Για δες καιρό που διάλεξε τον Γάβρο να μας πάρει
Τώρα που η Εθνοσωτήριος σαν άλλοτε φορτσάρει
Το άκρον άωτο της ειρωνείας για ένα μέλος του ΣΦΕΑ είναι να φεύγει από τη ζωή 21 Απριλίου. Στην επέτειο επιβολής της χούντας, που τον καταδίκασε 17 Νοέμβρη (του ελληνικού ’68), μερικούς μήνες μετά την απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Και είναι εξίσου ειρωνικό, για κάποιον που μέχρι τα 85 του ανέβαινε στα δέντρα και έκανε βαριές δουλειές στο χωράφι, να καθηλώνεται κλινήρης από το δεύτερο εγκεφαλικό -όπως κάποτε ο Βλαδίμηρος-, να μαραζώνει από την ακινησία και να φαίνεται στα μάτια των οικείων του σα να μην έχει πια κίνητρο και όρεξη για (τέτοια) ζωή.
Όρθιος, στο μέσο της εικόνας, σε στιγμιότυπο της δίκης
Έφυγε από τη ζωή ο Αρτέμης Κλωνιζάκης, που συνέδεσε ανεξίτηλα το όνομά του με τον αγώνα κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Μέλος της οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» και συνοδοιπόρος του εμβληματικού Αλέκου Παναγούλη, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορικής απόπειρας κατά του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου το καλοκαίρι του 1968, πληρώνοντας το τίμημα της ελευθερίας με διώξεις και καταδίκες από το καθεστώς.Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στα Χανιά, την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά και σε ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο που αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν συνεπή αγωνιστή που δεν λύγισε μπροστά στα έκτακτα στρατοδικεία της εποχής. Ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ) εξέδωσε συλλυπητήρια ανακοίνωση, αποτίνοντας φόρο τιμής σε μια προσωπικότητα που σφράγισε με τη δράση της τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Η δράση του Αρτέμη Κλωνιζάκη κορυφώθηκε με τη συμμετοχή του στην επιχείρηση της 13ης Αυγούστου 1968, όταν η «Ελληνική Αντίσταση» επιχείρησε να πλήξει την καρδιά της δικτατορίας.
Το Έκτακτο Στρατοδικείο: Στις 17 Νοεμβρίου 1968, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης κάθισε στο εδώλιο του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών. Καταδικάστηκε ως «συστασιώτης» σε 4ετή φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην ίδια δίκη, ο αδελφός του, Γιάννης Κλωνιζάκης, δέχθηκε ένα πολύ σκληρότερο χτύπημα από το καθεστώς, καθώς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 24 ετών.
Η δίκη εκείνη έμεινε στην ιστορία για τις εξοντωτικές ποινές. Ο Αλέκος Παναγούλης καταδικάστηκε δις εις θάνατον, ο Λευτέρης Βερυβάκης σε ισόβια, ενώ οι Στάθης Γιώτας, Νίκος Ζαμπέλης, Γεώργιος Αβράμης και Νικόλαος Λεκανίδης έλαβαν πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Η κηδεία του Αρτέμη Κλωνιζάκη θα αποτελέσει μια ευκαιρία για την τοπική κοινωνία και τους παλιούς του συναγωνιστές να τιμήσουν τη μνήμη του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Πέμπτη 23 Απριλίου 2026, στις 15:30, στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής στη Χαλέπα Χανίων.
Η απώλειά του αφήνει ένα κενό στη ζωντανή μνήμη της αντίστασης, όμως η ιστορία της δίκης του ’68 και το θάρρος που επέδειξε απέναντι στους δικτάτορες θα παραμείνουν ζωντανά ως φάρος για τις επόμενες γενιές.
Ιστορικό Σημείωμα:
Οργάνωση: Ελληνική Αντίσταση.
Κορυφαία Στιγμή: Απόπειρα κατά Παπαδόπουλου (13/8/1968).
