Εναλλακτικός τίτλος: σύντροφος αυτός ο γίγας.
Είναι φορές που η ανθρώπινη ιδιότητα μοιάζει ασυμβίβαστη με αυτή του συντρόφου. Και δεν το εννοώ από φιλοσοφική άποψη, όπως οι αλτουσεριανοί, που το θεωρητικοποιούν κι αντιπαραθέτουν τον ουμανισμό στον επιστημονικό σοσιαλισμό, αλλά από καθαρά πρακτική σκοπιά.
Ο σύντροφος πρέπει να είναι αλύγιστος, βράχος αδιάβρωτος, να μη φοβάται την απόλυση, τον αυταρχισμό. Ή ακόμα την ιδεολογική μοναξιά μαζί με τη στάμπα του γραφικού που θα βιαστούν να του κολλήσουν κάποιοι, για να μην προβληματιστούν με όσα λέει, μη τυχόν και δε μπορέσουν να τα αντικρούσουν.
Να είναι ευαίσθητος, αλλά χωρίς αδυναμίες. Ακλόνητος, αλλά να ψάχνεται συνεχώς, να διαβάζει ακατάπαυστα. Να μην έχει πολλές στιγμές ανθρώπινες, προσωπικές, ξεκούρασης ή απλώς με τους δικούς του. Να είναι βράχος ιδεολογικός και συνάμα ευλύγιστος, για να συσπειρώνει και να μαζικοποιεί.
Πρέπει να μπορεί να αποστασιοποιείται και να γενικεύει. Να κάνει αφαίρεση, αλλά να επιστρέφει στη γη, στο συγκεκριμένο, χωρίς να πετάει στα σύννεφα. Να βλέπει τον πραγματικό εχθρό, να μη μισεί το δίπλα μαγαζί, άλλο αν το κριτικάρει πολιτικά.
Και πάνω απ’ όλα να είναι διαλεκτικός. Να μπορεί να καταλάβει ότι η ιδιότητα του κομμουνιστή και του ανθρώπου είναι μια σχέση διαλεκτική, με ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Όσοι μένουν στο επίπεδο της τυπικής αντίθεσης, διαλέγουν ένα από τα δύο στρατόπεδα και πορεύονται αναλόγως.
Οι «άνθρωποι» διαγράφουν το κομματικό τους παρελθόν, προχωρούν σε εκκαθάριση από τα συνειδησιακά τους κατάλοιπα κι ιδιωτεύουν για να ζήσουν εκείνες τις μικρές στιγμές που κάνουν τη διαφορά και την ευτυχία ενός μικροαστού.
Ενώ οι σύντροφοι πιστεύουν ότι υπηρετούν την κομματικότητα ως έννοια όταν είναι σκληροί κι απρόσιτοι, χωρίς να λογαριάζουν δυσκολίες, δικές τους ή συντρόφων, μονοκόμματοι κι αδιάλλακτοι. Αυτοί έχουν και την περισσότερη πλάκα στις διαλεκτικές στροφές της ιστορίας που απαιτούν αντίστοιχες προσαρμογές κι από το κόμμα.
Άξιοι θαυμασμού δεν είναι οι άτεγκτοι κι οι σκληροπυρηνικοί, αυτοί που δεν έχουν ποτέ αμφιβολίες γιατί δε σκέφτονται. Αλλά όσοι έχουν φόβους ή αδυναμίες και το αντιμετωπίζουν. Όσοι δε βγάζουν την πίεσή τους στους άλλους, αλλά την απορροφούν σα σφουγγάρι κι εμπνέουν σιγουριά. Που βρίσκουν χρόνο για όλα, φίλους, συγγενείς και τον εαυτό τους, για τη σφαιρική καλλιέργεια της προσωπικότητας. Που είναι ευαίσθητοι στα ερεθίσματα και τις ανησυχίες του κόσμου, αντλούν κουράγιο από την επαφή μαζί του και τους δεσμούς που αναπτύσσουν, για να παλέψουν.
Αυτοί ξέρουν ότι ο ουμανισμός είναι κούφιος αν δεν αντιπαλεύεις τους εχθρούς της ανθρωπότητας. Ξέρουν να συνδέουν το πανανθρώπινο με το ταξικό, να μην το χαρίζουν στον ρηχό ουμανισμό και τα αναρχικά κηρύγματα του μίσσιου.
Πώς τα κάνουν όλα αυτά; Δεν είναι υπεράνθρωποι του νίτσε, ή κινουμένων σχεδίων, με υπερφυσικές ιδιότητες. Είναι άνθρωποι με άλφα κεφαλαίο (χωρίς κύκλο) κι όλη τη σημασία της λέξης. Που βρίσκουν δύναμη στη συντροφικότητα και τον συλλογικό αγώνα. Με δυο λόγια είναι κομμουνιστές. Ή τουλάχιστον προσπαθούν να γίνουν.
Όλα αυτά δίνουν το έναυσμα για ένα καινούριο εγχειρίδιο του καλού κομμουνιστή, σαν αυτό που είχε γράψει ο ζαχαριάδης κι έλεγε ότι κάθε σύντροφος πρέπει να πλένεται, να μαθαίνει ρώσικα και να κοιμάται με ανοιχτό παράθυρο, για να μπορεί να το σκάσει όταν χρειαστεί.
Ας δούμε πώς μπορούμε να το συμπληρώσουμε.
Να μην χορεύει όλα τα τραγούδια σε στιλ χασαποσέρβικο. Τα αντάρτικα δεν είναι σουξέ, αλλά ξέσπασμα του μαχητή πριν το θάνατο. Και για εμάς ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη ζωή εν τάφω.
Να μελετά τους λόγους της αλέκας, κατά προτίμηση γραπτούς, μην τύχει καμιά κασέτα με την παπαρήγα την καλή και γίνουμε ρεζίλι. Να βλέπει απαράδεκτους σε επανάληψη. Αλλά να προσέχει να μην καταντήσει σαν τον σπύρο παπαδόπουλο.
Να πηγαίνει σε όλες τις εκδηλώσεις, ακόμα και των άλλων, να δει από πρώτο χέρι τι λένε και να γυρίσει ατσαλωμένος. Να έχει δίψα να μαθαίνει. Να μην χρησιμοποιεί ποτέ τη θέση του στην οργάνωση για να μάθει πράγματα που αν θέλουν να τα μάθουν οι άλλοι σύντροφοι τους λένε κουτσομπόληδες.
Να οδηγεί λάντα. Και να παίρνει μέσα μαζικής μεταφοράς. Έτσι κι αλλιώς τα λάντα άχρηστα είναι. Αλλά έχουν σπάνια, συλλεκτική ομορφιά.
Να ‘χει δαγκώσει τη λαμαρίνα (του λάντα) με τη σοβιετία, την ιστορία των κομμουνιστών και του κινήματος. Να μαθαίνει στα παιδιά του να παίζουν με μπάμπουσκες.
Να αφήνει μακρύ μαλλί και μούσι. Αλλά να μην το κάνει ζήτημα για όσους δεν έχουν.
Να διαβάζει συχνά το ρίζο. Να τον αγοράζει κιόλας. Αλλά το σημαντικό είναι να τον διαβάζει.
Να έχει καλλιτεχνικό κριτήριο και να θαυμάζει το ωραίο. Να είναι οπαδός της μπαρτσελόνα, γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους.
Να μην χτυπά αριστεριστές και να μην τραμπουκίζει. Για τους σύγχρονους εκοφίτες της δαπ και τους απόγονους των δοσίλογων (πασπ) το βλέπουμε ευέλικτα και κατά περίσταση. Να μην έχει φέις μπουκ. Αλλά αν έχει να το χρησιμοποιεί για χαρτογράφηση.
Να προτιμά συντρόφισσες για να αναπαράγει το είδος μας. Αλλά μην καταντήσουμε κλειστή κάστα, όπου αν δεν έχει δώσει βιογραφικό ο άλλος, θεωρείται ανέραστος. Να παντρευτεί σε δημαρχείο. Ει δυνατόν με δικό μας δήμαρχο και τιμητική φρουρά κνίτες με κοντόξυλα, που θα τα σηκώνουν σα σπαθιά, ενώ το ζευγάρι περνάει από κάτω τους. Και στις επόμενες δημοτικές να κάνει δουλειά προεκλογικά, για να ξαναβγεί ο δήμαρχος που τον πάντρεψε.
Να είναι μονογαμικός, όχι επειδή πρέπει, από υποχρέωση, αλλά επειδή το θέλει κι έτσι του βγαίνει συνειδητά. Αν δεν του βγαίνει να μην κοροϊδεύει τη σύντροφό του ειδικά αν είναι συντρόφισσα (το αυτό ισχύει και για τις σφισσες).
Να μην προσεγγίζει επιρροές έχοντας κρυφές βλέψεις άλλου τύπου.
Να μη δουλεύει τους σεκίτες για τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Στα πολιτικά ας βγάλει όση καζούρα θέλει, υλικό θα βρει μπόλικο. Διμέτωπος απέναντι στον σεξισμό και το σεκ.
Να ‘χει μέτωπο ενάντια στον μπάφο και τις πρέζες κάθε είδους, για να μην γίουμε σαν την ισπανία, όπου το κίνημα ασθμαίνει και μπαφιάζει στην ανηφόρα που έχει μπροστά του να ανέβει. Να ακούει ρεμπέτικα, αλλά να μην ταυτίζεται με τα βαριά χασικλίδικα.
Να είναι γεμάτος απορίες σαν ένα πεντάχρονο παιδί. Και να τα εξηγεί όλα στους γύρω του σαν να απευθύνεται σε πεντάχρονους συνομήλικούς του, χωρίς όμως να υποτιμά τη νοημοσύνη τους. Άτομα χωρίς κριτική ικανότητα διαγράφονται από την οργάνωση και το κόμμα.
Να ελέγχει συστηματικά κι ουσιαστικά τα παραπάνω όργανα.
Να απομονώσει τον προβοκάτορα αλφαβητίξ και τα βρωμερά ψάρια του, που είναι το ίδιο μπαγιάτικα με τις ιδέες του και τον καπιταλισμό που σαπίζει και πεθαίνει. Ζήτω τα αγριογούρουνα (κι ο στίβος της ταξικής πάλης).
Η λίστα μένει ανοιχτή σε ιδέες της βάσης του μπλοκ και κατατίθεται απλώς ως συμβολή για το προσχέδιο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 29 Μαΐου 2011
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Νοσταλγός της κομσομόλ
Μετά τα μπουζούκια, ο κομάντο χρειαζόταν ένα άλλοθι, μια ταχεία επάνοδο κι ένα μεταβατικό πρόγραμμα εκπολιτιστικής επανάστασης με συναυλίες. Σαν αυτή του γιοκαρίνη και του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Οι έξοδοι βέβαια έχουν έξοδα κι εμείς ως εξοδούχοι παθαίνουμε εμπλοκή και μας πάει αίμα. Αλλά η τιμή ήταν φιλολαϊκή, δέκα ευρώ είσοδο με ποτό, χωρίς έκπτωση όμως για αυτούς που δεν πίνουν, καλή ώρα.
Το κέντρο που πήγαμε ήταν κάπου στη δυτική είσοδο της πόλης, κοντά στο Μύλο της μεταμοντέρνας εποχής που όλα τα αλέθει, όλα τα μαχαιρώνει και βάζει μυαλά στο μίξερ. Μια περιοχή γεμάτη ελληνάδικα, κωλάδικα, κι άλλα –άδικα, όπου πηγαίνει ο κόσμος για να ξεχάσει την αδικία που τον πνίγει κάθε μέρα.
Μου ‘πανε μη μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες
Μα έτσι και δε δούλευα, θα τρώγαμε παπάδες

Κι έτσι βγήκε [ο γιοκαρίνης] στην εκπομπή της γερμανού, που ‘χε αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, να πει την ευλαμπία. Κι αν κάποιοι βρίσκουν τη δεκαετία αυτή κιτς, εγώ τη λέω καλτ και θεωρώ κιτς την μεταμοντέρνα ενσωμάτωσή της στο σήμερα, ένα κομμάτι κρέας και νοσταλγία, στοιβαγμένο πλάι σε άλλα εμπορεύματα. Καθένας με τα κακογούστα του.
Θα μου πεις όμως κι εγώ που έχω κόλλημα με το ρετρό, αν ζούσα τότε θα μου έβγαινε το αντιδραστικό και πολλά απ’ αυτά που μου αρέσουν τώρα θα τα απέρριπτα. Αυτό ήταν το ωραίο όμως. Ότι τότε είχε πολλά, ωραία πράγματα και σε έπαιρνε να έχεις αυστηρό κριτήριο και μερικά να τα απορρίπτεις.
Έξω απ’ το μαγαζί παρκαρισμένα αμάξια, ένα σωρό ακριβές μάρκες που δεν ξεχώριζα. Μόνο τα λάντα μπορώ να ξεχωρίσω. Που μιλάνε στην τσέπη, το ταξικό σου κριτήριο, σε όλες σου τις αισθήσεις γενικώς. Ακόμη κι εξ ακοής τα καταλαβαίνεις, όταν μουγκρίζουν γλυκά στην ανηφόρα. Ντε, βρε.
Εμπρός λοιπόν, καλό μου λάντα!
Μπορώ επίσης να ξεχωρίζω τα χρώματα και στα όρια του αυτισμού να απομνημονεύω αριθμούς πινακίδων κυκλοφορίας. Το παλιό μας λάντα το πήραμε το 89’ κι η πινακίδα του ξεκινούσε από ΝΑΥ. Κι αν το είχαμε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα θα είχαμε πινακίδα ΝΑΡ και θα ήταν ο απόλυτος σημειολογικός σουρεαλισμός. Ενώ αν ήμασταν στην κατερίνη θα είχαμε πετύχει το ΚΝΕ. Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν..
Τώρα το λάντα μας σαπίζει σα σοβιετία στο χρονοντούλαπο της πυλωτής μας, μαζί με κάτι παλιές εφημερίδες. Κι ο άβερελ πήρε ένα όπελ (μετράει τα) άστρα, με πινακίδα που αρχίζει από ΝΕΚ και κάνει τους συνειρμούς αναπόφευκτους σαν το θάνατο.
Μόνο στο στρατό, όπου είναι τώρα ο κάσπερ, χρειάζεται να ξέρεις τι αμάξι περνάει κάθε φορά. Είτε για να παίζεις με τα όρια του αυτισμού και να μετράς τα όπελ άστρα μέχρι να περάσει η ώρα να τελειώσει η σκοπιά. Είτε για να δεις μην τυχόν περνάει ο ταξίαρχος και δεν χαιρετήσεις την εξουσία. Χαιρετίσματα λοιπόν..
Σκληρός χειμώνας, το στρατόπεδο κοινό,
ώρες ολόκληρες κλεισμένος στο κενό
στις αγγαρείες, στις σκοπιές, στα σούρτα-φέρτα,
όμως εκείνος ονειρεύονταν κονσέρτα
Ο κομάντο, που ήρθε με την καλή του, ξυρίστηκε, κουρεύτηκε, έβαλε και κάτι πουλόβερ.
Πώς περάσαν τα χρόνια, τι είναι αυτά που φορώ..
Κι η γυναίκα του καίσαρα που δεν αρκεί να είναι, αλλά να φαίνεται κι ατημέλητη, ήρθε με σπορ ντύσιμο και σταράκια που τα πατούσε ο κομάντο, για να μοιάζουν πιο βρώμικα.
Αυτός ανέβαινε ασθμαίνοντας απ’ τις σκάλες κι αυτή κατέβαινε με το ασανσέρ. Αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν κάπου στη μέση.
-Κοίτα στο μπαρ, μου λέει ο κομάντο. Ο γιοκαρίνης! Κι εγώ άκουσα ένας ναρίτης κι έψαχνα να βρω ποιον μου έδειχνε.
Οι αντιθέσεις τραβούσαν σα μαγνήτης το μεταλλικό μου βλέμμα. Στεκόμουνα ακίνητος σαν ατσάλινο τείχος, σοβιετικός γίγαντας με πήλινα πόδια, βιδωμένα στο πάτωμα. Κι η καλή του κομάντο με τραβούσε απ’ το χέρι να χορέψω μαζί τους.
Μα γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο στη μπρεζνιεφική μου στασιμότητα; Νιώσε τον ίλιγγο της ακινησίας να χτυπά στα μηνίγγια σου κι έλα να συνυπάρξουμε ειρηνικά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλον.
Ο κόσμος του μαγαζιού μυστήριος. Γκαρσόνια δαπιτόφατσες, ένα ζευγάρι που έσκασε είκοσι ευρώ, έκατσε ένα λεπτό κι έφυγε –τόσο τους πήρε για να νιώσουν παράταιροι. Εξάλλου, λεφτά υπάρχουν (για ξόδεμα). Και μια σκυλομούρα που σου ανέτρεπε όλες τις θεωρίες για το επίκτητο και σε έκανε να αναρωτιέσαι: σκυλάς γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ποια είναι η απάντηση;
Γαβ-γαβ, που θα ‘λεγε κι ο ιντεφίξ. Πανέξυπνο σκυλάκι.
Το μαγαζί αυτό πάντως είχε χτιστεί για κλαμπ, (σχεδόν) γεννήθηκε τέτοιο. Πώς να αλλάξει χαρακτήρα τώρα στα γεράματα; Να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι και να αρχίσει να φιλοξενεί συναυλίες; Κι ο λάκης που τα παίρνει στο κρανίο με τα φωτορυθμικά, από τον καιρό της ντίσκο ακόμα, είχε ξενερώσει άγρια και τους πήρε ψιλό γαζί.
Βάλε μου λίγο πράσινο, να μοιάζω ζηλιάρης.
Τώρα λίγο κίτρινο να μοιάζω αρρωστιάρης. (Ή σκέτο άρης, είπα μέσα μου).
Βάλε μου και λίγο κόκκινο, να μοιάζω καβλιάρης. (Τρία κάπα κι ένα ε, είπα μέσα μου). Και μετά μας ρωτούσε αν είναι και του είπαμε πως ναι και ότι το σωστό είναι γκαβλιάρης, με γάμα στην αρχή για να βγάζει συναίσθημα.
Και στον αέρα πάνω ντίσκο μουσική
Σταλμένη πάντα απ’ την αμερική.
Μετά όμως έμαθε ότι το μαγαζί είναι καινούριο κι ότι τους έκαναν ποδαρικό κι είπε δυο καλά λόγια γι’ αυτούς και να ξανάρθουμε (ναι, πως..). Και μετά τα πήρε με έναν που βιντεοσκοπούσε τη συναυλία και ο κομάντο ενθουσιάστηκε: άμα δεν είναι στο ίντερνετ δεν υπάρχει. Κι ο άλλος απάντησε ότι δε θα το δείξει πουθενά, απλώς την γράφει για τον εαυτό του, ενώ ο κομάντο φώναζε, ούτε για τον εαυτό του το κάνει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι τον λάκη τον έκοφτε για τα δικαιώματα και τότε φώναξα μέσα μου: όχι, μην το κάνεις, καταστρέφεις τις αυταπάτες του κομάντο.
Ο οποίος ξετρελάθηκε και με τον γιόκα γιατί έπαιξε σιδηρόπουλο, αν ήσουν φίλος. Κι άρχισε να μου λέει για τον πρίγκηπα της ροκ, ενώ εγώ του έλεγα για το βασίλειο της ελευθερίας που δε θα χωράει κανείς βασιλιάς και πρίγκηπας. Μικρός θεούλης ο γιοκαρίνης, αλλά όπως είπε κι ο λάκης: τι να κάνουμε; Γεννήθηκε με μαλλάκια. Κανείς δεν είναι τέλειος.
Τέλειωσε η συναυλία και βγήκαμε έξω για καθαρό αέρα. Εγώ ποδαράτα, τη μεγάλη πορεία προς ανατολάς κι ο κομάντο με την καλή του για ταξί (ο πατσάς ήταν εκτός ημερήσιας διάταξης).
Στο άγνωστο ο κουρσάρος
Με καράβι την ελπίδα
Παντιέρα, ρόσα τριομφερά.
Αλλά η ζωή μας μένει άχαρη, τσίχλα δίχως ζάχαρη.
Κι άντε να βρεις σημεία επαφής με όλο αυτόν τον κόσμο και να τους κάνεις συντρόφους σου. Που όταν τους βλέπεις, μαζεύεσαι με περιφρόνηση και απλώς ζεις ανάμεσά τους.
Το κέντρο που πήγαμε ήταν κάπου στη δυτική είσοδο της πόλης, κοντά στο Μύλο της μεταμοντέρνας εποχής που όλα τα αλέθει, όλα τα μαχαιρώνει και βάζει μυαλά στο μίξερ. Μια περιοχή γεμάτη ελληνάδικα, κωλάδικα, κι άλλα –άδικα, όπου πηγαίνει ο κόσμος για να ξεχάσει την αδικία που τον πνίγει κάθε μέρα.
Μου ‘πανε μη μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες
Μα έτσι και δε δούλευα, θα τρώγαμε παπάδες

Κι έτσι βγήκε [ο γιοκαρίνης] στην εκπομπή της γερμανού, που ‘χε αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, να πει την ευλαμπία. Κι αν κάποιοι βρίσκουν τη δεκαετία αυτή κιτς, εγώ τη λέω καλτ και θεωρώ κιτς την μεταμοντέρνα ενσωμάτωσή της στο σήμερα, ένα κομμάτι κρέας και νοσταλγία, στοιβαγμένο πλάι σε άλλα εμπορεύματα. Καθένας με τα κακογούστα του.
Θα μου πεις όμως κι εγώ που έχω κόλλημα με το ρετρό, αν ζούσα τότε θα μου έβγαινε το αντιδραστικό και πολλά απ’ αυτά που μου αρέσουν τώρα θα τα απέρριπτα. Αυτό ήταν το ωραίο όμως. Ότι τότε είχε πολλά, ωραία πράγματα και σε έπαιρνε να έχεις αυστηρό κριτήριο και μερικά να τα απορρίπτεις.
Έξω απ’ το μαγαζί παρκαρισμένα αμάξια, ένα σωρό ακριβές μάρκες που δεν ξεχώριζα. Μόνο τα λάντα μπορώ να ξεχωρίσω. Που μιλάνε στην τσέπη, το ταξικό σου κριτήριο, σε όλες σου τις αισθήσεις γενικώς. Ακόμη κι εξ ακοής τα καταλαβαίνεις, όταν μουγκρίζουν γλυκά στην ανηφόρα. Ντε, βρε.
Εμπρός λοιπόν, καλό μου λάντα!
Μπορώ επίσης να ξεχωρίζω τα χρώματα και στα όρια του αυτισμού να απομνημονεύω αριθμούς πινακίδων κυκλοφορίας. Το παλιό μας λάντα το πήραμε το 89’ κι η πινακίδα του ξεκινούσε από ΝΑΥ. Κι αν το είχαμε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα θα είχαμε πινακίδα ΝΑΡ και θα ήταν ο απόλυτος σημειολογικός σουρεαλισμός. Ενώ αν ήμασταν στην κατερίνη θα είχαμε πετύχει το ΚΝΕ. Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν..
Τώρα το λάντα μας σαπίζει σα σοβιετία στο χρονοντούλαπο της πυλωτής μας, μαζί με κάτι παλιές εφημερίδες. Κι ο άβερελ πήρε ένα όπελ (μετράει τα) άστρα, με πινακίδα που αρχίζει από ΝΕΚ και κάνει τους συνειρμούς αναπόφευκτους σαν το θάνατο.
Μόνο στο στρατό, όπου είναι τώρα ο κάσπερ, χρειάζεται να ξέρεις τι αμάξι περνάει κάθε φορά. Είτε για να παίζεις με τα όρια του αυτισμού και να μετράς τα όπελ άστρα μέχρι να περάσει η ώρα να τελειώσει η σκοπιά. Είτε για να δεις μην τυχόν περνάει ο ταξίαρχος και δεν χαιρετήσεις την εξουσία. Χαιρετίσματα λοιπόν..
Σκληρός χειμώνας, το στρατόπεδο κοινό,
ώρες ολόκληρες κλεισμένος στο κενό
στις αγγαρείες, στις σκοπιές, στα σούρτα-φέρτα,
όμως εκείνος ονειρεύονταν κονσέρτα
Ο κομάντο, που ήρθε με την καλή του, ξυρίστηκε, κουρεύτηκε, έβαλε και κάτι πουλόβερ.
Πώς περάσαν τα χρόνια, τι είναι αυτά που φορώ..
Κι η γυναίκα του καίσαρα που δεν αρκεί να είναι, αλλά να φαίνεται κι ατημέλητη, ήρθε με σπορ ντύσιμο και σταράκια που τα πατούσε ο κομάντο, για να μοιάζουν πιο βρώμικα.
Αυτός ανέβαινε ασθμαίνοντας απ’ τις σκάλες κι αυτή κατέβαινε με το ασανσέρ. Αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν κάπου στη μέση.
-Κοίτα στο μπαρ, μου λέει ο κομάντο. Ο γιοκαρίνης! Κι εγώ άκουσα ένας ναρίτης κι έψαχνα να βρω ποιον μου έδειχνε.
Οι αντιθέσεις τραβούσαν σα μαγνήτης το μεταλλικό μου βλέμμα. Στεκόμουνα ακίνητος σαν ατσάλινο τείχος, σοβιετικός γίγαντας με πήλινα πόδια, βιδωμένα στο πάτωμα. Κι η καλή του κομάντο με τραβούσε απ’ το χέρι να χορέψω μαζί τους.
Μα γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο στη μπρεζνιεφική μου στασιμότητα; Νιώσε τον ίλιγγο της ακινησίας να χτυπά στα μηνίγγια σου κι έλα να συνυπάρξουμε ειρηνικά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλον.
Ο κόσμος του μαγαζιού μυστήριος. Γκαρσόνια δαπιτόφατσες, ένα ζευγάρι που έσκασε είκοσι ευρώ, έκατσε ένα λεπτό κι έφυγε –τόσο τους πήρε για να νιώσουν παράταιροι. Εξάλλου, λεφτά υπάρχουν (για ξόδεμα). Και μια σκυλομούρα που σου ανέτρεπε όλες τις θεωρίες για το επίκτητο και σε έκανε να αναρωτιέσαι: σκυλάς γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ποια είναι η απάντηση;
Γαβ-γαβ, που θα ‘λεγε κι ο ιντεφίξ. Πανέξυπνο σκυλάκι.
Το μαγαζί αυτό πάντως είχε χτιστεί για κλαμπ, (σχεδόν) γεννήθηκε τέτοιο. Πώς να αλλάξει χαρακτήρα τώρα στα γεράματα; Να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι και να αρχίσει να φιλοξενεί συναυλίες; Κι ο λάκης που τα παίρνει στο κρανίο με τα φωτορυθμικά, από τον καιρό της ντίσκο ακόμα, είχε ξενερώσει άγρια και τους πήρε ψιλό γαζί.
Βάλε μου λίγο πράσινο, να μοιάζω ζηλιάρης.
Τώρα λίγο κίτρινο να μοιάζω αρρωστιάρης. (Ή σκέτο άρης, είπα μέσα μου).
Βάλε μου και λίγο κόκκινο, να μοιάζω καβλιάρης. (Τρία κάπα κι ένα ε, είπα μέσα μου). Και μετά μας ρωτούσε αν είναι και του είπαμε πως ναι και ότι το σωστό είναι γκαβλιάρης, με γάμα στην αρχή για να βγάζει συναίσθημα.
Και στον αέρα πάνω ντίσκο μουσική
Σταλμένη πάντα απ’ την αμερική.
Μετά όμως έμαθε ότι το μαγαζί είναι καινούριο κι ότι τους έκαναν ποδαρικό κι είπε δυο καλά λόγια γι’ αυτούς και να ξανάρθουμε (ναι, πως..). Και μετά τα πήρε με έναν που βιντεοσκοπούσε τη συναυλία και ο κομάντο ενθουσιάστηκε: άμα δεν είναι στο ίντερνετ δεν υπάρχει. Κι ο άλλος απάντησε ότι δε θα το δείξει πουθενά, απλώς την γράφει για τον εαυτό του, ενώ ο κομάντο φώναζε, ούτε για τον εαυτό του το κάνει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι τον λάκη τον έκοφτε για τα δικαιώματα και τότε φώναξα μέσα μου: όχι, μην το κάνεις, καταστρέφεις τις αυταπάτες του κομάντο.
Ο οποίος ξετρελάθηκε και με τον γιόκα γιατί έπαιξε σιδηρόπουλο, αν ήσουν φίλος. Κι άρχισε να μου λέει για τον πρίγκηπα της ροκ, ενώ εγώ του έλεγα για το βασίλειο της ελευθερίας που δε θα χωράει κανείς βασιλιάς και πρίγκηπας. Μικρός θεούλης ο γιοκαρίνης, αλλά όπως είπε κι ο λάκης: τι να κάνουμε; Γεννήθηκε με μαλλάκια. Κανείς δεν είναι τέλειος.
Τέλειωσε η συναυλία και βγήκαμε έξω για καθαρό αέρα. Εγώ ποδαράτα, τη μεγάλη πορεία προς ανατολάς κι ο κομάντο με την καλή του για ταξί (ο πατσάς ήταν εκτός ημερήσιας διάταξης).
Στο άγνωστο ο κουρσάρος
Με καράβι την ελπίδα
Παντιέρα, ρόσα τριομφερά.
Αλλά η ζωή μας μένει άχαρη, τσίχλα δίχως ζάχαρη.
Κι άντε να βρεις σημεία επαφής με όλο αυτόν τον κόσμο και να τους κάνεις συντρόφους σου. Που όταν τους βλέπεις, μαζεύεσαι με περιφρόνηση και απλώς ζεις ανάμεσά τους.
Ετικέτες
80'ς,
γιοκαρίνης,
κάσπερ,
κομάντο,
λάκης με τα ψηλά ρεβέρ,
λάντα
Παρασκευή 8 Μαΐου 2009
Ποια γραφειοκρατία υπερασπιζόμαστε
Το κείμενο που έχετε στην οθόνη σας αναφέρεται στο χτες.
Το βάζω επίτηδες έτσι προβοκατόρικα για να κάνουν κάποιοι τον συνειρμό ότι η σοβιετία είναι απολίθωμα του παρελθόντος. Αλλά εγώ εννοώ την χτεσινή μέρα που εκδηλωθήκαμε για την κοινωνική φύση της εσσδ.
Σε αυτό το σημείο αγαπητέ αναγνώστη, πριν προχωρήσουμε σε οτιδήποτε άλλο, είναι σκόπιμο να αναλύσουμε την έννοια τζαστ ιν τάιμ που ήταν πολύ καυτή κι αναφέρθηκε τουλάχιστον πέντε φορές στην εκδήλωση.
Είναι όρος σχετικός με την παραγωγή κι όπως κατάλαβα σημαίνει (μεταξύ άλλων) να παράγονται συγχρονισμένα εξαρτήματα για να συναρμολογηθούν στη συνέχεια. Κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το φορντικό μοντέλο μαζικής παραγωγής, τη σπάταλη μέθοδο που απαιτεί κάθε επιχείρηση να έχει δικά της αποθέματα και τον όρο λιν που δεν κατάλαβα χριστό τι σημαίνει.
Όλα αυτά συνδέθηκαν διαλεκτικά με παραδείγματα για μελλοντικά ΑΤΜ βιβλίων εν είδει βιβλιοπωλείου και σοβιετικά εργοστάσια λάντα που είχαν ενίοτε περισσότερες αριστερές πόρτες από ό,τι δεξιές. Τα οποία [παραδείγματα] θεωρούμε απλοϊκά (σαν μαρξισμό του ευτύχη) και προπαγάνδα των αστών εν γένει (ειδικά το τελευταίο για τα λάντα).
Αν τα διηγούμαι κάπως μπερδεμένα, έχει να κάνει με το δικό μου βαθμό πρόσληψης, που μειώνεται κατακόρυφα όταν υπάρχουν αγγλικοί όροι και βαριά τεχνική ορολογία.
Σε τέτοια ζητήματα ελλοχεύουν συνήθως συμπληγάδες πέτρες.
Η μία είναι να μιλάμε μόνο για τογιοτισμό, τζαστ ιν τάιμ, υποδιαίρεση ένα κι άλλα τέτοια εκλαϊκευτικά που κατανοεί και γουστάρει ο μέσος εργάτης του πουτίλοφ.
Η άλλη απέναντι είναι το αλτουσεριανό (μου) φρέαρ (δέον να μη συγχέεται με άλλες πηγάδες), όπου καμιά γνώση δεν είναι αντικειμενική, τα πάντα είναι ταξική πάλη.
Ο σοβιετικός κυριούλης -αν κι επιρρεπής στην πρώτη πέτρα- βάζει το ζήτημα σωστά σαν αργοναύτης.
Η λύση δεν είναι μόνο πολιτική, ούτε μόνο οικονομία. Τέτοια ζητήματα θέλουν πολιτική οικονομία.
Η πρώτη πρόταση δεν είναι δική του, την έβαλα εγώ να γίνει πιο διαλεκτικό το απόφθεγμα. Τι διάολο λογοτεχνικό μαρξισμό κάνουμε;
Μετά από αυτά τα λιτά εισαγωγικά στοιχεία, μπορούμε να προχωρήσουμε στην εισήγηση του σοβιετικού κυριούλη, την οποία εν πολλοίς θα αναπαράγουμε στα βασικά της σημεία (όπως εγώ τα προσέλαβα).
Οι γενναίες εξάρσεις δε φέρνουν ανατροπές. Οι αναρχικοί μπορεί να πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι εγγεγραμμένη στα γονίδια του ανθρώπου, αλλά στην πραγματικότητα δεν έρχεται αυτόματα.
Αυτό καθιστά απαραίτητη τη μελέτη της εμπειρίας των προηγούμενων επαναστατικών εγχειρημάτων και της εσσδ.
Με άλλα λόγια απαιτεί επαναστατική θεωρία. Όπου η θεωρία δεν είναι λιγότερο σημαντική από τον επιθετικό προσδιορισμό επαναστατικός.
Σήμερα ωστόσο η κρατούσα τάση είναι η επιστροφή στην ουτοπία και στον προμαρξικό ουτοπικό σοσιαλισμό. Εμπειρισμός αντί θεωρίας, κατασκευή φανταστικών μοντέλων, ιχνογραφία των βασικών χαρακτηριστικών τους με βάση την επαναστατική μας φαντασία κι όχι τις αντικειμενικές νομοτέλειες.
Ως τυπικό παράδειγμα αναφέρθηκε το βιβλίο του μίλιμπαντ, ο σοσιαλισμός σε εποχή αναζήτησης.
Ακολούθησε μια αναφορά στις δυο βασικές προσεγγίσεις της κομμουνιστικής αριστεράς σήμερα απέναντι στη σοβιετία.
Η μία την αντιμετωπίζει σαν άταφο νεκρό, τον περιφέρει σε μνημόσυνα όπου τον επαινεί, για να συγκινήσει βιωματικά και να κρύψει τον πολιτικό της οπορτουνισμό (αυτό το τελευταίο έκανα πως δεν το άκουσα, αλλά το σημείωσα).
Τη δεύτερη την χαρακτηρίζει ένας τυπικά αμερικάνικος πραγματισμός, σύμφωνα με τον οποίο λειτουργεί μόνο ό,τι είναι σωστό κι άξιο. Αρνείται να χρεωθεί την υπεράσπιση μιας ήττας και λέει οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.
Μένει έτσι κάτω κι από το επίπεδο του μπένγιαμιν που λέει ότι κανένα μέλλον δε δρομολογείται στο κενό.
Πρέπει να μάθουμε πώς μυρίζει η επανάσταση, ακόμα και πώς βρωμάει. Γιατί [η επανάσταση] δεν είναι μια ανοιχτή, πλατιά λεωφόρος σαν τη λεωφόρο νιέφσκι, αλλά δύσκολη κι επίπονη υπόθεση.
Εγώ έχω να πω ότι οι ίσες αποστάσεις πάντα μου την έδιναν και σε αυτό το θέμα ακόμα περισσότερο. Ο σοβιετικός κυριούλης εν προκειμένω χαϊδεύει αυτιά αντισοβιετικών (γι' αυτό πολλοί από αυτούς φοράν κουκούλες προστασίας).
Κι είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο ίδιος έχει θάψει τη σοβιετία μέσα του. Αν το έκανε θα έπρεπε να θάψει μαζί κι ένα κομμάτι του εαυτού του. Το πολύ-πολύ να την ταρρίχευσε σε κανά μαυσωλείο.
Δεν ξέρω αν την έχουμε θάψει τη σοβιετία, αλλά το φάντασμά της πλανάται ακόμα ελεύθερο πάνω μας και στοιχειώνει τις νύχτες φίλων κι εχθρών.
Δεν την θάβουμε στην σκέψη μας γιατί αρνούμαστε να θάψουμε τους εαυτούς μας. Αλλά δεν είμαστε εμείς ο κρέοντας. [Κρέοντας} είναι οι άλλοι, που την περιφρονούν σαν ψόφιο σκυλί. Και στην κηδεία της πανηγύριζαν και μιλούσαν για επανάσταση.
Αν εμείς την επαινούμε λίγο παραπάνω, είναι γιατί ο νεκρός δεδικαίωται. Άλλο αν την παινεύαμε το ίδιο κι όσο ζούσε.
Όπως λέει όμως κι ο σοβιετικός κυριούλης σήμερα κινδυνεύουμε πολύ περισσότερο από κάτι άλλο.
Από την αντίληψη περί μιας πληθυντικής αριστεράς που θα γοητεύεται από τα κινήματα (οικολογικό, φεμινιστικό) γενικά κι αόριστα, θα παραιτηθεί από τα κομμουνιστικά προτάγματα και θα παλεύει απλώς για μια πιο άνετη ζωή για τους αναξιοπαθούντες.
Θα παραιτηθεί δηλ από τη (μόνη) σοβαρή εναλλακτική προοπτική στον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός θα αναφέρεται συμπτωματικά στα ψιλά γράμματα, όπως οι πονηροί όροι στα συμβόλαια των τραπεζών.
Η κομμουνιστική κοινωνία δεν προκύπτει αίφνης, αλλά είναι μια ολόκληρη διαδικασία, επίπονη κι αναπόφευκτα αντιφατική, που εμπεριέχει τη δυνατότητα παλινόρθωσης.
Ο σοσιαλισμός είναι η αρχή αυτής της διαδικασίας που αρχίζει με την κατάργηση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων. Δεν είναι ένας μικρός κομμουνισμός, όπως τον αντιλαμβάνονται κάποιες δυνάμεις, ή όπως τον περιγράφει με υπερφίαλο -κατά τον περικλή- τρόπο ο τρότσκι.
Εν παρόδω ο περικλής ανέφερε για μία ακόμη φορά πόσο παραπλανητική είναι η κριτική που γίνεται σχετικά με το σύνθημα του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, καθώς περιορίζει το ζήτημα στο αριθμητικό κομμάτι, αποκλείοντας από την προοπτική της ότι η ρωσική επικράτεια αντιστοιχούσε στο ένα έκτο του πλανήτη, είχε άφθονες πρώτες ύλες και την καθιστούσε μια διόλου τυχαία χώρα.
Είπε επίσης σχετικά με την κίνα -αγαπημένο θέμα κριτικής των τροτσκιστών- ότι οι επαναστάσεις είναι απόφαση κοινωνιών κι όχι επιτελείων. Το γιατί κινήθηκε προς την υπανάπτυκτη ανατολή το επαναστατικό κύμα έχει πολλά να μας πει, δε συνιστά κάποια παρέκκλιση.
Σε αυτές τις χώρες δεν υπήρχε μια καθαρή αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά ένα μίγμα αντιθέσεων, ακόμα και προ-καπιταλιστικών (φεουδαρχία-μικρομεσαία αγροτιά) ή εθνικών (με έντονο αντι-ιμπεριαλιστικό στοιχείο). Αυτό είναι το κλειδί που εξηγεί τη δυσκολία της άρχουσας τάξης και το σχετικά εύκολο των επαναστάσεων στις χώρες αυτές.
Αυτά τα στοιχεία μας εισήγαγαν στη θεωρία του βαζιούλιν για τον πρώιμο σοσιαλισμό.
Ο οποίος αναφέρεται ως πρώιμος αφενός επειδή οικοδομείται σε αναντίστοιχη του κομμουνισμού υλική βάση κι αφετέρου επειδή ανακύπτει σε πλαίσια συσχετισμού δυνάμεων υπεροχής του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.
Σε αυτό το σημείο ανοίξαμε μια παρένθεση για να πιάσουμε την άλλη μεγάλη αγάπη του σοβιετικού κυριούλη, τον αλτουσέρ που φέρει την κύρια ευθύνη για μια αντιουμανιστική ανάγνωση του μαρξ.
Τα μέσα εργασίας όμως δεν είναι κάτι ξένο από τις σχέσεις των ανθρώπων. Η εργασία είναι η ουσιώδης πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, διαμεσολαβεί τις σχέσεις των ανθρώπων και σε μεγάλο βαθμό τις καθορίζει. Η γλώσσα πχ δεν είναι τίποτα άλλο από εσωτερίκευση νοηματοφόρων μέσων.
Χωρίς την εργασία ο άνθρωπος θα ήταν στο επίπεδο της αγέλης και δεν θα είχε κοινωνικές σχέσεις.
Από τη στιγμή λοιπόν που ο πρώιμος σοσιαλισμός ανακύπτει σε αναντίστοιχη του κομμουνισμού υλικοτεχνική βάση δε μπορεί παρά να είναι παραμορφωμένος, να έχει μεγάλη απόσταση από την τελική του στιγμή, της οποίας τα χαρακτηριστικά προσπαθούν αδρά να περιγράψουν οι κλασικοί στο έργο τους. Αυτό δε σημαίνει ότι οι κλασικοί είχαν λάθος, ούτε συνιστά κάποια παρέκκλιση από τον μαρξισμό.
Πολλοί σύγχρονοι δημοσιολόγοι της αριστεράς αρέσκονται να μένουν σε τσιτάτα, όπως την περίφημη φράση του μαρξ για ελεύθερους συνεταιριζόμενους παραγωγούς και με βάση αυτό να κρίνουν το σοσιαλισμό της σοβιετίας, χωρίς να σκέφτονται σοβαρά τι σημαίνει, τι συνεπάγεται για τα μέσα παραγωγής και τον χαρακτήρα της εργασίας εν γένει, με άλλα λόγια σε ποια περίοδο αναφέρεται.
Αλλά όπως λέει κι ο σοβιετικός κυριούλης, η αριστερά έχει συνηθίσει να λειτουργεί και να σκέφτεται με τσιτάτα.
Σε ένα άλλο σημείο που μιλούσε για την αλλοτρίωση, είπε συνειρμικά και για τις αποξενωτικές σχέσεις της σημερινής αριστεράς που έχουν φτάσει στο απροχώρητο.
Έτσι για να μη λεν ότι οι σοβιετικοί δεν έχουν χιούμορ.
Αυτή η αναντίστοιχη υλική βάση γεννάει και τη βασική αντίφαση του πρώιμου σοσιαλισμού. Τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται, αλλά ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων είναι αναντίστοιχος με τις νέες σχέσεις παραγωγής.
Στη σοβιετία δεν υπήρχαν παρά πίδακες εκμηχάνισης (μάλλον εννοούσε νησίδες, αλλά το είπε αλλιώς για να αποφύγει διάφορους συνειρμούς). Ακόμα κι η πλήρης εκμηχάνιση παρέμενε ζητούμενο.
Αλλά η υλικοτεχνική βάση του κομμουνισμού είναι η αυτοματοποίηση.
Η ενότητα στην παραγωγή επιτυγχάνεται μέσω του κράτους, το οποίο κοινωνικοποιει τα μέσα παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας.
Στο βαθμό όμως που κοινωνία και κράτος δεν ταυτίζονται πλήρως και παραμένει η αναγκαιότητα ύπαρξης του δεύτερου με ένα σχετικό βαθμό αυτονόμησης, η κοινωνικοποίηση αυτή δε μπορεί παρά να είναι τυπική.
Κι αυτός είναι ο λόγος που η κρατικοποίηση κι η κοινωνικοποίηση δεν ταυτίζονται πλήρως ως έννοιες.
