Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

Αν ήταν όλοι οι δεξιοί σαν τον Ξαρχάκο...

 Η βραδιά που αφιέρωσε το ΚΚΕ στον Σταύρο Ξαρχάκο είχε τόσα αξιοσημείωτα, συνειρμούς και προεκτάσεις, που δεν ξέρεις από ποιο να αρχίσεις να σχολιάζεις: απ' τα πιο σοβαρά και πολιτικά, μέχρι κάποια ζουμερά παραπολιτικά ή και τα πιο ευτελή, όπως η κλασική καζούρα στους γάβρους: "Από πότε έχει να δει τόσο κόσμο το ΣΕΦ;" και "Πότε παίζει πάλι το ΚΚΕ να ξαναγίνει sold out;".
Ή το... άτυπο "αριστερόμετρο" στους ερμηνευτές, που κάθονταν σχεδόν με τη σειρά. Αριστερά οι "βαμμένοι" Πασχαλίδης - Μποφίλιου, στο κέντρο ο Νταλάρας που εξιλεώνεται για το αμαρτωλό πρόσφατο παρελθόν, και στα δεξιά ο αμφίβολος Μητσιάς και η Γαλάνη, που είχε 30 χρόνια να έρθει σε κομματική εκδήλωση, από το Φεστιβάλ του '93...!

-Και η Σαΐα;
-Η Σαΐα χόρευε
... όπως είπε σεφερλίζοντας ένας από τους θεατές.
Βασικά όμως απέδειξε πως ήρθε με το σπαθί της και όχι "βυσματικά", ως σύζυγος του Ξαρχάκου, ο οποίος έχει πάντα (πιο) νέες συντρόφισσες δίπλα του και ξανανιώνει. Το βασικό ελιξήριο της νιότης του κόσμου, ωστόσο, είναι η τέχνη του, αυτές οι συναυλίες και η αποθέωση που γνώρισε, που τον κάνουν να νιώθει δέκα χρόνια νεότερος -όπως και ο Θάνος πριν λίγα χρόνια.

Ακόμα και έτσι, βέβαια, θα ήταν μόλις 73 στα 74 και ίσως δε θα ήταν ενδεδειγμένο να βρίσκεται στη σκηνή και να διευθύνει τη συναυλία. Αλλά όποιος τον έβλεπε χτες εκστασιασμένο, με ενέργεια εφήβου, να σεληνιάζεται σε κάποια κομμάτια, θα αναθεωρούσε και ας μην είναι αναθεωρητής -έναν είχαμε, χτες τον πήρανε.

Και αν πρόσεχες τους ερμηνευτές, δύσκολα θα έβρισκες άλλη συναυλία που να συμμετέχουν και να την ζούνε με τόσο πάθος και οι ίδιοι, κάνοντας ως και χάι-φάιβ μεταξύ τους (το "κόλλα το", μάνα), σαν την Μποφίλιου στους άλλους. Και βασικά, το βασικό είναι να βρούμε όλοι μας κάποι@ να μας κοιτάζει με λατρεία, όπως η Νατάσσα τον ΓΓ.

Ο οποίος ήταν ο κλέφτης της χτεσινής παράστασης. Κι αν όλοι περίμεναν (κατά βάθος ήξεραν πως θα έχουμε) έναν χορό ή κάτι αντίστοιχο, λίγοι γνώριζαν τι θα γινόταν στο φινάλε, όταν πήρε το μικρόφωνο του Πασχαλίδη και το κρατούσε -χαμηλά- σιγουραγουδώντας μαζί με τους υπόλοιπους την "Άπονη Ζωή" κτλ. Κι αυτός εκεί, ούτε ένα mic drop. Αλλά αυτός είναι!
-Ρε Κουτσούμπα, τι λες τώρα
Που θα παίζεις ως τις 4 η ώρα...


Κι αν έκλεισαν λίγο "ανέμελα", με το "Κάνε υπομονή", ήταν έμμεση αναφορά στις συνθήκες που αργούν να ωριμάσουν, χωρίς να κοιτάζουν τη δική μας ανυπομονησία, για να γίνει ο ουρανός πιο γαλανός -μπορεί και κόκκινος, δε θα τα χαλάσουμε εκεί Σταύρο. Και βασικά δικός μας με έφοδο επουράνια. Που δεν το έγραφε στο ταμπλό, αλλά περίπου υπονοούνταν, όπως με τα περίφημα αποσιωπητικά της 2ης Ολομέλειας το '46...

Κι ήταν όλοι τους εκεί, όπως ο Φέρης που σκηνοθέτησε το "Ρεμπέτικο". Ακόμα και αυτοί που δε θα περίμενες ποτέ να είναι. Όπως ο Ζουράρις με το μπαστούνι του. Και ο Μίμης Δομάζος, σε λάθος σπορ - στάδιο, ομάδα και πολιτική παράταξη, πιθανότατα γιατί γνώριζε καλά τον Ξαρχάκο από τον καιρό της συνεργασίας του με τη Μοσχολιού που ήταν γυναίκα του (με κουμπάρο αξιωματούχο της χούντας). Κι ο εκκολαπτόμενος δήμαρχος Αθηναίων με τον Σύριζα -που τα έκανε όλα σωστά, εκτός από το κόμμα που διάλεξε να τον στηρίξει. Και ο Αλέξης Κωστάλας, αν και δεν είδα τι βαθμό έβαλε στην προσπάθεια του Κουτσούμπα.
So you think you can sing...

Σε κάποιους έλειψε το "Μεγάλο μας Τσίρκο" από την επιλογή των τραγουδιών, αλλά ήταν εκεί ως πανό με σύνθημα το πάντα επίκαιρο: Λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι...

Κι ύστερα συνειδητοποιείς πως έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που γράφτηκε και ανέβηκε. Πως ο Ξαρχάκος έγραψε κάτι μεγάλο και ανεξίτηλο -που θα ήταν υπεραρκετό και ας μην είχε γράψει τίποτα άλλο στη ζωή του- πριν καν κλείσει τα 35. Ενώ ο σημερινός μέσος 35χρονος δυσκολεύεται να μείνει σε δικό του σπίτι, γιατί του λένε να σφίξει και άλλο το ζωνάρι και να ζήσει χειρότερα από τους δικούς του.
Για απόφοιτος Λυκείου, καλά τα κατάφερα, όπως είπε ειρωνικά και ο ίδιος για τους κυβερνώντες...

Συνειδητοποιείς πως κάποιοι νοσταλγούν εκείνα τα χρόνια, που ζούσε και βασίλευε ο έκπτωτος, που ήταν παράνομο το ΚΚΕ αλλά και οι παραστάσεις με τη μουσική του Ξαρχάκου, που υποτίθεται πως τον τιμούν, ως ομοϊδεάτη τους. Και πως μισούν δικαίως τη μεταπολίτευση, ως στιγμή που άλλαξε η μορφή πολιτεύματος αλλά και ως περίοδο συνολικά. Γιατί ακόμα και όσοι δήλωναν δεξιοί, σαν τον Ξαρχάκο, έγραφαν τόσο σπουδαία έργα, που πιστοποιούν την "ιδεολογική ηγεμονία" της αριστεράς, που τους κυνηγά ως εφιάλτης μέχρι σήμερα.

Ο Ξαρχάκος δήλωσε χτες πως το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που έχει τα κότσια να κάνει την υπέρβαση, δίνοντας εκ των προτέρων απάντηση στα τρολάκια του βαθέως μηχανισμού, που ξεσαλώνουν από χτες με σημαία τους την ιδεολογική μούχλα του αντικομμουνισμού. Κάποιοι άλλοι θυμήθηκαν μειδιώντας την "υπέρβαση του '89", με κομμάτια αμπελόφυλλα στα δόντια τους και ψαγμένες αμπελοφιλοσοφίες για τον "ιστορικό συμβιβασμό αλά ελληνικά".

Αλλά το ΚΚΕ κάνει αυτή την υπέρβαση εδώ και χρόνια. Όταν κρίνει κάθε άτομο από τη θέση του στην παραγωγή και όχι από το ψηφοδέλτιο που έριξε στην κάλπη. Όταν επιδιώκει την πιο πλατιά κοινωνική συμμαχία, ενάντια σε κάθε λογής ξύλινα και ψευδεπίγραφα προοδευτικά αντινεοφιλελεύθερα μέτωπα. Και πρωτίστως όταν εκτιμά και αναδεικνύει αυτή την τέχνη που χειραφετεί και ανυψώνει το είδος μας, ενάντια στη λογοκρισία της αγοράς -όπως είπε εισαγωγικά ο ΓΓ, πριν πάρει το μικρόφωνο ανά χείρας.

Το κόμμα αυτό δε γεννά Ξαρχάκους, ούτε υπερανθρώπους χωρίς αντιφάσεις. Ξέρει όμως να παράγει πολιτισμό -πολιτικό και όχι μόνο- που μοιάζει με αληθινή υπέρβαση για έναν πολιτικό φορέα, αλλά είναι μονόδρομος για ένα κόμμα που έχει τα κότσια να υπερβεί τον κόσμο της εκμετάλλευσης και την ασχήμια του, που αποτυπώνεται στις ευτελείς καλλιτεχνικές του αξίες.

Κι αν κάποιοι δεξιοί ανησυχούν μήπως καπηλευτεί το ΚΚΕ τον Ξαρχάκο, αν έχουν αθώες ανησυχίες για τις ελευθερίες σε μια σοσιαλιστική κοινωνία αλλά δεν τους πειράζει αυτό το είδος αγοραίας ανελευθερίας που φιμώνει τον Ξαρχάκο και κρύβει το έργο του από τη νέα γενιά, μπορούμε να τους καθησυχάσουμε.

Αν όλοι οι δεξιοί είναι χρήσιμοι και αξιόλογοι σαν τον Ξαρχάκο, το βασικό μας καθήκον στην κοινωνία του μέλλοντος θα είναι να τιμάμε το έργο τους και να τους δίνουμε όλα τα εφόδια να το συνεχίσουν. Κι αν πάλι έχουν τις "αθώες ανησυχίες" του Τζήμερου, μπορούν να πάνε μαζί του στον βόθρο της ιστορίας να κάνουν τις τουαλέτες των γαλαζοαίματων. Ή εναλλακτικά να τους βάλουμε παρκαδόρους στο ΣΕΦ, που θέλει σχεδόν μια αιωνιότητα και μια μέρα για να αδειάσει από όλα τα αμάξια, για να έχουν αρκετό χρόνο να σκεφτούν πάνω στην αξία και χρησιμότητα του κεντρικού σχεδιασμού, κατά την εκκένωση ενός σταδίου -ή ενός βασιλικού πισινού...

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

El maestro de kolotoumba – Ένας Παπακαλιάτης της πολιτικής

Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, ο Ανδρουλάκης στρέφει ξανά τους προβολείς πάνω του, γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την προσοχή μας, και κάνει τα πάντα για να την τραβήξει, με μια σειρά επικοινωνιακά ταρατατζούμ και διαβολικά κόλπα, που τα αγιάζει ο ιερός σκοπός των πωλήσεων.

-Μη! Μη Μίμη! Όχι τον Μίμη! Είναι παγίδα…

Το βιβλίο του Ανδρουλάκη ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των προϊόντων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως δεν υπάρχει αρνητική διαφήμιση. Ντόρος να γίνεται, οι πωλήσεις να ανεβαίνουν. Και κάθε αναφορά, θετική ή επικριτική, βοηθάει σε αυτόν τον σκοπό. Ιδίως αν είναι επικριτική. Διόλου τυχαία, το βιβλίο του θεωρείται από τα πλέον πολυσυζητημένα της χρονιάς που έριξε αυλαία πριν από λίγες μέρες.

Αν όλος αυτός ο ντόρος ήταν μια παγίδα για να πάρει το βιβλίο ο κόσμος από περιέργεια, η κε του μπλοκ έπεσε με τα μούτρα, και βασικά συνειδητά, εν γνώσει των συνεπειών. Και αν εξαρτάται από τη δική της γνώμη – συμβουλή το αν θα πέσουν και άλλοι, θα ήταν σε δίλημμα για την τελική της απόφα-ν-ση: Θα μπορούσε ίσως, αλλά όχι σε αυτήν την τιμή. Μπορείτε να το δανειστείτε από άλλον. Ή να περιμένετε να φύγει από την ενιαία τιμή –και την επικαιρότητα. Αλλά ως τότε θα έχει βγει κι ο δεύτερος τόμος, με επιπλέον λόγους να στολίζουμε τον συγγραφέα.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να δούμε κάποιες παραμέτρους και να ξαναδούμε στο τέλος το ερώτημα προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα. Στη σωστή πλευρά της ιστορίας, είναι a priori η σωστή απάντηση. Και ο Μίμης έχει πολλά χρόνια που την εγκατέλειψε συνειδητά, θεωρώντας πως βουλιάζει κι ας κατέληξε ο ίδιος ναυάγιο –αν δηλαδή ήταν ποτέ ουσιαστικά οργανικό της κομμάτι, υπηρετώντας κάποιον σκοπό πέρα από τις δικές του φιλοδοξίες.

Ξεκινώντας να διαβάζεις ένα βιβλίο του Μίμη, δεν είσαι απλά υποψιασμένος αλλά περίπου βέβαιος για αυτά που θα συναντήσεις και πως κάποια στοιχεία θα εμφανιστούν νομοτελειακά, όπως οι βασικές, υποχρεωτικές κινήσεις στο πρόγραμμα του καλλιτεχνικού πατινάζ. Κι αν δεις τριπλό άξελ και κυβιστήσεις, από άτομα που ξεχνάνε σε μια νύχτα τις πολιτικές τους αρχές, θα σου φύγει το καφάσι του Γιατρομανωλάκη…

Ξέρεις πχ πως θα φας υποχρεωτικά στη μάπα μπόλικη εγωπάθεια και ναρκισσισμό και ότι όλες σχεδόν οι γυναίκες υποκύπτουν στην ακαταμάχητη γοητεία του Μίμη, όπως περίπου συμβαίνει στα σίριαλ του Παπακαλιάτη: από δεξιές, κεντρώες μέχρι αριστερές, και από μάνες μέχρι παιδιά στην ενηλικίωση –για να μη γίνουν δυσάρεστοι συνειρμοί με τον Λιγνάδη.

Ελάχιστες εκπλήξεις και (οπορτουνιστικές) παρεκκλίσεις μπορεί να περιμένει κανείς από αυτό το σενάριο. Πχ να πει ο Ανδρουλάκης νάρκισσο κάποιον άλλον (τσεκ, γίνεται στο εν λόγω βιβλίο) και ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Ή να πει κάποια πρωταγωνίστρια τον Παπακαλιάτη «μαλάκα» (τσεκ, σε μια από τις ταινίες του). Αυτό το τελευταίο είναι κάτι που λείπει πραγματικά από τα βιβλία του Μίμη, οπότε συμπληρώνουν το κενό αναγκαστικά οι αναγνώστες του.

Σε έναν δίκαιο κόσμο (αλλά δε ζούμε σε τέτοιον) το επόμενο σίριαλ του Χριστόφορου θα ήταν για τη ζωή του σύντεκνου, συντοπίτη Μίμη, που είναι γεμάτη περιπέτεια και περιστατικά από τις ζωές των άλλων (όχι την ταινία, κυριολεκτικά). Κι εσύ να ψάχνεις να βρεις από ποια ταινία/σειρά έκλεψε ο ένας τις σκηνοθετικές ιδέες του και από ποιον σύντροφο ο άλλος τις αναμνήσεις «του». Να κάνει ο Καταλειφός τον Χαρίλαο, η Καβογιάννη την Αλέκα στον ρόλο της ζωής της, και η Χαρούλα Αλεξίου τη Δαμανάκη (ωχ θε μου, θε μου), που φεύγει (από το Κόμμα) και αφήνει πίσω της συντρίμμια… αλλά γκρεμίζει έκτοτε ό,τι βρει στο διάβα της, από τον Συνασπισμό ως το κραταιό ΠΑΣΟΚ. Και ο Παπακαλιάτης, ως Ανδρουλάκης και άνδρακλας μαζί, να πετάει ατάκες για την «Παπαρήγα την καλή», όπως στους Απαράδεκτους, γιατί καλό είναι να τα έχεις καλά με το Κόμμα. Και όταν δεις πως δεν έχει προσβάσεις στο σύστημα, να φεύγεις τρέχοντας σαν ποδοβολητό Σελήνης και σαν τον Μίμη το ’91. Ήσουν ποντίκι και δεν το ήξερες

Μια σειρά για τον Μαέστρο της πολιτικής κυβίστησης, που ήταν συμπτωματικά μέλος-και όχι αρχηγός- μιας Κόκκινης Ορχήστρας, και εδώ και τρεις δεκαετίες γράφει ένα βιβλίο κάθε χρόνο κατά μέσο όρο, γιατί πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε. Και ο Μίμης, που έζησε δέκα ζωές στα νιάτα του (μαζί με αυτές που έκλεψε), δεν έχει σοβαρή ενεργό πολιτική δράση από το ’93, κι ας πέρασε για λίγο απ’ τη Βουλή, κι ας φαντασιώνεται ότι είναι μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης από την οποία αντλούν οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες (ε, πρόεδρε!). Έτσι, ελλείψει ζωής αφιερώθηκε στο β’ ημίχρονο στη συγγραφή και ελλείψει άλλων αξιών εξαργύρωσε όσα κρυμμένα τιμαλφή είχε στο πολιτικό γιουσουρούμ, για ένα κυβερνητικό κουστούμ'.

Συνεπώς, όταν ισχυρίζεται πως σπάει τη σιωπή του για τον φάκελο του Πολυτεχνείου, 49 χρόνια μετά από τα γεγονότα (ούτε καν 50, σαν παραχώρηση σταδίου σε ΠΑΕ), το μόνο που σπάει είναι το ρεκόρ φλυαρίας του και τα νεύρα των άλλων. Μας το επιβεβαιώνουν οι παλιοί του σύντροφοι στην κοινή επιστολή 15 βετεράνων αγωνιστών της Αντι-Εφεε, όπου γράφουν:

"Ο ίδιος υποστηρίζει πως μιλάει για πρώτη φορά ύστερα από 49 χρόνια, προφανώς για να δώσει μια ακόμη δραματική ένταση στη «μαρτυρία» του. Τον διαψεύδει ο εαυτός του. Καθένας που ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις πολλές προηγούμενες και έντυπες δημόσιες αφηγήσεις του. Σε αυτές, όπως και στην τωρινή, προσθέτει ή αφαιρεί σκηνές από τον αντιδικτατορικό βίο του ανάλογα με τις πολιτικές ή προσωπικές επιδιώξεις του της στιγμής."

Το επιβεβαιώνει και ο ίδιος –όπως λέει το κείμενο των 15-, αγωνιώντας να διαφημίσει παλιότερα βιβλία του και γεμίζοντας το τελευταίο με αναφορές-παραπομπές σε αυτά. Πιστοποιεί έτσι ότι δεν πρόκειται για άγνωστες ιστορίες από την κρύπτη του κινήματος, αλλά για πολυκαιρισμένα τεύχη που έχει ξαναπουλήσει –σιγά μην τα άφηνε- και τα επαναφέρει ως καινούρια, σαν τα κομματάκια του Τείχους του Βερολίνου, που δεν τελειώνουν ποτέ. «Είμαι ένα από αυτά», θα μπορούσε να μας διηγηθεί σε ένα μελλοντικό βιβλίο του ο Μίμης, για να αποκτήσει συλλεκτική αξία ως πυρότουβλο. Ενώ και ό,τι καινούριο γράφει, μάλλον δεν είναι καν δικό του αυθεντικό βίωμα, όπως σημειώνει το ίδιο κείμενο των 15, αποδίδοντάς του ως ρετσινιά την ωραία λέξη «κλεπτομνήμων».

"Ο Μίμης Ανδρουλάκης αναφέρεται σε πολλά και σε πολλούς. Για τα περισσότερα όμως δεν παραθέτει καμία ιστορική πηγή. Κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του. Αντί αυτού λειτουργεί ως αδίστακτος κλεπτομνήμων, υφαρπάζοντας αφηγήσεις άλλων που παρουσιάζει δικές του ως προσωπικές μαρτυρίες προκειμένου να δώσει ισχύ στους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του. Τσιμπολογάει περιστατικά και φράσεις, τα μεταπλάθει σε διαλόγους, που παραθέτει εντός εισαγωγικών, και τα πλασάρει με τρόπο που να φαίνεται ότι ήταν «αυτόπτης μάρτυς». Και όπου δυσκολεύεται ή δεν έχει υλικό προς απαλλοτρίωση που να τον βολεύει ή θέλει να προσδώσει μεγαλύτερη δραματική ένταση στα λεγόμενά του, καταφεύγει στο ακόμα πιο εξωφρενικό: επικαλείται λόγια που του έχουν δήθεν «εκμυστηρευτεί» ή «εξομολογηθεί» ακριβοί σύντροφοι που από χρόνια δεν βρίσκονται στη ζωή και, φυσικά, δεν μπορούν ούτε να τον διαψεύσουν ούτε να τον επιβεβαιώσουν."

Ξεκινώντας λοιπόν την ανάγνωση, είσαι προετοιμασμένος για όλο το αμίμητο πακέτο του Μίμη. Απύθμενο εγωκεντρισμό, ναρκισσισμό, κοπέλες που ανακαλύπτουν το σημείο G τους ανάμεσα στα αυτιά και το μυαλό τους με όσα λέει ο Μίμης (πού και να είχε δηλαδή το παράστημα του Μίκη και του Χαρίλαου –ή έστω του Χριστόφορου) και πέφτουν ανάσκελα. Φαφλατάδικες αναλύσεις επί παντός του επιστητού και επιστημονικού πεδίου, που θα ήταν ίσως ευχάριστες, λογοτεχνίζουσες συγγραφικές ασκήσεις, αν δεν τις πλάσαρε με το αλαζονικό ύφος της αυθεντίας. Και προφανώς αντικομμουνισμό με το βαμβάκι, θεωρητική υπέρβαση του Μαρξ (ιδεολογικό ΜΑΤ σε δυο σελίδες) και άπειρα προσωπικά κατορθώματα. Εσείς γνωρίζατε πως ο Μίμης έγραψε περίπου μόνος του όλη την έκθεση του ΚΚΕ για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ’76, αλλά την άλλαξε αριστοτεχνικά ο Φαράκος στα κρίσιμα σημεία; Διάβασε Μίμη, και θα δεις…

Ο –κατά Μίμη- Μίμης δεν είχε (απλώς) παντού και πάντα δίκιο. Είχε σταθερές αμετακίνητες αρχές και αξίες, που ακολουθούν ευέλικτα τις πολιτικές του μετακινήσεις. Πολεμούσε πάντα την Ανατολασία, με τις σημερινές του σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, πάλευε μέσα από το Κόμμα για την οργανωτική του υπέρβαση (να μια ενδιαφέρουσα ομολογία) και για έναν νέο πολιτικό αστερισμό της νέας Αριστεράς, χωρίς στεγανά και ένα μόρφωμα χωρίς μορφή, όπως ταιριάζει σε όσους παίρνουν το σχήμα του συρμού.

Εισαγωγικά ο Ανδρουλάκης σημειώνει πως εμείς είμαστε οι άλλοι (που ίσχυε ακριβώς επί λέξει στο 13ο Συνέδριο, όταν τόσα στελέχη πέρασαν στην άλλη όχθη του Αχέροντα και έλεγαν για μας πως έχουμε πεθάνει). Είμαστε δηλαδή το άθροισμα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν και μας επηρεάζουν. Ο κύκλος μας καθορίζει την προσωπικότητα και τις προσλαμβάνουσές μας, άλλο αν τελικά άπαντες υπάρχουν για να εγγράφονται στον κύκλο του Ανδρουλάκη, που τους επισκιάζει σα φωτεινός (ανατέλλων) ήλιος – παντογνώστης.

Όλα αυτά τα ξέρεις εκ των προτέρων. Τα συνυπολογίζεις, οπλίζεσαι με υπομονή και μαζοχισμό για να τα αντιμετωπίσεις και περιμένεις κάποια αποζημίωση από τυχόν παράπλευρα οφέλη: κάποιο ενδιαφέρον κουτσομπολιό, ένα ζουμερό παρασκήνιο, μια ωραία ιστορία με γαργαλιστικές λεπτομέρειες, από αυτές που άκουγες μικρός για το 13ο Συνέδριο για να αδειάσεις το πιάτο σου, και σε τρέφουν πολιτικά(ντικα), με αστικό πατατάκι –και ξύγαλο στο Γιουσουρούμ (όχι αυτό που ξεπουλήθηκε ο Μίμης).

Μια τέτοια ιστορία, για παράδειγμα, μου είπε μεταξύ τύρου και ξύγαλου ένας σφος, για το Κόμμα (ένα είναι το Κόμμα) και το Συνέδριο (ένα είναι το Συνέδριο, τότε που ήμασταν από δυο κόμματα κομματικοί και παραλίγο να μέναμε χωρίς κόμμα), που παιζόταν ποιος θα έχει τους συσχετισμούς. Και οι σφοι στο αυτοκίνητο που μετέφερε τους αντιπροσώπους της οργάνωσης από την επαρχία, κοιτάζονταν καχύποπτα μεταξύ τους, πεθαμένες καλησπέρες που έλεγε και ο Άλκης, μέχρι που μια τυχαίως (;) ερριμμένη ατάκα επιβεβαίωσε πως ήταν όλοι από τη σωστή πλευρά της ιστορίας –που δεν τελείωσε το ’89- και έλιωσαν αυτομάτως οι πάγοι και το ψυχροσυντροφικό κλίμα. Έναν αναθεωρητή είχαμε μόνο, πάει, τον πήραν χτες, έφυγε...

Κι ελπίζω να μη δω τώρα γραμμένη την ιστορία στο επόμενο βιβλίο του Μίμη…

Μια τέτοια ιστορία, για αντιπαράδειγμα, δεν είναι οι οικογενειακές καταβολές του Ανδρουλάκη, που παρατίθενται επί μακρόν, με εξαντλητικές (για τον αναγνώστη) λεπτομέρειες και ακατάσχετη φλυαρία, που συνδέει γενεαλογικά τον Μίμη με όλα τα επαναστατικά γεγονότα του νησιού –κι όχι μόνο- δείχνοντας πως α. στην Κρήτη είναι όλοι ένα τεράστιο σόι με ενδοοικογενειακές αντιθέσεις και βεντέτες και β. ότι ο αθεράπευτος ναρκισσισμός του Μίμη επεκτείνεται στο οικογενειακό του δέντρο, που είναι ολόκληρο δάσος. Κι ας μην έχει κορμο-στασιά δέντρου ο ίδιος, παραπέμποντας μάλλον σε ναρ-κισσο ως πρόσωπο (απλή συνωνυμία με το γνωστό ρεύμα) και δη αναρριχητικό, για να ανέβει γρήγορα στην ιεραρχία.

Όλα αυτά αποτελούν θεωρητικά καρπό πολύχρονης προσωπικής μελέτης του συγγραφέα για τις ρίζες του, αλλά η πολυσέλιδη έκθεσή τους καταλήγει τόσο ανιαρή, που κάποια στιγμή χάνεις τον μπούσουλα με τόσα ονόματα –όπως βασικά και με κάθε τι που δε σου τραβά το ενδιαφέρον.

Εδώ μπορεί να βρει κανείς ένα κλασικό δείγμα ατόφιας κακής λογοτεχνίας, με αδύναμους και ελάχιστα ρεαλιστικούς διαλόγους μεταξύ του Μ.Α. (που είναι μια διαλεκτικά αντεστραμμένη ΑΜ, αυτού μεγαλειότης) και του γιου του, που υπάρχει απλώς για να επιβεβαιώνει τον πατέρα του, ως συμπληρωματική παρουσία –όπως προκύπτει τουλάχιστον από τη στιχομυθία που μεταφέρει ο αυτάρεσκος συγγραφέας.

Συμβαίνει δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από όσα του καταλογίζει σε μια κριτική της ΕφΣυν ο Πετρόπουλος, που μεταξύ άλλων στενοχωριέται γιατί δε βρήκε τον φάκελο του Ανδρουλάκη στην Ασφάλεια, μαζί με τους άλλους που «έπεσαν στα χέρια του», και είναι πιθανό να διεκδικεί φαντασιακά μαζί με τον Μίμη τον τίτλο του αυτοαποκαλούμενου δεξιού χεριού του Χαρίλαου –έναν χαρακτηρισμό από τον οποίο αμφότεροι δικαιολόγησαν μόνο το «δεξι-ός» με τη διαδρομή τους.

Αν ξεπεράσει κανείς τον σκόπελο της εισαγωγής, στη συνέχεια βγαίνει στο ανοιχτό πέλαγος και το κείμενο ρέει γενικά ευχάριστα, με αρκετές ιστορίες, γαργαλιστικές λεπτομέρειες που νοστιμίζουν την αφήγηση, ενδιαφέρουσες περιγραφές για σκηνικά και γεγονότα, τον κόσμο των ανδρών και των γυναικών στη μικρή κοινωνία του Αγίου Νικολάου της προδικτατορικής εποχής, την πολιτική ατμόσφαιρα της χούντας, τα καλλιτεχνικά δρώμενα και τις μπουάτ κοκ.

Οι 500 και πλέον σελίδες του τόμου φεύγουν εύκολα σε λίγες μέρες. Κάτι που μόνο αυτονόητο δεν είναι, αν λάβουμε υπόψη πχ τον «Κόκκινο Κάβουρα», όπου ο Μίμης πούλησε την ιστορία για έναν πράκτορα της Ασφάλειας που δρούσε ως ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ –και μας αποκάλυψε σαν δώρο την ταυτότητά του η κυβέρνηση της Αλλαγής, όταν ήρθε στα πράγματα. Αλλά όποιος πήγε με μεγάλο καλάθι, ώστε να χωρέσει τις προσδοκίες του για αγνό και άδολο πατατάκι, το γέμισε με τα ερωτικά κατορθώματα του ακαταμάχητου μαέστρου Μίμη και άλλες ανούσιες ιστορίες. Και αν εξαιρέσεις το πρώτο κεφάλαιο, κουβέντα για πευκοβελόνες –και το ΚΚΕ, έστω την αναθεωρητική ομάδα όπου ήταν και η Βάνα Καρούλου Λέκκα.

Όσοι έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο με το διάβασμα ή απλώς δεν μπορούν τόσες σελίδες Μίμη ή τσιγκουνεύονται τα χρήματα κτλ, αλλά παρόλα αυτά τους κεντρίζει το ενδιαφέρον όλος ο ντόρος που έγινε, μπορούν να μπουν στο κλίμα ακούγοντας εδώ (https://youtu.be/d_RWvZC-1XM) μια σχετική συνέντευξη του Ανδρουλάκη. Προσωπικά ομολογώ πως το απέφυγα, γιατί δυσκολεύτηκα να χωρέσω τα αρχικά ερεθίσματα σε ένα κείμενο (και δε χρειαζόμουν επιπρόσθετα), κι επιπλέον γιατί οι προφορικές τοποθετήσεις του Μίμη είναι κατά κανόνα πιο ανερμάτιστες και ενοχλητικές.

Υπάρχουν δύο ακόμα βασικά σημεία, που ο Ανδρουλάκης τα συνδέει σε μια ενιαία θεματική και δε γίνεται να τα προσπεράσουμε. Οι αναφορές στον Κώστα Τζιαντζή (αδερφό του Θόδωρου, που παρέμεινε στο ΚΚΕ και διετέλεσε μέλος του ΠΓ) και την Πανσπουδαστική νούμερο 8, τη συγγραφή της οποίας αποδίδει εμμέσως πλην σαφώς στον πρώτο, που ήταν γραμματέας της Σπουδάζουσας.

