Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ω έλατο

Στην Αθήνα μες στο κέντρο
φύτρωσε καινούριο δέντρο

Το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων όταν ακούνε τη λέξη ρίζα, πηγαίνει στο τμήμα των φυτών που είναι κάτω απ’ το χώμα. Όσοι δε, έχουν καλύτερη σχέση με τη γη και την καλλιέργειά της γνωρίζουν καλά πως η ρίζα διακλαδίζεται στο έδαφος με τρόπο ανάλογο της κόμης. Ό,τι δηλαδή είναι πάνω από το χώμα, είναι κι από κάτω. Τα πράγματα όμως αλλάζουν αν η ρίζα συναντήσει εμπόδια κατά την ανάπτυξη του φυτού. Τότε θ’ αλλάξει η πορεία της και το σχήμα της θα παραμορφωθεί. Στη στενοποριά, αν δε λιγοψυχήσει κι έχει δύναμη περισσή, και τα εμπόδια θα ξεπεράσει και τους τροχάλους θα μετατοπίσει.

Αν το κάμει τώρα ο θεός, να πάει ένας αγρότης στον οδοντίατρο και του μιλήσει για τη ρίζα, διαφορετικό τελείως πράγμα θα καταλάβει. Η «φάρα» όσων ασχολούνται με τα γιατρικά, όταν μιλάει για ρίζα, ονοματίζει το τμήμα του δοντιού που βρίσκεται μέσα στο οστό της γνάθου. Έτσι, όταν κάποιος που έχει πονόδοντο, πάει στο δόκτορα για να του αφαιρέσει το δόντι, παρακαλεί να είναι η ρίζα του μικρή, γιατί αλλιώς θα χτυπηθεί κάτω απ’ τον πόνο.

Οι μόνοι που ψάχνουν συνεχώς για τις ρίζες είναι οι φιλόλογοι. Όποια λέξη κι αν ακούσουν, ψάχνουν για τη ρίζα της. Όταν δε βρίσκουν άκρη, ανατρέχουν στα λεξικά και στα βιβλία τους, για να ξεστραβωθούνε, μην τύχει να τους πιάσει αδιάβαστους κανένας από τους μαθητές και ρεζιλευτούν μέσα στην τάξη. Ετούτη η ρίζα δεν αλλάζει όταν κλίνονται οι λέξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει στη χημεία, όπου η χημική ρίζα μένει αμετάβλητη με όσα στοιχεία και να σμίξει. Όποια δηλαδή κι αν είναι η χημική αντίδραση, όλα μπορεί να αλλάξουν, μα η ρίζα παραμένει σταθερή, «μπετόν αρμέ».

Το απόσπασμα προέρχεται απ’ το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Βαγγελιώς Καρακατσάνη «στη ρίζα του αετού», για το οποίο μπορείτε να διαβάστε εδώ πρίζεςερισσότερες πληροφορίες. Και στο οποίο θυμόμαστε μεταξύ άλλων πως ο πιο εύκολος τρόπος για να κόψουμε ένα δέντρο χωρίς να κουραστούμε και να ιδρώσουμε, είναι να το υψώσουμε στο τετράγωνο, σα μαθηματικό αριθμό, για να αφαιρέσουμε τη ρίζα του.

Τι εστί ρίζα λοιπόν; Η ρίζα είναι η βάση στην οποία στηρίζονται όλα όσα παρατηρούμε και δε θα μπορούσαν να σταθούν χωρίς αυτήν. Ο κορμός του δέντρου δεν είναι παρά το εποικοδόμημα, τα φαινόμενα που είναι ορατά απ’ όλους, αλλά η ρίζα είναι η αιτία που τα γεννάει και τα δημιουργεί. Αν θέλουμε να λύσουμε ριζικά ένα πρόβλημα, πρέπει να κάνουμε αυτό ακριβώς που εννοεί η λέξη, να δράσουμε ριζοσπαστικά και να χτυπήσουμε το κακό στη ρίζα του. Αλλιώς θα έχουμε προσωρινά και αβέβαια αποτελέσματα, που καταλήγουν πολλές φορές και στο αντίθετό τους, όπως πχ με το κλάδεμα, ή το κούρεμα του χρέους, που επιτρέπουν στην άρχουσα τάξη να απολαύσει  ένα ιδανικό περιβάλλον κοινωνικής συνοχής και ειρήνης, για να ανθήσει η κερδοφορία της. Χώρια άλλα βρώμικα μέσα, σαν την προπαγάνδα των ΜΜΕ, που της είναι απαραίτητα σαν το λίπασμα. Και τα οποία κρύβουν ποιος κάνει πραγματικά τη φωτοσύνθεση, και αν αυτή θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί, χωρίς την εργατική δύναμη.


