Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Οι νύχτες του φωτός, τα ρω του Φεστιβάλ - Venga jaleo!

Την τρίτη νύχτα κατά τας γραφάς, φεγγαρόλουστη και φεστιβαλική, ο Απολίθωμας έγινε για τις ανάγκες του κειμένου κε του μπλοκ των δύο λιμνών και τεσσάρων σκηνών, που είναι στημένες περιμετρικά σαν ανισόμετρος ρόμβος, που θυμίζει καρό της τράπουλας και τα «ρω του Φεστιβάλ», που είναι έρωτας. Venga jaleo, jaleo, που θα έλεγε και η μπάντα της νεολαίας -la banda de la juventud- από την Ισπανία. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο ηχηρό, από ένα ισπανικό ρο, όπως θα μας βεβαίωναν οι σφοι από τις Κολεκτίβες και οι Μπόνεϊ Εμ: Ρα-Ρα-Ράσπουτιν -στην εκτέλεση με τον Καλογερόπουλο.


🔶Άσσος καρό

Πριν ξεκινήσουμε την περιήγηση, ένα λεπτό σιγής για τους γονείς που έπεσαν αμαχητί αλλά ηρωικά στον στίβο μάχης στον παιδότοπο, δεν ξεκόλλησαν ποτέ από εκεί και δεν είδαν τίποτα από το υπόλοιπο Φεστιβάλ. Δεν τους δίνω λόγια παρηγοριά, τουλάχιστον όμως τα παιδιά τους παίρνουν σωστές βάσεις, μαθαίνοντας εξ απαλών ονύχων για τις ιστορικές νομοτέλειες και για την πηγάδα.


🔶Δύο καρό

Ο Παπαζώ τραγούδησε με τον πατέρα του, η Νατάσσα την άλλη μέρα ανέβασε στη σκηνή τον δικό της -που δε μετρά είκοσι χρόνια στο τραγούδι, αλλά 52 Φεστιβάλ! Η κόρη του Πασχαλίδη τραγούδησε με τον πατέρα της αλλά ήταν και στη μαθητική, όπου είχαμε δει και την κόρη του Κατσιμίχα. Μόνο ο Αλέκος δεν πήρε μικρόφωνο τελικά. Νεποτισμός στη χώρα των Κ(ν)ιμ...

🔶Τρία καρό

Το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είχε πολλές, καλές εκπτώσεις -ποτέ όμως πολιτικές-ιδεολογικές. Ίσως γιατί είναι τέλος σεζόν και «μια εποχή τελειώνει» όπως τραγουδά προφητικά η Νατάσσα για τον κόσμο της εκμετάλλευσης. Έρχονται οι μέρες του φωτός ή μάλλον οι νύχτες, εφόσον μιλάμε για το Φεστιβάλ που κάνει τα σκοτάδια λάμψη.


Ακόμα και στη Διεθνούπολη έπεσαν οι τιμές τις τελευταίες μέρες, από όσους σφους δεν είχαν ξεπουλήσει και ήθελαν να αδειάσει η βαλίτσα τους για το ταξίδι της επιστροφής. Περίπου όπως στους πάγκους της Λαϊκής, αλλά χωρίς το ρυθμικό τραγούδι των πραματευτάδων, που ήταν οι πρόγονοι των σημερινών ράπερ.

Doce euros! Doce euros! Πάρε-πάρε, δώσε-δώσε, δόσε έουρος.

🔶Τέσσερα καρό

Η εκδήλωση για τα 90χρονα από τον ισπανικό εμφύλιο ήταν υποκειμενικά η πιο ενδιαφέρουσα, αλλά έχει πολύ ψωμί για να την ξεπετάξω σε μια παράγραφο. Κρατάω απλώς ότι η Σύγχρονη Εποχή ετοιμάζει μια έκδοση για τον (ή του) Λίστερ (τον αξιωματικό του θρυλικού 5ου Συντάγματος -Venga jaleo). Την υποψία ότι ο Σκολαρίκος μαθαίνει ισπανικά για να πάει δανεικός στο Τμήμα Ιστορίας του PCTE και να γράψει την ιστορία του ισπανικού εμφυλίου -αφού οι μικρές δυνάμεις των Ισπανών δεν αρκούν για κάτι τέτοιο. Και την... εξωτική μετάφραση τοπωνυμίων και όρων από τον ομιλητή, πχ: Καταλανία (sic), Αστουρία (ξαναsic) και γκαζολίνη -αντί για βενζίνη.
Me gusta la gasolina, dame mas gasolina... Παίξτε Μπάουι, ρε!

Α, ναι. Και την μπάντα της νεολαίας που ξεσηκώνει τα πλήθη και στο τέλος φώναζαν όλοι μαζί για κάνα δίλεπτο -el pueblo unido jamás será vencido. Βένγκα χαλέο, λέμε...


🔶Πέντε καρό

Την ίδια στιγμή στη Σύγχρονη Εποχή, ο Ξεκαλάκης παρουσίαζε τους «Απείθαρχους» του Σπύρου Χαλβατζή. Κι είπε μεταξύ άλλων για αυτούς που παινεύουν κάποιους νεκρούς για να θάψουν τους ζωντανούς συντρόφους τους και το ΚΚΕ. Το «παρών» έδωσαν οι δυο γιοι του Σπύρου, πολλοί σύντροφοι της γενιάς του και δεκάδες βουρκωμένα μάτια. Κάποιοι ίσως ήθελαν να μοιραστούν κάποιο βίωμα και τη συγκίνησή τους σαν αποχαιρετισμό, ο Αλέκος κρατούσε πυρετωδώς σημειώσεις και... τελικά ο χρόνος πίεζε, παρεμβάσεις δεν έγιναν και η συνέχεια ίσως δοθεί σε επόμενη παρουσίαση που θα οργανωθεί καλύτερα.

🔶Έξι καρό

Λίγο αργότερα ξεκινούσε στο Στέκι Πολιτισμού η συζήτηση για τη λογοκρισία στις τέχνες, αλλά ήταν πρακτικά αδύνατον να δει κανείς όλες τις εκδηλώσεις. Έχασα την τοποθέτηση του Μπουρνάζου, που δεν είναι δικός μας αλλά έχει γράψει ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο για τον αριστερόστροφο πολιτιστικό αντικομμουνισμό (πληρωμένο και βασικά αμερικανικής αλά CIA έμπνευσης), όπως είπε στο κλείσιμο ο Παρασκευόπουλος από τον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο. Πρόλαβα όμως την παρέμβαση του Μεϊμάρη, που έκανε μια ενδεικτική αναφορά σε πολυάριθμα περιστατικά λογοκρισίας (πέρα από την έμμεση αυτο-λογοκρισία του καλλιτέχνη, για να μην αποκλειστεί από τα κυκλώματα): από τη φυλάκιση του Πάμπλο Χασέλ που έθιξε τους Βουρβώνους και την απόλυση του Ρούπου από την Πίτσα Φαν, μέχρι τις «κακές» λέξεις - εικόνες, που κάνουν «τζιζ» για το YouTube και την μπάντα που στοχοποιήθηκε στη Φλώρινα για τα μακεδονίτικα τραγούδια που είχε στο ρεπερτόριό της.
Πολλά από αυτά τα έχουν βιώσει από πρώτο χέρι οι Κοινοί Θνητοί, με τον Αντώνη να λέει σκωπτικά:

Μένει μόνο να μας κλείσουν φυλακή και να μάθουμε σλάβικα!

🔶Επτά καρό

Που είναι μια πολύ καλή πάσα για να πάμε στην πολυεθνική σύνθεση του ΔΣΕ και τα γραπτά τεκμήρια - υλικά από έντυπα, αφίσες και προκηρύξεις που απευθύνοντας σε μαχητές (της Μακεδονίας και της Θράκης) του ΔΣΕ στη γλώσσα τους. Και δεν είναι κακό να τις λέμε με το όνομά τους αυτές τις γλώσσες -ή τις εθνικότητες-, όπως θαρραλέα κάναμε τότε: τα σύκα σμακβί και τη σκάφη-σκάφη.




🔶Οκτώ καρό

Η έκθεση για τον ΔΣΕ ήταν ταξίδι στον χρόνο και σε μια αληθινή εποποιία. Μια απλή ματιά στα ταμπλό, φτάνει για να αγγίξεις ψηλαφιστά ένα μεγαλείο που δύσκολα περιγράφεται με λόγια και να αναρωτηθείς αν η άλλη πλευρά (πολιτικά ή κοινωνικά μιλώντας) έχει να αντιπαρατάξει έστω ένα παράδειγμα αντίστοιχης αυτοθυσίας και γενναιότητας. 



Υπήρχαν και οργανωμένες ξεναγήσεις με εξειδικευμένους σφους, που εξηγούσαν τη σημασία του αγώνα του ΔΣΕ (ο μόνος αντίστοιχος αγώνας διεθνώς ήταν των Κινέζων κομμουνιστών, η Ελλάδα ήταν όμως σε πολύ κομβικό σημείο για να την αφήσουν στην τύχη της) και η τελική κατακλείδα ότι την άλλη φορά θα το ξανακάνουμε καλύτερα. Θα τα ξαναπούμε -ΔΣΕ, που έλεγε και το σύνθημα σε έναν τοίχο...

🔶Εννιά καρό

Ναι αλλά για τον Μαζωνάκη δεν είπατε τίποτα.
Ούτε για τον Σούλη Μαρκόπουλο, μπορώ να σου πω. (Και ούτε καν για τον Χαλβατζή έγινε ειδική μνεία από την οργάνωση, αν δεν κάνω λάθος, πέραν της παρουσίασης του βιβλίου του). 

Είπε όμως η Πέγκυ Ζήνα, κάνοντας μια όμορφη και συγκινητικά αφιέρωση στον συνάδελφό της. Και αν ήσουν παρατηρητικός, καθώς περνούσες από τους «παρακομματικούς» πάγκους -που δεν ήταν της οργάνωσης, αλλά βρίσκονταν εντός του πάρκου-, θα έβλεπες δίπλα στις κούπες του Σήφη και του Βλαδίμηρου, μερικές με τη μορφή του Μαζώ. Γιατί μόνο αυτός ο πλανόδιος κατάλαβε το Gucci φόρεμα και το ταξικό του νόημα -σε αντίθεση με τον Περισσό, όπως μας είχε ενημερώσει ο Πιτσιρίκος.

🔶Δέκα καρό

Εν τω μεταξύ, ο συνεργάτης του Πιτσιρίκου έγραψε δημόσια ότι ο λόγος που δεν ήρθε φέτος, είναι γιατί δεν προσκλήθηκε. Στη θεωρία το έκανε, για να απαντήσει στα τρολ και τις μουσμουλιές-θεωρίες συνωμοσίας που του γράφουν σε δεκάδες μέιλ, στην πράξη όμως μάλλον τους έδωσε περισσότερη τροφή. Κι άλλοι βαμμένοι καλλιτέχνες έλειψαν κάποια χρονιά (για αγρανάπαυση ή όποιον άλλο λόγο), από τον Τσολιά και τον Θαλασσινό ως τους Υπεραστικούς. Αλλά δεν έγινε ζήτημα, ούτε επέλεξαν να το κάνουν οι ίδιοι. Αυτή είναι η διαφορά -φίλε Ζάρα.

🔶Βαλές Καρό

Είχα ακούσει πολλά για τον (αλλά όχι πολλά από τον) Κωνσταντίνο Βήτα. Το ίδιο και πολλοί άλλοι σφοι που μαζεύτηκαν από νωρίς, δημιουργώντας ένα κλίμα προσμονής, γεμάτο προσδοκίες. Τις οποίες τις έκοψε σαν βαλές ο καλλιτέχνης, μιλώντας με τα κομμάτια του, που ήταν -στην αρχή τουλάχιστον- κάπως υποτονικά και ελάχιστα συναυλιακά. 

Πολύ κακό για το τίποτα. Κι αν έφτιαχνα με τη στερνή μου γνώση το πρόγραμμα, θα σημάδευα μάλλον τα «Καλογεράκια» -που το ένα φορούσε φούτερ στα χρώματα της Παλαιστίνης και στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

🔶Ντάμα Καρό

Στον ρόλο της ντάμας η επιστήμη -και πιο ειδικά η δημοσιογραφία. Όταν συναντάς παλιούς συμφοιτητές, μοιραία θυμάσαι την υπαρξιακή τους/σας αγωνία. Αν σπουδάζουμε κάποια επιστήμη (της προπαγάνδας έστω) ή ένα παρα-επιστημονικό αντικείμενο, με απλές τεχνικές και διεπιστημονικές αναφορές για άλλοθι, που σου δίνει την ευκαιρία να γίνεις (ανθυπο)διάσημος.