Όσα γράφει ο Ανδρουλάκης για τον Τζιαντζή δεν είναι μια απλή, μονοσήμαντη εμπάθεια αλλά ένας ερωτικός λίβελος άνευ προηγουμένου, που όσο πιο χυδαία εξελίσσεται, τόσο πιο εμφατικά πιστοποιεί πως δεν είναι απλή ζήλια, αλλά μια αναδρομική ερωτική εξομολόγηση για κάποιον που τον ερεθίζει και μετά θάνατον, λες και του έριξε πολιτική χυλόπιτακαι του έφαγε τη θέση. Σε κάποιο σημείο παραδέχεται ανοιχτά μάλιστα, σε στιγμές σπάνιας ειλικρίνειας, την απαράμιλλη γοητεία που ασκούσε ο Τζιαντζής –την οποία ωστόσο, για να ‘μαι ειλικρινής, δε νομίζω ότι μπορεί να εισπράξει ένας σύγχρονος αναγνώστης των γραπτών κειμένων του, που δεν τον πρόλαβε και δεν τον έζησε μες στο Κόμμα ήβεδτω το ρεύμα.

Ο Ανδρουλάκης χαρακτηρίζει μεγαλόστομα «ύβρη» την Πανσπουδαστική Νο 8 (σε ένα παράδοξο πρωθύστερο σχήμα με την πολιτική του εμμονή στο σύνθημα της «κάθαρσης» επί Κοσκωτά), αν κι ο ίδιος διαπράττει μια σειρά τέτοιες, με ελαφριά καρδιά. Και αν κάποιος, παρακολουθώντας την σχετική δημόσια αντιπαράθεση, έχει μείνει με την εντύπωση πως η ύβρις του Μίμη έγκειται στην εκδοχή που δίνει για τον συγγραφέα του περιβόητου τεύχους, ίσως έχει δίκιο να μπερδευτεί, αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί η ύβρις αφορά συνολικά τον ερωτικό λίβελο ενός πολιτικού νάνου που πάσχει από σύνδρομα. Και γιατί το ΚΚΕ είναι κόμμα με θέσεις που τις χρεώνονται όλοι συνολικά και όχι μια ομάδα, ένα άτομο ή ο «συγγραφέας» μιας θέσης ή μιας πολιτικής εκτίμησης. Θυμάμαι, εξάλλου, την «υπερασπιστική γραμμή» κάποιων σφων, στα δικά μου φοιτητικά χρόνια, που όταν τους ρωτούσε το αριστεροχώρι της εποχής για το διασημότερο τεύχος περιοδικού στα χρονικά, έκαναν συνδικαλιστική τρίπλα και απαντούσαν αναλόγως με αυτόν που ρωτούσε, παραπέμποντάς τον στον Τζιαντζή ή το Λαφαζάνη, δηλαδή τους δικούς τους συντρόφους πλέον –που τότε ήταν στο ΚΚΕ κι ήξεραν από πρώτο χέρι πώς και τι. Άλλο αν δε βγήκαν ποτέ να μιλήσουν…

Δεν είναι πολλά άλλωστε τα στελέχη που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πρώτα βήματα της ΚΝΕ και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και παραμένουν σήμερα οργανωτικά στο ΚΚΕ –άλλη υπόθεση αν το επαναπροσεγγίζουν πολιτικά σήμερα, μετά από χρόνια. Γι’ αυτό και στο περσινό podcast της ΚΝΕ για το Πολυτεχνείο είχαν μιλήσει ο Παφίλης (που σπούδαζε όμως στη Θεσσαλονίκη) και η Αλαβάνου που κινούνταν για αρκετό καιρό σε άλλους χώρους και έχει δώσει παλιότερα μαρτυρίες για όσα έγιναν στο Πολυτεχνείο, που αντιφάσκουν ίσως σε επιμέρους σημεία με την τελευταία τοποθέτησή της (και αυτό δεν το σημειώνω για να την μειώσω –κάθε άλλο).

Οι 15 που ένιωσαν την ανάγκη να απαντήσουν στον Ανδρουλάκη είναι τα «παιδιά του Νοέμβρη», ο πυρήνας της Αντι-Εφεε και των δυνάμεων της ΚΝΕ της εποχής, ανεξάρτητα απ’ το πού βρίσκονται σήμερα –ή το πού θα ήθελαν να βρίσκονται, αν μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω. Δίνουν πληρωμένη απάντηση στις χυδαιότητες του Μίμη, υπερασπίζονται την τιμή του Τζιαντζή αλλά και της ΚΝΕ και επιφυλάσσονται να δουν τι άλλο λέει στον δεύτερο τόμο, για να αποδομήσουν πλήρως τον αυτάρεσκο πολιτικό του λόγο.

Δεν κάνουν όμως συγκεκριμένη αναφορά σε εκείνο το τεύχος (είναι το νούμερο 8, το ξέρουν όλοι με αυτό), γιατί δεν είναι το θέμα τους. Ίσως όμως και να μην ταυτίζονται οι απόψεις τους για αυτό το ζήτημα, για να έχουν κοινή τοποθέτηση. Το τελευταίο είναι απλή εικασία, που δεν πατάει κάπου συγκεκριμένα, στέκεται όμως σε ένα κενό, που έχει επισημανθεί και από άλλους –όχι απαραίτητα φίλα προσκείμενους στη δική μας σκοπιά. Αν δε μιλήσουν για το επίμαχο ζήτημα οι εκπρόσωποι μιας γενιάς που έζησε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και αποσύρεται σταδιακά από το προσκήνιο (ακόμα και βιολογικά), ποιος θα το κάνει στη θέση τους; Αν σιωπούν, αν δεν αποκαταστήσουν την αλήθεια με τις προσωπικές τους μαρτυρίες, αφήνουν ένα κενό, στο οποίο θα πατήσει ο κάθε τυχοδιώκτης Ανδρουλάκης, για να ρίξει τη δική του σπέκουλα.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να ξεστρατίσουμε σε μια ανάλυση για το τεύχος με τη διαχρονική αίγλη –ενισχυμένος και με πρόσφατες αφορμές, μετά το βιβλίο του Ανδρουλάκη- αλλά έτσι θα χάναμε το δάσος και την ουσία. Που δεν αφορά τόσο το νούμερο 8, ούτε στενά το Πολυτεχνείο και τα γεγονότα της εποχής, αλλά εξίσου και ακόμα περισσότερο τα χρόνια της Μεταπολίτευσης –στα οποία θα αναφέρεται ο επόμενος τόμος του Μίμη, πατώντας στο ίδιο κενό –κι ας είναι κενό. Στην απουσία πολιτικών μαρτυριών, απομνημονευμάτων, βιβλίων από τα πρωταγωνιστικά στελέχη της περιόδου, που θα φωτίσουν άγνωστες πτυχές και θα δώσουν τη δική τους ερμηνεία για μια σειρά γεγονότα –και ας μη συμπίπτει πλήρως με την επίσημη οπτική του Κόμματος, που θα καταγραφεί στον υπό συγγραφή σχετικό τόμο.

Και αυτό είναι το δικό μου βασικό συμπέρασμα για όσα είπε και όσα ετοιμάζεται να πει ο Μίμης στο βιβλίο του. Ο Ανδρουλάκης υπήρξε κατά μία έννοια διορατικός –αν όχι προφητικός- και ήταν τόσο «μπροστά από την εποχή του», (εποχή περάσματος από την επαναστατική αισιοδοξία στην αντεπανάσταση), που κάηκε πρόωρα. Γιατί αν δεν καείς εσύ, αν δεν καεί αυτός, πώς θα γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνώσα αριστερά και ο Μίμης στέλεχος στο ραδιόφωνο του Κόκκαλη;

Είδε το ’89 ως ευκαιρία να υποκαταστήσει ο Συνασπισμός το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες. Εγκατέλειψε νωρίς τον ΣΥΝ, διαβλέποντας το εκλογικό του ναυάγιο και την έλλειψη βραχυπρόθεσμης προοπτικής. Αγάπησε παράφορα το ΠΑΣΟΚ, αφού δεν μπορούσε να το πολεμήσει, αλλά έφτασε αργά στα πράσινα έδρα της Βουλής, με την αμφίπλευρη διεύρυνση του ’04, γιατί χρεώθηκε τη «στρατηγική του ‘89» -σε αντίθεση πχ με την εύκολη και ομαλή μετάβαση της Δαμανάκη. Πρόλαβε τον ανατέλλοντα ήλιο στη Δύση του και δε φρόντισε να χτίσει γέφυρες με τους παλιούς του συντρόφους στον ΣΥΡΙΖΑ, που γινόταν επιτέλους ΠΑΣΟΚ στη θέση του έκπτωτου μνημονιακού χαλίφη. Και είδε τελικά έναν άλλον Ανδρουλάκη να γίνεται πρόεδρος ακόμα και σε αυτό το ημιθανές ΠΑΣΟΚ. Τέτοιο σενάριο, ούτε στις σειρές του Παπακαλιάτη…

Ο φλύαρος Μίμης ξαναπουλά κομμάτια του εαυτού του, γιατί δεν έχει ιδανικά και άλλο χαρτί να παίξει. Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, τα παλιά του παράσημα στο κόμμα είναι τα μόνα που έχουν ίσως μια κάποια αξία στο ανταλλακτήριο της αγοράς και μπορούν να του δώσουν κάποια λεπτά δημοσιότητας που αποζητά σαν στερημένος και εξαρτημένος. Ο καθένας παίρνει απόφαση και την «πολιτική ευθύνη» για το αν θα αγοράσει τα υστερόγραφα του πολιτικού Παπακαλιάτη –που τουλάχιστον γίνεται διασκεδαστικός, έστω σαν γελωτοποιός. Αλλά η ουσία είναι αλλού. Γιατί είναι αδιανόητο να υπάρχουν μόνο τέτοιες «μαρτυρίες», σαν τις δικές του, επειδή άλλοι αγωνιστές είναι πολύ σεμνοί για να μιλήσουν για τον εαυτό τους και να πουλήσουν την ιστορία τους –πόσο μάλλον να ξεπουλήσουν την ιστορία τους, όπως η αφεντιά του, που λάτρεψε τα αφεντικά, μια για πάντα…

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Τι να κανς; Να κάτσεις να σαμποτάρεις;

«Εγώ ο λάτρης του ποδοσφαίρου, απρόθυμα γνωστοποιώ την απόφασή μου, θα ακολουθήσω κι άλλες προσωπικότητες όπως ο Φίλιπ Λαμ, ο Βίνσεντ Λίντον και και ούτω καθεξής. Δεν θα δω ούτε ένα παιχνίδι αυτού του Μουντιάλ».

«Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν κι όμως εμείς θα γιορτάσουμε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο. Προσωπικά, δεν θα το δω»

Τάδε έφη Καντονά. 

Μπράβο στον Ερίκ, πρώτος μάγκας, πήρε το like μας και μια κοινοποίηση στον τοίχο μας, μπας και ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη και ξεκινήσουμε καμιά ΜΚΔική καμπάνια, ζεσουί αντι-Μουντιάλ.

Ναι αλλά εμείς τι κάνουμε;

Τι εννοείς τι κάνουμε; Αλληλεπιδρούμε σαν ενεργοί και ανήσυχοι χρήστες, κοινοποιούμε τσιτάτα του Καντονά και πανό οπαδών σε Γερμανία και Ελλάδα, γράφουμε εξυπνάδες σε χρωματιστά πλαίσια που προδίδουν την ηλικία μας ή την αισθητική μας, γεμίζουμε τοίχους, γιατί θεωρούμε την ταπετσαρία του ΦΒ καθρέφτη της ζωής μας και του ασυμβίβαστου, εναλλακτικού προφίλ μας στο διαδίκτυο.

Κι ύστερα καθόμαστε αναπαυτικά στην οθόνη, για να έχουμε άποψη και να μπορούμε να σχολιάζουμε τα χάλια τους. Τους ξεφτίλες.
Τι να καν'ς, στην τελική; Να κάτσ' να σαμποτάρεις;

Κάνουμε, με άλλα λόγια, ό,τι και κάθε μέρα. Κι αν τύχει καμιά μεγάλη επέτειος, επανάστασης, της τριάδας των κλασικών ή άλλων αγίων του κινήματος -σαν τον Άρη και τον Τσε- μια βόλτα στα ΜΚΔ σου δίνει την εντύπωση πως όλοι αυτοί-ές-ά, υπήρξαν βασικά για αυτό: να κοιτάν το κενό θυμωμένοι ή χαμογελαστοί ή και τα δύο, πάντως μοιραίοι, σαν σταρ του σινεμά, με τη συνοδεία ενός τσιτάτου ή μιας ντεμέκ ψαγμένης Κοελιάς, που θα μπορούσε να είναι και σλόγκαν διαφήμισης, και επιβεβαιώνει τις βασικές μας αρχές: δηλαδή πόσο γαμάτοι κι εναλλακτικοί είμαστε.

Ναι αλλά τι θες να πεις; Εντάξει, όλοι ξέρουμε γιατί να κάνουμε μποϊκοτάζ στο Μουντιάλ του Κατάρ, είναι αυτονόητο. Απλά δεν το έχουμε σκεφτεί πολύ -γιατί παραήταν αυτονόητο- και δεν έχουμε πείσει ούτε τον εαυτό μας. Τι να καν'ς, να κάτσεις να σκέφτεσαι και να βγάζεις συμπεράσματα; Πιο βαρετό και από Κατάρ-Εκουαδόρ στην πρεμιέρα, σου έρχεται να φύγεις από το ημίχρονο...

Δεν είναι όμως λίγο υποκριτικό να είσαι κομμάτι του δυτικού κόσμου -γιατί ως γνωστόν "ανήκομεν εις τη Δύση" (άλλο αν "δεν περάσαμε ποτέ Διαφωτισμό", δεν έχουμε... "πραγματικό καπιταλισμό" κοκ)-, αλλά εσύ να ρίχνεις κατάρες στο Κατάρ (στην πραγματικότητα, όλο το κείμενο γράφτηκε ως άλλοθι για αυτό το καταραμένο λογοπαίγνιο), και να επιλέγεις μια μουσουλμανική χώρα ως εύκολο στόχο για τα δικαιώματα γυναικών, ΛΟΑΤΚΙ, εργατών κοκ;

Ναι, βέβαια. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι ο Χαβελάνζ(ε) είχε βγει πρόεδρος της ΦΙΦΑ (διαδεχόμενος έναν Βρετανό αποικιοκράτη), κερδίζοντας τις ψήφους της Αφρικής με αιχμές εναντίον του Απαρτχάιντ, υποσχέσεις για επενδύσεις και έργα υποδομών, ενώ ο Μπλάτερ έκλεισε χορηγία με την Κόκα-Κόλα για τα παιδάκια στην Αφρική που δεν έχουν να φάνε και να παίξουν μπάλα, αλλά γιόρτασαν τη δική τους εκδίκηση της βουβουζέλας με τον Μαντέλα στην κερκίδα, στο Μουντιάλ του '10. Κάπου στο τέλος του κατήφορου αυτής της παράνοιας, η καμπάνια-εκστρατεία κατά του Κατάρ αποδεικνύεται μια ακόμα καλοστημένη ιμπεριαλιστiκή προπαγάνδα για να πλήξει την αντιφασιστική συμμαχία των BRICs -τώρα που ξαναβγήκε και ο Λούλα- και την υστεροφημία της ΦΙΦΑ, που έδωσε το Μουντιάλ στη Ρωσία του Πούτιν, εμβληματικού αντι-ιμπεριαλιστή ηγέτη.

