Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαβούδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαβούδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Κόκκινος σκύλος

(γαλάζιο το κασκέτο μου)


Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος...

Και γιατί βγάλατε έτσι το βιβλίο;

Η Μαραγκοζάκη δε θέλησε να το αποκαλύψει και μας παρέπεμψε στο ίδιο το βιβλίο. Είπε όμως πως ήταν μια φράση που έλεγαν τα στελέχη της Κομιντέρν και θυμίζει τη δική μας παροιμία με τον Μανολιό, που αλλάζει βάζοντας τα ρούχα του αλλιώς. Κάπως σαν το πολιτικό σκηνικό μετά τις εκλογές, δηλαδή. Όλοι οι σκύλοι μια γενιά, όπως έλεγε και ο Ζαχαριάδης για Πλαστήρα και Παπάγο. Για να συμπληρώσει, μετά από χρόνια, ο Χαρίλαος «τι λάχανα, τι μπρόκολα» -και ας πατήσαμε στον καιρό του την μπανανόφλουδα με το άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων. Και είναι τρομερό πώς διαχρονικά κάποια χρήσιμα βλίτα τρέφουν προσδοκίες για λάχανα και παραπούλια από τον εκάστοτε Πλαστήρα της εποχής τους, ζώντας τη δική τους Φρουτοπία στον κήπο της Εδέμ -που ανήκει παραδοσιακά στη Δύση και τρέμει παραδοσιακά τον κίνδυνο από Βορρά και ό,τι βρίσκεται ανατολικά της. Και δε χρειάζονται καν το άλλοθι πως τους ξεγέλασαν τα δημαγωγικά συνθήματα του Αιμίλιου του Μήλου: «άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία»...

Όλα αυτά θυμίζουν συνειρμικά τη φράση του Κινέζου Ντενγκ Σιαοπίνγκ, που στα νιάτα του μπορεί να αγάπησε την Κομιντέρν, αλλά έγινε σύμβολο της «βελούδινης» παλινόρθωσης, με το τεχνοκρατικό σύνθημα: «άσπρος γάτος, μαύρος γάτος, το ζήτημα είναι να πιάνει ποντίκια», δηλαδή κέρδη και άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Αλλά αν ρωτούσε τους αμερικανούς φίλους του (που αγαπούσαν την Κίνα, ήδη από την εποχή του Μάο και της ΜΠΠΕ, και δεν είχαν τότε να χωρίσουν το λιμάνι του Πειραιά και έναν κόσμο ολόκληρο), θα του έλεγαν ίσως πως πάντα βοηθάει να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους γάτους, για να νιώθουν προνομιούχοι οι άσπροι κι ας γίνονται και οι ίδιοι πιο ευάλωτοι από την καταπίεση των μαύρων. Και να ξεχνάνε πως έχουν πιαστεί όλοι μαζί στη φάκα, ή να το σκάνε σαν τα ποντίκια, όταν πρέπει να παλέψουν, γιατί φοβούνται μη τυχόν χάσουν το τυράκι που τους υποσχέθηκαν και τη βολή της φυλακής τους.

Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, ασπρόμαυρος, με ρίγες ή καρό σχέδια, ή στις 50 αποχρώσεις του γκρίζου κόσμου της εκμετάλλευσης, οτιδήποτε αρκεί να μην είναι κόκκινος και ξεσηκώνει την εργατική του ράτσα και της μάθει να μην περπατά σκυφτή στα τέσσερα και με την ουρά στα σκέλια, μπροστά στα αφεντικά της, αλλά να δαγκώνει το χέρι που την ταΐζει, γιατί πλουτίζει από τον δικό της κόπο και πρέπει να πάρει στα χέρια της τον πλούτο που παράγει.