Πλέον τρέφω την υποψία - βεβαιότητα ότι οι Μετεωρολόγοι είναι το ευθέως αντίστοιχο των δημοσιογράφων. Δίνουν τυχαίες προβλέψεις, που κινούνται μεταξύ αστρολογίας και προγνωστικών για το στοίχημα, αλλά πατάνε σε επιστημονικά δεδομένα. Κι ενώ όλοι οι οπαδοί της Αννούλας (του χιονιά και της βροχής) ρωτούσαν με αγωνία αν θα βρέχει το Σάββατο στο ΟΑΚΑ, στα σχόλια έμπαιναν σύντροφοι και φίλοι, και ζητούσαν αντίστοιχες προβλέψεις και για το Ίλιον (της εργατιάς βασίλειο). Αυτό θα πει παρέμβαση παντού, ακόμα και στις αντικαπνιστικές λέσχες -όπως έλεγε ο Βλαδίμηρος- ή τα μετεωρολογικά δελτία, όπως θα πρόσθετε στην εποχή μας.

🔶Ρήγας Καρό

Ο Πασχαλίδης στην Κεντρική Σκηνή αφιέρωσε το «Αγύριστο Κεφάλι» στη μνήμη του Χαλβατζή. (Και είναι κρίμα που δεν αφιέρωσε ποτέ σε κάποιον τις «Πεθαμένες Καλησπέρες», που γράφτηκαν στον απόηχο της διάσπασης του ’91). Στο τέλος είπε ότι είχε φαρυγγίτιδα και αν ήταν άλλη συναυλία δε θα ερχόταν, αυτήν όμως δε θα την έχανε με τίποτα. Το Φεστιβάλ άλλωστε το φτιάχνουν-στήνουν σύντροφοι που σφίγγουν τα δόντια για να παίξουν, πονάνε την ομάδα και ματώνουν τη φανέλα. 

Ήταν τέτοια όμως η κακοδαιμονία-περονόσπορος με τους φετινούς συντελεστές στην Κεντρική, που φοβόσουν τι άλλο θα γίνει ως το τέλος. Λες να βρέξει και να φάει πχ η Νατάσσα μια άγαρμπη γλίστρα, έτσι που χοροπηδά με πάθος;


🔶Τζόκερ κανονικά δεν έχουμε άλλον-γιατί κάθε τράπουλα έχει δύο. Θα μπορούσε πάντως να είναι το φεγγάρι, που προμήνυε μια πολλά υποσχόμενη πανσέληνο και έναν αγώνα διαρκείας ενάντια στους λυκανθρώπους και τη λυκοσυμμαχία τους.
Αυτα όμως στο επόμενο και τελευταίο μέρος της φεστιβαλικής τετραλογίας.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Νοσταλγός του Φεστιβάλ

Επανασύνδεση με τα προηγούμενα.

Εγώ το Τρί-το Τρίτση δε φοβάμαι/είναι και αυτή μια ελληνική γωνιά
Τα μαύρα τα μαλλιά και αν αραιώνουν/δε μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά.

Μόνο τα πρώτα κρύα του Σεπτέμβρη, που τα αντιμετωπίζεις με δέος σα να διασχίζεις τη Νιάλα, φορώντας το ζεστό, αντάρτικο φούτερ του ΔΣΕ (από τις πιο έξυπνες «εμπορικές» ιδέες στα φεστιβαλικά χρονικά).

Ούτε η βαρυχειμωνιά, ούτε το μουσικό σαρδάμ της Φριτζήλα(ς) για το ΕΑΜ, που έχει την ΕΠΟΝ και την ΕΛΑΣ -όπως μου το μετέφερε σφος αναγνώστης που ήταν αυτήκοος μάρτυρας.

Μόνο λιγάκι οι μικρές ώρες (μετά τα μεσάνυχτα) τις καθημερινές. Κι άντε να πείσεις το παιδί σου (ή τον έφηβο μέσα σου) πως αύριο έχετε σχολείο και δε γίνεται να μείνετε σε όλη τη συναυλία των ΚΘ και πως θα τους δείτε σίγουρα και στο «Καρέζη» και στο τέλος αρχίζεις να τα τραβάς από το χέρι -γιατί μεγαλώνοντας οι ρόλοι αντιστρέφονται διαλεκτικά. Και όσοι άντεξαν, τα κατάφεραν με το σπαθί τους, που θα είναι το χρώμα της δεύτερης ημέρας.

♣Άσσος σπαθί

Είναι πιο νόστιμο από χτες/πέρσι το χατσαπούρι ή έχω καιρό να φάω;

Οι Σκύθες σύντροφοι έχουν όλες τις απαντήσεις. Και τη μυστική συνταγή που περνάει από δρυΐδη σε γραμματέα. Και ένα εκπληκτικό μοντέλο συλλογικής δουλειάς με το κομμάτι και τεϊλορικού καταμερισμού, όπου θα μπορούσε να πατήσει η λενινιστική ανάλυση για το κόμμα και τα συνεργεία νέου τύπου. Καθώς και την απάντηση στο αρχέγονο τσερνισεφσκικό ερώτημα: «Τι να κάνουμε». Χατσαπούρι, τη σούπα με τα μανιτάρια και επανάσταση. Όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά.

Στον σοσιαλισμό οι ουρές θα αποκτήσουν άλλο περιεχόμενο

Μοναδικό ψεγάδι αυτής της κόκκινης κολεκτίβας οι μεγάλες ουρές. Εκτός και αν θες μόνο πιροσκί, οπότε περνάς μπροστά απ’ όλους, που σε κοιτάν με ζήλια και δυσπιστία -μήπως είχες κάναν γνωστό στην ΚΕ- και διατρανώνουν τη θέλησή τους να παλέψουν για μια δίκαια κοινωνία, χωρίς ουρές, ελλείψες και διακρίσεις χατσαπουριού και πιροσκί (που θα είναι μια δευτερεύουσα μη ανταγωνιστική αντίθεση στο προτσές της οικοδόμησης).

♣Δύο σπαθί

Αυτά που ακούς περιμένοντας στην ουρά -πολιτικά πηγαδάκια και ανέκδοτα για τις χώρες του καπιταλισμού.

Αυτό έτρωγε ο Στάλιν! - Συνέντευξη με τη σφισσα από τη Γεωργία, που βρίσκεται πίσω από το «φαινόμενο χατσαπούρι», με βιωματικές αναφορές στην υπεροχή του σοσιαλισμού.

50 συνταγές του Άκη Πετρετζίκη, με αγαπημένα εδέσματα από τη χώρα των Σοβιέτ.

Και ακόμα: αφιέρωμα στα φεστιβαλικά μπλουζάκια που θα φορεθούν πολύ φέτος.

Συνέντευξη Άννας Βίσση: θα ερχόμουν στο Φεστιβάλ αλλά δε με κάλεσαν (ούτε εμένα).

Νατάσσα Μποφίλιου: με το φυσικό αέριο ξένοιασα και έχω ζεστό νερό όλη τη μέρα.

Και πολλά άλλα πλούσια θέματα (ή θέματα για πλούσιους), που θα έπιανε μια Commun-Lifo ή μια Worker’s Voice -και όχι, δεν ήταν τέτοια η Κατιούσα. Αλλά για τα αστικά ΜΜΕ πέρα βρέχει και μακάρι να βρέξει πέρα και σήμερα -ή να κάνει η Αννούλα τα μαγικά της.


Ευτυχώς υπάρχει το όργανο και οι ανταποκρίσεις του, πχ από τις εντυπώσεις του κοινού από τις φωτογραφίες με τους 200 και τον μικρό που απαντά για αυτό που του έμεινε: «Είχαν ανοιχτά τα μάτια τους». Φοβερή απάντηση. Και ας μην ξέρει -ίσως- ακόμα τον στίχο «άλλο ο ανοιχτομάτης και άλλο ο αυγουλομάτης»...

♣Τρία σπαθί

Το βασικό είναι να υπάρχει χώρος -και αν όχι να τον δημιουργήσεις. Να μη φας πολύ το μεσημέρι. να αφήσεις λίγο χώρο για χατσαπούρι. Και αν δεν έχεις φάει, να δοκιμάσεις μια νέα γεύση, μη γίνεσαι χατσι-πουριτανός (ένα κακό λογοπαίγνιο τη μέρα, τη βροχή την κάνει πέρα). Και λίγο χώρο για τα πιροσκί (με τυρί και πατάτα). Και λίγο χώρο για τους ταξικούς λουκουμάδες της ΚΝΕ (προσοχή στις απομιμήσεις). Και λίγο χώρο για το χοτ-ντογκ, που είναι η καινοτομία του φετινού Φεστιβάλ (αν και στις αμερικανιές δεν είμαστε τόσο καλοί, όπως στις σοβιετιές). Ναι αλλά για τα μαφίν δε λέτε τίποτα (δύο κακά λογοπαίγνια την ημέρα...). Και λίγο χώρο για φαλάφελ και λαχματζούν από τους Παλαιστίνιους. Και λίγο ακόμα για τα πιτάκια και τα σιροπιαστά από τον άλλο παλαιστινιακό πάγκο. Και λίγο χώρο για το σάντουιτς της ΚΝΕ, το λουκάνικο, το κεμπάπ. Ε, δε γίνεται να μη δοκιμάσεις και από τα σουβλάκια -σα να μην ήρθες στο Φεστιβάλ θα είναι. Και λίγο χώρο για μια-δυο (3-4) ακόμα τρύπες στη ζώνη σου. Λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι.

♣Τέσσερα σπαθί

Τα μάτια σου με καίνε και γράφτηκε στην ΚΕ-ΝΕ! όπως έλεγε ο ιταλός συναγωνιστής την οργάνωση, στη συζήτηση που θα μπορούσε να έχει τίτλο «κάθε λιμάνι και καημός - κάθε λιμάνι και απεργία»! Ωραία στιγμή το διεθνιστικό πανό στο τέλος, που έγινε viral. Μα πάνω απ’ όλα σπουδαία υπόθεση να οργανώνεις μια παγκόσμια απεργία, σε δεκάδες χώρες και λιμάνια, όλων των ηπείρων. Σα γενική πρόβα από τον γενικό συντονισμό του μέλλοντός μας και τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες στον πλανήτη μας (εν αναμονή ποσαδιστικών ενισχύσεων).

♣Πέντε σπαθί

Οι βραβεύσεις στους ταπεινούς (πρωτ)εργάτες του Φεστιβάλ, την ψυχή που δίνει σάρκα και οστά στον θεσμό, ήταν ξεχωριστή περίσταση και ας έλειπαν οι μεγάλοι ρήτορες -αφού οι σφοι προτιμούν να μιλάνε με τις πράξεις τους. Είχε όμως συγκινητικές αναφορές σε συντρόφους - στυλοβάτες που έφυγαν πρόωρα, αλλά είχαν ως σύνθημα «το φεστιβάλ θα στηθεί, που να σκάσει ο διάολος». Διεθνιστική νότα, με τη βράβευση ενός ξυλουργού αλβανικής καταγωγής (και δεν ξέρω αν ξέρεις, σφε αναγνώστη, πως στα ισπανικά ο οικοδόμος λέγεται albañil). Και ωραίες ιστορίες απ’ την κρύπτη του παρελθόντος, με την Εύα Μελά να μας λέει για τον Προκόπη τον αρουραίο, που ήταν συνεπής και έγινε ένας από εμάς. Η αμήχανη στιγμή που διαπιστώνεις πως ο Προκόπης ήταν πιο συνεπής από άλλους προκομμένους, που εγκατέλειψαν το σκάφος νομίζοντας πως βουλιάζει και ναυάγησαν μόνοι τους. Και τι μας φταίει ο Προκόπης και τα ξαδελφάκια του, για να τους πούμε «ποντίκια»;

♣Έξι σπαθί

Η εκδήλωση στον χώρο των στρατιωτικών είχε πολύ κόσμο, τον χαιρετισμό του ΓΓ και στρωμένα τραπέζια με σουβλάκια και κρασί -σαν «βραδιά οπλίτη». Κι αν οι επιτελείς του αστικού κράτους σκάνε να βρουν τον κόκκινο δάχτυλο που κάνει δουλειά στο στράτευμα και τους αξιωματικούς -που εκδηλώνονται ανοιχτά όταν αποστρατεύονται- η κε του μπλοκ ψάχνει να βρει τον εαακίτικο δάχτυλο που κρύβεται πίσω από το αρκτικόλεξο του ΣΥΣΜΟΣ -που συσπειρώνει στρατιωτικούς και συγγενείς.


♣Επτά σπαθί

Ο Μαλιάτσης έχει χιούμορ για πεντάχρονα (τύπου «γαμιούνται οι αριστερόχειρες») -ούτε καν για «Κόκκινο Αερόστατο», πόσο μάλλον για Κνίτες. Έχει δίκιο όμως όταν λέει για τους επαγγελματίες κουφούς, που δε σε ακούν από άποψη (σου φωνάζω μα εσύ δε μου μιλάς). Άραγε να υπάρχει το αντίστοιχο ρήμα, όπως το «εθελοτυφλώ»; Ή πρέπει να βγει ένας λεξιπλάστης σαν τον Ζαχαριάδη να το καθιερώσει;

Γεια σας, έχετε ένα 4ήμερο να σας μιλήσουμε για την πολιτική του ΚΚΕ;

♣Οκτώ σπαθί

Η πολύωρη επίδειξη πυγμαχίας στο αθλητικό στέκι είχε ρετρό απόχρωση μόνο για όσους αγνοούν ότι έχει ξανάρθει στη μόδα. Κι εσύ αναρωτιέσαι πόσοι από τους μικρούς να ξέρουν τον Τεόφιλο Στίβενσον, την κουβανική παράδοση και πότε επιτέλους θα κάνουμε μια αναπαράσταση (αλά Τεό) με το σωστό τέλος στον αγώνα του Ντράγκο με τον Ρόκι (IV). I must break you -στον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας.


