Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 68. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 68. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Το ελληνικό 68′ και η 12η Ολομέλεια

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τη 12 Ολεμέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, και από τη διάσπαση του κόμματος. Αυτή η επέτειος φαίνεται να επισκιάζει, κατά μία έννοια, την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, που μετονομάστηκε σε ΚΚΕ στη συνέχεια, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον την υπογραμμίζει, γιατί ήταν η προϋπόθεσή της. Χωρίς τη 12η Ολομέλεια, μπορεί να μην υπήρχε καν ΚΚΕ σήμερα, για να γιορτάσει τα 100 χρόνια δράσης και λειτουργίας του. Κι αυτή η καμπή ήταν κάτι σαν φάρος σε μια περίοδο όχι ιδιαίτερα ηρωική, με νωπό το χαστούκι από την επιβολή της δικτατορίας και την αδυναμία αξιόλογης οργανωμένης αντίδρασης, κυρίως εξαιτίας της καταστροφικής απόφασης που είχε προηγηθεί δέκα χρόνια πριν, για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Κι αυτό ξέχωρα από τα όποια προβλήματα εντοπίζονται στην πολιτική γραμμή και τη στρατηγική της εποχής, στην πολιτική ουράς απέναντι στην Ένωση Κέντρου, και στις αυταπάτες πως δεν υπήρχε αντικειμενικά έδαφος για την ανάπτυξη σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος στην Ελλάδα, τη στιγμή που αυτό κυοφορούνταν, ακόμα και μες στις γραμμές της ΕΔΑ εν μέρει.


Ας δούμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά της 12ης Ολομέλειας. Καταρχάς, το ρήγμα είχε επέλθει ουσιαστικά νωρίτερα (κυρίως στη 10η Ολομέλεια) κι απλώς πιστοποιήθηκε κι εκδηλώθηκε ανοιχτά κατά τη διάρκεια της 12ης, οι εργασίες της οποίας αναλώθηκαν πολύ σε τεχνικές λεπτομέρειες, πχ για το ποιος είχε δικαίωμα συμμετοχής, είχαν όμως καθαρά πολιτικό υπόβαθρο. Κι αυτό δεν ήταν γεωγραφικό, όπως υπονοούσε η προβοκατόρικη ονομασία “ΚΚΕ εσωτερικού”, αν δηλαδή το κίνημα θα καθοδηγούνταν από την ηγεσία που διαμόρφωνε τη γραμμή από το εξωτερικό ή από τα στελέχη που δρούσαν στην Ελλάδα και είχαν πιο σφαιρική αντίληψη της κατάστασης. Το υπόβαθρο της αντιπαράθεσης ήταν καθαρά πολιτικό, όπως έδειξε τόσο η εξέλιξη του “ΚΚΕ εσ.” όσο και η διαμόρφση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού διεθνώς, με καταλύτη το 1968, αν και η διάσπαση του ΚΚΕ προηγήθηκε τόσο του Παρισινού Μάη, όσο και των γεγονότων που ονομάστηκαν “Άνοιξη της Πράγας”.

Τι βρισκόταν στην πολιτική ουσία του πράγματος; Ακούγεται λίγο απαξιωτικά ειπωμένο ίσως από κάποιον άκαπνο γραφιά που τοποθετείται από τη βολή του πληκτρολογίου του, αλλά η ουσία είναι αυτή και δε γίνεται να διατυπωθεί διαφορετικά: η επαναστατική αναδίπλωση, η κούραση από την αντάρτικη δράση που τη διαδέχτηκε η μακρόχρονη, σκληρή παρανομία, η αναζήτηση -έστω και μιας αστικής, κουτσουρεμένης- νομιμότητας, της “ομαλότητας”, μιας ευκαιρίας-ανάγκης να ζήσουν κανονικά, όπως θα είχε ο καθένας δικαίωμα, κι όπως έβλεπαν να γίνεται παραδίπλα, με τους κομμουνιστές συντρόφους στην Ιταλία και τη Γαλλία. Η απαξίωση και η απόρριψη όσων μας “στέρησαν” την ευκαιρία αυτή: το δεύτερο αντάρτικο, που ήταν “τυχοδιωκτισμός”, τα Δεκεμβριανά, που ήταν “μπανανόφλουδα” που την πατήσαμε πρόθυμα, ο Ζαχαριάδης -πάνω απ’ όλα αυτός- που είχε καθαιρεθεί παραπάνω από μια δεκαετία πριν, αλλά στοίχειωνε τη σκέψη τους και τον έβλεπαν παντού παρόντα: ακόμα και στον Κολιγιάννη…

Η πολιτική προέκταση των παραπάνω ήταν η απόρριψη της δικτατορίας του προλεταριάτου -και κάθε δικτατορίας, που δεν μπορεί να συσπειρώσει τις μάζες που διψάνε για δημοκρατία. Με άλλα λόγια, η απόρριψη της “καχεκτικής δημοκρατίας” και της δικτατορίας στην Ελλάδα, επεκτεινόταν στην απόρριψη κάθε δικτατορίας γενικά, ακόμα και του προλεταριάτου, και οδηγούσε στην αγκαλιά της αστικής δημοκρατίας και τα προνόμια που απολαμβάνουμε σε αυτήν…

Η άμεση οργανωτική προέκταση ήταν η απόρριψη του κόμματος, του Κομμουνιστικού Κόμματος ως πρωτοπορίας, που η ηγεσία “απέξω” επέμενε ανεδαφικά για την ανάληψη δράσεων για τη νομιμοποίησή του. Τι τα χρειαζόμαστε όλα αυτά όμως, από τη στιγμή που έχουμε τον “υπαρκτό φορέα”, την ΕΔΑ που λειτουργούσε νόμιμα -κι ας διωκόταν σαν σχεδόν παράνομο κόμμα- και μετεξελισσόταν σε ενιαίο κόμμα, καλύπτοντας -κατά το δικό τους σκεπτικό- όλες τις απαραίτητες πλευρές, που χρειάζονταν οι κομμουνιστές.

Για να το κάνουμε λιανά, η ουσία ήταν: τα “καλά” της αστικής δημοκρατίας, μιας “ομαλής” ζωής, που σήμαινε όμως σε αντάλλαγμα και την παραίτηση από την ιδιότητα του επαναστάτη-κομμουνιστή. Αναθεώρηση -και όχι κάποιος εκσυγχρονισμός-ανανέωση- των βασικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού. Οτιδήποτε διαφορετικό βαφτιζόταν “τυχοδιωκτισμός” και θεωρούνταν πως έδινε πάτημα για όξυνση των κατασταλτικών μέτρων, ακόμα-ακόμα και για τη δικτατορία των συνταγματαρχών -στη λογική ότι φταίει το θύμα που προκαλεί και οφείλει να μην αντιστέκεται. Τόσο ξύλινα και απλά…

Το δεύτερο βασικό στοιχείο που επισημαίνεται συχνά σε αναλύσεις των αναθεωρητών είναι το βάρος του διεθνούς κέντρου και ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξε για την επικράτηση του “ορθόδοξου” ΚΚ με την επιρροή του και τη σαφή προτίμηση που έδειξε στο ΚΚΕ. Παρεμπιπτόντως, αυτό το κέντρο ήταν που είχε πάρει την πρωτοβουλία για την καθαίρεση του Ζαχαριάδη από την ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά “όλως παραδόξως” αυτό σπανίως επισημαίνεται σε αυτές τις αναλύσεις ως αρνητικό παράδειγμα.
Ας σημειώσουμε σχετικά τα εξής: η κριτική αυτή είναι λίγο υπο-κριτική στην ουσία της, καθώς οι αναθεωρητές αρχικά επιδίωξαν και αυτοί την εύνοιά του -ή έστω μια πιο θετική μεταχείριση του δικού τους “ΚΚ”. Τα υπόλοιπα και η “αποστασιοποίηση” από διάφορες επιλογές ήρθαν μάλλον κατόπιν εορτής, μαζί με τη διακριτή συγκρότηση του ευρωκομμουνισμού και της πολεμικής του ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Και είναι δείγμα -για την ΕΣΣΔ και το πολιτικό ποιόν του υπαρκτού της εποχής- πως παρά τα δικά τους πολιτικά-στρατηγικά προβλήματα, οι σοβιετικοί δεν ήταν και δεν έγιναν ποτέ -όχι μέχρι τον Γκόρμπι τουλάχιστον- ευρωκομμουνιστές. Οι ευρωκομμουνιστές θεωρούσαν πχ την περίοδο του Μπρέζνιεφ μια αναβίωση του Στάλιν (χωρίς αίματα και μουστάκι), και άρχισαν να νιώωθουν δικαιωμένοι στην περίοδο Γκορμπατσόφ με την κριτική της “περιόδου της στασιμότητας”.

