Συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ μια εισαγωγή για κάθε κείμενο, μπλέκω με συνειρμούς και χάνω το κυρίως θέμα. Αλλά όλα μες στη ζωή είναι. Και τι νόημα θα ’χε η Ιθάκη, χωρίς το ταξίδι, χωρίς μικρές νοθείες και κάποιες λίγες παρακάμψεις, που μπορεί να κρατήσουν και μια δεκαετία. Αρκεί να φτάσουμε κάποτε στη γραμμή του τερματισμού και του ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε, σαν τη σοσιαλδημοκρατική Ιθάκη του Τσίπρα, που είναι ένα μεσαίο κατάρτι υψωμένο στη νοημοσύνη μας και βυθισμένο στον (ντροπή λίγο) κι ούτε ένας μάγος δε θα μπορούσε να κάνει τόσο ταχυδακτυλουργικά πριν την κάλπη. Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Το κυρίως θέμα.
Γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει ένα βιβλίο για τον Μάτζικ; Ίσως για λόγους αθλητικούς -μα όχι μόνο. Ο αθλητισμός έχει πάντα προεκτάσεις, νικώντας τα αήττητα στερεότυπα που τον βλέπουν μακριά από την πολιτική και τις σκοπιμότητες ή τους υψηλούς συμβολισμούς.
Αθλητικά μιλώντας, ο Μάτζικ ήταν ένας
μαύρος αίλουρος (χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις
του Τζαμπάρ, που θα μας οδηγούσαν στις παρυφές
των Μαύρων Πανθήρων). Εφορμούσε στο παρκέ, είχε
μάτια στην πλάτη, σε σκότωνε απαλά και χαμογελούσε
κιόλας, σαν αγγελικός δολοφόνος στην πόλη των
αγγέλων, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο, για να μάθουν να παίζουν θεϊκό, μαγικό μπάσκετ.
Μπορείς να κάνεις μαγικά,
μπορείς να έχεις ό,τι ποθήσεις.
Νικούσε κάνοντας μάγκες κυρίως τους συμπαίκτες του με ασίστ, χωρίς τη μαγκιά και τα νταηλίκια της Ανατολής, που ήταν τρόπος ζωής για τους Πίστονς ή επιβίωσης για έναν λευκό όπως ο Μπερντ. Ειδικά οι φωτογραφίες του των πρώτων ετών είναι το κάτι άλλο. Μας δείχνουν μια φιγούρα με Ατίθασα Νιάτα, ακαταμάχητη (Τόλμη) και Γοητεία, με ακατάβλητη Λάμψη (και τον Τζακ πρώτο κάθισμα-πίστα), που νικούσε τους Σκληρούς του Ντιτρόιτ και της Βοστώνης και έγινε Δυναστεία, μα πάνω απ’ όλα γιορτή και υπερθέαμα για τη μικρή οθόνη (Showtime), άρρηκτα συνδεμένο με την εκτίναξη της τηλεθέασης του ΝΒΑ.
Στα μάτια μου ο Μάτζικ δεν είναι απλώς μαγικός παίκτης ή μια ρετρό εικόνα απερίγραπτης ομορφιάς (με αφάνα και μουσάκι στην αρχή, ψηλές κάλτσες, κοντά σορτσάκια και το σοβιετικό μουστάκι του Λάρι για συμπλήρωμα), αλλά η τελευταία λέξη του μπάσκετ. Για άλλους υποψήφιους GOAT, μπορείς να χαθείς σε αντιδιαλεκτικά μονοπάτια και αδιέξοδες συζητήσεις, αν θα άντεχαν το βρωμόξυλο του παρελθόντος, αν θα είχαν θέση στο σημερινό άθλημα που θυμίζει διαγωνισμό τριπόντων, αν θα έβαζαν 100 πόντους σε αστείες άμυνες ή θα περνούσαν το ρεκόρ του -κατά τα άλλα συμπαθέστατου- Μπαμ Αντεμπάγιο. Αλλά ο Μάτζικ έχει το πλήρες πακέτο (υπερδίμετρος πλέι μέικερ, που παίζει άνετα σε όλες τις θέσεις), για να σταθεί και να διαπρέψει δι-αχρονικά και αν-ιστορικά σε οποιαδήποτε εποχή.
Ιστορικά μιλώντας, είναι ατόπημα να
μιλήσεις για τον Μάτζικ, χωρίς να αναφέρεις
τον Μπερντ, έναν Διόσκουρο που έπαιζε αντίπαλος.
