Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ή μήπως είμαστε γεροί κομμουνιστάδες;

Άνοιξε αυτό το κουτί... είπε η Πανδώρα στη μικρή Παρασκευούλα, για την οποία υπάρχουν τόσοι αστικοί μύθοι που είναι πλέον βέβαιο πως δε θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια. Εκτός αν διαβάζουμε Ριζοσπάστη. Κάτι που ισχύει και για το διοπτροφόρο κορίτσι που, ενήλικας πια, δεν έχει λόγο να πείθεται από φαιδρές πολιτικές ή από φιγούρες - παραμυθάδες, που της λένε, στη γραμμή του ΣΙ (Τζιπίνγκ) και του ΤΙΝΑ, πως σήμερα στην ΕΕ ζούμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα και νανουρίζουν το πόπολο για να μην ξυπνήσει.

Κι αν πιστεύει κάποιον από την οικογένεια Σοφιανού, αυτός είναι μόνο ο Νίκος -από το Πολίτ Μπιρό- που πρέπει να είχε γκριζάρει από τότε που ήταν στην ηλικία της Παρασκευούλας, με τα ζόρια της ανασυγκρότησης της ΚΝΕ και τα απόνερα της «Ανασυγκρότησης» του Σημαδεμένου Γκόρμπι. Αλλά δεν περίμενε να ασπρίσουν τελείως τα μαλλιά του για να δει μια άσπρη μέρα και μπήκε στην ΚΝΕ για να αλλάξει τον κόσμο, με συγκάτοικο τον (υ)περαστικό Βουρνούκιο, που μπορεί να σου κάνει το άσπρο-μαύρο -αρκεί να πιάνει τα ποντίκια που πήδηξαν από το καράβι το ’91, νομίζοντας πως βουλιάζει και κρίνοντας εξ ιδίων τα ναυάγια της ταξικής πάλης.

Αλλά εμείς δεν είμαστε προσωποκεντρικό κόμμα, με έρωτα για δημοφιλία και αξιώματα, οπότε δεν έχει σημασία η κατανομή των χρεώσεων, ποιος θα είναι στη Βουλή, ποιος θα πιάνει ποντίκια ή πουλιά στον αέρα, ποιος θα κάνει τον Ρούχλα στα ντραμς, τον Φιόγκο, και ποιος θα καθαρίζει σκάλες στον Περισσό, δίπλα στην Αλέκα.


Λέγαμε λοιπόν, Παρασκευούλα, πως πρέπει να διαβάζεις τον Ρίζο. Όπου χτες μπορούσες να δεις καυτό ρεπορτάζ για τα μικρά παιδιά που ξεναγούνταν στο Σκοπευτήριο, έπαιρναν τα χωνιά του ΕΑΜ και φώναζαν «σας μιλάει η ΕΠΟΝ», ανασκαφές και πρόβες του μέλλοντός μας. Το Σάββατο κυκλοφορεί με την Πολιτική Απόφαση του Συνεδρίου που έχει πάντα ενδιαφέρον. Αλλά το πιο ζουμερό φύλλο ήταν το ΣΚ που μας πέρασε, από το οποίο η κε του μπλοκ σταχυολογεί μερικά ενδιαφέροντα άρθα και σημεία.

Φα δίεση ο Φιόγκος

Πρώτη στάση, οι «Επαναπροσδιορισμοί» από τον Γ. Μαργαρίτη, για τους 200, την Κατοχή, τον «αγαπημένο του» Μενέλαο Χαραλαμπίδη (που προωθεί με ζήλο και σοσιαλδημοκρατικές πλάτες -ΑΣΚΙ, Χάρης Δούκας- τη δημιουργία -επιτέλους!- ενός Μουσείου Εθνικής Αντίστασης) και τους Έλληνες που εισέβαλαν στη χώρα μας...

Αν δεν είσαι πολύ μυημένος, μπορεί να υποδεχτείς θετικά ή με ενθουσιασμό όσα λέει-γράφει ο Χαραλαμπίδης, που έχτισε αρχικά ένα καλό όνομα με τους ιστορικούς περιπάτους που διοργανώνει κατά καιρούς στο κέντρο της Αθήνας και είδε τη φήμη του να απογειώνεται με τη μελέτη του για τους «Δωσίλογους», που έχει σταθερά μια θέση στη λίστα με τα ευπώλητα βιβλία -ειδικά στη θεματική κατηγορία του- και έγινε «viral» σε ΜΚΔ, ακόμα και μεταξύ συντρόφων -αν και πάντα υπάρχει το ζήτημα πόσοι ποζάρουν με ένα βιβλίο, χωρίς να το διαβάζουν ή να κατανοούν το περιεχόμενο.

Ακόμα κι αν περνιέσαι για σχετικά μυημένος -στα προάστια της Ιερουσαλήμ, προς την πλευρά της Δυτικής Όχθης-, όπως η κε του μπλοκ πχ, μπορεί να βρεις αν μη τι άλλο ενδιαφέροντα τον όρο «ελληνική κατοχή», με την έννοια πως διαχωρίζεται από τα εθνικά αφηγήματα του συρμού για το έθνος μας που υποδουλώθηκε και αντιστάθηκε σύσσωμο και ενιαία, τονίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στο έθνος των εκμεταλλευτών και το έθνος των καταπιεσμένων και ότι οποιαδήποτε κατοχή χρειάζεται πρόθυμους ντόπιους συνεργάτες για να στερεωθεί. Αλλά ένα επιχείρημα με ταξικό πρόσχημα, λέει ο Μάργκαρετ, δεν υπηρετεί πάντα σκοπούς από την ταξική πλευρά της ιστορίας.

Εν προκειμένω η κριτική-πολεμική του στον Χαραλαμπίδη δε γίνεται γιατί... «μπλέκεται στα δικά του χωράφια», της δεκαετίας του ’40 -όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος ανυποψίαστος. Αφορά ένα επικίνδυνο αφήγημα που επιχειρεί να βγάλει λάδι τη Ναζιστική Γερμανία για τις κτηνωδίες της Κατοχής, φορτώνοντας την ευθύνη σε κατώτερους αξιωματούχους ή τους ντόπιους συνεργάτες τους. Και έχει μια σειρά πολιτικές προεκτάσεις, από τις πολεμικές αποζημιώσεις -που δε χρειάζεται να καταβληθούν για τέτοια λάθη... «τρίτων»-, μέχρι και την πιθανή -αν όχι επικείμενη- αναψηλάφηση της δίκης της Νυρεμβέργης. και πάντα, σε τελική ανάλυση, τον Πόλεμο της Μνήμης και την οργανωμένη επιχείρηση ξεπλύματος των Ναζί, που έχουν βγει από τον τάφο τους και διεκδικούν την ιδεολογική ηγεμονία σε έναν κόσμο που σαπίζει. Κάτι ανάλογο προωθεί άλλωστε, με λιγότερο εκλεπτυσμένο τρόπο, και ο Χανδρινός, που θα μας απασχολήσει στην επόμενη ενότητα (του Ρούχλα).

Όσο για τη δημιουργία ενός κρατικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης (επιτέλους!), που αγνοεί σκόπιμα την ύπαρξη άλλων (στην Καισαριανή, το Περιστέρι κτλ) ή το πρόσημο της πολιτικής διαχείρισής του από το κράτος (που δεν έχει συμπεριλάβει ούτε λέξη για την Αντίσταση στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ή στο Μνημείο Πεσόντων στο ΓΕΕΘΑ) δε θέλει πολλή φαντασία (στην εξουσία) για να μαντέψει κανείς τι μηνύματα (συμψηφισμών και συμφιλίωσης) θα περνάει. Λίγο ΕΑΜ, λίγο ΠΕΑΝ, λίγο ΕΔΕΣ, λίγο Χίτες -λέει ο Μαργαρίτης-, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και όλα μαζί στο μίξερ, προσθέτουμε εμείς, οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά. 

Ή μήπως είμαστε...; 

Και ο Ρούχλας είναι Λα 


Δεύτερος σταθμός μας στον Ρίζο ο Κώστας Σκολαρίκος, υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της Κετουκε, με διπλή παρουσία σε αυτό το φύλλο. 

Ξεκινάμε με την απάντηση σε μια αθλιότητα. Μπορεί οι ασυναρτησίες του ΙΧ, σε ρόλο Ρούχλα, να μην αντέχουν σε ιδιαίτερη κριτική και να απαιτεί πολλαπλάσια έκταση η αναίρεσή τους -όπως κάθε ακροδεξιά μουσμουλιά, παρόλα αυτά ο Σκολαρίκος κάνει μερικές χρήσιμες υπενθυμίσεις -πχ ότι ο ΕΔΕΣ δεν είχε απλώς ασυλία στην Κατοχή, για να απομονωθεί το ΚΚΕ, αλλά στελέχωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, (δείχνοντας πόσο λεπτή ήταν η γραμμή που χωρίζει κάποιους «Αντιστασιακούς» από τον δωσιλογισμό, που αντιστεκόταν με συνέπεια στο ΚΚΕ) ή ότι το ΚΚΕ δεν είναι απλώς μια παλιά ιστορία γεμάτη ουτοπία και συναίσθημα.
Και βασικά μας δίνει μερικές ενδιαφέρουσες -σχεδόν ψυχαγωγικές- πληροφορίες για τη μελέτη του ΙΧ για την ΟΠΛΑ -που ομολογώ πως αγνοούσα, όσο μυημένος και αν νόμιζα πως είμαι. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει επαρκές αρχειακό υλικό για την ΟΠΛΑ, λόγω της συνωμοτικής φύσης της οργάνωσης -για την οποία δεν είναι γνωστή καν η ημερομηνία ίδρυσής της- και όχι επειδή το ΚΚΕ κρατάει κλειστά-κρυφά τα αρχεία του. Και μολονότι αυτό επισημάνθηκε στον Χανδρινό, αυτός πίστευε ότι είχε βρει έναν πιασάρικο τίτλο και θέμα, για να προχωρήσει το βιβλίο του, που τελικά δε συνεισέφερε πολλά στην ιστορική έρευνα και μόνο ένα μικρό μέρος του αφορούσε όντως την ΟΠΛΑ.

Προς επίρρωση των παραπάνω, να προσθέσω την έλλειψη σχετικών μαρτυριών από τα επιζήσαντα μέλη της οργάνωσης, όχι επειδή δε βρέθηκε κάποιος ιστορικός ή δημοσιογράφος να τις καταγράψει, αλλά επειδή αρνούνταν επίμονα οι ίδιοι να μιλήσουν για τη δράση τους, ακόμα και σε συντρόους. Μια στάση που συμπυκνώνεται αρκετά καλά σε μια διάσημη φράση από το Fight Club: First rule of OPLA is: You do not talk about OPLA! Second rule of OPLA is: You do not talk about OPLA. Κοκ... 

Ο Σεβαστιανός διηγείται στη γραμμή του Σι

Το άλλο άρθρο του Σκολαρίκου είναι για τη 2η Ολομέλεια, που άνοιξε τον δρόμο για την ένοπλη πάλη και τη δημιουργία του ΔΣΕ, έναν χρόνο ακριβώς μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, για να περνάει και σημειολογικά το μήνυμα. Με το άρθρο αυτό εγκαινιάστηκε στον Ρίζο μια θεματική ενότητα (με άρθρα, ντοκουμέντα κτλ) για τα 80χρονα του ΔΣΕ, που σε θυμικό - συμβολικό επίπεδο μπορεί να κορυφωθεί με μια λιτή εκδήλωση στο Λιτόχωρο, στα τέλη του μήνα. Και σε πιο ουσιαστικό επίπεδο να καταλήξει σε άλλον έναν τόμο (συλλογικό ή μονογραφία) για τον ΔΣΕ και να γίνει σημείο αναφοράς, χωρίς τα μειονεκτήματα που μπορεί να είχε η έκδοση για την «Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ», με τη σφραγίδα του ΓΠ.

Εν συντομία το άρθρο -και η Κετουκε- εκτιμά πως τις αρχές του ’46 είχαν διαφανεί τα αδιέξοδα της «δημοκρατικής λύσης» δια της ομαλότητας, ενώ δεν είχε ανατραπεί ο συσχετισμός δύναμης υπέρ του ΕΑΜ, σε μια σειρά επίπεδα (πχ ΓΣΕΕ με την πρωτιά του ΕΡΓΑΣ). Διαπιστώνει συνεπώς ότι υπήρχα ευνοϊκές συνθήκες αλλά και διαμορφωμένο επιτελικό σχέδιο -όπως αναφέρει η σχετική έκθεση του Κικίτσα- για να επιλεχθεί ο δρόμος μιας ένοπλης γενικής εξέγερσης. Το ΚΚΕ στράφηκε όμως σε άλλους δρόμους, υπό το βάρος της αποθαρρυντικής στάσης των Σοβιετικών, που είχαν τη γνώμη πως το ΚΚΕ έπρεπε να πάρει μέρος στις εκλογές και μετά... «βλέποντας και κάνοντας». Το Κόμμα δεν ακολούθησε τυφλά τη συμβουλή, προσπάθησε να ισορροπήσει σε ένα ναρκοπέδιο από αντιθέσεις και αντικρουόμενες γραμμές, αντιμετώπισε δυσκολίες και είχε αντιφάσεις. Κι αν εμείς τώρα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, ασκούμε κριτική, δεν είναι γιατί αγνοούμε τα παραπάνω, αλλά για να αντλήσουμε διδάγματα και να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, σε εξίσου δύσκολες, πρωτότυπες συγκυρίες.

Όπως λέει και η κατακλείδα του άρθρου:

Η 2η Ολομέλεια θα φέρει πάντα την τιμή ότι ήταν αυτή που εγκαινίασε την τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, η οποία απέδειξε ότι οι όποιες υποχωρήσεις του ΚΚΕ το προηγούμενο διάστημα δεν οφείλονταν σε συνειδητό συμβιβασμό με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και θα αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα στη στρατηγική του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. 