Σε άλλα νέα, το Κατάρ πήρε τη φετινή διοργάνωση μέσα από τα χέρια της υποψηφιότητας των ΗΠΑ που την προωθούσε ο Κλίντον, αμέσως μετά τη Ρωσία -που είχε πάρει τη σκυτάλη από τη Βραζιλία και τη Ν. Αφρική. Ψιλά γράμματα, τώρα, αν στήθηκαν μπίζνες με τη Γαλλία του Σαρκοζί, για να μπουν τα πετροδόλαρα των εμίρηδων στην Παρί και να κάνει φέτος πολιτική παρέμβαση ο Μακρόν για μείνει ο Μπαπέ στην ομάδα!

Συμπέρασμα: τα βέλη της κριτικής ενάντια στο Μουντιάλ δε στρέφονται μόνο προς το Κατάρ, αλλά και στις χώρες που πέρασαν διαφωτισμό και καπιταλισμό. Το ανάθεμα αφορά πρωτίστως όλους αυτούς και το σύστημα που υπηρετούν. Ή τουλάχιστον το ποδόσφαιρο που φτιάχνουν παγκοσμίως.

Ακόμα και αν μένεις παγερά αδιάφορος για τα δικαιώματα, τις ανθρωποθυσίες για να στεριώσουν τα νέα γήπεδα και την πολιτική που δεν έχει θέση στο ποδόσφαιρο (ουρανομήκη χάχανα μέχρι δακρύων), έχεις πολλούς αμιγώς αθλητικούς λόγους για να σνομπάρεις το πανηγύρι.
-Τα γήπεδα-θερμοκήπια, με τον κλιματιζόμενο καύσωνα, που έχουν στείλει τόσους παίκτες με ίωση.
-Τις ομάδες που έπεσαν κατευθείαν στα βαθιά, χωρίς σωσίβιο, και χρόνο για φιλικά προετοιμασίας.
-Τον ανώμαλο συνδυασμό Μουντιάλ με μελομακάρονα -που βασικά μοιάζει με πρόβλημα του βορείου ημισφαιρίου (κατά το 1st world problems). Το χαβιάρι μαύρο, το κρασί παλιό...
-Τους παίκτες που γίνονται λάστιχο μέχρι τελικής πτώσης, σαν τα αρκουδάκια της Duracell, να δούμε ποιος έχει καλύτερες μπαταρίες και φάρμακα (κύριε Μάκη).

Ακόμα και με αστικούς όρους να το δεις, αν νιώθεις πελάτης, έχεις ευθύνη για αυτό που τρως στη μάπα αδιαμαρτύρητα. Και αν δεν αντιδράς βλέποντας τους αρκουδιάρηδες της ΦΙΦΑ να κουνάνε το ντέφι, δε θα αργήσει να περάσει και στη δική σου μύτη ο χαλκάς. Κατά κανόνα, χωρίς πολιτικό κριτήριο, χάνεται και το φίλαθλο. Και μπορείς να ετοιμάζεσαι για περισσότερα εκτρώματα, όπως Μουντιάλ με 48 ομάδες ή Μουντιάλ Συλλόγων με 32 ομάδες κάθε τέσσερα χρόνια...

Στις παραπάνω παύλες χωρά μια αναφορά και στο αίσχος του ΑΝΤ-1 με τη συνδρομητική πλατφόρμα του, που πήγε άπατη αλλά μένει ως προηγούμενο. Όχι πως το Μουντιάλ είναι δημόσιο αγαθό ή κάτι άλλο από το πιο εμπορικό προϊόν της ΦΙΦΑ, αλλά αυτή η κίνηση ενόχλησε ακόμα και ένα ευρύτερο α-πολιτικο κοινό. Αν και είναι ίσως ουτοπία να περιμένεις αντίδραση από τηλεθεατές που δεν κούνησαν βλέφαρο για το νερό, την ιδιωτικοποίηση του νερού και για άλλα βασικά αγαθά.

Το φιάσκο του ANT-1 Plus δεν άλλαξε τίποτα, δείχνει όμως τη συγκλονιστική ικανότητα ενός ιδιώτη που κυνηγά την αρπαχτή, να διαψεύδει τα πιο αήττητα στερεότυπα για τον αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα. Ευχαριστούμε ΑΝΤ-1, ευχαριστούμε υιέ Κυριακού. Τουλάχιστον φέτος γλιτώσαμε από το σίχαμα του Λαμπρόπουλου με τις μοντέλες που βαρούσαν πέναλτι και από τη γλίτσα του Καρπετόπουλου, που έκανε ρελάνς γράφοντας αυτό που ακολουθεί. Χρήμα ανίκατο μάχαν...

Είχε όμως σκληρό ανταγωνισμό από τον Σαμπράκο, που... προσπαθεί κάθε φορά να διαχωρίζει από τα υπόλοιπα το ποδόσφαιρο, για να απολαμβάνει το παιχνίδι. Και όταν κατάλαβε τι μουσμουλιά έγραψε, πήγε να το μαζέψει με ένα κείμενο για το "Μουντιάλ της μεγάλης υποκρισίας", ξεχνώντας βολικά τη δική του. 

Εδώ βλέπουμε πάντως μια βασική γραμμή άμυνας -τρύπια σαν Μαζινό. Γιατί δεν είπατε τίποτα το '78 για την Αργεντινή (του "κεντρώου" Βιντέλα); Γιατί δεν αντιδράσατε το '18, στο Μουντιάλ της Ρωσίας (του "αντι-ιμπεριαλιστή" Πούτιν); Και επίσης, "ναι, αλλά για τη Μαρφίν δε λέτε τίποτα".

Τι απαντάμε, σφοι;
Πρώτον, δεν έχουμε ιστορική αμνησία, ούτε αφωνία -και όποιος τυχόν έσφαλλε, ας κάνει αυτοκριτική στην πράξη, σήμερα, παίρνοντας θέση.
Δεύτερον, η φετινή διοργάνωση πέρασε διάφορα εσκαμμένα, που δεν αφήνουν περιθώρια για αφέλεια και παιδικές αυταπάτες. Και τι άλλο είναι άραγε η τρέλα για το Μουντιάλ από την ανάγκη ενός άντρα να γίνει πάλι παιδί και να χαρεί το παιχνίδι; Αλλά είναι ασυγχώρητη αφέλεια -ακόμα και για παιδιά- να αφήνουν σε ψυχρούς κερδοσκόπους τα παιδικά τους όνειρα.
Τρίτον, όσα ενήλικα παιδιά καταλαβαίνουν τι έργο παίζεται, ας το πούνε και στα άλλα παιδάκια, χωρίς διδακτισμό και χωρίς να κουνάνε το δάχτυλο -όπως δε θα το έκαναν σε άλλους εξαρτημένους χρήστες ουσιών, θρησκευτικών ή μη, που ικανοποιούν κάποια ανάγκη τους, υπαρκτή ή πλαστή.

Ο τελικός στόχος δεν είναι να ξεκολλήσουμε από το Μουντιάλ αλλά απ' τον επαγγελματικό αθλητισμό συνολικά. Αν το καταφέρουμε, είμαστε σε πολύ καλό σημείο. Αν διατηρούμε κατάλοιπα, παλεύουμε να τα ξεπεράσουμε -επιτυχώς ή μη. Δεν έχει νόημα όμως να ζητάμε τα ρέστα από όσους μποϊκοτάρουν ένα Μουντιάλ βουτηγμένο στο αίμα, αλλά όχι πχ και το -εξίσου βρώμικο- Τσάμπιονς Λιγκ. Πόσο μάλλον αν είναι για να πεις πως κάθε αντίσταση είναι μάταια και να τα βλέπεις όλα, καταναλώνοντας άρτο και θεάματα χωρίς τύψεις, αφήνοντας έξω από την αρένα κάθε συνείδηση και ελπίδα.

Τελευταία γραμμή άμυνας για τον αντίλογο της άλλης πλευράς, είναι το χαμηλό ταβάνι που έχει το μποϊκοτάζ, ως κίνηση με καθαρά συμβολική αξία, που δεν επηρεάζει πολλά και ως εκ τούτου δεν την προτιμά-προκρίνει συχνά ως μέσο η οργανωμένη πρωτοπορία του κινήματος.

Αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια. Αφενός γιατί το μποϊκοτάζ ίσως πετύχαινε πιο ουσιαστικά πράγματα, αν ήταν μαζική συνειδητή επιλογή και είχαμε έναν, δύο, εκατομμύρια Καντονά. Κι αφετέρου γιατί λίγα πράγματα μπορούν να συγκριθούν με τη συμβολική αξία του μποϊκοτάζ που διάλεξαν οι σοβιετικοί σε μια σειρά διοργανώσεις, κατά τον εικοστό αιώνα. Όχι τόσο στους Αγώνες του Λος Άντζελες το '84, που θεωρήθηκε μια μορφή "αντίποινων" στο μποϊκοτάζ της καπιταλιστικής Δύσης, το '80 στη Μόσχα. Όσο σε άλλες, πιο ειδικές περιστάσεις.

-Πχ την άρνηση της σοβιετικής ομάδας ποδοσφαίρου να παίξει αγώνα-ρεβάνς στη Χιλή, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του Πινοτσέτ, που στοίχισε τη συμμετοχή της στην τελική φάση του Μουντιάλ του '74 στη Δ. Γερμανία
-Και την ιστορική άρνηση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να αγωνιστεί εναντίον της Ταϊβάν το '59 στη Χιλή, που της στοίχισε ένα βέβαιο χρυσό μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ, καθώς ήταν αήττητη (μάλιστα κυκλοφόρησε και μια σειρά γραμματοσήμων στην ΕΣΣΔ, με τη λεζάντα "ηθικοί νικητές του 3ου Παγκ. Κυπέλλου).

Αυτές οι σημειώσεις είχαν γραφτεί πριν την έναρξη του Μουντιάλ, αλλά δεν πρόλαβα(ν) την πρεμιέρα και έμειναν ημιτελείς στο πρόχειρο, μοιάζοντας πλέον μπαγιάτικες. Δύο στοιχεία από την επικαιρότητα όμως με έπεισαν να ολοκληρώσω το κείμενο, έστω και αναδρομικά.

-Το πρώτο ήταν το σκάνδαλο με τη σύλληψη και φυλάκιση της Καϊλή, που ίσως ήταν πιο ειλικρινής από όσο έπρεπε για τις "πρωτοποριακές" ιδέες της τάξης της περί εργατικού δικαίου. Και μπορεί η όλη υπόθεση να έγινε γνωστή ως Qatar Gate, αλλά -όπως ακριβώς και το Μουντιάλ- αφορά πρωτίστως τον πυρήνα του δυτικού κόσμου, τις δημοκρατικές ευαισθησίες της ΕΕ και ενός βασικού στελέχους του ευρωκοινοβουλίου, με σταθερά ευλύγιστες αξίες.

-Το δεύτερο είναι ο πρόσφατος θάνατος του Γιάννη Διακογιάννη, ενός εστέτ δημοσιογράφου αστικής καταγωγής που είχε όμως λαϊκό έρεισμα χάρη στις αθλητικές του μεταδόσεις που σημάδεψαν πολλές γενιές, και το τραγούδι του Κηλαηδόνη που συμπύκνωσε πολύ εύστοχα την τρέλα του φιλάθλου στον στίχο: πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή...

Σε ένα σχετικό αφιέρωμα μπορεί να είχαν θέση διάφορες σκέψεις για τις ηχητικές αναμνήσεις στις οποίες φέρνουμε σήμερα τα παιδιά μας (Νίκο Τσιαμτσίκα Γιάννη Διακογιάννη) ή για το πραγματικό ποιόν κάποιων νάρκισσων με κακοποιητικές συμπεριφορές και τα πολύ σχετικά όρια της αυτονόμησης του έργου τους από τη ζωή τους. Αλλά για τους σκοπούς του κειμένου, μας ενδιαφέρει μόνο το φινάλε του γνωστού τραγουδιού, που ελάχιστοι κατάλαβαν ή επισήμαναν στις συγκινημένες αναρτήσεις τους για τον εκλιπόντα.

Και όποιος γνωρίζει
τι φταίει για όλα αυτά
Ας μου εξηγήσει μετά

Ναι, γνωρίζουμε τι φταίει για όλα αυτά. Και αν θα έπρεπε να απαντήσουμε μονολεκτικά, θα λέγαμε "ο καπιταλισμός". Με άλλα λόγια, "η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου".

Όσοι πάλι βάζουν το τραγούδι και πορώνονται, εν όψει του μεγάλου ματς που αρχίζει, αποτυγχάνουν θεαματικά να συλλάβουν το νόημά του -όπως κάτι Σεκίτες που έκαναν εξόρμηση με ένα άλλο τραγούδι του Λούκι και στη στροφή: "δε μας τρομάζουν τα νέα μέτρα (...) θα μας τρομάξει τώρα ο καπιταλισμός". Ενώ αυτός αμέσως μετά εξηγούσε με πικρή ειρωνεία:

"Τα συνηθίζουμε κι αυτά
(...) εδώ δεχτήκαμε τόσα και τόσα
(...) Δε μας τρομάξαν αρκετά..."


Τελικά, μπορεί οι σημειώσεις αυτές, ως "ανεπίκαιρες" να έχουν μεγαλύτερη αξία. Τώρα που μας τρώει αν η ιστορία θα φερθεί καλά στον Μέσι, δίνοντάς του τον τίτλο που λείπει. Που αναρωτιόμαστε ποιον τρόπο θα βρει η Αργεντινή μπροστά στη βρύση, για να μην πιει μάτε. Τώρα που ίσως και ο Καντονά να μπει στον πειρασμό να δει τι θα κάνει η εθνική ομάδα της χώρας του, και πρέπει να δείξει χαρακτήρα.

Τώρα έχει ίσως μεγαλύτερη αξία να τονίσουμε πως έχει μια αξία να κάτσεις να μποϊκοτάρεις αυτό το πανηγύρι της ΦΙΦΑ -και όσα ακολουθήσουν. Σήμερα συνειδητά, έχοντας νικήσει τον πειρασμό, αύριο σχεδόν αυτόματα, χωρίς να έχεις καν μπει ποτέ σε τέτοιον...

Υγ: Με -ας την πούμε- αφιέρωση στον -ας τον πούμε- Book Νομικάριο. Και ας μην έχει καμία σχέση με στοίχημα ή με τη στάση που στηλιτεύει το κείμενο. Αλλά είναι ωραίο να ανακαλύπτεις πως τελικά είστε στην ίδια μπάντα και ας έχετε μουγκαθεί σε όλο το ταξίδι...

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Φόροι, θάνατος, Πολυτεχνείο... - Σχεδόν πενήντα χρόνια

 Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ και εμφανίζονται σχεδόν νομοτελειακά στη ζωή, σαν ατσάλινες νομοτέλειες και ατσάλινο τείχος, που αλύγιστο ορμάει.

Φόροι, θάνατος... και ό,τι θέλει κανείς, συμπληρώνει.

Οι φόροι, και βασικά η αύξηση των έμμεσων φόρων, που είναι δίκαιοι γιατί οι πλούσιοι αγοράζουν πολλά πακέτα μακαρόνια, για να γεμίζει το φιλόπτωχο ταμείο του Κυρανάκη.


Ο θάνατος, που είναι όμως διαλεκτικά δεμένος με τη ζωή, και έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, είτε από ζωή είτε από θάνατο.

Και τα "έθιμα" του Πολυτεχνείου. Τα δικά μας, με τον τριήμερο εορτασμό, τα τραπεζάκια έξω, και την κορύφωση με την πορεία. Και βασικά αυτών που το μισούν ακόμα και είναι απείρως πιο γραφικά. Ναι αλλά υπήρχαν νεκρές μαρμότες μέσα στο Πολυτεχνείο;

Έχουμε και λέμε.

Φόροι, θάνατος και...

