Οι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι κι οι βίοι -των αγίων του κομμουνιστικού κινήματος- σχεδόν παράλληλοι. Οι σπουδές κι η μικροαστική ζωή που άφησαν κατά μέρος για να ζήσουν επικίνδυνα. Το ανήσυχο πνεύμα τους που συνάντησε τους κομμουνιστές κι απέκτησε στόχο ζωής και περιεχόμενο. Η γενειάδα που ξύριζαν και γίνονταν αγνώριστοι, όταν μεταμφιέζονταν. Ο θρυλικός μπερές του τσε με το αστέρι, και το καπέλο που έγινε σήμα κατατεθέν των μαυροσκούφηδων του άρη. Το ψευδώνυμο του γιου του πολέμου, κι η προσφώνηση «Τσε» -κάτι αντίστοιχο με το δικό μας ρε- για να δείχνει την αργεντίνικη εθνικότητα. Τα γενέθλια του ερνέστο που πέφτουν σχεδόν μαζί με την αυτοκτονία του άρη (14 και 15 ιούνη). Κι η πολιτική αποκατάσταση του τελευταίου τη μέρα της εκτέλεσης του τσε.
Ο ένδοξος θάνατος που τους βρήκε στο βουνό, μαχόμενους με το όπλο στο χέρι. Η μάταια προσπάθεια των εχθρών τους να τους ταπεινώσουν μετά θάνατον και να αφαιρέσουν κάτι από την αίγλη τους. Κι οι θρύλοι των χωρικών που τους έζησαν από κοντά και πιστεύουν πως είναι ακόμα ζωντανοί.

Η επαφή με το λαό που τους λάτρεψε. Η τέχνη του αντάρτικου που απογείωσε τον πολιτικό αγώνα. Η επιλογή να μην επαναπαυτούν στις δόξες τους και βολευτούν, αλλά να πολεμήσουν ξανά στο βουνό. Και ο τραγικός επίλογος μιας θριαμβευτικής πορείας, που τα κκ τον είδαν από απόσταση.
Ίσως αυτός να είναι κι ο λόγος που ο βελουχιώτης κι ο γκεβάρα είναι οι μόνες παραδοσιακές μορφές που ερωτεύεται σφοδρά η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού. Ανίκητοι στις μάχες, σαν τον έρωτα, ξενυχτούν στα κόκκινα, παθιασμένα μάγουλα των αριστεριστών και στις αφίσες πάνω απ’ το κρεβάτι τους, όπου ονειρεύονται ξύπνιοι και πλάθουν καινούριους κόσμους με το μυαλό τους.
Σαν εκείνη την αφίσα της σοβαρής συνιστώσας, με τον άρη καβάλα στο άλογο, που σου πάγωνε το αίμα με τα παράταιρα που συνέδεε. Και την πήρε για το δωμάτιό του ο κοντόχοντρος, αλλά έκοψε πρώτα με ψαλίδι την κεφαλίδα του ναρ, πριν την κρεμάσει στο φανοστάτη του τοίχου του. Όπως κάνουν περίπου απ’ την ανάποδη στον χώρο του με τις ηρωικές μορφές, που τις εξυμνούν και τις καθαγιάζουν, αφού κόψουν πρώτα την κεφαλίδα του κουκουέ από το ιστορικό πλαίσιο που τις ανέδειξε, για να μην τους χαλάει την πολιτική τους αισθητική.
Αλλά φροντίζουν να ξεχνάνε τον πατριωτικό λόγο του άρη στη λαμία.
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σε όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Ενώ εμείς το μόνο που έχουμε είναι οι καλύβες και τα πεζούλια μας. Ποιος μπορεί λοιπόν να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του;
Όπως και το patria o muerte (πατρίδα ή θάνατος) με το οποίο έκλεινε όλες τις επιστολές του ο γκεβάρα.

Στην ίδια λογική κι η προβολή του άρη, ως αρχηγού των ατάκτων. Ενώ ο άρης μπήκε επικεφαλής των τάξεων του εργαζόμενου λαού που τoν ανέδειξε, γέννημα-θρέμμα των αγώνων του, με τακτική ευφυΐα και διορατικότητα που δεν εισακούστηκε έγκαιρα. Οι ήρωες δεν έχουν ανάγκη από τέτοιους φόρους τιμής. Η προσωπολατρία τους παρουσιάζει σχεδόν ψεύτικους και καταλήγει να βλάπτει την υστεροφημία τους.
Οι αστοί στολίζουν με φωτοστέφανο τους επαναστάτες μετά θάνατον, για να τους αφαιρέσουν κάθε επαναστατικό περιεχόμενο. Κάνουν τη μορφή του ερνέστο γκεβάρα εμπόριο με μπλουζάκια για να την ενσωματώσουν, ως ενθύμιο από ένα μακρινό κόσμο, που ανήκει στο ηρωικό παρελθόν. Πονηρές αλεπούδες που μιλάνε για την κολοβή αποκατάσταση του άρη και τους έπιασε ο πόνος για τη στάση του κόμματος. Που είπε ούτε γη ούτε νερό στο μιζέρια, ίσως γιατί το ‘χε δώσει όλο στις συμφωνίες που υπέγραψε, και δεν του περίσσευε.
Ο άρης δεν έχει ανάγκη από μια απόφαση του κόμματος για να είναι κομμουνιστής στη συνείδηση του κόσμου. Η πολιτική αποκατάσταση που έγινε σήμερα στην πλατεία του λαού –που τον ανέδειξε μέσα απ’ τα σπλάχνα του- δεν είναι μισή, ούτε ασήμαντη. Με σκοτεινό, βαρύ ουρανό κι ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, όπως ταίριαζε στην περίπτωση. Και μια βροχή, για να ξεπλύνει τα λάθη του παρελθόντος, και κυρίως την πολιτική μας αυτοκτονία, που έφερε ως επακόλουθο κι αυτήν του άρη.
Εδώ θα μείνει για πάντα, το ζεστό το πέρασμά του...