Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατηγική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατηγική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Η στρατηγική του ΚΚΕ στα χρόνια της χούντας

Δεν είμαι σίγουρος πόσο ενδιαφέροντα είναι αυτά τα κείμενα για την πλειοψηφία των αναγνωστών. Πάντως η κε του μπλοκ συνεχίζει -από εκεί που είχε σταματήσει- παρουσιάζοντας κάποια σημεία από την ομιλία της Αλέκας στην εκδήλωση των εκπαιδευτικών για τα 50 χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας και μια δεύτερη σχετικά αυτοτελή θεματική για τη στρατηγική και την πολιτική στάση του ΚΚΕ, και κατ' επέκταση τη στάση των άλλων κομμάτων, στα χρόνια της χούντας.

Η Αλέκα ξεκίνησε με την εκτίμηση πως το ΚΚΕ βρέθηκε στη χειρότερη στιγμή της ιστορίας του -που είναι κατά τη γνώμη μου συζητήσιμη, εφόσον είχε προηγηθεί πχ η δικτατορία του Μεταξά, που είχε πρακτικά διαλύσει το κόμμα, κι ακολούθησε, πολλά χρόνια αργότερα, το τσουνάμι της παγκόσμιας αντεπανάστασης, που απειλούσε να μας πλακώσει. Αλλά υπάρχουν πολύ σοβαρά επιχειρήματα, για να στηρίξει κανείς αυτήν την άποψη.

Το κόμμα δεν είχε παράνομες οργανώσεις και πυρήνες κομματικών μελών στην Ελλάδα. Κινδύνευε να διαχυθεί στην ΕΔΑ. Είχε προβληματική στρατηγική αντίληψη που κινούνταν στη λογική των σταδίων -κάνοντας λόγο μάλιστα, προγραμματικά, για μη μονοπωλιακή (εθνική) αστική τάξη, που ήταν δυνητικός σύμμαχος. Κι είχε να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό του τη δράση της οπορτουνιστικής ομάδας που επιδίωκε τη μετεξέλιξη της ΕΔΑ σε κόμμα, που θα αντικαθιστούσε το ΚΚΕ.

Η ομάδα αυτή (Παρτσαλίδη, Δημητρίου, Ζωγράφου) συγκρότησε το λεγόμενο ΚΚΕ εσωτερικού, μετά τη διάσπαση του 68', η οποία ουσιαστικά είχε συντελεστεί νωρίτερα -στα πλαίσια της 10ης ολομέλειας- αλλά δρομολογήθηκε κι οριστικοποιήθηκε μετά τη χούντα, στη 12η Ολομέλεια του 68', που είχε ιστορική σημασία, αλλά και συγκεκριμένους πολιτικούς περιορισμούς.

Το ΚΚΕ παρέμεινε συνεπές στην αναγνώριση του μαρξισμού-λενινισμού ως βασικής προγραμματικής αρχής, και δεν ξέπεσε ποτέ στο επίπεδο του χυδαίου αντισοβιετισμού, που κορυφώθηκε τη χρονιά της διάσπασης, με τη λεγόμενη άνοιξη της Πράγας και τη διαμόρφωση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Η διαφύλαξη αυτών των χαρακτηριστικών οφείλεται εν πολλοίς στις αποφάσεις της ολομέλειας, όπου βάρυνε με τη σειρά της -παίζοντας καθοριστικό ρόλο- η ιστορική παρακαταθήκη των μεγάλων λαϊκών αγώνων της δεκαετίας του 40'. Μπορεί το κόμμα να μην απαλλάχθηκε από προβληματικά στοιχεία στο πρόγραμμα και τη στρατηγική του, που αποτυπώθηκαν και στις επεξεργασίες των επόμενων χρόνων, αλλά το κόμμα "κρατήθηκε", δε χρειάστηκε να ξεκινήσει ξανά από το μηδέν, κάτι που θα ήταν δύσκολο κι οδυνηρό, όπως δείχνει η πείρα από την παγκόσμια επικράτηση της αντεπανάστασης τα τελευταία χρόνια.

Σχετικά με την ολέθρια απόφαση του 58' για τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων, υπήρχε μεταξύ άλλων μια άποψη, που έκρινε ως σωστό αυτό το σκέλος, γιατί θεωρούσε ότι οι οργανώσεις είχαν διαβρωθεί από τους μηχανισμούς της ασφάλειας, αλλά πίστευε πως έπρεπε να δημιουργηθούν άλλες στη θέση τους.

Σε κάθε περίπτωση, το κόμμα αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες από αυτό το λάθος, καθώς έστελνε στελέχη του από το εξωτερικό για να δημιουργήσουν οργανώσεις σχεδόν από το μηδέν, χωρίς να υπάρχει η στήριξη ενός παράνομου μηχανισμού. Παρά τις διαδοχικές συλλήψεις πολλών στελεχών από τα κλιμάκια που έστελνε στην Ελλάδα το κόμμα, η δουλειά αυτή έδινε μια ώθηση, σε συνδυασμό και με τη συμβολή παλιών στελεχών-αγωνιστών που αφήνονταν ελεύθεροι, στα πλαίσια της "φιλελευθεροποίησης" με τη χούντα.

Το κόμμα ήταν η μόνη δύναμη που αντιλαμβανόταν την ανατροπή της χούντας με όρους λαϊκής αντίστασης, κι αγωνιστικούς πυρήνες στη βάση και τους τόπους δουλειάς, κι όχι με συναντήσεις κορυφών χωρίς αντίκρισμα. Δεν κατάφερε όμως να ξεφύγει από τη λογική της ενότητας (και με τα αστικά κόμματα) στο πλαίσιο της αντιδικτατορικής πάλης.

Σε προγραμματικό επίπεδο, οι επεξεργασίες του 9ου Συνεδρίου ήταν πιο προσεκτικές, αλλά είχαν λαθεμένη στρατηγική, αφού εξακολουθούσαν να τοποθετούν τη λογική των σταδίων και μάλιστα προχωρούσαν σε περαιτέρω κατακερματισμό των διάφορων φάσεων της επαναστατικής μετάβασης, αφού το στάδιο της λεγόμενης "Νέας Δημοκρατίας" (που τον εισήγαγε ως όρο ο Μάο, για να τον "κλέψει" μετά ο Καραμανλής για το κόμμα του) προβαλλόταν ως η πρώτη βαθμίδα του πρώτου αντι-ιμπεριαλιστικού σταδίου.

Η Αλέκα έπιασε και το ερώτημα αν/τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αν το ΚΚΕ είχε άλλο πρόγραμμα και σωστά επεξεργασμένη, επαναστατική στρατηγική. Ο αντιδικτατορικός αγώνες θα έμπαινε οπωσδήποτε στην προμετωπίδα ως στόχος πάλης, αλλά αν δεν ήταν αποσπασμένος από το στρατηγικό στόχο της επανάστασης, θα είχαμε ίσως ταχύτερη ωρίμανση κάποιων παραγόντων. Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό ως ενδιαφέρον και ιντριγκαδόρικο "αντιδιαλεκτικό" ιστορικό ερώτημα, πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί (διαφορετικά) η τακτική του κόμματος στη δεδομένη συγκυρία, σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, κατά την αλλαγή φρουράς της Μεταπολίτευσης ή πιο πριν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Παράλληλα, υπήρχε το ζήτημα της νομιμοποίησης του ΚΚΕ, που έμπαινε ως στόχος ήδη από την προδικτατορική ΕΔΑ, κι οι ποικίλες αντιλήψεις αστών πολιτικών, που διαφοροποιούνταν από την κυρίαρχη γραμμή της απαγόρευσης της νόμιμης δράσης του, όπως πχ του Σοφοκλή Βενιζέλου και του Μαρκεζίνη, που πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο η αστική εξουσία θα μπορούσε να ελέγξει καλύτερα το κόμμα.

Ενδιαφέρον είχε και μια αναφορά στη διαμόρφωση της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και τις ανταγωνιστικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ του "ΚΚΕ εσ." και του Α. Παπανδρέου -με το ΠΑΚ- για αυτό το ρόλο, οι οποίες καθόρισαν και τις βασικές διακυμάνσεις της αντιδικτατορικής ενότητας.

Περισσότερα, μετά την ανάγνωση της πρόσφατης σχετικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής, ή μετά την παρουσίασή της στην έδρα της ΚΕ.

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Ζητήματα τακτικής και στρατηγικής

(Αν κάποια από τα παρακάτω σημεία επαναλαμβάνονται σε σχετικά πρόσφατες αναρτήσεις, τότε ας θεωρηθεί στα πλαίσια του "επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως").