Αλλά αν το ΚΚΕ επικράτησε τότε, ιδεολογικά και πολιτικά, απλά και μόνο επειδή πήρε το χρίσμα του διεθνούς κέντρου, πώς κατάφερε να υπάρχει μέχρι σήμερα; Πώς κατόρθωσε να βγει ζωντανό από την παγκόσμια κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, μετά το 91′, όταν έπαψε να υφίσταται και τυπικά αυτό το παγκόσμιο διεθνές κέντρο που βάρυνε -υποτίθεται- στις εν Ελλάδι εξελίξεις με την εύνοια που του έδειξε; Πώς εξηγούνται όλα αυτά, αν ήταν απλώς ένα παράρτημα, μια αντιπροσωπία, όπως συνηθίζουν να το παρουσιάζουν, εν είδει καρικατούρας;

Μια τελευταία παράμετρος είναι η ίδια η εξέλιξη του λεγόμενου ΚΚΕ εσωτερικού, το οποίο δεν ήταν κομμουνιστικό και σε ένα βάθος χρόνου, απέβαλε και τον προσδιορισμό, γιατί δεν τον χρειαζόταν, δεν τον ήθελε. Το “εσωτερικού” ήταν ΠΑΣΟΚ που ήταν όμως υπέρ της ΕΕ -και πριν από τη ‘μετάλλαξη’ του ΠΑΣΟΚ- και της ΕΑΔΕ, στην εναγώνια προσπάθειά του να βρει ρήγματα και νόμιμα παραθυράκια, ακόμα και στην προσπάθεια της χούντας να μακιγιάρει το αυταρχικό της προφίλ.

Το “ΚΚΕ εσωτερικού” ήταν Συνασπισμός, αλλά και κάποιοι που αντιτάχθηκαν στον Ενιαίο Συνασπισμό, γιατί δεν ήθελαν συνεργασία με το ΚΚΕ, και θεωρούσαν λάθος ακόμα και την πρόσκαιρη εκλογική συμμαχία της Ενωμένης Αριστεράς, το 74′. Ήταν κι ο Νίκος Μπίστης, του “προχωρώντας και αναθεωρώντας”. Η Αριστερά του Σαλονιού. Ο σημερινός Σύριζα -που δικαιώνει τον ευρωκομμουνιστικό αγώνα, για την κατάληψη της κυβέρνησης σε ένα σύγχρονο πόλεμο θέσεων. Είναι αναθεωρητισμός, ακόμα και για τα δεδομένα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου, με τη Β’ Πανελλαδική, τις Συσπειρώσεις, το Μηλιό και άλλους…

Δεν είναι πάντα ασφαλές κριτήριο να εκτιμάμε εκ του αποτελέσματος κάποια φαινόμενα, αλλά εν προκειμένω, ήταν μια φυσικά κατάληξη και η τελική του συνέπεια.


Αν θέλει να δει κανείς τι ήταν ο αναθεωρητισμός του “ΚΚΕ εσωτερικού”, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη ΔΗΜΑΡ και το σημερινό Σύριζα.
Κι αν θέλει να δει κανείς τη μήτρα της σημερινής κριτικής για τους “παρωχημένους κομμουνιστές που έχουν μείνει πίσω από τις εξελίξεις”, που “είναι σεχταριστές, άκαμπτοι, δογματικοί, σταλινικοί”, που “τα παραπέμπουν όλα στο σοσιαλισμό και την επανάσταση”, μπορεί να μελετήσει τον πολιτικό λόγο των αναθεωρητών, που δεν κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από το πολιτικό περιθώριο, αλλά ηγεμόνευσαν “γκραμσιανά” (που και σε αυτόν του άλλαξαν τα φώτα με τις ρεφορμιστικές αναγνώσεις τους) σε ένα ευρύτερο φάσμα και δάνεισαν τα επιχειρήματά τους και τον -κατά βάση- αντικομμουνισμό τους και σε άλλους χώρους, διαχρονικά.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Επετειακό σημείωμα -6η Δεκέμβρη

Λένε πως το ευρωπαϊκό 68' έφτασε, όπως και κάθε τι άλλο, με καθυστέρηση στην Ελλάδα, δίνοντας ως απόηχό του το Πολυτεχνείο του 73'. Κάποιοι ευρωκομμουνιστές βέβαια διεκδικούν για τον εαυτό τους και το "κκε εσωτερικού" τον τίτλο του "ελληνικού 68'". Ενώ το Πολυτεχνείο, μπορεί να είχε ως αιχμή του δόρατος το φοιτητικό κίνημα, αλλά παρουσίαζε, κατά τη γνώμη μου, αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά πχ συγκριτικά με τον παρισινό Μάη.

Αυτό που φέρνει περισσότερο με τα συνθήματα και τη λογική του Μάη ήταν ο Δεκέμβρης του 08', που κάποιοι τον αντιμετωπίζουν ως το Πολυτεχνείο της γενιάς τους, θυμίζοντας το Σπύρο Παπαδόπουλο και το αριστερό του παρελθόν στους Απαράδεκτους. Αν βλέπετε κάποιους τύπους με ύφος πολλά βαρύ, μπαρουτοκαπνισμένου επαναστάτη, είναι γιατί έχουν κι ένα Δεκέμβρη στις πλάτες τους. Το "Δεκέμβρη τον καλό" -θα μπορούσε να 'ναι και συνθηματικό για πονηρή βιντεοκασέτα- που δεν κατέθεσε τα όπλα στη Βάρκιζα, γιατί δεν τα πήρε ποτέ, κι απλώς πήγε για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, καταφέρνοντας τουλάχιστον να ακυρώσει το μίζερο (προ)εορταστικό κλίμα των ημερών -κι αυτό οφείλω να το αναγνωρίσω, ως ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματά του.

Κάποιοι έσπευσαν να τον βαφτίσουν ως την πρώτη εξέγερση στην περίοδο της κρίσης, που δεν είχε εκδηλωθεί όμως ακόμα στην Ευρώπη, συνεπώς εξέφραζαν στην καλύτερη ευσεβείς πόθους ή απλώς ένα ωραίο λεκτικό σχήμα, χωρίς αντίκρισμα. Η όποια αξία του Δεκέμβρη -κατ' αναλογία του Μάη- έγκειται στο ξέσπασμα της νεολαίας και ορισμένων στρωμάτων, που χωρίς να έχουν πληγεί από την κρίση, φώναξαν με τον τρόπο τους πως ασφυκτιούσαν στο κυρίαρχο πλαίσιο.
Μήπως τότε λοιπόν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε τον όρο "εξέγερση";

Αν το πάρουμε κυριολεκτικά, εξέγερση σημαίνει ξεσηκωμός. Κι από αυτήν την άποψη ήταν εντυπωσιακό πως ο Δεκέμβρης άγγιξε μαθητές και νεολαίους σε επαρχιακές περιοχές που βρίσκονται σε διαρκή λήθαργο και είχαν να δουν πολλές δεκαετίες αντίστοιχες κινητοποιήσεις. Ο Δεκέμβρης κατάφερε να αγκαλιάσει μεγάλα τμήματα της νεολαίας και να εκφράσει μια αυθόρμητη αντίδρασή της ενάντια στην αστυνομική καταστολή και το σύστημα που εκπροσωπεί.

Από την άλλη, ένας μπακαλίστικος κανόνας λέει πως η εξέγερση είναι μια αποτυχημένη επανάσταση που απειλεί την εξουσία ή έναν τύπο καθεστώτος (όπως το Πολυτεχνείο στη χούντα) σε αντίθεση με το Δεκέμβρη, που δεν έθεσε ποτέ τέτοιο ζήτημα, ούτε κάποια άλλη διεκδίκηση, γιατί ήταν -λέει- το ερώτημα και όχι η απάντηση. Και δε θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να θέσει, αν δούμε την ταξική του σύνθεση, όπου η μικροαστική δυσαρέσκεια-ανυπομονησία συνάντησε το λούμπεν στοιχείο, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης κι οι χώροι δουλειάς έμειναν μακριά απ' τη δυναμική των γεγονότων.

Αυτό, παρεμπιπτόντως, ήταν μια βασική διαφορά (ακόμα και) με το Μάη του 68', που ξεκίνησε μεν από τους φοιτητές, αλλά γρήγορα συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα, τις απεργιακές κινητοποιήσεις και τις διεκδικήσεις του -που ικανοποιήθηκαν εν μέρει, αν και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως το τυράκι στην παγίδα της ενσωμάτωσης και του κατευνασμού των εξεγερτικών διαθέσεων.

Κάποιοι πολιτικοί χώροι βέβαια ψάχνουν ούτως ή άλλως το επαναστατικό υποκείμενο της εποχής μας, μακριά από το ενσωματωμένο προλεταριάτο και την "πεπατημένη" των μαζικών του αγώνων -πχ στο μαζικό πλιάτσικο μεγάλων υποκαταστημάτων, την καταστροφή καταναλωτικών προϊόντων, κτλ. Παρόλα αυτά -ή μήπως ακριβώς για αυτά- ο Δεκέμβρης εξακολουθεί να θεωρείται εξέγερση από σύσσωμο το αριστεροχώρι, συμπεριλαμβανομένης και της Κόντρας, που φετιχοποιεί πρόθυμα οτιδήποτε περιέχει βία -από τους μπολσεβίκους, μέχρι τη 17Ν και το Δεκέμβρη.

Το "επαναστατικό βάθος" του Δεκέμβρη θα μπορούσε να αποτιμηθεί από τη συνέχειά του -που δεν υπήρξε- και αυτά που (δεν) άφησε πίσω του, πέρα από μια σύντομη άνοιξη της αναρχίας, μια "γενιά" που γαλουχήθηκε με αντιμπατσική λογική-συνείδηση και την ανοχή του εξωκοινοβουλίου στα καθιερωμένα μπάχαλα -με την αγωνία να μην ξεκοπεί από το "αυθόρμητο" ή να μην κατηγορηθεί πως το καταστέλλει.
Ακολούθως, υπήρξε ένα ρήγμα με τις πλατείες, που κάποιοι τις βίωσαν ως συνέχεια του εξεγερσιακού, αμεσοδημοκρατικού τους ονείρου, ενώ άλλοι τις κατήγγειλαν για τον πασιφιστικό τους χαρακτήρα, σε αντίθεση με το συγκρουσιακό πνεύμα του Δεκέμβρη.

Και το ΚΚΕ κύριε; Το ΚΚΕ είναι μια πολύ καλή αφορμή για την άτυπη επανασύσταση του "δεκεμβριανού μπλοκ" που στην καλύτερη λοιδορεί το κόμμα για την αμήχανη στάση του, την κακή σχέση του με το αυθόρμητο και την απουσία του από τις κρίσιμες μάχες. Ήταν έτσι όμως;

Κανείς σοβαρός και καλοπροαίρετος συνομιλητής δεν μπορεί να ισχυριστεί πως οι κομμουνιστές λούφαξαν κι έμειναν στο σπίτι τους, χωρίς να έχουν μαζική παρουσία στους δρόμους: τη Δευτέρα 8 Δεκέμβρη (για την οποία πολλοί σφοι έχουν να διηγούνται διάφορα, από τραυματικές εμπειρίες μέχρι θρυλικά βιώματα στα όρια του μύθου), τη μαζική απεργιακή συγκέντρωση στις 10 Δεκέμβρη (που έμεινε μακριά από το Σύνταγμα, για να μην επαναληφθούν οι σκηνές της Δευτέρας) και την επόμενη βδομάδα, με τον τραυματισμό μαθητή, μέλους της ΚΝΕ, από "αδέσποτη" σφαίρα.
Αυτό που του καταλογίζουν είναι πως έμεινε μακριά από τις επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα, τα οργανωμένα μπάχαλα, το συγκρουσιακό κλίμα και το μαύρο Δεκέμβρη της αναρχίας.

Κι εδώ βαραίνει η εκτίμηση για το χαρακτήρα του Δεκέμβρη. Αν κάποιος θεωρεί πως πρόκειται για μια αυθεντική εξέγερση, πιστεύει ακράδαντα πως το ΚΚΕ απουσιάζει εκκωφαντικά από τις μεγάλες επαναστατικές κρίσεις του συστήματος (όπως έλειπε κι απ' τις πλατείες). Αν πάλι δούμε το Δεκέμβρη ως ένα ανώριμο βίαιο ξέσπασμα (χωρίς χαρακτηριστικά επαναστατικής κρίσης), η ουσία παραμένει, αλλά μπαίνει σε πολύ διαφορετικές βάσεις.

Τα παραπάνω δένουν με διάφορα γεγονότα και μύθους ή τέλος πάντων μια μίξη τους, πχ για το εντελώς άστοχο διήγημα στον κυριακάτικο Ριζοσπάστη (για το λάθος τηλεφώνημα ενός δολοφόνου), τις δηλώσεις της Αλέκας έξω από το Μαξίμου, για το Σύριζα που χαϊδεύει αυτιά κουκουλοφόρων και μια αποστροφή από το λόγο της στη βουλή, για την πραγματική επανάσταση, που δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι, γιατί θα το κάνει κοινωνική περιουσία.
Είναι μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθούμε πόσο εύκολα και σχετικά αναίμακτα επικράτησε στην Πετρούπολη η Οκτωβριανή επανάσταση (η μεγαλύτερη της ιστορίας) πριν από την ιμπεριαλιστική επέμβαση 14 χωρών, αλλά αυτά έχουν συζητηθεί πολλές φορές και δε χρειάζεται επανάληψη.

Δηλ το ΚΚΕ τα έκανε όλα σοφά και άγια; Σαφώς και όχι. Κατά τη γνώμη μου, η αυτοκριτική μπορεί να επεκταθεί σε τρία πεδία, που θα τα αναφέρω εντελώς συνοπτικά.
Το πρώτο είναι ότι έπρεπε να αποφευχθούν συγκεκριμένα σφάλματα και κινήσεις, όπως το διήγημα του Ριζοσπάστη, για το οποίο κανείς εκτός κόμματος -όπως εγώ δηλ- δεν μπορεί να γνωρίζει αν έγινε κάτι κι αν αποδόθηκαν ευθύνες.

Το δεύτερο πεδίο, που είναι το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου, είναι το ερώτημα αν η μαζική αυτή αντίδραση της νεολαίας μπορούσε να αποκτήσει διαφορετικά ή μόνιμα χαρακτηριστικά ή αν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να ενισχυθεί αποφασιστικά και να βγει ουσιαστικά στο προσκήνιο το επόμενο διάστημα -αντί να αφήσουμε τη συσσωρευμένη οργή να ξεθυμάνει και να χαθεί.

Το τρίτο συνδέεται με το παραπάνω και κρίνει βασικά εκ του αποτελέσματος. Είναι σαφές (νομίζω) πως η επιρροή της ΚΝΕ στους μαθητές αδυνάτισε ή τουλάχιστον έμεινε στάσιμη τα επόμενα χρόνια -με την επίκληση του Δεκέμβρη από τους πολιτικούς της αντιπάλους να παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτό.

Το ζήτημα λοιπόν, όπως το αντιλαμβάνομαι τουλάχιστον, είναι τι (μπορεί κι πρέπει να) κάνει ένα κόμμα και μια οργάνωση παντός καιρού, όταν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και την παγίδα που της στήνουν ενδεχομένως. Και με ποιον τρόπο δρα τότε, για να αποφύγει και να εξουδετερώσει αυτόν το σχεδιασμό. Κάτι που δεν αφορά μόνο το χώρο της νεολαίας αλλά το κόμμα συνολικά και το κεντρικό πολιτικό σκηνικό.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, που μπορεί να γίνει μια άλλη φορά (από μένα τουλάχιστον).

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Σύριζα εσωτερικού

Δε θυμάμαι ποιος σφος είχε σχολιάσει σε μια κουβέντα (ή μήπως κάπου στο διαδίκτυο;) πως το σήμα και τα χρώματα της Λαφαζανικής Ενότητας του φέρνουν κάπως σε Κκε εσωτερικού, (οι πράσινες) οι κόκκινες, οι θαλασσιές οι χάντρες, με το κόκκινο να μπαίνει για ξεκάρφωμα και το γαλάζιο να υποδηλώνει τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τον εθνικό δρόμο κάθε κόμματος προς το σοσιαλισμό. Όπως σημειώνει εύστοχα όμως κι ο Κώστας Σκολαρίκος στη μελέτη του για τον «ευρωκομμουνισμό», αυτές οι ιδιαιτερότητες και η σχετική αυτονόμηση εξαφανίζονταν ως δια μαγείας μπροστά στο στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Θυμάμαι παρεμπιπτόντως και μια άλλη πετυχεσιά ενός φιλοκυβερνητικού διαδικτυακού παράγοντα, που υποστήριζε την παραμονή της χώρας στην ΕΕ, με το σκεπτικό πως είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια μορφή ολοκλήρωσης, οπότε ελλείψει άλλης εναλλακτικής ας βολευτούμε με αυτή που έχουμε. Κι είναι φοβερό πως αυτού του είδους οι «αριστεροί» -που δε θέλουν να γίνουν παρένθεση, για αυτό και μπαίνουν σε εισαγωγικά- πέρασαν κάποτε και δεν ακούμπησαν από το κόμμα κι από το έργο του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, με το οποίο μπορεί να συντάχτηκαν προσωρινά, πιθανότατα με τη λογική πως είναι απαραίτητο να υπάρχει μια μορφή... «ολοκληρωτισμού» και διάλεξαν μία στην τύχη.

Προσωπικά, τα χρώματα της ΛαΕ με το αστεράκι μου θυμίζουν πιο πολύ τη σημαία της Χιλής, που παραπέμπει ευθέως στην Unidad Popular και την πικρή αλήθεια της –που τελικά δεν έγινε μάθημα σε πάρα πολλούς. Ο Μπερλίνγκουερ και το Ιταλικό ΚΚ πχ (κι όχι ΚΚ Ιταλίας, για να μην παραπέμπει στα εθνικά τμήματα-μέλη της Κομιντέρν και σε τζιζ, απαγορευμένες αναμνήσεις) αξιοποίησε τη χιλιάνικη πείρα, για να φτάσει στο έτοιμο πολιτικό συμπέρασμα πως χρειάζεται ακόμα πιο πλατιά ενότητα, που σύντομα θα οδηγούσε στην ιδέα και την πολιτική του ιστορικού συμβιβασμού (με την αστική τάξη).

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο παραλληλισμός της ΛαΕ και του Εσ. Παρουσιάζει ενδιαφέρον κι ιντριγκαδόρικες ομοιότητες.
Αφενός η ραγδαία μνημονιακή «μετάλλαξη» -που μπαίνει σε εισαγωγικά, γιατί το ρηχό, αντιμνημονιακό μέτωπο είναι απλώς η άλλη όψη του ίδιου (εθνικού) νομίσματος, που εξακολουθεί να πρεσβεύει ο Λαφαζάνης- του Σύριζα τον κατέστησε οργανικό τμήμα της τρόικας εσωτερικού και μάλλον κάτι σα Σύριζα εξωτερικού, που παίρνει γραμμή από το Βερολίνο και το διεθνές κέντρο. Κι έτσι για τη ΛαΕ μένει ο ρόλος του Σύριζα εσ. που χαράζει το δικό του εθνικό δρόμο, εκτός ευρωζώνης, όχι όμως κι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε με ευρώ, ούτε και ΕΕ, κάτι σαν τον τρίτο δρόμο και τις αυταπάτες του. Μπορεί να ιδρύσει επίσης και το κίνημα των Αδεσμεύτων ευρωσκεπτικιστών, που είναι μεν σκεπτικοί, αλλά όχι και τελείως αρνητικοί, μάλλον αναποφάσιστοι. Να μείνουμε, να φύγουμε... να μείνουμε, να φύγουμε... Στο κάτω-κάτω της γραφής, κάποια μορφή ολοκλήρωσης είναι απαραίτητη...
Και την ίδια ώρα μαδάνε σα μαργαρίτες τα δικαιώματα των λαών της Ευρώπης.

Αφετέρου γιατί η διάσπαση του 68’, από την οποία προήλθε το λεγόμενο εσωτερικού, παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με τη διάσπαση του 91’, από την οποία προέκυψε το αριστερό ρεύμα κι ο πολιτικός του απόγονος, η ΛαΕ. Κι αν είναι κάπως δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς το σκεπτικό και την πολιτική σχιζοφρένεια όσων έζησαν το 68’ και υποστήριξαν τη 12η ολομέλεια, για να μετανιώσουν ουσιαστικά στο 13ο συνέδριο, με 23 χρόνια καθυστέρηση (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Φαράκος, που στους «Στοχασμούς» του απολογείται αναδρομικά για τη στάση του και νομιμοποιεί ουσιαστικά τις θέσεις του Εσ.), είναι πιο εύκολο να προσδιορίσει κανείς την πολιτική γεωγραφία των δύο διασπάσεων με βάση το σημερινό, πολιτικό σκηνικό και τη θέση των πολιτικών τους απογόνων. Το 68’ ήταν ΔημΑρ, το 91’ ήταν ΛαΕ. Πρόκειται στην ουσία για το ίδιο πολιτικό στίγμα, που το υποστήριξαν από κοινού επί χρόνια, στα πλαίσια της ειρηνικής τους συνύπαρξης στο Συνασπισμό, και για διαφορά φάσης. Πχ την (αμελητέα) διαφορά μεταξύ «αριστερού» και «δεξιού» ευρωκομμουνισμού, ή τη διαφορά μεταξύ των κινηματογραφικών συνεχειών μιας ταινίας, πχ Rocky I και Rocky IV. Μόνο το πρώτο βραβεύτηκε με Όσκαρ, αλλά το 4 ήταν χυδαίος αντικομμουνισμός, στην πιο προλεκάλτ, χυδαία και φαιδρή εκδοχή του, και γι’ αυτό πήρε το Όσκαρ στις καρδιές μας. Κι αυτή η μαγική μελωδία της (κινηματικής) παρακμής, του 60’ και του 80’...

Ένα κοινό χαρακτηριστικό των χώρων που γεννήθηκαν απ’ αυτές τις κρίσεις, είναι πως εξακολουθούσαν να τις κατατρύχουν και να πλανώνται πάνω από τη δράση τους τα φαντάσματα του παρελθόντος, που τους εξώθησαν θεωρητικά στη ρήξη και τη διάσπαση. Κάποιοι σφοι του Αριστερού Ρεύματος στο Συνασπισμό, για παράδειγμα, έβρισκαν το Λαφαζάνη νεοσταλινικό κι αντιευρωπαϊστή, δηλ πολέμιο του Μάαστριχτ και της Ένωσης, (σε στιλ δελτίου ειδήσεων του Αντ-1)· ίσως η πιο άδικη από τις πολλές κατηγορίες που θα μπορούσε να του προσάψει κανείς.
Στο Κκε εσ. αντίστοιχα ήταν συχνές οι σπόντες για επιβίωση του πνεύματος του δογματισμού και κατάλοιπα του ανώμαλου παρελθόντος, στα πλαίσια των εσω-οργανωτικών τους προστριβών. Ενώ το πιο διασκεδαστικό είναι πως διαμορφώθηκαν σύντομα δύο κέντρα, η Κε και το Γραφείο Εσωτερικού που αντιπαρατέθηκαν μεταξύ τους, αναπαράγοντας εν πολλοίς αυτούσιο το σχήμα της διάσπασης του 68’: η ηγεσία που αποφασίζει από το εξωτερικό, κι οι επικεφαλής στο εσωτερικό, που διεκδικούν πιο ενεργό ρόλο και βασικά την ηγεσία για το λογαριασμό τους.
Κοινή συνισταμένη σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο αδιάπτωτος φραξιονισμός που οδήγησε νομοτελειακά στην ανυποληψία και την περιθωριοποίηση τους οπορτουνιστικούς πόλους (το εσ. και το Συν αντίστοιχα).

Η βασική ομοιότητα όμως των δύο διασπάσεων αφορά τα αριθμητικά δεδομένα και τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν πριν, κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά απ’ αυτές. Τόσο οι αναθεωρητές του 68’ όσο κι οι ανανεωτές του 91’ πίστευαν πως διαθέτουν άνετη πλειοψηφία στο στελεχικό δυναμικό του κόμματος. Κι αν αυτό τίθεται υπό αμφισβήτηση στην περίπτωση της 12ης ολομέλειας, ήταν αρκετά σαφές στο δρόμο για το 13ο συνέδριο, όταν πχ ο «πιο αριστερός» στη σύνθεση της Επιτροπής Προγράμματος ήταν ο Λαφαζάνης. Παρόλα αυτά, και τις δύο φορές η μεγάλη πλειοψηφία της κομματικής βάσης ακολούθησε το κουκουέδικο Κουκουέ και όχι τα ερζάτς υποκατάστατά του ή όσους φιλοδοξούσαν να το διαλύσουν. Κι αν στη διάσπαση του 68’, οι αναθεωρητές παρηγοριόντουσαν επικαλούμενοι τη στήριξη των σοβιετικών και του διεθνούς παράγοντα, για να δικαιολογήσουν την ήττα τους (αναγνωρίζοντας, ακόμα κι αυτοί, ωστόσο το σημαντικό ρόλο του Χαρίλαου στην «εσωτερικοποίηση» του Κκε, για να γείρει υπέρ του η πλάστιγγα), το 91’ αυτή η δικαιολογία δεν ευσταθούσε, καθώς το διεθνές κέντρο βρισκόταν κατ’ ουσίαν υπό διάλυση και στο βαθμό που υπήρχε και μπορούσε να επηρεάσει πράγματα και καταστάσεις, υποστήριζε τις δικές του απόψεις.

Αυτό που διαφεύγουν συστηματικά πάντως από την ιστορική θεώρηση των εκάστοτε ανανεωτών είναι: η στήριξη της δικής τους πλευράς από τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, είτε από την ορθόδοξη πτέρυγα (επί Νικήτα, που «έλιωναν οι πάγοι», ή επί «Περεστρόικα» με το Γκορμπατσόφ), είτε όχι (με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα). Ο βούρκος του αδιάκοπου φραξιονισμού που γέννησε αλλά και βούλιαξε τα εγχειρήατά τους, καταδικάζοντάς τα σε φθορά διαρκείας. Κι η οργανική σύνδεση του ΚΚ Ελλάδας με τις λαϊκές μάζες, οι βαθιές ρίζες του στον ελληνικό λαό, που έχει πάντα τον τελευταίο και καθοριστικό λόγο, είτε με τη δράση του είτε δια της απουσίας του.

Αλλά αυτά μπορεί να τα δούμε αναλυτικά σε κάποια προσεχή ανάρτηση...