Ο ουρανός ήταν γκρίζος, τα κασκέτα γαλάζια, ο ήλιος είχε δύσει απ’ το Σάββατο το πρωί. Πολλά κεφάλια σκυφτά, γκρίζα σαν τον ουρανό ή κάτασπρα, κάποια πιο άδεια -μα όχι από πολιτική συνείδηση. Βαμμένα (κόκκινα) μαλλιά, σαν του Παύλου και του Παναγιώτη -ήταν και ο Γιώργος εκεί. Κόκκινα μάτια, υγρά βλέμματα, κρατιόντουσαν να μη σπάσουν, πολύχρωμο πλήθος, αδιάσπαστη θλίψη, στο τέλος έπεσαν λίγες ψιχάλες και κάποια δάκρυα.
Αλλά δεν ήταν μόνο ο ουρανός που αποχαιρετούσε τον Σπύρο δακρυσμένος, στα λυπημένα γενέθλια της ΚΝΕ. Από μια άποψη, το πιο συγκινητικό ήταν ο κόσμος που μαζεύτηκε, απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της πολιτικής γεωγραφίας. Από δεξιούς, σαν τον Κακλαμάνη και τον Κικίλια, και τις 50 αποχρώσεις της σοσιαλδημοκρατίας -Λαλιώτης, Τζουμάκας, η Άννα Νταλάρα και ο σύζυγός της, που δε θα ’ρθει φέτος στο Φεστιβάλ, αλλά δε θα μπορούσε να λείπει χτες. Μέχρι αριστεροχώρι, πρώην συντρόφους με ρευματικά (ΝΑΡ, ΛαΕ), εξωκοινοβουλευτές που έπεσαν στη Βαρουφάκα, τον «κινηματικό influencer» που έγραψε το «τελευταίο αντίο» (και αυτό ο Γιώργος το είπε) στον Αλέκο (!;) Χαλβατζή. Από κοντά και ο διακριτικός Π. Τσίμας -γιατί η «αγάπη για την ΚΝΕ, δε σε κάνει φιλελέ», σαν το πάθος για το χρήμα και την εξουσία- και η αδιάκριτη Ζωή που πάει με όλα, Μαζωνάκη και Χαλβατζή, υπερβαίνοντας το δίπολο «δεξιά-αριστερά» και «Περισσός - Gucci φόρεμα».
Μα πάνω απ’ όλα οι σύντροφοί του, που αποχαιρετούσαν τον γραμματέα τους. Από τη Βαλαβάνη ως τον Πατέλη και τον Μπίστη, που εξηγεί στο βιβλίο του πώς έκλαιγε στην υποστολή της σημαίας από το Κρεμλίνο, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται. Και προπαντός αυτοί που συμπορεύτηκαν μαζί του ως το τέλος. Οι γραμματείς της ΚΝΕ δίπλα του, ως τιμητική φρουρά, από τον Γόντικα ως τον Αμπατιέλο και τον Κωτσαντή. Ο Πελετίδης, που είναι από τα μέρη του Σπύρου -και όχι Πατρινός- και στο τέλος κουνιόταν-χόρευε ασυναίσθητα, ακούγοντας ένα τραγούδι του τόπου του(ς). Τα παιδιά του Φλεβάρη. Τα παιδιά του Νοέμβρη. Τα παιδιά της δεκαετίας με τις βάτες και τους σωλήνες -που κάποιοι τα χλεύασαν ως «παιδιά του σωλήνα». Τα παιδιά της ΚΝΕ, που έρχονται από πολύ μακριά. Τα παιδιά του Σπύρου, που μπορεί να πήγαν πολύ μακριά, σε χώρους «όμορους» πλην αλαργινούς, και συγκεντρώθηκαν μια τελευταία φορά όλα μαζί, να τον τιμήσουν, κάνοντας τα γαρίφαλα είδος προς εξαφάνιση, στα γειτονικά ανθοπωλεία.
Ένα άτυπο προσκλητήριο ζωντανών στην ΚΝΕ του ’80, την «πιο επιδραστική» και με τον «πιο επιδραστικό γραμματέα» (πλην όμως καμία σχέση με ανόητους «ινφλουένσερ»), όπως ειπώθηκε στους επικήδειους, με τα 100 χιλιάδες μέλη -που θες να τα συνοδεύσεις με 100 χιλιάδες θαυμαστικά). Δυνατή, ενωμένη και ωραία!
Και κάπου στο πλάνο και η Σεμίνα, σαν οικοδέσποινα σε ένα τεράστιο πάνελ με αναμνήσεις: -Κοίτα τι έκανες, Σπύρο! Και όταν ακούστηκε από τα μεγάφωνα ο ύμνος της ΚΝΕ, κάποιοι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους και άλλοι την παρόρμηση να υψώσουν σφιγμένη τη γροθιά τους, σαν άλλοτε. Κι αν περίσσευε διάθεση για χιούμορ, μες στην οδύνη, θα έπαιζε κάτι κι από «Λαθρεπιβάτες» (στην εξουσία αυτού του κράτους). Απόψε λέω να μη διασπαστούμε (ή διαγραφτούμε), να πάμε όλοι μαζί στο ΚΚΕ!
Ο Σπύρος έφυγε αλλά μένει πίσω η σπορά του. Κι ας διασπάρθηκε στους πέντε ανέμους της Αλλαγής και της αντεπανάστασης, και ας μην κάρπισαν τελικά όλοι τους. Δεν άνθισαν ματαίως, αρκεί να έμαθαν δίπλα του πέντε πράγματα. Να μη γαμάνε τη συζήτηση, την πολιτική τους τιμή -που μόνο οι ίδιοι με τις πράξεις τους μπορούν να την αφαιρέσουν-, την (ταξική και όχι μόνο) συνείδησή τους. Και προπαντός το Κόμμα, που ήταν δικό τους και δικό μας και δεν μπόρεσαν να μας το πάρουν -φρόντισε και ο Σπύρος, με τη στάση του, γι’ αυτό.
Χτες κάποιοι κήδεψαν τον γραμματέα τους, άλλοι ένα κομμάτι της νιότης τους (του κόσμου) και κάποιοι ίσως την ελπίδα - αυταπάτη πως όλοι αυτοί θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ξανά πολιτικά στον ίδιο (πολιτικό) χώρο, με ένα κοινό σχέδιο.
Οι επικήδειοι λόγοι ήταν ένας προς έναν, πολιτικοί ή ανθρώπινοι ή διαλεκτικός συνδυασμός και των δύο -όπως ο Σπύρος, που ήταν κομμουνιστής, αγάπη και επανάσταση, από την κορφή ως τα νύχια.
Ο ΓΓ στάθηκε στην πολιτική του διαδρομή και ήταν σα να τόνιζε με νόημα -για κάποιους παριστάμενους- τη στάση του Σπύρου σε κρίσιμες καμπές και κρίσεις του κόμματος. Ο Κωτσαντής έκλεισε με «περπατά και βροντά και τα σκότη σκορπά», κερδίζοντας ζεστό και αυθόρμητο χειροκρότημα. Ο Τριανταφύλλου απ’ τον ΣΦΕΑ μοιράστηκε τη συγκίνησή του και ιδιαίτερες στιγμές του Χαλβατζή, όπως έναν κωμικό διάλογό του στα κρατητήρια της χούντας με τον τροτσκιστή Φελέκη, που τον ρωτούσε τι θα φωνάζουν οι νέοι αν θα τους εκτελέσουν.
-Κάθε νέος και Σπύρος Χαλβατζής; Μα είναι
όνομα αυτό που έχεις για σύνθημα;
Και ο σφος να του απαντά περιπαιχτικά:
-Και τι θες να φωνάζουν, ρε Γιάννη; Γαμώ
το φελέκι μου;
Η Αιμιλία η κουμπάρα του μοιράστηκε ακόμα πιο προσωπικές στιγμές. Την έννοια του Σπύρου για τον ελεύθερο χρόνο των σφων και την οδηγία του να μην μπαίνει καμία χρέωση τα απογεύματα της Κυριακής, μετά τις εξορμήσεις με τον Ρίζο. Κι έναν διάλογό τους για την κοσμοσυρροή σε ένα θεατρικό κακής ποιότητας, που η ίδια το σχολίασε σκωπτικά και ο Σπύρος της απάντησε ότι αυτός ο λαός θα κάνει την επανάσταση. (Εύστοχο και επίκαιρο, θα το κρατήσω ως εισαγωγή για κάποιο προσεχές κείμενο).
Ο Χάγιος που ήταν σχεδόν συγκινητικός δεδομένων των περιορισμών, τονίζοντας τη στράτευση του Χαλβατζή στο κόμμα του (παρά τις ανοησίες που γράφτηκαν) και την επαναστατική στρατηγική, και το «μέτωπο ενάντια στον κυβερνητισμό». Τζανετακικό, οικουμενικό ή Τσιπρικό. Που μπορείς να το διαβάσεις ως μια γενική (αυτο)κριτική, του κόμματος για το ’89 και δική του για το ’12 και την περιβόητη φωτογραφία στη διερευνητική εντολή που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η Βαλαβάνη, που τα πιο πολλά τα είχε γράψει στον συγκινητικό της αποχαιρετισμό στον τοίχο της. Ο Κιάος, που έβαλε τις δικές του πινελιές. Και στο φινάλε ο γιος του Αλέκος, μακριά από την ξύλινη πεπατημένη, με αρκετό ζουμί και ζουμιά (συγκίνησης) σε διάφορα σημεία -όχι πάντα το ίδιο εύστοχα, αλλά σίγουρα ενδιαφέροντα.
Έσπαγε η φωνή του, διάβαζε (πιο) γρήγορα για να το κρύψει, μίλησε για τις ανθρώπινες αδυναμίες του πατέρα του, όχι για να τον μειώσει, αλλά για να θέσει τις ανθρώπινες διαστάσεις του μεγαλείου του. Τον πατέρα του που έμαθε πως δεν πρέπει ποτέ να δείχνει αδύναμος, για να μην το αξιοποιήσει ο εχθρός, κρατώντας την ίδια στάση και στην αρρώστιά του -γιατί δεν υπάρχει τίποτα ακατόρθωτο για τους κομμουνιστές. Τον πατέρα του που είχε μια σειρά ιστορίες από το κίνημα, ζουμερές και διδακτικές, κι αν δεν τις έβαλε τελικά στο βιβλίο του, δεν ήταν λόγω εκφραστικής αδυναμίας, αλλά συνειδητή επιλογή, για λόγους σεμνότητας και επειδή πρότασσε πάντα το «εμείς». Για την οικογένειά του, που δε γνώρισε ποτέ πολυτέλειες: πήραν αμάξι και έγχρωμη τιβί απ’ τους τελευταίους (γιατί δεν ικανοποιούσαν κάποια ζωτική ανάγκη), πήραν όμως πριν απ’ όλους υπολογιστή, γιατί ήταν χρήσιμο εργαλείο (σαν μια σοσιαλιστική μικρογραφία, όπως -θα έπρεπε να- ήταν η Σοβιετία).
Και πολλά ακόμα, μεστά και απολύτως συγκινητικά. Δεν είμαι σίγουρος, όμως, αν άκουσα-κατάλαβα καλά ένα άλλο σημείο. Ότι ο πατέρας του είχε ένα είδος κατάθλιψης, πριν καν διαγνωστεί με καρκίνο, όταν κατάλαβε πως κάποια πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Που είναι μάλλον άδικη εκτίμηση, και πολιτικά μιλώντας, και για τον πολύχρονο αγώνα του πατέρα του ενάντια στον καρκίνο.
Τέλος πάντων, τίποτα - ποτέ δεν είναι άσπρο-μαύρο, αρκεί να μη γίνεται το άσπρο-μαύρο και ανάποδα. Και να ξεφύγουμε από τη λογική πως πραγματικά κόκκινοι ήταν μόνο κάποιοι βετεράνοι σύντροφοι, του παλιού καλού καιρού, με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Και είναι όντως ζήτημα ότι οι καιροί ου μενετοί, αλλάζουν απότομα, και κανείς δεν ξέρει αν μπορούμε να βρούμε άλλον σύντροφο, με το ήθος και την ακτινοβολία του πατέρα του -που ήταν ένα είδος πατέρα για όλα τα παιδιά της ΚΝΕ της εποχής του.
Κι ας μην πιάσουμε το ζήτημα σε ποιον ανήκει ο Χαλβατζής, που ήταν συνυφασμένος με το κόμμα του. Τούτο το Κόμμα είναι δικό τους και δικό μας, (μα) δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει -όπως δεν μπόρεσαν το ’91. Και δεν μπορεί κανείς να πάρει μακριά τον Σπύρο, όσο υπάρχουν άτομα που τον θυμούνται και δεν τον παραδίδουν στη λησμονιά.
Ήταν εν κατακλείδι μια... ανοιχτή κηδεία, με ανοιχτή συγκέντρωση, και πολύ ανοιχτή σύνθεση, ένα βήμα από το να ανοίξουν οι ουρανοί. Και η μόνη δική μου ένσταση αφορά το ανοιχτό φέρετρο, στην αρχή της τελετής, γιατί ο σύντροφος ταλαιπωρήθηκε πολύ απ’ την επάρατη αρρώστια και ήταν σχεδόν αγνώριστος. Και δεν είναι αυτή η τελευταία εικόνα που θέλουν να έχουν από τον Σπύρο οι σύντροφοί του. Θέλουν να τον θυμούνται δυνατό και ακμαίο, όπως όταν γυρνούσε από την εξορία στη Γυάρο -με το γαρίφαλο και το ψάθινο καπέλο που του φόρεσαν.
Κι αν θέλουν να κρατήσουν κάτι ως τελευταία εντύπωση, ας είναι αυτή η εικόνα από το πλήθος που τον τίμησε, από τον στιγμιαίο έστω συντονισμό χιλίων ελπίδων και την «επανένωση» των παλιών Κνιτών, που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω τον ιστορικό χρόνο και να ξανασμίξουν πολιτικά-οργανωτικά, αλλά αν το έκαναν, θα ήταν μονάχα για τον Σπύρο, με τον ίδιο επικεφαλής, όπως τότε, στην ΚΝΕ του ’80. Δυνατή, ενωμένη και ωραία.
Κόκκινος ήλιος, γαλάζιο το κασκέτο μου...