Βρε μήπως είμαστε...;

Και στο Μι τραγουδάει παραμύθια η Μελιά

Τρίτος και τελικός γύρος, το άρθρο του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κετουκε, που απαντά στη συκοφαντική επίθεση και τη διαστρέβλωση των θέσεών του από ΚΕΚΡ και ΚΚΡΟ -κάποτε για το ΚΕΚΡ θα ήταν λόγος ανησυχίας από μόνη της η σύμπτωση απόψεων με τους... κομμουνιστές του Ζουγκάνοφ, αλλά οι πάλαι ποτέ σφοι έχουν ευθυγραμμιστεί ακόμα και με την πολεμική μηχανή του Πούτιν, μιλώντας πχ για τον αντιφασισμό μιας κατά τα άλλα ιμπεριαλιστικής δύναμης -όπως την έχουν χαρακτηρίσει οι ίδιοι- και μια... αντι-ιμπεριαλιστική πλατφόρμα με άλλες αστικές δυνάμεις.

Στο άρθρο το Τμήμα ΔΣ παρουσιάζει ένα σύντομο ιστορικό για τη συγκρότηση της κομμουνιστικής πρωτοβουλίας και τις διεθνείς συναντήσεις με άλλα κόμματα (ΔΣΚΕΚ), το δίκτυο Solidnet για την ανταλλαγή συντροφικών απόψεων, αλλά και την πολιτική-οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που επιδεινώθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις αποκλίνουσες γραμμές που διαμορφώθηκαν στο εσωτερικό του. Παράλληλα απαντά με πολύ γλαφυρό τρόπο στη συκοφαντική επίθεση των ρωσικών κομμάτων περί λογοκρισίας στο Solidnet και προσπάθειας του ΚΚΕ να παρέμβει στο εσωτερικό τους, για να τα διασπάσει. 

Συγκεκριμένα λέει ότι δημοσιεύονται εδώ και 27 χρόνια όλες οι αποφάσεις των Κομμάτων, χωρίς κανένα πρόβλημα, με εξαίρεση τη στάση του ΚΕΚΡ, που παραβιάζει τις αρχές λειτουργίας του δικτύου και το χρησιμοποιεί για να συκοφαντήσει άλλα ΚΚ, ενώ παράλληλα δηλώνει δημόσια την πρόθεση να στήσει άλλα δίκτυα με «πατριωτικές» και «αντιφασιστικές» δυνάμεις.

Δε μας πέφτει λόγος σε αυτό. Ας προχωρήσουν με όσους συμφωνούν σε κάτι τέτοιο, αλλά δε χρειάζεται ως άλλοθι για τις ενέργειές τους να προσπαθούν να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ και το Solidnet, το οποίο οι ίδιοι έχουν αξιοποιήσει για χρόνια.

Όσο για την κατηγορία του διεθνούς φραξιονισμού του ΚΚΕ, για να διασπάσει άλλα κόμματα, το άρθρο σημειώνει τα εξής.

Δεν ευθύνεται το ΚΚΕ όταν κομμουνιστές, αηδιασμένοι από την πολιτική της ταξι΄κης συνεργασίας που ακολουθούν κάποια κόμματα, τα εγκαταλείπουν και επιδιώκουν να συγκροτήσουν πραγματικά κομμουνιστικά μαρξιστικο-λενινιστικά κόμματα.

Σε πιάνει μια αηδία, που θα έλεγε και μια πατριωτική ψυχή...

Στο τέλος το Τμήμα ΔΣ παραθέτει εύστοχα μερικούς άξονες που είναι κριτήριο για τη δράση κάθε ΚΚ.

Ή μήπως είμαστε γεροί κομμουνιστάδες;


Οπότε, συναγωνίστρια Παρασκευούλα, για να το μαζεύουμε -τα κείμενα της κε του μπλοκ έχουν την τάση να ξεχειλώνουν εύκολα, όπως θα έχεις διαπιστώσει ίσως- και να απαντήσω στο παραφρασμένο αρχικό σου ερώτημα. Δεν είναι πως βγάλαμε το κομμουνιστόμετρο και βρήκαμε ότι μόνο εμείς είμαστε γεροί κομμουνιστάδες -εμείς, εμείς, οι μόνοι συνεπείς. Είναι βασικά πως δε φταίμε εμείς για την πολιτική κατάντια άλλων -κομμάτων, ιστορικών που ζήλεψαν τη δόξα του Παπαρατσένκο, του Γκόρμπι κοκ.

Αλλά ακόμα κι αν σε έχουν πείσει τρελοί παραμυθάδες για την κρίση του ΚΚΕ, αρκεί να ρίξεις μια ματιά στη δική τους πορεία για να το ξανασκεφτείς καλύτερα. Να αρχίσεις να σκέφτεσαι έξω από του κουτιού τα παραμύθια, για να μάθεις την αλήθεια πως «ένα πεντάγραμμο, δύο πολιτικές». Και -γιατί όχι;- να προσεγγίσεις στην τελική το ΚΚΕ. Μη φοβάσαι, να το μυρίσεις θέλει.

Ή μήπως είμαστε...;

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ανησυχώ για σένα, ανησυχώ

Ό,τι δεν μπορείς να αγκαλιάσεις, συκοφάντησέ το, για να το μειώσεις -χρυσός κανόνας για ΜΜΕ και τρολ του διαδικτύου. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Δεν είναι πολύ εύκολο να διακρίνεις δημοσιογράφους από τρολ -ποιος δίνει γραμμή στον άλλον. Κι η καλύτερη συκοφαντία, πολλές φορές, είναι να αγκαλιάσεις ασφυκτικά κάτι, μέχρι πνιγμού, για να το φέρεις στα μέτρα σου.

Εσείς γνωρίζατε πχ ότι το ΚΚΕ καπέλωσε τις συγκεντρώσεις του Σαββάτου; Και τον Σύλλογο των θυμάτων που «απέκλεισε» την Καρυστιανού; Και τον Ασλανίδη που έλεγε «δε μας αξίζει τέτοια πατρίδα»; Και τον Παπαγγελή που έλεγε για τη «νίκη της δημοκρατίας»; Και τον Πάνο Ρούτσι που είπε για τον απεργό πείνας στα Προσφυγικά; Και τη Μιρέλα Ρούτσι, που έλεγε πως η διαφορά γίνεται μέσα μας (βρες τον εαυτό σου); Και τη Βούλγαρη, τη μητέρα του μηχανοδηγού της εμπορικής, που παρέμεινε σιωπηλή επί τρία χρόνια (περιμένοντας το καπέλο του ΚΚΕ ίσως); Και τον Συριζαίο Γενηδούνια και την φοιτήτρια από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που είπε για κρατικό σιδηρόδρομο; Αυτό πια δεν είναι καπέλο, αλλά ουσάνκα της KGB που τους χωράει όλους!


Ήταν μάλιστα τόσο έμμεσο, σατανικό καπέλωμα, που κατάφερε να το κάνει στα μουλωχτά, χωρίς κομματικές σημαίες, πανό και πλακάτ, όπως όλες οι υπόλοιπες οργανώσεις -που καπελώθηκαν. Το κατάφερε απλά και μόνο με τους ομιλητές: τον Μπεκρή και τον Στεφανάκη από τα Σωματεία, τον Τσακλίδη από τους σιδηροδρομικούς και τη Βασάρα στη Θεσσαλονίκη. Ακούς εκεί να λένε για τις ευθύνες της ΕΕ και όχι για τη σύμβαση 717 ή για τη διαφθορά; Γούστο τους, καπέλο τους...


Αν το ΚΚΕ ήταν χιουμοριστική σελίδα στο ΦΒ, θα έγραφε κάπου «δεν πουλάμε καπέλα» -όπως το ποδοσφαιρικό Sombrero. Ούτε καν εργατικές τραγιάσκες, που κάποτε τις πετούσε ο λαός στον αέρα ενθουσιασμένος, ενώ σήμερα τις έχουν οι σύγχρονοι Peaky Blinders για να κρύβουν το πλατύ λαϊκό τους μέτωπο.

Καπελωμένος αλλά αηδιασμένος λοιπόν ο κυρίαρχος λαός, γύρισε την πλάτη του στο χτεσινό κάλεσμα για την επέμβαση στο Ιράν. Μια κινητοποίηση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σφων από την επαρχία, που πάσχουν από αστυφοβία και τους κουράζουν οι μεγάλες αποστάσεις. Σύντομη διαδρομή (Μέγαρο-Πρεσβεία), χωρίς προσυγκεντρώσεις και ομιλίες ή προεκτάσεις στην Ισραηλινή Πρεσβεία.

Οι σφοι κάνουν αλυσίδα με μέτωπο στα ΜΑΤ και το Bauhaus κτίριο του Γκρόπιους. Στη νεκρή ζώνη σουλατσάρει ένας Πέρσης, φασκιωμένος με μαντίλες και καπέλο (εκ των ων ουκ άνευ) και μια ιρανική σημαία, εκτός γραμμής. Δίπλα του μια συμπατριώτισσά του, με τη μορφή ενός χαμένου Ιρανού ηγέτη (από τους δεκάδες τέτοιους) και ένα σύνθημα στην άλλη πλευρά του πλακάτ. «Αμ εμείς θα την φτιάξουμε την αντι-ιμπεριαλιστική οργάνωση με τους BRICs, Χαμένε(ϊ), α χαμένε». (Υγ: με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι είναι ηγέτης της Χαμάς τελικά ο απεικονιζόμενος).



Αν έπιαναν κάποιο δημιουργικό στιγμιότυπο, όπως στη Νίκαια, τα τρολ του Μαξίμου, θα γλεντούσαν για το ΚΚΕ που συναθροίζεται με μουλάδες (και μουλούδες, που ήταν στην ουρά της σύντομης πορείας). Αλλά μην περιμένεις πρωτοτυπία και φαντασία από τρολ που παίρνουν γραμμή από την Ομάδα Αλήθειας.

Πλησιάζει τη μικρή ομήγυρη μια μαρκουτσοφόρος, οπλίζει και απασφαλίζει: «Ανησυχείτε για την κατάσταση;» Την αφήνουμε στα θυμόσοφα χείλη του σφου με το Λαϊκό στιλ και την βαθιά καφενειακή μόρφωση, που κολυμπά στις μάζες (κι ας μη φορά τραγιάσκα), ενώ εσύ αναλογίζεσαι τις πιθανές απαντήσεις του απόντος εκλογικού πτώματος.

Κάποιοι θα ανησυχούσαν πχ για τις μεγάλες μάχες του Κόλπου του πρωταθλήματος, γιατί η Κυριακή είναι μέρα ιερή, αφιερωμένη στον Κύριο (πρόεδρο της ομαδάρας) και τη στρογγυλή θεά. Οι πιο «ψαγμένοι» ανησυχούν για τους παίκτες και την εφηβική ομάδα που εγκλωβίστηκαν στα Εμιράτα ή για το πρόγραμμα της Φόρμουλα 1, που έχει Γκραν-Πρι σε Μπαχρέιν, Σαουδική Αραβία κτλ. Και το όπιο αυτό δε σου αφήνει δίαυλο επικοινωνίας, ούτε καν για την προκλητική συμμετοχή των ομάδων του Ισραήλ πχ στην Ευρωλίγκα και την ασυλία των ΗΠΑ που συνδιοργανώνουν το επόμενο Μουντιάλ.

Άλλοι ανησυχούν συγκρατημένα, αλλά καταπίνουν λίγο-λίγο το δηλητήριο, σαν το μαρτύριο της σταγόνας, νομίζουν πως το συνηθίζουν και μπερδεύουν την απάθεια με την ανοσία. Παθαίνουν μικρά, ελεγχόμενα σοκ για τον πόλεμο των 12 ημερών, την απαγωγή του Μαδούρο, τις βλέψεις για τη Γροιλανδία, τη γενοκτονία στη Γάζα, τον Χαμενεΐ και τις 150 νεκρές μαθήτριες. Αλλά μετά από λίγο τα συνηθίζουνε και αυτά -δε μας τρομάξαν αρκετά, που έλεγε και ο Λουκιανός- και η ζωή συνεχίζεται, μαζί με τον θάνατο. Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά...

Μα ο πόλεμος δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις. Είναι και χαβαλές στον τοίχο σου, στα ΜΚΔ. Αν η σάτιρα είναι ο πιο αιχμηρός τρόπος να πεις την αλήθεια, ο χαζοχαρούμενος χαβαλές είναι ο πιο επώδυνος τρόπος να αποδεχτείς την κτηνωδία, να την κανονικοποιήσεις σαν κομμάτι της καθημερινότητας, ένα γεγονός σαν όλα τα άλλα. Κι ενώ το Τουίτερ πέρασε όμορφα και ευτυχισμένα χρόνια με το «Κιμ, πάτα το κουμπί», τώρα φτάνουν τελικώς στο συμπέρασμα πως είναι ο μόνος που δεν το πάτησε!

Άλλοι νιώθουν μια σταγόνα ιδρώτα να κυλά στο τύμπανο του αυτιού τους, καθώς δυναμώνουν τα τύμπανα του πολέμου, πχ γιατί μένουν στη Σούδα. Όχι πως συμφωνούν με τους «γραφικούς» και το πανό τους στον Φάρο της πόλης για απεμπλοκή της χώρας, αλλά φοβούνται μήπως πέσει ο τουρισμός και γίνουν τα έσοδα όνειρο θερινής νυκτός -αυτό θα πει καταστροφή και εκατόμβη. Βρίσκουν όμως παρηγοριά στον στόλο και το ηλιοβασίλεμα με φόντο τις φρεγάτες.