Δίκη: 17/11/1968 (Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών).
Τόπος Ταφής: Χαλέπα Χανίων.
Η mariori λέει ότι εσχάτως το μπλοκ κινδυνεύει να γίνει «Νεκροδρέπανο», σαν το δρεπάνι με το οποίο θερίζει ζωές ο χάρος -που δεν είναι μόρτης και δερβίσης. Αλλά το ηθικό είναι χαμηλό τελευταία και η στάθμη των λογοπαιγνίων δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλότερη. Κάποια πράγματα, ωστόσο, πρέπει να ειπωθούν ούτως ή άλλως.
Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως όλοι μας κατά μια έννοια. Έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο «γάβρος», αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ στη θάλασσα και συμπαθούσε την ΑΕΚ, αν και τα τελευταία πολλά χρόνια δεν ασχολούνταν καν -γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνεις να δίνεις σημασία σε ό,τι έχει πραγματική αξία: την Κρήτη και κάνα δυο ακόμα πράγματα. Και σίγουρα όχι σε ονόματα και φυσιογνωμίες -που σπανίως ανακαλούσε στη γεμάτη μνήμη του.
Ήταν δημοκρατικών πεποιθήσεων και προπαντός πράξεων, με τον δικό του τρόπο. Με μια παλιάς κοπής αίσθηση περί του δικαίου και του κοινωνικά δέοντος, που σήμερα μπορεί να φαινόταν αναχρονιστική σε κάποια σημεία, αλλά θα ήταν λάθος να την κρίνουμε αυστηρά, έξω από τα μέτρα της εποχής και της γενιάς του. Χωρίς δηλαδή τις ιστορικές προσλαμβάνουσες που μας ορίζουν εσαεί, ακόμα και όταν αλλάζουν ραγδαία, χωρίς να κοιτάζουν τη δική μας διαμορφωμένη κοσμοθεώρηση.
Πολιτικά μιλώντας, ο Αρτέμης ήταν Βενιζελικός και Κεντρώος. Δε μιλάμε μόνο για τον Ελευθέριο, που η μορφή του είναι σε κάθε παλιό κρητικό σπίτι (αν όχι στο εικονοστάσι του), και που -αν τα υπολογίζω καλά- πέθανε εννιά μήνες πριν έρθει στη ζωή ο Α.Κ., λες και αυτό κυοφόρησε τη γέννησή του. Αλλά ακόμα και για τον «Κλι-Κλή», που δύσκολα θα έκανε πολιτική καριέρα χωρίς το όνομα του πατέρα του. Κάτι που γνωρίζουν καλά στη Χαλέπα και την οδό Ακρωτηρίου, όπου είναι το αρχοντικό των Μητσοτάκηδων, λίγα μέτρα από το πατρικό σπίτι των Κλωνιζάκηδων. Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο, μα τα κελιά μας είναι χωριστά. Και είναι αν μη τι άλλο σπουδαίο να μην ακολουθείς την εύκολη οδό και να μη σε καταγράφει η Ιστορία ως ένα από τα καθάρματα αυτού του τόπου.
Εξυπακούεται πως δε θα βρεις πολλούς παλιούς Χανιώτες να λένε την Ακρωτηρίου με το νέο της, επίσημο όνομα -οδός Μητσοτάκη- και όχι απλώς λόγω της δύναμης της συνήθειας αλλά από άποψη. Το πολύ να βρεις κάποιους πρόθυμους να διορθώσουν την επιγραφή του οδοδείκτη, αντικαθιστώντας την ιστορική επεξήγηση (πρωθυπουργός της Ελλάδας), με μια άλλη βασική του ιδιότητα: αρχαιοκάπηλος. (Κατά σύμπτωση, στο 61, δηλαδή στο σπίτι ενός άλλου Κλωνιζάκη).