Ο κομμουνισμός είναι ένα τελείως διαφορετικό δέντρο, αειθαλές και παντός καιρού, σχεδόν αιωνόβιο στη χώρα μας, όπου κλείνει οσονούπω τα εκατό χρόνια, που έχει πιάσει γερές ρίζες. Όχι μόνο εξαιτίας της ταξικής πάλης, που παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, κι όσο συμβαίνει αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει και να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Αλλά εξαιτίας και των δεσμών που έχει οικοδομήσει με το λαό και τους αγώνες του, χάρη στην ανεξάντλητη πηγή της αντίστασης και του ΔΣΕ, που ποτίζει ακόμα και σήμερα το δέντρο μας, με τα αποθέματά της.

Το δέντρο αυτό έχει πολύ γερές ρίζες, γιατί έχει πλούσια ιστορία και είναι συνυφασμένο με όλους τους σημαντικούς αγωνιστικούς σταθμούς στον τόπο μας. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως όποια πέτρα και να σηκώσει, θα βρει το Κουκουέ από κάτω –άλλο εάν αυτό δεν γίνεται πολύ εύκολα ορατό και αντιληπτό σήμερα, ακόμα και στους ιστορικούς περιπάτους της οργάνωσης, καθώς η εικόνα της πρωτεύουσα πχ έχει αλλάξει δραματικά και την καθιστά σχεδόν αγνώριστη.

Κι αυτές οι ρίζες (και ο Ρίζος) είναι που έχουν βάλει κάποιοι στο μάτι, γιατί πιστεύουν ότι χωρίς αυτές, θα είναι πολύ εύκολο να γκρεμίσουν και να ρίξουν το δέντρο μας. Κι ύστερα ως γνωστόν, δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται. Ή μπορεί να φορτωθούνε και να κολλήσουν πάνω του, στο όνομα της ενότητας και της κοινής δράσης. Και να βαφτίσουν δέντρο στη θέση του, άλλα παρακλάδια (περικοκλάδες και καταβολάδες) του κομμουνιστικού κινήματος, με το πολιτικό ανάστημα πόας.

Αλλά έχουν γνώση οι (δασο)φύλακες. Κι όσο κι αν ακονίζουν κάποιοι τα τσεκούρια τους, ελπίζοντας πως θα βρούνε μπροστά τους λωτοφάγους, μπορούμε να τους απαντήσουμε με τους στίχους του ποιητή.
Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή,
Μηδέ όσο στην κακοκαιριά, λυγάει το κυπαρίσσι.


Κι αν μετά την αντεπανάσταση, το κόμμα έμεινε περίπου μόνο του, σαν καλαμιά στο κάμπο, από τα λίγα δέντρα που γλίτωσε την πυρκαγιά και την καταστροφή, δίνουμε την υπόσχεση της αναδάσωσης: όπου ήταν δάσος, θα ξαναγίνει δάσος, όπως είχε πει και μια ψυχή, που κουνούσε την αχλαδιά του συστήματος…

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Συμπεράσματα μιας συζήτησης

Η κε του μπλοκ καταγράφει κάπως σκόρπια κι ανερμάτιστα το καταστάλαγμα μιας πρόσφατης συζήτησης που είχε και κάποιες συνακόλουθες σκέψεις, για να μη μείνουν καταχωνιασμένες στο Πατάρι του μυαλού της και χαθούν στην υγρασία της λήθης. Η βασική οδηγία χρήσης του κειμένου είναι να μην πάρετε τα πάντα τοις μετρητοίς, [ιδίως ό,τι είναι εντός αγκύλης} για να μη χαθείτε στην πορεία του ξετυλίγματος του νήματος (που βασικά μάλλον μπλέκεται σαν κουβάρι, παρά ξετυλίγεται).