Σε ρωτά ο ρεπόρτερ αν ανησυχείς, λες και είναι άσκηση life-coaching για περισσότερη ενσυναίσθηση και όχι ότι μας καίει άμεσα. Οκ, δεν είσαι ούτε λίγο ειδικός στις διεθνείς αναλύσεις -σαν αυτούς που έλεγαν πως ο Τραμπ θα τελειώσει άμεσα τον πόλεμο-, αλλά μοιάζει με παιχνίδι ισορροπίας, όπου ψάχνει ο ένας τα όρια του άλλου. Τα όρια της αμυντικής αντοχής του Ιράν, της νιρβάνας των BRICs, της επέλασης του φασισμού στον πλανήτη, του καθημερινού φασισμού γύρω μας, της βλακείας που παρελαύνει στα κανάλια και τα ΜΚΔ, της στύσης αναλυτών και ανθυπενστόλων που γκαβλώνουν με την αποτελεσματικότητα της φονικής μηχανής και μας λένε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Του κυνισμού της... «σωστής πλευράς των εγκλημάτων», 'σωστή' γιατί είσαι (συν)ένοχος και όχι μεταξύ των θυμάτων (και νομίζεις πως οι ρόλοι δε θα αλλάξουν ποτέ). Μα πάνω απ' όλα της δικής σου υπομονής.

Φτάνεις στο όριο να ευχηθείς ένα drone στη Σούδα, μια ιρανική βόμβα, να νιώσουν τι πόνο έχει η... «κουλτούρα των φερέτρων» του Δένδια, να έχουν οι φρεγάτες το τέλος του Κίμωνα στην Κύπρο -που κείται μακράν, εκτός κι αν την φέρουν πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα, ματοβαμμένες βάσεις και το «εθνικό συμφέρον» των εφοπλιστών. Ή να ευχηθείς όλα τα «μακάρι» του Χ στον Αμπάς, που ρίχνει την ευθύνη στο Ιράν για την επίθεση και μας θυμίζει στην πράξη τι είναι ο δωσιλογισμός σε κατεχόμενα εδάφη. Και να λες «κοίτα πού έβαλαν τη Μεγαλόνησο -όποια απ’ τις δύο-, κάτω ακριβώς από τις βάσεις», όπως λέγαμε κάποτε για το περικυκλωμένο Ιράν. Ή να ζήσει ο Τραμπ το τέλος που εύχεται για τους αντιπάλους του -καλώντας «αυθόρμητα» τον λαό να βγει στους δρόμους, αλλά να βλέπει μόνο τους Σιίτες του Μπαχρέιν να πανηγυρίζουν για τα χτυπήματα κατά των Βάσεων.


Αλλά εσύ δεν περνάς την κόκκινη (αιμάτινη) γραμμή, που μας χωρίζει απ’ τους απάνθρωπους και τα υποτελή τετράποδα του ΝΑΤΟ. Κι ας μας λένε πως δεν είναι αυτή η ώρα να κρίνουμε τη νομιμότητα του πολέμου. Δεν είναι η ώρα να συγκινηθείς για τα νεκρά κορίτσια, να αγανακτήσεις με το μακελειό, να αντιδράσεις. Δεν είναι η ώρα να ανησυχήσεις για την τιμή του πετρελαίου και τις ανατιμήσεις που έρχονται -σε λίγο θα έχουμε μεγαλύτερο κόστος, ανθρώπινο, να μας ανησυχεί. Και ο θάνατος είναι μια απλή μεταβολή της ύλης, όπως ο πόλεμος είναι μια απλή μεταβολή-συνέχεια της ιμπεριαλιστικής ειρήνης.

Λένε πως το μόνο που μας διδάσκει η Ιστορία είναι πως δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτα -γιατί κάθε συγκυρία είναι πρωτότυπη και ανεπανάληπτη. Μόνο που αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται συνεχώς, φάρσα και τραγωδία μαζί, η ειρήνη της μαρμότας. Και αν δεν αντλούμε διδάγματα, είναι γιατί δε θέλουμε να τα αξιοποιήσουμε, όχι γιατί δεν υπάρχουν.

Η βασική ανησυχία είναι πως γίνεται ο οργανωμένος, συστηματικός και καθόλου τυχαίος θάνατος συνήθειά μας. Ο βασικός φόβος δεν είναι απλά ο πόλεμος και η απειλή για την ανθρωπότητα. Είναι μήπως γίνουμε είδος υπό εξαφάνιση, εμείς και η ανθρωπιά μας, ο αγώνας με τον άνθρωπο, πριν καν γενικευτεί το μακελειό. Και δεν κολλάει καν ένα λογοπαίγνιο με αυτό του Χίου...

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Χωρίς ανάσα και οξυγόνο - Πριν το τέλος του κόσμου

Οι εξελίξεις τρέχουν, ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα και βασικά χωρίς οξυγόνο. Περνούν από μπροστά σου ειδήσεις, εικόνες, πληροφορίες, ανησυχείς για διάφορα, μικρά ή μεγάλα, όλα επείγοντα, για τον δικό μας μικρόκοσμο ή έναν άνθρωπο που τον αλυσοδένουνε. Η Καρυστιανού κρατάει μουτράκια, ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο Καραλής έκανε (σχεδόν) παγκόσμια επίδοση, λίγο πριν τον Γ’ Παγκόσμιο. Ο σφος σκέφτεται πώς θα πληρώσει την ασφάλεια για το αμάξι, και εσύ τη διεθνή ασφάλεια ως σύντομο ανέκδοτο και το τίμημα που πληρώνουν οι λαοί, σε αυτήν τη μηχανή, που καίει πετρέλαιο, αίμα και ρίχνει διαρκώς την ασφάλεια.


Παραφράζοντας ελαφρώς τον Στεφανάκη -που κρατιόταν να μην πει για τις δεκάδες νεκρές μαθήτριες στο Ιράν από τις έξυπνες βόμβες της δυτικής δημοκρατίας-, αυτή είναι μια βασική πτυχή του ακήρυχτου κοινωνικού πολέμου κια τα συνεχή εγκλήματα πολέμου των αφεντικών: να συνηθίσουμε τα φέρετρα και την κουλτούρα του θανάτου για τον... κανονικό πόλεμο που μας χτυπά την πόρτα.

Άτιμη κοινωνία - κράτος, που σε άλλους δίνει μίζες και δώρα από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και σε άλλους τα παιδιά τους σε φέρετρα, γιατί δε σου περίσσευαν 70 χιλιάρικα. Όσο θα κόστιζε δηλαδή ένα σύστημα σηματοδότησης με φανάρια, ως ελάχιστη ασφαλιστική δικλίδα, που θα απέτρεπε τη σύγκρουση των τρένων. Ή όσο θα κόστιζαν δυο χαλιά για το υπουργείο Τουρισμού και τα καναπεδάκια μιας πολιτικής δεξίωσης.

Τι άλλο μένει από τη χτεσινή μέρα;

Η ασφυκτική πολιορκία του κέντρου της Αθήνας από ανθρωποφύλακες σε αποστολή και τα κατορθώματά τους: προσήγαγαν μαθητές, δημοσιογράφους, σταμάτησαν και κράτησαν τον Θοδωρή Ελευθεριάδη, μολονότι ή επειδή ήξεραν ότι ήταν γιος ενός από τα 57 θύματα. Έκαναν σωματικό έλεγχο σε μικρά παιδιά, ηλικιωμένους και συνδικαλιστές, σε δυο παπαγαλάκια που τα πέρασαν για ύποπτα drone, σε ό,τι κινείται και απειλεί την τάξη και τα μυστικά του βάλτου. Στο τέλος της κινητοποίησης μάς ξεπροβόδισαν και με χημικά, απάντηση στην ασύμμετρη απειλή κάτι νεραντζιών, γιατί οι χειρότεροι μπαχαλάκηδες είναι πάντα οι ένστολοι.

Η κοσμοσυρροή σε όλες τις πόλεις. Μπορεί να μην ήταν πρωτοφανής, σαν τις περσινές συγκεντρώσεις, μπορεί φέτος να μην υπήρχε μια παραπάνω αφορμή, ηχητικό, κλειστά μαγαζιά ή το ίδιο θετικό κλίμα στα ΜΜΕ, αλλά ο κόσμος ήταν εκεί και έδωσε μήνυμα, μαζικό και πολιτικό, όχι επετειακό. Μαζί με τα σωματεία και όχι «χωρίς κόμματα», χρώματα και αρώματα. Και με πολλούς αποδέκτες, από τον Μητσοτάκη -που πέρσι έλεγε πως οι διαδηλωτές έχουν τα ίδια αιτήματα με την κυβέρνηση- μέχρι αυτούς που περίμεναν στη γωνία για να ναρχίσουν τις υψηλές αναλύσεις για τη φθίνουσα μαζικότητα και τους «νεκροθάφτες του κινήματος» αλλά έμειναν με την όρεξη και λούφαξαν.

Το γηπεδικό «κράτος γαμημένο, πουτάνα Πολιτεία», που ακούστηκε κάποια στιγμή, για να το «διορθώσουν» άμεσα τα μεγάφωνα: «κράτος-δολοφόνος, σάπια πολιτεία». Ας μην κολλάμε στις διατυπώσεις, αλλά στην ουσία. Δεν ήτανε ατύχημα, ήταν δολοφονία.

Η Γιάννα Βούλγαρη, που μίλησε πρώτη φορά και από καρδιάς, πχ για τον όρκο της να μην ξαναζήσουμε νέα Τέμπη και για τα «Τέμπη» στο εργοστάσιο της Βιολάντα. Κι αυτό έχει μια παραπάνω αξία από τα δικά της χείλη, γιατί είναι μητέρα του μηχανοδηγού της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Και γιατί η προχτεσινή αγκαλιά της με τον Ασλανίδη στην Καισαριανή σφράγισε την ενότητα των συγγενών των θυμάτων, που κρατάνε ενιαίο μέτωπο ενάντια σε θεούς και δαίμονες (εχθρούς ντυμένους σαν φίλους, σπερμολογίες και τεχνητές αντιθέσεις που θέλουν να φορτώσουν αλλού τις εγκληματικές ευθύνες του κράτους). Και δε θα αφήσουν να το χαλάσει κανείς -πόσο μάλλον ο θιγμένος εγωισμός ενός προσώπου που δεν ανέβηκε στο βήμα, γιατί... «ένιωσε πως δεν την ήθελαν» και διάλεξε τον ρόλο της «αποκλεισμένης».

Μικρή παρένθεση. Δεν είναι καινούριο φαινόμενο τα προσωποπαγή κόμματα, που είναι πλαδαροί μηχανισμοί με αποκλειστικό ορίζοντα τις εκλογές. Το σχετικά νέο στοιχείο είναι ότι πλέον δεν επιδιώκουν να βγουν νωρίς στο προσκήνιο για να κερδίσουν χρόνο (πχ για να οργανώσουν μαζικές οργανώσεις) αλλά το ακριβώς αντίθετο: να βγουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στις εκλογές, για να ψαρέψουν σε θολά νερά και να μην τα προλάβει η.. δημοσκοπική φθορά. Σημεία των καιρών...

Η Μιρέλα Ρούτσι. Ίσως κάποιοι ξένισαν με κάποια σημεία που έμοιαζαν με συμβουλές life-coaching, ή την εσωτερική της φωνή (βρες τον εαυτό σου... βρες τον εαυτό σου...). Ήταν όμως άμεση, συγκινητική και με ουσία για όλους τους παριστάμενους -και ιδίως τους λιγότερο μυημένους. Νικήστε τον φόβο, σταματήστε να φοβάστε! Κι αν γίνει όντως ποτέ πράξη μια αποστροφή του λόγου της (δοκιμάσαμε απεργίες διαρκείας, τρεις μήνες, αλλά δεν ιδρώνει το αυτί τους), το μόνο βέβαιο είναι πως ο φόβος θα αλλάξει πλευρά.

Η μεστή ομιλία του Τσακλίδη. Που αποδόμησε την πανάκεια της ΕΕ -με τα «Τέμπη» της Ισπανίας και τους ακατάλληλους συρμούς που έπαιρναν έγκριση από τους δικούς της ελέγχους. Και το σύνθημα για τον «κρατικό σιδηρόδρομο», που έδινε εντολή στους τεχνίτες να φέρουν δικά τους εργαλεία από το σπίτι τους, για τις επισκευές του δικτύου. Είπε επίσης για την Hellenic Train που συνεχίζει στην ίδια ακριβώς ράγα, απολύοντας δύο εγκύους με μπλοκάκι. Και για τις προτεραιότητες των αρχών, που αναβαθμίζουν το δίκτυο μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Ορμενίου -για τις ανάγκες των νατοϊκών επιχειρήσεων- και όχι τη γραμμή Αθήνας-Θεσσαλονίκης ή άλλα σημεία με πόλεις που παραμένουν χωρίς σύνδεση επί χρόνια.

Και τέλος, η θέληση και η ανάγκη να υπάρξει συνέχεια. Χωρίς αυτήν, η συγκάλυψη θα προχωρήσει ανεμπόδιστη και τα επόμενα Τέμπη θα μας περιμένουν στη γωνία.

Στο τέλος της ημέρας ξέρεις πως υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Αυτοί που ήρθαν από νωρίς να πιάσουν θέση στην πλατεία και αυτοί που προτιμούσαν την οπισθοφυλακή, για να έχουν εύκολη διαφυγή, μόλις αρχίσουν τα μπάχαλα. Αυτοί που ζουν με τύψεις γιατί δεν κάνουμε αρκετά για να αλλάξουμε αυτό τον βούρκο και αυτοί που ζουν με τύψεις γιατί δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να γκρινιάζουν -δηλαδή τίποτα. Αυτοί που κάνουν την οργή τους αγώνα και αυτοί που οργίζονται όταν βλέπουν άλλους να αγωνίζονται, γιατί δεν έχουν μάτια να δουν όσα γίνονται στον κόσμο -ή τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Αυτοί που είναι με τον άνθρωπο, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, και αυτοί που πασχίζουν να ξανακάνουν τα δυο πόδια τέσσερα και να τον κάνουν να περπατά σκυφτός και υποτελής. Αυτοί που ανησυχούν για το άμεσο μέλλον της ανθρωπότητας και οι υπάνθρωποι που γκαρίζουν-αλαλάζουν χαρούμενοι, καθώς βλέπουν τον μπαλτά να πλησιάζει τον λαιμό τους.

