Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Η μέρα εκείνη έχει αργήσει

Η μέρα εκείνη έχει αργήσει, κυνηγημένο πουλί. Σε Δύση και Ανατολή και περιφέρεια. Αλλά το μέλλον δε θα έρθει μόνο του νέτο σκέτο (και αν δε γράψουμε εμείς το σενάριό του, θα είναι θρίλερ με αστικά ζόμπι και τον δολοφόνο με τα κέρδη). Ου γαρ έρχεται μόνον (το μέλλον). Κι ενός μέλλοντος δικού μας, μύρια έπονται, στη γειτονιά μας, σε όλο τον κόσμο, στις γειτονιές του κόσμου.

80(+2) χρόνια έχουνε περάσει και οι αστοί δεν το ’χουν ξεπεράσει, ούτε βρήκαν κάτι αντίστοιχο να αντιπαραθέσουν στην ακτινοβολία των 200. Πού να βρουν το αντίβαρο σε τέτοιο ιστορικό φορτίο και πώς να αντικρίσουν τόσο καθαρά βλέμματα, τέτοια χαμόγελα που παν για εκτέλεση τραγουδώντας, λες και βγήκαν για βόλτα στο πάρκο (όπως είπε ένας από τους απογόνους) για καθαρό αέρα;


Ξέρεις τι είναι να αθροίζεις συστηματικά άπειρα τίποτα, content creators κενούς περιεχομένου, για να φτιάξεις κάτι και να εισβάλλουν από την κρύπτη της ιστορίας οι 200 να στα εκμηδενίζουν; Να προκαλούν συναισθήματα, ρίγη συγκίνησης επί δεκαετίες, να γίνονται διαχρονική πηγή έμπνευση για μικρά και αιώνια παιδιά. Να μας δείχνουν το ωραίο, το μεγάλο, το συγκλονιστικό, ό,τι μετράει αληθινά στη ζωή, όταν την δίνεις. Αυτό που κανείς ανθυπαστέρας, influencer, showman, γελωτοποιός της αυλής ή υπάλληλος δεν μπορεί να αγγίξει.

Ούτε το ΔΚΚ (διεθνές κομμουνιστικό κίνημα) έχει ξεπεράσει τη δική του κρίση, 35 χρόνια τώρα. Αλλά στα μέρη μας αυτή δεν ήταν ποτέ τόσο βαθιά και δομική όσο αλλού. Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει -ίσως μόνο η αρχαία της Μάρως Δούκα. Έχουν συμβάλει και οι 200 σε αυτό, με το δικό τους λιθαράκι ή μάλλον 200 θεμέλιους λίθους. Ο καθένας τους γίγας στους γίγαντες, βράχος γρανίτης στέκει ορθός, μπροστά στο απόσπασμα.

Ένας δεν είναι, μα χιλιάδες στον αγώνα. Εκατοντάδες που εκτελέστηκαν εκείνο μόνο το ματωμένο δεκαήμερο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς. Δεκάδες χιλιάδες που έδωσαν τη ζωή τους, εκείνη τη ματωμένη δεκαετία, για ένα καλύτερο μέλλον -κι αν δεν το κέρδισαν, το άφησαν υποθήκη στο ταμείο της Ιστορίας. 20 χιλιάδες όσοι επισκέφτηκαν αυτούς τους μήνες το Σκοπευτήριο (μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι από Σωματεία) και ξεναγήθηκαν στον χώρο και το Μουσείο, για να δουν όσα δε μάθαμε στο σχολείο και μένουν πάντα εκτός ύλης (για να μη γίνουν οι επικίνδυνες ιδέες υλική δύναμη). Άλλοι τόσοι πρέπει να μαζεύτηκαν προχτές στην Καισαριανή, σε λίγα ιερά τετραγωνικά, για να σηκώσουν σαν Άτλαντες στις πλάτες τους τον κόσμο και το βάρος να τον αλλάξουν, όσα και αν έχει στραβά.

Αν αναλύσεις την Ιστορία αυτού του κόμματος, στο τέλος θα μείνει ένα σφυρί και ένα δρεπάνι. Μια τάξη, ένας εργαζόμενος λαός και η πάλη του να γράψει το μέλλον του. Μια ιδεολογία και μια στάση ζωής αλύγιστη. Το κόκκινο χρώμα του αγώνα και της θυσίας. Τρία κόκκινα γράμματα. 200 ήρωες -και άλλοι τόσοι, που αυξάνονται εκθετικά. Που σημαίνει πως με άλλους τόσους και άλλα τόσα, μπορούμε να το ξαναφτιάξουμε. Έστω και ένας-μία αν έμενε, θα ξανάστηνε το τιμημένο, πετώντας πέτρες πίσω του, σαν Πύρρα ή Δευκαλίωνας. Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά.

Μπόλικη ιστορία, χαραγμένη στην πέτρα, που δεν ξεγράφει. Που σε περιμένει σε κάθε γωνία, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο. Ακόμα και αν δεν άφησαν πέτρα, πάνω στην πέτρα, θα βρούμε τρόπο για μια νέα Πετρούπολη, άλλη μια Καισαριανή. Θα έχουμε για πάντα το Πέτρογκραντ (την Αβάνα, το Παρίσι)... Αλλά έχει σημασία πως δε χρειάστηκε να το στήσουμε τελικά από το μηδέν, ότι το Κόμμα άντεξε, γιατί είναι από άριστο (ιστορικό) υλικό, που σπανίζει.


Μέθοδος

-Ξέρετε τι είναι η διαλεκτική;
-Εννοείτε τη βία ως μαία-μαμή της Ιστορίας;
-Όχι, εννοώ τη μέθοδο του Σωκράτη για να βγάζει συμπεράσματα.
-Εσείς όμως ξέρετε τι είναι η διαλεκτική;
-Εννοείτε τη μέθοδο του Σωκράτη με τον διάλογο και τις ερωτοαπαντήσεις;
-Όχι, εννοώ τη σύγκρουση και ενότητα των αντιθέτων, κατά τη μέθοδο του Χέγκελ και του Μαρξ.

Λες αυτό να φταίει που δε βγάζει ο λαός συμπεράσματα; Τι λες Σωκράτη εσύ σούπερ σταρ;

Διαλεκτική είναι ότι έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει -και γι’ αυτό είμαστε έτοιμοι να την δώσουμε. Διαλεκτική είναι να χαμογελάς στον θάνατο. Να πέφτεις νεκρός και να τον ταπεινώνεις. Θάνατος να γίνω αθάνατος. Να επιχειρούν να σε σβήσουν από προσώπου γης και να σου δίνουν μια θέση στο Πάνθεο των (κοινών) θνητών, που πάλεψαν για το βασίλειο της ελευθερίας.

Διαλεκτική είναι, επίσης, να κολλάς στην κίνηση, να ψάχνεις σε πεζούλια και ρεματιές να παρκάρεις, να σε πιάνει βήχας και φτάρνισμα από την αλλεργία στην άνοιξη (της Πράγας), να πέφτεις σε σκοτεινά χαντάκια, να μην πλησιάζεις ούτε καν από μακριά στη σκηνή, να κόβεται ο ήχος στη γιγαντοοθόνη (προβοκάτσια μες στο σπίτι μας), να επανέρχεται μετά με ένα ηλεκτρικό κύμα ενθουσιασμού, να μη βρίσκεις κανέναν μες στην πολυκοσμία, να περιμένεις πέντε πούλμαν να φορτώσουν τη Γερουσία στον δρόμο της επιστροφής, να σε πιάνει η υγρασία, να την ακούς στη φωνή σου. Και στο τέλος να σκέφτεσαι τι υπέροχη βραδιά ήταν και γιατί να μην έχουμε συχνότερα Πρωτομαγιά.

Εικόνες

Σημαίες, τραγούδια, σφυροδρέπανα. Πλατιά χαμόγελα και σίγουρο βήμα -πάνω από τα σκοτεινά χαντάκια- σαν στίχοι του Ρίτσου. Παντού οι 200, το αφιέρωμα του Ρίζου, η μπροσούρα της ΚΝΕ με τα τραγούδια της τάξης μας. Ψάθες, στρωσίδια, σκαμνάκια, αυτοσχέδια καθίσματα με το όργανο ή στο γρασίδι. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από σουβλάκι (το βόρειο, το παλιό το ορθόδοξο) και από Φεστιβάλ. Κι επίσης, σημαντικές πρωτιές σε Σχολές, συνδικάτα, Ομοσπονδίες, όπως στο Μέταλλο.

Κι αν κάποιος ενοχλείται από τέτοιες εικόνες, καλύτερα να τις συνηθίζει, ως πλάνα από τα προσεχώς. Εκτός αν προτιμά τις εικόνες με τα φέρετρα του Δένδια. Έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, είτε από ζωή, είτε από θάνατο.

Ο χώρος

Η αύρα του Σκοπευτηρίου είναι μοναδική. Η υποβλητική ησυχία, η ηρεμία όσων ξέρουν πως έκαναν ό,τι έπρεπε. Η Ιστορία που σε πιάνει απ’ το μανίκι, πλανάται υποβλητική, πηχτή στην ατμόσφαιρα. Κανείς άλλος χώρος δεν έχει τέτοιο φορτίο. Ποια Ακρόπολη, με μαγνητικά πεδία και τα περιστέρια με κλάδους ελαίας, που δεν την κουτσουλάνε! Το μαγνητικό πεδίο της Ιστορίας δε συγκρίνεται με τίποτα και δεν αφήνει τίποτα να μολύνει τον χώρο.

Ούτε κοράκια γαμψόνυχα, που θέλουν να το κάνουν πεδίο (σκοπο)βολής. Ούτε φίδια ναζιστικά και δίποδα κτήνη με μονοκύτταρο εγκέφαλο, που θέλουν να το βεβηλώσουν. Ούτε ποντίκια που πήδηξαν με σημαία ευκαιρίας απ’ το καράβι, νομίζοντας πως βούλιαζε, ντύθηκαν λιοντάρια με αντιμνημονιακές λεοντές, ήρθαν με ψεύτικα λουλούδια και υποσχέσεις και λένε τώρα πως η ελπίδα έκανε λίφτινγκ και ξανάρχεται ξαναζεσταμένη.

Σε τούτη εδώ τη μάντρα, αστική σκουριά δεν πιάνει. Αλλά οι δωσίλογοι της εποχής μας, θα είναι όσοι χύνουν χολή για τους; «200 προδότες» και το δημόσιο χρήμα που «σπαταλήθηκε για τις φωτογραφίες τους». Κι η μάνα του κτήνους είναι πάντα η «δημοκρατική ΕΕ» και οι πολιτικές αρχές της που ζήτησαν να αποσυρθεί η σχετική ερώτηση του ΚΚΕ στο ευρωκοινοβούλιο. Κι ουδείς δικαιούται να αγνοεί τα γεγονότα και να ζει σε συννεφάκι, για να πέσει αργότερα έκπληκτος.

Το όργανο 

Ένα αφιέρωμα που έφτασε παντού, σε πολύ ευρύτερο ακροατήριο. Κάποιοι αναγνώρισαν μεγαλόθυμα τη σημασία του. Άλλοι είπαν πως η μνήμη τους δεν τιμάται με γλέντια και συναυλίες -και ακόμα περιμένουμε την έμπρακτη θυσία τους, αν και δεν είναι ούτε 200. Κι άλλοι συνέχισαν εμμονικά να τους βλέπουν σαν πατριώτες. Πατριώτες, αλλά η εντολή της εκτέλεσης ζητούσε 200 κομμουνιστές -άλλο που δεν το βλέπουμε στο «Τελευταίο Σημείωμα». Πατριώτες, αλλά πολλοί ήταν Ακροναυπλιώτες, που τους παρέδωσαν οι ελληνικές αρχές στον κατακτητή και άρχισαν να ορκίζονται στον Χίτλερ. Πατριώτες αλλά στο Κολωνάκι λίγοι πενθούσαν τον χαμό τους, γιατί ήταν με το έθνος των εκμεταλλευτών και ένιωθαν πιο συμπατριώτες τους Ναζί παρά τους κομμουνιστές. Πατριώτες, αλλά οι περισσότεροι ήταν εργάτες, συνδικαλιστές -μόνη μας πατρίδα το ταξικό μας ένστικτο. 

Κι αν όλοι αυτοί είχαν διαβάσει το αφιέρωμα που τους προκάλεσε αλλεργία, θα έβλεπαν μεταξύ των 200 και έναν ένστολο, που είχε δράση με φιλοβρετανική αντιστασιακή οργάνωση, αλλά ήταν φίλα προσκείμενος στο ΕΑΜ και πλήρωσε τη στάση του με τη ζωή του, για να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους υπόλοιπους... 

Δεν είναι ιδιοκτησιακό το ζήτημα όταν λέμε ότι οι 200 ήταν κομμουνιστές -και κομματικά μέλη στη μεγάλη πλειοψηφία τους. Είναι να αποδίδεις τα της Καισαριανής τη Καισαριανή, τα του ΚΚΕ τω ΚΚΕ, τα των ηρώων και ημίθεων στον πολιτικό φορέα που οργάνωσε την πάλη τους και τους έδωσε όραμα, τη δύναμη να σταθούν ηρωικά μπροστά στο απόσπασμα ως μελλοθάνατοι. Κι αν είστε κάποιος Καίσαρας και παρεξηγηθείτε, στο όργανό μας μια χαρά χωράει να γραφτείτε... 

