Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Γκριγκόρι Ζινόβιεφ – Λεβ Κάμενεφ: Οι διόσκουροι μπολσεβίκοι που εκτελέστηκαν ως εχθροί του λαού

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Ζινόβιερ και ο Κάμενεφ είναι δύο περιπτώσεις προσωπικοτήτων με σχεδόν κοινή διαδρομή και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανήκαν στην παλιά φρουρά των μπολσεβίκων και ήταν για πολλά χρόνια στελέχη του Πολίτ-Μπιρό του κόμματος, αλλά δε συνέδεσαν το όνομά τους με τις πιο ηρωικές στιγμές και τις μεγάλες, επαναστατικές κορυφώσεις -αντιθέτως. Συνδέθηκαν ωστόσο μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, που κατά κανόνα αναφέρονται μαζί ως Διόσκουροι.


Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ γεννήθηκε το 1883 στην Ουκρανία και το πραγματικό του όνομα ήταν Οβσέι-Γκέρσον Αρόνοβιτς Ραντομισίσκι. Γενέτειρά του ήταν το Ελισάβετγκραντ, που πήρε προσωρινά το όνομά του κι αργότερα το όνομα του Κίροφ, που η δολοφονία του συνδεόταν κατά τραγική ειρωνεία και με την καταδίκη του Ζινόβιεφ. Αυτό δείχνει πάντως πως η προσωπολατρία ήταν ένα γενικό φαινόμενο της εποχής (εξάλλου και ο Τρότσκι απέκτησε για ένα μικρό διάστημα πόλη με το δικό του όνομα) κι όχι κάτι που απέρρεε από τη θέληση του “Πατερούλη” Στάλιν -κι αυτό, αν υποθέσουμε πως πρέπει να εντοπίσουμε την εκδήλωσή του στη μετονομασία πόλεων που είχαν διατηρήσει ονόματα από την τσαρική εποχή.

Ο Ζινόβιεφ σπούδασε Φιλοσοφία, Ιστορία και Λογοτεχνία. Συνδέθηκε στα φοιτητικά του χρόνια με το ΣΔΕΚΡ και πήρε το μέρος του Λένιν τόσο στη διάσπαση με τους μενσεβίκους, όσο και στη σύγκρουσή του με τον Μπογκντάνοφ. Έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία μέλος της ΚΕ, ενώ ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρήκε πολιτικό εξόριστο στην Ελβετία. Επέστρεψε το 17′ στο Πέτρογκραντ μαζί με το Λένιν και το περίφημο σφραγισμένο βαγόνι του, ενώ τον ακολούθησε στη Φινλανδία το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, για να γλιτώσουν την εκδικητική οργή της Προσωρινής Κυβέρνησης, μετά τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις του Ιουνίου. Αυτή η περίοδος αποτυπώνεται λογοτεχνικά και στο “Γαλάζιο Τετράδιο” (Εκδ. Σύγχρονη Εποχή) του Καζακίεβιτς, με το Λένιν να κρατά σημειώσεις για την μπροσούρα “Κράτος κι Επανάσταση” και το Ζινόβιεφ να διαφωνεί και να αμφιταλαντεύεται.

Αυτός κι ο Κάμενεφ είναι τα μόνα μέλη της ΚΕ των μπολσεβίκων, που τις παραμονές της επανάστασης, ψηφίζουν ενάντια στην επικείμενη εξέγερση. Δημοσιεύουν μάλιστα τη συμφωνία τους σε μια μενσεβίκικη εφημερίδα, προδίδοντας ουσιαστικά το σχέδιο και τις προθέσεις των Μπολσεβίκων -χωρίς αυτό να είναι από μόνο του ικανό να αντιστρέψει τη ροή των γεγονότων.

Ο Λένιν ήταν εξοργισμένος με τη στάση τους, απαιτώντας τη διαγραφή τους από το κόμμα, αλλά δε λήφθηκε άμεσα τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια, και λόγω των πυκνών εξελίξεων, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ αξιοποιήθηκαν σε άλλες θέσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, υποστήριξαν το Λένιν και παρέμειναν στην ΚΕ. Ο πρώτος μάλιστα ήταν και ο επικεφαλής των οργανώσεων του Λένινγκραντ, αλλά και της Κομιντέρν -όπου είχε πχ ενεργό ανάμειξη στις ζυμώσεις και τη συζήτηση για τη σχέση της εργατικής κυβέρνησης με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Παρόλα αυτά ο Λένιν σημείωνε στη “διαθήκη” του πως η διαφωνία τους το 17′ δεν ήταν τυχαίο γεγονός.


Ο Κάμενεφ γεννήθηκε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς με το Ζινόβιεφ στη Μόσχα κι είχε εβραϊκή καταγωγή. Σπούδασε στην Τιφλίδα όπου συνδέθηκε με τους σοσιαλδημοκράτες (έτσι ονομάζονταν τότε τα επαναστατικά κόμματα) και μετά τη σύλληψή του, ακολούθησε την πορεία του επαγγελματία επαναστάτη. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1905 και συνδέθηκε με το Λένιν και τους μπολσεβίκους, μολονότι είχε παντρευτεί την αδερφή του Τρότσκι -που διαφωνούσε μαζί τους μέχρι το 1917.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τον Κάμενεφ σε διευθυντική θέση στην (μπολσεβίκικη) Πράβδα, η αρθρογραφία της οποίας τον οδήγησε γρήγορα στη σύλληψη και την εξορία της Σιβηρίας. Επέστρεψε στην πρωτεύουσα μετά την πτώση του τσάρου από την αστική επανάσταση του Φλεβάρη. Είχε μάλλον συμφιλιωτικές τάσεις, δυσκολευόμενος να αποδεχτεί την καινούρια γραμμή των Μπολσεβίκων, με βάση τις θέσεις του Απρίλη, και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της.

Αφού καταψηφίζει το σχέδιο της εξέγερσης, αξιοποιείται σε διάφορες θέσεις πχ ως επικεφαλής των οργανώσεων στη Μόσχα, και έχει ουσιαστικά κοινή πολιτική πορεία με το Ζινόβιεφ. Μετά από το θάνατο του Λένιν, συμμαχούν προσωρινά με το Στάλιν εναντίον του Τρότσκι στον οποίο διαβλέπουν τάσεις βοναπαρτισμού και το μεγαλύτερο κίνδυνο για το Κόμμα. Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης, “ξεθάβουν” κριτικές για διάφορα προγενέστερα γεγονότα, σύντομα όμως κάνουν στροφή 180 μοιρών και συγκροτούν μαζί του την “Ενωμένη Αντιπολίτευση” που γνωρίζει συνεχόμενες πολιτικές ήττες μες στο Κόμμα.

Κορυφώνουν την αντιπολιτευτική τους δραστηριότητα το 27′, στην επέτειο για τα δέκα χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση, και διαγράφονται. Μετανοούν όμως, ασκούν δημόσια αυτοκριτική, κι έτσι γλιτώνουν τις συνέπειες για δεύτερη φορά στην πολιτική τους διαδρομή. Γίνονται μάλιστα εκ νέου δεκτοί στο κόμμα, μαζί με άλλα στελέχη, στο 17ο Συνέδριο, που είχε πανηγυρικό κλίμα κι ονομάστηκε “Συνέδριο των Νικητών”.

Το κλίμα αλλάζει θεαματικά όμως μετά τη δολοφονία του Κίροφ, το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια πιο σκληρή στάση της ηγεσίας και την εκκαθάριση του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού (εν όψει και της επικείμενης πολεμικής σύγκρουσης, καθώς τα σύννεφα ολοένα και πυκνώνουν πάνω από την ΕΣΣΔ), που πλήττει κυρίως μεσαία και ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη.

Η καταδίκη των Ζινόβιεφ, Κάμενεφ κι ορισμένων άλλων στελεχών εγκαινιάζει τις λεγόμενες “Δίκες της Μόσχας”, που είναι αδύνατο να αναλυθούν εκτενώς στο πλαίσιο του σημειώματος, για αυτό θα περιοριστούμε στα γεγονότα κι ορισμένες αφοριστικές εκτιμήσεις.

Οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ παραδέχονται αρχικά την επαφή τους με ανήθικα άτομα, ενώ στο Λένινγκραντ όπου έγινε η δολοφονία του Κίροφ, υπάρχουν ακόμα κάποιοι οπαδοί του Ζινόβιεφ. Στη συνέχεια στοιχειοθετείται η κατηγορία της συνειδητής κι οργανωμένης αντισοβιετικής δράσης ενός “τροτσκιζηνοβιεφικού κέντρου” που έχει επαφές και με τον Τρότσκι στο εξωτερικό.

Όλες οι καταδίκες βασίζονται και στις ομολογίες των κατηγορούμενων, που έχουν σπασμένο ηθικό, μακριά από το υψηλό φρόνημα που θα άρμοζε σε έναν επαναστάτη. Η δίκη είχε πρακτικά, που κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, κι έγινε δημόσια, παρουσία ξένων αξιωματούχων, στοιχεία που δε συνηγορούν υπέρ του κλασικού σχήματος περί “δίκης-παρωδίας”.

Η θεωρία συνωμοσίας που εξηγεί τη δολοφονία του Κίροφ ως έργο της σταλινικής ηγεσίας για να εξαπολύσει κυνήγι μαγισσών κι ενα λουτρό αίματος κατά των εσωκομματικών αντιπάλων της, αδυνατεί να εξηγήσει γιατί χρειαζόταν σε αυτήν την περίπτωση η “σκηνοθεσία” του Συνεδρίου των Νικητών που επανέφερε στο προσκήνιο τα στελέχη μιας πολιτικά ηττημένης Αντιπολίτευσης. Όπως και να έχει είναι μάλλον φαιδρό να ισχυρίζεται κανείς πως η σοβιετική εξουσία επέβαλε ένα κύμα “κόκκινης τρομοκρατίας”, σκιαμαχώντας εναντίον ενός φανταστικού εχθρού, χωρίς να υπάρχει καμία αντιπολιτευτική δράση με αντικαθεστωτικές αιχμές κι επαφές με το εξωτερικό, που θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη σε ένα ενδεχόμενο πολέμου, διασπώντας το ενιαίο αρραγές μέτωπο. Κι αυτή ίσως να είναι η πολιτική ουσία πέρα από όσα στοιχεία προέκυψαν στη διάρκεια των δικών.


Ο επίλογος της υπόθεσης γράφεται μισό αιώνα αργότερα, με την αποκατάσταση των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ από την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Μια κίνηση που ασφαλώς δεν ήταν τυχαία, δεν κατατάσσει απαραίτητα όμως τους Διόσκουρους στο ίδιο τσουβάλι με τον συνειδητά αντεπαναστάτη Γκορμπατσόφ που μπορούσε να αξιοποιήσει τα πάντα και τους πάντες στον αντισταλινικό, αντισοβιετικό ζήλο του.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Ο καπιταλισμός ή θα είναι καταπιεστικός κι εκμεταλλευτικός ή δε θα υπάρξει…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η διάσπαση του ΚΚΕ το 68′ είχε διεθνή διάσταση, αυτή θα ήταν η εμφάνιση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού. Και για κάποιους, η “άνοιξη της Πράγας”. Ίσως κάποιοι “ανανεωτές” βρήκαν σε αυτήν το ιδεολογικό άλλοθι που χρειάζονταν, για να καλύψουν τη διαφωνία τους, ενώ θα είχαν άλλη άποψη αν είχαν κερδίσει την υποστήριξη των Σοβιετικών. Ακόμα κι έτσι ωστόσο δεν παύει να υπάρχει ένας βαθύτερος οργανικός δεσμός, έστω κι αν συνειδητοποιήθηκε αργότερα στην πορεία.
Το βασικό θεωρητικό ζήτημα που τέθηκε -σύμφωνα με τις δικές τους διακηρύξεις- είναι ο περιβόητος τρίτος δρόμος, το ερώτημα αν μπορούσε να οικοδομηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο σοσιαλισμού, που θα μπορούσαμε να το παραφράσουμε (διακωμωδώντας το) κι ως εξής: είναι εφικτός ένας άλλος άλλος κόσμος;

Σε μια πρόσφατη έκδοση του ΔΟΛ για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ, ο Πρετεντέρης έγραφε πως το 68′ ήταν μια εμφατική αρνητική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: ο σοσιαλισμός και το κομμουνιστικό κίνημα ήταν καταδικασμένο να υπάρξουν με τη συγκεκριμένη μορφή κι ανίκανα να μεταρρυθμιστούν ή να εξελιχθούν. Κρατήθηκαν με αυτά τα χαρακτηριστικά για άλλα είκοσι χρόνια κι οδηγήθηκαν υποχρεωτικά -νομοτελειακά θα λέγαμε στη δική μας διάλεκτο- στη χρεοκοπία και την “κατάρρευση”.

Ο Πρετεντέρης μας σερβίρει το χρεοκοπημένο ιδεολόγημα περί τέλους της ιστορίας, φτιάχνοντας όμως ένα δίπολο με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν δεν είσαι μαζί του και με το τέλος της ιστορίας, είσαι με τους ανανεωτές και τις ελπίδες για την άνοιξη της Πράγας. Αλλιώς ανήκεις στα χρεοκοπημένα “απολιθώματα” της ιστορίας. Είναι όντως έτσι;

Ο περίφημος τρίτος δρόμος κατέληξε σύντομα στην αγκαλιά του καπιταλισμού, τόσο στη δυτική όσο και στην “ανατολική” του εκδοχή. Στην Τσεχοσλοβακία έδειξε με είκοσι χρόνια απόσταση τι σήμαιναν στην πράξη οι ωραίες διακηρύξεις του για έναν καλύτερο σοσιαλισμό, με μια “βελούδινη” αντεπανάσταση που τον ανέτρεψε. Στη Δύση, ο ευρωκομμουνισμός έχασε σύντομα κάθε λόγο διακριτής ύπαρξης από τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ σήμερα δείχνει επί τω έργω κι από κυβερνητικές θέσεις το είδος του “κομμουνισμού” και της Αριστεράς που πρεσβεύει.

Τα φληναφήματα για ένα σοσιαλισμό χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου κατέληξαν στη δικτατορία της αστικής τάξης. Και η γλυκερή αυταπάτη ενός δημοκρατικού τρίτου δρόμου χωρίς επαναστατική βία -που είναι ενάντια στη “δημοκρατία”- οδήγησε στην ταχύτατη ενσωμάτωση στο σύστημα που θεωρητικά επιχειρούσαν να αλλάξουν από τα μέσα, με τα δικά του εργαλεία (πχ εκλογές). Αν αποδείχτηκε κάτι από όλα αυτά, δεν είναι η αδυναμία του σοσιαλισμού να εξελιχθεί, αλλά η ουτοπία ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και μιας αστικής τάξης που θα πειθόταν με δημοκρατικά μέσα να απαρνηθεί τα προνόμιά της και τη φύση της. Για να το θέσουμε παραφράζοντας ένα γνωστό σύνθημα των ευρωκομμουνιστών: “ο καπιταλισμός ή θα είναι εκμεταλλευτικός-καταπιεστικός ή δε θα υπάρξει…”

Κάτι ακόμα, σχετικά με αυτό το “από μέσα”. Ο σοσιαλισμός μπορούσε όντως να αλωθεί από μέσα, δηλαδή από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δεν επικρατεί αυτόματα-μηχανιστικά. Παλεύει με τις επιβιώσεις του παλιού, φέρνει στο προσκήνιο ως βασικό παράγοντα την πολιτική, δηλαδή τη συνειδητή δράση των υποκειμένων και σε αυτήν δεν είναι τίποτα δεδομένο, μια για πάντα. Ούτε καν ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος, της οργανωμένης πρωτοπορίας, που τελικά αλώθηκε από εχθρικά στο σοσιαλισμό στοιχεία, με προβιά κομμουνιστή και συνθήματα για έναν καλύτερο (ή περισσότερο) σοσιαλισμό.

Όπως ο καπιταλισμός δε νοείται χωρίς τα βασικά χαρακτηριστικά του, που είναι η εμπορευματική παραγωγή και το κυνήγι του κέρδους -ενώ το πολιτικό εποικοδόμημα μπορεί να ποικίλει- έτσι και ο σοσιαλισμός δεν υφίσταται χωρίς κάποιες δικές του βασικές προϋποθέσεις: την εξάλειψη των ιδιωτικών κεφαλαίων και του ιδιωτικού κέρδους, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι ευρέως συκοφαντημένη έννοια.

Η σοσιαλιστική εξουσία έχει ως σκοπό της το μετασχηματισμό του κόσμου και η λειτουργία της έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την έννοια της καλλιέργειας. Για να αποδώσει καρπούς, δεν πρόκειται να αφήσει γενικά “όλα τα λουλούδια να ανθίσουν”, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν αγριόχορτα, παράσιτα και ζιζάνια, που πρέπει ασφαλώς να καταπολεμηθούν, με “διοικητικά” μέτρα.
Όταν η σοσιαλιστική εξουσία καλείται να λάβει δυναμικά μέσα αντιμετώπισης μιας κατάστασης, αυτά έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς το Τείχος του Βερολίνου. Δεν είναι μια δικτατορική επίδειξη δύναμης, αλλά μια “αδυναμία” έγκαιρης αντιμετώπισης των προβλημάτων, προληπτική αντιμετώπιση των αδυναμιών στις οποίες πατά η αντεπανάσταση για να εκδηλωθεί και να οξύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η δικτατορία του προλεταριάτου περιλαμβάνει αναπόφευκτα βίαια και κατασταλτικά μέτρα -αλλιώς δε θα ήταν δικτατορία- χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτά. Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε μια αποστροφή των κλασικών που όριζαν την επανάσταση ως το πιο “βίαιο κι αυταρχικό” πράγμα που μπορεί να δει κανείς. Αλίμονο αν πιστεύει κανείς πως μπορούμε να κάνουμε χωρίς τέτοιες μεθόδους -ιδιαίτερα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες εμφανίστηκαν τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα- ή ότι η πορεία της επανάστασης θα είναι εύκολη κι ανέμελη νίκη, σαν υγιεινός περίπατος στην εξοχή (στα λιβάδια, με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως λέει το σχετικό κλισέ). Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη δικτατορίας, αλλά πως αυτή θα είναι όντως του προλεταριάτου, θα επιβεβαιώνει τη λειτουργία της ως όργανο κυριαρχίας μιας τάξης που αλλάζει επαναστατικά τον κόσμο και δε θα εκφυλιστεί, ούτε θα την οικειοποιηθούν ηγετικά στελέχη που θα βλέπουν το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.

Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού μια μεταβατική διαδικασία, μια διαρκής εξέλιξη, ένα προτσές, προς την αταξική κοινωνία του μέλλοντος. Δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, γιατί αλλιώς θα υποχωρήσει -όπως περίπου έγινε και στις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Διδάσκεται από την πείρα του, από τα ίδια τα λάθη και τις αντιφάσεις του. Θα γυρίσει στο ιστορικό προσκήνιο δριμύτερος και πιο σοφός, χωρίς τις αυταπάτες του παρελθόντος, όχι όμως χωρίς λάθη και άλλες αντιφάσεις -αλλιώς δε θα ήταν σοσιαλισμός και θα περνούσαμε κατευθείαν στον κομμουνισμό.

Ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές μπορούν να αλλάξουν, να εξελίσσονται διαρκώς, αυτός είναι όρος της ύπαρξής τους -πολύ διαφορετικός από την “ανανέωση” που επαγγέλλονταν οι ευρωκομμουνιστές και τη σοσιαλδημοκρατική σκουριά στην οποία κατέληξαν. Αυτό που δε γίνεται όμως είναι να απολέσουν τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να συνεχίσουν να είναι κομμουνιστές, να επιδιώκουν δηλαδή να αλλάξουν τον κόσμο και να τον απαλλάξουν από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.


Με αυτήν -και μόνο με αυτήν- την έννοια, έχει δίκιο ο Πρετεντέρης. Οι κομμουνιστές μπορούσαν να υπάρξουν μόνο με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή και όχι σα μια εκδοχή κυβερνώσας αριστεράς που ζούμε σήμερα -άσχετα αν ο ίδιος ο Πρετεντέρης και το ΔΟΛ κάνουν τα πάντα για να μας τους παρουσιάσουν ως “κομμουνιστές”.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

La casa de papel – Η ονείρωξη του Λαφαζάνη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Το “χάρτινο σπίτι” όπως μεταφράζεται επί λέξει το “Casa de Papel”, είναι μια σειρά ισπανικής παραγωγής που αναφέρεται σε μια ληστεία στο Εθνικό Νομισματοκοπείο στη Μαδρίτη. Στα ελληνικά μεταφέρθηκε με τον τίτλο “η τέλεια ληστεία” αν και στην πραγματικότητα βλέπουμε πώς περιπλέκεται και στραβώνει το αρχικό “τέλειο σχέδιο” οκτώ ληστών και του καθηγητή που τους εκπαίδευσε, ως ο εγκέφαλος της επιχείρησης. Ως εδώ η περιγραφή μοιάζει λίγο με το “The Κόπανοι” του Γ. Κωνσταντίνου, αλλά οι ομοιότητες είναι απλά και μόνο εξωτερικές.

Η δράση είναι πυκνή, ενίοτε καταιγιστική και τα 15 επεισόδια των δύο πρώτων κύκλων αναφέρονται σε γεγονότα που δεν ξεπερνούν συνολικά τη μια βδομάδα, στο χωροχρόνο της σειράς, αν και υπάρχουν συχνές αναδρομές στους πέντε μήνες της προετοιμασίας και της εκπαίδευσης των ληστών για την εφαρμογή του σχεδίου.


Η επιτυχία της σειράς ήταν τέτοια που έκανε το γνωστό Netflix να ενδιαφερθεί και να αγοράσει τελικά τα δικαιώματά της. Μια λογική κίνηση αφού το Casa de Papel τα έχει στην κυριολεξία όλα. Κι η κυριολεξία εδώ περιλαμβάνει ακόμα και τις άσχημες πλευρές, αδυναμίες κι αντιφάσεις.

Η σειρά έχει πχ σκηνές που μοιάζουν, μυρίζουν ή μάλλον βρωμάνε Ταραντίνο από χιλιόμετρα, με τους ληστές να σημαδεύουν ο ένας τον άλλο με πιστόλια, αλλά (τους βάζει να) αναγνωρίζουν με αυτοσαρκασμό, γιατί δεν παίζουν σε δική του ταινία και πρέπει να ηρεμήσουν.

Έχει στοιχεία “αμερικανιάς” και μερικά κλισέ, αλλά δεν εξυμνεί τους καλούς αστυνομικούς, όπως θα έκανε κάθε made in USA παραγωγή που σέβεται την τηλεθέαση, τους χορηγούς και το μέλλον της στην τηλεόραση. Ίσα-ίσα που δεν τηρεί καν ίσες αποστάσεις και παίρνει θέση υπέρ των ληστών, παρουσιάζοντάς τους ανθρώπινους, συμπαθείς, ακόμα και ιδεολόγους, ως ένα σημείο. Λίγο-πολύ στο πνεύμα των γνωστών στίχων του Σιδηρόπουλου.

Ληστέψανε την τράπεζα
και τι με νοιάζει εμένα
δεν είμαι με κανένα.
Σου λέω καλά της κάνανε
γιατί μας προκαλούσε,
γεμάτη εκατομμύρια,
ενώ κι ο Θεός πεινούσε.
(…)
Άντε και καλή τύχη μάγκες…

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του σχεδίου εξάλλου βασίζεται ακριβώς στην έξωθεν καλή μαρτυρία των ληστών, ενάντια στην εκστρατεία συκοφάντησής τους από την αστυνομία. Προς το τέλος καταλήγουν μάλιστα να κάνουν κάτι σαν… ληστεία λαϊκής βάσης, μια επιχείρηση σοσιαλ-ληστών, αλλά αυτά θα τα δείτε καλύτερα και μόνοι σας.


Η ιστορία είναι αρκετά ρεαλιστική για να σε κρατήσει, φαίνεται ιδιοφυής στη σύλληψη, αλλά όσο προχωρά και ξετυλίγεται το νήμα της, μένουν διάφορα κενά και τρύπες στην εξέλιξη, ενώ κάποια γεγονότα είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, με μια σειρά συμπτωματικών συμπτώσεων, για να προκληθεί σασπένς σε κάθε επεισόδιο. Κατά συνέπεια το πράγμα αρχίζει να ξεχειλώνει σε κάποια σημεία, αφήνοντάς μου προσωπικά παρόμοια αίσθηση με τον “Κώδικα Ντα Βίντσι” όπου εντυπωσιάζεσαι από τις πρώτες σελίδες, αλλά κάπου χάνεις το ενδιαφέρον σου, γιατί πρόκειται για μια κορύφωση διαρκείας, που ακυρώνει εν μέρει τον εαυτό της.

Μιας και μιλάμε για ξεχείλωμα, είναι απορίας άξιο τι θα βρουν να κάνουν οι υπεύθυνοι της σειράς στον τρίτο κύκλο της, που έχει προαναγγελθεί για το 19′, μολονότι οι δύο πρώτοι στέκονται αυτοτελώς και δεν αφήνουν την ανάγκη για έναν τρίτο. Οι λόγοι είναι εύλογοι και η ανάλυσή τους περισσεύει, από τη στιγμή που μπήκε στη μέση το Netflix. Κι αυτή η δικτατορία της επιτυχίας είναι μια βασική αιτία που καταστρέφει πολλές σειρές που έγιναν όμηροι της δικής τους απήχησης, παρασύρθηκαν, σύρθηκαν παραπάνω από όσο έπρεπε δηλαδή και δεν έκλεισαν εγκαίρως τον κύκλο τους, παρά περιφέρονταν ως άταφα πτώματα, μέχρι που άρχισαν να σαπίζουν.

Η σειρά έχει πολύ καλές ερμηνείες, υψηλότατου επιπέδου, αλλά και μια βασική πρωταγωνίστρια-αφηγήτρια, την Τόκιο (γιατί οι δράστες έχουν βασικά ονόματα πόλεων ως ψευδώνυμα) που είναι αρκετές σκάλες κάτω από όλους τους άλλους, κατά τη γνώμη μου, κερδίζει όμως το ενδιαφέρον των ανδρών τηλεθεατών, αλλά και των ελληνικών ΜΜΕ, με την πρόσφατη παρουσία της στη χώρα μας.

Παρά τα διάφορα κενά, το Casa de Papel φροντίζει να δημιουργεί πολύ δυνατούς χαρακτήρες-ρόλους (papel εξάλλου σημαίνει και ρόλος εκτός από χαρτί) και έντονες σχέσεις μεταξύ τους, καθημερινές κι ανθρώπινες. Όπως μου είπε και μια φίλη, με την οποία συζητούσαμε για τη σειρά, είχε αγωνία κάθε βράδυ που πήγαινε για ύπνο, μετά από δύο-τρία επεισόδια, να μην πάθουν κάτι κακό στα επόμενα. Έχει όμως κι εξαιρέσεις στον κανόνα, την εξής μία (καλά θα την/τον καταλάβετε από την πρώτη αρχή), που εύχεσαι να πεθάνει από τα πρώτα λεπτά και φτάνει όντως κοντά, αλλά είναι πάντα εκεί, γιατί έχει ένα συγκεκριμένο ρόλο να επιτελέσει.
Άφησα για το τέλος το καλό (;) για να κάνουμε πολιτικό φινάλε. Η σειρά έχει ξεκάθαρες αναφορές στους αγανακτισμένους που ξεκίνησαν άλλωστε από την Ισπανία (Que hora es, estamos despiertos ya…), την αστυνομική τους καταστολή, τη μητριαρχία και την πατριαρχία εντός της ομάδας των ληστών -αλλά ούτε ένα τσιτάτο του Ένγκελς απ’ την καταγωγή της οκογένειας… Κάνει μια ανάλυση επιπέδου Βαρουφάκη στο τελευταίο επεισόδιο για τα χρήματα που μπορεί να αντιστοιχούν σε αέρα κοπανιστό αλλά βαφτίζονται ένεση ρευστότητας για το τραπεζικό σύστημα. Έχει μάσκες του Νταλί και κόκκινες φόρμες, που παραπέμπουν κάπως συνειρμικά στη μάσκα του V for Vendetta. Και επιβεβαιώνει το Ζαραλίκο που εκτιμά πως παράγουμε περισσότερο “Bella Ciao” από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε. Υπάρχει μάλιστα μια σκηνή με τον εγκέφαλο και τον υπαρχηγό, που το τραγουδάνε συγκινημένοι, την τελευταία νύχτα πριν την επιχείρηση, λες και ξεκινάν να βγουν στο βουνό (αλλά την κατέβασαν από το Youtube).


Αλλά όπως σημειώνει μια άλλη φίλη, αποφεύγει τα “σεσημασμένα” και χρωματισμένα τραγούδια του ισπανικού εμφυλίου, που μπορεί να ξυπνούσαν πάθη και αντιδράσεις στο τηλεοπτικό της κοινό που αργότερα βέβαια έγινε διεθνές. Ενώ το Bella Ciao είναι πιο διεθνές και -δια της συχνής επανάληψης ακόμα και σε διασκευή στη Μύκονο- αποφορτισμένο.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με νομισματοκοπείο, έκδοση χρήματος, που είναι η ονείρωξη του Λαφαζάνη και μια ληστεία που αν ήμασταν σε πιο πολιτικοποιημένες εποχές, θα την παρουσίαζαν -ξέρω εγώ- σα συνέχεια των αντίστοιχων επιχειρήσεων των μπολσεβίκων στον Καύκασο, για να χρηματοδοτήσουν τις επαναστατικές δράσεις τους, παρά τις αντιδράσεις των μενσεβίκων, που σοκάρονταν με τέτοιες μεθόδους. Κι αν είχε γυριστεί μέχρι το 2015, είναι εντελώς σίγουρο πως το διαφημιστικό της ΛΑΕ με το Λάφα, δε θα είχε απλά ένα ταξί, αλλά κανονική σκηνή απ’ τη σειρά. Μη σου πω κιόλας ότι οι (σοσια)ληστές θα έβαζαν μάσκα Λαφαζάνη, αντί για μάσκα Νταλί, δείχνοντας με τη δράση τους πως το αστικό κράτος κι οι δυνάμεις καταστολής του δεν είναι πανίσχυρα, όπως νομίζουμε.

Δεν είναι εύκολο να αποφασίσεις τελικά αν τα αριστερίζοντα στοιχεία συγκαταλέγονται στα θετικά ή τα αρνητικά σημεία της σειράς. Σίγουρα όμως δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα και μια καλτ αίσθηση. Ή μάλλον προλεκάλτ, αφού έχουμε ακόμα κι έναν ανθρακωρύχο από την Αστούρια, γεννημένο την Πρωτομαγιά, που έφαγε τη μισή ζωή του σκάβοντας τούνελ και θέλει να βρει μια διέξοδο, κάτι διαφορετικό, να νιώσει τη γλυκιά πλευρά της ζωής, ότι είναι ωραία, λα βίτα ε μπέλα.


Ω μπέλα τσάο, μπέλα τσάο, μπέλα τσάο-τσάο-τσάο…

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Γάτα – ο σύντροφος με τα μουστάκια

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα της γάτας, η οποία συμπίπτει με την παγκόσμια ημέρα του οργασμού κι ίσως να μην είναι τυχαίο. Πολλοί βέβαια βλέπουν στις γάτες ένα υποκατάστατο για τον ερωτικό σύντροφο που δεν έχουν, οπότε δε συνδυάζουν τις δύο γιορτές. Κι είναι σαν ιστορία από τη σειρά Καστράτο του Αρκά, με την Λουκρητία που είναι απελπιστικά διαθέσιμη και απεγνωσμένη για σεξουαλική επαφή.

Ο οργασμός είναι ζωώδης κι εγκεφαλικός ταυτόχρονα, κάπως σαν τις γάτες που συνδυάζουν και τα δυο στοιχεία. Μπορεί πχ να μην ασχοληθεί μαζί σου, παρά μόνο τη στιγμή που θα πεινάσει και θα σου τριφτεί για να την ταΐσεις, μένοντας απόμακρη και ξαπλωμένη όλη την υπόλοιπη ώρα. Παρόλα αυτά παραμένει εξαιρετικά ευκίνητη, για να σου ξεφύγει, ενώ το ανθρώπινο είδος αν ακολουθήσει την ίδια συνταγή (μαμ-κακά και νάνι), θα καταλήξει μπαούλο ακίνητο, όπως πολλοί άρρωστοι του ανεπτυγμένου κόσμου που πάσχουν από παχυσαρκία.

Την άλλη στιγμή όμως, η γάτα μπορεί να γίνει δραστήρια, χαδιάρα και παιχνιδιάρα. Εκεί δεν είναι άλλωστε που επιβεβαιώνουμε και εμείς την ανθρώπινη υπόστασή μας; Όταν κάνουμε κάτι για τη δική μας ευχαρίστηση και όχι γιατί είμαστε υποχρεωμένοι, όπως με την εργασία και τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της. Καμία γάτα όμως δε θα ήταν τόσο χαζή ώστε να δουλέψει για να εξασφαλίσει το προς το ζην. Κάτι που μας θυμίζει μια ατάκα του Ψάλτη για τις διαφορές του ανθρώπου από τα ζώα, καθώς ο πρώτος ασφαλίζεται στο ΙΚΑ -που κανένα ζώο δε θα δεχόταν να το κάνει.

Ο άνθρωπος βλέπει στη γάτα μια αρχοντική ομορφιά, μιλάει για γατίσια μάτια, για γυναίκες που γίνονται γατούλες ή ενίοτε και αγριόγατες, βγάζοντας νύχια, αν και λίγα πράγματα προσφέρουν πιο γελοίο θέαμα από ανθρώπους που προσπαθούν να μιμηθούν τη χάρη της γάτας και διάφορα κακέκτυπα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, που νιαουρίζουν: “Νιάου βρε γατούλα, με τη ροζ μυτούλα…”
Οι γάτες γουργουρίζουν από ευχαρίστηση όταν τις χαϊδεύεις, τρίβονται για να κερδίσουν την προσοχή σου, αλλά καλύτερα να περιορίσεις τους παραλληλισμούς και τα “ψιτ” μονάχα στις τετράποδες γατούλες, αλλιώς σου αξίζει να γίνεις βούκινο και να φύγεις σα βρεγμένη γάτα.

Αλλά η σεξουαλική επαφή για τις γάτες δεν έχει πολλά εγκεφαλικά στοιχεία. Προσφέρει πόνο για τις θηλυκές και ικανοποίηση ενός βιολογικού ενστίκτου για τα αρσενικά, που παίρνουν την πρωτοβουλία και φωνάζουν κατά τη διάρκεια της πράξης. Ο Ιωαννίδης (ο παλιός προπονητής του μπάσκετ) είχε πει σε μια συνέντευξη τύπου “σκούζει ο γάτος, ενώ είναι από πάνω”, υπονοώντας πως ο αντίπαλος προπονητής διαμαρτυρόταν για τη διαιτησία, ενώ τον είχαν ευνοήσει. Ήταν όμως κι εξαιρετικά προληπτικός, οπότε είχε τρελαθεί βλέποντας σε ένα Φάιναλ Φορ του Άρη πως η ομάδα κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο που είχε στο θυρεό του μια μαύρη γάτα.

Εκτός από την ομορφιά, ο άνθρωπος απέδωσε στις (μαύρες) γάτες και την κακοτυχία, μες στην τόση “σοφία” του. Κι αυτό είχε εμπνεύσει κάποιους αναρχικούς να βαφτίσουν έτσι “μαύρος γάτος” τη δική τους ομάδα στη Θεσσαλονίκη. Αν και μπορεί να πήραν την έμπνευση από το ομώνυμο τραγούδι των δύο Παπακωνσταντίνου (με την ερμηνεία του Βασίλη και τους στίχους του Θανάση). Αλλά οι γάτες είναι κυρίως έξυπνες, παμπόνηρες και αποτυπώθηκε και αυτό σε διάφορα τραγούδια κατά καιρούς.










Μια άλλη τετριμμένη ανάλυση είναι πως οι γάτες είναι αστικά ζώα, εγωίστριες και καπιταλιστές, που δε σε αγαπούν πραγματικά αλλά σε θέλουν για να σε εκμεταλλευτούν κι ύστερα δε σου δίνουν καμία σημασία. Σε αντίθεση με τους σκύλους που είναι πιστοί κι αφοσιωμένοι, μέχρι θανάτου. Στην πραγματικότητα, οι γάτες είναι απλώς ανεξάρτητες, πιο αυτάρκεις, δε χρειάζονται αφεντικά και έχουν την ουρά τους κυρίως για να κρατάνε ισορροπία κι όχι για να την κουνάνε με υποτέλεια στους ανώτερους, γεμίζοντάς τους σάλια, ούτε για να γίνουν ουρά κάποιου άλλου.

Είναι μεγάλο ψέμα όμως πως δεν αγαπάν τους ανθρώπους που τις φροντίζουν κάθε μέρα και πως δεν έχουν αισθήματα. Και η μοναδική τους σχέση με το σύστημα, είναι πως έχουν και αυτές την έγνοια να σκεπάσουν τις ακαθαρσίες τους, για να μην τις μυριστεί κανείς. Με τη διαφορά βέβαια πως αυτές είναι πολύ καθαρά ζώα, σε αντίθεση με την ανίατη κι εγγενή βρομιά του συστήματος, και πλένουν οι ίδιες τον εαυτό τους -κι ας φοβούνται το νερό.

Οι γάτες δε χρειάζονται τη βασική αντίθεση με τους σκύλους, γιατί έχουν τις δικές τους διαλεκτικές αντιφάσεις να λύσουν. Μπορεί πχ να σκαρφαλώσουν σε ένα δέντρο, με θαυμαστό θάρρος και ευλυγισία, αλλά να εγκλωβιστούν και να αρχίσουν να νιαουρίζουν καλώντας σε βοήθεια, αν βρεθούν πολύ ψηλά. Και όταν σπεύσει η ανθρώπινη βοήθεια, να φοβούνται όταν τις πλησιάσει πολύ κάποιος άγνωστος και να ξεφεύγουν μόνες τους, για να τον αποφύγουν…

Οι γάτες είναι πολύ καλοί τερματοφύλακες, που πιάνουν πουλιά στον αέρα -ενίοτε στην κυριολεξία και υπάρχουν μια σειρά ανεβασμένα βίντεο που το αποδεικνύουν. Καμία γάτα δε θα έτρωγε πχ τα γκολ που δέχτηκε ο Κάριους στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ και ο Γιάννης Α-Γιάννης το ξέρει αυτό από πρώτο χέρι. Μπορεί να μη διακρίνουν πολλά σε μεγάλη απόσταση, αλλά μες στη μικρή περιοχή καθαρίζουν όλες τις φάσεις κι ό,τι κινείται: από ποντίκι, μέχρι κουβάρια με κλωστή, σα σύγχρονος Θησέας.

Οι γάτες είναι επίσης πολύ καλοί… απορροφητήρες κάθε έγνοιας και στενοχώριας. Και το μόνο που σου ζητούν για αντάλλαγμα, είναι να ρουφάς εσύ τις τρίχες τους, με την ηλεκτρική σκούπα, που μπορεί να τις φοβίζει με το θόρυβο που κάνει.


Οι γάτες, με δυο λόγια, μπορεί να μην είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, γιατί είναι αυτάρκεις και δεν έχουν ανάγκη από φίλους, είναι όμως ένας πολύ καλός σύντροφος. Σα να λέμε ο σύντροφος με τα μουστάκια, όπως και τα γατιά στη φωτογραφία…


*Όπως με πληροφόρησε ένας σ/φος η ομάδα λέγεται “Μαύρη Γάτα” (κι όχι μαύρος γάτος) και πήρε το όνομά της από το αντίστοιχο σύμβολο της ισπανικής αναρχοσυνδικαλιστικής οργάνωσης CNT. Το σημειώνω ως υστερόγραφο προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Και τι να έκανε η κυβέρνηση; -Και τι δεν έκανε…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Πρέπει να είναι κανείς απονήρευτος ή απλά τυχερός για να μην έχει δει τις τελευταίες μέρες μια συστηματική και λυσσασμένη παρέμβαση των λεγόμενων Συριζοτρόλ στο διαδίκτυο που επιχειρούν να βγάλουν λάδι την κυβέρνηση, κάνοντας το άσπρο-μαύρο ή μάλλον το μαύρο από τα καμένα ρόδινα.

-Ακόμα και μετεωρίτης να πέσει, για εσάς θα φταίει ο Τσίπρας. Και τι μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με τέτοιες συνθήκες, τέτοια ακραία καιρικά φαινόμενα και ένα οργανωμένο σχέδιο με τόσες ταυτόχρονες εστίες φωτιάς;

Πάρα πολλά είναι η απάντηση. Και για τη στελέχωση του πυροσβεστικού σώματος και για τον εξοπλισμό του και για τις αντιπυρικές ζώνες και για την αυθαίρετη δόμηση και για τα δάση, για τη γη συνολικά και την πολιτική αξιοποίησής της. Δεν είναι τα μέτρα και οι προτάσεις που έλειπαν, αλλά η πολιτική βούληση.

Όλα αυτά βέβαια αφορούν το “πριν”, το κομμάτι της πρόληψης, και δε γίνονται κατόπιν εορτής. Υπάρχει όμως και ο τομέας της αντιμετώπισης των πυρκαγιών, αφού ξεσπάσουν. Κι εδώ μπορούμε να δούμε και να κρίνουμε αυτά που έκανε η κυβέρνηση και τι θα μπορούσε, τουλάχιστον, να μην κάνει.

Αρχικά η κυβέρνηση και ο επικοινωνιακός στρατός της στα social media έπαιξαν το χαρτί της υποβάθμισης των πυρκαγιών και της πραγματικής τους έκτασης, για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Μόλις αυτή έγινε αντιληπτή, κάποιοι άρχισαν το τροπάρι πως δεν μπορούμε να μιλάμε για “πρωτοφανή καταστροφή”, γιατί υπήρχαν και οι αντίστοιχες πυρκαγιές στην Ηλεία, που είχαν επίσης δεκάδες θύματα.

Ύστερα ακούσαμε από τα πλέον επίσημα χείλη, του πρωθυπουργού, τη θεωρία για τα “ασύμμετρα φαινόμενα” που την πήραν οι κολαούζοι και την ανέπτυξαν, αφήνοντας υπονοούμενα για ξένα κέντρα και πράκτορες άλλων κρατών που ήθελαν να… αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση.
Μετά η βελόνα κόλλησε στις ακραίες καιρικές συνθήκες και τους ισχυρότερους ανέμους των τελευταίων ετών και η ευθύνη έπεσε πάνω τους. Και στα ασύμμετρα φαινόμενα. Και στο φαύλο παρελθόν, από το οποίο παρέλαβαν καμένη γη, συνεπώς τι να έκαναν; Και στους πράκτορες του ΣΚΑΪ που βρίσκονται αμέσως στα πύρινα μέτωπα, σα να έχουν εσωτερική ενημέρωση. Και στον Καραθανασόπουλο που εμφανίστηκε στο ΣΚΑΪ, στο ίδιο πάνελ με το Α. Γεωργιάδη -τον Άδωνη κι αν ξεπλένεις, το κομμούνι σου χαλάς…

Αλλά αν κάποιος τολμούσε να μιλήσει για τις ευθύνες τις κυβέρνησης, απαντούσαν αμέσως πως δεν είναι ώρα για να καταλογίσουμε ευθύνες, και όποιος μιλούσε για αυτές, έκανε μικροπολιτική με τα απανθρακωμένα πτώματα. Κρίμα που δεν είχαν ένα καθρεφτάκι να δουν τον εαυτό τους, το μοίρασαν μαζί με τις χάντρες στους ιθαγενείς.

Ναι αλλά είχαμε και συνέχεια. Διέρρευσαν και διέδωσαν το ψέμα (τα αγαπημένα τους “fake news”) για το νόμο περί μονιμοποίησης πυροσβεστών που έφερε τάχα η καλή κυβέρνηση στη Βουλή, αλλά το καταψήφισαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης -κι ανάμεσά τους το ΚΚΕ. Ντράπηκαν και τα ψέματα που έλεγαν, για λογαριασμό τους…

Βρήκαν ρεπορτάζ με παλιότερες αντιδράσεις, από το 2015, ντόπιων ιδιοκτητών αυθαίρετων κατοικιών, για να τους φορτώσουν την ευθύνη για την καταστροφή. Ξέχασαν (;) βολικά όμως πως οι δικές τους εφημερίδες πανηγύριζαν με πρωτοσέλιδα, μόλις ένα χρόνο πριν, για τη διευθέτηση του ζητήματος με τα αυθαίρετα και τη νομιμοποίησή τους.

Έστησαν μια θεατρική παράσταση με την εσπευσμένη επιστροφή του Τσίπρα από τη φιέστα στη Βοσνία και την… ενημέρωσή του από τους αρμόδιους, ενώ όλα δείχνουν πως γνώριζαν ήδη την αλήθεια για τα πρώτα πτώματα που διακομίζονταν απανθρακωμένα στο νεκροτομείο και φρόντισαν να την αποκρύψουν για να κερδίσουν χρόνο και εντυπώσεις, με απίστευτο κυνισμό.

Έστησαν μια διυπουργική συνέντευξη τύπου για να κάνουν τον απολογισμό και να πουν με θράσος πως όλα ήταν καλώς καμωμένα και δε διαπιστώθηκαν σοβαρά επιχειρησιακά λάθη. Φαντάσου δηλαδή να είχαν γίνει και λάθη, τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα…

Στο καπάκι έστησαν και μια συμπληρωματική παράσταση, με έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και τον Τσίπρα να κάνει αργοπορημένα το αυτονόητο, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη, για να συμμαζέψουν τις αλγεινές εντυπώσεις από την προηγούμενη ημέρα.

Είπαν ψέματα, κάλυψαν τη λερωμένη φωλιά τους, λειτούργησαν σαν επιχείρηση που σκέφτεται λογιστικά το (πολιτικό εν προκειμένω) κόστος και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να το μειώσουν. Όταν δεν έβγαινε μια συνταγή, δοκίμαζαν το επόμενο τέχνασμα και όλα μαζί ταυτόχρονα. Σκέφτηκαν θρασύδειλα πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, και βγήκαν με αλαζονικό ύφος ακόμα κι απέναντι στους ίδιους τους πληγέντες για να τους ρίξουν την ευθύνη. Δεν κράτησαν καν χαμηλούς τόνους, για τα μάτια του κόσμου.

Και μόνο για αυτό, η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι κατάπτυστη. Όχι για την εγκληματική της αμέλεια, όχι για όσα δεν έκανε, ενώ ήταν στο χέρι της. Αλλά για αυτά που έκανε, για να συγκαλύψει τις ευθύνες της και να σκεπάσει τις αρνητικές εντυπώσεις, παίζοντας το επικοινωνιακό παιχνίδι των εντυπώσεων.

Θα ρωτήσει κανείς: μα η κυβέρνηση είναι ο ένοχος; Όχι ακριβώς. Ένοχος για το έγκλημα αυτό είναι η πολιτική που ευθύνεται για την ανύπαρκτη αντιπυρική προστασία, το αστικό κράτος που εμφανίζεται δια της απουσίας του και δείχνει την πραγματική του φύση, το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο βασίστηκε η δόμηση και η τουριστική ανάπτυξη στη χώρα μας, το κέρδος, η αρπαχτή, οι κυβερνήσεις που τα νομιμοποίησαν, με δυο λόγια το καπιταλιστικό σύστημα και οι πολιτικοί του υπηρέτες.

Κι αν ευθύνονται για κάτι οι αριστεροί υπηρέτες αυτού του συστήματος, είναι για αυτό ακριβώς. Γιατί το υπηρετούν με αριστερό προσωπείο και με τον πιο χυδαίο τρόπο, για να διασφαλίσουν την κερδοφορία του και να γίνουν ακόμα πιο αποτελεσματικοί από τους δεξιούς ανταγωνιστές τους σε αυτό το κομμάτι.


Εκτός κι αν τα Συριζοτρόλ πιστεύουν πως τους παίρνει να παίξουν πάλι το χαρτί της “καλής κυβέρνησης” που δεν έχει όμως την εξουσία, έχει δεμένα τα χέρια της και τα μεγάλα συμφέροντα δεν της επιτρέπουν να προωθήσει τα μέτρα που θέλει και το… σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ο Στάλιν στην Κολιμά, ο αντισοβιετισμός στο κόκκινο

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή, όπως λέει η Πωλίνα. Ή αλλιώς με πάλη ταξική, που την καθορίζουν κάποιες νομοτέλειες. Αυτές δεν πρέπει να νοούνται ως σιδερένια, αμετακίνητα διατάγματα, αλλά ως γενικοί νόμοι και αντιθέσεις που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο φάσμα δυνατοτήτων για τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα. Ό,τι συμβαίνει, έχει ερμηνεία, αιτίες και με αυτήν την έννοια είναι νομοτελειακό. Δεν είναι όμως κι αναπόφευκτο, καθώς η ιστορία μας αφήνει πάντα διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης, πχ σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός υπάρχει ως προοπτική κι εναλακτική, δε θα έρθει αναπόδραστα από μόνος του όμως, νέτος-σκέτος, αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Η ιστορία δε γράφεται με "αν" -εκτός κι αν πρόκειται για το "αν" της ανυπακοής. Τα μυθιστορήματα εναλλακτικής ιστορίας όμως έρχονται να πατήσουν ως είδος στα "κενά" της, σε αυτές τις δυνατότητες διαφορετικής εξέλιξης και στις πιο ιντριγκαδόρικες κι αντιδιαλεκτικές υποθέσεις: "τι θα γινόταν αν..."



Το βιβλίο του Μπελαντή έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, γιατί καταπιάνεται με μια πολύ μεστή περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και με την εσωκομματική διαπάλη μετά το θάνατο του Λένιν. Στην οποία δεν επικρατεί τελικά ο Στάλιν, ούτε κάποιος άμεσος αντίπαλός του, αλλά ο Ράντεκ και οι τροτσκιστές, για το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου. Το οποίο αντιστρέφει σαν καθρέφτης τις αντίπαλες πλευρές και τους ρόλους τους, για να δείξει πιθανότατα πως κάποιες επιλογές-γεγονότα ήταν αντικειμενικά, πέρα από τα διάφορα πρόσωπα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, ως προσωπικότητες.

Αυτό όμως για το συγγραφέα δε σημαίνει πως η πάλη κι η εξουσία των μπολσεβίκων θα έπαιρναν αναπόφευκτα -για να αποφύγουμε το νομοτελειακά- συγκεκριμένες μορφές και χαρακτηριστικά -εν ολίγοις αυτά που συμπυκνώνει ως όρος η "δικτατορία του προλεταριάτου". Σημαίνει απλώς πως θα είχαμε "μία από τα ίδια", που ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ως ένα καταπιεστικό, εκμεταλλευτικό καθεστώς, με εκτεταμένη χρήση καταστολής.

Ο Μπελαντής χρησιμοποιεί ένα τσουβάλι, αλλά κι ένα ιδιότυπο "διαλεκτικό" σχήμα διαφοράς-ταυτότητας για την ηγεσία των μπολσεβίκων και τους κλασικούς του μαρξισμού, που δε φτάνουν τη σκαιότητα του (σατανικά κακού, ακόμα κι όταν δεν έχει την εξουσία) Στάλιν, συνδέονται οργανικά όμως με βασικά στοιχεία του "σταλινισμού" και τους λόγους που επικράτησε. Ο Τρότσκι είναι σαφώς πιο διαλλακτικός, ευθύνεται όμως για την αντίληψη της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και των συνδικάτων. Ο Λένιν έχει μια αντιγραφειοκρατική αναλαμπή στο "Κράτος κι Επανάσταση", αλλά δεν έμεινε συνεπής σε όσα έγραφε για τη συμμετοχή των μαζών στη διακυβέρνηση. Ούτε καν ο Μαρξ δεν ξεφεύγει από το στόχαστρο της κριτικής για κάποιες εκτιμήσεις του.

Αν αυτό για κάποιους δείχνει ένα ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα που αναστοχάζεται και αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το μαρξισμό, από την άλλη μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις για τη σχέση του συγγραφέα με αυτόν (τη μαρξιστική ιδεολογία) και σε ποιο βαθμό τον ασπάζεται ως μέθοδο και θεωρία.

Γιατί κρίνουμε όμως με πολιτικούς όρους ένα μυθιστόρημα;
Γιατί το καθιστά αναπόφευκτο το θέμα του, ακόμα κι αν δεν πολιτικολογούσε εκτενώς ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία και χωρίς λογοτεχνικά προσχήματα. Η σοβιετική πείρα μπορεί να προκαλεί ενδιαφέρον σε διάφορες πτυχές, διαστάσεις της και ζητήματα, που δε στερούνται βέβαια πολιτικής χροιάς, πόσο μάλλον όταν αφορούν την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ. Η δημιουργική μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας είναι θεμιτή, υπόκειται αυτονόητα όμως σε πολιτική κριτική. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να φτιάξει το δικό του ιστορικό σύμπαν με τα υλικά που νομίζει, ενώ εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κρίνουμε τι έφτιαξε, αν ακολουθεί κάποιους κανόνες στην "πολιτική κουζίνα" του ή ψάχνει απλώς να δικαιώσει και να ικανοποιήσει τις εμμονές του.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει για ένα συγγραφέα -καθαρά λογοτεχνικά μιλώντας- είναι να παρουσιάσει τους ήρωές του ως φωτοτυπίες του εαυτό του, για να επαναλαμβάνουν όλοι μαζί τις απόψεις του. Και ο Μπελαντής δε φαίνεται να θέλει καν να αποφύγει αυτόν το σκόπελο. Στο δικό του ιστορικό σύμπαν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες αυτομαστιγώνονται στους εσωτερικούς τους μονόλογους με τα λόγια του και τις δικές του απόψεις, αναγνωρίζουν τα λάθη τους, πως έχουν ξεστρατίσει από τα επαναστατικά ιδανικά τους, άλλο αν η αυτοκριτική τους δε μεταφράζεται σε έμπρακτη μεταμέλεια. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν λίγο πολύ απεκδυθεί τις δικές τους ιδέες, η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν έχει κανένα περιεχόμενο, καμία πολιτική βάση κι είναι απλώς ένας άθλιος αγώνας για την εξουσία, ανάμεσα σε εξίσου άθλια ανθρωπάρια, που είναι έτοιμα να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, ακόμα και την ατομική βόμβα! Ο Μπελαντής δε μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, αλλά μια δράκα παλιοχαρακτήρες, αδίστακτους και κυνικούς, που παλεύουν για την εξουσία -το μόνο τους ιδανικό- σα βυζαντινοί δελφίνοι, για να επικρατήσει στο τέλος ο δολιότερος, ο πιο αδίστακτος, αλλά βασικά να αλληλοεξοντωθούν.

Οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν (Μολότοφ και Μπέρια) παίζουν μεταξύ τους ρώσικη ρουλέτα με ένα περίστροφο για τη θέση του Γκεν Σεκ (Γενικού Γραμματέα), μετά από απόφαση του Πολιτικού Γραφείου! Ενώ ο Στάλιν (που αναφέρεται ως Γιόζεφ, για να κολλάει με το Γεζόφ) χρησιμοποιεί τηλεπάθεια για να επικοινωνήσει με το Γιούρι Γκέλερ και τον Αϊνστάιν και να τον πείσει να του παραδώσει το μυστικό της ατομικής βόμβας, για να την χρησιμοποιήσει εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων! Το πρόβλημα δεν είναι τα φανταστικά στοιχεία του ιστορικού σύμπαντος του βιβλίου, αλλά τι ακριβώς προσπαθούν να αποδείξουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως σε μια παρουίαση του βιβλίου (στην οποία ακούσαμε εγκώμια σχεδόν για κάθε άλλη πολιτική δύναμη της επαναστατικής εποχής, από τους μενσεβίκους και τους εσέρος έως τους αναρχικούς, εκτός από τους μπολσεβίκους, βεβαίως-βεβαίως), ο συγγραφέας περιέγραψε πως τον απασχόλησε το ερώτημα αν μπορούμε να δούμε το Στάλιν ως άνθρωπο και σημείωνε ως θετικό επίτευγμα πως προσπάθησε να δει και να παρουσιάσει και την ανθρώπινη πλευρά του! Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι που δε μας έδιεξε κάποιο τέρας με δύο κεφάλια, τρία χέρια κοκ.

Πώς απέκτησαν όμως οι Σοβιετικοί την ατομική βόμβα; Από Γερμανούς επιστήμονες που βρίσκονταν σε επαφή με τον Τρότσκι. Εξάλλου οι Σοβιετικοί δε φτάνουν σε κανένα επιστημονικό επίτευγμα μόνοι τους, αλλά τα δανείζονται όλα από τη Γερμανία, στην οποία έχουν επικρατήσει οι σοσιαλδημοκράτες, θέτοντας εκτός νόμου τους ναζί και τους κομμουνιστές, που έχουν όμως αρκετά περιθώρια ημινόμιμης δράσης, ενώ όλοι οι κομμουνιστές της Αντιπολίτευσης βρίσκουν σε αυτήν ασφαλές καταφύγιο.

Το συμπέρασμα είναι πως η αστική δημοκρατία είναι μάλλον προτιμότερη ως πλαίσιο πολιτικής δράσης για τους επαναστάτες, ενώ ήταν μάλλον ακίνδυνη αν όχι και... αλληλέγγυα προς τη σοβιετική εξουσία. Η τελευταία οξύνει τα μέσα και τις μεθόδους πάλης κατά των αντιπάλων της, επειδή είναι βίαια και κακή από τη φύση της, στην "εκφυλισμένη" της εκδοχή, και όχι επειδή απειλείται από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση -αυτή δεν υφίσταται- από κάποιον πόλεμο, από κάποιον εχθρό με άμεσες επεκτατικές βλέψεις ή με την ατομική βόμβα αργότερα -αυτήν την χρησιμοποίησαν εξάλλου οι ίδιοι εναντίον του εαυτού τους, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου για την εξουσία.

Αυτή είναι μια μόνιμη επωδός-σταθερά πολλών αστικών αναλύσεων που παρουσιάζουν το Στάλιν σατανικό και σκαιό, πιθανότατα λόγω χαρακτήρα, και τους μπολσεβίκους πιθανότατα εκ φύσεως αιμοσταγείς, και όχι επειδή υφίσταται λυσσαλέα ταξική πάλη ή επειδή υπάρχει η μόνιμη απειλή -που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε σύντομα και στην πράξη- της ιμπεριαλιστικής απειλής (η οποία αναφέρεται και στο ιστορικό σύμπαν του βιβλίου ως υπαρκτός αλλά όχι ικανός παράγοντας, που ερμηνεύει αλλά δε δικαιολογεί κάποιες επιλογές). Άλλωστε και το βιβλίο φαίνεται σε πολλά σημεία να απευθύνεται σε αντίστοιχο, αστικό κοινό, παρά στον κόσμο του κινήματος, σε όλες τις αποχρώσεις του, που είναι πιο εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, την ορολογία και το πλαίσιό του, και βασικά είναι το κατεξοχήν κοινό που το αγόρασε.

Όποιος ψάχνει κινηματικό αποκούμπι θα το βρει στην αυτοδιαχειριζόμενη μικρή παροικία, που χτίζεται ως ουτοπία κάπου στη Σιβηρία, παράλληλα με το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου και τα θέατρα της εμφύλιας μάχης και σε μια αόριστη υπόσχεση του Ράντεκ, που επιστρέφει στα πράγματα, πως βγήκαν διδάγματα από τα λάθη του παρελθόντος και την επόμενη φορά όλα θα γίνουν καλύτερα.
Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Τόσο για την επανάσταση, όσο και για το επόμενο αντίστοιχο βιβλίο του, τη σκοπιά του και την ποιότητά του.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο και η σημερινή Σερβία

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Τίτο ήταν ένας Κροάτης με Σλοβένα μητέρα, που κράτησε ενωμένη όσο ζούσε τη Γιουγκοσλαβία και λατρεύτηκε από τους Σέρβους, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Το μαυσωλείο του βρίσκεται στο Βελιγράδι, σε ένα μικρό δάσος έξω από το κέντρο της πόλης, όπου στεγάζεται σήμερα το Μουσείο της Γιουγκοσλαβίας.


Σε αντίθεση με άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες της ΚΑ Ευρώπης, οι Σέρβοι δεν έχουν κάποιο “Μουσείο Τρόμου” ή της αντίστοιχης μυστικής υπηρεσίας τους, για να καταγγείλουν τα “εγκλήματα του κομμουνιστικού καθεστώτος”. Πιθανότατα έχουν απομακρύνει κάποια μνημεία κι αγάλματα, παραμένουν όμως πολλά ονόματα δρόμων (όπως της Παρισινής Κομμούνας και του σοβιετικού Στρατηγού Τολμπούχιν, που απελευθέρωσε τα Βαλκάνια) κι ο οβελίσκος που ανεγέρθηκε για την ιδρυτική συνδιάσκεψη του Κινήματος των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι, το 1961.
Ίσως, από μια άποψη, οι Γιουγκοσλάβοι οικοδόμησαν λιγότερα -με ένα sui generis αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό της αγοράς- και είχαν λιγότερα να γκρεμίσουν, για να ολοκληρώσουν την καπιταλιστική παλινόρθωση, συνεπώς δε χρειάστηκε να δαιμονοποιήσουν τα σύμβολα και τους πρωταγωνιστές του προηγούμενου καθεστώτος. Και στη σημερινή αστική Ρωσία εξάλλου -που είναι επίσης συγκαλυμμένος ο αντικομμουνισμός των επίσημων αρχών ως προς το σοβιετικό παρελθόν της χώρας- τιμούν πχ τον Κοσίγκιν που ήταν στέλεχος του ΚΚΣΕ, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του άνοιξαν το δρόμο στη σταδιακή επικράτηση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.


Η σημερινή κυβέρνηση δε διάκειται προφανώς θετικά προς το γιουγκοσλαβικό παρελθόν και τον Τίτο -και ας είναι αμφιλεγόμενος. Κι αυτό ακριβώς εξηγούσε μια Σέρβα υπάλλληλος στην υποδοχή ενός από τα κτίρια του χώρου, σε έναν “αγανακτισμένο τουρίστα” από τη Δύση, που περίμενε προφανώς να συναντήσει τον ωμό αντικομμουνισμό που έχει συνηθίσει και μια σαφή, κατηγορηματική καταδίκη για τα “σημεία και τέρατα” στα χρόνια του Τίτο. Για να προσθέσει στη συνέχεια ότι προσπαθούν στη χώρα της να δουν αντικειμενικά το παρελθόν τους. Αυτό το τελευταίο μεταφράζεται στη μέση οδό του μέσου όρου -κάτι σαν τον “τρίτο δρόμο” του Τίτο: ούτε συμπάθεια και προβολή, ούτε απέχθεια και καταδίκη για το -ούτε σοσιαλιστικό ούτε τυπικά καπιταλιστικό- γιουγκοσλαβικό μοντέλο.
Έτσι μες στο μουσείο, υπάρχουν διαδραστικές οθόνες με συνεντεύξεις διάφορων δημόσιων προσώπων, ιστορικών, οικονομολόγων κτλ, στην πλειοψηφία τους μάλλον αρνητικά διακείμενων στην “ημι-σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία”. Παράλληλα όμως υπήρχαν συνεντευξιαζόμενοι που αναγνώριζαν πχ πως οι λαοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας έχουν πολύ περισσότερα κοινά που τους δένουν μεταξύ τους -μολονότι είναι δύσκολο να συνυπάρξουν ξανά σε ένα κράτος.
Ένας εξ αυτών μάλιστα σημείωνε μια μικρή λεπτομέρεια, το δώρο που είχε στείλει ένα νηπιαγωγείο του Σεράγεβο για το πρώτο Συνέδριο των Αδεσμεύτων, και μια ζωγραφιά που απεικόνιζε κορίτσια και αγόρια όλων των φυλών, εκκινώντας από αυτήν για να ξετυλίξει το νήμα της ειδοποιού διαφοράς και υπεροχής των αξιών που δίδασκε στα παιδιά εκείνο το σύστημα. Σε ποιο αστικό σχολείο θα μπορούσε άραγε να συμβεί αυτό σήμερα, όταν τα παιδιά στη Βοσνία κοιτάζουν καχύποπτα όποιον δεν έχει την ίδια θρησκεία και το όνομά του παραπέμπει στην “αντίπαλη” πλευρά;
Στις καπιταλιστικές χώρες, η διαφημιζόμενη ενότητα δεν είναι παρά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, που ντύνονται με το μανδύα του εθνικού συμφέροντος και ένα ψευδεπίγραφο “όλοι μαζί”. Στις σοσιαλιστικές χώρες -ακόμα και στη Γιουγκοσλαβία ως ένα βαθμό- το αντίστοιχο ιδανικό ήταν η ενοποίηση της ανθρωπότητας και η φιλία των λαών, έστω κι αν πολιτικά μεταφραζόταν και διολίσθαινε ενίοτε προς την “ειρηνική συνύπαρξη” και τις “οικουμενικές”, αταξικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων.

Με τα δεδομένα που περιγράφονται παραπάνω, αντιλαμβάνεται κανείς πως η κριτική στάση απέναντι στον Τίτο από κομμουνιστική σκοπιά δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο καθήκον στη Σερβία. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι πολύ λογικό -αλλά όχι αναπόφευκτο, σίγουρα- οι Σέρβοι κομμουνιστές να υπερασπίζονται (κριτικά ή όχι και τόσο) την όποια οικοδόμηση υπήρξε και να ταυτίζονται ή να αξιοποιούν πολιτικά το μαζικό κύμα νοσταλγίας για τα χρόνια του Τίτο και της Γιουγκοσλαβίας.


Στο Μουσείο μαθαίνουμε πως υπήρχε ένα έθιμο στα γενέθλια του Τίτο, όπου ο απλός λαός έστελνε μαζικά γράμματα στον ηγέτη του, και του έγραφε οτιδήποτε τον απασχολούσε και ήθελε να του πει, από ευχές μέχρι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, και πως πολλοί οπαδοί του Τίτο συνέχισαν να στέλνουν χιλιάδες γράμματα, ακόμα και μετά το θάνατό του (σαν σήμερα, στα 1980), όπου του έγραφαν πως νοσταλγούν τις παλιότερες εποχές, που ήταν ο ίδιος στα πράγματα.
Στις οθόνες της ίδιας πτέρυγας, πάνω από τη συλλογή με τα δώρα που λάμβανε ο Γιόζιπ (Ιωσήφ κι αυτός με το όνομα, αλλά χωρίς τη χάρη όπως φάνηκε) μπορεί να δει κανείς μαγνητοσκοπημένες συνάξεις παλιών -και όχι μόνο- κομμουνιστών, με τις γιουγκοσλαβικές σημαίες, τα σύμβολα, τις κονκάρδες, τις φορεσιές τους και τα εικονίσματα του Τίτο φυσικά, που στήνουν χορό, τραγούδι και συγκινούνται, καθώς θυμούνται τα παλιά -ή μάλλον το νέο κόσμο που έχασαν.

Στην ακριβώς διπλανή οθόνη, παίζει ένα βίντεο από τη δεκαετία του 60′ και του 70′ και τη μεταφορά της φλόγας (όχι όμως της ολυμπιακής) σε ένα μεγάλο στάδιο, στο πλαίσιο κάποιων αγώνων (ή μήπως των γενεθλίων του Τίτο, που ήταν σαν σήμερα, στις 7 του Μάη;), μέσα από κάμπη, δάση, εργοστάσια και γειτονιές, από χαμογελαστούς δρομείς με ροδαλά μάγουλα, σε στιγμές βγαλμένες από τη χειρότερη καρικατούρα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Που ωστόσο δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις, βλέποντας κάτι μακρινό -όχι τόσο από την άποψη της χρονικής απόστασης, αλλά του απελθόντα νέου κόσμου που τα γέννησε.


Στο ίδιο μουσείο μπορεί να δει κανείς:
-αναπαράσταση από το γραφείο του Τίτο με τη βιβλιοθήκη του, όπου δυστυχώς δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε ποια βιβλία περιελάμβανε κι αν είχε και αυτό που του είχε προλογίσει ο Ανδρέας στην Ελλάδα.
-τη “μανία” που έχουν με το σιδηρόδρομο και τα τρένα οι Σέρβοι, που έχουν μάλλον μέτριες, οδικές υπεραστικές συγκοινωνίες, αλλά διαφημίζουν τη σιδηροδρομική τους σύνδεση με τη Ρωσία!
-το βαγόνι στο περίφημο μπλε τρένο του Τίτο, που χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του σε όλη τη χώρα, και το οποίο μετέφερε το φέρετρό του από τη Λιουμπλιάνα στην πρωτεύουσα για την κηδεία του.
-μια εικόνα με τους εκατοντάδες πολιτικούς ηγέτες που παραβρέθηκαν στην κηδεία του και τον Μπρέζνιεφ κάπως παράμερα από τους υπόλοιπους.
-Το χάρτη με τις χώρες που έστειλαν κάποιον εκπρόσωπο στην κηδεία και τα λιγοστά χαρακτηριστικά κενά, όπως το λευκό χρώμα στο σημείο της Αλβανίας.

-Τα δώρα που έστελνε στον Τίτο ξεχωριστά κάθε ομόσπονδη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, με γλυπτά και αγάλματα, που κοσμούν τον κήπο του Μουσείου. Και τους άπειρους πυραύλους-ρουκέτες, που του έστελναν ως προσωπικά δώρα διάφοροι φίλοι κι επίσημοι καλεσμένοι, λες και έκανε συλλογή…




-Και μια περιγραφή με τη χρονική ακολουθία των ιστορικών γεγονότων, από την οποία προκύπτει πως οι φοιτητές και οι λαϊκές μάζες αντέδρασαν έντονα στις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 70′ που ενίσχυαν τις ανισότητες και τα στοιχεία της αγοράς -ενώ το κλασικό σχήμα στις επίσημες μετασοσιαλιστικές αφηγήσεις, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πως ο λαός αντιδρούσε γιατί ήθελε περισσότερες ελευθερίες και βασικά… περισσότερο καπιταλισμό.


Εν κατακλείδι: οι επαναστάσεις κι οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν σε μουσεία. Αλλά η Γιουγκοσλάβικη ίσως άξιζε όντως μια θέση σε αυτό, για τον ιδιότυπο τρίτο δρόμο της προς το σοσιαλισμό, που δε χρειάστηκε καν αντεπανάσταση για την καπιταλιστική παλινόρθωση -που όμως δεν ήταν βελούδινη, γιατί πέρασε μέσα από τον εμφύλιο (μοναδικό στο είδος του, γιατί είχε λαούς που δεν αισθάνονταν ότι είναι το ίδιο) και τη διάλυση μιας χώρας που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία…






Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Δύο χρόνια και μια μέρα - Δύο επέτειοι ενός Μάη

Έχουν μεταξύ τους διαφορά δύο χρόνων και μιας μέρας, αλλά κατά μία έννοια ορίζουν μια περίοδο, για αυτό μπορούν να ιδωθούν μαζί, και αυτό είναι το σκεπτικό που μπαίνουν μαζί, σε μια ανάρτηση με δύο μέρη που δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα.

Α' μέρος: 5 Μάη 2010 - Η ΜΑΡΦΙΝ, το Μνημόνιο και το χρονικό μιας προβοκάτσιας

Τυπικά, η αρχή ήταν στις 23 Απρίλη, με το ΓΑΠ να ανακοινώνει απο το Καστελόριζο, με μια πένθιμη γραβάτα, για τη σημειολογία του πράγματος, πως σκοπεύει να προσφύγει στο ΔΝΤ για οικονομική βοήθεια. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα περίμενε κανείς από μια… κυβέρνηση αντιεξουσιαστών, όπως διαφημίστηκε αρχικά. Ελάχιστοι όμως είχαν πάρει στα σοβαρά αυτές τις γραφικότητες, και οι πρώτες αντιδράσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από το Δεκέμβρη του 09′, δύο μήνες μετά από τις εκλογές, με την πρώτη απεργία που προκηρύχθηκε από τις ταξικές δυνάμεις, παρακάμπτοντας το γραφειοκρατικό μηχανισμό της ΓΣΕΕ, που δεν πήρε σχετική απόφαση, σε τριτοβάθμιο επίπεδο.

Την άνοιξη του 10′ που ακολούθησε, είχαμε διψήφιο αριθμό απεργιακών κινητοποιήσεων στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα -οι μισές σχεδόν εξ αυτών χωρίς ανώτερη κάλυψη- οι οποίες έδειξαν τον κοινωνικό αναβρασμό και τις αγωνιστικές διαθέσεις ενός κόσμου, που δε θα κατάπινε αμάσητα το μνημόνιο, είχαν όμως ως συνέπεια πολλές απολύσεις πρωτοπόρων στελεχών από το χώρο τους, που αποδεκάτισαν το ταξικό κίνημα σε νευραλγικές θέσεις.

Στις 5 Μάρτη, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έφερε την πρώτη δέσμη μέτρων, που θεωρητικά θα απέτρεπε τα χειρότερα, αλλά στην πράξη λειτούργησε ως κομμάτι της σκηνοθεσίας και του εκβιαστικού κλίματος. Έκοτε, ο όγκος των διαδηλωτών αυξανόταν σταθερά από κινητοποίηση σε κινητοποίηση, παράλληλα με τον ενθουσιασμό και την αγωνιστική αισιοδοξία, η οποία επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια. Τα περισσότερα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για τις μεγαλύτερες πορείες των τελευταίων πολλών χρόνων και τις πιο μαζικές απεργίες μετά τη δεκαετία του 90′.

Το αποκορύφωμα ήρθε στις 5 Μάη, την πρώτη μέρα συζήτησης και ψήφισης του Μνημονίου στη Βουλή, με μια ογκώδη διαδήλωση, χωρίς πρόσφατο προηγούμενο. Ουσιαστικά, οι τρεις απεργιακές συγκεντρώσεις εκείνη τη μέρα ενώθηαν, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ποτάμι (φουσκωμένο η οργή του λαού) και μια σχετικά ενιαία και αρκετά πυκνή γραμμή που έφτανε από τις Στήλες του Ολυμπίου Διός ως το Πεδίο του Άρεως, σύμφωνα με κάποιες χαρτογραφήσεις -που δεν πρέπει να απείχαν πολύ από την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν κάποιες εκτιμήσεις είχαν το στοιχείο μιας αισιόδοξης υπερβολής, δεν έπαυαν να είναι ενδεικτικές τόσο της μαζικότητας, όσο και του μαζικού ενθουσιασμού και της αποφασιστικότητας που φαινόταν να επικρατεί στους διαδηλωτές. Όχι μόνο στους ψημένους συνήθεις υπόπτους, που είχαν σταθερή παρουσία στο κίνημα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και σε πολλούς που ήταν σα να ξυπνάν ξαφνικά από ένα μακρύ λήθαργο και έκαναν το βήμα να κατέβουν για πρώτη φορά σε μια διαδήλωση.

Αυτό το κλίμα, αυτή η αποφασιστικότητα ήταν που καλούνταν να σπάσει, πάση θυσία, η κυβέρνηση και το σύστημα που υπηρετούσε. Μπορεί να μην έτριζε η καρέκλα του ΓΑΠ, που είχε σχετικά νωπή λαϊκή εντολή, αλλά το επόμενο χρονικό διάστημα, η φθορά του ΠΑΣΟΚ ήταν ραγδαία, οδηγώντας σε μια απρόβλεπτη -για τους περισσότερους- εκλογική συρρίκνωση του “Κινήματος” που συνέδεσε την πορεία του με τον κύκλο της Μεταπολίτευσης. Αλλά το πιο βασικό ήταν να μην αμφισβητηθεί το Μνημόνιο ως στρατηγική επιλογή, για τη σημαντική μείωση των μισθών, που θα έφερνε πολλά κέρδη για την αστική τάξη.

Το κατάλληλο εργαλείο για όλα αυτά ήταν η δοκιμασμένη συνταγή ενός δολοφονικού, προβοκατόρικου χτυπήματος στο κατάστημα της ΜΑΡΦΙΝ στη Σταδίου, που προκάλεσε το θάνατο τριών υπαλλήλων -εκ των οποίων η μία ήταν εγκυμονούσα γυναίκα- και η κατάλληλη αξιοποίησή του από τα -σαν έτοιμα από καιρό- κυρίαρχα ΜΜΕ.

Μικρή σημασία έχει αν οι δράστες ήταν συνειδητοί προβοκάτορες ή λειτούργησαν αντικειμενικά ως τέτοιοι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους. Την επόμενη μέρα, τα κανάλια αφιέρωσαν χρόνο, για να προβάλουν μια σχεδόν κωμική -αν δεν ήταν τόσο τραγική η περίσταση- συγκέντρωση πενθούντων φιλελέδων με κεράκια, μπροστά από το σημείο όπου βρισκόταν το κατάστημα, που περίμεναν αμήχανοι να τους δείξουν οι κάμερες, για να αποκτήσει νόημα η σύναξή τους. Αυτή η θλιβερή -κατά βάθος, παρά την κωμικότητά της- άμαζη μάζωξη κέρδισε περισσότερο χρόνο δημοσιότητας από τις εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που είχαν κατέβει μαζικά στο δρόμο, την προηγούμενη ημέρα.

Παρά τη σχετική τους αποτυχία -ως προς την προβολή της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας- ο αντικειμενικός τους στόχος εν μέρει επιτεύχθηκε. Το χτύπημα και τα τρία θύματα προκάλεσαν ένα μούδιασμα σε πολύ κόσμο, σε συνδυασμό και με την ψήφιση τελικά του μνημονίου, χωρίς σημαντικές απώλειες για την κυβέρνηση -πλην της Σακοράφα- χάρη και στο ακροδεξιό δεκανίκι του ΛΑΟΣ, που προαλειφόταν για κυβερνητικός εταίρος, αλλά και για το πολιτικό του τέλος. Οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες, χωρίς όμως τον αρχικό ενθουσιασμό και τη μαζικότητα του προηγούμενου διαστήματος.

Παρεμπιπτόντως, ήταν αξιοσημείωτη η ταχύτητα με την οποία τα κανάλια έσπευσαν να σπάσουν την απεργία εκείνης της ημέρας -που αφορούσε ασφαλώς και τα ειδησεογραφικά δελτία- για να πουλήσουν αίμα και τρόμο, και να σκεπάσουν τις μαζικότατες κινητοποιήσεις και τη λαϊκή οργή που ξεχείλιζε. Από τότε, οι 24ωρες απεργίες της ΓΣΕΕ ορίζονται σε διαφορετική μέρα για τα ΜΜΕ, υποτίθεται για να μπορούν να καλύπτουν δημοσιογραφικά τις απεργιακές κινητοποιήσεις -κάτι που δε συμβαίνει ποτέ.

Κάποιες αναλύσεις στέκονται στις εγκληματικές ευθύνες του Ανδρέα Βγενόπουλου, που έδωσε εντολή να παραμείνουν οι υπάλληλοί του στο κατάστημα και τους άφησε να πεθάνουν από ασφυξία, σαν τα ποντίκια, σε ένα κτίριο με ελλιπή μέτρα ασφαλείας, για να μη χάσει και το παραμικρό κέρδος. Στον αντίποδα, υπάρχει και η εκδοχή πως πίσω από το ύποπτο, τυφλό χτύπημα βρισκόταν το μακρύ χέρι των ανταγωνιστών του Mr MARFIN, που ήθελαν -και όντως κατάφεραν- να του κόψουν τη φόρα και τα φτερά, καθώς προχωρούσε σε σειρά επιθετικών επιχειρηματικών κινήσεων, βάζοντας στο μάτι και τον -υπό ιδιωτικοποίηση- ΟΤΕ.

Αυτά όμως είναι δύσκολο να αποδειχτούν, ακόμα και αν δεν πρόκειται για τραβηγμένες θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι τυχαίο πάντως πως η επίθεση καταγγέλθηκε ακόμα και από οργανώσεις του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού χώρου, που σε άλλες περιπτώσεις επιδοκιμάζουν -και βασικά συμμετέχουν σε- αντίστοιχα επεισόδια -τα λεγόμενα “μπάχαλα”, όπως επικράτησε να λέγονται. Αυτό που είναι αντικειμενικό και πέραν κάθε αμφισβήτησης, είναι πως κανένα κομμάτι του κινήματος και του αγώνα, δε θα είχε τόσο ελεεινή συμπεριφορά, για να επιχαίρει με αυτούς που είχαν εγκλωβιστεί στο κτίριο και κινδύνευε η ζωή τους, όπως έκαναν οι προκλητικοί υπάνθρωποι που φώναζαν και αλάλαζαν κάτω από το φλεγόμενο κτίριο εκείνη τη μέρα. Εξίσου αδιαμφισβήτητη είναι η αριστοτεχνική αξιοποίηση του χτυπήματος από το σύστημα, που δε διστάζει να χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, για να πετύχει τους στόχους του και να στερεώσει την κυριαρχία του.


Οκτώ χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα, φαίνεται να υπάρχει επιστροφή στην αστική “κανονικότητα”, την πλήρη ακινησία και την αγκαλιά του σύγχρονου ΠΑΣΟΚ -που αναδείχτηκε ως εναλλακτική εφεδρεία για το σύστημα μέσα από τις κινητοποιήσεις εκείνου του διαστήματος. Αυτό που άλλαξε όμως είναι πως υπάρχει ένα πιο υποψιασμένο και θωρακισμένο κίνημα -μια μερίδα του τουλάχιστον, που δεν έτρεφε ποτέ αυταπάτες- για να αξιοποιήσει το επόμενο αντίστοιχο ξεπέταγμα και την αφύπνιση των -απογοητευμένων σήμερα- λαϊκών μαζών.

-.-

6 Μάη 2012: Το ΠΑΣΟΚ πέθανε, ζήτω το (νέο) ΠΑΣΟΚ

Οι εκλογές της 6ης Μάη του 12′ ήταν η κάλπη με το πιο ρευστό σκηνικό στα μεταπολιτευτικά -και όχι μόνο- χρονικά, με τις περισσότερες ανατροπές συγκριτικά με τις προηγούμενες εκλογές του 09′, καθώς και αυτή με τη μεγαλύτερη διασπορά ψήφων και ποσοστών, θυμίζοντας έντονα τις εκλογές του 1950, την πρώτη αναμέτρηση δηλαδή μετά από το τέλος του εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό πως κανένα κόμμα δεν υπερέβη το 20%, ενώ πρώτη δύναμη -πάνω απ’ τη ΝΔ που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό- ήταν αθροιστικά τα κόμματα που έμεναν εκτός Βουλής, χωρίς να πιάσουν το όριο του 3% -δείγμα κι αυτό του ρευστού κλίματος και της διασποράς που σημειώσαμε παραπάνω.

Ενάμιση μήνα μετά, η βεντάλια θα έκλεινε ξανά και θα επιστρέφαμε σε μια νέα μορφή δικομματισμού-διπολισμού κι “αστικής κανονικότητας”, με αλλαγή φρουράς στο σοσιαλδημοκρατικό πόλο, και τον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει τη θέση του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ. Παραλίγο να γίνει μάλιστα κάτι παρόμοιο και στον άλλο πόλο, με τους ΑΝΕΛ στη θέση της ΝΔ, που επίσης συρρικνώθηκε εκλογικά. Τελικά το κόμμα του Καμμένου περιορίστηκε στον πιο ταπεινό ρόλο του μετέπειτα κυβερνητικού συν-εταίρου του ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα είχαμε την ανάδειξη μιας άλλης κυβερνητικής τσόντας, χωρίς αντιμνημονιακά ταμπού, όπως η ΔΗΜΑΡ -στη θέση του ακροδεξιού ΛΑΟΣ που έμεινε εκτός Βουλής- αλλά και την τρομακτική -όχι τόσο/μόνο ποσοτικά, αλλά ως προς το ποιοτικό της μέγεθος- άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος της χρυσής αυγής. Κάτι που επιβεβαίωνε πως ουσιαστικά βγήκαν ενισχυμένα τα κόμματα που αξιοποίησαν το κίνημα των Αγανακτισμένων κι αναδείχτηκαν στην πάνω και κάτω Πλατεία του Συντάγματος.

Πιο συγκεκριμένα, το ΠΑΣΟΚ υπέστη εκλογική συντριβή, χάνοντας σχεδόν τα 3/4 της δύναμής του συγκριτικά με το 09′. Μια καθίζηση μάλλον απρόβλεπτη ως προς τις διαστάσεις της, δεδομένου ότι ήταν συχνό κι επαναλαμβανόμενο το φαινόμενο των πράσινων “κοψοχέρηδων” που μετανοούσαν την τελευταία στιγμή, παρά τα όσα υπόσχονταν στον εαυτό τους, για να κοροϊδέψουν τους γύρω τους.

Αυτή τη φορά, όμως, είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Όχι μόνο εξαιτίας της συσσωρευμένης λαϊκής οργής κατά των κομμάτων του μνημονίου, αλλά και λόγω των οργανωμένων μετακινήσεων μαζικών στελεχών που διαμόρφωναν την κοινή γνώμη και -εν μέρει- το αποτέλεσμα.

Είναι ζήτημα αν τελικά η κακήν-κακώς απομάκρυνση του ΓΑΠ, μετά τους χειρισμούς του τελευταίου και τις παλινωδίες στο ζήτημα του δημοψηφίσματος για το ευρώ, έπαιξε κάποιο ρόλο στο ποσοστό του ΠΑΣΟΚ, και αν ο αντικαταστάτης του Β. Βενιζέλος ήρθε πολύ αργά για να αντιστρέψει το κλίμα ή το έκανε ακόμα χειρότερο, καθώς ενσάρκωνε απολύτως την αλαζονεία της εξουσίας και το πλέον αντιπαθητικό της πρόσωπο.

Η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά απείχε σοφά μεν, τακτικά μιλώντας, από την υπερψήφιση του πρώτου μνημονίου, αναγκάστηκε όμως να δώσει χείρα βοηθείας στο ΠΑΣΟΚ για το μακροπρόθεσμο και να μπει στο κυβερνητικό σχήμα το 11′, σε ένα “Μεγάλο Συνασπισμό” από τα πάνω -που σύντομα θα έπαυε να είναι “μεγάλος”. Εισέπραξε έτσι ένα μεγάλο μέρος της γενικευμένης οργής -αντί για τα πολιτικά της οφέλη- και έπεσε κάτω από το 20%, σε συνδυασμό με τις διαρροές από τις διασπάσεις της. Ανάμεσά τους και η ΔΗΣΥ της Ντόρας Μπακογιάννη, που έμεινε οριακά εκτός βουλής, την ίδια μέρα που απεβίωνε η Μαρίκα Μητσοτάκη.

Ο άλλος ένοικος της δεξιάς πολυκατοικίας, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, έμεινε επίσης εκτός βουλής, και μπήκε στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, έχοντας προλάβει στο ενδιάμεσο να αναδείξει πολλά ακροδεξιά στελέχη που θα έβρισκαν στέγη στη ΝΔ (Άδωνις, Βορίδης, Πλεύρης) και να παραδώσει την ακροδεξιά σκυτάλη στη χρυσή αυγή -που είχε ρίξει την πρώτη προειδοποιητική βολή για την άνοδό της, με την έδρα που έβγαλε ο Μιχαλολιάκος στο Δήμο Αθηναίων. Το ΛΑΟΣ εισέπραξε κι αυτό την οργή για τη συμμετοχή του στο ενιαίο κυβερνητικό σχήμα και επιχείρησε ανεπιτυχώς έναν ελιγμό με την καταψήφιση του μεσοπρόθεσμου, που έδωσε απλώς το πάτημα στα -σαν έτοιμα από καιρό- στελέχη του, για να μεταπηδήσουν στο μεγάλο μαγαζί της Νέας Δημοκρατίας.

Σε αυτές τις εκλογές, έκανε την εμφάνισή της και η “Δημιουργία Ξανά” του Τζήμερου, χωρίς να μπορέσει ποτέ να περάσει το φράγμα που χωρίζει τα social media από την πραγματική ζωή.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα-υποδοχέας για τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, καταφέρνοντας να τετραπλασιάσει σχεδόν σε πρώτη φάση τα ποσοστά του, και να γίνει μες σε ένα μήνα κόμμα εξουσίας, ενώ μέχρι πρότινος πάλευε για την κοινοβολευτική του επιβίωση. Το φθινόπωρο του 10′, μεσούσης της κρίσης και των μαζικών κινητοποιήσεων, είχε μέτρια αποτελέσματα στις αυτοδιοικητικές εκλογές και τίποτα δεν προμήνυε πως μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Αυτό που μεσολάβησε ήταν οι πλατείες των αγανακτισμένων, ενώ πολλοί αστέρες τους βρέθηκαν αργότερα στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ (Τσακαλώτος, Βαρουφάκης, Κατρούγκαλος, Λαπαβίτσας).

Μετά τη 12η Φλεβάρη, και για τρεις σχεδόν μήνες ως τις εκλογές, κινηματικά δεν κουνήθηκε φύλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έριξε όλο το επικοινωνιακό του βάρος στις εκλογές, προβάλλοντας ως σύνθημα την “κυβέρνηση της Αριστεράς” -πιθανόν με την ιδεολογική σφραγίδα του Κοτζιά, που είχε κάνει αντίστοιχες επεξεργασίες στη δεκαετία του 80′ και τα χρόνια του ενιαίου Συνασπισμού. Σε μια συνέντευξη Τύπου με το Λαφαζάνη, δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ακόμα κι ένα απόσπασμα από το τότε ισχύον Πρόγραμμα του ΚΚΕ -κόβοντας και ράβοντάς το στα μέτρα τους- για να αναδείξουν το στόχο που σκέπαζε τα πάντα: την κυβέρνηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να βγει δεύτερος, περίπου τρεις μονάδες μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά δεν ήταν μεγάλη αλλά έκανε σαφές ότι υπήρχε διάδοχη κατάσταση κι η εναλλαγή επισπεύσθηκε, με τη δεύτερη κάλπη του Ιουνίου. Στο μεσοδιάστημα, η ενωτική πίεση” αυξήθηκε σε βαθμό ασφυξίας, επιχειρώντας να αλώσει οτιδήποτε υπήρχε στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ -και δεν είχε λιγοστά αποτελέσματα.

Το ΚΚΕ πέτυχε ένα αποτέλεσμα που ξεπερνούσε μεν κάθε άλλη πρόσφατη επίδοσή του στις εθνικές εκλογές, αλλά ήταν σαφώς κατώτερο των προσδοκιών που κυμαίνονταν συνήθως πάνω από το φράγμα του διψήφιου ποσοστού. Ενώ στις περισσότερες εκλογικές περιφέρειες της επαρχίας σημειώθηκε διακριτή άνοδος, καταγράφηκε η αντίθετη τάση στα μεγάλα αστικά κέντρα, που έδιναν παραδοσιακά μεγάλη δύναμη στο κόμμα. Παρά το ανοιχτό μέτωπο με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, τα αντανακλαστικά απέναντι στις διεργασίες και τις οργανωμένες μετακινήσεις που παρατηρήθηκαν στην κάλπη, δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων.

Μετεκλογικά, η τότε ΓΓ κάλεσε τους ψηφοφόρους να διορθώσουν την ψήφο τους, ιδίως ως προς την ενίσχυση των νεοναζί της χρυσής αυγής, αλλά τα λόγια της ερμηνεύτηκαν σκοπίμως ως αφ υψηλού κήρυγμα στους ψηφοφόρους κι είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό του εκρηκτικού κλίματος και μιας καλλιεργούμενης κακοπιστίας ήταν και μια τηλεοπτική παρουσία των πολιτικών αρχηγών της “Αριστεράς”, όπου το κοινό ξεσπούσε οργισμένο με όσα έλεγε η Αλέκα, για να το καταπραΰνει αργότερα ο Α. Τσίπρας και να το αποκοιμίσει ο μειλίχιος Κουβέλης στο τέλος.



Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με το μετωπικό σχηματισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πέτυχε ένα ιστορικό υψηλό με το 1,2% το οποίο όμως κυμάνθηκε πολύ μακριά από τις κοινοβουλευτικές προσδοκίες που καλλιεργούσαν κάποιοι -και τους γύρισαν μπούμερανγκ στη συνέχεια. Η αποτυχία εισόδου στη Βουλή δεν εμπόδισε ωστόσο τα στελέχη της να συναντηθούν στο πλαίσιο των διερευνητικών εντολών (!) με τον Τσίπρα, σε μια ιστορική συνάντηση που έμεινε να μαρτυρά το στίγμα των διαθέσεών της απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το καλοκαίρι του 15′.

Τα παραπάνω ήταν απλώς κάτι σαν το πρώτο ημίχρονο, που δεν μπορεί να ιδωθεί αυτοτελώς, χωρίς τη συνέχεια των εκλογών του Ιουνίου του 12′. Αλλά για το δεύτερο ημίχρονο, θα περιμένουμε λίγες μέρες την αντίστοιχη επέτειο.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Εκτός από το μισθό, υπάρχει κι η αλλοτρίωση - Σημειώσεις για τον Παρισινό Μάη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Μάης του Παρισιού ήρθε σχεδόν 100 χρόνια μετά την Παρισινή Κομμούνα. Δεν είχε ούτε τη δική της διάρκεια, ούτε (κατά προσέγγιση έστω) τη δική της εμβέλεια, δεν έφτασε ποτέ στο σημείο να διεκδικήσει την εξουσία, αφού δεν ήταν καν διακηρυγμένος στόχος του, και φάνηκε να είναι μια τομή χωρίς ουσιαστική συνέχεια στο πολιτικό σκηνικό της Γαλλίας. Από την άλλη όμως, απέκτησε διεθνή διάσταση, κυρίως στην Ιταλία, ενώ κάποιες αναλύσεις -από αστική και τροτσκιστική σκοπιά- τον συνδέουν με την Άνοιξη της Πράγας, και θεωρούν πως σηματοδοτεί μια καμπή. Ή ένα νέο πολιτικό υπόδειγμα, κατά άλλους, το οποίο ανέδειξε τη "Νέα Αριστερά" και σε ένα βάθος χρόνου το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα -το οποίο δεν είχε συγκροτημένη οργανωτική υπόσταση και δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στα γεγονότα του Μάη- και επίσης τους Καταστασιακούς και μια συγκεκριμένη εκδοχή της αναρχίας.

Πολλές φορές συμπεριλαμβάνεται στος πολιτικούς καρπούς του Μάη και η εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, όπου θεωρητικά αργούν να φτάσουν και να εκδηλωθούν οι κυρίαρχες τάσεις και τα μηνύματα από την Ευρώπη. Δεν υπάρχει όμως άμεση σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ των δύο ή κάποια οργανική σύνδεση μεταξύ τους, καθώς οι συνθήκες και το ιστορικό πλαίσιο ήταν πολύ διαφορετικά. Τα βασικά κοινά γνωρίσματα ήταν οι φοιτητικές κινητοποιήσεις που πυροδότησαν το καζάνι της λαϊκής οργής -που πολλοί τείνουν να απολυτοποιήσουν το ρόλο τους ή να τις δουν ξεκομμένες από το γενικό λαϊκό ξεσηκωμό- και η ενσωμάτωση που ακολούθησε -από άλλες διαδρομές και με διαφορετικούς ρυθμούς- στις δύο περιπτώσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα επιφανών εκπροσώπων τους, και η οποία οφείλει να μας διδάξει και να μας προβληματίσει ως προς τις αιτίες και τα μέσα επικράτησής της.

Στην Ελλάδα αυτό έγινε σε ένα βάθος χρόνου, καθώς ξεθύμαινε σταδιακά ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός της Μεταπολίτευσης, ενώ στη Γαλλία σχετικά άμεσα, αφού η κυβέρνηση του ντε Γκολ βγήκε ενισχυμένη και πρακτικά παντοδύναμη από τις κάλπες του Ιουνίου, μόλις ένα μήνα μετά το αποκορύφωμα της εξέγερσης, κατά την οποία ο στρατηγός σκεφτόταν ακόμα και το ενδεχόμενο να καταφύγει σε μια στρατιωτική επέμβαση, για να μπορέσει να σπάσει το μαζικό απεργιακό κύμα και να ελέγξει κάπως την κατάσταση. Οι εξεγερσιακές διαθέσεις έμειναν μακριά από την κάλπη και δεν εκφράστηκαν στο αποτέλεσμά της. Στον αντίποδα όμως, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα από την ιστορία που μας δείχνουν πως την υποχώρηση ενός κινήματος ή μιας εξέγερσης την διαδέχεται η επικράτηση συντηρητικών διαθέσεων.

Συχνά επιχειρείται η ερμηνεία της πολιτικής κληρονομιάς του Μάη μέσα από κάποια εμβληματικά συνθήματα που βγήκαν εκείνες τις μέρες ή εξέφρασαν το πνεύμα του, αλλά αυτή είναι μια σχετικά επισφαλής προσέγγιση.

Αν εντάξουμε πχ σε αυτήν την κληρονομία το σύνθημα "εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η μοναξιά", αγνοούμε έτσι τις μαζικές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για το Βιετνάμ, που ήταν το πρόπλασμά του, αλλά και την περιπέτεια-υποχώρηση του γαλλικού ιμπεριαλισμού, ως ιστορικό καμβά των εξελίξεων.

Για άλλες προσεγγίσεις, η πολιτική κληρονομία του Μάη συνίσταται στην ανακάλυψη ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου στο χώρο της νεολαίας, μακριά από το... "μεσιανισμό του προλεταριάτου" (βλέπε Μαρκούζε). Αλλά η είσοδος της εργατικής τάξης στο προσκήνιο, των σωματείων και των μαζικών απεργιών τους ήταν αυτή που έδωσε μαζική και συγκρουσιακή διάθεση στα γεγονότα του Μάη, κάνοντας την αστική τάξη να νιώσει πως απειλείται και κλονίζονται -στιγμιαία έστω- τα θεμέλια της κυριαρχίας της. Χωρίς αυτά, ο Μάης δε θα έπαιρνε τις ίδιες διαστάσεις ούτε και την εμβέλεια που έχει σήμερα.

Η πολιτική του Γαλλικού ΚΚ, η ετοιμότητά του να μπει μπροστά ως καθοδηγήτρια δύναμη στα γεγονότα, η στρατηγική του αντίληψη για την επανάσταση και ο βαθμός διάβρωσής του από ρεφορμιστικές ιδέες -που έγιναν η βάση του υπό διαμόρφωση ευρωκομμουνιστικού ρεύματος- είναι ζητήματα προς κριτική εξέταση και συζήτηση. Αυτη η διερεύνηση όμως δεν έχει καμία σχέση με αναρχικούς αφορισμούς για τα κομμουνιστικά κόμματα, τη... φαντασιακή υπέρβαση των "παλιών, οργανωτικών σχημάτων", την απέχθεια για κάθε μορφή οργάνωσης και έννοια πρωτοπορίας, με άλλα λόγια την άρνηση της αναγκαιότητας του κόμματος της εργατικής τάξης -μαζί με την άρνηση να αναγνωριστεί η ίδια ως επαναστατικό υποκείμενο.

Αυτές οι μικροαστικές θεωρήσεις είναι γνωστές και διαχρονικές: αποθέωση του αυθόρμητου και της νεολαίας -ως γενική και αόριστη κατηγορία που περιλαμβάνει τα πάντα, μαζί με την αστική άποψη για το "χάσμα γενεών"- ενάντια στις έννοιες της οργάνωσης, της πρωτοπορίας και της ταξικής θεώρησης των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, μια "επαναστατική" απόρριψη όλων των βασικών επαναστατικών χαρακτηριστικών, που σε τελική ανάλυση στρέφεται ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα συνολικά και μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα σύνθημα-τίτλο του Κον Μπεντίτ (που έγινε και τίτλος βιβλίου του): "ο αριστερισμός είναι το φάρμακο στη γεροντική άνοια του κομμουνισμού".
Τα αποτελέσματα αυτή της αγωγής, μπορεί να τα δει κανείς σήμερα στο πρόσωπο και τη διαδρομή του "αστέρα" του φοιτητικού κινήματος της εποχής.

Παρόλα αυτά, συνηθίζουμε κάποιες φορές από την πλευρά μας να σπαταλάμε πολύ χώρο για να καθαρίσουμε το Μάη από τη σκουριά των μικροαστικών αφηγήσεων και τις υπερβολές των ερμηνειών αντίπαλων πολιτικών χώρων. Ωστόσο, υπάρχει ένας θετικός πυρήνας που μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί, παράλληλα με τα διδάγματα-συμπεράσματα, που βγαίνουν από την αρνητική πείρα του.

Ο Μάης ήταν σκληρή ταξική σύγκρουση, ακριβώς εξαιτίας του ισχυρού εργατικού κινήματος -που έχει ακόμα και σήμερα μεγάλη παράδοση στη Γαλλία- και των μαζικών διαδηλώσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων που άρχισαν μερικές μέρες μετά το φοιτητικό ξέσπασμα. Το καινούριο στοιχείο που ξεπήδησε από όλα αυτά, δίπλα στις πάγιες και διαχρονικές διεκδικήσεις (για το μισθό, το ωράριο κτλ) ήταν τα συνθήματα ενάντια στη ρουτίνα, την αλλοτρίωση, την αστική κανονικότητα, την έλλειψη νοήματος στην παραγωγή. Στοιχεία που δείχνουν πως ακόμα και μια σχετικά ευημερούσα αστική κοινωνία -καθώς μιλάμε για τη "χρυσή μεταπολεμική τριακονταετία, πριν από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 70'- δεν μπορεί να προσφέρει την αληθινή ευτυχία στους εργαζόμενους, γιατί μέτρο της τελευταίας δεν είναι στενά το εισόδημα και κάποιες ανέσεις, αλλά πρωτίστως η ανάπτυξη κι επιβεβαίωση της προσωπικότητας του καθενός στην εργασία, δηλαδή στην κύρια κοινωνική δραστηριότητά του, και η ελεύθερη δημιουργική αξιοποίηση των κλίσεων και των δυνατοτήτων του.

Βασική αντινομία του, παρόλα αυτά, ήταν πως η δυναμική του φάνηκε να εξαντλείται ακριβώς μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας που εξασφάλιζε μισθολογικές αυξήσεις και μερικές ακόμα κατακτήσεις για τους εργαζόμενους -αποδεικνύοντας ότι η αστική τάξη είναι πρόθυμη να κάνει παραχωρήσεις (μόνο) όταν νιώθει πως απειλείται και πρέπει να διασώσει την ταξική της κυριαρχία. Κι είναι ζήτημα αν αυτό ήταν όντως το ταβάνι στο οποίο μπορούσε να φτάσει τη δεδομένη στιγμή το ταξικό κίνημα -και κατάφερε να το πάρει- ή αν άφησε να περάσει αναξιοποίητη μια ευκαιρία -για κάποιους ενδεχομένως και "επαναστατική κατάσταση".

Εν κατακλείδι, το πνεύμα του Μάη δεν μπορεί να το εκφράζουν κάποιοι διάσημοι "κινηματικοί αστέρες" που βολεύτηκαν γρήγορα στην αγκαλιά του συστήματος που θεωρητικά πολεμούσαν, ενίοτε και σε κυβερνητικές θέσεις (όπως ο Κον Μπεντίτ που έγραψε το "Forget May '68"), αλλά μόνο αυτοί που συνεχίζουν να παλεύουν για να το ανατρέψουν.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Το τελευταίο σημείωμα

Έχοντας δει από τις πρώτες μέρες την ταινία, δεν περιμενα να γράψω από τους τελευταίους σημείωμα για το "τελευταίο σημείωμα" του Βούλγαρη, αλλά η ζωή δεν έρχεται πάντα όπως την έχεις φανταστεί. Οπότε μπορείς να κάνεις μια τανία -σαν το Βούλγαρη- για να πάρει εκδίκηση η φαντασία από τη ζωή και την ιστορική πραγματικότητα, όχι απλά για να συμπληρώσει δημιουργικά τα κενά της αλλά για να της αλλάξει τα φώτα.


Το πιο σημαντικό σχετικά με την ταινία είναι ότι αποτέλεσε ουσιαστικά πολιτικό γεγονός. Δε θα μπορούσε να μην είναι τέτοιο και δε θα τραβούσε τόσο πολύ την προσοχή μας αν αντιμετωπιζόταν με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια. Όταν λέμε πολιτικό γεγονός, εννοούμε κατά βάση το ΚΚΕ, τόσο το παλιό, όσο -πολύ παραπάνω- το σύγχρονο. Αυτό το καταλάβαμε από πρώτο χέρι, πηγαίνοντας στο σινεμά, όπου πετύχαμε στην είσοδο σφους Κνίτες να κάνουν οικονομική εξόρμηση με κουπόνια. Δε θα μπορούσε κανείς άλλος χώρος να είναι εκεί, νιώθοντας/κάνοντας την ταινία δική του υπόθεση. Το αντίθετο θα ήταν πιο περίεργο κι από το να κάνει πολιτικές δηλώσεις ο Μπίγαλης -που ήταν μεταξύ των θεατών και βγήκε μάλλον συγκινημένος από την αίθουσα.

Για να είμαι ειλικρινής, δε συμφωνώ ιδιαίτερα που το κόμμα πήρε στις πλάτες του το Βούλγαρη και την ταινία του -κι είναι κάτι που δε θα έπρεπε να κάνει για καμιά ταινία και κανένα σκηνοθέτη, ούτε τώρα ούτε πολύ περισσότερο μελλοντικά, πχ σε μια άλλη κοινωνία-εξουσία. Καταλαβαίνω απόλυτα όμως γιατί το έκανε, ποιοι λόγοι υπαγόρευσαν αυτήν την κίνηση. Σε αντίθεση με τον -κατανοητό μεν απόλυτα γελοίο δε- ετεροπροσδιορισμό κάποιων διαδικτυακών υπονόμων, που περίμεναν στη γωνία το σεχταριστικό ΚΚΕ που δεν αγκαλιάζει τέτοια έργα, αλλά χάλασε το σχέδιο και βγήκαν κριτικοί από "τα αριστερά", χωρίς να πείθουν ούτε τον εαυτό τους.

Μιλώντας για την ταινία, νιώθω υποχρεωμένος να δανειστώ το σχήμα και τη μέθοδο παρουσίασης του Πουαρώ στο "Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές", όπου έδωσε στο τέλος δύο διαφορετικές εκδοχές της υπόθεσης, καλώντας τους ακροατές του να μη βιαστούν να απορρίψουν την πρώτη -παρά τα κενά και τις εμφανείς λογικές ανακολουθίες της- προτού ακούσουν και τη δεύτερη, που μπορεί να μην τους ήταν ιδιαίτερα αρεστή.

Συνοπτικά λοιπόν, και σε σχέση με τα επίμαχα σημεία που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση για την ταινία και την οπτική του δημιουργού της, η πρώτη εκδοχή είναι πως το "τελευταίο σημείωμα" είναι μια ωραία ταινία, άκρως συγκινητική και χρήσιμη στον καιρό μας, πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα της ιστορικής αναθεώρησης, ενώ φέρνει παράλληλα τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ηρωική ιστορία του και το πνεύμα αυταπάρνησης των μελών του. Φαίνεται καθαρά μάλιστα πως οι ήρωες της ταινίας ήταν κομμουνιστές, μαζί με την οργάνωση στις φυλακές και την ιδεολογία του βετεράνου που παρέμεινε πιστός ως το τέλος.

Με τη διαφορά πως όλα όσα μας δείχνει είναι εξαιρετικά αδύναμα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν ο Βούλγαρης μένει πιστός στην ιστορική αλήθεια και παίρνει απλώς καλλιτεχνική αδεία μερικές ελευθερίες για να διασκευάσει δημιουργικά τα γεγονότα, ούτε αν μας παρουσιάζει τους ήρωες με... κασκόλ και σημαίες του ΚΚΕ, για να ικανοποιηθεί ο δικός μας οπαδικός "κομματικός πατριωτισμός". Το ζήτημα είναι αν καταφέρνει να αποδώσει όσα γίνονταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, την πάλη των κρατουμένων απέναντι στα βασανιστήρια και τις ταπεινώσεις, τη μάχη τους για επιβίωση και για αξιοπρέπεια -όπου το πρώτο περνούσε μέσα από το δεύτερο- το ηθικό μεγαλείο που αντιπαρέταξαν ως μοναδικό τους όπλο απέναντι στους φασίστες.

Νομίζω πως όσοι έχουν διαβάσει πχ το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου -που είναι βασικά λογοτεχνικό κι όχι ιστορικό έργο- και το έχουν ως μέτρο σύγκρισης, θα απαντούσαν μάλλον αρνητικά στα παραπάνω ερωτήματα. Κι όσοι διαφωνούν με τη δεύτερη εκδοχή που αναπτύσσω στη συνέχεια, σε βαθμό που να μην αποδέχονται την ουσία ή έστω κάποιες επιμέρους θέσεις της, ας κρατήσουν τουλάχιστον αυτό και ας πειστούν να διαβάσουν το βιβλίο του Κορνάρου, που ήταν κι αυτός συγκρατούμενος των 200 στο στρατόπεδο -και από αυτήν την άποψη είναι λογικό να έχει πιο δυνατές, βιωματικές περιγραφές για όσα έζησε από πρώτο χέρι.

Σημειώνω παρεμπιπτόντως για το βιβλίο κι έναν παραλληλισμό που δε δείχνει κάποιες αναλογίες, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Εκατό χρόνια πριν, ο Βλαδίμηρος άφηνε μισή κι ανέσωτη τη μελέτη του "Κράτος κι Επανάσταση", εξαιτίας του κόκκινου Οκτώβρη, γιατί είναι καλύτερο να κάνεις μια επανάσταση παρά να γράφεις για αυτήν. Αντιθέτως, το έργο του Κορνάρου έμεινε ανολοκλήρωτο, χωρίς το τελευταίο κεφάλαιο, που γράφτηκε κανονικά, αλλά καταστράφηκε κατά την παραμονή του σε φυλακές και εξορίες, και το άφησε έτσι, για να θυμίζει το όνειδος και το μίσος των κυβερνήσεων μετά το τέλος του εμφυλίου, που ευθύνονται για αυτό.

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό θέμα, σημειώνοντας συνοπτικά κάποια βασικά σημεία, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο.

Όπως παρατηρεί ένας σφος, σε αντίθεση με την κυρίαρχη γενική αίσθηση, το "Τελευταίο Σημείωμα" κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την "Ψυχή Βαθιά" του Βούλγαρη και όχι αντιπαραθετικά προς αυτήν. Εκεί οι Έλληνες ντουφεκούσαν Έλληνες, εξαιτίας των μεγάλων δυνάμεων που συγκρούονταν στον Ψυχρό Πόλεμο. Εδώ έχουμε τους ξένους κατακτητές που βασανίζουν κι εκτελεί τους Έλληνες πατριώτες κρατούμενους. Και στις δυο περιπτώσεις, η Ελλάδα πληρώνει τα σπασμένα των ξένων κι αυτό είναι το νόημα της διαβόητης αλλοίωσης της διαταγής των ναζί για την εκτέλεση διακοσίων κομμουνιστών -κι όχι γενικά πατριωτών- στην Καισαριανή.

-Ποιοι ήταν οι 200 της Καισαριανής; Καταρχάς δεν ήταν κρατούμενοι που επιλέχτηκαν στην τύχη ως αντίποινα για την εκτέλεση του Γερμανού στρατηγού. Ασφαλώς δεν ήταν όλοι μέλη του ΚΚΕ. Ήταν ανάμεσά τους και 13 τροτσκιστές, όπως έχει σημειωθεί, και παλιά στελέχη όπως ο Σκλάβαινας -που τον γνωρίζουμε από το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα που υπογράφτηκε το 36' σε μια προσπάθεια συγκρότησης λαϊκού μετώπου- που αν δεν κάνω λάθος, είχε υπογράψει δήλωση και δεν ήταν μέλος του κόμματος -μπορεί όμως να είχε επανασυνδεθεί ή να με ξεγελά η μνήμη μου.

Ο πυρήνας τους όμως (170 περίπου άτομα) ήταν επίλεκτα κομματικά στελέχη, που είχαν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι από την Ακροναυπλία και είχαν δοκιμαστεί και ψηθεί στην ταξική πάλη. Ήταν ουσιαστικά η ηγετική ομάδα των κρατουμένων, που είχε καταλυτικό ρόλο στο να ηττηθεί η μοιρολατρία και να μεταστραφεί το κλίμα στις τάξεις τους. Κατέστησαν σαφές, με το παράδειγμά τους στην πράξη, πως η μάχη για τη ζωή περνάει μέσα από τον αγώνα για αξιοπρέπεια, ενάντια στους βασανιστές και τις ταπεινώσεις, πως ήταν ζωτικής σημασίας να μην υπάρχουν σκυμμένα κεφάλια, ακόμα κι αν πρόκειται να κοπούν κάποια από αυτά που προεξέχουν, σηκώνοντας ανάστημα. Μια σκληρή καθημερινή μάχη ενάντια στους ανθρωποφύλακες, τους ευτελισμούς, το φόβο, τον πόνο, τις ανθρώπινες αντοχές, την έλλειψη νοήματος στις καταναγκαστικές εργασίες, τους δισταγμούς και την εσωτερική σύγκρουση του κάθε κρατούμενου. Ένας αγώνας που έκανε τους εχθρούς να φτάσουνε σε αυτό το σημείο, ώστε να μην μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας.
Είναι ένα πράγμα να προσπαθείς να βρεις τρόπο να περιγράψεις -ή να αποδώσεις στη μεγάλη οθόνη- αυτό το ψυχικό μεγαλείο, κι άλλο, τελείως διαφορετικό, να το βιώνεις και να το ενσαρκώνεις.

Οι 200 της Καισαριανής ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, μα προπαντός ήρωες υπεράνθρωποι, ακριβώς γιατί νίκησαν τις αδυναμίες τους, ξεφτίλισαν το θάνατο, και γιατί τους έκαναν οι συνθήκες τέτοιους.
Αν κάποιος αναδεικνύει μόνο το πρώτο κομμάτι, με τις ανθρώπινες στιγμές και τις ταλαντεύσεις που μπορεί να είχαν, υποβαθμίζοντας το δεύτερο, ουσιαστικά τους ευνουχίζει σαν προσωπικότητες κι όχι μόνο πολιτικά. Ιδίως αν το ντύνει με κάποιες ελάχιστα ρεαλιστικές σκηνές, που φλερτάρουν με το μελό -πχ με την αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη και μια αγκαλιά τους στα γραφεία των ναζί, ενώ σπάνε τον απαγορευτικό κλοιό.

Κάποιοι θα καταλάβουν από τα παραπάνω πως προτείνω να τους παρουσιάσει με ένα κομματικό φωτοστέφανο, ατσάλινους κι αλύγιστους, που δεν ταλαντεύτηκαν ποτέ, γιατί ήταν πιστοί στο κόμμα και τα ανώτερα ιδανικά του αγώνα, χωρίς ανθρώπινα πάθη κι αδυναμίες. Το ζητούμενο όμως είναι το ακριβώς αντίθετο. Να δείξει πως παρόλες τις δεύτερες σκέψεις, τους πειρασμούς και τις αδυναμίες, τους νικούσαν κάθε λεπτό και δε λύγισαν ποτέ, μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι. Και αν θέλει να δει κανείς πώς γίνεται αυτό, πώς αναδεικνύεται η ανθρώπινη μαζί με την αγωνιστική πλευρά, χωρίς πολιτικά κλισέ και πομπώδεις διακηρύξεις, μπορεί -για να μην παραπέμψω πάλι στον Κορνάρο- να διαβάσει τα λόγια που έγραψε στο δικό του τελευταίο σημείωμα ο Δ. Ρόδας.
Να πείτε στους καπνεργάτες μου ότι δεν τους πρόσβαλα.
Απλά κι ανθρώπινα, χωρίς να χάνεται ούτε η συγκίνηση, ούτε το πολιτικό-ταξικό στοιχείο.

Ένα συχνό αντεπιχείρημα είναι πως ο κινηματογράφος δεν είναι και δεν προσπαθεί να κάνει ιστορία, για να τον κρίνουμε ως τέτοιο.
Καταρχάς, μια ταινία που ασχολείται με αυτό το ζήτημα είναι εκ των πραγμάτων πολιτική και δε θα μπορούσε να είναι απολίτικη η δική μας ματιά. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι πως ο Βούλγαρης άλλαξε, με εντελώς πολιτικό σκεπτικό και για έχει ευρύτερο κοινό απεύθυνσης, τη διαταγή των Γερμανών. Και μαζί με αυτό, έκανε κάποιες αλλαγές που όχι μόνο δεν υπηρετούσαν το κινηματογραφικό συναίσθημα -κι όχι την ιστορική αλήθεια- αλλά πετυχαίνουν μάλλον το αντίθετο.

Προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά αδύναμη και ελάχιστα ρεαλιστική τη σκηνή του αποχαιρετιστήριου χορού στο θάλαμο των μελλοθάνατων, μολονότι πολλοί την θεωρούν ως την πιο δυνατή στιγμή του έργου, καθώς μας δείχνει σε αντιπαραβολή τη βουβαμάρα των κατακτητών, που είναι στη θέση του ισχυρού, αλλά νιώθουν ανήμποροι μπροστά στην ψυχική δύναμη των φυλακισμένων.

Μόνο που η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική και πολύ πιο κινηματογραφική, όπως φαίνεται πχ κι από το χρονικό που παραθέτει ο σαββατοκυριακάτικος Ρίζος.
Η αναγγελία της μαζικής εκτέλεσης βρίσκει τους κρατούμενους παραταγμένους στην πρωινή αναφορά, να προσπαθούν να μαντέψουν τη μοίρα τους από τα οχήματα που μπαίνουν στο χώρο και να ψυχανεμίζονται -χωρίς να γνωρίζουν ακόμα- το ανακοινωθέν που τους προέγραφε. Ακούνε ένας-ένας τα ονόματά τους και πηγαίνουν σαν ήρωες να συναντήσουν το θάνατο, βροντοφωνάζοντας το "παρών" για να μη δώσουν στους φασίστες ούτε τη χαρά μιας στιγμιαίας αδυναμίας, κι ας τους είχε κόψει τα γόνατα το μαντάτο κι η βασανιστική αναμονή της αναγγελίας των ονομάτων. Περιφρονούν το θάνατο και τον εξευτελίζουν, στήνουν επί τόπου (κι όχι με όργανα και ορχήστρα, όπως δείχνει στην ταινία) τον αποχαιρετιστήριο χορό των μελλοθάνατων. Κι αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα σημειώματα γράφονται βιαστικά, στο πόδι, και πολλά πετιούνται από τα κάρα που τους μεταφέρουν και τα μαζεύουν τα παιδιά που τρέχουν πίσω τους.

Τι φοβερή εσωτερική δύναμη χρειάζεται για να δείξεις τέτοιο θάρρος αυτήν την ώρα. Τι τρομερή κινηματογραφική σκηνή που θα πρόσφερε η αναπαράσταση αυτής της υπερβατικής στιγμής. Και πόσο ακατανόητο είναι να την αλλάζεις και να την καταστρέφεις, παρουσιάζοντας στη θέση της κάτι άλλο...

Συμπερασματικά: ο Βούλγαρης αποτυγχάνει να δώσει το συναίσθημα και την ψυχική δύναμη των 200 της Καισαριανής, του αγώνα τους που έφτασε στο αποκορύφωμά του με την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο και την ηρωική τους στάση, χωρίς να αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς, πχ τη στιγμή της εκτέλεσης που είναι επιεικώς υπερβολική, και σε αργή κίνηση...
Παράλληλα, αποτυγχάνει να αποδώσει και το πολιτικό-ιστορικό κομμάτι, ή μάλλον πετυχαίνει συνειδητά κάτι τελείως διαφορετικό, ρηχό κι εύπεπτο, που ήταν σχεδόν πάντα ο Βούλγαρης, χωρίς να προδίδει όσα μας έδειξε σε άλλες ταινίες του, όπως η "Ψυχή βαθιά".

Μη βιαστείτε όμως -ακόμα κι αν σας έπεισε- να υιοθετήσετε αυτή τη δεύτερη εκδοχή. Το "τελευταίο σημείωμα" παραμένει μία χρήσιμη ταινία για τον καιρό που ζούμε, που μπορεί όντως να φέρει τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ιστορία και την ιδεολογία του. Με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πχ στη δική μου γενιά "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο", χωρίς να έχει λιγότερα προβλήματα από πολιτική άποψη (η ταινία βγήκε στα πρόθυρα της "Αλλαγής" και έβγαζε καλό τον Πλαστήρα, την κυβέρνηση που συνέργησε στο έγκλημα εναντίον του Μπελογιάννη και των συντρόφων του).

Εσείς ποια από τις δύο εκδοχές προτιμάτε;