Και βασικά, εντάξει, δεν τρέχει τίποτα που εκκενώνουν οι Αμερικάνοι τη Σούδα, ας μην κινδυνολογούμε. Στην τελική, αν ξεσπάσει ο πόλεμος και υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, θα μας στείλει μήνυμα το 112 να εκκενώσουμε τη χώρα. Ή και όχι...

Στο τέλος της ημέρας, έρχεται πιο κοντά το τέλος του κόσμου. Του σάπιου, γέρικου κόσμου της εκμετάλλευσης -θέλεις να πιστεύεις- και όχι του ανθρώπινου γενικώς. Λίγο πριν το τέλος του κόσμου, γίνεται σε όλους φανερό πως υπάρχουν δύο κόσμοι -και η σιωπή δε μοιάζει με αγάπη μεγάλη, αλλά με συνενοχή. Σταμάτα να βουλιάζεις αλυσοδεμένος στον μικρόκοσμο και κατέβα στον δρόμο -σήμερα, χωρίς ανάσα. Μόνο εκεί μπορείς να βρεις το οξυγόνο που σου λείπει.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Αμφιδέξιος αντικομμουνισμός - Ωμός προς medium rare

Αγαπητό blog/διαδικτυακό μου ημερολόγιο,

Σου γράφω πάλι από ανάγκη (σπαστά και σε διάφορες ώρες της μέρας), η συνειδητοποίηση της οποίας είναι ένα μεγάλο βήμα προς την ελευθερία. Δικτατορία (=απεριόριστη εξουσία υπεράνω νόμων) της αστικής τάξης έχουμε, οπότε έχεις το ελεύθερο να γράφεις ό,τι θέλεις, εντός κάποιων ορίων -πχ να μην το κάνεις πράξη. Αρκεί να έχεις ελεύθερο χρόνο (που να μη δεσμεύεται στη μισθωτή σκλαβιά και ξοδεύεται συνειδητά, δηλαδή να μην τον σκορπάμε σε βλακείες), δυνάμεις για να μη σε τυλίξει ο ύπνος σε μια κόλλα χαρτί ή μια ημιτελή οθόνη, συγκέντρωση, αντίδοτα στο κινητό και τη διάσπαση προσοχής, καθαρό μυαλό, κίνητρο και ίσως κάποιο κοινό, για να μη μοιάζουν οι ασκήσεις γραφής με πνευματικό αυνανισμό. Έχεις δηλαδή μια σειρά προϋποθέσεις και κοινωνικές διαμεσολαβήσεις, γιατί η ελευθερία είναι συλλογική υπόθεση και όχι ατομικό καπρίτσιο, ακόμα και/ιδίως αν μιλάμε για τον ελεύθερο χρόνο.

Πάμε λοιπόν με μια σειρά ελεύθερους -πλην κοινωνικά διαμεσολαβημένους- συνειρμούς.


Δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμες οι συνθήκες και οι πρόχειρες σημειώσεις μου για μια συνολική ανταπόκριση από τη βιβλιοπαρουσίαση του «Θ.Ν.» στον «Παρνασσό». Αλλά αν τα κείμενα της κε του μπλοκ είχαν προδημοσιεύσεις, αυτή θα περιλάμβανε απαραιτήτως τη σπάνια εμφάνιση της Βασιλείας Παπαρήγα, που βασικά έχει γίνει ένας κλώνος της Αλέκας. Κι όπως τραγουδούσε, κάνοντας μέχρι και τον Μεράντζα θαυμαστή της, ήταν σαν διαγωνιζόμενη σε εκείνο το τηλεπαιχνίδι με τις μιμήσεις (Your Face Sounds Familiar), που πέτυχε μια άριστη μεταμφίεση, από το σουλούπι μέχρι τα γυαλιά και το ντύσιμο της μητέρας της. Θέλει μόνο λίγη δουλειά στη φωνή και το χαρακτηριστικό παπαριγέ συνοφρύωμα (με τη μύτη), για να τελειοποιήσει τη μίμηση. Κατά τα άλλα, όμως, φέρτε μας τον γιο του Δραγασάκη να τον πάρουμε φαλάγγι. 

Αλλά ο μαγικός κόσμος του διαδικτύου είναι σαν τη νύχτα -και δεν εννοώ το dark web. Δύσκολο να περιδιαβαίνεις στον ιστό και να μην πέσεις πάνω σε σκατά, που αφήνουν στις αναρτήσεις (δικές σου ή άλλων) αμετανόητα δεξιά τρολ.

Ένα εξ αυτών θεώρησε μεγάλη εξυπνάδα να τονίσει την ειρωνεία του πράγματος, δηλαδή να είσαι κομμουνίστρια και να σε λένε Βασιλεία, αγνοώντας ότι α. έτσι έλεγαν τη γιαγιά της -τι να κάνουμε; β. ότι παλεύουμε να περάσει ο άνθρωπος στο βασίλειο της ελευθερίας και γ. εμείς τον θέλουμε παιδιά τον βασιλιά, να πουλάει Ριζοσπάστη στο παλάτι κι ό,τι άλλη χρέωση έχει η ΚΟΒ Τατοΐου. Χωρίς ωστόσο να είμαστε βασιλοκομμουνιστές, σαν τον πατέρα της Βούλτεψη, η οποία είναι ο αρχηγός των τρολ και είπε σοβαρά στον Ζαχαρό πως μεταξύ των 200 της Καισαριανής ήταν και Δεξιοί -εκτός αν θεωρεί τέτοια την αρχειομαρξιστική παρέκκλιση.

Ένα άλλο εξυπνοπούλι εντόπισε το «πρόβλημα» όχι στις σπουδές της Βασιλείας σε αμερικάνικο κολέγιο αλλά στον υποκριτικό αντι-αμερικανισμό της Αλέκας, το οποίο ανταγωνίζεται ευθέως τη μουσμουλιά για τους κομμουνιστές που πίνουν κόκα-κόλα, αγοράζουν εμπορεύματα και ξεπουλάνε τις αρχές τους (πριν καν βγάλουν τον πρώτο δίσκο) αντί να γίνουν ερημίτες, για να παραμείνουν πιστοί. Ακόμα και η Όλγα Τρέμη όμως μπορεί να καταλάβει πως δύο κομματικά στελέχη, που δεν είχαν χρόνο για την ανατροφή του παιδιού τους, στράφηκαν σχεδόν αναγκαστικά στην ιδιωτική παιδεία -κι ας μην τους περίσσευαν τα λεφτά. Κι αυτό δεν είναι ψεγάδι για τις αρχές τους, αλλά για τη βοήθεια που (ΔΕΝ) δίνει το αστικό κράτος στους γονείς, γιατί έχει διαχρονικά άλλες ταξικές προτεραιότητες.

Ας γυρίσουμε όμως στις φωτογραφίες των 200, οι οποίες... διχάζουν (!), όπως ακούσαμε/διαβάσαμε μεταξύ πολλών άλλων μαργαριταριών αυτές τις μέρες. Πχ άλλοι συγκλονίζονται από τα ντοκουμέντα και άλλοι βγάζουν αφρούς από το στόμα τους. Δεν είναι απαραίτητα κακός και λίγος διχασμός, αν είναι να διαχωριστούμε από τους φασίστες και τα σκατά που αφήνουν στο διάβα τους -που μπορεί να προσφέρουν γέλιο ενίοτε αλλά δεν παύουν να βρωμάνε ανυπόφορα.

-Ναι αλλά δεν ήταν μόνοι οι 200, λυσσάνε. Κι έχουν απόλυτο δίκιο. Ήταν και οι 106 στο Κούρνοβο και εκατοντάδες άλλοι στης Καισαριανής τον τοίχο, πριν και μετά την Πρωτομαγιά, από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου/μπλοκ 15, που λειτουργούσε ως αποθήκη κρατουμένων προς εκτέλεση για «αντίποινα» στην Αντίσταση, για τα οποία όμως δε διάλεγαν «από τον σωρό», αλλά από τον ανθό της οργανωμένης πρωτοπορίας, που ήταν η ψυχή του αγώνα.

Και όταν αντιπαραθέτουν στους 200 κομμουνιστές/το ΕΑΜ τους «δικούς» τους ήρωες, τον Περρίκο, τον Ιβάνοφ, την Μπίμπα και τη Λέλα Καραγιάννη (ακόμα και τους 300 του Λεωνίδα -που ήταν και 100 παραπάνω- σε κάποια αφηγήματα), γίνονται καταγέλαστοι, κρατώντας ένα ζύγι για να συγκρίνουν διαφορετικά «φρούτα». Γιατί όλοι οι παραπάνω μπορεί να είχαν ηρωική στάση, κάνοντας σαμποτάζ, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους να συγκροτήσουν το ρεύμα μιας συλλογικής Αντίστασης στον κατακτητή. Και δεν είναι αυστηρά ποσοτικό το θέμα, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος μαζικός φορέας με τους σκοπούς και τις πράξεις του ΕΑΜ, που συσπείρωσε και οργάνωσε σχεδόν το σύνολο του λαού, ακόμα και δεξιούς ή βασιλικούς αξιωματικούς.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά αν όλοι οι ήρωες ήταν κομμουνιστές ή αντιστρόφως αν όλοι οι κομμουνιστές είναι ήρωες -πχ στους «αντι-ηρωικούς» καιρούς που χρεωθήκαμε να ζήσουμε. Ούτε αν όλοι οι δωσίλογοι ήταν Δεξιοί -όσοι το λένε ξεχνάνε βολικά τους βενιζελικούς ή κάποιους πρόσφυγες που συνεργάστηκαν πρόθυμα με τις κατοχικές αρχές. Αλλά το αν όλοι οι Δεξιοί κατρακυλούν πρόθυμα στον αντικομμουνισμό με τα κονσερβοκούτια, νιώθοντας γνήσια πολιτικά τέκνα του δωσιλογισμού. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ξεχωρίσεις από τον συρφετό. Όχι (μόνο) γιατί είναι ένοικοι στην ίδια (ακρο)δεξιά πολυκατοικία ή γιατί τα σκατά πάνε παντού καλύπτοντας τα πάντα με τη μυρωδιά τους -και πάντως δίνουν τον τόνο με σχόλια-κουτσουλιές («καλά τους έκαναν», «ήταν προδότες» κτλ) κάτω από κάθε ανάρτηση γα τους 200. Αλλά γιατί είναι πρακτικά αδύνατο να διαχωρίσεις τα τρολ από τα πολιτικά στελέχη (Βούλτεψη, Πλεύρη, Άδωνη κτλ) και τους «σοβαρούς» επιστήμονες (τύπου Καλύβα). Έχουν τον ίδιο ρόλο, τον ίδιο λόγο, πανομοιότυπα προκάτ επιχειρήματα, την ίδια μουχλιασμένη αντικομμουνιστική ξινίλα, ενώ συμπληρώνουν οι μεν τους δε και εναλλάσσονται στις θέσεις τους, όπως ο Άδωνης που πρόδωσε πρόσφατα κατά λάθος το τρολοπροφίλ που χρησιμοποιεί στο Χ.

Και πώς να μην τους μπερδεύεις, άλλωστε, όταν πασχίζεις να ξεχωρίσεις τα κονσερβοκούτια από τον «αριστερόστροφο» λόγο κάποιων «εναλλακτικών», που έχουν ανάγκη την (ακρο)δεξιά για να πλασάρονται οι ίδιοι σαν αριστεροί, αλλά ευθυγραμμίζονται με το τέρας ενάντια στην... ιδιοκτησιακή λογική του ΚΚΕ για τους αγωνιστές του -πχ τους 200. Ως γνωστόν στους ήρωες υπάρχει «κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη», στο ΚΚΕ ανήκουν μόνο λάθη, προδοσίες και εγκλήματα.


Και πώς να μην είναι δύσκολη η ταυτοποίηση των 200 κομμουνιστών από τέτοιες παλιές φωτογραφίες, πχ όταν δυσκολεύεσαι να ταυτοποιήσεις τον συγγραφέα μιας παλιότερης σχετικά αξιόλογης -παρά τις αδυναμίες της- μελέτης για την ΟΠΛΑ, «το τιμωρό χέρι του λαού» (που αξιοποίησε και υλικά από το ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ), με τον ανερμάτιστο (;) λόγο ενός Ιάσωνα Χανδρινού, που διάλεξε αυτήν τη συγκυρία για να μιλήσει στον Δανίκα του Πρώτου Θέματος και να πει πχ πως το ΚΚΕ συνειδητά δεν επιδίωξε την απελευθέρωση των κρατούμενων από το Χαϊδάρι γιατί η εκτέλεσή τους είχε μεγάλη προπαγανδιστική αξία. Ή να αφήσει υπονοούμενα για την ειδική μεταχείριση του... απομονωμένου Ζαχαριάδη στο Νταχάου και την πολιτική σκοπιμότητα που κρυβόταν πίσω της. Ή να αποφανθεί πως οι Ναζί δεν είχαν πολιτικά μυαλά, γι’ αυτό ακολούθησαν μια αυτοκαταστροφική στρατηγική με τις διώξεις Εβραίων -σε ένα αριστοτεχνικό ξέπλυμα της φασιστικής κτηνωδίας. Ή να μας συστήσει με ενθουσιασμό στον επίλογο το... «λιβελοστόρημα» -sic- ενός άλλου ανανήψαντα αριστερού (Δ. Φύσσα) «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος», όπου η εξέγερση του Πολυτεχνείου γίνεται ενάντια σε μια κόκκινη δικτατορία, ενώ ο συγγραφέας βγάζει χολή ακόμα και ενάντια στον Ρίτσο.