-Το φεστιβάλ σκατοψυχιάς για το αν υπήρχαν νεκροί μέσα στο ΕΜΠ και το προαύλιο. Λες και έξω από την περιοχή είναι απλό φάουλ. Λες και είναι τόσο δύσκολο στις μέρες μας να παραδεχτούν ανοιχτά πως είναι φασίστες.

-Οι φασίστες με πολιτικά (δημοκρατικό μανδύα), που θέλουν τα Πανεπιστήμια στον γύψο -για να μην τους προκύψει άλλο Πολυτεχνείο, εκεί που δεν το περιμένουν.

Αλλά αρρωσταίνουν όταν βλέπουν τέτοιους φαντάρους στο Πολυτεχνείο...



-Η Σώτη και οι φίλοι της που λένε πως δεν είναι ζωντανό το Πολυτεχνείο και κάνουν σαν υστερικοί για να καταργηθεί.

-Η Πανσπουδαστική νο8 ξανά στο επίκεντρο των ΜΚΔ. Και ο Μίμης να ζητιανεύει απεγνωσμένα την προσοχή μας, από τα αζήτητα της πολιτικής ιστορίας.

Φόροι, θάνατος και...

-Η ΕΛΑΣ Ελλήνων Πραιτωριανών που κατεβάζει τη μισή οργανωτική της στον δρόμο -σταθερή αξία κάθε χρόνο, από τα... πιο μαζικά μπλοκ. Και οι αστείες ανακοινώσεις της για τα μπλοκ των φοιτητών και των διαδηλωτών.

-Τα άκαιρα χριστουγεννιάτικα στολίδια, λες και είμαστε Αυστραλία, με τον καιρό να θυμίζει ακόμα καλοκαίρι.

-Το ελικόπτερο της ΕΛΑΣ πάνω από τα κεφάλια μας, να μην ακούμε τι λέμε, σαν άστρο λαμπρό που τους οδηγεί και περιμένει να μπει στο έλατο του δήμου.

Φόροι, θάνατος και...

-Η Νεολαία ΠΑΣΟΚ σαν σιδερόφρακτος λαγός, να τρέχει μες στο καταμεσήμερο να τερματίσει πρώτη, περπατώντας προσεκτικά μα τον Ιανό, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος πριν το γαλατικό χωριό...

-Τα μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, στο τέλος και σε απόσταση ασφαλείας από όλους τους άλλους, να έχουν την ψευδαίσθηση της λαοθάλασσας, επειδή τριψήφιο αριθμό πλήθους μετά από καιρό, και να μην έχουν ούτε έναν Μπιρσίμ να τους μάθει σωστά τη δουλειά. 

-Απλή διαφορά φάσης από το κανονικό ΠΑΣΟΚ, όπως δείχνουν και οι αφίσες της νεολαίας τους, που κάθε χρόνο βρίσκει νέο τρόπο για να κρύβει τα ιστορικά συνθήματα της πύλης του Πολυτεχνείου.

Και κάπου εκεί, στο βάθος αριστερά, μπορεί να υπάρχει ένα σύνθημα "έξω το ΝΑΤΟ".
Κάμερα σε αυτόν.

Φόροι, θάνατος και...

-Τα γενέθλια του κόμματος, την ίδια μέρα. Και το ΑΠΕ να μην το αναφέρει καν στο "ρεπορτάζ" για την πορεία. Αλλά να κάνει διορθωτική αναφορά, με μια φράση για το ξεκάρφωμα:

"Παράλληλα μαζική πορεία πραγματοποίησε το ΚΚΕ..."

Παράλληλα, περπατάμε παράλληλα...
Αλλά αυτός που το τραγουδά, έχει τουλάχιστον το θάρρος της φασιστικής του γνώμης και δεν κρύβεται παρά μόνο στην τρύπα του...

-Στο ίδιο ρεπορτάζ, σημειωνόταν για την ΠΑΣΠ

Φοιτητές – μέλη της ΠΑΣΠ που τη συνόδευσαν πέρασαν έξω από τη Βουλή και κατευθύνθηκαν μέσω της Βασιλίσσης Σοφίας προς την αμερικανική πρεσβεία, όπου και έφθασαν -sic...

Αφενός θεωρείται επίτευγμα ότι έφτασαν. Αφετέρου, μετά τη στροφή του Τσίπρα στο Χίλτον, πριν από μερικά χρόνια, δεν μπορείς να 'σαι σίγουρος για τίποτα. Τουλάχιστον δεν έστριψε στα λουλουδάδικα...

Φόροι, θάνατος και...

-Όλες οι γενιές παρούσες, από τους μικρούς πιονέρους του Κόκκινου Αερόστατου -που πλέον όμως δε λέγονται "Νέοι Πρωτοπόροι", αλλά "Σκίουροι", αν δεν κάνω λάθος, θυμίζοντας ίσως Τσιπ και Ντέιλ. Μέχρι τη γενιά του Πολυτεχνείου και τους ακόμα παλιότερους.

Γιατί ο αγώνας χρόνια δεν κοιτά και βασικά δεν έχει γενιές, αλλά αγωνιστές που εκπροσωπούν πάντα τη νιότη του κόσμου και δε συμβιβάστηκαν, σε αντίθεση με όσα λέγονται για τη "γενιά" τους.

-Η Αλέκα στην πορεία, με τη βοήθεια του πι. Όχι για να γίνει viral, αλλά γιατί θεωρεί αυτονόητη την παρουσία της.

Και αυτό που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν όσοι ξεσπαθώνουν ενάντια στα επαγγελματικά στελέχη ως θεσμό (χωρίς να διαφέρουν ιδιαίτερα, κάποιοι από αυτούς, από τις φασίζουσες άναρθρες κραυγές για τους "ανεπάγγελτους, επαγγελματίες πολιτικούς" που δεν έχουν κολλήσει ποτέ τους ένα ένσημο) είναι πως για τους κομμουνιστές τουλάχιστον, η επανάσταση δεν είναι επάγγελμα και για αυτό δε βγαίνουν ποτέ στη σύνταξη, αλλά συνεχίζουν όσο βαστάνε τα πόδια τους. Και ενίοτε και ακόμα παραπάνω...

Φόροι, θάνατος και...

Και έχει σαν στάμπα τις ψυχές μας σημαδέψει. Κάθε χρόνο, τέτοιο καιρό, οι μέρες του Νοέμβρη, του Μάη, η αυθόρμητη συγκίνηση, το συναίσθημα που ξεχειλίζει, που μας έχει σημαδέψει.

Και δεν το βλέπεις μόνο σε εμάς, στους δικούς μας ή σε αυτούς που είναι κοντά. Το βλέπεις ακόμα και σε αυτούς που πέρασαν κάποτε και κράτησαν κάτι, ακόμα και αν αποδείχτηκαν "περαστικοί"...

Το βλέπεις ακόμα και στον Ανδρέα Μικρούτσικο, που κάποτε λένε πως αρνούνταν να κάνει εκπομπή στην τηλεόραση στις 17 Νοέμβρη, και τώρα σαν πανελίστας σε κάτι δεύτερο, μεσημβρινό, θυμήθηκε τα νιάτα του και άρχισε να διηγείται τα γεγονότα και όσα έζησε, μαζί με τον αδερφό του Θάνο.

Γιατί το αίμα νερό δε γίνεται. Κι ας νερώσεις στην πορεία τα ιδανικά της νιότης σου, για να βγάλεις εύκολο χρήμα.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Τα παιδιά του Νοέμβρη

Η χτεσινή εκδήλωση της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο ήταν κατά μία έννοια ιστορική: η πρώτη που έγινε μες στο ΕΜΠ, μετά από 13 χρόνια. Τότε που ήταν ομιλητής ο Τραβασάρος για τη ΓΛΔ και τα 20χρονα από την πτώση του τείχους, και παρενέβη η Σαριγκούλη που είχε πέσει στη χύτρα με τη νιότη του κόσμου όταν ήταν μικρή, για να ξεσπαθώσει ενάντια στον ρεβιζιονιστή Νικήτα και την αποσταλινοποίηση.

Τώρα μιλούσε ο Αμπατιέλος, με θέμα αντι-ιμπεριαλιστικό, στο εντυπωσιακό αίθριο του ΕΜΠ, με εξίσου εντυπωσιακά πλάνα, σαν και αυτό...

Αλλά δεν ήταν αυτά τα καλύτερα - πιο συγκινητικά πλάνα της χτεσινής εκδήλωσης...

Η εκδήλωση ξεκίνησε με τον χαιρετισμό του Κουβανού από το ΠΓ της Κούβας και αντιπροέδρου της ΠΣΟ, που ήταν ζωντανός και χαρούμενος σαν τον λαό του, χόρευε σχεδόν στα συνθήματα παρά το εμπόδιο της γλώσσας (αν και δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τι λέει το σύνθημα "το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός...) και θύμιζε τα πρώτα χρόνια του Κουτσούμπα ως ΓΓ, που ήθελε να φωνάζει και αυτός τα συνθήματα από το μικρόφωνο, σαν οργανωτής κερκίδας -και πέρασαν λίγοι μήνες μέχρι να το κόψει...

Αλλά το βασικό είναι άλλο. Το ΚΚΕ μπορεί να μη συμφωνεί πλήρως σε όλα με το ΚΚ Κούβας, μπορεί να του ασκεί κριτική σε επιμέρους ζητήματα (και αντίστροφα) κτλ, όπως έχει διαφωνίες αντίστοιχα και με το ΚΕΚΡ για τον πόλεμο, την έννοια του ιμπεριαλισμού, του φασισμού κτλ. Και παρεμπιπτόντως, η οπτική σκοπιά των Κουβανών, που τα φιλτράρουν όλα μέσα από το πρίσμα του made in USA εμπάργκο, μπορεί να μη διαφέρει πολύ από αυτή των Ρώσων.

Πού είναι όμως η διαφορά σε αυτές τις διαφορές -που καθιστά τη μια απλή διαφωνία, με συντροφικό διάλογο, και την άλλη αντίθεση με οξυμένη πολεμική; Η διαφορά αφορά ακριβώς το μείζον ζήτημα της στάσης απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Γιατί η Κούβα ενώ παραμένει στο στόμα του λύκου, εξακολουθεί να τον περιγελά και να αγωνίζεται. Ενώ κάποιοι Ρώσοι κομμουνιστές συντάσσονται ανοιχτά, οικειοθελώς και χωρίς προσχήματα με τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία, μολονότι αναγνωρίζουν στις θεωρητικές επεξεργασίες τους πως η Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική δύναμη...

Ο Αμπατιέλος σημείωσε πως σε αυτόν τον πόλεμο διαψεύστηκε με τραγικό τρόπο η θεωρία ότι σήμερα οι πολεμικές συγκρούσεις γίνονται-κρίνονται ακαριαία, με το πάτημα ενός κουμπιού (Κιμ, το γνωστό!). Μια εκτίμηση που πνίγηκε στο ποτάμι αίματος που χύνεται εδώ και εννιά μήνες στην Ουκρανία.

Μια ενδιαφέρουσα προέκταση αυτού του συλλογισμού θα ήταν ενάντια στο παρεμφερές αφήγημα πως η επανάσταση είναι περίπου αδύνατη στις σύγχρονες συνθήκες, γιατί το εχθρικό στρατόπεδο έχει υπερσύγχρονο εξοπλισμό (καταστολής, παρακολούθησης κοκ), οπότε δε μας αφήνει πολλά περιθώρια αντίδρασης. Αλλά ας το κρατήσουμε για κάποια άλλη φορά.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της ομιλίας αφορούσε τη φασιστική μπόχα που αποπνέει το σάπιο πτώμα της αστικής δημοκρατίας (προς αποφυγή παρανόησης, οι διατυπώσεις αυτές είναι δικές μου). Χωρίς να υποτιμά κανείς τα θύματα της χούντας που υπέφεραν και βασανίστηκαν, και τα δημοκρατικά δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί με αίμα, μπορεί σήμερα να μην έχουμε χούντα αλλά έχουμε δικτατορία του κεφαλαίου, με τη μία ή την άλλη μορφή. Και προϊόντος του χρόνου, δεν ταυτίζονται μόνο στην ταξική τους ουσία, αλλά αρχίζουν να μοιάζουν και σε διάφορα άλλα -όχι ακριβώς εξωτερικά- χαρακτηριστικά.

Είναι η ελληνική αστική δημοκρατία που βάζει στο στόχαστρο έναν φαντάρο, γιατί εξέφρασε φιλειρηνικές απόψεις. Είναι στην αστική δημοκρατία που γίνονται τόσο εκτεταμένες παρακολουθήσεις πολιτικών -άλλο αν κάποιοι έκαναν την πάπια όταν το ΚΚΕ κατήγγειλε τις συνακροάσεις. Είναι η σημερινή ΕΕ, το "λίκνο της αστικής δημοκρατίας", που έχει ως περίπου επίσημη ιδεολογία του τον αντικομμουνισμό, όπως ακριβώς έκανε -με πιο πρωτόγονο και χοντροκομμένο τρόπο- η χούντα, μισό αιώνα πριν.

Εκτός και αν κάποιοι πιστεύουν πως αυτά γίνονταν-αι μόνο επί χούντας και επί Μητσοτάκη... -οπότε να το γυρίσουμε στο stand up comedy. Έχουν όμως "αριστερή" εφεδρεία και τον Μαραντζίδη, να τους αναλύει "τις Ζωές των άλλων" στη ΓΛΔ, και να αγνοεί τις δικές μας και τι γίνεται στην καπιταλιστική Ελλάδα του 2022. Μπορεί και αυτός όμως να είχε καλύτερη τύχη ως stand-up κωμικός ή λογογράφος του Τσίπρα...

Δεν ξέρω αν ο Αμπατιέλος γράφει μόνος ή με βοήθεια λογογράφου τα κείμενα των ομιλιών του, αλλά ο δημόσιος λόγος του είναι αξιοπρόσεκτος. Δεν είναι μόνο η μεστή, συγκροτημένη σκέψη ή ότι είναι πάντα ετοιμόλογος υπό πίεση (χρόνου ή ενός εχθρικού τηλεοπτικού πάνελ). Είναι κυρίως ο φρέσκος λόγος -μακριά από τα αβάσταχτα ξύλινα στερεότυπα για την ξύλινη γλώσσα- το στοχευμένο χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, οι φαρμακερές ατάκες, πχ για τον ΣΥΡΙΖΑ και τη σοσιαλδημοκρατική μούσα που του ενέπνευσε μεταξύ άλλων τα παρακάτω...

-Για αυτούς που νομίζουν ότι όλα αυτά (σ.σ.: οι παρακολουθήσεις) γίνονταν μόνο επί χούντας και Μητσοτάκη, παραγνωρίζοντας ότι έχουμε μνήμη και google search...
-Για τον Ζελένσκι και τους ναζί του Αζόφ, που οι της ΝΔ τον χειροκροτούσαν όρθιοι και οι του ΣΥΡΙΖΑ μέσα από τα πόδια τους...
-Για τη θετική τους ψήφο στον εξοπλισμό της Ουκρανίας, ξεχνώντας τους τσακωμούς τους αν θα στείλουμε στον Ζελένσκι πυραύλους ή σταφίδες...
-Για τον μύθο του "φιλειρηνικού ΝΑΤΟ" και αυτούς που θα πορευτούν στο Πολυτεχνείο με τέτοια συνθήματα, εκτός και αν στρίψουν πάλι στο Χίλτον, για να μην τους πάρει κάνα μάτι...

Με λίγες, μικρές αλλαγές θα μπορούσαν να γίνουν σκετσάκι στη stand up σκηνή του Φεστιβάλ. Και μάλλον θα έβγαζαν πιο πολύ γέλιο από μερικούς άλλους που ανέβηκαν εκεί τον Σεπτέμβρη...