Στη σοβιετία είχαν αναπτυχθεί πολύ ισχυρές σχέσεις αλληλεγγύης, ακόμα και στην καθημερινή ζωή, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν στοιχεία όπως ο υποδουλωτικός καταμερισμός εργασίας κι ο κατακερματισμός των εργαζομένων.
Αυτά με τη σειρά τους καθιστούσαν απαραίτητη τη διεύθυνση ανθρώπων (κι όχι απλώς πραγμάτων), προϋπέθεταν δηλ μια μορφή γραφειοκρατίας.
Αλήθεια γίνεται να υπάρχει κράτος χωρίς γραφειοκρατία;
Η τελευταία ερώτηση τροφή για σκέψη για όσους θεωρούν τη γραφειοκρατία παρέκκλιση από τις ευγενικές μας ιδέες κι όχι κάτι νομοτελειακό κι αναγκαίο στο σοσιαλισμό.
Την απάντηση (μαζί με κάποιες ακόμα απαντήσεις για τις εμπορευματικές σχέσεις και λίγο παρασκήνιο) θα επιχειρήσουμε να τις δώσουμε σε επόμενο επεισόδιο.
Αυτό βγήκε ήδη αρκετά μεγάλο για τις αντοχές του μέσου αναγνώστη.
Υγ: ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το κείμενο του μαξίμοφ ποια κληρονομιά απαρνούμαστε σε συνδυασμό με μια αποστροφή του λόγου του σοβιετικού κυριούλη που γέννησε και τον συνειρμό.
Το βάζω επίτηδες έτσι προβοκατόρικα για να κάνουν κάποιοι τον συνειρμό ότι η σοβιετία είναι απολίθωμα του παρελθόντος. Αλλά εγώ εννοώ την χτεσινή μέρα που εκδηλωθήκαμε για την κοινωνική φύση της εσσδ.
Σε αυτό το σημείο αγαπητέ αναγνώστη, πριν προχωρήσουμε σε οτιδήποτε άλλο, είναι σκόπιμο να αναλύσουμε την έννοια τζαστ ιν τάιμ που ήταν πολύ καυτή κι αναφέρθηκε τουλάχιστον πέντε φορές στην εκδήλωση.
Είναι όρος σχετικός με την παραγωγή κι όπως κατάλαβα σημαίνει (μεταξύ άλλων) να παράγονται συγχρονισμένα εξαρτήματα για να συναρμολογηθούν στη συνέχεια. Κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το φορντικό μοντέλο μαζικής παραγωγής, τη σπάταλη μέθοδο που απαιτεί κάθε επιχείρηση να έχει δικά της αποθέματα και τον όρο λιν που δεν κατάλαβα χριστό τι σημαίνει.
Όλα αυτά συνδέθηκαν διαλεκτικά με παραδείγματα για μελλοντικά ΑΤΜ βιβλίων εν είδει βιβλιοπωλείου και σοβιετικά εργοστάσια λάντα που είχαν ενίοτε περισσότερες αριστερές πόρτες από ό,τι δεξιές. Τα οποία [παραδείγματα] θεωρούμε απλοϊκά (σαν μαρξισμό του ευτύχη) και προπαγάνδα των αστών εν γένει (ειδικά το τελευταίο για τα λάντα).
Αν τα διηγούμαι κάπως μπερδεμένα, έχει να κάνει με το δικό μου βαθμό πρόσληψης, που μειώνεται κατακόρυφα όταν υπάρχουν αγγλικοί όροι και βαριά τεχνική ορολογία.
Σε τέτοια ζητήματα ελλοχεύουν συνήθως συμπληγάδες πέτρες.
Η μία είναι να μιλάμε μόνο για τογιοτισμό, τζαστ ιν τάιμ, υποδιαίρεση ένα κι άλλα τέτοια εκλαϊκευτικά που κατανοεί και γουστάρει ο μέσος εργάτης του πουτίλοφ.
Η άλλη απέναντι είναι το αλτουσεριανό (μου) φρέαρ (δέον να μη συγχέεται με άλλες πηγάδες), όπου καμιά γνώση δεν είναι αντικειμενική, τα πάντα είναι ταξική πάλη.
Ο σοβιετικός κυριούλης -αν κι επιρρεπής στην πρώτη πέτρα- βάζει το ζήτημα σωστά σαν αργοναύτης.
Η λύση δεν είναι μόνο πολιτική, ούτε μόνο οικονομία. Τέτοια ζητήματα θέλουν πολιτική οικονομία.
Η πρώτη πρόταση δεν είναι δική του, την έβαλα εγώ να γίνει πιο διαλεκτικό το απόφθεγμα. Τι διάολο λογοτεχνικό μαρξισμό κάνουμε;
Μετά από αυτά τα λιτά εισαγωγικά στοιχεία, μπορούμε να προχωρήσουμε στην εισήγηση του σοβιετικού κυριούλη, την οποία εν πολλοίς θα αναπαράγουμε στα βασικά της σημεία (όπως εγώ τα προσέλαβα).
Οι γενναίες εξάρσεις δε φέρνουν ανατροπές. Οι αναρχικοί μπορεί να πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι εγγεγραμμένη στα γονίδια του ανθρώπου, αλλά στην πραγματικότητα δεν έρχεται αυτόματα.
Αυτό καθιστά απαραίτητη τη μελέτη της εμπειρίας των προηγούμενων επαναστατικών εγχειρημάτων και της εσσδ.
Με άλλα λόγια απαιτεί επαναστατική θεωρία. Όπου η θεωρία δεν είναι λιγότερο σημαντική από τον επιθετικό προσδιορισμό επαναστατικός.
Σήμερα ωστόσο η κρατούσα τάση είναι η επιστροφή στην ουτοπία και στον προμαρξικό ουτοπικό σοσιαλισμό. Εμπειρισμός αντί θεωρίας, κατασκευή φανταστικών μοντέλων, ιχνογραφία των βασικών χαρακτηριστικών τους με βάση την επαναστατική μας φαντασία κι όχι τις αντικειμενικές νομοτέλειες.
Ως τυπικό παράδειγμα αναφέρθηκε το βιβλίο του μίλιμπαντ, ο σοσιαλισμός σε εποχή αναζήτησης.
Ακολούθησε μια αναφορά στις δυο βασικές προσεγγίσεις της κομμουνιστικής αριστεράς σήμερα απέναντι στη σοβιετία.
Η μία την αντιμετωπίζει σαν άταφο νεκρό, τον περιφέρει σε μνημόσυνα όπου τον επαινεί, για να συγκινήσει βιωματικά και να κρύψει τον πολιτικό της οπορτουνισμό (αυτό το τελευταίο έκανα πως δεν το άκουσα, αλλά το σημείωσα).
Τη δεύτερη την χαρακτηρίζει ένας τυπικά αμερικάνικος πραγματισμός, σύμφωνα με τον οποίο λειτουργεί μόνο ό,τι είναι σωστό κι άξιο. Αρνείται να χρεωθεί την υπεράσπιση μιας ήττας και λέει οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.
Μένει έτσι κάτω κι από το επίπεδο του μπένγιαμιν που λέει ότι κανένα μέλλον δε δρομολογείται στο κενό.
Πρέπει να μάθουμε πώς μυρίζει η επανάσταση, ακόμα και πώς βρωμάει. Γιατί [η επανάσταση] δεν είναι μια ανοιχτή, πλατιά λεωφόρος σαν τη λεωφόρο νιέφσκι, αλλά δύσκολη κι επίπονη υπόθεση.
Εγώ έχω να πω ότι οι ίσες αποστάσεις πάντα μου την έδιναν και σε αυτό το θέμα ακόμα περισσότερο. Ο σοβιετικός κυριούλης εν προκειμένω χαϊδεύει αυτιά αντισοβιετικών (γι' αυτό πολλοί από αυτούς φοράν κουκούλες προστασίας).
Κι είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο ίδιος έχει θάψει τη σοβιετία μέσα του. Αν το έκανε θα έπρεπε να θάψει μαζί κι ένα κομμάτι του εαυτού του. Το πολύ-πολύ να την ταρρίχευσε σε κανά μαυσωλείο.
Δεν ξέρω αν την έχουμε θάψει τη σοβιετία, αλλά το φάντασμά της πλανάται ακόμα ελεύθερο πάνω μας και στοιχειώνει τις νύχτες φίλων κι εχθρών.
Δεν την θάβουμε στην σκέψη μας γιατί αρνούμαστε να θάψουμε τους εαυτούς μας. Αλλά δεν είμαστε εμείς ο κρέοντας. [Κρέοντας} είναι οι άλλοι, που την περιφρονούν σαν ψόφιο σκυλί. Και στην κηδεία της πανηγύριζαν και μιλούσαν για επανάσταση.
Αν εμείς την επαινούμε λίγο παραπάνω, είναι γιατί ο νεκρός δεδικαίωται. Άλλο αν την παινεύαμε το ίδιο κι όσο ζούσε.
Όπως λέει όμως κι ο σοβιετικός κυριούλης σήμερα κινδυνεύουμε πολύ περισσότερο από κάτι άλλο.
Από την αντίληψη περί μιας πληθυντικής αριστεράς που θα γοητεύεται από τα κινήματα (οικολογικό, φεμινιστικό) γενικά κι αόριστα, θα παραιτηθεί από τα κομμουνιστικά προτάγματα και θα παλεύει απλώς για μια πιο άνετη ζωή για τους αναξιοπαθούντες.
Θα παραιτηθεί δηλ από τη (μόνη) σοβαρή εναλλακτική προοπτική στον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός θα αναφέρεται συμπτωματικά στα ψιλά γράμματα, όπως οι πονηροί όροι στα συμβόλαια των τραπεζών.
Η κομμουνιστική κοινωνία δεν προκύπτει αίφνης, αλλά είναι μια ολόκληρη διαδικασία, επίπονη κι αναπόφευκτα αντιφατική, που εμπεριέχει τη δυνατότητα παλινόρθωσης.
Ο σοσιαλισμός είναι η αρχή αυτής της διαδικασίας που αρχίζει με την κατάργηση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων. Δεν είναι ένας μικρός κομμουνισμός, όπως τον αντιλαμβάνονται κάποιες δυνάμεις, ή όπως τον περιγράφει με υπερφίαλο -κατά τον περικλή- τρόπο ο τρότσκι.
Εν παρόδω ο περικλής ανέφερε για μία ακόμη φορά πόσο παραπλανητική είναι η κριτική που γίνεται σχετικά με το σύνθημα του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, καθώς περιορίζει το ζήτημα στο αριθμητικό κομμάτι, αποκλείοντας από την προοπτική της ότι η ρωσική επικράτεια αντιστοιχούσε στο ένα έκτο του πλανήτη, είχε άφθονες πρώτες ύλες και την καθιστούσε μια διόλου τυχαία χώρα.
Είπε επίσης σχετικά με την κίνα -αγαπημένο θέμα κριτικής των τροτσκιστών- ότι οι επαναστάσεις είναι απόφαση κοινωνιών κι όχι επιτελείων. Το γιατί κινήθηκε προς την υπανάπτυκτη ανατολή το επαναστατικό κύμα έχει πολλά να μας πει, δε συνιστά κάποια παρέκκλιση.
Σε αυτές τις χώρες δεν υπήρχε μια καθαρή αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά ένα μίγμα αντιθέσεων, ακόμα και προ-καπιταλιστικών (φεουδαρχία-μικρομεσαία αγροτιά) ή εθνικών (με έντονο αντι-ιμπεριαλιστικό στοιχείο). Αυτό είναι το κλειδί που εξηγεί τη δυσκολία της άρχουσας τάξης και το σχετικά εύκολο των επαναστάσεων στις χώρες αυτές.
Αυτά τα στοιχεία μας εισήγαγαν στη θεωρία του βαζιούλιν για τον πρώιμο σοσιαλισμό.
Ο οποίος αναφέρεται ως πρώιμος αφενός επειδή οικοδομείται σε αναντίστοιχη του κομμουνισμού υλική βάση κι αφετέρου επειδή ανακύπτει σε πλαίσια συσχετισμού δυνάμεων υπεροχής του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.
Σε αυτό το σημείο ανοίξαμε μια παρένθεση για να πιάσουμε την άλλη μεγάλη αγάπη του σοβιετικού κυριούλη, τον αλτουσέρ που φέρει την κύρια ευθύνη για μια αντιουμανιστική ανάγνωση του μαρξ.
Τα μέσα εργασίας όμως δεν είναι κάτι ξένο από τις σχέσεις των ανθρώπων. Η εργασία είναι η ουσιώδης πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, διαμεσολαβεί τις σχέσεις των ανθρώπων και σε μεγάλο βαθμό τις καθορίζει. Η γλώσσα πχ δεν είναι τίποτα άλλο από εσωτερίκευση νοηματοφόρων μέσων.
Χωρίς την εργασία ο άνθρωπος θα ήταν στο επίπεδο της αγέλης και δεν θα είχε κοινωνικές σχέσεις.
Από τη στιγμή λοιπόν που ο πρώιμος σοσιαλισμός ανακύπτει σε αναντίστοιχη του κομμουνισμού υλικοτεχνική βάση δε μπορεί παρά να είναι παραμορφωμένος, να έχει μεγάλη απόσταση από την τελική του στιγμή, της οποίας τα χαρακτηριστικά προσπαθούν αδρά να περιγράψουν οι κλασικοί στο έργο τους. Αυτό δε σημαίνει ότι οι κλασικοί είχαν λάθος, ούτε συνιστά κάποια παρέκκλιση από τον μαρξισμό.
Πολλοί σύγχρονοι δημοσιολόγοι της αριστεράς αρέσκονται να μένουν σε τσιτάτα, όπως την περίφημη φράση του μαρξ για ελεύθερους συνεταιριζόμενους παραγωγούς και με βάση αυτό να κρίνουν το σοσιαλισμό της σοβιετίας, χωρίς να σκέφτονται σοβαρά τι σημαίνει, τι συνεπάγεται για τα μέσα παραγωγής και τον χαρακτήρα της εργασίας εν γένει, με άλλα λόγια σε ποια περίοδο αναφέρεται.
Αλλά όπως λέει κι ο σοβιετικός κυριούλης, η αριστερά έχει συνηθίσει να λειτουργεί και να σκέφτεται με τσιτάτα.
Σε ένα άλλο σημείο που μιλούσε για την αλλοτρίωση, είπε συνειρμικά και για τις αποξενωτικές σχέσεις της σημερινής αριστεράς που έχουν φτάσει στο απροχώρητο.
Έτσι για να μη λεν ότι οι σοβιετικοί δεν έχουν χιούμορ.
Αυτή η αναντίστοιχη υλική βάση γεννάει και τη βασική αντίφαση του πρώιμου σοσιαλισμού. Τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται, αλλά ο κοινωνικός χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων είναι αναντίστοιχος με τις νέες σχέσεις παραγωγής.
Στη σοβιετία δεν υπήρχαν παρά πίδακες εκμηχάνισης (μάλλον εννοούσε νησίδες, αλλά το είπε αλλιώς για να αποφύγει διάφορους συνειρμούς). Ακόμα κι η πλήρης εκμηχάνιση παρέμενε ζητούμενο.