Κι είναι άραγε κάποιο είδος βλακείας-τραγικής ειρωνείας πως δεν εκτιμά τις πάσες του το κοινό του Πρώτου Θέματος και οι φασίστες στα σχόλια τον «βρίζουν» ως κομμούνι -και αυτόν και τον Δανίκα; Ή είναι έξυπνη κατανομή ρόλων για να είναι πιο πειστική η παράσταση;

Αν έπαιζε πάντως σε κάποιο τηλεπαιχνίδι (YFSF) με ιστορικούς, θα λέγαμε κάτι σαν: Και τώρα αποχαιρετούμε τον Ιάσωνα Χανδρινό και υποδεχόμαστε τον Στάθη Καλύβα. Και πώς να εξηγήσεις λογικά τέτοιες οβιδιακές μεταμορφώσεις, αν δεν ακολουθήσεις το χρήμα, την προοπτική καριέρας, τη συνεργασία-χρηματοδότηση με/από συγκεκριμένα ιδρύματα και φορείς και άλλους τέτοιους εντελώς υλικούς παράγοντες που διαμορφώνουν μια εύκαμπτη και ευέλικτη συνείδηση;

Κι αυτά είναι σημεία των καιρών. Κάποτε ήταν αδύνατο να διαχωρίσεις το ξέπλυμα του δωσιλογισμού και των Ταγμάτων Ασφαλείας (που γίνονταν αναγκαστικά θύτες, για να μη γίνουν θύματα του κομμουνισμού) από τον Καλύβα, με τον ιστορικό και πολιτικό αναθεωρητισμό του Μαραντζίδη, που χώρισε από τον Διόσκουρο Στάθη και βρήκε τη δική του Ιθάκη στο πλευρό του Τσίπρα, ως σύμβουλός του.

Σήμερα, αν είσαι αμύητος ή λίγο αδιάβαστος ή μένεις στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ -και όχι στο κέντρο με τους κατεξοχήν παροικούντες-, μπορεί να χάσεις στην ερώτηση «ποιος έγραψε ότι το ΚΚΕ εξαργυρώνει ακόμα πολιτικά-εκλογικά τους νεκρούς του, όπως τους 200 της Καισαριανής. Κι ίσως να χρειαστείς τη βοήθεια του κοινού (ή της Google) για να βρεις τη σωστή απάντηση, δηλαδή τον Παπαδάκη της Ανταρσυα και του ΣΕΚ.

Είναι άραγε καλή απάντηση -για το δικό του επίπεδο- πως στις δημοτικές εκλογές ο ίδιος εξαργύρωσε την αφιλοκερδή παρουσία-συμβολή του στη δίκη της ΧΑ, ως συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής; (Κι ελπίζω να μην αναβλήθηκε η προγραμματισμένη ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου για να αποφύγουν τη δημιουργία κλίματος στις σημερινές συγκεντρώσεις). Ή ότι ο χώρος του εξαργυρώνει πολιτικά την αλλεργία του αστικού κόσμου για το ΚΚΕ και τον συστημικό αντικομμουνισμό-αντισοβιετισμό, στον οποίο προσθέτουν ενίοτε κάποια λιθαράκια;

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πρόβλημα για τη Δεξιά δεν είναι ότι δεν ξέρει τι ποιεί η Αριστερά της, αλλά ότι δεν ξέρει τι να προσθέσει στην «αριστερόστροφη» πολεμική κατά του ΚΚΕ. Και οι 50 αποχρώσεις του (κατάμαυρου ως μουντζούρα-σύνθεση όλων των χρωμάτων-κομμάτων) αντικομμουνισμού περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα από ωμό, κονσερβοκούτικο (σπεσιαλιτέ του μαγαζιού) ή σούσι αντικομμουνισμό μέχρι μετριοπαθή προς το medium rare, αλλά πάντα με καταγγελίες για ωμά εγκλήματα...

Μιλώντας για πολιτική εξαργύρωση δε γίνεται να μη σκεφτείς αυτόματα το προσωπικό βιντεάκι της Καρυστιανού για τα Τέμπη -σαν ροκ σταρ που την ψώνισε, ονειρεύτηκε σόλο πολιτική καριέρα και εγκατέλειψε το συγκρότημα και τις συλλογικότητες που δεν υπηρετούν το «εγώ» του/της. Και οι πολιτικοί θαυμαστές της Καρυστιανού (οι νυν και οι μέχρι πρότινος) ή παλιότερα της Ζωής είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα (από τα αρκετά των τελευταίων ετών) ώσμωσης «αριστερόστροφου» και ακροδεξιού λόγου.

Αλλά αυτό θα το δούμε καλύτερα μετά τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Ως τότε, το μοναδικό αντίδοτο για τις αριστεροδέξιες στροφές του συστήματος είναι ταξικό. Δηλαδή ένα κάλεσμα που φτιάχνει την πιο πλατιά συμμαχία, για να γίνει δύναμη ανατροπής, και δεν περιμένει από κανέναν εργάτη να αποκηρύξει τις ιδέες του, παρά μόνο τον φόβο για τα αφεντικά του και την αυταπάτη πως έχει τα ίδια συμφέροντα μαζί τους. Αλλά ακόμα και για αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει κατανόηση και ταξική αλληλεγγύη, γιατί για να γυρίσει ο ήλιος (και οι συνειδήσεις) θέλει δουλειά πολλή.

Αντί επιλόγου δύο φωτογραφίες. Η αγκαλιά του Ασλανίδη (προέδρου του συλλόγου των θυμάτων των Τεμπών) με τη μητέρα του μηχανοδηγού, κατά την αποκάλυψη του μνημείου για τα θύματα στην Καισαριανή (του πρώτο αντίστοιχου), που σφραγίζει μια ενότητα σε σωστή βάση, παρά τις συγκρούσεις του παρελθόντος.


Και ένα στιγμιότυπο από τις μαθητικές κινητοποιήσεις με το σύνθημα: Εργάτες στη Βιολάντα, στα Τέμπη φοιτητές -που μπορεί να είναι και ο τίτλος της επόμενης ανάρτησης...


Υστερόγραφο: το αρχικό πλάνο για το κείμενο ήταν υπερφίαλα μεγαλεπήβολο, με σταχανοβίτικο ζήλο αλλά κάκιστη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και αυταπάτες πως θα προλάβαινε να πιάσει και την παράσταση «Χαμένη Άνοιξη», με αφορμή ένα κηδειόχαρτο (αναγγελία μνημόσυνου για την ακρίβεια), σε μια βόλτα κοντά στο μετρό των Σεπολίων, που συνορεύει και με τον Κολωνό. Ίσως σε κάποια επόμενη ανάρτηση και αυτό...

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

200 χαρταετοί - Στης Καισαριανής τον τοίχο

Ξέρεις τι είναι να έχει τέτοια ωραία μέρα, χαρά λαού, λες και είναι Πρωτομαγιά (του ’44) κι εσύ να λείπεις; Να βγαίνει ο κόσμος για ηλιακό προσκύνημα, να φωτοσυνθέσει σε πάρκα και αλσύλλια, να διώξει την υγρασία από τις αρθρώσεις και την κλεισούρα από την ψυχή του. Να γεμίζει το Σκοπευτήριο παρέες, οικογένειες, παιδικές φωνές, ακόμα και φασαίους που παραγγέλνουν καλαμαράκια από το Efood. Να γιορτάζει η φύση, να θριαμβεύει η ζωή, να έρχεται η άνοιξη με πολλά διάπλατα παράθυρα. Και 200 χαρταετοί να κάνουν έφοδο στον ουρανό της Καισαριανής, αλλά να μη φεύγουν πολύ ψηλά, κουβαλώντας κάτι από το φορτίο του χώρου και το βάρος της συγκίνησης.


Να γίνεται ο τοίχος στην Καισαριανή τέρμα, για το παιχνίδι των παιδιών και όχι για τη ζωή τους, όπως του 14χρονου Ανδρέα Λυκουρίνου, που ήταν ήδη «σεσημασμένος αντιστασιακός» στα 13 του, όταν τον συνέλαβαν (και εσύ να σκέφτεσαι αν είσαι ακόμα νέος στα 40 και αν έχεις αφήσει τίποτα πίσω σου -ή αν είναι αρκετά ώριμα τα παιδιά του Γυμνασίου να ξέρουν για τι παλεύουμε και να δώσουν βιογραφικό στην ΚΝΕ).
Να μη γίνεται ο τοίχος σύνορο του κόσμου (όπως έγραφε ο Βάρναλης), ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στον άνθρωπο και τον φασίστα, παρά μόνο ανάμεσα στο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας και την κατάνυξη, που σου επιβάλλει αυθόρμητα η ατμόσφαιρα του χώρου -μια αύρα μοναδική, σχεδόν υλική μα αόρατη, που θα την ζήλευε και η τσιμεντωμένη Ακρόπολη, υποκλινόμενη στη δική μας «Ακρο»...
Αλλά κυρίως να σπάει ο τέταρτος τοίχος για το κοινό, που βρίσκει καταφύγιο και ηρεμία στο Σκοπευτήριο, χαίρεται τον χώρο, τον κάνει δική του υπόθεση, και υψώνει δικό του (αντιφασιστικό) τείχος προστασίας από τις ακρίδες της εμπορευματοποίησης και όσους τον βλέπουν ως πεδίο βολής -για τα κέρδη τους ή στην κυριολεξία, πχ ο Κούβελος.

Να βλέπεις τους σφους με τα περιβραχιόνια, που χρεώθηκαν να ανοίξουν τον χώρο, θυσιάζοντας μια αργία -ελάχιστος φόρος τιμής για όσους θυσίασαν τη ζωή τους για έναν καλύτερο κόσμο -όπου η ζωή δε θα είναι απλώς επιβίωση, κι αυτό με αμφίβολα αποτελέσματα. Και τους επισκέπτες που πήγαιναν ενθουσιασμένοι, σαν καλά μαθητούδια, να πουν το μάθημα* που πήραν αυτές τις μέρες. Και να απορήσουν ρητορικά γιατί δε μαθαίνουμε τίποτα για τους 200 στο σχολείο και πόσο συναρπαστικό θα ήταν για τα παιδιά ένα μάθημα Ιστορίας, που θα έλεγε την αλήθεια.

*Πχ ότι οι περισσότεροι από τους 200 δεν ήταν τυπικά «Αντιστασιακοί» -όπως τους έλεγαν ντροπαλά όσοι αρνούνταν συνειδητά να τους πουν κομμουνιστές- γιατί ήταν κρατούμενοι από τα χρόνια του Μεταξά και των διαδόχων του, που τους παρέδωσαν στις αρχές κατοχής (το κράτος έχει συνέχεια και τους ίδιους εχθρούς). Ή ότι ο Μεταξάς σημείωνε στο ημερολόγιό του πως είναι φυσικό τα παραθαλάσσια κράτη, σαν την Ελλάδα, να συμμαχούν με τους Βρετανούς, ενώ άλλα στην ηπειρωτική Ευρώπη με τη ναζιστική Γερμανία. Real politic...

Και τι άλλο μάθαμε σήμερα, παιδιά -μικρά και μεγάλα;

Πήγαμε στο Μουσείο της Αντίστασης -αυτό που «δεν υπάρχει» και θέλουν να το ιδρύσουν τα ΑΣΚΙ και ο Δούκας. Μάθαμε για τη βρετανική επέμβαση τον Δεκέμβρη, που ξεπέρασε σε αγριότητα τα ναζιστικά μπλόκα, πχ με βόμβες σε νοσοκομεία και άσυλα για παιδιά. Για τις εκτελέσεις που ξεκίνησαν τον Μάη του ’42 και αυξάνονταν εκθετικά όσο πιο φανερό γινόταν ότι οι μέρες της Κατοχής στη χώρα μας είναι μετρημένες -μια αλήθεια απαράγραπτη που δείχνει την κτηνωδία των κατακτητών, αλλά και των συνεργατών τους που αγωνιούσαν για το μέλλον τους (ένα δικέφαλο τέρας, που κανένα πονηρό αφήγημα δεν μπορεί να παραγράψει τις ευθύνες του). 

Για τις γυναίκες που εκτελέστηκαν, όπως η Αθηνά Χατζηεσμέρ και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, πριν καν περάσουν το κατώφλι της ενηλικίωσης. Και η Καίτη Βιτιβίλια, που δεν την πρόδωσε απλά ο δωσίλογος συνάδελφός της, αλλά της έβαλε κρυφά στο συρτάρι μια εφημερίδα του ΕΑΜ, για να την πιάσουν τα αφεντικά του. Και για τις Ξένη και Στάσα Βαρδάκη, που ήταν μέλη της ΟΠΛΑ, προφανώς από την ίδια οικογένεια, και έπαιρναν εκδίκηση για το αίμα των συναγωνιστριών τους. Και αν ζούσαν σήμερα, ίσως περιλάμβαναν τα τρολ που λέγανε με ύφος πως δεν υπήρχαν γυναίκες μεταξύ των 200, οπότε τα χαρακτικά που τις απεικονίζουν ήταν σκέτη προπαγάνδα...



Για τη μακάβρια στατιστική της Κατοχής και τους 260 χιλιάδες νεκρούς λόγω ασιτίας -που κάνουν πως τα αγνοούν κάτι θρασύδειλα ανθρωπάκια όπως ο Τζήμερος, όταν αναρωτιούνται ποια ήταν η αξία και το ισοζύγιο της Εαμικής Αντίστασης, που επέφερε μόνο... βαριά αντίποινα. Αλλά το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα, την επιστράτευση για το Ανατολικό Μέτωπο, την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης. Οργάνωσε και έσωσε έναν λαό, που δεν κάθισε φρόνιμα να τον σφάξουν για να αγιάσει μετά θάνατον.

Κι ύστερα, είδαμε τόσα τεκμήρια. Την τούφα από τα μαλλιά ενός αγωνιστή, που έκοψε η μητέρα του λίγο πριν την εκτέλεση, για να έχει ένα ενθύμιο. Την κουρελού του Άρη -που ήταν σα να καθόταν μαζί μας, να τσιμπάει από τους μεζέδες της ημέρας. Την παιδική ζωγραφιά με τους 200, δίπλα σε μια φωτογραφία τους. 

Αλλά και μια παλιότερη (!) φωτογραφία, που θρυλείται πως δείχνει την τελευταία εικοσάδα, χαμογελαστή και στον θάνατο -και μπορεί να ’ταν η μόνη γνωστή φωτογραφία τους μέχρι πρότινος, αν και δεν έχει αποδειχτεί τι ακριβώς απεικονίζει. Κάτι που μας μαρτυρά, μεταξύ άλλων, πόσο δύσκολη, μακροχρόνια διαδικασία είναι η ταυτοποίηση, μέσω παλιών φωτογραφιών.


