστε κι ο γιοβάισα. Τι να απέγινε άραγε αυτή η ψυχή μετά το χαμένο σουτ; Άνοιξε η σιβηρία και τον κατάπιε.
Τα βράδια στον ύπνο μου ακόμα ακούω τη φωνή του συρίγου.
Όχι τρίποντο, όχι τρίποντο...
Για τους κομμουνιστές της εποχής το μεγάλο ερώτημα ήταν ποιον να υποστηρίξουν στον τελικό. Την χώρα καταγωγής τους ή τη μαμά πατρίδα;
Ποιος είπε ότι οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα;
Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ είναι κι εκεί πατρίδα με σοσιαλισμό.
Για μένα πάλι το μεγάλο ερώτημα είναι αν θυμάμαι το ευρωμπάσκετ απ' το πρωτότυπο ή από στιγμιότυπα εκ των υστέρων.
Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι το γιούρο του 88, με τον ντασάγιεφ, τον μπελάνοφ, την τρόικα του οσφπ και τον λομπανόφσκι στον πάγκο να είναι πάντα κόκκινος σαν το βάθος του ουρανού.
Αυτή τη φορά το δίλημμα το 'χε ο άβερελ.
Την προγούμενη χρονιά στο ευρωμπάσκετ ήταν με τους σοβιετικούς κι απορούσε γιατί δε μπορούν να κόψουν τον γκάλη.
Αλλά στον τελικό με τους ολλανδούς η καρδιά του ήταν χωρισμένη στα δύο. Τα νιάτα του τα είχαν σημαδέψει ο κρόιφ κι ο άγιαξ με το τόταλ φούτμπολ.
Ποιον ολοκληρωτισμό να διαλέξει; Τον ποδοσφαιρικό ή τον πολιτικό;
Τελικά τα βόλεψε όπως οι παππούδες εαμίτες που μοίραζαν το σόι τους στις εκλογές. Μισές ψήφοι για το κόμμα κι οι άλλες μισές στον παπατζή για να μη βγει η δεξιά.
Με έκανε εμένα φιλο-σοβιετικό από την αρχή της διοργάνωσης κι αυτός στον τελικό υποστήριζε ολλανδία.
Το αποτέλσμα ήταν να μισήσω τους ολλανδούς και τον βαν μπάστεν (τους ξανασυμπάθησα μετά την εφηβεία μου) και να βγάλω κάποια πρώτα συμπεράσματα για την περεστρόικα. Όπως λέει κι ο γίγαντας λιγκατσόφ (τα ίχνη του οποίου χάθηκαν μαζί με αυτά του γιοβάισα) την πρώτη τριετία πηγαίναμε καλά. Μετά στράβωσε το πράγμα, όταν τον έφαγαν στην 19η συνδιάσκεψη οι εχθροί του.
Εκ των υστέρων είδα ένα στιγμιότυπο που με έκανε να ερωτευτώ εκείνο το γιούρο.
Σοβιετικούς ταβάριτς στις κερκίδες να ακολουθούν τη μόδα της εποχής με τις βαμμένες φάτσες και να ζωγραφίζουν σφυροδρέπανα στα μελαγχολικά -λόγω ήττας- πρόσωπά τους.
Αλλά οι ταβάριτς είχαν χάσει τη μάχη της κερκίδας σε εκείνο τον τελικό κι ήταν -ως συνήθως για κομμουνιστές- μικρή μειοψηφία μπροστά στα στίφη των ολλανδών.
Πόσοι να πρόλαβαν να νικήσουν την κραταιά γραφειοκρατία για να βγάλουν εγκαίρως βίζα να ταξιδέψουν; Και πόσους να εμπιστεύτηκαν τελικά να στείλουν στη BDR οι σοβιετικές αρχές;
Παραρτήματα
1. Η ελλάδα θα φτάσει στο σοσιαλισμό μέσα από μια ενιαία επαναστατική διαδικασία που θα περιλαβαίνει δύο στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών, τα οποία είναι στενά δεμένα μεταξύ τους -αν και το καθένα έχει δικά του, ακριβή, καθορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό κι ένα σοσιαλιστικό στάδιο.
Απόσπασμα από το τότε εν ισχύ πρόγραμμα του κκε, το οποίο επαναλαμβάνεται στις θέσεις του δωδέκατου συνεδρίου.
Αναλυτικός σχολιασμός του χωρίου σε επόμενο κείμενο.
2. Η θέση που υποστηρίζει ότι οι ριζικές μεταβολές που προηγήθηκαν το 89 δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η προκαταβολική ανταύγεια της εξαφάνισης της εσσδ, είναι μια λογοτεχνική εικόνα που μπορεί να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του. Σε μια ιστορική ανάλυση όμως, δεν επιτρέπεται να αντιστρέφουμε με τέτοιο τρόπο την αλυσίδα των αιτιών-επιδράσεων (...)
Συμπτώματα μιας ενδεχόμενα επερχόμενης καταστροφή, ναι.
Αλλά ακριβώς για αυτό όχι ανταύγεια, αφού η καταστροφή σε καμία περίπτωση δεν ήταν αναπόφευκτη.
(Απόσπασμα αό τη σειρά θέσεων του κουρτ γκοσβάιλερ για τον σύγχρονο αναθεωρητισμό και την πτώση του σοσιαλισμού).
Κι όμως. Αν οι ανταύγειες του βάλτερς και των άλλων, δεν ήταν ανταύγεια της παρακμής και του τέλους που ερχόταν, τότε τι ήταν; Τροφή για σκέψη και προβληματισμό...
(Συνεχίζεται...)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)