Και ο Βαβούδης ήταν ένας από αυτούς, τους κόκκινους σκύλους, γεμάτος αφοσίωση στο κόμμα και την υπόθεση της επανάστασης. Και αφού δεν μπορούσαν οι εχθροί του να του κλέψουν την τιμή, για να γίνει ρεζίλι των σκυλιών, βρήκαν τρόπο να του αφαιρέσουν κάτι από τη λάμψη του, λέγοντας πως ήταν κομματόσκυλο -αυτός και οι όμοιοί του- χωρίς κριτική σκέψη και δική του βούληση. Έχουν μάλλον τα δικά τους μαντρόσκυλα ως μέτρο σύγκρισης, λες και δεν ξέρουν πως οι κομμουνιστές είναι σπάνια ράτσα, που δε μοιάζει σε τίποτα με τη δική τους, γιατί γεννιέται από την τάξη της -δηλαδή γίνεται και διαμορφώνεται από τις συνθήκες- και δε γεννιέται με έτοιμο dna, όπως οι φυλές τους. Ούτε μοιάζει με όσα περιγράφει η "καρδιά ενός σκύλου", του Μπουλγκάκοφ, που πάντως δεν έχει μόνο μια ανάγνωση...

Και τότε, γιατί δεν τιμάται και ο Βαβούδης, όπως άλλοι ήρωες από το δικό μας «πάνθεο»; Καλή ερώτηση. Αλλά ας απαντήσουμε πρώτα δυο άλλες ερωτήσεις που έθεσε το κοινό της εκδήλωσης.

-Πώς επηρεάζει η παρανομία τον ψυχισμό ενός αγωνιστή;
Με ένα σωρό τρόπους, φανερούς ή λιγότερο άμεσους, αλλά οπωσδήποτε πολύ πιο σύνθετους από το απλοϊκό στερεότυπο του μουντρούχου, σκληρού γραφειοκράτη, που είναι φτηνός στις κατσάδες και ακριβός στα χαμόγελα, αδιάβροχος στους χυμούς της ζωής. (Σκέψου πως κάποιοι είχαν για τέτοιο τον Κουτσούμπα, που είναι Βοιωτός και τα λέει τσιπουράτα, και χρειάστηκαν κάτι μήνες για να πειστεί πως δεν πρέπει να φωνάζει συνθήματα στις ομιλίες του, μαζί με τον λαό από κάτω. Και όταν το κατάλαβαν, άλλαξαν βιολί και άρχισαν να σχολιάζουν τις ζεϊμπεκιές και τις ατάκες που του έγραφαν).

Μπορεί καμιά φορά οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης να δυσκολεύονται να λυγίσουν τα χείλη τους και τις χορδές της ψυχής τους (ή τα φαγωμένα τους πέλματα, εξαιτίας της φάλαγγας, όπως ο Μήτσος), αλλά αυτό συμβαίνει γιατί έχουν μάθει πως πρέπει να ελέγχουν τα συναισθήματά τους: την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό, την αισιοδοξία που αλλάζει εύκολα στο αντίθετό της, τις ερωτικές ορμές, ακόμα και τις επαναστατικές αν είναι πρόωρες. Ξέρουν πως πρέπει να αντέξουν τις πιο δύσκολες καμπές, τα κύματα της αντεπανάστασης, να γίνουν βράχοι άτρωτοι, που δεν τους διαβρώνουν ούτε τα δάκρυα -και όσα έζησαν, νερό και αλάτι.

Πόσοι λογοτέχνες-καλλιτέχνες και όχι μόνο μπορούν να φανταστούν τι σημαίνει μια τέτοια ζωή, σε μια κρύπτη, σε έναν σκοτεινό λάκκο ή σε ανήλιαγα μπουντρούμια, που ξέρει πως αργά ή γρήγορα θα καεί για να γίνει η λάμψη που θα σπάσει τα σκοτάδια; Μια ζωή εν τάφω, αλλά με ακλόνητη πίστη στην (επ)ανάσταση. Ποιος μπορεί να φανταστεί τι είναι να βιώνεις μια δύσκολη ρουτίνα, χωρίς διαλείμματα ανεμελιάς και χαρούμενες στιγμές, να δαμάζεις την όρεξη για ζωή, για ήλιο, για έρωτα, για μια βόλτα στη θάλασσα, και να μη σε παίρνει από κάτω που δε βλέπεις άμεσα αποτελέσματα, γιατί δεν ξεχνάς την προοπτική και ότι η σπορά μένει.


Πόσοι από αυτούς που φαντασιώνονται ότι φέρνουν τη φαντασία στην εξουσία, ενάντια στη «στεγνή, πεζή» κομματική ζωή, μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να αντέχει έναν μήνα μακριά από τη βολή και τις ανέσεις που έχουν αντικαταστήσει τις αρχές τους; Ή έστω μια ώρα στα χέρια του ταξικού εχθρού και των βασανιστών του; Πόσοι εναλλακτικοί μποέμ τύποι μπορούν να απαρνηθούν την ατομική τους ελευθερία στο όνομα του αγώνα για κοινωνική ελευθερία; Πόσο ελεύθεροι νιώθουν να υποτάξουν το εγώ τους σε έναν συλλογικό σκοπό; Ακόμα και να αφήσουν πίσω τους δικούς τους, την οικογένειά τους -που την υποτιμούν ως θεσμό, απ’ το ύψος της καλοπέρασής τους;

Κι αν ο σύντροφος της παρανομίας έριχνε στα κλεφτά τη σπορά του, μια φορά τον χρόνο -κάθε φορά που κατέβαινε από το βουνό- και ξανάφευγε την ίδια νύχτα, ή αν σκεφτόταν από μέσα του πως ο αγωνιστής δεν πρέπει να κάνει οικογένεια, για να μην υποφέρουν οι δικοί του και πληρώνουν τις συνέπειες της δικής του δράσης, δεν το έκανε επειδή δεν είχε χώρο στην ψυχή του για ευαισθησίες. Αλλά γιατί είχε μια μεγάλη καρδιά που τα χωρούσε όλα, βάζοντας όμως ταξικές προτεραιότητες και επιλέγοντας συχνά τον θάνατο, για να νικήσει η ζωή.

Και γιατί επέλεξε η Μαραγκοζάκη να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα;
Μα αν δεν αντλήσεις έμπνευση από μια τόσο γεμάτη διαδρομή, με επτά ζωές (σαν κόκκινος γάτος) και κινηματογραφική πλοκή, τότε πού θα την βρεις; Στο μούχρωμα το ηλιοβασίλεμα; Και αν -συνεχίζοντας την απάντηση με ερωτήσεις- δε θες να κάνεις ήρωά σου έναν αληθινό ήρωα της ζωής, τότε τι θέλεις να γράψεις; Βιπεράκια πολυτελείας, σαν τον Αλέξη;

Το παράδοξο είναι πως δεν είχε γραφτεί τίποτα για τον Βαβούδη ως τις μέρες μας, και που δεν είχε βρει μια θέση στον λογοτεχνικό κόσμο και στο «φουλ» με τους (άλλους) Νίκους του ΚΚΕ της εποχής του.

Τον Νίκο Ζαχαριάδη. Το «Αντικείμενο» ως κύκνειο άσμα του Φρέντυ Γερμανού και το «Κόκκινο Τανγκό» έχουν στοιχεία πολιτικού άρλεκιν, αλλά δεν πιάνουν μία μπροστά σε αυτό του Αλέξη.

Τον Νίκο Μπελογιάννη. Με την «Εντολή» της Δ. Σωτηρίου, που έγινε πρόσφατα και θεατρικό. Και με την «Τρέλα να αλλάξουν τον κόσμο», του Κοντιάδη, που έχει προλάβει να γράψει βιβλία μαζί με τον Πέτρο Κόκκαλη (όχι του βουνού) και το «φαινόμενο» Κασσελάκη...