Αλλά και τα συγκινητικά μηνύματα στο βιβλίο επισκεπτών. Των Ισπανών καθηγητών από τη Λεόν. Των Γερμανών που προσπαθούν να διαχειριστούν τη μνήμη και το ναζιστικό παρελθόν της χώρας τους, ως επισκέπτες μιας άλλης χώρας που έχει ως επίσημη γραμμή της την ιστορική αμνησία. Του Βόσνιου για τους ήρωες, τη Γιουγκοσλαβία και τη Σρεμπρένιτσα. Διαβάζεις πόσο βαθιά εντύπωση άφησε η επίσκεψη στα παιδιά από το ΕΠΑΛ Περιστερίου και τον φοιτητικό σύλλογο της Φιλοσοφικής. Διαβάζεις τι έγραψε ένα μικρό Πρωτάκι, που πήρε το πρώτο μάθημά του για την ιστορία του τόπου -πριν του μάθουν πως η ιστορία είναι αέναη και στείρα αποστήθιση.


Διαβάζεις την απορία «πώς φυτρώνουν ταπεινά λουλουδάκια σε έναν τόπο φρίκης» -ίσως γιατί η φύση ξέρει πως χωρίς ομορφιά και ελπίδα δεν υπάρχει ζωή. Την αφιέρωση «ήρωες με 12 ζωές» για τους 200. Και το λιτό μήνυμα της ανιψιάς του Ιωάννη Θεολόγου που παρέδωσε και αρχειακό υλικό στο Δήμο Καισαριανής. Και προς το τέλος το μήνυμα ενός Νίκου Καρανίκα, που -σε αντίθεση με τον συνονόματό του- δεν έγινε πολιτικός φίλος και θαυμαστής του (Σπυρ)Άδωνη.

Ο οποίος Άδωνης λυσσάει με κάθε είδους ντοκουμέντα, ιστορικά και σύγχρονα. Και μας κουνά με στόμφο το δάχτυλο: αν οι κομμουνιστές διαστρεβλώνουν τις εικόνες (από την «επίθεση» που δέχτηκε στη Νίκαια), φανταστείτε τι προπαγάνδα κάνουν για ιστορικά γεγονότα, όταν δεν υπάρχει βίντεο. Και δε θέλει πολύ μυαλό να καταλάβεις πως βγάζει φλύκταινες για το χαστούκι που δέχτηκε -όχι από τους γιατρούς, αλλά από τις φωτογραφίες με τους 200. Κι αν πετά τόσο χυδαία ψέματα, όταν υπάρχει οπτικό υλικό (που τον δείχνει να δίνει εντολές στην αστυνομία και να τραμπουκίζει έναν γιατρό), φαντάσου τι βατράχια εκστομίζει για την Ιστορία, δηλ για περιόδους και γεγονότα όπου δεν υπήρχε βίντεο.

Μπορεί, όμως, να βρει παρηγοριά στη συντροφιά με τον Τζήμερο. Ή τον Καλύβα, που πνίγει τον πόνο του στο δηλητήριο του αντικομμουνισμού και αποφαίνεται, σαν το τελευταίο τρολ του Μαξίμου, ότι: οι φωτογραφίες των 200 παράγουν πολιτική χειραγώγηση. Ότι οι κομμουνιστές δεν ήταν μόνο θύματα αλλά και θύτες. Δεν έκαναν Αντίσταση, αλλά επανάσταση. Και πως υπήρξαν εκτελεσμένοι αντιστασιακοί, όπως η Λέλα Καραγιάννη, που δεν έγιναν viral, γιατί δεν ήταν κομμουνιστές. Στον λίβελό του βάζει μια εικόνα του ναζί λοχία-φωτογράφου, για να αποφύγει την πολιτική χειραγώγηση της φωτογραφίας των 200, που χαμογελούν σαρδόνια σαν θύτες, σαν νικητές της Ιστορίας. Και βασικά για να δείξει πως «αποστασιοποιημένη επιστήμη» είναι βασικά να παίρνεις αποστάσεις από το λαϊκό κίνημα.


Κι αν καταφέρνεις να σε μισούν και να σε φοβούνται, ακόμα και πεθαμένο οι απόγονοι των δωσίλογων, τότε έχεις κάνει κάτι καλά. Αν λείπεις αλλά καταφέρνεις να γεμίζεις ζωή και δραστηριότητες το Θυσιαστήριο, να είναι ένας χώρος γεμάτος παιδιά που παίζουν και μαθαίνουν (με την τάξη τους και για την τάξη τους), να ρίχνεις τον σπόρο της γνώσης (που δεν είναι ποτέ νεκρή) και του αγώνα (που δίνει πάντα καρπούς)... Αν λείπεις αλλά έχεις κάνει το Σκοπευτήριο έναν χώρο όπου ο κόσμος έρχεται να φάει, να ξαπλώσει, τον νιώθει σπίτι του, και δε φοβάται μη φωνάξει ή γελάσει και τον «βεβηλώσει», όπως άλλους τόπους μνήμης με στείρα μουσειακή προσέγγιση... Τότε ο αγώνας σου δεν μπαίνει σε μουσείο. Τότε όλα μοιάζουν με ποίημα του Ρίτσου. Τότε δεν είναι τίποτα να λείπεις. Και θα είσαι για πάντα μέσα σ’ όλον τον κόσμο. Σε όλα εκείνα, που γι’ αυτά έχεις λείψει.

Υστερόγραφο

Εκτός από τον Καρανίκα, ο Άδωνης θα μπορούσε να βρει παρηγοριά και σε άλλους φίλους με ριζοσπαστικό πρόσημο, από τον Κώστα μέχρι τον Ιάσωνα -που θαυμάζει το «Πλατεία Λένιν, Πρώην Συντάγματος» και λέει πως το ΚΚΕ άφηνε σκόπιμα τους κρατούμενους στο Χαϊδάρι, γιατί είχαν μεγάλη αξία σε επίπεδο προπαγάνδας. Αλλά αυτά ίσως χωρέσουν σε κάποιο άλλο κείμενο.

Υστερόγραφο 2

Αύριο ο Δήμος Καισαριανής κάνει τα αποκαλυπτήρια του μνημείου για τα θύματα των Τεμπών. Αλλά ίσως κάποιοι προτιμήσουν τη βιβλιοπαρουσίαση του Θ.Ν. στον σύλλογο Παρνασσού, με αφήγηση αποσπασμάτων από τη Βασιλεία Παπαρήγα και αρκετούς ακόμα «ασώτους» του Φλεβάρη (και του Νοέμβρη) στο πάνελ. Αυτά είναι σοβαρά διλήμματα...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Τα 80’ς είναι το όπιο του λαού

Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός
Μα πάντα δυστυχώς ο παλιός είναι αλλιώς

(Χωρίς αιχμές για αναγνώστες της κε του μπλοκ)


Η αισθητική είναι μια μορφή συνείδησης. Η δεκαετία με τις βάτες για κάποιους στέκει στη λάθος πλευρά της αισθητικής. Άρα η νοσταλγία δεν είναι μορφή συνείδησης -τουλάχιστον ριζοσπαστικής, που θα προχωρήσει το προτσές. Ο μπάτσος είναι μπουζούκι, ο Ρίζος είναι διαβήτης -όπως στο διαβητόσφυρο της ΓΛΔ με τα στάχυα. Κι εσύ νοσταλγός της ντίσκο-ποπ και του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, ενάντια στις διδαχές του Λουκιανού (που πήγε όμως και με τη ΔΗΜΑΡ) και του Γιοκαρίνη.

Τα 80’ς είναι μια μορφή αντι-συνείδησης, συναίσθημα, ιδέα που κατακτά τις μάζες και γίνεται υλική δύναμη σε κάθε καρναβάλι, αυθόρμητος διονυσιασμός, λανθάνουσα αγωνιστική διάθεση και ένδοξα κατάλοιπα της Μεταπολίτευσης. Κι αν κάποιοι βαφτίζουν «καλτ» τις εποχές και τις ενοχές τους, για να τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους και το στρατευμένο πολιτικό τραγούδι, είναι σαν αυτούς που φοράνε στους παλιούς επαναστάτες φωτοστέφανο (σαν αγγελούδι, σαν τον Άγιο Στέφανο) για να τους αφαιρέσουν κάθε ζωτικό περιεχόμενο και να τους καταστήσουν ακίνδυνα εικονίσματα.

Αλλά τα «κονίσματα» του Χαρίλαου δεν είναι ποτέ ακίνδυνα -και το 13ο Συνέδριο, που έχει γενέθλια αυτές τις μέρες, δεν ήταν απλή εικονομαχία για τα σύμβολα, άνευ ουσίας. Κι αν γλιτώσει το παιδί, δηλαδή το Κόμμα που μας ανέθρεψε όλους σαν παιδιά του -και ας λένε οι κακές γλώσσες πως τα τρώει- υπάρχει ελπίδα για αλλαγή. Αυτή που επέζησε στο πρωτοσέλιδο του Ρίζου, μετά την υποστολή της σημαίας στο Κρεμλίνο. Αυτή που δεν ήρθε ποτέ γιατί έμεινε στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας (αν και ο Βαξεβάνης ξύνει διαρκώς τον πάτο, για να βρει και παρακάτω) ή στο αποκριάτικο πάρτι της αστικής εν-αλλαγής που ντύθηκε Αλλαγίτσα.

Γιατί η νοσταλγία επαναλαμβάνεται δυο φορές, την πρώτη σαν Αλλαγή, τη δεύτερη ως ελπίδα -και πάντα ως φαρσο-τραγωδία για τους λαούς. Και η ιστορία δεν τελείωσε μαζί με τη δεκαετία του ’80. Αρχίζει εκεί που τελειώνει η νοσταλγία και οι αυταπάτες.

Η κε του μπλοκ «τήρησε τα σύγχρονα έθιμα» και πήγε συνειδητά, χωρίς ενοχές ή αυταπάτες -αν και με άπειρη νοσταλγία- να δει το δίδυμο Ρακιντζή-Χαριτοδιπλωμένου στο «Γυάλινο θέατρο». Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε και να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε. Ο Ρακιντζής βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την επανάσταση, εκτός ίσως από έναν στίχο στον «Άγιο»: να ξέρεις θα επαναστατώ, κάθε φορά που με φωνάζεις μουλωχτό. Κι αν το τραβήξεις από τη χαίτη με τον λασπωτήρα, το «Δικός σου για πάντα» είναι μια υπόμνηση ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε καμία νίκη της επανάστασης δεδομένη, καθώς και μια ωδή στη σοσιαλιστική νοσταλγία:

Μην κλάψεις μόνο και πιες/σε όλες τις ωραίες μας στιγμές
Σε ό,τι είχαμε ζήσει μέχρι χτες/βρίσε με ακόμα αν το θες

(αν-ύπαρκτος σοσιαλισμός, γραφειοκρατική παραμόρφωση κτλ)

Είναι αλήθεια, επίσης, ότι οι στίχοι του «Προκαλείς» (με τη νεαρή Μενεγάκη στο βίντεο, πριν καν γίνει ξανθιά), θα προκαλούσαν σήμερα σφοδρές αντιδράσεις, στη λογική του «Me Too» και δικαίως, καθώς ρίχνουν το φταίξιμο στη μικρή Ελένη που προκαλεί και στο τέλος θα στριμωχτεί από φίλο σε καμιά γωνιά, απορώντας. Αλλά αυτό είναι ένα απλό μάθημα διαλεκτικής, για να κρίνουμε κάθε δημιουργό σε ένα ιστορικό πλαίσιο, με τα μέτρα της εποχής του, και να μην παραγνωρίζουμε έτσι την αξία που έχουν μικρά στιχουργικά αριστουργήματα, όπως το «ζαλίζεσαι, μεθάς και αρχίζεις χικ και χικ», που δείχνουν πόσο ακομπλεξάριστος ήταν ο Μιχάλης και η εποχή του, μαζί με το «σι μπεμόλ ακόρντο» που έχει στην καρδιά του, αν και φάλτσο (που είναι για τη μουσική το αντίστοιχο της οπορτουνιστικής παρέκκλισης για το κίνημα) ή την φοβερή ρίμα με την Ταϊβάν -και εγώ μένω πίσω μόνος σαν χαϊβάν.
Και ας μην έχουν το «βάθος» του μεταγενέστερου «θα έρθουν οι Ρώσοι», που δεν αναφέρεται σε περίοδο, ούτε καν σε κάποια επαναστατική περίοδο -αν και όταν είσαι ερωτευμένος, πιστεύεις πως όλα τα τραγούδια έχουν γραφτεί για την αγάπη σου, και ο έρωτας είναι συνώνυμο της επανάστασης.

Αχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια, μαζικό κίνημα, εποχή των σταδίων, τα στάδια γεμίζαν σε κάθε συναυλία, στρίμωχνες στη γωνιά και καμιά Ελενίτσα, χωρίς φόβο για πολιτική ορθότητα και άλλες μεταμοντερνιές...

Ο Μιχαλάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μια σειρά Μιχαλάκηδες αυτού του κόσμου, που δεν μπαίνουν σε καλούπια και θεωρούνται κορυφαίοι στο είδος τους.

Όπως ο Τζόρνταν, που είναι GOAT (σαν τους Κατσίκηδες του ΠΑΟΚ), ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία του αθλήματος και βασικά με τα μεγαλύτερα συμβόλαια, αν και τότε το μάρκετινγκ δεν ήταν τόσο έξυπνο και εναλλακτικό όσο σήμερα, γιατί «και οι Ρεπουμπλικάνοι του Ρίγκαν αγοράζουν παπούτσια».