Αλλά η υλικοτεχνική βάση του κομμουνισμού είναι η αυτοματοποίηση.
Η ενότητα στην παραγωγή επιτυγχάνεται μέσω του κράτους, το οποίο κοινωνικοποιει τα μέσα παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας.
Στο βαθμό όμως που κοινωνία και κράτος δεν ταυτίζονται πλήρως και παραμένει η αναγκαιότητα ύπαρξης του δεύτερου με ένα σχετικό βαθμό αυτονόμησης, η κοινωνικοποίηση αυτή δε μπορεί παρά να είναι τυπική.
Κι αυτός είναι ο λόγος που η κρατικοποίηση κι η κοινωνικοποίηση δεν ταυτίζονται πλήρως ως έννοιες.
Στη σοβιετία είχαν αναπτυχθεί πολύ ισχυρές σχέσεις αλληλεγγύης, ακόμα και στην καθημερινή ζωή, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν στοιχεία όπως ο υποδουλωτικός καταμερισμός εργασίας κι ο κατακερματισμός των εργαζομένων.
Αυτά με τη σειρά τους καθιστούσαν απαραίτητη τη διεύθυνση ανθρώπων (κι όχι απλώς πραγμάτων), προϋπέθεταν δηλ μια μορφή γραφειοκρατίας.
Αλήθεια γίνεται να υπάρχει κράτος χωρίς γραφειοκρατία;
Η τελευταία ερώτηση τροφή για σκέψη για όσους θεωρούν τη γραφειοκρατία παρέκκλιση από τις ευγενικές μας ιδέες κι όχι κάτι νομοτελειακό κι αναγκαίο στο σοσιαλισμό.
Την απάντηση (μαζί με κάποιες ακόμα απαντήσεις για τις εμπορευματικές σχέσεις και λίγο παρασκήνιο) θα επιχειρήσουμε να τις δώσουμε σε επόμενο επεισόδιο.
Αυτό βγήκε ήδη αρκετά μεγάλο για τις αντοχές του μέσου αναγνώστη.
Υγ: ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το κείμενο του μαξίμοφ ποια κληρονομιά απαρνούμαστε σε συνδυασμό με μια αποστροφή του λόγου του σοβιετικού κυριούλη που γέννησε και τον συνειρμό.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Σονάτα για έναν καλό άνθρωπο
Αφιερωμένη στον πράκτορα της στάζι Η/Υ (κι ένας τριψήφιος που δεν θυμάμαι) που απεβίωσε στις αρχές του μήνα.
Ο παλιός μου υπολογιστής ήταν καλός άνθρωπος.
Καταρχήν ήταν άνθρωπος, με κουσούρια κι αδυναμίες, κατ' εικόνα και ομοίωσι του ιδιοκτήτη του. Πεισματάρης, αντιδραστικός, όχι ιδιαίτερα συνεργάσιμος.
Κι εμένα στην οργάνωση, οι συνεργασίες ήταν το χειρότερό μου. Για μένα αλλά και για αυτόν που τις καλούσε. Φροντίζαμε κι οι δυο γι' αυτό.
Πέρα από αυτό ήταν καλός άνθρωπος. Κι ας μη μιλούσαμε τόσο τα πρώτα χρόνια.
Και τι να λέγαμε δηλ; Μηδέν, ένα και πάλι μηδέν. Άντε και δέκα στο τσακίρ κέφι. Κάπου εκεί μέναμε από θέματα κι ο γάμος σχολούσε.
Ούτε να τον ποτίσω, ούτε να τον ταΐσω μπορούσα. Τον άφηνα στην ησυχία του.
Κι αυτός είχε χίλια δύο εξαρτήματα, αλλά κανένα δεν κουνιόταν σαν ουρά, να δείξει πως χαίρεται που με βλέπει, μια ανταπόκριση τέλος πάντων.
Μου έβγαζε μόνο κάτι ακατανόητα παραθυράκια κάθε τρεις και λίγο, γεμάτα κόκκινα απαγορευτικά, που με ενημέρωναν ότι έφερνα την καταστροφή του κόσμου και με γέμιζαν ενοχές κι απορίες.
Και νεύρα μαζί, οπότε τον έβγαζα απ' την πρίζα και κάναμε μέρες μετά να μιλήσουμε.
Είχαμε αναπτύξει μια αμφίδρομη μη επικοινωνία κι απλώς συνυπήρχαμε ειρηνικά μες στο δωμάτιο, ο καθένας στον χώρο του. Κατά μία έννοια, αλληλοαποκλειόμασταν αγνοώντας αμοιβαία ο ένας τον άλλον.
Δεν έχω καταλάβει πολύ καλά τι είναι η αρνητική (ή αντίστροφη) διαλεκτική του αντόρνο καραμπάχ (όπως τον λέμε με έναν φίλο), αλλά η μαρξίζουσα διαίσθησή μου (sic) μου λέει ότι αν υπάρχει ένα παράδειγμα που να την αποδεικνύει, είναι αυτό με τον υπολογιστή μου και τη μη σχέση που είχαμε.
Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Μετα από επτά χρόνια φαγούρας και τυπικών σχέσεων, η σχέση μας αναθερμάνθηκε. Οι πάγοι σιγά-σιγά έσπαγαν, ο δρόμος άρχισε να χαράζεται.
Μπήκε το ίντερνετ στη ζωή μου (και η ζωή μου στο ίντερνετ) και κατάφερε να με κάνει αυτό που χλεύαζα, δηλ γενιά των μπλόκερ. Ένιωσα να μεταλλάσσομαι, ό,τι δεν πέτυχαν τόσα χρόνια εχθροί και φίλοι επαναθεμελιωτές.
Με τον καιρό αναπτύξαμε κώδικες επικοινωνίας, μάθαμε ο ένας τα χούγια του άλλου. Συνήθισα την υπεριώδη ακτινοβολία του με τα ανάστροφα μηνύματα που εξέπεμπε. Άκουγα τον ήχο του σα νανούρισμα γεμάτο μητρική κάρτα και στοργή. Κι όταν συχνά-πυκνά μούγκριζε σα λάντα στην ανηφόρα, με έλουζαν ρίγη συμπάθειας, συγκινημένος από την προσπάθεια που κατέβαλε.
Που ήταν το μόνο που μετρούσε ούτως ή άλλως. Αποτελέσματα σπάνια βλέπαμε.
Ο η/υ είχε πνεύμα πρωτοπόρου κομσομόλου, ανακάλυπτε πάντα πρώτες φορές κι απάτητες κορφές.
Ιδίως σαν έρχονταν διάφοροι ειδικοί να διεκπεραιώσουν μια δουλειά ρουτίνας, που ήταν πολύ εύκολη και μπορούσα να τη μάθω κι εγώ, πριν καταλήξουν με τη γνωστή ατάκα: πρώτη φορά μου συμβαίνει.
Και μετά, καφές και λόγια παρηγοριάς, να τους πείσω ότι δε φταίνε αυτοί, δεν είναι σεξουαλικά ανίκανοι, είναι ο η/υ που δεν πέφτει εύκολα.
Ήθελε πάντα ειδική μεταχείριση. Να τον πιάσει το γλυκύ του που έλεγε η παγώνα για τον θερμοσίφουνα.
Αλλιώς έκανε μια μέρα να κατεβάσει κάτι. Κι εγώ έκανα υπομονή, λόγω της ημέρας σαν αντωνάκης (πάει και το μου).
Πού θα πάει δεν θα ξημερώσει;
Το γλυκύ του όμως ερχόταν μέρα παραμέρα (μη συνηθίζουμε και γίνει ρουτίνα). Κι έλειπε πάντα τις κρίσιμες στιγμές. Τον χαλούσε η ζέστη, τα λόγια του παπά...
Πάνω που σώζαμε πχ εργασία που ήταν για παράδοση αυθημερόν, του η/υ του σωζόταν το λάδι στο καντήλι. Αρνούνταν να εκτυπώσει, έκανε πως ψυχορραγούσε και μας άφηνε να προσευχόμαστε για σωτηρία (τη δική του, τη δική μας και του αρχείου).
Ήταν δυσκίνητος σα σοβιετία, δεν έπαιρνε από μεταρρυθμίσεις.
Την αναβάθμιση που πήγα να του κάνω τη διάβασε σαν περεστρόικα και δεν τη σήκωσε. Άνοιξαν οι ασκοί της αντεπανάστασης και κατέρρευσε εν μια νυκτί (κοιμήθηκε η/υ και ξύπνησε παλιοσίδερο για τα σκουπίδια).
Ήταν γεννημένος γραφειοκράτης, τυπικό δείγμα νομενκλατούρας που δήλωνε διανοούμενος. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές, αρνούνταν να προσαρμοστεί, σχεδόν φοβόταν το καινούριο. Ζητούσε πιο αργούς ρυθμούς, αλλά κατά βάθος δεν ήθελε καθόλου μεταρρυθμίσεις και περεστρόικα.
Κλασικό μπρεζνιεφικό απολίθωμα που αποκοιμήθηκε κι έχασε το τρένο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (οι φίλοι μας λένε ετε).
Φταίω κι εγώ όμως. Με πνεύμα αγράμματου μουζίκου που φοβόταν όταν έβλεπε τα τρένα, αλλά τον εκτόπισαν με το στανιό (βάση κεντρικού σχεδιασμού) στην πόλη να γίνει εργατική τάξη για να κακομεταχειρίζεται τις μηχανές και να τις καταστρέφει.
Άφηνα αναμμένα οθόνη και ηχεία να καίνε, το ποντίκι μες στη σκόνη μέχρι να πιάσει πραγματικά ποντίκια, τον έσβηνα από κάτω κάθε φορά που με νευρίαζε κοκ. Εκτός απ' τη νοοτροπία μουζίκου, με έπιανε λίγο και το λουδίτικό μου σε τέτοιες φάσεις.
Λουδίτης όμως μου βγήκε κι αυτός. Κατέστρεφε κάθε καινούρια τεχνολογία που ένιωθε να απειλεί τη θέση του.
Χάλασε ένα καινούριο σι-ντι ρεκόρντερ, μάσησε σαν κουταλιανός πολλές δισκέτες, αποδέχτηκε απρόθυμα την ευρυζωνικότητα. Κολλούσε με αργούς ρυθμούς μουζίκου σε οτιδήποτε ήταν σύνθετο και περίπλοκο γι' αυτόν. Ύστερα και στα απλά από κεκτημένη ταχύτητα.
Στο τέλος κάηκε από αυτά που τον έβαζα να γράφει και να σηκώνει στο μπλοκ. Κι έψαχνε απλώς μια αφορμή.
Τη βρήκε στον 320άρη δίσκο που πήγα να του ενσωματώσω. Διάβασε όμως μπιτσάκη και διάλεξε τη ρήξη απ' την ενσωμάτωση.
Είχε μια μεγάλη αγκαλιά που χωρούσε κάθε καμένη σκέψη που ζητούσε φιλοξενία, αλλά τα 320 γίγα του φάνηκαν άβυσσος. Προτίμησε να τη διαβεί όπως νόμιζε ο ίδιος καλύτερα.
Έδωσε τέλος με μια επίθεση αυτοκτονίας τραγουδώντας πάριο, 220 βολτ νιώθω μέσα μου να με χτυπούν, (μπορεί και βατ, μικρή σημασία έχει).
Ο ηλεκτρονικός του τράχηλος δεν υπόμενε ζυγό.
Τελευταία του επιθυμία ήταν να διασκορπιστούν τα τσιπάκια του στο αιγαίο και να παραμείνει άταφος για να εμπνέει με την αποσύνθεση και τη σαπίλα του.
Του αξίζει να πάει στην παράδεισο, ό,τι κι αν έχει εκεί για τους η/υ της κατηγορίας του. Τεμπελιά και στασιμότητα (μπρεζνιεφική) βασικά, θα του ταίριαζε πιο πολύ απ' όλα. Και μια καλή θηλυκιά να ζευγαρώσει και να κάνει απογόνους (με σοβαρό κίνδυνο να βγουν καθυστερημένοι αν πάρουν τα δικά του γονίδια. Απολιθώματα νέας γενιάς).
Αν είχε υπ' όψιν του ο μαρξ τον η/υ δεν θα είχε γράψει ποτέ τα γκρουντρίσε. Εκεί δηλ που μιλάει για την πνευματική εργασία, την ανάδειξη της γενικής διάνοιας σε βασική παραγωγική δύναμη.
Θεωρητικά οι υπολογιστές είναι πρόδρομοι της αυτοματοποίησης, οι αγγελιοφόροι του κομμουνιστικού μέλλοντος της εργασίας. Αλλά ο δικός μου με κούραζε περισσότερο κι από χειρωνακτική εργασία. Μάλλον απόδειξη του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας ήταν παρά οτιδήποτε άλλο.
Έχει μια θέση μαζί με το κράτος και τα άλλα παλιοπράγματα στο χρονοντούλαπο με τις αναμνήσεις των ταξικών κοινωνιών.
Αν ήταν στο χέρι μου δεν θα άφηνα να τερματιστεί τόσο νωρίς κι άδοξα η σχέση μας. Κι ας είχε τόσα προβλήματα.
Σαν τη σχέση μου με την οργάνωση ένα πράγμα. Και βασικά όλες λίγο-πολύ, τώρα που το σκέφτομαι. Ποτέ δε διάλεξα τη διαγραφή, άφηνα τους άλλους να το κάνουν.
Ούτε εμένα μου αρέσουν οι αλλαγές κι οι προσαρμογές.
Τώρα με άφησε ορφανό σαν χρόνη μίσσιο, να του διηγούμαι όλα όσα ακολουθούν και να του γράφω τη συνέχεια του καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς.
Καλή αντάμωση η/υ.
Ο παλιός μου υπολογιστής ήταν καλός άνθρωπος.
Καταρχήν ήταν άνθρωπος, με κουσούρια κι αδυναμίες, κατ' εικόνα και ομοίωσι του ιδιοκτήτη του. Πεισματάρης, αντιδραστικός, όχι ιδιαίτερα συνεργάσιμος.
Κι εμένα στην οργάνωση, οι συνεργασίες ήταν το χειρότερό μου. Για μένα αλλά και για αυτόν που τις καλούσε. Φροντίζαμε κι οι δυο γι' αυτό.
Πέρα από αυτό ήταν καλός άνθρωπος. Κι ας μη μιλούσαμε τόσο τα πρώτα χρόνια.
Και τι να λέγαμε δηλ; Μηδέν, ένα και πάλι μηδέν. Άντε και δέκα στο τσακίρ κέφι. Κάπου εκεί μέναμε από θέματα κι ο γάμος σχολούσε.
Ούτε να τον ποτίσω, ούτε να τον ταΐσω μπορούσα. Τον άφηνα στην ησυχία του.