Η μεταξύ τους κόντρα έμεινε αυστηρά μες στο
γήπεδο, αλλά καθόρισε μια εποχή και βασικά την
έκρηξη της δημοφιλίας του πρωταθλήματος σε
ασύλληπτα μεγέθη. Και αυτό άφησε ίσως ένα παράπονο
στον Μάτζικ, που δε βρήκε εξ αρχής το άθλημα στο
ζενίθ που το άφησε, και ήταν η αμέσως επόμενη
φουρνιά -με τον Τζόρνταν και άλλους-, που καβάλησε
αυτό το κύμα, για να κλείσει επικερδείς συμφωνίες
με τα μεγαλύτερα συμβόλαια. Οι σταρ λειτουργούν
δεδομένα σα μεγάλα παιδιά και αυτό που μετράει
πιο πολύ στον εγωισμό τους, στο τέλος της ημέρας καριέρας,
δεν είναι ένα δαχτυλίδι πάνω ή κάτω (εκτός αν
δεν έχουν κανένα), αλλά ποιος έβγαλε περισσότερα χρήματα και ποιος ήταν ριγμένος στα έσοδα. (Θυμόμαστε αντίστοιχα σταριλίκια και άτυπες βεντέτες μεταξύ συμπαικτών σε ελληνικές ομάδες με τρομερά δίδυμα, του τύπου «θέλω
όσα αυτός και ένα δολάριο/ευρώ/δραχμή παραπάνω»).
Στην τελική, οι Λέικερς των ’80ς, με 5 τίτλους σε
9 τελικούς, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια από τη
δυναστεία των Μπουλς με το απόλυτο 6/6 στα ’90ς. Ο
Τζόρνταν έκανε όμως τα καλύτερα συμβόλαια,
γιατί βρήκε στρωμένο έδαφος και δρόμο από τους
προηγούμενους.
Κάποιοι υπονοούσαν πως ο Μπερντ βγήκε
στον αφρό γιατί το σύστημα χρειαζόταν ένα λευκό
αντίπαλο δέος στην αφρο-αμερικάνικη κυριαρχία.
Κι όταν υποστήριξε κάτι αντίστοιχο ο τρελο-Ρόντμαν
(που ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τον Κιμ και την
Κορέα την καλή), ενεργοποίησε με τις δηλώσεις του ένα ντόμινο εξελίξεων,
σαν φαινόμενο της πεταλούδας, που διέλυσε την
κολλητή σχέση του Μάτζικ με τον Αιζέια Τόμας
(που είχε δικό του δωμάτιο στη βίλα του πρώτου)
και έθεσε ουσιαστικά τον τελευταίο εκτός κινήματος dream team, γιατί κάθε (ομάδα) όνειρο έχει μικρές νοθείες
κι αδικίες.
Ο Μπερντ πάντως είχε το πιο μπασκετικό μυαλό από όλους και μπορούσε να καλύπτει με αυτό κάθε του μειονέκτημα, ακόμα και το χρώμα της επιδερμίδας του, γιατί οι λευκοί -ως γνωστόν- δεν μπορούν να πηδήξουν, κάνουν όμως άλλα πράγματα και το μπάσκετ έχει χώρο για όλους. Και ο Μάτζικ δεν ήταν bad boy, ούτε απειλή για το σύστημα, αλλά το καλύτερο άλλοθί του ενάντια στις διακρίσεις. Ο χαμογελαστός, καλοσιδερωμένος μαύρος που κάθε λευκός (WASP) θα ήθελε για γείτονα ή και γαμπρό του. Μέχρι που προέκυψε η γνωστή ιστορία με το AIDS.
Σήμερα οι ιατρικές μας γνώσεις είναι περισσότερες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις θα διοχετεύονταν σε άλλα πεδία. Αλλά ήταν γραφτό του Μάτζικ, ενός φτωχόπαιδου από το Μίσιγκαν, που το απαράμιλλο ταλέντο του γκρέμισε ταξικούς φραγμούς και τείχη προκατάληψης -ακόμα και αυτά που βίωσε ο μεγάλος του αδερφός στην ομάδα μπάσκετ του μικτού σχολείου της πόλης- να αντιμετωπίσει ένα άλλο είδος ρατσισμού, ως φορέας του ιού, ακόμα και από μαύρους συμπαίκτες του. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν πλήρωσε τόσο την απώλεια της έξωθεν μαρτυρίας του «καλού οικογενειάρχη» (δεν ήταν τέτοιος), αλλά την πηχτή άγνοια και την (καχ)υποψία πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, καθώς το AIDS θεωρούνταν λανθασμένα από πολλούς ως νόσος των gay. Η αλλαγή του κοινωνικού στάτους (καθώς ήταν πλέον κολλητός του ιδιοκτήτη της ομάδας) του έδωσε πρόσβαση σε πρωτοποριακές ιατρικές μεθόδους και προνομιακή μεταχείριση, ωστόσο ο ίδιος αναγκάστηκε να βάλει πρόωρα τίτλους τέλους σε μια καριέρα που μπορούσε να γράψει και άλλες χρυσές σελίδες στο βιβλίο της.
Και ερχόμαστε στο βιβλίο του Lazenby.
Καταρχάς, τα αθλητικά βιβλία στο εξωτερικό είναι ό,τι το σεξ για τον Γιώργο Μαρίνο (όχι του Πολίτ Μπιρό): μια άλλη ιστορία, εντελώς διαφορετική από τα καθ’ ημάς. Εδώ κατά κανόνα ένας αθλητής ή προπονητής, που δεν ξέρει να γράφει (οριακά να μιλάει με κλισέ μπροστά στα μαρκούτσια), βρίσκει έναν γνωστό δημοσιογράφο, ο οποίος κάνει στην καλύτερη την απομαγνητοφώνηση, έναν εκθειαστικό πρόλογο και... τυπωθήτω. Με οργάνωση παραγωγής επιπέδου βιντεοκασέτας, χωρίς καν την καλτ αισθητική που είχαν οι Κόπανοι ή το «Έξι χρόνια στο Ελλάντα».
Στο εξωτερικό κάνουν κατά κανόνα κανονικές βιογραφίες, με έρευνα, συνεντεύξεις και μπόλικες εργατοώρες δουλειάς (αλλά πρόχειρες μεταφράσεις στα ελληνικά, γιατί είσαι MVP... και σε ενδιαφέρει το μέγιστο κέρδος). Και συχνά, με τις απαραίτητες αποστάσεις που κρατά ένας ερευνητής από το βιογραφούμενο πρόσωπο. Είτε επειδή δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αγιογραφία, είτε γιατί ξέρει πως οι καλύτερες αγιογραφίες δε μοιάζουν με τέτοιες και είναι σχετικά αποστασιοποιημένες, όπως το τηλεοπτικό Last Dance για τον Τζόρνταν.
Αντιστοίχως, ένα βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης βιογραφίας είναι ότι δε βασίζεται στη μαρτυρία του Μάτζικ (που μπορεί να παρέλειπε-στρογγύλευε δυσάρεστες λεπτομέρειες και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να δει αντικειμενικά τον εαυτό του), ούτε χρειάστηκε την (προ)έγκρισή του για να εκδοθεί. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από το κοντινό του περιβάλλον ή άτομα που έχουν απομακρυνθεί από αυτό, αξιοποιεί δημοσιευμένες πηγές, παλιότερες δηλώσεις και συνεντεύξεις. Παρακολουθεί τη διαδρομή του, εστιάζοντας λιγότερο στις χρυσές σελίδες της μεγάλης καριέρας του, δίνοντας έμφαση στη σχετικά άγνωστη περίοδο πριν γίνει «Μάτζικ» και περάσει στο ΝΒΑ: την παιδική του ηλικία, τα σχολικά και κολεγιακά του χρόνια, τις σχέσεις του με την οικογένεια, τις ρίζες του, την πόλη του και όσα στοιχεία έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.
Αφιερώνει μάλιστα ειδικό κεφάλαιο
για το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους
του Έρβιν, όπου εξετάζει ιστορικά την περίοδο
της δουλείας, τη μαζική μετανάστευση των απελεύθερων
αφρο-αμερικανών του Νότου στον «φιλελεύθερο»
βιομηχανικό Βορρά και τις φρούδες δεσμεύσεις
του κράτους, που τους υποσχέθηκε γη και τριαντάφυλλα (ήδη από τα
χρόνια του εμφυλίου), για να τους παραδώσει τελικά
κάποιες μικρές εκτάσεις, όταν δεν είχαν καμία
ελπίδα να ανταγωνιστούν τις διαμορφωμένες
μεγάλες καλλιέργειες των farmers με τον σύγχρονο
εξοπλισμό, οπότε σύντομα κατέληγαν πάλι ακτήμονες
ή εξαρτημένοι από τους πλούσιους αγρότες.
Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, τα πλεονεκτήματα του βιβλίου γίνονται και τα μειονεκτήματά του. Δεν έχει πολλά παρασκήνια, ζουμερές στιχομυθίες και ανέκδοτα, λεπτομέρειες που βάζουν αλατοπίπερο σε μια αφήγηση -αυτό που ένας σοφός blogger είχε ονομάσει κάποτε «(αστικό) πατατάκι» και «φυτείες Νευροκοπίου». Παίρνει πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε τον εαυτό του για ένα μάλλον ανάλαφρο θέμα (με σημαντικές προεκτάσεις βέβαια) αλλά δεν έχει σωστό κριτήριο και εφόδια για να δει σε βάθος τα πιο σοβαρά ζητήματα που πιάνει (από τον ρατσισμό ως τη δουλεία). Και σίγουρα δεν έχει πρόθεση να δει κριτικά πχ την εμπορευματοποίηση του (πρωτ)αθλήματος ή τη βιομηχανία του Show-time των Λέικερς, γιατί αυτές οι ανησυχίες δεν εμπίπτουν στον αξιακό του κώδικα. Ενώ συχνά πλέκει το εγκώμιο του «καλού επιχειρηματία Μάτζικ», που «δίνει δουλειά» σε πολλούς αφροαμερικανούς με τις επιχειρήσεις του. Είναι μάλλον σπάνιο να διαβάσεις μια σύγχρονη (αυτο)βιογραφία που να μην εξυμνεί το american dream και το επιχειρηματικό δαιμόνιο (δηλαδή τα λεφτά) ή κάποια ανώτερη δύναμη (δηλαδή τον θεό) ή και τα δύο μαζί ή κάποιον συνδυασμό τους -καθώς το χρήμα είναι ο θεός τους και η θρησκεία, σε όλες τις εκδοχές της, μια άκρως επικερδής μπίζνα.
Γενικώς δεν είναι το πιο απολαυστικό ανάγνωσμα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (τις δικές μου τουλάχιστον), δεν έχει καν ρέουσα γραφή -αλλά γι’ αυτό μπορεί να φταίει και η πρόχειρη επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου- και σε αρκετά σημεία θυμίζει τηλεοπτικό σενάριο για ντοκιμαντέρ, όπου αναφέρεται κάποιο στοιχείο (πχ στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια) και στο καπάκι έρχεται η επιβεβαίωση-μαρτυρία που το επαναλαμβάνει αυτολεξεί: στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια, ενώ εσύ κάνεις εικόνα το αντίστοιχο πλάνο ή ένα μπέργκερ.
Στον επίλογο, περισσεύει μια δική μου τελική κρίση (να το πάρεις το βιβλίο ή να το αφήσεις). Όποιος είναι θύμα της γοητείας του Μάτζικ, θα το απολαύσει -αν όχι όλο, αρκετά σημεία του- ή πρέπει να το διαβάσει, για να φτάσει μόνος του σε αντίστοιχα συμπεράσματα με την κε του μπλοκ.
Αντί επιλόγου, λοιπόν, κρατάω μια γενική σημείωση του Χομπσμπάουμ, νομίζω, που έλεγε πως η Ιστορία είναι σε τελική ανάλυση μια αφήγηση και οφείλει να είναι ευχάριστη κι απολαυστική για τον αναγνώστη, δημιουργώντας και μια αντίστοιχη σχολή ιστορικών (όλα αυτά τα μεταφέρω από μνήμης, με κίνδυνο να διαστρεβλώνω την ουσία τους, αλλά μην αφήνεις ποτέ μια επιλεκτική αμνησία να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό).
Και αυτό ασφαλώς δεν αφορά στενά τη βιογραφία του Μάτζικ, ούτε μόνο τον Χομπσμπάουμ, αλλά οτιδήποτε γράφουμε και ευελπιστούμε να έχει ευρύτερη απήχηση, ακόμα και τα ιστορικά εγχειρίδια. Προφανώς οι μικρές ιστορίες-ανέκδοτα δε φτιάχνουν την Ιστορία, αλλά δε σημαίνει πως ο ιστορικός δεν μπορεί να τις αξιοποιεί και να συνδυάζει τερπνό και ωφέλιμο, ή τέχνη και επιστήμη. Ας μην ξεχνάμε τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες διάνθιζαν συχνά οι κλασικοί του μαρξισμού ακόμα και τα πιο απαιτητικά έργα τους. Σε τελική ανάλυση, η ιστορική -και όχι μόνο- γνώση είναι πάντα συναρπαστική και δεν πρέπει να στριμώχνεται σε στρυφνά εγχειρίδια, με ακαδημαϊκό λόγο που δεν προσελκύει το ευρύ κοινό.
Για λόγους ταξικούς, αισθητικούς και όχι μόνο...