Και τον Νίκο Πλουμπίδη, με τον απαράμιλλο «Αλύγιστο» του Κοτζιά. Για να έρθει μετά από χρόνια ένας άλλος Κοτζιάς -καμιά σχέση με τον συγγραφέα- να μας πει πως το άρλεκιν του Τσίπρα είναι μια ευκαιρία για πολλούς αριστερούς να ανοίξουν ένα βιβλίο. Κι αν τους πέφτει κομμάτι ακριβό, ας ψάξουν στα παλαιοπωλεία το «Μια συζήτηση που δεν έγινε» το ’89 ή την μπροσούρα του για τον «Τρίτο Δρόμο του ΠΑΣΟΚ» ή έστω αυτήν που περιέγραφε, εν είδει προαναγγελίας, τον Ενιαίο Συνασπισμό. Όλα τα παραπάνω έχουν προλεκάλτ στοιχεία και δείχνουν την τρομερή ιδεολογική συνέπεια του Κοτζιά (Νίκος και αυτός, αλλά από άλλη πάστα).

Οι άλλοι Νικολάδες βέβαια έχουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα από τον Βαβούδη, που ο μέσος αριστεροχωριανός μπορεί να τον θεωρεί άνθρωπο του μηχανισμού, σκληρό σταλινικό, σοβιετικό πράκτορα κτλ. Ενώ ο Μπελογιάννης είναι ο άνθρωπος με το γαρίφαλο, που έγινε σκίτσο και από τον Πικάσο -που δε μας άφησε κάτι για τον «άνθρωπο με τον ασύρματο». Ο Πλουμπίδης είναι ο ήρωας που τον «πρόδωσε το κόμμα του» και τον στόλισε με άδικες κατηγορίες. Κι ο Ζαχαριάδης «ένας θύτης που έγινε θύμα» και το ΚΚΕ άργησε κάτι δεκαετίες να τον αποκαταστήσει.

Ο ίδιος αριστεροχωρίτης δεν ξέρει ωστόσο πως ο Βαβούδης είχε άμεση σύνδεση με τη δεύτερη δίκη του Μπελογιάννη και την κατηγορία περί... κατασκοπίας. Δεν έχει διαβάσει ποτέ τους ύμνους του Μπελογιάννη για τα 70ά γενέθλια του σφου με το μουστάκι, που θα έκαναν να φρίξει η αγνή, αντισταλινική του ψυχή -η οποία αγνοεί επίσης τον ορισμό του Κάππου για τον αντισταλινισμό, που είναι ντροπαλός αντικομμουνισμός. Δεν ξέρει πως ο Βαβούδης κατηγορήθηκε άδικα από το Κόμμα πως φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό από τον ταξικό εχθρό και ότι η αποκατάστασή του εκκρεμούσε για πολλές δεκαετίες.
Η άγνοια σε τελική ανάλυση είναι δύναμη, σχεδόν αήττητη, σαν τη βλακεία...

-.-

Πάμε για το κλείσιμο -και για καθαρό αέρα.

Τελευταίος ομιλητής ήταν ο Κατσικέας από τις εκδόσεις «Ειρήνη», που εξήγησε πώς γνώρισε τη συγγραφέα σε μια βιβλιοπαρουσίαση με παλαιστινιακή ποίηση, ενώ πριν τον λύγισε το άγχος και μπέρδεψε τις ιδιότητες, παρουσιάζοντας τον ηθοποιό Χρήστο Μπαλτά (που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο) ως φοιτητή -πάλι καλά που δεν τον είπε χούλιγκαν-οπαδό, επηρεασμένος από το σποτάκι της Novibet.

Το βασικό όμως είναι το ηρωικό παρελθόν του εκδοτικού "Ειρήνη", με το παλαιάς (μπρεζνιεφικής) κοπής όνομα, που ήταν μια μίξη στρατευμένων εκδόσεων και προλεκάλτ στοιχείων, με κείμενα - απομνημονεύματα του Γιαρουζέλσκι, του Χόνεκερ, του Ζίβκοβ και του Κάνταρ, και πασοκικά προλογικά σημειώματα, από τον Παπανδρέου, τον Παπούλια κ.ά. -γιατί ήδη από τότε για τον σοσιαλισμό αγωνιζόμασταν όλοι...
Κι εγώ, που ως τώρα τον έβρισκα μόνο στο Παζάρι Βιβλίου, μετάνιωσα που με έπιασαν τα οικολογικά μου και δεν πήρα τη σακούλα τους, με ένα κατακόκκινο περιστέρι στο σήμα, αλλά χωρίς κόκκινους σκύλους.

Αντί για υστερόγραφο, μια σύντομη κρίση για το βιβλίο -αν και δεν το έχω διαβάσει ολόκληρο. Η συγγραφέας έχει αξιόλογη γραφή, ενδιαφέρουσες ιδέες και καλές προθέσεις. Αυτά δεν αρκούν πάντα για να αποδοθεί το πολιτικό πλαίσιο της εποχής και η ψυχοσύνθεση των ηρώων. Αλλά δε χρειάζεται να κοιτάμε στα δόντια ένα χρήσιμο βιβλίο, όπως αυτό. Στην τελική, έχουμε στηρίξει χειρότερα πράγματα, πολιτικά (η ταινία του Βούλγαρη) και καλλιτεχνικά (τα βιβλία του Τζόκα) μιλώντας. 

Το βασικό είναι να βρίσκονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Να μην την αναθεωρούν συνειδητά (αν και, όπως είπε και η Μαραγκοζάκη, όποιος θεωρεί τέτοια μυθιστορήματα έναν εύκολο τρόπο να μάθει ιστορία, κάνει το λάθος να μπερδεύει την ιστορική αλήθεια με αυτή του λογοτέχνη). Και πάνω από όλα να μη γίνονται αρλεκίνοι, όπως κάποιοι όψιμοι συγγραφείς, που έχουν καλύτερο μάρκετινγκ από τη Μαραγκοζάκη, τον Βαβούδη και άλλα ερυθρόδερμα σκυλάκια...

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Τα μυστικά της κρύπτης

Αν σε βγάλει ο δρόμος σου στην οδό Λυκούργου 39, που είχε τη δική της ιστορία, δε θα βρεις τίποτα που να μαρτυρά το παρελθόν της. Ότι δηλαδή εδώ ήταν το σπίτι ενός συντρόφου του Μπελογιάννη, που εκτελέστηκε στο πλευρό του ως... κατάσκοπος. Και ότι εδώ (και τότε) μπήκε τέλος στη μυθιστορηματική ζωή ενός ασυρματιστή, που τον «σπλαχνίστηκε ο θάνατος» -όπως είπε ο Μαργαρίτης- σε μια σειρά μέτωπα (από την πολιορκία της Μόσχας ως τον ισπανικό εμφύλιο) και φυλακές, αλλά έμελλε να εκμετρήσει το ζην σε μια κρύπτη, ακολουθώντας πιστά τη «μοίρα» του παράνομου αγωνιστή. Ο οποίος δεν έκανε τίποτα παράνομο -όπως είπε και ο γγ- παρά νόμο -sic- να υπερασπιστεί τη νομιμότητα της λαϊκής πάλης, σε μια εποχή που απαγορευόταν ακόμα και να μιλάς για την Ειρήνη (όχι το εκδοτικό), όπως δείχνει η εκτέλεση του Νικηφορίδη, την ίδια περίπου περίοδο.

Αν ψάχνεις ιστορικά κατάλοιπα και εξηγήσεις, πρέπει να πας μερικά μέτρα πιο πέρα, στον πεζόδρομο της Καλλιθέας (προς τον σταθμό του Ταύρου), να δεις την τιμητική πλακέτα του ΚΚΕ για τον Νίκο Βαβούδη, ταγματάρχη της Διεθνούς Ταξιαρχίας -sic- στον Ισπανικό Εμφύλιο και ασυρματιστή στις αντάρτικες δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αλλά κι εκεί πρέπει να πας συστημένος ή με οδηγίες του GPS, για να μην περάσεις ξώφαλτσα και την περάσεις ανυποψίαστος. Και πρέπει να είσαι γενικώς υποψιασμένος για αυτήν την ξεχωριστή περίπτωση αγωνιστή, για να σε τραβήξει πχ η χτεσινή βιβλιοπαρουσίαση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ.


Γιατί ο Βαβούδης (και η Μαραγκοζάκη που έγραψε το βιβλίο για τη ζωή του) δεν έχουν πχ το μάρκετινγκ της Ιθάκης του Τσίπρα, ο οποίος σίγουρα χρειάζεται GPS για να ξεχωρίσει το Ιόνιο από το Αιγαίο, να βρει στον χάρτη τον Μανταμάδο Λέσβου (δίπλα απ’ τη Μυτιλήνη) όπου μεγάλωσε ο Βαβούδης, και να μην ψάχνει μάταια τη Ρίγα στην Εσθονία, όπως στο βιβλίο του. Ή για να ξεχωρίσει Αριστερά και Δεξιά, και το τέλος της Οδύσσειας από τα μνημόνια χωρίς τέλος που υπέγραψε.

Και δε θα άξιζε καμία αναφορά όλο αυτό το πολιτικό κουτσομπολιό, που το μοσχοπουλά σχεδόν 30 ευρώ, αν δεν έγραφε μουσμουλιές για το ΚΚΕ, που τις σχολίασε ο γγ στην παρουσίαση, λέγοντας «φανταστείτε να είχαμε συνεργαστεί τότε με αυτόν τον τραγέλαφο...»

[Ας ανοίξουμε μια παρένθεση. Κάποιοι θα το φαντάζονταν εύκολα, αν δεν το εύχονταν - επιδίωκαν κιόλας, αλλά ευτυχώς βρίσκονταν μακριά, σε μια άλλη βιβλιοπαρουσίαση, του Άρη Χατζηστεφάνου για την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο. Όπου το πάνελ (με τον Πι-Πι -πρωτοπαλίκαρο του Λαφαζάνη, προ δεκαετίας στο ντιμπέι-, έναν Γιακωβίνο της Αναμέτρησης -η οποία διψάει να αντικαταστήσει την ΑΡΑΣ στο πλευρό του Βαρουφάκη- και συντονίστρια τη Γιάμαλη), σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος είναι πιο (κεντρο)αριστερός και με λιγότερες αυταπάτες, πχ για τον Μαμντάνι. Ο οποίος -λέει- θα αποτύχει, είτε γιατί θα κάνει πίσω, είτε γιατί θα βρει ανυπέρβλητα εμπόδια, αλλά η ψήφος που του έδωσε το ιδιαίτερο πολιτικό οικοσύστημα της Νέας Υόρκης, σημαίνει πολλά, καθώς είχε για σημαία του τον σοσιαλισμό -για τον οποίο αγωνιζόμαστε όλοι σφοι, ακόμα και ο Μαμντάνι. Κι ο ενθουσιασμός που γεννά η εκλογή του στο αριστεροχώρι, «χωρίς» αυταπάτες βεβαίως-βεβαίως, δείχνει ακόμα περισσότερα -σημειώνει με νόημα η κε του μπλοκ. Και τέλος πάντων, οι αυταπάτες και η φρούδα ελπίδα που έρχεται, αλλά κόλλησε στην κίνηση και τις νομοτέλειες, είναι σαν την πληροφορία ή την αλήθεια στα X files. Είναι εκεί έξω, αρκεί να θες να την βρεις. Κλείνει η (κεντροαριστερή) παρένθεση].

Κι αν οι περισσότεροι έμειναν σε αυτή τη δήλωση, ο γγ είπε αρκετά και ενδιαφέροντα, ξεκινώντας με το υπέροχο μπρεχτικό εγκώμιο στην παρανομία, για να συνεχίσει με αναφορές στη μυθιστορηματική ζωή του Βαβούδη, την αφοσίωσή του και το ηρωικό τέλος του, με τα λόγια «δε θα με βάλουν ζωντανό στο χέρι» -και κανείς δεν μπορεί να σε θεωρεί γενικώς του χεριού του, όταν μένεις πιστός στα ιδανικά σου. Η Ασφάλεια δεν παρέδωσε ποτέ τη σορό του, ενώ κράτησε μυστικό το σημείο της ταφής του, κάτι που συνέβαλε στο τραγικά λανθασμένο συμπέρασμα της ηγεσίας του κόμματος ότι ο Βαβούδης δεν είχε αυτοκτονήσει με το Τουκάρεφ του, αλλά φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό. Μια άδικη, απαράδεκτη κατηγορία, που παρέμεινε εκκρεμής για δεκαετίες, μέχρι το 2011 και τη Συνδιάσκεψη για το Δοκίμιο Ιστορίας του Κόμματος.

Εξίσου πολλά και ενδιαφέροντα -ως συνήθως δηλαδή, εκτός από όταν πετάει ασυναρτησίες σε ακροδεξιούς YouTubers- ήταν όσα είπε και ο Μαργαρίτης για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Μιας εποχής που θέλησε να αλλάξει τον κόσμο και σχεδόν το πέτυχε. Και η οποία σφραγίστηκε από την επανάσταση του 1917, η οποία ωστόσο σπανίως αναφέρεται στα σχολικά εγχειρίδια.

Ο πολύς Μαζάουερ αποφάνθηκε στη «Σκοτεινή Ήπειρο» ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος γέννησε δύο ολοκληρωτισμούς, τον φασισμό και τον κομμουνισμό, από τους οποίους ο φιλελεύθερος αγγλοσαξονικός κόσμος απαλλάχτηκε διαδοχικά το ’45 και το ’90. Στην πραγματικότητα ο πόλεμος σταμάτησε μόνο μπροστά στην απειλή μιας παγκόσμιας επανάστασης. Και ο φασισμός επιστρατεύτηκε ως φάρμακο, αλλά απέτυχε να γιατρέψει την «ασθένεια». Κι αν τα ισχυρά κάστρα πέφτουν από μέσα, ενώ τώρα μένουν σκιές και φαντάσματα αυτού του κόσμου, ο κομμουνισμός δεν μπορεί να πεθάνει, γιατί τρέφεται από τον ίδιο τον εχθρό και πρόγονό του και από τις αντιφάσεις του.

Γι’ αυτό ο Τραμπ ένιωσε την ανάγκη να κηρύξει-οργανώσει εβδομάδα κατά του κομμουνισμού (ό,τι και αν ορίζει ο ίδιος ως τέτοιο), την οποία τίμησε στα καθ’ ημάς ο φασίστας Πλεύρης -από τη σπορά των ηττημένων του ’45- με την πλήρη στήριξη της αστικής δικαιοσύνης.

Οι κομμουνιστές ήταν η έκπληξη της ιστορίας στον 20ό αιώνα, αμφισβητώντας τον καπιταλισμό, μόλις μετά από έναν αιώνα κυριαρχίας του, ενώ αυτός χρειάστηκε 500 χρόνια για να επικρατήσει οριστικά της φεουδαρχίας. Και ο Βαβούδης ήταν ένας απ’ αυτούς, τους κομμουνιστές του εικοστού αιώνα, με μια σειρά σημαντικούς σταθμούς να σημαδεύουν τη ζωή του. 

Γεννήθηκε στην Οδησσό το 1905, στη σκιά ενός πολέμου και μιας επανάστασης (αν και οι επαναστατικοί χαρακτήρες δε διαμορφώνονται από... τα άστρα και τις χρονολογίες), ενώ έζησε ως έφηβος στη Λέσβο το μεγάλο κύμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, λόγω ενός άλλου ιμπεριαλιστικού πολέμου, για να ακολουθήσουν το ΕΚ Πειραιά, η συνδικαλιστική δράση, η συνεργασία με τον Κλάρα, η θρυλική απόδραση των 8 κομμουνιστών από την Αίγινα, η συνεχής αλλαγή ταυτοτήτων (σε βαθμό να ξεχνάει το όνομά του) και η προσφυγή στη Σοβιετική Ένωση, για να γλιτώσει από τους αφηνιασμένους διώκτες του, ένας σύντομος γάμος, η ένταξη στον Κόκκινο Στρατό, η αποστολή στον Ισπανικό Εμφύλιο, οι μάχες, η μεταφορά από τα Πυρηναία με φορείο, η πολιορκία της Μόσχας, άλλος ένας τραυματισμός... Και ενώ πλησίαζε τα 45 και θα μπορούσε να επιλέξει να αποσυρθεί, δεν το δέχτηκε, αλλά αξιοποίησε τη νέα του ειδικότητα ως ασυρματιστή, αναλαμβάνοντας μια προμηθεϊκή αποστολή ως παράνομος στην Ελλάδα, όπου κατάφερε να σπάσει τον φόβο αλλά και την αλαζονεία του αντιπάλου, που όπως φάνηκε, τον είχε απασχολήσει σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Κι αν έχει νόημα να διαβάσουμε σήμερα ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τη ζωή του, δεν είναι για να συγκινηθούμε απλώς. Λένε ότι η εποχή μας μοιάζει με τον Μεσοπόλεμο (αν και η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται) και το μέλλον διαφαίνεται δυσοίωνο, αλλά μπορεί να αποδειχτεί το ακριβώς αντίθετο. Και μπορεί να νιώθουμε μικροί μπροστά στις απαιτήσεις των καιρών ή διαβάζοντας για τη ζωή του Βαβούδη, αλλά αυτή μας δείχνει ότι μπορούμε να μεγαλώσουμε. Και αυτό είναι κάτι που θα μας χρειαστεί στο κοντινό μέλλον.

Στη συνέχεια μίλησε η συγγραφέας, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι αισθάνεται και αυτοπροσδιορίζεται μάλλον ως γραφιάς, δηλαδή ως χειρώνακτας της γραφής, και όχι μια ξεχωριστή συνομοταξία από τους υπόλοιπους. Είπε ότι οι λέξεις είναι φλέβες που κυλάει μέσα τους αίμα (όπως μας λέει ο Ρίτσος) ενώ οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να αποδομήσουν τη γλώσσα. Και ότι στην προσπάθειά της να δώσει τις δικές της απαντήσεις στα μεγάλα ζητήματα του καιρού μας, έπεφτε συνεχώς πάνω στην προσωπικότητα του Νίκου Βαβούδη. Ο οποίος θυσίασε το «εγώ» του απορρίπτοντας την αθλιότητα μιας βολεμένης ζωής και τη νοοτροπία που περιέγραψε υπέροχα ο Γκόρκι λέγοντας: μικροαστός είναι κάποιος που προτιμά τον εαυτό του...

Κι εδώ ίσως πρέπει να σφυρίξουμε το ημίχρονο, για να μην ξεχειλώσει σε μέγεθος η ανάρτηση και να βρούμε χώρο στον επίλογο για εκτιμήσεις και συμπεράσματα.

(Συνεχίζεται...)