Κι αυτός είχε χίλια δύο εξαρτήματα, αλλά κανένα δεν κουνιόταν σαν ουρά, να δείξει πως χαίρεται που με βλέπει, μια ανταπόκριση τέλος πάντων.
Μου έβγαζε μόνο κάτι ακατανόητα παραθυράκια κάθε τρεις και λίγο, γεμάτα κόκκινα απαγορευτικά, που με ενημέρωναν ότι έφερνα την καταστροφή του κόσμου και με γέμιζαν ενοχές κι απορίες.
Και νεύρα μαζί, οπότε τον έβγαζα απ' την πρίζα και κάναμε μέρες μετά να μιλήσουμε.
Είχαμε αναπτύξει μια αμφίδρομη μη επικοινωνία κι απλώς συνυπήρχαμε ειρηνικά μες στο δωμάτιο, ο καθένας στον χώρο του. Κατά μία έννοια, αλληλοαποκλειόμασταν αγνοώντας αμοιβαία ο ένας τον άλλον.
Δεν έχω καταλάβει πολύ καλά τι είναι η αρνητική (ή αντίστροφη) διαλεκτική του αντόρνο καραμπάχ (όπως τον λέμε με έναν φίλο), αλλά η μαρξίζουσα διαίσθησή μου (sic) μου λέει ότι αν υπάρχει ένα παράδειγμα που να την αποδεικνύει, είναι αυτό με τον υπολογιστή μου και τη μη σχέση που είχαμε.
Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Μετα από επτά χρόνια φαγούρας και τυπικών σχέσεων, η σχέση μας αναθερμάνθηκε. Οι πάγοι σιγά-σιγά έσπαγαν, ο δρόμος άρχισε να χαράζεται.
Μπήκε το ίντερνετ στη ζωή μου (και η ζωή μου στο ίντερνετ) και κατάφερε να με κάνει αυτό που χλεύαζα, δηλ γενιά των μπλόκερ. Ένιωσα να μεταλλάσσομαι, ό,τι δεν πέτυχαν τόσα χρόνια εχθροί και φίλοι επαναθεμελιωτές.
Με τον καιρό αναπτύξαμε κώδικες επικοινωνίας, μάθαμε ο ένας τα χούγια του άλλου. Συνήθισα την υπεριώδη ακτινοβολία του με τα ανάστροφα μηνύματα που εξέπεμπε. Άκουγα τον ήχο του σα νανούρισμα γεμάτο μητρική κάρτα και στοργή. Κι όταν συχνά-πυκνά μούγκριζε σα λάντα στην ανηφόρα, με έλουζαν ρίγη συμπάθειας, συγκινημένος από την προσπάθεια που κατέβαλε.
Που ήταν το μόνο που μετρούσε ούτως ή άλλως. Αποτελέσματα σπάνια βλέπαμε.
Ο η/υ είχε πνεύμα πρωτοπόρου κομσομόλου, ανακάλυπτε πάντα πρώτες φορές κι απάτητες κορφές.
Ιδίως σαν έρχονταν διάφοροι ειδικοί να διεκπεραιώσουν μια δουλειά ρουτίνας, που ήταν πολύ εύκολη και μπορούσα να τη μάθω κι εγώ, πριν καταλήξουν με τη γνωστή ατάκα: πρώτη φορά μου συμβαίνει.
Και μετά, καφές και λόγια παρηγοριάς, να τους πείσω ότι δε φταίνε αυτοί, δεν είναι σεξουαλικά ανίκανοι, είναι ο η/υ που δεν πέφτει εύκολα.
Ήθελε πάντα ειδική μεταχείριση. Να τον πιάσει το γλυκύ του που έλεγε η παγώνα για τον θερμοσίφουνα.
Αλλιώς έκανε μια μέρα να κατεβάσει κάτι. Κι εγώ έκανα υπομονή, λόγω της ημέρας σαν αντωνάκης (πάει και το μου).
Πού θα πάει δεν θα ξημερώσει;
Το γλυκύ του όμως ερχόταν μέρα παραμέρα (μη συνηθίζουμε και γίνει ρουτίνα). Κι έλειπε πάντα τις κρίσιμες στιγμές. Τον χαλούσε η ζέστη, τα λόγια του παπά...
Πάνω που σώζαμε πχ εργασία που ήταν για παράδοση αυθημερόν, του η/υ του σωζόταν το λάδι στο καντήλι. Αρνούνταν να εκτυπώσει, έκανε πως ψυχορραγούσε και μας άφηνε να προσευχόμαστε για σωτηρία (τη δική του, τη δική μας και του αρχείου).
Ήταν δυσκίνητος σα σοβιετία, δεν έπαιρνε από μεταρρυθμίσεις.
Την αναβάθμιση που πήγα να του κάνω τη διάβασε σαν περεστρόικα και δεν τη σήκωσε. Άνοιξαν οι ασκοί της αντεπανάστασης και κατέρρευσε εν μια νυκτί (κοιμήθηκε η/υ και ξύπνησε παλιοσίδερο για τα σκουπίδια).
Ήταν γεννημένος γραφειοκράτης, τυπικό δείγμα νομενκλατούρας που δήλωνε διανοούμενος. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές, αρνούνταν να προσαρμοστεί, σχεδόν φοβόταν το καινούριο. Ζητούσε πιο αργούς ρυθμούς, αλλά κατά βάθος δεν ήθελε καθόλου μεταρρυθμίσεις και περεστρόικα.
Κλασικό μπρεζνιεφικό απολίθωμα που αποκοιμήθηκε κι έχασε το τρένο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (οι φίλοι μας λένε ετε).
Φταίω κι εγώ όμως. Με πνεύμα αγράμματου μουζίκου που φοβόταν όταν έβλεπε τα τρένα, αλλά τον εκτόπισαν με το στανιό (βάση κεντρικού σχεδιασμού) στην πόλη να γίνει εργατική τάξη για να κακομεταχειρίζεται τις μηχανές και να τις καταστρέφει.
Άφηνα αναμμένα οθόνη και ηχεία να καίνε, το ποντίκι μες στη σκόνη μέχρι να πιάσει πραγματικά ποντίκια, τον έσβηνα από κάτω κάθε φορά που με νευρίαζε κοκ. Εκτός απ' τη νοοτροπία μουζίκου, με έπιανε λίγο και το λουδίτικό μου σε τέτοιες φάσεις.
Λουδίτης όμως μου βγήκε κι αυτός. Κατέστρεφε κάθε καινούρια τεχνολογία που ένιωθε να απειλεί τη θέση του.
Χάλασε ένα καινούριο σι-ντι ρεκόρντερ, μάσησε σαν κουταλιανός πολλές δισκέτες, αποδέχτηκε απρόθυμα την ευρυζωνικότητα. Κολλούσε με αργούς ρυθμούς μουζίκου σε οτιδήποτε ήταν σύνθετο και περίπλοκο γι' αυτόν. Ύστερα και στα απλά από κεκτημένη ταχύτητα.
Στο τέλος κάηκε από αυτά που τον έβαζα να γράφει και να σηκώνει στο μπλοκ. Κι έψαχνε απλώς μια αφορμή.
Τη βρήκε στον 320άρη δίσκο που πήγα να του ενσωματώσω. Διάβασε όμως μπιτσάκη και διάλεξε τη ρήξη απ' την ενσωμάτωση.
Είχε μια μεγάλη αγκαλιά που χωρούσε κάθε καμένη σκέψη που ζητούσε φιλοξενία, αλλά τα 320 γίγα του φάνηκαν άβυσσος. Προτίμησε να τη διαβεί όπως νόμιζε ο ίδιος καλύτερα.
Έδωσε τέλος με μια επίθεση αυτοκτονίας τραγουδώντας πάριο, 220 βολτ νιώθω μέσα μου να με χτυπούν, (μπορεί και βατ, μικρή σημασία έχει).
Ο ηλεκτρονικός του τράχηλος δεν υπόμενε ζυγό.
Τελευταία του επιθυμία ήταν να διασκορπιστούν τα τσιπάκια του στο αιγαίο και να παραμείνει άταφος για να εμπνέει με την αποσύνθεση και τη σαπίλα του.
Του αξίζει να πάει στην παράδεισο, ό,τι κι αν έχει εκεί για τους η/υ της κατηγορίας του. Τεμπελιά και στασιμότητα (μπρεζνιεφική) βασικά, θα του ταίριαζε πιο πολύ απ' όλα. Και μια καλή θηλυκιά να ζευγαρώσει και να κάνει απογόνους (με σοβαρό κίνδυνο να βγουν καθυστερημένοι αν πάρουν τα δικά του γονίδια. Απολιθώματα νέας γενιάς).
Αν είχε υπ' όψιν του ο μαρξ τον η/υ δεν θα είχε γράψει ποτέ τα γκρουντρίσε. Εκεί δηλ που μιλάει για την πνευματική εργασία, την ανάδειξη της γενικής διάνοιας σε βασική παραγωγική δύναμη.
Θεωρητικά οι υπολογιστές είναι πρόδρομοι της αυτοματοποίησης, οι αγγελιοφόροι του κομμουνιστικού μέλλοντος της εργασίας. Αλλά ο δικός μου με κούραζε περισσότερο κι από χειρωνακτική εργασία. Μάλλον απόδειξη του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας ήταν παρά οτιδήποτε άλλο.
Έχει μια θέση μαζί με το κράτος και τα άλλα παλιοπράγματα στο χρονοντούλαπο με τις αναμνήσεις των ταξικών κοινωνιών.
Αν ήταν στο χέρι μου δεν θα άφηνα να τερματιστεί τόσο νωρίς κι άδοξα η σχέση μας. Κι ας είχε τόσα προβλήματα.
Σαν τη σχέση μου με την οργάνωση ένα πράγμα. Και βασικά όλες λίγο-πολύ, τώρα που το σκέφτομαι. Ποτέ δε διάλεξα τη διαγραφή, άφηνα τους άλλους να το κάνουν.
Ούτε εμένα μου αρέσουν οι αλλαγές κι οι προσαρμογές.
Τώρα με άφησε ορφανό σαν χρόνη μίσσιο, να του διηγούμαι όλα όσα ακολουθούν και να του γράφω τη συνέχεια του καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς.
Καλή αντάμωση η/υ.
Ετικέτες
αντόρνο καραμπάχ,
γκρουντρίσε,
ειρηνική συνύπαρξη,
ετε,
θερμοσίφουνας,
λάντα,
στάζι
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο
Όλες οι παγκόσμιες μέρες είναι κοροϊδία σκέτη. Δεν είναι μόνο ότι πλέον γιορτάζεται το οτιδήποτε κι έχουμε παγκόσμιες μέρες για κάθε γελοιότητα. Είναι ότι ακόμα και σοβαρά θέματα (όπως το έιτζ, το περιβάλλον, η μητρότητα) ευτελίζονται και υποβαθμίζονται όταν γιορτάζονται εθιμοτυπικά μόνο μία φορά τον χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λένε για τη γιορτή της γυναίκας που γιορτάζει άπαξ ετησίως, ενώ ο άντρας το κάνει όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου.
Και η πρωτομαγιά; Η παγκόσμια γιορτή της εργατιάς; Μήπως δεν έχει γίνει κι αυτή εθιμοτυπική (αργία κι όχι απεργία δυστυχώς για τους περισσότερους που πάνε στην εξοχή για να πιάσουν γερά το μάη από τα αχαμνά, να μη τους φύγει); Άσε που δεν υπάρχει καμιά γιορτή του καπιταλιστή. Δεν έχουν ανάγκη αυτοί, γιορτάζουν 365 μέρες τον χρόνο.
Χμμ... κι εγώ γιατί ενθουσιάζομαι ρε γαμώτο κάθε φορά που έρχεται η πρωτομαγιά; Και είναι από τις λίγες φορές που με πιάνει και λίγο συναίσθημα, άντε και σε κανα πολυτεχνείο.
Λοιπόν, να το διορθώσουμε για να μην έχουμε δράματα κι εσωτερικές συγκρούσεις.
Οποιαδήποτε παγκόσμια μέρα είναι κοροϊδία αν δεν συνδυάζεται με αγώνα διαρκείας καθόλη τη διάρκεια του χρόνου.
Τώρα το στρώσαμε κάπως.
Όσοι τώρα πιστεύουν στα αλήθεια ότι στην ελλάδα έχουμε πετύχει τέτοια σύνδεση και ότι προβάλλονται σοβαρές αντιστάσεις, ας πατήσουν αριστερό κλικ με το ποντίκι τους χωρίς να αλλάξουν πλευρό. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουν χωρίς να κάνουν φασαρία...
Με τα αυτοκίνητα δε μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός. Ούτε εξοικειώθηκα, ούτε τα αγάπησα ποτέ.
Πχ όταν ακούω για ζευγαράκια που το κάνουν στο αυτοκίνητο δε μπορώ παρά να σκεφτώ ότι ήταν πήδημα, όχι έρωτας. Κι ας τρέφω αμέριστη αλληλεγγύη στα "άστεγα" ζευγάρια που δεν έχουν δική τους ερωτική φωλιά...
Όταν ήμουν μικρός είχα μια κάποια τρέλα με τα συγκρουόμενα, όπου στόχος μας ήταν πάντα οι φιλήσυχοι οδηγοί που είχαν ανέβει με την ψεύτικη ελπίδα για μια ήσυχη βόλτα. Εγώ ευτυχώς το απέβαλα σχετικά νωρίς το σύνδρομο και πλέον δεν ανεβαίνω ούτε σε συγκρουόμενα (όπου συν τοις άλλοις δεν χωράω). Οι υπόλοιποι συνομήλικοι μου το ανέπτυξαν περαιτέρω στα ηλεκτρονικά και το κουβαλάν μέχρι σήμερα στους δρόμους.
Η μαλακία βέβαια είναι ότι αν χάσεις, δεν έχεις άλλη ζωή.
Ήδη από τότε πάντως είχα κάποιες βεβαιότητες. Κυρίως για πράγματα που δεν θα μπορούσα ποτέ να με φανταστώ να τα κάνω, όπως το να μάθω να συμπληρώνω φορολογικές δηλώσεις, ή να βρίσκω δουλειά (δεν έχει γίνει το δεύτερο κι έτσι δεν χρειάστηκε ούτε το πρώτο μέχρι στιγμής). Το να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει όταν ανοίγεις το καπό ενός αυτοκινήτου και αντικρίζεις ένα σωρό συναρτήματα που για σένα δεν είναι παρά ασυναρτησίες, ήταν ένα από αυτά τα πράγματα. Και εξακολυθεί να είναι μέχρι σήμερα.
Η μόνη μου τρυφερή αυτοκινητική ανάμνηση έχει να κάνει με το παλιό μας λάντα, το οποίο καταλάβαινα από μακριά όταν ερχόταν από τον ήχο της μηχανής του που μούγκριζε.
Όποιος έπαιρνε λάντα στη δεκαετία του 80 θεωρούσε κομματικό του καθήκον να το παινέψει και να το συστήσει ανεπιφύλακτα στους συντρόφους του.
"Γαϊδούρι" έλεγε ένας φίλος στον άβερελ (παρατσούκλι του αρσενικού μου γονιού) "δεν καταλαβαίνει τίποτα". Κι είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε κι εμείς σε κάτι ανηφόρες που τις ανέβαινε με 30 το πολύ. Ντε, βρε... ντε...
"Και να ξανάπαιρνα αμάξι πάλι λάντα θα έπαιρνα" συνέχιζε ο φίλος και κάπως έτσι την πατήσαμε κι εμείς. Τελικά κάποια εξαγορά στα μουλωχτά πρέπει να παίχτηκε, γιατί όταν ξαναπήρε αμάξι στα κοντά πήρε φολκσβάγκεν. Η εξαγορά αυτή είναι όπως εκείνα τα ρεπορτάζ που ετοίμαζε ο πρωταγωνιστής στο goodbye Lenin για τη μητέρα του, που αποδείκνυαν ότι η κόκα-κόλα στην πραγματικότητα ήταν σοσιαλιστικής εμπνεύσεως συνταγή (κι αυτό για να δικαιολογήσει μια διαφήμιση που φαινόταν από το παράθυρό της). Εγώ όμως τον δικαιολογώ -τον φίλο- γιατί εκείνη την περίοδο το να πάρεις δεύτερη φορά λάντα στο καπάκι (που και σοβιετικός να ήσουν σιγά μην έπαιρνες αμάξι και μάλιστα δύο) ήταν απαράμιλλο δείγμα κομματικής αφοσίωσης, εφάμιλλο με αυτό των κομμουνιστών που έπιναν νερό από το τσέρνομπιλ για να αποδείξουν ότι ήταν ακίνδυνο.
Τον άβερελ μετά τον έπιασαν τα ναρίτικα και έλεγε για την κακή ποιότητα των σοβιετικών προϊόντων και κάτι τρανζιστοράκια που έπαιρνε και χαλούσαν πάνω στη βδομάδα. Αλλά αυτά είναι προπαγάνδα κι εγώ δεν τα πιστεύω.
Εμένα πάλι μου έχει μείνει η εικόνα από το λάντα μας που μένει άχρηστο στην πυλωτή με ξεφούσκωτα λάστιχα και εικόνα σοβιετικής ένωσης που καταρρέει. Έχω βάλει μέσα κάτι πάκους με εφημερίδες, που είναι απ' τα λίγα πράγματα που αγαπάω σε αυτόν τον κόσμο. Αν λιώσουν θα το κάνω μαυσωλείο για να το αξιοποιήσω τουριστικά και θα ζητήσω να με θάψουν μέσα του.
Κατά τα άλλα είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στόρι της ταινίας με το κατσαριδάκι είναι κλεμμένο από κάποια αληθινή ιστορία με λάντα (όπως είχαν κάνει με την ντιναμό και την απόδραση των 11 του σταλόνε και του πελέ...).
Η πρώτη μου ενήλικη επαφή με τα αυτοκίνητα έγινε μέσω μιας φίλης που ζούσε στο καλοχώρι και πηγαινοερχόταν καθημερινά. Όταν κατάλαβα τι κακό χαμό (και πανικό) θέλει για να βρεις μια θέση πάρκινγκ στο κέντρο -για την οποία σου πασπατεύον και τα οπίσθια- άλλαξε η άποψη που είχα για τον κόσμο.
Πίστευα ότι οι οδηγοί είναι ψυχάκηδες, νευρωτικοί που ξεσπούν στο τιμόνι για όσα πέρασαν μες στη μέρα. Τελικά μάλλον ψύχραιμα το παίρνουν το πράγμα, αν το περνάν αυτό σε καθημερινή βάση...
Η πόλη είναι ένα απέραντο μπουρδέλο όπου το πρωί οι οδηγοί με τις θέσεις πάρκινγκ παίζουν τις μουσικές καρέκλες. Γυρνάνε γύρω-γύρω, αλλά πάντα κάποιος περισσεύει.
Εμείς όμως το θέμα για την υποθαλάσσια δεν το πολυ-σηκώνουμε, αφήνουμε να κάνουν κουμάντα και λεζάντα οι χαρούμενοι...
Όταν πρωτογνωρίζω κόσμο και τους λέω ότι δεν οδηγώ κι ούτε με ενδιαφέρει να μάθω, με κοιτούν σαν εξωγήινο. Και πώς ζεις; σε ρωτάνε λες και τους είπα ότι δεν αναπνέω, ή ότι δεν πίνω νερό.
Δεν το χωράει το μυαλό τους, είναι σα να λες "δύο" σε έναν υπολογιστή που επικοινωνεί με δυαδικό σύστημα. Το ίδιο ακριβώς που αντιμετώπιζα με τα κινητά προ 5ετίας -μέχρι που πήρα και ησύχασαν.
Ε, ντάξει με θεωρούν εξωγήινο για τόσα άλλα, ένα πάνω-ένα κάτω, δεν θα κολλήσουμε εκεί τώρα...
Στον στρατό το πολιτισμικό σοκ πάνω στο θέμα ήταν πολυεπίπεδο. Αν ο κόσμος ασχολούνταν με την πολιτική όσο με τα αυτοκίνητα και τις μηχανές... Και με τη μπάλα -που λέει ο λόγος- να ασχολούνταν τόσο, δε μπορεί, τόσο αποβλακωμένος δεν θα ήταν. Βρε με οτιδήποτε, αρκεί να άλλαζε παραστάσεις.
Το πράγμα όμως έγινε τρόπος ζωής με ολόκληρη ιδεολογία.
Σε ένα περιοδικό κάποιος έγραφε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας από την αυτοκίνηση!
Τώρα τι ακριβώς ελευθερία νιώθεις αυτοακίνητος σε ένα μποτιλιάρισμα χωρίς τέλος, το δικό μου το δογματικό το μυαλό δε φτάνει για να το αντιληφτεί.
Το σημαντικό όμως είναι ότι εμπεδώνεται στον κόσμο μια αντίληψη ελευθερίας εντελώς φτηνή και ατομική. Η (ψευδ)αίσθηση του απόλυτου ελέγχου, το να είσαι αφέντης στον μικρόκοσμό σου -αλλά υποτελής ως εκεί που δεν παίρνει στον πραγματικό κόσμο.
Το παρατηρώ και στα άτομα από το περιβάλλον μου, παλιότερα και σε μένα τον ίδιο. Σπάνια συναντάς πιο εκνευρισμένο άνθρωπο από κάποιον που χαλάει πχ η εικόνα στην τηλεόρασή του, ή παθαίνει κάτι το αμάξι του και δε μπορεί να φτάσει στον προορισμό του.
"Μα δεν έχω δικαίωμα να δω ένα σίριαλ με την ησυχία μου"; κραυγή αγανάκτησης που ο καθένας μας άκουσε (αν όχι έβγαλε) κάποια στιγμή στη ζωή του. Και για ανθρώπινη δουλειά και μισθο έχεις δικαίωμα, αλλά εκεί δεν αγανακτείς έτσι...
Στην τελευταία κατηγορία με το αυτοκίνητο ανήκουν και οι αγανακτισμένοι πολίτες-οδηγοί που ποζάρουν στο φακό σε κάθε μεγάλη πορεία (ποτέ όμως όταν κλείνουν οι δρόμοι για κάποιον επίσημο). Το θέαμα με τους αγανακτισμένους έχει καταντήσει γραφικό, θα μπορούσε να είναι ξεχωριστή ειδικότητα σε σχολή θεάτρου.
Κατά τα άλλα "οι δρόμοι μας ανήκουν"...
Νομίζεις... Εδώ τους ανήκουν και τα πεζοδρόμια... Για τις μπάρες για τα αμεα μην το συζητάμε καν.
Τα ζόμπι πολλαπλασιάζονται.
Άτομα που νιώθουν ότι είναι μόνοι στο δρόμο και οδηγούν ακριβώς έτσι. Δυστυχισμένοι που βαριούνται αφόρητα και γεμίζουν το κενό της ζωής τους με αδρεναλίνη που τους χαρίζει η ταχύτητα (η αδρεναλίνη είναι στην κορυφή του συστήματος αξιών της σημερινής κοινωνίας). Μικροαστοί που μετράν την κοινωνική καταξίωση με τη μάρκα του αμαξιού που αγοράζουν. Πωρωμένοι καταναλωτές που προτιμούν τον καπιταλισμό συγκριτικά, γιατί στη σοβιετική ένωση δεν είχαν δικά τους αυτοκίνητα! Άτομα που γουστάρουν το μοντέλο, τη μηχανή, το χρώμα, το στιλ και δεν ξέρω τι άλλο. Φετιχισμός του κερατά δηλ (που στην κυριολεξία θα πει να μπερδεύεις την ουσία με το περιτύλιγμα, δηλ την ανάγκη για μετακίνηση με την ανάγκη για μοστράρισμα).
Ζω και αναπνέω για τη μέρα που τα αυτοκίνητα θα τα δίνουν με δελτίο. Όπως κάνανε στο αγαπημένο μας μπλοκ. Σε 100 χρόνια το πολύ θα τελειώσουν και τα αποθέματα πετρελαίου και τα αμάξια θα εξαφανιστούν ούτως ή άλλως, αλλά δε θα ζήσουμε αρκετά για να προλάβουμε αυτή την ευλογημένη μέρα.
Το αυτοκίνητο είναι το σύμβολο της ενσωμάτωσης, της εργατικής αριστοκρατίας στην οποία όλοι ονειρεύονται να ενταχτούν. Πες στον μικροαστό ότι στο σοσιαλισμό θα έχουμε μέσα μαζικής μεταφοράς κατά κύριο λόγο αντί για ΙΧ και θα έχεις κερδίσει έναν ορκισμένο ταξικό εχθρό. Στο μέλλον το παπαδαριό και η αντίδραση θα διακηρύσσει στους νοικοκυραίους ότι όταν θα έρθουν οι κομμουνιστές, θα τους αφήσουν μεν τις γυναίκες, αλλά θα τους πάρουν τα αυτοκίνητα για να τα κάνουν τρακτέρ και λεωφορεία.
Μπορεί το εμπόριο να ξεκίνησε με τα πλοία, η ατμομηχανή και το τρένο να ήταν το σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης, και η ανθρωπότητα να κατακτά τους ουρανούς και το διάστημα... αλλά το αυτοκίνητο είναι αυτό που έχει κατακτήσει την ανθρωπότητα, το κατεξοχήν σύμβολο του καπιταλισμού και της ψευτοευημερίας του.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα έρθει να πάρει το αυτοκίνητο και να το βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μαζί με το κράτος και τα υπόλοιπα παλιοπράγματα που αναλύει ο ένγκελς. Το πολύ-πολύ να υπάρχουν οχήματα που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια και κινούνται με αυτόματο GPS, χωρίς ανεύθυνους οδηγούς που σπέρνουν τον θάνατο. Άντε και μερικά για εκδρομές στην εξοχή, που θα μπορείς να τα νοικιάζεις. Αλλά όχι για μες στην πόλη.
Με βασάνιζε η υποψία ότι όλα αυτά τα λέω από εμπάθεια, ή γιατί ήμουν ευθυνόφοβος και γι' αυτό δεν ήθελα να μάθω να οδηγώ. Μέχρι που μίλησα με άνθρωπο που έζησε στην Σοβιετική ένωση -έστω τα τελυταία χρόνια του ξηλώματος της περεστρόικα.
"Μα δεν είμαστε όλοι κατάλληλοι για οδηγοί" μου είπε. Όποιος έχει ζήσει τους ελληνικούς δρόμους μπορεί να επιβεβαιώσει (πέρα από τα χάλια των δρόμων) του λόγου το αληθές. Οι μισοί και παραπάνω δεν κάνουν για το άθλημα (οι πιο πολλοί λόγω νεύρων, αν και δεν φτάινε πάντα οι οδηγοί για αυτό). Θέλει ειδικά προσόντα (και ψυχικά) για να είσαι οδηγός. Από τις πιο σοφές κουβέντες που έχω ακούσει ποτέ.
Κατά τα άλλα αυτός ο άνθρωπος έζησε την "κατάρρευση" του δημοσίου φορέα μεταφορών -του αντίστοιχου οασθ ή οασα ας πούμε- της μόσχας, την άναρχη επέκταση και το τραγικό χάλι της σημερινής πόλης, που έχει πάψει να είναι ανθρώπινη και έχει χειρότερο μποτιλιάρισμα και από την αθήνα. Εδώ χρησιμοποιεί μόνο αστικά και ποδαράκια.
Μετά από αυτό στα μάτια μου ενσαρκώνει τον νέο και ανώτερο τύπο ανθρώπου. Τον σοβιετικό.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα πάρει το σύνθημα της ημέρας χωρίς αυτοκίνητο και θα γράψει στη σημαία της: όχι ημέρα, αλλά ζωή χωρίς αυτοκίνητο...
Και η πρωτομαγιά; Η παγκόσμια γιορτή της εργατιάς; Μήπως δεν έχει γίνει κι αυτή εθιμοτυπική (αργία κι όχι απεργία δυστυχώς για τους περισσότερους που πάνε στην εξοχή για να πιάσουν γερά το μάη από τα αχαμνά, να μη τους φύγει); Άσε που δεν υπάρχει καμιά γιορτή του καπιταλιστή. Δεν έχουν ανάγκη αυτοί, γιορτάζουν 365 μέρες τον χρόνο.
Χμμ... κι εγώ γιατί ενθουσιάζομαι ρε γαμώτο κάθε φορά που έρχεται η πρωτομαγιά; Και είναι από τις λίγες φορές που με πιάνει και λίγο συναίσθημα, άντε και σε κανα πολυτεχνείο.
Λοιπόν, να το διορθώσουμε για να μην έχουμε δράματα κι εσωτερικές συγκρούσεις.
Οποιαδήποτε παγκόσμια μέρα είναι κοροϊδία αν δεν συνδυάζεται με αγώνα διαρκείας καθόλη τη διάρκεια του χρόνου.
Τώρα το στρώσαμε κάπως.
Όσοι τώρα πιστεύουν στα αλήθεια ότι στην ελλάδα έχουμε πετύχει τέτοια σύνδεση και ότι προβάλλονται σοβαρές αντιστάσεις, ας πατήσουν αριστερό κλικ με το ποντίκι τους χωρίς να αλλάξουν πλευρό. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουν χωρίς να κάνουν φασαρία...
Με τα αυτοκίνητα δε μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός. Ούτε εξοικειώθηκα, ούτε τα αγάπησα ποτέ.
Πχ όταν ακούω για ζευγαράκια που το κάνουν στο αυτοκίνητο δε μπορώ παρά να σκεφτώ ότι ήταν πήδημα, όχι έρωτας. Κι ας τρέφω αμέριστη αλληλεγγύη στα "άστεγα" ζευγάρια που δεν έχουν δική τους ερωτική φωλιά...
Όταν ήμουν μικρός είχα μια κάποια τρέλα με τα συγκρουόμενα, όπου στόχος μας ήταν πάντα οι φιλήσυχοι οδηγοί που είχαν ανέβει με την ψεύτικη ελπίδα για μια ήσυχη βόλτα. Εγώ ευτυχώς το απέβαλα σχετικά νωρίς το σύνδρομο και πλέον δεν ανεβαίνω ούτε σε συγκρουόμενα (όπου συν τοις άλλοις δεν χωράω). Οι υπόλοιποι συνομήλικοι μου το ανέπτυξαν περαιτέρω στα ηλεκτρονικά και το κουβαλάν μέχρι σήμερα στους δρόμους.
Η μαλακία βέβαια είναι ότι αν χάσεις, δεν έχεις άλλη ζωή.
Ήδη από τότε πάντως είχα κάποιες βεβαιότητες. Κυρίως για πράγματα που δεν θα μπορούσα ποτέ να με φανταστώ να τα κάνω, όπως το να μάθω να συμπληρώνω φορολογικές δηλώσεις, ή να βρίσκω δουλειά (δεν έχει γίνει το δεύτερο κι έτσι δεν χρειάστηκε ούτε το πρώτο μέχρι στιγμής). Το να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει όταν ανοίγεις το καπό ενός αυτοκινήτου και αντικρίζεις ένα σωρό συναρτήματα που για σένα δεν είναι παρά ασυναρτησίες, ήταν ένα από αυτά τα πράγματα. Και εξακολυθεί να είναι μέχρι σήμερα.
Η μόνη μου τρυφερή αυτοκινητική ανάμνηση έχει να κάνει με το παλιό μας λάντα, το οποίο καταλάβαινα από μακριά όταν ερχόταν από τον ήχο της μηχανής του που μούγκριζε.
Όποιος έπαιρνε λάντα στη δεκαετία του 80 θεωρούσε κομματικό του καθήκον να το παινέψει και να το συστήσει ανεπιφύλακτα στους συντρόφους του.
"Γαϊδούρι" έλεγε ένας φίλος στον άβερελ (παρατσούκλι του αρσενικού μου γονιού) "δεν καταλαβαίνει τίποτα". Κι είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε κι εμείς σε κάτι ανηφόρες που τις ανέβαινε με 30 το πολύ. Ντε, βρε... ντε...
"Και να ξανάπαιρνα αμάξι πάλι λάντα θα έπαιρνα" συνέχιζε ο φίλος και κάπως έτσι την πατήσαμε κι εμείς. Τελικά κάποια εξαγορά στα μουλωχτά πρέπει να παίχτηκε, γιατί όταν ξαναπήρε αμάξι στα κοντά πήρε φολκσβάγκεν. Η εξαγορά αυτή είναι όπως εκείνα τα ρεπορτάζ που ετοίμαζε ο πρωταγωνιστής στο goodbye Lenin για τη μητέρα του, που αποδείκνυαν ότι η κόκα-κόλα στην πραγματικότητα ήταν σοσιαλιστικής εμπνεύσεως συνταγή (κι αυτό για να δικαιολογήσει μια διαφήμιση που φαινόταν από το παράθυρό της). Εγώ όμως τον δικαιολογώ -τον φίλο- γιατί εκείνη την περίοδο το να πάρεις δεύτερη φορά λάντα στο καπάκι (που και σοβιετικός να ήσουν σιγά μην έπαιρνες αμάξι και μάλιστα δύο) ήταν απαράμιλλο δείγμα κομματικής αφοσίωσης, εφάμιλλο με αυτό των κομμουνιστών που έπιναν νερό από το τσέρνομπιλ για να αποδείξουν ότι ήταν ακίνδυνο.
Τον άβερελ μετά τον έπιασαν τα ναρίτικα και έλεγε για την κακή ποιότητα των σοβιετικών προϊόντων και κάτι τρανζιστοράκια που έπαιρνε και χαλούσαν πάνω στη βδομάδα. Αλλά αυτά είναι προπαγάνδα κι εγώ δεν τα πιστεύω.
Εμένα πάλι μου έχει μείνει η εικόνα από το λάντα μας που μένει άχρηστο στην πυλωτή με ξεφούσκωτα λάστιχα και εικόνα σοβιετικής ένωσης που καταρρέει. Έχω βάλει μέσα κάτι πάκους με εφημερίδες, που είναι απ' τα λίγα πράγματα που αγαπάω σε αυτόν τον κόσμο. Αν λιώσουν θα το κάνω μαυσωλείο για να το αξιοποιήσω τουριστικά και θα ζητήσω να με θάψουν μέσα του.
Κατά τα άλλα είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στόρι της ταινίας με το κατσαριδάκι είναι κλεμμένο από κάποια αληθινή ιστορία με λάντα (όπως είχαν κάνει με την ντιναμό και την απόδραση των 11 του σταλόνε και του πελέ...).
Η πρώτη μου ενήλικη επαφή με τα αυτοκίνητα έγινε μέσω μιας φίλης που ζούσε στο καλοχώρι και πηγαινοερχόταν καθημερινά. Όταν κατάλαβα τι κακό χαμό (και πανικό) θέλει για να βρεις μια θέση πάρκινγκ στο κέντρο -για την οποία σου πασπατεύον και τα οπίσθια- άλλαξε η άποψη που είχα για τον κόσμο.
Πίστευα ότι οι οδηγοί είναι ψυχάκηδες, νευρωτικοί που ξεσπούν στο τιμόνι για όσα πέρασαν μες στη μέρα. Τελικά μάλλον ψύχραιμα το παίρνουν το πράγμα, αν το περνάν αυτό σε καθημερινή βάση...
Η πόλη είναι ένα απέραντο μπουρδέλο όπου το πρωί οι οδηγοί με τις θέσεις πάρκινγκ παίζουν τις μουσικές καρέκλες. Γυρνάνε γύρω-γύρω, αλλά πάντα κάποιος περισσεύει.
Εμείς όμως το θέμα για την υποθαλάσσια δεν το πολυ-σηκώνουμε, αφήνουμε να κάνουν κουμάντα και λεζάντα οι χαρούμενοι...
Όταν πρωτογνωρίζω κόσμο και τους λέω ότι δεν οδηγώ κι ούτε με ενδιαφέρει να μάθω, με κοιτούν σαν εξωγήινο. Και πώς ζεις; σε ρωτάνε λες και τους είπα ότι δεν αναπνέω, ή ότι δεν πίνω νερό.
Δεν το χωράει το μυαλό τους, είναι σα να λες "δύο" σε έναν υπολογιστή που επικοινωνεί με δυαδικό σύστημα. Το ίδιο ακριβώς που αντιμετώπιζα με τα κινητά προ 5ετίας -μέχρι που πήρα και ησύχασαν.
Ε, ντάξει με θεωρούν εξωγήινο για τόσα άλλα, ένα πάνω-ένα κάτω, δεν θα κολλήσουμε εκεί τώρα...
Στον στρατό το πολιτισμικό σοκ πάνω στο θέμα ήταν πολυεπίπεδο. Αν ο κόσμος ασχολούνταν με την πολιτική όσο με τα αυτοκίνητα και τις μηχανές... Και με τη μπάλα -που λέει ο λόγος- να ασχολούνταν τόσο, δε μπορεί, τόσο αποβλακωμένος δεν θα ήταν. Βρε με οτιδήποτε, αρκεί να άλλαζε παραστάσεις.
Το πράγμα όμως έγινε τρόπος ζωής με ολόκληρη ιδεολογία.
Σε ένα περιοδικό κάποιος έγραφε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας από την αυτοκίνηση!
Τώρα τι ακριβώς ελευθερία νιώθεις αυτοακίνητος σε ένα μποτιλιάρισμα χωρίς τέλος, το δικό μου το δογματικό το μυαλό δε φτάνει για να το αντιληφτεί.
Το σημαντικό όμως είναι ότι εμπεδώνεται στον κόσμο μια αντίληψη ελευθερίας εντελώς φτηνή και ατομική. Η (ψευδ)αίσθηση του απόλυτου ελέγχου, το να είσαι αφέντης στον μικρόκοσμό σου -αλλά υποτελής ως εκεί που δεν παίρνει στον πραγματικό κόσμο.
Το παρατηρώ και στα άτομα από το περιβάλλον μου, παλιότερα και σε μένα τον ίδιο. Σπάνια συναντάς πιο εκνευρισμένο άνθρωπο από κάποιον που χαλάει πχ η εικόνα στην τηλεόρασή του, ή παθαίνει κάτι το αμάξι του και δε μπορεί να φτάσει στον προορισμό του.
"Μα δεν έχω δικαίωμα να δω ένα σίριαλ με την ησυχία μου"; κραυγή αγανάκτησης που ο καθένας μας άκουσε (αν όχι έβγαλε) κάποια στιγμή στη ζωή του. Και για ανθρώπινη δουλειά και μισθο έχεις δικαίωμα, αλλά εκεί δεν αγανακτείς έτσι...
Στην τελευταία κατηγορία με το αυτοκίνητο ανήκουν και οι αγανακτισμένοι πολίτες-οδηγοί που ποζάρουν στο φακό σε κάθε μεγάλη πορεία (ποτέ όμως όταν κλείνουν οι δρόμοι για κάποιον επίσημο). Το θέαμα με τους αγανακτισμένους έχει καταντήσει γραφικό, θα μπορούσε να είναι ξεχωριστή ειδικότητα σε σχολή θεάτρου.
Κατά τα άλλα "οι δρόμοι μας ανήκουν"...
Νομίζεις... Εδώ τους ανήκουν και τα πεζοδρόμια... Για τις μπάρες για τα αμεα μην το συζητάμε καν.
Τα ζόμπι πολλαπλασιάζονται.
Άτομα που νιώθουν ότι είναι μόνοι στο δρόμο και οδηγούν ακριβώς έτσι. Δυστυχισμένοι που βαριούνται αφόρητα και γεμίζουν το κενό της ζωής τους με αδρεναλίνη που τους χαρίζει η ταχύτητα (η αδρεναλίνη είναι στην κορυφή του συστήματος αξιών της σημερινής κοινωνίας). Μικροαστοί που μετράν την κοινωνική καταξίωση με τη μάρκα του αμαξιού που αγοράζουν. Πωρωμένοι καταναλωτές που προτιμούν τον καπιταλισμό συγκριτικά, γιατί στη σοβιετική ένωση δεν είχαν δικά τους αυτοκίνητα! Άτομα που γουστάρουν το μοντέλο, τη μηχανή, το χρώμα, το στιλ και δεν ξέρω τι άλλο. Φετιχισμός του κερατά δηλ (που στην κυριολεξία θα πει να μπερδεύεις την ουσία με το περιτύλιγμα, δηλ την ανάγκη για μετακίνηση με την ανάγκη για μοστράρισμα).
Ζω και αναπνέω για τη μέρα που τα αυτοκίνητα θα τα δίνουν με δελτίο. Όπως κάνανε στο αγαπημένο μας μπλοκ. Σε 100 χρόνια το πολύ θα τελειώσουν και τα αποθέματα πετρελαίου και τα αμάξια θα εξαφανιστούν ούτως ή άλλως, αλλά δε θα ζήσουμε αρκετά για να προλάβουμε αυτή την ευλογημένη μέρα.
Το αυτοκίνητο είναι το σύμβολο της ενσωμάτωσης, της εργατικής αριστοκρατίας στην οποία όλοι ονειρεύονται να ενταχτούν. Πες στον μικροαστό ότι στο σοσιαλισμό θα έχουμε μέσα μαζικής μεταφοράς κατά κύριο λόγο αντί για ΙΧ και θα έχεις κερδίσει έναν ορκισμένο ταξικό εχθρό. Στο μέλλον το παπαδαριό και η αντίδραση θα διακηρύσσει στους νοικοκυραίους ότι όταν θα έρθουν οι κομμουνιστές, θα τους αφήσουν μεν τις γυναίκες, αλλά θα τους πάρουν τα αυτοκίνητα για να τα κάνουν τρακτέρ και λεωφορεία.
Μπορεί το εμπόριο να ξεκίνησε με τα πλοία, η ατμομηχανή και το τρένο να ήταν το σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης, και η ανθρωπότητα να κατακτά τους ουρανούς και το διάστημα... αλλά το αυτοκίνητο είναι αυτό που έχει κατακτήσει την ανθρωπότητα, το κατεξοχήν σύμβολο του καπιταλισμού και της ψευτοευημερίας του.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα έρθει να πάρει το αυτοκίνητο και να το βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μαζί με το κράτος και τα υπόλοιπα παλιοπράγματα που αναλύει ο ένγκελς. Το πολύ-πολύ να υπάρχουν οχήματα που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια και κινούνται με αυτόματο GPS, χωρίς ανεύθυνους οδηγούς που σπέρνουν τον θάνατο. Άντε και μερικά για εκδρομές στην εξοχή, που θα μπορείς να τα νοικιάζεις. Αλλά όχι για μες στην πόλη.
Με βασάνιζε η υποψία ότι όλα αυτά τα λέω από εμπάθεια, ή γιατί ήμουν ευθυνόφοβος και γι' αυτό δεν ήθελα να μάθω να οδηγώ. Μέχρι που μίλησα με άνθρωπο που έζησε στην Σοβιετική ένωση -έστω τα τελυταία χρόνια του ξηλώματος της περεστρόικα.
"Μα δεν είμαστε όλοι κατάλληλοι για οδηγοί" μου είπε. Όποιος έχει ζήσει τους ελληνικούς δρόμους μπορεί να επιβεβαιώσει (πέρα από τα χάλια των δρόμων) του λόγου το αληθές. Οι μισοί και παραπάνω δεν κάνουν για το άθλημα (οι πιο πολλοί λόγω νεύρων, αν και δεν φτάινε πάντα οι οδηγοί για αυτό). Θέλει ειδικά προσόντα (και ψυχικά) για να είσαι οδηγός. Από τις πιο σοφές κουβέντες που έχω ακούσει ποτέ.
Κατά τα άλλα αυτός ο άνθρωπος έζησε την "κατάρρευση" του δημοσίου φορέα μεταφορών -του αντίστοιχου οασθ ή οασα ας πούμε- της μόσχας, την άναρχη επέκταση και το τραγικό χάλι της σημερινής πόλης, που έχει πάψει να είναι ανθρώπινη και έχει χειρότερο μποτιλιάρισμα και από την αθήνα. Εδώ χρησιμοποιεί μόνο αστικά και ποδαράκια.
Μετά από αυτό στα μάτια μου ενσαρκώνει τον νέο και ανώτερο τύπο ανθρώπου. Τον σοβιετικό.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα πάρει το σύνθημα της ημέρας χωρίς αυτοκίνητο και θα γράψει στη σημαία της: όχι ημέρα, αλλά ζωή χωρίς αυτοκίνητο...
Ετικέτες
αγανακτισμένοι οδηγοί,
λάντα,
μικροαστοί,
σημαία,
σοβιετικός τύπος ανθρώπου,
τρακτέρ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)