Ο Αρτέμης, βέβαια, πλην του Εφιάλτη, όπως τον αποκάλεσε κάποτε ο Ανδρέας, δε συμπαθούσε πολιτικά ούτε τον τελευταίο, σε αντίθεση με τους μισούς και βάλε Κρητικούς, και πιθανότατα δεν τον ψήφισε ποτέ -που είναι από μόνο του μια ιδιότυπη πράξη συμβολικής αντίστασης στη χώρα του πράσινου ήλιου, όπως τραγουδούσε ο Χάρρυ Κλυνν. Και όχι επειδή ήταν παραδοσιακά με την Ένωση Κέντρου, αλλά επειδή αυτός και οι συναγωνιστές του στην «Ελληνική Αντίσταση» (την ομάδα του Παναγούλη) είχαν το θλιβερό προνόμιο να διαπιστώσουν πως συνομιλούσαν με ένα γνήσιο τέκνο «Παπατζή», που δεν είχε καμία πρόθεση για σοβαρή αντιστασιακή δράση ή να τους ενισχύσει ουσιαστικά. Έφεραν βαρέως αυτόν τον εμπαιγμό και δεν είχαν κοντή μνήμη (η πλειοψηφία τους τουλάχιστον), όπως διάφορα χρυσόψαρα στο αρχιπέλαγος ΠΑΣΟΚ.
Σημείο πολιτικής αναφοράς ήταν πάντα ο Αλέκος Παναγούλης, μια ξεχωριστή προσωπικότητα που δε χρειαζόταν να συμφωνείς μαζί της πολιτικά, για να κερδίσει τον σεβασμό σου (ή και τον θαυμασμό) για τη στάση και το αλύγιστο φρόνημά του. Και αν κάποιοι σήμερα αντιμετωπίζουν τον Παναγούλη ως τον «τελευταίο ήρωα», είναι γιατί ξέπλυνε την ντροπή για τη δική τους απραξία. Και θέλουν να προδικάσουν πως δε θα υπάρξουν άλλοι τέτοιοι (να τους κάνουν να ντρέπονται) και πως δε ζούμε πια σε ηρωικές εποχές. Κι έτσι ο Παναγούλης έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους τελευταίους έντιμους ανθρώπους ενός χώρου (του παλιού Κέντρου), όπου κάποτε μπορούσες να βρεις στη βάση του άτομα με ιδανικά και καλές προθέσεις που δεν έμεναν στα παχιά λόγια.
Ο Α.Κ. ήταν στην εποχή του ένας από αυτούς. Παρά την αντιστασιακή του δράση, όμως, ήταν υπεράνω υποψίας για... συνοδοιπορία και ο δρόμος του δε διασταυρώθηκε ποτέ με τους αντάρτες στα «Λευκά Όρη» και τον πολιτικό τους χώρο. Και αν ψήφισε καμιά φορά το Κόμμα ήταν μάλλον προσωπικό το κίνητρο. Πχ για να στηρίξει τον ανιψιό του Μίλτο (τον γιο του Γιάννη, που ήταν το δεξί χέρι του Παναγούλη, με το προσωνύμιο «Ολύμπιος»). Ο οποίος ανδρώθηκε πολιτικά στη νεολαία της ΕΔΗΚ (!), ένα από τα εξωτικά απομεινάρια των χρόνων της Μεταπολίτευσης, ήταν υποψήφιος το ’12 με τον ΣΥΡΙΖΑ στα Χανιά -όπου επικράτησαν φυντάνια σαν τον Σταθάκη και τον Πολάκη- και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται σταθερά με το ΚΚΕ, γεμίζοντας με απτές πράξεις και νόημα τη φράση «έβγαλε συμπεράσματα στα χρόνια της κρίσης», που καμιά φορά μπορεί να ακούγεται κούφια και ξύλινη.
