Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Μεταξύ δυο επετείων

Όσοι γράφουν τακτικά στο διαδίκτυο, μοιάζουν πολλές φορές να κυνηγάν επετείους, με το ημερολόγιο στο χέρι, για να γεμίσουν τη στήλη "σαν σήμερα". Η οποία νομίζω πως έφτασε στην τελειότερη μορφή της, με τα δεκάλεπτα βιντεάκια της ΕΡΤ, που βλέπονταν καθημερινά ευχάριστα, με τη χαρακτηριστική μουσική στο σήμα έναρξης και την ιδιαίτερη φωνή του εκφωνητή -που είχα πάθει πολιτισμικό σοκ, όταν τον είχαν ακούσει σε διαφορετικά συμφραζόμενα, να περιγράφει έναν αγώνα του Ολυμπιακού, με το ίδιο ακριβώς ύφος και στιλ: φράση, παύση, ανάσα, περνάει αεροπλάνο

Σαν σήμερα λοιπόν, όλο και κάτι θα έχει γίνει, γιατί δεν υπάρχει μέρα άδεια στο καλεντάρι, αλλά βασικά είναι μια μέρα που μπαίνει ανάμεσα σε δύο σημαντικές επετείους, σαν συνδετικός κρίκος, το θάνατο του Ραφαηλίδη στις 8 του μηνός κι αυτόν του Κάππου στις 10, και μας δίνει αφορμή για έναν ιντριγκαδόρικο συσχετισμό.

Ο Ραφαηλίδης θεωρείται ο μεγάλος αιρετικός, αν και θα του πήγαινε καλύτερα ο τίτλος του μεγάλου αναθεωρητή, που δεν είχε πρόβλημα να τον αποδεχτεί. Διάβαζε κι αμφισβητούσε τα πάντα, για να τα αναπλάσει δημιουργικά, να τα σατιρίσει ή να τα εκλαϊκεύσει χοντροκομμένα, όπως έκανε και με τους κλασικούς, καταλήγοντας σε ένα (κάτι σαν) μαρξισμό (κάτι σαν το κάτι σαν σουτ του Μπέρι, που ήταν όμως άκρως αποτελεσματικό), χυδαίο κι εκλεπτυσμένο ταυτόχρονα.

Παρά τις θεωρητικές και τις πολιτικές του περιπλανήσεις όμως (που τον έφτασαν μέχρι τον Πάμπλο, τις παρυφές της 4ης διεθνούς και την Αλγερία) και τον... "ντροπαλό αντικομμουνισμό" του, όπως θα χαρακτήριζε ίσως ο Κάππος τα "αντισταλινικά χωρατά" σε κάποια γραπτά του, παρέμεινε πάντα κοντά στο Κόμμα, γιατί δε θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Ένα κόμμα στο οποίο μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές, όπως έλεγε. Κι ίσως να μην είχε πολύ άδικο την περίοδο που τα έγραφε, που συνέπεσε με τη χειρότερη κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και τη μετάλλαξη (εν μια νυκτί) πολλών "σφων", που το επόμενο πρωί ξυπνούσαν σοσιαλδημοκράτες.

Αλλά οι κομμουνιστές στο κόμμα αποδείχτηκαν πολύ περισσότεροι από ό,τι πίστευαν κάποιοι (και δεν εννοώ το Ραφαηλίδη) και κράτησαν το κόμμα όρθιο. Κι ένας από αυτούς τους κομμουνιστές, αν και δεν ήταν στο κόμμα (όχι από επιλογή του) κατά την κρίσιμη σύγκρουση με τους αναθεωρητές (που δεν είχαν σχέση με το δημιουργικό αναθεωρητισμό του Ραφαηλίδη), ήταν ο Κώστας Κάππος. Που αν ο Ραφαηλίδης ήταν ο μεγάλος αιρετικός, αυτός θα μπορούσε να είναι ο μεγάλος ορθόδοξος του κομμουνιστικού κινήματος, που έμεινε αταλάντευτος στις ιδέες του, ενάντια στο πολιτικό κύμα της αντεπανάστασης και δεν παρασύρθηκε από τη νόσο του αριστερού κυβερνητισμού -μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι. (Έχουμε το κουκουέ πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει).

Αλλά αυτό δε σημαίνει πως έμενε προσκολλημένος σε δογματικές βεβαιότητες, δεν ήταν ανήσυχο πνεύμα και δεν "αναθεωρούσε" δημιουργικά κάποια σημεία, όπως στο βιβλίο του με την κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, όπου διαχωρίζει πχ τη δικτατορία του προλεταριάτου από το σοσιαλισμό και το πολιτικό του εποικοδόμημα. Κάτι που κάνουν κι αρκετοί σοβιετικοί βέβαια, αλλά δεν είναι της παρούσης να το αναλύσουμε.

Θέλω να πω λοιπόν πως κανείς από τους δυο δε δικαιολογεί με αυστηρά τυπικά κριτήρια τον τίτλο που δώσαμε στην αρχή. Ο Ραφαηλίδης καταρχάς δε δέχεται την ορθή δόξα ως έννοια, που πηγαίνει πακέτο με τις αιρέσεις, και σίγουρα θα θύμωνε με οτιδήποτε αμφισβητούσε τη βασική ιδιότητά του ως κομμουνιστή ή έστω κομμουνίζοντα. Που αιρετικός ή μη, ήταν μια ζωή κοντά στο κόμμα και δε θα μπορούσε να είναι ποτέ κάπου αλλού.

Εκεί που ήταν δηλ κι ο Κώστας Κάππος -που φαινομενικά θα έπρεπε να τον βάλουμε στο άλλο άκρο από τον αιρετικό Ράφα. Κι ό,τι χαρακτηρισμό κι αν του έχουν κολλήσει οι αντίπαλοί του στο παρελθόν ("σταλινικό", δογματικό, κτλ) αυτός που τον περιγράφει απόλυτα είναι του κομμουνιστή. Που τον κέρδισε και τον διατήρησε με το σπαθί του, κι ας μην ήταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέλος του κόμματος, από το οποίο δεν έφυγε ποτέ στην ουσία...

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Ο εθνάρχης ήταν μια παλιαδερφή

Να δεις που αν αποχαρακτηριστούν και δοθούν στη δημοσιότητα κι άλλα έγγραφα της ΣΙΑ, θα βγει αληθινό κι εκείνο το Εαακίτικο(;) σύνθημα: ο εθνάρχης ήταν μια παλιαδερφή...

Το 'χε γράψει εξάλλου κι ο Ραφαηλίδης στην κωμικοτραγική ιστορία της Ελλάδας. Εκτός και αν υποθέσουμε ένοχος ένοχο ου ποιεί, εφόσον δεχτούμε πως ο Ραφαηλίδης έπαιρνε λεφτά από κάποιο αμερικάνικο φορέα -που δεν ξέρω κατά πόσο τον καθιστά πράκτορα και γενικώς αναξιόπιστο για τη δική μας οπτική σκοπιά. Αν και συνήθως, στο πρακτοριλίκι, ισχύει το αντίθετο, καθώς οι κόρακες βγάζουν συχνά τα μάτια τους και τα άπλυτα των άλλων στη φόρα, για να γλιτώσουν τη λερωμένη φωλιά τους -καλή ώρα όπως και με τις αποκαλύψεις του Μέρτεν, που ήρθαν στην επιφάνεια.

Ήρθαν δηλ, τρόπος του λέγειν. Γιατί το πιο εντυπωσιακό στην όλη υπόθεση δεν είναι το ποιόν του Τριανταφυλλίδη κι η ανάδειξή του σε εθνάρχη, αλλά ο νόμος της ομερτά που τηρήθηκε ευλαβικά από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, γύρω από την είδηση -ευτυχώς τώρα όλα αυτά θα αλλάξουν με το νομοσχέδιο του Σύριζα για τις τηλεοπτικές άδειες. Και τι θα κάναμε μετά χωρίς εθνάρχη, το σύμβολο της ένταξής μας στη μεγάλη, ευρωπαϊκή οικογένεια, που θα αποδεικνυόταν συνεργάτης των Ναζί;

Αν και δεν έχουν πολύ δίκιο σε αυτό το τελευταίο, γιατί η ΕΟΚ είναι κατά μία έννοια η συνέχεια του οράματος της ενωμένης Ευρώπης κάτω από τη ναζιστική μπότα, με στρατόπεδα εργασίας και όρους απόλυτης εκμετάλλευσης, που θα επέτρεπαν στους καπιταλιστές της γηραιάς ηπείρου να διεκδικήσουν ξανά τα παγκόσμια πρωτεία από τους ανταγωνιστές τους. Συνεπώς, τι καλύτερο από ένα συνεργάτη των Ναζί, για να διαφημίσει και να ενσαρκώσει τη "μεγάλη ευρωπαϊκή ιδέα" στη χώρα μας;

Ως τέτοιο σύμβολο μπορεί να χρησιμεύσει και στο νυν πρωθυπουργό, που σε κάποιες σχετικές δηλώσεις του είχε βάλει και αυτός το δικό του λιθαράκι στο μύθο του ήπιου και μετριοπαθή δημοκρατικού Καραμανλή, που τον επηρέασε ο δημοκρατικός αέρας του Παρισιού. Με τη διαφορά πως αντί για την περιβόητη "σοσιαλμανία" εκείνων των κυβερνήσεών του, ο Τσίπρας αποδεικνύεται 'φιλελμανής', με βάση τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του.

Ο Σύριζα δεν εξελίσσεται στο νέο Πασοκ, αλλά στη νέα Νέα Δημοκρατία, όπως έγραψε πολύ εύστοχα ο Στρατηλάτης. Κι αν ο Λάσκαρης διακήρυσσε τότε το τέλος της ταξικής πάλης, κάτι που θεωρούνταν πρόκληση της μαύρης αντίδρασης, εν έτει 2015 το ίδιο πολιτικό συμπέρασμα (με ισχύ που περιορίζεται στις περιόδους κρίσης) πλασάρεται ως αριστερό και κουλ από τα χείλη του Βαρουφάκη, που έχει βλέψεις και για δικό του κανάλι.

Αλλά αν ακόμα κι η μεταπολιτευτική, Καραμανλική ΝΔ αποχωρούσε (κάτω από την πίεση των γεγονότων και του λαϊκού παράγοντα) από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κι έπαιρνε κάποια κεϊνσιανά μέτρα, που ο σημερινός Σύριζα ούτε φραστικά δε διακηρύττει, αυτό αποδεικνύει πως η πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης είναι βασικά καρπός των συνθηκών της εποχής και δευτερευόντως, έως καθόλου, του ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού της.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Γκαούτσο Κότσο, όπως τον έλεγε σε ένα μουσικό σκετσάκι για τις Σέρρες Μάντρες ο Β. Τριανταφυλλίδης (για αυτόν ήταν το αληθινό του επίθετο), για να κλείσουμε το κείμενο με μια παρατήρηση για τη χώρα και την ιστορική της πορεία που σφραγίστηκε από το έπος της Εαμικής Αντίστασης, σε διάκριση κι αντιπαράθεση με όσους την κυβέρνησαν στη μεταπολεμική περίοδο.
Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση, Κώστα, Ανδρέα;

Ο Γκαούτσο Κότσο, μολονότι βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας του, δεν πολέμησε εναντίον του κατακτητή, αν θυμάμαι καλά εξαιτίας μιας ελαφράς αναπηρίας (νομίζω βαρηκοΐα, αλλά δεν παίρνω και όρκο). Κάτι ελαφρύ πάντως, σε κάθε περίπτωση, που δε στάθηκε εμπόδιο σε άλλες δραστηριότητές του, που έρχονται τώρα στο φως της επιφάνειας.

Ο Αντρίκο ντελ Πάσο (για να συνεχίσουμε στα χνάρια του ίδιου σκετς) παρακολούθησε τον πόλεμο από το εξωτερικό, όπου υπηρέτησε και το ναυτικό σώμα των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού έφυγε από την Ελλάδα, προδίδοντας στο Μεταξικό καθεστώς τους τροτσκιστές συντρόφους του. Κάτι που δεν τον εμπόδισε πάντως να λεληατήσει την Εαμογενή βάση, κατά τη δεκαετία με τις βάτες, με την κουτσουρεμένη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, μέχρι τα Δεκεμβριανά (όπου ο πατέρας του είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο απέναντι στρατόπεδο).

Ο μόνος που φέρεται να έχει αντιστασιακά παράσημα από τα μεγάλα πολιτικά τζάκια της Ελλάδας, είναι ο Κώστας Μητσοτάκης, Τα οποία πάντως είναι εξόχως αμφίβολα, καθώς δύσκολα μπορεί να ξεπεράσει κανείς δικές του φράσεις και παραδοχές, πχ του τύπου ότι κατάφερε να επιβιώσει στην κατοχή, γιατί εξασφάλιζε διατροφή από τρία διαφορετικά συσσίτια!

Εν πάση περιπτώσει, με αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, καμία συνεργασία με τον κατακτητή ή άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, δε θα μπορούσε να προκαλέσει κάποια έκπληξη. Αυτό που προκαλεί αντιθέτως αρνητική εντύπωση είναι πώς αυτός ο λαός με αυτές τις παραδόσεις και αυτό το ιστορικό φορτίο, δέχτηκε και συναίνεσε να εκλέγει άκαπνους πολιτικούς, που ήταν απόντες (στην καλύτερη) στις πιο δύσκολες και ηρωικές στιγμές του, και να πλασάρονται μετά ως οι μεγάλες ηγετικές φυσιογνωμίες του περασμένου αιώνα.
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης...