Αυτό το κόμμα είναι παντός καιρού και εποχής. Είτε με συντροφάκια που τραγουδάνε «ποιος χαμογελά στον θάνατο» απ’ το «τους Είδα», είτε τους έρχονται οι νότες από το «Μπλόκο της Καισαριανής» με τη Χαρούλα -ποιον να κλάψω πρώτον, ε, ποιον να τραγουδήσω πρώτον. Είτε μεγάλωσαν με τον Νταλάρα, είτε με τη Νατάσσα και τους ΚΘ.

Οι καλλιτέχνες

Σταθερές αξίες, γνωστές φυσιογνωμίες, κάποιες πιο... «εξωτικές» -σαν τον Γ. Διονυσίου που ήταν σαν να το έσκασε από συναυλία του Ξυλούρη. Το «κορίτσι μας» (η Νατάσσα), όπως την προλόγισε ο Νταλάρας, που βγήκε στο φινάλε, πάλευε με τη συγκίνηση και τραγούδησε σχεδόν κλαίγοντας κάποια κομμάτια. Κι ο Γιώργος, που η φωνή του είναι σαν το αθάνατο κρασί της Μεταπολίτευσης -κι ας μην πίνει ο ίδιος. Είναι η φωνή που έψαχνε η εποχή του, όπως η ιστορία αναζητά τα πρόσωπα που θα εκφράσουν το πνεύμα της, σαν αναγκαιότητα. Κι αν κάποτε πούλησε σαν Φάουστ την ψυχή του στο σύστημα, κατάφερε σαν Ντόριαν Γκρέι να μη λυγίσουν ποτέ οι χορδές του -σε αντίθεση με τις ευλύγιστες αρχές του. Που ίσως κάποτε τις πρόδωσε, αλλά οι χορδές του δεν τον προδίδουν ποτέ, ούτε καν όταν βραχνιάζει -όπως ο Ντάλας στης Ελλάδος τα παιδιά- ή βουρκώνει, όπως το Σάββατο, που πρέπει να του ξέφυγαν κάποια δάκρυα. Όταν δάκρυσε ο Νταλάρας -και ας λένε οι κακές γλώσσες πως ήταν ψυχρός επαγγελματίας.

Κι έκλεισε θυμίζοντάς μας πως σε λίγο καιρό έχουμε και εκλογές, οπότε κλαίγαμε και εμείς από κάτω -τι μάγια τους κάνει ο ΓΓ και αυτό το κόμμα και θέλουν όλοι να πεθάνουν σαν κομμουνιστές όσο γερνάνε. Άννα (Νταλάρα) μην κλαις, μέθυσε ο Γιώργος απ’ τη συγκίνηση, την υγρασία, τα λόγια του ΓΓ, είπε μια κουβέντα παραπάνω χωρίς να σε ρωτήσει. Άννα (Βίσση), εσύ να κλαις, γιατί έβαλες συναυλία τον Σεπτέμβρη, στην κορύφωση του Φεστιβάλ, θα πάει άπατη και θα αναρωτιέσαι τι πήγε στραβά. Και ύστερα θα κλείσεις μια επανασύνδεση με τον Νταλάρα στο επόμενο Φεστιβάλ και θα ψάχνουμε τρύπα να κρυφτούμε και θέση να παρκάρουμε. Στα χρόνια της υπομονής, δε μας θυμήθηκε κανείς, Άννα μου...


Πιο πριν ο Νταλάρας έκανε διάφορες αναφορές στον Κουτσούμπα, που καταλαβαίνει όσο λίγοι από τέχνη, και δώστου από μικροφώνου εγκώμια για τον ΓΓ, και να στο τέλος η πρόταση να ανέβει στη σκηνή ο Γενικός -και δεν κατέβασε κανείς τον γενικό για να το αποτρέψει. So you think you can sing - KKE edition. Όχι Μήτσο μου, μην το κάνεις Μήτσο μου, καλά δεν ήμασταν με τους χορούς και τις ζεϊμπεκιές σου Μήτσου μου; Αλλά πού ο Μήτσος, ανέβηκε κοτσονάτος, τραγουδούσε «ένα το χελιδόνι» με τους άλλους, φτάνει στον τελευταίο στίχο, «θεέ μου Πρωτομάστορα» -ως εδώ καλά- «μύρισε Επ-ανάσταση»! Επ! Είδατε τι έκανε εκεί ο ΓΓ, έτσι; Πού το βρήκαμε τέτοιο φιντάνι; Αλλά αυτός είναι! Θα κάνει ίσως κι ένα ντουέτο με τη Νατάσσα, πχ Εγώ και εσύ Μαζί -200 χιλιάδες δίσκοι- που τον αγκαλιάζει σαν λούτρινο, να μια ωραία ιδέα για το «Λειρί του Κόκκορα». Η μέρα εκείνη δε θα αργήσει κυνηγημένο μου λειρί...


Αλλά αν θες να τα χωνέψεις όλα αυτά και να μη σου βγουν απ’ τη μύτη, το σωστό σχέδιο είναι να πας δυο ώρες πριν, να παρκάρεις κάπου ψηλά στην Εθνικής Αντιστάσεως και να κάνεις μια στάση στον Ανδρέα για πιτόγυρο (τυλιχτό, πώς το λέτε τέλος πάντων), όπως ο Οδυσσέας Ιωάννου. Πάραλιγο όμως να γράψω Βαγγέλης από τη συγκίνηση και να αρχίσω τα παρατσούκλια.

Κέβιν (Κουτσουμπι) Λοβ
Συντρόφισσα υπολοχαγός Νατάσσα
Γιώργος Λυγαριά Νταλάρας -αυτό θέλει δουλίτσα
Γιώργος τα πάντα όλα και τα αντίθετά τους -μπα, ούτε αυτό
Το χτύπημα της περιφρούρησης στη ναζιστική κόμπρα
Γόντικας, το Βελούδινο Σφυρί και Δρεπάνι του κόμματος

Και πάει λέγοντας...

Αλλά το ’χε η μέρα, με τη συγκίνηση στο Παλέ. Με τον Νίκο, τον Φάνη, τον Γιάννη, τον Θανάση, τον Χάρη και τον Ζήση (και ας μην είναι το βαφτιστικό του), όλη η μπασκετική ιστορία με μικρά ονόματα. Άντε Γιάννη, τέλειωνε με το ΝΒΑ, φτάνει, να τελειώνουμε και εμείς με τον καπιταλισμό. Η μέρα εκείνη έχει αργήσει...

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Τον λέ-γα-νε Αρτέμη

Για δες καιρό που διάλεξε τον Γάβρο να μας πάρει
Τώρα που η Εθνοσωτήριος σαν άλλοτε φορτσάρει

Το άκρον άωτο της ειρωνείας για ένα μέλος του ΣΦΕΑ είναι να φεύγει από τη ζωή 21 Απριλίου. Στην επέτειο επιβολής της χούντας, που τον καταδίκασε 17 Νοέμβρη (του ελληνικού ’68), μερικούς μήνες μετά την απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Και είναι εξίσου ειρωνικό, για κάποιον που μέχρι τα 85 του ανέβαινε στα δέντρα και έκανε βαριές δουλειές στο χωράφι, να καθηλώνεται κλινήρης από το δεύτερο εγκεφαλικό -όπως κάποτε ο Βλαδίμηρος-, να μαραζώνει από την ακινησία και να φαίνεται στα μάτια των οικείων του σα να μην έχει πια κίνητρο και όρεξη για (τέτοια) ζωή.

Όρθιος, στο μέσο της εικόνας, σε στιγμιότυπο της δίκης

Έφυγε από τη ζωή ο Αρτέμης Κλωνιζάκης, που συνέδεσε ανεξίτηλα το όνομά του με τον αγώνα κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Μέλος της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» και συνοδοιπόρος του εμβληματικού Αλέκου Παναγούλη, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορικής απόπειρας κατά του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου το καλοκαίρι του 1968, πληρώνοντας το τίμημα της ελευθερίας με διώξεις και καταδίκες από το καθεστώς.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στα Χανιά, την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά και σε ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο που αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν συνεπή αγωνιστή που δεν λύγισε μπροστά στα έκτακτα στρατοδικεία της εποχής. Ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ) εξέδωσε συλλυπητήρια ανακοίνωση, αποτίνοντας φόρο τιμής σε μια προσωπικότητα που σφράγισε με τη δράση της τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Η δράση του Αρτέμη Κλωνιζάκη κορυφώθηκε με τη συμμετοχή του στην επιχείρηση της 13ης Αυγούστου 1968, όταν η «Ελληνική Αντίσταση» επιχείρησε να πλήξει την καρδιά της δικτατορίας.

Το Έκτακτο Στρατοδικείο: Στις 17 Νοεμβρίου 1968, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης κάθισε στο εδώλιο του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών. Καταδικάστηκε ως «συστασιώτης» σε 4ετή φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην ίδια δίκη, ο αδελφός του, Γιάννης Κλωνιζάκης, δέχθηκε ένα πολύ σκληρότερο χτύπημα από το καθεστώς, καθώς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 24 ετών.

Η δίκη εκείνη έμεινε στην ιστορία για τις εξοντωτικές ποινές. Ο Αλέκος Παναγούλης καταδικάστηκε δις εις θάνατον, ο Λευτέρης Βερυβάκης σε ισόβια, ενώ οι Στάθης Γιώτας, Νίκος Ζαμπέλης, Γεώργιος Αβράμης και Νικόλαος Λεκανίδης έλαβαν πολυετείς ποινές κάθειρξης.

Η κηδεία του Αρτέμη Κλωνιζάκη θα αποτελέσει μια ευκαιρία για την τοπική κοινωνία και τους παλιούς του συναγωνιστές να τιμήσουν τη μνήμη του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026, στις 15:30, στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής στη Χαλέπα Χανίων.

Η απώλειά του αφήνει ένα κενό στη ζωντανή μνήμη της αντίστασης, όμως η ιστορία της δίκης του ’68 και το θάρρος που επέδειξε απέναντι στους δικτάτορες θα παραμείνουν ζωντανά ως φάρος για τις επόμενες γενιές.

Ιστορικό Σημείωμα: 

Οργάνωση: Ελληνική Αντίσταση.

Κορυφαία Στιγμή: Απόπειρα κατά Παπαδόπουλου (13/8/1968).

Δίκη: 17/11/1968 (Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών).

Τόπος Ταφής: Χαλέπα Χανίων.

Η mariori λέει ότι εσχάτως το μπλοκ κινδυνεύει να γίνει «Νεκροδρέπανο», σαν το δρεπάνι με το οποίο θερίζει ζωές ο χάρος -που δεν είναι μόρτης και δερβίσης. Αλλά το ηθικό είναι χαμηλό τελευταία και η στάθμη των λογοπαιγνίων δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλότερη. Κάποια πράγματα, ωστόσο, πρέπει να ειπωθούν ούτως ή άλλως.

Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως όλοι μας κατά μια έννοια. Έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο «γάβρος», αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ στη θάλασσα και συμπαθούσε την ΑΕΚ, αν και τα τελευταία πολλά χρόνια δεν ασχολούνταν καν -γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνεις να δίνεις σημασία σε ό,τι έχει πραγματική αξία: την Κρήτη και κάνα δυο ακόμα πράγματα. Και σίγουρα όχι σε ονόματα και φυσιογνωμίες -που σπανίως ανακαλούσε στη γεμάτη μνήμη του.

Ήταν δημοκρατικών πεποιθήσεων και προπαντός πράξεων, με τον δικό του τρόπο. Με μια παλιάς κοπής αίσθηση περί του δικαίου και του κοινωνικά δέοντος, που σήμερα μπορεί να φαινόταν αναχρονιστική σε κάποια σημεία, αλλά θα ήταν λάθος να την κρίνουμε αυστηρά, έξω από τα μέτρα της εποχής και της γενιάς του. Χωρίς δηλαδή τις ιστορικές προσλαμβάνουσες που μας ορίζουν εσαεί, ακόμα και όταν αλλάζουν ραγδαία, χωρίς να κοιτάζουν τη δική μας διαμορφωμένη κοσμοθεώρηση.

Πολιτικά μιλώντας, ο Αρτέμης ήταν Βενιζελικός και Κεντρώος. Δε μιλάμε μόνο για τον Ελευθέριο, που η μορφή του είναι σε κάθε παλιό κρητικό σπίτι (αν όχι στο εικονοστάσι του), και που -αν τα υπολογίζω καλά- πέθανε εννιά μήνες πριν έρθει στη ζωή ο Α.Κ., λες και αυτό κυοφόρησε τη γέννησή του. Αλλά ακόμα και για τον «Κλι-Κλή», που δύσκολα θα έκανε πολιτική καριέρα χωρίς το όνομα του πατέρα του. Κάτι που γνωρίζουν καλά στη Χαλέπα και την οδό Ακρωτηρίου, όπου είναι το αρχοντικό των Μητσοτάκηδων, λίγα μέτρα από το πατρικό σπίτι των Κλωνιζάκηδων. Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο, μα τα κελιά μας είναι χωριστά. Και είναι αν μη τι άλλο σπουδαίο να μην ακολουθείς την εύκολη οδό και να μη σε καταγράφει η Ιστορία ως ένα από τα καθάρματα αυτού του τόπου.

Εξυπακούεται πως δε θα βρεις πολλούς παλιούς Χανιώτες να λένε την Ακρωτηρίου με το νέο της, επίσημο όνομα -οδός Μητσοτάκη- και όχι απλώς λόγω της δύναμης της συνήθειας αλλά από άποψη. Το πολύ να βρεις κάποιους πρόθυμους να διορθώσουν την επιγραφή του οδοδείκτη, αντικαθιστώντας την ιστορική επεξήγηση (πρωθυπουργός της Ελλάδας), με μια άλλη βασική του ιδιότητα: αρχαιοκάπηλος. (Κατά σύμπτωση, στο 61, δηλαδή στο σπίτι ενός άλλου Κλωνιζάκη).

Ο Αρτέμης, βέβαια, πλην του Εφιάλτη, όπως τον αποκάλεσε κάποτε ο Ανδρέας, δε συμπαθούσε πολιτικά ούτε τον τελευταίο, σε αντίθεση με τους μισούς και βάλε Κρητικούς, και πιθανότατα δεν τον ψήφισε ποτέ -που είναι από μόνο του μια ιδιότυπη πράξη συμβολικής αντίστασης στη χώρα του πράσινου ήλιου, όπως τραγουδούσε ο Χάρρυ Κλυνν. Και όχι επειδή ήταν παραδοσιακά με την Ένωση Κέντρου, αλλά επειδή αυτός και οι συναγωνιστές του στην «Ελληνική Αντίσταση» (την ομάδα του Παναγούλη) είχαν το θλιβερό προνόμιο να διαπιστώσουν πως συνομιλούσαν με ένα γνήσιο τέκνο «Παπατζή», που δεν είχε καμία πρόθεση για σοβαρή αντιστασιακή δράση ή να τους ενισχύσει ουσιαστικά. Έφεραν βαρέως αυτόν τον εμπαιγμό και δεν είχαν κοντή μνήμη (η πλειοψηφία τους τουλάχιστον), όπως διάφορα χρυσόψαρα στο αρχιπέλαγος ΠΑΣΟΚ.

Σημείο πολιτικής αναφοράς ήταν πάντα ο Αλέκος Παναγούλης, μια ξεχωριστή προσωπικότητα που δε χρειαζόταν να συμφωνείς μαζί της πολιτικά, για να κερδίσει τον σεβασμό σου (ή και τον θαυμασμό) για τη στάση και το αλύγιστο φρόνημά του. Και αν κάποιοι σήμερα αντιμετωπίζουν τον Παναγούλη ως τον «τελευταίο ήρωα», είναι γιατί ξέπλυνε την ντροπή για τη δική τους απραξία. Και θέλουν να προδικάσουν πως δε θα υπάρξουν άλλοι τέτοιοι (να τους κάνουν να ντρέπονται) και πως δε ζούμε πια σε ηρωικές εποχές. Κι έτσι ο Παναγούλης έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους τελευταίους έντιμους ανθρώπους ενός χώρου (του παλιού Κέντρου), όπου κάποτε μπορούσες να βρεις στη βάση του άτομα με ιδανικά και καλές προθέσεις που δεν έμεναν στα παχιά λόγια.

Ο Α.Κ. ήταν στην εποχή του ένας από αυτούς. Παρά την αντιστασιακή του δράση, όμως, ήταν υπεράνω υποψίας για... συνοδοιπορία και ο δρόμος του δε διασταυρώθηκε ποτέ με τους αντάρτες στα «Λευκά Όρη» και τον πολιτικό τους χώρο. Και αν ψήφισε καμιά φορά το Κόμμα ήταν μάλλον προσωπικό το κίνητρο. Πχ για να στηρίξει τον ανιψιό του Μίλτο (τον γιο του Γιάννη, που ήταν το δεξί χέρι του Παναγούλη, με το προσωνύμιο «Ολύμπιος»). Ο οποίος ανδρώθηκε πολιτικά στη νεολαία της ΕΔΗΚ (!), ένα από τα εξωτικά απομεινάρια των χρόνων της Μεταπολίτευσης, ήταν υποψήφιος το ’12 με τον ΣΥΡΙΖΑ στα Χανιά -όπου επικράτησαν φυντάνια σαν τον Σταθάκη και τον Πολάκη- και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται σταθερά με το ΚΚΕ, γεμίζοντας με απτές πράξεις και νόημα τη φράση «έβγαλε συμπεράσματα στα χρόνια της κρίσης», που καμιά φορά μπορεί να ακούγεται κούφια και ξύλινη.

Ίσως να 'χε ρίξει κόκκινη ψήφο και νωρίτερα, με τον νεότερο Παναγούλη (τον Στάθη), που αργότερα έδειξε πως δεν είναι η πιο σοβαρή περίπτωση -πολιτικά μιλώντας-, ωστόσο λίγοι θυμούνται πως το ’85 είχε συνεργαστεί με το κόμμα και βγήκε βουλευτής -αν και όχι στα Χανιά.

Η ψήφος όμως δεν είναι το βασικό κριτήριο. Στην οικογένεια εξάλλου μπορούσες να βρεις σχεδόν τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές ή Μακρονησιώτες- και δεν ήταν δεδομένο πως θα λειτουργούσε η «οικογενειακή αλληλεγγύη» και πως θα στήριζαν όλοι κάποιον συγγενή τους, αν διαφωνούσαν πολιτικά μαζί του. Κάτι που δεν είναι δείγμα αστικού πολιτισμού, αλλά ωριμότητας που βοηθάει τις (υποκειμενικές) συνθήκες να ωριμάσουν και τον κόσμο να σκέφτεται πολιτικά.


Σε κάθε περίπτωση, πρώτο κριτήριο είναι οι πράξεις, που μιλούν από μόνες τους για κάθε άτομο και δε χρειάζονται περσότερα. Πολλοί ποστάρουν πομπώδεις, φλογερές φράσεις στον τοίχο τους, για να μαζέψουν πύρινα like, λίγοι είναι όμως πρόθυμοι να διαβούν τον Ρουβίκωνα των λόγων και να τους κάνουν πράξη. Να πάρουν τοις μετρητοίς το σύνθημα πως όταν η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον-υποχρέωση. Να μην τσιμπήσουν, σαν βλάκες με περικεφαλαία -στη κυριολεξία-, στα κιτς αρχαιόπληκτα θεάματα της χούντας με τις χλαμύδες, αλλά να κρατήσουν όσα διαχρονικά μας διδάσκει η αρχαία γραμματεία για τους τυράννους και τις δίκαιες πράξεις των τυραννοκτόνων. Και ας μην είχε αίσιο τέλος η δική τους σύγχρονη προσπάθεια.

Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μέλος μιας ομάδας, που -με όσες αντιφάσεις και περιορισμούς είχε- πήρε σοβαρά τις διακηρύξεις της και πλήρωσε τις συνέπειες των πράξεών της. Ο Α.Κ. έμεινε στη φυλακή ως τη διεξαγωγή της δίκης, βασανίστηκε από τους ανθρωποφύλακές του και έφτασε στα όριά του, γιατί η καλή του προαίρεση δεν του επέτρεπε να διανοηθεί πώς ένας πολίτης-επιστήμονας μπορούσε να τύχει τέτοιας εξευτελιστικής αντιμετώπισης από ένστολους. Όταν είσαι πολιτικός κρατούμενος, άλλωστε, τα αυταρχικά καθεστώτα δε σου αρνούνται μόνο την πολιτική ιδιότητα (σα να είσαι κακοποιός του κοινού ποινικού δικαίου) αλλά και την ανθρώπινη, για να σε μεταχειριστούν σαν ζώο, σπάζοντας μέσα σου κάθε αίσθημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο στόχος είναι ο άνθρωπος...

Το πιο σπάνιο γνώρισμα του Αρτέμη, ωστόσο, ήταν η σεμνότητα και η διακριτικότητα. Τα πιο πολλά γι’ αυτόν δεν τα γνωρίζουμε από δικές του αφηγήσεις -που ήταν ακόμα πιο σπάνιες και μετρημένες στα δάχτυλα- αλλά από μαρτυρίες τρίτων. Ο ίδιος δεν ήθελε να μιλάει σχεδόν ποτέ, ούτε καν στους δικούς του, για όσα έκανε και, πολύ περισσότερο, για όσα πέρασε. Είχε αλλεργία στην περιαυτολογία, τις παράτες, τις τιμητικές εκδηλώσεις και δεν πήγε ποτέ στο Προεδρικό Μέγαρο για τη «γιορτή της (αποκατάστασης της) Δημοκρατίας», μολονότι λάμβανε πρόσκληση επί σειρά ετών. Δεν εξαργύρωσε ποτέ τα παράσημά του για να κάνει πολιτική καριέρα ή για να πετύχει κάποια χάρη ή εξυπηρέτηση. Δεν καταδέχτηκε καν να κάνει περιουσία, ως έμπειρος γιατρός, γιατί δεν τον ενδιέφερε και δεν ήταν ποτέ στόχος του.

Ήταν χαμηλών τόνων, διακριτικός, αυτός όμως δε σήμαινε να «κοιτάζει τη δουλειά του», σαν νοικοκυραίος ή ανθρωπάκι, για να μην μπλέξει με τις αρχές και την κρατική μνησικακία-εκδικητικότητα. Ίσως το μεγαλύτερο παράσημο (και απόδειξη για τη συνέχεια του αστικού κράτους, στη χουντική ή την κοινοβουλευτική εκδοχή του) ήταν πως στα χρόνια της Μεταπολίτευσης τον παρακολουθούσαν οι αρχές, μαζί με όλα τα μέλη της παλιάς του οργάνωσης -ακόμα και αυτόν που έσπασε στα βασανιστήρια και τους «έδωσε»- ως υπόπτους για συμμετοχή στην 17Ν! Κι αυτό μας δείχνει δύο πράγματα: Αφενός τι λαγωνικά, με αντανακλαστικά Ραν-Ταν-Πλαν είχε η ΕΛ.ΑΣ., σε αντίθεση με την αγιογραφία του ντοκιμαντέρ του Παπαχελά για τις δυνάμεις καταστολής. Και αφετέρου τη μνησίκακη στάση του κράτους, που δεν παύει ποτέ να θεωρεί επικίνδυνους όσους αμφισβήτησαν κάποτε την εξουσία του και το μονοπώλια της βίας.

Ο Αρτέμης κατάφερε, αν και φιλήσυχος, να ξεχωρίσει από τον χυλό με τους κυρ-Παντελήδες. Ακόμα και από το κινηματογραφικό στερεότυπο για το βαφτιστικό του όνομα, που έχει συνδεθεί με τον Μάτσα -στον στερεοτυπικό ρόλο του «κακού» - δωσίλογου του ελληνικού σινεμά- ή τα κροκοδείλια δάκρυα του (με λένε) Αρτέμη, στο «Αλαλούμ» του Χάρρυ Κλυνν, για το δράμα του εργαζόμενου λαού, που αγγίζει βαθιά -αλλά όχι και υλικά- τον μικροαστό, διανοούμενο ήρωα.

Ήταν δύσκολος άνθρωπος, με κολλήματα και εμμονές, που πιστοποιούσαν ωστόσο την πίστη του σε κάποιες αρχές -και όχι στην εκάστοτε αρχή, όπως κάνουν όσοι δεν έχουν τέτοιες. Δεν κέρδισε ικανοποιητική αμοιβή για τους αγώνες του (που στόχευαν σε κάτι καλύτερο από το προσωρινό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης), ούτε για την προσφορά του στο ιατρικό λειτούργημα (με το μνημονιακό τσεκούρι που διέλυσε τη σύνταξή του). Ο μεγάλος του καημός, ωστόσο, ήταν ότι δεν πρόλαβε να ξαναδεί το ιατρείο του και βασικά την Κρητική γη, που θα τον υποδεχτεί αύριο το απόγευμα στην αγκαλιά της.

Μπορεί, τουλάχιστον, να φύγει ήσυχος ως ζευγάς, γιατί αφήνει πίσω του καλή σπορά, που είναι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Γιάννη μου το καντήλι σου

Μπράβο ρε Γιάννη, τους τα ’πες κατάμουτρα! Είχαν φύγει, βέβαια, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα καμώματά σου, αλλά δεν έχει σημασία. Επιτέλους, κάποιος έπρεπε να το κάνει. Άντε γιατί...


Τους έτριξες τα δόντια -έτσι θέλουν. Και τους τα ’πες έξω από τα δόντια (που έτριζαν), για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που στήριζαν. Εκεί δεν είχαν δημοκρατία και η θητεία τους στην εξουσία ήταν ισόβια. Όχι σαν εσένα στη ΓΣΕΕ που δεν έχεις κλείσει ούτε 30 χρόνια πρόεδρος. Τα (αυταρχικά) καθεστώτα πέφτουνε αλλά ο Γιάννης μένει! Γιατί ο Γιάννης είναι ηγέτης λαοπρόβλητος, σύμβολο της δημοκρατίας, η Μελίνα και η Αλίκη της ΓΣΕΕ. Τράβα μπρος και μη σε μέλλει...

Αυτοί, Γιάννη, δε θέλουν ελεύθερες εκλογές αλλά να βγαίνουν με σταλινικά ποσοστά, 99,9%. Ενώ εσύ είσαι προσεκτικός στις νοθείες, τόσα Σωματεία-σφραγίδες και αντιπρόσωποι-μποτ και ούτε το 50% δεν έπιασες. Τόσο δημοκράτης μάγειρας! Παναγκόπ-Παναντόπ-Πραξικόπ...

Αυτοί, Γιάννη μου, θέλουν να υπάρχει μόνο ένα κόμμα και να κυνηγούν τους αντιφρονούντες. Όχι όπως η πολυφωνία στη ΓΣΕΕ, όπου τα βρίσκετε γαλαζοπράσινοι με ροζ κόκκους -σαν απορρυπαντικό του συστήματος-, φιλελεύθεροι ακροκεντρώοι και όλοι μαζί νομιμοποιείτε τη νοθεία. Έχεις ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ροζ Αριστερούς, ΠΑΣΚΕ Εσωτερικού, Πασόκους να ντουφεκάν Πασόκους, να βγάζουν στη φόρα μίζες, σκάνδαλα και στο τέλος να είστε όλοι μαζί μια αγκαλιά (με την κυβέρνηση). Γι’ αυτό η αστική δημοκρατία είναι ο βασιλιάς των σπορ πολιτευμάτων, γιατί σου δίνει τη χαρά της επιλογής και την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να νικήσει κάποτε ο αδύνατος, με τον σταυρό στο χέρι. 

Εκεί που λες είχαν άγρια καταστολή για να προστατεύει την εξουσία. Ενώ εσύ, Γιάννη μου, κυκλοφορείς ανενόχλητος στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, απολαμβάνεις την επαφή με τη λαϊκή βάση, την αυθόρμητη αγάπη της, και δε χρειάζεσαι τα ΜΑΤ για να κάνεις συνέδριο. Κολυμπάς στις μάζες και βγαίνεις στον αφρό σαν ναυαγοσώστης ή έστω ταξικό ναυάγιο, το ίδιο είναι.

Άσε που σε αυτές τις χώρες ήταν άθεοι και αντίχριστοι. Ενώ εσύ έκανες το θαύμα του Ιησού, πολλαπλασιάζοντας τις έδρες σαν ψάρια, χωρίς να έχεις καν αληθινούς συνέδρους. Άξιος, άξιος -για το χρίσμα! Τον Ιησού ή τον Γιάννη να καλούνταν να διαλέξει ο λαός, πάλι εσένα θα έβγαζε, από τον πρώτο γύρο.

Άσε που εκεί κυνηγούσαν τους Εβραίους και τους ομοφυλόφιλους. Να μας πουν πχ πόσοι Εβραίοι ζούνε στην Κούβα; Ελάχιστοι -τυχαίο και αυτό; Ενώ εσύ, Γιάννη, δεν έπεσες ποτέ στην παγίδα του αντισημιτισμού -πάντα σημιτικός και με τις γενοκτονίες, στη σωστή πλευρά των εγκλημάτων. Έδινες και κάνα ψιλό στο ΣΕΚ για ημερίδες-εκδηλώσεις, μην έρχονται τζάμπα τα παιδιά ως χειροκροτητές στις απεργίες -και ας έχεις κάτι χρόνια να πατήσεις σε τέτοια συγκέντρωση. Δείχνεις όμως βαθιά ενσυναίσθηση και ευαισθητοποίηση για τα δικαιώματα της κοινότητας. Σεξισμός και διακρίσεις δεν υπάρχουν πουθενά πια, όλοι τρέμουν τις παρεμβάσεις σου και κανείς π... εεε, κανείς εργοδότης δεν τολμά να σου κουνηθεί εσένα.

Θυμήθηκες και τα νιάτα σου, τα χρόνια της ηρωικής Μεταπολίτευσης, και τα «Αυτόνομα Συνδικάτα» -το τυράκι που τσίμπησε το εξωκοινοβούλιο της εποχής, πριν τους καταπιεί το ΠΑΣΟΚ. Τους είπες και «ιμάντες μεταβίβασης» της κομματικής γραμμής! Πσσς... (εργατοπα)Τέρας μόρφωσης είσαι Γιάνναρε! Κι αν ήσουν στο 10ο Συνέδριο των Μπολσεβίκων, θα τους την έβγαινες από αριστερά, Εργατική Αντιπολίτευση με Σλιάπνικοφ και Κολοντάι, με σύνθημα την αυτοδιαχείριση.

Κι ας σε λένε ιμάντα μεταβίβασης της κυβερνητικής πολιτικής, μη μασάς Γιάνναρε! Πού να ξέρουν οι μίζεροι και αδαείς πως υπέγραψες στα μουλωχτά συμφωνία με τον ΣΕΒ, για να πιάσεις στον ύπνο τα μεγάλα συμφέροντα που σε πολεμούν -μαζί και τον πρόεδρο του ΣΕΒ, με τους αντικαθεστωτικούς του αγώνες που άφησαν εποχή. Σε καθυβρίζουν, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι! Μακάριοι όσοι δε γνωρίζουν τους αγώνες και τις θυσίες σου.

Τώρα που είπαμε Μακάριος, μέχρι και αυτός αναγκάστηκε να παραιτηθεί, Γιάννη μου. Εσένα όμως δεν ιδρώνει το αυτί σου με μίζες, σκάνδαλα και αποκαλύψεις. Απλώς σε ζηλεύουν για τις επιτυχίες σου, λες. Έπρεπε να προσθέσεις και ότι είσαι ωραίος, Γιάννη, όπως ο Λαζαρίδης. Τίποτα δεν έχεις να ζηλέψεις από αυτόν, ούτε καν στον αντικομμουνισμό του. 

Εσύ, Γιάννη, δεν είσαι με τους μουλάδες αλλά με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας, τις αναπτυγμένες δημοκρατίες της Δύσης. Με το εμπάργκο που δολοφονεί, τις απαγωγές ηγετών, τους βομβαρδισμούς σχολείων, τις επεμβάσεις, τους πολέμους. Με την εργασία για τα 13χρονα παιδιά -να γίνουμε επιτέλους Δανία του Νότου-, όταν δεν καταλήγουν σε πάρτι για παιδόφιλους. Η σεξεργασία απελευθερώνει, Γιάννη. Όχι σαν κάτι κράτη-φυλακές, που ήταν γεμάτα περιορισμούς και απαγορεύσεις για το επιχειρηματικό δαιμόνιο. 

Βρήκες, όμως, και νέες προκλήσεις για τη διοίκησή σου. Να κάνουν λες τα Συνδικάτα στροφή στη νεολαία -κάπως σαν τους μπαρμπάδες στα Πασχαλινά τραπέζια. Δίνεις πρώτος το κατάλληλο μήνυμα, με πρόσωπα νέα, άφθαρτα και ελπιδοφόρα, όπως ο Γιάννης ο Παναγόπουλος, που είναι αγέραστος, σαν το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι. Είτε αυτόν βάλεις πρόεδρο, είτε μια κορνίζα, τους ίδιους αγώνες θα οργανώσουν.

Έπιασες στο στόμα σου και τους 200 της Καισαριανής, τρομάρα σου. Που δεν ήταν λες κομμουνιστές αλλά πατριώτες, γιατί κάποιους θα τους σκότωνε η ΟΠΛΑ. Για τους κατακτητές κουβέντα, Γιάννη μου. Τους έβγαλες (έναν ντενεκέ) λάδι, όπως κάνεις τώρα με την κυβέρνηση. Άλλοι είναι οι εχθροί του κινήματος, για σένα, και μόνο για αυτούς είπες στην ομιλία σου.

Καλά κάνεις, όμως, και μας θυμίζεις την ΟΠΛΑ. Έχουμε γίνει τελείως φλώροι, ούτε έναν σμυβολικό καφέ στα μούτρα δε ρίχνουμε πια, ούτε έναν μνημονιακό τόμο στη Βουλή, σκουριάσαμε εντελώς. 

Να προσέχεις, Γιάννη, τα καντήλια στον δρόμο -όπου δεν πατάς ποτέ. Και βασικά το δικό σου καντήλι ως πρόεδρος. Τώρα μπορεί να νιώθεις παντοδύναμος και να αυξάνεις τα συνδικαλο-μποτ που σε ψήφισαν. Αλλά ξέρεις πως το λάδι του λιγοστεύει επικίνδυνα, για σένα και τους ομοίους σου. 


Όλη την ουσία την συμπύκνωσε με θαυμαστό τρόπο εκείνος ο σύνεδρος της ΔΑΚΕ, που είπε πως σε όλα τα βρίσκετε -εξαιρώντας το ΠΑΜΕ. Τα υπόλοιπα είναι άλλα λόγια να αγαπιέστε, να συνδιοικείτε και να τα βρίσκετε με τον ΣΕΒ. Αλλά οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες. Και τα καλύτερα έρχονται... 

Υστερόγραφο

Μπαλάντα στον Γιάννη Π.

Πέταξες ψηλά κι ας λεν σε ρίξαν
Γιάννη δε σε χωράει όλη η γη

(...)

Γιάννη σε θυμάμαι, δε στο κρύβω
μαζί με ζήλια ίσως και θυμό
κινήσαμε παρέα μα σε λίγο
έφυγες εσύ κι έμεινα εγώ

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Σωτηρία δε βρήκαμε

Το γράψιμο, λέει, είναι μια επιτηδευμένη μορφή σιωπής. Μια ματαιόδοξη απόπειρα να νικήσεις τη λήθη, τη σκόνη του χρόνου, την εφήμερη φύση μας, αφήνοντας πίσω κάτι αθάνατο και χειροπιαστό. Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά, όταν περνούν από πάνω σου και σε διαλύουν -όπως η αγάπη στους Joy Division; Δε θα ήταν καλύτερη μια ανεπιτήδευτη υποταγή στη σιωπή, χωρίς γραπτά προσχήματα, στην πιο καθαρή μορφή της; Εξαρτάται, αν είσαι εν οίκω ή εν δήμω. Και ίσως να μπλοκάρεις στο μπλοκ (ετυμολογικά), που το νιώθεις σπίτι σου αλλά δεν πάυει να είναι δημόσιος χώρος.

Τι να πούμε τώρα, τι να τραγουδήσουμε -και με τι φωνή. Τώρα που έχει σπάσει σα γυαλί η φωνή του Βασίλη και έσβησε για πάντα η δική σου, που ήταν καμπάνα, σαν αυτές που φορούσες στα ινδιάνικα νιάτα σου, που άκουγες Ρίτα και Bee Gees, κι ας μη χτυπούσε συχνά στο σπίτι για μας, παρά μόνο εν δήμω, στη γειτονιά και τις διαδηλώσεις. Γιατί, στο σπίτι δε μιλάμε συχνά, ξέρετε...

Ο προφανής συνειρμός είναι με τον πατερούλη με το βλογιοκομμένο μουστάκι, αλλά εσύ είχες μια ζωή μούσι αντάρτικο και μια φορά που έκανες το λάθος να το ξυρίσεις, σε έστειλα πίσω στο μπάνιο να το διορθώσεις. Καθορίζοντας φροϊδικά έτσι μια ισόβια κακή σχέση με ξυραφάκια και φρούδες, πολυκαιρισμένες λεπίδες, σαν το μούσι του δημοψηφίσματος.

Κι είχες γενέθλια με τη Ρόζα, 5 Μάρτη, στην τρίτη επέτειο από τον θάνατο του Ιωσήφ. Δεν ήσουν φιλόλογος, σαν τη Νίκη, να μου εξηγήσεις γιατί είναι λάθος ο «τρόπος του Λένιν» -που τον είχαμε απτό, σε ένα επίχρυσο μπιμπελό στο σαλόνι- και ποιος είναι αυτός ο Λέγειν. Μου είπες όμως ότι ο Βλαδίμηρος τους έπειθε όλους με το λέγειν του, ενώ ο Στάλιν με την καταστολή. Που μας τον Λέοντα και την Κρονστάνδη (ενωτίστηκα κόκαλα) ήταν χοντροκομμένη απλούστευση, σαν αυτή για το Κόμμα που τρώει τα παιδιά του και τους εξεγερμένους της πόλης του Κρόνου. Ή όσους διαφωνούσαν για το Αφγανιστάν (και το βιβλίο του Δελαστίκ), σαν τον Μήτσο. Άσε που στο σπίτι δε συνηθίζαμε τις... «λενινιστικές μεθόδους» και τον τρόπο του Λέγειν. Γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με συγκεντρωτισμό και ιεραρχία στις αποφάσεις, και (ότ)αν γίνουμε ίσοι και ανεξάρτητοι, θα βυθιστούμε στις σιωπές μας, πολιτικές ιδίως, είτε συμφωνούσαμε -άρα δε χρειάζονται περσότερα- είτε για να τα αποφύγουμε (τα περσότερα), σε περίπτωση διαφωνίας. Γιατί στο σπίτι, ξέρετε...

Η δεύτερη προφανής αναφορά είναι πως το πάλεψες μέχρι τέλους, σαν αγωνιστής -και κομμουνιστής μπορώ να σου πω, παρά τις αγεφύρωτες ομοιότητες που μας χωρίζουν. Με αγωνιστική αισιοδοξία, που δεν πατούσε πάντα στα δεδομένα και τον μονίμως αρνητικό συσχετισμό δύναμης, σε άνιση μάχη και αγώνα με τη γαμημένη αρρώστια που θερίζει κοσμάκη -ιδίως η σπάνια, επιθετική μορφή που είχες, με το όνομα της Μέρκελ, για τη σημειολογία του γαμωπράγματος.
Σαν επαναστάτης, βεβαίως-βεβαίως, αν δε δέσεις κόμπο ότι η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική, γιατί μου την στρογγύλευες συνειδητά στο τηλέφωνο, μη τυχόν χαλάσεις τη ζαχαρένια μου και ένα προγραμματισμένο ταξίδι, που σχεδόν συνέπεσε με το στερνό δικό σου. Αυτός ήσουν...

Έφυγες γρήγορα αλλά δεν ταλαιπωρήθηκες πολύ (θέλω να πιστεύω) και μας άφησες όλους με το γαμώτο και την απορία. Τους γνωστούς γιατί σε έβλεπαν εν δήμω, λίγες μέρες πριν, δυνατό και μάχιμο. Τους γιατρούς γιατί άλλος με τέτοιους δείκτες θα είχε πέσει σε λήθαργο. Ενώ εσύ είχες (θολή) συνείδηση και επαφή με το περιβάλλον και μου έλεγες «πάμε να φύγουμε», γιατί ένιωθες δυνατός. Γαντζωνόσουν από το κάγκελο της κλίνης και από τη ζωή (που δε σε χωρούσαν), με το οικοδομικό σου μπράτσο, για να ανασηκωθείς και να ξεπιαστείς. Και έπρεπε να σε κρατάμε σε μια αλλαγή (με κατεύθυνση τη ματαιότητα) για να μη δώσεις αντανακλαστικά καμιά μπούφλα, οβελιξική και οικοδομική, στις νοσηλεύτριες που δεν μπορούσαν να σε κουλαντρίσουν. 

Διαβάζω το βιογραφικό σου σημείωμα στο Πριν και μπαίνω στον πειρασμό του επιμελητή, για υποσημειώσεις και διευκρινίσεις. Για το Συκούριο, που έγινε ευρέως γνωστό από μια επίθεση της 17Ν σε μια αποθήκη όπλων, αλλά οι γνωστοί μας το ήξεραν ως το χωριό του Σωτήρη -και του Δημήτρη, του μεγάλου αδελφού με το μουστάκι, που (καλά) μας άφησε νωρίς, από την ίδια γαμωαρρώστια. Αυτός ήταν ο διαβασμένος, ο διανοούμενος, ο ρήτορας. Κι εσύ εκείνος ο αλητάμπουρας που κράταγε σφεντόνα και άνοιγε όποιο κεφάλι πλησίαζε σε απόσταση βολής.

Και για το Κόκκινο Νερό, που μου έλεγες πως μας κάνει αθάνατους, για να μου διασκεδάσεις τον φόβο της απώλειας (του παππού και της γιαγιάς). Αλλά είχε στυφή, δυσάρεστη γεύση και δεν ήξερα αν άξιζε τέτοια θυσία. Και αυτά τα λάθη πληρώνουμε σήμερα, μαζί με την προπατορική συνάντησή σου με τη Νίκη στην παραλία του, πριν πείτε «we ’ll always have Red Water» και τραγουδήστε «αίματα, Κόκκινο Νερό». Που δεν ήταν (πολιτικά) κόκκινο, ούτε αθάνατο τελικά. 

Για αυτό το ανυπότακτο που σου έμεινε, πχ στις μεγάλες διαδηλώσεις στον πρώτο ΑΣΕΠ. Οι μπάτσοι σας ψέκαζαν σαν κατσαρίδες με χημικά, αλλά τα κανάλια έδειχναν μια μικρή Τερέζα, απωθημένη υποψήφια (με απωθημένο τον διορισμό) που της άνοιξε το φόρεμα με τα κουμπάκια, καθώς την έφευγαν. Κι εσύ έμεινες πίσω να προστατέψεις τον άμαχο πληθυσμό και τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα. Και σε τραβούσαν για χρόνια στα δικαστήρια, όπου είχε έρθει και η δική μου οργάνωση (ιστορικός συμβιβασμός απ’ την ανάποδη), βασικά για δύο λόγους. Γιατί ήσουν οικοδόμος και τι δουλειά είχες εκεί, με εκπαιδευτικούς, για ταξική συμπαράσταση; Και γιατί σε έπιασε ο φακός σε θέση μάχης, με υψωμένες γροθιές στους Μπαλούρδους -καραμπινάτη «αντίσταση κατά της αρχής». Κι αν είχε ήχο η φωτό, θα έμοιαζε με πλάνο απ’ το Τελευταίο Σημείωμα, με τα γλυκόλογα που κρατούσαν οι σφοι για το απόσπασμα -αλλά δεν κατέγραψε η ιστορία. Κλάστε μας τα αρχίδια, πιάστε τα γιοφύρια -ίσως να είπες ψιθυριστά και ζήτω το κόμμα, από μέσα σου. Αλλά δε χρειάζονται παραμυθικά στοιχεία και τεχνητές συγκινήσεις, όπως κάνει ο κυρ-Παντελής. 

Ήσουν οριακά μικρότερος από τη γενιά του Πολυτεχνείου και του Μήτσου, που ήταν στο ΑΠΘ και έκανε ηρωική έξοδο με ένα σκαμνάκι (και έναν Σκαμνάκη) ανά χείρας, που το κράτησε για ενθύμιο. Ήσασταν όμως μια γενιά που έζησε τι θα πει πείνα (όσο δε φανταζόταν καν η δική μου) και αργότερα έβγαλε κάποια χρήματα (που είναι άπιαστο όνειρο, αριστερής νυκτός, για τη δική μου), πάτησε στα πόδια της και ένιωσε πως δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους, μέχρι που αλώθηκε το δικό μας από μέσα. Μια γενιά που κυνήγησε όνειρα ανάκατα με χίμαιρες και Εφιάλτες (με κεφαλαίο και κεφάλαιο) που τα πρόδωσαν. Που ήρθε με φόρα από το χωριό, έχασε τη μαγκιά της στις τσιμεντουπόλεις της αντιπαροχής αλλά κράτησε την ανθρωπιά της και το κοινοτικό κεκτημένο της επαρχίας: την πίστη πως όλα θα τα καταφέρει και με όλους μπορεί να τα βρει, αν υπάρχει καλό κρασί ή τσίπουρο απ’ το χωριό.

Έμαθα με την ευκαιρία (ευ-, που λέει ο λόγος) και πράγματα που αγνοούσα. Για τη γιαγιά που ήταν σύνδεσμος στο βουνό, την κακοποίησαν οι παρακρατικοί και ίσως πάθαινε χειρότερα αν δεν πλήρωνε ο παππούς Ρίζος να την γλιτώσει. Έμαθε να κρύβεται και να τα φιλτράρει όλα μέσα της, μέχρι που έπαθε άνοια και άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα τραυματικά βιώματα. Πχ σε μια εκδήλωση (μάλλον της ΟΓΕ), όπου η Μαρίκα είχε τάσεις φυγής και κοιτούσε καχύποπτα στις γωνίες, από πού θα της την πέσουν οι Σούρληδες.

Και για τον Μήτσο, στα ηρωικά χρόνια της Μεταπολίτευσης, που έστηνε οργανώσεις από το μηδέν στη Λάρισα με τον Λουλέ και έφτιαξε έναν Πολιτιστικό Σύλλογο στο χωριό, που προγραμμάτιζε συναυλία με τη Φαραντούρη. Αλλά τη ματαίωσε μια παρακρατική βόμβα που έσκασε την παραμονή και άφησε πίσω της έναν μικρό κρατήρα. Αυτή η τρομοκρατία όμως δεν απασχολεί ιδιαίτερα τα ντοκιμαντέρ του Παπαχελά και του ΣΚΑΪ.

(Όλη η περιοχή γύρω από τον Κίσσαβο -και την Αγιά- είχε ανταρτοχώρια, με παραδόσεις και βαρύ φόρο αίματος. Τα λέει ωραία και ο Γεωργάς σε μια ιστορική μελέτη. Μετά τη Βάρκιζα, είχαμε τον συσχετισμό να αποκρούσουμε τις παρακρατικές επιθέσεις, όχι όμως και τα αντίποινα του κράτους που έστελνε ενισχύσεις).

Και για τον παππού, που έτρωγε πάντα το κρέας πρώτα στο τραπέζι, μη τυχόν χτυπήσει ξαφνικά συναγερμός και το χάσει. Και σου έλεγε να μην τρως πολύ τυρί, γιατί θα ανοίξει τρύπα στο κεφάλι σου -που την έψαχνες μια φορά, που το παράκανες. Και έτσι έγινες γνήσιος σαρκοφάγος, επτά φορές την εβδομάδα και κατ’ έθιμο κάθε μεγάλη Παρασκευή. Αλλά σου βγήκε το θεσσαλικό σύνδρομο στις σούπες, που αν δεν ήταν ντιπ πηχτές, ένιωθες ότι ψάρευες στο πιάτο σου με το κουτάλι.

Δεν πετούσες σχεδόν ποτέ φαγητό, από θέση αρχής. Έτρωγες πρακτικά τα πάντα, ακόμα και τα μακαρόνια που τα είχες μπουχτίσει στα χρόνια της πείνας στην Ιταλία, ακόμα και τα μακεδονίτικα καυτερά, που δεν είχαν περάσει τα Τέμπη για να τα μάθεις από μικρός. Αλλά δε συνήθισες ποτέ την πειραγμένη κουζίνα, τις καινοτομίες και τις χιπστεριές. και δε νομίζω να αναζητούσες ποτέ νέες γεύσεις στην πολιτική κουζίνα σου, αν δεν τα είχαν φέρει έτσι οι συγκυρίες και τα χρόνια που χρεώθηκες να ζήσεις.

(Δε θα υποκύψω στον πειρασμό να επαναλάβω εκτενώς μικρές πολιτικές λεπτομέρειες, που μπορεί να θυμούνται από σκόρπιες αναφορές οι παλιοί αναγνώστες του μπλοκ. Για τη δράση σου που κορυφώθηκε στα μαύρα χρόνια της αντεπανάστασης -οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα. Τις μπαγιάτικες ιστορίες - αναμνήσεις σου, που εστίαζαν σε αυτήν την περίοδο, μέχρι που φάνηκε πως έχω περισσότερες συνδικαλιές για τις αντιφάσεις σας, από ό,τι εσύ για τις δικές μας. Για την πολιτική σου θέση απέναντι στις φράξιες σας, ότι πρέπει να στρωθούν στη δουλειά για να ξεπεράσουν τις διαφορές τους. Για την κριτική που έκανες σε όσους αργούσαν, όσους κάπνιζαν στις διαδικασίες ή έβγαιναν όποτε τους καπνίσει για τσιγάρο. Για την αποστασιοποίηση από το Συνδικάτο, με το πρόσχημα ότι ήσουν υπεργολάβος με συνεργείου -που χτυπούσες 16ωρα, ήλιο με ήλιο- και δεν ήθελες να κάνεις τον συνδικαλιστή-αφεντικό, σαν κάποιους άλλους. Και άλλα μικρά, που δεν έχουν πολλή σημασία πια -ούτε καν αλατοπίπερο).

Ένας φίλος από το εξωκοινοβούλιο μου έγραψε πως φεύγουν οι ήρωες των παιδικών/φοιτητικών του(ς) χρόνων, σημάδι αδιάψευστο πως μεγαλώνουμε και γερνάμε, μαζί με τις αρρώστιες μας. A working class hero is something to be. Ένας Ναρίτης οικοδόμος, ακόμα περισσότερο (σαν τον μακαρίτη, τον Ντόμπρο, που τον θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο Ποσείδι, με μπουκλάκια και ένα μπουκάλι πάντα στο χέρι, να τον τραβά η μουσική και η παρέα, όπως το φως τις πεταλούδες). Για αυτούς ήσουν το δίμετρο βουνό, σαν τον Βάντσικ (Ιωσήφ και αυτός), σημείο αναφοράς σε κάθε διαδήλωση, με τον όγκο και την καμπάνα στον λαιμό που χτυπούσε για όλους. Για εμένα ένα μεγάλο (τι θα γινόταν) αν και ερωτηματικό, χαμένη άνοιξη και ταλέντο, που χαραμιζόσουν στις μικρές κατηγορίες, σε ομάδες χωρίς υποδομές και οργανωμένη περιφρούρηση.

Μα κάθε λαϊκός ήρωας έχει τις αντιφάσεις του και μια δόση αντι-ήρωα, μακριά από τα καθιερωμένα πρότυπα. Δε φορούσε σλιπάκι πάνω από το κολάν, αλλά αμάνικα και σκισμένα τζιν μες στο τσιμέντο, πηλοφόρι και μυστρί. Έψαχνε στο στοίχημα τις μικρές νίκες που μας λείπουν (στο) σήμερα και νανουριζόταν με διάφορα τηλεοπτικά σκουπίδια, μέχρι να τολμήσεις να του κλείσεις την τηλεόραση (αμάν να μην είχαμε κανένα κανάλι, να μην κοιμόταν και ο μπαμπάς δηλαδή). Άνοιγε τις μπύρες με το σκεπάρνι και τις κατέβαζε σα νερό το καλοκαίρι, χωρίς πολλά μέτρα ασφαλείας. Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά αλλά και βίαια ξεσπάσματα που αδυνατούσε να ελέγξει -πόσο μάλλον οι γύρω του- και με σημερινούς όρους μπορεί να του χάριζαν ένα πανηγυρικό cancel (ακύρωση), που θα έπρεπε να του εξηγήσουμε τι είναι. Και ήταν λάθος να αφήσει τον αγαπημένο του τραχανά για τις μετοχές του Τροχανά και τις μεζονέτες στον Διόνυσο (κοντά στην Κριτσά, που όμως δεν είχε σχέση με το σόι μας) που αποδείχτηκαν πυραμίδες απάτης.

Αλίμονο σε όσους κρίνουν τους παιδικούς τους ήρωες έξω από τα μέτρα τα ανθρώπινα, της εποχής τους αλλά και της τάξης μας -που ρέπει ενίοτε σε λούμπεν, λαϊκές καταστάσεις, όταν δε δρα πρωτοπόρα.

Δεν είχες εκφράσει τελευταία επιθυμία -εδώ δεν προλάβαμε να πούμε άλλα, πρακτικά και στοιχειώδη. Ξέρω όμως πως δε θα ήθελες τελετή - κηδεία, κανείς να μην μπει σε κόπο και να μη στενοχωρηθεί για σένα. Κι αν τελικά δεν το τηρήσαμε, είναι γιατί όλα έχουν κοινωνική - πολιτική διάσταση, και όταν παύουμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανήκουμε στους δικούς μας ανθρώπους και τους συντρόφους μας -που θέλουν έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.

Αν μπορούσες να δεις το σάβανο με τις θρησκευτικές φιγούρες και τα συνθήματα, θα σηκωνόσουν μόνος να τα σκίσεις. Πού να φανταστώ πως χρειαζόταν ειδική διευκρίνιση στο γραφείο. Θεωρητικά το ορθόδοξο δόγμα δεν εγκρίνει την καύση, αλλά το ιερατείο την ενέταξε ευέλικτα στο μενού υπηρεσιών, για να μην έχει διαφυγόντα έσοδα.

Και που λες, Σωτήρη, σωτηρία δε βρήκαμε. Η οργάνωση της οργάνωσης (την οργάνωση, ω οργάνωση) παραμένει ζητούμενο. Και δε βλέπω να ζυγώνει η επανάσταση -όπως έλεγε η Βίνα. Και η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη. Δε φτιάξαμε έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων μας, ούτε καν στο δικό σου, που δε βολευόταν με λιγότερο ουρανό και στις νοσοκομειακές κλίνες, που σε τυραννούσαν σαν τον Προκρούστη. Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, αλλά το δώσαμε αντιπαροχή, γκρίζο σαν το τσιμέντο, με σπίτια-τρύπες, που κρύβουν τον ουρανό, για να μη μας βάζει σε πειρασμό για εφόδους. Μπορείς, άραγε, να φανταστείς πιο τραγική ειρωνεία για τους χτίστες του νέου κόσμου, από το να αναγκάζονται να φτιάχνουν τσιμεντένια κλουβιά και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και τις κλίσεις τους σε αυτό που κάνουν;


Και όποιος έρχεται με φόρα και αναστάσιμες ευχές, κινδυνεύει να τα ακούσει -όπως έκανες στο τέλος, που δεν μπορούσες να τα φιλτράρεις. ΓΜΤΣΜ (τον σοσιαλισμό μου μέσα). Με κάθε σεβασμό στους πιστούς και στον σφο σου, που σταυροκοπιόταν μπροστά σου και πόσταρε ένα βίντεο, με παραλληλισμούς με τον Παΐσιο. Και μη χειρότερα -αλλά τι χειρότερο να συμβεί δηλαδή...

Υστερόγραφα

Ναι, έχουν απλοποιηθεί τα διαδικαστικά (κληρονομικά κτλ). Ναι, πολλά γίνονται διαδικτυακά πλέον. Όχι, δε γλιτώνεις την ταλαιπωρία. Όχι, δε ζούμε στην ψηφιακή Ελλάδα 2.0. Το κράτος εξακολουθεί να παίζει με τον πόνο σου, τα γρανάζια κολλάνε σαν το σαράβαλο κινητό του Σωτήρη και η εξέλιξη του πένθους κολλάει στο στάδιο του θυμού. Πώς διάολο φαίνεται εδώ το ΙΧ που είχαμε αλλά όχι στο πεδίο που πρέπει; Και τι δήλωση να κάνει ο μακαρίτης στην Εφορία; Ότι η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη; 

Αλλά τα ασεβή και αχάριστα κομμούνια δεν αναγνωρίζουν τίποτα πια. Πχ πως το κράτος φροντίζει κυρίως για σένα, να σε κρατά απασχολημένο με τα γραφειοκρατικά για να ξεχνιέσαι και να δακρύζεις (μόνο) από τα νεύρα σου και όχι για ευτελή, νομοτελειακά πράγματα, όπως ο θάνατος (και οι φόροι). 

-Το νεότευκτο αποτεφρωτήριο στην Αλεξάνδρεια μοιάζει από μακριά με μπουζουξίδικο σε επαρχιακή οδό -ούτε καν εθνική. Είναι ιδιωτικό, με λίστα αναμονής και γεμάτο ωράριο, αλλά άργησε να ανοίξει εξαιτίας των αντιδράσεων, της πνευματικής καθυστέρησης και της ιδεολογικής μούχλας στη ΛΔ του Βορρά -που ευτυχώς φαίνεται να σπάει. Σε αντίθεση πχ με το δημοτικό αποτεφρωτήριο της Πάτρας, που κόλλησε σε ένα χαρτί (άδεια χρήσης) και είναι ακόμα στα χαρτιά, ενώ θα ήταν το πρώτο στην Ελλάδα... 

-Εκτιμώ ειλικρινά το ενδιαφέρον και τις ευχές σφων αναγνωστών, αρκεί να μην εκφράζονται δημόσια -και σίγουρα όχι στα σχόλια της ανάρτησης. Ελπίζω να γίνει κατανοητό και σεβαστό. Και όσοι ήξεραν τον Σωτήρη, ας τον τιμήσουν όπως πρέπει με ένα φαγοπότι και ωραίες ιστορίες στη μνήμη του.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Γιατί εσύ ήσουν λιμνάνθρωπος

Συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ μια εισαγωγή για κάθε κείμενο, μπλέκω με συνειρμούς και χάνω το κυρίως θέμα. Αλλά όλα μες στη ζωή είναι. Και τι νόημα θα ’χε η Ιθάκη, χωρίς το ταξίδι, χωρίς μικρές νοθείες και κάποιες λίγες παρακάμψεις, που μπορεί να κρατήσουν και μια δεκαετία. Αρκεί να φτάσουμε κάποτε στη γραμμή του τερματισμού και του ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε, σαν τη σοσιαλδημοκρατική Ιθάκη του Τσίπρα, που είναι ένα μεσαίο κατάρτι υψωμένο στη νοημοσύνη μας και βυθισμένο στον (ντροπή λίγο) κι ούτε ένας μάγος δε θα μπορούσε να κάνει τόσο ταχυδακτυλουργικά πριν την κάλπη. Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Το κυρίως θέμα.


Γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει ένα βιβλίο για τον Μάτζικ; Ίσως για λόγους αθλητικούς -μα όχι μόνο. Ο αθλητισμός έχει πάντα προεκτάσεις, νικώντας τα αήττητα στερεότυπα που τον βλέπουν μακριά από την πολιτική και τις σκοπιμότητες ή τους υψηλούς συμβολισμούς.

Αθλητικά μιλώντας, ο Μάτζικ ήταν ένας μαύρος αίλουρος (χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις του Τζαμπάρ, που θα μας οδηγούσαν στις παρυφές των Μαύρων Πανθήρων). Εφορμούσε στο παρκέ, είχε μάτια στην πλάτη, σε σκότωνε απαλά και χαμογελούσε κιόλας, σαν αγγελικός δολοφόνος στην πόλη των αγγέλων, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο, για να μάθουν να παίζουν θεϊκό, μαγικό μπάσκετ.
Μπορείς να κάνεις μαγικά, μπορείς να έχεις ό,τι ποθήσεις.

Νικούσε κάνοντας μάγκες κυρίως τους συμπαίκτες του με ασίστ, χωρίς τη μαγκιά και τα νταηλίκια της Ανατολής, που ήταν τρόπος ζωής για τους Πίστονς ή επιβίωσης για έναν λευκό όπως ο Μπερντ. Ειδικά οι φωτογραφίες του των πρώτων ετών είναι το κάτι άλλο. Μας δείχνουν μια φιγούρα με Ατίθασα Νιάτα, ακαταμάχητη (Τόλμη) και Γοητεία, με ακατάβλητη Λάμψη (και τον Τζακ πρώτο κάθισμα-πίστα), που νικούσε τους Σκληρούς του Ντιτρόιτ και της Βοστώνης και έγινε Δυναστεία, μα πάνω απ’ όλα γιορτή και υπερθέαμα για τη μικρή οθόνη (Showtime), άρρηκτα συνδεμένο με την εκτίναξη της τηλεθέασης του ΝΒΑ.

Στα μάτια μου ο Μάτζικ δεν είναι απλώς μαγικός παίκτης ή μια ρετρό εικόνα απερίγραπτης ομορφιάς (με αφάνα και μουσάκι στην αρχή, ψηλές κάλτσες, κοντά σορτσάκια και το σοβιετικό μουστάκι του Λάρι για συμπλήρωμα), αλλά η τελευταία λέξη του μπάσκετ. Για άλλους υποψήφιους GOAT, μπορείς να χαθείς σε αντιδιαλεκτικά μονοπάτια και αδιέξοδες συζητήσεις, αν θα άντεχαν το βρωμόξυλο του παρελθόντος, αν θα είχαν θέση στο σημερινό άθλημα που θυμίζει διαγωνισμό τριπόντων, αν θα έβαζαν 100 πόντους σε αστείες άμυνες ή θα περνούσαν το ρεκόρ του -κατά τα άλλα συμπαθέστατου- Μπαμ Αντεμπάγιο. Αλλά ο Μάτζικ έχει το πλήρες πακέτο (υπερδίμετρος πλέι μέικερ, που παίζει άνετα σε όλες τις θέσεις), για να σταθεί και να διαπρέψει δι-αχρονικά και αν-ιστορικά σε οποιαδήποτε εποχή.

Ιστορικά μιλώντας, είναι ατόπημα να μιλήσεις για τον Μάτζικ, χωρίς να αναφέρεις τον Μπερντ, έναν Διόσκουρο που έπαιζε αντίπαλος. Η μεταξύ τους κόντρα έμεινε αυστηρά μες στο γήπεδο, αλλά καθόρισε μια εποχή και βασικά την έκρηξη της δημοφιλίας του πρωταθλήματος σε ασύλληπτα μεγέθη. Και αυτό άφησε ίσως ένα παράπονο στον Μάτζικ, που δε βρήκε εξ αρχής το άθλημα στο ζενίθ που το άφησε, και ήταν η αμέσως επόμενη φουρνιά -με τον Τζόρνταν και άλλους-, που καβάλησε αυτό το κύμα, για να κλείσει επικερδείς συμφωνίες με τα μεγαλύτερα συμβόλαια. Οι σταρ λειτουργούν δεδομένα σα μεγάλα παιδιά και αυτό που μετράει πιο πολύ στον εγωισμό τους, στο τέλος της ημέρας καριέρας, δεν είναι ένα δαχτυλίδι πάνω ή κάτω (εκτός αν δεν έχουν κανένα), αλλά ποιος έβγαλε περισσότερα χρήματα και ποιος ήταν ριγμένος στα έσοδα. (Θυμόμαστε αντίστοιχα σταριλίκια και άτυπες βεντέτες μεταξύ συμπαικτών σε ελληνικές ομάδες με τρομερά δίδυμα, του τύπου «θέλω όσα αυτός και ένα δολάριο/ευρώ/δραχμή παραπάνω»). Στην τελική, οι Λέικερς των ’80ς, με 5 τίτλους σε 9 τελικούς, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια από τη δυναστεία των Μπουλς με το απόλυτο 6/6 στα ’90ς. Ο Τζόρνταν έκανε όμως τα καλύτερα συμβόλαια, γιατί βρήκε στρωμένο έδαφος και δρόμο από τους προηγούμενους.

Κάποιοι υπονοούσαν πως ο Μπερντ βγήκε στον αφρό γιατί το σύστημα χρειαζόταν ένα λευκό αντίπαλο δέος στην αφρο-αμερικάνικη κυριαρχία. Κι όταν υποστήριξε κάτι αντίστοιχο ο τρελο-Ρόντμαν (που ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τον Κιμ και την Κορέα την καλή), ενεργοποίησε με τις δηλώσεις του ένα ντόμινο εξελίξεων, σαν φαινόμενο της πεταλούδας, που διέλυσε την κολλητή σχέση του Μάτζικ με τον Αιζέια Τόμας (που είχε δικό του δωμάτιο στη βίλα του πρώτου) και έθεσε ουσιαστικά τον τελευταίο εκτός κινήματος dream team, γιατί κάθε (ομάδα) όνειρο έχει μικρές νοθείες κι αδικίες. 


Ο Μπερντ πάντως είχε το πιο μπασκετικό μυαλό από όλους και μπορούσε να καλύπτει με αυτό κάθε του μειονέκτημα, ακόμα και το χρώμα της επιδερμίδας του, γιατί οι λευκοί -ως γνωστόν- δεν μπορούν να πηδήξουν, κάνουν όμως άλλα πράγματα και το μπάσκετ έχει χώρο για όλους. Και ο Μάτζικ δεν ήταν bad boy, ούτε απειλή για το σύστημα, αλλά το καλύτερο άλλοθί του ενάντια στις διακρίσεις. Ο χαμογελαστός, καλοσιδερωμένος μαύρος που κάθε λευκός (WASP) θα ήθελε για γείτονα ή και γαμπρό του. Μέχρι που προέκυψε η γνωστή ιστορία με το AIDS. 

Σήμερα οι ιατρικές μας γνώσεις είναι περισσότερες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις θα διοχετεύονταν σε άλλα πεδία. Αλλά ήταν γραφτό του Μάτζικ, ενός φτωχόπαιδου από το Μίσιγκαν, που το απαράμιλλο ταλέντο του γκρέμισε ταξικούς φραγμούς και τείχη προκατάληψης -ακόμα και αυτά που βίωσε ο μεγάλος του αδερφός στην ομάδα μπάσκετ του μικτού σχολείου της πόλης- να αντιμετωπίσει ένα άλλο είδος ρατσισμού, ως φορέας του ιού, ακόμα και από μαύρους συμπαίκτες του. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν πλήρωσε τόσο την απώλεια της έξωθεν μαρτυρίας του «καλού οικογενειάρχη» (δεν ήταν τέτοιος), αλλά την πηχτή άγνοια και την (καχ)υποψία πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, καθώς το AIDS θεωρούνταν λανθασμένα από πολλούς ως νόσος των gay. Η αλλαγή του κοινωνικού στάτους (καθώς ήταν πλέον κολλητός του ιδιοκτήτη της ομάδας) του έδωσε πρόσβαση σε πρωτοποριακές ιατρικές μεθόδους και προνομιακή μεταχείριση, ωστόσο ο ίδιος αναγκάστηκε να βάλει πρόωρα τίτλους τέλους σε μια καριέρα που μπορούσε να γράψει και άλλες χρυσές σελίδες στο βιβλίο της.

Και ερχόμαστε στο βιβλίο του Lazenby.

Καταρχάς, τα αθλητικά βιβλία στο εξωτερικό είναι ό,τι το σεξ για τον Γιώργο Μαρίνο (όχι του Πολίτ Μπιρό): μια άλλη ιστορία, εντελώς διαφορετική από τα καθ’ ημάς. Εδώ κατά κανόνα ένας αθλητής ή προπονητής, που δεν ξέρει να γράφει (οριακά να μιλάει με κλισέ μπροστά στα μαρκούτσια), βρίσκει έναν γνωστό δημοσιογράφο, ο οποίος κάνει στην καλύτερη την απομαγνητοφώνηση, έναν εκθειαστικό πρόλογο και... τυπωθήτω. Με οργάνωση παραγωγής επιπέδου βιντεοκασέτας, χωρίς καν την καλτ αισθητική που είχαν οι Κόπανοι ή το «Έξι χρόνια στο Ελλάντα».


Στο εξωτερικό κάνουν κατά κανόνα κανονικές βιογραφίες, με έρευνα, συνεντεύξεις και μπόλικες εργατοώρες δουλειάς (αλλά πρόχειρες μεταφράσεις στα ελληνικά, γιατί είσαι MVP... και σε ενδιαφέρει το μέγιστο κέρδος). Και συχνά, με τις απαραίτητες αποστάσεις που κρατά ένας ερευνητής από το βιογραφούμενο πρόσωπο. Είτε επειδή δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αγιογραφία, είτε γιατί ξέρει πως οι καλύτερες αγιογραφίες δε μοιάζουν με τέτοιες και είναι σχετικά αποστασιοποιημένες, όπως το τηλεοπτικό Last Dance για τον Τζόρνταν.

Αντιστοίχως, ένα βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης βιογραφίας είναι ότι δε βασίζεται στη μαρτυρία του Μάτζικ (που μπορεί να παρέλειπε-στρογγύλευε δυσάρεστες λεπτομέρειες και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να δει αντικειμενικά τον εαυτό του), ούτε χρειάστηκε την (προ)έγκρισή του για να εκδοθεί. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από το κοντινό του περιβάλλον ή άτομα που έχουν απομακρυνθεί από αυτό, αξιοποιεί δημοσιευμένες πηγές, παλιότερες δηλώσεις και συνεντεύξεις. Παρακολουθεί τη διαδρομή του, εστιάζοντας λιγότερο στις χρυσές σελίδες της μεγάλης καριέρας του, δίνοντας έμφαση στη σχετικά άγνωστη περίοδο πριν γίνει «Μάτζικ» και περάσει στο ΝΒΑ: την παιδική του ηλικία, τα σχολικά και κολεγιακά του χρόνια, τις σχέσεις του με την οικογένεια, τις ρίζες του, την πόλη του και όσα στοιχεία έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Αφιερώνει μάλιστα ειδικό κεφάλαιο για το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους του Έρβιν, όπου εξετάζει ιστορικά την περίοδο της δουλείας, τη μαζική μετανάστευση των απελεύθερων αφρο-αμερικανών του Νότου στον «φιλελεύθερο» βιομηχανικό Βορρά και τις φρούδες δεσμεύσεις του κράτους, που τους υποσχέθηκε γη και τριαντάφυλλα (ήδη από τα χρόνια του εμφυλίου), για να τους παραδώσει τελικά κάποιες μικρές εκτάσεις, όταν δεν είχαν καμία ελπίδα να ανταγωνιστούν τις διαμορφωμένες μεγάλες καλλιέργειες των farmers με τον σύγχρονο εξοπλισμό, οπότε σύντομα κατέληγαν πάλι ακτήμονες ή εξαρτημένοι από τους πλούσιους αγρότες.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, τα πλεονεκτήματα του βιβλίου γίνονται και τα μειονεκτήματά του. Δεν έχει πολλά παρασκήνια, ζουμερές στιχομυθίες και ανέκδοτα, λεπτομέρειες που βάζουν αλατοπίπερο σε μια αφήγηση -αυτό που ένας σοφός blogger είχε ονομάσει κάποτε «(αστικό) πατατάκι» και «φυτείες Νευροκοπίου». Παίρνει πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε τον εαυτό του για ένα μάλλον ανάλαφρο θέμα (με σημαντικές προεκτάσεις βέβαια) αλλά δεν έχει σωστό κριτήριο και εφόδια για να δει σε βάθος τα πιο σοβαρά ζητήματα που πιάνει (από τον ρατσισμό ως τη δουλεία). Και σίγουρα δεν έχει πρόθεση να δει κριτικά πχ την εμπορευματοποίηση του (πρωτ)αθλήματος ή τη βιομηχανία του Show-time των Λέικερς, γιατί αυτές οι ανησυχίες δεν εμπίπτουν στον αξιακό του κώδικα. Ενώ συχνά πλέκει το εγκώμιο του «καλού επιχειρηματία Μάτζικ», που «δίνει δουλειά» σε πολλούς αφροαμερικανούς με τις επιχειρήσεις του. Είναι μάλλον σπάνιο να διαβάσεις μια σύγχρονη (αυτο)βιογραφία που να μην εξυμνεί το american dream και το επιχειρηματικό δαιμόνιο (δηλαδή τα λεφτά) ή κάποια ανώτερη δύναμη (δηλαδή τον θεό) ή και τα δύο μαζί ή κάποιον συνδυασμό τους -καθώς το χρήμα είναι ο θεός τους και η θρησκεία, σε όλες τις εκδοχές της, μια άκρως επικερδής μπίζνα.

Γενικώς δεν είναι το πιο απολαυστικό ανάγνωσμα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (τις δικές μου τουλάχιστον), δεν έχει καν ρέουσα γραφή -αλλά γι’ αυτό μπορεί να φταίει και η πρόχειρη επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου- και σε αρκετά σημεία θυμίζει τηλεοπτικό σενάριο για ντοκιμαντέρ, όπου αναφέρεται κάποιο στοιχείο (πχ στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια) και στο καπάκι έρχεται η επιβεβαίωση-μαρτυρία που το επαναλαμβάνει αυτολεξεί: στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια, ενώ εσύ κάνεις εικόνα το αντίστοιχο πλάνο ή ένα μπέργκερ. 


Στον επίλογο, περισσεύει μια δική μου τελική κρίση (να το πάρεις το βιβλίο ή να το αφήσεις). Όποιος είναι θύμα της γοητείας του Μάτζικ, θα το απολαύσει -αν όχι όλο, αρκετά σημεία του- ή πρέπει να το διαβάσει, για να φτάσει μόνος του σε αντίστοιχα συμπεράσματα με την κε του μπλοκ.

Αντί επιλόγου, λοιπόν, κρατάω μια γενική σημείωση του Χομπσμπάουμ, νομίζω, που έλεγε πως η Ιστορία είναι σε τελική ανάλυση μια αφήγηση και οφείλει να είναι ευχάριστη κι απολαυστική για τον αναγνώστη, δημιουργώντας και μια αντίστοιχη σχολή ιστορικών (όλα αυτά τα μεταφέρω από μνήμης, με κίνδυνο να διαστρεβλώνω την ουσία τους, αλλά μην αφήνεις ποτέ μια επιλεκτική αμνησία να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό).

Και αυτό ασφαλώς δεν αφορά στενά τη βιογραφία του Μάτζικ, ούτε μόνο τον Χομπσμπάουμ, αλλά οτιδήποτε γράφουμε και ευελπιστούμε να έχει ευρύτερη απήχηση, ακόμα και τα ιστορικά εγχειρίδια. Προφανώς οι μικρές ιστορίες-ανέκδοτα δε φτιάχνουν την Ιστορία, αλλά δε σημαίνει πως ο ιστορικός δεν μπορεί να τις αξιοποιεί και να συνδυάζει τερπνό και ωφέλιμο, ή τέχνη και επιστήμη. Ας μην ξεχνάμε τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες διάνθιζαν συχνά οι κλασικοί του μαρξισμού ακόμα και τα πιο απαιτητικά έργα τους. Σε τελική ανάλυση, η ιστορική -και όχι μόνο- γνώση είναι πάντα συναρπαστική και δεν πρέπει να στριμώχνεται σε στρυφνά εγχειρίδια, με ακαδημαϊκό λόγο που δεν προσελκύει το ευρύ κοινό.

Για λόγους ταξικούς, αισθητικούς και όχι μόνο...

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Γιατί η Κούβα

Πολύ καλό ερώτημα, ευχαριστώ που μου το έθεσα.


Εξαρτάται από ποια σκοπιά το απαντάς.

Αν είναι από τη σκοπιά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η απάντηση είναι προφανής. Γιατί η Κούβα ήταν η πίσω αυλή τους, το καζίνο τους, το μπουρδέλο τους και όλα τα συναφή καλούδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης που θέλουν να επαναφέρουν. Γιατί είναι αυτό που έλεγε ο Αθηναίος Περικλής για την Αίγινα, μια ενοχλητική τσίμπλα που μπαίνει στο μάτι τους και δεν μπορούν να καθαρίσουν.

Λένε πως στις δυτικές δημοκρατίες (δηλαδή τις κοινοβουλευτικές δικτατορίες του κεφαλαίου), υπάρχουν κάποια όρια και μοχλοί πίεσης για να μη δρα κανένα κέντρο εξουσίας ασύδοτο. Ο Τραμπ πχ πρέπει να λογοδοτήσει σε κάποια όργανα για τον πόλεμο στο Ιράν, να διαχειριστεί απώλειες και παραιτήσεις. Δέχεται κριτική και αντιπολίτευση πως.. σύρθηκε σε αυτόν τον πόλεμο από το Ισραήλ, ακόμα και πιέσεις από τα Χρηματιστήρια, δηλαδή από τα μονοπώλια που δεν ευνοούνται από τη συνέχισή του.

Στις ΗΠΑ υπάρχει οξυμένη ενδοαστική διαμάχη μεταξύ δύο συνασπισμών (μπλοκ) για την τακτική και τα μέσα επίτευξης του βασικού τους στόχου. Είναι ζήτημα, αν οι πόλεμοί τους είναι επίδειξη δύναμης ή αδυναμίας, μονόδρομος ή σπασμωδικές κινήσεις για τη διατήρηση ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος - υπεροχής που ξεγλιστρά σταδιακά από τα χέρια τους. Είναι βέβαιο όμως πως υπηρετούν, με επιμέρους αντιθέσεις, έναν κοινό στρατηγικό στόχο -τη διευρυμένη κερδοφορία και την αναχαίτιση της Κίνας. Και ότι η στρατηγική του πολέμου και των (επεμ)βάσεων δε χαλάει για τα κόμματα ή τις κάλπες -ρε μαλάκα, όπως θα έλεγε φιλικά η Βάσια Τριφύλλη στον Γκλέτσο.

Κάποιοι πίστευαν σοβαρά πως ο Τραμπ θα τερμάτιζε τους πολέμους, που ήταν η στρατηγική επιλογή των φιλοπόλεμων Democrats. Οι (50) διαφορετικές αποχρώσεις της κυρίαρχης πολιτικής τής προσδίδουν το άλλοθι της πολυφωνίας, δίνοντας συνάμα στο εκλογικό σώμα την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής. Εν προκειμένω, ωστόσο, υπάρχει μια θλιβερή, ομόφωνη μονοχρωμία επί του θέματος. Είτε ρωτήσεις τους θιασώτες του MAGA, είτε τον «σοσιαλιστή» Μπέρνι Σάντερς και τον «εναλλακτικό» δήμαρχο της Νέας Υόρκης, δε θα βρεις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις: η Κούβα είναι δικτατορία, εχθρός του ελεύθερου κόσμου, ο οποίος «απελευθερώνει» το νησί εδώ και πολλά χρόνια, με το δολοφονικό εμπάργκο.

Και από τη δική μας σκοπιά;

Η Κούβα είναι κάτι παραπάνω από ένα σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Ήταν μια επαναστατική διαδικασία που μετεξελίχθηκε στην πορεία σε σοσιαλιστική. Απ’ αυτό κάποιοι βγάζουν ότι προσαρμόστηκε στα δεδομένα και τις απαιτήσεις του σοβιετικού της συμμάχου, αλλά το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μια ριζοσπαστική επανάσταση δεν μπορεί παρά να συναντηθεί σε μια πορεία χρόνου με τον μαρξισμό και τους κομμουνιστές, αν θέλει να μείνει πιστή στις διακηρύξεις της.

Η Κούβα είναι μια χώρα που εξέφρασε γόνιμο, συντροφικό προβληματισμό για τη στρατηγική των Σοβιετικών και τη στροφή τους προς την αγορά -με τα γνωστά αποτελέσματα. Προέκρινε τα ηθικά κίνητρα, έβαλε την ιδεολογία-πολιτική στο τιμόνι, παρείχε διεθνιστική βοήθεια σε άλλα επαναστατικά εγχειρήματα, στο μέτρο των δυνάμεών της. Κάποιοι λένε ότι οι Κουβανοί σφοι είναι μάλλον Φιντελιστές παρά συνειδητοποιημένοι κομμουνιστές, είναι όμως πρόθυμοι να υπερασπιστούν την επανάσταση με το όπλο στο χέρι, όπως έδειξε η πρόσφατη ηρωική θυσία τους στην περίεργη υπόθεση της απαγωγής του Μαδούρο (που πλήττει άμεσα τα ενεργειακά αποθέματά της).

Η Κούβα είναι ένα επαναστατικό εγχείρημα που δεν τελείωσε, όταν... «έκλεισαν τα κεντρικά» σαν αντιπροσωπεία -όπως λένε ειρωνικά οι εχθροί της-, δείχνοντας ανεξάντλητες αντοχές στο εμπάργκο, την απομόνωση, την ασφυξία που της επιβάλλει ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ (και όχι μόνο). Κι αυτό δεν το οφείλει προφανώς στο κλίμα της ή την πιο αλέγκρα διάθεση του πληθυσμού (γιατί το «εμπάργκο θέλει καλοπέραση»), αλλά στη μαζική συμμετοχή του στις αρχαιρεσίες, το νομοθετικό έργο, με δυο λόγια στην άσκηση της σοσιαλιστικής εξουσίας. Ο λαϊκός παράγοντας είναι πάντα σε θέση να κάνει τη διαφορά, και αυτό είναι βασικό, διαχρονικό δίδαγμα που το υπογραμμίζει η πείρα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Όλα αυτά είναι ζωτικής σημασίας, αλλά ίσως μοιάζουν με άσκοπη ιστορική αναδρομή στη σημερινή συγκυρία που κρίνεται το μέλλον της χώρας. Η Κούβα βυθίζεται στο σκοτάδι από τις «δυνάμεις του φωτός», δεν έχει ενέργεια για μεταφορές και συγκοινωνίες, για να κινήσει τη βιομηχανία της, ούτε καν για τα νοσοκομεία της. Ο Τραμπ ποντάρει στην ενεργειακή ασφυξία και το black out, για να επικρατήσει χάος και βασικά η αντεπανάσταση, πάντα με τον μανδύα των αγανακτισμένων μαζών και των αυθόρμητων διαδηλώσεων.

Η Κούβα βρίσκεται στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού, στο όριο της επιβίωσης, χωρίς κανένα ουσιαστικό στήριγμα, όπως δείχνει η κυνική στάση της Κίνας και οι παλιότερες νουθεσίες - πίεση για... περισσότερα ανοίγματα στην αγορά. Και αν παρόλα αυτά, κάποιοι ντούροι αντι-ιμπεριαλιστές εξακολουθούν να βλέπουν τα BRICs ως αντίπαλο δέος στο ΝΑΤΟ, μισή ντροπή δική τους και η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται, όπως έλεγε ο Βλάσσης στους Απαράδεκτους.

Κι ενώ το ΚΚΕ βάζει μπροστά το ζήτημα της αλληλεγγύης και της άρσης του αποκλεισμού, κάποιοι σφοι εκφράζουν, δειλά ή ανοιχτά, τους δικούς τους προβληματισμούς για τη μέχρι τώρα πορεία της Κούβας. Για τις υποχωρήσεις της που δεν είναι μια σύγχρονη εκδοχή της ΝΕΠ, αλλά άτακτες, χωρίς στρατηγικό σχέδιο - προοπτική για την υπέρβαση των προβλημάτων. Για το εσωτερικό μέτωπο, όπου κάποια στελέχη ετοιμάζουν ίσως τη διάδοχη κατάσταση, συνδιαλεγόμενοι με τον Τραμπ και τον Ρούμπιο για να βρεθεί μια «χρυσή τομή». Ή για το ιδεολογικό μέτωπο και τις διεθνείς συμμαχίες, με την Κούβα να δείχνει ανοχή (αν όχι ανοιχτή υποστήριξη) στα ΚΚ που συγχέουν τη σημερινή καπιταλιστική Ρωσία με τη Σοβιετική Ένωση και ονειρεύονται αντι-ιμπεριαλιστικές πλατφόρμες με μπροστάρη τον Πούτιν. 

Το ζήτημα δεν είναι αν κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και συμμαχία, αντιμέτωπη με τις συνέπειες του δολοφονικού εμπάργκο, αλλά κατά πόσο αναζητά επαναστατική διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό λαβύρινθο ή αποδέχεται τα αδιέξοδά του και τους όρους του παιχνιδιού. Αν αξιοποιεί τελικά τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ή επιλέγει συνειδητά στρατόπεδο. Αν συνεχίζει τη ρήξη ή πάει σε μια μορφή «εναλλακτικής ενσωμάτωσης». Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι αν αναγκάζεται να κάνει κάποιους συμβιβασμούς αλλά κατά πόσο θεωρητικοποιεί την επιλογή της υποχώρησης.

Έχει νόημα αυτή η κριτική ή είναι άστοχη και ανεπίκαιρη, όταν η παγκόσμια αντίδραση περιμένει την πτώση της Κούβας για να πανηγυρίσει την ήττα της επανάστασης; Περιγράφει την πραγματική εικόνα ή την κρύβει πίσω από ένα (υπαρκτό) δέντρο και συσκοτίζει την ουσία; Είναι της παρούσης να δούμε τα ζητήματα που θίγει ή πρέπει να γίνει σε άλλο χρόνο; Και ποια συγκυρία θα ήταν η κατάλληλη -χωρίς προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις; Πρέπει να γίνει με άλλους όρους και σε άλλο πλαίσιο (πχ στις διεθνείς συναντήσεις των εργατικών, κομμουνιστικών κομμάτων) ή μήπως είχε δίκιο ο Ένγκελς που τόνιζε τη δύναμη και την ωριμότητα του κόμματος της εποχής του να συζητά δημόσια, χωρίς να φοβάται ότι τρέφει με επιχειρήματα τον εχθρό;

Δεν παραβλέπω τη βάση της κριτικής των σφων. Σε κάθε περίπτωση όμως -εκτιμώ πως- η Κούβα δεν πληρώνει σε αυτό το σημείο τις συνέπειες των δικών της λαθών, αλλά το τίμημα για το «λάθος» της να αντισταθεί, να μην παραδοθεί οικειοθελώς και χωρίς όρους. Η Κούβα βρίσκεται σε κατάσταση τεχνητής ασφυξίας και χρειάζεται ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης για να σπάσει τον αποκλεισμό και να σταθεί στα πόδια της, με έμπρακτη υλική στήριξη και παλλαϊκές διαδηλώσεις, αντίστοιχες (ή και μεγαλύτερες) με το κύμα αλληλεγγύης στους Παλαιστίνιους ή -σε τελείως διαφορετικά συμφραζόμενα- με το κίνημα I can’t breathe ή και το δικό μας «δεν έχω οξυγόνο». No puedo respirar!

Δε διακυβεύεται μόνο η δική της ικανότητα να έχει αξιοπρεπή διαβίωση ο λαός της, αλλά η δική μας αξιοπρέπεια, το δικαίωμα κάθε λαού στην αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία. Και στο πλαίσιο ενός τέτοιο αγώνα, θα βρει τη θέση του και το απαραίτητο οξυγόνο της συντροφικής κριτικής.


Υστερόγραφο

Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τη μελέτη «Γιατί το Βυζάντιο», το μόνο βιβλίο που έγραψε η Γλύκατζη Αρβελέρ στα ελληνικά -για προπαγανδιστικούς λόγους, αν δεν κάνω λάθος. Πρόσφατα διάβαζα κάποιες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις της, που παραήταν αυτάρεσκες και αυτοαναφορικές σε κάποια σημεία ή επιεικώς μπερδεμένες για κρίσιμα ζητήματα, όπως τα Δεκεμβριανά. Κάποια σημεία όμως έχουν την πλάκα τους και αξίζει να μεταφερθούν αυτούσια, με τον γαργαλιστικό τίτλο «όταν ο Κοκός φώναζε: Κάπα-Κάπα-Έψιλον».

Μια μέρα, μία από τις κυρίες των τιμών, μου λέει: «Πάμε να δώσουμε κάτι στη βασίλισσα να υπογράψει». Φτάνουμε λοιπόν από το γραφείο της Πρόνοιας -ήταν εκεί που είναι το Μαξίμου σήμερα- στα ανάκτορα και τη βρίσκουμε να κάθεται στον κήπο να πλέκει. Της δίνουμε τα χαρτιά, αρχίζει να υπογράφει, όταν ξαφνικά την πλησιάζει ένας μπόμπιρας, τον κοιτάει καλά καλά η Φρειδερίκη και του σκάει ένα δυνατό σκαμπίλι. Φεύγει τρέχοντας ο μπόμπιρας και κρύβεται πίσω από έναν θάμνο φωνάζοντας: «Κάππα - Κάππα - Έψιλον»! Κάππα- Κάππα- Ε!». Ο μπόμπιρας ήταν ο μετέπειτα βασιλιάς Κωνσταντίνος, δέκα χρονών παιδί τότε. Είμαστε στο ’50.

Και η συνέχεια της ιστορία, στη δεκαετία του ’60 πλέον, πάλι με τον Κοκό, που προσπαθούσε να τον αποφύγει η Ε.Γ.Α.

Άδικα περιμέναμε, το βασιλικό ζεύγος δεν έλεγε να αποχωρήσει. Οπότε σηκωθήκαμε να φύγουμε. Περνώντας από μπροστά τους, μου λέει ο Κωνσταντίνος: «Θα σας συστήσω τη γυναίκα μου». Του απαντώ: «Όχι, εμένα θα συστήσετε στη γυναίκα σας» - να είμαστε και λίγο καθωσπρέπει, να τηρούμε τους τύπους. Αναπόφευκτα πιάσαμε την κουβέντα και πάνω εκεί του θύμισα την ιστορία. Γέλασε: «Το τι σκαμπίλι έχω φάει δεν λέγεται». Στη συζήτηση πάνω, μου είπε ότι ήθελε να νομιμοποιήσει το κομμουνιστικό κόμμα και δεν τον άφησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, λέγοντας: «Κι εμένα ποιος θα με ψηφίσει μετά;»