♣Εννιά σπαθί

Το ΚΚΕ πάντως ακούει τι λέει ο κόσμος και φέτος μοίραζε και ερωτηματολόγιο με «6+1 ερωτήσεις για τη ζωή που έχουμε και τη ζωή που θέλουμε», που ήταν βασικά μια έμμεση κάρτα γνωριμίας για ενήλικους επισκέπτες. Ξεκινούσε με αθώες ερωτήσεις για την ακρίβεια, κλιμάκωνε με τους νατοϊκούς εξοπλισμούς και κορύφωνε σαν εταιρεία δημοσκόπησης με το (προλεκάλτ αποχρώσεων) ερώτημα: «ποια φράση είναι πιο κοντά σε αυτό που σκέφτεσαι».

Α. Χρειάζεται αλλαγή κυβέρνησης άμεσα.
Β. Χρειάζεται να αλλάξει συνολικά ποιος έχει τα κλειδιά της οικονομίας και την εξουσία στα χέρια του.
Γ. Δεν ξέρω αν υπάρχει εναλλακτική.
Δ. Θέλω να μάθω περισσότερα για την πρόταση του ΚΚΕ.

Και όπως θα έλεγε ένας σφος, με πείρα από εξετάσεις για δίπλωμα, το σωστό είναι πάντα η μεγαλύτερη απάντηση -δηλαδή το Β.


Το καλύτερο όμως ήταν αυτό το «+1» στο τέλος. Τι θα ήθελες να ρωτήσεις εσύ το ΚΚΕ;

Εε... Χμμ... Πότε θα ωριμάσουν οι συνθήκες; Πότε θα βγει ο νέος τόμος του Δοκιμίου; Πότε θα αποκατασταθεί ο Κάππος; Μου δίνετε μια-δυο αναρτήσεις καιρό να το σκεφτώ, γιατί με πιάσατε εξαπίνης; (Σου δίνουμε. Επόμενη ερώτηση).

♣Δέκα σπαθί

Ο Γκαλεάνο έλεγε πως ζει σαν ζητιάνος του ποδοσφαίρου, που εκλιπαρεί για λίγο καλό θέαμα και μια περίτεχνη ενέργεια. Κι εσύ νιώθεις ζητιάνος του Φεστιβάλ, για λίγο ηλεκτρικό ήχο και κάποιες γνώριμες νότες του μακρινού παρελθόντος, που δεν κατάλαβες πότε πέρασε.

Δεν περίμενες πως θα δεις ξανά τον Λάκη -έστω μαζί με τον Φάμελλο, που συγκινεί λιγότερο κόσμο και από τον αδελφό του. Ποτέ δεν περίμενες να συγκινηθείς τόσο με τη «Σταρ του Σινεμά». Νιώθεις ευλογία που πρόλαβε να βγει πριν φάει cancel, μαζί την Ευλαμπία και τον Γιοκαρίνη -που είπε στο τέλος: «λευτεριά απ’ τους καριόληδες». Και όταν πέφτουν οι πρώτες νότες από τον «Νοσταλγό του Ροκ εν Ρολ», γυρνάς στα Φεστιβάλ της νιότης σου, ένα τέταρτο του αιώνα πίσω, σε αθώες εποχές, όταν δεν υπήρχε ΣΥΡΙΖΑ (ούτε τώρα υπάρχει), δεν υπήρχε ακόμα φράξια, ούτε πολιτική ορθότητα. Δεν ήταν «ευτυχισμένα χρόνια», ούτε καν καλύτερα, αλλά είχες περισσότερες επιλογές και δεν ένιωθες καλλιτεχνικό απολίθωμα -μόνο πολιτικό λιγάκι. Τώρα οι καλύτεροί σου στίχοι-ήχοι δεν υπάρχουν, οι καλλιτέχνες που σου άρεσαν δε ζουν ή δεν μπορούν να έρθουν -ή βγάζουν όλοι μαζί μια ώρα πρόγραμμα με το ζόρι. Και μπορεί βασικά να είσαι νοσταλγός του μέλλοντός μας ή και του Φεστιβάλ, πριν καν τελειώσει, αλλά θες να πας στον υπεύθυνο σφο του καλλιτεχνικού προγράμματος, να του απλώσεις χέρι και να του πεις παρακαλετά.

Φιλαράκι, μήπως έχεις μια ροκ συναυλία, για να βγάλω το τετραήμερο;

♣Υγ:

-Τι κάνουμε;
Να εδώ, νοσταλγούμε τα νιάτα μας, τότε που δεν υπήρχε φράξ...
-Όχι, στο μπάσκετ τι κάνουμε.
Α, ναι. Κερδίζετε είκοσι πόντους.
-Εμείς; Και οι άλλοι;
Το ίδιο είναι. Ο αθλητισμός ενώνει -είναι σαν το Φεστιβάλ.

♣Βαλές σπαθί

Ο Μαραβέγιας είχε λιγότερο κόσμο και από τον αντιφασιστικό Τροχό της Τύχης στη μαθητική σκηνή και δεν είμαι σίγουρος ότι έχει βαθύ περιεχόμενο, αλλά δίνει πάντα περιεχόμενο, ακόμα και αν είσαι περαστικός. Βλέπει στο κοινό μια κοπέλα να φορά μπλουζάκι «η Τζαμάικα των Βαλκανίων», ρωτά να μάθει τι είναι, του εξηγούν (δίσκος, Σφαλμάνης-Ραϊμπό κτλ) και αυτός δεν έχει πιάσει ούτε λίγο το νόημα και την ειρωνεία, αλλά χαίρεται γιατί και η δική του μπάντα είναι κάτι σαν «Τζαμάικα των Βαλκανίων» και αρχίζει να τραγουδά κάτι ελαφροχαρούμενο.

Όνειρο ζωής στο επόμενο Φεστιβάλ μια συνεργασία επί σκηνής Σφαλμάνη και Raibo με την μπάντα του Μαραβέγια και τι στον κόσμο. Θα καεί το πελεκούδι!

Μα αν κάψουμε πολύ αυτόν τον πλούτο των δασών
θα χάσουμε όλο το τουριστικό μας προϊόν
Οπότε ας τα καίμε... με μια προσοχή
η Τζαμάικα των Βαλκανίων πρέπει να ’χει και εξοχή

Και στο καπάκι

Φοβάμαι στα ανοιχτά με τα καμένα μου φτερά
Φανάρια στο πορτοκαλί...

Κόκκινο γκλίτερ από έναν κατακόκκινο καλλιτέχνη...

♣Ντάμα σπαθί

Είχε φανταστεί ποτέ στη ζωή του να παίζει για τόσο κόσμο ο Κότσιρας; Περίμενες να δεις τα χάλκινα να παίζουν τραγούδια στη (γνωστή) γλώσσα τους; Και ότι θα έβλεπες εδώ εκείνον τον σαχλό Γιου-Τιούμπερ (αυτός δεν ήταν;) που πάει σε γυράδικα; Γιατί, περίμενες να δεις ποτέ εδώ τη Νικολακοπούλου;

Δυνατά-δυνατά, γίνανε όλα δυνατά στο Φεστιβάλ!

Ούτε τον Κωνσταντίνο Βήτα περίμενα να δω ποτέ σε Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αλλά αυτό είναι γέφυρα για την επόμενη μέρα-χρώμα.

♣Ρήγας σπαθί

Στις Τρεις Γέφυρες, τέρμα Λιοσίων, η ΕΛ.ΑΣ. (όχι του Αλέξη) είχε στήσει κλασικά άτυπο μπλόκο στη στάση των λεωφορείων, με τους μπάτσους-πορτιέρηδες να επιβιβάζονται, να κόβουν φάτσες και να δίνουν έγκριση στον οδηγό να συνεχίσει (ή και όχι). Χωρίς πολιτικά, κουκούλες και λοιπά προσχήματα (α ναι, έχουν τέτοιο την παραβατικότητα στα δυτικά). Κρίμα μόνο που δεν είχα πάρει -να τους χαρίσω- το μπλουζάκι από τους Παραγουανούς, που ρωτούσε σοβαρά.

Σε έχει βοηθήσει ποτέ η αστυνομία;


Μπαλαντέρ

Σε ρόλο Τζόκερ-γελωτοποιού θα βάλω το διχασμένο μου εγώ, που σκέφτεται με όρους μιμιδίων.

Εγώ: Βγάλε λεφτά, να έχουμε μετρητά για σουβλάκια και τη Διεθνούπολη.
Πάλι εγώ: άσε μη βγάζεις, γιατί θα τα φάμε όλα και θα μείνουμε ταπί πάλι.

-.-.-

Ηθικό δίδαγμα: προσοχή τα σπαθιά σας, γιατί μικραίνουν -είτε είναι μπαλόνια, είτε όχι.

Υστερόγραφο φεστιβαλικό -και ας μην είναι δικό μας, παρά μόνο με τη λίγο πιο ευρεία έννοια. Έξι μήνες μετά...

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Η ώρα εκείνη δε θα αργήσει

52 Φεστιβάλ και ένα τετραήμερο θυμίζουν συνειρμικά τα 52 φύλλα και τα 4 χρώματα της τράπουλας. Που είναι άκρως ιντριγκαδόρικος συνειρμός για (χαρτόμουτρα και) τους μπάμιες που το κοιτάνε αφ' υψηλού αλλά και ο μόνος τρόπος να χωρέσει βιαστικά και κωδικοποιημένα κάποιες φεστιβαλικές εντυπώσεις η κε του μπλοκ.

Πρώτο χρώμα: Μπαστούνια -τα βρήκαμε έτσι, λόγω ψυχρασίας.


♠Άσσος μπαστούνι

Οι Ιρλανδοί είχαν ουίσκι, 5 ευρώ το σφηνάκι -και άμα πιεις πολλά μπορεί να πιστέψεις όντως ότι η χώρα σου είναι η Κούβα της Ευρώπης. Αρκεί να μη σου πουν για το παλιό σύνθημα «εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ, δεν είναι Ιρλανδία», που με τον καιρό εγκαταλείφθηκε διεθνιστικά.

Αλλά στο θέμα μας. Οι Ιρλανδοί είχαν ουίσκι -νεολαία από τη Σκωτία δεν έχουμε φέρει από όσο θυμάμαι-, οι Μεξικάνοι τεκίλα, οι Βραζιλιάνοι κασάσα, ο ελληνοκουβανικός είχε τα δικά του κοκτέιλ (80% ρούμι, 20% alma libre) και οι Ρώσοι μπορεί να είχαν φέρει κρυφά καμιά βότκα, πχ Σταλίτσναγια, που σημαίνει πρωτευουσιάνα (η άχρηστη γνώση που ποτέ δεν ήξερες ότι χρειάζεσαι). Κι όταν ήμουν μικρός στη ΛΔ του Βορρά, είχα πειστεί ότι όλες οι χώρες έχουν κάποια συμπρωτεύουσα και πως της Σοβιετίας ήταν το Λένινγκραντ. (Ο δικός μου παιδικός κόσμος δεν γκρεμίστηκε ακριβώς το ’91, αλλά όταν κατάλαβα τι παίζει τελικά με τον «θεσμό» της συμπρωτεύουσας).

Κι ίσως όλοι αυτοί μπορούσαν να παίξουν κάποιο drinking game (παιχνίδι για πότες) και να πίνουν κάθε φορά που ακούγεται πχ το Bella Ciao ή κάποιος νεολαίος παραβιάζει κάποια νομοτέλεια -πχ οι Πορτογάλοι που συμμετείχαν πρόθυμα σε «αριστερή κυβέρνηση».

♠Δύο μπαστούνι

Ο καιρός ήταν κάπως σαν εκείνο το προεκλογικό μας σποτάκι, «Έρχεται θύελλα», αλλά από την ανάποδη. Το πρωί μας τα έκανε μούσκεμα, μετά βγήκε ήλιος και γαλάζια κασκέτα, ανοίξαμε την αλυσίδα και έγινε ένας από εμάς -μέχρι να πέσει το σκοτάδι και η υγρασία του δάσους.

Η mariori που πήγε από νωρίς λέει ότι στη λαϊκή σκηνή ήταν εμφανής η παρέμβαση κάποιου μηχανήματος, που σάρωσε τα λασπόνερα -τέτοια είχε μόνο στον χώρο του αερόστατου, για τους μικρούς πιονέρους που ήθελαν να γίνουν γουρουνάκια, όπως στη «Φάρμα των Ζώων». Λίγοι γνωρίζουν, βέβαια, πως το ΚΚΕ κατέχει κρυφά τη σοβιετική τεχνογνωσία για να βομβαρδίζει τεχνητά τα σύννεφα στον αττικό ουρανό, ώστε να ξεφορτώνονται τα βαρίδια και το υγρό περιεχόμενό τους πρόωρα, και να μας αφήνουν αρκετό χρόνο να στεγνώσουμε, για τις πιο υγρές μας ονειρώξεις -που είναι φεστιβαλικές, μέχρι να εκκινήσουν οι πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες.

♠Τρία μπαστούνι

Πριν από κάμποσα χρόνια (σαν χτες μου φαίνεται), ένας Κατσιμίχας (δεν ανήκω στους λίγους και εκλεκτούς που καταφέρνουν να τους ξεχωρίζουν) σχολίαζε ειρωνικά (νομίζω) τα απλοϊκά τραγούδια του Χατζηγιάννη -που έχει πει και τραγούδια του Λάκη, αλλά γενικά είναι για πάρτι της ΔΑΠ και μέχρι εκεί. Ότι ευτυχώς που υπάρχουν τέτοια, για να ακούει κάτι ανάλαφρο και η μικρή του κόρη. Η οποία προφανώς μεγάλωσε -αν είναι η ίδια δηλαδή-, δε νομίζω να ακούει ακόμα Χατζηγιάννη (παραμένει ένοχη απόλαυση των μικράτων της) και έγινε τραγουδίστρια (το μήλο, η μηλιά και καμένοι συνειρμοί με τις ώριμες συνθήκες και την αστική τακτική του ώριμου φρούτου). Με το δικό της κοινό, το δικό της αναγνωρίσιμο στιλ και μια εντελώς μίνιμαλ σκηνική παρουσία, χωρίς ξεσπάσματα και βασικά χωρίς κίνηση. Κι ενώ το σχολιάζεις ψιθυριστά, δίνει και αυτή συστάσεις-εξηγήσεις σε όσους την έβλεπαν πρώτη φορά (καλή ώρα), του στιλ: δε χορεύω, δεν κινούμαι, όσοι με ξέρουν το ξέρουν, πάμε παρακάτω.

Το πρόβλημα είναι πως αν είσαι πετσί και κόκαλο (καλή ώρα η Μαριάννα) και δεν κινείσαι, σύντομα θα το δαγκώσεις στο Τρίτση και το επόμενο σχόλιό σου στο μικρόφωνο θα είναι για το ψοφόκρυο που κάνει. Νομοτέλεια τέλεια-τέλεια (δεν το λέει ο Χατζηγιάννης, αλλά μπορεί να άκουγε και τέτοια μικρή. Αν είχε γεννηθεί δηλαδή...)

(Δε) Μου αρέσει στα κρυφά και ο Μαζωνάκης...

♠Τέσσερα μπαστούνι

Ξέρεις τι είναι να σε πιάνει τρέμουλο, Σεπτέμβρη μήνα, και να μην είναι από οργή για την αδικία, όπως λέει ο Τσε για τους συντρόφους του; Οι μέρες μικραίνουν, οι (νύχτωσε) νύχτες (νύχτωσε) καταλαμβάνουν το 24ωρο και τη διάθεσή μας, και όταν φεύγεις απ’ το Φεστιβάλ με 15 βαθμούς στο θερμόμετρο (που θα έπεφτε και άλλο), ξέρεις πως οι καλοχειμωνάκηδες μετράνε αντίστροφα για τη δική τους εκδίκηση.

Τα καλοκαίρια μας μικρά, τα Φεστιβάλ επίσης. Και μπορεί να μη ζούμε σε ηρωικούς καιρούς αλλά οι σφοι της περιφρούρησης που διανυκτέρευσαν στον χώρο με μια ζακέτα είναι μικροί ήρωες, άπαρτα βουνά (ή έστω λόφοι) της σοσιαλιστικής εργασίας (ή έστω περιφρούρησης). Αν και ο Χαρίλαος έλεγε ότι ήρωας δεν είναι αυτός που έχει άγνοια κινδύνου αλλά αυτοί που τον νιώθουν και τον νικάνε και... Τέλος πάντων ήρωες.

♠Πέντε μπαστούνι

Ένας επισκέπτης φορούσε μπλουζάκι «η καρέκλα είναι πρέζα», που παραπέμπει συνειρμικά στον Μητσοτάκη -αυτόν που τραγουδάει, για όσους χρειάζονται τη διευκρίνιση. Δε θα τολμούσε να το φοράει όμως αν είχε έρθει ο Βασίλης και ήμασταν όλοι στη γύρα, από τραπέζι σε τραπέζι: φιλαράκι, μήπως σου περισσεύει καμιά καρέκλα; Το Σάββατο θα μας λείψει αυτή η απλωσιά και οι αναξιοποίητες ντάνες με τις στοιβαγμένες καρέκλες.

♠Έξι μπαστούνι

Πρώτη σύντομη διαλογή.

Το αναμνηστικό μπλουζάκι για τα 80χρόνια του ΔΣΕ. Μπροστά σηματάκι και πισώπλατα (δίπλα από το στιλέτο του Τίτο) ένα τρομερό σχέδιο που απεικονίζεται στην αρχή.

Το μπλουζάκι «Νο Πασαράν», στο στέκι Παύλος Φύσσας, που δεν ξέρεις σε τι χρώμα το (πρωτο)θέλεις, μαύρο ή κόκκινο. Αλλά αυτά είναι ψευτοδιλήμματα...

Το μπλουζάκι με τον Λένιν και τη σκούπα, να σαρώνει αστούς, λάσπες και λοιπά αποβράσματα. (Άραγε ήταν ο σφος ο πιο «κλατς» επαναστάτης στα χρονικά;)

Και αυτό στους Γάλλους, με τον Στάλιν και το σύνθημα: οι ηγέτες φεύγουν, μα οι λαοί μένουν -ό,τι πιο κοντινό στους ζευγάδες του Χαρίλαου. Και δεν υπάρχει λόγος να μην έχουμε μπλουζάκι του Φλωράκη (έχουμε όμως τα κιάλια του που θα τα δούμε σε άλλη ανάρτηση).

Αυτά μεταξύ πολλών άλλων, που μπορεί να ήταν και καλύτερα.

♠Επτά μπαστούνι

Σοκολάτα από τους Βενεζουελάνους (να πάνε κάτω τα φαρμάκια), ρολογάκι τσέπης από τους Μεξικανούς (βλέπε στον επίλογο), διάφορα διεθνιστικά τζίντζαλα-μίντζαλα (ή μήπως τζάντζαλα-μάντζαλα;) για ιθαγενείς που αντιστέκονται στους κονκισταδόρες, αφίσες, μπλουζάκια κτλ. Αλλά η πιο εξωτική παρουσία ήταν οι Ισραηλινοί σφοι, που θα έπρεπε να είναι προστατευόμενο είδος στη χώρα τους και θα ’ταν σίγουρα ενδιαφέρον να πιάσεις πολιτική κουβέντα μαζί τους. Πχ γιατί δεν κάθισαν δίπλα σε κάποια από τις τρεις Παλαιστινιακές αποστολές και τι απαντάνε στην κριτική που τους ασκείται. Αλλά αυτά είναι θέματα για καλά διαβασμένους -και δε συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου σε αυτούς. Μια καλή αρχή πάντως (όπως θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες), πέρα από το βιβλίο του Γκίκα, είναι και το «μια μέρα στη ζωή του Αμπέντ Σαλαμα».

♠Οκτώ μπαστούνι

Ο Βραζιλιάνος ήξερε κάποια στοιχεία ελληνικών, ενθουσιάστηκε που τα μέλη της νεολαίας λέγονται «Κνίτες-Κνίτισσες» -κι όχι απλώς μέλη της νεολαίας- και παραλίγο να πετύχει μόνος του το «συντρόφισσα» -που το είπε με «ταυ» στο τέλος, επηρεασμένος ίσως από κάποια αρχαία αττική διάλεκτο. Αλλά τα κνίτικα είναι βασικά διεθνής γλώσσα, σχεδόν lingua franca για τα δεδομένα του σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος. Και θα ήταν «ευχής έργο» να... πάψουν να είναι, με την έννοια ότι θέλουμε να δυναμώσει το ΚΚ στις μεγάλες χώρες -όπως κάποτε οι μπολσεβίκοι εύχονταν να σπάσει η απομόνωση της δικής τους επανάστασης και να... πάψουν να είναι παγκόσμια πρωτοπορία. Αλλά ίσως αργεί αυτή η μέρα -η ώρα πάλι όχι.

♠Εννιά μπαστούνι

Η εσωτερική πληροφόρηση της κε του μπλοκ έλεγε ότι αν θες να ενθουσιαστεί ο Αργεντίνος σφος αρκεί να του πεις δυο λέξεις. Προλεταριακός διεθνισμός; Μαρξισμός - λενινισμός; Διαλεκτικός υλισμός; Ναι, αλλά βασικά όχι. Τσόρι Ντομίνγκες, είναι η σωστή απάντηση.

Παρόλα αυτά, η ποδοσφαιροκουβέντα προέκυψε με τον σφο από τις ισπανικές κολεκτίβες, που είχε ακούσει μόλις τους δικούς του στην κεντρική σκηνή (La banda de la juventud), αλλά δεν ήξερε την ελληνική εκδοχή του Gallo Rojo (Γαρούφαλό μου) και ποιος ήταν ο Μπελογιάννης -και δεν του είπα γιατί δεν έρχεται πλέον η Βιτάλη στο Φεστιβάλ.

Υποστηρίζει τη Ρεάλ. Αναγνωρίζει το κινηματικό πλεονέκτημα της Ράγιο Βαγιεκάνο -και ας είναι λίγο αναρχοφασαίοι οι Μπουκανέρος. Ξέρει ότι η Ρεάλ και η Ατλέτικο συμμετείχαν στην εθνικιστική πρωτοβουλία «αλληλεγγύης στη Θέουτα» -αλλά σημειώνει ότι η Μπάρτσα απείχε γιατί έχει μπίζνες με ισραηλινά μονοπώλια. Αυτοσαρκάζεται για τον «δικτάτορα» Μπαπέ -που όμως κράτησε αξιοπρεπή στάση για τη Θέουτα και τους μετανάστες. Και λέει ότι η Ρεάλ είχε έναν κομμουνιστή πρόεδρο, που ο Φλορεντίνο Πέρεθ δε θέλει να τον θυμόμαστε -και δε θυμόταν όντως το όνομά του, αλλά θα το γκουγκλάραμε μετά.

Hala KKE και Visca el Barça, έχω να πω εγώ.

♠Δέκα μπαστούνι

Οι 200 της Καισαριανής. Οι δύο ανέκδοτες φωτογραφίες. Οι χιλιάδες στο Ίλιον που συγκεντρώθηκαν να τις δουν. Η ιστορία ότι έγινε απτή ανάγκη να συνομιλήσουν μαζί της μέσα από αυτό το συγκλονιστικό υλικό.

Κάποιοι ίσως πουν ότι δεν είναι τόσο δυνατές όσο οι υπόλοιπες, γιατί δείχνουν τους ήρωες νεκρούς, ηττημένους. Στην πράξη απλώς συμπληρώνουν το αρχικό σώμα. Θανάτω θάνατον πατήσαντες. Θάνατος να γίνω αθάνατος.

Κι αν το λαϊκό προσκύνημα ξεκίνησε μαζικό από την Τετάρτη, φαντάσου τι θα γίνει το Σάββατο.

♠Βαλές μπαστούνι

Φάντης μπαστούνι ο «κινηματικός ινφλουένσερ» με την κάμερα παρά πόδα. Ξανά παρών, μετά την κηδεία του Χαλβατζή, ειδικός στα αυτοviral (κατά το αυτοβιογραφία) και τις δημοσι(ογραφικ)ες σχέσεις. Λες να έπεσε το Κόμμα στη Βαρου-φάκα και να άνοιξε δίαυλο μαζί του; Ευτυχώς όχι, έχουν όλοι σώας τας Ελληνο-φρένας τους, και αυτός ήρθε απλά για τη Μάγδα -τώρα που τα έφερε έτσι η Ζωή και ξέμειναν χωρίς Μαρία.

♠Ντάμα μπαστούνι

Η Μάγδα. Η Μάγδα όλων μας. Που νιώθει την ιστορική συνέχεια με τους 200, ενάντια στον φασισμό. Που λέει ότι για μας μένει όρθια, επειδή την κρατάμε. Ότι οι Ναζί ήταν πάντα ασήμαντα ανθρωπάκια που ποντάρουν στον φόβο μας. Και ότι δεν πρέπει να αφήσουμε τα παιδιά στα χέρια τους.

Η Μάγδα που δεν ήθελε ούτε το όνομα του Κασίδα να πει, γιατί σήμερα όλοι οι Ναζί είναι εκτός φυλακής, πλην του αυτουργού -άντε να είναι μέσα και η Ζαρούλια, που άργησε να προφυλακιστεί. Που ξέρει πως τον φασισμό δεν τον νικάει μια δικαστική απόφαση. Και για αυτό είναι έτοιμη να συνεχίσει ως το τέλος. Και για αυτό έχει αγκαλιάσει (όχι προσεγγίσει απλώς) το κόμμα και τη νεολαία του.

Σεβασμός και βαθιά υπόκλιση.

♠Ρήγας Μπαστούνι

Θα μπορούσε να είναι το χατσαπούρι -και αρχή και φινάλε. Ή το πιροσκί με τυρί, που είναι πάντα και μόνο άσπρο, όπως το βάθος του Ουρανού είναι πάντα κόκκινο. Αλλά ας κρατήσουμε κάτι να τρώμε και τις επόμενες μέρες.

Θα μπορούσε να είναι και η Μαρία Παπαγεωργίου. Κάνω την αυτοκριτική μου που δεν πήγα, αλλά μηδένα προ Θηβαίου μακάριζε...

Μπαλαντέρ

Η ώρα εκείνη δε θα αργήσει. Αν περιμένεις πώς και πώς να κοκκινίσει η πλάση, νιώθεις τον ιστορικό χρόνο να κυλά πηχτός δίπλα σου κι είσαι έτοιμος να δείξεις με νόημα τον καρπό σου, στα χνάρια του Λίλαρντ, του Ντάνι Όλμο και εκείνου του (εκ του αποτελέσματος) ατυχούς σποτ με τον μπασκετικό Ολυμπιακό. 

It’s Revolution Time...


Κι αν δεν έχεις χειρός, δεν πειράζει. Έχουν οι Μεξικάνοι ρολογάκι τσέπης, 15 ευρώ μόνο, γιατί για ένα ρετρό στιλ ζούμε ρε αδερφέ-σύντροφε, κι ας είμαστε η νιότη του κόσμου.

Και όσα δε φέρνει η ώρα, τα φέρνει ο ΔΣΕ 

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Οι νομοτέλειες του Φεστιβάλ

Η νομοτέλεια είναι ένα φάσμα δυνατοτήτων γύρω από μια βασική αντίθεση. Στο Φεστιβάλ μπορεί να περάσεις ωραία ή πολύ ωραία, ίσως αξέχαστα, ακόμα και συμβατικά κάποιες φορές -γιατί ήταν ψηλά ο πήχης από τις προηγούμενες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα σε σημαδέψει και θα σου μείνει αξέχαστο.


Ξέρεις πως αν παραβιάσεις κάποιες νομοτέλειες, θα υποστείς τις συνέπειες. Αν ξεκινήσεις νωρίς, θα φτάσεις Τρίτση νωρίς, θα βρεις και πάρκινγκ κοντά και δε θα έχει ουρές.
Μα αν ξεκινήσεις αργά, θα κολλήσεις στην κίνηση -που κανείς δεν ξέρει γιατί την λένε έτσι, αφού τίποτα δεν κινείται- θα παρκάρεις σε κάτι στενά προς το Καματερό και ίσως προλάβεις να πιεις μια μπύρα, τραγουδώντας κάποιο μινόρε της αυγής.

Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε, να πάμε κατευθείαν για δουλειά. Απόψε θα ζηλέψει η Αννούλα το πάρτι που θα κάνουμε εμείς. Κι όποιος τολμά να βάλει συναυλία απέναντι στο Φεστιβάλ, είναι καταδικασμένος να σ-Βίσση. Μα τα χειρότερα λογοπαίγνιά μας δεν τα έχουμε γράψει ακόμα.

Τα δροσερά αστεία στο stand up δε βοηθούν με το κρύο. Και οι Κακοφωνίξ σε διάφορες σκηνές φέρνουν με μαθηματική ακρίβεια (και βαθιά πίστη στον υλισμό) σύννεφα και βροχή, όπως ο ιμπεριαλισμός τον πόλεμο. Αν βρέξει μες στη μέρα, δε μας ενοχλεί, άσε που θα διώξει και τους περίεργους -είναι σαν το πότισμα του χόρτου στη Βαρκελώνη για να τσουλάει η μπάλα. Αρκεί να μη γίνουν όλα λάσπη.

Των συντρόφων τα παιδιά πριν πεινάσουν, αγοράζουν κουπόνια από τις ταβέρνες. Αλλιώς βρίσκουν κάτι ουρές, σαν τα εγκαίνια των Μακ Ντόναλντς στη Μόσχα, αλλά αντί για μπέργκερ της κακιάς ώρας, βρίσκεις το παραδοσιακό, κνίτικο σουβλάκι (σταθερή αξία από το 1975) και γνήσιο γεωργιανό χατσαπούρι.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, οι ποινές θα έχουν σωφρονιστικό χαρακτήρα. Οι αντεπαναστάτες θα συμμετέχουν στην οικοδόμησή της ή στη διοργάνωση του Φεστιβάλ, με εποικοδομητικές τιμωρίες. Να ψάχνουν με γυμνά χέρια μια γκαζόζα σε ένα βαρέλι πάγο, να ψήνουν χατσαπούρι για 100 άτομα που περιμένουν ή να υπολογίζουν τις τιμές με άβακα, κοκ. Μικρές συντροφικές χρεώσεις που φέρνουν την ευτυχία...

Δε χρειάζεσαι τη μαμά (πατρίδα) να σου πει «ζακέτα να πάρεις» (και την εξουσία εσύ πρέπει). Ή κλειστό υπόδημα -όχι πολύ σκούρο για να μη σκονίζεται, όχι πολύ άσπρο για να μη λασπώνεται. Αλλιώς θα πάρεις καλτσάκια Μαρξ (10 ευρώ) από τους Πορτογάλους και θα κάνεις τον γερμανό τουρίστα. Μα πόσος διεθνισμός...

Ό,τι βρεις στη Διεθνούπολη, το παίρνεις αμέσως χωρίς να το σκεφτείς -την άλλη μέρα είναι ζήτημα θα το ξαναβρείς. Άσε στην άκρη ένα μικρό κομπόδεμα για διεθνιστικά μπιχλιμπίδια, κοκτέιλ στον κουβανικό, μπλουζάκια που δε χρειάζεσαι και δε θα βάλεις στη δουλειά, αναμνηστικά ΚΝΕ, Παύλου Φύσσα, τις προσφορές της Σύγχρονης Εποχής, σουβλάκια, εισιτήρια. Πάει ο μισθός, δε βγαίνει ο μήνας σ/φε -αλλά ευτυχώς τελειώνει, γιατί κοστίζει πολύ το παιδί μέσα σου.

Τα παιδιά είναι ευτυχία, αρκεί να βρει κάποιον να τα αφήσεις, για να τα κυνηγάει -στον Παιδότοπο, το Αερόστατο, καμιά φορά και επί σκηνής. Τα έφηβα γεράκια μαζεύονται στη νεανική σκηνή, για λόγους ευφημισμού και νοσταλγίας. Ο έφηβος Βασίλης θα λείπει φέτος, αν και θα μπορούσε να έρθει, εσταυρωμένος Ελ Σιντ, να ανοιγοκλείνει το στόμα. Κανείς δε θα καταλάβαινε τη διαφορά -και σίγουρα όχι οι φανατικοί οπαδοί του, που δε θέλουν στη ζωή να κυβερνήσουν (αλλά σε ρωτάνε γιατί δε θέλει το ΚΚΕ) και ζούνε για να τον βλέπουν -και ας μην ακούγεται πια.

Τους άλλους θα τους βρεις κάπου στον δρόμο-χώρο. Παλιούς σφους, πρώην σφους, πολιτικούς αντιπάλους, μελλοντικούς συνεργάτες. Γείτονες, συμμαθητές, συναδέλφους, ραντεβού από το Τίντερ, τον κάθε απίθανο που δεν περίμενες να δεις, σχεδόν όλους εκτός από αυτούς που ψάχνεις. Κι αν δεν έχεις σαφές ραντεβού ασφαλείας -πχ στον Μπελογιάννη ή το ταμπλό του Λένιν- ίσως δυσκολευτείς να βρεις σήμα στο κινητό και τους δικούς σου.

Η mariori πάλι θα ήθελε να βρει τη σφισσα που είπε στο βιντεάκι της ΚΝΕ ότι ανυπομονεί για τη συναυλία του Κότσιρα, να της πάρει αυτόγραφο και να δει τι πήγε στραβά στη ζωή της. Και τον άλλο συντροφάκο που αγαπά τη μουσική και ανυπομονεί για την ομιλία του Κουτσούμπα, για να του δώσει αυτοκολλητάκι. Εκτός και αν την βρουν αυτοί πρώτοι για (παρ)εξηγήσεις.

Και τι ψηφίζουν όλοι αυτοί; ΚΚΕ γενικά αλλά όχι απαραίτητα. Πολλοί έρχονται να δουν με έξι ευρώ κάτι που έξω θα ήταν απλησίαστο -Τσουβέλα ή τις συναυλίες. Κάποιοι θα το εκτιμήσουν, άλλοι θα το ξεχάσουν, το θέμα είναι να τους ξαναβρούμε μετά και όχι μόνο κάθε Σεπτέμβρη, σαν δυο ξένοι.

Τουλάχιστον στου Τρίτση δε θα χρειαστείς διερμηνέα. Οι σφοι από το εξωτερικό μιλάνε αγγλικά (ακόμα και οι Ιταλοί) ή κάτι που τους μοιάζει -την κομμουνιστική εσπεράντο. Τα σουβλάκια είναι σουβλάκια -αυτή είναι η γραμμή και είναι ντροπή και ντρέπομαι για όσους δεν την κρατάνε- και τα σύκα-σκάφη, όχι πουρουφάν. Αλλά συνήθως τα κεμπάπ και τα λουκάνικα είναι καλύτερα και με λιγότερη ζήτηση-αναμονή.

Γίνε ο καρεκλοκένταυρος που ποτέ (;) δεν ήσουν. Άρον την καρέκλα σου και περπάτα μαζί της σε κάθε σκηνή. Αν τη χάσεις, θα το μετανιώσεις, μα θα είναι αργά να την ξαναβρείς. Όπως έλεγε ο σφος Λένιν, μια σκηνή πριν νωρίς, μια καρέκλα μετά κτλ. Κι αν δεν είχαμε οπλιστεί με το «υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» του Βλαδίμηρου, ίσως σκεφτόσουν ότι ζούμε στο όνειρο κάποιου, που παίζει μουσικές καρέκλες και μας βάζει να τρωγόμαστε μεταξύ μας.

Μπλουζάκια ΚΝΕ, CCCP και ΚΘ. Λειρί του Κόκκορα με Κουτσουμπίνια, του Λένιν-Στάλιν (σαν ένα πρόσωπο, ενιαίο και αδιαίρετο) Γκαγκάριν και Φιντέλ από τη Διεθνούπολη, Κόκκινο Αερόστατο, Κουνούμαλα, κάποτε έβλεπες και της Κατιούσα. Μα τα καλύτερα τα φτιάχνει το Cotton στο Ναύπλιο που το ξέρουν λίγοι.

Αν δεν έχεις ψήσει σουβλάκια, είναι σα να μην έχεις στήσει Φεστιβάλ. Αν δεν έχεις στήσει, δεν το απολαμβάνεις πραγματικά -και ας έχεις χάσει τις μισές συναυλίες που ήθελες. Αν δεν γκρινιάξεις για κάτι, είναι σα να μην πήγες ποτέ. Κι αν δεν πας όλες τις μέρες, ακριβώς το ίδιο.

Η βασική φεστιβαλική νομοτέλεια, ακολουθώντας τη φόρμουλα του Βλαδίμηρου που ορίζει τον κομμουνισμό ως το άθροισμα-συνδυασμό του εξηλεκτρισμού και της σοβιετικής εξουσίας, διαμορφώνεται ως εξής: σύντροφοι (Κ)ΟΒ + καλός καιρός = δεκάδες χιλιάδες κόσμου, κάθε μέρα. Κι αν αυτό δεν απασχολεί τους εφοπλιστές και τα κανάλια τους, τον κακό τους τον καιρό.

Αλλά πάντα υπάρχουν δευτερεύουσες αντιθέσεις και νομοτέλειες.

Πάντα υπάρχει κάτι καινούριο που θες να το μυρίσεις -από τον Κωνσταντίνο Β’ ως τον Μπουρνάζο στην καλλιτεχνική συζήτηση. Πάντα θα είναι κάποιος που θα σε ξενίζει και θα σου ξινίζει, μέχρι να γίνει viral γκρίνιας από όσους δεν ήρθαν και να εξηγείς πόσο γαμάτος ήταν. Πάντα θα λείπει κάποιος (από τον Ζάρα ως τους Υπεραστικούς) που θα αναρωτιέσαι -μήπως δεν τους άρεσαν τα σουβλάκια; Πάντα θα λείπει κάποιος που θα ήθελες αλλά θα σου μείνει απωθημένο (Θανάσης για πολλούς της γενιάς μου). Πάντα κάποιος θα πει μια μουσμουλιά και δε θα τον ξαναδούμε (από τη Βιτάλη ως την Τζόρτζια -που πήγε με την ελληνίδα Μελόνι- ή τη Γλυκερία). Πάντα θα υπάρχει κάποιο όνομα που κάποτε θα γίνει ακόμα πιο μεγάλο και λίγοι θα θυμούνται πως ξεκίνησε από το Φεστιβάλ (Μαρίνα Σάττι). 

Πάντα θα σκέφτεσαι ότι εσύ θα έκανες (ακόμα) καλύτερο πρόγραμμα και ποιος σφος κάνει την επιλογή, για να του πεις δυο λογάκια-συμβουλές. Πάντα θα αναρωτιέσαι αν το Τρίτση έχει κλείσει τον κύκλο του και αν υπάρχουν άλλοι χώροι να μας χωράνε. Μα δεν υπάρχουν στάδια...

Κάποιο Φεστιβάλ ήταν το τελευταίο, αλλά δεν το γνωρίζαμε. Το τελευταίο για μια παρέα που διαλύθηκε, για έναν καλλιτέχνη που δεν είναι πια μαζί μας ή πέρασε απέναντι, το τελευταίο που ήσουν μέλος ή είχες καλή φεστιβαλική διάθεση (τραβάτε με και ας κλαίω). Το τελευταίο που πήγαν να σου δώσουν κάρτα γνωριμίας και ένιωσες πάλι νέος ή το τελευταίο που έγραψες ανταπόκριση. Ήταν το τελευταίο αλλά εσύ δεν το γνώριζες, και τώρα ρουφάς κάθε φεστιβαλική στιγμή, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.

Νιώθεις συχνά πως για το Φεστιβάλ έχουν γραφτεί τα πάντα -μα τίποτα δε φτάνει να το περιγράψει. Ακόμα και τα παραπάνω η κε του μπλοκ τα έχει λίγο-πολύ ξαναγράψει σε άλλα κείμενα, με άλλες διατυπώσεις, σαν κάτι μισά επεισόδια σε σειρές που κάνουν αναδρομή σε παλιές σκηνές. Θυμάσαι τότε που...;
Και αν μπεις εδώ, σφε αναγνώστη, θα βρεις πολλά εξ αυτών κωδικοποιημένα. Και θα συμπληρώσεις όσα είναι καινούρια, για να φτάσουμε τις 52 νομοτέλειες. Γιατί η κε του μπλοκ δεν είχε αρκετό χρόνο να το κάνει -και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα τον βρει φέτος για άμεσες ανταποκρίσεις.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Αυτοί που φεύγουν

Ο Λένιν; Καλά αυτός έφυγε νωρίς -αν και τον έλεγαν ήδη «γέρο», πριν τον Οχτώβρη. Αλλά αν είχε ζήσει λίγα χρόνια ακόμα, θα βλέπατε εσείς.

Ο Χρόνης; Έζησε αρκετά για να αλλάξει μυαλά και ιδέες. Μόνος του, χωρίς ξύλο. Αλλαξοπίστησε, ρε, τι σου ζητάνε;

Ο Άρης είχε δίκιο βουνό και πήρε τα βουνά για να το βρει, μα δεν τον άκουσαν εγκαίρως και τον αποκατέστησαν αναδρομικά, μετά από χρόνια. Φαντάζεσαι όμως να είχε ζήσει στα χρόνια του ΔΣΕ;

Ο σφος με το μουστάκι είχε λέει έγνοια πως τα άλλα μέλη του ΠΓ ήταν «τυφλά γατάκια» και ποιος ξέρει τι θα έκαναν αν τους άφηνε μόνους τους. Και τελικά έκαναν αποσταλινοποίηση, γιατί έγιναν λέει εγκλήματα κατά την οικοδόμηση, που ήταν σκληρή, ενώ «εμείς» πιστεύαμε πως θα ’ταν ειρηνική, σα να σε γλείφουν μικρά γατάκια με τη γλώσσα τους. Μα αν ζούσε λίγα χρόνια ακόμα...


Ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε έζησε χοντρικά όσο ένας άνθρωπος, αν και του έδιναν προσδόκιμο μερικές μέρες ζωής -άντε βδομάδες. Αυτός κι αν έφυγε πρόωρα, πάνω στο άνθος της οικοδόμησης, γιατί του έδιναν για χρόνια λάθος φάρμακα-γιατρικό -όπως η «κβαντική αγορά», με κριτήρια κέρδους. Κι άφησε πίσω ένα τεράστιο κύμα νοσταλγίας, που δεν είναι πάντα αυθόρμητο αντανακλαστικό και μπορεί να εκτραπεί σε άλλου είδους σαράντα κύματα.


Και γιατί όχι; Εδώ νοσταλγούν κάποιοι τον «καπιταλισμό που γνωρίσαμε» στη Μεταπολίτευση και συνυπήρχε πολεμικά με τον υπαρκτό, σε μια παγκόσμια δυαδική ισορροπία, με παροχές και «κοινωνικό κράτος», πριν αποφασίσουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική -ΤΙΝΑ (παρά μόνο AfD), δεν υπάρχει κοινωνία και τάξεις -παρά μόνο άτομα. Και όμως, το μόνο άτμητο σε τούτον τον ντουνιά δεν είναι η μονάδα (το άτομο) αλλά το (κοινωνικό) σύνολο, που επηρεάζει παντοιοτρόπως κάθε οργανικό μέρος του.

Τώρα θέλουν πίσω έναν καλύτερο καπιταλισμό, αλλά χωρίς Σοβιετία, σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους, κεϊνσιανισμό και «παλιό ΠΑΣΟΚ» χωρίς κομμουνιστές. Μόνο που καμία ουτοπία δεν είναι εφικτή - ρεαλιστική, χωρίς τον κομμουνισμό -και δεν εννοώ τη δική μας κόκκινη «ουτοπία», που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο κόσμο που σαπίζει.

Ο Ερνέστο έφυγε νωρίς, με το όπλο στο χέρι, και τον έκαναν «ποπ είδωλο», σε αντίθεση με τον Φιντέλ, που τον μίσησαν γιατί πέθανε μόνος του σε βαθιά γεράματα, αφού ξέφυγε από 634 απόπειρες δολοφονίας. Και πάει (κ)λέγοντας...

Στον αντίποδα, η Μάργκαρετ πέθανε υπέργηρη στα 103, γιατί ήταν καλοζωισμένη, σε καλό περιβάλλον γεμάτο πρωθυπουργούς, και πρόθυμη να συμμαχήσει με του διαβόλου το κέρατο για να διασφαλίσει το παντεσπάνι της. Οι δικοί μας σύντροφοι εκείνης της (δρακο)γενιάς έλιωσαν τα νιάτα τους στη βιοπάλη, τη φυματίωση, σε ξερονήσια, φυλακές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Μα όσοι (Μακρονησιώτες) επέζησαν ήταν χαλκέντεροι, ατσαλωμένοι από τη δοκιμασία. Τι να σου πει ο θάνατος αν έχει περάσει από θανατονήσια;

Ο Σπύρος πάλεψε με τον καρκίνο και τον έριχνε κάτω, στα μαρμαρένια αλώνια, για 16 χρόνια αλλά έφυγε πρόωρα, όπως φεύγουν όλοι όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν (σ)την κοινωνία για την οποία πάλεψαν. Κι όσοι δεν ένιωσαν ποτέ τον αναστεναγμό του, τον αγώνα του, το μεγαλείο του, συγκινούνται τώρα που έφυγε για να... την πουν στους συντρόφους του. Κι αν πάρεις τοις μετρητοίς τα αφηγήματά τους, ο σύντροφος ήταν ενάντια στα «δεξιά λάθη» αλλά και την «υπερ-αριστερή στροφή» του κόμματος, γι’ αυτό αποκλείστηκε από την ηγεσία, που τον έβαλε όμως βουλευτή -για να μάθει. Όταν λες ό,τι θες και ό,τι να ’ναι, δε σε νοιάζει να βγαίνει νόημα. Κι αν όλα αυτά παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, είναι διαλεκτική -ενότητα και πάλη των ίδιων και των αντιθέτων τους.

Κι άντε να βρούμε σήμερα άλλον τέτοιον σύντροφο. 

Η νεότερη γενιά δεν πέρασε κακουχίες και πολέμους. Μόνο κρίσεις, μνημόνια, πανδημίες, καιρούς δύσκολους πλην αντι-ηρωικούς. Μετράει χαμένα χρόνια ή δεκαετίες και όχι απλώς μια άνοιξη, πάσχει από α-πολιτική κατάθλιψη και την επάρατη νόσο της αδιαφορίας, που δε (συγ)κινείται με τίποτα, περιμένει την Αθηνά να ξελασπώσει μόνη της, και την αλλαγή του κόσμου να ξεπηδήσει αυθόρμητα, από το κεφάλι του Δία.

Οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες -έλεγαν οι «Απόντες» του Γραμματικού. Οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι -λέει. Μα τότε μένουν πίσω οι χειρότεροι, ιδίως αν είναι σύντροφοι. Μέχρι να πεθάνουν και αυτοί, οπότε βελτιώνονται αυτομάτως και ίσως τους αγαπήσουν όσοι τους αγνοούσαν ή τους έβριζαν ως τότε.

Οι πιο ευαίσθητοι σαλτάρουν, ψυχολογικά ή βιολογικά, την κάνουν με τρόπο. Αφήνουν πίσω τους ψοφίμια, που επιβιώνουν χωρίς να ζουν, προσαρμόζονται στη σαπίλα που θα ήθελαν να αλλάξουν -πριν να τους φέρει αυτή στα μέτρα της. Οι καλύτεροι «θυσιάζονται», καίγονται πρώτοι για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη, γιατί δεν ήθελαν μια σκυφτή ζωούλα, είχαν ιδανικά, που κάνουν μια ζωή ανθρώπινη.

Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία. Για να αντέξεις πρέπει να γίνεις σκληρόπετσος, ενίοτε μοναχικός, που βγάζει αγκάθια σε όποιον πλησιάζει. Όσοι καταφέρουν να διασχίσουν αυτήν την έρημο, θα φτάσουν απέναντι αλλά ίσως νιώσουν στεγνοί από τους χυμούς της ζωής. Κανείς όμως δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να (την) παλέψει μόνος του, σαν κάκτος, σε μια άθλια καπιταλιστική Δύση, που κυνηγά και εξοντώνει τους ερυθρόδερμους.

Παρά τα αβάσταχτα στερεότυπα (για τους σκληρούς και άψυχους γραφειοκράτες-στελέχη), ο κομμουνιστής είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Τίποτα ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, μα τίποτα δεν είναι πιο ανθρώπινο από τη δράση-σκέψη ενός κομμουνιστή που έχει τη ζωή (και τον άνθρωπο) πάρα πολύ αγαπήσει και θυσιάζεται για να αρχίσει η πραγματική ιστορία του είδους μας, πέρα από το βασίλειο της εκμεταλλευτικής προϊστορίας μας, όπου κυβερνάν τους ζωντανούς άψυχες δυνάμεις (κέρδος, κεφάλαιο = νεκρή εργασία, κτλ). Άλλο διαλεκτικός υλισμός και άλλο χυδαίος...

Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την καρδιά ενός κομμουνιστή. Τίποτα πιο σκληρό από την ατσάλινη θέληση και την πέτρινη συνέπειά του -που δε διαβρώνεται. Τίποτα πιο αβέβαιο από την αναποφασιστικότητα ενός μικροαστού που αμφιταλαντεύεται. Ρίο μάρε και (προ)ιστορίες, αλλά τις πιο τρυφερές μας θάλασσες, δεν τις έχουμε κολυμπήσει ακόμα.

Αυτοί που φεύγουν αφήνουν δυσαναπλήρωτο κενό, μα στη θεωρία ουδείς αναντικατάστατος. Κάποτε έβγαιναν δυο και τρεις νέοι σύντροφοι, στη θέση όσων έφευγαν και μας ενέπνεαν με το παράδειγμά τους. Ένα στο χώμα, χιλιάδες μες στο κόμμα.

Σήμερα απορούμε αν θα βρούμε άλλους τέτοιους σπάνιους συντρόφους, που μας πλούτισαν με τη ζωή τους και μας αφήνουν φτωχότερους φεύγοντας. Μα αυτό που λείπει πραγματικά και σπανίζει είναι η πίστη και η αισιοδοξία τους, η ελπίδα (που δυσφημίστηκε ανεπανόρθωτα και κακοφόρμισε, σαν την «αλλαγή»). 

Αυτό που λείπει είναι το μαζικό κίνημα που γεννά την ελπίδα, τους ήρωες της νέας εποχής, τις μικρές και μεγάλες νίκες, την ίδια την ιστορία. Σπάει τα δεσμά, την άτιμη την αλυσίδα, τον αδύναμο κρίκο, τη μοιρολατρική μοίρα όσων δεν έχουν στον ήλιο τέτοια, τον φαύλο κύκλο της ανίας, μια επιβίωσης χωρίς νόημα.

Τότε θα τραγουδάμε μαζί πως άλλος ήλιος (θα) έχει βγει. Όχι πράσινος, λαοπλάνος, μα κατακόκκινος.

Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Τα παιδιά του Σπύρου

Ο ουρανός ήταν γκρίζος, τα κασκέτα γαλάζια, ο ήλιος είχε δύσει απ’ το Σάββατο το πρωί. Πολλά κεφάλια σκυφτά, γκρίζα σαν τον ουρανό ή κάτασπρα, κάποια πιο άδεια -μα όχι από πολιτική συνείδηση. Βαμμένα (κόκκινα) μαλλιά, σαν του Παύλου και του Παναγιώτη -ήταν και ο Γιώργος εκεί. Κόκκινα μάτια, υγρά βλέμματα, κρατιόντουσαν να μη σπάσουν, πολύχρωμο πλήθος, αδιάσπαστη θλίψη, στο τέλος έπεσαν λίγες ψιχάλες και κάποια δάκρυα.


Αλλά δεν ήταν μόνο ο ουρανός που αποχαιρετούσε τον Σπύρο δακρυσμένος, στα λυπημένα γενέθλια της ΚΝΕ. Από μια άποψη, το πιο συγκινητικό ήταν ο κόσμος που μαζεύτηκε, απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της πολιτικής γεωγραφίας. Από δεξιούς, σαν τον Κακλαμάνη και τον Κικίλια, και τις 50 αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας -Λαλιώτης, Τζουμάκας, η Άννα Νταλάρα και ο σύζυγός της, που δε θα ’ρθει φέτος στο Φεστιβάλ, αλλά δε θα μπορούσε να λείπει χτες. Μέχρι αριστεροχώρι, πρώην συντρόφους με ρευματικά (ΝΑΡ, ΛαΕ), εξωκοινοβουλευτές που έπεσαν στη Βαρουφάκα, τον «κινηματικό influencer» που έγραψε το «τελευταίο αντίο» (και αυτό ο Γιώργος το είπε) στον Αλέκο (!;) Χαλβατζή. Από κοντά και ο διακριτικός Π. Τσίμας -γιατί η «αγάπη για την ΚΝΕ, δε σε κάνει φιλελέ», σαν το πάθος για το χρήμα και την εξουσία- και η αδιάκριτη Ζωή που πάει με όλα, Μαζωνάκη και Χαλβατζή, υπερβαίνοντας το δίπολο «δεξιά-αριστερά» και «Περισσός - Gucci φόρεμα».

Μα πάνω απ’ όλα οι σύντροφοί του, που αποχαιρετούσαν τον γραμματέα τους. Από τη Βαλαβάνη ως τον Πατέλη και τον Μπίστη, που εξηγεί στο βιβλίο του πώς έκλαιγε στην υποστολή της σημαίας από το Κρεμλίνο, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται. Και προπαντός αυτοί που συμπορεύτηκαν μαζί του ως το τέλος. Οι γραμματείς της ΚΝΕ δίπλα του, ως τιμητική φρουρά, από τον Γόντικα ως τον Αμπατιέλο και τον Κωτσαντή. Ο Πελετίδης, που είναι από τα μέρη του Σπύρου -και όχι Πατρινός- και στο τέλος κουνιόταν-χόρευε ασυναίσθητα, ακούγοντας ένα τραγούδι του τόπου του(ς). Τα παιδιά του Φλεβάρη. Τα παιδιά του Νοέμβρη. Τα παιδιά της δεκαετίας με τις βάτες και τους σωλήνες -που κάποιοι τα χλεύασαν ως «παιδιά του σωλήνα». Τα παιδιά της ΚΝΕ, που έρχονται από πολύ μακριά. Τα παιδιά του Σπύρου, που μπορεί να πήγαν πολύ μακριά, σε χώρους «όμορους» πλην αλαργινούς, και συγκεντρώθηκαν μια τελευταία φορά όλα μαζί, να τον τιμήσουν, κάνοντας τα γαρίφαλα είδος προς εξαφάνιση, στα γειτονικά ανθοπωλεία. 

Ένα άτυπο προσκλητήριο ζωντανών στην ΚΝΕ του ’80, την «πιο επιδραστική» και με τον «πιο επιδραστικό γραμματέα» (πλην όμως καμία σχέση με ανόητους «ινφλουένσερ»), όπως ειπώθηκε στους επικήδειους, με τα 100 χιλιάδες μέλη -που θες να τα συνοδεύσεις με 100 χιλιάδες θαυμαστικά). Δυνατή, ενωμένη και ωραία!

Και κάπου στο πλάνο και η Σεμίνα, σαν οικοδέσποινα σε ένα τεράστιο πάνελ με αναμνήσεις: -Κοίτα τι έκανες, Σπύρο! Και όταν ακούστηκε από τα μεγάφωνα ο ύμνος της ΚΝΕ, κάποιοι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους και άλλοι την παρόρμηση να υψώσουν σφιγμένη τη γροθιά τους, σαν άλλοτε. Κι αν περίσσευε διάθεση για χιούμορ, μες στην οδύνη, θα έπαιζε κάτι κι από «Λαθρεπιβάτες» (στην εξουσία αυτού του κράτους). Απόψε λέω να μη διασπαστούμε (ή διαγραφτούμε), να πάμε όλοι μαζί στο ΚΚΕ!

Ο Σπύρος έφυγε αλλά μένει πίσω η σπορά του. Κι ας διασπάρθηκε στους πέντε ανέμους της Αλλαγής και της αντεπανάστασης, και ας μην κάρπισαν τελικά όλοι τους. Δεν άνθισαν ματαίως, αρκεί να έμαθαν δίπλα του πέντε πράγματα. Να μη γαμάνε τη συζήτηση, την πολιτική τους τιμή -που μόνο οι ίδιοι με τις πράξεις τους μπορούν να την αφαιρέσουν-, την (ταξική και όχι μόνο) συνείδησή τους. Και προπαντός το Κόμμα, που ήταν δικό τους και δικό μας και δεν μπόρεσαν να μας το πάρουν -φρόντισε και ο Σπύρος, με τη στάση του, γι’ αυτό.

Χτες κάποιοι κήδεψαν τον γραμματέα τους, άλλοι ένα κομμάτι της νιότης τους (του κόσμου) και κάποιοι ίσως την ελπίδα - αυταπάτη πως όλοι αυτοί θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ξανά πολιτικά στον ίδιο (πολιτικό) χώρο, με ένα κοινό σχέδιο.

Οι επικήδειοι λόγοι ήταν ένας προς έναν, πολιτικοί ή ανθρώπινοι ή διαλεκτικός συνδυασμός και των δύο -όπως ο Σπύρος, που ήταν κομμουνιστής, αγάπη και επανάσταση, από την κορφή ως τα νύχια.

Ο ΓΓ στάθηκε στην πολιτική του διαδρομή και ήταν σα να τόνιζε με νόημα -για κάποιους παριστάμενους- τη στάση του Σπύρου σε κρίσιμες καμπές και κρίσεις του κόμματος. Ο Κωτσαντής έκλεισε με «περπατά και βροντά και τα σκότη σκορπά», κερδίζοντας ζεστό και αυθόρμητο χειροκρότημα. Ο Τριανταφύλλου απ’ τον ΣΦΕΑ μοιράστηκε τη συγκίνησή του και ιδιαίτερες στιγμές του Χαλβατζή, όπως έναν κωμικό διάλογό του στα κρατητήρια της χούντας με τον τροτσκιστή Φελέκη, που τον ρωτούσε τι θα φωνάζουν οι νέοι αν θα τους εκτελέσουν.

-Κάθε νέος και Σπύρος Χαλβατζής; Μα είναι όνομα αυτό που έχεις για σύνθημα;
Και ο σφος να του απαντά περιπαιχτικά:
-Και τι θες να φωνάζουν, ρε Γιάννη; Γαμώ το φελέκι μου;

Η Αιμιλία η κουμπάρα του μοιράστηκε ακόμα πιο προσωπικές στιγμές. Την έννοια του Σπύρου για τον ελεύθερο χρόνο των σφων και την οδηγία του να μην μπαίνει καμία χρέωση τα απογεύματα της Κυριακής, μετά τις εξορμήσεις με τον Ρίζο. Κι έναν διάλογό τους για την κοσμοσυρροή σε ένα θεατρικό κακής ποιότητας, που η ίδια το σχολίασε σκωπτικά και ο Σπύρος της απάντησε ότι αυτός ο λαός θα κάνει την επανάσταση. (Εύστοχο και επίκαιρο, θα το κρατήσω ως εισαγωγή για κάποιο προσεχές κείμενο).

Ο Χάγιος που ήταν σχεδόν συγκινητικός δεδομένων των περιορισμών, τονίζοντας τη στράτευση του Χαλβατζή στο κόμμα του (παρά τις ανοησίες που γράφτηκαν) και την επαναστατική στρατηγική, και το «μέτωπο ενάντια στον κυβερνητισμό». Τζανετακικό, οικουμενικό ή Τσιπρικό. Που μπορείς να το διαβάσεις ως μια γενική (αυτο)κριτική, του κόμματος για το ’89 και δική του για το ’12 και την περιβόητη φωτογραφία στη διερευνητική εντολή που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η Βαλαβάνη, που τα πιο πολλά τα είχε γράψει στον συγκινητικό της αποχαιρετισμό στον τοίχο της. Ο Κιάος, που έβαλε τις δικές του πινελιές. Και στο φινάλε ο γιος του Αλέκος, μακριά από την ξύλινη πεπατημένη, με αρκετό ζουμί και ζουμιά (συγκίνησης) σε διάφορα σημεία -όχι πάντα το ίδιο εύστοχα, αλλά σίγουρα ενδιαφέροντα. 

Έσπαγε η φωνή του, διάβαζε (πιο) γρήγορα για να το κρύψει, μίλησε για τις ανθρώπινες αδυναμίες του πατέρα του, όχι για να τον μειώσει, αλλά για να θέσει τις ανθρώπινες διαστάσεις του μεγαλείου του. Τον πατέρα του που έμαθε πως δεν πρέπει ποτέ να δείχνει αδύναμος, για να μην το αξιοποιήσει ο εχθρός, κρατώντας την ίδια στάση και στην αρρώστιά του -γιατί δεν υπάρχει τίποτα ακατόρθωτο για τους κομμουνιστές. Τον πατέρα του που είχε μια σειρά ιστορίες από το κίνημα, ζουμερές και διδακτικές, κι αν δεν τις έβαλε τελικά στο βιβλίο του, δεν ήταν λόγω εκφραστικής αδυναμίας, αλλά συνειδητή επιλογή, για λόγους σεμνότητας και επειδή πρότασσε πάντα το «εμείς». Για την οικογένειά του, που δε γνώρισε ποτέ πολυτέλειες: πήραν αμάξι και έγχρωμη τιβί απ’ τους τελευταίους (γιατί δεν ικανοποιούσαν κάποια ζωτική ανάγκη), πήραν όμως πριν απ’ όλους υπολογιστή, γιατί ήταν χρήσιμο εργαλείο (σαν μια σοσιαλιστική μικρογραφία, όπως -θα έπρεπε να- ήταν η Σοβιετία).

Και πολλά ακόμα, μεστά και απολύτως συγκινητικά. Δεν είμαι σίγουρος, όμως, αν άκουσα-κατάλαβα καλά ένα άλλο σημείο. Ότι ο πατέρας του είχε ένα είδος κατάθλιψης, πριν καν διαγνωστεί με καρκίνο, όταν κατάλαβε πως κάποια πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Που είναι μάλλον άδικη εκτίμηση, και πολιτικά μιλώντας, και για τον πολύχρονο αγώνα του πατέρα του ενάντια στον καρκίνο.

Τέλος πάντων, τίποτα - ποτέ δεν είναι άσπρο-μαύρο, αρκεί να μη γίνεται το άσπρο-μαύρο και ανάποδα. Και να ξεφύγουμε από τη λογική πως πραγματικά κόκκινοι ήταν μόνο κάποιοι βετεράνοι σύντροφοι, του παλιού καλού καιρού, με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Και είναι όντως ζήτημα ότι οι καιροί ου μενετοί, αλλάζουν απότομα, και κανείς δεν ξέρει αν μπορούμε να βρούμε άλλον σύντροφο, με το ήθος και την ακτινοβολία του πατέρα του -που ήταν ένα είδος πατέρα για όλα τα παιδιά της ΚΝΕ της εποχής του. 

Κι ας μην πιάσουμε το ζήτημα σε ποιον ανήκει ο Χαλβατζής, που ήταν συνυφασμένος με το κόμμα του. Τούτο το Κόμμα είναι δικό τους και δικό μας, (μα) δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει -όπως δεν μπόρεσαν το ’91. Και δεν μπορεί κανείς να πάρει μακριά τον Σπύρο, όσο υπάρχουν άτομα που τον θυμούνται και δεν τον παραδίδουν στη λησμονιά.

Ήταν εν κατακλείδι μια... ανοιχτή κηδεία, με ανοιχτή συγκέντρωση, και πολύ ανοιχτή σύνθεση, ένα βήμα από το να ανοίξουν οι ουρανοί. Και η μόνη δική μου ένσταση αφορά το ανοιχτό φέρετρο, στην αρχή της τελετής, γιατί ο σύντροφος ταλαιπωρήθηκε πολύ απ’ την επάρατη αρρώστια και ήταν σχεδόν αγνώριστος. Και δεν είναι αυτή η τελευταία εικόνα που θέλουν να έχουν από τον Σπύρο οι σύντροφοί του. Θέλουν να τον θυμούνται δυνατό και ακμαίο, όπως όταν γυρνούσε από την εξορία στη Γυάρο -με το γαρίφαλο και το ψάθινο καπέλο που του φόρεσαν.

Κι αν θέλουν να κρατήσουν κάτι ως τελευταία εντύπωση, ας είναι αυτή η εικόνα από το πλήθος που τον τίμησε, από τον στιγμιαίο έστω συντονισμό χιλίων ελπίδων και την «επανένωση» των παλιών Κνιτών, που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω τον ιστορικό χρόνο και να ξανασμίξουν πολιτικά-οργανωτικά, αλλά αν το έκαναν, θα ήταν μονάχα για τον Σπύρο, με τον ίδιο επικεφαλής, όπως τότε, στην ΚΝΕ του ’80. Δυνατή, ενωμένη και ωραία.

Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ραντεβού στα γουναράδικα

Όταν η Σύγχρονη Εποχή ανήγγειλε την κυκλοφορία των «Απείθαρχων», η πρώτη σκέψη -μακάβρια πλην αναπόφευκτη- ήταν μήπως ο σύντροφος μας αποχαιρετά και μας αφήνει ένα δώρο-βιβλίο ως παρακαταθήκη του. Δε φανταζόμασταν πόσο κοντινός θα ήταν αυτός ο αποχαιρετισμός. Ούτε μπορώ να ξέρω σε τι κατάσταση ήταν ο Χαλβατζής τις τελευταίες μέρες του. Πιστεύω όμως να πρόλαβε να δει το βιβλίο να κυκλοφορεί και να έφυγε με τη χαρά πως κέρδισε τη μάχη με τον χρόνο, σκαρώνοντας μια τελευταία απειθαρχία στον θάνατο.


Διαβάζοντας τους «Απείθαρχους», ίσως πιάσεις τον εαυτό σου να σκέφτεται εναλλακτικούς τίτλους για το βιβλίο. Στις πρώτες σελίδες είναι τόσο έντονο το στίγμα της Δυτικής Μακεδονίας και της πόλης της Καστοριάς, με τις βιοτεχνίες για την κατεργασία της γούνας, που είναι δύσκολο να μη σκεφτείς τον αποχαιρετισμό του Άρη, «ραντεβού στα γουναράδικα», στην κυριολεξία του. Κι όσο προχωράς στις περιγραφές της δύσκολης μεταπολεμικής περιόδου, καχεκτικής και γκρίζας, γεμάτης καταστολή, εξορίες, συλλήψεις και φυλακίσεις, σκέφτεσαι συνειρμικά τα «Πέτρινα χρόνια», που σμίλεψαν τον χαρακτήρα των πρωταγωνιστών τους. Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά...

Ο Χαλβατζής διάλεξε ως τίτλο τους «απείθαρχους», για να τιμήσει στο οδοιπορικό του όσους δε συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις. Κι είναι κάπως ειρωνικό ότι ο τίτλος έρχεται σε «αντίθεση» με την αταλάντευτη πειθαρχία, που ήταν από τις σπουδαιότερες αρετές του συγγραφέα. Πειθαρχία όχι στην εκάστοτε κυβερνητική αρχή και εξουσία, αλλά στις αρχές και τα ιδανικά των κομμουνιστών, που διέπουν τη ζωή τους και της δίνουν νόημα. Και είναι ακόμα πιο ειρωνικό που κάποιοι διάλεξαν να τον ψέξουν για αυτό ακριβώς -δηλαδή την πειθαρχία στις αρχές και το κόμμα του. Αλλά περισσότερα γι’ αυτό, λίγο παρακάτω.

Πριν καν πάρω το βιβλίο, είδα τα σχόλια πολλών συντρόφων που έσπευσαν να το διαβάσουν, το ρούφηξαν και το συνιστούσαν συγκινημένοι στους υπόλοιπους. Τώρα που το έχω διαβάσει, συμφωνώ και το συνιστώ αλλά με έναν αστερίσκο. Το οδοιπορικό του Σπύρου δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, ένα εύκολο ανάγνωσμα για τον αμύητο αναγνώστη, μια συλλογή απομνημονεύματα και ανέκδοτα του αγώνα, για να γελάσει ή να συγκινηθεί το ευρύ κοινό. Δεν είναι πχ σαν τα σπαρταριστά ευτράπελα της Μακρονήσου κι άλλων τόπων μαρτυρίου, ένας θησαυρός που μας άφησε ο Φαρσακίδης, δείχνοντας πως το γέλιο μπορούσε να γίνει όπλο ενάντια στην καταπίεση. Έχει πολλές δυνατές στιγμές, όπως τη συγκλονιστική ιστορία στο προοίμιο, με την οικογενειακή φωτογραφία για τον κρατούμενο πατέρα τους, που την πέταξε στα σκουπίδια η λογοκρισία της ασφάλειας, για να φτάσει ξανά στα χέρια τους μετά από πολλά χρόνια. Αλλά δεν είναι μια συλλογή από τέτοιες ψηφίδες, γιατί τον ενδιαφέρει η ανάλυση περισσότερο από τις δικές του εμπειρίες.

Προσωπικά, κάποια κεφάλαια του βιβλίου μού θύμιζαν πολιτική εισήγηση ή το πρώτο βιβλίο του Σπύρου για την πορεία της νεολαίας -τον καιρό που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ. Κι ενώ σκεφτόμουν μήπως είμαι λίγο σκληρόπετσος και αντιδραστικός -που πάει κόντρα στο ρεύμα της συγκίνησης-, θυμήθηκα κάτι που μου είχαν πει για κάποιους παλιούς σφους, που δυσκολεύονται πολύ να μιλήσουν για τα προσωπικά τους βιώματα και σιχαίνονται την περιαυτολογία, για λόγους σεμνότητας, μα κυρίως πολιτικούς. Κι αυτό βασικά είναι ένας λόγος να θαυμάζεις, ακόμα περισσότερο, τον Χαλβατζή. Γιατί δεν ήθελε να μιλάει ή να γράφει για να εντυπωσιάσει το κοινό του, ούτε σε α’ ενικό πρόσωπο, βάζοντας το «εγώ» ξέχωρά ή μπροστά από το «εμείς». Μόνο στο κεφάλαιο για τη στρατιωτική του θητεία ξεφεύγει λίγο από τον κανόνα και διηγείται αρκετά βιωματικά περιστατικά. Και αυτό δεν είναι αρνητική κριτική, αλλά το μεγαλύτερο παράσημο για τον χαρακτήρα του.

Ο θάνατος του Χαλβατζή προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα συγκίνησης, σε σφους, φίλους και αντιπάλους. Πάντα βέβαια κάποιοι παινεύουν τους κομμουνιστές που φεύγουν, για να θάψουν τους ζωντανούς που μένουν πίσω, εδώ όμως δεν αμφιβάλλει κανείς για την ειλικρίνεια της συγκίνησης και των αντιδράσεων -ακόμα και από ανθρώπους που δε θα το περιμέναμε ίσως. Πώς εξηγείται αυτό;

Ο σύντροφος ήταν ίσως ό,τι πιο κοντινό υπήρξε στον ορισμό του Χικμέτ για τον κομμουνιστή: αγάπη από την κορφή ως τα νύχια. Το έδειχνε στην πράξη, συγκεντρώνοντας τις καλύτερες αρετές της ιδεολογίας μας και -κατά έναν τρόπο- της απήχησης του κόμματος. Τον Χαλβατζή -όπως και το ΚΚΕ- τον εκτιμούν πολλοί, τον θαυμάζουν για τη συνέπειά του, αλλά δεν είναι σε θέση να τον ακολουθήσουν στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε.

Δε θα μπορούσαν βέβαια να λείπουν κάποιες παραφωνίες στον μαγικό βόθρο των ΜΚΔ. Κάποιος νάρκισσος έβαλε μια δική του φωτογραφία που είχε και λίγο Χαλβατζή σε μια ακρούλα, κάποιος χαλβάς έριξε μια σπόντα για την τύχη της Τυποεκδοτικής και την απόδοση ευθυνών, ένας άλλος βρήκε λέει αφορμή να θυμηθεί μια παλιά επιστολή του Αλέκου Χαλβατζή (για τους λαθρεπιβάτες στο τιμόνι της ηγεσίας). Κάποιος τον αποχαιρέτησε ως «ξύλινο» πλην «ανοιχτόμυαλο κομματόσκυλο», άλλος διάβαζε τις διαφωνίες του ΣΧ στο βλέμμα του, ενώ ένας έγκυρος ασφαλίτης έγραψε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ φοβόταν τον Σπύρο, αλλά αυτός ήταν κομματικός και πειθαρχημένος με την κακή έννοια. Πολύ θα ήθελαν να βρουν ένα στοιχείο, ένα παράπονό του, μια υποψία πικρίας του Χαλβατζή για να πατήσουν, αλλά δε βρήκαν το παραμικρό και αναγκάστηκαν να τα βγάλουν από την κοιλιά τους.

Από μια άποψη, πάντως, όλοι αυτοί είναι (πιο) ειλικρινείς. Δε θα αφήσουν τον «τυχαίο θάνατο ενός κομμουνιστή» να αλλάξει το κόμπλεξ και τα πολιτικά τους σύνδρομα για το κόμμα του. Ίσως είναι πιο ειλικρινείς από αυτούς που έχουν αλλεργία στο ΚΚΕ αλλά σου λένε ότι ο Χαλβατζής ήταν διαφορετικός, από αυτούς που βγάζουν χολή για το Χημείο και τα «ΚΝΑΤ», αλλά αγαπάν τον Σπύρο, που ήταν γραμματέας της ΚΝΕ εκείνα τα χρόνια.

Ίσως όλοι αυτοί να αγαπούσαν ειλικρινά τον Σπύρο, αλλά θα προτιμούσαν να μην είναι κομμουνιστής -δηλαδή το βασικό του γνώρισμα που τον έκανε ανθρώπινο, ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Όπως θα ήθελαν και ένα ΚΚΕ του χεριού τους, όχι τόσο «ξύλινο», πειθαρχημένο και -εν τέλει- κομμουνιστικό.

Ίσως τώρα να συγκινήθηκε και ο Πιτσιρίκος -που μπορεί να έχει αγάπη μόνο στους νεκρούς κομμουνιστές, όπως τόσοι άλλοι με νηπιακή πολιτική σκέψη. Ίσως πάλι να φταίει ότι δεν κατάλαβε ποτέ το «μου γαμάς τη συζήτηση» του Σπύρου και τη διακριτική γοητεία των κομμουνιστών αυτής της γενιάς, του κόμματός τους και του Φεστιβάλ -όπου λογικά ο ΣΧ θα έχει την τιμητική του. Και αν θέλαμε να παραφράσουμε το «χιουμοράκι» του Πιτσιρίκου, θα λέγαμε:

Σπύρο Χαλβατζή, θα γελούσες αν μπορούσες να το διαβάσεις αυτό το κείμενο. Εν τω μεταξύ, ήσουν η χαρά της ζωής και τώρα διάφοροι πεθαμένοι με μικρόφωνα σε ΜΜΕ μαφιόζων σε μοιρολογάνε και θέλουν να «προστατεύσουν τη μνήμη σου» -ενώ σε ξέσκιζαν όσο ζούσες...

Αλλά μια αναφορά σε τέτοια άτομα μάλλον «γαμά την ανάρτηση» -κι αν δεν ήταν ο απών φέτος Ζάρα δε θα μας απασχολούσε καθόλου. Αλλά το βασικό ζητούμενο είναι άλλο -και πολύ πιο ουσιαστικό. Να γίνουν κανονικά οι βιβλιοπαρουσιάσεις των «Απείθαρχων», για να δούμε αν μπορούν όντως να δακρύσουν οι πέτρες και τα τσιμέντα. 

Αντί επιλόγου ένα μικρό απόσπασμα από τους «Απείθαρχους», από τη στρατιωτική θητεία του Σπύρου Χαλβατζή, που δείχνει ότι μόνο ξύλινος δεν ήταν -μάλλον πέτρινος και αλύγιστος.

(...) Την επόμενη μέρα ο Καράγιωργας, ταγματάρχης, διευθυντής του Α2, κάλεσε τους πρώην εξόριστους. Ύστερα από τη σχετική «περιποίηση», δηλαδή έναν άγριο ξυλοδαρμό, για το επεισόδιο της προηγούμενης μέρας κατά την επιθεώρηση, φώναξε με αγριάδα νέες απειλές: «Τώρα, αυτήν τη στιγμή, κάθισε και γράψε ένα γράμμα στη Φωνή της Αλήθειας και να πεις στους κομμουνιστές συντρόφους σου εκεί στο σιδηρούν παραπέτασμα ότι όσο είναι ο Καράγιωργας ταγματάρχης του ελληνικού στρατού, ο κομμουνισμός δε θα επικρατήσει στην Ελλάδα». Και η απάντησή μου: «Κύριε ταγματάρχα, μπορεί ως τότε εσείς να έχετε γίνει υποστράτηγος». «Έξω, κάθαρμα, έξω εγκληματία, κομμουνιστή... πάρτε τον...», ήταν το παραλήρημα του ταγματάρχη του Α2 της Τρίπολης για εκείνη την απάντηση.