Πρώτη θεματική ενότητα: περιβάλλον.
Αν η κλιματική αλλαγή δεν υπήρχε, ο Αλ Γκορ θα έπρεπε να την εφεύρει, για να συνεχίσει τις χρυσοφόρες "οικολογικές" μπίζνες του. Κι αν τελικά όντως δεν υφίσταται; Ή μάλλον, αν πραγματοποιείται σε φυσιολογικά πλαίσια και δεν οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα ή δεν επηρεάζεται δραμτικά απ' αυτόν; Τι θέση έχουμε σε αυτό το ζήτημα και ποια από τις δύο οπτικές προσεγγίζει περισσότερο;

Κάτι ακόμα παρεμφερές, ως προς το ζήτημα των εξορύξεων. Θεωρούμε πως η κοινωνία του μέλλοντος, αξιοποιώντας κατάλληλα την τεχνολογία, θα εξασφαλίσει μια τόσο φιλική για το περιβάλλον παραγωγική διαδικασία, που ο τόπος της εκάστοτε εξόρυξης θα μένει "παρθένος κι απείραχτος" {πουλάκια θα κελαηδούν, ενώ αγγελάκια θα τον ραίνουν με ροδοπέταλα, καθώς ενώνονται ο Τίγρης με τον Ευφράτη}; Ή ότι η σχεδιοποιημένη οικονομία θα επιλέξει να εκκενώσει ολόκληρες ζώνες και περιοχές -πχ της Πτολεμαΐδας- για να τις αξιοποιήσει αντίστοιχα; Και πώς θα χειριστεί το θέμα των τοπικών κοινωνιών και της μετακίνησης των πληθυσμών τους;

Και το λιώσιμο των πάγων που θα καλύψει ολόκληρες παραθαλλάσιες περιοχές, με πρώτη τη Βενετία και μερικά ελληνικά νησιά; Είναι ένας αστικός μύθος ή μια μάλλον φυσιολογική διαδικασία, με φάσεις κι εναλλαγές, χειμώνα-καλοκαίρι; {Παρεμπιπτόντως, ο πιο ασφαλής κι επιστημονικός τρόπος να το διαπιστώσουμε είναι να βάλουμε ένα σημάδι με μαρκαδόρο στους πάγους και να πάμε του χρόνου, τέτοια εποχή, για να δούμε αν έχει ανέβει η στάθμη ή όχι}.

Κι οι πλημμύρες, που πλήττουν με μαθηματική ακρίβεια το λεκανοπέδιο, κάθε φορά, τέτοια εποχή; Τι μέλλει γενέσθαι με τα μπαζωμένα ρεύματα κι όλα τα αυθαίρετα που πρέπει να γκρεμίσουμε (αφήνοντας ίσως κάνα δυο, ως μνημείο της καπιταλιστικής αναρχίας και των κατορθωμάτων της);
Να γιατί μερικοί σφοι βλέπουν, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, το ενδεχόμενο ενός πολέμου, που συνδέεται συχνά με την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης (αν και είναι λάθος να τα κάνουμε μηχανιστικά, εξαρτώντας το ένα από το άλλο), ως "λύση" και για αυτή την πτυχή, με το παράπλευρο γκρέμισμα κάποιων λίγων τσιμεντένιων εκτρωμάτων.

Και μήπως ξέρεις, παρεμππτόντως, γιατί η Μιχαλακοπούλου πηγαίνει σαν φιδάκι -ή σαν τα μαλλιά της τρελής, όπως έλεγαν παλιά οι σύντροφοι; Γιατί ακολουθεί τη ροή του Ιλισού, που έχει ακόμα νερό {κι ας μην κατεβάζει τις ποσότητες που θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν ένα σφο της ΛΔ του βορράσ, με σημείο αναφορά τον Αξιό και τον Αλιάκμονα}. Κάτω από την άσφαλτο υπάρχει ίσως παραλία, πολλά αρχαία κι ένα ποτάμι, που τσιμεντώθηκε -για το καλό μας.


Δεύτερη θεματική ενότητα: τσαλαβουτώντας σε αντιδιαλεκτικούς παραλληλισμούς.
Τον καιρό που μ' αγαπούσες... κι ο Κάουτσκι ήταν ακόμα μαρξιστής (αν και είχε πιο πολλή πλάκα μετά, που τον στόλιζε κανονικά ο Βλαδίμηρος), είχε γράψει την καταγωγή του χριστιανισμού, ένα πολύ χρήσιμο βιλίο, με αξιόλογα συμπεράσματα, που πιάνουν σχεδόν τα πάντα, κι αν ήμασταν σαν το Λιακόπουλο, θα το επανεκδίδαμε, θα το διαφημίζαμε, κάμερα σε μένα, και θα το μοσχοπουλούσαμε. Αντ' αυτού πάντως υπάρχει μόνο σε μια παλιά έκδοση του Αναγνωστίδη, που ήταν σε ένα ημιυπόγειο στην Ακαδημίας -αλλά τώρα νομίζω τα έχει πάρει η Σύγχρονη Εποχή.

Ένα από αυτά τα χρήσιμα συμπεράσματα λοιπόν είναι πως την περίοδο παρακμής της δουλοκτησίας, η ανθρωπότητα ήταν θεωρητικά έτοιμη να περάσει στο στάδιο της κεφαλαιοκρατίας, δηλ της μισθωτής δουλείας, αλλά δεν είχε τις απαραίτητες υλικές προϋποθέσεις για να το καταφέρει και να πετύχει την πρωταρχική συσσώρευση, όπως έγινε αργότερα με την εκμετάλλευση των αποικιών και την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου.

Ένας βασικός παραλληλισμός που μπορεί να γίνει με τη σημερινή εποχή είναι πως η πορεία της ανθρωπότητας κι η εσωτερική λογική των πραγμάτων οδηγεί προς τη σοσιαλιστική/κομμουνιστική κοινωνία, αλλά δεν είχαμε τις υποκειμενικές αυτή τη φορά προϋποθέσεις για το πέρασμα στη νέα ποιοτική βαθμίδα.

Η ύστερη αρχαιότητα βγήκε από το αδιέξοδό της, οδηγούμενη στη φεουδαρχία και το θεσμό της δουλοπαροικίας, που από μια άποψη ήταν πρόοδος ή τέλος πάντων εξέλιξη. Η εικόνα του μαύρου Μεσαίωνα, όπου επικρατούσε ο σκοταδισμός και η πνευματική καθυστέρηση είναι κάπως απλοϊκή και έχει πιθανότατα τις ρίζες της στο διάστημα που η αστική τάξη ήταν ανερχόμενη κι επικρατούσε, έχοντας στο στόχαστρό της τη φεουδαρχία -άλλο αν στην πορεία συμβιβάστηκε μαζί της σε μια σειρά περιπτώσεις- κι εξυπηρετεί εν μέρει και την προβολή του καπιταλισμού ως της λαμπρής τελικής κοινωνικής βαθμίδας της ανθρωπότητας.

Τελευταία κωδικοποιημένη παρατήρηση: οι περιοχές που ήταν λιγότερο αναπτυγμένες, άρα και λιογότερο προσκολλημένες στον παλιό τρόπο παραγωγής, ή είχαν υποστεί κάποια καταστροφή, ήταν ευεπίφορες σε αλλαγές και πιο πρόσφορες για την επικράτηση του καινούριου, έτοιμες να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο. Κάτι που κατά μία έννοια βρήκε εφαρμογή και στην περίπτωση της Οκτωβριανής επανάστασης κι άλλων επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την επαναστατική προοπτική στην εποχή μας;