Ή ο Μακεγιάσον, αποστάτης του χρώματος, των βασάνων της φυλής του, ακόμα και της ηλικίας του, μοναδικός σόουμαν, χορευτής, τραγουδιστής, απαράμιλλο ταλέντο, αλλά καμία λάμψη δεν μπορεί να σπάσει τα σκοτάδια του και να του δώσει συγχωροχάρτι για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. (Παρόλα αυτά, η πολυαναμενόμενη ταινία για τη ζωή του θα είναι μια ενδιαφέρουσα αφορμή για προβληματισμό και εμβάθυνση στις μυλόπετρες του συστήματος που συνθλίβει τα πιο λαμπρά αστέρια του για το κέρδος, για να καταλήξουν μαύρες τρύπες -ακόμα και με άσπρη, ξέξασπρη επιδερμίδα).

Ή ο Μιχάλης (Μίσκο) Μισούνοφ, κορυφαία καλτ μορφή Σλαβομακεδόνα, που πήρε ειδική άδεια να επαναπατριστεί για να παίξει μπάσκετ στον Άρη (συνώνυμο της δεκαετίας με τις βάτες) σαν γνήσιος Έλληνας, αλλά κουβαλούσε το ψυχικό βάρος της ρετσινιάς του «συμμοριτοπόλεμου» και κατέληξε λωποδύτης σε συμμορίες μαζί με ποινικούς.

Ή ο Μιχαλάκης από τα «Εγκλήματα», που αποδείχτηκε κορυφαίος μπι-μπιπ στην πραγματική ζωή, ως υποψήφιος της ΝΔ -αλλά μας άφησε ως ανάμνηση ένα αξέχαστο πάνελ, με τον Μιθριδάτη του ΣΥΡΙΖΑ στη χειρότερη στιγμή της καριέρας του, και τον Σερίφη που η ζωή το έφερε να μας φέρει τον Νι-Βο στο Φεστιβάλ, αλλά όχι να τον δούμε στο ίδιο πάνελ με τον Μπογδάνο και τον Μπαλάσκα.

Ή ο Μίσα -η κορυφαία μασκότ όλων των εποχών.

Ή ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο σημαδεμένος -αν και αγνοήσαμε όλα τα σημάδια για το ποιόν του-, κορυφαίος αντεπαναστάτης και μοντέλο διαφημίσεων, που κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, σαν χαρτόκουτο της πίτσας Χατ. «Θα μου κλείσεις το σπίτι... (με έχεις κάνει Αρασίτη)», όπως έγραφε μια ψυχή. Και δεν ήταν καν το κοινό μας ευρωπαϊκό, όπως έλεγε ο Γκόρμπι τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ -και ευτυχώς οι λύκοι έμειναν έξω από το δικό μας, του λαού, -που ήταν χτισμένο από άριστα υλικά.

Ή ο Μιχάλης Ρακιντζής. Που έχει το δικό του φαν κλαμπ, που τον ακολουθεί πιστά, πάει με πανό σε συναυλίες, ξέρει απέξω τους στίχους του -καλύτερα από τον ίδιο, που τους μπερδεύει κάποιες φορές και χρειάζεται υποβολέα, ηλεκτρονικό βεβαίως-βεβαίως- και σπεύδει στις εμφανίσεις του, παρέες-παρέες ή κατά μόνας. Λίγα θεάματα είναι πιο σπουδαία από τις μοναχικές υπάρξεις που μπορείς να δεις στις συναυλίες του, μόνες περπατούν και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, αλλά δε χάνουν ποτέ κανένα ραντεβού μαζί του.

Ο Ρακιντζής ανήκει σε εκείνο το σπάνιο είδος που για τους φανατικούς οπαδούς του είναι κορυφαίος -και αυτό δε χωράει συζήτηση. Δεν μπορούν να το υποστηρίξουν σοβαρά -αν αρχίσουν οι συγκρίσεις- έχουν όμως σημαντικά επιχειρήματα για να πιαστούν. Κανείς άλλος δεν έχει δει -ούτε στα όνειρά του- μια συνεργασία με τον Ian Gillan των Deep Purple. Κανείς άλλος δεν έχει γράψει τραγούδι για μια φωνάρα, όπως η Bonnie Tyler. Κανείς άλλος δεν πειραματίστηκε στην εποχή του με τόση (εμπορική) επιτυχία με έθνικ μελωδίες και ηλεκτρονικούς ήχους. Κανείς άλλος δεν έχει κάνει βίντεο-κλιπ σαν το Viva Sahara -με την Μπαζάκα, πριν τα «Πέτρινα Χρόνια». 

 

Λίγοι μπορούν να επιδείξουν μέταλ (ή μεταλλίζοντες) δίσκους, όπως το «Έτσι μ’ αρέσει». Είναι ο μόνος -μαζί με τον Βασίλη- που έχει τέτοια εμβληματική μύτη -αλλά δεν τον εμπόδισε να κάνει καριέρα, έστω και με διαρκώς «συναχωμένη» φωνή. Κι έχει αν μη τι άλλο ένα δικό του μουσικό ιδίωμα και ένα αναγνωρίσιμο στίγμα -που είναι γνώρισμα μεγάλων δημιουργών, ακόμα και όσων δεν είχαν σπουδαία φωνή.

Είναι βασικά, τηρουμένων των αναλογιών, σα να λες ότι η ΛΔ Κορέας οικοδομεί τον σοσιαλισμό. Για τους περισσότερους είναι φανερό πως δεν το κάνει, αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να ανατρέψουν τα επιχειρήματα όσων το υποστηρίζουν σοβαρά.

Το πρόβλημα για τον Ρακιντζή είναι πως παραμένει εγκλωβισμένος στην (παλιά) επιτυχία του και σε ψευδαισθήσεις μεγαλείων, τη «Μεγάλη Ιδέα» που έχει για τον εαυτό του, την εντύπωση πως είναι στη μουσική πρωτοπορία επί δεκαετίες, την ανάγκη να αποδείξει πως μπορεί ακόμα να το κάνει ή βασικά να πειράξει λίγο το υλικό του για να μην παρουσιάζει συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Κι επειδή πιστεύει πως δεν υπάρχει «φυσικός ήχος» -παρά μόνο στη φύση, όπου τα πουλάκια κελαηδούν και το ποταμάκι κελαρύζει- κάνει κάτι διασκευές με άθλια χρήση ΤΝ, χωρίς έλεος για το δικό του έργο και το κοινό που έχει έρθει να τον δει.
Κοίτα Μιχάλη μου, το χάλι σου...

Σε αντίθεση πχ με τον Χαριτοδιπλωμένο που είχε πλήρη συνείδηση τι ήταν (κάποτε), τι είχε έρθει να ακούσει ο κόσμος και τι χρειαζόταν για να τον ξεσηκώσει. Προλόγιζε με αυτοσαρκασμό τα κομμάτια του, σχεδόν απολογητικά κάποιες φορές (πχ όταν τα έλεγε «χαζοτράγουδα»), αν και ένα από αυτά τα σουξέ παραλίγο να του δώσει το κλειδί της πόλης της Βικτώρια και να τον κάνουν άτυπο (καλλιτεχνικό) πρέσβη για τις Σεϋχέλλες -που κάποιοι λίγοι τις είχαν μάθει από τον Μακάριο και οι περισσότεροι από το τραγούδι της Πωλίνας.

Η τέχνη είναι το «περιττό» που είναι απολύτως αναγκαίο. Δε χρειάζεται για την επιβίωση, αλλά για την επιβεβαίωση της ανθρώπινης ουσίας και το ευ ζην. Κι ο χαβαλές, τα «χαζοτράγουδα» είναι μια υπαρκτή ανάγκη για χαλάρωση, που δεν πρέπει να υποτιμάμε. Κάτι σαν το παιδικό στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς μας. Χωρίς αυτά, σε τι αναμνήσεις θα φέρουμε τα παιδιά μας; Η νοσταλγία είναι κάτι σαν τις ανασκαφές του μέλλοντός μας, ενατένιση της (χαμένης) προοπτικής, αυτού που θα μπορούσαμε να έχουμε και να γίνουμε. Κάτι σαν το Back to the Future, που έγινε ταινία -και ο Μιχάλης το πήρε για τον τίτλο μιας δουλειάς του.

Σε κάθε περίπτωση, ο Χαριτοδιπλωμένος δεν εγκλωβίστηκε στο μεγαλείο του παρελθόντος, γι’ αυτό μπορούσε να το αναπαραστήσει πειστικά. Κι ο κόσμος του φώναζε να μη φύγει από τη σκηνή, ενώ αυτός έλεγε, μεταξύ σοβαρού και επείγοντος, πως χρειαζόταν υπογλώσσια.

Κοίτα Μιχάλη μου, το χάλι μας.

Αυτοί έχουν φτάσει 70 χρονών πλέον και εσύ έχεις καβαλήσει τα 40, αλλά νιώθεις πως έχεις χάσει τουλάχιστον μια δεκαετία και τις μετράς από την αρχή σαν τον Τσάκωνα (δέκα χρόνια μνημόνια, δέκα χρόνια Μητσοτάκης), γυρνάς πίσω στο παρελθόν να αναζητήσεις τον χαμένο χρόνο, του Προυστ και της Ιστορίας που δεν τελείωσε το ’89. Ούτε και η τέχνη, άλλωστε, αν και για αυτό δεν είσαι τόσο σίγουρος. Αδυνατείς ή αρνείσαι να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της μουσικής, σου φαίνονται όλα τα ίδια (όπως κάθε τι που σε αφήνει αδιάφορο), οι καλύτεροί σου στίχοι δεν υπάρχουν, δε γράφεις κανείς «χικ και χικ», δε γράφονται πια τέτοια χαζοτράγουδα.

Θες η παιδική ανεμελιά, που είναι η μόνη μας πατρίδα; Θες τα χρόνια που περνάν και επιχρωματίζουν τη μνήμη με τα πιο φωτεινά χρώματα και εξιδανικεύουν ό,τι χάθηκε; Θες το μίζερο παρόν που δε σου αφήνει καμία διαφυγή, παρά μόνο στο παρελθόν; Θες το Πολυτεχνείο -που έλεγε πάντα ο Σπύρος- και όσα απόνερά του πρόλαβες; Θες τα χρόνια, όπου υπήρχε ακόμα ένα υπόβαθρο, ένα αντίπαλο δέος, και ο χαβαλές έπρεπε να είναι καλά δουλεμένος για να μας διαβρώσει και να μας νικήσει;

Είναι τελικά η νοσταλγία μια μορφή συνείδησης και μάλιστα πολιτικής -και δη ριζοσπαστικής; Όχι. Είναι μια φυγή προς τα πίσω, έμμεση ομολογία πως δεν έχεις ρεαλιστικό σχέδιο για να αλλάξεις τον κόσμο και να τον φέρεις στα μέτρα σου, πριν να σε φέρει εκείνος στα δικά του. Οι νοσταλγοί των παλιών καλών καιρών είναι σχεδόν πάντα παραιτημένοι, σπανίως κάνουν τη νοσταλγία τους δύναμη ανατροπής, για να έχουμε ανατροπή στην ανατροπή, και μια... «σοσιαλιστική παλινόρθωση».

Αλλά η νοσταλγία για τη δεκαετία με τις βάτες είναι μια παρηγοριά, κάτι σαν παυσίπονο, κάτι σαν το παιδικό στάδιο της ανθρωπότητας -ασφαλώς πρέπει να το υπερβούμε, αλλά πώς γίνεται να μην το δεις με τρυφερότητα;

Τα χρόνια του ’80 είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, μισό χαμόγελο σε μια απέραντη κοιλάδα των δακρύων, ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος. Τα 80’ς είναι το όπιο του λαού. Και η αλήθεια είναι στην επαναστατική αλλαγή του κόσμου και τον μαρξισμό. Γκε-γκε;

Και αν η πρώτη απόπειρα έσπασε τον πάγο και έδειξε τον δρόμο, αλλά δεν έφτασε ως το τέλος, θα επιστρέψουμε λέγοντας: «με θυμάσαι, ρε αστέ;», με σκληρό ύφος, ατσάλινου καριόλη. Γιατί έχουμε «δικαίωμα για μία συν μία», όπως τραγουδούσε ο Μιχαλάκης -και ας μην καταλαβαίνουν οι νεότερες γενιές τα μπασκετικά συμφραζόμενα. Δε βγαίνουν πια τέτοιοι στίχοι...

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ένας δεν ήταν μα διακόσιοι

Έχω ένα σοβαρό-συγκινητικό μέρος και ένα χαβαλεδιάρικο. Ποιο θέλετε να διαβάσετε πρώτο;
-Ξεκίνα σοβαρά, για να κάνεις ευχάριστο (;) φινάλε τρολάροντας.

Ωραία (;).


Ένας δεν είναι μα χιλιάδες. Και οι διακόσιοι της Καισαριανής έγιναν εκατοντάδες χιλιάδες και άλλοι τόσοι γύρω από το ΕΑΜ και τη λαοκρατία. Κάποτε ο Πέρσης βασιλιάς είχε μια επίλεκτη φρουρά από 10 χιλιάδες «Αθάνατους», όπου για κάθε νεκρό πολεμιστή υπήρχε άμεσος αντικαταστάτης και δε λιγόστευαν ποτέ. Οι διακόσιοι κέρδισαν τη δική τους θέση στην αθανασία, γιατί ο καθένας τους ενέπνευσε χιλιάδες άλλους να μπουν στις γραμμές μας και να αναπληρώσουν το κενό τους: Ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα. Κι έγιναν λίπασμα της λευτεριάς -κι ας έμεινε μισή. 

Γιατί όπως είπε ένας μαθητής: «νόμιζαν ότι τους σκότωσαν, αλλά τους έκαναν αθάνατους και σήμερα όλη η Ελλάδα μιλάει για αυτούς».
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Κι αυτή η απρόσμενη εμφάνιση των ξεχασμένων φωτογραφιών έχει κάτι από το θαύμα της Ανάστασης, σαν βίωμα. Θανάτω, θάνατον πατήσαντες. Περιμένετε εσείς το Πάσχα και τη Δευτέρα Παρουσία...

Η πλατεία Μακρή γεμίζει από νωρίς. Ελάχιστοι έχουν χρέωση, οι πιο πολλοί το νιώθουν χρέος τους -στη ζωή, στους 200, στον θάνατό τους που πάτησε τον θάνατο. Κι είναι όλοι τους εδώ, 200 από εμάς, σηκώνονται πικέτες με τα ονόματά τους, άπαντες παρόντες. Γιατί αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, θα ’σαι για πάντα μέσα σε όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει -όπως λέει ο Ρίτσος.

Ζούμε μεγάλες στιγμές, τις πιο συγκινητικές μέρες από όσο θυμάμαι -είπε ένας από τους (βιολογικούς και πολιτικούς) απογόνους στο βήμα. Ίσως είναι υπερβολή, αλλά ποιος να του φέρει αντίρρηση -όλοι το ίδιο νιώθουν.
Μας είπε για την ξαφνική εμφάνιση «αυτών των τύπων, που περπατάνε ένα πρωινό στην Καισαριανή σα να έχουν βγει βόλτα στο πάρκο». Για το ψυχικό τους σθένος, που δεν είναι γνώρισμα μόνο των κομμουνιστών, αλλά είναι κυρίως δικό τους. Και για την απάντηση που δίνουν οι φωτογραφίες στη θεωρία των δύο άκρων. Από τη μια οι 200 και από την άλλη οι εκτελεστές τους. Από τη μια οι 27 εκ. σοβιετικοί νεκροί και από την άλλη οι χιτλερικοί εισβολείς. Αυτά τα «άκρα» θέλουν να εξισώσουν. 

Κι ύστερα πήγε να αναζητήσει τη συντρόφισσα με το όνομα του παππού του (και το δικό του) για να βγει μαζί της μια φωτογραφία.

Ο Κατημερτζής ήταν μικρό παιδάκι εκείνη την Πρωτομαγιά και θυμάται να απορεί πώς γίνεται να τραγουδάνε οι άνθρωποι που πάνε για εκτέλεση». 88 χρονών σήμερα, πάντα μάχιμος και οργανωμένος, ψάχνει σταθερά να βρει τι είναι αυτό που τους έδωσε τόση τόλμη και θάρρος.
Ενώ η Αθηνά Ζύμαρη είπε πως οι σφαίρες αυτές, εναντίον των 200, ήταν σκυτάλες για τους επόμενους. Γιατί όπως είπε ο σφος από τη νεολαία, οι 200 δε θέλουν να τους τιμήσουμε, αλλά να συνεχίσουμε και να νικήσουμε!

Είπε ακόμα -ο σφος απο τη νεολαία- για την αιμάτινη γραμμή που κυλούσε στους δρόμους της Καισαριανής και χωρίζει μέχρι σήμερα δύο διαφορετικούς κόσμους, του φασισμού και της εκμετάλλευσης από αυτούς που παλεύουν να ξημερώσουν καλύτερες μέρες.
Αυτές είναι οι δικές μας κόκκινες γραμμές και καμία μνημονιακή αριστερά δεν μπορεί να τις αγγίξει και να τις ευτελίσει -με στεφάνια και κούφιες επικλήσεις.

Κι όταν μίλησε ο Τάτσης από την κετουκε και είπε ότι η ΚΟΑ «ανακοινώνει τα εξής...», κόπηκαν οι ψίθυροι, πάγωσε ο χρόνος και όλοι περίμεναν να ακούσουν.
Το ΚΚΕ αναλαμβάνει την αποκατάσταση του μνημείου. Εθελοντές σφοι θα κρατούν με βάρδιες ανοιχτό και επισκέψιμο το μνημείο κάθε Κυριακή. Θα συγκροτηθούν συνεργεία σφων οικοδόμων, μηχανικών κτλ για την καλύτερη συντήρηση του μνημείου. Θα γίνουν οργανωμένες επισκέψεις στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και στο Μπλοκ 15 του Χαϊδαρίου, μια συναυλία πριν την Πρωτομαγιά και μια μεγάλη συγκέντρωση αλληλεγγύης στην Κούβα -που συγκινείς τους πάντες, όσοι και οι 200.

Με τόσο ενθουσιασμό, που τον άγγιζες πηχτό στην ατμόσφαιρα, θα βρίσκαμε πρόθυμους εθελοντές για τα πάντα: για να φέρουν τις εικόνες απ' το Βέλγιο, να τις κλέψουν στη διαδρομή από το αεροδρόμιο για να τις παραδώσουν στο ΚΚΕ και το αρχείο του, ακόμα και να κυνηγήσουν απογόνους των δωσίλογων στις πέντε ηπείρους -όπως κάποτε η Μοσάντ με τον Άιχμαν. Ή βασικά σαν μια διεθνή ΟΠΛΑ, που είναι ανάγκη των καιρών.

Το ποτάμι ξεχύνεται στους δρόμους, σα να τρέχει προς τον θάνατο με βλέμμα καθαρό, οι φωνές πιο δυνατές από ποτέ, η πόλη στο πόδι, η γειτονιά στο παράθυρο και στα μπαλκόνια, τα σκοτάδια γίνονται λάμψη, ένα πλάνο από ψηλά θα ήταν σινεμά και ποίηση μαζί, οι σφοι να τρέχουν σα να παίζουν στην Αναπαράσταση, στο παλκοσένικο της ιστορίας, που τρέχει μαζί μας στον δρόμο -πάρτε κομπάρσους εσείς για τις σκηνές.

Μπαίνουμε στο Σκοπευτήριο με βήμα, ο ήχος κλείνει απότομα, ιερός χώρος, υποβλητική ατμόσφαιρα, απαράμιλλη αύρα -το σινεμά είναι μια φτωχή απομίμηση της ζωής. Ένα λεπτό σιγής, ακούγεται μόνο το βέβηλο drone, επέσατε θύματα αδέρφια εσείς, ένας γέροντας ψέλνει μόνος του τη Διεθνή, χάνει τα λόγια του, παιδιά κοιτάνε πάνω στους ώμους των γονιών τους, γίγαντες πατάνε πάνω σε άλλους γίγαντες, στον τοίχο προβάλλεται μια φωτογραφία από τους 200, περιμένει τα ονόματά τους, τις πικέτες τους, τους επόμενους, ο τοίχος είχε τη δική του ιστορία, κάποιοι την έγραψαν στον δρόμο, με πάλη ταξική και ανυπακοή, διότι δε συνεμορφώθησαν...

Βγαίνοντας πέφτουμε πάνω στο σπουδαίο κατόρθωμα των φασιστοειδών, της μαύρης νύχτας του αιώνα μας τα καμώματα. Κέρδισαν 15 λεπτά δημοσιότητας, αλλά ακόμα απορούν γιατί δε θα τους γράψει ποτέ η ιστορία, παρά μόνο με την πλάτη στον φακό και μια κουκούλα στο κεφάλι.

-.-.-

Δεύτερο μέρος
Μπορείτε να διακόψετε την ανάγνωση εδώ
Συνεχίζετε με δική σας πολιτική ευθύνη

Ένας δεν ήταν, μα διακόσιοι.

Ναι αλλά ο Σκλάβαινας από το γνωστό Σύμφωνο («πολιτικής συμβίωσης» με τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη, που δεν προχώρησε ποτέ στην πραγματική ζωή) υπέγραψε δήλωση.

Και αργότερα προσέγγισε το ΕΑΜ και πέθανε φωνάζοντας ζήτω το ΚΚΕ. Τι να κάνουμε τώρα; Να λέμε οι 199+1 της Καισαριανής, λες και είναι λάιφ-στάιλ άρθρο για εστιατόρια και αξιοθέατα; Τα 9+1 μυστικά της μακροζωίας στην Κατοχή: μην οργανώνεστε στο ΚΚΕ, να σιτίζεστε από τρία συσσίτια, όπως ο Μητσοτάκης.

Ναι αλλά ήταν και 10 αρχειομαρξιστές, που δεν ήταν μέλη-στελέχη του ΚΚΕ, και τους είχαν απομονωμένους στην Άκρο.

Πείτε τα όλα! Βασικά τους δικούς μας τους έπαιρναν για εκτέλεση σε 19άδες. Τους άλλους τους εκτέλεσαν χωριστά, για να μη χυθεί το αίμα τους μαζί με των δικών μας και ανακατευτούν.

Καλά εσύ κοροϊδεύεις (ναι αλλά εσύ το ξεκίνησες).
Αλλά εσείς λέτε για 200 κομμουνιστές.

Και δε χαίρεστε γι’ αυτό; Πού θα ξαναβρείτε τέτοια μεγαθυμία; Τι άλλο να κάνουμε δηλαδή; Να φωνάζουμε «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-ΟΚΔΕ-ΔΣΕ»; Να δανείσουμε μερικά μέλη στις τροτσκιστικές γκρούπες για να φτάσουν τα 200;

Όταν μιλάς για ιδιοκτησιακή λογική, το χειρότερο δεν είναι η κουβέντα περί κατοχής τους (απλή συνωνυμία με το κυρίως κατοχικό σύνδρομο) αλλά ότι τους βλέπεις σαν εμπορεύματα που τα «εξαργυρώνει πολιτικά το ΚΚΕ» και κρατάει τα ποσοστά του -όπως έγραψε στον τοίχο του ο Παπαδάκης. Κι ύστερα πας στον μπουφέ της ιστορίας -όπως έλεγε η Ρόζα- και επιλέγεις: οι 200 δικοί μας (δηλαδή όλων), η Βάρκιζα του σταλινικού ΚΚΕ, κοκ.

--Άραγε αγγίζουν καθόλου όλα αυτά τις νέες γενιές;
Ασφαλώς. Με τρέντι, σύγχρονους όρους, οι φωτογραφίες είναι τρελό content και έχουν δημιουργήσει μεγάλο hype.

Άσε που παθαίνουν υστερία τα δεξιά τρολ και ξέρουν τι γραμμή να βάλουν. Ότι οι 200 ήταν γενικά πατριώτες και όχι ειδικά κομμουνιστές; Ή ότι ήταν εθνοπροδότες (που πέθαναν για την πατρίδα) και πράκτορες της Μόσχας, οπότε κομμουνιστές; Και τέλος πάντων τι να συγκρίνουν και τι να αντιπαρατάξουν σε αυτές τις φωτογραφίες με το καθαρό βλέμμα; Το δικό τους αγέρωχο duck-face και τα φίλτρα στη σέλφι με το αφεντικό τους;

Δεν είναι όμως πως δε συγκινούνται με παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες αγωνιστών. Απλώς προτιμούν αυτές με τα κομμένα κεφάλια, τους φανοστάτες, τους απαγχονισμένους κτλ.

--Στα προεόρτια της δικής μας συγκέντρωσης, οι σφοι της Σπουδάζουσας έκαναν διανομή ρόλων με τις πικέτες -που είχαν ψιλές και δασείες, αλλά ήταν σαν καινούριες, σαν επιχρωματισμένες φωτογραφίες.

-Ναπολέων Σουκατζίδης; Α, εσύ πήρες τον «σελέμπριτι».
-Εσύ τι έχεις ντυθεί;
-Εγώ Ταλαίπωρος, που δεν τον ήθελε κανείς. Λες να μου φόρτωσαν κάναν τροτσκιστή;
-Όχι, αγρότης από τη Σάμο ήταν, έγραψε και η Ρίτσου για αυτόν.
-Εντάξει, αλλά να ξέρεις ότι ο Σουκατζίδης ήταν φαλακρός. Και η πραγματική ζωή είναι πολύ πιο πεζή και ποιητική μαζί από τις εύκολες σκηνές του κυρ-Παντελή.
-Καλά, καλά, μόνο μη βάλεις την πικέτα πίσω στην τσάντα. Θα σε περάσουν όντως για Τροτσκιστή.

-Πού πάμε τώρα με τις πικέτες;
-Στο Σκοπευτήριο. Για εκτέλεση. Έχεις κάποιο Τελευταίο Σημείωμα;
-Γράψε. Η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, ενώ η διεθνής καπιταλιστική μεθοδολογία... (και μετά μας έστησαν στον τοίχο, όρκο παίρνω καλοί άνθρωποι ήτανε, ακόμα και οι τροτσκιστές).

-Κάποια τελευταία επιθυμία μήπως;
-Να δικαιωθεί η πάλη των τάξεων.
-Χμμ. Κάτι πιο άμεσο;
-Δεν πέφτουμε στην παγίδα με το μίνιμουμ πρόγραμμα και ζητάμ...
-Δηλαδή τίποτα;
-Να αποκατασταθεί ο Κάππος.
-Πού κολλάει ο Κάππος τώρα;
-Στη συγκέντρωση για την Κούβα. Της έδινε τη μισή του σύνταξη.
-Πολιτική ή κομματική αποκατάσταση;
-Πολιτική σίγουρα. Ίσως και κομματική αν κριθεί ότι δε λειτουργούσαν σωστά τα καθοδηγητικά όργανα και μας φόρεσαν καπέλο το «Κοινό Πόρισμα» με την ΕΑΡ.
-Καλώς, θα το δούμε στον επόμενο τόμο του Δοκιμίου.


--Ναι αλλά σιγά μη δώσει το κράτος στο Κόμμα το αρχειακό υλικό. Θα το πάρει και θα το θάψει κάπου ή θα βρει μια μεσοβέζικη λύση. Πχ έξι μήνες σε εμάς και έξι μήνες στον Άδη.

--Υποβλητικό λεπτό σιγής. Ένα κινητό χτυπά την πιο ακατάλληλη στιγμή. Σαν το εναλλακτικό τέλος που πρότεινε ένα παιδί στην Άλκη Ζέη για τον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου. Την ώρα που ο Ναζί στρατιώτης θα σημάδευε το παιδί, θα χτυπούσε το κινητό του και θα τον διέκοπτε. Γιατί και το κινητό θέλει τον Γερμανό του!

-Ναι αλλά δε λέτε τίποτα για εκείνα τα «ρεπορτάζ» για τη σχέση του ΚΚΕ με τον Γερμανό και τη Μίνι-Πράις Φόουν και...
-Φτάνει. Τέλος. Όχι άλλο κάρβουνο!