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Αυτός, αυτή και τα μυστήρια

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε από σπόντα στο κτίριο της Αρχιτεκτονικής, στο ΕΜΠ, μπροστά σε έναν τοίχο με το σύνθημα: αρχιτεκτονική μπορούν να κάνουν οι πάντες, ακόμα κι οι αρχιτέκτονες. Το οποίο μου θύμισε συνειρμικά ένα προβοκατόρικο τσιτάτο του Ραφαηλίδη για το κόμμα, όπου μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές. Αν και δεν είναι ίσως τόσο παράξενο, αν σκεφτείς πότε το έγραψε και ποιος μπορεί να είχε υπόψη του.

Οι αρχι-τέκτονες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ετυμολογικά και αρχι-μασόνοι, ιδιαίτερη κλίκα που οι υπόλοιποι Πολυτεχνίτες δεν τους θεωρούν Πολυτεχνίτες, αλλά κάτι σαν σπουδαστές της Καλών Τεχνών. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα της ανάρτησης –χωρίς να είναι κι αυστηρά καθορισμένο, από την άλλη- αλλά μια αναρχική αφίσα σε ένα διπλανό τοίχο της αρχιτεκτονικής, που μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Το αρχικό θέμα της (πρέπει να) ήταν η αντιφασιστική πορεία στην επέτειο της δολοφονίας του Φύσσα, που δέχτηκε την επίθεση των ΜΑΤ. Πέρα από την αναμενόμενη εισαγωγή «μπάτσοι χτύπησαν συντρόφους», κτλ, η διαφορά ήταν στις λεπτομέρειες, που ακολούθησαν και τις αναπαράγω από μνήμης –ελπίζω χωρίς να αλλοιώνω το γενικό νόημα.

Μπάτσοι χτύπησαν δεκάδες συντρόφους, που κατέβηκαν στο δρόμο κουβαλώντας διαφορετικούς λόγους και στάθηκαν ο ένας δίπλα στην άλλη, χωρίς διαχωρισμούς φύλου, ηλικίας και  σωματικής διάπλασης.
(οι υπογραμμίσεις δικές μου)

Πρόκειται για μια αντιφασιστική πορεία, σε μια εργατική γειτονιά, όπως το Κερατσίνι, αλλά αυτό που προσδιορίζει την ταυτότητα όσων συμμετέχουν δεν είναι κάποιο ταξικό ή πολιτικ΄οστοιχείο, αλλά πρωτίστως η έλλειψη κάποιου φυλετικού, σωματικού ή ηλικιακού διαχωρισμού! Ας μείνουμε σε αυτά που μας ενώνουν...
Μα είναι να γελάει κανείς, όπως θα έλεγε ο μακαρίτης ο Συρίγος, και να κρατάει την κοιλιά του, όπως θα πρόσθετα εγώ, που δεν έχω ιδιαίτερα μικρή κοιλιά –εφόσον δηλ δίνουμε σημασία στους σωματικούς διαχωρισμούς. Αλλά αυτό είναι bullying, όπως λέει κι ο Ζαραλίκος –που είχε υψηλές παρουσίες στη χτεσινή του παράσταση.
-Τι είπατε;

Αν πάλι δίναμε σημασία στις διατυπώσεις, που αντανακλούν πάντα κάποια ουσία, και τις ξεψειρίζουμε, θα στεκόμασταν ασφαλώς στη φράση «ο ένας δίπλα στην άλλη», που εξελίσσει ένα βήμα παραπέρα τον λεκτικό αντισεξισμό του χώρου, που έχει περάσει σε πολλές φράσεις του τύπου «σύντροφοι, συντρόφισσες» ή ακόμα χειρότερα «κάποιοι-κάποιες», στην υπογραφή των συλλογικών κειμένων, και σε συνθήματα του στιλ «γράψου μόνος-μόνη σου» στις εγγραφές των σχολών.

Αξίζει, παρεμπιπτόντως, να αναφερθεί και μια πετυχημένη αφίσα της/των Εαακ (που την/τα αναφέρω με δύο άρθρα, στα πρότυπα του αντισεξιστικού γλωσσικού στιλ, αλλά αν είχε ακολουθήσει τη διάσπαση της Ανταρσυα και διαχωριζόταν από τους/τις Αρανίτες/Αρασίτες δε θα ταλαιπωρούμασταν τόσο, προφανώς όμως είναι κι αυτοί ενάντια στους διαχωρισμούς, γενικώς κι αορίστως, και περιμένουν από τους άλλους να το πάρουν απόφαση και να φύγουν από μόνοι τους, όταν βαρεθούν) που έχει γίνει θέμα συζήτησης στο διαδίκτυο, κι απεικονίζει ένα γυμνό ζευγάρι σε ένα κρεβάτι, με τα πεθερικά πάνω από το κεφάλι τους και την κοπέλα πάνω από το σφο της, κατά τα κρατούντα αντισεξιστικά ήθη και έθιμα.

Μήπως όμως είναι κατά βάθος σεξιστική γιατί η κοπέλα εκτίθεται γυμνή, για να τραβήξει το λιγούρικο ανδρικό κοινό; Και μήπως η διατύπωση «ο ένας δίπλα στον άλλο» είναι κάπως προβληματική; Γιατί δηλ να μη λέμε «η μία δίπλα στον άλλο»; Για να διαχωριστούμε (αν και γενικά ενάντια στους διαχωρισμούς από θέση αρχής) απ’ την υποκριτική, φαλλοκρατική ευγένεια που βάζει πρώτα τα θηλυκά σε τέτοιες περιπτώσεις; Και επίσης, γιατί να μην μπουν πρώτα οι Βροντάτσηδες και ύστερα οι Φουρτουνάτσηδες, έστω με την πολιτισμική σύμβαση της αλφαβητικής σειράς;


Δεν υποτιμώ καθόλου το ζήτημα του σεξισμού, που –όπως ακριβώς και ο φασισμός- είναι πολλές φορές υπόγειος κι ασυνείδητος, παρυφεί στις λεπτομέρειες και το κάτω κεφάλι των ανδρών, που βρίσκεται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης με το πάνω (αλλά ποιο από τα δύο είναι το κυρίαρχο;). Δεν αγνοώ επίσης τη δύναμη της συνήθειας, που αποτυπώνει τα κουσούρια και τα στραβά αυτού του συστήματος, όπως πχ τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, που (ελλείψει κάποιου μαθήματος σχετικής αγωγής στο σχολείο) για τα αγοράκια ειδικά προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τσόντες και αναπαράγει τα πρότυπά τους. Ενώ σέβομαι απόλυτα ακόμα και τις πιο παιδικές, «ρομαντικές» αναστολές, καθώς δυσκολεύομαι (και βασικά δεν πρόκειται) να αναφερθώ σε μια κοπέλα ως «μουνί», με τον ίδιο τρόπο που γενικά αποφεύγω να πω τους αναρχικούς «φρικιά» και τους εξωκοινοβουλευτικούς «αριστεριστές» -άσε που δεν είναι κιόλας.

Αλλά αυτός ο λεκτικός αντισεξισμός, πέρα από βάναυσο βιασμό της γλώσσας, που την μετατρέπει από εργαλείο σε φετίχ, δε μου φαίνεται άξιος λόγου παρά μόνο για τρολάρισμα. Χώρια που έχω την υποψία ότι φτάνει στα όρια του ψυχαναγκασμού κι ότι στην πραγματικότητα, εφόσον είναι φραστικός, μπορεί να εξαντλείται εκεί, στα λόγια, και να μη φτάνει ποτέ στην ουσία και τις πράξεις.

Για το συμπέρασμα περί βιασμού, μπορείτε να δείτε, ενισχυτικά προς τα παραπάνω, αυτό το κείμενο της Αναρχικής Ομοσπονδίας που αυτές τις μέρες συνδιοργανώνει ένα είδος αναρχικού συνεδρίου! Για παράδειγμα τη θέση 9, με το... «ταυτοτικό στοιχείο».
Επειδή όμως ο τύπος πηγαίνει μαζί με την ουσία (κι η μορφή με το περιεχόμενο), θα διαπιστώσετε ότι όλα αυτά τα 21 σημεία (κάτι σαν τους 21 όρους της Κομιντέρν) δεν είναι παρά ο πρόλογος για να καταλήξουμε στην πρόταση ενός... «επαναστατικού, μεταβατικού προγράμματος»

Κι έτσι, καθώς πλησιάζει κι η παρέλαση (που παραδοσιακά αποστρέφεται ο χώρος), μου έρχεται συνειρμικά στο νου ένα στρατιωτικό τραγουδάκι διασκευασμένο.


Το μεταβατικό, το μεταβατικό, το μεταβατικό, πολύ το αγαπώ...

Υγ: άσχετο με τα προηγούμενα, αλλά σήμερα στην -πάντα ανοιχτή σε τέτοια κείμενα- ΕφΣυν κυκλοφόρησε και το κείμενο που συνυπογράφουν ο Καλαματιανός με τον Αραβανή.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Εις μνήμη Χάρρυ Κλυνν

Μπορεί ο Πανούσης να είναι στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, αλλά εμένα η δική μου αδυναμία βάση γούστου, πολιτικού κριτηρίου, παιδικών βιωμάτων και όχι μόνο, είναι άλλη: ο βασίλης τριανταφυλλίδης ή αλλιώς χάρρυ κλυνν. Που όχι δεν πέθανε, τουλάχιστον βιολογικά, γιατί καλλιτεχνικά παρέδωσε πνεύμα κάπου κοντά στις ανατροπές (και ο πανούσης νομίζω σταμάτησε από το 93’ τη δισκογραφία) δίνοντας δικαίωμα σε κάτι νεοταξίτες σαν τον καρπετόπουλου να ρωτάνε ειρωνικά: από πότε έχει να πει κάτι αστείο ο χάρρυ κλυνν; Μα αφού είπαμε, από το 91’ με τις ανατροπές και το δίσκο «γρανίτα από τζατζίκι», που είχε και το τραγούδι με την αλέκα (μάο-μάο).

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας με τις βάτες λοιπόν, είχε βγει η ταινία «εις μνήμη χάρρυ κλυνν», που θυμίζει ως ιδέα το βιβλίο ενός άλλου βασίλη το ‘μνημόσυνο σε έναν ημιτελή θάνατο’ του ραφαηλίδη. Έτσι η κε του μπλοκ παίρνει την ευκαιρία να γράψει δυο λόγια, ως ημιτελές μνημόσυνο για έναν προ πολλού επελθόντα καλλιτεχνικό θάνατο και δύο ταινίες-μικρά αριστουργήματα, κατά τη γνώμη μου, που άφησε πίσω του ο χάρρυ κλυνν.

Το αλαλούμ έρχεται στις αρχές της δεκαετίας, στα πρόθυρα της αλλαγής κι αποτελείται από τρία μέρη, που παρωδούν πτυχές του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής. Το πρώτο μέρος είναι μια σπαρταριστή σάτιρα των αστυνομικών ταινιών με πρωταγωνιστές τρομερούς ντετέκτιβ-επιθεωρητές τύπου μπέκα: «διακόπτης, αλτάνες, ραγού, ξέρω πως όλο το μυστήριο κρύβεται σε μια λέξη: -βα-ζε-λί-νη… Ας το πιστέψω». Το δεύτερο μέρος παρωδεί τις κουλτουριάρικες, ντεμέκ ψαγμένες ταινίες και μας δίνει ένα μοναδικό, διαχρονικό χαρακτήρα μικροαστού διανοούμενου, σαν τον (με λένε) αρτέμη (πω-πω νόημα). Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά μόνο το ορεκτικό, ώσπου να φτάσει κανείς στο τρίτο μέρος και την παρωδία της γκόλφως, την κορυφαία σατιρική ματιά στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, που έχω υπόψη.


 Ο χαρακτήρας του χαράλαμπου τραμπάκουλα –που ως γνωστόν, έβοσκε πρόβατα εδώ παραδίπλα- είναι μια κατηγορία από μόνος του. Αφομοιώνει γρήγορα το κατεβατό του ινστρούχτορα από την πόλη (ε βέβαια ρε παιδάκι μου, τώρα που μου το εξήγησες, όλα στουπόγαλο το κατάλαβα, το συμφέρον μας δε θέλουμε;) και το αναπαράγει εκλαϊκευτικά στις μάζες, ως εκεί που το θυμάται (και μετά πήγε και έπεσε στον γκρεμό και καλά κρασιά). Κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης κομματικής οργάνωσης και στο λέτσοβο (εμείς θα τη φτιάξουμε την οργάνωση, χαμένε, α χαμένε) και βολιδοσκοπεί σχετικά τον πασόκο τασούλη, στο πλαίσιο του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων. Επιβεβαιώνει με κάποια σχετική ταλάντευση ότι δεν υπάρχει κανείς α-να-θε-ω-ρη-τής (είχαμε ένα, τελείωσε, προχτές τον πήρανε). Βάφει με κόκκινη μπογιά το κοπάδι του και το φωτογραφίζει (χρις, κλιτς-κλικ) μες στη σημειολογία. Ανάβει κεράκι στο εικονοστάσι με το βλαδίμηρο και συνεχίζει ως την τελική νίκη της πάλης των τάξεων που μένει ιστορικά αδικαίωτη.


Η ταινία αποδίδει εκπληκτικά την αμήχανη, απότομη και εν μέρει κιτς προσαρμογή της κατά βάση επαρχιώτικης ελλάδας (συνομοσπονδία ελληνικών χωριών ονομάζει την αθήνα ο ραφαηλίδης· και η διασημότερη σαλάτα μας δεν είναι τυχαία η χωριάτικη) στα σύγχρονα, δυτικά πρότυπα. Ο τζέι αρ (jr) τσαπανάρας, κάτι απροσδιόριστο μεταξύ τσολιά και καουμπόη (δηλ αμερικανοτσολιά), κολλάει σαλιωμένα χαρτονομίσματα στο τζουκ μποξ και χορεύει με καυτά εξάσφαιρα και φιγούρες τσάμικου το ρα-ρα-ράσπουτιν των boney m.


Οι μπαρμπάδες στα καφενεία παραγγέλνουν «τα συνηθισμένα παιδί μου: σκατς ον δε ροκς. –Κι εγώ ένα καμπάρι» και τα μαγαζιά της πλατείας αλλάζουν τις πινακίδες και τα ελληνικά τους ονόματα. Κατακαημένο λέτσοβο τι σου ‘μελλε να πάθεις. Κι οι χωριανοί σταυροκοπιούνται μπροστά στο τηλεχειριστήριο με τα «εκ διαμέτρου αντίθετα, αξιοθαύμαστα πράγματα… κουμπάκια, ρόμβοι…» και την εναλλαγή ανάμεσα στα δυο κανάλια, από τη μετάδοση της θείας λειτουργίας στα διαφημιστικά με τα ημίγυμνα γυναικεία σώματα. Η αστική πολυφωνία με όλες τις όψεις της και την κλασική υποκρισία της τάξης της.

Υπάρχουν επίσης πολλές σκηνές με διαχρονικά στοιχεία –που είναι το βασικό χαρακτηριστικό της καλής σάτιρας- όπως ο αγώνας ποδοσφαίρου της εθνικής με το συγκρότημα του αμόλα καλούμπα, το νικητήριο γκολ του μάικ γιαουρτάκου (γαλάκου) και οι ψύχραιμες αντιδράσεις του εκφωνητή στο μικρόφωνο (η ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…) που συνοψίζουν τη μέση δημοσιογραφική αντιμετώπιση-κάλυψη κάθε αθλητικής διάκρισης. Κάποιοι θυμήθηκαν αυτές τις σκηνές με την πρόκριση φέτος επί της ακτής ελεφαντοστού στο μουντιάλ, σε εμένα πάλι η αίσθηση του déjà-vu ήταν πιο έντονη στον τελευταίο αγώνα των προκριματικών του 04’ με τους βορειοϊρλανδούς (που φέτος μας έκλεισαν το σπίτι) και τα επινίκια στο καλλιμάρμαρο, μερικούς μήνες αργότερα, με τον χριστόδουλο να θυμίζει τον χάρρυ κλυνν παπά, να πανηγυρίζει με το λιβανιστήρι: γκοοοολ


Η κορυφαία σκηνή όμως που συμπυκνώνει όλο το νόημα της δικομματικής αντιπαράθεσης από τη μεταπολίτευση (και παλιότερα) ως τις μέρες μας είναι η πόλωση μεταξύ πράσινων και βένετων και η εμφύλια διαμάχη για την οποία προετοιμάζονται τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα του χωριού (τρία ρε χαμένε, τρία! Είμαι κι εγώ εδώ) με επικεφαλής τη δεξιά γκόλφω και το.. δημοκράτη τασούλη (δηλ ο χάρρυ κλυνν που είχε κατέβει υποψήφιος δήμαρχος στη καλαμαριά με στήριξη νδ και ο ανέκαθεν πασόκος πιατάς), που είναι θαρρείς έτοιμοι να σφαχτούν στα μαρμαρένια αλώνια και ξαφνικά μονιάζουν κι αγκαλιάζονται ευτυχισμένοι, σε αγαστή πολιτική συνεργασία. Όπως ακριβώς στη βουλή


Το made in greece έρχεται προς τα τέλη της δεκαετίας και της αλλαγής, εν έτει 87’ κι έχει τη δική του σημειολογική μαγεία και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
Η εξάρτηση από τους (καριόλεν) γερμανούς (τι να κάνουμε, αυτή ήταν τότε η γραμμή) που καταλαμβάνουν τις ελληνικές παραλίες και καταδιώκουν τον πρωταγωνιστή (μπίτε χερ γιαννάκης) που τους απαντά «τι μπίτε ρε παιδιά; Μόλις βγήκα» -από το τρελάδικο ή και την κατοχή πιθανότατα.
Η μεγαλειώδης παρέλαση με τσιγγάνους αρκουδιάρηδες, σσουβλατζήδες, λαμόγια και τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας, τους λαχειοπώληδες ως βασική ελπίδα του τόπου για οικονομική ανάκαμψη και τη γουνοφόρο πρόδρομο της (συν-αγωνίστριας) γιάννας στην κερκίδα των επισήμων, να τα σπάει σα να είναι στα μπουζούκια.

Η υπαρξιακή αγωνία του κακουλίδη στο ταξί «πού πάμε σύντροφοι;» κι η αμήχανη απάντηση του γιάννη γιαννάκη (γγ) «στο αεροδρόμιο», γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να του απαντήσει και τότε πηγαίναμε σχεδόν κατά διαόλου, με τα χειρότερα να μην έχουν έρθει ακόμα.


Κι η αποτύπωση στις ατάκες του ταξιτζή (ιδανικό συμπλήρωμα του σινεφίλ βασίλη από το αλαλούμ) πχ για τον καρλ χάινς ρουμενίγκε (πληρωμένη απάντηση σε ένα τσιτάτο του μαρξ) του τι και πόσα καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος από τη δική μας υπαρξιακή αγωνία και κατά πόσο τη συμμερίζεται.
Ο ίδιος μονόλογος στη συνέχεια της ταινίας με το νεκροθάφτη (πού οδηγείται η ανθρωπότης; πού θα οδηγήσει η φθορά των αξιών που συνεχώς εμπορευματοποιούνται, θυσία στο μολώχ του κεφαλαίου;) και η σουρεάλ προσθήκη στο τέλος: «τσοβόλας». Γιατί λίγο πριν το «τσοβόλα δώστα όλα» ήταν, όσο να πεις, αρκετά σουρεάλ ο ισχυρισμός πως ο τσοβόλας αγωνίζεται ενάντια στον καπιταλισμό, το βωμό του κεφαλαίου, άσχετα αν αργότερα έγινε πρόσκαιρος σύμμαχος στο ααδμ.

Η παρουσίαση της ελλάδας ως τρελάδικου, ένα μόλις χρόνο πριν πει ο καραμανλής τη.. θυμόσοφη ατάκα περί «απέραντου φρενοκομείου». Και το μελαγχολικό τραγούδι στο τέλος της ταινίας: ακόμα έρχομαι..


Μα πάνω απ’ όλα η διαδοχή των τελευταίων σκηνών, από την παρέλαση στην εκκλησία με το φαντεζί μουσικοχορευτικό πρόγραμμα και φινάλε με την απογοητευτική επιστροφή στο πατρικό σπίτι, τελευταίο καταφύγιο πριν από την ασφάλεια του μουρλοκομείου. Ένας φαύλος κύκλος που αποδομεί πολύ έξυπνα το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια.



Το θέμα είναι πως δεν υπάρχει κανείς σήμερα να γράψει μια αντίστοιχη σάτιρα –σχολιάζοντας μέσα σε όλα και την πολιτική κατάντια του χάρρυ κλυνν αλλά και του κακουλίδη, που είχε πολιτευτεί με τη δημαρ. Και αυτό το μνημόσυνο θα μείνει ημιτελές κι ανέσωτο μέχρι να πιάσει και τη δισκογραφική δουλειά του χαρούλη στη δεκαετία με τις βάτες –που θα τη δούμε σε κάποια επόμενη ανάρτηση.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ταξιδεύοντας με το Ράφα

Πολλοί φανατικοί αναγνώστες του μεγάλου βασίλη ραφαηλίδη ζηλεύουν τους υπόλοιπους που δεν τον έχουν γνωρίσει ακόμα και τους περιμένει μια σπουδαία ανακάλυψη κι ένας κεραυνοβόλος έρωτας πιθανότατα, με πολλαπλούς «αναγνωστικούς οργασμούς». Σα να είναι παρθένοι και να μην ξέρουνε τι ακριβώς χάνουν, όσο δεν χάνουν την αθωότητά τους δοκιμάζοντας επιτέλους το δέντρο της γνώσης και τα βιβλία του ραφηλίδη –που είναι περίπου συνώνυμα.


Αν κάθε βιβλίο είναι κι ένα ταξίδι, αυτά του ραφαηλίδη είναι ολόκληρες περιπέτειες, σαν τη μεγάλη [περιπέτεια] του μαρξισμού, κι ας μη φτάνουν πάντα στην ιθάκη –ούτε εμείς τα καταφέραμε με την πρώτη εξάλλου. Αλλά στη διαδρομή δε σε αφήνουν να λαχταράς ένα διακτινισμό και το τέλος του μαρτυρίου της ανίας, όπως με τα συμβατικά ταξίδια. Σε ρουφάν στη δίνη τους και σε απογειώνουν, σε παίρνουν και σε σηκώνουν στα σύννεφα, για να δεις μια άλλη διάσταση των πραγμάτων, που δεν είχες υπόψη σου, αίρουνε τα πάντα διαλεκτικά, μαζί με τις βεβαιότητές μας. Ανεβάζουν το επίπεδο και τη σκέψη του αναγνώστη, αντί να τη ρίξουν νοκ-άουτ, να ροχαλίζει μπρούμυτα πάνω στις σελίδες ενός δυσνόητου, στρυφνού βιβλίου· ή να τον αποκοιμίζουν με το περιεχόμενό τους, ακόμα και όταν κρατάει (με κόπο) τα μάτια του ανοιχτά.

Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο ραφαηλίδης δε νιώθει την ανάγκη να γράψει με λόγο εξεζητημένο, που να τονίζει την ανωτερότητά του, τις σπάνιες γνώσεις και την καλλιέργειά του. Παρά μόνο διηγείται, με τρόπο χειμαρρώδη κι εκλαϊκευτικό, συναρπαστικές ιστορίες από τα δικά του αναγνωστικά ταξίδια. Ο ραφαηλίδης είναι πολυταξιδεμένος στον κόσμο του βιβλίου και παράλληλα πολυγραφότατος, ακριβώς γιατί είναι πολυδιαβασμένος. Δήλωνε φανατικός αναγνώστης από χόμπι –που θα μπορούσε να το κάνει και ως επάγγελμα, αν τον πλήρωνε κάποιος γι’ αυτό, όπως έλεγε χαριτολογώντας- αλλά πληρωνόταν ως δημοσιογράφος (συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου, αν και αυτά είναι πολύ στενά καλούπια για να χωρέσουν το εύρος των κειμένων του) για το χάρισμά του να γράφει κατεβατά πολυσέλιδα σε λίγα λεπτά, κερδίζοντας έτσι τα προς το ζην και περισσότερο χρόνο για τα βιβλία του -και ποιος ξέρει πόσα ακόμα θα διάβαζε και θα έγραφε αν ζούσε περισσότερα χρόνια..

Μπορεί γι’ αυτό καμιά φορά τα γραπτά του ραφαηλίδη να μοιάζουν λίγο πρόχειρα, χοντροκομμένα ή ερασιτεχνικά, μα πιο πολύ με την έννοια του εραστή της τέχνης παρά του τσαπατσούλη. Πάνω απ’ όλα όμως ήταν πρωτότυπα, εμπνευσμένα, γοητευτικά. Προκαλούν τον αναγνώστη –και τις αισθήσεις του- να ανοίξει τους πόρους του μυαλού του και να ρουφήξει τους χυμούς της ζωής, όπως γράφει και (ο ραφαηλίδης) το λαϊκό στρώμα στο μπλογκερικό του προφίλ, κάτω από την εικόνα με το μεγάλο ραφα(ηλ) ή μήπως το μεγάλο βασίλειο;

Ο ραφαηλίδης είναι μια γλυκιά αιρετική μορφή της ελληνικής αριστεράς –αν και ο ίδιος μπορεί να θύμωνε αν του φορούσαμε ένα τόσο ευρύ καπέλο που σκεπάζει τα πάντα και του αρνούμασταν την πολιτική ιδιότητα του κομμουνιστή. Αλλά δεν ήταν αιρετικός απέναντι σε κάποια ορθόδοξη ηγεσία γενικά και αόριστα, όσο πρωτίστως απέναντι στον εαυτό του και τις βεβαιότητές του, με την έννοια της διαλεκτικής άρσης κι όχι της αίρεσης.
Με την ίδια έννοια που δήλωνε αναθεωρητής (όχι του εσωτερικού) κι ο ίδιος και χαρακτήριζε έτσι και το στάλιν (πέρα από το ρεβιζιονιστή χρουτσόφ) γιατί εφάρμοσε δημιουργικά το μαρξισμό στην εποχή του, με φόρμουλες κατάλληλα προσαρμοσμένες, και όχι επειδή ήταν φιλοτροτσκιστής στα νιάτα του κι ακολούθησε τον πάμπλο στην αφρική, στα πρώτα χρόνια της αλγερινής επανάστασης.
Ναι αλλά στήριζε πάντα το κόμμα –αν και τροτσκίζων. Και πού να ήταν τότε άραγε η επαγρύπνηση των «αυθεντικών» του ικεα, να πουν για τους τροτσκιστές φίλους του κόμματος –δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι, που λέει και το λαϊκό απόφθεγμα, από αυτά που αγαπούσε να λέει ο χαρίλαος. Κι ίσως κάτι τέτοιες περιπτώσεις να είχε υπόψη του και ο ραφαηλίδης και να έγραψε κάποτε πως το κουκουέ είναι ένα κόμμα όπου μπορεί να βρει κανείς τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές. Γενικά εξάλλου είσαι ό,τι δηλώσεις.

Ο ραφαηλίδης λοιπόν δεν κουβαλά από τα αναγνωστικά του ταξίδια σουβενίρ για επίδειξη (γνώσεων). Τα βιβλία του είναι πρόσκληση σε ταξίδι για μικρούς και μεγάλους, μυημένους ή αρχάριους. Και οι μεν συχνά δεν καταλαβαίνουν γρι από τους προχωρημένους συνειρμούς του, ενώ οι δε βρίσκουν εδώ και εκεί διάφορα λάθη και παρασπονδίες που τους ξενίζουν. Αλλά καθηλώνονται όλοι μαζί μέχρι το τέλος του ταξιδιού κι απολαμβάνουν ωραίες, μοναδικές ιστορίες. Αυτή είναι εξάλλου η ομορφιά των πραγματικά ωραίων πόλεων που καλύπτουν όλα τα γούστα. Αυτή είναι κι η μαγεία της γραφής του ραφαηλίδη, που σε κάνει να τη ζηλεύεις.

Γιατί ο ράφα πάνω απ’ όλα είναι η γραπτή συμπύκνωση του σύντομου εικοστού αιώνα. Η ιστορία που θα ‘πρεπε να διδάσκεται στα σχολεία, κομμάτι της κλασικής παιδείας που κάθε παιδί πρέπει να λαμβάνει. Και η ζωντανή (μέσα από τα έργα του) απόδειξη για το αν οι κομμουνιστές έχουν όντως ξύλινη γλώσσα κι αν η αλήθεια τους είναι ή όχι συναρπαστική.

Το αφιέρωμα της ετ3, με αφορμή τα 14 χρόνια από το θάνατό του


Αντί επιλόγου, ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο της «μεγάλης περιπέτειας του μαρξισμού», που είναι και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα, λέει ο σουρεαλιστής και κομμουνιστής Πωλ Ελυάρ, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα που τελειώνει με το θάνατο της Σοβιετικής Ένωσης. Αιωνία της η μνήμη.
Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομμουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα εξαιτίας της αγάπης μας για το Μαρξ.
Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα κι αναμάρτητη. Είναι καλό να θυμάσαι αναμάρτητους τους πεθαμένους. Δυστυχώς, τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει.
Η μητέρα μας γεννήθηκε με καισαρική τομή το 1917 στην Πετρούπολη, γνωστή περισσότερο σε μας σα Λένινγκραντ, και το 1991 παρέδωσε το πνεύμα στη Μόσχα· συγκεκριμένα στους γκάνγκστερ της Μόσχας, που είχαν επικεφαλής το Γέλτσιν. Ο Λένιν, ο πατέρας της και παππούς μας, πέθανε πολύ νέος, μόλις 54 ετών, ίνα πληρωθεί το ρηθέν, οι καλοί πεθαίνουν νέοι.
Η μητέρα λυπήθηκε πολύ για το χαμό του πατέρα της. Και για να το δείχνει και να τη βλέπει ο κόσμος και να λέει «να η κόρη του Λένιν», από το 1924 που πέθανε ο πατέρας της πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο του, στην Κόκκινη πλατεία, για να δει μια μούμια. Κάποιοι είχαν βαλσαμώσει την Επανάσταση.
Αφού όλα πεθαίνουν, πρέπει να πεθαίνει και η φτώχεια που γεννάει επαναστάσεις· κομμουνιστικές και άλλες. Η φτώχεια βρωμάει και βαλσαμωμένη. Αυτό πίστευε ο Μαρξ, που δεν πίστευε στο Θεό, που είναι βάλσαμο για τους απελπισμένους.

Ο μαρξισμός είναι μια απόπειρα απάντησης σε ερωτήματα τόσο παλιά, όσο και οι μούμιες του Φαραώ.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Τοπίο στην ομίχλη

Ας υποθέσουμε ότι η κε του μπλοκ ήθελε να κάνει μια ανάρτηση στη μνήμη του αγγελόπουλου (και πράγματι ήθελε). Έλα όμως που είναι απαίδευτη και δε σκαμπάζει γρι από ποιοτικό κινηματογράφο. Έτσι θα παλινδρομούσε μεταξύ της άγνοιας, της απέχθειας για τον αμερικάνικο σινεμά που θυμίζει τηλεόραση κι εκείνης της ατάκας του πανούση από το δράκουλα των εξαρχείων για τις σκηνές του αγγελόπουλου με τους αντάρτες που περπατούσαν, περπατούσαν, περπατούσαν... Και θα κρατούσε απλώς μια στάση χυδαίου κεντρισμού, ευμενώς ουδέτερου προς τον αγγελόπουλο, από θέση αρχής και πολιτικής ένταξης.

Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη της καταφυγής στην αυθεντία. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει πιο κατάλληλη από την αυθεντία του ραφαηλίδη, που ήταν και προσωπικός φίλος του σκηνοθέτη, πριν ακόμα ο τελευταίος ασχοληθεί με το σινεμά. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το εισαγωγικό κομμάτι από την εκτενή κριτική του για την ταινία τοπίο στην ομίχλη. Δημοσιεύτηκε το 89’ στο έθνος και αλιεύτηκε από το βιβλίο ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΥΘΟ δια της ιστορίας και στην ιστορία δια του μύθου, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις αιγόκερως μετά το θάνατο του ραφαηλίδη με όλα τα κείμενά του για τις ταινίες του σκηνοθέτη.

Όλες οι ταινίες του αγγελόπουλου θα μπορούσαν να έχουν αν όχι τον ίδιο τίτλο, τουλάχιστον τον ίδιο διευκρινιστικό υπότιτλο: «τοπίο στην ομίχλη». Η ομίχλη στην ελλάδα δεν είναι το γνωστό, συνηθισμένο μετεωρολογικό φαινόμενο. Το ελληνικό τοπίο το συνηθίσαμε ηλιόλουστο. Κι ωστόσο τα φιλμικά τοπία στις ταινίες του αγγελόπουλου είναι μουντά, βροχερά, χιονισμένα, παγωμένα, υγρά. Τοπία βόρεια, ομιχλώδη.

Όμως, παρά την κάθε άλλο ελληνική υγρασία τους, οι ταινίες του αγγελόπουλου είναι βαθιά κι ουσιαστικά ελληνικές: η ομίχλη στην ελλάδα δεν είναι μετεωρολογικό φαινόμενο, είναι ιστορικό. Σε έναν τόπο που μαθαίνει κάποιος να σκέφτεται εθνικά (και να γίνεται «εθνικόφρων») εντός του αστυνομικού τμήματος, αυτόματα κι αμέσως μετά την υπογραφή της «δηλώσεως μετανοίας», σε έναν τόπο όπου η πίστη στην χριστιανική παραλλαγή του θεού κι η πίστη στην ελληνική εκδοχή της «αγάπης για την πατρίδα» έχουν ταυτιστεί σε σημείο που να μη ξέρεις αν υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στον ενωμοτάρχη, που εκπροσωπεί την ταυτισμένη με το κράτος πατρίδα, και τον παπά, που εκπροσωπεί τον ταυτισμένο με το ορθόδοξο δόγμα θεό, σε έναν τόπο που οι μακρινοί πρόγονοι έχουν πάρει όλοι τη μορφή, είτε του παπά είτε του χωροφύλακα, σε αυτόν εδώ τον τόπο των πολλαπλών συγχύσεων, το ελληνικό ιστορικό τοπίο δε μπορεί παρά να είναι ομιχλώδες. Κι η ελληνική παραλλαγή της μαζικής μας σχιζοφρένειας δε μπορεί παρά να έχει τη ρίζα της, στη σύγκρουση ανάμεσα στο φωτεινό, ελληνικό τοπίο, που όλοι το βλέπουμε με τα μάτια μας, και στο ομιχλώδες ελληνικό τοπίο που οι ευαίσθητοι το βλέπουν με το νου τους, όχι όμως με την αυθαιρεσία της φαντασίας τους, παρότι το φαντασιακό εδώ (προσοχή: όχι το φανταστικό) είναι απολύτως αναγκαίο για να δει κάποιος, πίσω από τον ήλιο και το φως την ομιχλώδη ελληνική πραγματικότητα.

Οι ταινίες του αγγελόπουλου είναι ποιητικά ιστορικές. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι ανιστόρητες. Άλλωστε, η ποίηση είναι ο μόνος τρόπος που έχει ένας ευαίσθητος άνθρωπος να παραμερίσει την ιστορική ομίχλη που χρόνια ατελείωτα τώρα δημιουργούν τεχνηέντως οι ακαδημαϊκοί, οι επίσημοι «σκηνοθέτες» της ιστορίας μας, και στη θέση της να βάλει το ποιητικά διφορούμενο, που κι αυτό βέβαια είναι ομιχλώδες, όμως δε λειτουργεί σαν προπέτασμα για να κρυφτεί πίσω του η αλήθεια. Αντίθετα, η ομιχλώδης ασάφεια της ποίησης, μόνο αυτή, θα μπορούσε να σκίσει το παραπέτασμα της ιστορικής μας ομίχλης και να αποκαλύψει το πραγματικό, ελληνικό τοπίο πίσω από την ομίχλη. Γιατί υπάρχει όντως ένα τοπίο στην ομίχλη, μόνο που πρέπει να σκίσεις το παραπέτασμα της ιστορικής ομίχλης για να το δεις. Ακριβώς όπως κάνει ο μικρός στο τέλος της ταινίας. Ακριβώς όπως κάνει ο αγγελόπουλος σε όλες του τις ταινίες.

Ο μικρός αλέξανδρος της ταινίας, φερμένος εδώ από άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη, κι ο μεγαλέξαντρος του μύθου (προσοχή, όχι ο μέγας αλέξανδρος της ιστορίας) είναι το ίδιο πρόσωπο: ο ποιητής αγγελόπουλος (ας ξαναθυμηθούμε το «η μαντάμ μποβαρί είμαι εγώ» του φλομπέρ), που ως άλλος μεγαλέξανδρος αναλαμβάνει να σκοτώσει το δράκο της ακαδημαϊκής ιστορίας (και της ακαδημαϊκής αισθητικής) με την ελπίδα πως το τοπίο θα φανεί επιτέλους πίσω από την ομίχλη. Γιατί το τοπίο υπάρχει. Όμως δεν είναι αυτό που μας προτείνουν οι «εγκεκριμένες» από το υπουργείο παιδείας ιστορίες, που κάνουν την έλλειψη πολιτισμού ενδημική κατάσταση εντός του υπουργείου πολιτισμού, που μόνο αυτοί που το ίδρυσαν ξέρουν γιατί το ονόμασαν έτσι. Άλλωστε, ο όποιος νεοελληνικός πολιτισμός δεν παράγεται στα υπουργεία, παράγεται από κάποιους ελευθερόφρονες, ελεύθερους σκοπευτές σαν τον αγγελόπουλο, που περιφέρουν την απελπισία τους και τον πόνο τους, από έργο σε έργο, με την ελπίδα πως η ποίηση θα κάνει και πάλι το θαύμα της, θα διαλύσει την ομίχλη, και το τοπίο, λαμπρό κι ηλιόλουστο, θα ξαναφανεί πίσω από το σκισμένο από τον ποιητή παραπέτασμα. Σε τελική ανάλυση, ο αγγελόπουλος δεν είναι απαισιόδοξος, παρόλο που το ομιχλώδες και βροχερό των ταινιών του (φυσικά κι η «ομιχλώδης» προβληματική τους) θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύκολα μια τέτοια παρανόηση σε ανθρώπους εθισμένους, από τις απλοϊκές προφάνειες, στο να ταυτίζουν την αισιοδοξία με το φως και την απαισιοδοξία με την έλλειψη φωτός.

Όμως, εκτός του αυτονόητου γεγονότος πως μια ταινία για να γίνει χρειάζεται οπωσδήποτε φως, θα μπορούσαμε επί του προκειμένου να επικαλεστούμε και το επιχείρημα πως ο πολιτισμός δεν έχει πλέον ανάγκη από τις καλές μετεωρολογικές συνθήκες για να υπάρξει ως τέτοιος. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που πρωτοεμφανίστηκε στη μεσόγειο, όχι μόνο εξαιτίας της προνομιούχου γεωγραφικής της θέσης που την έφερνε σε συνεχή επαφή με άλλους πολιτισμούς, προγενέστερους, αλλά κι εξαιτίας της μετεωρολογικής της ηπιότητας, εδώ και πολλούς αιώνες μετακινήθηκε προς βορρά, σε τοπία ομιχλώδη. Εξοπλισμένος ο πολιτισμός με τις κατακτήσεις του εντός του ήπιου μεσογειακού κλίματος, μπορούσε πλέον να ταξιδέψει άνετα προς βορρά, κι έτσι να αποδεσμευτεί για πάντα από τις κλιματολογικές συνθήκες.

Λοιπόν, φως στην ελλάδα υπήρχε μέχρι το δεύτερο προ χριστού αιώνα περίπου. Από τότε, άρχισε να εγκαθίσταται σε αυτόν τον τόπο η ομίχλη. Αυτή που δε μας επιτρέπει πλέον να δούμε το τοπίο πίσω της. Ο αγγελόπουλος με όλες τις ταινίες του, επιχειρεί είτε να επισημάνει, είτε να παραμερίσει την ομίχλη, ώστε να δούμε πίσω της το πραγματικό τοπίο. Τούτο το δύσκολο έργο, αν δεν το αναλάβουν οι ποιητές υπεύθυνα, είμαστε οριστικά χαμένοι. Γιατί οι ιστορικοί απέτυχαν. Άλλωστε, οι πλείστοι των ιστορικών στην ελλάδα, εκτός από δημόσιοι υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι ως καθηγητές κι ως ακαδημαϊκοί, είναι και «εθνικόφρονες». Τουτέστιν φρονούν εθνικά μόνο στο βαθμό που τους το επιτρέπει ένα σενάριο που γράφτηκε από τους υπηρέτες της πολιτικής και της ιστορικής σκοπιμότητας, αυτούς που δημιούργησαν τεχνητά μια έωλη «εθνική συνείδηση» εκ του μη όντος (...)

Και ούτω πως, δια της χωροφυλακής και δια της ορθοδοξίας, άρχισε να δημιουργείται από τότε, τεχνηέντως η «εθνική συνείδηση» εν ελλάδι. Αν λείψει ο χωροφύλακας κι ο παπάς, νοούμενοι ως οι κύριοι παράγοντες της εθνικής μας συνοχής, όλα θα καταρρεύσουν εδώ, κι ο έλληνας, φανερά πλέον κι όχι συγκαλυμμένα όπως σήμερα, θα αρχίσει να αντιμετωπίζει τον παραδίπλα έλληνα ως τον κύριο εχαθρό του, ξεχνώντας όλους τους «προαιώνιους εχθρούς».

Η εθνική συνείδηση των νεοελλήνων είναι λοιπόν ομιχλώδης. Ο αγγελόπουλος μας το έδειξε αυτό καθαρά στους κυνηγούς, τη μεγάλη του ταινία για μένα. Εκεί, δεν είναι το φάντασμα της ιστορίας που ενεργεί από το παρασκήνιο ως συνήθως στην ελλάδα, είναι το φάντασμα της ιστορίας που έρχεται στο προσκήνιο και παίρνει τη θέση της κυρίως ειπείν ιστορίας. (Σε τούτο τον τόπο, υπάρχει πάντα ένα θαμμένο μες στα χιόνια πτώμα αντάρτη, που τρομοκρατεί από εκεί σταθερά αυτούς που δεν είναι βέβαιοι για την αξία και τη σημασία της ιστορίας που δημιούργησαν με τη βοήθεια του σχεδίου μάρσαλ, του δόγματος τρούμαν, του στρατηγού βαν φλιτ, και γενικά, όλων των συμμάχων, παλιότερων και νεότερων, που ανέλαβαν να συντηρούν με ενέσεις την πάντα ασθενούσα «εθνική μας συνοχή»).

Το ιστορικό τοπίο των κυνηγών λοιπόν είναι κι αυτό ένα τοπίο στην ομίχλη. Μόνο που εκεί το θαύμα δε γίνεται και το παραπέτασμα της ομίχλης δε σκίζεται. Οι μέρες του 36’ είναι ένα άλλο τοπίο στην ομίχλη, «φωτογραφημένο» από άλλη γωνία. Μόνο που εδώ, η ομίχλη μελετάται «εν τω γίγνεσθαι», αυτό που θα καταλήξει στην πύκνωση της ομίχλης αμέσως μετά το τέλος της ταινίας, την 4η αυγούστου, τότε που κανείς λογικός άνθρωπος δεν ήξερε «γιατί χαίρεται ο κόσμος» κι ο μικρός αλέξανδρος του τοπίου στην ομίχλη θα μπορούσε να ρωτήσει ευλόγως τον πατέρα του, αν υπήρχε: «γιατί χαιρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα, όπς ισχυρίζεται κάποιος που ισχυρίζεται πως είναι ποιητής;» Όμως πατέρας δεν υπάρχει για να απαντήσει σε αυτή την αφελή, παιδική ερώτηση. Και τις απαντήσει αναλαμβάνουν να μας τις δώσουν οι αρχηγοί, οι πατέρες του έθνους, οι σωτήρες, οι φύλαρχοι ουσιαστικά, οι τοπάρχες φύλαρχοι που ενώ μιλούν σα φύλαρχοι αυτοπροτείνονται σαν πατέρες του έθνους. Όμως ποιου έθνους;  Πού είναι το έθνος; Στις φυλακές; Στη μακρόνησο; Στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς; Στην εκκλησία της ενορίας; Στην ελλάδα το έθνος είναι παντού και πουθενά. Στην ελλάδα έθνος είναι το κράτος. Κι ο αντικρατικά σκεπτόμενος χρίεται αυτομάτως αντεθνικά σκεπτόμενος.

Στην αναπαράσταση, πρώτη ταινία του αγγελόπουλου, ταινία-κλειδί για την κατανόηση ολόκληρου του έργου του, η αναπαράσταση ενός φόνου καθίσταται αδύνατη,γιατί ανάμεσα στο γεγονός και την αναπαράσταση του εγκαθίσταται η ομίχλη που δημιουργεί το δαιμονικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης δυο ουσιαστικά αθώων δολοφόνων, που προσπαθούν να επιβιώσουν σε πείσμα του δολοφονικού τοπίου, που αυτό έκανε στην ουσία το φόνο.

Στον μεγαλέξαντρο, την πιο σύνθετη και την πιο δύσκολη ταινία του αγγελόπουλου, η ομίχλη δημιουργείται απ’ το σμίξιμο του θρύλου με την ιστορία. Ξέρουμε πως στην ελλάδα, ο μύθος προτείνεται σταθερά σαν ιστορία και η ιστορία είναι μυθοποιημένη στο έπακρο. Τούτη τη φοβερή ισορροπία, που είναι η σταθερή αιτία της ανισορροπίας μας, ο αγγελόπουλος την περιγράφει σ’ αυτό το φίλμ με εναν εντελώς ιδιοφυή τρόπο.

Στο ταξίδι στα κύθηρα, την ομίχλη, τη δημιουργεί η ιδιομορφία της ελληνικής ιστορίας, που ενώ έχει πάντα μια περιφέρεια, δεν έχει ποτέ και ένα κέντρο. Δεν υπάρχει πατρίδα για τους έλληνες, παρά μόνο εκτός ελλάδας. Ο γερο-αντάρτης στο τέλος θα πάρει ξανά το δρόμο της εξορίας, γιατί η πατρίδα του έχει γεμίσει από δοσίλογους, παλιότερους και νεότερους, και δεν έμεινε ούτε μια σπιθαμή γης για τους πατριώτες. Το ελληνικό κέντρο είναι χαμένο στην ομίχλη, όχι για να μην το βρει ο εχθρός, αλλά για να μην το βρει και το κατοικήσει ο έλληνας.

Στο μελισσοκόμο, η ομίχλη βγαίνει απ’ τη μούχλα των σάπιων ονείρων, και κατακλύζει τα πάντα. Ο μελισσοκόμος δεν έχει πια τόπο να σταθεί, κι όταν φτάσει στο τέρμα του ταξιδιού του πεθαίνει, στέλνοντας ένα μήνυμα με το χέρι του μέσα απ’ τη γη, το μόνο βέβαιο και σταθερό σημείο αναφοράς στην ελληνική ιστορία. Το μήνυμα του το συλλαμβάνουν τα παιδιά στην επόμενη ταινία. Τα παιδιά του τοπίου στην ομίχλη είναι τα παιδιά του μελισσοκόμου που πέθανε. Και που τώρα τον ψάχνουν έξω απ’τα σύνορα της ελλάδας, γιατί η ελλάδα βρίσκεται πάντα έξω απ’τα σύνορα της, αυτά που δε θέλησε να περάσει ο μελισσοκόμος μέσα στη σωτήρια αλλά θανατερή φυγή του απ’τις συμβάσεις μιας κοινωνίας που δε γνωρίζει άλλον τρόπο να υπάρχει εκτός από τη συμβατικότητα, αυτήν που προέκτεινε μέσα στην κοινωνική ζωή η συμβατικότητα της ελληνικής ιστορίας.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Ψηφιδωτό

Μεταμοντέρνα σύνθεση από θραύσματα κι αποσπάσματα παρμένα από διάφορα αναγνώσματα του τελευταίου διαστήματος.

Ξεκινάμε με έριχ χόνεκερ κι ένα απόσπασμα απ’ το βιβλίο του «Απ’ τη ζωή μου», εκδόσεις ειρήνη.

Ταυτόχρονα βλέπαμε σαν απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε τι είχε προκύψει από την μεταπολεμική εξέλιξη ως προς το εθνικό ζήτημα. Αναλύοντας εκείνες τις διαδικασίες που ‘χαν πραγματοποιηθεί σε γερμανικό έδαφος από το 1945, αιτιολόγησα: Σε ό,τι αφορά το εθνικό ζήτημα, έχει αποφασίσει ήδη σχετικά η ιστορία… Σε αντίθεση με την οδγ, όπου συνεχίζει να λειτουργεί το αστικό έθνος και όπου το εθνικό ζήτημα καθορίζεται από την ασίγαστη ταξική πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες… εξελίσσεται σε εμάς, στη γερμανική λαοκρατική δημοκρατία, στο σοσιαλιστικό γερμανικό κράτος, το σοσιαλιστικό έθνος.

Το ωραίο είναι ότι ο χόνεκερ μεγάλωσε στο σάαρ που είναι κοντά στα σύνορα με τη γαλλία και οι γονείς του παρέμειναν εκεί μετά τον πόλεμο. Οπότε μάλλον ανήκουν σε διαφορετική εθνικότητα, εκτός κι αν υπάρχει κάτι που μου διαφεύγει.

Κατά τα άλλα το βιβλίο έχει πρόλογο του ανδρέα παπανδρέου (που έπαιζε πολύ καλά το χαρτί του φίλου των σοσιαλιστικών χωρών για να εγκλωβίζει συνειδήσεις) και στο δεύτερο μισό γίνεται ένα κλασικό πολιτικό άρλεκιν γραμμένο σε άπταιστη, μπρεζνιεφική διάλεκτο. Ακόμα κι όταν διηγείται την ανάδειξή του σε γενικό γραμματέα του κόμματος, ο χόνεκερ δεν προδίδει το στιλ του: για μένα, όπως καθένας καταλαβαίνει, υπήρξε μια ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη στιγμή. Αυτή ήταν μια μεγάλη απόδειξη της εμπιστοσύνης [του κόμματος], μια απόφαση που με συγκίνησε βαθιά.

Συνεχίζουμε με το ιστορικό στέλεχος του εσωτερικού, πάνο δημητρίου και τα παραλειπόμενα της διάσπασης, εκδόσεις ηριδανός. Σε ένα άρθρο με τίτλο νέο βήμα στην καταπάτηση των λενινιστικών, οργανωτικών αρχών ο πδ παραθέτει ένα άρθρο της πράβδα για την ευρεία 12η ολομέλεια του 68’.

Η σύγκληση αυτής της ολομέλειας δεν ήταν παρά μανούβρα (...), η ίδια δε η «ολομέλεια» δεν είχε νομική ισχύ από την άποψη του καταστατικού του κόμματος. Γιατί από τα τακτικά κι αναπληρωματικά μέλη της κε που είχαν εκλεγεί στο 8ο συνέδριο του κόμματος, τα περισσότερα υποβλήθηκαν σε δημόσιους διασυρμούς και διωγμούς και καταγγέλθηκαν σαν πράκτορες. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η «ολομέλεια» ονομάστηκε «ευρεία». Αυτό έγινε για να δοθεί σε αυτήν επίφαση αντιπροσωπευτικότητας και να καλυφθεί η έλλειψη απαρτίας.

Μα είναι δυνατόν να έγραφε τέτοια πράγματα η πράβδα; Ναι, αλλά δεν ήταν για το κουκουέ. Το άρθρο αναφέρεται στη 12η ευρεία ολομέλεια του κκ κίνας και τις μανούβρες των μαοϊστών (sic). Ας το διαβάσουμε από την αρχή, χωρίς τα σημεία που παρέλειψα σκόπιμα στο παραπάνω απόσπασμα. Δώστε βάση στην χρήση εισαγωγικών, που αποτελεί σημείο στίξης-φετίχ για τον μαοϊκό χώρο, όταν πιάνει στο στόμα του τους ρεβιζιονιστές.

Η σύγκληση αυτής της ολομέλειας, γράφει η πράβδα, δεν ήταν παρά μανούβρα των μαοϊστών, η ίδια δε η «ολομέλεια» δεν είχε νομική ισχύ από την άποψη του καταστατικού του κκκ. Γιατί από τα 174 τακτικά κι αναπληρωματικά μέλη της κε του κκκ που είχαν εκλεγεί στο 8ο συνέδριο του κκκ κι αποτελούσαν τη σύνθεσή της ως τις αρχές της πολιτιστικής επανάστασης, περισσότερα από 130 υποβλήθηκαν σε δημόσιους διασυρμούς και σε διωγμούς, καταγγέλθηκαν σαν πράκτορες της λδ της κίνας λιού-σάο-σι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επίσης ότι η «ολομέλεια» ονομάστηκε «ευρεία». Αυτό έγινε για να δοθεί σε αυτήν επίφαση αντιπροσωπευτικότητας και να καλυφθεί η έλλειψη απαρτίας.

Και σχολιάζει ο δημητρίου.
Δεν είμαστε δυστυχώς σε θέση να γνωρίζουμε επακριβώς τα όσα συμβαίνουν στην τόσο μακρινή από μας λδ της κίνας. Είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε πολύ καλά από πρώτο χέρι τα όσα συμβαίνουν στο δικό μας σπίτι, στο κκε. Και πρέπει να ομολογήσουμε ότι η παραπάνω περιγραφή της εφημερίδας πράβδα θα μπορούσε θαυμάσια να έχει γραφτεί για την 12η ευρεία ολομέλεια όχι του κκκ, αλλά του κκε.

Στο υπόλοιπο βιβλίο ο δημητρίου μας εξηγεί μεταξύ άλλων γιατί η εδα είχε τα χαρακτηριστικά κόμματος νέου τύπου (!) (επομένως εξέλιπε η ανάγκη ύπαρξης του κουκουέ και των παράνομων οργανώσεων). Σήμερα ο πδ ζει σε βαθιά γεράματα στη θέρμη και δείχνει περήφανος σε όσους τον επισκέπτονται το δεξί του αυτί και το «γαλόνι» που κέρδισε στα γεγονότα της τασκέντ.
Εν παρόδω. Όποιος ξέρει την ακριβή διαφορά μεταξύ ευρείας και πλατειάς ολομέλειας καλείται να συνεισφέρει και να δώσει τα φώτα του στους υπόλοιπους.

Τρίτο και μακρύτερο σε έκταση ένα απόσπασμα από την (κωμικοτραγική) ιστορία του νεοελληνικού κράτους του ραφαηλίδη.

Με τα πολλά, οι ξένοι δέχονται να μας δανείσουν για να πληρώσουμε κας τους τούρκους. Αλλά υπό τον όρο πως οι δανειστές θα έστελναν στην ελλάδα δικούς τους ανθρώπους να εισπράττουν απευθείας τις δόσεις. Τέτοια εμπιστοσύνη μας είχαν. Κι ούτω πως προέκυψε ο περίφημος και ιστορικός διεθνής οικονομικός έλεγχος (δοε) που εισέπραττε τα έσοδα από το χαρτόσημο, τα τελωνεία αθηνών, πατρών και σύρου κι εν μέρει από τα προϊόντα του ελληνικού μονοπωλίου, όπως ήταν τότε το αλάτι και τα σπίρτα. Οι παλιότεροι θα θυμούνται μια κορδέλα που υπήρχε πάνω στο κουτί με τα σπίρτα που έγραφε δοε. Αυτή η τρομερή κορδέλα –σήμα κατατεθέν της ελληνικής σοβινιστικής μωρίας, υπήρχε και μετά τη λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου. Απ’ το 1897. Για πενήντα χρόνια περίπου. Πάλι καλά. Ο επόμενος διεθνής οικονομικός έλεγχος προβλέπω να κρατάει διακόσια χρόνια. Αν και δε νομίζω πως τότε θα υπάρχει ελλάδα για να πληρώνει τα χρέη της. Θα την έχουν φάει οι έλληνες μαζί με τα χρέη της.

Έτσι ξεκομμένο θυμίζει λίγο το όλοι μαζί τα φάγαμε. Αλλά μας δίνει την πιο έγκυρη πρόβλεψη για τον χρονικό ορίζοντα που θα μας απασχολήσει το μνημόνιο με το δντ. Κι ιδωμένο στο σύνολό του θα μπορούσε να είναι βάση για το εγχειρίδιο ιστορίας στην ελληνική λδ του μέλλοντος.

Κλείνουμε με το τελευταίο τεύχος από το περιοδικό ελληνο-κουβανικά νέα, όπου ανάμεσα σε συγκινητικές αναφορές για την αύξηση των κινητών τηλεφώνων στο νησί της επανάστασης και την ιατρική βοήθεια της κούβας στην αϊτή που θάφτηκε απ’ όλα τα διεθνή μίντια, βρίσκουμε τον λόγο του ραούλ κάστρο στην εθνοσυνέλευση της λαϊκής εξουσίας, το δεκέμβρη του περασμένου έτους.

Το 2011 είναι η πρώτη από τις πέντε χρονιές που περιλαμβάνονται στη μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη της οικονομίας μας, μια περίοδος που σταδιακά και προοδευτικά θα εισαγάγουμε διαρθρωτικές αλλαγές αντιλήψεων στο κουβανικό μοντέλο. Είναι ανάγκη να αλλάξουμε τη νοοτροπία των στελεχών κι όλων των συμπατριωτών μας.

Εδώ έχουμε να αλλάξουμε λαθεμένες και μη βιώσιμες αντιλήψεις γύρω από το σοσιαλισμό, που έχουν ριζωθεί εδώ και χρόνια σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού ως συνέπεια της υπερβολικά πατερναλιστικής ιδεαλιστικής κι ισοπεδωτικής προσέγγισης που θεμελίωσε η επανάσταση προς όφελος της κοινωνικής δικαιοσύνης. Πολλοί κουβανοί συγχέαμε το σοσιαλισμό με τις δωρεάν παροχές και τις επιδοτήσεις, την ισότητα με την ισοπέδωση, αρκετοί ταυτίζαμε το δελτίο των προμηθειών με κοινωνικό επίτευγμα που ποτέ δε θα έπρεπε να καταργήσουμε.

Είμαι πεισμένος ότι διάφορα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε έχουν την προέλευσή τους σε αυτό τον τρόπο διανομής που αποτελεί μια έκφραση ισοπεδωτισμού κι ωφελεί το ίδιο εκείνους που δουλεύουν κι εκείνους που δε δουλεύουν ή δεν το χρειάζονται.
Στο μέλλον θα υπάρχουν επιδοτήσεις, όχι στα προϊόντα, αλλά στις κουβανές και τους κουβανούς που τις χρειάζονται πραγματικά.


Το τελευταίο χρονικό διάστημα η κούβα βρίσκεται σε φάση υποχώρησης. Το διακύβευμα είναι αν θα έχουμε προσωρινή υποχώρηση τύπου νεπ, ή μια κουβανέζικη εκδοχή της περεστρόικα. Όσοι θέλουμε να πιστεύουμε το πρώτο, μπορούμε να πιαστούμε από φράσεις σαν κι αυτήν: κανείς δεν πρέπει να παραπλανηθεί. Οι κατευθύνσεις σηματοδοτούν το δρόμο προς ένα σοσιαλιστικό μέλλον προσαρμοσμένο στις συνθήκες της κούβας, όχι προς το καπιταλιστικό, νεοαποικιακό παρελθόν που συνέτριψε η επανάσταση. Ο σχεδιασμός κι όχι η ελεύθερη αγορά θα είναι η ειδοποιός διαφορά της οικονομίας, κι όπως αναφέρεται στην τρίτη από τις γενικές κατευθύνσεις, δε θα επιτραπεί η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας.

Ας κρατήσουμε την πρώτη φράση. Κανείς δεν πρέπει να παραπλανηθεί. Κι επειδή το δις εξαμαρτείν ου κόμματος σοφού, ήδη γίνεται ένας κύκλος ενημέρωσης των μελών για την κατάσταση στο νησί της επανάστασης.

Υστερόγραφο

Στη στήλη λάβαμε και προωθούμε (με την έννοια του στηρίζουμε): http://www.levga.gr/2011/03/blog-post_09.html


Η λεύγα μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο, με σημείο εκκίνησης τον Μάρτιο του 2011. Άκρως συγκινητική κι η αναφορά στο τελευταίο φύλλο του πριν (έργο σπαρίλα).

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Λόγω της ημέρας

Φαντάζεσαι να ήταν ο κόσμος ανάποδα; Α, δηλ όπως τώρα, που έχουν έρθει τα πάνω-κάτω και μας έπεσε ο ουρανός όπου κάναμε έφοδο στο κεφάλι. Πώς το φαντάζονταν τότε όμως το ανάποδα;

Οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται κι ωριμάζουν πρώτα μέσα στο σοσιαλισμό, αναπτύσσουν κι επιβάλλουν την κοινωνική αλλαγή στο εποικοδόμημα. Ποιος είναι όμως το αντεπαναστατικό υποκείμενο;

Η γραφειοκρατία δεν αποτελεί καν τάξη, αλλά είναι στρώμα δι’ εαυτό με τάσεις εξέλιξης σε καθαυτό και ιδιαίτερα στρωματικά συμφέροντα. Οι απαράτσικοι καταλήγουν πολιτικό υπαλληλικό προσωπικό των κουλάκων, των νεπ-μεν και της παραοικονομίας. Ο ιδιωτικός τομέας όμως περιορίζεται από το κρατικό μονοπώλιο και καταλήγει να λειτουργεί υπέρ του, βουλώνοντας τις τρύπες του, ενώ παράλληλα είναι βουτηγμένος στη διαφθορά. Οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς εξηγούν την ανάγκη ύπαρξης ενός άλλου ιδιωτικού τομέα, φιλελεύθερου και διαφανή σαν την αόρατη χείρα του άνταμ σμιθ και τη γκλάσνοστ του γκόρμπι.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού σοσιαλισμού, η αγορά νοθεύεται και ο τομέας της παραοικονομίας αδυνατεί να λειτουργήσει με γνήσια ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Παίρνει υπ’ όψιν τις κοινωνικές ανάγκες και διακινεί σε φτηνές τιμές όσα αγαθά λείπουν, διαφορετικά θα μείνει στα αζήτητα.
Μόλις το 90’ με το πρόγραμμα των πεντακοσίων ημερών του σατάλιν (προσοχή στο πρώτο άλφα) προχώρησε σε ουσιαστική απελευθέρωση τιμών, που μέχρι τότε ορίζονταν κεντρικά κι ήταν ενιαίες από το βλαδιβοστόκ μέχρι τη μόσχα.

Κάποια τμήματα της πολιτικής γραφειοκρατίας έτρεφαν ρεφορμιστικές αυταπάτες ότι η παλινόρθωση μπορεί να επιτευχθεί με ομαλή μετάβαση, χωρίς (αντ)επανάσταση και ταξική σύγκρουση. Η σοσιαλδημοκρατία του κκσε ενσωμάτωνε σε τελική ανάλυση τους γραφειοκράτες στο σοσιαλιστικό σύστημα. Στον αντίποδα, ο ακροδεξιός οπορτουνισμός απέρριπτε με παιδική αφέλεια από θέση αρχής κάθε συμμετοχή στα όργανα της σοβιετικής εξουσίας, αποσυνδέοντας πλήρως τη στρατηγική από την τακτική.

Η αυθόρμητη συνείδηση των διευθυντών φτάνει μόνο μέχρι τον οικονομικό αγώνα και την επιδίωξη επιμέρους αλλαγών και βελτιώσεων, σαν τις μεταρρυθμίσεις κοσύγκιν. Υπήρχε η ανάγκη μιας πρωτοπορίας με τα πιο συνειδητά στοιχεία να καθοδηγήσει τις μάζες. Με μεταβατικό, αντικομμουνιστικό πρόγραμμα κι αιτήματα για δημοκρατία και ιδιοσυντήρηση των επιχειρήσεων.

Η περεστρόικα ήταν το αντίστοιχο μεγάλο άλμα με βολουνταριστικές υπερβολές τύπου μάο. Στην κίνα έκαναν εγκαίρως την αυτοκριτική τους κι απέφυγαν την όξυνση. Έζησαν το δικό τους 89’ μόνο με μια τιεν αν μεν και μια σχεδόν αναίμακτη έφοδο της ανερχόμενης αστικής τάξης στον ουρανό.

Τα πρώτα χρόνια της παλινόρθωσης είναι ένα μεταβατικό διάστημα όπου το καινούριο πεθαίνει, ενώ το παλιό αναγεννιέται από τις στάχτες του, σαν χουντικός φοίνικας. Κι αναγκάζονται έτσι να συνυπάρχουν διαλεκτικά –μια συνύπαρξη που ποτέ δε μπορεί να είναι ειρηνική.

Η περεστρόικα του γκόρμπι είναι το αντίστοιχο μεταβατικό διάστημα με τον κερένσκι και τη δυαδική εξουσία αστών και σοβιέτ. Ενώ ο βομβαρδισμός του κτιρίου των –αστικοποιημένων- σοβιέτ τον οκτώβρη του 93 απ’ το γέλτσιν ήταν το αντίστοιχο της εξέγερσης της κροστάνδης. Οι βουλευτές είχαν βασικά δίκιο, αλλά η αντίστασή τους έπρεπε να τσακιστεί, γιατί στη γωνία καραδοκούσαν οι κομμουνιστές για τη δική τους παλινόρθωση.

Ο κρατικός καπιταλισμός του κλιφ είναι το τελευταίο εκείνο σκαλοπατάκι πριν από την οικονομία της αγοράς, ανάμεσα στο οποίο και τον καθαρό καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένα άλλο σκαλοπατάκι. Οι αντικειμενικές συνθήκες ωριμάζουν. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να περιμένουμε μια αντεπανάσταση σε καθαρή μορφή. Μπορεί να έρθει με ένα μέτωπο για τη δημοκρατία που για τους αντεπαναστάτες είναι ο καπιταλισμός, αλλά για τις μάζες και τους συμμάχους τους μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο.

Το 92’, στο βιβλίο του παλινόρθωση ή επανάσταση, ο σάββας ο τρομερός έγραφε πως ακόμα δεν είχε κριθεί τίποτα κι ότι διανύαμε ένα μεταβατικό διάστημα. Είχαν τεθεί ήδη οι βάσεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αλλά παρέμεναν πολλά αταξικά κατάλοιπα, στις παλιότερες γενιές κυρίως, όπως οι συντάξεις και η επίκληση του σφου με το μουστάκι και άλλων φιλοσοβιετικών αισθημάτων.

Από τη σειρά προβλήματα μετάβασης στον καπιταλισμό

Η σημερινή επέτειος όμως είναι άκρως σοβαρή. Γι' αυτό ας δούμε πώς ξεκινάει ο ραφαηλίδης το βιβλίο του για τη μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού.

Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα, λέει ο σουρεαλιστής και κομμουνιστής πωλ ελυάρ, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα που τελειώνει με το θάνατο της σοβιετικής ένωσης. Αιωνία της η μνήμη.

Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομμουνιστές του κόσμου όλου, που την αγαπήσαμε, άλλοι από κομματικό καθήκον, άλλοι από ηθική υποχρέωση και άλλοι από κεκτημένη ταχύτητα, εξαιτίας της αγάπης μας για τον μαρξ.

Έπρεπε να σκοτώσουμε τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νέα και αναμάρτητη. Είναι καλό να θυμάσαι αναμάρτητους τους πεθαμένους. Δυστυχώς, τη σκοτώσαμε όταν έγινε 74 ετών και είχε πολύ αμαρτήσει.

Η μητέρα μας γεννήθηκε με καισαρική τομή το 1917 στην πετρούπολη, γνωστή περισσότερο σε μας σαν λένινγκραντ, και το 1991 παρέδωσε το πνεύμα στη μόσχα. Συγκεκριμένα στους γκάνγκστερ της μόσχας, που είχαν επικεφαλής τον γέλτσιν. Ο λένιν, ο πατέρας της και παππούς μας, πέθανε πολύ νέος, μόλις 54 ετών, ίνα πληρωθεί το ρηθέν, οι καλοί πεθαίνουν νέοι.

Η μητέρα λυπήθηκε πολύ για τον χαμό του πατέρα της. Και για να το δείχνει και να τη βλέπει ο κόσμος και να λέει, να η κόρη του λένιν, από το 1924 που πέθανε ο πατέρας της πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο του, στην κόκκινη πλατεία, για να δει μια μούμια. Κάποιοι είχαν βαλσαμώσει την επανάσταση.

Αφού όλα πεθαίνουν, πρέπει να πεθαίνει και η φτώχεια που γεννάει επαναστάσεις, κομμουνιστικές και άλλες. Η φτώχεια βρωμάει και βαλσαμωμένη. Αυτό πίστευε ο μαρξ, που δεν πίστευε στο θεό, που είναι βάλσαμο για τους απελπισμένους.
Ο μαρξισμός είναι μια απόπειρα απάντησης σε ερωτήματα τόσο παλιά, όσο κι οι μούμιες των φαραώ.


Μετά την τελευταία πρόταση, ο υποψιασμένος αναγνώστης θα περίμενε ίσως μια ανάλυση για τα φαραωνικού τύπου έργα και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Αλλά ο μεγάλος ράφα το γυρνάει στον τόμας μορ και την ουτοπία του. Κι αυτό επίκαιρο είναι αν σκεφτείς πόσους ουτοπικούς σοσιαλιστές έχουμε σήμερα που βρήκαν ότι ο μαρξισμός είναι πασέ και την ψάχνουν αλλιώς.

Και για επίλογο ένα κομμάτι από το οπισθόφυλο του βιβλίου του κώστα τζαταζάνη είμαι κομμουνιστής. Γραμμένο εν έτει 1991. Που ήταν εύκολο να κυκλοφορήσεις ό,τι ήθελες χωρίς να σου πει κανείς κομματικός τίποτα. Αλλά ήταν τρομερά δύσκολο, εκτός μόδας κι επίσημης γραμμής ως ένα βαθμό, να επιμένεις κομμουνιστικά.

Ακόμα και φάρσα να ήταν ευχαριστώ τους λένιν, στάλιν, ζαχαριάδη, μπρέζνιεφ, πουμπλίδη, φλωράκη και εκατομμύρια άλλους επώνυμος και ανώνυμους σε όλη τη γη, που την έστησαν, έστω για να ικανοποιήσουν τις ποταπές φιλοδοξίες τους ή τα κόμπλεξ τους.

Που την κέντησαν τόσο περίτεχνα, που με παρασύρανε, που με κάνανε με περηφάνια να πουλάω ρίζο, που μου ‘δωσαν την ευκαιρία άπειρες φορές να δακρύσω από συγκίνηση κι ενθουσιασμό, βλέποντας τα μπολσόι ή το '9 μέρες του μαγιού', διαβάζοντας τη τζαμίλια, ή για τον γκαγκάριν, τη βδομάδα αλληλεγγύης στο λαό του βιετνάμ, την αφρική, παντού. Συνομιλώντας με τον ισπανό σύντροφο, ή τον υπουργό συντονισμού της κυβέρνησης αλιέντε, απειροελάχιστο κομμάτι και ‘γω ενός κοχλαστού αιώνα, που μας έκανε περισσότερο ανθρώπους.

Ήταν θαυμάσιοι φαρσέρ και δολοπλόκοι. Τόσο πολύ, που ‘φτιαξαν κι έβαλαν στο μεδούλι των λαών, στα ίδια τα χρωμοσώματα κάθε ανθρώπου ένα όραμα. Ναι, ένα όραμα.
Αυτό το όραμα του νέου κόσμου, του σοσιαλιστικού. Αυτό που θα κάνουμε πράξη στο άλλο άλμα. Έστω, στο 15ο κατοπινό άλμα.


Το τρίτο άλμα θα είναι το τελικό. Αρκεί να μην είναι στο κενό και να 'μαστε από πάνω ως το τέλος. Μέχρι τότε, στο μαγγανοπήγαδο της ήττας μου περνώ. Βενσερέμος.

*Ο κώστας τζατζάνης σήμερα είναι υποψήφιός μας κάπου στον πειραιά (αντιπεριφερειάρχης νομίζω, ή κάτι τέτοιο).
Μεγάλο παληκάρι. Στηρίζουμε-ψηφίζουμε.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Γιατί δε θα γίνει δικτατορία (του προλεταριάτου) στην ελλάδα

Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος ο έτσι.

Δε μπορώ να πω, είχαν κι αυτές οι εκλογές την πλάκα τους.
Ιδίως η επομένη των εκλογών στην τηλεόραση.
Με τα ορφανά του παπαγιαννάκη να παίρνουν αμπάριζα τα πάνελ και να τα χώνουν στο σύριζα, κρατώντας στο ένα χέρι τα μαχαίρια και στο άλλο τα προσχήματα.
Και τον μαργαρίτη (όχι τον δικό μας, τον άλλο) να είναι περήφανος για την αριστερά που δεν υιοθέτησε το σύνθημα εοκ και νατο το ίδιο συνδικάτο.
Μια χαρά θα τα πάμε με τους δεξιούς συνασπισμένους αν έρθουν στα πράγματα. Αυτοί τουλάχιστον είναι ειλικρινείς.

Μετά ο μαργαρίτης (ο ίδιος με πριν) υπερασπίστηκε το οργανωτικό μοντέλο βιντάλ σασούν (πέντε κόμματα σε ένα) λέγοντας: εμείς δεν είμαστε κόμμα-στρατός.
Α, ναι, εμείς είμαστε παιδιά των λουλουδιών, που προτιμάν το όπλο του έρωτα από τον έρωτα των όπλων.

-Εμείς πάλι είμαστε [κόμμα στρατός], θα του έλεγε ο λένιν αν τον είχε μπροστά του. Κι αφού τον στόλιζε κανονικά (μαζί με κάουτσκι, σάιντεμαν και σια) θα του εξηγούσε ότι μόνο η τυπική λογική ενός αστού θα μπέρδευε την κομματική με τη στρατιωτική πειθαρχία.

Έλα όμως που δεν είναι οι μόνοι που τη μπερδεύουν. Η τυπική λογική δεν είναι προνόμιο των αστών.
Κι άντε να εξηγήσεις μετά στο σύντροφο ότι μέσα στο κόμμα των μπολσεβίκων υπήρχαν οργανωμένες τάσεις. Ως κι ο σύντροφος με το μουστάκι τις ανέχτηκε στα πρώτα χρόνια.

Την ίδια στιγμή στη νετ είχε μάκη μαΐλη. Θρησκεία.
Άργησε να ρολάρει ο μάκης, αλλά καλά τους τα 'πε.
Μέχρι να βρει ρυθμό όμως, τα μασούσε λιγάκι. Έρχεται στο καπάκι και μια ερώτηση του πολίτη για τον στάλιν, τον αποσυντονίζει, προσπαθεί να το εντάξει κι αυτό στην απάντηση και καταλήγει στο εξής:
(...) τον σοσιαλισμό... τον επιστημονικό σοσιαλισμό, τον ένα και μοναδικό...

Μην πιστεύετε τίποτα, όλα τα άλλα είναι αιρέσεις.
Κόκκινος, κόκκινος, κόκκινος θεός
Ένγκελς είσαι ο ένας και μοναδικός

Μάκης και πάσης ελλάδος κυρίες και κύριοι.-

Μετά τον πολίτη στη νετ είχε τη μεγάλη αλλαγή.
Περίμενα ο μάκης να πάει σερί και να διακόψει τη ροή των πλάνων να σχολιάσει, αλλά επί ματαίω.
Κάτι που μας δείχνει ότι εχθρός του καλού είναι το καλύτερο.
Κι αυτό ισχύει για τις εκλογές.

Να πήγαινε, ας πούμε, το βράδυ των εκλογών στο ζάππειο ο κουτσούμπας και να πει θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της παράταξης.
Ή έστω ο παπακωνσταντίνου να μας πει για την κόκκινη πολυκατοικία της κομμουνιστικής αριστεράς (και τι θα γίνει στο τελευταίο επεισόδιο). Και κυρίως να μας εξηγήσει γιατί διάλεξε τόσο προβληματικούς συγκάτοικους σαν τους σεκίτες. Δεν έβγαζε το νοίκι;

Τα σπίτια έχουν μια θέση στο πάνθεον της κομμουνιστικής σημειολογίας. Όχι μόνο για το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι του γκόρμπι, που τελικά μας έκλεισε το σπίτι και μας άφησε άστεγα ορφανά.
Είναι κι η κλασική παιδική ζωγραφιά με το σπίτι του λαού στην κορυφή του λόφου και τρία μονοπάτια που οδηγούν σε αυτό.
Τα δυο ακρινά είναι παρεκκλίσεις, ο δεξιός κι ο αριστερός οπορτουνισμός. Το μεσαίο είναι ο δρόμος για το σοσιαλισμό (όχι ο τρίτος) που είναι στο κέντρο κι είναι ευθύγραμμος (για να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε από διαλεκτική κι από αντιφάσεις).

Το όνειρό μου για την κοινωνία του μέλλοντος είναι εκλογές σε μονοκομματικό σύστημα, με τον κώστα τσίφτη σε ρόλο εκλογικού αναλυτή να εξηγεί ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι το χειρότερο σύστημα, αλλά δεν έχουμε με τι να το αντικαταστήσουμε.

Πάμε στα εκλογικά αποτελέσματα.
Η νδ άφησε να καούν όλα τα δέντρα κι έχασε τους ψηφοφόρους της. Έμειναν μόνο κάτι κούτσουρα με καμένα μυαλά να πανηγυρίζουν στο ζάππειο με καπνογόνα.

Οι πασόκοι ξανάγιναν αλαζόνες πριν καν γίνουν κυβέρνηση.
Αν το σύνθημα θάνατος στους δαπίτες είναι αυτό που μπορεί να συσπειρώσει σε παλλαϊκή βάση τον κόσμο στα πανεπιστήμια, σε επίπεδο ηγετικών στελεχών, οι πασόκοι δεν παίζονται με τίποτα.
Ψεύτες, κλέφτες, λαμόγια, κοσκωτάδες.

Οι αριστεροί του συν βάλαν τον παπαδημούλη στην τρίτη θέση μπας και αναγκάσουν τους δεξιούς να τρέξουν να κλείσουν καμιά ψήφο για τον σύριζα, που τους φέρνει αλεργία.
Αλλά δεν ίδρωσε το αυτί τους -σιγά μην έτρεχαν να κλείσουν ψήφους για σταλινικούς- και τελικά την πλήρωσε η κοε. Που έχασε χρυσή ευκαιρία να βγάλει βουλευτή και δύσκολα θα ξαναβρεί τέτοια. Έχουν να παίρνουν σειρά δηκκι και τροτσκιστές που έμειναν στην απ' έξω.
Ίσως να αρχίσουν να το ξανασκέφτονται στην κοε.

Οι άλλοι μουλάδες ήταν και πάλι νικητές των εκλογών.
Αλλά την χαρά της ανταρσύας δεν την φτάνει κανείς.
Έμειναν πίσω απ' την χρυσή αυγή, ο σάββας μόνος του πήρε τις μισές ψήφους απ' όσες έπαιρνε όλο το μερα μαζί, ο δεκέμβρης έμεινε μακριά απ' τις κάλπες, η αποχή σάρωσε, αλλά τίποτα δεν είναι ικανό να επισκιάσει τον θρίαμβο του 0,43%.
Το γαρ πολύ της έκστασης γεννά παραφροσύνη.

Και το κόμμα; Τα έβαλε κι η ανακοίνωση.
Θετικό αποτέλεσμα, αποκρούσαμε την προβοκάτσια (φαντάσου να γινόταν κι η άλλη που αποτρέψαμε), η 8η ιούνη μας βρήκε όλους στους δρόμους (λατρεμένο κλισέ, αν το έκαναν πράξη όσοι το αναφέρουν θα είχαμε απίστευτο μποτιλιάρισμα) και συνεχίζουμε δυναμικά με το ίδιο πλευρό.

Στο σημείο αυτό παραθέτω ένα ντοκουμέντο που θα ρίξει φως στο αποτέλεσμα των εκλογών.
Αποσπάσματα από το αδημοσίευτο παράρτημα της φάρμας των ζώων του όργουελ με τίτλο: δουλειά μυρμηγκιού.

Όλα τα μέλη του κόμματος δούλευαν σαν μυρμήγκια για το καλό της φωλιάς.
Το πιο δυνατό απ' όλα ήταν ο αλεξέι σταχάνοφ, που κατάφερε να σηκώσει βάρος πολλαπλάσιο από αυτό του σώματός του. Η βασίλισσα αναγνώρισε τη δουλειά του και για να τον ανταμείψει του έδωσε ένα ρολόι κι ένα τρανζιστοράκι. Αλλά τα υπόλοιπα μυρμήγκια δεν τον συμπαθούσαν πολύ, γιατί εξαιτίας του ανέβηκαν οι νόρμες κι έπρεπε να σκίζονται καθημερινά στη δουλειά για να τις καλύψουν.

Όπου υπάρχουν εργάτριες, υπάρχουν αναπόφευκτα και κηφήνες. Κι από τέτοιους άλλο τίποτα σε αυτή τη φωλιά.
Οι κηφήνες είχαν πολλά προνόμια χωρίς να δουλεύουν καθόλου. Το μόνο που έκαναν ήταν να επιστατούν και να διατάζουν.

Όλοι μαζί οι κηφήνες αποτελούσαν αυτό που τα άλλα μυρμήγκια έλεγαν νομενκλατούρα. Στο τέλος μόνο ένας από αυτούς θα είχε την τύχη να τεκνοποιήσει τη βασίλισσα και να τη διαδεχτεί στο θρόνο. Μετά, με την εξουσία που αποκτούσε έδινε εντολή στις εργάτριες να σκοτώσουν τους άλλους κηφήνες που ήταν αντίζηλοί του.

Οι εργάτριες άκουγαν πολλά για τον σοσιαλισμό, όπου θα απολάμβαναν πολλά αγαθά δουλεύοντας λιγότερο. Αλλά οι κηφήνες τις έπειθαν ότι η απονέκρωση του κράτους είναι κάτι σαν το μυρμήγκιασμα. Που για τους συμμάχους είναι το μούδιασμα που νιώθεις όταν (ξε)σηκώνεσαι απότομα μετά από τόσα χρόνια αγκυλώσεων. Ενώ για εμάς σημαίνει περισσότερος σταχανοφισμός και δουλειά μυρμηγκιού.

Ο μαρξ στο κεφάλαιο γράφει ότι ο χειρότερος αρχιτέκτονας εαακίτης έχει πλεονέκτημα σε σχέση με την καλύτερη εργάτρια μέλισσα της οργάνωσης, γιατί δεν εκτελεί μηχανικά ό,τι του λένε απ' την κερήθρα, αλλά λειτουργεί συνειδητά κι αυτόβουλα.


Ο όργουελ βέβαια ήταν γνωστός πράκτορας των άγγλων αστών, που ήθελαν να τα κάνουν πλακάκια με τον μυρμηγκοφάγο χίτλερ (άλλο αν τελικά δεν τους έκατσε).
Ευτυχώς η ιστορία δε θα μας κρίνει μόνο μέσα από το έργο του. Ο μύθος του αισώπου για τον τζίτζικα και τον μέρμηγκα έρχεται να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια.

Οι σύντροφοι στο κόμμα δουλεύουν σαν μυρμήγκια χειμώνα-καλοκαίρι για να 'χουν να τρώνε απ' τα έτοιμα όταν πλακώσει η βαρυχειμωνιά της αντεπανάστασης και της κινηματικής καθίζησης.
Την ίδια στιγμή στο εξωκοινοβούλιο γλεντάνε ανέμελα σαν τζιτζίκια το σύντομο καλοκαίρι του κινήματος και περιμένουν να πεθάνουν μαζί του, για να πέσουν σε χειμερία νάρκη ως την επόμενη άνοιξη.

Οι αστοί όμως επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία κι ο κινηματογράφος είναι κομμάτι της επιχείρησης.
Συμπέρασμα που επιβεβαίωσα το πάσχα, όταν σε στιγμές απόλυτης ανυπαρξίας, είδα την ταινία κινουμένων σχεδίων ants (τα μυρμήγκια).

Η αποικία είναι μια φωλιά μυρμηγκιών με δομή που θυμίζει την πολιτεία του πλάτωνα (εργάτες, φύλακες και αριστοκρατία) και παραπέμπει έμμεσα στη σοβιετία.
Το συμφέρον της αποικίας είναι πάνω απ' όλους. Σε βαθμό που να καταπιέζει την προσωπικότητα και τον ατομισμό των μυρμηγκιών. Τα πάντα είναι προκαθορισμένα, ο καθένας έχει το ρόλο του, δεν υπάρχει κοινωνική κινητικότητα κι η πριγκίπισσα δε μπορεί να συναναστρέφεται εργάτες κι άτομα που δεν είναι της τάξης της.

Η εντομο-ουτοπία είναι μια μυθική πολιτεία που ζεσταίνει στο άκουσμά της τις ψυχές των εργατών-μυρμηγκιών. Ο ζη -το μυρμήγκι πρωταγωνιστής της ταινίας- την ανακαλύπτει κι αποδεικνύει ότι είναι υπαρκτή (σα σοσιαλισμός). Αλλά όσα βλέπει είναι πολύ χειρότερα απ' όσα φανταζόταν κι έτσι την εγκαταλείπει απογοητευμένος.

Εν τω μεταξύ οι εργάτες της αποικίας εμπνέονται από τον ζη κι είναι έτοιμοι να εξεγερθούν και να πάρουν τα μέσα παραγωγής στα χέρια τους, αλλά τελικά μεταπείθονται πολύ εύκολα και τα παρατάνε.
Το μενού περιλαμβάνει στο τέλος ακόμα και προβοκάτσια (σοσιαλιστικός ρεαλισμός στα καλύτερά του) η οποία τελικά αποτρέπεται κι έτσι κρατάμε την τρίτη θέση στις εκλογές.

Αφού στο ενδιάμεσο έχουμε προλάβει να απορρίψουμε τον ολοκληρωτισμό και τον κομμουνισμό (που κατά βάθος το ίδιο είναι) στο τέλος ο ποιητής μας δίνει τη δική του ρεαλιστική διέξοδο.
Ο ζη γίνεται ο ήρωας της αποικίας και παντρεύεται την πριγκίπισσα. Πάντα στο τέλος οι καλοί θριαμβεύουν.

Πριν πέσει η αυλαία ο ποιητής μας δίνει δια στόματος ζη και το ηθικό δίδαγμα. Ο ζη δεν άλλαξε τίποτα στη ζωή του εκτός από τη πριγκίπισσα, γιατί ήταν προορισμένος να είναι εργάτης. Αλλά τώρα το είχε επιλέξει ο ίδιος.
Το πραγματικό νόημα της ελευθερίας κλεισμένο σε μία πρόταση.

Το δικό μας ηθικό δίδαγμα διαφέρει πολύ.
Η δουλειά μυρμηγκιού είναι αναντικατάστατη, αλλά δε φτάνει από μόνη της. Πρέπει κάποτε τα μυρμήγκια να βγάλουν φτερά να πετάξουν, αντί να ανέχονται να τα ποδοπατάν οι αστοί.

Αντί επιλόγου μερικά ηθικά διδάγματα για τις εκλογές. Δικά μου ανάκατα μαζί με άλλων, αφιλτράριστα, για να πιάσουμε όλα τα γούστα. Ο καθένας ας κρατήσει ό,τι του αρέσει.

-Οι νεοφιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες κατέρρευσαν πανευρωπαϊκά.
Ο κόσμος προτιμάει το αυθεντικό από τις απομιμήσεις και ψηφίζει τους γνήσιους δεξιούς.
Στο αντι-σπαρτιατικό μέτωπο βλέπουν το ίδιο στη σχέση του κόμματος με τους νοικοκυραίους. Το ξέρουν από πρώτο χέρι γιατί το ζουν κάθε μέρα με την αναρχία.

-Αν τα βάλουμε κάτω δεν είμαστε ούτε 10% (και με το εξωκοινοβούλιο μέσα). Όλοι οι φασίστες μαζί μας περνάνε.
Κι αν συνυπολογίσουμε την αποχή, είμαστε ακόμη λιγότεροι.
Επί του πρακτέου, στα σαράντα άτομα που συναντά ο καθένας μας εκεί έξω, θα βρούμε το πολύ έναν όμοιό μας να μιλάμε την ίδια γλώσσα. Και με αυτόν το πιο πιθανό είναι να βριστούμε.

-Σε αυτές τις εκλογές γίναμε ευρωπαίοι. Ανέβηκε η αποχή, οι φασίστες κι οι οικολόγοι.
Μαλακία παίχτηκε. Καλύτερα ήταν πριν που ήμασταν ο αδύναμος κρίκος της εε.

-Οι φασίστες έχουν εκπληκτικές ομοιότητες με το πασοκ του ανδρέα. Λαϊκισμός, βάση μικροαστών, ψευτο-αντίθεση στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων και εθνική ανεξαρτησία.
Από αυτό ίσως βγαίνουν κάποια συμπεράσματα για το πασοκ που ο ραφαηλίδης το θεωρούσε φασίζον. Βγαίνει όμως και κάτι άλλο.
Το γενικό πλαίσιο είναι αυτό που ορίζει και το περιεχόμενο.
Οι πατριώτες του ογδόντα έφταναν ως τον ρηχό ιμπεριαλισμό και πανηγύριζαν για τις βάσεις που φεύγουν - που μένουν. Σήμερα σε άλλο πλαίσιο με άλλους συσχετισμούς φλερτάρουν ανοιχτά με τον φασισμό του καρατζαφέρη.

-τώρα με την τρίτη θέση θα βγούμε του χρόνου ευρωλίγκα;

-όσοι λίγοι απείχαν συνειδητά και με πολιτικό κριτήριο ας σκεφτούν ότι καταγράφονται μαζί με τους γιούχου απολιτίκ, που είναι κι αυτοί που δίνουν τον τόνο.
Και με το κόμμα όμως το ίδιο γίνεται. Η κριτική ψήφος δεν καταγράφεται χώρια. Μαζί με τις υπόλοιπες μετράει.

-Όταν ταΐζουν τον κόσμο όλη μέρα οι οθόνες χαρντ κορ απολιτίκ και τρομολαγνεία, δε μπορεί να βγει κάτι διαφορετικό.
Στην χειρότερη θα ψηφίσει λαος και στην καλύτερη θα απέχει.
Όποιος ποντάρει σε αυτό το τελευταίο κι επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει ριζοσπαστικά την απολιτίκ απαξίωση του πολιτικού σκηνικού, κάνει πολύ κακή επένδυση. Το απολιτίκ είναι ο πιο δύσκολος εχθρός.

-Συνήθως σε περιόδους κρίσης στις μάζες ενεργοποιούνται συντηρητικά ανατανακλαστικά. Τα αντίθετα αντανακλαστικά ενεργοποιούνται συνήθως όταν οι κρίσεις οξύνονται και οδηγούν σε πολέμους.

-Ο δεκέμβρης έφτασε άραγε στις κάλπες;
Οι έξι χιλιάδες ψήφοι που μάζεψε μόνος του ο σάββας απαντάν καταφατικά. Όσοι λένε ότι οι αγώνες δεν εξαργυρώνονται στις κάλπες, πιστεύουν ότι η αποχή δίνει την ίδια απάντηση, αλλά κάτι έχουν καταλάβει λάθος.
Κάποιοι απαντάν ότι όσο μη πολιτικός ήταν τελικά ο δεκέμβρης -που απέτυχε να αποκτήσει βαθύτερο πολιτικό χαρακτήρα- άλλο τόσο απολιτίκ ήταν κι η αποχή στις εκλογές.

Αλλά το παπαγαλάκι του κρεμλίνου το βάζει μάλλον πιο διαλεκτικά. Η ιστορία απεχθάνεται τα κενά. Απ' τη στιγμή που το κίνημα δε μπόρεσε να οδηγήσει κάπου το δεκέμβρη και να γευτεί τους καρπούς του, γεύεται τώρα την ήττα του.

Ό,τι συνέβη σε γενικές γραμμές και με το μάη του 68. Με τους μικροαστούς να συσπειρώνονται σε αντιδραστική κατεύθυνση και τον ντε γκωλ να θριαμβεύει στις εκλογές ένα μήνα μετά την εξέγερση.

Υγ: ο τίτλος του κειμένου είναι η πρώτη αυθόρμητη σκέψη μόλις κλείδωσαν τα αποτελέσματα των εκλογών.
Θα είναι το πρωτοσέλιδο της άλφα ένα τη μέρα που θα ξεκινάει η επανάσταση...