Τι εστί τακτική; Είναι το ευέλικτο κομμάτι της τακτικής, απαντούν κάποιοι σφοι. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η ευελιξία; Σε μια κάποια σχετική αυτονομία από το στρατηγικό στόχο, που μπαίνει ως αποτέλεσμα-προοπτική κι όχι ως προϋπόθεση; Ή σε κάτι άλλο;

Υπάρχει και μη ευέλικτο-αμετακίνητο κομμάτι της στρατηγικής; Ποιο είναι αυτό και πώς γίνεται ο διαχωρισμός; Και τι εννοούμε όταν λέμε "στρατηγική"; Μιλάμε για το ίδιο πράγμα ή μήπως πρέπει να το ορίσουμε-διευκρινίσουμε;

Η στρατηγική ταυτίζεται με το στρατηγικό στόχο; Είναι οι στρατηγικές επιλογές που οδηγούν σε αυτόν, όπως πχ το τρίπτυχο "αποδέσμευση (από την ΕΕ)-διαγραφή (του χρέους)-κοινωνικοποίηση (των μονοπωλίων)"; Αν ναι, τι από τα παραπάνω είναι ευέλικτο και πώς νοείται η ευελιξία του;
Ή είναι γενικά η αντίληψη κι ο σχεδιασμός για την κατάκτηση της εξουσίας, η λογική που διέπει το στρατηγικό σχεδιασμό; Η λογική των σταδίων πχ ήταν τακτική ή στρατηγική (και προβληματική σε κάθε περίπτωση) επιλογή;

Η τακτική συνδέεται άμεσα με την ευελιξία, με τη μέθοδο δοκιμή-σφάλμα, τη συχνή εναλλαγή, τη φαντασία, με δυο λόγια την αγωνία και συνεχή αναζήτηση για να βρεθεί η κατάλληλη μορφή-μέσο-σύνθημα. Η τακτική συνδέεται επίσης με τη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, προσαρμόζεται ευέλικτα στις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της, για να τις "εγκαταλείψει" μετά, όταν αλλάξουν οι συνθήκες, χωρίς να γαντζώνεται σε θεωρητικά σχήματα που αντιστοιχούσαν σε άλλες περιόδους.

Στον αντίποδα, οι τακτικές επιλογές δεν πρέπει να είναι αντιφατικές κι αλληνοαιρούμενες, να πλήττουν την αξιοπιστία της πολιτικής πρωτοπορίας. Πρέπει να γίνονται στη βάση αρχών, με σκοπό να υπηρετήσουν τη στρατηγική κι όχι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, εκλογικούς στόχους, πρόσκαιρα οφέλη που μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ, κτλ.

Ο Λένιν πχ έκανε λόγο στον Αριστερισμό -αν δεν κάνω λάθος- για τακτική συμπόρευση και με τους πιο αμφιταλαντευόμενους, προσωρινούς συμμάχους, εκφράζοντας την αγωνία του να γίνουν τα ΚΚ της δυτικής Ευρώπης πραγματικά μαζικά κι επικίνδυνα για την αστική τάξη της χώρας τους. Ήξερε όμως να ξεκόβει αποφασιστικά από το χυλό και να μη θυσιάζει το σκοπό χάριν μιας θολής ενότητας. Η πορεία των μπολσεβίκων το 17' είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της ευελιξίας. Αρνήθηκαν να μπουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με όλα τα εργατικά κόμματα που δρούσαν στα σοβιέτ (εσέροι, μενσεβίκοι), αλλά υποχώρησαν από τη θέση τους περί εθνικοποίησης της γης, για να εξασφαλίσουν τη συμμαχία των αριστερών εσέρων και την ευρεία υποστήριξη της αγροτιάς.

Πρέπει να έχουμε καθαρό, αν τα συνθήματα κι οι στόχοι πάλης μπαίνουν για ζύμωση στον κόσμο και συγκέντρωση δυνάμεων ή ως διεκδίκηση για άμεση υλοποίηση στο σήμερα, στο κυρίαρχο πλαίσιο (ή στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως συνηθίζουμε να λέμε), χωρίς αυτά προφανώς να χωρίζονται από σινικά τείχη. Τα διεκδικητικά πλαίσια αγώνα προβάλλουν στόχους για να συσπειρώσουν τον κόσμο και να οργανώσουν την πάλη του και μπορεί να πετύχουν ορισμένες κατακτήσεις, αλλά δεν μπορούν να υλοποιηθούν στο σύνολό τους από την αστική εξουσία -και κάθε επιμέρους νίκη είναι επισφαλής, όσο δε συνδέεται με ριζικές αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο. Ένα ξεχωριστό σύνθημα μπορεί από μόνο του να είναι ενσωματώσιμο, κρίνεται όμως από το συνολικό πλαίσιο πάλης στο οποίο εντάσσεται και τη λογική που προωθεί.

Προεκτείνοντας το παραπάνω σκεπτικό, κανένα αίτημα-σύνθημα-στόχος πάλης δεν είναι από μόνο του ρεφορμιστικό ή μαξιμαλιστικό. Κρίνεται από το συνολικό πλαίσιο πάλης κι από τη σημασία που έχει στην εκάστοτε συγκυρία -εάν μπορεί δηλαδή να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες, να ανεβάσει το επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και την αγωνιστικότητά τους- κι όχι από το αν μπορεί από μόνο του να κλονίσει την αστική εξουσία, γιατί δεν υπάρχει κανένα τέτοιο σύνθημα, ούτε μαγικά ραβδιά στην ταξική πάλη.

Η συγκεκριμένη ανάλυση είναι απαραίτητος όρος για τη διαλεκτική σκέψη. Αλλιώς μπορεί πχ να θεωρήσει κανείς καθαρό ρεφορμισμό τις οικονομικές διεκδικήσεις μιας πανεργατικής απεργίας, που δε βάζει θέμα αλλαγής τάξης στην εξουσία, και να περάσει για επαναστατική στάση και λογική κάτι μαυροκόκκινα μικροαστικά παιδιαρίσματα, που θέλουν παντού και πάντα γενική απεργία διαρκείας, ή γενική πολιτική απεργία -λες κι είναι θέμα προθέσεων ή φραστικών διακηρύξεων.

Με αυτήν την έννοια, κατά τη γνώμη μου έχει μεγαλύτερη σημασία μια συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης που δε θα εξηγεί αφηρημένα γιατί η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι ενσωματώσιμη από το σύστημα (που όντως μπορεί να είναι αν μείνει μετέωρο βήμα στο κενό, αν δε συνδεθεί με το άλμα της επανάστασης), αλλά συγκεκριμένα τη σημασία του στη συγκυρία: αν δηλ είναι ένα αίτημα που η ελληνική αστική τάξη αδυνατεί να ενσωματώσει, λόγω του στρατηγικού προσανατολισμού της στον ευρωμονόδρομο, και το οποίο μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες. Ή αν είναι ένα σύνθημα που ευνοεί την καλλιέργεια αυταπατών στις λαϊκές μάζες, σε μια περίοδο που τρίζει το οικοδόμημα της ΕΕ και ο ευρωσκεπτικισμός έρχεται ως νέο ανάχωμα στη δυσαρέσκεια και τις διάφορες αναζητήσεις που αναπτύσσονται στην εργατική τάξη.

Σε κάθε περίπτωση, το σύνθημα των κομμουνιστών -κατά τη γνώμη μου πάντα- δεν μπορεί παρά να είναι η αποδέσμευση από τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ, με την εργατική τάξη και το λαό στην εξουσία. Αυτό μεταφράζεται σε "αποδέσμευση με εργατική-λαϊκή εξουσία", που προβάλλεται θαρραλέα και με θετικό περιεχόμενο. Όχι σαν μια στείρα αντίθεση ιδεοληπτικού χαρακτήρα -όπως προσπαθούν να την εμφανίσουν οι ευρωλάγνοι όλων των αποχρώσεων. Ούτε όμως φοβικά και "υπερασπιστικά", πχ ως "ναι μεν αποδέσμευση, αλλά με εργατική εξουσία", σαν να διορθώνουμε κάποιον άλλον, αντί να αναδεικνύουμε τη δική μας πρόταση.

Νομίζω, επίσης, ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την αντίληψή μας για το ζήτημα των κρίκων και τη σημασία τους, προχωρώντας πέρα από δεδομένες (για εμάς τουλάχιστον) θέσεις ότι ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης του ΚΚ, εργατικής, προσωρινής -ή όπως αλλιώς ονομαστεί- δεν είναι κρίκος που μπορεί να υπηρετήσει μια επαναστατική στρατηγική. Μπαίνουν όμως ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα.

Είτε υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν κρίκοι, που μπορούν να ανεβάσουν το επίπεδο της πάλης, να υπηρετήσουν τη στρατηγική, και ψάχνουμε να βρούμε τον κατάλληλο που ανταποκρίνεται στην εκάστοτε συγκυρία και τις ανάγκες της.
Είτε δεν υπάρχουν-μπορούν να υπάρξουν, εκφράζουν μια λανθασμένη, ρεφορμιστική λογική και στόχους που μπορεί εύκολα να ενσωματώσει το σύστημα κι η αστική τάξη, συνεπώς είναι μάταιο κι επιζήμιο να μας απασχολούν.

Αν κάποιος πιστεύει το δεύτερο, η κουβέντα μπορεί να σταματήσει εδώ.
Προσωπικά, πιστεύω το πρώτο. Και σημασία δεν έχει τι καταλαβαίνω εγώ, αλλά τι λέει και εννοεί το κόμμα, όταν εκτιμά πχ ότι την περίοδο της κατοχής, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ως κρίκος δεν μπόρεσε να συνδεθεί με το στρατηγικό στόχο και την κατάκτηση της εξουσίας.
Το λάθος δεν είναι στους κρίκους, στην πάλη των επιμέρους, αλλά στην αυτονόμησή τους από το κύριο, από το βασικό καθήκον ενός κομμουνιστή, που δεν είναι άλλο από την επανάσταση.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η στρατηγική του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1944

Σήμερα είναι η επέτειος ίδρυσης του θρυλικού εαμ, που σημάδεψε την ιστορία του εικοστού αιώνα στην ελλάδα. Η κε του μπλοκ όμως, θα κρατήσει για λίγο στην εφεδρεία το κείμενο που ετοίμαζε για την περίσταση, αντιγράφοντας σήμερα ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του τμήματος ιστορίας της κετουκε στην πρόσφατη έκδοση της σύγχρονης εποχής για το δεκέμβρη –που ένας είναι, σαν το κόμμα- (‘δεκέμβρης του 44’, κρίσιμη ταξική σύγκρουση) και πιο συγκεκριμένα το υποκεφάλαιο που εξετάζει κριτικά τη στρατηγική του κκε (και του εαμ κατ’ επέκταση) κατά το δεκέμβρη, ψηλαφώντας ουσιαστικά και τα αίτια της ήττας του.

Μπορούσαν άραγε το ΕΑΜ-ΚΚΕ να καταλάβουν την εξουσία τις μέρες της απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτώβρη 1944);

Παρότι η ιστορία δε γράφεται με υποθετικά σχήματα, η κατάκτηση της εργατικής εξουσίας7 προϋπέθετε διαχωρισμό των ΕΑΜικών δυνάμεων από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους των «συμμάχων» και της κυβέρνησης Παπανδρέου, γεγονός που θα όξυνε πολύ περισσότερο την ταξική πάλη. Προϋπέθετε ακόμα αναδιάταξη των συμμαχιών μέσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σε βάση επαναστατική και μετατροπή των φύτρων εξουσίας (λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη) σε όργανα της επαναστατικής δράσης. Ακόμα: έπρεπε να προετοιμαστεί το Κόμμα και ισχυρές λαϊκές δυνάμεις για την εφαρμογή σχεδίου κατάληψης της Αθήνας, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτό, σε συνδυασμό με αντίστοιχη δράση και συγκέντρωση δυνάμεων για την κατάληψη και άλλων βασικών κέντρων της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης.
Το Κόμμα μας ήταν ιδεολογικά-πολιτικά ανέτοιμο για να διαμορφώσει τέτοιες εξελίξεις.

Το στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που είχε χαράξει η 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Γενάρη του 1934 (και επικύρωσε λίγο αργότερα το 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ), αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία προσαρμόστηκε η στρατηγική του «αντιφασιστικού μετώπου», που υιοθέτησε το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ8 (Δεκέμβρης 1935), σύμφωνα με τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ (Ιούλης-Αύγουστος 1935).
Η στρατηγική των αντιφασιστικών μετώπων πάλης στηριζόταν στην ανάλυση ότι «...οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες είναι υποχρεωμένες σήμερα να διαλέξουν συγκεκριμένα όχι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και στην αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό»9.
Στο 7ο Συνέδριο επίσης τέθηκαν οι πρώτες βάσεις για την αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 15 Μάη 1943. Με αυτή την απόφαση η ΚΔ παραμέριζε τον χαρακτήρα της διάσπασης της Β’ Διεθνούς και μάλιστα το βασικό πρόβλημα που αποτέλεσε το συγκεκριμένο παράγοντα της προδοσίας της: τη στάση του ΚΚ απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στρατηγική σύνδεσής του με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Η στρατηγική του 7ου Συνεδρίου υλοποιήθηκε και πριν τον πόλεμο και η εμπειρία από την εφαρμογή της ήταν αρνητική, αφού υπέστη ταπεινωτικό πλήγμα στη Γαλλία και στην Ισπανία. Πρόκειται για δύο χώρες όπου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις του Λαϊκού Μετώπου, στην πρώτη με τη στήριξη του ΚΚ Γαλλίας προς τη κυβέρνηση του σοσιαλιστή Λεόν Μπλουμ και στη δεύτερη με τη συμμετοχή του ΚΚ Ισπανίας στην κυβέρνηση του Λάργκο Καμπαλέρο. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο η γαλλική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου απαγόρευσε την εξαγωγή όπλων για τον εξοπλισμό του Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας και σε συνεννόηση με τη Βρετανία ζήτησε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ακολουθήσουν απέναντι στην Ισπανία πολιτική «ουδετερότητας», την ίδια στιγμή που η Γερμανία και η Ιταλία τροφοδοτούσαν τον Φράνκο με τεράστιας ισχύος πολεμικά μέσα και με στρατό.

Αμέσως μετά το 7ο Συνέδριο της ΚΔ και πριν το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, η 4η Ολομέλεια της ΚΕ (27-28 Σεπτεμβρίου 1935) αποφάσισε ότι:
«...το ΚΚΕ συνεργάζεται όχι μόνο με τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα (...) αλλά και όλα τα άλλα κόμματα (...) που στέκονται σε μια ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση (...) όπως των Φιλελευθέρων»10.
Είχε προηγηθεί η απόφαση της ΚΕ (Αύγουστος 1935), η οποία έθετε το στόχο για τον «... σχηματισμό της αντιφασιστικής-δημοκρατικής κυβέρνησης», με τη συμμετοχή του ΚΚΕ.
Η ουσία του 6ου Συνεδρίου, όπως και της 4ης Ολομέλειας ήταν: Μέσα από την πάλη κατά του μοναρχοφασισμού, στη δημοκρατική επανάσταση και μετά στο σοσιαλισμό.

Το ΚΚΕ αντιμετώπισε και το Δεκέμβρη με βάση την παραπάνω στρατηγική.
Τα πράγματα επομένως ήταν πιο σύνθετα και αποτελούν απλούστευση και παραγνώριση της πραγματικότητας διαπιστώσεις όπως του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού, ο οποίος έγραψε:
«Το να μπορείς να πάρεις την εξουσία και να μην την παίρνεις είναι ένας νεωτερισμός. Το δικό μας Κομμουνιστικό Κόμμα, το νεωτερισμό αυτόν το μορφοποίησε το 1944»11
Εδώ όμως ο Φ. Ηλιού δεν εννοεί την πραγματική εργατική εξουσία, αλλά μια κυβέρνηση του ΕΑΜ στο έδαφος του καπιταλισμού, που θα υλοποιούσε την πολιτική της «εθνικής ενότητας».

Η πολιτική της «εθνικής ενότητας», που βρισκόταν πίσω και από το στάδιο της λεγόμενης αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ήταν γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στα χρόνια του πολέμου και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κι αυτή υλοποιήθηκε και στις χώρες που αποσπάστηκαν τελικά από το ιμπεριαλιστικό σύστημα (Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, κλπ). Με μια μεγάλη διαφορά: Ότι σε αυτές υπήρχε η άμεση παρουσία του Κόκκινου Στρατού, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε γενικότερη επίδραση ο αποτρεπτικός στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης. Για παράδειγμα ο Τίτο έφτασε στο Βελιγράδι στις 27 Οκτώβρη 1944, αφού προηγουμένως, στις 20 του ίδιου μήνα, ο Κόκκινος Στρατός είχε απελευθερώσει τη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα μαζί με παρτιζάνικο στρατό12. Αντίθετα στην Ελλάδα υπήρχε ο βρετανικός στρατός.

Μια σειρά επικριτές του Δεκέμβρη και του ΚΚΕ ισχυρίζονται ότι η πολιτική γραμμή του Κόμματος ήταν αντιφατική, επειδή, όπως λένε, κινούνταν ανάμεσα στην πολιτική λύση και τον ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας με τη βία.
Όμως το βαθύτερο αντιφατικό γεγονός ήταν ότι το ΚΚΕ, όντας καθοδηγητής της ένοπλης λαϊκής πάλης, συμμετείχε σε μια αστική κυβέρνηση με πολιτικό στόχο την ομαλή αστική δημοκρατική εξέλιξη ως μεταβατική στην πάλη για το σοσιαλισμό. Τέτοια εξέλιξη ήταν ανεδαφική. Η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, όπως είχε διαμορφωθεί προς το τέλος της Κατοχής, προϋπέθετε ταξική σύγκρουση, αιματηρή τρομοκρατία εκ μέρους της αστικής τάξης, ανεξάρτητα πόσο το συνειδητοποιούσε το ίδιο το Κόμμα. Έτσι και στις δύο πλευρές υπήρχαν χιλιάδες νεκροί και τεράστιες υλικές καταστροφές, ταυτόχρονα με το όργιο της πτωματολογίας και της προβοκάτσιας που οργάνωσαν οι Βρετανοί και οι εγχώριοι κρατικοί μηχανισμοί. Ποια ομαλότητα ήταν δυνατό να έρθει, για παράδειγμα, μετά από το δολοφονικό όργιο των οργάνων της αστικής τάξης, των λαομίσητων Ταγμάτων Ασφαλείας, εναντίον χιλιάδων αγωνιστών, ακόμα και ανθρώπων που δεν είχαν ενεργή ανάμιξη στην οργανωμένη πάλη;

Άλλωστε ο αστικός πολιτικός κόσμος που αντιστεκόταν στους κατακτητές παίρνοντας το μέρος της βρετανικής πλευράς, συνέδεε την απελευθέρωση με τη διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Παρέμεινε αταλάντευτος σε αυτή τη θέση, ακόμα και τότε που δεν μπορούσε ούτε στην Αθήνα να έρθει από την Αίγυπτο, δίχως τον εγγλέζικο στρατό και τους συμβιβασμούς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.
Το ΚΚΕ αντιμετώπισε τον ένοπλο αγώνα των 33 ημερών ως μέσο επίτευξης ενός στόχου που δεν έβγαινε από το πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Όμως η ταξική πάλη έχει τους δικούς της αδήριτους νόμους.

Ενώ ο Δεκέμβρης διαρκούσε, η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ, στα μέσα της φωτιάς (17 Δεκέμβρη 1944), ανέφερε:
«Στην περίοδο της απελευθέρωσης όταν οι αντίπαλοί μας φοβόνταν ότι θα καταλάβει την εξουσία, όπως μπορούσε να το κάνει, το ΚΚΕ απόδειξε περίτρανα την ειλικρίνεια και εντιμότητα των δημοκρατικών του σκοπών. Εξασφάλισε απόλυτη τάξη στην πρωτεύουσα και στις άλλες πόλεις και ζήτησε από το λαό να περιμένει από την κυβέρνηση ικανοποίηση των αιτημάτων του. (...) Μέσα και έξω από την κυβέρνηση το ΚΚΕ και το ΕΑΜ έκαμαν τα πάντα για να μπουν σε εφαρμογή δημοκρατικές λύσεις, για να προληφθεί η αιματοχυσία»13.
Συνεχίζοντας η απόφαση του ΠΓ, αφού κατάγγελε την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και τους Λίπερ-Σκόμπι, ότι «παραβιάζουν αρχές πολέμου, σύμφωνα Λιβάνου Καζέρτας, κυβερνητικές επαγγελίες, κουρελιάζουν την εθνική μας ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, ποδοπατούν τα δικαιώματα του ελληνικού λαού, ετοιμάζουν εμφύλιο πόλεμο και νεοφασιστική τυραννία»14, κατέληγε με τα εξής:
«Όλοι επί ποδός πολέμου (...) Να σταματήσει η φονική και διαλυτική του έθνους μας ξενική επέμβαση. Να συγκροτηθεί ελληνική δημοκρατική κυβέρνηση πραγματικής εθνικής ενότητας, που θα λύσει όλα τα εσωτερικά ζητήματα. (...) Για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία! Για τη δημοκρατία!»15

Τη θέση του ΚΚΕ για «ομαλή δηοκρατική εξέλιξη» είχε υπογραμμίσει ο Γιώργης Σιάντος, γραμματέας της ΚΕ, μιλώντας στη μεγάλη συγκέντρωση της Αθήνας για την επέτειο των 26 χρόνων από την ίδρυση του Κόμματος, λίγο καιρό πριν αρχίσει ο Δεκέμβρης (19 Νοέμβρη 1944). Συγκεκριμένα είπε:
«Είμαστε υπερασπιστές της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης της πολιτικής ζωής του τόπου. Καταπολεμούμε τις δυναμικές-διχτατορικές λύσεις. (...) Μετέχουμε και υποστηρίζουμε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας γιατί βασικά συμφωνούμε με τους προγραμματικούς της σκοπούς. (...) Αγωνιζόμαστε για να γίνει γρήγορα ελέυθερο δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Μόνο έτσι θα μπούμε πραγματικά στο δρόμο της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. (...) Αγωνιζόμαστε για την άμεση προετοιμασία εκλογών Συνταχτικής Εθνοσυνέλευσης, γιατί μόνο έτσι, μπαίνουμε πραγματικά στον ομαλό πολιτικό βίο και την πραγματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας»16.
Από αυτές τις εκτιμήσεις εξηγείται και το γεγονός, γιατί οι μάχες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη περιορίστηκαν κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά και δεν επεκτάθηκαν σε όλη την Ελλάδα.

Αντίθετα για λογαριασμό της αστικής τάξης, συνόψισε τους νόμους της ταξικής πάλης ο Γ. Παπανδρέου:
«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβρος μπορεί να θεωρηθή “δώρον του Υψίστου”. Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι διά τη Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνη Στάσις - “το δώρον του Υψίστου”- έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσο αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση τη Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια»17.

Η στάση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να μην υποχωρήσουν και να απορρίψουν το τελεσίγραφο του Σκόμπι ήταν σωστή. Υποχώρηση, θα σήμαινε απόλυτη πολιτική και ηθική απαξίωση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Και όπως σωστά είπε ο Γ. Σιάντος, θα ήταν «...μια προδοσία από μέρους της ηγεσίας ενός τέτοιου κινήματος, εν γνώσει ότι θα επακολουθήσει μια κατάσταση πολύ χειρότερη από τη σημερινή»18.
Μια τέτοια ήττα, χωρίς μάχη, για πάρα πολλά χρόνια θα απαξίωνε το ΚΚΕ και θα τσάκιζε το εργατικό κίνημα. Βέβαια η αντίφαση ήταν και ότι στη συνέχεια το ΚΚΕ προσχώρησε σε νέο απαράδεκτο συμβιβασμό, τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φλεβάρη 1945).

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο ηρωικός αγώνας οδήγησε από τις πρώτες δύο ημέρες του σε νέα εκρηκτική όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων σχετικά με την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσουν απέναντι στο ΕΑΜ. Στις 4 του Δεκέμβρη ο Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε κάτω από την κατακραυγή που ακολούθησε για τα αιματηρά γεγονότα της 3 και 4 του μήνα, ζητώντας από τον Θεμ. Σοφούλη να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Σοφούλης συμφώνησε. Επίσης συμφώνησαν ο Γεώργιος Καφαντάρης και άλλοι αστοί πολιτικοί (Π. Ράλλης, Στεφ. Στεφανόπουλος κ.ά.), βλέποντας και εκείνοι ότι η κατακραυγή κατά της κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν μεγάλη. Την αντικατάσταση της κυβέρνησης Παπανδρέου ευνοούσε αρχικά και ο πρέσβης της Βρετανίας Ρ. Λίπερ, ο οποίος πρότεινε στον Ίντεν (υπουργό Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας) να αναλάβει την πρωθυπουργία ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Όμως ο Γ. Παπανδρέου υπαναχώρησε, δίχως να δεχτεί ποτέ ότι είχε παραιτηθεί. Η υπαναχώρηση οφειλόταν στην παρέμβαση του Τσόρτσιλ.
Ας σημειωθεί ότι το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, βλέποντας θετικά το γεγονός διαμήνυσε στο Σοφούλη ότι ήταν πρόθυμο να πάρει μέρος στην κυβέρνηση.

Σοβαρότατο πρόβλημα αποτέλεσε η λειτουργία του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη. Από τις πολλές κριτικές που έχουν ασκηθεί στο ΠΓ, παραθέτουμε τη μαρτυρία του Βασίλη Μπαρτζιώτα, που ήταν τότε μέλος του ΠΓ:
«... ο Αναστασιάδης και ο Στρίγγος βρίσκονταν στις οργανώσεις που καθοδηγούσαν, στην Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη. Ο Ρούσος είχε σταλεί σε αποστολή. Ο Πλουμπίδης και η Χρύσα Χατζηβασιλείου έφυγαν, πριν τελειώσει η μάχη του Δεκέμβρη, στη Θήβα και στα Τρίκαλα. Στην Αθήνα μείναμε (...) εγώ, ο Γιάννης Ζέβγος και ο Μήτσος Παρτσαλίδης» που «ήταν απασχολημένοι στις πολιτικές επαφές με τους συμμάχους μας στο ΕΑΜ, στις συνεδριάσεις της ΚΕ του ΕΑΜ, καθώς και με τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου με τους Άγγλους»19. Έτσι, με την καθοδήγηση του Δεκέμβρη απασχολούνταν μόνο ο Γ. Σιάντος...

Σημειώσεις
7. Ο χαρακτηρισμός της ΕΑΜικής πάλης ως επαναστατικής, που έχει υποστηριχτεί και από μια σειρά συγγραφείς (βλέπε πχ Θανάση Χατζή, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε), δεν έχει αντικειμενική υπόαση. Η σύνθεση πρώτα απ’ όλα της ίδιας της κυβέρνησης του βουνού (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης – ΠΕΕΑ), ιδιαίτερα μετά τον ανασχηματισμό της, στην οποία κυριαρχούσαν αστικές-σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις (Αλ. Σβώλος, Ευρ. Μπακιρτζής, Ηλ. Τσιριμώκος, Νικ. Ασκούτσης, Αγγ. Αγγελόπουλος, Σταμ. Χατζήμπεης, κ.ά.), ήταν χαρακτηριστική του προσανατολισμού της, ενώ προβλεπόταν η ακόμα μεγαλύτερη διεύρυνσή της. Ήταν επίσης χαρακτηριστικό ότι προτάθηκε στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει πρωθυπουργός στην κυβέρνηση του βουνού, αλλά ο Παπανδρέου απέρριψε την πρόταση. Επιπλέον, πριν το Σύμφωνο του Λιβάνου, το ΕΑΜ «πρότεινε να διευρυνθεί η κυβέρνηση του Καΐρου με συμμετοχή σε αυτήν των αντιπροσώπων της αντίστασης και να δημιουργηθούν δυο κλιμάκια, που ένα από αυτά θα έδρευε στην Ελεύθερη Ελλάδα για να καθοδηγεί άμεσα τον αγώνα του λαού για την εθνική απελευθέρωση. Και η έκκληση αυτή δε βρήκε καμιά ανταπόκριση (Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τόμ. Γ’, σελ 1050, εκδ. Αυλός, Αθήνα, 1979). Ο προσανατολισμός επομένως ήταν ασαφής.
8. Το 6ο Συνέδριο εξάλειψε και τις θεωρούμενες ως αριστερίστικες πλευρές της 6ης Ολομέλειας, όπως, για παράδειγμα, το ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση στρεφόταν ενάντια στο σύνολο της αστικής τάξης.
9. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Κομμουνιστική Διεθνής, σελ. 403, εκδ. Ελεύθερη Ελλάδα, 1973.
10. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 4ος, σελ 246, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1968
11. Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, σελ 354, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2004
12. Ο Γ. Τίτο είχε παρατηρήσει: «Χωρίς τη Σοβιετική Ένωση θα ήταν αδύνατο να νικήσουμε τους φασίστες κατακτητές, θα ήταν αδύνατο να απελευθερώσουμε τη Γιογκοσλαβία, θα ήταν αδύνατο να δημιουργήσουμε την καινούρια Γιουγκοσλαβία». (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τομ Χ, σελ 574, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1965).
13. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 5ος, σελ 245, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981.
14. Ό.π., σελ 246
15. Ό.π., σελ 248-9
16. Ό.π., σελ 240,241,242,243
17. Γεώργιος Παπανδρέου, «Ο Δεκέμβριος 19444», Η Καθημερινή, 2 Μάρτη 1945
18. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 5ος, σελ 422, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981.
19. Βασίλη Μπαρτζιώτα, Εξήντα χρόνια κομμουνιστής, σελ 219, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1986.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Σημειώσεις για την Κομιντέρν



Διαβάζοντας κάποια κείμενα και βιβλία για την ιστορική διαδρομή της κομιντέρν, η κε του μπλοκ κωδικοποίησε μερικές σχετικές σκόρπιες σκέψεις στα παρακάτω σημεία:

Όσοι χλευάζουν σήμερα το κκε, γιατί τα έσπασε τάχα με τους πιο ισχυρούς συμμάχους του (κκ πορτογαλίας, κκ βοημίας-μοραβίας, κτλ) που λοξοκοιτάζουν προς το κεα και ξέμεινε με κάτι περιθωριακές γκρούπες που συγκροτούν τη διεθνή πρωτοβουλία του, φαντάζομαι πως εκατό χρόνια πριν θα είχαν ξεκαρδιστεί με τις πολιτικές επιλογές των μπολσεβίκων και τη μαζικότητα των κομμάτων που ίδρυσαν τελικά το 19’ την τρίτη κομμουνιστική διεθνή. Το.. αδιάψευστο κριτήριο της πλειοψηφίας (που ήταν σχεδόν πάντα με τους απανταχού μενσεβίκους κι ας δηλώνει το ακριβώς αντίθετο το όνομά τους) και της μαζικότητας, θα τους οδηγούσε εκ του ασφαλούς στους κόλπους της δεύτερης χρεοκοπημένης διεθνούς και της λεγόμενης 2½, που γρήγορα συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη, ή (πράγμα που είναι βασικά το ίδιο) στην αγκαλιά της αστικής τάξης και των κοινοβουλευτικών της πλειοψηφιών.

Μήπως αυτό σημαίνει σφοι πως μεγαλοπιανόμαστε και μας θεωρούμε εφάμιλλους των μπολσεβίκων; Όχι σφοι, δε σημαινει κάτι τέτοιο. Αλά οι αφ’ υψηλού είρωνες έιναι σίγουρα εφάμιλλοι των πολιτικών τους προγόνων, των σοσιαλιμπεριαλιστών και των καουτσκιστών της κίτρινης διεθνούς. Και καμιά φορά πίσω κι από αυτούς ακόμα, δεδομένης της προχωρημένης σήψης, ενός αιώνα σχεδόν, του συγκεκριμένου πολιτικού ρεύματος, που ρεφόρμισε και κακοφόρμισε.

Τα συνέδρια της κομιντέρν είχαν διάρκεια που ξεπερνούσε κάποιες φορές τον ένα μήνα, καταμερισμό εισηγητών ανά θεματικές, πολυάριθμες αποφάσεις κι επεξεργασίες, συζήτηση εφ’ όλης της ύλης σε κάθε θέμα ξεχωριστά, αντί για συνολικές δεκάλεπτες τοποθετήσεις και το πρώτο διάστημα διεξάγονταν σε σταθερή ετήσια βάση. Αν όλα τα παραπάνω βάζουν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη για τη σημερινή εποχή, μήπως παρόλα αυτά πρέπει να προβληματιστούμε ποια στοιχεία θα μπορούσαμε να δανειστούμε και να ενσωματώσουμε στις σύγχρονες εσωοργανωτικές διαδικασίες και τις διεθνείς συναντήσεις αδελφών κομμάτων;

Τι σημαίνει άραγε, ρωτάει κάποιος, το πρώτο συνθετικό (σοσιαλ), στη λέξη ‘σοσιαλφασίστας’; Ξέρω ‘γω; Υποθέτω ό,τι σημαίνει και στον όρο «σοσιαλιμπεριαλιστής» ή «σοσιαλσωβινιστής» που χρησιμοποίησε κι ο λένιν στην εποχή του. Άλλο στα λόγια και το όνομα κι άλλο στην χάρη και τα έργα. Επίσης, εφόσον καταλαβαίνω καλά την ουσία των επικρίσεων για αυτή την περίοδο, το «έγκλημα» του σοσιαλφασισμού δεν είναι πως δεν περιέγραφε εύστοχα το κοινωνικό προτσές και τις τάσεις εξέλιξής του (καπιταλιστική κρίση, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, τα καθήκοντα που έμπαιναν στα κκ) αλλά ότι ήταν ακατάλληλο από προπαγανδιστική άποψη για πολιτικές, μετωπικές συνεργασίες. Καλά τα λέει δηλ, αλλά να τα πει πιο στρογγυλεμένα, για να μην απομακρύνει το μέτωπο με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ας δούμε ένα τυπικό παράδειγμα εξέλιξης και διαμόρφωσης θεωρητικών εκτιμήσεων για την πορεία της κομιντέρν, που χαρακτηρίζει συνολικά από μερικά άτομα μέχρι συγκεκριμένες συλλογικότητες. Παίρνουμε επιλεκτικά εκείνες τις στιγμές, αποφάσεις, επεξεργασίες με τις οποίες συμφωνούμε στο σήμερα, διαχρονικά από θέση αρχής κι όχι στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και τις θεωρούμε υπόδειγμα σωστής λενινιστικής τακτικής-στρατηγικής. Αποδίδουμε τις υπόλοιπες, που δε μας βρίσκουν σύμφωνους, στην (όντως υπαρκτή) εσωτερική διαπάλη στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Αν οι διαφωνίες μας επεκτείνονται σε ευρύτερες χρονικές περιόδους ή αφορούν θεμελιακά ζητήματα, επαυξάνουμε τις αναφορές σε απλές παλινωδίες κι αντιφάσεις, εκτιμώντας πως σημειώνεται οπορτουνιστική στροφή. Επειδή μια τέτοια εκτίμηση στο ιδεολογικό επίπεδο, κινδυνεύει να κατηγορηθεί για ιδεαλισμό, εφόσον δε συνδέει την κίνηση των ιδεών με τα κοινωνικά αίτια που την καθορίζουν, προσδίδουμε ταξικό χαρακτήρα σε κάθε λανθασμένη (για εμάς) προσέγγιση, θεωρώντας την μικροαστική παρέκκλιση, απαράδεκτο συμβιβασμό με την αστική τάξη, κτλ. Παράλληλα έχουμε ένα άχαστο δίπολο κατηγοριών (ταξικός αναγωγισμός και ιδεαλιστική κριτική) για να εντάξουμε και να απορρίψουμε όλες τις άλλες προσεγγίσεις που δε συμφωνούν με τη δική μας διαλεκτική θέση.

Το ωραίο είναι πως τα παραπάνω λάθη βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και παραμέτρους, κακέκτυπα σωστών μεθοδολογιών και επεξεργασιών του παρελθόντος. Κι αν τα περιγράφω λιγάκι απλοϊκά και χοντροκομμένα, δεν το κάνω μόνο χάριν υπερβολής, για να γίνουν πιο σαφή, αλλά γιατί ακολουθούν τον απλοϊκό και χοντροκομμένο χαρακτήρα των αντιλήψεων που επιχειρούν να περιγράψουν.

Ας δούμε κι ένα δεύτερο παράδειγμα, με ισχυρές επιρροές από τον όργουελ και τη λεπτή ειρωνεία στο 1984 για τον πόλεμο με την ανατολασία, που ήταν μέχρι πρότινος σύμμαχός μας, αλλά καλούμαστε να το ξεχάσουμε και να πιστέψουμε ότι ανέκαθεν πολεμούσαμε μαζί της, καθ’ ότι πατροπαράδοτος εχθρός μας, θυσιάζοντας την ιστορική γνώση στις ανάγκες της συγκυρίας. Ο όργουελ βέβαια, ως πράκτορας των βρετανικών υπηρεσιών πιθανότατα, στρέφεται στην ουσία με χυδαίο τρόπο κατά των σοβιετικών ελιγμών που προσπαθούσαν να σπάσουν τη διεθνή απομόνωση της εσσδ και να αποτρέψουν το πολεμικό χτύπημα εναντίον της. Χτύπησε φλέβα όμως ως προς μια παγιωμένη, ως ένα βαθμό, νοοτροπία και ασθένεια μιας μερίδας του κομμουνιστογενούς κινήματος, που σκέφτεται με γενικές αλήθειες από θέση αρχής κι αδυνατεί να τις δει στο φως των συγκεκριμένων συνθηκών στη δοσμένη συγκυρία.

Κρατάμε το συγγραφέα, αλλάζουμε όμως βιβλίο και κατηγορία, περνώντας στη φάρμα των ζώων, όπου επικρατούσε ο γενικός κανόνας: τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό. Με τη μόνη εξαίρεση της κότας, φανερός συμβολισμός των αγροτών, μικροπαραγωγών, που ναι μεν έχουν μικρά κεφάλαια-μέσα παραγωγής στην κατοχή τους, αλλά αποτελούν φυσικό σύμμαχο των τετράποδων της εργατικής τάξης.

Πολλές αντιλήψεις ωστόσο δε φτάνουν καν στο επίπεδο της αλληγορίας (με την εξαίρεση) ή στην καλύτερη περίπτωση την αντιγράφουν: Μέτωπο (λαϊκό ή ενιαίο δεν έχει τόση σημασία) καλό, δύο πόδια κακό. Ναι αλλά σήμερα δεν υπάρχει σοβιετική ένωση-εξουσία κι η ανάγκη να την υπερσπιστούμε πάση θυσία, ούτε κάποιο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με πολυάριθμη, οργανωμένη εργατική βάση (τονίζω το ‘οργανωμένη’ για να καταδείξω πως δεν αναφέρομαι σε ψηφοφόρους, αλλά σε οργανωμένες μάζες στα σωματεία και στους χώρους δουλειάς) για να καθορίσουμε αντίστοιχα την τακτική μας. Κι ο άνθρωπος έκανε πολλά χρόνια να σταθεί όρθιος στα δυο του πόδια και να περπατήσει, για να τον πισωγυρίσουμε τώρα σε τόσο απλοϊκές οργουελικές σκέψεις, παύλα-τελεία.

Το περίφημο σημείο του λένιν από τον αριστερισμό σχετικά με την αναγκαιότητα των συμβιβασμών αναφέρεται στους επιβάτες ενός αυτοκινήτου, αν δε με απατά η μνήμη μου, που βρισκόμενοι υπό την απειλή όπλου, καλούνται να συμβιβαστούν για να γλιτώσουν τη ζωή τους και θα ήταν ανόητο να μην το κάνουν. Έχω την αίσθηση πως με το συγκεκριμένο παράδειγμα ο βλαδίμηρος δε μιλάει γενικά για τακτικούς συμβιβασμούς και συνεργασίες με αστικά κόμματα, αλλά για τις αξίες των συμβιβασμών στις περιπτώσεις που οι κομμουνιστές βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και θεωρείται αναγκαία –και όχι προδοτική- μια τακτική αναδίπλωση. Καλή ώρα όπως με τη συνθήκη του μπρεστ-λιτόφσκ, όπου ο λένιν είχε μειοψηφήσει αρχικά και τελικά οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία με ακόμα πιο επώδυνους όρους.

Αναμφίβολα, στο έργο του λένιν θα βρει κανείς αναφορές στην ανάγκη τακτικών ελιγμών και πρόσκαιρων συνεργασιών για την αξιοποίηση και του παραμικρού ρήγματος στο αρραγές αστικό μπλοκ. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν κατά τη γνώμη μου, όσοι επικαλούνται τα παραπάνω, είναι πως η τακτική ευελιξία δε σημαίνει ντε και καλά συνεργασία και πολιτικό μέτωπο με κάποιο άλλο κόμμα. Σημαίνει πρωτίστως εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και κάθε συγκεκριμένης κίνησης, δοκιμή διαφόρων μορφών, μέσων και συνθημάτων, μοναχική πορεία πολλές φορές (όπως μας επιβεβαιώνει η ιστορική πείρα των μπολσεβίκων), μαζί να χτυπάμε χωριστά να βαδίζουμε κι άλλα τέτοια λενινιστικά, που κάποιοι θεωρούν βολικό να τα ξεχνάνε. Για να το θέσω διαφορετικά, το επίμονο κυνήγι φαντασμάτων κι η αναζήτηση με το στανιό ενός έντιμου, συνεπούς τμήματος της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, ούτε καν ως πρόσκαιρου συμμάχου αλλά ως μετωπικού (ή δυνάμει κυβερνητικού) εταίρου, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τακτική ευελιξία του λένιν και των συντρόφων του.

Ένα τελευταίο σημείο. Ο φασισμός είναι διαφορετική στιγμή από την αστική δημοκρατία στο συνεχές της αστικής εξουσίας, με την ίδια έννοια πχ που η κεϊνσιανή διαχείριση δεν ταυτίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της από το νεοφιλελευθερισμό. Ο λένιν μας υπενθυμίζει εξάλλου πως «οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά ποικίλες, η ουσία τους όμως είναι μία: όλα αυτά τα κράτη, είτε έτσι είτε αλλιώς, μα σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής τάξης».

Από αυτή τη ‘διαφορά’ συνεπώς, που συν τοις άλλοις καθίσταται δυσδιάκριτη σε αρκετούς τομείς, δεν προκύπτει η ανάγκη υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας γενικά ενάντια στο φασισμό, όπως δε συνάγεται ως καθήκον μας η υπεράσπιση του κεϊνσιανισμού γενικά απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης πχ. Αυτό που προβάλλει ως αναγκαιότητα για το κομμουνιστικό κόμμα και την εργατική τάξη είναι η υπεράσπιση με κάθε τρόπο των δημοκρατικών ελευθεριών-δικαιωμάτων και των εργατικών κατακτήσεων, δεμένη με το στρατηγικό στόχο. Δεν προκύπτει από πουθενά όμως ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε κάτι θετικό για την επιτυχία αυτής της πάλης από τη σοσιαλδημοκρατία και τις διάφορες εκδοχές της.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Για τη στρατηγική και το διαδικτυακό φραξιονισμό



Σήμερα η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει ένα ακόμα απόσπασμα από την μπροσούρα της ιε της κετουκε «κόμμα παντός καιρού», από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο και τις σελίδες 17-24, που αναφέρονται στον «ηλεκτρονικό φραξιονισμό» και τις γνωστές ιστοσελίδες, που έκαναν την εμφάνισή τους την τελευταία τριετία.


Στη διάρκεια της προσυνεδριακής περιόδου ξεκίνησε –και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα- από την πλευρά του οπορτουνισμού μια συστηματική επίθεση κατά του Κόμματος με επίκεντρο το πρόγραμμα και το καταστατικό του. Πρόκειται για επίθεση ύπουλη κι επεξεργασμένη καθώς οι φορείς της δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ωμά, προκλητικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν την περίοδο του ’90-’91, όταν πίστεψαν ότι η νίκη της αντεπανάστασης ήταν η χρυσή ευκαιρία να «ξεφορτωθεί» το κομμουνιστικό κίνημα το μαρξισμό-λενινισμό ή να διατηρήσει κάποιες μαρξιστικές ιδέες απαλλαγμένες από τον αντικαπιταλιστικό επαναστατικό τους χαρακτήρα.

Διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι μέλη ή πρώην μέλη και φίλοι του Κόμματος, αξιοποιώντας την ανωνυμία του διαδικτύου και στοχεύοντας στη δημιουργία συγχύσεων στο κομματικό δυναμικό και τον κύκλο επιρροής του Κόμματος συγκρότησαν αυτό που συνοπτικά αποκαλούμε «διαδικτυακό φραξιονισμό». Με στόχο να αντιπαρατεθούν στο Κόμμα επέλεξαν ως βασικό τους «όπλο» τη στενοχώρια και την ανησυχία για το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα και την απότομη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Επιδίωξαν να δώσουν την εντύπωση ότι δεν έχουν καμία σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, με τις «ταλαντεύσεις» και την αναξιοπιστία του, προβάλλοντας μια φραστική καταδίκη των κοινοβουλευτικών αυταπατών και «καταγγέλλοντας» την ελπίδα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από μόνος του μπορούσε να φρενάρει την αντιλαϊκή επίθεση. Άσκησαν και ασκούν πολεμική στο Κόμμα, προφασιζόμενοι πως αυτό δε γίνεται από θέση αμφισβήτησης συνολικά της στρατηγικής για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας αλλά της τακτικής στην προώθησή της. Με αυτόν τον τρόπο ο «ηλεκτρονικός φραξιονισμός» βάζει από το «παράθυρο» τη γραμμή συνεργασίας κορυφών με σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, μεταρρυθμίσεων και εξόδου από την Ευρωζώνη μέσω μιας κυβέρνησης «αριστερών» πολιτικών δυνάμεων. Προσπαθούν να χρεώσουν στην πολιτική του Κόμματος την έλλειψη τέτοιας γραμμής συσπείρωσης, σε μια περίοδο που το Κόμμα όντως κατέγραψε σοβαρές απώλειες που έχουν πολιτικό ιδεολογικό χαρακτήρα. Θέλουν να προβάλλει λαθραία την ανορθολογική και κυρίως αντιεπιστημονική αντίληψη, ότι η στρατηγική καθορίζεται από το συσχετισμό των δυνάμεων και όχι από το γεγονός ότι αντικειμενικά και ανεξάρτητα από το συσχετισμό αυτό ζούμε στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η πίεση των κοινοβουλευτικών αυταπατών είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα από το οποίο ένα μεγάλο μέρος του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος δεν κατάφερε να απαλλαγεί, ανεξάρτητα αν στο πρόγραμμα και το καταστατικό των ΚΚ μιλούσαν υπέρ του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Η μεταπολεμική περίοδος με την κυριαρχία της λεγόμενης κεϊνσιανής διαχείρισης, με μεγαλύτερη ευελιξία σε παραχωρήσεις –τόσο ως απόρροια της ταχύτατης μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης όσο και της άμυνας απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες και το εργατικό κίνημα- συνδυάστηκε στην καπιταλιστική Ευρώπη και ιδιαίτερα στις πιο ισχυρές χώρες με την ανάπτυξη της αστικής δημοκρατίας και την κοινοβουλευτική ενίσχυση ορισμένων κομμουνιστικών κομμάτων. Σε αυτές τις συνθήκες, η παλιά οπορτουνιστική γραμμή των μεταρρυθμίσεων, μέσω των οποίων θα προσεγγιζόταν ο σοσιαλισμός (γραμμή Μπερνστάιν), που διάβρωσε και αστικοποίησε τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, κέρδισε έδαφος σε Κομμουνιστικά Κόμματα σε βάρος της ταξικής πάλης, της επαναστατικής στρατηγικής.

Στο σημείο αυτό αξίζει να θυμίσουμε ότι ο οπορτουνισμός γεννιέται ως τάση ενσωμάτωσης μέσα στο εργατικό κίνημα στους κόλπους του καπιταλισμού, ενώ στην ανώτατη βαθμίδα του, τον ιμπεριαλισμό, αποκτά και μια σταθερή, αν και μεταβλητή αριθμητικά, κοινωνική βάση ανάπτυξης. Η βάση αυτή δημιουργείται από τη διεύρυνση της εργατικής τάξης με τμήματα που προέρχονται από μεσαία στρώματα και η διεύρυνση της εργατικής αριστοκρατίας, ενός τμήματος δηλ των εργαζομένων εξαγορασμένο είτε από τα υπερκέρδη των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων είτε από το αστικό κράτος και τις επιχειρήσεις του. Αυτό το τμήμα διαμορφώνει σταθερά καλύτερους όρους ζωής συνδέοντας αυτή τη σχετική προσωπική του ευημερία με τη μακροημέρευση του καπιταλισμού

Πάνω σ’ αυτή την κοινωνική βάση διαμορφώνεται η τάση συμβιβασμού με τον ταξικό αντίπαλο, η αναζήτηση πολιτικών λύσεων «εντός των τειχών» του καπιταλιστικού συστήματος, εμφανίζεται ο οπορτουνισμός μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα, μέσα στο Κόμμα της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό η πάλη με τον οπορτουνισμό είναι προϋπόθεση για τη διατήρηση του επαναστατικού εργατικού χαρακτήρα του Κόμματος, σε κάθε περίοδο και σε κάθε φάση της ταξικής πάλης και του συσχετισμού δυνάμεων. Απ’ αυτή την πάλη, από την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική της συνέπεια και επάρκεια εξαρτάται η αποτροπή της αποκομμουνιστικοποίησης κομμουνιστικών κομμάτων. Ο ευρωκομμουνισμός αποτέλεσε βασικό αγωγό, μέσα από τον οποίο ο δυτικοευρωπαϊκός καπιταλισμός κατάφερε με βασικό όπλο τη σοσιαλδημοκρατία σοβαρά χτυπήματα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρησή του, ακόμα και τον εκφυλισμό του. Αγώνες έγιναν, όμως αυτοί δεν μπόρεσαν να διαφοροποιήσουν θετικά το συσχετισμό δυνάμεων.

Οι σύγχρονοι οπορτουνιστές είχαν και έχουν το θράσος τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, να φορέσουν τη μάσα του μαρξιστή-λενινιστή για να επαναφέρουν το ΚΚΕ στη γραμμή του μαρξισμού-λενινισμού από την οποία υποτίθεται ότι έχει απομακρυνθεί. Δε δίστασαν να κάνουν τις γνωστές οπορτουνιστικές αλχημείες, στις οποίες μας είχε συνηθίσει το παλαιό «ΚΚΕ-Εσωτερικού» αλλά και η ομάδα των στελεχών που εγκατέλειψε το Κόμμα στις αρχές της 10ετίας του ’90, προβάλλοντας επιλεκτικά ορισμένες θέσεις των Μαρξ-Ένγκελς σχετικές με τη στάση του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια της περιόδου που η αστική τάξη πάλευε να κερδίσει την εξουσία από τους φεουδάρχες, σα να έχουν την ίδια ισχύ στις συνθήκες του αναπτυγμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού και της συγκροτημένης εδώ και δεκαετίες αστικής εξουσίας. Είχαμε αρκετά χρόνια να ζήσουμε την αντιπαράθεση του νέου κόντρα στον ώριμο Μαρξ, την υπεράσπιση για τις σημερινές συνθήκες της στρατηγικής που επεξεργάστηκε ο Λένιν με την προεργασία για το έργο του Κράτος και Επανάσταση και την κωδικοποίησε με τις Θέσεις του Απρίλη, στρατηγική που επιβεβαιώθηκε στην πράξη με τη νίκη της μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η λεγόμενη κομμουνιστική αντιπολίτευση επανέφερε, με τη βοήθεια της δημόσιας προβολής των θέσεών της από τις «φιλόξενες» σελίδες μερίδας του αστικού Τύπου, τη διαπάλη ανάμεσα στον μπολσεβικισμό και το μεσεβικισμό, την αντιπαράθεση της κομμουνιστικής στρατηγικής με τη δεξιά οπορτουνιστική ή κεντριστική κατεύθυνση στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο του Μεσοπολέμου. Πρόκειται για την περίοδο στην οποία τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης τη διαδέχτηκαν οι ήττες της γερμανικής και ουγγρικής επανάστασης, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του αρχικού επαναστατικού κύματος και τη σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού.

Βασικός στόχος της παραπάνω οπορτουνιστικής επιχειρηματολογίας είναι η επαναφορά «από την πίσω πόρτα» της λεγόμενης λογικής των «επαναστατικών σταδίων», που ποτέ και σε καμία χώρα δεν επιβεβαιώθηκε, της γραμμής του μίνιμουμ προγράμματος το οποίο –σε αντίθεση με το πρόγραμμα που προϋποθέτει την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας- μπορεί να υλοποιηθεί στο έδαφος του καπιταλισμού κυρίως μέσω της συμμετοχή ή στήριξης αστικών κυβερνήσεων. Η επιδίωξη αυτού του μίνιμουμ προγράμματος μέσα στα πλαίσια της διαχείρισης του καπιταλισμού και η ουσιαστική ανάθεση του λεγόμενου μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή της κατάκτησης της εργατικής εξουσίας στη «Δευτέρα Παρουσία», αιτιολογείται ως αναγκαίος συμβιβασμός σε συνθήκες όπου «δεν υπάρχει συσχετισμός δυνάμεων που να ευνοεί την πάλη για το σοσιαλισμό» ή με το σαθρό επιχείρημα ότι μια κυβέρνηση με συμμετοχή του ΚΚΕ που θα προκύψει μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και θα στηρίζεται στο εργατικό λαϊκό κίνημα μπορεί να συμβάλει στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση είτε ότι η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού μπορεί να επιταχύνει την εμφάνιση της επαναστατικής κατάστασης η οποία όμως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τη θέληση της μιας ή της άλλης τάξης, του ενός ή του άλλου κόμματος, της μίας ή της άλλης κυβέρνησης. Η πείρα στην καπιταλιστική Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική, έχει δείξει ότι όταν ένα ΚΚ αποφασίζει να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση διαχείρισης στο όνομα μιας μεταβατικής επιλογής, έχει ήδη δέσει από μόνο του τα χέρια του, ακόμα και όταν δε δεσμεύεται με επίσημη συμφωνία ή έχει διακηρύξει τη διατήρηση της αυτοτέλειάς του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν παίζει κανένα ρόλο αν υπάρχουν γραπτές ή όχι δεσμεύσεις, οι νόμοι της καπιταλιστικής αγοράς δεν εξαρτώνται από τις πολιτικές συμφωνίες.

Η αλήθεια είναι ότι το Κόμμα μας δεν είχε προετοιμάσει έγκαιρα, σε έκταση και βάθος, την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, τις κοινωνικές δυνάμεις που απευθυνόμαστε, για τη στάση του απέναντι σε μια «αριστερή», «προοδευτική» -με ή χωρίς εισαγωγικά- κυβέρνηση στις συνθήκες του καπιταλισμού, αν και το ζήτημα αυτό είχε ανακύψει σε μια σειρά χώρες και πρόσφατα, όπως στη Γαλλία και στην Ιταλία. Το γεγονός αυτό δείχνει έλλειψη πρόγνωσης, είναι μάθημα και δίδαγμα ότι δεν πρέπει η προβολή του Προγράμματός μας να περιορίζεται στα σημεία εκείνα που προβάλλει η τρέχουσα επικαιρότητα στην χώρα μας, αλλά να λαμβάνει υπόψη και τις κυοφορούμενες τάσεις, οι οποίες συχνά γίνονται πιο εύκολα διακριτές από την παρακολούθηση της διεθνούς καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Σε αυτή την πολεμική του οπορτουνισμού αξιοποιήθηκε και ένα σημείο που περιείχε το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, το οποίο αναφερόταν σε κάποιο ενδεχόμενο-πιθανότητα κοινοβουλευτικής ανάδειξης κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, χωρίς βεβαίως να γίνεται λόγος για συμμετοχή του ΚΚΕ σε αυτήν και χωρίς προβάλλεται ως στάδιο ή μεταβατική φάση προς το σοσιαλισμό, όπως ερμήνευσε αυτή τη διατύπωση ο οπορτουνισμός. Το συμπέρασμα που αποτελεί και δίδαγμα είναι ότι τα ντοκουμέντα δεν πρέπει να δίνουν λαβές και αφορμές που καθιστούν δυνατή την πλαστογράφηση και παρερμηνεία των θέσεών τους.

Ένα άλλο συμπέρασμα είναι ότι το Κόμμα δεν πρέπει να επαναπαύεται από τη συμφωνία συναγωνιστών και συναγωνιστριών με αιτήματα και προτάσεις που προβάλλει για την απόκρουση της επίθεσης και τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Είναι απόλυτα απαραίτητο να εντάσσει την πάλη για τα οξυμένα προβλήματα του λαού σε ένα ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο που ανεβάζει την πολιτική συνείδηση και την οργάνωση –συμμετοχή των εργατοϋπαλλήλων στην ταξική πάλη.

Αυτό όμως απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις, όπως να γνωρίζουμε την εσωτερική σχέση του κάθε μεγάλου και οξυμένου προβλήματος με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με την καπιταλιστική οικονομία και το πολιτικό της σύστημα, να ερμηνεύουμε δηλαδή τις εξελίξεις στη βάση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής. Απαιτείται και σε ατομικό επίπεδο να έχουμε ένα ευρύ πεδίο γνώσεων, επιχειρημάτων, στοιχείων, ώστε να γίνεται εύστοχη και ζωντανή η προπαγάνδα μας, να αναπτύσσουμε κριτήριο τι από όλα πρέπει να πούμε, πού επικεντρώνουμε.

Αν δεν έχουμε κατακτήσει να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε με άξονα τη σχέση οικονομίας και πολιτικής κάθε κοινωνικό πρόβλημα, κάθε οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο, πχ την εμφάνιση ενός σκανδάλου, ενός νέου κόμματος κλπ, τότε γίνεται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόβλημα και στην αναγκαιότητα πάλης κατά του καπιταλισμού, που θολώνει την πραγματικότητα και αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη.