Όταν η Σύγχρονη Εποχή ανήγγειλε την κυκλοφορία των «Απείθαρχων», η πρώτη σκέψη -μακάβρια πλην αναπόφευκτη- ήταν μήπως ο σύντροφος μας αποχαιρετά και μας αφήνει ένα δώρο-βιβλίο ως παρακαταθήκη του. Δε φανταζόμασταν πόσο κοντινός θα ήταν αυτός ο αποχαιρετισμός. Ούτε μπορώ να ξέρω σε τι κατάσταση ήταν ο Χαλβατζής τις τελευταίες μέρες του. Πιστεύω όμως να πρόλαβε να δει το βιβλίο να κυκλοφορεί και να έφυγε με τη χαρά πως κέρδισε τη μάχη με τον χρόνο, σκαρώνοντας μια τελευταία απειθαρχία στον θάνατο.
Διαβάζοντας τους «Απείθαρχους», ίσως πιάσεις τον εαυτό σου να σκέφτεται εναλλακτικούς τίτλους για το βιβλίο. Στις πρώτες σελίδες είναι τόσο έντονο το στίγμα της Δυτικής Μακεδονίας και της πόλης της Καστοριάς, με τις βιοτεχνίες για την κατεργασία της γούνας, που είναι δύσκολο να μη σκεφτείς τον αποχαιρετισμό του Άρη, «ραντεβού στα γουναράδικα», στην κυριολεξία του. Κι όσο προχωράς στις περιγραφές της δύσκολης μεταπολεμικής περιόδου, καχεκτικής και γκρίζας, γεμάτης καταστολή, εξορίες, συλλήψεις και φυλακίσεις, σκέφτεσαι συνειρμικά τα «Πέτρινα χρόνια», που σμίλεψαν τον χαρακτήρα των πρωταγωνιστών τους. Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά...
Ο Χαλβατζής διάλεξε ως τίτλο τους «απείθαρχους», για να τιμήσει στο οδοιπορικό του όσους δε συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις. Κι είναι κάπως ειρωνικό ότι ο τίτλος έρχεται σε «αντίθεση» με την αταλάντευτη πειθαρχία, που ήταν από τις σπουδαιότερες αρετές του συγγραφέα. Πειθαρχία όχι στην εκάστοτε κυβερνητική αρχή και εξουσία, αλλά στις αρχές και τα ιδανικά των κομμουνιστών, που διέπουν τη ζωή τους και της δίνουν νόημα. Και είναι ακόμα πιο ειρωνικό που κάποιοι διάλεξαν να τον ψέξουν για αυτό ακριβώς -δηλαδή την πειθαρχία στις αρχές και το κόμμα του. Αλλά περισσότερα γι’ αυτό, λίγο παρακάτω.
Πριν καν πάρω το βιβλίο, είδα τα σχόλια πολλών συντρόφων που έσπευσαν να το διαβάσουν, το ρούφηξαν και το συνιστούσαν συγκινημένοι στους υπόλοιπους. Τώρα που το έχω διαβάσει, συμφωνώ και το συνιστώ αλλά με έναν αστερίσκο. Το οδοιπορικό του Σπύρου δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, ένα εύκολο ανάγνωσμα για τον αμύητο αναγνώστη, μια συλλογή απομνημονεύματα και ανέκδοτα του αγώνα, για να γελάσει ή να συγκινηθεί το ευρύ κοινό. Δεν είναι πχ σαν τα σπαρταριστά ευτράπελα της Μακρονήσου κι άλλων τόπων μαρτυρίου, ένας θησαυρός που μας άφησε ο Φαρσακίδης, δείχνοντας πως το γέλιο μπορούσε να γίνει όπλο ενάντια στην καταπίεση. Έχει πολλές δυνατές στιγμές, όπως τη συγκλονιστική ιστορία στο προοίμιο, με την οικογενειακή φωτογραφία για τον κρατούμενο πατέρα τους, που την πέταξε στα σκουπίδια η λογοκρισία της ασφάλειας, για να φτάσει ξανά στα χέρια τους μετά από πολλά χρόνια. Αλλά δεν είναι μια συλλογή από τέτοιες ψηφίδες, γιατί τον ενδιαφέρει η ανάλυση περισσότερο από τις δικές του εμπειρίες.
Προσωπικά, κάποια κεφάλαια του βιβλίου μού θύμιζαν πολιτική εισήγηση ή το πρώτο βιβλίο του Σπύρου για την πορεία της νεολαίας -τον καιρό που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ. Κι ενώ σκεφτόμουν μήπως είμαι λίγο σκληρόπετσος και αντιδραστικός -που πάει κόντρα στο ρεύμα της συγκίνησης-, θυμήθηκα κάτι που μου είχαν πει για κάποιους παλιούς σφους, που δυσκολεύονται πολύ να μιλήσουν για τα προσωπικά τους βιώματα και σιχαίνονται την περιαυτολογία, για λόγους σεμνότητας, μα κυρίως πολιτικούς. Κι αυτό βασικά είναι ένας λόγος να θαυμάζεις, ακόμα περισσότερο, τον Χαλβατζή. Γιατί δεν ήθελε να μιλάει ή να γράφει για να εντυπωσιάσει το κοινό του, ούτε σε α’ ενικό πρόσωπο, βάζοντας το «εγώ» ξέχωρά ή μπροστά από το «εμείς». Μόνο στο κεφάλαιο για τη στρατιωτική του θητεία ξεφεύγει λίγο από τον κανόνα και διηγείται αρκετά βιωματικά περιστατικά. Και αυτό δεν είναι αρνητική κριτική, αλλά το μεγαλύτερο παράσημο για τον χαρακτήρα του.
Ο θάνατος του Χαλβατζή προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα συγκίνησης, σε σφους, φίλους και αντιπάλους. Πάντα βέβαια κάποιοι παινεύουν τους κομμουνιστές που φεύγουν, για να θάψουν τους ζωντανούς που μένουν πίσω, εδώ όμως δεν αμφιβάλλει κανείς για την ειλικρίνεια της συγκίνησης και των αντιδράσεων -ακόμα και από ανθρώπους που δε θα το περιμέναμε ίσως. Πώς εξηγείται αυτό;
Ο σύντροφος ήταν ίσως ό,τι πιο κοντινό υπήρξε στον ορισμό του Χικμέτ για τον κομμουνιστή: αγάπη από την κορφή ως τα νύχια. Το έδειχνε στην πράξη, συγκεντρώνοντας τις καλύτερες αρετές της ιδεολογίας μας και -κατά έναν τρόπο- της απήχησης του κόμματος. Τον Χαλβατζή -όπως και το ΚΚΕ- τον εκτιμούν πολλοί, τον θαυμάζουν για τη συνέπειά του, αλλά δεν είναι σε θέση να τον ακολουθήσουν στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε.
Δε θα μπορούσαν βέβαια να λείπουν κάποιες παραφωνίες στον μαγικό βόθρο των ΜΚΔ. Κάποιος νάρκισσος έβαλε μια δική του φωτογραφία που είχε και λίγο Χαλβατζή σε μια ακρούλα, κάποιος χαλβάς έριξε μια σπόντα για την τύχη της Τυποεκδοτικής και την απόδοση ευθυνών, ένας άλλος βρήκε λέει αφορμή να θυμηθεί μια παλιά επιστολή του Αλέκου Χαλβατζή (για τους λαθρεπιβάτες στο τιμόνι της ηγεσίας). Κάποιος τον αποχαιρέτησε ως «ξύλινο» πλην «ανοιχτόμυαλο κομματόσκυλο», άλλος διάβαζε τις διαφωνίες του ΣΧ στο βλέμμα του, ενώ ένας έγκυρος ασφαλίτης έγραψε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ φοβόταν τον Σπύρο, αλλά αυτός ήταν κομματικός και πειθαρχημένος με την κακή έννοια. Πολύ θα ήθελαν να βρουν ένα στοιχείο, ένα παράπονό του, μια υποψία πικρίας του Χαλβατζή για να πατήσουν, αλλά δε βρήκαν το παραμικρό και αναγκάστηκαν να τα βγάλουν από την κοιλιά τους.
Από μια άποψη, πάντως, όλοι αυτοί είναι (πιο) ειλικρινείς. Δε θα αφήσουν τον «τυχαίο θάνατο ενός κομμουνιστή» να αλλάξει το κόμπλεξ και τα πολιτικά τους σύνδρομα για το κόμμα του. Ίσως είναι πιο ειλικρινείς από αυτούς που έχουν αλλεργία στο ΚΚΕ αλλά σου λένε ότι ο Χαλβατζής ήταν διαφορετικός, από αυτούς που βγάζουν χολή για το Χημείο και τα «ΚΝΑΤ», αλλά αγαπάν τον Σπύρο, που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ εκείνα τα χρόνια.
Ίσως όλοι αυτοί να αγαπούσαν ειλικρινά τον Σπύρο, αλλά θα προτιμούσαν να μην είναι κομμουνιστής -δηλαδή το βασικό του γνώρισμα που τον έκανε ανθρώπινο, ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Όπως θα ήθελαν και ένα ΚΚΕ του χεριού τους, όχι τόσο «ξύλινο», πειθαρχημένο και -εν τέλει- κομμουνιστικό.
Ίσως τώρα να συγκινήθηκε και ο Πιτσιρίκος -που μπορεί να έχει αγάπη μόνο στους νεκρούς κομμουνιστές, όπως τόσοι άλλοι με νηπιακή πολιτική σκέψη. Ίσως πάλι να φταίει ότι δεν κατάλαβε ποτέ το «μου γαμάς τη συζήτηση» του Σπύρου και τη διακριτική γοητεία των κομμουνιστών αυτής της γενιάς, του κόμματός τους και του Φεστιβάλ -όπου λογικά ο ΣΧ θα έχει την τιμητική του. Και αν θέλαμε να παραφράσουμε το «χιουμοράκι» του Πιτσιρίκου, θα λέγαμε:
Σπύρο Χαλβατζή, θα γελούσες αν μπορούσες να το διαβάσεις αυτό το κείμενο. Εν τω μεταξύ, ήσουν η χαρά της ζωής και τώρα διάφοροι πεθαμένοι με μικρόφωνα σε ΜΜΕ μαφιόζων σε μοιρολογάνε και θέλουν να «προστατεύσουν τη μνήμη σου» -ενώ σε ξέσκιζαν όσο ζούσες...
Αλλά μια αναφορά σε τέτοια άτομα μάλλον «γαμά την ανάρτηση» -κι αν δεν ήταν ο απών φέτος Ζάρα δε θα μας απασχολούσε καθόλου. Αλλά το βασικό ζητούμενο είναι άλλο -και πολύ πιο ουσιαστικό. Να γίνουν κανονικά οι βιβλιοπαρουσιάσεις των «Απείθαρχων», για να δούμε αν μπορούν όντως να δακρύσουν οι πέτρες και τα τσιμέντα.
Αντί επιλόγου ένα μικρό απόσπασμα από τους «Απείθαρχους», από τη στρατιωτική θητεία του Σπύρου Χαλβατζή, που δείχνει ότι μόνο ξύλινος δεν ήταν -μάλλον πέτρινος και αλύγιστος.
(...) Την επόμενη μέρα ο Καράγιωργας, ταγματάρχης, διευθυντής του Α2, κάλεσε τους πρώην εξόριστους. Ύστερα από τη σχετική «περιποίηση», δηλαδή έναν άγριο ξυλοδαρμό, για το επεισόδιο της προηγούμενης μέρας κατά την επιθεώρηση, φώναξε με αγριάδα νέες απειλές: «Τώρα, αυτήν τη στιγμή, κάθισε και γράψε ένα γράμμα στη Φωνή της Αλήθειας και να πεις στους κομμουνιστές συντρόφους σου εκεί στο σιδηρούν παραπέτασμα ότι όσο είναι ο Καράγιωργας ταγματάρχης του ελληνικού στρατού, ο κομμουνισμός δε θα επικρατήσει στην Ελλάδα». Και η απάντησή μου: «Κύριε ταγματάρχα, μπορεί ως τότε εσείς να έχετε γίνει υποστράτηγος». «Έξω, κάθαρμα, έξω εγκληματία, κομμουνιστή... πάρτε τον...», ήταν το παραλήρημα του ταγματάρχη του Α2 της Τρίπολης για εκείνη την απάντηση.