Και όχι, δεν είναι θέμα ατάκας -για να βγάζει βιντεάκια το luben- αλλά εξόχως πολιτικό. Αλλά η καλή ατάκα βοηθάει να αναδειχθεί και η πολιτική ουσία.
Και όχι, δεν είναι προσωπικό χάρισμα, δεινότητα κτλ. Αλλά το προσωπικό βοηθάει σαφώς με τη σειρά του να αναδειχθεί καλύτερα το πολιτικό.

Ο Αμπατιέλος φύλαξε μια μπηχτή και για τον γυρολόγο Μίμη, που πασχίζει να γαντζωθεί στο άρμα της επικαιρότητας, ανασύροντας τους μύθους για την Πανσπουδαστική Νο8, και αναρωτήθηκε φωναχτά: από πότε είναι αυτή η εφημερίδα; (σ.σ.: από τον Γενάρη - Φλεβάρη του '74, για να μαθαίνουν οι πιο νέοι).

Τον γνωστό και μη εξαιρετέο Μίμη, που γράφει στο πολυδιαφημισμένο βιβλίο του πως στη μεταπολίτευση είχε ετοιμάσει ένα πόρισμα που έπαιρνε αποστάσεις από το φύλλο 8, αλλά του το άλλαξε αριστοτεχνικά ο Φαράκος. Τον γνωστό Μίμη, που είχε την ατυχία να 'ναι... πολύ μπροστά από την εποχή του, γιατί ήθελε να κάνει τον ενιαίο Συνασπισμό -και το ΚΚΕ- αυτό που είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Και κατέληξε νωρίς στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ (γιατί ό,τι δεν μπορείς να πολεμήσεις-αντικαταστήσεις αγάπησέ το) και του Κόκκαλη (με διαφορά φάσης και μιας γενιάς από τον ΣΥΡΙΖΑ που έκανε ευρωβουλευτή τον Πετράν) και τώρα είναι στα αζήτητα της πολιτικής ιστορίας, σε λίγο χειρότερη φάση από τις προοπτικές της σοσιαλδημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Που ακόμα και αυτό έβγαλε για αρχηγό έναν Ανδρουλάκη, αλλά με καμιά 15αριά χρόνια τουλάχιστον καθυστέρηση, από όταν ήταν δηλαδή ακόμα στα πράγματα ο Μίμης...

Λίγη ώρα μετά, στον ίδιο χώρο, είχε εκδήλωση για το Πολυτεχνείο το ΝΑΡ, μεταξύ άλλων με τον Χάγιο -που και αυτός αναφέρεται στο επίμαχο κεφάλαιο του βιβλίου του Ανδρουλάκη. Αλλά οι πιο πολλοί Ναρίτες εξοργίστηκαν με άλλο απόσπασμα που κατονόμαζε τον Κώστα Τζιαντζή (μετέπειτα στέλεχος και ιδεολογικό σημείο αναφοράς του ΝΑΡ) ως συγγραφέα του περιβόητου φύλλου.

Το ΝΑΡ έβγαλε μια σωστή και τίμια ανακοίνωση που δεν εστίασε στο προσωπικό για τον Τζιαντζή, αλλά απάντησε συνολικά για όλους τους αγωνιστές της τότε ΚΝΕ. Πολύ καλά αυτά, αλλά εμένα η απορία μου είναι άλλη: Αν εξαιρέσουμε την αναφορά του Ανδρουλάκη στον Τζιαντζή, και διαβάσουμε το επίμαχο κεφάλαιο του βιβλίου για το νο8, πού ακριβώς διαφωνούν μαζί του οι Ναρίτες που επαναφέρουν κάθε χρόνο σχεδόν τέτοια εποχή το γνωστό αφήγημα;

Αλλά η χτεσινή βραδιά ανήκε δικαιωματικά σε άλλους.
Στα παιδιά του Νοέμβρη -ή μήπως του Φλεβάρη;
Τα παιδιά που ήταν κάποτε στο Πολυτεχνείο, ήταν μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, μπήκαν μπροστά στον αγώνα και την οργάνωσή του, υπέφεραν στα κελιά της χούντας και βασανίστηκαν. Τα παιδιά της ΚΝΕ και του παράνομου κλιμακίου του ΚΚΕ, που συνελήφθησαν από τη χούντα του Ιωαννίδη τον Φλεβάρη του '74 -και κάποιοι μίλησαν αργότερα στον Λάμπρο Τόκα, που επιμελήθηκε το βιβλίο με τις μαρτυρίες τους ("Τα παιδιά του Φλεβάρη", εκδόσεις Καστανιώτη).

Και αν τότε που έδιναν τις μαρτυρίες, είχε πάρει ο καθένας άλλο δρόμο (άλλος για ΣΥΡΙΖΑ τράβηξε πήγε και άλλος για Εργ. Αγώνα) και μόνο ο Ορφανός απ' την Κρήτη είχε μείνει στο Κόμμα, σήμερα είναι και άλλοι που φαίνεται να το επαναπροσεγγίζουν (δεν εννοώ μόνο από τη λίστα με τα ονόματα του βιβλίου αλλά ευρύτερα). Από την Αλαβάνου -που θα είναι και στο πάνελ της βιβλιοπαρουσίασης του Ρούση σε λίγες μέρες- μέχρι τη χτεσινή μεγάλη παρέα. Ποιοι είναι αυτοί; Αντιγράφω από το ρεπορτάζ του 902.

Στέργιος Βασιλείου, Χρήστος Καραπάνος, Γιώργος Καραγιάννης, Ντίνα Κούκου, Σπύρος Κουρσάρης, Σταμάτης Νικολάου, Αλκης Παπαδήμας, Θεολόγος Πατερέλης, Θανάσης Παναγιωτόπουλος, Στέφανος Πάντος, Κώστας Σεφέρης, Σταύρος Σκουρτόπουλος, Γιώργος Σορολοπίδης, Δημήτρης Τόκας, Λάμπρος Τόκας, Βαγγέλης Τούντας, Νίκος Τριανταφύλλου, Διονύσης Τσακνής και Νίκος Τσιώκος. (Και κάπου κοντά σε αυτούς και ο γιος του Κάππου, που μας άφησε νωρίς...)

Και ήταν όλοι τους εκεί -κάπου κοντά τους και ο γιος του Κάππου, αν είδα καλά. Ήταν εκεί ακόμα και αυτός που ερωτεύτηκε μια χρονολογία και λίγα χρόνια αργότερα μια θέση στην εξουσία με αριστερό προσωπείο. Αλλά τελευταία δείχνει μετανοημένος και μας ξαναπροσεγγίζει κι αυτός... Ελπίζω μόνο να μην παίρνει ιδέες ο Μίμης για τα δικά του γεράματα...

Και η συγκίνηση ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής, σαν συνάντηση παλιών συμμαθητών. Τα παιδιά του Νοέμβρη έκαναν σαν μικρά παιδιά, έβγαζαν φωτογραφίες, δάκρυζαν, χαμογελούσαν με βουρκωμένα μάτια, θέλαν να γυρίσουν στα παλιά, έκαναν πηγαδάκι με τον Κουτσούμπα όσο έπαιζε το συγκρότημα της ΚΝΕ. Και δεν ξέρω πόσο στενοί είναι οι πολιτικοί δεσμοί που (ξανα)χτίζονται, αλλά στον ύμνο της ΚΝΕ στο τέλος, σήκωσαν συγκινημένοι τη γροθιά τους και τραγούδησαν (γιατί το αίμα νερό δε γίνεται). 

Και αν ο Θανάσης δε μιλάει στον Στέφανο (ξέρει λέει αυτός γιατί) που ήταν συγκρατούμενος του Κώστα με τα δύο πι στο Μπογιάτι, δεν έχει και τόση σημασία, ξέρεις. Γιατί τα παιδιά του Νοέμβρη και γενικώς όλοι όσοι έπεσαν μικροί στη χύτρα με τη νιότη του κόσμου, παλεύοντας να τον αλλάξουν, έχουν δικαίωμα να μείνουν για πάντα παιδιά, όσο βαστάν τα πόδια τους και το μυαλό τους. Ακόμα και να κρατάνε μερικά παιδικά -ή όχι και τόσο- πείσματα.

Και αν η σκεπή στην κεφαλή ασπρίζει ή έχει αραιώσει λίγο, αυτοί θα αισθάνονται κάπως έτσι, όπως τα παιδιά στη φωτογραφία: η σπορά των παιδιών του Νοέμβρη...

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Πάντα Δελαστίκ και δακρυσμένοι

Αναδημοσίευση από Κατιούσα 

Βασικά, έπρεπε να ξεκινάμε με προειδοποιητική σήμανση, αποποίηση ευθυνών (disclaimer), ακατάλληλο για πολιτικά ανηλίκους -αν και επιρρεπές σε παιδικές αρρώστιες- κοκ. 

Ο τίτλος του κειμένου είναι παράφραση ενός πολύ καλού τουιτερικού λογοπαίγνιου -τόσο καλού που θες να το στείλεις και σε άλλους για να το μοιραστείς: Πάντα Δελαστίκ και γελασμένοι. Αλλά τα ωραία ψευδώνυμα άδοξα καίγονται, με έναν πρόωρο και αδόκητο θάνατο. 

Θα 'πρεπε ίσως να είναι πάντα Δελαστίκ και γελαστοί, για να ταιριάζει με τη χαμογελαστή φιγούρα του. Ενώ έτσι το "γελασμένοι" παραπέμπει συνειρμικά στις αυταπάτες, ως βασικό χαρακτηριστικό του χώρου ή ενός τίμιου οπορτουνιστή. 

Αλλά δεν έχουν θέση τέτοιες μπηχτές τώρα. Όχι γιατί ο νεκρός δεδικαίωται και του αρμόζουν μόνο εκ των υστέρων αγιογραφίες. Αλλά γιατί ο ίδιος δε σου αφήνει τέτοια περιθώρια. Ήταν πολύ γλυκιά, ευγενική φυσιογνωμία για να του κρατήσεις πολιτική κακία. 

(Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τον συνδέουν με τον Θανάση Παπαρήγα, μια άλλη μεγάλη, αξιολάτρευτη μορφή από τα διεθνή του Ριζοσπάστη. Και αν, παρεμπιπτόντως, έχει κανείς στο αρχείο του το κείμενο που έγραψε ο Δελαστίκ -στο Πριν νομίζω- όταν πέθανε ο Παπαρήγας και το ανασύρει, θα ήταν ό,τι καλύτερο). 

Ο Χικμέτ λέει πως ο κομμουνιστής είναι αγάπη από την κορυφή ως τα νύχια, και ο Δελαστίκ πιθανότατα έπιανε αυτό το κριτήριο. Και ας μην ήταν πάντα πολύ κομμουνιστικές οι αναλύσεις του. 

Αν ήθελες να αποφύγεις πχ τον νεολαίο Ναρίτη που ερχόταν πορωμένος να πει το ποίημα "ναι αλλά η Κανέλλη..." και βαριόσουν να μπεις ξανά στην ίδια συζήτηση, πετούσες "ναι αλλά ο Δελαστίκ..." και έβρισκες τον κρυπτονίτη που τον εξουδετερώνει. 

Μετά τον θάνατο, οι περισσότεροι θυμούνται αυθόρμητα κάποια δική τους στιγμή που έχουν συνδέσει με τον μακαρίτη και είναι λογικό. Αλλά κάποια διαδικτυακά ψώνια έχουν να γράψουν κάτι για όλους και βρίσκουν απλώς ευκαιρία να μιλήσουν πάλι για τον εαυτό τους και για μερικά like στα ΜΚΔ. Υπόσχομαι πως η δική μου αναφορά θα είναι μεταβατικός κρίκος -sic- για να περάσουμε στο ψητό. Προσωπικό στιλ και κείμενο δε σημαίνει απαραίτητα προσωπικά βιώματα. 

Σε μια εκδήλωση στο Floral που τον πέτυχα τυχαία στο κοινό και όχι στο πάνελ, επιστράτευσα όλο το θράσος-θάρρος να τον ρωτήσω για το Ιερό Δισκοπότηρο και αυτός όλη την αμηχανία του, σαν να απολογούνταν, γιατί δεν το είχε πια σε άλλα αντίτυπα. 

Όπου Γκράαλ ίσον το βιβλίο του για το Αφγανιστάν: η προσωπική μαρτυρία, οι δημοσιογραφικές εντυπώσεις και οι συνεντεύξεις-συζητήσεις που είχε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο λαϊκό Αφγανιστάν της δεκαετίας του '80. (Με την ευκαιρία, ευχαριστώ δημόσια και αναδρομικά τον αναγνώστη ΤΤ που μου το εξασφάλισε έστω φωτοτυπημένο και απολογούμαι -στον εαυτό μου- που δεν έχω κάνει ακόμα ειδική αναφορά σε αυτό). 

Αν θέλει κανείς ένα μέτρο για την αξία του βιβλίου και τα πολύτιμα στοιχεία που μας δίνει, θα έλεγα πως παραμένει σήμερα, 35 χρόνια αφού γράφτηκε, πιθανότατα ό,τι καλύτερο μπορεί να διαβάσει κανείς στη γλώσσα μας για το παρελθόν της χώρας και τον... μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης που γνωρίσαμε

Ο Δελαστίκ ξεπερνά στο βιβλίο τον σκόπελο για την ακριβή κοινωνική φύση του λαϊκού Αφγανιστάν, μιλώντας ακρβοδίκαια για αντι-ιμπεριαλιστική, αντιφεουδαρχική επανάσταση, αν δεν απατώμαι. Και αναδρομικά αναρωτιέσαι γιατί δεν το διάβαζαν οι σύντροφοί του στο ΝΑΡ που ανακάλυψαν όψιμα "σοβιετική εισβολή" στο Αφγανιστάν.

Ένα άλλο γραπτό Δισκοπότηρο είναι τα πρώτα τεύχη του ΠΡΙΝ, ως μηνιαίο περιοδικό μιας φράξιας του ΚΚΕ και του Ενιαίου Συνασπισμού -πριν γίνει εβδομαδιαία εφημερίδα του εξωκοινοβουλίου- και ως γραπτό μνημείο για τους προβληματισμούς της εποχής σε μια εξόχως προβληματική συγκυρία, και για τον οργανωτικό φιλελευθερισμό που υπογράμμιζε την τελευταία, αφού ο καθένας μπορούσε να εκδώσει όποιο έντυπο-βιβλίο ήθελε. Δυστυχώς πωλούνται με τιμή ενίσχυσης για το ΝΑΡ (100 ευρώ ο τόμος!), σχεδόν απαγορευτική για ερασιτέχνες συλλέκτες. 

Συγγραφικά μιλώντας, ο Δελαστίκ συνέχισε μια σοβιετική νομίζω -πχ στα χνάρια της "Καυτής Στάχτης" για το μυστικό της ατομικής βόμβας- παράδοση και στιλ γραφής, με ρεπορτάζ σε μέγεθος-συσκευασία βιβλίου, που ξετυλίγονταν συναρπαστικά σαν μυθιστόρημα και φώτιζαν κάθε πτυχή πολύπλοκων διεργασιών, αντιθέσεων και γεωπολιτικών πλεγμάτων (κουβάρια τα λέμε σήμερα) στη διεθνή σκηνή. Θεωρώ αδύνατο να διαβάσεις δικό του βιβλίο χωρίς να μάθεις κάτι καινούριο, και ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε εκπλήξει στη Θύελλα του Κόλπου η πληροφορία ότι Ιράκ και Συρία είχαν κάτι σαν ενιαία κρατική υπόσταση για ένα φεγγάρι στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, στο πλαίσιο του ριζοσπαστικού μπααθισμού τους. 

Πολιτικά μιλώντας, θα έλεγα πως ο Δελαστίκ είχε αφομοιώσει και είχε παραμείνει στην αντι-ιμπεριαλιστική λογική μας της εποχής του Ψυχρού Πολέμου -και ας μην υπήρχε πια σοσιαλιστική κοινότητα και ας μην την θεωρούσε ούτε ο ίδιος πια σοσιαλιστική, ακολουθώντας τις επεξεργασίες του χώρο του.  

