Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός
Μα πάντα δυστυχώς ο παλιός είναι αλλιώς(Χωρίς αιχμές για αναγνώστες της κε του μπλοκ)
Η αισθητική είναι μια μορφή συνείδησης. Η δεκαετία με τις βάτες για κάποιους στέκει στη λάθος πλευρά της αισθητικής. Άρα η νοσταλγία δεν είναι μορφή συνείδησης -τουλάχιστον ριζοσπαστικής, που θα προχωρήσει το προτσές. Ο μπάτσος είναι μπουζούκι, ο Ρίζος είναι διαβήτης -όπως στο διαβητόσφυρο της ΓΛΔ με τα στάχυα. Κι εσύ νοσταλγός της ντίσκο-ποπ και του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, ενάντια στις διδαχές του Λουκιανού (που πήγε όμως και με τη ΔΗΜΑΡ) και του Γιοκαρίνη.
Τα 80’ς είναι μια μορφή αντι-συνείδησης, συναίσθημα, ιδέα που κατακτά τις μάζες και γίνεται υλική δύναμη σε κάθε καρναβάλι, αυθόρμητος διονυσιασμός, λανθάνουσα αγωνιστική διάθεση και ένδοξα κατάλοιπα της Μεταπολίτευσης. Κι αν κάποιοι βαφτίζουν «καλτ» τις εποχές και τις ενοχές τους, για να τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους και το στρατευμένο πολιτικό τραγούδι, είναι σαν αυτούς που φοράνε στους παλιούς επαναστάτες φωτοστέφανο (σαν αγγελούδι, σαν τον Άγιο Στέφανο) για να τους αφαιρέσουν κάθε ζωτικό περιεχόμενο και να τους καταστήσουν ακίνδυνα εικονίσματα.
Αλλά τα «κονίσματα» του Χαρίλαου δεν είναι ποτέ ακίνδυνα -και το 13ο Συνέδριο, που έχει γενέθλια αυτές τις μέρες, δεν ήταν απλή εικονομαχία για τα σύμβολα, άνευ ουσίας. Κι αν γλιτώσει το παιδί, δηλαδή το Κόμμα που μας ανέθρεψε όλους σαν παιδιά του -και ας λένε οι κακές γλώσσες πως τα τρώει- υπάρχει ελπίδα για αλλαγή. Αυτή που επέζησε στο πρωτοσέλιδο του Ρίζου, μετά την υποστολή της σημαίας στο Κρεμλίνο. Αυτή που δεν ήρθε ποτέ γιατί έμεινε στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας (αν και ο Βαξεβάνης ξύνει διαρκώς τον πάτο, για να βρει και παρακάτω) ή στο αποκριάτικο πάρτι της αστικής εν-αλλαγής που ντύθηκε Αλλαγίτσα.
Γιατί η νοσταλγία επαναλαμβάνεται δυο φορές, την πρώτη σαν Αλλαγή, τη δεύτερη ως ελπίδα -και πάντα ως φαρσο-τραγωδία για τους λαούς. Και η ιστορία δεν τελείωσε μαζί με τη δεκαετία του ’80. Αρχίζει εκεί που τελειώνει η νοσταλγία και οι αυταπάτες.
Η κε του μπλοκ «τήρησε τα σύγχρονα έθιμα» και πήγε συνειδητά, χωρίς ενοχές ή αυταπάτες -αν και με άπειρη νοσταλγία- να δει το δίδυμο Ρακιντζή-Χαριτοδιπλωμένου στο «Γυάλινο θέατρο». Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε και να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε. Ο Ρακιντζής βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την επανάσταση, εκτός ίσως από έναν στίχο στον «Άγιο»: να ξέρεις θα επαναστατώ, κάθε φορά που με φωνάζεις μουλωχτό. Κι αν το τραβήξεις από τη χαίτη με τον λασπωτήρα, το «Δικός σου για πάντα» είναι μια υπόμνηση ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε καμία νίκη της επανάστασης δεδομένη, καθώς και μια ωδή στη σοσιαλιστική νοσταλγία:
Μην κλάψεις μόνο και πιες/σε όλες τις ωραίες μας στιγμές
Σε ό,τι είχαμε ζήσει μέχρι χτες/βρίσε με ακόμα αν το θες
(αν-ύπαρκτος σοσιαλισμός, γραφειοκρατική παραμόρφωση κτλ)
Είναι αλήθεια, επίσης, ότι οι στίχοι του «Προκαλείς» (με τη νεαρή Μενεγάκη στο βίντεο,
πριν καν γίνει ξανθιά), θα προκαλούσαν σήμερα
σφοδρές αντιδράσεις, στη λογική του «Me Too» και
δικαίως, καθώς ρίχνουν το φταίξιμο στη μικρή
Ελένη που προκαλεί και στο τέλος θα στριμωχτεί
από φίλο σε καμιά γωνιά, απορώντας. Αλλά αυτό
είναι ένα απλό μάθημα διαλεκτικής, για να κρίνουμε
κάθε δημιουργό σε ένα ιστορικό πλαίσιο, με τα
μέτρα της εποχής του, και να μην παραγνωρίζουμε
έτσι την αξία που έχουν μικρά στιχουργικά αριστουργήματα,
όπως το «ζαλίζεσαι, μεθάς και αρχίζεις χικ και
χικ», που δείχνουν πόσο ακομπλεξάριστος ήταν
ο Μιχάλης και η εποχή του, μαζί με το «σι μπεμόλ
ακόρντο» που έχει στην καρδιά του, αν και φάλτσο (που είναι για τη μουσική το αντίστοιχο της οπορτουνιστικής
παρέκκλισης για το κίνημα) ή την φοβερή ρίμα
με την Ταϊβάν -και εγώ μένω πίσω μόνος σαν χαϊβάν.
Και
ας μην έχουν το «βάθος» του μεταγενέστερου
«θα έρθουν οι Ρώσοι», που δεν αναφέρεται σε περίοδο,
ούτε καν σε κάποια επαναστατική περίοδο -αν
και όταν είσαι ερωτευμένος, πιστεύεις πως όλα
τα τραγούδια έχουν γραφτεί για την αγάπη σου,
και ο έρωτας είναι συνώνυμο της επανάστασης.
Αχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια, μαζικό κίνημα, εποχή των σταδίων, τα στάδια γεμίζαν σε κάθε συναυλία, στρίμωχνες στη γωνιά και καμιά Ελενίτσα, χωρίς φόβο για πολιτική ορθότητα και άλλες μεταμοντερνιές...
Ο Μιχαλάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μια σειρά Μιχαλάκηδες αυτού του κόσμου, που δεν μπαίνουν σε καλούπια και θεωρούνται κορυφαίοι στο είδος τους.
Όπως ο Τζόρνταν, που είναι GOAT (σαν τους Κατσίκηδες του ΠΑΟΚ), ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία του αθλήματος και βασικά με τα μεγαλύτερα συμβόλαια, αν και τότε το μάρκετινγκ δεν ήταν τόσο έξυπνο και εναλλακτικό όσο σήμερα, γιατί «και οι Ρεπουμπλικάνοι του Ρίγκαν αγοράζουν παπούτσια».
Ή ο Μακεγιάσον, αποστάτης του χρώματος, των βασάνων της φυλής του, ακόμα και της ηλικίας του, μοναδικός σόουμαν, χορευτής, τραγουδιστής, απαράμιλλο ταλέντο, αλλά καμία λάμψη δεν μπορεί να σπάσει τα σκοτάδια του και να του δώσει συγχωροχάρτι για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. (Παρόλα αυτά, η πολυαναμενόμενη ταινία για τη ζωή του θα είναι μια ενδιαφέρουσα αφορμή για προβληματισμό και εμβάθυνση στις μυλόπετρες του συστήματος που συνθλίβει τα πιο λαμπρά αστέρια του για το κέρδος, για να καταλήξουν μαύρες τρύπες -ακόμα και με άσπρη, ξέξασπρη επιδερμίδα).
Ή ο Μιχάλης (Μίσκο) Μισούνοφ, κορυφαία καλτ μορφή Σλαβομακεδόνα, που πήρε ειδική άδεια να επαναπατριστεί για να παίξει μπάσκετ στον Άρη (συνώνυμο της δεκαετίας με τις βάτες) σαν γνήσιος Έλληνας, αλλά κουβαλούσε το ψυχικό βάρος της ρετσινιάς του «συμμοριτοπόλεμου» και κατέληξε λωποδύτης σε συμμορίες μαζί με ποινικούς.
Ή ο Μιχαλάκης από τα «Εγκλήματα», που αποδείχτηκε κορυφαίος μπι-μπιπ στην πραγματική ζωή, ως υποψήφιος της ΝΔ -αλλά μας άφησε ως ανάμνηση ένα αξέχαστο πάνελ, με τον Μιθριδάτη του ΣΥΡΙΖΑ στη χειρότερη στιγμή της καριέρας του, και τον Σερίφη που η ζωή το έφερε να μας φέρει τον Νι-Βο στο Φεστιβάλ, αλλά όχι να τον δούμε στο ίδιο πάνελ με τον Μπογδάνο και τον Μπαλάσκα.
Ή ο Μίσα -η κορυφαία μασκότ όλων των εποχών.
Ή ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο σημαδεμένος -αν και αγνοήσαμε όλα τα σημάδια για το ποιόν του-, κορυφαίος αντεπαναστάτης και μοντέλο διαφημίσεων, που κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, σαν χαρτόκουτο της πίτσας Χατ. «Θα μου κλείσεις το σπίτι... (με έχεις κάνει Αρασίτη)», όπως έγραφε μια ψυχή. Και δεν ήταν καν το κοινό μας ευρωπαϊκό, όπως έλεγε ο Γκόρμπι τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ -και ευτυχώς οι λύκοι έμειναν έξω από το δικό μας, του λαού, -που ήταν χτισμένο από άριστα υλικά.
Ή ο Μιχάλης Ρακιντζής. Που έχει το δικό του φαν κλαμπ, που τον ακολουθεί πιστά, πάει με πανό σε συναυλίες, ξέρει απέξω τους στίχους του -καλύτερα από τον ίδιο, που τους μπερδεύει κάποιες φορές και χρειάζεται υποβολέα, ηλεκτρονικό βεβαίως-βεβαίως- και σπεύδει στις εμφανίσεις του, παρέες-παρέες ή κατά μόνας. Λίγα θεάματα είναι πιο σπουδαία από τις μοναχικές υπάρξεις που μπορείς να δεις στις συναυλίες του, μόνες περπατούν και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, αλλά δε χάνουν ποτέ κανένα ραντεβού μαζί του.
Ο Ρακιντζής ανήκει σε εκείνο το σπάνιο είδος που για τους φανατικούς οπαδούς του είναι κορυφαίος -και αυτό δε χωράει συζήτηση. Δεν μπορούν να το υποστηρίξουν σοβαρά -αν αρχίσουν οι συγκρίσεις- έχουν όμως σημαντικά επιχειρήματα για να πιαστούν. Κανείς άλλος δεν έχει δει -ούτε στα όνειρά του- μια συνεργασία με τον Ian Gillan των Deep Purple. Κανείς άλλος δεν έχει γράψει τραγούδι για μια φωνάρα, όπως η Bonnie Tyler. Κανείς άλλος δεν πειραματίστηκε στην εποχή του με τόση (εμπορική) επιτυχία με έθνικ μελωδίες και ηλεκτρονικούς ήχους. Κανείς άλλος δεν έχει κάνει βίντεο-κλιπ σαν το Viva Sahara -με την Μπαζάκα, πριν τα «Πέτρινα Χρόνια».
Λίγοι μπορούν να επιδείξουν μέταλ (ή μεταλλίζοντες) δίσκους, όπως το «Έτσι μ’ αρέσει». Είναι ο μόνος -μαζί με τον Βασίλη- που έχει τέτοια εμβληματική μύτη -αλλά δεν τον εμπόδισε να κάνει καριέρα, έστω και με διαρκώς «συναχωμένη» φωνή. Κι έχει αν μη τι άλλο ένα δικό του μουσικό ιδίωμα και ένα αναγνωρίσιμο στίγμα -που είναι γνώρισμα μεγάλων δημιουργών, ακόμα και όσων δεν είχαν σπουδαία φωνή.
Είναι βασικά, τηρουμένων των αναλογιών, σα να λες ότι η ΛΔ Κορέας οικοδομεί τον σοσιαλισμό. Για τους περισσότερους είναι φανερό πως δεν το κάνει, αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να ανατρέψουν τα επιχειρήματα όσων το υποστηρίζουν σοβαρά.
Το πρόβλημα για τον Ρακιντζή είναι πως
παραμένει εγκλωβισμένος στην (παλιά) επιτυχία
του και σε ψευδαισθήσεις μεγαλείων, τη «Μεγάλη
Ιδέα» που έχει για τον εαυτό του, την εντύπωση
πως είναι στη μουσική πρωτοπορία επί δεκαετίες,
την ανάγκη να αποδείξει πως μπορεί ακόμα να
το κάνει ή βασικά να πειράξει λίγο το υλικό του
για να μην παρουσιάζει συνέχεια τα ίδια και
τα ίδια. Κι επειδή πιστεύει πως δεν υπάρχει «φυσικός
ήχος» -παρά μόνο στη φύση, όπου τα πουλάκια κελαηδούν
και το ποταμάκι κελαρύζει- κάνει κάτι διασκευές
με άθλια χρήση ΤΝ, χωρίς έλεος για το δικό του
έργο και το κοινό που έχει έρθει να τον δει.
Κοίτα
Μιχάλη μου, το χάλι σου...
Σε αντίθεση πχ με τον Χαριτοδιπλωμένο που είχε πλήρη συνείδηση τι ήταν (κάποτε), τι είχε έρθει να ακούσει ο κόσμος και τι χρειαζόταν για να τον ξεσηκώσει. Προλόγιζε με αυτοσαρκασμό τα κομμάτια του, σχεδόν απολογητικά κάποιες φορές (πχ όταν τα έλεγε «χαζοτράγουδα»), αν και ένα από αυτά τα σουξέ παραλίγο να του δώσει το κλειδί της πόλης της Βικτώρια και να τον κάνουν άτυπο (καλλιτεχνικό) πρέσβη για τις Σεϋχέλλες -που κάποιοι λίγοι τις είχαν μάθει από τον Μακάριο και οι περισσότεροι από το τραγούδι της Πωλίνας.
Η τέχνη είναι το «περιττό» που είναι απολύτως αναγκαίο. Δε χρειάζεται για την επιβίωση, αλλά για την επιβεβαίωση της ανθρώπινης ουσίας και το ευ ζην. Κι ο χαβαλές, τα «χαζοτράγουδα» είναι μια υπαρκτή ανάγκη για χαλάρωση, που δεν πρέπει να υποτιμάμε. Κάτι σαν το παιδικό στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς μας. Χωρίς αυτά, σε τι αναμνήσεις θα φέρουμε τα παιδιά μας; Η νοσταλγία είναι κάτι σαν τις ανασκαφές του μέλλοντός μας, ενατένιση της (χαμένης) προοπτικής, αυτού που θα μπορούσαμε να έχουμε και να γίνουμε. Κάτι σαν το Back to the Future, που έγινε ταινία -και ο Μιχάλης το πήρε για τον τίτλο μιας δουλειάς του.
Σε κάθε περίπτωση, ο Χαριτοδιπλωμένος δεν εγκλωβίστηκε στο μεγαλείο του παρελθόντος, γι’ αυτό μπορούσε να το αναπαραστήσει πειστικά. Κι ο κόσμος του φώναζε να μη φύγει από τη σκηνή, ενώ αυτός έλεγε, μεταξύ σοβαρού και επείγοντος, πως χρειαζόταν υπογλώσσια.
Κοίτα Μιχάλη μου, το χάλι μας.
Αυτοί έχουν φτάσει 70 χρονών πλέον και εσύ έχεις καβαλήσει τα 40, αλλά νιώθεις πως έχεις χάσει τουλάχιστον μια δεκαετία και τις μετράς από την αρχή σαν τον Τσάκωνα (δέκα χρόνια μνημόνια, δέκα χρόνια Μητσοτάκης), γυρνάς πίσω στο παρελθόν να αναζητήσεις τον χαμένο χρόνο, του Προυστ και της Ιστορίας που δεν τελείωσε το ’89. Ούτε και η τέχνη, άλλωστε, αν και για αυτό δεν είσαι τόσο σίγουρος. Αδυνατείς ή αρνείσαι να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της μουσικής, σου φαίνονται όλα τα ίδια (όπως κάθε τι που σε αφήνει αδιάφορο), οι καλύτεροί σου στίχοι δεν υπάρχουν, δε γράφεις κανείς «χικ και χικ», δε γράφονται πια τέτοια χαζοτράγουδα.
Θες η παιδική ανεμελιά, που είναι η μόνη μας πατρίδα; Θες τα χρόνια που περνάν και επιχρωματίζουν τη μνήμη με τα πιο φωτεινά χρώματα και εξιδανικεύουν ό,τι χάθηκε; Θες το μίζερο παρόν που δε σου αφήνει καμία διαφυγή, παρά μόνο στο παρελθόν; Θες το Πολυτεχνείο -που έλεγε πάντα ο Σπύρος- και όσα απόνερά του πρόλαβες; Θες τα χρόνια, όπου υπήρχε ακόμα ένα υπόβαθρο, ένα αντίπαλο δέος, και ο χαβαλές έπρεπε να είναι καλά δουλεμένος για να μας διαβρώσει και να μας νικήσει;
Είναι τελικά η νοσταλγία μια μορφή συνείδησης και μάλιστα πολιτικής -και δη ριζοσπαστικής; Όχι. Είναι μια φυγή προς τα πίσω, έμμεση ομολογία πως δεν έχεις ρεαλιστικό σχέδιο για να αλλάξεις τον κόσμο και να τον φέρεις στα μέτρα σου, πριν να σε φέρει εκείνος στα δικά του. Οι νοσταλγοί των παλιών καλών καιρών είναι σχεδόν πάντα παραιτημένοι, σπανίως κάνουν τη νοσταλγία τους δύναμη ανατροπής, για να έχουμε ανατροπή στην ανατροπή, και μια... «σοσιαλιστική παλινόρθωση».
Αλλά η νοσταλγία για τη δεκαετία με τις βάτες είναι μια παρηγοριά, κάτι σαν παυσίπονο, κάτι σαν το παιδικό στάδιο της ανθρωπότητας -ασφαλώς πρέπει να το υπερβούμε, αλλά πώς γίνεται να μην το δεις με τρυφερότητα;
Τα χρόνια του ’80 είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, μισό χαμόγελο σε μια απέραντη κοιλάδα των δακρύων, ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος. Τα 80’ς είναι το όπιο του λαού. Και η αλήθεια είναι στην επαναστατική αλλαγή του κόσμου και τον μαρξισμό. Γκε-γκε;
Και αν η πρώτη απόπειρα έσπασε τον πάγο και έδειξε τον δρόμο, αλλά δεν έφτασε ως το τέλος, θα επιστρέψουμε λέγοντας: «με θυμάσαι, ρε αστέ;», με σκληρό ύφος, ατσάλινου καριόλη. Γιατί έχουμε «δικαίωμα για μία συν μία», όπως τραγουδούσε ο Μιχαλάκης -και ας μην καταλαβαίνουν οι νεότερες γενιές τα μπασκετικά συμφραζόμενα. Δε βγαίνουν πια τέτοιοι στίχοι...


