Ίσως να 'χε ρίξει κόκκινη ψήφο και νωρίτερα, με τον νεότερο Παναγούλη (τον Στάθη), που αργότερα έδειξε πως δεν είναι η πιο σοβαρή περίπτωση -πολιτικά μιλώντας-, ωστόσο λίγοι θυμούνται πως το ’85 είχε συνεργαστεί με το κόμμα και βγήκε βουλευτής -αν και όχι στα Χανιά.
Η ψήφος όμως δεν είναι το βασικό κριτήριο. Στην οικογένεια εξάλλου μπορούσες να βρεις σχεδόν τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές ή Μακρονησιώτες- και δεν ήταν δεδομένο πως θα λειτουργούσε η «οικογενειακή αλληλεγγύη» και πως θα στήριζαν όλοι κάποιον συγγενή τους, αν διαφωνούσαν πολιτικά μαζί του. Κάτι που δεν είναι δείγμα αστικού πολιτισμού, αλλά ωριμότητας που βοηθάει τις (υποκειμενικές) συνθήκες να ωριμάσουν και τον κόσμο να σκέφτεται πολιτικά.
Σε κάθε περίπτωση, πρώτο κριτήριο είναι οι πράξεις, που μιλούν από μόνες τους για κάθε άτομο και δε χρειάζονται περσότερα. Πολλοί ποστάρουν πομπώδεις, φλογερές φράσεις στον τοίχο τους, για να μαζέψουν πύρινα like, λίγοι είναι όμως πρόθυμοι να διαβούν τον Ρουβίκωνα των λόγων και να τους κάνουν πράξη. Να πάρουν τοις μετρητοίς το σύνθημα πως όταν η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον-υποχρέωση. Να μην τσιμπήσουν, σαν βλάκες με περικεφαλαία -στη κυριολεξία-, στα κιτς αρχαιόπληκτα θεάματα της χούντας με τις χλαμύδες, αλλά να κρατήσουν όσα διαχρονικά μας διδάσκει η αρχαία γραμματεία για τους τυράννους και τις δίκαιες πράξεις των τυραννοκτόνων. Και ας μην είχε αίσιο τέλος η δική τους σύγχρονη προσπάθεια.
Ο Αρτέμης Κλωνιζάκης ήταν μέλος μιας ομάδας, που -με όσες αντιφάσεις και περιορισμούς είχε- πήρε σοβαρά τις διακηρύξεις της και πλήρωσε τις συνέπειες των πράξεών της. Ο Α.Κ. έμεινε στη φυλακή ως τη διεξαγωγή της δίκης, βασανίστηκε από τους ανθρωποφύλακές του και έφτασε στα όριά του, γιατί η καλή του προαίρεση δεν του επέτρεπε να διανοηθεί πώς ένας πολίτης-επιστήμονας μπορούσε να τύχει τέτοιας εξευτελιστικής αντιμετώπισης από ένστολους. Όταν είσαι πολιτικός κρατούμενος, άλλωστε, τα αυταρχικά καθεστώτα δε σου αρνούνται μόνο την πολιτική ιδιότητα (σα να είσαι κακοποιός του κοινού ποινικού δικαίου) αλλά και την ανθρώπινη, για να σε μεταχειριστούν σαν ζώο, σπάζοντας μέσα σου κάθε αίσθημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο στόχος είναι ο άνθρωπος...
Το πιο σπάνιο γνώρισμα του Αρτέμη, ωστόσο, ήταν η σεμνότητα και η διακριτικότητα. Τα πιο πολλά γι’ αυτόν δεν τα γνωρίζουμε από δικές του αφηγήσεις -που ήταν ακόμα πιο σπάνιες και μετρημένες στα δάχτυλα- αλλά από μαρτυρίες τρίτων. Ο ίδιος δεν ήθελε να μιλάει σχεδόν ποτέ, ούτε καν στους δικούς του, για όσα έκανε και, πολύ περισσότερο, για όσα πέρασε. Είχε αλλεργία στην περιαυτολογία, τις παράτες, τις τιμητικές εκδηλώσεις και δεν πήγε ποτέ στο Προεδρικό Μέγαρο για τη «γιορτή της (αποκατάστασης της) Δημοκρατίας», μολονότι λάμβανε πρόσκληση επί σειρά ετών. Δεν εξαργύρωσε ποτέ τα παράσημά του για να κάνει πολιτική καριέρα ή για να πετύχει κάποια χάρη ή εξυπηρέτηση. Δεν καταδέχτηκε καν να κάνει περιουσία, ως έμπειρος γιατρός, γιατί δεν τον ενδιέφερε και δεν ήταν ποτέ στόχος του.
Ήταν χαμηλών τόνων, διακριτικός, αυτός όμως δε σήμαινε να «κοιτάζει τη δουλειά του», σαν νοικοκυραίος ή ανθρωπάκι, για να μην μπλέξει με τις αρχές και την κρατική μνησικακία-εκδικητικότητα. Ίσως το μεγαλύτερο παράσημο (και απόδειξη για τη συνέχεια του αστικού κράτους, στη χουντική ή την κοινοβουλευτική εκδοχή του) ήταν πως στα χρόνια της Μεταπολίτευσης τον παρακολουθούσαν οι αρχές, μαζί με όλα τα μέλη της παλιάς του οργάνωσης -ακόμα και αυτόν που έσπασε στα βασανιστήρια και τους «έδωσε»- ως υπόπτους για συμμετοχή στην 17Ν! Κι αυτό μας δείχνει δύο πράγματα: Αφενός τι λαγωνικά, με αντανακλαστικά Ραν-Ταν-Πλαν είχε η ΕΛ.ΑΣ., σε αντίθεση με την αγιογραφία του ντοκιμαντέρ του Παπαχελά για τις δυνάμεις καταστολής. Και αφετέρου τη μνησίκακη στάση του κράτους, που δεν παύει ποτέ να θεωρεί επικίνδυνους όσους αμφισβήτησαν κάποτε την εξουσία του και το μονοπώλια της βίας.
Ο Αρτέμης κατάφερε, αν και φιλήσυχος, να ξεχωρίσει από τον χυλό με τους κυρ-Παντελήδες. Ακόμα και από το κινηματογραφικό στερεότυπο για το βαφτιστικό του όνομα, που έχει συνδεθεί με τον Μάτσα -στον στερεοτυπικό ρόλο του «κακού» - δωσίλογου του ελληνικού σινεμά- ή τα κροκοδείλια δάκρυα του (με λένε) Αρτέμη, στο «Αλαλούμ» του Χάρρυ Κλυνν, για το δράμα του εργαζόμενου λαού, που αγγίζει βαθιά -αλλά όχι και υλικά- τον μικροαστό, διανοούμενο ήρωα.
Ήταν δύσκολος άνθρωπος, με κολλήματα και εμμονές, που πιστοποιούσαν ωστόσο την πίστη του σε κάποιες αρχές -και όχι στην εκάστοτε αρχή, όπως κάνουν όσοι δεν έχουν τέτοιες. Δεν κέρδισε ικανοποιητική αμοιβή για τους αγώνες του (που στόχευαν σε κάτι καλύτερο από το προσωρινό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης), ούτε για την προσφορά του στο ιατρικό λειτούργημα (με το μνημονιακό τσεκούρι που διέλυσε τη σύνταξή του). Ο μεγάλος του καημός, ωστόσο, ήταν ότι δεν πρόλαβε να ξαναδεί το ιατρείο του και βασικά την Κρητική γη, που θα τον υποδεχτεί αύριο το απόγευμα στην αγκαλιά της.
Μπορεί, τουλάχιστον, να φύγει ήσυχος ως ζευγάς, γιατί αφήνει πίσω του καλή σπορά, που είναι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.













