Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Κόμματα, πίστη και δίσκοι Νίκου Μπίστη

Ο Ιανουάριος έχει ετυμολογική ρίζα από έναν θεό των Ρωμαίων, του διπρόσωπου (σα να λέμε δικέφαλου) Ιανού. Απέξω δίνεις ευχές για «καλή χρονιά» και μέσα σου τρέμεις όλα αυτά που θα γίνουν -για σένα χωρίς εσένα. Κι αν η αρχή μάς προϊδεάζει για τη συνέχεια, μες στο ’26 θα τρέχουμε να βρούμε το κοντινότερο καταφύγιο. Ως τότε, μερικές σημειώσεις για τον μήνα που έφυγε.

Αν ήμουν περσόνα του ΦΒ -μακριά από μας- και κατά φαντασίαν διαδικτυακός ινφλουένσερ, με εκατοντάδες επιρροές -πώς είναι οι μαζικοί σφοι; καμία σχέση-, θα μοιραζόμουν υποχρεωτικά με το «κοινό» μου (με το οποίο μας δένουν οι πλούσιες εμπειρίες και οι γαμάτες απόψεις μου) το δικό μου βίωμα με τον Παπαδάκη και τα (ούτε καν) 15 λεπτά δημοσιότητας στην εκπομπή του.


Κάπου στις αρχές του αιώνα μας, τα ηρωικά και μοναχικά (σαν Λούκι Λουκ) ΜΜΕ του ΑΠΘ έχουν κατάληψη για το κτιριακό και μια ετοιμόρροπη έδρα στην παραλία, το εξίσου ηρωικό Μανδαλίδειο που έχει χαρακτηριστεί κόκκινο για τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν -μη πολιτικά μιλώντας.

Ο δεξιός αντιπρύτανης πετάει ειρωνικά μια χοντράδα, στο κλασικό ύφος της εξουσίας, που θα γινόταν viral στην εποχή των ΜΚΔ και τράβηξε την προσοχή των καναλιών. Τα χρόνια έχουν περάσει, δε θυμάμαι ακριβώς ποια ήταν η ατάκα, αλλά θα επινοούσα κάτι ωραίο, χάριν του κοινού και των likes, πχ: αν δεν έχουν κτίριο, ας κλείσουν τουλάχιστον Airbnb, κι ας μην υπήρχαν τότε. Τάδε έφη Αντουανέτα Αντωνόπουλος.

Προκαλεί αναβρασμό και ανακαλεί, αλλά είναι αργά για να το μαζέψει και έτσι καταλήγουμε στα μαρμαρένια αλώνια της πρωινής ενημερωτικής ζώνης. Πρώτο ημίχρονο στον Παπαδάκη, έξω από το ετοιμόρροπο κτίριο, δεύτερο στον Λευκό Πύργο -με άλλο φοιτητικό κλιμάκιο- στον Αυτιά, που είχε καλεσμένη την Μαριέττα Γιαννάκου (τις καταλήψεις άκου) στο στούντιο του ALPHA -του Κοντομηνά, με τον «κυρίαρχο των 8» και την Αννούλα του χιονιά στη φράντζα, προ στέκας και Αμφίπολης.

Εμείς θέλουμε δεσμεύσεις για λύση στο κτιριακό, ο Αντωνόπουλος να πει «δεν ήταν αυτό που νομίζετε», τα κανάλια να τον γλεντήσουν πριν περάσουν στο επόμενο θέμα και η υπουργός να δείξει πως όλα είναι λυμένα. Δεν ήταν δύσκολο να ρισκάρεις μια πρόβλεψη για τον τελικό νικητή.

Τέταρτο έτος, εργαστήριο τηλεόρασης. Οι τελειόφοιτοι της Δημοσιογραφίας μαθαίνουν (επιτέλους) να χρησιμοποιούν τον τηλεοπτικό εξοπλισμό και πώς να στήσουν μια εκπομπή. Αυτό που είναι εκτός διδακτέας ύλης είναι ο αμείλικτος, τηλεοπτικός χρόνος και το βασικό καθήκον του παρουσιαστή: να πάει την κουβέντα εκεί που θέλει και να μην αφήσει κανέναν να πει αυτό που σκέφτεται. Πάνελ είμαστε, όχι γενική συνέλευση με επίδικα.

Ε, ναι. Προφανώς δεν είχα την εμπειρία να νικήσω τον Παπαδάκη. Εδώ ήθελε (κουτο)πονηριά, ταλέντο ηθοποιού -για να παίξει καλά τον ρόλο- ή μάνας στον πάγκο της λαϊκής -για να αφήσουν τα σάπια- και κόλπα ζόρικα που κάνουν στις Ινδίες ή στα μπλόκα της αγροτιάς, όπου σπάει των ΜΜΕ ο τσαμπουκάς.

Τα χρόνια έχουν περάσει πια, όπως λέγαμε. Το μόνο που θυμάμαι -από παιδί μικρό- ήταν πως μύριζε θάλασσα (ή ό,τι άλλο μυρίζει ο Θερμαϊκός τέλος πάντων) και δεν μπήκα ποτέ στο ζουμί που μας έκαιγε. Τουλάχιστον με «άφησαν να μιλήσω», σε αντίθεση με το άλλο κλιμάκιο στον Λευκό Πύργο, που βγήκε για λίγο στις καθυστερήσεις χωρίς ήχο, φόντο στο πλάνο της Γιαννάκου -σαν καρτ-ποστάλ- που έλεγε πως όλα ήταν λυμένα και το μαθαίναμε πρώτοι σε ζωντανή μετάδοση, πριν εξαφανιστούμε από το πλάνο. Ούρααα, θυελλώδικα χειροκροτήματα, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες! Και τι καλός άνθρωπος ο Αυτιάς, που δίνει λύσεις για όλους. Πάλι καλά που δεν άνοιξε διάλογο με τη φωτογραφία μας -συμβαίνουν αυτά στον σάπιο, μαγικό κόσμο της τηλεόρασης.

Αλλά εμείς λέγαμε για τον Παπαδάκη. Για τον οποίο διάβασα συγκινητικά σχόλια και αποχαιρετισμούς (στις παιδικές μας αναμνήσεις), όχι μόνο για τα αθλητικά πρωτοσέλιδα πριν φύγουμε για μάθημα, αλλά για το καθάριο βλέμμα του, το φιλανθρωπικό του έργο, τις δουλειές που έκανε σαν μικρός λεπτομέρειες, ένας από μας -και ας ξεχώριζε από εμάς. Από όλα αυτά, κρατάω μόνο ότι επέλεξε την καύση στη Ριτσώνα (όπως και ο Χρ. Πολίτης), φέρνοντας αμηχανία στο τηλεοπτικό του ποίμνιο. Και ότι ήταν της γενιάς της Αλλαγής, μουστάκι ΠΑΣΟΚ, οπότε πήγαινε με όλα (δεξιά και αριστερά) και ήξερε να κρατά ισορροπίες, πχ όταν καλούσε τον ΓΓ, σε αντίθεση με τις νεότερες φιλελέ φουρνιές, της ηγεμονίας των μετακλητών, όπου θεωρούνται «εναλλακτικές» η Γιάμαλη και η Τζίμα, με την επιθετικής της ειρωνεία -πχ για τους αγρότες και το «πολιτικό παιχνίδι» που παίζουν.

Δεν παραγράφω ότι κανείς δεν άντεξε στη σκιά του να παίζει τη γλάστρα. Ή ότι ήταν (;) «δάσκαλος» για μπουμπούκια σαν τον Αυτιά, την Τατιάνα και τον Χίο, που ξεκίνησε ως αθλητικός σχολιαστής (!) από την εκπομπή του, πριν βρει την κλίση του και πιο κερδοφόρες δραστηριότητες.

Και δεν ξεχνάω ότι η τηλεόραση είναι ένα σκληρό, απάνθρωπο μέσο, που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ευαισθησίες και καλούς ανθρώπους. Οι πρώτες, όταν βγαίνουν στο γυαλί, είναι προκάτ και για τα νούμερα. Οι δεύτεροι μένουν κατά κανόνα πίσω από το γυαλί. Κι ό,τι μπαίνει στα σπίτια μας είναι ο καθημερινός φασισμός και η φωνή της εξουσίας. Αυτό είναι το μόνο ηθικό δίδαγμα.

Τι απέγιναν όμως οι ήρωες της ιστορίας μας;

Ο Αυτιάς έγινε ευρωβουλευτής. Ο αντιπρύτανης και η Μαριέτα είναι μακαρίτες -κάνοντας πολλούς χαιρέκακους φοιτητές να σκεφτούν μεταφυσικά ότι έπιασαν τόπο οι κατάρες τους.

Οι περισσότεροι απόφοιτοι του Τμήματος δεν ασχολήθηκαν ποτέ επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, που ζούσε τη δική της κρίση, ήδη πριν την κρίση. Η Σία και μερικοί ακόμα είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Τα -σταθερά ηρωικά και μοναχικά- ΜΜΕ στεγάζονται σε ένα ροζ κτίριο επί της Εγνατίας, ιδιοκτησίας μιας μονής του Αγίου Όρους που επεκτάθηκε σε real-estate δραστηριότητες για να χρηματοδοτήσει το θεάρεστο έργο της.

Το Μανδαλίδειο παραμένει όρθιο και ετοιμόρροπο, τυλιγμένο με αιώνιες σκαλωσιές που απειλούν το ρεκόρ της Ακρόπολης.

Η Πανσπουδαστική έβγαινε για πολλά χρόνια πρώτη δύναμη στη σχολή. Μετά από μια δεκαετία όμως. Απέξω δηλώνεις συγκινημένος ζευγάς για τη σπορά που έδωσε καρπούς κτλ. Από μέσα νιώθεις λίγος που δεν αξιώθηκες να το ζήσεις στα χρόνια σου και καταριέσαι τους σφους που πήραν μπρος, αφότου έφυγες. Και αν ήσουν εσύ τελικά το πρόβλημα;

-.-

Επτά οπαδοί σκοτώνονται σε ένα σοκαριστικό δυστύχημα στη Ρουμανία, που -για κατανοητούς, κανιβαλιστικούς λόγους- προβάλλεται συνεχώς στις οθόνες. Στα κανάλια φορούν μαύρες γραβάτες και άτυπο εθνικό πένθος, για να καλύψουν την επήρεια ουσιών και βασικά τον απόηχο από το έγκλημα στη «Βιολάντα». Ακούς παντού για «αετόπουλα» -αλλά όχι της ΕΠΟΝ- και στην καλύτερη «συμπεριληπτικά» σχόλια που συμψηφίζουν άθελά τους (;) θύματα και αιτίες - ενόχους.

Ξαφνικά το υπόγειο αφήγημα στο Χ αλλάζει και μια στρατιά κυβερνητικών τρολ στοχοποιούν χυδαία τα «πρεζάκια», που ξέπεσαν γρήγορα από την ιδιότητα του «ήρωα», και από το άσπρο στο μαύρο (σαν την πένθιμη εικόνα της NOVA), χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις. Η ΠΑΕ ΠΑΟΚ αντιδρά και κινείται νομικά εναντίον τους.

Κι εσύ, παρατηρείς αμήχανος άλλο ένα θέμα να αποκτά «γεωπολιτικές» προεκτάσεις από το πουθενά, ελέω Σαββίδη, σαπίλας και σκατοψυχιάς. Και προλαβαίνεις να σκεφτείς πως στην κοινωνία του μέλλοντος θα βάλουμε όλους αυτούς να δουλεύουν -που είναι ο χειρότερος εφιάλτης τους. Όλοι θα κάνουν εμετό στην ανάμνηση αυτής της σαπίλας και ο Λεβαδειακός θα είναι πρώτο φαβορί για το πρωτάθλημα, αλλά χωρίς στησίματα και (κάνε την ομάδα πάλι πρώτη) Κομπότη.

-.-

Την ίδια περίπου αμηχανία που ένιωθες δηλαδή πριν μερικές μέρες, βλέποντας τις αντιδράσεις για το Ιράν και έναν αετό με δυο κεφάλια στην εποχή των τεράτων και του μέλλοντος που δε λέει να γεννηθεί. (Κι αν δε σου αρκεί ως συνδετικός κρίκος, υπάρχει και το σύνθημα: Τούμπα - Ιράν - Καμπότζη - Βιετνάμ).

Το ένα κεφάλι βλέπει τους πράκτορες του Ισραήλ, τη νατοϊκή προπαγάνδα και την ιμπεριαλιστική επέμβαση. Το άλλο βλέπει την καταπίεση, τη θεοκρατία, τη θέση της γυναίκας και τις διώξεις των κομμουνιστών.

Το ένα φτάνει ενίοτε στο σημείο να πανηγυρίζει σχεδόν για τις εφεδρείες και τις αντοχές του καθεστώτος -πάντα από αντι-ιμπεριαλιστική σκοπιά. Το άλλο τείνει να ξεχνά πως το ιράν δεν είναι πιο θεοκρατικό από άλλες αραβικές χώρες που μένουν στο απυρόβλητο του δυτικού κόσμου (ίσα-ίσα). Ούτε πολύ πιο καταπιεστικό από άλλα καπιταλιστικά καθεστώτα της «δημοκρατικής Δύσης». Κραυγαλέο παράδειγμα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής έχει πιάσει πάτο.

Κάποιοι πιπιλίζουν σαν καραμέλα τη φράση του Λένιν πως όσοι περιμένουν να δουν μια «καθαρή επανάσταση», θα μείνουν με την όρεξη και δε θα την ζήσουν ποτέ. Και ψάχνουν με ζήλο παρόλα αυτά άλλοθι και αποδείξεις καθαρότητας, σε ανακοινώσεις σωματείων και φωτομοντάζ.

Και εσύ νιώθεις να παίζεις στο «Περσέπολις», την αμηχανία της ηρωίδας που δε βρίσκει πουθενά την ελευθερία που ζητά. Δεν ξέρω αν ο δημιουργός του στέκει συνολικά στη σωστή πλευρά της ιστορίας, αλλά είναι αξιέπαινο ότι δείχνει τόσο γλαφυρά πως η Δύση δεν είναι η διέξοδος που ψάχνουν οι λαοί. Κι αυτό είναι ζήτημα πόσοι το καταλαβαίνουν, σε τελική ανάλυση.

-.-

Αντί επιλόγου, ορισμένα συμπεράσματα από το Συνέδριο του ΚΚΕ.

-Αυξήθηκε ο αριθμός των μελών της ΚΕ και του ΠΓ. Μπήκαν αρκετά στελέχη που είχαν πρωταγωνιστήσει σε εργατικούς αγώνες του τελευταίου διαστήματος.

-Την πιο αντικειμενική ανάλυση, σε αστικό μέσο, για το Συνέδριο μπορεί να την διαβάσει κανείς στο Documento. Κάπως παράδοξο για τους απέξω, αλλά όχι για όσους ξέρουν την Π. Μπίτσικα. Τις βρώμικες επιθέσεις στο μαγαζί του Βαξεβάνη τις αναλαμβάνουν άλλα φιντάνια -ακόμα και ο Παπαδογιάννης, μεταγραφή από το αθλητικό τμήμα.

-Πολλά ακάου έβγαλαν χολή για την ομοφωνία (ίσως τους φαίνεται ομόηχη με την ομοφοβία) για τις Θέσεις και την επανεκλογή του Κουτσούμπα, συμπεραίνοντας πως «μία από τα ίδια». Αν δεν έχουμε λίγο σασπένς, με αποχωρήσεις σαν το reality της ΝεΑΡ ή λίγο ξύλο Αρασίτικο, δεν έχει πλάκα. Πχ όπως ο Ρουβίκωνας που καταδικάζει τον εαυτό του, κάνοντας λάθος επιθέσεις σε παρακείμενους στόχους.


Παρεμπιπτόντως, ο Νίκος Μπίστης αποχώρησε από τη ΝεΑΡ, λοξοκοιτώντας προς το (υπό διαμόρφωση) κόμμα Τσίπρα και προσθέτει άλλον έναν κρίκο στην καριέρα του πολιτικού γυρολόγου, αποδεικνύοντας πως ο τρίτος γύρος δεν είναι ο τελικός. Προχωρώντας και αναθεωρώντας, hasta la reforma siempre.

«Γυριστρούλα, σε φοβάμαι» όπως έλεγε και ο Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ -που τα γύριζε και αυτός! Αλλά σε εμάς ο μόνος φόβος είναι μην πάθει Θάνο, Μίκη κτλ και γυρίσει για να κλείσει την καριέρα του στο κόμμα που αγάπησε. Μη γυρίσεις, τίποτα μη ζητήσεις...

-Στο σημείωμα για τον Γενάρη είχαν θέση και κάποιες σημειώσεις για τους αγρότες, αλλά μένουν στο ράφι για επόμενο κείμενο.

ΥΓ: Η ενηλικίωση είναι απλώς μια μεταβολή της ύλης...

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Κι αν δε βρίσκουν κλίνες, ας κλείσουν Airbnb

Τι είναι σήμερα ένα δημόσιο νοσοκομείο; Μια μορφή δυσθανασίας. Όπου πριν τη ζωή σου, χάνεις την αξιοπρέπειά σου, την ελπίδα ότι είσαι σε καλά χέρια και ότι μπορείς να γλιτώσεις, παρά τη φιλάσθενή σου κράση. Άσε που στην πορεία μπορεί να πεθάνεις κιόλας -όπως έλεγε κάποτε ένας άλλος Αρκάς. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί.

Στο νοσοκομείο μπορείς να καταλάβεις πόσο εφήμερη είναι η ζωή, αν πετύχεις εφημερία. Γεμίζουν τα δωμάτια, μπαίνουν τα πρώτα ράντζα, πιάνουν τη μια πλευρά του διαδρόμου, σε λίγη ώρα αρχίζει το διπλοπαρκάρισμα απέναντι, φτάνουν συνεχώς φορεία, δεν τσουλάνε τα νεοεισερχόμενα, τρακάρουν στα προηγούμενα, μποτιλιάρισμα, φωνές, ένα μικρό χάος. Κι αν δεν υπάρχουν κλίνες, ας κλείσουν τουλάχιστον Airbnb.
Μόνη μας παρηγοριά πως σύμφωνα με τον υπουργό, το ΕΣΥ βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση που ήταν ποτέ. Φαντάσου δηλαδή πώς ήταν η χειρότερη...


Νοσοκομείο είναι το μέρος όπου παρακαλάς να μη χρειαστεί να μπεις ποτέ, αν είσαι άρρωστος και θες να βρεις την υγειά σου. Γιατί εκεί μπορεί να κολλήσεις κάτι και να πας από οτιδήποτε άλλο, πλην της αρχικής ασθένειας. Σπανίως θα σου βρουν τι ακριβώς, η νεκροψία δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανέναν.

Στον τομέα της υγείας βιώνεις από πρώτο χέρι τι εστί κοινωνικός και ηλικιακός δαρβινισμός. Αν έχεις πολλά λεφτά και θες ουσιαστική φροντίδα, δε θα προτιμήσεις τα δημόσια νοσοκομεία. Αν είσαι φτωχός ή γέρος, πιάνεις τζάμπα χώρο και ξοδεύεις λεφτά του κρατικού κορβανά. Κι αν είσαι συγγενής ασθενούς, μπορεί να ακούσεις δυνατές ατάκες για το ημερολόγιό σου, όπως: είναι σοβαρά αλλά δεν έχει νόημα να τον διασωληνώσουμε, ας δούμε πρώτα αν ανταποκρίνεται μόνος του ο οργανισμός...

Αν πάλι είσαι υγειονομικός, πρέπει να ξεχάσεις όρκους και περιττούς συναισθηματισμούς, να βάλεις προτεραιότητες, να μάθεις να επιλέγεις ποιον θα διασώσεις και ποιος θα πάει αταξίδευτος. Ενώ όλο το σύστημα σου ουρλιάζει να φύγεις μακριά και να σωθείς, όσο προλαβαίνεις.
Πρέπει να έχεις αρχές, ιδανικό και πολύ υψηλό ιδεαλισμό, για να ανέχεσαι έναν καθημερινό Γολγοθά, με τσακισμένα νεύρα, αντοχές και ελάχιστα ρεπό, ενώ σε (αντ)αμείβουν με χειροκρότημα -ή χημικά, ξύλο και ειρωνείες, αν τολμήσεις να αντιδράσεις-αντιμιλήσεις.

Στο νοσοκομείο τα κοράκια μυρίζονται ψητό και πέφτουν με τα μούτρα νύχια. Διάφοροι επιτήδειοι σου αφήνουν διαφημιστικές κάρτες -και αν δεν πετύχουν συνοδούς, βουτάνε ό,τι βρουν- με ιδιωτικά ασθενοφόρα και Ελληνίδες αποκλειστικές νοσοκόμες. Γιατί αν πας στον άλλο κόσμο, τουλάχιστον να πας εθνικά περήφανος, με πατριώτ(ισσ)ες δίπλα σου για το κατευόδιο.

Είναι το μέρος όπου ο ασθενής μπορεί να σαλτάρει και να ουρλιάζει σαν σειρήνα «ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ!», εκφράζοντας φωναχτά αυτό που σκέφτονται όλοι. Αλλά πού να πας; Και πού θα βρεις χειρότερα; Δεν έχει μείνει και κάνα ίδρυμα από τον μεσαίωνα ανοιχτό, να κάνουμε τη σύγκριση και να νιώσουμε την πρόοδο.

Είναι ένα μέρος που θα έπρεπε να έχει οργανόγραμμα, με θέσεις, κενά, πρόνοια να καλυφτούν, πλήρη στελέχωση, προσωπικό κτλ, στοιχειώδη διοικητικά καθήκοντα. Όχι της Αγίας Επανάστασης, όχι σε κάποιο μακρινό, σοσιαλιστικό μέλλον, αλλά εδώ και τώρα. Η δωρεάν υγεία, όμως, θεωρείται κατάλοιπο της τελευταίας ευρωπαϊκής Σοβιετίας -αν θέλετε τέτοια, να πάτε στην Κούβα. Τόσο σοσιαλισμό από τον Ανδρέα και τον Γκόρμπι είχαμε να δούμε.

Είναι το μέρος όπου αν επέλθει το μοιραίο, νιώθεις μοιραίος του Βάρναλη, δειλός και άβουλος αντάμα, γιατί δεν έγινε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να σώσεις τον άνθρωπό σου και να πάρει παράταση. Και η αναγραφόμενη αιτία στο πιστοποιητικό μπορεί να λέει πχ «νεφρική ανεπάρκεια», αλλά εσύ να σκέφτεσαι αυθόρμητα την κρατική. Που ούτε αυτό είναι σωστό, γιατί το κράτος επιτελεί τον ρόλο του και δια της ανυπαρξίας του. Και όταν/εκεί που θέλει, μια χαρά αποτελέσματα έχει.

Τα δημόσια νοσοκομεία θα μπορούσε να είναι κάτι αντίστοιχο του κομμουνισμού, σε μικρογραφία: γιατρικό για τις παθογένειες μιας άρρωστης κοινωνίας. Αλλά στην πράξη είναι ο παράδεισος των κερδοσκόπων, των αρπακτικών που βαράνε αλύπητα στην ανάγκη σου. Και η παταγώδης διάψευση της αυταπάτης πως ο ανταγωνισμός θα κάνει τις δημόσιες μονάδες καλύτερες -ενώ τις απαξιώνει βάσει σχεδίου.

Εκεί ανακαλύπτεις πώς γεννιέται αυθόρμητα το μαύρο χιούμορ, για να ξεσπάσεις κάπου, να διασκεδάσεις (δηλαδή να διασκορπίσεις) τις αλγεινές εντυπώσεις από αυτό το χάλι. Να βάλεις στο τρανζίστορ το βενζινάδικο της Πρωτοψάλτη, όπως στους Απαράδεκτους, να γίνετε όλοι μαζί μια παρέα και να βάλετε μπουρλότο αλά Σαπφώ Νοταρά σε αυτό το μπουρδέλο, μπας και γλιτώσουν όσοι είναι ακόμα έξω.

Εκεί όπου βαυκαλίζεσαι πως μπορεί να θριαμβεύσει ο αγώνας και η ανιδιοτέλεια, τα μικρά καθημερινά θαύματα, η θέληση για ζωή, ακόμα και ο έρωτας -αν βλέπεις πολλές ιατρικές σειρές, με εμφανίσιμους ήρωες. Αλλά στην πραγματική ζωή επικρατεί ο πόνος, η απελπισία, ένα βαθύ αίσθημα ταπείνωσης και ο θάνατος, που δεν είναι πάντα η χειρότερη επιλογή. Πού είναι ένας λαοπλάνος να τους αποκαλέσει πάλι «τιμημένα γηρατειά»...

Ένα μέρος όπου θα έπρεπε να επικρατεί ο ορθός λόγος και η πίστη στην επιστήμη. Αλλά είναι ένας βούρκος απελπισίας, μια απέραντη κοιλάδα δακρύων -ιδανικές συνθήκες για να ευδοκιμήσει κάθε είδους όπιο και παρηγοριά. Κι αντί ο άνθρωπος να βοηθά και να φαίνεται χρήσιμος στους συνανθρώπους του, επιβεβαιώνοντας τη βαθύτερη ουσία του είδους του, συνηθίζει στην απανθρωπιά και φοράει τη μάσκα της απάθειας για να αντέξει όσα βλέπει καθημερινά.

Κι όπου μπορείς να φιλοσοφήσεις για τις διαβαθμίσεις στα καζάνια της κόλασης, που τώρα στους πιο κάτω ορόφους πρέπει να έχει ασθενείς, γιατρούς και νοσηλευτές. Αλλά (να σκεφτείς) και τις δραστικές αλλαγές που θα έφερνε σε όλα αυτά μια επανάσταση, μεταθέτοντας στα κατώτερα πατώματα όσους βγάζουν κέρδος από την απελπισία του κόσμου να αλλάζουν πάνες για όλη τους τη μετά θάνατον ζωή.

Το χειρότερο είναι πως όλοι τα ξέρουν όλα αυτά. Κι όλοι σχεδόν πέφτουν απ’ τα σύννεφα μόλις τα δουν μπροστά τους ή  σε μια ενημερωτική εκπομπή. Άλλοι πάλι αρνούνται απλώς την πραγματικότητα και πανηγυρίζουν για το ΕΣΥ. Αν δε βλέπεις το πρόβλημα, τόσο το χειρότερο για αυτούς που το έχουν...

Αφορμή για το κείμενο είναι η ιστορία μιας φωτογραφίας που θα δούμε σύντομα παρακάτω.


Η φωτογραφία προέρχεται από την Α’ Παθολογική Κλινική του Λαϊκού Νοσοκομείου και την ανέβασα πριν από καμιά δεκαριά μέρες στο «Χ». Τα δεξιά τρολ ήρθαν ομαδικά σε παράκρουση, παθαίνοντας άρνηση, και έλεγαν μεταξύ άλλων πως η φωτό ήταν από την εποχή του Πολάκη. Η «εναλλακτική» δημοσιογραφία εκπομπή της Γιάμαλη πήρε τη φωτό από το Χ και την παρουσίασε σε ένα σχετικό θέμα, χωρίς βέβαια να δείχνει/αναφέρει την πηγή. Είτε για να μη χάσει σε αξιοπιστία, είτε γιατί δεν ήθελε να τρομάξει το κοινό της και λοιπούς νοικοκυραίους με σφυροδρέπανα.

Ο Άδωνις δεν απάντησε ευθέως, κοινοποίησε όμως την ανάρτηση μιας κυρίας, η οποία έχασε τη μητέρα της που νοσηλευόταν στο Λαϊκό, αλλά ευχαριστούσε ολόψυχα το προσωπικό του νοσοκομείου για τις προσπάθειές τους, το κλίμα και όσα έκαναν επί τόσες μέρες. Δεν ξέρω τι προσπαθούσε να αποδείξει ο ποιητής, αλλά κανείς προφανώς δεν κατηγορεί τους γιατρούς και τους νοσηλευτές για την άθλια εικόνα με τα ράντζα, τις τραγικές ελλείψεις, την υποστελέχωση και τις άθλιες υποδομές.

Το (όχι και τόσο) ωραίο είναι πως τις επόμενες ώρες (μετά τη λήψη της φωτό) στην κλινική του Λαϊκού, τα ράντζα-φορεία αυξάνονταν σταθερά και έπιασαν και την απέναντι πλευρά του τοίχου, προκαλώντας το αδιαχώρητο. Και όταν ήρθε η ώρα της απογευματινής ιατρικής εξέτασης, ανέλαβαν οι σεκιουριτάδες να διώξουν τους συνοδούς, να τους κρατήσουν εκτός κλινικής για κάνα δίωρο και να απορροφούν σαν μαξιλαράκια ασφαλείας την ένταση, την γκρίνια και τους καβγάδες. Δεν ανέβασα άλλη φωτογραφία, στην αναμονή όμως είδα μια εκτυπωμένη ανακοίνωση, που ενημέρωνε το κοινό πως απαγορεύονται οι διάφορες λήψεις (βίντεο και φωτογραφίες), για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων -μην πάει ο νους σας σε κάτι άλλο δηλαδή. Περιττό να πω ότι αν το ΕΣΥ βρισκόταν σε τόσο καλή κατάσταση, η κυβέρνηση δε θα είχε πρόβλημα με τις εικόνες από τις κλινικές -στην τελική μπορείς απλώς να θολώσεις τα πρόσωπα και ό,τι άλλο δε θες να φανεί.

Όσο για τον θείο που ασθενούσε, είχε ευτυχώς γερή κράση. Άντεξε δυο μέρες στο ράντζο, μετά μπήκε σε δωμάτιο και πήρε εξιτήριο από μια βδομάδα. Σήμερα έχει γενέθλια και κλείνει τα 85. Και αν ήμουν υπουργός του, θα μπορούσα να πω ότι βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση που ήταν ποτέ...

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

«Είναι το σπίτι μου...» - Τα 1917 αδέλφια

Σε όποιο γήπεδο κι αν πάμε, τα σπάμε. Αλλά η πραγματική εξέγερση θα κάνει όλα τα τζάμια λαϊκή-κοινωνική περιουσία. Άντε να σπάσει το πολύ κάνα τζάμι στα Ανάκτορα από τον κανονιοβολισμό του Αβρόρα. Κάτι που δείχνει πόσο αιμοβόροι εγκληματίες είναι αυτοί οι μπολσεβίκοι, σε αντίθεση με τον εύθραυστο ψυχισμό των πορφυρόκωλων γαλαζοαίματων. Και την τρυφερή ψυχούλα του καπιταλιστή, που έγινε χίλια κομμάτια από την έκρηση στη Βιολάντα, την απώλεια της μονάδας -που ήταν ασφαλισμένη- και πέντε αναλώσιμων εργατριών. Πού να τον καταλάβετε, άπονοι...

Το δικό μας γήπεδο δεν είναι τα πάνελ, οι κάλπες και η Βουλή. Εκεί παίζουμε πάντα εκτός έδρας, σικέ παρτίδα με καθορισμένους όρους -χαμένος από χέρι αγώνας είναι μόνο οι σκιαμαχίες στο γυαλί. Για εμάς σπίτι μας είναι ο δρόμος και τραγούδι μας ο πόνος της εργατικής τάξης, κάθε καταπιεσμένου (ανεξαρτήτως χρώματος και σεξουαλικού προσανατολισμού, όπως είπε ο ΓΓ). Όποιου τρέμει από οργή και ψάχνει το χέρι μας να σηκωθεί.

Καμιά φορά οι συνθήκες είναι αντίξοες. Ο αγωνιστικός χώρος βαρύς και τα αγριογούρουνα τρώνε αμάσητες τις αηδίες που τους πλασάρει η προπαγάνδα, σαν σανό. Μόνο εκεί όμως (στον δρόμο, που είχε και γράφει τη δική του ιστορία) μπορούμε να δούμε νίκες και τίτλους -σε βάθος χρόνου. Γιατί εκεί ο θεατής γίνεται παίκτης και κάνει πράξη το όραμα του σφου με το μουστάκι (για το ποδόσφαιρο και τις κερκίδες). 22 να βλέπουν και χιλιάδες να παίζουν μπάλα, παίρνοντας τις τύχες στα πόδια τους. Δε με νοιάζει απαγοήτευση -sic- αν νιώσω, αφού ξέρω πως έπαιξα και εγώ.


Αλλά η πρωτοπόρος ομάδα της τάξης μας χρειάζεται και μια έδρα -για να συνεδριάζουν τα όργανά της, για τα συνέδριά της -που είναι το ανώτερο όργανο- κτλ. Όχι για να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού και από καθέδρας τον λαό, αλλά για να αποκτήσει και αυτός το δικό του σπίτι. Και να γίνει το κόμμα ένα με τους αγώνες του, όπως στην απεργία των διανομέων, που η Αλέκα και άλλα στελέχη κατέβηκαν στον δρόμο και τους έκαναν τιμητικό διάδρομο (pasillo), όταν περνούσαν από την Ηρακλείου.

Κι αν ήμασταν οπαδοί, θα συγκινούμασταν με τα «πέτρινα χρόνια», που είχαμε αποβληθεί από το πρωτάθλημα ή παίζαμε σε δανεικές έδρες για τα συνέδρια. Οι απέναντι θα μας έκαναν καζούρα -μια ζωή 5%- και θα μας χτυπούσαν πως το κράτος αγόρασε το ιστορικό κτίριο στην Μπουμπουλίνας. Κι εμείς θα απαντούσαμε για τα ξενέρωτα συνέδριά τους, όπου ψηφίζεις με ένα δίευρω και κληρώνουν τους εκπροσώπους -λες κι είναι τηλεπαιχνίδι. Και για τις ανώνυμες πολιτικές εταιρίες τους, κρατικοδίαιτες αλλά γεμάτες χρέη, που ζηλεύουν ένα κόμμα με λαϊκή βάση και χρηματοδότες, και με επαγγελματικά στελέχη που παραμένουν ερασιτέχνες (εραστές της τέχνης της επανάστασης) και προσφέρουν ανιδιοτελώς, χωρίς να θέλουν αξιώματα. Γιατί το ΚΚΕ είναι mes que un partido (κόμμα, αλλά και παρτίδα ποδοσφαίρου). Και η παρτίδα μας δεν παίχτηκε ακόμα...

Σήμερα ήταν η έναρξη των εργασιών του 22ου Συνεδρίου, οπότε ίσως χρειαζόταν ένα διαφορετικό κείμενο.
Πχ κάποιες σημειώσεις για τις Θέσεις. Αλλά γι’ αυτό υπάρχει συγκεκριμένο πλαίσιο και η κε του μπλοκ το έκανε εκεί που έπρεπε. Σημειώνω μονάχα την αναφορά στο πρόβλημα των εξαρτήσεων, που αγγίζει και αρκετά μέλη, κάτι που δείχνει ίσως την έκτασή του αλλά και τη διάθεση να αντιμετωπιστεί δραστικά, χωρίς να μπει κάτω από το χαλάκι.
Εκτός από την εξάρτηση, υπάρχουν και οι εξαρτήσεις.

Ή εναλλακτικά μια αποτίμηση του πλούσιου Προσυνεδριακού Διαλόγου, με τις σχεδόν 300 επιστολές, που είναι ίσως ό,τι πιο ενδιαφέρον μπορεί να διαβάσει κανείς, και θα ήταν ακόμα περισσότερο, αν κάποιοι σφοι δεν ένιωθαν (υπο)χρεωμένοι να γράψουν κάτι, χωρίς να έχουν εσωτερική ανάγκη και κίνητρο να το κάνουν. Αλλά αυτό απαιτούσε αρκετή δουλειά και χρόνο, και ομολογώ πως το παρέκαμψα τεμπέλικα, σα Σπαρίλας, για το αόριστο μέλλον -κάπου πριν τη Δευτέρα Παρουσία.

Ή μια σταχυολόγηση από τα χαιρετιστήρια μηνύματα για το Συνέδριο και τις εξωτικές παρουσίες, με τα πολύχρωμα σήματα και τις εξίσου εξωτικές θέσεις, όπως της δομινικανής «Δύναμης της Επανάστασης», που βαδίζει ενάντια στον «αποκλειστικά μονοπολικό κόσμο των ΗΠΑ», και είτε ρίχνει έμμεσες μπηχτές ή δεν κατάλαβε καν τι και σε ποιον έστειλε -σαν μεθυσμένο, νυχτερινό μήνυμα.

Ή μια ιστορική αναδρομή στα προηγούμενα Συνέδρια. Και μια δημοσκόπηση «διαλέξτε το αγαπημένο σας» ή το πιο σημαντικό. Όπου αντικειμενικά η πλάστιγγα γέρνει στο 13ο -και εναλλακτικά στο 7ο, με Ζαχαριάδη αρχηγό. Αλλά τα τρενάκια θα ψήφιζαν το 15ο και το 19ο. Αλλά τα πιο ωραία συνέδριά μας δεν τα έχουμε κάνει ακόμα. Και οι χρονολογίες για τα τρία έκτακτα -στη δεκαετία του ’20- θα ήταν η τελευταία ερώτηση στον Εκατομμυριούχο ή το τέταρτο διαβαθμισμένο θέμα στην Ιστορία Δέσμης.

Ή ένα χρονογράφημα από την εκδήλωση στο Γαλάτσι, τις σημαντικές παρουσίες (όπως η Μάγδα Φύσσα) ή κάποιες εκπλήξεις. Τις εντυπώσεις από το θεατρικό «Μανιφέστο» και το πολύ προσεγμένο βίντεο στην έναρξη, που είχε άκρως συγκινητικές στιγμές -όπως τον Χαρίλαο στο 11ο συνέδριο να λέει ουσιαστικά πως κινήματα-κόμματα υπήρξαν πολλά, ΚΚΕ όμως ένα (να το δείτε οπωσδήποτε). Ή από την παρουσίαση της εισήγησης -της πρώτης, νομίζω, που μεταδόθηκε ζωντανά, μετά από το εμβληματικό 13ο (το μόνο όπου δε χωρούσαν κλισέ, αλλά κολλούσε γάντι η φράση «με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του»).

Κι ίσως κάτι για την έδρα του, που ο Παπούλιας της Ελευθεροτυπίας την ανέφερε σαν «το πιο κρύο από όλα τα παγωμένα κτίρια», ιδανική εισαγωγή για νουάρ ή άρλεκιν, όχι όμως για ρεπορτάζ πολιτικού συντάκτη. Ένα κτίριο με σοσιαλιστική, δωρική λιτότητα και πρωτοποριακά στοιχεία στην ακουστική της κεντρικής αίθουσας, που ανοίγει κατά καιρούς τις πόρτες του για ξεναγήσεις σε δημοσιογράφους, για να βεβαιώσει τους εφιάλτες των αστών για τα όπλα που είναι κρυμμένα στα υπόγεια του Περισσού από τον εμφύλιο. Κι αν ήμασταν όντως οπαδοί -που δε θέλουν στη ζωή να κυβερνήσουν- θα είχε μια επιγραφή του (νέου) τύπου: This is Perissos. Ή να φωνάζαμε συνθήματα «Τσίπρα θυμήσου το ’91...» κτλ. Αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με το σύνθημα «Ζήτω ο Μαρξισμός - Λενινισμός» και «Προλετάριοι Όλων των Χωρών Ενωθείτε», στη γαλαρία της αίθουσας.

Αυτά όμως είναι λίγο-πολύ γνωστά. Αυτό που δεν ήξερα μέχρι πρότινος είναι ψάχνοντας οδηγίες για το «Σπίτι του Λαού» στο Google Maps, πέφτεις πάνω στο αλάνθαστο λαϊκό κριτήριο και τις αξιολογήσεις του κοινού, σαν να ήταν ταβέρνα «τα (191)7 αδέρφια». Και εκεί μπορείς να βρεις τα πάντα.

Κακιασμένα σχόλια για «μπίχλα» και «σκουπίδια», που βρωμάνε φασισμό από χιλιόμετρα. Ένα άλλο που το περιγράφει ως «εκφοβιστικό και ψυχρό κτίριο» (Παπούλια, εσύ;). Ένα άλλο που μας λέει λακωνικά «δε θα το συνιστούσα» -ίσως γιατί του έπεσε βαρύ το φαγητό ή το 57-53 της Αλέκας στον Δραγασάκη. Ένα που λέει πως είναι «φρούριο με κάγκελα», όπου «μέσα λίγοι μπαίνουν» και ένα άλλο ότι «είναι κλειστό για τα μέλη της μη αίρεσης».
Κι αν βγάλεις την αντικομμουνιστική ξινίλα, μένει μια μουσμουλιά καμαρωτή, γιατί κανένα άλλο κτίριο δεν ανοίγει τόσο συχνά τις πύλες του στο κοινό, για εκδηλώσεις, συναυλίες, μέχρι και χριστουγεννιάτικες γιορτές. Νομίζω πως και τα ΑΣΚΙ στην Κουμουνδούρου είχαν κάποτε ένα «παζάρι βιβλίου» -αλλά τους είχε μείνει συνήθεια το ξεπούλημα, γι’ αυτό...

Αυτά τα σχόλια, όμως, είναι μια θλιβερή μειοψηφία. Κι αν εξαιρέσεις τους βαλτούς των ανταγωνιστών -που θέλουν να μας ρίξουν τη βαθμολογία- ή ένα σχόλιο που τροποποιήθηκε (!) -σαν αυτούς του 15ου, που «είχα μια δυσάρεστη εμπειρία, μετά από χρόνια», «έχετε χαλάσει την ποιότητα» και «πρέπει να αλλάξω την αξιολόγησή μου», η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία ανα-γνωρίζει πως η έδρα της ΚΕ είναι πεντάστερη, σαν το κόμμα της -αλλά όχι την κινέζικη σημαία, που κρατά μόνο τα σύμβολα χωρίς αντίκρισμα. Ούτε σαν αυτή με την άγκυρα-σφυροδρέπανο (αγκυροδρέπανο βασικά) που άφησε κάποιος ως αξιολόγηση...


Κάποιοι εκθειάζουν το «πανέμορφο, υπέροχο κτίριο», που «δεσπόζει στην περιοχή», «το κάνεις χάζι από τον συρμό», «είναι φτιαγμένο από τον λαό» και «δείχνει τι είναι ο σοσιαλισμός μπροστά σε ένα σύστημα παρακμής» -τον καπιταλισμό, για όσους τυχόν δεν κατάλαβαν- ενώ «φωτίζει όλη τη λεωφόρο Ηρακλείου». «Αυτά μ’ αρέσουν!», προσθέτει ένας αμερόληπτος σχολιαστής. «Είναι το καλύτερο» συμπληρώνει αντικειμενικά ένας άλλος. Και όλα αυτά το κάνουν να «είναι το σπίτι μου», όπως λέει ένας σφος, που δεν ανήκε ποτέ στους κομματικά άστεγους.

Οι περισσότεροι βέβαια αξιολογούν θετικά τους σφους του κόμματος, ένα κόμμα «αρχών και πανανθρώπινων αξιών», για το οποίο «τα πέντε αστεράκια είναι λίγα», καθώς «μόνο αυτό μπορεί να οδηγήσει τη χώρα έξω από την αέναη κρίση της, να καταπολεμήσει τη φτώχεια, την ανεργία και άλλες φρικαλεότητες κοινές στις καπιταλιστικές χώρες», ενώ «παρά τις διώξεις και τις καταπιέσεις που υπέστη, στέκει στο δρόμο για μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα». Με δυο λόγια «ένα περήφανο κόμμα, σε ένα επιβλητικό κτίριο».

Παρόλα αυτά, υπάρχουν κάποια παράπονα, από κάποιους που πήραν σοβαρά το ζήτημα της αξιολόγησης, για το περσινό φεστιβάλ, καθώς «οι λουκουμάδες στη λαϊκή σκηνή είχαν απίστευτη αναμονή. Περπατήσαμε μέχρι την κεντρική και εκεί με λύπηση μάθαμε ότι τελείωσαν. Θέλει καλύτερη οργάνωση στο επόμενο». Εκτιμά, ωστόσο, την προσπάθεια και δεν αφαιρεί κάποιο αστεράκι από την έδρα της Κετουκε.

Το άλλο σοβαρό παράπονο που εκφράζει ένας σφος, χωρίς να πέφτει στο λάθος της λαθολογίας, αφορά το μοναδικό λάθος που έκανε το ΚΚΕ και γενικά ο κομμουνισμός, καθώς «έπρεπε να στείλει στα γκουλακ -sic- όλα τα οπορτούνια να ξεβρωμίσει ο τόπος και να ξεκαθαρίσει το τοπίο στα Κομμουνιστικά Κόμματα και να ανθίσει η ανθρωπότητα...». Το κατάλαβαν ευτυχώς, όπως μας λέει, και έτσι «η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει για το ΦΩΣ, τον Σοσιαλισμό - Κομμουνισμό». Κρίμα που δεν έκλεισε όμως με το κλασικό ντουέτο της Βάσιας με τον Γαρδέλη.

Αλλά την καλύτερη απάντηση την δίνει μάλλον ένας άλλος χρήστης που έπιασε το νόημα, ποστάροντας τους γνωστούς στίχους, με το βαθύ νόημα -αν δεν προσέξεις, το έχασες.

Αραμπάδες και καρούλια/ Ραπανάκια και ζουμπούλια/ μια παντόφλα στο κρεβάτι/ βάσανα που έχει η αγάπη/ Ωραία που είναι η Λιβαδειά/ χωρίς καμιά αιτία. Τόση ψυχεδέλεια!

Με το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Αν και η Λιβαδειά είναι όντως πολύ ωραία, για όλους τους λόγους του κόσμου, σε αντίθεση με τη Θήβα, που υποφέρει από την κατάρα του Μακεδόνα Αλέξανδρου και τιμωρείται για τις παλιές αμαρτίες της -αν και αυτό ίσως το δούμε σε άλλη ανάρτηση.

Δεν ξέρω αν είχε κανείς αμφιβολία, αλλά η έδρα της ΚΕ έχει με διαφορά την καλύτερη βαθμολογία (4,3 μέσο όρο) από άλλα αστικά κόμματα. Δηλαδή το 3,1 της Κουμουνδούρου, το 3,7 της Χαριλάου Τρικούπη και το 4,0 της ΝΔ και του Μοσχάτου, που έχει πολλές θετικές αξιολογήσεις από bot, αλλά ξεσηκώνει αντιδράσεις από έγκριτους κριτές, όπως στο ακόλουθο σχόλιο.

Ό,τι χειρότερο σε εξυπηρέτηση. Ό,τι χειρότερο σε συμπεριφορά προσωπικού. Ό,τι χειρότερο σε στάση, απέναντι στον πελάτη. Βέβαια υπάρχουν και χειρότερα: Σκεφτείτε να ήταν κόμμα και να... διεκδικούσε και την ψήφο μας.

Ευτυχώς το ΚΚΕ είναι το καλύτερο σε συλλογικές εξυπηρετήσεις, που δεν αφορούν το βόλεμα. Διεκδικεί πολύ περισσότερα από την ψήφο μας. Και αν κάποιος δεν αρκείται στο αλάνθαστο λαϊκό ένστικτο, για να το εμπιστευτεί, μπορεί να δει και τις εργασίες του συνεδρίου του, για να αντλήσει περισσότερα επιχειρήματα.

Υστερόγραφο

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Κάποτε ήταν ένας blogger που τον έλεγαν «Σπίτι του Λαού», αλλά δεν ήταν αυτό που νομίζαμε. Έκανε ρίμα με το «Εσωτερικού», ήταν Ναρίτης και πήγαινε ως συντάκτης του «ΠΡΙΝ» στις συνεντεύξεις της Αλέκας, για να...

ΣΤΟΠ! Όχι, είναι πολύ καμένη παρέκβαση. Ίσως άλλη φορά, τιμωρία για τους μερακλήδες σφους που έχουν μαζοχιστικές τάσεις και χάνουν επίτηδες την μπουκίτσα τους...

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Πάντα δικός σας, σύντροφοι...

Αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ το είχε εδώ και χρόνια «γραμμένο» και αποθηκευμένο σε κάποιο συρτάρι του μυαλού της, τώρα βρήκε απλώς την αφορμή να το περάσει στο χαρτί -και τις οθόνες. Και δε θα άλλαζα τίποτα επί της ουσίας, αν δεν είχε πεθάνει ο Ρούσης. Ίσως θα έπρεπε να το ανέβαζα όσο ζούσε -για να έχει πχ δικαίωμα να απαντήσει, αν ήθελε. Έκρινα πιο «δεοντολογικό» να το αργήσω, για να μην κακοκαρδίσει έναν σφο που φεύγει, διατηρώντας την καρδιά και τα πείσματα ενός μικρού παιδιού, που ακροβατούσε διαρκώς μεταξύ της νιότης του κόσμου και της παιδικής της αρρώστιας -όχι πάντα επιτυχώς. Και δε θα θύμωνε -αν και εφόσον το διάβαζε- γιατί είναι δηκτικό κείμενο που του λείπει η τρυφερότητα, αλλά γιατί είχε την τάση να σκαλώνει σε λεπτομέρειες και να διαγράφει όλα τα άλλα, με την ξεροκεφαλιά ενός παιδιού, που μπορεί να το ξεχάσει σε πέντε λεπτά ή να το θυμάται για μια ζωή.


Όλοι ήξεραν πως φεύγει. Πάλευε χρόνια με την κακιά αρρώστια και είχε ανεβάσει ο ίδιος στιγμιότυπα από τον άνισο αγώνα που έδινε και δε θα μπορούσε να κερδίσει, αλλά τον έστειλε πολλές φορές στην παράταση, κερδίζοντας χρόνο, ενάντια στα προγνωστικά. Εικόνες όπου ήταν εμφανώς καταβεβλημένος και έμοιαζαν με «μηνύματα από την άλλη πλευρά». Αυτό που δεν ξέραμε ήταν πως θα έφευγε λίγες μέρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου, σα να έδινε μια τελευταία μάχη για να το προλάβει και αυτό.

Λίγα πράγματα είναι χειρότερα από επικήδειους που περιαυτολογούν. Κάνω μικρή βιωματική εξαίρεση, γιατί κολλάει σαν εισαγωγή -και την θυμήθηκα συνειρμικά χτες, διαβάζοντας την «Ψειρολογία» του Ηλία Πετρόπουλου. Τον Ρούση τον είδαμε σπίτι του, με το παπαγαλάκι του Κρεμλίνου και τη Ναντιέζντα (ίσως η πρώτη συστηματική σχολιάστρια του μπλοκ), που ανέλαβε φεμινιστικά να σερβίρει τους καφέδες. Μεταξύ άλλων, ο οικοδεσπότης μας έλεγε ότι ρωτούσε πιεστικά την Αλέκα πότε θα αποδεχτούν το βιογραφικό του στο Κόμμα και για το πετυχημένο (;) σχόλιο ενός αναρχικού, ότι η σχέση του με το ΚΚΕ είναι σαν της μύγας με τα σκατά: όλο πετάει να φύγει, τριγυρίζει στα πέριξ και όλο στα ίδια επιστρέφει.

Όλα αυτά μας τα έλεγε Γενάρη του ’09, ενώ είχε μεσολαβήσει ο καυτός Δεκέμβρης -και οι μέρες του Αλέξη- και μια δική του επιστολή για τη «σταλινική στροφή του κόμματος» στον προσυνεδριακό του 18ου (στο ίδιο φύλλο υπήρχε και άρθρο συνεργάτη από τον Μαυρουδέα...), που μετατράπηκε εν μέρει σε μια μικρή Ρουσολογία -και ο πρώτος που του απάντησε ονομαστικά ήταν νομίζω ο Σκαμπαρδώνης, που τον αποκάλεσε «μικροαστό διανοούμενο», πατώντας σε μια δική του παραδοχή. Παρόλα όσα, ο Ρούσης μας έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως ήθελε να οργανωθεί, γιατί πρακτικά συμφωνούσε σε όλα!

Λίγες βδομάδες αργότερα, δημοσιευόταν στην Ελευθεροτυπία ένα δικό του σημείωμα για το ΚΚΕ με τα «τρία σίγμα», που αν θυμάμαι καλά ήταν: σεχταριστικό, σταλινικό, συντηρητικό -ελέω Δεκέμβρη. Λίγους μήνες αργότερα, δήλωνε την εκλογική του στήριξη στο «ελπιδοφόρο εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», που δεν ήταν τίποτα από τα παραπάνω, αλλά της έλειπε το Κάπα.

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα...

Μια δεκαετία και μια Οδύσσεια Ρουσιάδα μετά, πάλι στην Ιθάκη θα έβρισκε τον δρόμο του μοιραία, σχεδόν νομοτελειακά -κι ας μην υπήρχαν πια σιδερένιες τέτοιες. Κι αν φτωχική, σταλινική ή σκατά την βρήκε, δεν τον γέλασε. Ούτε δήλωση του ζήτησε (μόνο εκλογικής στήριξης), ούτε συγχωροχάρτι του έδωσε, ούτε άλλαξε γνώμη κάποια από τις δύο πλευρές για κάτι. Σε βαθμό που να απορείς αν ήταν σοβαροί ή προσχηματικοί λόγοι, ποιος είχε σκατά απόψεις και ποιος είχε τη μύγα και μυγιάστηκε.

Τα μακρά κύματα -και οι «χαμηλές πτήσεις»- της Ρουσιάδας προέβλεπαν μικρές κρίσεις και μετατοπίσεις, ανά δεκαετία περίπου. Έφυγε το ’89 μετά τον Συνασπισμό και τον Τζαννετάκη. Ξαναπροσέγγισε το κόμμα το ’99 με τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, σα να μην πέρασε μια μέρα, σε έντονα φορτισμένο, αντινατοϊκό κλίμα: και πάλι δικός σας σύντροφοι

Είχε μεσολαβήσει μια εμβληματική τηλεοπτική εμφάνιση στον Ζούγκλα, στο πλευρό του Βασίλη Διαμαντόπουλου, με τον οποίο υπερασπίζονταν τα αυτονόητα μετά το Πολυτεχνείο του ’95 και το περιβόητο κάψιμο της σημαίας, με τον Μαρκάτο να θέλει να διαχωρίσει τη μορφή από περιεχόμενο της αντίδρασης και να πετάει το αμίμητο: μισό λεπτό, πρέπει να πάμε με στάδια! Τελικά πήγαν στο δικαστήριο, όπου οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι, έχοντας και τη στήριξη του ΚΚΕ -κι ίσως εκεί να έπεσε ένας πρώτος σπόρος για την επαναπροσέγγιση.

 

Η οποία μπήκε στο ψυγείο περί το ’09, όταν ο Ρούσης βεβαιώθηκε με πόνο ψυχής για τη σταλινική στροφή του ΚΚΕ, για να ξαναζεσταθεί τρεις και καλή, στα χρόνια της πανδημίας, με τον Γ.Ρ. να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της ΚΕ, διαπιστώνοντας θετικά βήματα, όπως ότι το ΚΚΕ ξεκόβει οριστικά από τη σοσιαλδημοκρατία (!) κι ότι προτίθεται να εκδώσει ένα βιβλίο του.

Ο Ρούσης τελικά θα προλάβει να εκδώσει δύο βιβλία από τη «Σύγχρονη Εποχή» και συμμετέχει τιμητικά στο Επικρατείας του ΚΚΕ. Ανακαλύπτει όμως τον μαγικό κόσμο των ΜΚΔ, πέφτει με τα μούτρα στον τοίχο του ΦΒ και εκτίθεται άσχημα και χωρίς φίλτρα, με ομοφοβικά σχόλια και απαράδεκτες αναρτήσεις. Κάποιοι του δίνουν σιωπηρά το ακαταλόγιστο, γιατί είναι στα τελευταία του, ενώ άλλοι κάνουν τον συνειρμό με τον Θάνο, τον Μίκη και άλλους, που πριν το τέλος είδαν το αληθινό φως και ήθελα να φύγουν από τη ζωή ως κομμουνιστές. Καλό είναι τα έχεις καλά με το κόμμα -κι ας μη σου δίνει πουθενά προσβάσεις, Σπύρο μου.


Ο Ρούσης είχε έναν παιδικό σχεδόν ζήλο και μια σειρά αντιφατικά στοιχεία. Είχε μάλλον δυτική παιδεία, λόγω σπουδών στο Βέλγιο, αλλά συνοδοιπορούσε πάντα με τον «ορθόδοξο μαρξισμό» -άντε και με τη βασική του, ανάδελφη αίρεση (ΝΑΡ). Είχε ανοιχτούς ορίζοντες και ανησυχίες (προς τον αναρχισμό, τη σκέψη του Γκράμσι, τμήματα του δυτικού μαρξισμού) αλλά μια παλιάς κοπής απολυτότητα και μπαγιάτικη νοοτροπία σε κάποια θέματα -πχ για τους ομοφυλόφιλους. Και είχε μια σειρά εμμονές, χαριτωμένες ή όχι τόσο -αλλά και ποιος δεν έχει στην τελική.

Η βασική από αυτές ήταν ο Ολυμπιακός. Άρρωστος γάβρος, με ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, έδινε συχνά συνεντεύξεις στον Σινάνογλου στο «Φως», ενώ η τελευταία ανάρτησή του ήταν το «μια βραδιά στο Λεβερκούζεν» -για τη νίκη της ομάδας του στο ΤσουΛου- και ήταν από τις πιο κόσμιες που μπορούσες να βρεις στον τοίχο του. Είχε ωστόσο ενεργή συμβολή στον συλλογικό τόμο των «Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων» -που χάθηκε στην πορεία και έμεινε στη μέση ως εγχείρημα.

Βασικό του αντικείμενο ήταν η θεωρία του κράτους -από την αρχαία ελληνική δημοκρατία, ως τον Μακιαβέλι και το αστικό κράτος- ενώ θεματικές που τον απασχολούσαν ήταν η αλλοτρίωση, ο εργάσιμος χρόνος (ως μέτρο πλούτου στην κοινωνία του μέλλοντος), το πρόβλημα της μετάβασης στον σοσιαλισμό, η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη συνείδησή της, η αποδόμηση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και πολλά άλλα, παρεμφερή και μη.

Το πρώτο δικό του βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν από το «Στάχυ», Κομμουνισμός -τέλος ή αρχή της ιστορίας. Θυμάμαι μια βιωματική περιγραφή για το οικογενειακό πένθος στον θάνατο του Στάλιν -στο οποίο συμμετείχε ως πεντάχρονο παιδί- και τη δική του αυτοκριτική ματιά στις αποσκευές του παρελθόντος του. Παρόλα αυτά το βρήκα χρήσιμο, διαβάζοντάς το στον στρατό, ελαφρώς κλονισμένος από κάποιο βιβλίο του Μίσσιου, για να επανανοηματοδοτήσω -sic- την πίστη μου στο κομμουνιστικό ιδεώδες, που δεν είναι ένα απλό αίτημα για «μάσα» και αναδιανομή του πλούτου, αλλά ένα όραμα για την ελεύθερη, δημιουργική δραστηριότητα του ανθρώπου, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της κοινωνικής ατομικότητας.

Προηγουμένως είχε βγάλει τέσσερα βιβλία από τη Σύγχρονη Εποχή.

Ένα βιβλίο για τη συμμετοχή των εργαζομένων, ως πεδίο ταξικής πάλης -στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής και των αναλύσεων του κομμουνιστικού κινήματος, που διεκδικούσε εργατική συμμετοχή στις διοικήσεις δημόσιων οργανισμών.

Ένα όχι ιδιαίτερα προφητικό βιβλίο για το... διαλεκτικό δίπολο «Σοσιαλισμός και Περεστρόικα». Εκ των υστέρων είχε γράψει κάπου απολογητικά πως διαφωνούσε με την ανάλυση του Γκόρμπι για τα «οικουμενικά προβλήματα» χωρίς ταξικό υπόβαθρο, και αυτός ήταν ο λόγος που δε συμπεριέλαβε στο βιβλίο του κεφάλαιο σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις, χωρίς αυτό να αναιρεί τον αρχικό ενθουσιασμό του για την... ανασυγκρότηση που κατέληξε σε διάλυση.

Μια μελέτη για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, που απαντούσε στη θεωρία του Βιτφόγκελ και τον αντιδραστικό παραλληλισμό του σοβιετικού σχηματισμού με την αρχαία Αίγυπτο των Φαραώ -όπου κυβερνούσε μια κάστα ειδικών, χωρίς να υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία στη γη. Μεστή και αξιόλογη -αν και δεν ξέρω πόσα σημεία της αναθεώρησε τα επόμενα χρόνια.

Και μια μελέτη για τον Λένιν και τη Γραφειοκρατία. Που την θυμάμαι για τα ενδιαφέροντα τσιτάτα της, κυρίως όμως για τη μαραθώνια συζήτηση που προκάλεσε στο τσαρδί του Άθλιου, με σεντόνια για γερά νεύρα, πολύ ελεύθερο χρόνο και διαδικτυακό πατατάκι -όπου συμμετείχε και η κε του μπλοκ, αλλά δεν έχει το κουράγιο να ξαναδιαβάσει κριτικά όσα έγραφε τότε.

Μες στη δεκαετία του ’90 κυκλοφορεί το κατά βάση αυτοβιογραφικό Out, που λογοτεχνίζει αρκετά και δε μοιάζει με κανένα άλλο βιβλίο του. Μου έχει μείνει μια γλαφυρή περιγραφή από την επιστροφή του στο νησί του (Κέρκυρα), όπου όλα του φαίνονταν μικρότερα, απ’ τα σπίτια μέχρι τις αποστάσεις. Και εγώ που νόμιζα πως ήμουν ο μόνος που το έπαθα, επιστρέφοντας κάποτε στη Σαλούγκα από την άθλια πρωτεύουσα.

Και μετά...

Ο Λόγος στην Ουτοπία. Ίσως το πιο δύσκολο-απαιτητικό βιβλίο του, όπου πιάνει βαθιές έννοιες, όπως η πραγμοποίηση και η αλλοτρίωση. Το βιβλίο του για τη «Σύγχρονη Επαναστατική Διανόηση» -από όπου άντλησε ο Σκαμπαρδώνης την ομολογία πως είναι μικροαστός διανοούμενος- που είχε πρόλογο της Αλέκας, να πιστοποιεί τις καλές μας σχέσεις τότε. Και το ο «Μαρξ γεννήθηκε νωρίς», που ο ίδιος θεωρούσε ως το ωριμότερο έργο του, όπου υποστήριζε πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της αυτοματοποίησης φέρνει πλέον την ουσιαστική υπαγωγή στις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και καθιστά δυνατό το όραμα του Μαρξ και ένα σχετικά γρήγορο πέρασμα στην αταξική κοινωνία.

Ακολούθησαν μελέτες για τον Γκράμσι (και τις αντινομίες των ρεφορμιστικών του αναγνώσεων), τον απαιτούμενο Πόλεμο Θέσεων, τη σύγκρουση και τις ομοιότητες του Μαρξ με τον Μπακούνιν (!), τη σχέση μαρξισμού - χριστιανισμού (για το οποίο έγραψε και η Κανέλλη), για τον ελεύθερο χρόνο και τα βιβλία του από τη Σύγχρονη Εποχή, που ίσως επαναλάμβαναν ως ένα βαθμό προηγούμενους προβληματισμούς του, χωρίς να προσθέτουν κάτι καινούριο, αλλά είχαν ιδιαίτερη αξία ως εκδοτικό γεγονός, πρωτίστως για τον ίδιο.

Θυμάμαι τους Ομιλίτες να κρίνουν αυστηρά τον (κάθε) Ρούση, λέγοντας πως είναι άλλο να πιάνεις θεωρητικά ένα ζήτημα, παραθέτοντας τσιτάτα από σχετικά έργα, και άλλο να το εξετάσεις σφαιρικά, μεθοδικά, εφαρμόζοντας διαλεκτικές κατηγορίες του Χέγκελ (ουσία, φαινόμενο κτλ) και ψάχνοντας νόμους κίνησης. Με τόσο αυστηρά κριτήρια, βέβαια, οι πραγματικοί φιλόσοφοι ήταν ο Μαρξ και κάνα δυο ακόμα (Ιλιένκοβ, Βαζιούλιν), ενώ μάλλον κοβόταν ο Λένιν, που έγραφε σημειώσεις για τις μάζες και είχε πολύ οξυδερκείς επισημάνσεις, αλλά όχι αρκετό χρόνο για να τις αναπτύξει φιλοσοφικά.

Εγώ πάλι θεωρώ πως το έργο του Ρούση έχει ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί εντοπίζει καίρια ερωτήματα. Έχει περίτεχνο, μακροπερίοδο λόγο, που σου ξανασυστήνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Έχει πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές, που σου δίνουν έναυσμα να συνεχίσεις να ψάχνεις για όσα διάβασες. Είναι η καλύτερη εισαγωγή, για τους νέους σφους, σε μια σειρά ζητήματα -πχ τη θεωρία του κράτους. Έδινε πάντα κάτι παραπάνω στον Ρίζο με τα άρθρα του. Και επέμεινε να βγάζει θεωρητικές μελέτες και πολιτικές μπροσούρες, σε μια δύσκολη εποχή, που το είδος απειλούνταν με εξαφάνιση. 

Κι αν χάλασε κάπως ο ίδιος την υστεροφημία του πριν το τέλος, προκαλώντας αμήχανες σιωπές, αστερίσκους και χλιαρές ανακοινώσεις, τουλάχιστον άφησε πίσω του ένα σημαντικό έργο, που δεν είναι απλός ευφημισμός αν το αποκαλέσουμε «παρακαταθήκη».

Μακάρι να είχαν και άλλοι τον ζήλο και τη δημιουργικότητά του, να ήταν το ίδιο προσιτοί στους φοιτητές τους, και να είχαν τη δική του αμεσότητα-ευθύτητα, που είναι η βασική προϋπόθεση της ειλικρίνειας και η απόδειξη πως δεν μπορούσε -ούτε ήθελε- να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του. Ούτε καν (για) τα αρνητικά του...

Υγ: Αρχικά σκεφτόμουν να βάλω στον τίτλο κάτι σαν «Ρούσης Out», παίζοντας με την αντίστοιχη αγγλική έκφραση και το βιβλίο του. Αντ’ αυτού παραφράζω απλώς μια δική του φράση, όταν ξανάσμιξε με το Κόμμα, το ’99.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο θάνατος διακοπές στα εργοστάσια πάει

Κι έγινε το έγκλημα συνήθειά μας...

Πέντε εργάτριες δε γύρισαν σπίτι τους, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Η παραγωγή, τα κέρδη που στάζουν αίμα, τα εγκλήματα. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, show must go on -κι εμείς κομπάρσοι της. Εξάλλου, όλα μες στη ζωή είναι -ακόμα και ο θάνατος. Όλα μες στη ζωή, δηλαδή τον καπιταλισμό, που είναι συνώνυμο του θανάτου και μας δίνει ψίχουλα για τη ζωντανή εργασία μας. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, η ζωή δεν είναι επιβίωση, η αναπαραγωγή του είδους μας και βασικά του κεφαλαίου.

Θάνατος είν' τα κέρδη που γεννιούνται
Σε στάχτες, κάτεργα και αποκαΐδια


Όταν η Μποφίλιου έλεγε «είμαστε με τον άνθρωπο», έπεσαν να την φάνε τα τρολ της κυβέρνησης -ποιον άνθρωπο εννοεί κτλ. Και αυτή έδωσε πληρωμένη απάντηση, «εμείς είμαστε με τον άνθρωπο, ας πουν αυτοί με ποιον είναι, για να ξέρουμε». Λες τώρα να έμαθαν; Να απέκτησαν αυτογνωσία; Μετά το έγκλημα στα Τέμπη; Μετά τη Βιολάντα;

Εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Αυτοί για κέρδη και ζημιές. Θρηνούν για την επιχείρηση, δείχνουν ταξική αλληλεγγύη στον εργοστασιάρχη. Οι ζωές είναι παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα δεύτερη φύση του συστήματος. Κι αν έχεις συνηθίσει το αίμα και τα «ατυχήματα», γιατί όχι και τον γύψο; Γιατί όχι τον φασισμό, με τις ναζιστικές συμμορίες και τον υπόκοσμο; Όσοι θρηνούσαν χτες τα ντουβάρια και τις μηχανές, είναι ταξικοί απόγονοι των κρυφο-δωσίλογων, που θρηνούσαν για τα θύματα των Ναζί επί Κατοχής. Αλλά όχι για τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο -κόκκινοι, σαν το αίμα τους που κυλούσε άφθονο στις κατηφόρες της Καισαριανής, ζητώντας εκδίκηση-δικαίωση.

Η δικτατορία της πολιτικής ορθότητας δεν τους αφήνει να εκφραστούν ελεύθερα. Να ρωτήσουν πχ πώς γλίτωσαν τόσοι εργάτες; Γιατί ήταν έξω για διάλειμμα και έβαζαν μέσα το αφεντικό -που δεν μπαίνει ποτέ μες στις μονάδες, αλλά απομυζά σαν παρασιτική μονάδα τον συλλογικό κόπο της τάξης μας, χωρίς την οποία γρανάζι δε γυρνά, και ούτε καν μπισκότα μπορούν να φτιάξουν.

Κι αν όλα αυτά τα ακούς από θεούς, αρχόντους, βασιλιάδες, ξέρεις πως τίποτα απάνθρωπο δεν τους είναι ξένο, δεν υπάρχει έγκλημα που θα τους κάνει να διστάσουν. Δε βρίσκουν λόγια παρηγοριάς, δε χάνουν ποτέ το ταξικό τους κριτήριο, μόνο καμιά φορά τη μιλιά τους -σαν τη Βούλτεψη, που κατάπιε τη φαρμακόγλωσσά της, με την ατάκα του Κατσώτη για τη μάνα της -δεν είναι αυτή που νομίζετε.

Αλλά αν αυτό περνάει στον απλό κόσμο, της δικής μας τάξης, στερεύεις από ελπίδα και λόγια, αποσύρεσαι στη σιωπή σου, σαν φόρο τιμής στη χαμένη ταξική συνείδηση και τα λοβοτομημένα σχόλια για «τα αγαπημένα τους μπισκότα» και μια «επιχείρηση-υπόδειγμα», που δεν είχε δώσει δικαιώματα -στους εργάτες.
Ραγιαδισμός, το κατώτερο στάδιο της απανθρωποποίησης, που σφραγίζει όλα τα άλλα.

Δεν είναι ανθρώπινη ζωή να «προτιμάς» νυχτερινή βάρδια για να δεις τα παιδιά σου στο φως της μέρας -και όχι όταν κοιμούνται. Δεν είναι ζωή το 13ωρο, τα σπαστά ωράρια, που σπάνε τη μέρα σου στη μέση -ενίοτε και την ίδια τη μέση σου-, τα κάτεργα, το λειψό σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τα εργατικά «ατυχήματα» που ούτε καν καταγράφονται -πόσο μάλλον να καταγραφούν οι αιτίες τους, να εκπονηθούν μελέτες και σχέδιο αντιμετώπισης. Αν δεν έχει καταγραφεί, είναι σα να μην υπάρχει. Κι έτσι ευημερούν και οι στατιστικές και οι επιχειρήσεις -αλλά όχι ο άνθρωπος...

Ατυχήματα μπορεί να συμβούν. Αυτό που τα αναβαθμίζει σε εγκλήματα είναι η εγκληματική τους αδιαφορία να πάρουν στοιχειώδη μέτρα για να μην ξανασυμβούν. Η μίζερη διαχείριση του κόστους, επικοινωνιακού ή ανθρώπινου -γιατί ως τέτοιο μας βλέπουν-, ότι δεν έκαναν τίποτα απολύτως για να το αποτρέψουν, ότι περιμένουν απλώς να περάσει ο χρόνος για να ξεθυμάνει η οργή μας.

Μας λένε πως η αμνησία είναι μια ευεργετική ιδιότητα για τον άνθρωπο, που έτσι μπορεί να ξεπερνά τα έντονα τραυματικά βιώματα, για να μην τρελαθεί από τον ψυχικό πόνο. Αυτή είναι το επόμενο στάδιο, ως ακραία εκδοχή αυτής της λογικής, που μας θέλει χρυσόψαρα χωρίς μνήμη, για να μην αποκτήσουμε ταξική συνείδηση. Να μη συμπεραίνεις, να μην καταλαβαίνεις τίποτα, να είναι όλα σαν πρώτη φορά (Αριστερά), να πέφτεις από τα σύννεφα, για να αναληφθείς στο επόμενο «ατύχημα» στους ουρανούς που περιμένουν την έφοδό μας επί ματαίω.

Μας λένε ακόμα πως πρέπει να θυσιάσουμε κάποιες ελευθερίες προς όφελος της ασφάλειας -βασικά του συστήματος και της τάξης που κυβερνά. Αυτό που δε μας λένε είναι ότι συγχρόνως θυσιάζουν την ασφάλεια των εργατών προς όφελος της ελευθερίας των αφεντικών να τους εκμεταλλεύονται.

Αλλά δεν πρέπει να επικρατήσει σιγή νεκροταφείου για τα εργοδοτικά-κρατικά εγκλήματα, ούτε να γίνουν νεκροταφείο για την τάξη μας οι χώροι δουλειάς. Οργάνωση, αγώνας -αυτά είναι τα μόνα αντίδοτα για τον θάνατο. Αλλιώς στο εργοστάσιο πια δεν έχουμε ζωή, στη Δραπετσώνα (με τα καζάνια του θανάτου), στο Πέραμα, στη Γλυφάδα, στα Τρίκαλα στα δυο στενά (θα πάμε σαν Σακαφλιάδες στις Συμπληγάδες), μια ωραία πόλη με ευρωπαϊκό άρωμα, χαίρεσαι να σκοτώνεσαι στη δουλειά (στην κυριολεξία) ή να κρεμιέσαι στον φανοστάτη, χωρίς σώμα.

Κι αν σκάβουμε λάκκους, σαν τυφλοπόντικες, δεν είναι για να θάψουμε τους νεκρούς μας, αλλά τον γέρικο κόσμο της εκμετάλλευσης. Τον βρικόλακα της νεκρής εργασίας του κεφαλαίου που τρέφεται με ζωντανή εργασία -και με νεκρούς εργάτες.

Η ζωή συνεχίζεται, η φάμπρικα (του κέρδους) δε σταματά. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά κυλά μπροστά μόνο με αγώνα. Η ζωή είναι αγώνας -και όχι μόνο για επιβίωση. Η ζωή συνεχίζεται, αρκεί να μην είμαστε κομπάρσοι της, ακόμα και στον θάνατό μας, και να μη γίνουν συνήθειά μας τα εγκλήματά τους.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Της Ομόνοιας τα παιδιά - Στη σωστή πλευρά του Διχασμού

(Σημειώσεις για τον «εθνικό» διχασμό)

Τι έχει να μας προσφέρει η μελέτη ενός μακρινού ιστορικού κεφαλαίου όπως η περίοδος του «εθνικού» διχασμού; Πολλά και σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να βιώνουμε την παρακμή ενός συστήματος που σαπίζει και όχι μια παρατεταμένη belle epoque ή την αισιοδοξία των κατάμαυρων «happy 90’s» αλλά το συσσωρευμένο μπαρούτι στην τρέχουσα συγκυρία προκαλεί ανησυχητικούς (αν όχι ανατριχιαστικούς) συνειρμούς με τα προεόρτια του μεγάλου σφαγείου των λαών του ιμπεριαλισμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Σε εθνικό επίπεδο, η εφήμερη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κυβερνήσεων σε Αθήνα (η επίσημη) και Θεσσαλονίκη (της Εθνικής Άμυνας) δεν παραπέμπει βέβαια σε κάποιο σχήμα δυαδικής εξουσίας (αν και υπήρξε επίθεση στα Ανάκτορα) που εμφανιζόταν την ίδια χοντρικά περίοδο στη Ρωσία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, είναι η υλοποίηση μιας οπαδικής φαντασίωσης για τη ΛΔ του Βορρά, ενάντια στο «κράτος των Αθηνών». Το σύνθημα για τις «δύο Ελλάδες», ωστόσο, δεν είναι «αιχμάλωτο της Γεωγραφίας» -μονάχα της ταξικής πάλης και όσων δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.

Για να βρεθούμε στη σωστή πλευρά του διχασμού, πρέπει να ορίσουμε σωστά τις διαχωριστικές γραμμές. Που δεν μπαίνουν στον γεωγραφικό παράλληλο των Τεμπών, για να χωρίσει τις Νέες Χώρες -όχι αν αυτές δεν είναι μέρος ενός Νέου Κόσμου, σοσιαλιστικού, ούτε γενικά από ένα «κόμμα των Τεμπών», που θα μπει πρωτοπορία στον αγώνα ενάντια στη διαφθορά. Και δεν είναι επιφανειακές, δευτερεύουσες, εσωτερικές -για τους φίλους απλώς «ένδο-», πχ ενδοαστικές ή ενδοϊμπεριαλιστικές, όπως στον Α’ Π.Π.

Αν θέλουμε νικηφόρα αποτελέσματα, πρέπει να παλέψουμε για την τάξη μας, όχι κάτω από ξένες σημαίες ή δίχρωμα κασκόλ. Και αν όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες (γιατί δε θέλει στη ζωή να κυβερνήσει, αλλά να μείνει οπαδός φανατικός), το βασικό είναι να θυμόμαστε πως το δικό μας «έθνος», το εργατικό, δεν έχει τίποτα κοινό με το έθνος των εκμεταλλευτών, ούτε λόγους να πανηγυρίζει τις νίκες τους, όπως στα χρόνια του διχασμού, ενώ οι ήττες και οι καταστροφές έχουν πρωτίστως ταξικό πρόσημο, γιατί ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο είμαστε ίσα και όμοια.

(Αυτό το τελευταίο φαίνεται να το κατανοεί αρκετά καλά ο Θανάσης Σκρουμπέλος, αλλά υπάρχουν σημεία που σχεδόν το χαίρεται και το διασκεδάζει, διαπιστώνοντάς το βιωματικά στο γήπεδο -στα χρόνια της χούντας αλλά και αργότερα- όπως καταγράφεται τουλάχιστον στο βιβλίο του για «του Μπούκοβι την ομαδάρα» -μία από τις αξιόλογες εκδόσεις των «Κόκκινων Θρησκευόμενων Επιστημόνων», που ως εγχείρημα μάλλον βάλτωσε και χάθηκε στην πορεία. Και πάντως δε φαίνεται να δίνει τον τόνο στις κόκκινες κερκίδες, που θυμούνται το «Νo Politica», όταν δεν έχει άμεσο συμφέρον το αφεντικό τους).

Υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες ή «ενοχλητικές» και -γι’ αυτό- σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες από αυτήν την περίοδο. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τι ήταν τα Ευαγγελικά (από την προϊστορία του Διχασμού) και ότι είχαν μάλλον γεωπολιτικό παρασκήνιο και υπόβαθρο, πέρα από τον συντηρητικό ζήλο του Μιστριώτη και των ομοίων του; Ή για το γεμάτο θεία δόξα και χάρη -αν και ανάμικτο με ειδωλολατρικά έθιμα- ανάθεμα στον Βενιζέλο και τη συνολική ενεργό εμπλοκή της Εκκλησίας στη διαμάχη; Ο ρόλος της τελευταίας ήταν ανέκαθεν πολιτικός, αν όχι μια μορφή εξουσίας -έξω από την κλασική αρίθμηση που τις διακρίνει, αντί να βλέπει την ενιαία ουσία τους- και θεωρείται τόσο δεδομένος, που δε θα ακούσει κανείς ποτέ κάτι υποκριτικό σαν το τετριμμένο «στο ποδόσφαιρο στην εκκλησία δεν έχει καμία θέση η πολιτική», όπως για άλλης μορφής σύγχρονα όπια.

Πόσοι θαυμαστές του Λευτεράκη (που έχει γεμίσει την επικράτεια δρόμους με το όνομά του και αγάλματα, που δε θα χρειαστεί να τα γκρεμίσουμε, λόγω της ομοιότητάς του με τον Βλαδίμηρο, προσθέτοντας μια τρίτη απρόσμενη ζωή στις δύο που ήδη έχει) γνωρίζουν άραγε ότι παζάρευε κυνικά πόλεις, νησιά και πληθυσμούς (σαν την Καβάλα και τη Λέσβο), προσδοκώντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (του ίδιου, της τάξης του και πιο ειδικά των στρωμάτων της που εκπροσωπούσε); Κι είναι η άγνοια προϊόν της ιδιώνυμης -sic- ασυλίας που απολαμβάνει χάρη στην ιδιότητα του υποψήφιου «εθνάρχη», από τον οποίο κρατάμε τάχα και αναδεικνύουμε μόνο θετικά σημεία και «καλές σκέψεις»;

Τότε γιατί δε μαθαίνουμε πως επί Βενιζέλου καθιερώθηκε η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρητικά για να πάψουν να είναι έρμαια του ρουσφετιού και της εκάστοτε κυβέρνησης, που έφερνε τον δικό της πελατειακό στρατό; Και ότι η ήδη συντελούμενη (και όχι απλώς επιχειρούμενη, αν δεις πόσοι είναι οι μόνιμοι στο δημόσιο) άρση της μονιμότητας, θα φέρει μία ακόμα μεγαλύτερη στρατιά άχρηστους μετακλητούς, φτηνούς εργολαβικούς, πειθήνιους υποτακτικούς, άβουλους και επισφαλείς συμβασιούχους, χωρίς δικαιώματα, φωνή και σωματειακή εκπροσώπηση; Γιατί επιλέγουμε κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα πιάτα που δεν προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς και χρήσιμα συμπεράσματα για την εποχή μας ή αλλεργίες στην τάξη που κυβερνά και επιλέγει τι θα μάθουμε.

Και πόσοι γνωρίζουν για τους Έλληνες του Γκέρλιτς και τους έλληνες στρατιωτικούς που οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πρωσία/Γερμανία και κατηγορήθηκαν ως προδότες στην επιστροφή τους; Και για την παρουσία του Ρώτα, πολλά χρόνια προτού προσεγγίσει το ΕΑΜ και βρεθεί μια άλλη φουρνιά Ελλήνων στο Γκέρλιτς, αυτή τη φορά ως πολιτικοί πρόσφυγες; Υποθέτω ελάχιστοι.

Εδώ τελειώνουμε το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουμε τα βασικά. Ότι δηλαδή είχαμε στρατιωτικό αποκλεισμό του Πειραιά (από Γάλλους και Βρετανούς), θανάτους από την πείνα, κανονιοβολισμό από θαλάσσης της Αθήνας και των ανακτόρων (προτού περάσει στην ιστορία το «Αβρόρα» για αντίστοιχους λόγους) και ωμό εκβιασμό για τον εκθρονισμό του Γερμανόφιλου Κωνσταντίνου. Που το λες και ωμή καταπάτηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά η διπλή γλώσσα της εξουσίας είναι διεθνής, εύπλαστη και πολύ πλούσια (σε χρήμα και γενικώς), ώστε να κινηθεί ευέλικτα και να βρει τον κατάλληλο ευφημισμό για την περιγραφή των γεγονότων: πχ η σύλληψη του Μαδούρο για εμπορία-διακίνηση ναρκωτικών.

Και όλα αυτά παραμένουν ευρέως άγνωστα, χωρίς καν το «άλλοθι» ότι είναι εκτός διδακτέας και εξεταστέας ύλης, όπως το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ στα δικά μου χρόνια, ή ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική απόσταση για να τα εξετάσουμε και να τα αποτιμήσουμε νηφάλια, όπως πχ η χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι απλώς ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας, μπας και ξεχάσουν οι λαοί τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.

Και τι μαθαίνουμε αντ’ αυτών; Την (δι)αχρονική, αν-ιστορική καραμέλα ότι οι Έλληνες θριαμβεύουν όταν είναι ενωμένοι (τα λιοντάρια παλεύουν σαν Έλληνες και οι χριστιανοί στην αρένα σαν ανθέλληνες, εξ ου και θεωρούνται οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ κάποιοι επιμένουν να ταυτίζουν τον κομμουνισμό με την «κοινοκτημοσύνη», ενώ διδάσκουν στον λαό την ακτημοσύνη, για να βρει τη μετά θάνατον ανταμοιβή). Αλλά μας τρώει σαν σαράκι η διχόνοια (που αποδίδεται και ως la zizanie στα γαλλικά -τυχαίο και αυτό;), που είναι η κατάρα της φυλής μας και είναι μάλλον βιολογικά-γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στον ανάδρομο Ερμή ή σε κάποιο συνωμοτικό σχέδιο αλλόθρησκων για να μας κρατάν διαιρεμένους και αδύναμους, πάντως σίγουρα δεν έχει κοινωνικές ρίζες και (ίσως για) λόγους ταξικούς.

Κι έτσι μπαίνουν στο μίξερ και το ίδιο σακί (του Αιόλου) όλα: από τον διχασμό μέχρι τον δικομματισμό στα χρόνια της (εν)Αλλαγής και από τις αποσιωπημένες εμφύλιες διαμάχες του ’21 (τους πολέμους εντός του πολέμου της Ανεξαρτησίας) μέχρι τον εμφύλιο και τη δεκαετία του ’40. Για την οποία φταίνε κυρίως οι ξένοι (το λέει και ο Βούλγαρης) και η μοιρασιά που έκαναν στη Γιάλτα, που δεν έγινε στη Γιάλτα αλλά στη Μόσχα, με τα ραβασάκια, χαρτάκια, μπορεί να ήταν και τραπουλόχαρτα και να μας έπαιξαν στο πόκερ, ή μια τράπουλα ΤΑΡΩ με χαρτομαντεία και να έφταιγε ο ανάδρομος Τίτο και οι συνθήκες που δεν είχαν ωριμάσει. Αλλά δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.

Και να πώς φτάσαμε Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα (τα έλεγε ο κυρ-Παντελής), ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι πώς φτάσαμε τελικά αστός να τουφεκίζει αστό το ’22. Αλλά αυτό θα το δούμε ίσως στο επόμενο μέρος -αν και εφόσον υπάρξει.

Θε μου πόση διχόνοια ξοδεύεις για να κρύψεις καλά την εθνική μας ομοψυχία και τις ταξικές αντιθέσεις στην πλατεία Ομονοίας -που κάποτε θα την πούμε Μπελογιάννη...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο μπάτλερ το 'κανε

Δύσκολα θα βρεθεί πιο βαρετό θέμα στην επικαιρότητα από το υπό διαμόρφωση (σαν τον πόλο των BRICs) κόμμα της Καρυστιανού. Ακόμα πιο δύσκολα θα αποφύγουμε τους εύκολους συνειρμούς με τους Απαράδεκτους και το ΚΟΛΑΝ (Κόμμα Λαϊκής Νοοτροπίας), τις αρχές και τις φρέσκιες ιδέες του: να το βγάλουμε Βλάσση; Είναι μάλλον τρίσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στη σοβαρή κριτική, την αυθόρμητη χλεύη για τους θιασώτες του ΠΘΟ και τον σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και τον αγώνα τους που παραμένει αδικαίωτος -σαν την ταξική πάλη. Ή αλλιώς ανάμεσα στα τρολ της κυβέρνησης και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των οπαδών της Καρυστιανού, που θα στην πέσουν γιατί τόλμησες να την βάλεις στο στόμα σου, είσαι γνήσιο δεκανίκι κοκ. Κι είναι πρακτικά αδύνατο να γλιτώσεις μια τοποθέτηση, όταν σε ρωτάνε ευθέως στην παρέα ή στο πάνελ, όπως έκαναν εμμονικά για τον Βαρουφάκη. Αλλά δεν είναι πολιτικά ορθό να πεις πως το πρόβλημα είναι όσα λέει νηφάλιος και ότι δεν έχει βρεθεί χάπι-θεραπεία για τον ναρκισσισμό.


Και δεν έχει βρεθεί ακόμα κομμουνιστής να αφήσει οτιδήποτε να πέσει κάτω -ούτε καν σε οικογενειακό τραπέζι. Αν τον ρωτήσουν για τον Βαρουφάκη, θα πει τη θέση του κόμματος ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά και τα αστικά κόμματα που προωθούν τη νομιμοποίηση της κάνναβης. Αν πιάσουν κουβέντα για τον Καποδίστρια του Σμαραγδή, θα θυμηθεί ένα κείμενο της Αλέκας στον συλλογικό τόμο για το ’21, που τον έκρινε με τα μέτρα της εποχής του, ως αστό πολιτικό ηγέτη -και όχι ως αυταρχικό φασίστα, όπως ο μικρός φασαίος ανιψιός που θέλει να κάνει εντύπωση -αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης. Και αν μιλήσουν για την Καρυστιανού, έχει μια ευρεία γκάμα επιλογών: ποιητική -για το παλιό που έρχεται ντυμένο σαν νέο, πολιτική -για τα προσωποπαγή κόμματα-κομήτες, ή πιο επιθετική -για τις ψεκασμένες πινελιές που σκιαγραφούν το προφίλ της.

Και αν πάει το θέμα στα αθλητικά; Το πολιτικό σύστημα είναι σαν τη Ρεάλ Μαδρίτης -τον σύλλογο του κατεστημένου, που ανέκαθεν ήταν ομάδα αρχηγών-ηγετών και ουδέποτε αρχών. Αν έχεις διάφορες καινοτόμες ιδέες, σαν τον Τσάμπι Αλόνσο, πρέπει να τις προσαρμόσεις στο σύστημα, αλλιώς σε τρώει η μαρμάγκα του Φλορεντίνο. Που δεν ιδρώνει το αυτί του απ’ τις αποδοκιμασίες -και λοιπές βαλβίδες εκτόνωσης του πόπολου. Και μπορεί να κάνει τη δουλειά του με κώνους σαν τον (εκάστοτε) Αρμπελόα, τον Σάντσεθ -ή τον Μητσοτάκη, για τους έλληνες ομολόγους του.

Ο Σάνκλι έλεγε πως η μπάλα είναι κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου, αλλά στην Ισπανία αυτές τις μέρες έχουν πολύ σοβαρότερα ζητήματα να τους απασχολούν. Το ζήσαμε και εμείς ως λαός και το καταλαβαίνουνε από πρώτο χέρι. From Greece to Spain, we feel your pain, που έλεγε και ένα οπαδικό πανό τις προάλλες. Όχι γιατί έχουμε κοινή, μεσογειακή (λαϊκή) νοοτροπία και αγανακτισμένους (estamos despiertos ya), ούτε γιατί έχουμε το ίδιο κακούς σιδηρόδρομους. Αλλά γιατί έχουμε τα ίδια κοράκια (με νύχια γαμψά), που βάζουν τα κέρδη τους πάνω από τις ζωές μας, με τον πιο κυνικό τρόπο, από την Ανδαλουσία ως τη Βαρκελώνη και από τα Τέμπη ως το Πέραμα και τη Γλυφάδα. Τα κοράκια αυτά δεν είναι πάντα μαύρα, αλλά με διάφορες αποχρώσεις, σαν τα (γαμψά) νύχια της Τζόινερ (που της χρησίμευαν για να ξεγελά τους ελέγχους για ντόπινγκ), τις οπαδικές κερκίδες και το αστικό πολιτικό φάσμα.

Και δεν είναι εύκολο να βρεις το πιο σιχαμερό αρπακτικό. Είναι άραγε τα δεξιά τρολ που σχεδόν πανηγύριζαν βλέποντας και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες αντίστοιχα Τέμπη - κρατικά εγκλήματα; Ή τα «έγκριτα ΜΜΕ» της Κεντρο-αριστεράς, που επιμένουν στη γραμμή «αυτά μόνο στην Ελλάδα (του Μητσοτάκη) γίνονται» και σχεδόν πανηγυρίζουν για τους Ισπανούς. Που έχουν νεκρούς αλλά τουλάχιστον δεν έχουν μπάζωμα, γιατί κυβερνά ο «σοσιαλιστής» φίλος τους. Που δεσμεύτηκε να χυθεί φως στην πηγή του κακού, ενώ ο υπουργός του μιλά για «περίεργο ατύχημα», με ένα ολοκαίνουργιο τρένο και μια προσφάτως συντηρημένη γραμμή. Κι ας υπήρχαν βίντεο με τρένα που πήγαιναν τρέμοντας. Και ας είχαμε και άλλα «περίεργα δυστυχήματα», πριν καν βρεθούν και παγώσουν τα σώματα των θυμάτων στο Ανταμούθ. Κι ας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως οι μηχανοδηγοί για τις δυσλειτουργίες του δικτύου.

Es una verguenza y me da verguenza, που θα έλεγε και μια ψυχή...

Λένε συχνά εκ του πονηρού πως η Καρυστιανού εκφράζει το «κόμμα των Τεμπών» και μια «μονοθεματική αντιπολίτευση». Τι θα έλεγε όμως το κόμμα της για τους νεκρούς στην Ισπανία, που συνδέονται ευθέως με τη «δική της» θεματική; Ότι φταίει η διαφθορά και τα μνημόνια; Κάποια σύμβαση που δεν υπογράφτηκε; Ή μήπως πρέπει να ψάξουμε τις αιτίες στις βάσεις της ΕΕ που αποθεώνει το κέρδος, ξεπουλά κοινωνικά αγαθά, ιδιωτικοποιεί οργανισμούς και ξεχαρβαλώνει δημόσιες υπηρεσίες; (Κι αν πιστεύεις το δεύτερο, πώς γίνεται να λες δημόσια ότι η Καρυστιανού κάνει την πιο σκληρή αντιπολίτευση -και να μην ξέρεις πώς να το μαζέψεις;)

Μια υποκριτική κριτική προς την Καρυστιανού είναι πως δεν έχει θέσεις (για το Ιράν, τους αγρότες, την οικονομία κτλ), πέρα από όσα λέει το «μέσα της», σε αντίθεση με την επαναστατική συνείδηση που έρχεται «απέξω» -αλλά πάντως όχι με πνευματικούς, ούτε με διανομή κατ’ οίκον, αν δε βγεις στον δρόμο. Και ότι θα την κρίνουν όταν διατυπώσει ολοκληρωμένες θέσεις -που «δεν έχει». Γιατί μάλλον δεν ήταν επαρκές πολιτικό στίγμα το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια στον Τριανταφυλλόπουλο και η κριτική μιας γιατρού στον εμβολιασμό. Και βασικά γιατί τους είπαν να λουφάξουν στη γωνία, για να μην μπουν στο κάδρο του σάπιου συστήματος που στοχοποιεί την Καρυστιανού -οπότε η αποδόμησή της γίνεται δια αντιπροσώπων (τρολ και δημοσιογράφων -καμιά φορά τα όρια είναι δυσδιάκριτα).

Το ΚΚΕ μπορεί να φταίει για πολλά (ή και όχι) και να το κατηγορούν για ακόμα περισσότερα. Κανείς δεν μπορεί να πει όμως ότι κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, μαζί με τις θέσεις του. Ή ότι δεν έχει πολιτική -και μόνο- βάση η κριτική του. Μπορεί να λέει κάτι λάθος, δύσκολο ή μη δημοφιλές (από τα ομόφυλα ζευγάρια, ως την ΠΦΑ και το δημοψήφισμα του ’15), αλλά είναι κόμμα πολιτικό (σχετικά μαζικό, όπως λέει και η ΑΡΑΣ) και τα λέει τσεκουράτα, είτε πρόκειται για πρόσωπα (και ιστορικές προσωπικότητες), είτε για πολιτικά κόμματα, γεγονότα κοκ. Κι έχει τόση προσήλωση στις αρχές του, που επιμένει να μιλάει πολιτικά για τους πάντες: τον προϋπολογισμό της ΝΔ, τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, τις εξελίξεις στο εξωκοινοβούλιο. Κάνει κάθε φορά λόγο -σε εκτεταμένη αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και στον Ριζοσπάστη- για στρατηγική, ταξικό πρόσημο, διεργασίες και αναδιαρθρώσεις, αφηγήματα και αυταπάτες (πράσινη ανάπτυξη, οικονομία πολέμου κτλ).

Δε θα κρύψει την αλήθεια ή τις θέσεις του (κατά κανόνα συμπίπτουν) προσθέτοντας άλλη μια δυσκολία στις πέντε που σημειώνει σχετικά ο Μπρεχτ, δε θα διανθίσει με κορόνες τον λόγο και την κριτική του (πχ προδότες, γερμανοτσολιάδες και άλλα ηχηρά παρόμοια, που ακούγαμε τα ένδοξα χρόνια του αντιμνημονίου).
Από το ΚΚΕ μπορείς να περιμένει μόνο πολιτική κριτική -τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Και δε θα αλλάξει αυτή την προσέγγιση, είτε έχει απέναντι την Καρυστιανού, είτε το ΚΟΛΑΝ και τον Λεβέντη. Αυτοί είστε -και θα το ακούσετε κατάμουτρα.

Βασικά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να προσέχεις, για να μην πεις πράγματα που θα μετανιώσεις και θα τρέχεις να τα μαζέψεις. Κι αυτό ισχύει περισσότερο για εμάς, παρά για το Κόμμα -αν και θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να γενικεύσουν για να ταυτίσουν μια δική σου μουσμουλιά με το κόμμα που στηρίζεις.
Ποιοι είμαστε εμείς; Η βάση και ο περίγυρος. Και όσοι έχουν κοινό-επιρροές (εξ ου και influencer) στα ΜΚΔ και ανάγκη να πουν για όλα κάτι -κλασική παιδική αρρώστια του ιντερνετισμού, που δε λύνεται με μαχαίρι, αλλά με διάφορα λάθη που συγκροτούν σταδιακά την πείρα μας. Και τούτες τις μέρες, που ο άνεμος και η βροχή μας κυνηγά, θα βρει κανείς μια σειρά ενδιαφέρουσες επιστολές στον Προσυνεδριακό Διάλογο, που μιλάν για τα ΜΚΔ και την καλύτερη αξιοποίησή τους.

Εμείς βασικά είμαστε όσοι έχουν κουραστεί να βρίσκονται στο ίδιο έργο θεατές και κάνουν σποϊλεριές για τη συνέχεια. Αν πεις στο ευρύ κοινό, που δε σακουλεύεται τα υψηλά τα νοήματα, πως η Καρυστιανού είναι ακροδεξιά, είναι σα να λες στον διπλανό σου στο σινεμά «ο μπάτλερ το έκανε», στα πρώτα λεπτά του έργου. Γιατί είναι προφανές (ήταν δυο και ο ένας δολοφονήθηκε) και βαριέσαι να ξαναδείς το ίδιο έργο. Καλύτερα όμως να είσαι ο «σπαστικός της υπόθεσης» παρά να πέφτεις απ’ τα σύννεφα, σαν κάποιους από το αριστεροχώρι που πίστεψαν στην Καρυστιανού για να ρίξουν τον Μητσοτάκη και δεν είχαν δει την ανατροπή (plot twist) να έρχεται.
-
Μα δεν είχε δώσει ποτέ της δικαιώματα (πχ στο έμβρυο).

Όσο μιλάει η Καρυστιανού, εκτίθεται σε περισσότερους -για τις αμβλώσεις και γενικώς. Και «απαλλάσσει» κάποιους σφους από την ανάγκη να έχουν τακτ και αστική ευγένεια. Όχι όμως και από το καθήκον να ξέρουν από τακτική και από την αλληλεγγύη της τάξης μας. Γιατί ο αγώνας της παραμένει ιστορικά αδικαίωτος. Και δε θα δικαιωθεί με το κόμμα της Καρυστιανού, ούτε όμως χλευάζοντάς την.

Υστερόγραφο

Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να κρατήσω κάποιο από τα προσχέδια, που να μην αναμασά τα προφανή και να μην καταλήγει στην ανακύκλωση, επειδή το ξεπέρασαν οι εξελίξεις. Και δε ζούμε σε τόσο ενδιαφέροντες καιρούς, όπως ο Βλαδίμηρος που άφησε ημιτελές το «Κράτος και Επανάσταση», για να κάνει πράξη το δεύτερο σκέλος -και να δει πως το πρώτο μέρος ήταν πιο σύνθετο από ό,τι στη θεωρία.

Οπότε ας περάσουμε τροχάδην μερικούς βασικούς άξονες.

-Δεξιός γάτος, αριστερός γάτος, το θέμα για το σύστημα είναι να πιάνει τα ποντίκια στη φάκα, με λίγο τυράκι ή και χωρίς δόλωμα, αν είναι εφικτό. Και αυτό είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας -και όσων υπόσχονται έναν άλλο εφικτό κόσμο, χωρίς ανατροπές.

-Αλλά όσοι αρνούνται το δίπολο «δεξιά-αριστερά», κατά κανόνα το κάνουν για να κρύψουν φασιστικές απόψεις -έχει αποδειχτεί και εμπειρικά. Και όσα κόμματα διατυμπανίζουν πόσο «αντισυστημικά» είναι, καταλήγουν να συμπληρώνουν και να στηρίζουν το σύστημα.
Η Καρυστιανού κατάφερε κάτι παραπάνω, κάνοντας τον Πλεύρη και τον Σπυράδωνη να μοιάζουν «φιλελεύθεροι», σε ένα κόμμα με θρησκόληπτη, συντηρητική βάση, που έχει ψηφίσει ενάντια στις αμβλώσεις.

-Όσο πιο νωρίς εκδηλωθεί η Καρυστιανού -και το ιδεολογικό της οπλοστάσιο-, τόσο θα ξεφουσκώνει δημοσκοπικά. Αλλά είναι αρκετά πιθανό να μπει στη Βουλή, που έχει πάντα αρκετό χώρο για ακροδεξιά κομματίδια και απειλεί να σπάσει το ρεκόρ του ’23, με (τελική) Λύση, Νίκη, Σπαρτιάτες, τη ΝΔ και τη Ζωή -που αρνείται επίσης τον διαχωρισμό αριστεράς και δεξιάς. Φαντάσου να μην ήμασταν και η «τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης»...

-Και με ποιους θα στελεχώσει τελικά το κόμμα της; Φύγε ο ένας, διώξε ο άλλος, τελικά θα συνεργαστεί με τον Μητσοτάκη (τον καλό) και θα κάνει μια κυβέρνηση μουσικών, με Φοίβο, Φριτζήλα κτλ...

-Οι θέσεις της Καρυστιανού γέρνουν ακροδεξιά, αλλά το βασικό κοινό της θέλει απλά να ρίξει τον Μητσοτάκη και κινείται στο κέντρο, πέφτοντας από την αριστερή πλευρά του (ερωτευμένου) σύννεφου. Που ερωτεύεται αθεράπευτα αυταπάτες, εύκολες λύσεις, κάθε επίδοξο σωτήρα, μα πάνω από όλα την ανάθεση, για να μην αλλάξει τίποτα. Και αγνοούσε συστηματικά τόσες κόκκινες -ή μάλλον λευκές προς το κατάμαυρες- σημαίες.

-Η αγαπημένη μου κατηγορία είναι όσοι λένε πως η απήχηση της Καρυστιανού δείχνει πολλά για τη δική μας, τι αντιπολίτευση κάνουμε και πώς απευθυνόμαστε στις μάζες. Αλλά το βασικό που μας λέει αυτή η κριτική είναι για το δικό τους πολιτικό κριτήριο, που ψάχνει άλλοθι και καταφέρνει κάθε φορά να είναι στη λάθος πλευρά της Ιστορίας -στο πεζοδρόμιο και πίσω από το παραβάν.

-Ναι αλλά δε βλέπετε πως η στοχευμένη απαξίωση της Καρυστιανού βλάπτει τον αγώνα για τα θύματα των Τεμπών;
Ναι αλλά βλέπουμε πως τελικά τον βλάπτει η ίδια, επιχειρώντας το αντίθετο. Και ο δρόμος προς την κόλαση είναι συνήθως στρωμένος με καλές προθέσεις.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Τσάκα την τσαπού

Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα (και μέχρι να κουνήσω να το γράψω πέρασε), η επέτειος του θανάτου του Γράψα, που καλά αυτός χάθηκε νωρίς αλλά όχι πριν δει τον τοίχο στο βάθος του τούνελ. Και η σπορά που έμεινε, ο Μήτσος από το Φυσικό, μπορεί να είναι από τους (όχι ακριβώς) ανα-μετρημένους στα δάχτυλα που ονειρεύονται ένα άλλο ΜέΡΑ(25) ή να ιδιώτευσε πίσω από ένα λευκό παραπέτασμα του Καστανιώτη, αλλά δεν τον έπεισα να πει δημόσια τις παιδικές του αρρώστιες αναμνήσεις (ίσως τον πείσει η Νάντια να τα πει αλλού), πχ για το Λάντα της οργάνωσης, που νομίζω ήταν μπλε, σαν τα σφυροδρέπανα της Α3ΡΟΦΛΟΤ, και ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουν και για χαμόμηλο. Εδώ ο σφος Άβερελ έδωσε το δικό μας άσπρο Λάντα, με όλες τις εφημερίδες μέσα, σαν ελληνίδα μάνα που εγκληματεί στο παιδικό σου αρχείο, ύπουλο χτύπημα εκ των έσω -σαν του Εσ. στο κομματικό αρχείο. Θ.Ν.

Και να το κλασικό αφιέρωμα στην «ανταρσία της ΚΝΕ», που τουλάχιστον δεν ήταν ανορθόγραφη, με «υ» -σαν τον ύστερο καπιταλισμό του Μαντέλ και τα ύστερα του κόσμου-, ένα λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος -ή μήπως ήταν; Στο δικό μου μυαλό πάντως ο απογαλακτισμός του ’89 ήταν λιγότερο ηρωικός και αποφασιστικός από ό,τι τον αφηγούνται εκ των υστέρων, κάπως αντιφατικός, σχεδόν υποχρεωτικός (όταν καθαιρέθηκε το ΚΣ της ΚΝΕ) παρά συνειδητή επιλογή, όχι πολύ ωφέλιμος για την κρίσιμη σύγκρουση που ακολούθησε με τους Αναθεωρητές. Και πάντως μη αναστρέψιμος -όσοι ήταν να φύγουν ή να γυρίσουν το έκαναν μεμονωμένα στα χρόνια της κρίσης και τέλος. Και ψάξε να βρεις ποιος ήταν η Μπελούτσι -που εμένα ποτέ δεν ήταν του (νέου) τύπου μου- και ποιος (παρα)βίασε τις βασικές μας τις αρχές και τις σιδερένιες νομοτέλειες, που ως έννοια για κάποιους μεταλλαγμένους βρωμούσαν σταλινισμό και αιτιοκρατία.

Κι αν οι Ναρίτες είναι μεταλλαγμένοι Κνίτες, που γίνονται αγνώριστοι αν τους ταΐσεις μετά τα μεσάνυχτα του κόσμου αναρχία, αγνωστικισμό, οργανωτικό φιλελευθερισμό και άλλες πνευματικές τροφές που προκαλούν αλλεργία, σε καιρούς τεράτων και Γκρέμλιν, όπου ο Γκίζμο δεν είχε ακόμα γεννηθεί και η ιδεολογική ηγεμονία των 80’ς δε λέει να πεθάνει, οι Κομαπίτες είναι μεταλλαγμένοι Ναρίτες. Και εσύ μένεις με την απορία αν η μετάλλαξη της μετάλλαξης είναι σαν την αλλαγή της Αλλαγής και την άρνηση της άρνησης, διαλεκτική επιστροφή σε ανώτερο σημείο της ίδιας κόκκινης γραμμής, στην εξέλιξη της σπείρας που δεν εξαρθρώθηκε ποτέ. Και (αναρωτιέσαι) γιατί δε συγκροτείται ως ανάγκη των καιρών το ΟΑ.ΝΑΡ, στα χνάρια του ΟΑΜΕΡΑ που δε φτιάχτηκε ποτέ, για να καταγγέλλει τον ρωσόδουλο Σάββα και λοιπούς συνοδοιπορούντες. Και επίσης γιατί καμία γκρούπα δεν κατοχύρωσε ακόμα το «κομμουνιστική μετάλλαξη» στον τίτλο της, με σήμα τον Λισένκο.

Οπότε έχουμε τη μετάλλαξη, που είναι η μετάλλαξη της μετάλλαξης (την μετάλλαξη, ω μετάλλαξη), τη μετάλλαξη εις την νι, τον ξάδερφο του ανιψιού του παιδιού του γιου του Γκέκα, την επανανοηματοδότηση του κομμουνιστικού οράματος, τον επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής, τον επανακαθορισμό του επαναπροσδιορισμού της μετάλλαξης. Και την ιδιότυπη βιολογία του εξωκοινοβουλευτικού βάλτου βιότοπου, που θα ανακηρυχθεί προστατευόμενος στην κοινωνία του μέλλοντος κι έχει ήδη πετύχει την πολυδιάσπαση του ατόμου και των λιγοστών πυρήνων του, απεμπλουτισμένων από μαρξισμό-λενινισμό.

Και τι νόημα έχουν όλα αυτά, σε τελική ανάλυση; Ίσως αυτό που δε βρήκε ο Λεωνίδας -που είχε καταγγείλει τους Λακεδαιμόνιους, που δεν είχαν προσκυνήσει τον κυρίαρχο εθνικισμό το ’92- ακούγοντας τις λεκτικές ακροβασίες του Ανδρέα. Τσάκα την τσαπού. Οε-οε...

Αλλά το όνομά μας είναι η ψυχή μας, όπως φώναζαν οι σύγχρονοι Μακεδονομάχοι. Και ήδη υπάρχουν διάφορες εκδοχές και επίδοξοι νονοί για το νέο εγχείρημα. Κου-Α (από το νΚΑ), Κομ-απ (γκετ-απ, στεντ-απ φορ γιορ ράιτ) και άλλες που απαντώνται σε ανακοινώσεις τρίτων, όπως Κ-ΑΠΕ (πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία, όπως στον Μαϊούνη) και Κομ-Απελ, που έχει κάτι από το φρέσκο αεράκι του Παρισινού Μάη και της Νέας Αριστεράς (του Χαρίτση).
-Κομαν τουταπέλ; -Ζεμαπέλ Κομαπέλ! -Κε μπελ! 


Μία από αυτές τις ανακοινώσεις ήταν της ΑΡΑΣ από την Ολομέλειά της, που έγινε πέρσι, αλλά το κείμενο της απόφασής της ανέβηκε χτες (τη μέρα της Ρόζας, του Χικμέτ και του παππού Κόκκαλη) στον ιστότοπο της ΛαΕ, για να μας κάνει σοφότερους και σίγουρα πιο χαρούμενους.

Σε αυτήν μπορεί να βρει κανείς τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές, όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης για το Κόμμα. Πχ τη διαλεκτική σχέση του αντιοργανωτισμού και του αντικομμουνισμού. Τη συντηρητική στροφή στους πολιτικούς συσχετισμούς και πώς επηρεάζουν τον χώρο της Άκρας Αριστεράς -sic. Τη συνεπή στάση αρχών της ΛαΕ, αντίστοιχη με αυτή που είχαν στο τρίτο μνημόνιο, απεμπολώντας βουλευτικές και υπουργικές θέσεις -και τώρα μια θέση δίπλα στον Γιάνη, με το ένα νι και τις μηδέν έδρες. Τις μονομερείς ενέργειες του ΜεΡΑ25 -που τερμάτισε τη συνεργασία τους- και έναν μικρό κύκλο ανθρώπων του που υποτιμούσαν την κινηματική προσφορά της ΑΡΑΣ, πιστεύοντας πως θα έμπαιναν στη Βουλή χωρίς συμμάχους. Αλλά για αυτό πιθανόν να μην έφερε ευθύνη ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25, μολονότι το σχήμα είχε προσωποπαγή χαρακτήρα χωρίς οργανωτικό ιστό.

Βρίσκουμε επίσης: Τη «σκληρή αυτοκριτική» της ΑΡΑΣ γιατί περιφρούρησε αποτελεσματικά το Πολυτεχνείο αλλά ίσως έπρεπε να ιεραρχήσει ψηλότερα την ενότητα του ΜέΡΑ25 και να εντάξει ευρύτερες μάζες στην περιφρούρηση. Μια εκ των υστέρων πληροφορία για την αναρχοαυτόνομη ομάδα που (τους) επιτέθηκε στο Πολυτεχνείο, μαχαιρώνοντας έναν φοιτητή, χωρίς άλλες δυσάρεστες συνέπειες (!) -πάλι καλά που δεν πάθαμε και τίποτα, όπως λέει το ανέκδοτο. Και τέλος μπηχτές για τον αριστερισμό της ΚΑΠΕ (ΝΑΡ) που διέσπασε την πορεία του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και τα ΕΑΑΚ, ενώ τα βρίσκει με τους αναρχο-αυτόνομους. Καθώς και για τις επώνυμες περσόνες, που έχουν επαφές με μιντιακούς ομίλους και στοχοποιούν την ΑΡΑΣ -για ποιο Ζεύγος να χτυπάει η καμπάνα;

Κι αν κάποιοι έχουν την κούραση του Ρος, καθώς διαβάζει το 18σέλιδο γράμμα της Ρέιτσελ (μπρος και πίσω) και δεν έχουν αρκετή υπομονή για τις 40 εκτεταμένες παραγράφους-σημεία της Απόφασης, φροντ εντ μπακ, ένα σημείο μπρος - δυο σημεία πίσω, ας κρατήσουν τουλάχιστον το εξής: Κανείς δεν μπορεί να εκτοπίσει την ΑΡΑΣ, όπως θέλουν και ζητούν οι αναρχο-αυτόνομοι, αλλά είναι γελασμένοι. Γιατί; Γιατί η ΑΡΑΣ είναι μια σχετικά μαζική κομμουνιστική οργάνωση!

Οι κακεντρεχείς ίσως αμφισβητούσαν/θεωρούσαν σχετικό τον όρο «κομμουνιστική» ή και τον όρο «οργάνωση» -υπονοώντας πως λειτουργεί με όρους συμμορίας, που δε συνάδουν με την Αριστερά. Άλλοι ίσως αναρωτιούνται πώς ορίζεται αυτό το «σχετικά μαζική», για να βρουν την απάντηση στην αρχή της θέσης 16, σχετικά με το ΚΚΕ, που «παραμένει ένα σχετικά μαζικό κόμμα της αριστεράς».
Κι αυτή είναι μια νέα συμβολή της ΑΡΑΣ στη θεωρία της σχετικότητας, όπου οι ενέργειες κάθε οργάνωσης εξαρτώνται από τη μαζικότητά της ή μάλλον την κρίσιμη μάζα μελών που συγκεντρώνει την ώρα της μάχης με τον εχθρό -που δεν είναι ο ταξικός, αλλά δεν έχει σημασία, και στο γαλατοχώρι το ίδιο έκαναν.

Σχετικά, τα πάντα είναι σχετικά. Και για όλα αναδρομικά έρχεται η ώρα που πληρώνουμε, για αυτό και οι Αρασίτες κυκλοφορούν προσεκτικά με τον Δία, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος του Αστερίξ, πάντοτε σε ομάδες. Ούτως ή άλλως όλα σχετίζονται διαλεκτικά και είναι απολύτως σχετικά -εξαρτάται τι στόχους και τι μέτρο σύγκρισης έχεις. Και κανείς μας δε γλιτώνει από τον αμείλικτο νόμο της σχετικότητας.

Τα πάντα ρει και σχεδόν ουδείς μένει, στον μαγικό κόσμο του εξωκοινοβουλίου. Οι περισσότεροι Ναρίτες που γνώριζε η κε του μπλοκ έχουν φύγει σε άλλες Πολιτείες (αναρχικές ή ρεφορμιστικές) και (μου) έχουν μείνει ο Άβερελ -που έδωσε μπιρ παρά το Λάντα, για να μην ξεχνιόμαστε- και το πολιτικό εκκρεμές του Βουρνούκιου, που δρα στο μουσικό του σχήμα σε συνθήκες κομμουνιστικής περικύκλωσης. Το Λαϊκό Στρώμα έχει πάντα μια θέση στην καρδιά του για το ΝΑΡ αλλά η ζωή το έριξε στα δίχτυα της ΑΡΙΣ και τις 50 αποχρώσεις της συνοδοιπορίας με το ΚΚΕ -μία για κάθε μέλος που ξέρει. Το ΝΑΡ παραμένει η σχετικά πλειοψηφούσα οργάνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχει χάσει τη δυναμική της, όπως η ΚΟΜΑΠ στους φοιτητές, όπου η ΑΡΑΣ διατηρεί μια σχετική ηγεμονία, όχι μόνο για λόγους ξύλου, και μια σχετική ανυπαρξία έξω από τα αμφιθέατρα.

Μίλα καθαρά, Απολίθωμα. Τι θες να πεις με όλα αυτά;

Θέλω να πω ότι ο Γιάγκος Δράκος πέθανε και αμέσως η Giant άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα και να μην πληρώνει τους εργαζόμενούς της -που όμως συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ και δεν τσιμπάνε το παραμύθι του καλού αφεντικού που νοιάζεται για το προσωπικό της εταιρείας. Αλίμονο σε όσους μένουν πίσω -και δεν έρχονται με την πρωτοπορία του κινήματος.

Υστερόγραφο

Ο βασικός λόγος που η κε του μπλοκ ξεκίνησε να γράφει ξανά συστηματικά στο μπλοκ είναι γιατί εδώ ένιωθα ελεύθερος να εκφραστώ και να γράφω αυτό που θέλω χωρίς να λογοδοτώ, να με ενδιαφέρουν οι ισορροπίες και τι θα πουν οι τρίτοι. Δε χρειάζεται να το σεβαστεί κανείς, απλά να το έχει υπόψη, όταν μπαίνει στο μπλοκ για να διαβάσει τα κείμενα. Ή (και) τα σχόλια. Τα οποία δεν είναι προσυνεδριακός διάλογος, για να έχουν πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλά μια μικρή παραμόρφωση (αντανάκλαση) της ζωής. Στην οποία παίζουν μπάλα όλοι -από φίλους, εχθρούς, ιδεολογικούς αντιπάλους, μέχρι έμμισθα τρολ. Στα σχόλια του μπλοκ μπορείς να βρεις τα πάντα -όπως θα έλεγε και ο Ραφαηλίδης...

Η αλήθεια είναι ότι με πιάνει συχνά το αντι-οργανωτικό μου (χωρίς στάλα αντικομμουνισμό). Η κε του μπλοκ λέει ό,τι θέλει να πει εισηγητικά κι η (όποια) κουβέντα γίνεται στα σχόλια δε χρειάζεται τη δική της συμμετοχή ή διεύθυνση, για να εξελιχθεί. Ούτε κάποιον διαιτητή ή παιδονόμο, για να μοιράζει αποβολές και ποινές. Αν κάποιο τρολ ή φασίστας γαμάει τη συζήτηση -που θα έλεγε και μια ψυχή-, θα υπάρξει παρέμβαση. Αφενός όμως αυτό θα είναι έσχατο μέτρο και σαν ομολογία «ήττας» -ότι δεν μπορέσαμε να το λύσουμε αλλιώς ή να το αγνοήσουμε και χρειάστηκε μια «κρατική» παρέμβαση ή η «αόρατη χειρ» (της αγοράς). Και αφετέρου, ένας κανόνας στο ποδόσφαιρο λέει ότι όποιος παίκτης ζητάει να πάρει κάρτα ο αντίπαλός του, καταλήγει να την παίρνει (και) ο ίδιος. Που δε θα το κάνω προφανώς, απλά το σημειώνω. Με την ελπίδα ή βασικά την πρόθεση να μη χρειαστεί περαιτέρω ανάλυση και να μην αναλωθούμε σε αυτό.

Πέραν αυτού, κάθε παρατήρηση δεκτή. Και βλέποντας και κάνοντας -και ας μη μου αρέσουν πολύ οι αυτοσχεδιασμοί, γιατί με πιάνει και το (φιλ)οργανωτικό μου πολλές φορές. Μια φορά κνίτης κτλ...