Αυτό είχε ως συνέπεια τα εξής αντιφατικά: Αφενός ο Δελαστίκ είχε πολύ καλύτερο αντι-ιμπεριαλιστικό γνώμονα και κριτήριο από πολλούς συντρόφους - συναδέλφους του στο Πριν, πχ απ' τον -απολαυστικό γραφιά μεν, αλλά...- Πέτρο Παπακωνσταντίνου που πρόλαβε να υμνήσει τον φιλολαϊκό χαρακτήρα και προσανατολισμό της Αραβικής Άνοιξης πχ στη Λιβύη, πριν καταλήξει στη ΛαΕ του Λαφαζάνη. Αφετέρου όμως ανακάλυπτε (ο Δελαστίκ) θετικές και ελπιδοφόρες διεργασίες στην παραμικρή διαφοροποίηση αστικών κυβερνήσεων από τον ευρωνατοϊκό άξονα, ακόμα και αν ήταν στο πλαίσιο των εσωτερικών τους αντιθέσεων, ακόμα και αν πρόκειται για την Ουγγαρία του φασίστα Όρμπαν... Και όλα αυτά, τη στιγμή που θεωρούσε ή έπρεπε να θεωρεί τη Σοβιετική Ένωση "ιδιότυπο, ανέκδοτο εκμεταλλευτικό καθεστώς"... Ανέκδοτο. 

Σε κάθε περίπτωση, ο Δελαστίκ ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του του 20ού αιώνα, σχεδόν σοβιετικής κοπής θα τολμούσα να πω, με αγνό, βαθύ μίσος για τους ιμπεριαλιστές και τους εκμεταλλευτές αλλά όχι την καλύτερη δυνατή στρατηγική απέναντί τους, που δεν πρόλαβε ποτέ το τρένο της ΕΤΕ, δεν είχε κινητό, δεν είχε καλή σχέση με τους υπολογιστές, αλλά είχε τρομακτικές γνώσεις και μιλούσε φαρσί 12 γλώσσες -ενδεχομένως και τα φαρσί, δεν είμαι σίγουρος! 

Και μετά; Μετά ήρθε η ανατροπή, η διάσπαση και έπεσε στον γκρεμό σακάτ και καλά κρασιά. Όρκο παίρνω πως καλός άνθρωπος ήτανε και -για να ισοφαρίσω το λογοπαίγνιο της αρχής- ας είναι (&*&&&^%^%$%$##$,,,) το έφαγε η εσωτερική αυτολογοκρισία.
Εσωτερικό υστερόγραφο
Μου λείπει η εποχή που έψαχνα το Δισκοπότηρο και μπορούσα να γράφω "ελεύθερα", χωρίς να είναι τίποτα παρεξηγήσιμο. Κι αν είναι να πιαστεί κανείς από το δέντρο κάποιο κλαράκι και να χάσει το δάσος και την ουσία του κείμενου, τουλάχιστον ας το ρίξει σε μένα προσωπικά και όχι στην Κατιούσα που φιλοξενεί ένα κείμενο της "κε του μπλοκ" που θα προοριζόταν βασικά για το "Σφυροδρέπανο".
Εκεί όπου για κάποιον λόγο στις ετικέτες μου είχε βγει από σεβασμό (;) να γράψω ενάντια στον γενικό κανόνα το όνομά του με κεφαλαίο (σε αυτόν, τον Μαρξ και τον Χέγκελ), λες και αλλιώς θα θιγόταν. Δεν πειράζει όμως, γιατί ήταν καλός άνθρωπος, με άλφα κεφαλαίο -και χωρίς κυκλάκι γύρω του...

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

“Εγώ υπόσχομαι πως θα είμαι εδώ ως το τέλος…” – Ο Θάνος το ‘πε και το ‘κανε…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Έλεγε πως ο θάνατος τα έβαλε με λάθος άτομο και πως ο ίδιος θα έβγαζε τον αδόξαστο στην αρρώστια του. Και αυτό ακριβώς έκανε για 18 μήνες, χωρίς να σταματήσει να είναι στιγμή ενεργός, δραστήριος, να ρουφάει τη ζωή, να δίνει συνεντεύξεις, συναυλίες, να δίνει τα δικά του μηνύματα από το νοσοκομείο. Εκεί που εισέπραττε μαζικά την αγάπη του κόσμου και αυτός μας παρότρυνε να την κάνουμε πράξη, δίνοντας αίμα για τον συνάνθρωπό μας.

Μας υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί μας ως το τέλος και κράτησε τον λόγο του με το παραπάνω. Ήταν παρών και προπαντός όρθιος σε τόσες συναυλίες, αφιερώματα με τη δική του σφραγίδα, που γίνονταν αφορμές για λαϊκό προσκύνημα και μια έκρηξη συναισθήματος, που μονάχα όσοι την έζησαν από κοντά ένιωσαν τη μαγεία τους, αλλά δύσκολα μπορούν να την αποδώσουν με λόγια.

Το μόνο που δεν πρόλαβε ήταν η συναυλία προς τιμήν του στο Μέγαρο, στις 20 Γενάρη. Μας την έσκασε και έφυγε νωρίτερα. Αλλά ο Θάνος δε θα λείπει από εκεί. Θα μας λείπει, αλλά δε θα λείπει γενικώς. Γιατί μιλούσε με τη μουσική του που παραμένει ζωντανή και αθάνατη. Γιατί ήταν παρών σε όλα όσα έπρεπε. Σε κάθε αγώνα, σε κάθε κινητοποίηση, που παίζει τα τραγούδια του από τα μεγάφωνα.

Ο κόσμος ανεβάζει συγκινημένος φωτογραφίες του Θάνου, στίχους και τραγούδια του. Αποχαιρετά αυτόν που ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή και τώρα πια ο μεγαλύτερος από όσους έχουν φύγει. Ελάχιστοι μπορούν να σταθούν δίπλα του, να συγκριθούν με το έργο του, με την έντονη και μαζική του επίδραση. Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν και είναι η επιτομή του πολιτικού τραγουδιού, της στρατευμένης τέχνης. Αυτής που δεν ξεχνάει να είναι τέχνη, επειδή στρατεύεται σε έναν σκοπό. Αυτής που μορφώνει ολόπλευρα όποιον έρχεται σε επαφή μαζί της, που μας διαπλάθει ως προσωπικότητες και χαρακτήρες.

Ο κόσμος συγκινημένος αποχαιρετά τις αναμνήσεις του, τα βιώματά του, όσα έζησε με τον Μικρούτσικο, ακούγοντας τους δίσκους του, κοινωνώντας τα μηνύματά του στις συναυλίες του. Δεν αποχαιρετά όμως τον ίδιο τον Θάνο. Αυτός θα συνεχίσει να είναι εδώ, γιατί η μουσική του μιλούσε για το μέλλον, ερχόταν από το μέλλον και το έδειχνε συνεχώς σαν πυξίδα.

Ναι, είναι και αυτοί που στέκονται στη γωνία για να μας “θυμίσουν” κάποια πράγματα, πολιτικές του πράξεις να μας πουν “ναι μεν, αλλά…”. Λες και οι κηλίδες του ήλιου μπορούν να μειώσουν ποτέ το φως του. Λες και δεν αρκούσε όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια, πως ο Θάνος ήταν δίπλα στο Κόμμα, συνδέθηκε με τις γιορτές για τα 100 του χρόνια, επέλεξε να αφιερώσει σε αυτό μερικές από τις τελευταίες συναυλίες του κι έλεγε πως η δική του θέση είναι αμετάκλητα εδώ μαζί μας -που το απέδειξε ξανά με την τελευταία τιμητική θέση στο Επικρατείας. Σε τελική ανάλυση, ο πολιτικά αναμάρτητος ας ρίξει την πρώτη πέτρα…

Δε δίνουν όμως αυτοί τον τόνο -και δε θα μπορούσαν άλλωστε. Η μαζική κι αυθόρμητη συγκίνηση δεν αφήνει χώρο για τίποτε άλλο. Όλοι υποκλίνονται στο Θάνο και νιώσουν την ανάγκη να τον ευχαριστήσουν για όλα. Κι είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε κι εμείς από την πλευρά μας, για όλα αυτά και για έναν επιπλέον λόγο: την πολύτιμη μαρτυρία που μας είχε εμπιστευτεί για όσα είχε ζήσει στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Μα πάνω από όλα, τον ευχαριστούμε γιατί το “ευχαριστώ” έχει αξία όσο κάποιος είναι εν ζωή. Και ο Θάνος μας έδωσε πολλές ευκαιρίες να τον ευχαριστήσουμε ζωντανά, μαζικά, και να μας υποκλιθεί και αυτός για την αγάπη μας, στις συναυλίες που έδινε τους τελευταίους μήνες. Ποιος μπορεί να πει άραγε πως έχει ζήσει πολλές στιγμές πιο δυνατές από αυτές τις συναυλίες, με το μοναδικό συναίσθημα, την αποθέωση, όχι μόνο για τον Θάνο, αλλά και για το κοινό που ανέβαινε μαζί του σε άλλα ύψη.

Το 2019 φεύγει με τον χειρότερο τρόπο και μας αφήνει πιο φτωχούς, σχεδόν ορφανούς. Αλλά η μουσική του μένει εδώ, όχι ως συντροφιά, αλλά ως ιστορικό φορτίο και πολύτιμο εφόδιο για τις περιπέτειες του μέλλοντος. Εκεί από όπου ερχόταν και η ίδια…

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Και να που ερωτεύτηκα μια χρονολογία

Νοέμβρης του 1973.

Αυτός που έγραψε τους στίχους, έμεινε κοντά μας, έφυγε μακριά μας και τώρα ενδεχομένως να μας ξαναπλησιάζει, χωρίς να νιώθει καμία ανάγκη να σταθεί αυτοκριτικά πρωτίστως στον εαυτό του.

Αυτοί που δεν ερωτεύτηκαν τη χρονολογία, αλλά τον αγώνα, κάνουν τα πάντα για να τον συνεχίσουν στις σημερινές συνθήκες, μακριά από μουσειακές προσεγγίσεις, που εξυμνούν πάντα το παρελθόν, για να θάψουν το παρόν και το μέλλον.

Και από την άλλη, τα σταγονίδια που νοσταλγούν εκείνη τη χρονολογία από την ανάποδη και κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν πως η χούντα μπορεί να τελείωσε το 74', αλλά η δημοκρατία τους βρωμά ολοένα και περισσότερο γύψο.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Τελικά, τι έγινε το 89 ρε παιδιά;


Τον περασμένο μήνα έγιναν διάφορες αναφορές κι αφιερώματα για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την κορύφωση της κρίσης στην ΚΝΕ και τη διάσπασή της, το Σεπτέμβρη του 89′, με την αποχώρηση της πλειοψηφία των μελών του ΚΣ της οργάνωσης και πολλών απλών μελών της.



Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ένα κείμενο του Τ. Κωστόπουλου (από την ομάδα του “Ιού”) στην ΕφΣυν, γραμμένο με αρκετή εμπάθεια από τη σκοπιά ενός κακιασμένου παλιού Ρηγά, που αναπαράγει πρόθυμα τα πιο χυδαία στερεότυπα για το κόμμα. Είναι έτοιμος να αναγνωρίσει σε όλους αντιφάσεις, θετικά και αρνητικά στοιχεία, (η ΚΝΕ πχ φώναζε το σύνθημα “διάλογο δεν κάνει ο κόκκινος στρατός”, αλλά προχώρησε στο ενιαίο μέτωπο της νεολαίας. Ο Φαράκος έγραφε συντηρητικές μπροσούρες για τη νεολαία, αλλά μετά είδε το φως της ανανέωσης κοκ), όλα σε ευθεία αντιστοιχία με τη θέση τους απέναντι στο ΚΚΕ και αν έρχονται σε ρήξη με αυτό ή όχι. Το κόμμα ενσαρκώνει βασικά για τον αρθρογράφο μια μαύρη πολιτική τρύπα, αναχρονιστική και συντηρητική, που καταπίνει κάθε φως. Και αφού έχει βρει το βασικό πυρήνα για το αφήγημά του, επιλέγει βολικά μαρτυρίες, στοιχεία και τα κομμάτια της -υπαρκτής ή διαστρεβλωμένης- πραγματικότητας που υποτίθεται πως το τεκμηριώνουν.

Ένα άλλο ενδιαφέρον ντοκουμέντο είναι η ανα-δημοσίευση στη σελίδα του ΝΑΡ της πολιτικής ομιλίας του Γράψα στο 15ο Φεστιβάλ ΚΝΕ- Οδηγητή, στις 16 Σεπτέμβρη 1989, λίγες μέρες πριν την κορύφωση της κρίσης, με την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ να καθαιρέσει τα μέλη του ΚΣ της ΚΝΕ. Το ΝΑΡ ονομάζει τα γεγονότα αυτά “ανταρσία της ΚΝΕ” -για να παραπέμπει συνειρμικά και στο σημερινό μετωπικό σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ- και εντάσσει τη δημοσίευση σε ένα αφιέρωμα για τα 30 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΡ, τον Φλεβάρη του 90′, στο πλαίσιο του οποίου θα υπάρξουν και άλλες αντίστοιχες δημοσιεύσεις.

Το ενδιαφέρον στοιχείο της αναδημοσίευσης στην ιστοσελίδα του ΝΑΡ είναι οι υπογραμμίσεις με έντονη γραφή (bold), που δεν υπήρχαν ασφαλώς στο πρωτότυπο, ούτε δίνουν έμφαση στα πιο σημαντικά αποσπάσματα αλλά κατευθύνουν ουσιαστικά στον αναγνώστη να δώσει προσοχή σε εκείνα τα σημεία, που συμφωνούν περισσότερο με την μετέπειτα πορεία όσων δημιούργησαν το ΝΑΡ, ιδωμένα με τη “στερνή τους γνώση” από μια μεταγενέστερη οπτική. Πιστεύω πως θα ήταν πολύ πιο έντιμο να σημειωθεί εξ αρχής πχ πως η ομιλία επιχειρούσε να κρατήσει κάποιες ισορροπίες, έπρεπε να εγκριθεί από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ (αν και έχει γραφτεί πως κάποια σημεία προστέθηκαν εν αγνοία του ΠΓ), ή τέλος πάντων ότι είχε συγκεκριμένους περιορισμούς κτλ.

Το κείμενο που διαβάζετε εδώ δεν αποτελεί απάντηση στα προηγούμενα ή συνολική τοποθέτηση και δεν είναι ολοκληρωμένο χρονικό των γεγονότων, ούτε σκοπεύει να χτίσει ένα διαφορετικό “αφήγημα” για την ερμηνεία τους. Βάζει όμως κάποια σημεία και μερικές διαπιστώσεις, που εκφράζουν προφανώς -το σημειώνω προκαταβολικά για διάφορους καλοθελητές- προσωπικές και υποκειμενικές εκτιμήσεις και τίποτα παραπάνω.

-Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Τζαννετάκη βρήκε τον γραμματέα της ΚΝΕ στη ΛΔ Κορέας για το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, όπου “συνυπήρξε ειρηνικά” με τον γραμματέα του Ρήγα Φεραίου, που δεν ήταν άλλος από τον Κοντονή, μετέπειτα υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΚΝΕ μπορεί να είχε αντιρρήσεις για αυτή την κυβερνητική συνεργασία, δεν έφυγε όμως εξαιτίας της ή αμέσως μετά από αυτήν, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς διαβάζοντας κάποια χρονικά. Οι πρώτες εκλογές του 89′ έγιναν τον Ιούνιο, η κυβέρνηση Τζαννετάκη σχηματίστηκε αρχές Ιούλη και η κρίση-διάσπαση της ΚΝΕ έλαβε χώρα τον Σεπτέμβρη, όταν η ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε την καθαίρεση των μελών του ΚΣ. Σε αυτό αναφερόταν η περίφημη φράση του Γράψα “φυσικά δε θα υπακούσω” και όχι στην πολιτική επιλογή της “συγκυβέρνησης” -που λανθασμένα αποδίδεται ως όρος σε ένα κυβερνητικό σχήμα περιορισμένης διάρκειας και ειδικού σκοπού. Τα πρωτοκλασάτα στελέχη του μετέπειτα ΝΑΡ αποχώρησαν σταδιακά, κάποια μετά τον σχηματισμό της οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα, όπου η συμμετοχή του ΚΚΕ δεν εξυπηρετούσε κάποιον ειδικό σκοπό -πχ τη μη παραγραφή των σκανδάλων- όπως πριν. Θεωρώ πως το αφήγημα των ασυμβίβαστων στελεχών της ΚΝΕ που ήρθαν άμεσα σε ρήξη με τον “Τζαννετακισμό” και το 89′, σχηματίστηκε εκ των υστέρων, με διάφορες επιρροές, αναπλάθοντας δημιουργικά κάποια γεγονότα.

-Ο ίδιος ο λόγος του Γράψα στο Φεστιβάλ έχει μάλλον συμβιβαστικό χαρακτήρα, ενώ σε κάποια σημεία θυμίζει απλή καταγραφή γεγονότων. Πέρα από τους πιθανούς περιορισμούς, είναι αδύνατο να μη διακρίνει κανείς αρκετές αντιφάσεις. Η ΚΝΕ εξάλλου ήταν παιδί της εποχής της και θα ήταν αδύνατο να είναι απαλλαγμένη από γενικότερες αδυναμίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της στρατηγικής του.

Για παράδειγμα, ένα ενδεικτικό απόσπασμα -χωρίς τις υπογραμμίσεις που προσέθεσε η ιστοσελίδα:

Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του Ιούνη δεν έδωσαν αυτοδυναμία σε κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού. Ενώ συγχρόνως έφεραν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, με τέτοιο τρόπο που οι πρωτοβουλίες και επιλογές του να έχουν πράγματι μεγάλη σημασία για τη μακροπρόθεσμη πορεία της πολιτικής ζωής. Κι αυτό παρά το μεταβατικό και χρονικά περιορισμένο διάστημα που ο Συνασπισμός βρέθηκε σε θέση κυβερνητικών ευθυνών. Αυτές τις κυβερνητικές ευθύνες της ανέλαβε μέσα στα πλαίσια ενός κυβερνητικού σχήματος που ήρθε ν’ απαντήσει στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί κύρια μ’ ευθύνη του ΠΑΣΟΚ. Αυτές τις ευθύνες τις ανέλαβε μ’ έναν τρόπο που δημιούργησε αντικειμενικά ένα σοκ όχι μόνο για τον κόσμο της Αριστεράς, αλλά σχεδόν για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, καθώς οδήγησε με νέο τρόπο την Αριστερά στο κέντρο της πολιτικής σκηνής.
Στο διάστημα που μεσολάβησε επιβεβαιώθηκε ότι στο βαθμό που θα βγαίνει από τη μέση το τεράστιο θέμα των σκανδάλων, της κάθαρσης και της τιμωρίας των ενόχων, με διαδικασίες όσο γίνεται κοινής αποδοχής, τόσο θα έρχονται στην επιφάνεια οι ουσιαστικές αντιπαραθέσεις και τα πραγματικά ζητήματα του λαού και της πολιτικής πάλης. Έτσι, πλάι στα ζητήματα της προώθησης της κάθαρσης, της υλοποίησης θετικών θεσμικών αλλαγών εκδημοκρατισμού και διαφάνειας, πλάι στον ευνοϊκό αντίκτυπο από την καταπολέμηση του κλίματος των τεχνητών διαχωρισμών ανάμεσα στους συντηρητικούς και αριστερούς εργαζόμενους, θα προβάλλουν όλο και πιο καθαρά και αποφασιστικά και οι διαφορετικές θέσεις που στέκονται οι δύο πραγματικά ανειρήνευτα αντίπαλες «πολιτείες», οι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ο κόσμος της συντηρητικής, της δεξιάς πολιτικής και ο κόσμος των αναγκών και των προσδοκιών του εργατικού και λαϊκού κινήματος, ο κόσμος της αριστερής προοδευτικής προοπτικής. Φαίνονται στο ίδιο διάστημα πιο καθαρά μερικά από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές της πολιτικής μας ζωής.
(…)
Η διαδικασία της περεστρόικα με όλα τα αντιφατικά φαινόμενα που φέρνει στην επιφάνεια, η τεράστια κινητικότητα των λαών στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού γεννούν δίπλα στους κινδύνους και μεγάλες ελπίδες.

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ήταν ένα σοκ για τον κόσμο της Αριστεράς. Ο παραμερισμός των σκανδάλων από το πολιτικό προσκήνιο, μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη των πραγματικών, ταξικών αντιθέσεων. Ο Συνασπισμός αναδεικνύεται πρωταγωνιστής στις πολιτικές εξελίξεις. Και η Περεστρόικα είναι μια αντιφατική διαδικασία, που φέρνει στην επιφάνεια ενδιαφέρουσες διεργασίες και την κίνηση των μαζών. Δεν είναι περιττό να υπογραμμιστεί άλλωστε πως αυτή η τελευταία εξυμνούνταν πχ από τον Κοτζιά και τον Μπατίκα, που είχαν συμμετοχή στα πρώτα βήματα συγκρότησης του ΝΑΡ, στα σημειώματά τους με τα οποία γνωστοποιούσαν την κάθετη διαφωνία τους με την πολιτική του ΚΚΕ, που κυκλοφόρησαν στη συνέχεια στη -συλλεκτική, αν όχι και προλεκάλτ- μπροσούρα “Μια συζήτηση που δεν έγινε”. Ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για όποιον θέλει να έχει μια σφαιρική εικόνα για τον δημόσιο λόγο των πρωταγωνιστών της εποχής.

-Αν και απέχουμε ακόμα κάποιους μήνες από την πτώση του Βερολίνου, είναι εμφανή τα σημάδια της παρακμής, και ο Γράψας φροντίζει να πάρει αποστάσεις από αυτά. Δεν υπερασπίζεται τον υπαρκτό σοσιαλισμό με τα αρνητικά στοιχεία και τις αντιφάσεις του, αλλά θεωρεί πως αυτά είναι δυσφήμηση του σοσιαλιστικού συστήματος, δεν έχουν σχέση με το ιδεώδες για την κοινωνία του μέλλοντος και δεν εκφράζουν την ΚΝΕ.

Σε αντίθεση με τη ρετσινιά του “νεο-σταλινικού” που φρόντιζε να τους φορέσει ο αστικός τύπος, οι διαφωνούντες της ΚΝΕ έδειχναν από τότε σημάδια δυσπιστίας απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, ενώ στη συνέχεια ο αντισοβιετισμός θα γινόταν ένα βασικό ταυτοτικό στοιχείο του χώρου, και κομβικό σημείο της στρατηγικής του αντίληψης.

Αξίζει να αντιπαραθέσουμε αυτές τις αιχμές με τη στάση του Κάππου, λίγους μήνες πριν, όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη τα γεγονότα στην πλατεία της Τιεν Αν Μεν, όπου μιλούσε για συγκεχυμένες πληροφορίες, έπαιρνε αποστάσεις από τους διαδηλωτές που κρατούσαν μικρά αγαλματάκια της Ελευθερίας -το σύμβολο των ΗΠΑ και του δυτικού ιμπεριαλισμού- ενώ του ανήκει και η ιστορική ατάκα πως “δεν έχουμε Κομματικές Οργανώσεις Βάσης στο Πεκίνο, για να σχηματίσουμε γνώμη”, η οποία αναδεικνύει την αυτονόητη έλλειψη εμπιστοσύνης στις ειδήσεις που μετέδιδαν τα αστικά ΜΜΕ και τη βολική ερμηνεία που επέλεγαν.

-Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν επιχειρούν να κάνουν συμψηφισμό για τα λάθη που έκανε το ΚΚΕ εκείνη την περίοδο, ούτε προφανώς να δικαιώσουν τη στρατηγική που ακολουθούσε εκείνη την περίοδο. Όποιος θέλει να εμβαθύνει σε αυτά, μπορεί να διαβάσει από το πρωτότυπο -και αυτό είναι πάντα προτιμότερο- την ανάλυση της ΚΕ του ΚΚΕ που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 90′ στην ΚΟΜΕΠ για την κρίση στην ΚΝΕ και τις πολιτικές της εκτιμήσεις.

Με έναν αστερίσκο όμως. Η πολιτική του ΚΚΕ είχε γενικότερες αντιφάσεις και προβληματικά στοιχεία, όχι ως στιγμή το 89′, αλλά συνολικά με βάση τη στρατηγική που είχε διαμορφώσει και περνούσε μέσα από τη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και την επεξεργασία για την επιδίωξη “αριστερής, προοδευτικής κυβέρνησης” στο 12ο Συνέδριο, την άνοιξη του 1987. Και η αλήθεια είναι πως τότε, πέρα από τις όποιες τυχόν επιφυλάξεις και αντιρρήσεις, δε διαμορφώθηκε μια εναλλακτική, στρατηγική πρόταση, ούτε υπήρξε σοβαρή αντιπαράθεση ως προς τη γενική γραμμή. Οι διαφωνίες εκδηλώθηκαν αργότερα κυρίως στην πράξη, πχ για το περιεχόμενο του Κοινού Πορίσματος -και τις προγραμματικές υποχωρήσεις για χατίρι της ΕΑΡ- και για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, δηλαδή στη συγκεκριμένη εφαρμογή του προγράμματος και όχι εξ αρχής, σε προγραμματική βάση, επί αυτών των επεξεργασιών.

Με άλλα λόγια. το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η συμμετοχή του ΚΚΕ στα συγκεκριμένα κυβερνητικά σχήματα. Και σίγουρα δεν ήταν η “συνεργασία με την επάρατο Δεξιά”, όπως έλεγε πχ η προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ, που την αναπαρήγαγαν εν μέρει στελέχη όπως ο Κοτζιάς -πριν καταλήξει ο ίδιος στο ΠΑΣΟΚ. Το βασικό ζήτημα δεν ήταν το “βρώμικο ’89”, αλλά ότι το ΚΚΕ ξεβρώμισε το 89′, όπως είχε πει και ο Χαρίλαος, γινόμενο όμως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το αστικό σύστημα και τα σκάνδαλά του.

Αλλά το πιο βασικό είναι τα γενικά, διαχρονικά διδάγματα που βγήκαν από τη μελέτη της συγκεκριμένης πείρας, καθώς αργότερα μπήκαν στην ίδια τη ζωή μπροστά μας παρόμοια ζητήματα. Το ΚΚΕ στάθηκε αυτοκριτικά στη δική του πολιτική γραμμή και την αρνητική πείρα του από τη συμμετοχή σε αστικά κυβερνητικά σχήματα γενικότερα -και όχι ειδικά από τον Τζαννετάκη ή την κυβερνητική συνεργασία με δεξιές πολιτικές δυνάμεις.

Αντιθέτως, η ομάδα που ήρθε σε ρήξη με το ΚΚΕ το 89′, συγκροτώντας το ΝΑΡ και σε μια πορεία χρόνου την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει το δικό της -μικρό αλλά όχι αμελητέο- μερίδιο ευθύνης για τον αριστερό κυβερνητισμό της περιόδου 2012-15 και τις απατηλές προσδοκίες που είχε ένα σημαντικό κομμάτι του χώρου από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σημαντικοί σταθμοί σε αυτή την τάση, η συνάντηση μετά τις εκλογές του Μαΐου του 12, στο πλαίσιο της διερευνητικής εντολής του ΣΥΡΙΖΑ -αν και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρέμενε εκτός κοινοβουλίου-, οι πορείες κριτικής στήριξης της κυβέρνησης με τις “ανάσες αξιοπρέπειας” στις αρχές του 15′, και φυσικά το δημοψήφισμα.

Με άλλα λόγια, αυτοί που έκαναν παντιέρα τους το 89′ και τα “ντολμαδάκια της Μαρίκας” -που έκανε περίφημα η “Αυριανή”- φάνηκε να πέφτουν στην ίδια παγίδα. Για κάποιους, προφανώς, ήταν πιο σημαντικό να τους δικαιώσει αναδρομικά το ΚΚΕ, επειδή αναγκάστηκαν να φύγουν, και να παραδεχτεί επίσημα το λάθος του, παρά να δικαιωθεί η στάση τους από τη ζωή, κρατώντας την ίδια συνεπή θέση, 23 χρόνια μετά την καταπολέμηση του αριστερού κυβερνητισμού.

Είναι πολύ χαρακτηριστική μια φράση-κλειδί σε ένα βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου -μέλους του ΚΣ της ΚΝΕ το 89′ και στέλεχος του ΝΑΡ- στις αρχές της κρίσης, όπου εκτιμούσε πως το (κατ’ αυτόν) ζητούμενο του Λαϊκού Μετώπου δεν μπορούσε να γίνει χωρίς το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν μπορούσε να πετύχει χωρίς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος εμφανίστηκε στο πλευρό του Λαφαζάνη και της ΛΑΕ, στο ντιμπέιτ του Σεπτεμβρίου του 15′.

Με το πέρασμα του χρόνου, καθώς συσσωρευόταν επιπρόσθετη πολιτική πείρα και αμβλύνονταν οι ουλές από κάποια προσωπικά βιώματα -πάντα υπαρκτά σε διασπάσεις και πολιτικές κρίσεις-, κάποια άτομα από αυτόν τον χώρο γεφύρωσαν το χάσμα με το ΚΚΕ και επέστρεψαν σε αυτό που πάντα ένιωθαν ως πολιτικό τους σπίτι, όχι με συναισθηματικούς όρους, αλλά με αμιγώς πολιτικό κριτήριο.

Αυτοί ήταν όμως μια μειοψηφία. Η μεγάλη ζημιά, στο πλαίσιο της γενικής υποχώρησης και της επέλασης της αντεπανάστασης, ήταν πως το μεγάλο κομμάτι εκείνης της ΚΝΕ, το μαζικό και ανήσυχο δυναμικό της, στα τέλη της δεκαετίας του 80′, δεν έφυγε από την οργάνωση, για να την επανιδρύσει και να ξαναβρεί τις χαμένες αξίες της. Δυστυχώς πήγε σπίτι του, ιδιώτευσε, ξέκοψε από το κίνημα, δεν παρέμεινε στο δρόμο -έστω και από ένα άλλο μετερίζι. Αυτή ήταν η χειρότερη πληγή της κρίσης της ΚΝΕ, που σημάδεψε μια γενιά ολόκληρη, αφήνοντας άλλο ένα ηλικιακό κενό στη στελέχωσή της.

Και αυτό είναι ίσως και το μέτρο της αποτυχίας της νέας πολιτικής κίνησης, που ονομάστηκε Νέο Αριστερό Ρεύμα, για να προστεθεί μερικά χρόνια αργότερα -αλλά μάλλον ετεροχρονισμένα και αρκετά αργά- η φράση “για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση”. Την ίδια στιγμή που η ΚΝΕ τραβούσε την ανηφόρα και ανασυγκροτούνταν από τις στάχτες της, όχι γιατί κράτησε τη “σφραγίδα” και το όνομα -που δε θα είχε καμία αξία χωρίς τη χάρη. Αλλά γιατί κατάφερε να πατήσει στην ίδια τη ζωή, τις ανάγκες της νεολαίας, τους αγώνες που ξεδιπλώνονταν. Αυτά που μπορεί να ακούγονται “ξύλινα”, αλλά κανείς δε βρήκε κάτι πιο “σύγχρονο” και “αποτελεσματικό” για να τα αντικαταστήσει.

Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα…