Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Γιατί η Κούβα

Πολύ καλό ερώτημα, ευχαριστώ που μου το έθεσα.


Εξαρτάται από ποια σκοπιά το απαντάς.

Αν είναι από τη σκοπιά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η απάντηση είναι προφανής. Γιατί η Κούβα ήταν η πίσω αυλή τους, το καζίνο τους, το μπουρδέλο τους και όλα τα συναφή καλούδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης που θέλουν να επαναφέρουν. Γιατί είναι αυτό που έλεγε ο Αθηναίος Περικλής για την Αίγινα, μια ενοχλητική τσίμπλα που μπαίνει στο μάτι τους και δεν μπορούν να καθαρίσουν.

Λένε πως στις δυτικές δημοκρατίες (δηλαδή τις κοινοβουλευτικές δικτατορίες του κεφαλαίου), υπάρχουν κάποια όρια και μοχλοί πίεσης για να μη δρα κανένα κέντρο εξουσίας ασύδοτο. Ο Τραμπ πχ πρέπει να λογοδοτήσει σε κάποια όργανα για τον πόλεμο στο Ιράν, να διαχειριστεί απώλειες και παραιτήσεις. Δέχεται κριτική και αντιπολίτευση πως.. σύρθηκε σε αυτόν τον πόλεμο από το Ισραήλ, ακόμα και πιέσεις από τα Χρηματιστήρια, δηλαδή από τα μονοπώλια που δεν ευνοούνται από τη συνέχισή του.

Στις ΗΠΑ υπάρχει οξυμένη ενδοαστική διαμάχη μεταξύ δύο συνασπισμών (μπλοκ) για την τακτική και τα μέσα επίτευξης του βασικού τους στόχου. Είναι ζήτημα, αν οι πόλεμοί τους είναι επίδειξη δύναμης ή αδυναμίας, μονόδρομος ή σπασμωδικές κινήσεις για τη διατήρηση ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος - υπεροχής που ξεγλιστρά σταδιακά από τα χέρια τους. Είναι βέβαιο όμως πως υπηρετούν, με επιμέρους αντιθέσεις, έναν κοινό στρατηγικό στόχο -τη διευρυμένη κερδοφορία και την αναχαίτιση της Κίνας. Και ότι η στρατηγική του πολέμου και των (επεμ)βάσεων δε χαλάει για τα κόμματα ή τις κάλπες -ρε μαλάκα, όπως θα έλεγε φιλικά η Βάσια Τριφύλλη στον Γκλέτσο.

Κάποιοι πίστευαν σοβαρά πως ο Τραμπ θα τερμάτιζε τους πολέμους, που ήταν η στρατηγική επιλογή των φιλοπόλεμων Democrats. Οι (50) διαφορετικές αποχρώσεις της κυρίαρχης πολιτικής τής προσδίδουν το άλλοθι της πολυφωνίας, δίνοντας συνάμα στο εκλογικό σώμα την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής. Εν προκειμένω, ωστόσο, υπάρχει μια θλιβερή, ομόφωνη μονοχρωμία επί του θέματος. Είτε ρωτήσεις τους θιασώτες του MAGA, είτε τον «σοσιαλιστή» Μπέρνι Σάντερς και τον «εναλλακτικό» δήμαρχο της Νέας Υόρκης, δε θα βρεις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις: η Κούβα είναι δικτατορία, εχθρός του ελεύθερου κόσμου, ο οποίος «απελευθερώνει» το νησί εδώ και πολλά χρόνια, με το δολοφονικό εμπάργκο.

Και από τη δική μας σκοπιά;

Η Κούβα είναι κάτι παραπάνω από ένα σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Ήταν μια επαναστατική διαδικασία που μετεξελίχθηκε στην πορεία σε σοσιαλιστική. Απ’ αυτό κάποιοι βγάζουν ότι προσαρμόστηκε στα δεδομένα και τις απαιτήσεις του σοβιετικού της συμμάχου, αλλά το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μια ριζοσπαστική επανάσταση δεν μπορεί παρά να συναντηθεί σε μια πορεία χρόνου με τον μαρξισμό και τους κομμουνιστές, αν θέλει να μείνει πιστή στις διακηρύξεις της.

Η Κούβα είναι μια χώρα που εξέφρασε γόνιμο, συντροφικό προβληματισμό για τη στρατηγική των Σοβιετικών και τη στροφή τους προς την αγορά -με τα γνωστά αποτελέσματα. Προέκρινε τα ηθικά κίνητρα, έβαλε την ιδεολογία-πολιτική στο τιμόνι, παρείχε διεθνιστική βοήθεια σε άλλα επαναστατικά εγχειρήματα, στο μέτρο των δυνάμεών της. Κάποιοι λένε ότι οι Κουβανοί σφοι είναι μάλλον Φιντελιστές παρά συνειδητοποιημένοι κομμουνιστές, είναι όμως πρόθυμοι να υπερασπιστούν την επανάσταση με το όπλο στο χέρι, όπως έδειξε η πρόσφατη ηρωική θυσία τους στην περίεργη υπόθεση της απαγωγής του Μαδούρο (που πλήττει άμεσα τα ενεργειακά αποθέματά της).

Η Κούβα είναι ένα επαναστατικό εγχείρημα που δεν τελείωσε, όταν... «έκλεισαν τα κεντρικά» σαν αντιπροσωπεία -όπως λένε ειρωνικά οι εχθροί της-, δείχνοντας ανεξάντλητες αντοχές στο εμπάργκο, την απομόνωση, την ασφυξία που της επιβάλλει ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ (και όχι μόνο). Κι αυτό δεν το οφείλει προφανώς στο κλίμα της ή την πιο αλέγκρα διάθεση του πληθυσμού (γιατί το «εμπάργκο θέλει καλοπέραση»), αλλά στη μαζική συμμετοχή του στις αρχαιρεσίες, το νομοθετικό έργο, με δυο λόγια στην άσκηση της σοσιαλιστικής εξουσίας. Ο λαϊκός παράγοντας είναι πάντα σε θέση να κάνει τη διαφορά, και αυτό είναι βασικό, διαχρονικό δίδαγμα που το υπογραμμίζει η πείρα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Όλα αυτά είναι ζωτικής σημασίας, αλλά ίσως μοιάζουν με άσκοπη ιστορική αναδρομή στη σημερινή συγκυρία που κρίνεται το μέλλον της χώρας. Η Κούβα βυθίζεται στο σκοτάδι από τις «δυνάμεις του φωτός», δεν έχει ενέργεια για μεταφορές και συγκοινωνίες, για να κινήσει τη βιομηχανία της, ούτε καν για τα νοσοκομεία της. Ο Τραμπ ποντάρει στην ενεργειακή ασφυξία και το black out, για να επικρατήσει χάος και βασικά η αντεπανάσταση, πάντα με τον μανδύα των αγανακτισμένων μαζών και των αυθόρμητων διαδηλώσεων.

Η Κούβα βρίσκεται στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού, στο όριο της επιβίωσης, χωρίς κανένα ουσιαστικό στήριγμα, όπως δείχνει η κυνική στάση της Κίνας και οι παλιότερες νουθεσίες - πίεση για... περισσότερα ανοίγματα στην αγορά. Και αν παρόλα αυτά, κάποιοι ντούροι αντι-ιμπεριαλιστές εξακολουθούν να βλέπουν τα BRICs ως αντίπαλο δέος στο ΝΑΤΟ, μισή ντροπή δική τους και η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται, όπως έλεγε ο Βλάσσης στους Απαράδεκτους.

Κι ενώ το ΚΚΕ βάζει μπροστά το ζήτημα της αλληλεγγύης και της άρσης του αποκλεισμού, κάποιοι σφοι εκφράζουν, δειλά ή ανοιχτά, τους δικούς τους προβληματισμούς για τη μέχρι τώρα πορεία της Κούβας. Για τις υποχωρήσεις της που δεν είναι μια σύγχρονη εκδοχή της ΝΕΠ, αλλά άτακτες, χωρίς στρατηγικό σχέδιο - προοπτική για την υπέρβαση των προβλημάτων. Για το εσωτερικό μέτωπο, όπου κάποια στελέχη ετοιμάζουν ίσως τη διάδοχη κατάσταση, συνδιαλεγόμενοι με τον Τραμπ και τον Ρούμπιο για να βρεθεί μια «χρυσή τομή». Ή για το ιδεολογικό μέτωπο και τις διεθνείς συμμαχίες, με την Κούβα να δείχνει ανοχή (αν όχι ανοιχτή υποστήριξη) στα ΚΚ που συγχέουν τη σημερινή καπιταλιστική Ρωσία με τη Σοβιετική Ένωση και ονειρεύονται αντι-ιμπεριαλιστικές πλατφόρμες με μπροστάρη τον Πούτιν. 

Το ζήτημα δεν είναι αν κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και συμμαχία, αντιμέτωπη με τις συνέπειες του δολοφονικού εμπάργκο, αλλά κατά πόσο αναζητά επαναστατική διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό λαβύρινθο ή αποδέχεται τα αδιέξοδά του και τους όρους του παιχνιδιού. Αν αξιοποιεί τελικά τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ή επιλέγει συνειδητά στρατόπεδο. Αν συνεχίζει τη ρήξη ή πάει σε μια μορφή «εναλλακτικής ενσωμάτωσης». Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι αν αναγκάζεται να κάνει κάποιους συμβιβασμούς αλλά κατά πόσο θεωρητικοποιεί την επιλογή της υποχώρησης.

Έχει νόημα αυτή η κριτική ή είναι άστοχη και ανεπίκαιρη, όταν η παγκόσμια αντίδραση περιμένει την πτώση της Κούβας για να πανηγυρίσει την ήττα της επανάστασης; Περιγράφει την πραγματική εικόνα ή την κρύβει πίσω από ένα (υπαρκτό) δέντρο και συσκοτίζει την ουσία; Είναι της παρούσης να δούμε τα ζητήματα που θίγει ή πρέπει να γίνει σε άλλο χρόνο; Και ποια συγκυρία θα ήταν η κατάλληλη -χωρίς προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις; Πρέπει να γίνει με άλλους όρους και σε άλλο πλαίσιο (πχ στις διεθνείς συναντήσεις των εργατικών, κομμουνιστικών κομμάτων) ή μήπως είχε δίκιο ο Ένγκελς που τόνιζε τη δύναμη και την ωριμότητα του κόμματος της εποχής του να συζητά δημόσια, χωρίς να φοβάται ότι τρέφει με επιχειρήματα τον εχθρό;

Δεν παραβλέπω τη βάση της κριτικής των σφων. Σε κάθε περίπτωση όμως -εκτιμώ πως- η Κούβα δεν πληρώνει σε αυτό το σημείο τις συνέπειες των δικών της λαθών, αλλά το τίμημα για το «λάθος» της να αντισταθεί, να μην παραδοθεί οικειοθελώς και χωρίς όρους. Η Κούβα βρίσκεται σε κατάσταση τεχνητής ασφυξίας και χρειάζεται ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης για να σπάσει τον αποκλεισμό και να σταθεί στα πόδια της, με έμπρακτη υλική στήριξη και παλλαϊκές διαδηλώσεις, αντίστοιχες (ή και μεγαλύτερες) με το κύμα αλληλεγγύης στους Παλαιστίνιους ή -σε τελείως διαφορετικά συμφραζόμενα- με το κίνημα I can’t breathe ή και το δικό μας «δεν έχω οξυγόνο». No puedo respirar!

Δε διακυβεύεται μόνο η δική της ικανότητα να έχει αξιοπρεπή διαβίωση ο λαός της, αλλά η δική μας αξιοπρέπεια, το δικαίωμα κάθε λαού στην αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία. Και στο πλαίσιο ενός τέτοιο αγώνα, θα βρει τη θέση του και το απαραίτητο οξυγόνο της συντροφικής κριτικής.


Υστερόγραφο

Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τη μελέτη «Γιατί το Βυζάντιο», το μόνο βιβλίο που έγραψε η Γλύκατζη Αρβελέρ στα ελληνικά -για προπαγανδιστικούς λόγους, αν δεν κάνω λάθος. Πρόσφατα διάβαζα κάποιες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις της, που παραήταν αυτάρεσκες και αυτοαναφορικές σε κάποια σημεία ή επιεικώς μπερδεμένες για κρίσιμα ζητήματα, όπως τα Δεκεμβριανά. Κάποια σημεία όμως έχουν την πλάκα τους και αξίζει να μεταφερθούν αυτούσια, με τον γαργαλιστικό τίτλο «όταν ο Κοκός φώναζε: Κάπα-Κάπα-Έψιλον».

Μια μέρα, μία από τις κυρίες των τιμών, μου λέει: «Πάμε να δώσουμε κάτι στη βασίλισσα να υπογράψει». Φτάνουμε λοιπόν από το γραφείο της Πρόνοιας -ήταν εκεί που είναι το Μαξίμου σήμερα- στα ανάκτορα και τη βρίσκουμε να κάθεται στον κήπο να πλέκει. Της δίνουμε τα χαρτιά, αρχίζει να υπογράφει, όταν ξαφνικά την πλησιάζει ένας μπόμπιρας, τον κοιτάει καλά καλά η Φρειδερίκη και του σκάει ένα δυνατό σκαμπίλι. Φεύγει τρέχοντας ο μπόμπιρας και κρύβεται πίσω από έναν θάμνο φωνάζοντας: «Κάππα - Κάππα - Έψιλον»! Κάππα- Κάππα- Ε!». Ο μπόμπιρας ήταν ο μετέπειτα βασιλιάς Κωνσταντίνος, δέκα χρονών παιδί τότε. Είμαστε στο ’50.

Και η συνέχεια της ιστορία, στη δεκαετία του ’60 πλέον, πάλι με τον Κοκό, που προσπαθούσε να τον αποφύγει η Ε.Γ.Α.

Άδικα περιμέναμε, το βασιλικό ζεύγος δεν έλεγε να αποχωρήσει. Οπότε σηκωθήκαμε να φύγουμε. Περνώντας από μπροστά τους, μου λέει ο Κωνσταντίνος: «Θα σας συστήσω τη γυναίκα μου». Του απαντώ: «Όχι, εμένα θα συστήσετε στη γυναίκα σας» - να είμαστε και λίγο καθωσπρέπει, να τηρούμε τους τύπους. Αναπόφευκτα πιάσαμε την κουβέντα και πάνω εκεί του θύμισα την ιστορία. Γέλασε: «Το τι σκαμπίλι έχω φάει δεν λέγεται». Στη συζήτηση πάνω, μου είπε ότι ήθελε να νομιμοποιήσει το κομμουνιστικό κόμμα και δεν τον άφησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, λέγοντας: «Κι εμένα ποιος θα με ψηφίσει μετά;»

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Το καπάκι του βόθρου

Σκέφτεσαι να γράψεις κάτι για το «εύκολο» δίλημμα Μαραντόνα ή Μέσι και τους σφους που εξιδανικεύουν τον Ντιέγο, που ήταν ένας τσαρλατάνος (όπως κάθε μάγος) με κόλπα για τους πιστούς (όπως κάθε άγιος), εντός και εκτός γηπέδων, και με ένα σωρό αντιφάσεις και κηλίδες, σαν αυτές που έχει ο λαμπερός ήλιος, που έπεφτε κάθετα στο στάδιο Αζτέκα, πριν ο επί γης εκπρόσωπός του κάνει την πιο διάσημη ποδοσφαιρική αλητεία στην ιστορία του αθλήματος και λίγο αργότερα μια ακόμα πιο διάσημη. Το χέρι και το πόδι του θεού. Να γράψεις πχ για το κείμενο του Τσόχου, στο «Μια φορά στη ζωή μας», που απομαγεύτηκε όταν τον συνάντησε και είδε τα πράγματα αλλιώς, και την αρπαχτή του Ντιέγο, που έφερε μαζί όλη την κουστωδία του, και πόζαρε δίπλα στον Σωκράτη για τις ανάγκες της τσέπης του. Αλλά τι νόημα έχει να κακοκαρδίσεις τους πιστούς του και να στρέψεις εναντίον σου το ποίμνιο; Ο Ντιέγο είναι θεός κι η μπάλα ένα είδος θρησκείας, χωρίς απίστους -όπως μας λέει ο Μπογιό και ο φανταστικός του φίλος. Ένα σύγχρονο όπιο των λαών, ένα παυσίπονο για τα λαϊκά βάσανα σε έναν άκαρδο κόσμο και μια ατελείωτη κοιλάδα των δακρύων. Τι γίνεται όμως όταν παράγει μόνο του δάκρυα, που δεν είναι από χαρά, συγκίνηση ή έστω σαν τα δάκρυα του Ρονάλντο το ’04;


Αν έχεις κάνει στη ζωή σου το λάθος να είσαι φίλαθλος, δηλαδή να παρακολουθείς αθλήματα, ομαδικά αλλά και οπαδικά, μπορεί να βιώνεις την αθλητική επικαιρότητα σαν βασανιστήριο. Το μαρτύριο της σταγόνας, μονότονο σαν νομοτέλεια, σε χτυπά στο ίδιο πάντα σημείο, την αγάπη σου για ένα σήμα και μια φανέλα, για ένα παυσίπονο που γεμίζει τις Κυριακές σου και κάνει κάθε μέρα σαν Κυριακή -που είναι ένας σύντομος ορισμός του κομμουνισμού, προσφιλής στον πιστό Ρούση- η οποία είναι αφιερωμένη στη στρογγυλή θεά και τους ναούς της, αλλά μετράει συνεχώς θύματα, λες και κηρύχτηκε Τζιχάντ -ιερός πόλεμος.

Μαχαίρωσαν ένα παιδί, στήσαν ενέδρα σε ένα άλλο, που ήταν θύτης και θύμα (σαν το βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), κυνήγησαν άλλα που έπαιζαν πόλο για να βγάλουν τα σκουφάκια της ομάδας τους, έδιωξαν δημοσιογράφους γιατί δεν κάλυπταν το θέμα «όπως έπρεπε». Σκότωσαν ένα άλλο στη Χαλκίδα, την έπεσαν ξανά σε πισίνα, σε γυναικείες ομάδες, διέσχισαν μια χώρα για να χτυπήσουν ένν αντίπαλο, πετσόκοψαν ένα άλλο παιδί που φώναζε «μη με χτυπάτε άλλο», έδωσαν ραντεβού θανάτου -και η Αστυνομία κρατούσε το φανάρι. Εξαρτάται πόσο πίσω θες να πας, ξετυλίγοντας το νήμα, μέχρι τα «ωραία, ρομαντικά χρόνια», που όλα (δεν) ήταν πιο αθώα...

Και δεν λέω καν για τις χτεσινές καφρίλες στη Γλυφάδα, από οπαδούς εντός και εκτός των γραμμών του παρκέ. Ή για τους φασιστογλεντζέδες στους πανηγυρισμούς για την άνοδο της Καλαμάτας. Και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού, κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, κάτι λιγότερο από ζωή -ούτε καν επιβίωση.

Αυτά πια δεν είναι σταγόνες, αλλά καταρράκτες, ορμητικοί και ανεξέλεγκτοι, σαν τους θρασύδειλους που χτυπάνε για να νιώσουν κάποιοι. Δεν είναι απλώς ποτήρι αλλά βόθρος που ξεχείλισε, το καπάκι που δεν μπορούσε να καλύπτει άλλο τα σκατά και εκσφενδονίστηκε καταπάνω μας με δύναμη. Απ’ το ’90 και μετά (στις καθυστερήσεις της Ιστορίας) μας έχουν πνίξει τα σκατά. Αλλά το πρωτάθλημα έπεσε όταν ήταν μικρό (και «αθώο») στη χύτρα με τα σκατά του επαγγελματικού αθλητισμού, που μπορεί να ήταν και μαρμίτα (σαν του φασιστο-Ραπτό) και η μέρα της μαρμότας, που επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν μαρτύριο χωρίς λύτρωση. Ε, σε πιάνει μια αηδία...

Και τι κάνουν οι αρμόδιες αρχές; Στην άκρη. Και έχετε φιλιά.

Μα δεν υπάρχει κράτος; Φυσικά και υπάρχει, παρακράτος εν κράτει, οι εφοπλιστές και οι στρατοί τους. Και η αστυνομία τι κάνει; Ό,τι μπορεί. Απομακρύνει τους δημοσιογράφους σε... ασφαλές σημείο -sic. Διασπείρει φήμες πως η δολοφονία είχε άλλα κίνητρα -για να μην ξεφύγει εξ αρχής το πράγμα. Ο ΣΚΑΪ θα μπορούσε να βάλει και τον κατάλληλο τίτλο: «ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ». Που δε θα ήταν ακριβώς ψέμα. Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς για το ποδόσφαιρο.

Και τι λέει η κοινή γνώμη; Φωνάζει για τους δημοσιογράφους που δε λένε την αλήθεια -μα αυτοί είναι υπάλληλοι και έχουν δεμένα χέρια - στόματα. Γκρινιάζει για τους ανίκανους αστυνομικούς -κι αυτοί υπάλληλοι είναι όμως και παίρνουν εντολές πού πρέπει να δείχνουν τις ικανότητές τους. Πιπιλάει την καραμέλα που δε λιώνει ποτέ για τη Θάτσερ, λέει πως πρέπει να μπουν όλοι ισόβια -ξεχνάει όμως πως καμία συμμορία δεν εξαρθρώνεται, αν αφήσεις έξω τον αρχηγό που κινεί τα νήματα και θα βγάλει τους δικούς του στην πρώτη ευκαιρία. Δε χτυπάς τους ιδιωτικούς στρατούς, αν δεν πιάσεις τον στρατηγό ή την εταιρεία που στρατολογεί τους λοβοτομημένους που έχουν ξεχάσει πως ξέρουν να σκέφτονται. 

Κάποιοι θέλουν άρτο και θεάματα, όπως στην αρχαία Ρώμη, μονομάχους που χαιρετούν τον Καίσαρα και τους θριάμβους του στο γήπεδο ή τον Καίσαρη και τις στατιστικές αναλύσεις της OPTA. Κάποιοι θέλουν να προστατέψουν «το προϊόν» και το ωραίο του περιτύλιγμα, όπως στην προηγμένη Ευρώπη, τη σκοτεινή ήπειρο που πέρασε Διαφωτισμό και η λάμψη της καλύπτει την ουσία. Άλλοι ψάχνουν τον υγιή ανταγωνισμό και υγιή κύτταρα - μονοπώλια σε ένα σύστημα που σαπίζει και λειτουργεί με όρους μαφίας, γιατί αναζητά το μέγιστο κέρδος (εύκολο, αφορολόγητο ή καλά ξεπλυμένο). Η λύση όμως δεν είναι ένας καπιταλισμός χωρίς μαφία ή φυτοφάγα λιοντάρια (σαν την Εθνική Αγγλίας) που δε θα τρων τους μονομάχους. Αυτή η αρένα αυτό το θέαμα βγάζει. Και δεν υπάρχει διέξοδος για τους πληβείους από τον λάκκο των λεόντων -όπως έλεγε κάποτε η ΕΔΑ την ΕΟΚ.

Ποια είναι λοιπόν η λύση; Να μην έχουμε πολέμους του όπιου και εξαρτημένους χρήστες, κολλημένους με την μπάλα, έτοιμους να αφαιρέσουν ζωές για να γεμίσουν τη δική τους με έναν σκοπό. Και τι να κάνουμε, να καταργήσουμε με διάταγμα τις θρησκείες; Όχι, δεν μπορείς να τα βάλεις με το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, χωρίς να το(υς) πληγώσεις. Αλλά επιβάλλεται να το(υς) προστατέψεις, σε πρώτη φάση, από τους εμπόρους που το εκμεταλλεύονται. Και σε βάθος χρόνου να φτιάξουμε έναν κόσμο, που δε θα είναι μια απέραντη κοιλάδα δακρύων (και Τεμπών), όπου δε θα υπάρχει ανάγκη για οπιούχες ουσίες και υποκατάστατα των συλλογικών ιδανικών.

Και ως τότε τι κάνουμε; Αυτοκριτική. 

Αν έχεις κάνει το λάθος στη ζωή σου να είσαι οπαδός -ήσουν πολύ μικρός για να το προλάβεις και νιώθεις πολύ μικρός για να διορθώσεις τώρα στα γεράματα το κακό, σαν προπατορικό αμάρτημα, μόνο που αντί για δέντρο της γνώσης, δάγκωσες τη λαμαρίνα με έναν σύλλογο και τον καρπό της αποχαύνωσης που σε κάνει φανατικό μιας ανώνυμης εταιρείας, με αφεντικό, κέρδη και ξέπλυμα χρήματος, αλλά εσύ το μόνο που έχεις μάθει για υπεραξίες είναι οι φτηνές μεταγραφές που σου βγήκαν παικταράδες...

Αν είσαι καψούρης με την ομαδάρα και γίνεσαι λίγο οπαδός και στην καψούρα, λίγο ζηλιάρης, λίγο κτητικός και τοξικός μαλάκας, και άμα χωρίσεις ξέρεις ότι είναι όλες πουτάνες, διαλεκτική κατάβαση από το συγκεκριμένο στο αβάσταχτο στερεότυπο. Ενώ η ομάδα είναι σχέση ζωής, σε πληγώνει αλλά σε πορώνει μαζοχιστικά, πουτάνα είναι μόνο η μπάλα (το είχε πει και ο Όσιμ), η διαιτησία που μας αδίκησε (σαν την πουτάνα τη ζωή), οι μάνες των άλλων και ο εκάστοτε αντίπαλος, δηλαδή όλοι εκτός από εμάς. Εσένα σε νοιάζει να μόνο να πεις πως γάμησες (στα λόγια είναι πάντα πιο εύκολο), και ας είναι σικέ-πληρωμένος έρωτας, με χάλια μπάλα χωρίς ίχνος απόλαυσης (σαν αυτήν που δίνει ο αληθινός έρωτας), σκέτοι βαθμοί επιβεβαίωσης, με γκολ στο ’90, σαν αγχωμένη μαλακία (Διδυμότειχο μπλουζ), με εξωτερικά βοηθήματα (βιάγκρα ή διαιτησία), κι αν είναι με πέτσινο πέναλτι (σαν πέτσινος οργασμός), ακόμα καλύτερα, για να σκούζουν οι άλλοι και να το φχαριστηθείς (;) περισσότερο. Αλλά το VAR και τα προφυλακτικά σκοτώνουν τον έρωτα, αλλιώς ήμασταν μες στην γκάβλα.

Κι αν δεν μπορείς να είσαι φίλαθλος κι έχεις ξεχάσει τι σημαίνει απόλαυση, αγάπη για την ομάδα (μα πάνω από όλα για την ομορφιά του αθλήματος), αν δεν μπορείς να δεις έναν αγώνα με έναν αλλόθρησκο φίλο σου και να περάστε καλά, αν δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός σε μια καθαρή φάση, χωρίς παρωπίδες και οπαδικά γυαλιά -που τα βρήκες φτηνά για να αντικαταστήσεις τα ταξικά γυαλιά που έχασες-, αν δεν αντέχεις την καζούρα και την αθώα πλάκα παρά μόνο την καφρίλα, αν η οπαδική σου ζωή τέλος πάντων δεν είναι όπως την θέλησες, φρόντισε τουλάχιστον να μην την εξευτελίζεις εντελώς. Να μη γίνεις τραμπούκος, ρατσιστής, να μην πέφτεις στο επίπεδο ενός φασίστα (που κουβαλά παντού τα σκατά που έχει στο κεφάλι του), να μην ψάχνεις αθλητικά υποκατάστατα για τα κενά στη ζωή σου ή τις τρύπες - στόχους που σου λείπουν για να πηδήξεις και να ρεφάρεις το γαμήσι που τρως στη δουλειά από το αφεντικό -που μπορεί να είναι και το αφεντικό της ομάδας σου, γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με τα ίδια χρώματα και συμφέροντα και η μαγεία του αθλητισμού μας συνεπαίρνει όλους, στο πέταλο και τα επίσημα, στο καφενείο και την 100άρα οθόνη με τη συνδρομητική, καταργεί τα τείχη και τους ταξικούς διαχωρισμούς. Και η μαγεία της μπίζνας είναι πως τα κάνει όλα ίσιωμα και βγάζει κέρδος από όλα, ακόμα και τους παίκτες - ντίβες, που τους ξεζουμίζει, ματς κάθε τρεις μέρες, γιατί show must go on, και τους σακατεύει πριν καν γεράσουν, και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, σφύριγμα, αποτέλεσμα, καμία πτυχή της κοινωνικής μας δραστηριότητας που να μην την κάνει εμπόρευμα, κανέναν μας που να μην τον μισθώνει ως πόρνη, φτηνή ή ακριβοπληρωμένη, μα αλλοτριωμένη, γιατί ο αρχικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία και η χαρά, που κατέληξαν να μας είναι ξένα και πλέον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι οικείο, αν δεν είναι εμπόρευμα. 

Φρόντισε τουλάχιστον να μη γίνεις υπάλληλος κάποιου μαφιόζου καπιταλιστή, να ξελαρυγγιάζεσαι για το συμφέρον του, όπως δε θα φώναζες ποτέ για το δικό σου δίκιο. Γιατί έτσι χάνεις κάθε συνείδηση, γίνεσαι αμοιβάδα, ξεφτίλας (σε άψογη, γηπεδική διάλεκτο), κουρέλας ή μάλλον κουρελοπρολεταριάτο, λούμπεν, δηλαδή εξαθλιωμένος. Και δεν υπάρχει χειρότερη εξαθλίωση από τη χρεοκοπημένη συνείδηση και τα βαμμένα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και πάντα μαύρα) μυαλά -που όμως κάνουν εναλλακτικό χαβαλέ με τα βιντεάκια του Luben, αυτοί είστε κτλ. 

Κι όταν μιλάς για τον υπέροχο λαό, που μένει πάντα στην κερκίδα, θυμήσου τον κυρ-Μέντιο, πώς σκοτώνονται οι υπέροχοι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ και τα ψίχουλα που θα πάρουν οι υπάλληλοί του. Να σέβεσαι τον αντίπαλο, το άθλημα, τον εαυτό σου, αγαπάτε αλλήλους και να μισείτε βαθιά τους υπαλλήλους και την ηθική των (μισθωτών εθελό)δουλων. Και τους καλύτερους αγώνες δεν τους έχουμε δει ακόμα. Είναι αυτοί που μας περιμένουν να τους δώσουμε.

Αυτή είναι μια καλή αρχή, αν δε θέλουμε να λεγόμαστε υπάνθρωποι...

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Στο στόμα του λύκου

Ζούμε σε μια εποχή τεράτων. Ο παλιός κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, ο νέος μας έμεινε στα χέρια και πασχίζουμε να τον επαναφέρουμε στη ζωή, ενώ οι τερατογενέσεις τύπου Τραμπ είναι ο κανόνας, αλλά κάποιοι συνήθισαν το πρόσωπο του τέρατος και το θεωρούν ασφαλή σύμμαχο στο πλαίσιο της τερατοσυμμαχίας. Δεν το φοβούνται γιατί του μοιάζουν...

Το παρελθόν μπλέκει στο παρόν και στις ανασκαφές του μέλλοντός μας. Γυρίζει πλάτη σε ένα μέλλον προκαθορισμένο -το μέλλον μας δεν είναι... Παλιές εικόνες και αναμνήσεις μπλέκουν με σύγχρονες παραστάσεις. Μου ξανάρχονται ένα-ένα. Χρόνια δοξασμένα, που ήταν σαν αιώνες. Σκηνές από τη νιότη (του κόσμου) μας, που μετράν σαν ολόκληρη ζωή. Τότε που ζούσαμε! Χωρίς τέρατα. Σε έναν κόσμο που τα δάμαζε και άφηνε χώρο στην ελπίδα για αλλαγή -πριν μας πάρουν τις λέξεις για να τις κάνουν κούφιες.


Άραγε θυμάσαι; Τα συνθήματα «Cuba si, yankees no». Την αφίσα με τον Φιντέλ και τον Τσε, που ήθελε όλη η Σπουδάζουσα και δεν έμειναν πολλές για να μπουν στις σχολές. Τις μπριγάδες του Ελληνοκουβανικού και τους σφους που μετρούσαν την αγωνιστική τους αισιοδοξία στις φυτείες με τα ζαχαροκάλαμα και μάθαιναν πώς γινότανε το λάιμ (ψήλωσε η κοντούλα μοσχολεμονιά). Αλλά έφευγαν ένα μπόι ψηλότεροι από το νησί και ας μην τα βρήκαν όλα στο μπόι των ονείρων τους και των υψηλών προσδοκιών τους. Κι εδώ (δηλ εκεί) θα μείνει για πάντα η ψυχή τους. Το ζεστό το πέρασμά τους, τα ζεστά ποτά (κι ας μη βράζουν οι σφοι το Κούβα λίμπρε τους), η ζεστή ματιά τους. Οι ζεστές φωνές που δε γέρασαν ποτέ στο πέρασμα του χρόνου, σαν τα αρχαία οράματα που δεν μπόρεσε να ξεσκίσει στο τέλος της η πόρνη η ιστορία. Που είναι σαν την μπάλα (του Όσιμ) και γυρίζει.

Κράτα ρε Κούβα γερά! Ενάντια στα έφηβα γεράκια του ιμπεριαλισμού.

100 χρόνια Φιντέλ, 67 χρόνια από την επικράτηση της επανάστασης, 65 από τη μέρα που συνειδητοποίησαν - διακήρυξαν πως τελικά ήταν σοσιαλιστική. 76 χρόνια αιώνιος έφηβος, ξεφτίλας δον Κιχώτης. Στην πρώτη έφοδό τους -την 26η Ιούλη- σαν ήρωες πεθάναν. Μα τώρα αρνούνται να πεθάνουν οικειοθελώς. Δε θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη. Για την ακρίβεια, ο ιστορικός μας ρόλος είναι να γίνουμε εμείς ο δικός σας (νεκροθάφτης), ταξικά μιλώντας.

Και τι νέο είδαμε; (Σχετικά) καινούρια τραγούδια (Πάμε αδέρφια και άγιος ο θεός), μα βασικά καινούρια συνθήματα. Πχ το «χούντες, προβοκάτσιες, αποκλεισμός, αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός» -συντομευμένη εκδοχή των πέντε κριτηρίων του Ιλίτς, που δε χωρούσαν όλα στο μέτρο -όπως το «ο λαός θα δώσει την απάντηση (κτλ κτλ...) με το πιστόλι στον κρόταφο», που το λες απνευστί και μονορούφι. Ή το άλλο που έλεγε «Με φέικ νιουζ, χτυπάνε τους λαούς» -και κάτι άλλο που δε θυμάμαι πια, γιατί χρειάστηκα 3-4 επαναλήψεις προς εμπέδωση του πρώτου σκέλους.

Μια θάλασσα κουβανικές σημαίες -ποιος ξέρει πού τις είχαμε τόσο καιρό. Που είναι σαν το αρνητικό στο φιλμ του Πουέρτο Ρίκο -ίδιο σχήμα, ανάποδα χρώματα-, που είναι ο ορισμός του προτεκτοράτου, με υπηκόους χωρίς πολιτικά δικαιώματα κι εκπροσώπους. Είδες ο κόσμος της ελευθερίας και της δημοκρατίας; Τουλάχιστον έχει μπόλικους αυλικούς - γελωτοποιούς, σαν τον Βουλαρίνο. Υπάρχει κάτι πιο φαιδρό από έναν υπάλληλο που κριτικάρει αυθόρμητα την «κουβανική δικτατορία»;

Θα σχηματιστεί λέει και στόλος αλληλεγγύης προς τους Κουβανούς -Φλοτίλα αλά κουβανικά- που έχει σαφείς περιορισμούς (Γκρέτα Τούμπεργκ και όχι μόνο) αλλά και μεγάλη συμβολική αξία. Για να σπάσεις το εμπάργκο δε φτάνει μόνο να μαζέψεις υλική βοήθεια, αλλά να βρεις τρόπο(υς) να φτάσει στο νησί. Και αυτό δεν είναι το πλέον εύκολο ούτε αυτονόητο στις μέρες μας, όπου πρέπει να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, να ανακαλύψουμε εκ νέου την Αμερική -ή βασικά να την απομονώσουμε και να συμβάλουμε στην ήττα της. (Είναι όμως λεκτικό ολίσθημα των ελληνικών που ταυτίζουν λανθασμένα μια ολόκληρη ήπειρο με τους Εσταδουνιδένσες).

Το νέο λοιπόν δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Το παλιό γεννά τέρατα και σκορπά θάνατο για να κρατηθεί στη ζωή, με νύχια και με δόντια βόμβες και κανόνια. Βασικά το νέο παλεύει να επιβιώσει από την ασφυκτική ιμπεριαλιστική περικύκλωση που το καταδικάζει σε έναν (όχι και τόσο) αργό θάνατο. Περνά από 40 κύματα και τη θύελλα της αντεπανάστασης, για να επιπλεύσει σε ένα εχθρικό, καπιταλιστικό αρχιπέλαγος. Περνά στενωπούς, τσακίζεται, αναδιπλώνεται, κάνει υποχωρήσεις, βάζει λίγο νερό στο κρασί της (και κόκα-κόλα στο ρούμι της), μα στο τέλος πάντα λέει «τους ξεφύγαμε», σαν τον παπαγάλο στο τρελό σαπιοκάραβο του Βασίλη, που μπορεί να το έλεγαν Γκράνμα. 

Δεν υπάρχουν προφανώς σοσιαλιστικές νησίδες και νησιά, αλλά η Κούβα είναι ό,τι πιο κοντινό μπορούμε να βρούμε. Δεν έχει νόημα να ανοίξει τώρα μια θεωρητική συζήτηση για το σύνθημα «σοσιαλισμός σε μια χώρα» ή αν πληροί η Κούβα τα κριτήρια μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (οικονομίας και εξουσίας). Έχει όμως το βασικό που έλειψε από άλλα επαναστατικά εγχειρήματα του περασμένου αιώνα, για να αποφύγουν την ήττα: μαζική συμμετοχή και ενεργό λαϊκό παράγοντα, που θα υπερασπιστεί το νησί της επανάστασης με το όπλο στο χέρι.

Τι άλλο κρατάμε από τη μέρα αλληλεγγύης στην Κούβα;

-Τη γραφική παρουσία μιας gusana μπροστά από την πρεσβεία των ΗΠΑ με αυτοσχέδια πλακάτ για τον δικτάτορα Κάστρο. Πιο γραφική από τον Βουλαρίνο και τον Λαφαζάνη μαζί, που έχει τουλάχιστον αναγνωρισιμότητα και δεν πήγε άπατος σαν τον Πατέλη, που σύγκρινε τον Χαμενεΐ με τον Άρη Βελουχιώτη. Τρολάρισμα ανελέητο σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά.

-Δυο ωραίες στιγμές του λογογράφου του Κουτσούμπα. Για τους τζιχαντιστές που πήραν την εξουσία στη Συρία και τώρα η Δύση τους παρουσιάζει περίπου σαν συμπεριληπτικούς. Και για τις φρεγάτες στη Μέση Ανατολή, που δεν υπερασπίζονται τον ελληνισμό και τις χαμένες ρίζες του, αλλά τον εφοπλισμό και τον κίνδυνο να χαθούν τα χρέη του. Σαπό -που λέει κι ένα ανέκδοτο με τον Σερραίο Τριανταφυλλίδη.

Και το non -sic- esta sola του ΓΓ, κλασικό λάθος που κάνουν οι γαλλομαθείς, όταν μπλέκουν με τα ισπανικά. Pero no importa, es perdonable. Το βασικό είναι να μιλάς σωστά τη γλώσσα του διεθνισμού. Να μην κάνεις το κλασικό λάθος να διαλέγεις μεριά στις ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Και μαζί να παλεύεις για την ήττα της δικής σου αστικής τάξης -αυτής που στήνει ασπίδα προστασίας για τα κέρδη της και εκθέτει αδίστακτα σε θανάσιμο κίνδυνο τα ναυτικά πληρώματα. Δύσκολα θα βρούμε πιο δυνατό σοσιαλισμό για τα δύο έθνη (εκμεταλλευτές και καταπιεζόμενους) στη χώρα μας και τη μοίρα τους στον πόλεμο.

(Παρεμπιπτόντως, όποιος ενδιαφέρεται να μάθει τις θέσεις του ΚΚΕ ή και να του ασκήσει κριτική, ας το κάνει παίρνοντας υπόψη του την πρόσφατη αναλυτική ανακοίνωση «Καμία θυσία για τους πολέμους των ιμπεριαλιστών - Έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο». Κι ας ξεκινήσει μια συζήτηση επί πραγματικής, ουσιαστικής βάσης κι όχι έτοιμων κατασκευών - αφηγημάτων που ρίχνουν αυτομάτως το επίπεδο και τη νοημοσύνη μας).

Η Κούβα μοιάζει κάπως σαν τη γάτα του Σρέντιγκερ. Όχι από την άποψη αν έχει (και δεν έχει) επαναστατικό χαρακτήρα -αναλόγως από τη θέση που την βλέπεις και από αυτά που θες να δεις. Αλλά με την έννοια ότι είναι και συνάμα δεν είναι μόνη. 

Η Κούβα είναι απελπιστικά μόνη σε επίπεδο κρατών -για αυτό και αναγκάζεται σε τακτικούς ελιγμούς και αναδιπλώσεις. Αν είχαν βάση οι μισές από τις φαντασιώσεις όσων χτίζουν σύγχρονες «αντι-ιμπεριαλιστικές πλατφόρμες» με τον Βλαδίμηρο (κάθε εποχή έχει τον Βλαδίμηρο που της αντιστοιχεί) και βλέπουν το παλιό σοσιαλιστικό μπλοκ (το ορθόδοξο) να έχει κρατήσει τις βασικές του δυνάμεις (δηλαδή Κίνα και Ρωσία), θα έπρεπε να λύσουμε το αίνιγμα γιατί η Κούβα βρίσκεται στο όριο της επιβίωσης, χωρίς ουσιαστικά σοσιαλιστικά στηρίγματα. Δεν πιάνω καν το αγκάθι της ανοχής τους στην ιμπεριαλιστική επίθεση στο Ιράν ή στη Βενεζουέλα. Μην αφήνεις ποτέ άλλωστε μικρές λεπτομέρειες, όπως τα γεγονότα, να χαλάσουν ένα ωραίο αντι-ιμπεριαλιστικό αφήγημα -λέει ένας χρυσός κανόνας.

Η Κούβα δεν είναι μόνη της, γιατί έχει τη στήριξη των λαών του κόσμου. Στο κέντρο της Αθήνας έγινε απλώς η αρχή, που την (παρ)ακολούθησαν με ενδιαφέρον ακόμα και πολλοί τουρίστες, που δεν ήξεραν τα συνθήματα (ούτε καν αυτό με τα φέικ νιουζ), αλλά η αλληλεγγύη είναι διεθνής γλώσσα. Και είναι βέβαιο -αλλά και ζητούμενο- πως μπορεί να εξαπλωθεί στις πόλεις όλου του κόσμου. Όπως είχε γίνει με τους Παλαιστίνιους και ακόμα πιο δυνατά. 

Επίλογος - Αρνάκι άσπρο και παχύ, του ΝΑΤΟ μας καμάρι

Και ενώ στήνεται το σκηνικό για το μεγάλο σφαγείο των λαών, κάποιοι πάσχουν από το σύνδρομο του προβάτου, περιμένοντας να τους σφάξει κάποιος αγάς να αγιάσουν -όλοι πρέπει να κάνουμε κάποιες θυσίες άλλωστε. Κάποια προβατάκια χαίρονται γιατί ο πόλεμος μπορεί να πλήξει τον τουρισμό στην αραβική χερσόνησο (Εμιράτα κτλ) και να αυξηθεί η κίνηση στη χώρα μας. Κάποια άλλα χαίρονται που η φωτιά του πολέμου ξέσπασε στη γειτονιά μας, αλλά όχι στη στάνη μας, που είναι θωρακισμένη με κοιτάσματα πετρελαίου και αντιβαλλιστική ασπίδα για τις φωτιές. Ή απλώς πιστεύουν ότι είμαστε στη σωστή πλευρά της πυρκαγιάς, που δεν πρόκειται να εξαπλωθεί στο νατοϊκό μαντρί μας. Και άλλα χαιρετούν την εποχή που τους θυμίζει τον Καίσαρα, σαν μελλοθάνατα, και χαίρονται με αλαλαγμούς, καθώς πλησιάζει η γκιλοτίνα του μεγάλου σφαγείου τον λαιμό τους, γιατί έχουμε ακόμα μέχρι να έρθει η σειρά μας.

Και όλα μαζί έχουν μάθει να θεωρούν πρόβατα όσους βγαίνουν στον δρόμο να αντιδράσουν και δε σκύβουν το κεφάλι -για να τα βρει γεμάτα ο μπαλτάς στον λαιμό. Αυτά δεν πρόκειται να μπουν ποτέ σε κοπάδι, θα βρουν μόνα τους τον δρόμο για την επιτυχία και την ελευθερία, πάντα μες στα όρια της στάνης -που την έχει μάθει κάθε τουρίστας πια.

Κανένα όμως δεν έχει τη δύναμη και το θάρρος της Κούβας, που μας δίνει τον καλύτερο ορισμό της ανεξαρτησίας -δια στόματος Φιντέλ. Να έχεις το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του φωνάζεις δυνατά «άντε γαμήσου»! 

Υστερόγραφα, ατάκτως ερριμμένα

-Κι αν οι ΕΒΕ θέλουν απλώς λίγη φαντασία και ΕΒΕ-λιξία για να έρθουν μαζί μας;

-Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς «για το ποδόσφαιρο», ακόμα και όταν είναι οπαδικά τα κίνητρα. Και καμία συμμορία δεν πρόκειται να εξαρθρωθεί, αν δεν πιάσεις τον εγκέφαλο και τις αρχές που του κάνουν πλάτες. Απλά πράγματα, απλές αλήθειες, για όσους δεν έχουν ξεχάσει να σκέφτονται.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είχαν γραφτεί πριν από κάνα δίμηνο, εξ ου και κάποιες μπαγιάτικες αναφορές σε ΟΠΕΚΕΠΕ και μπλόκα. Θα είχαν μείνει λογικά αδημοσίευτες, μπαίνουν όμως ως κείμενο - κονσέρβα για να καλύψουν ένα κενό, καθώς μπορεί να καταλάγιασε ο αρχικός θόρυβος για την ταινία, υπάρχει όμως ένα γενικό ενδιαφέρον για τον Καποδίστρια και την εποχή του, που αναδείχτηκε και από την πρόσφατη αρθρογραφία του Ριζοσπάστη. Καλή ανάγνωση.

Στη δουλειά είχαμε ένα χαϊδεμένο που είχε βύσμα τη μανούλα και χωνόταν αυτοδικαίως σε κάθε κουβέντα, για να μη νιώθει στην απέξω. Πχ, η κινέζικη κουζίνα; -Εγώ θα σου πω. Δεν έχω φάει. Πάνω-κάτω δηλαδή ό,τι κάναμε όλοι μας για τον Καποδίστρια. 


Πρέπει δηλαδή να φάμε στη μάπα την ταινία του Σμαραγδή για να εκφράσουμε άποψη; -Όχι, σφοι, δε χρειάζεται να το κάνουμε αυτό. Δεν πρέπει να νιώθουμε υποχρεωμένοι να πούμε κάτι για όλα, για να μην απογοητεύσουμε το κοινό μας, που καρτερά διψασμένο τη σοφία μας. Και πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι για τα βασικά του μάρκετινγκ -ότι δηλαδή δεν υπάρχει κακή διαφήμιση και αρνητικός ντόρος για την εισπρακτική επιτυχία μιας ταινίας.

Αυτό το κατανοεί καλύτερα απ’ όλους ο ίδιος ο Σμαραγδής. Όταν λέει πως τον πολεμά το κατεστημένο (!), πείθει αυτούς που είναι έτοιμοι να το χάψουν, με το μυαλό του στην επόμενη κρατική επιχορήγηση. Και πείθει στοχευμένα αυτούς που πιστεύουν ότι πολεμάν την πατρίδα μας, το έθνος και τα σύμβολά του -πχ τον Κάπο ντ’ Ίστρια (χωρίς τα δύο Πι του Κάππου που έλεγε πως το ένα είναι για τον λαό). Δηλαδή ένα είδος εθνικιστών woke -ξυπνάτε συν-Έλληνες-, που μόνο αμελητέο δεν είναι -αριθμητικά και γενικώς.

Κι αν υπερβάλλει και εξοργίζει και μερικούς δικούς του, που κρατάνε τα προσχήματα της σοβαρότητας, τόσο το καλύτερο, για να δείξει πόσο πλατύ είναι το φάσμα του εθνομηδενισμού και του κατεστημένου που τον πολεμά. Κι ο Σπυράδωνης μπορεί να ενοχλεί αισθητικά κάποιους δεξιούς, δεν ενδιαφέρεται όμως για τις αρνητικές γνώμες -όπου θα ήταν πρώτος με διαφορά- αλλά για τα εισιτήρια που θα κόψει στην κάλπη. Έτσι αγαπάνε αυτοί την Ελλάδα, με επιδοτήσεις και φτηνή προπαγάνδα, σαν γνήσιοι Ελλαδέμπορες. Κι αν δεν ανήκες στο ποίμνιο, μες στη ζεστή αγκαλιά των χιλιάδων θεατών (ή τυχερών του Τζόκερ και του ΟΠΕΚΕΠΕ), κάτσε και προβληματίσου μήπως είσαι ανθέλληνας, εσύ και ο κύκλος σου.

Επόμενη γραμμή επιθετικού μάρκετινγκ και επίθεσης στη νοημοσύνη μας: ναι αλλά δεν τολμάτε να κάνετε ταινία για κάποιον αριστερό -άπατη θα πήγαινε. Όπου με αυτό μπορεί να εννοούν τα πάντα, από τον Βελουχιώτη μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου -τρανή απόδειξη τα εικονίσματά του στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, άλλωστε.

Πού να τολμήσουμε όμως τέτοιες ταινίες; Ποιος σκηνοθέτης αντέχει το βάρος της σύγκρισης με το καλτ έπος «Γράμμος-Βίτσι» και τα... αγρίμια σαν τον Άρη, που δεν κάθονταν ήρεμα να τα σφάξουν να αγιάσουν; Ένας ηθοποιός έπαιξε τον Άρη στο θέατρο και τον κατάπιε ο ρόλος, δεν μπορούσε να παίξει μετά κάτι άλλο, παρά μόνο λούμπεν ρολάκια -που τέτοιος ήταν δηλαδή και ο Άρης άμα πάρεις τοις μετρητοίς τα γραπτά του έγκριτου ΓΠ. Και η δημοσιογράφος του Ρίζου που έγραψε το θεατρικό πέθανε πρόωρα, σαν τον Φρ. Γερμανό που είδε... «αντικειμενικά» τον Ζαχαριάδη ή τον Κοτανίδη του «Ομπίντα», που έφυγε με την πίκρα του για την επικράτηση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα -παλιός μαοϊκός γαρ. Ενώ το (κάτι σαν) άρλεκιν του Κουτσομύτη («κόκκινο τανγκό») πήγε μάλλον άπατο και ας ήταν σχετικά «έντιμο», συγκριτικά με άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις στην προσωπικότητα του ΝΖ.

Οι καλές ταινίες θέλουν καλή παραγωγή, δηλαδή λεφτά, και άξιους συντελεστές, στο ύψος των ονείρων μας, της περίστασης και του ιστορικού προσώπου ή του θέματος. Και δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο λείπει σήμερα περισσότερο -αν κρίνουμε από τις πρόσφατες ταινίες του Βούλγαρη. Κι αυτές εθνικά αφηγήματα υπηρετούν κατά βάση, βέβαια, αλλά δεν πέφτουν τουλάχιστον στο επίπεδο του Σμαραγδή.

Αν η ταινία του Σμαραγδή ήταν αθλητική αναμέτρηση, θα ήταν απ’ αυτές που «δεν αντέχουν σε κριτική», κατά το αθάνατο κλισέ. Αυτό που έχει αντιθέτως ενδιαφέρον είναι το πολιτικό υπόβαθρο διάφορων σύγχρονων προσεγγίσεων για τον Καποδίστρια ως ιστορικό πρόσωπο.

Εκεί θα δούμε το γελοίο καλτ του Σμαραγδή να σμίγει με τους μύθους της «σοβαρής» φιλελέ ματιάς, για τον πρωτοπόρο εκσυγχρονιστή με το φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό όραμα για το ελληνικό κράτος, που το διέκοψαν βίαια οι τοπικές συντεχνίες και ο λαϊκισμός (οι Μαυρομιχάληδες και τα μπλόκα των αγροτών). Διακρίνουμε δηλαδή τις δύο βασικές τάσεις-αποχρώσεις της σημερινής ΝΔ, που αλλάζουν συχνά ρόλους και συνυπάρχουν ειρηνικά, αλλά με κάποια καβγαδάκια, όπως σε κάθε οικογένεια, για να δίνουν προς τα έξω εικόνα δημοκρατικής πολυφωνίας και σεβασμό σε όλες τις απόψεις: από τον φασισμό χωρίς σβάστικα, μέχρι τον άγριο νεοφιλελευθερισμό.

Στον αντίποδα...

-.-

Εδώ διακόπτονται οι παλιές σημειώσεις της κε του μπλοκ. Θα ήταν πρακτικά αδύνατο να πιάσω και να συνεχίσω με ακρίβεια το νήμα εκείνων των σκέψεων, μπορώ όμως να αφήσω μερικές... μετα-σημειώσεις στο ίδιο γενικό πνεύμα.

Ο αντίποδας μπορεί να είναι πχ ο φασαίος φοιτητής στο οικογενειακό τραπέζι, που θεωρεί (επαναστατικό) καθήκον του να αναστατώσει τη γεροντοκρατία με τα αβάσταχτα πομπώδη κλισέ, αναμασώντας με πίστη κάτι που άκουσε στο τραπεζάκι της σχολής για τον αυταρχικό Καποδίστρια που ήταν και λίγο φασίστας.

Αν πάρεις τον λόγο από το προεδρείο για να εξηγήσεις πως αυτό είναι άστοχος αναχρονισμός και ότι πρέπει να κρίνουμε κάθε προσωπικότητα με τα μέτρα της εποχής της, κινδυνεύεις να μπεις στη λίστα με τους θείτσους που δεν τους κάθισε η νεολαία, όταν πήγαν να κάτσουν μαζί της. Και αν συνεχίσεις λέγοντας πως είναι εύκολη απλούστευση να βλέπουμε τους Μαυρομιχάληδες και άλλους αστοποιημένους φεουδάρχες, προύχοντες κτλ ως συντεχνία που μάχονταν τον αστικό εκσυγχρονισμό, θα σε κοιτάνε όλοι μαζί έτοιμοι να γρυλίσουν και δε θα σε ξανακαλέσουν στο επόμενο τραπέζι, που δεν είναι απαραίτητα κακή εξέλιξη.

Αν και η σωστή τακτική θα ήταν ξεκάθαρα να αναλύσεις την αντιπαράθεση Κορδάτου - Ζεύγου για τον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης και τις προεκτάσεις της στην εποχή τους, το νήμα που την συνέδεε με τη λαοκρατία κτλ, για να σε κοιτάνε σιωπηλοί και να το σκεφτούν διπλά πριν ανοίξουν ξανά τέτοια συζήτηση.

Σε ένα πιο υποψιασμένο τραπέζι, πχ με διαβασμένο αριστεροχώρι, ίσως έμπαιναν πιο προχωρημένα ζητήματα. Πχ το άρθρο της Αλέκας για τον Καποδίστρια στον συλλογικό τόμο της Σύγχρονης Εποχής ή ότι το ΚΚΕ χαρίζει το '21 στην αστική τάξη και δεν τονίζει τη λαϊκή συμμετοχή στον αγώνα, όταν μιλά για αστική τάξη.

Ένα παιδί δικαιολογείται βέβαια να θεωρεί πρότυπο στην εποχή μας πχ το ελευθερία - ισότητα - αδελφότητα. Καμία παιδική αρρώστια όμως δε δίνει άλλοθι σε οργανώσεις που βάζουν εκεί το ταβάνι τους και ταυτίζουν εμμέσως την επαναστατική πάλη ενός λαού σήμερα με τα συνθήματα των επαναστάσεων του 19ου αιώνα -ίσως επειδή ένιωσαν προδομένες και απογοητεύτηκαν από τα εγχειρήματα του 20ού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη διάκριση - αντίθεση ανάμεσα στις κινητήριες δυνάμεις μιας επανάστασης (χωρίς τις οποίες δε θα ξεκινούσε ποτέ, με αυτά τα χαρακτηριστικά) και αυτές που βάζουν, αποφασιστικά ή και με αφέλεια, το σύνθημα μέχρι τέλους -για να πιάσουμε άλλα συμφραζόμενα και πιο σύγχρονους συνειρμούς. Το δημοψήφισμα του '15 πχ εξυπηρετούσε τους σκοπούς του ΣΥΡΙΖΑ και της τάξης που εκπροσωπούσε (και δε θα γινόταν ποτέ χωρίς τη δική του πρωτοβουλία) και όχι των χρήσιμων κομπάρσων που πίστεψαν στο μέχρι τέλους. Κι οι Γιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου (και του κοντόχοντρου) δεν ήταν παρά η αριστερή, ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής τάξης, παρά την τρομοκρατία της γκιλοτίνας - ή ότι οι αστοί φάνηκαν ασυνεπείς στα δικά τους συνθήματα.

Μια βασική αδυναμία στις αφελείς προσεγγίσεις, που αποσπούν την πολιτική από την οικονομία και τις επιθυμίες τους από την πραγματικότητα, είναι ότι ψάχνουν να βρουν τη σωστή πλευρά της ιστορίας α. υπό το πρίσμα της δικής τους εποχής και β. με όρους ηθικής - ηθικολογίας. Αναζητούν δηλαδή τους καλούς και τους κακούς της υπόθεσης, πέφτοντας ακούσια στο επίπεδο σκέψης του Τραμπ που βάζει τους ξένους ηγέτες σε λίστες good guys και bad guys, κρατώντας ίσως για τον εαυτό του τον ρόλο του άσχημου -the ugly one.

Τα ιστορικά πρόσωπα δρουν σε ένα δοσμένο πλαίσιο, υπηρετώντας τα συμφέροντα της τάξης τους, και όχι με όρους καλοσύνης ή βαναυσότητας. Είμαστε απέναντι στον Μητσοτάκη πχ γιατί ασκεί μια βάρβαρη ταξική πολιτική (εργασιακός μεσαίωνας, καταστολή κτλ) και όχι επειδή είναι κάθαρμα σε προσωπικό επίπεδο ή μια αρσενική Μαρία Αντουανέτα, χωρίς την παραμικρή επαφή με το πόπολο - που είναι, αλλά δε θα άλλαζαν πολλά αν ήταν πχ πονόψυχος.

Το βασικό ζήτημα είναι η συνείδηση και η πολιτική μιας τάξης που δε διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα για να αυξήσει το κέρδος της και έχει ταυτιστεί με τα χειρότερα εγκλήματα - καθάρματα της ιστορίας, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, όταν ο αντικειμενικά προοδευτικός ιστορικός ρόλος της συμβάδιζε με την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο και τα άλλα καλά της πρωταρχικής συσσώρευσης. Και αν η ιστορία αναζητά κάθε φορά εκείνα τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την ιστορική αναγκαιότητα, την τάξη τους και ευρύτερες κοινωνικές τάσεις, η αστική τάξη αναζητά διαχρονικά τα πρωτοπόρα καθάρματα που θα ενσαρκώσουν χωρίς ηθικούς φραγμούς τις αξίες της. Και όσο πιο πολύ αυτά επικαλούνται ανώτερες δυνάμεις και αξίες για να αντλήσουν ηθική νομιμοποίηση, τόσο πιο αδίστακτα είναι.

Τούτων λεχθέντων και αφομοιωθέντων, δεν είναι αδιάφορο να αναδείξουμε αυτή τη βαρβαρότητα, σημειώνοντας πχ τη ροπή του Μαυροκορδάτου στη δημαγωγία και την εξαπάτηση, την... ηθική ανωτερότητα ενός συστήματος γεμάτου μίζες και σκάνδαλα, την αθλιότητα μιας κυβέρνησης που συγκαλύπτει εγκλήματα και ετοιμάζει το έδαφος για τα επόμενα Τέμπη - πάντα προς επίρρωση της ταξικής ουσίας και όχι για την υποκαταστήσει μια άλλη ερμηνεία.

Μπορούμε επίσης να αφήσουμε το "τάξις και ηθική" και να αναζητάμε μόνο τάξεις -και τους σκοπούς που θα καθορίσουν την ηθική τους. Να μην εξιδανικεύουμε πολεμικά γεγονότα όπως η πολιορκία της Τριπολιτσάς, που είχε ελάχιστο ηρωισμό. Αλλά να αντισταθούμε παράλληλα στη σχετικοποίηση των ναζιστικών εγκλημάτων και τον ιστορικό αναθεωρητισμό που ψάχνει άλλοθι για τους δωσίλογους -που αναγκάστηκαν τάχα να ενταχθούν στα Τάγματα Ασφαλείας, πολεμώντας τον κομμουνισμό κτλ 

Και μπορούμε να δούμε τέλος τον Καποδίστρια ως αυτό που πραγματικά ήταν. Ένας... Κάπο(ς) της τάξης του, με όσα καλά και ηθικά απορρέουν από αυτήν την ιδιότητα, ιδωμένα πάντα στην εποχή τους (και χωρίς τα δύο Κάππα του δικού μας Κάππου, που έλεγε ότι έχει δύο γιατί το ένα ανήκει στον λαό).

Πολύ καλύτερα από μένα τα λέει αυτό το άρθρο του Μηνά Αντύπα στον Ριζοσπάστη για τα όρια των αστικών αφηγήσεων, που συνίσταται για μελέτη.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τα μυστικά της Λίμνης

Τι γυρεύει εδώ ένα αμιγώς αθλητικό κείμενο; Καλή ερώτηση. Αν χρειάζεται κάποιου είδους άλλοθι η ένοχη απόλαυση της κε του μπλοκ, θα ήταν μάλλον αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο Black Power του Θ. Μήνα.

Μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60, οι λευκοί αθλητές υπερτερούσαν αριθμητικά στις συνθέσεις των ομάδων του ΝΒΑ, με τη ζυγαριά όμως να έχει αρχίσει να γέρνει πια προς τη μεριά των Αφροαμερικανών. Πρωτοπόροι εδώ υπήρξαν οι Boston Celtics, οι οποίοι λογίζονται ως λευκή ομάδα, επειδή έχουν ως σύμβολο το ιρλανδικό τριφύλλι, καθώς οι Ιρλανδοί μετανάστες υπερτερούν αριθμητικά στη Βοστόνη. Ανέδειξαν επίσης πολυάριθμους σπουδαίους λευκούς αθλητές (...). Ωστόσο, το 1956 οι Celtics ενέταξαν στο δυναμικό τους τον διεθνή Αφροαμερικανό σέντερ Bill Russell, πολυνίκη του ΝΒΑ (έντεκα πρωταθλήματα) και αργότερα τον πρώτο μαύρο προπονητή στην ιστορία των σπορ. Ακόμα πιο σημαντικό: ο Russell ήταν πολιτικοποιημένος ακτιβιστής, στενός φίλος και συνεργάτης του Martin Luther King.

(...) Ο προπονητής που επέλεξε τον Russell ήταν ο Αμερικανο-εβραίος Red Auerbach, πρώην μέλος του CPUSA (σ.σ.: ΚΚ ΗΠΑ), ο οποίος είχε μπελάδες την εποχή του μακαρθισμού. Βασικός σχολιαστής των Celtics ήταν τότε ο Johnny Most, σοσιαλιστής και στενός φίλος του Howard Fast, συγγραφέα των μονογραφιών Spartacus (1951) και Σάκκο και Βαντσέττι (1953). Στις 26 Δεκεμβρίου του 1964, οι Celtics προχώρησαν σε κάτι ανήκουστο ως τότε: παρέταξαν στο παρκέ μια πεντάδα αποτελούμενη μόνο από Αφροαμερικανούς. Το Boston Garden, η ιστορική έδρα των Celtics, πάγωσε. Σιγή ιχθύος, όμως στη μετάδοση του αγώνα στα ερτζιανά ο Most παραληρούσε από τον ενθουσιασμό του. 

Και ποιος είναι ιστορικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σέλτικς -εκτός από τον κακό τους εαυτό; Οι Λος Άνχελες Λέικερς -από την εποχή που μετακόμισαν στη βόρεια Καλιφόρνια. Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος λιμνάνθρωπος όλων των εποχών; Υπέροχο αντιδιαλεκτικό ερώτημα.


Ο Λεμπρόν δεν μπαίνει καν πεντάδα -το πολύ να την συμπληρώνει. Ο Κόμπε είναι απλά για τους μικρούς που έπεσαν στη χειρότερη γενιά του ΝΒΑ και τον είδαν σαν όαση. Ο Σακίλ κάνει καλύτερη καριέρα ως κωμικός στην τηλεόραση. Ο Τσάμπερλεϊν ήταν πραγματικά σπουδαίος αλλά έπεσε σε λάθος εποχή και έχανε συνέχεια απ’ τους Σέλτικς του Ράσελ. Και φτάνουμε στην κορυφή, το δίδυμο Τζαμπάρ-Τζόνσον, όπου μπορείτε να διαλέξετε όποιον θέλετε, αλλά μόνο ένας ήταν μάγος και συνέδεσε (νύχι-κρέας) το όνομά του με τη λάμψη του Showtime, δηλαδή την καλύτερή τους περίοδο.

Μπορεί ο Τζέιμς Γουόρθι να φορούσε το 42, αλλά ο Μάτζικ είναι η σωστή απάντηση στα πάντα. Ακόμα και στο κλασικό ερώτημα για την καλύτερη πεντάδα όλων των εποχών, προαιώνιο αίνιγμα που έθετε η Σφίγγα στους περαστικούς, σκοτώνοντας μόνο όσους την ξεκινούσαν από τον Λεμπρόν, για να το λύσει τελικά-εξαρχής ο Ράιλι. Στο 1 ο Μάτζικ, στο 2 τον πλαισιώνει ο Μάτζικ, στο 3 ο Μάτζικ, στο 4 ο Μάτζικ και στο 5 έχουμε τον Μάτζικ, που μπορούσε να παίξει όλες τις θέσεις με την ίδια άνεση.

Μια πεντάδα γεμάτη μαγεία που δε θα έχανε από κανέναν, παρά μόνο από τον εαυτό της και από υπερβολική ομαδικότητα, αν πάσαρε συνέχεια ο ένας Μάτζικ στον άλλο και τους έμενε η μπάλα στα χέρια, στο τέλος της ιστορίας και της επίθεσης. 

Όπως θα έκαναν δηλαδή πέντε πιστοί Θωμάδες στο Μπαρτζώκας-μπολ, για το οποίο γράφτηκε ένα σοσιαλιστικό έπος, η πορτοκαλί (αντ)επανάσταση εκδοχή του Παιδαγωγικού Ποιήματος και θα ήταν σπουδαίο πολιτικό άλλοθι για τα πάντα: αθλητικά κείμενα, ένα τεύχος-αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ στο μπάσκετ, ή τον παραλληλισμό ενός αθλήματος κλειστών χώρων με το αντάρτικο (πόλεων), που δεν πρέπει να συγχέεται με το ταμπούρι, το πούλμαν του Μουρίνιο και λοιπούς τσουρουκάδες, και τον οποίο εισήγαγε ο Κ. Πολίτης, που ήταν ευρωκόουτς και ευρωκομμουνιστής -με το Εσωτερικού, σαν τον πατέρα του Μπαρτζώκα. Ή έναν ακόμα μερακλίδικο παραλληλισμό της σπυριάρας με το απόστημα της ανάθεσης, που δε φεύγει με Clearasil, και τις εφηβικές συνθήκες που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα.

Μα κατά βάθος δε ζηλεύω (πολύ) που δεν το σκέφτηκα-έγραψα εγώ, γιατί δεν είμαι οπαδός του υπαρκτού μπαρτζωκισμού (ούτε καν οπορτουνιστική του παρέκκλιση). Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον πατέρα του, ούτε μόνο με τη συμπεριφορά του που στηλιτεύεται στην άγνωστη Διαθήκη του Ντούντα, με τη σαφή υπόδειξη: προτείνω να μπει στη θέση του προπονητή κάποιος άλλος σ/φος, ο οποίος να διαφέρει από τον κόουτς Μπι μόνο στο εξής: να είναι πιο ευγενικός και λιγότερο δύστροπος. Ούτε καν με τα μπινελίκια, που είναι μια ανέξοδη μορφή εκτόνωσης, που διεγείρει το ποίμνιο και δίνει τροφή στα μεσαιωνικά πρωτοσέλιδα του Sportime, αλλά όχι και πραγματική διέξοδο.

Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούσες να σταθείς στην Κόκκινη Πλατεία και να φωνάξεις δυνατά αν γαμιέται ο Μπρέζνιεφ, αλλά αν μπορείς να σταθείς στο κέντρο ενός γεμάτου ΣΕΦ και να πεις το ίδιο για το αφεντικό σου. Και δεν έχει τόση σημασία αν είναι εστέτ απόγονοι μιας θρυλικής δωσιλογικής οικογένειας ή γνήσιος εκπρόσωπος της λούμπεν αστικής τάξης, που έχει βαλθεί να δικαιώσει τις αναλύσεις της 17Ν. Την ιστορία της οποίας πρέπει κάποτε να διηγηθεί κάποιος από μια δική μας σκοπιά και να μην περιμένουμε να μάθουμε τι λέει ο Λευκός Οίκος από τον Παπαχελά, που δεν ξέρουν ποιον Αλέξη να επιλέξουν ως αγαπημένο τους.

Αλλά το κόβω εδώ, πριν μας οδηγήσουν σε άλλο γήπεδο-κείμενο οι συνειρμοί αλά Σκουντής (στο Βιγιαμπάχο ακόμα περιγράφουν -και ο Βιγιακάμπα ακόμα σουτάρει, δίπλα στον Κορνίλιους Τόμπσον που πήρε το τρίποντο). Χωρίς να επεκταθώ στον πράκτορα της 3ης Διεθνούς (που δεν είναι κίτρινη σαν τον αγαπημένο του Άρη) Σάσα Βεζένκοβ, που μοιάζει γίγας στους γίγαντες (ο Ντιμιτρόφ) αλλά με πήλινα πόδια. Και είναι ζήτημα αν κάθε πτώση του στο παρκέ είναι φλόπινγκ, κατάρρευση ή ανατροπή.

Και δε θα παρασυρθώ να απαντήσω στον Φουρνιέ πως η μπουγάτσα είναι προϊόν ΠΟΠ για τη ΛΔ του Βορρά, όπως και τα τρίγωνα, και τα καλύτερα τα εισπαράγει η «Εύα» στο Γαλάτσι, μαζί με καζάν ντιμπί. Και το μυστικό της τριγωνικής επίθεσης των Μπουλς του Φιλ Τζάκσον είναι «τρίγωνα-μπουγάτσα-πιτόγυρα», που εμείς τα λέμε σάντουιτς και οι άλλοι σουβλάκια. Κι αυτά είναι σοβαρά ταυτοτικά ζητήματα στην εποχή μας, γιατί τα πιτόγυρα δεν έχουν δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και χειραφέτησης από τη χαμουτζίδικη διάλεκτο. Εκτός από την ταξική πάλη υπάρχουν και τα πιτόγυρα.

Κι είναι τυχαίο, νομίζετε, πως οι δυο δικέφαλοι (ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) έφεραν τους πρώτους ευρωπαϊκούς τίτλους το ’68 και το ’91, δηλαδή τις χρονιές της δικέφαλης διάσπασης του ΚΚΕ, με τα δυο κεφάλια (και δυο κεραμίδια στα δυο του τα φρύδια), όπου το ένα κοιτούσε στη σοβιετική Ανατολή (και την επανάσταση) και ας αλληθώριζε ενίοτε, ενώ το άλλο στον δυτικό μαρξισμό και την Ανανέωση, οπότε έπρεπε να κοπεί πριν φάμε το κεφάλι μας και γίνουμε κόμμα του κεφαλαίου.

Είναι τυχαίο ή μήπως διαλεκτική στιγμή του αναγκαίου ότι ο «Αυτοκράτορας» Άρης πήρε το τελευταίο πρωτάθλημα το ’91 και κατέρρευσε (δηλαδή ανατράπηκε εκ των έσω, τον τρύπησαν), σαν τη σοβιετική «αυτοκρατορία» του καλού; Και πιο εύκολα θα ξαναπάρει σάρκα και οστά η Σοβιετία, παρά θα δούμε τον «Αυτοκράτορα» να επιστρέφει με κινέζικα χαρακτηριστικά και τη σκέψη Σιάο Τσε Τουνγκ.

Τυχαία μήπως και η επικράτηση της Αλέκας με το μπασκετικό 57-53 επί του Δραγασάκη, που θύμιζε σκορ Λιμόζ; (Κι αν έβγαιναν ισοπαλία, τι γινόταν; 5μηνη παράταση;). Και πως όταν πήρε η Λιμόζ, το ’93, το ευρωπαϊκό μες στο ΣΕΦ με το μπρεζνιεφικό όνομα, στήνοντας αμυντικά τείχη από πορσελάνη γύρω από την μπασκέτα της, ο Φουκουγιάμα έγραψε για το τέλος του μπάσκετ και της Ιστορίας;

Αλλά όλα αυτά είναι πλέον ιστορία, που δεν τελειώνει ποτέ και θα αρχίσει να γράφεται όταν τελειώσουμε με την προϊστορία του είδους μας και τις ταξικές κοινωνίες. Κι αν η μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της ταξικής πάλης, πολλοί παίκτες που έγραψαν ιστορία στα γήπεδα, κόβονται ως μετεξεταστέοι. 

Ο Μέσι πχ θα είναι πάντα αυτός που χειροκροτούσε τον Τραμπ, ενώ μιλούσε για τον βομβαρδισμό του Ιράν. Ο GOAT Τζόρνταν θα είναι αυτός που φοβήθηκε να πάρει δημόσια θέση, γιατί και οι Ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια ΝΙΚΕ. (Ή αλλιώς και οι Ντέμοκρατς είναι ρατσιστές, και λίγοι θυμούνται πως ο Λίνκολν ήταν Ρεπουμπλικάνος, ενώ πολλοί από τους συγγραφείς της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ήταν... φιλελεύθεροι δουλοκτήτες! Και ο Μάτζικ ήταν ο καλοσιδερωμένος χαμογελαστός πρώην σκλάβος (ούτε καν αυλικός, όπως στο βίντεo-κλιπ του Remember the Time, με τον Φαραώ Έντι Μέρφι), που κάθε λευκός θα ήθελε για γείτονα ή γαμπρό του, μέχρι που βρέθηκε θετικός στο AIDS και θυμήθηκε τι πάει να πει ρατσισμός.

Το φαινομενικά παράδοξο είναι πως όλοι αυτοί κουβαλάν μια ιδιαίτερη ιστορία και έγραψαν τη δική τους στα παρκέ, σε ένα πρωτάθλημα που μοιάζει κάποιες στιγμές να μην έχει ιστορικό φορτίο, μεγάλες αντιπαλότητες, καυτές έδρες, ακόμα και βαριές φανέλες, γιατί το εμπόριο τα έχει κάνει όλα ίσωμα, ακόμα και το στοιχειωμένο (από φαντάσματα που πλανώνται) για κάθε αντίπαλο Μπόστον Γκάρντεν.

Την ίδια ψευδαίσθηση έλλειψης ιστορικού βάθους μπορεί να σου δώσουν και οι ΗΠΑ -όπου κάποιες οδοί αντί για ονόματα έχουν απλώς μια πρακτική τακτική αρίθμηση- ως κράτος. Το οποίο χτίστηκε σε έναν «Νέο Κόσμο», χωρίς φεουδαρχικά βαρίδια και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος, χωρίς να χρειάζεται καν να περάσει Διαφωτισμό και ταξικές επαναστάσεις, για να μοιράσει τελικά απλόχερα το σκοτάδι του σε όλες τις ηπείρους της Γης.

Το κράτος των ΗΠΑ ενέγραψε εξ αρχής στην ταυτότητά του (που δεν είναι βιολογικά, αλλά ιστορικά, κοινωνικά προσδιορισμένη) τη βαρβαρότητα, την άγρια επιβολή, τους διωγμούς των... Ινδιάνων, κάθε μορφής βαρβαρότητα και όλα τα χαρακτηριστικά της «καπιταλιστικής προόδου», που γιγαντώνονταν μαζί του, καθώς αυτό επέκτεινε την κυριαρχία του στον πλανήτη.

Μπορεί να το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας πχ τις «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου», του Ντέιβιντ Βάιν, που έχει μια σειρά μειονεκτήματα (από την επιμέλεια και το Επίμετρο, μέχρι την επιεικώς θολή αντίληψη του συγγραφέα για έννοιες όπως ο ιμπεριαλισμός, ο υπερ-ιμπεριαλισμός κτλ), αλλά και ένα σαφές πλεονέκτημα: ότι γράφεται από έναν Αμερικανό καθηγητή, που έχει κάνει πολυετή έρευνα στο θέμα των Βάσεων -χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις ΗΠΑ ως «Έθνος Βάσεων».
Και ο οποίος δείχνει πολύ γλαφυρά στο βιβλίο του ότι ο πόλεμος δε συνδέεται απλώς με τις μπίζνες των καπιταλιστών και την κατάκτηση νέων αγορών-σφαιρών επιρροής, αλλά είναι από μόνος του μια τεράστια μπίζνα: με εκαντοντάδες βάσεις (γνωστές και μυστικές σε όλον τον πλανήτη), εργολάβους, ιδιωτικά συμφέροντα, ακόμα και ιδιωτικούς στρατούς και γενικώς μια αγαστή σύμπραξη κράτους και ιδιωτών και σε αυτόν τον τομέα. Και προπαντός με μια τεράστια δυναμική, που επιβάλλει σε απόλυτο βαθμό πολιτικές και κυβερνήσεις.

Υπ’ όψιν, ο περίφημος όρος «στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ» (που περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σε ένα αρκετά πρώιμο στάδιό της, σε σχέση με τη σημερινή συγκυρία) δεν ήταν επινόηση των Σοβιετικών, αλλά του Άικ. Μια προειδοποίηση -στα όρια της αγωνιώδους έκκλησης, σε κάποια σημεία- του Αϊζενχάουερ, που ασφαλώς δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πρόεδρος των ΗΠΑ στα χρόνια του Μακαρθισμού, στρατηγός και Ρεπουμπλικάνος.
Χρήσιμο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα, σε κάθε περίπτωση.

Κλείνουμε επιστρέφοντας διαλεκτικά στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Τα μυστικά του βάλτου ή μάλλον της λίμνης. Και είχε δίκιο ο Βλαδίμηρος για τους παλιούς σφους, πως έχουν κάθε δικαίωμα να τραβήξουν για τον βάλτο (ή τη λίμνη), όχι όμως να παρασύρουν το κόμμα μαζί τους. Ενώ ο Ντέμης -τον καιρό που ήταν μαρξιστής- έλεγε πως δε μας νοιάζουν οι εφήμερες χαρές σαν το πρωτάθλημα, αλλά να μεγαλώσουμε τη λίμνη. Μα από τη Βανδήέα ξεκινούν οι ορδές των αστών και επηρεάζουν το κίνημα που μετά πήγε και έπεσε στη λίμνη, καλός άνθρωπος μπορεί να ήταν, δεν παίρνω όρκο.

Αλλά η συνέχεια για τον Μάτζικ σε επόμενο κείμενο-κονσερβοκούτι.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Όσα ξέρουν οι κομμουνιστές

Μια εικόνα χίλιες λέξεις.

Πηγή: Α.Ο. (aka σωσίας Φιντέλ στην Ελλάδα)

Ακολουθούν χίλιες πεντακόσιες τουλάχιστον, σε γραπτή μορφή.

Πρόλογος-εισαγωγή

Η επικαιρότητα τρέχει χωρίς να κοιτά τη δική σου μελαγχολία. Τους ρυθμούς σου, την ανάγκη να επεξεργαστείς τα γεγονότα για να τα χωνέψεις. Να τα δεις σε βάθος, να αποκτήσεις πολιτική άποψη, να βγάλεις συμπεράσματα που δεν είναι έτοιμα από πριν. Να αφήσεις σκέψεις στο χαρτί, σαν χρονογράφημα, αντί για μερικά τουί σε μια οθόνη, που πρέπει διαρκώς να ανανεώνει το περιεχόμενό της, για να δείχνει πως έχει τάχα περιεχόμενο.

Ας δούμε, ασθμαίνοντας πίσω τους, μερικά γεγονότα -και πώς μπορεί να προσαρμοστεί η κε του μπλοκ στη μικρή φόρμα.

Κυρίως θέμα

Ο θυμόσοφος ΓΓ είπε στον Κοτρώτσο πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η ευρωατλαντική συμμορία είναι κώλος και βρακί με θεοκρατικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή (συνεργάζονται οικονομικά και πολιτικά), χωρίς να διευκρινίζει ωστόσο την ακριβή κατανομή ρόλων (ποιος είναι κώλος και ποιος βρακί), δείχνοντας πως είναι νύχι-κρέας με τη γλώσσα του λαού -για να μην πούμε κώλος-βρακί με τους αγώνες των σύγχρονων «αβράκωτων».

***

Στο ΕΚΑ αναδείχτηκε νέα διοίκηση, με πρόεδρο τον Στεφανάκη -ο πάγος έσπασε κτλ. Κάτι που δεν αρκεί (ούτε λίγο) για να ροδίσει το μέλλον μας, όπως δείχνουν τα πράγματα στην ΑΔΕΔΥ, όπου η πρόταση για απεργία δεν πέρασε γιατί οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέμειναν στη δική τους πρόταση-σχεδιασμό για 48ωρη. Και αυτό μπορεί να προστεθεί στο πάνθεο με τους αστικούς μύθους -πχ ότι για μια ψήφο δεν έγιναν τα ελληνικά η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ. Μόνο που εδώ δεν είναι μύθος και είναι μάλλον μικροαστικός, στη λογική «48ωρη ή τίποτα».

Το βασικό βέβαια είναι πως τα Νατοϊκά παραμένουν η επίσημη γλώσσα της ελληνικής κυβέρνησης και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με μια ψήφο, ούτε με μια αλλαγή κυβέρνησης.

Τι επικαλείται ο Μητσοτάκης για να στείλει φρεγάτες κτλ στην Κύπρο; Το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ που μιλά για βοήθεια μεταξύ χωρών-μελών του Οργανισμού. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι τέτοιο, είναι όμως η Βρετανία, που έχει στρατιωτικές βάσεις στο νησί, οι οποίες θεωρούνται και τυπικά βρετανικό έδαφος. Και δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν «κομμάτι του ελληνισμού», όπως είπε ο Μητσοτάκης στη Βουλή, ψάχνοντας πρόσχημα για την εμπλοκή στον πόλεμο.

***

Ο ΓΓ αποκάλυψε σε δημοσιογραφικό πηγαδάκι πως δύο από τα τέσσερα ιρανικά (;) drone που αναχαιτίστηκαν στην Κύπρο προορίζονταν για τη βάση της Σούδας. -Έχετε πληροφορίες; τον ρώτησαν. Το ξέρουμε! απάντησε. Και ούτε μία λαλίστατη κυβερνητική πηγή δε βγήκε να τον διαψεύσει, ενώ ο Δένδιας είπε σε τηλεοπτική συνέντευξη πως δεν έχει τέτοια πληροφορία -χωρίς να την διαψεύσει ούτε αυτός.

Όσα ξέρουν οι κομμουνιστές, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος -και ούτε πρέπει να τα μάθει, με «περιττές» συζητήσεις στη Βουλή. Και πού τα μαθαίνουν όλα πια αυτοί οι κομμουνιστές; Έχουν τις πηγές τους, ακόμα και στο βαθύ κράτος, όπως έδειξε τις προάλλες και η συγκλονιστική μαρτυρία ενός πρώην λιμενικού για το προσφυγικό και τις επαναπροωθήσεις.

Εκτός από τους νατόγκαβλους απόστρατους καραβανάδες που παρελαύνουν αυτές τις μέρες στα κανάλια για να μας πουν υπεύθυνα πως δεν κινδυνεύουμε -και άντε να πουν το αντίθετο και να τρέχουν για την εκκένωση της Σούδας, των Χανίων και της μισής Κρήτης-, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος στις Ένοπλες Δυνάμεις -ακόμα και στα Σώματα Ασφαλείας. Ο οποίος δεν εκδηλώνεται, για ευνόητους λόγους, ή δε βρίσκει θέση στα κανάλια, για ακόμα πιο ευνόητους λόγους.
Μπορεί όμως να τον δει κανείς στις σελίδες του Ρίζου, με το ρεπορτάζ από την εκδήλωση στο ΣΕΦ και την απόδοση τιμής σε παλιούς αγωνιστές -με τους απογόνους τους να παραλαμβάνουν τιμητικά διπλώματα, εκτός από μια περίπτωση, όπου δε βρέθηκαν γνωστοί συγγενείς και το δίπλωμα θα φυλαχτεί στην έδρα της Κετουκε.

***

Το Τουντέχ δεν είναι απαραίτητα κομμουνιστικό κόμμα (χωρίς το απαραίτητα). Αυτοί που ξεχνάν τις σφαγές και τις διώξεις των κομμουνιστών στο Ιράν είναι σίγουρα κομμουνιστές;
Ίσως όσο και αυτοί που ανασύρουν τη συζήτηση περί Αγιατολάχ και θεοκρατίας στη σημερινή συγκυρία. Αλλά δεν τους περισσεύουν λόγια κριτικής για τις δυτικές θεοκρατίες, που έχουν για θεό τους το χρήμα, τις βόμβες, την εξουσία και προώθησαν-επέβαλαν αυτές τις αξίες σε όλον τον πλανήτη. 

Τι μπορεί να είναι κάτω και από τους gusanos στη Φλόριντα, στα κατώτερα κλιμάκια-καζάνια της επίγειας κόλασης; Ίσως οι Ιρανοί που πανηγυρίζουν μπροστά στις κάμερες, όχι το τέλος μιας θεοκρατίας, αλλά τα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα, χορεύοντας στον ρυθμό στο ταψί του Τραμπ, με τη γλοιώδη χάρη ενός Χλαπάτσα. Πώς να λένε άραγε στα φαρσί το «θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε»;
Dance me to the end of world...

***

Η Μάγδα αφιέρωσε τη νίκη του Παύλου και του αντιφασιστικού κινήματος σε όλα τα θύματα του ναζισμού και προπαντός στους 200 της Καισαριανής, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης σε όσους την άκουγαν.
Ο φασισμός δεν πρόκειται να πεθάνει μόνος του, ούτε βέβαια θα του κάνει ευθανασία μια δικαστική απόφαση. Θα τον τσακίσουν, όμως, όσοι έχουν το ψυχικό σθένος της Μάγδας, το αλύγιστο φρόνημά της και τη συνείδηση να συνδέσουν τη δική τους υπόθεση με έναν συλλογικό αγώνα, το μεγάλο, το ωραίο, το συγκλονιστικό.

Μία μέρα αργότερα, ο κόσμος ανατριχιάζει και πάλι με τα νέα ντοκουμέντα που έρχονται στη δημοσιότητα. 


Αυτή η φωτογραφία από τη στιγμή της εκτέλεσης. Αυτές οι υψωμένες γροθιές, που περιφρονούν τον θάνατο και τον φασισμό. Αυτός ο τόπος, αυτό το κόμμα, αυτά τα δέντρα που δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό και ετοιμάζουν την έφοδό τους. Αυτό το τραγούδι των Κοινών Θνητών, που υμνεί τους Κοινούς Αθάνατους 200 και βγήκε την ίδια μέρα!

Εντάξει, ήρωες, καθαρά βλέμματα, σφιγμένες γροθιές. Έρπη όμως έβγαλε κανείς τους ή δεν υπέφεραν τόσο;

Μιας και δεν είμεθα ιστότοπος-site-, ελπίζω να μη θεωρηθεί εμπορική διαφήμιση. Είναι πάντως μια καλή ευκαιρία να πάρετε (όσοι ενδιαφέρεστε) τις επόμενες μέρες, σε καλή τιμή από τον Γκούτεμπεργκ, το «Πούτζι», μια μυθιστορηματική βιογραφία ενός καλλιεργημένου μεν ανθρωπάκου δε (όπως ήταν το παρανόμι του), που «υπέκυψε» στην πολιτική γοητεία των Ναζί και τα έσπασε μαζί τους για λάθος λόγους, χωρίς τη θέλησή του και χωρίς να αποκηρύξει ποτέ τις ιδέες του ή τον θαυμασμό του για τον Φύρερ.
Δε χρειάζονται μεγαλοστομίες του τύπου «απαραίτητο ανάγνωσμα» κτλ, είναι όμως χρήσιμο και επίκαιρο, με λογοτεχνική γραφή και πολιτικό άλλοθι, σαν αυτά που αρέσουν στην κε του μπλοκ -και ενδεχομένως στους αναγνώστες της.

***

Ξεφυλλίζεις με κλικ το όργανο, πέφτεις πάνω στο όνομά του, ζουμάρεις αμέσως στην είδηση από τη χώρα των Κιμ.
Ειδικότερα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν ισχυρίστηκε ότι «ένας πύραυλος είναι αρκετός για να σβήσει» το Ισραήλ, τονίζοντας τις δυνατότητες του πυρηνικού και βαλλιστικού οπλοστασίου της Βόρειας Κορέας.

Από μικρό (κράτος) και από «τρελό» μαθαίνεις την αλήθεια, λες μέσα σου και συνεχίζεις την ανάγνωση.

Με την αναφορά «ένας πύραυλος είναι αρκετός για να σβήσει» το Ισραήλ, ο Κιμ χρησιμοποιεί την ίδια ακραία ρητορική που είχε στις προηγούμενες αντιπαραθέσεις του με τη «Δύση».
Εντάξει τώρα, πετάει. Δυο απλωτές με τα χέρια κάνει και ξαναπέφτει.

***

Πόσο συχνά ακούς τη φράση «είναι ζήτημα ζωής και θανάτου»; Και πόσες φορές πλησιάζει την κυριολεξία, όπως για τους απεργούς ναυτεργάτες που απαιτούν την ασφαλή επιστροφή των συναδέλφων τους από την εμπόλεμη ζώνη; Ένας από τους πιο σημαντικούς απεργιακούς αγώνες (που πέρασε στα ψιλά των εφοπλιστικών ΜΜΕ), για να νικήσει η τάξη μας και η ζωή. Αυτή που δεν έχουμε πια στη Δραπετσώνα με τα καζάνια του θανάτου.


Έχουμε και λέμε.

Ο Μελισσανίδης μολύνει τη θάλασσα και την ατμόσφαιρα με τα καζάνια του θανάτου. Η ΕφΣυν είναι μαχητική, αποκαλυπτική εφημερίδα. Οπότε θα έχει αύριο πρωτοσέλιδο θέμα τη ροή των λαδιών στην Oil One.
Όχι...

Ο Μελισσανίδης κάνει χρυσές μπίζνες με τον πόλεμο. Η ΕφΣυν στηρίζει τον Αλέξη και δεν έχει χώρο για φωνές που του ασκούν κριτική. Ο Τσίπρας θα πάρει πρωτοβουλίες για να σταματήσει τον πόλεμο και την εμπλοκή της χώρας.
Ούτε...

Το βαθύ Τουίτερ αποθέωνε τον σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ, που ύψωσε ανάστημα. 11 χρόνια πριν αποθέωνε την ελπίδα που έρχεται. Έβαλε όμως μυαλό από την κωλοτούμπα της «Πρώτης Φοράς Αριστερά» και δεν την ξαναπατά τώρα.
Χμμ...

Ο Σάντσεθ φωτογραφιζόταν δίπλα στον Ζελένσκι με φόντο την Γκερνίκα -μαρτυρικό τόπο για τα θύματα των Ναζί. Ο Αλέξης πόζαρε δίπλα στον σατανικά καλό Τραμπ, για την ειρήνη και τη δημοκρατία. Η ελπίδα είναι ένα πιάτο που τρώγεται ξαναζεσταμένο.
Βφκστφτ...

Πάντα έρχεται μια μικρή λεπτομέρεια, πχ τα γεγονότα, να σου χαλάσει μια ωραία λογική ακολουθία. Μία τελευταία προσπάθεια.

Ο Σάντσεθ έβαλε βέτο για τις Νατοϊκές βάσεις (που φεύγουν, που μένουν) επί ισπανικού εδάφους. Η Ισπανία έστειλε φρεγάτα στην Κύπρο και βλέπει θετικά τις επιχειρήσεις σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο Ανδρέας καμαρώνει από ψηλά την Πασοκιά (ι ελ σοθιαλίσμο) αλά ισπανικά και θυμάται το αγαπημένο του ισπανικό μόριο «θα», που έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν στο Nάτην, Φάτην.
Κάτι κάναμε τελικά.

***

Το άλλο το έμαθες;
Εντάξει, πρέπει να κλείσουμε, ας μείνουμε στα σημαντικά.
Πλάκωσαν οι αναρχικοί τους Αρασίτες στη Σαλούγκα.
Αυτό απαιτεί ένα άλλο κείμενο, ας κρατήσουμε τα ήσσονος σημασίας εδώ.

Επίλογος

Αυτό είναι μια ιδέα που μπορεί μελλοντικά να την αναπτύξω σε ξεχωριστό κείμενο, μπορεί να μπει και εδώ όμως ως ένα ερώτημα στους εαυτούς μας: αν και ποιον ενδιαφέρει η πολιτική σήμερα -και αν-με ποιον τρόπο ενδιαφέρει και εμάς τους ίδιους. Τι είναι πολιτική, πόσοι γοητεύονται από την τέχνη της, πόσοι σφοι έχουν πολιτική σκέψη και δράση. Πόσο μας αφορά μια μίζερη πολιτική επικαιρότητα, καταιγιστική και κουραστική, φιλτραρισμένη από διάφορους μηχανισμούς και τρολ της δεκάρας. Γιατί να ενδιαφέρει τον λαό ένα πεδίο στο οποίο δεν έχει ουσιαστική συμμετοχή, καθορίζει μεν τη ζωή του, αλλά δεν μπορεί να το καθορίσει αυτός, στο δοσμένο πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πόλεμος τον αφορά άμεσα -ακόμα και όσους δεν το καταλαβαίνουν ή όσους σκέφτονται μόνο ένα πιθανό πλήγμα στον τουρισμό και την τσέπη τους ή την τιμή της βενζίνης. Μια κυβέρνηση που αρνείται να φέρει το θέμα προς συζήτηση στη Βουλή είναι δεδομένα μέρος του προβλήματος και οργανωτής της μαζικής αδιαφορίας προς την πολιτική. Και αυτό ίσως είναι ό,τι χρειάζεται να ξέρει κανείς, για να καταλάβει τις προθέσεις της γύρω από την επιστολική ψήφο και τη συμμετοχή του «κυρίαρχου λαού» στα πολιτικά δρώμενα.

***

Τις επόμενες ημέρες η κε του μπλοκ θα αδυνατεί αντικειμενικά να (παρ)ακολουθεί τις εξελίξεις της επικαιρότητας με κείμενα. Μπορεί να ανέβει κάποιο κονσέρβα -καλώς εχόντων των πραγμάτων. Ελπίζω να μην είναι εντελώς ανεπίκαιρο και βασικά να μην ξεσπάσει στο ενδιάμεσο ο Γ’ Παγκόσμιος.

Κλείνουμε όπως ξεκινήσαμε, με αυθόρμητα μηνύματα στους τοίχους, για τη Ρόζα, τον Σήφη και τις επετείους της ημέρας -5 Μαρτίου.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ή μήπως είμαστε γεροί κομμουνιστάδες;

Άνοιξε αυτό το κουτί... είπε η Πανδώρα στη μικρή Παρασκευούλα, για την οποία υπάρχουν τόσοι αστικοί μύθοι που είναι πλέον βέβαιο πως δε θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια. Εκτός αν διαβάζουμε Ριζοσπάστη. Κάτι που ισχύει και για το διοπτροφόρο κορίτσι που, ενήλικας πια, δεν έχει λόγο να πείθεται από φαιδρές πολιτικές ή από φιγούρες - παραμυθάδες, που της λένε, στη γραμμή του ΣΙ (Τζιπίνγκ) και του ΤΙΝΑ, πως σήμερα στην ΕΕ ζούμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα και νανουρίζουν το πόπολο για να μην ξυπνήσει.

Κι αν πιστεύει κάποιον από την οικογένεια Σοφιανού, αυτός είναι μόνο ο Νίκος -από το Πολίτ Μπιρό- που πρέπει να είχε γκριζάρει από τότε που ήταν στην ηλικία της Παρασκευούλας, με τα ζόρια της ανασυγκρότησης της ΚΝΕ και τα απόνερα της «Ανασυγκρότησης» του Σημαδεμένου Γκόρμπι. Αλλά δεν περίμενε να ασπρίσουν τελείως τα μαλλιά του για να δει μια άσπρη μέρα και μπήκε στην ΚΝΕ για να αλλάξει τον κόσμο, με συγκάτοικο τον (υ)περαστικό Βουρνούκιο, που μπορεί να σου κάνει το άσπρο-μαύρο -αρκεί να πιάνει τα ποντίκια που πήδηξαν από το καράβι το ’91, νομίζοντας πως βουλιάζει και κρίνοντας εξ ιδίων τα ναυάγια της ταξικής πάλης.

Αλλά εμείς δεν είμαστε προσωποκεντρικό κόμμα, με έρωτα για δημοφιλία και αξιώματα, οπότε δεν έχει σημασία η κατανομή των χρεώσεων, ποιος θα είναι στη Βουλή, ποιος θα πιάνει ποντίκια ή πουλιά στον αέρα, ποιος θα κάνει τον Ρούχλα στα ντραμς, τον Φιόγκο, και ποιος θα καθαρίζει σκάλες στον Περισσό, δίπλα στην Αλέκα.


Λέγαμε λοιπόν, Παρασκευούλα, πως πρέπει να διαβάζεις τον Ρίζο. Όπου χτες μπορούσες να δεις καυτό ρεπορτάζ για τα μικρά παιδιά που ξεναγούνταν στο Σκοπευτήριο, έπαιρναν τα χωνιά του ΕΑΜ και φώναζαν «σας μιλάει η ΕΠΟΝ», ανασκαφές και πρόβες του μέλλοντός μας. Το Σάββατο κυκλοφορεί με την Πολιτική Απόφαση του Συνεδρίου που έχει πάντα ενδιαφέρον. Αλλά το πιο ζουμερό φύλλο ήταν το ΣΚ που μας πέρασε, από το οποίο η κε του μπλοκ σταχυολογεί μερικά ενδιαφέροντα άρθα και σημεία.

Φα δίεση ο Φιόγκος

Πρώτη στάση, οι «Επαναπροσδιορισμοί» από τον Γ. Μαργαρίτη, για τους 200, την Κατοχή, τον «αγαπημένο του» Μενέλαο Χαραλαμπίδη (που προωθεί με ζήλο και σοσιαλδημοκρατικές πλάτες -ΑΣΚΙ, Χάρης Δούκας- τη δημιουργία -επιτέλους!- ενός Μουσείου Εθνικής Αντίστασης) και τους Έλληνες που εισέβαλαν στη χώρα μας...

Αν δεν είσαι πολύ μυημένος, μπορεί να υποδεχτείς θετικά ή με ενθουσιασμό όσα λέει-γράφει ο Χαραλαμπίδης, που έχτισε αρχικά ένα καλό όνομα με τους ιστορικούς περιπάτους που διοργανώνει κατά καιρούς στο κέντρο της Αθήνας και είδε τη φήμη του να απογειώνεται με τη μελέτη του για τους «Δωσίλογους», που έχει σταθερά μια θέση στη λίστα με τα ευπώλητα βιβλία -ειδικά στη θεματική κατηγορία του- και έγινε «viral» σε ΜΚΔ, ακόμα και μεταξύ συντρόφων -αν και πάντα υπάρχει το ζήτημα πόσοι ποζάρουν με ένα βιβλίο, χωρίς να το διαβάζουν ή να κατανοούν το περιεχόμενο.

Ακόμα κι αν περνιέσαι για σχετικά μυημένος -στα προάστια της Ιερουσαλήμ, προς την πλευρά της Δυτικής Όχθης-, όπως η κε του μπλοκ πχ, μπορεί να βρεις αν μη τι άλλο ενδιαφέροντα τον όρο «ελληνική κατοχή», με την έννοια πως διαχωρίζεται από τα εθνικά αφηγήματα του συρμού για το έθνος μας που υποδουλώθηκε και αντιστάθηκε σύσσωμο και ενιαία, τονίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στο έθνος των εκμεταλλευτών και το έθνος των καταπιεσμένων και ότι οποιαδήποτε κατοχή χρειάζεται πρόθυμους ντόπιους συνεργάτες για να στερεωθεί. Αλλά ένα επιχείρημα με ταξικό πρόσχημα, λέει ο Μάργκαρετ, δεν υπηρετεί πάντα σκοπούς από την ταξική πλευρά της ιστορίας.

Εν προκειμένω η κριτική-πολεμική του στον Χαραλαμπίδη δε γίνεται γιατί... «μπλέκεται στα δικά του χωράφια», της δεκαετίας του ’40 -όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος ανυποψίαστος. Αφορά ένα επικίνδυνο αφήγημα που επιχειρεί να βγάλει λάδι τη Ναζιστική Γερμανία για τις κτηνωδίες της Κατοχής, φορτώνοντας την ευθύνη σε κατώτερους αξιωματούχους ή τους ντόπιους συνεργάτες τους. Και έχει μια σειρά πολιτικές προεκτάσεις, από τις πολεμικές αποζημιώσεις -που δε χρειάζεται να καταβληθούν για τέτοια λάθη... «τρίτων»-, μέχρι και την πιθανή -αν όχι επικείμενη- αναψηλάφηση της δίκης της Νυρεμβέργης. και πάντα, σε τελική ανάλυση, τον Πόλεμο της Μνήμης και την οργανωμένη επιχείρηση ξεπλύματος των Ναζί, που έχουν βγει από τον τάφο τους και διεκδικούν την ιδεολογική ηγεμονία σε έναν κόσμο που σαπίζει. Κάτι ανάλογο προωθεί άλλωστε, με λιγότερο εκλεπτυσμένο τρόπο, και ο Χανδρινός, που θα μας απασχολήσει στην επόμενη ενότητα (του Ρούχλα).

Όσο για τη δημιουργία ενός κρατικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης (επιτέλους!), που αγνοεί σκόπιμα την ύπαρξη άλλων (στην Καισαριανή, το Περιστέρι, την Ηλιούπολη) ή το πρόσημο της πολιτικής διαχείρισής του από το κράτος (που δεν έχει συμπεριλάβει ούτε λέξη για την Αντίσταση στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ή στο Μνημείο Πεσόντων στο ΓΕΕΘΑ), δε θέλει πολλή φαντασία (στην εξουσία) για να μαντέψει κανείς τι μηνύματα (συμψηφισμών και συμφιλίωσης) θα περνάει. Λίγο ΕΑΜ, λίγο ΠΕΑΝ, λίγο ΕΔΕΣ, λίγο Χίτες -λέει ο Μαργαρίτης-, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και όλα μαζί στο μίξερ, προσθέτουμε εμείς, οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά. 

Ή μήπως είμαστε...; 

Και ο Ρούχλας είναι Λα 


Δεύτερος σταθμός μας στον Ρίζο ο Κώστας Σκολαρίκος, υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της Κετουκε, με διπλή παρουσία σε αυτό το φύλλο. 

Ξεκινάμε με την απάντηση σε μια αθλιότητα. Μπορεί οι ασυναρτησίες του ΙΧ, σε ρόλο Ρούχλα, να μην αντέχουν σε ιδιαίτερη κριτική και να απαιτεί πολλαπλάσια έκταση η αναίρεσή τους -όπως κάθε ακροδεξιά μουσμουλιά, παρόλα αυτά ο Σκολαρίκος κάνει μερικές χρήσιμες υπενθυμίσεις -πχ ότι ο ΕΔΕΣ δεν είχε απλώς ασυλία στην Κατοχή, για να απομονωθεί το ΚΚΕ, αλλά στελέχωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, (δείχνοντας πόσο λεπτή ήταν η γραμμή που χωρίζει κάποιους «Αντιστασιακούς» από τον δωσιλογισμό, που αντιστεκόταν με συνέπεια στο ΕΑΜ) ή ότι το ΚΚΕ δεν είναι απλώς μια παλιά ιστορία γεμάτη ουτοπία και συναίσθημα.
Και βασικά μας δίνει μερικές ενδιαφέρουσες -σχεδόν ψυχαγωγικές- πληροφορίες για τη μελέτη του ΙΧ για την ΟΠΛΑ -που ομολογώ πως αγνοούσα, όσο μυημένος και αν νόμιζα πως είμαι. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει επαρκές αρχειακό υλικό για την ΟΠΛΑ, λόγω της συνωμοτικής φύσης της οργάνωσης -για την οποία δεν είναι γνωστή καν η ημερομηνία ίδρυσής της- και όχι επειδή το ΚΚΕ κρατάει κλειστά-κρυφά τα αρχεία του. Και μολονότι αυτό επισημάνθηκε στον Χανδρινό, αυτός πίστευε ότι είχε βρει έναν πιασάρικο τίτλο και θέμα, για να προχωρήσει το βιβλίο του, που τελικά δε συνεισέφερε πολλά στην ιστορική έρευνα και μόνο ένα μικρό μέρος του αφορούσε όντως την ΟΠΛΑ.

Προς επίρρωση των παραπάνω, να προσθέσω την έλλειψη σχετικών μαρτυριών από τα επιζήσαντα μέλη της οργάνωσης, όχι επειδή δε βρέθηκε κάποιος ιστορικός ή δημοσιογράφος να τις καταγράψει, αλλά επειδή αρνούνταν επίμονα οι ίδιοι να μιλήσουν για τη δράση τους, ακόμα και σε συντρόφους. Μια στάση που συμπυκνώνεται αρκετά καλά σε μια διάσημη φράση από το Fight Club: First rule of OPLA is: You do not talk about OPLA! Second rule of OPLA is: You do not talk about OPLA. Κοκ... 

Ο Σεβαστιανός διηγείται στη γραμμή του Σι

Το άλλο άρθρο του Σκολαρίκου είναι για τη 2η Ολομέλεια, που άνοιξε τον δρόμο για την ένοπλη πάλη και τη δημιουργία του ΔΣΕ, έναν χρόνο ακριβώς μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, για να περνάει και σημειολογικά το μήνυμα. Με το άρθρο αυτό εγκαινιάστηκε στον Ρίζο μια θεματική ενότητα (με άρθρα, ντοκουμέντα κτλ) για τα 80χρονα του ΔΣΕ, που σε θυμικό - συμβολικό επίπεδο μπορεί να κορυφωθεί με μια λιτή εκδήλωση στο Λιτόχωρο, στα τέλη του μήνα. Και σε πιο ουσιαστικό επίπεδο να καταλήξει σε άλλον έναν τόμο (συλλογικό ή μονογραφία) για τον ΔΣΕ και να γίνει σημείο αναφοράς, χωρίς τα μειονεκτήματα που μπορεί να είχε η έκδοση για την «Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ», με τη σφραγίδα του ΓΠ.

Εν συντομία το άρθρο -και η Κετουκε- εκτιμά πως τις αρχές του ’46 είχαν διαφανεί τα αδιέξοδα της «δημοκρατικής λύσης» δια της ομαλότητας, ενώ δεν είχε ανατραπεί ο συσχετισμός δύναμης υπέρ του ΕΑΜ, σε μια σειρά επίπεδα (πχ ΓΣΕΕ με την πρωτιά του ΕΡΓΑΣ). Διαπιστώνει συνεπώς ότι υπήρχα ευνοϊκές συνθήκες αλλά και διαμορφωμένο επιτελικό σχέδιο -όπως αναφέρει η σχετική έκθεση του Κικίτσα- για να επιλεχθεί ο δρόμος μιας ένοπλης γενικής εξέγερσης. Το ΚΚΕ στράφηκε όμως σε άλλους δρόμους, υπό το βάρος της αποθαρρυντικής στάσης των Σοβιετικών, που είχαν τη γνώμη πως το ΚΚΕ έπρεπε να πάρει μέρος στις εκλογές και μετά... «βλέποντας και κάνοντας». Το Κόμμα δεν ακολούθησε τυφλά τη συμβουλή, προσπάθησε να ισορροπήσει σε ένα ναρκοπέδιο από αντιθέσεις και αντικρουόμενες γραμμές, αντιμετώπισε δυσκολίες και είχε αντιφάσεις. Κι αν εμείς τώρα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, ασκούμε κριτική, δεν είναι γιατί αγνοούμε τα παραπάνω, αλλά για να αντλήσουμε διδάγματα και να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, σε εξίσου δύσκολες, πρωτότυπες συγκυρίες.

Όπως λέει και η κατακλείδα του άρθρου:

Η 2η Ολομέλεια θα φέρει πάντα την τιμή ότι ήταν αυτή που εγκαινίασε την τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, η οποία απέδειξε ότι οι όποιες υποχωρήσεις του ΚΚΕ το προηγούμενο διάστημα δεν οφείλονταν σε συνειδητό συμβιβασμό με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και θα αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα στη στρατηγική του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. 

Βρε μήπως είμαστε...;

Και στο Μι τραγουδάει παραμύθια η Μελιά

Τρίτος και τελικός γύρος, το άρθρο του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κετουκε, που απαντά στη συκοφαντική επίθεση και τη διαστρέβλωση των θέσεών του από ΚΕΚΡ και ΚΚΡΟ -κάποτε για το ΚΕΚΡ θα ήταν λόγος ανησυχίας από μόνη της η σύμπτωση απόψεων με τους... κομμουνιστές του Ζουγκάνοφ, αλλά οι πάλαι ποτέ σφοι έχουν ευθυγραμμιστεί ακόμα και με την πολεμική μηχανή του Πούτιν, μιλώντας πχ για τον αντιφασισμό μιας κατά τα άλλα ιμπεριαλιστικής δύναμης -όπως την έχουν χαρακτηρίσει οι ίδιοι- και μια... αντι-ιμπεριαλιστική πλατφόρμα με άλλες αστικές δυνάμεις.

Στο άρθρο το Τμήμα ΔΣ παρουσιάζει ένα σύντομο ιστορικό για τη συγκρότηση της κομμουνιστικής πρωτοβουλίας και τις διεθνείς συναντήσεις με άλλα κόμματα (ΔΣΚΕΚ), το δίκτυο Solidnet για την ανταλλαγή συντροφικών απόψεων, αλλά και την πολιτική-οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που επιδεινώθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις αποκλίνουσες γραμμές που διαμορφώθηκαν στο εσωτερικό του. Παράλληλα απαντά με πολύ γλαφυρό τρόπο στη συκοφαντική επίθεση των ρωσικών κομμάτων περί λογοκρισίας στο Solidnet και προσπάθειας του ΚΚΕ να παρέμβει στο εσωτερικό τους, για να τα διασπάσει. 

Συγκεκριμένα λέει ότι δημοσιεύονται εδώ και 27 χρόνια όλες οι αποφάσεις των Κομμάτων, χωρίς κανένα πρόβλημα, με εξαίρεση τη στάση του ΚΕΚΡ, που παραβιάζει τις αρχές λειτουργίας του δικτύου και το χρησιμοποιεί για να συκοφαντήσει άλλα ΚΚ, ενώ παράλληλα δηλώνει δημόσια την πρόθεση να στήσει άλλα δίκτυα με «πατριωτικές» και «αντιφασιστικές» δυνάμεις.

Δε μας πέφτει λόγος σε αυτό. Ας προχωρήσουν με όσους συμφωνούν σε κάτι τέτοιο, αλλά δε χρειάζεται ως άλλοθι για τις ενέργειές τους να προσπαθούν να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ και το Solidnet, το οποίο οι ίδιοι έχουν αξιοποιήσει για χρόνια.

Όσο για την κατηγορία του διεθνούς φραξιονισμού του ΚΚΕ, για να διασπάσει άλλα κόμματα, το άρθρο σημειώνει τα εξής.

Δεν ευθύνεται το ΚΚΕ όταν κομμουνιστές, αηδιασμένοι από την πολιτική της ταξι΄κης συνεργασίας που ακολουθούν κάποια κόμματα, τα εγκαταλείπουν και επιδιώκουν να συγκροτήσουν πραγματικά κομμουνιστικά μαρξιστικο-λενινιστικά κόμματα.

Σε πιάνει μια αηδία, που θα έλεγε και μια πατριωτική ψυχή...

Στο τέλος το Τμήμα ΔΣ παραθέτει εύστοχα μερικούς άξονες που είναι κριτήριο για τη δράση κάθε ΚΚ.

Ή μήπως είμαστε γεροί κομμουνιστάδες;


Οπότε, συναγωνίστρια Παρασκευούλα, για να το μαζεύουμε -τα κείμενα της κε του μπλοκ έχουν την τάση να ξεχειλώνουν εύκολα, όπως θα έχεις διαπιστώσει ίσως- και να απαντήσω στο παραφρασμένο αρχικό σου ερώτημα. Δεν είναι πως βγάλαμε το κομμουνιστόμετρο και βρήκαμε ότι μόνο εμείς είμαστε γεροί κομμουνιστάδες -εμείς, εμείς, οι μόνοι συνεπείς. Είναι βασικά πως δε φταίμε εμείς για την πολιτική κατάντια άλλων -κομμάτων, ιστορικών που ζήλεψαν τη δόξα του Παπαρατσένκο, του Γκόρμπι κοκ.

Αλλά ακόμα κι αν σε έχουν πείσει τρελοί παραμυθάδες για την κρίση του ΚΚΕ, αρκεί να ρίξεις μια ματιά στη δική τους πορεία για να το ξανασκεφτείς καλύτερα. Να αρχίσεις να σκέφτεσαι έξω από του κουτιού τα παραμύθια, για να μάθεις την αλήθεια πως «ένα πεντάγραμμο, δύο πολιτικές». Και -γιατί όχι;- να προσεγγίσεις στην τελική το ΚΚΕ. Μη φοβάσαι, να το μυρίσεις θέλει.

Ή μήπως είμαστε...;