Τι γυρεύει εδώ ένα αμιγώς αθλητικό κείμενο; Καλή ερώτηση. Αν χρειάζεται κάποιου είδους άλλοθι η ένοχη απόλαυση της κε του μπλοκ, θα ήταν μάλλον αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο Black Power του Θ. Μήνα.
Μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60, οι λευκοί αθλητές υπερτερούσαν αριθμητικά στις συνθέσεις των ομάδων του ΝΒΑ, με τη ζυγαριά όμως να έχει αρχίσει να γέρνει πια προς τη μεριά των Αφροαμερικανών. Πρωτοπόροι εδώ υπήρξαν οι Boston Celtics, οι οποίοι λογίζονται ως λευκή ομάδα, επειδή έχουν ως σύμβολο το ιρλανδικό τριφύλλι, καθώς οι Ιρλανδοί μετανάστες υπερτερούν αριθμητικά στη Βοστόνη. Ανέδειξαν επίσης πολυάριθμους σπουδαίους λευκούς αθλητές (...). Ωστόσο, το 1956 οι Celtics ενέταξαν στο δυναμικό τους τον διεθνή Αφροαμερικανό σέντερ Bill Russell, πολυνίκη του ΝΒΑ (έντεκα πρωταθλήματα) και αργότερα τον πρώτο μαύρο προπονητή στην ιστορία των σπορ. Ακόμα πιο σημαντικό: ο Russell ήταν πολιτικοποιημένος ακτιβιστής, στενός φίλος και συνεργάτης του Martin Luther King.
(...) Ο προπονητής που επέλεξε τον Russell ήταν ο Αμερικανο-εβραίος Red Auerbach, πρώην μέλος του CPUSA (σ.σ.: ΚΚ ΗΠΑ), ο οποίος είχε μπελάδες την εποχή του μακαρθισμού. Βασικός σχολιαστής των Celtics ήταν τότε ο Johnny Most, σοσιαλιστής και στενός φίλος του Howard Fast, συγγραφέα των μονογραφιών Spartacus (1951) και Σάκκο και Βαντσέττι (1953). Στις 26 Δεκεμβρίου του 1964, οι Celtics προχώρησαν σε κάτι ανήκουστο ως τότε: παρέταξαν στο παρκέ μια πεντάδα αποτελούμενη μόνο από Αφροαμερικανούς. Το Boston Garden, η ιστορική έδρα των Celtics, πάγωσε. Σιγή ιχθύος, όμως στη μετάδοση του αγώνα στα ερτζιανά ο Most παραληρούσε από τον ενθουσιασμό του.
Και ποιος είναι ιστορικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σέλτικς -εκτός από τον κακό τους εαυτό; Οι Λος Άνχελες Λέικερς -από την εποχή που μετακόμισαν στη βόρεια Καλιφόρνια. Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος λιμνάνθρωπος όλων των εποχών; Υπέροχο αντιδιαλεκτικό ερώτημα.
Ο Λεμπρόν δεν μπαίνει καν πεντάδα -το πολύ να την συμπληρώνει. Ο Κόμπε είναι απλά για τους μικρούς που έπεσαν στη χειρότερη γενιά του ΝΒΑ και τον είδαν σαν όαση. Ο Σακίλ κάνει καλύτερη καριέρα ως κωμικός στην τηλεόραση. Ο Τσάμπερλεϊν ήταν πραγματικά σπουδαίος αλλά έπεσε σε λάθος εποχή και έχανε συνέχεια απ’ τους Σέλτικς του Ράσελ. Και φτάνουμε στην κορυφή, το δίδυμο Τζαμπάρ-Τζόνσον, όπου μπορείτε να διαλέξετε όποιον θέλετε, αλλά μόνο ένας ήταν μάγος και συνέδεσε (νύχι-κρέας) το όνομά του με τη λάμψη του Showtime, δηλαδή την καλύτερή τους περίοδο.
Μπορεί ο Τζέιμς Γουόρθι να φορούσε το 42, αλλά ο Μάτζικ είναι η σωστή απάντηση στα πάντα. Ακόμα και στο κλασικό ερώτημα για την καλύτερη πεντάδα όλων των εποχών, προαιώνιο αίνιγμα που έθετε η Σφίγγα στους περαστικούς, σκοτώνοντας μόνο όσους την ξεκινούσαν από τον Λεμπρόν, για να το λύσει τελικά-εξαρχής ο Ράιλι. Στο 1 ο Μάτζικ, στο 2 τον πλαισιώνει ο Μάτζικ, στο 3 ο Μάτζικ, στο 4 ο Μάτζικ και στο 5 έχουμε τον Μάτζικ, που μπορούσε να παίξει όλες τις θέσεις με την ίδια άνεση.
Μια πεντάδα γεμάτη μαγεία που δε θα έχανε από κανέναν, παρά μόνο από τον εαυτό της και από υπερβολική ομαδικότητα, αν πάσαρε συνέχεια ο ένας Μάτζικ στον άλλο και τους έμενε η μπάλα στα χέρια, στο τέλος της ιστορίας και της επίθεσης.
Όπως θα έκαναν δηλαδή πέντε πιστοί Θωμάδες
στο Μπαρτζώκας-μπολ, για το οποίο γράφτηκε ένα
σοσιαλιστικό έπος, η πορτοκαλί (αντ)επανάσταση εκδοχή του Παιδαγωγικού Ποιήματος και θα ήταν
σπουδαίο πολιτικό άλλοθι για τα πάντα: αθλητικά
κείμενα, ένα τεύχος-αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ στο μπάσκετ,
ή τον παραλληλισμό ενός αθλήματος κλειστών
χώρων με το αντάρτικο (πόλεων), που δεν πρέπει
να συγχέεται με το ταμπούρι, το πούλμαν του Μουρίνιο
και λοιπούς τσουρουκάδες, και τον οποίο εισήγαγε
ο Κ. Πολίτης, που ήταν ευρωκόουτς και ευρωκομμουνιστής
-με το Εσωτερικού, σαν τον πατέρα του Μπαρτζώκα.
Ή έναν ακόμα μερακλίδικο παραλληλισμό της
σπυριάρας με το απόστημα της ανάθεσης, που δε
φεύγει με Clearasil, και τις εφηβικές συνθήκες που δεν
έχουν ωριμάσει ακόμα.
Μα κατά βάθος δε ζηλεύω (πολύ) που δεν το σκέφτηκα-έγραψα εγώ, γιατί δεν είμαι οπαδός του υπαρκτού μπαρτζωκισμού (ούτε καν οπορτουνιστική του παρέκκλιση). Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον πατέρα του, ούτε μόνο με τη συμπεριφορά του που στηλιτεύεται στην άγνωστη Διαθήκη του Ντούντα, με τη σαφή υπόδειξη: προτείνω να μπει στη θέση του προπονητή κάποιος άλλος σ/φος, ο οποίος να διαφέρει από τον κόουτς Μπι μόνο στο εξής: να είναι πιο ευγενικός και λιγότερο δύστροπος. Ούτε καν με τα μπινελίκια, που είναι μια ανέξοδη μορφή εκτόνωσης, που διεγείρει το ποίμνιο και δίνει τροφή στα μεσαιωνικά πρωτοσέλιδα του Sportime, αλλά όχι και πραγματική διέξοδο.
Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούσες να σταθείς στην Κόκκινη Πλατεία και να φωνάξεις δυνατά αν γαμιέται ο Μπρέζνιεφ, αλλά αν μπορείς να σταθείς στο κέντρο ενός γεμάτου ΣΕΦ και να πεις το ίδιο για το αφεντικό σου. Και δεν έχει τόση σημασία αν είναι εστέτ απόγονοι μιας θρυλικής δωσιλογικής οικογένειας ή γνήσιος εκπρόσωπος της λούμπεν αστικής τάξης, που έχει βαλθεί να δικαιώσει τις αναλύσεις της 17Ν. Την ιστορία της οποίας πρέπει κάποτε να διηγηθεί κάποιος από μια δική μας σκοπιά και να μην περιμένουμε να μάθουμε τι λέει ο Λευκός Οίκος από τον Παπαχελά, που δεν ξέρουν ποιον Αλέξη να επιλέξουν ως αγαπημένο τους.
Αλλά το κόβω εδώ, πριν μας οδηγήσουν σε άλλο γήπεδο-κείμενο οι συνειρμοί αλά Σκουντής (στο Βιγιαμπάχο ακόμα περιγράφουν -και ο Βιγιακάμπα ακόμα σουτάρει, δίπλα στον Κορνίλιους Τόμπσον που πήρε το τρίποντο). Χωρίς να επεκταθώ στον πράκτορα της 3ης Διεθνούς (που δεν είναι κίτρινη σαν τον αγαπημένο του Άρη) Σάσα Βεζένκοβ, που μοιάζει γίγας στους γίγαντες (ο Ντιμιτρόφ) αλλά με πήλινα πόδια. Και είναι ζήτημα αν κάθε πτώση του στο παρκέ είναι φλόπινγκ, κατάρρευση ή ανατροπή.
Και δε θα παρασυρθώ να απαντήσω στον
Φουρνιέ πως η μπουγάτσα είναι προϊόν ΠΟΠ για
τη ΛΔ του Βορρά, όπως και τα τρίγωνα, και τα καλύτερα
τα εισπαράγει η «Εύα» στο Γαλάτσι, μαζί με καζάν
ντιμπί. Και το μυστικό της τριγωνικής επίθεσης
των Μπουλς του Φιλ Τζάκσον είναι «τρίγωνα-μπουγάτσα-πιτόγυρα»,
που εμείς τα λέμε σάντουιτς και οι άλλοι σουβλάκια.
Κι αυτά είναι σοβαρά ταυτοτικά ζητήματα στην
εποχή μας, γιατί τα πιτόγυρα δεν έχουν δυνατότητα
αυτοπροσδιορισμού και χειραφέτησης από τη
χαμουτζίδικη διάλεκτο. Εκτός από την ταξική πάλη υπάρχουν και τα πιτόγυρα.
Κι είναι τυχαίο, νομίζετε, πως οι δυο δικέφαλοι (ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) έφεραν τους πρώτους ευρωπαϊκούς τίτλους το ’68 και το ’91, δηλαδή τις χρονιές της δικέφαλης διάσπασης του ΚΚΕ, με τα δυο κεφάλια (και δυο κεραμίδια στα δυο του τα φρύδια), όπου το ένα κοιτούσε στη σοβιετική Ανατολή (και την επανάσταση) και ας αλληθώριζε ενίοτε, ενώ το άλλο στον δυτικό μαρξισμό και την Ανανέωση, οπότε έπρεπε να κοπεί πριν φάμε το κεφάλι μας και γίνουμε κόμμα του κεφαλαίου.
Είναι τυχαίο ή μήπως διαλεκτική στιγμή του αναγκαίου ότι ο «Αυτοκράτορας» Άρης πήρε το τελευταίο πρωτάθλημα το ’91 και κατέρρευσε (δηλαδή ανατράπηκε εκ των έσω, τον τρύπησαν), σαν τη σοβιετική «αυτοκρατορία» του καλού; Και πιο εύκολα θα ξαναπάρει σάρκα και οστά η Σοβιετία, παρά θα δούμε τον «Αυτοκράτορα» να επιστρέφει με κινέζικα χαρακτηριστικά και τη σκέψη Σιάο Τσε Τουνγκ.
Τυχαία μήπως και η επικράτηση της Αλέκας με το μπασκετικό 57-53 επί του Δραγασάκη, που θύμιζε σκορ Λιμόζ; (Κι αν έβγαιναν ισοπαλία, τι γινόταν; 5μηνη παράταση;). Και πως όταν πήρε η Λιμόζ, το ’93, το ευρωπαϊκό μες στο ΣΕΦ με το μπρεζνιεφικό όνομα, στήνοντας αμυντικά τείχη από πορσελάνη γύρω από την μπασκέτα της, ο Φουκουγιάμα έγραψε για το τέλος του μπάσκετ και της Ιστορίας;
Αλλά όλα αυτά είναι πλέον ιστορία, που δεν τελειώνει ποτέ και θα αρχίσει να γράφεται όταν τελειώσουμε με την προϊστορία του είδους μας και τις ταξικές κοινωνίες. Κι αν η μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της ταξικής πάλης, πολλοί παίκτες που έγραψαν ιστορία στα γήπεδα, κόβονται ως μετεξεταστέοι.
Ο Μέσι πχ θα είναι πάντα αυτός που χειροκροτούσε τον Τραμπ, ενώ μιλούσε για τον βομβαρδισμό του Ιράν. Ο GOAT Τζόρνταν θα είναι αυτός που φοβήθηκε να πάρει δημόσια θέση, γιατί και οι Ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια ΝΙΚΕ. (Ή αλλιώς και οι Ντέμοκρατς είναι ρατσιστές, και λίγοι θυμούνται πως ο Λίνκολν ήταν Ρεπουμπλικάνος, ενώ πολλοί από τους συγγραφείς της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ήταν... φιλελεύθεροι δουλοκτήτες! Και ο Μάτζικ ήταν ο καλοσιδερωμένος χαμογελαστός πρώην σκλάβος (ούτε καν αυλικός, όπως στο βίντεo-κλιπ του Remember the Time, με τον Φαραώ Έντι Μέρφι), που κάθε λευκός θα ήθελε για γείτονα ή γαμπρό του, μέχρι που βρέθηκε θετικός στο AIDS και θυμήθηκε τι πάει να πει ρατσισμός.
Το φαινομενικά παράδοξο είναι πως όλοι αυτοί κουβαλάν μια ιδιαίτερη ιστορία και έγραψαν τη δική τους στα παρκέ, σε ένα πρωτάθλημα που μοιάζει κάποιες στιγμές να μην έχει ιστορικό φορτίο, μεγάλες αντιπαλότητες, καυτές έδρες, ακόμα και βαριές φανέλες, γιατί το εμπόριο τα έχει κάνει όλα ίσωμα, ακόμα και το στοιχειωμένο (από φαντάσματα που πλανώνται) για κάθε αντίπαλο Μπόστον Γκάρντεν.
Την ίδια ψευδαίσθηση έλλειψης ιστορικού βάθους μπορεί να σου δώσουν και οι ΗΠΑ -όπου κάποιες οδοί αντί για ονόματα έχουν απλώς μια πρακτική τακτική αρίθμηση- ως κράτος. Το οποίο χτίστηκε σε έναν «Νέο Κόσμο», χωρίς φεουδαρχικά βαρίδια και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος, χωρίς να χρειάζεται καν να περάσει Διαφωτισμό και ταξικές επαναστάσεις, για να μοιράσει τελικά απλόχερα το σκοτάδι του σε όλες τις ηπείρους της Γης.
Το κράτος των ΗΠΑ ενέγραψε εξ αρχής στην ταυτότητά του (που δεν είναι βιολογικά, αλλά ιστορικά, κοινωνικά προσδιορισμένη) τη βαρβαρότητα, την άγρια επιβολή, τους διωγμούς των... Ινδιάνων, κάθε μορφής βαρβαρότητα και όλα τα χαρακτηριστικά της «καπιταλιστικής προόδου», που γιγαντώνονταν μαζί του, καθώς αυτό επέκτεινε την κυριαρχία του στον πλανήτη.
Μπορεί να το διαπιστώσει κανείς
διαβάζοντας πχ τις «Ηνωμένες Πολιτείες του
Πολέμου», του Ντέιβιντ Βάιν, που έχει μια σειρά
μειονεκτήματα (από την επιμέλεια και το Επίμετρο,
μέχρι την επιεικώς θολή αντίληψη του συγγραφέα
για έννοιες όπως ο ιμπεριαλισμός, ο υπερ-ιμπεριαλισμός
κτλ), αλλά και ένα σαφές πλεονέκτημα: ότι γράφεται
από έναν Αμερικανό καθηγητή, που έχει κάνει
πολυετή έρευνα στο θέμα των Βάσεων -χαρακτηρίζοντας
μάλιστα τις ΗΠΑ ως «Έθνος Βάσεων».
Και ο οποίος δείχνει
πολύ γλαφυρά στο βιβλίο του ότι ο πόλεμος δε
συνδέεται απλώς με τις μπίζνες των καπιταλιστών
και την κατάκτηση νέων αγορών-σφαιρών επιρροής,
αλλά είναι από μόνος του μια τεράστια μπίζνα:
με εκαντοντάδες βάσεις (γνωστές και μυστικές
σε όλον τον πλανήτη), εργολάβους, ιδιωτικά συμφέροντα,
ακόμα και ιδιωτικούς στρατούς και γενικώς
μια αγαστή σύμπραξη κράτους και ιδιωτών και σε αυτόν τον τομέα. Και προπαντός με μια τεράστια
δυναμική, που επιβάλλει σε απόλυτο βαθμό πολιτικές
και κυβερνήσεις.
Υπ’ όψιν, ο περίφημος όρος «στρατιωτικο-βιομηχανικό
μπλοκ» (που περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σε
ένα αρκετά πρώιμο στάδιό της, σε σχέση με τη σημερινή
συγκυρία) δεν ήταν επινόηση των Σοβιετικών,
αλλά του Άικ. Μια προειδοποίηση -στα όρια της
αγωνιώδους έκκλησης, σε κάποια σημεία- του Αϊζενχάουερ,
που ασφαλώς δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πρόεδρος
των ΗΠΑ στα χρόνια του Μακαρθισμού, στρατηγός
και Ρεπουμπλικάνος.
Χρήσιμο και ενδιαφέρον
ανάγνωσμα, σε κάθε περίπτωση.
Κλείνουμε επιστρέφοντας διαλεκτικά
στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Τα μυστικά
του βάλτου ή μάλλον της λίμνης. Και είχε δίκιο
ο Βλαδίμηρος για τους παλιούς σφους, πως έχουν
κάθε δικαίωμα να τραβήξουν για τον βάλτο (ή τη
λίμνη), όχι όμως να παρασύρουν το κόμμα μαζί τους.
Ενώ ο Ντέμης -τον καιρό που ήταν μαρξιστής- έλεγε
πως δε μας νοιάζουν οι εφήμερες χαρές σαν το
πρωτάθλημα, αλλά να μεγαλώσουμε τη λίμνη. Μα
από τη Βανδήέα ξεκινούν οι ορδές των αστών και
επηρεάζουν το κίνημα που μετά πήγε και έπεσε
στη λίμνη, καλός άνθρωπος μπορεί να ήταν, δεν
παίρνω όρκο.
Αλλά η συνέχεια για τον Μάτζικ σε επόμενο κείμενο-κονσερβοκούτι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου