Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντιφασιστικό μέτωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντιφασιστικό μέτωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Η στρατηγική της Κομιντέρν

Στη σημερινή ανάρτηση παρουσιάζονται αποσπάσματα από το άρθρο του μάκη μαΐλη στο τρέχον τεύχος της κομεπ για τη στρατηγική του κκε στα χρόνια που γραμματέας του ήταν ο ζαχαριάδης. Παράλληλα εξετάζεται κριτικά κι η πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο βαθμό που επηρέαζε τη στρατηγική του κκε ως οργανικό τμήμα της και ελληνικό τμήμα της κομιντέρν. Σε αυτό το τελευταίο εστιάζουν και τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται παρακάτω.

-.-.-

Η στρατηγική του κκε αυτή την περίοδο και βεβαίως ως το 1943 (δηλαδή μέχρι τότε που υπήρχε η κδ, κρίνεται σε συνδυασμό με τη στρατηγική που κατά διαστήματα διαμόρφωνε το διεθνές κέντρο του κομμουνιστικού κινήματος και την επίδραση που αυτή ασκούσε στη διαμόρφωση της στρατηγικής του κκε. Και αυτό, δίχως ν’ αποσείονται οι όποιες ευθύνες είχαν οι εκάστοτε καθοδηγήσεις του κόμματος. Ωστόσο αποτελεί καθήκον η περαιτέρω διερεύνηση της στρατηγικής της κδ, συνυπολογίζοντας τη διαπάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό της.

Με άλλα λόγια, η ιστορική έρευνα του κκε παίρνει υπόψη της ότι η κδ αποτελούσε επί της ουσίας κόμμα και η λειτουργία της διεπόταν από την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ωστόσο αυτό δε σήμαινε ότι κάθε κκ –τμήμα της στερούνταν της υποχρέωσης ν’ αναλύει επιστημονικά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στο εθνικό πεδίο δράσης του, να καθορίζει τη στρατηγική του και να επιδιώκει να πείσει για την ορθότητά της και τα άλλα τμήματα της κδ. Στο δοκίμιο ιστορίας 1949-1968 υπογραμμίζεται το καθήκον κάθε κομμουνιστικού κόμματος, ανεξάρτητα από το μέγεθός του, να συμβάλλει στον εμπλουτισμό και στη διαμόρφωση της γραμμής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, συνεισφέροντας έτσι στην επίτευξη ή την αποκατάσταση της επαναστατικής του ενότητας. Πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές πλευρές για την ενδυνάμωση του προλεταριακού διεθνισμού.

Επιπλέον η συγκεκριμένη έρευνα δεν αποστασιοποιείται από το γεγονός ότι στις γραμμές της κδ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της, διεξαγόταν διαπάλη ανάμεσα στα διάφορα τμήματά της για την κατεύθυνση της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

(…)

Το 6ο συνέδριο της κδ (1928) περιελάμβανε τον προβληματικό καθορισμό δύο τύπων επαναστάσεων για τις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπου κατέτασσε και την ελλάδα. Συγκεκριμένα όριζε: «σε μερικές απ’ αυτές τις χώρες είναι δυνατό ένα λίγο-πολύ γρήγορο πέρασμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική. Σε άλλες χώρες είναι δυνατοί τύποι προλεταριακών επαναστάσεων, που έχουν όμως να εκπληρώσουνε καθήκοντα αστικο-δημοκρατικού χαρακτήρα σε μεγάλη έκταση […] Εκεί όπου αναπτύσσεται άμεσα η επανάσταση σαν προλεταριακή επανάσταση προϋποθέτει την καθοδήγηση του πλατιού αγροτικού κινήματος από το προλεταριάτο».

(…)

Το δεκέμβρη του 1932 συνήλθε στην χαλκίδα η 5η ολομέλεια της κε, μερικούς μήνες μετά από τη 12η ολομέλεια της εεκδ (αύγουστος-σεπτέμβρης 1932). Η τελευταία είχε καθορίσει ως εξής τα καθήκοντα της πάλης των κκ: «… 1) ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου 2) ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση 3) ενάντια στον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ενάντια στην επέμβαση κατά της σοβιετικής ένωσης».

Η 12η ολομέλεια της εεκδ σωστά εκτίμησε ότι η άνοδος του φασισμού αποτελούσε συγκέντρωση δυνάμεων της αστικής τάξης στον αγώνα της κατά των επαναστατικών δυνάμεων και υπέδειξε στο κκ γερμανίας να προβάλει το σύνθημα της πάλης για τη σοβιετική σοσιαλιστική γερμανία σε αντιπαράθεση με την επιδίωξη του κεφαλαίου να εγκαθιδρύσει φασιστική δικτατορία.

Ωστόσο, μέσα στο 1933 παρουσιάστηκαν σαφή δείγματα στροφής στη στρατηγική της κδ κι εκφράστηκαν στη 13η ολομέλεια της εεκδ (νοέμβρης-δεκέμβρης 1933).
Η πρώτη διαφοροποίηση σε σχέση με τις αλλαγές που έγιναν στην πορεία εκφράστηκε με τον ορισμό του φασισμού, ο οποίος για πρώτη φορά χαρακτηρίστηκε ως «…η ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Ταυτόχρονα στη 13η ολομέλεια της εεκδ, δίχως ακόμα ν’ αποτελέσουν περιεχόμενο των αποφάσεών της, εκφράστηκαν σκέψεις ότι η πτώση του φασισμού δε θα συνοδευτεί από την άμεση εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ότι ο αγώνας ενάντια στο φασισμό θα είναι πανδημοκρατικός. Αυτές οι σκέψεις έγιναν λίγο αργότερα στρατηγική της κδ.

(…)

Με το 7ο συνέδριο η κδ αποσπούσε το φασιστικό φαινόμενο από την οικονομική βάση του καπιταλισμού συνολικά που το γεννά, δηλαδή από το στρατηγικό ζήτημα λύσης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Ωστόσο θεωρούσε το φασιστικό ρεύμα τέκνο του καπιταλισμού.

(…) είναι φανερή η διαπάλη που γινόταν και μέσα στην κδ, όπου εκφραζόταν αντιτιθέμενες απόψεις. Συγκρουόμενες τοποθετήσεις είχαν εκφραστεί και πριν το 1934, όπως συνάγεται από έγγραφα (πρακτικά συνεδριάσεων) της κδ.

Για παράδειγμα είχαν εκφραστεί αντίθετες απόψεις σχετικά με το χαρακτήρα της αστικής τάξης στην ελλάδα και σε άλλες χώρες του ίδιου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, αν αυτή ήταν υποτελής και υποχείριο του ξένου κεφαλαίου ή όχι.

(…)

Όλα αυτά βεβαιώνουν ότι το κκε, και ως τμήμα της κδ, πορευόταν προς τις συνθήκες του β’ παγκόσμιου πολέμου με αδυναμία μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης κι επεξεργασμένης επαναστατικής στρατηγικής.

(…)

Λίγους μήνες αργότερα (11 ιούλη 1934) στάλθηκε στα κκ «γράμμα της κδ», στο οποίο αναφερόταν ότι οι κομμουνιστές «είναι ανάγκη να θέσουν τέρμα στις δηλώσεις από τον κομματικό τύπο ή στις ομιλίες, που λέγαν ότι το κόμμα παλαίβει δήθεν για τη συντριβή της αστικής δημοκρατίας, γιατί τέτοιες δηλώσεις είναι «πολιτικά λαθεμένες». Και υπογραμμιζόταν «το καθήκον της πάλης με όλες τις δυνάμεις όχι μόνο ενάντια στις προσπάθειες του φασισμού και γενικά της αστικής τάξης να συντρίψουν ή να περιορίσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά και της πάλης για τη διεύρυνσή τους».

Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είχε μπει στη φάση της προετοιμασίας του 7ου συνεδρίου της κδ και στο εσωτερικό της διεξαγόταν συνεχείς συζητήσεις με στόχο την επανεξέταση θέσεων που θεωρούνταν ότι είχαν παλιώσει. Έτσι: «…Στις 14 του ιούνη 1934 στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής προετοιμασίας […] ο αντιπρόσωπος του πκκ (μπ) δ. μανουήλσκι εξέφρασε τη γνώμη ότι το σύνθημα της άμεσης πάλης για τη διχτατορία του προλεταριάτου δεν ανταποκρίνεται στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη δοσμένη στιγμή σε πολλές καπιταλιστικές χώρες. Ο σοσιαλισμός παραμένει ο τελικός σκοπός του κινήματος. Αλλά “χρειάζεται” –είπε- “να έχουμε πιο συγκεκριμένο πρόγραμμα πάλης: όχι την προλεταριακή διχτατορία, όχι το σοσιαλισμό, αλλά ένα πρόγραμμα που οδηγεί τις μάζες στην πάλη για την προλεταριακή διχτατορία και το σοσιαλισμό”.

(…)

Αυτή η πολιτική αποτελούσε τη στρατηγική κατεύθυνση που μετά από λίγο καιρό επισφράγισε το 7ο συνέδριο της κδ (ιούλης-αύγουστος 1935). Με αυτή τη γραμμή πορεύτηκε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, που όριζε πως «…το επαναστατικό προτσές δε θα πάει  μπροστά άμεσα και κατ’ ευθείαν μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά θα πλησιάσει σ’ αυτήν μέσω της αντιφασιστικής πανδημοκρατικής πάλης».

Ακόμα «οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες είναι υποχρεωμένες σήμερα να διαλέξουν συγκεκριμένα όχι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και την αστική δημοκρατία αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό».

Αυτή η γραμμή ήταν τροποποιημένη ως προς τις αντιθέσεις και το χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου, όπως τον προσδιόριζε η εεκδ το δεκέμβρη του 1922: «Η χρεοκοπία της ειρήνης των βερσαλλιών δείχνεται ολοένα πιο καθαρά και ολοένα σε μεγαλύτερα στρώματα εργατών. Είνε φανερό ότι ένας νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ή και πολλοί παρόμοιοι πόλεμοι είνε πράγμα αναπόφευκτο, αν το διεθνές προλεταριάτο δεν γκρεμίσει το αστικό καθεστώς».

Το κκε στο 18ο συνέδριό του (2009) και στην πανελλαδική συνδιάσκεψη για την ιστορία του (2011) στάθηκε κριτικά και αυτοκριτικά.

{παραθέτω και τις δύο υποσημειώσεις αυτού του σημείου που παραπέμπουν στην απόφαση του 18ου συνεδρίου για το σοσιαλισμό και το δοκίμιο ιστορίας αντίστοιχα.

*Η στρατηγική του κομμουνιστικού κόμματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό-απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

*Τα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών δεν έθεταν στα προγράμματά τους το σοσιαλισμό ως επίκαιρο, άρα ως στρατηγικό στόχο. Γενικά διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όμως στη διαμόρφωση της πολιτικής τους έθεταν κυβερνητικούς στόχους που εξ αντικειμένου δεν εξυπηρετούσαν μια στρατηγική συγκέντρωσης και οργάνωσης δυνάμεων, με στόχο τη γενική πλήρη σύγκρουση και ρήξη με την αστική εξουσία σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης στην χώρα τους.}


Το δεκέμβρη του 1935 συνήλθε το 6ο συνέδριο του κκε, το οποίο, στηριζόμενο στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου της κδ, καθόρισε ως στρατηγική του:

Για να καταστεί αδύνατη η νίκη του φασισμού και να συντριφτούν οι προσπάθειες των κυρίαρχων τάξεων να εξαθλιώσουν ακόμα περισσότερο τον ελληνικό λαό και για να γίνει δυνατή η κατάχτηση μιας λεύτερης δημοκρατικής ζωής, απαιτείται η συνένωση όλων των λαϊκών δημοκρατικών δυνάμεων σ’ ένα παλλαϊκό μέτωπο πάλης. Στο παρελθόν το κομμουνιστικό κόμμα προσέφερε όλες του τις δυνάμεις γι’ αυτό το σκοπό και πέτυχε τη συγκρότηση των δημοκρατικών-αντιφασιστικών συνασπισμών σ’ όλη τη χώρα […] Εξακολουθεί να πιστεύει ότι και τώρα είνε απαραίτητη η συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων και οργανώσεων που έχουν για αρχή τους το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας και είνε εχθροί του φασισμού και της αντίδρασης».

Οκτώ μήνες ύστερα από το συνέδριο του κκε ακολούθησε η εγκαθίδρυση της δικτατορίας των γλύξμπουργκ-μεταξά (4η αυγούστου). Με αυτή βρήκε τον ελληνικό λαό ο πόλεμος με την ιταλία. Στη διάρκειά του ο ν. ζαχαριάδης έγραψε από τη φυλακή τρία γράμματα που καθόριζαν τη στάση του κόμματος απέναντι στον πόλεμο. Τα γράμματα, αντανακλούσαν τις αντιφάσεις στη γραμμή της κδ σχετικά με το χαρακτήρα του β’ παγκόσμιου πολέμου.

Βεβαίως στα χρόνια της κατοχής, μετά από την αυτοδιάλυση της κδ, κυρίως μετά από συγκρότηση συμμαχίας της εσσδ με ηπα, μ. βρετανία ύστερα από την κατοχή μέρους της από τη γερμανία, η πολιτική γραμμή συμμαχιών του 7ου συνεδρίου διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο στο πλαίσιο της «εθνικής ενότητας».

Ακριβώς αυτό το πεδίο, των εθνικών μετώπων, άνοιγε η αυτοδιάλυση της κδ, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του προεδρείου της εε. Υλοποίησή της αποτελούσε η απόφασης της κε του κκε, η οποία, όπως και όλα τα κκ –τμήματα της κδ, ενέκρινε την αυτοδιάλυση της κδ.

Η στρατηγική του κκε, όταν ήταν γγ της κε ο νίκος ζαχαριάδης συμπυκνώνει τις αντιφάσεις που υπήρχαν στη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όρια που ο ζαχαριάδης δεν μπορούσε να ξεπεράσει και μετά από τον πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση, ο ν. ζαχαριάδης παρέμεινε αφοσιωμένος στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στον προλεταριακό διεθνισμό.


Η ιστορία επιβεβαίωσε πολλές φορές ότι οι λαθεμένες στρατηγικές που διαμορφώθηκαν στο κκε και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν οφείλονταν πάντα σε διάθεση συμβιβασμού των κομματικών ηγεσιών με τον αντίπαλο, αλλά σε διαφορετικούς λόγους, αντικειμενικούς και υποκειμενικούς (βαθμός ωρίμανσης, ικανότητα αντικειμενικής ανάλυσης των εξελίξεων στον καπιταλισμό, πίεση από τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων ή λαθεμένη εκτίμησή του κ.ά). Στην περίπτωση του ν. ζαχαριάδη η διαπίστωση για την αδιάλλακτη στάση του απέναντι στον ταξικό αντίπαλο είναι αναμφισβήτητη.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Ούτε καν για τα μάτια του κόσμου

Το κείμενο αυτό γράφτηκε χτες βράδυ κι ο αρχικός τίτλος του ήταν «φασισμός και στρατηγική». Αλλά το πρόλαβαν οι σημερινές εξελίξεις. Δεν έκρινα σκόπιμο να κάνω ουσιαστικές προσαρμογές (η ουσία του πράγματος δεν έχει αλλάξει εντυπωσιακά άλλωστε) πέρα από ελάχιστες μικρές προσθήκες, σαν εκ των υστέρων σχόλια, εντός παρένθεσης και με πλάγια έντονη γραφή.

Βλέποντας κανείς τις φωτογραφίες των συλληφθέντων χρυσαυγιτών κατά τη μεταφορά τους από τη γαδα, σκέφτεται να αφήσει προς στιγμήν στην άκρη την όποια μαρξιστική του παιδεία και να υποκύψει στον πειρασμό του φυσιογνωμισμού. Ένα φαιδρό ανθρωπάκι, που θυμίζει πολύ τους κωμικούς ρόλους του πιατά, όπως σημείωσε εύστοχα μια καλή φίλη και αδυνατεί να εμπνεύσει την παραμικρή υποψία φόβου με την εικόνα που παρουσιάζει.

Αυτός ήταν λοιπόν ο τρομερός αρχηγός της ναζιστικής συμμορίας, που σκορπούσε τον τρόμο; Αυτός ήταν ο ηγετικός πυρήνας των ταγμάτων ασφαλείας, που εξαρθρώθηκε σε μια νύχτα;

Ναι λοιπόν, αυτός είναι. Ή μάλλον και ναι και όχι.
Όχι γιατί ο φασισμός στον καπιταλισμό είναι σαν τον ιδιωτικό τομέα και τις αναπτυξιακές του επενδύσεις. Δηλ ή θα είναι κρατικοδίαιτος ή δε θα μπορεί να σταθεί και να υπάρξει ουσιαστικά. Κι αυτό αποδεικνύεται ιστορικά από την ελληνική και τη διεθνή πείρα του εικοστού αιώνα.
Και ναι, γιατί μπορεί ο σωματότυπος του μιχαλολιάκου να μην παραπέμπει ακριβώς στο πρότυπο της άριας φυλής {κι ο κασιδιάρης, που έχει περισσότερα μούσκουλα εξάλλου, θα μπορούσε κάλλιστα, αν δεν ήταν αναγνωρίσιμος, να φάει ξύλο από τους δικούς του, βάση χρώματος} αλλά είναι σεσημασμένος φασίστας κι έχει συλληφθεί τρεις φορές κατά το παρελθόν –το οποίο δε λέει τίποτα. Κι ο χίτλερ στη φυλακή έγραψε τον «αγώνα του».

Και θα ήταν τραγικό λάθος να σταθούμε στο παρουσιαστικό του αρχηγού ή αντιστοίχως στους γελοίους τηλεφωνικούς διαλόγους των ομοϊδεατών του, για να βγάλουμε συνολικό συμπέρασμα για το φασιστικό κίνδυνο, προσπαθώντας να τον διασκεδάσουμε. Αρκεί να θυμίσουμε πως και ο μεταξάς ήταν επίσης ένα φαιδρό, καχεκτικό ανθρωπάκι (με κορυφαία στιγμή του το μοιρολατρικό «ώστε λοιπόν έχουμε πόλεμο», που η επίσημη προπαγάνδα βάφτισε «όχι», προσπαθώντας να τον κάνει με το ζόρι ήρωα). Όπως αντιστοίχως και ο δικτάτορας παπαδόπουλος με την παρέα του –ιδίως στις δημόσιες εμφανίσεις του και τις ομιλίες του ενώπιον δημοσιογράφων. Αυτά όμως δε μειώνουν σε τίποτα τη φρίκη της επταετίας και του τεταρταυγουστιανού καθεστώτος.

Εξίσου γελοίο μπορεί να μας φαίνεται σήμερα και το σύγχρονο πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης με τους ηγέτες του. Από τον (γαμώ το κεφάλι σου μαλάκα) σαμαρά και τον δάμαλο με το playstation της νδ, μέχρι την ευφράδεια και την ευφυΐα του γιωργάκη και του σημίτη από το πασόκ, που πετάχτηκαν σα στυμμένες λεμονόκουπες μετά το πέρας της θητείας/υπηρεσίας τους. Ή και τον αλέξη, ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, γιατί κάθε εποχή έχει το πασόκ και τον παπατζή που της αξίζει.

Αυτό όμως δεν αλλάζει σε τίποτα τη στρατηγική της αστικής τάξης και τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που προωθήθηκαν την τελευταία εικοσαετία. Ίσα-ίσα που λειτουργεί σα βαλβίδα ασφαλείας για το σύστημα να εκτονώνεται ο κοσμάκης με υποτιμητικά σχόλια ενάντια στους ανίκανους πολιτικούς που μας κυβερνάνε και να αναπολεί τους χαρισματικούς ηγέτες του παρελθόντος.
Το θέμα λοιπόν είναι να αναζητήσουμε την ουσία της πολιτικής και το σχεδιασμό των αστικών επιτελείων πέρα από προσωποκεντρικές αντιλήψεις και τους διάφορους ηγέτες –όσο χαρισματικοί ή ανίκανοι και αν μας φαίνονται.

Η παρούσα κυβέρνηση ως βασικός αλλά όχι αποκλειστικός εκπρόσωπος της αστικής εξουσίας φαίνεται να εξασφαλίζει ή τουλάχιστον να στοχεύει σε μια σειρά παράπλευρα οφέλη από τη διαχείριση της υπόθεσης, που (όπως είπαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση) μοιάζει να υπερβαίνει τα στενά όρια ενός κομματικού σχεδιασμού για πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη στην επόμενη αναμέτρηση.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να ταυτίσει με το φασισμό της χρυσής αυγής οποιαδήποτε φωνή αμφισβήτησης ενάντια στο μνημόνιο ή και την κοινοβουλευτική δημοκρατία γενικότερα. Θωρακίζει την έξωθεν «καλή μαρτυρία» της τελευταίας μετά την «κάθαρση του ναζιστικού αποστήματος» και φορά το στεφάνι του δημοκράτη τοξότη που πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα και κρατά σταθερά στα χέρια του το συνταγματικό τόξο, βάζοντας τα άκρα στη θέση τους. Κρατά όμως σε εφεδρεία την χρυσή αυγή και το μηχανισμό του υπόκοσμου, για να τον επαναφέρει στο προσκήνιο, με τη μία ή την άλλη μορφή –ειδικά αν δε δέσει πειστικά το κατηγορητήριο (πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, που λένε).

Παράλληλα δημιουργεί νομικό προηγούμενο κι αποκτά πολιτικό έρεισμα για την χρησιμοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου (συν όσες άλλες ειδικές διατάξεις προστεθούν) εις  βάρος και του άλλου άκρου, που είναι και ο πραγματικός της στόχος (όπως φάνηκε κι από τις δηλώσεις σαμαρά στην άλλη όχθη του ατλαντικού). Και δεν ήταν πολύ εύκολο να ξεκινήσει από εκεί την επιχείρηση, όπως φάνηκε πχ στις σκουριές ή την υπόθεση των 35 συνδικαλιστών του παμε με τη συμβολική κατάληψη του υπουργείου εργασίας. Μια υπόθεση που εκδικάζεται εκ νέου αύριο κι έχουμε χρέος να αποδείξουμε ότι οι κομμουνιστές δεν είναι σαν τους… αλληλέγγυους χρυσαυγίτες που λούφαξαν στις τρύπες τους και εγκατέλειψαν το πλοίο, πριν καν αυτό αρχίσει να βουλιάζει.

Σε τελική ανάλυση η κυβέρνηση παίρνει ένα δημοσκοπικό αέρα (κοπανιστό ή μη μπορεί να το δούμε σύντομα στην πράξη) που της εξασφαλίζει κάποια ευχέρεια κινήσεων στους εκλογικούς χειρισμούς και μπορεί να την προσανατολίζει προς μια ανανέωση της ‘λαϊκής εντολής’, για να περάσει ανενόχλητη νέα πακέτα αντιλαϊκών μέτρων ή πιθανόν και ένα νέο μνημόνιο. Κι αυτό είναι το βασικό ζήτημα που ενδιαφέρει τους εργοδότες της.

Προσωπικά δε συμμερίζομαι καθόλου την εκτίμηση που φαίνεται να έχουν και κάποιοι σύντροφοι ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αυτές τις κινήσεις κάτω από την πίεση του αντιφασιστικού κινήματος και της λαϊκής οργής που φούσκωνε σαν ποτάμι, απειλώντας να παρασύρει τα πάντα. Μπορώ να δεχτώ πως τις πρώτες μέρες η κυβέρνηση μέτρησε τις αντιδράσεις του κόσμου, τηρώντας στάση αναμονής. Ή ότι θεώρησε την χρυσή αυγή, με αυτή τη μορφή, ένα ούτως ή άλλως καμένο χαρτί που δεν μπορούσε να επιτελέσει τον προηγούμενο ρόλο της –ιδίως μετά την ακύρωση προγραμματισμένων δραστηριοτήτων της από τις δικές μας αντισυγκεντρώσεις- κι έτσι έσπευσε να τη μαζέψει. Όπως περίπου οι άγγλοι έσπευδαν να γλιτώσουν τα αυθεντικά τάγματα ασφαλείας από την οργή του κόσμου και να τα περισυλλέξουν σε στρατόπεδα, τάχα για να τα δικάσουν –στην πραγματικότητα να τα χρησιμοποιήσουν) στη συνέχεια.

Μάλλον όμως πρέπει να περιμένουμε λίγες μέρες ακόμα (τελικά δεν χρειάστηκε και πολύ μεγάλη αναμονή), για να δούμε καθαρά το μακροπρόθεσμο στόχο των αστικών επιτελείων. Σε κάθε περίπτωση η στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης εν καιρώ κρίσης είναι ο εκφασισμός του συστήματος, με ή χωρίς τους φασίστες, για να επιβάλει αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις», να τσακίσει τις εργατικές αντιστάσεις και να ελέγξει την κατάσταση. Κι αυτό είναι που καθορίζει αντιστοίχως και τη δική μας στρατηγική-τακτική απάντηση.

Μιλήσαμε ήδη σε προηγούμενη ανάρτηση για το κομμάτι του μαζικού μαχητικού αντιφασισμού, που είχε κάποια έμπρακτα αποτελέσματα πριν καν προλάβει να αποκτήσει ιδιαίτερα μαχητικές μορφές –οι οποίες όμως μπορεί να φανούν χρήσιμες στο άμεσο μέλλον

Αυτές τις μέρες ωστόσο φάνηκαν καθαρά τα πολιτικά όρια ενός γενικού, θολού αντιφασισμού, που μεταφέρει μηχανικά στο σήμερα τακτικές επιλογές προηγούμενων ιστορικών συγκυριών, χωρίς καν να τις εξετάζει κριτικά. Κι αν ακολουθούσαμε πιστά τη λογική του, θα έπρεπε να συγκροτήσουμε ένα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο (ως ευφημισμό του περιβόητου συνταγματικού τόξου) με τα αστικά κόμματα που προωθούν ανοιχτά ή έμμεσα την χρυσή αυγή, με στόχο την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και των ελευθεριών που μας δίνει.

Ο γνήσιος και συνεπής αντιφασισμός όμως είναι κάτι ευρύτερο. Είναι η οργή για τα εγκλήματα του φασισμού, που πρέπει να γίνει δύναμη οργάνωσης κι ανατροπής της μήτρας που τον γέννησε. Είναι η πάλη ενάντια στις αιτίες που ενίσχυσαν το φασισμό και παραμένουν ακέραιες στην ελληνική κοινωνία. Είναι ο αγώνας ενάντια στην αλλοτρίωση, τη λουμπενοποίηση και τα αγελαία υποκατάστατα συλλογικότητας. Με άλλα λόγια είναι περισσότερο από ποτέ η πάλη ενάντια στον κόσμο της εκμετάλλευσης και την καπιταλιστική βαρβαρότητα συνολικά.


Αυτή η πτυχή δεν μπαίνει για να στενέψει το μέτωπο και να αποκλείσει απλό κόσμο που νιώθει γενικά αντιφασίστας, χωρίς να το προσδιορίζει περαιτέρω –έτσι ήταν εξάλλου και το παιδί που δολοφονήθηκε- αλλά για να μπολιάσει γόνιμα αυτόν τον αγώνα, να διευρύνει το περιεχόμενό του, να τον κατευθύνει απέναντι στις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου, για να μη μας πιάσει με τις πιτζάμες η επόμενη χρυσή αυγή –όποιο όνομα κι αν φέρει. Όποιος αρνείται να ζυμώσει αυτή την πτυχή –και κοσκινίζει στα θολά νερά ενός αφηρημένου και κούφιου αντιφασισμού, ακυρώνει ουσιαστικά τον εαυτό του ως επίδοξη πρωτοπορία και παύει να έχει πραγματικό λόγο πολιτικής ύπαρξης.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ρόδα τσάντα και κοπάνα τους φασίστες*

*ο τίτλος της ανάρτησης είναι αντιγραφή ενός αναρχικού συνθήματος στην είσοδο ενός σχολείου, που το θυμήθηκα συνειρμικά με αφορμή την επίθεση χρυσαυγιτών σε μαθητές που μοίραζαν απεργιακό υλικό στο λαγκαδά και την άμεση απάντηση με την αρωγή των απεργών της αγνο.




Ενώ η φασιστική απειλή θεριεύει και τα ανησυχητικά φαινόμενα αρχίζουν να παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας, στα χείλη των περισσότερων αρχίζει να σχηματίζεται ένα δραματικό «τι να κάνουμε;», που αναζητά επιτακτικά απάντηση. Ποια πρέπει να είναι η πολιτική του κόμματος απένανατι στο σύγχρονο (μονάρχο)φασισμό; Και τι θα γράψει το ιστορικό εγχειρίδιο του μέλλοντος για την τακτική των κομμουνιστών και την αποτελεσματικότητά της;

Σε μια προηγούμενη ανάρτηση θέσαμε ένα γενικό πλαίσιο με κάποια ερωτήματα προς απάντηση κι αναφερθήκαμε ακροθιγώς σε μερικά σημεία με κάποιες αρχικές παρατηρήσεις. Εδώ θα δούμε τα βασικότερα εξ αυτών και θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε και να προσεγγίσουμε μια συνολική απάντηση στο δια ταύτα των ημερών.

Το πρώτο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η ιστορική πείρα του κομμουνιστικού κινήματος ως προς τα αντιφασιστικά μέτωπα και η κριτική της εξέταση.
Υπάρχουν δύο βασικές πολιτικές εκτιμήσεις – που συνδέονται άμεσα και με την τρέχουσα συγκυρία- για την πορεία της κομιντέρν, με ορόσημο το 35’ και το 7ο συνέδριο της κδ. Η πρώτη εστιάζει την κριτική της πρακτικά στα χρόνια της κρίσης (τη λεγόμενη τρίτη περίοδο) και τη γραμμή του σοσιαλφασισμού, θεωρώντας την σεχταριστική και ως μία από τις βασικές αιτίες για την ήττα των κομμουνιστών στη γερμανία και την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Στη συνέχεια όμως η κομιντέρν διόρθωσε το αρχικό λάθος της και επεξεργάστηκε την τακτική των λαικών, αντιφασιστικών μετώπων που οδήγησε τα επόμενα χρόνια στη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών και το τσάκισμα των ναζι.

Η δεύτερη δανείζεται στοιχεία από την τακτική της κομιντέρν στα χρόνια του μεγάλου κραχ (1929-33) για την αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης –πχ το σύνθημα τάξη εναντίον τάξης για την προετοιμασία του επαναστατικού άλματος. Θεωρεί προβληματική την ίδια τη λειτουργία της κομιντέρν μετά το 35’, που οδήγησε στο σταδιακό μαρασμό και την αυτοδιάλυσή της και επικεντρώνει την κριτική της σε δύο σημεία:

-την αποτυχία να συνδεθεί ο αντιφασιστικός και αργότερα εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του αγώνα με το στρατηγικό στόχο και το κομβικό ζήτημα της εξουσίας.
-την αρνητική πρακτική πείρα από τα λαϊκά μέτωπα και τις κυβερνήσεις τους σε γαλλία και ισπανία. Στη γαλλία οι κομμουνιστές τέθηκαν εκτός νόμου από τους «σύμμαχους» σοσιαλιστές μετά την κήρυξη του πολέμου, το 39’. Ενώ στην ισπανία, η πλατιά κυβερνητική συμμαχία αποδείχτηκε πλαδαρή και κατέληξε σε αρκετές περιπτώσεις να υποθηκεύσει τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον του φράνκο και τη δυνατότητά του να νικήσει.

Θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς ότι αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι υπήρξαν κρίσιμα λάθη κατά την εφαρμογή της γραμμής των λαϊκών μετώπων, αλλά δεν καθιστούν λανθασμένη αυτή καθαυτή τη γραμμή. Από την άλλη όμως ακόμα και η γραμμή του σοσιαλφασισμού έχει ένα βασικό λογικό πυρήνα, που αν αναλογιστεί κανείς το ρόλο που έπαιξε ιστορικά η σοσιαλδημοκρατία σε διάφορες περιόδους και στις διάφορες εκδοχές της (είτε στην κλασική μορφή της στη γερμανία της βαϊμάρης, είτε στην ελληνική, βενιζελική εκδοχή της, πριν τη δικτατορία του μεταξά), δύσκολα θα μπορούσε να τον απορρίψει.
Επομένως τα πράγματα είναι αρκετά σύνθετα και χρειάζεται επισταμένη ιστορική μελέτη πριν βγουν οποιαδήποτε εύκολα συμπεράσματα.

Το δεύτερο σημείο είναι παρεμφερές: οι θεωρητικές επεξεργασίες του 7ου συνεδρίου της κομιντέρν κι η εισήγηση του ντιμιτρόφ για το φασισμό, που έχει κυκλοφορήσει και σε ξεχωριστή μπροσούρα (στα ελληνικά από τις εκδόσεις πορεία) και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά ντοκουμέντα του κομμουνιστικού κινήματος. Θα μπορούσε όμως αυτή η επίκαιρη ανάλυση να μεταφερθεί αυτούσια στη σημερινή πραγματικότητα, ή έστω να την προσαρμόσουμε στα σύγχρονα δεδομένα;

Ας δούμε πρώτα τα βασικά της σημεία κωδικοποιημένα. (Αντιγράφω από το κείμενο του πγ της κετουκε στην κομεπ που κυκλοφορεί, για το λένιν, τον πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών): το 7ο συνέδριο της κομιντέρν έθεσε ως κεντρικό καθήκον των κκ την πάλη ενάντια στο φασισμό (...), για την ειρήνη και την υπεράσπιση της εσσδ. Εκτίμησε ότι ο γερμανικός φασισμός παίζει το ρόλο της δύναμης κρούσης της διεθνούς αντεπανάστασης και της σταυροφορίας ενάντια στη σοβιετική ένωση. Κάλεσε όλα τα κκ να δυναμώσουν τις προσπάθειες για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης με τη δημιουργία ενός ενιαίου εργατικού μετώπου, με σκοπό την ενότητα δράσης όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων σε ένα πλατύ λαϊκό μέτωπο. Τάχθηκε υπέρ της πολιτικής ενότητας της εργατικής τάξης κι έδωσε την κατεύθυνση να συγκροτηθεί ένα «ενιαίο κόμμα του προλεταριάτου» με τη συνένωση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μεμονωμένων οργανώσεων με τα κκ.

Αξίζει επίσης να σημειώσουμε τον ορισμό του φασισμού, όπως δίνεται στην εισήγηση του ντιμιτρόφ: όπως σωστά τον χαρακτήρισε η 13η ολομέλεια της εκτελεστικής επιτροπής της κομμουνιστικής διεθνούς, ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Σε αυτή τη βάση θα μπορούσαμε να κάνουμε επιγραμματικά τις εξής παρατηρήσεις.
-Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι η πείρα της οργανωτικής συγχώνευσης του κκ με άλλες οργανώσεις –όπως εκφράστηκε πχ με τη διάχυση των οργανώσεων βάσης του κουκουέ στην ύπαιθρο στο αγροτικό κόμμα- ήταν αρνητική. Και ότι η οργανωτική αυτοτέλεια στα πλαίσια μιας μετωπικής συμμαχίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της τελευταίας.

-Η τακτική των λαϊκών μετώπων αναφέρεται σε μια εποχή που η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία έχει ισχυρή εργατική βάση, επηρεάζει μεγάλο αριθμό συνδικάτων και μπορεί να κινητοποιήσει ευρύτερες λαϊκές και εργατικές μάζες. Σήμερα που η πολιτική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας έχει ολοκληρωθεί, τα δεδομένα αυτά έχουν μάλλον ανατραπεί. Η παραλυτική της δράση στο μαζικό κίνημα δείχνουν ότι δεν ενδιαφέρεται σε καμία περίπτωση να κινητοποιήσει τις μάζες και να δράσει με όρους κινήματος, ενώ κι η επιρροή της στον εργατόκοσμο έχει κλονιστεί και δεχτεί σοβαρά πλήγματα.

Εάν λοιπόν κάποιος σήμερα προέκρινε ως τακτική επιλογή ένα πολιτικό αντιφασιστικό μέτωπο ή την αναβίωση του ενιαίου εργατικού μετώπου και την ενότητα δράσης με τη γσεε, απλώς θα έδινε το φιλί της ζωής στην ξεπουλημένη ηγεσίας της, νομιμοποιώντας το θεσμικό της ρόλο και δε θα κατάφερνε καν την «ποσοτική ενοποίηση» της εργατικής τάξης, εφόσον η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν επηρεάζει παρά ελάχιστο κόσμο και κατά βάση κάποιους κοντινούς παρατρεχάμενούς της.
Το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι η επαφή κι η οργάνωση των μαζών που παραμένουν έξω από τις οργανωμένες δομές του συνδικαλιστικού κινήματος κι όχι η απεύθυνση στις οργανωμένες μάζες κάπου άλλου ρεφορμιστικού φορέα, για να τις πάρουμε με το μέρος μας –όπως ίσχυε ενδεχομένως ως ένα βαθμό κατά τη δεκαετία του 30’.

Στην εισήγηση του ντιμιτρόφ ο φασισμός ορίζεται ως δικτατορία των πιο αντιδραστικών τμημάτων του κεφαλαίου. Από αυτόν τον ορισμό κάποιοι συνάγουν το συμπέρασμα πως αυτό που χρειάζεται είναι ένα πανδημοκρατικό μέτωπο, όπου θα έχουν θέση τα λιγότερο αντιδραστικά τμήματα της αστικής τάξης που αντιτίθονται στο κεφάλαιο και η πολιτική συνεργασία με δημοκρατικές αστικές δυνάμεις και τα κόμματα που τις εκφράζουν. Μια άλλη εκδοχή αυτής της λογικής είναι ότι όσο πιο ευρύς είναι ο σκοπός που επιδιώκουμε, τόσο πιο ευρείες και πλατιές πρέπει να είναι οι μετωπικές συμμαχίες που τον υπηρετούν.

Αυτός ο συλλογισμός όμως έχει μια σειρά προβληματικά σημεία.
Ένα μέτωπο μπορεί να γίνει τόσο ευρύ, ώστε να περιλαμβάνει περίπου τους πάντες, πλην μιας ισχνής αντιδραστικής μειοψηφίας. Αυτό το μέτωπο μπορεί να καταγάγει ένα εύκολο και περιφανή θρίαμβο, αλλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα προωθήσει στο ελάχιστο την υπόθεσή μας.
                                                                                                                             
Ένα αντιφασιστικό μέτωπο με κόμματα από το αστικό, πολιτικό φάσμα, θα ήταν μάλλον εξίσου προβληματικό. Αφενός γιατί θα περιόριζε τον ορίζοντα του μετώπου ενάντια στην χρυσή αυγή, που δεν είναι παρά μόνο ο λαγός στην κούρσα του εκφασισμού της αστικής πολιτικής δημοκρατίας. Αφετέρου γιατί μια τέτοια συμμαχία, θα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει το ζήτημα από κοινού με δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος κι όχι τη λύσης του –όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά και στο παρελθόν.
Ο φασισμός δεν είναι «σπορά της τύχης», αλλά συνειδητή επιλογή των αστών και του πολιτικού τους προσωπικού. Και με αυτήν την έννοια δε συνιστά κάποια εκτροπή, αλλά το απαραίτητο συμπλήρωμα της αστικής δημοκρατίας στο πολιτικό εποικοδόμημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Αυτό δε σημαίνει πχ ότι η αντιφασιστική συμμαχία που συνήψαν οι σοβιετικοί κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν λανθασμένη. Οι κομμουνιστές πρέπει να παρακολουθούν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να τις αξιοποιούν στο μέτρο του δυνατού. Αυτός όμως είναι ένας επιμέρους τακτικός ελιγμός κι όχι το επίκεντρο της λύσης. Και πρέπει να γίνεται έχοντας πλήρης επίγνωση, ότι το κύριο βάρος της επίθεσης θα κληθούμε να το σηκώσουμε μόνοι μας –όπως ακριβώς έγινε στο δεύτερο παγκόσμιο.

Η αντιφασιστική δράση των κομμουνιστών δεν πρέπει να περιοριστεί στον «αρνητικό» χαρακτήρα μιας αντίδρασης, αλλά να έχει θετικό, ουσιαστικό περιεχόμενο που να αφαιρεί από το φασισμό το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται. Δίπλα στην πολιτική απομόνωση της χρυσής αυγής από σωματεία, μαζικούς φορείς, κτλ πρέπει να αναπτυχθεί μια πολύπλευρη δράση που να προωθεί τους συλλογικούς δεσμούς και να σπάει τόσο την εξατομίκευση, όσο και τη λογική της ανάθεσης.

Αυτή η δράση πρέπει να ξεκινά από τα άμεσα ‘μικρά’ προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά επιβάλλεται να έχει συνολική στρατηγική στόχευση, φτάνοντας σταδιακά μέχρι και το ζήτημα της εξουσίας. Όχι επειδή η συμφωνία με το σοσιαλισμό είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αντιφασιστικής δράσης. Αφενός όμως επειδή όποιος ζητά άμεση λύση ‘εδώ και τώρα’ (κι όχι στη δευτέρα παρουσία) σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, χωρίς να μιλά και να δρα με όρους «κεντρικής πολιτικής», θα «σπάσει τα μούτρα του» στην ουτοπία του εφικτού.
Κι αφετέρου γιατί ο φασισμός είναι η απάντηση του συστήματος –όχι μόνο όταν ο σοσιαλισμός είναι προ των πυλών, αλλά και- σε οξυμμένες συνθήκες, όπου παραφράζοντας το βλαδίμηρο θα λέγαμε ότι: οι από πάνω δε μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν, αλλά οι από κάτω δεν έχουν οργανώσει ακόμα τη δύναμή τους για να επιβάλουν τη δική τους εναλλακτική. Κι ο φασισμός έρχεται ως «τιμωρία» για τις αδυναμίες τους και το στρατηγικό τους έλλειμμα.

Παραμένουν ακόμα ανοιχτά προς εξέταση μια σειρά ζητήματα (όπως η οργάνωση της αλληλεγγύης, ή των πολιτοφυλακών που θα αποκρούσουν με οργανωτικούς όρους τους θρασύδειλους τραμπούκους της χρυσής αυγής). Αλλά αυτά θα τα δούμε σε δεύτερο στάδιο, καθώς η ανάρτηση έχει ήδη ξεφύγει σε έκταση.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Τα αντιφασιστικά μέτωπα

Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει στην προηγούμενη ανάρτηση, με το κομμάτι των ερωτοαπαντήσεων, που είχε μόνο ένα γύρο, αλλά μεστό και χορταστικό. Στο τέλος θα προσπαθήσουμε να πιάσουμε το νήμα τους για να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, ή να θέσουμε τουλάχιστον τα κατάλληλα ερωτήματα και κάποιους προβληματισμούς.

Ποια ζητήματα τέθηκαν στη διαδικασία των ερωτήσεων; Για την περίπτωση του καραγιώργη –να μας πει ο σκολαρίκος κάτι παραπάνω από το δοκίμιο- για τα αντιφασιστικά μέτωπα και τη θεωρητική συμβολή του ντιμιτρόφ, και για τη στρατηγική επεξεργασία της κομιντέρν για τις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης.
Ο σκολαρίκος είπε ενδιάμεσα ότι σε μια εκδήλωση παρουσίασης του δοκιμίου, είναι αδύνατο να πει περισσότερα από όσα λέει ο ίδιος ο τόμος, αλλά τελικά έδωσε αρκετό υλικό και τροφή για σκέψη με όσα είπε.

Για τον καραγιώργη επανέλαβε την εκτίμηση του δοκιμίου για την απαράδεκτη μεταχείριση που είχε στις φυλακές της ρουμανίας –η οποία οδήγησε και στο θάνατό του- κι έχοντας αυτό ως δεδομένο, προχώρησε στην πολιτική κριτική της στάσης του στην 3η συνδιάσκεψη του 50’, όπου υποστηρίχτηκε από την μειοψηφούσα άποψη πως η επιλογή του δεύτερου αντάρτικου ήταν λανθασμένη κι έπρεπε να αποφευχθεί.

Το δεύτερο αντάρτικο όμως δεν ήταν λάθος, αλλά κατάκτηση. Η ελλάδα απέκτησε πλούσια ιστορική πείρα και ήταν μία από τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες που έζησε στο έδαφός της έναν «εμφύλιο».  Τα θύματα δυστυχώς δε θα ήταν λιγότερα αν είχε αποφευχθεί ο πόλεμος, όπως λέγεται συνήθως. Ενώ οι λιγοστές παραχωρήσεις της αστικής τάξης έγιναν –μεταξύ άλλων- ακριβώς εξαιτίας του φόβου από την ανάμνηση ενός δυνατού, λαϊκού κινήματος.

Το δεύτερο ερώτημα –λέει ο σκολαρίκος- αφορά επεξεργασίες του διεθνούς, κομμουνιστικού κινήματος των χρόνων 34-36, που σύμφωνα με το 16ο συνέδριο –αν σημείωσα καλά- μένουν ανοιχτές προς συζήτηση και περαιτέρω έρευνα.

Για να απαντήσουμε σχετικά με την αντιφασιστική συμμαχία, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ερώτημα τι είναι ο φασισμός. Εάν πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάποιο τρίτο, κοινωνικό σύστημα, πέρα από τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε ως πρόοδο ή ως κατάκτηση την αστική δημοκρατία.

Αλλά ο φασισμός είναι οργανικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού, της δικτατορίας της αστικής τάξης και της προετοιμασίας της για τον πόλεμο. Οι αστοί κλείνουν τα εσωτερικά μέτωπα κι επιδίδονται σε ένα άγριο κυνηγητό του εργατικού κινήματος. Μπορεί αυτό το κυνήγι να ήταν πιο άγριο στις χώρες με φασιστικά καθεστώτα, αλλά οι κομμουνιστές τέθηκαν εκτός νόμου το 39’ και στη γαλλία του λαϊκού μετώπου που αρνήθηκε να στηρίξει τη δημοκρατική ισπανία. Αστικό κοινοβουλευτισμό είχαμε και στην ελλάδα κατά την περίοδο του εμφυλίου.

Τα αντιφασιστικά μέτωπα λοιπόν, σύμφωνα και με την αντίληψη του ντιμιτρόφ, είχαν ως πρώτη και κύρια αποστολή τη σωτηρία της εσσδ, και σε δεύτερο πλάνο την πάλη ενάντια στα δεινά του πολέμου και της φασιστικής κατοχής.
Μπορούσε να οδηγήσει αυτό το μέτωπο σε συγκεκριμένο τύπο εξουσίας; Η πράξη έδειξε πως όχι. Γιατί ήταν ένα μέτωπο διαταξικό, με δυνάμεις και χώρες, όπως ο εδες κι η αγγλία. Ενώ η ζωή μας έβαζε επιτακτικά το δίλημμα: αστική ή εργατική εξουσία. Δηλ να κάνουμε ένα βήμα μπρος ή να υποχωρήσουμε. Κι ενώ το αστικό στρατόπεδο διαπλεκόταν ανοιχτά με το φασισμό, όπως το 54’ στη δυτική γερμανία όπου το κκ τέθηκε εκτός νόμου, ενώ ο κρατικός μηχανισμός ήταν γεμάτος με στελέχη των ναζί. Κι όπως στα δεκεμβριανά, με τα τάγματα ασφαλείας που πολέμησαν στο πλευρό των άγγλων –κανονικά οι αστοί πολιτικοί έπρεπε να καταθέτουν κι αυτοί στεφάνι στου μακρυγιάννη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο τους.

Στο ερώτημα για την κομιντέρν, ο σκολαρίκος υπενθύμισε την απόφαση του 18ου συνεδρίου να μελετηθούν περαιτέρω τα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και διάλυσή της στα 1943, η οποία έδειχνε το μέγεθος της διαπάλης στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που δεν ήταν τόσο μονολιθικό όσο το παρουσιάζουν οι αντίπαλοί του.
Μας ανέφερε σχετικά και μια ατάκα του τολιάτι από το 1960. Όταν του ασκήθηκε κριτική για την αποτυχία του «δημοκρατικού» δρόμου απάντησε: δηλαδή τι θέλατε; Να είμαστε σαν την ελλάδα, που οι μισοί κομμουνιστές είναι στις φυλακές. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Σήμερα δεν υπάρχει κκ στην ιταλία- ενώ τότε είχε 20% και έφτασε μέχρι το 30%- ενώ εμείς εδώ συζητάμε τι είπε τότε ο τολιάτι.

Οι επεξεργασίες του 6ου συνεδρίου της κομιντερν το 1928 αφορούσαν τρία επίπεδα. Τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ή χώρες-ατμομηχανή του ιμπεριαλισμού, όπως τις ονόμαζαν χαρακτηριστικά, φέρνοντας ως παράδειγμα τη γαλλία και τις ηπα. Τις ενδιάμεσες και εξαρτημένες, στις οποίες ανήκε και η ελλάδα και τις αποικίες ή προτεκτοράτα, οπού δεν υπήρχε καν ντόπια αστική τάξη.
Για τη δεύτερη κατηγορία προβλέπονταν δύο πιθανές εκδοχές για το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης. Είτε αστικοδημοκρατική επανάσταση με ταχεία μετεξέλιξη σε σοσιαλιστική, είτε σοσιαλιστική επανάσταση που θα είχε να επιλύσει και αστικοδημοκρατικά ζητήματα, όπως το θεσμό της βασιλείας, το θέμα της γης κλπ.

Αυτή ήταν κι η ουσία της διαπάλης στο κουκουε την περίοδο 29-31, μεταξύ της μειοψηφίας που συμπεριλάμβανε και τον γγ του κόμματος και της πλειοψηφούσας ομάδας σιάντου-θέου (δική μου σσ:  αν έχουν έτσι όμως τα πράγματα, γιατί χαρακτηρίστηκε από την κομιντερν αυτή η διαπάλη ως φραξιονισμός χωρίς αρχές; Εκτός κι αν ο χαρακτηρισμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε και όχι την πολιτική ουσία της διαπάλης) .

Το κουκουε κατέφυγε στην κομιντέρν ως το ελληνικό τμήμα της διεθνούς (με τον ίδιο τρόπο που θα κατέφευγαν σήμερα στη κετουκε δύο τοπικές κομματικές οργανώσεις) κι αυτή προέκρινε ως λύση τη συνολική αντικατάσταση του καθοδηγητικού οργάνου και την ανάδειξη του ζαχαριάδη στη θέση του γγ.
Ο ζαχαριάδης ήθελε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα προτού αναλάβει γραμματέας. Αλλά η κομιντερν επέμενε ότι έπρεπε να συζητηθεί πρώτα σε όλο το κόμμα και έτσι φτάσαμε στην 6η ολομέλεια του 34. Όταν αργότερα, μετά την καθαίρεση του, του επισήμανε ο κουούσινεν ότι ήταν αντιφατικό να μιλάει για αστικοδημοκρατική επανάσταση αλλά να προχωράει παρόλαυτα στον εμφύλιο, ο ζαχαριάδης απάντησε: εγώ από τότε σοσιαλιστική έλεγα, εσείς επιμένατε για αστικοδημοκρατική.

Ας δούμε το θέμα στην εξέλιξη του, τι σημαίνει σήμερα αστικοδημοκρατική μεταρρύθμιση. Στην ελλάδα πχ εκκρεμεί ακόμα ο διαχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ακόμα ώριμος ο σοσιαλισμός και χρειάζεται ένα ενδιάμεσο αστικοδημοκρατικό στάδιο;
Στην αγγλία υπάρχει ακόμα βασιλιάς, ο οποίος παίζει ένα ρόλο παρόμοιο με αυτόν του παπούλια, καθώς η αστική εξουσία υπάρχει εδώ και 400 χρόνια περίπου. Στη ρωσία οι μπολσεβίκοι πραγματοποίησαν αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις έχοντας όμως ως σημαία τους τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ενδιάμεση εξουσία δεν υπάρχει και ιστορικά δεν προέκυψε ποτέ.

Παρόλαυτα, μια σειρά κκ διακατέχονταν μεταπολεμικά από παρόμοιες λογικές.
Το 1951 το κκ βρετανίας έβγαλε τη θεωρητική επεξεργασία του «βρετανικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» και έβαζε στόχο την απεξάρτηση από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ως πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση.
Το 1968 ο γγ του γαλλικού κκ έγραψε μια μπροσούρα για το «ενιαίο δημοκρατικό μέτωπο» όπου έκανε λόγο για μια ελεύθερη, ευημερή γαλλία, απεξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό.
Παρόμοιες επεξεργασίες είχε το κκ ιαπωνίας για την απεξάρτηση της χώρας απ’ τις βάσεις της χώρας, το κκ ισπανίας – που είχε ακόμα ως κτήση της το μαρόκο- και μια σειρά κκ σε άλλες χώρες.

Τι έγινε όμως στις λδ της ανατολικής ευρώπης με το ενδιάμεσο στάδιο;
Εκεί έπαιξε καθοριστικό ρόλο η παρουσία του κόκκινου στρατού. Ας φανταστούμε πχ να έμπαινε ο κόκκινος στρατός στην ελλάδα και να κυνηγούσε τους δωσίλογους και τους αστούς. Θα αρκούσαν πιθανότατα και μόνο οι εκλογές για τη νίκη της «λαοκρατίας».
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έπαιξε ρόλο ο εγχώριος υποκειμενικός  παράγοντας. Στην αυστρία πχ ο κόκκινος στρατός έμεινε μέχρι το 56, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ενώ στην αλβανία – ανεξαρτήτως της συνέχειας που είχε το δικό της εγχείρημα οικοδόμησης- τα κατάφεραν χωρίς τον κόκκινο στρατό. Έδωσαν τελεσίγραφο στους άγγλους και τους έδιωξαν από το λιμάνι της χειμάρας μέσα σε 4 ημέρες. Εμείς αντίθετα είχαμε στείλει μέχρι και τάγμα να τους υποδεχτεί.

Σ΄αυτές τις χώρες όμως δεν είχαμε προσπάθεια εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών στοιχείων
– κολλεκτιβοποίηση, κοινωνικοποίηση κλπ- επομένως η σοσιαλιστική εξουσία ήταν πιο αδύναμη και οι αντεπαναστατικές ενέργειες ευκολότερες. Οι ιμπεριαλιστές δεν επέλεξαν την κατά μέτωπο επίθεση, αλλά την διείσδυση και την έμμεση αποδόμηση του σοσιαλισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι το 68 στην περιβόητη άνοιξη της πράγας, επικεφαλής βρέθηκαν δυνάμεις του ίδιου του κκ τσεχοσλοβακίας. Η ταξική πάλη απεχθάνεται τα κενά και ο ταξικός αντίπαλος φροντίζει να καλύπτει τα δικά μας.

Το τελευταίο σημείο που έχω κρατήσει στις σημειώσεις μου είναι για το 7ο συνέδριο των μπολσεβίκων που άλλαξαν στο πρόγραμμα τους τη θέση τους για το χαρακτήρα της επανάστασης, από αστικοδημοκρατικό σε σοσιαλιστικό, ακριβώς λίγο πριν την εκδήλωση της. Ενώ εμείς δεν είμαστε στη θέση που βρισκόταν η ρωσία το 17 με τα ισχυρά φεουδαλικά υπολείμματα.

Η αποτίμηση και τα συμπεράσματα μετατίθενται για ένα τρίτο μέρος, σε βάθος χρόνου.