Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαϊκή εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαϊκή εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Τσαβισμός και νεοναζισμός

Οι δυο σημαντικότερες διεθνείς ειδήσεις των ημερών ήταν οι εκλογές σε Γαλλία και Βενεζουέλα και τα αποτελέσματα, που χαρακτηρίζονται σημαδιακά, για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση.

Στη Γαλλία, ο αστικός πολιτικός κόσμος και τα παπαγαλάκια του έμειναν υποκριτικά με το στόμα ανοιχτό μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις και τη μεγάλη άνοδο της ακροδεξιάς της Λεπέν –σαν το δολοφόνο που οδύρεται μπροστά στο πτώμα του θύματός του, ενώ από το μαχαίρι του ακόμα στάζει το αίμα.
Λες και είναι κάτι πρωτόγνωρο ή άνθηση του φασιστικού φαινομένου στην καπιταλιστική μήτρα και τροφό του, την αστική δημοκρατία. Λες και υπάρχει κάτι παράδοξο σε αυτό το αποτέλεσμα, εν μέσω της ισλαμοφοβίας και του γενικευμένου παροξυσμού που είχε επικρατήσει μετά από το χτύπημα στο Παρίσι. Ποιος να το πίστευε άραγε πως όταν ποτίζεις ένα δέντρο, αυτό θεριεύει, πετάει κλαδιά κι απλώνει τις ρίζες του;

Μοιάζει κάπως με τη στρατηγική της ακροδεξιάς (στην πρακτική και την ιδεολογία της) κυβέρνησης Σαμαρά, που θεωρητικά αφαιρούσε το ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής, αφομοιώνοντας τη βάση της σε ακίνδυνα μονοπάτια, εντός «συνταγματικού τόξου». Ενώ στην πραγματικότητα, τη νομιμοποιούσε και την εξάπλωνε, τραβώντας όλο το πολιτικό σκηνικό στην κατεύθυνση προς την οποία έτρεχε ο Λαγός.

Στη Γαλλία βάρυνε ιδιαίτερα η απουσία μιας πολιτικής πρωτοπορίας που να αρθρώνει ταξικό, συγκροτημένο λόγο, να πιάνει το σφυγμό των μεταναστών στα γκέτο των προαστίων, να σπάει το ρατσισμό και τα εθνικιστικά-θρησκευτικά τείχη, να δίνει ταξικό πρόσημο στον… «ευρωσκεπτικισμό» των λαϊκών μαζών, που νιώθουν στο πετσί τους τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση, και να μην τις χαρίζει στους φασίστες. Κι η απουσία αυτή δεν αφορά μόνο χρεοκοπημένα ΚΚ όπως το γαλλικό, ούτε κρίνεται μόνο από την περιορισμένη εκλογική του απήχηση, αλλά συμπεριλαμβάνει περιπτώσεις άκρως πετυχημένων εκλογικά μεταλλαγμένων κομμάτων –καλή ώρα όπως ο Σύριζα- που με την πολιτική τους στρώνουν το έδαφος στην αντίδραση.

Κάτι που μας δίνει κατάλληλη πάσα για την περίπτωση της Βενεζουέλας και το εγχείρημα της μπολιβαριανής δημοκρατίας.
Η τσαβική κυβέρνηση θα μπορούσε κατά μία έννοια να ενσαρκώνει το ιστορικό σχήμα των Λαϊκών Μετώπων και των αντίστοιχων κυβερνήσεων. Κι από αυτήν την άποψη, υπάρχουν δύο βασικά και αντιφατικά μεταξύ τους χαρακτηριστικά, ή –για να το πούμε όπως στις τηλεοπτικές σειρές- υπάρχει ένα καλό κι ένα κακό νέο («από ποιο να ξεκινήσω;»). Το καλό νέο είναι πως συγκροτούν μία ευρύτερη πολιτική συμμαχία που μπορεί να αποκρούσει την αιχμή κρούσης του ταξικού αντιπάλου και δημιουργούν, υπό προϋποθέσεις, ένα δυνάμει πιο θετικό έδαφος για τη δράση των κομμουνιστών. Το κακό νέο είναι πως δεν προωθούν την οικοδόμηση μιας διαφορετικής κοινωνίας κι ενώ αρχικά έχουν ευρύτατη λαϊκή υποστήριξη (οπότε δεν είναι απλώς ένα εγχείρημα κορυφών, από τα πάνω), εξαντλούν αργά ή γρήγορα την όποια δυναμική τους.
Έτσι, ενώ πολλά ΜΜΕ κάνουν λόγο για τέλος εποχής και αλλαγή σελίδας στη Βενεζουέλα, μετά το προχτεσινό αποτέλεσμα, είναι ζήτημα αν είχε εγκαινιαστεί μια νέα, διαφορετική εποχή, κι αν, εκτός από σελίδα, αλλάζουμε και κεφάλαιο-βιβλίο.

Κατά μία παρεμφερή εκδοχή, ο τσαβισμός ενσάρκωνε την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ, που έβαζε προγραμματικά το ΚΚΕ. Αν δε θέλουμε όμως να απομονώνουμε επιλεκτικά αποσπάσματα, κάνοντας λάστιχο το παλιό πρόγραμμα, πρέπει να θυμηθούμε το σημείο που έλεγε πως σε μια τέτοια περίπτωση, η πλάστιγγα γέρνει σύντομα προς τη μία ή την άλλη πλευρά, θετικά ή αρνητικά. Κάτι που επιβεβαιώθηκε κι από τα γεγονότα. Εφόσον δεν υπήρχαν αποφασιστικά βήματα προς τη σοσιαλιστική προοπτική, αντικειμενικά κι (εκ)λογικά θα ερχόταν το πισωγύρισμα.

Την κε του μπλοκ την έχει απασχολήσει πολλές φορές το ιντριγκαδόρικο, αντιδιαλεκτικό ερώτημα, τι θα γινόταν αν ο Τσάβες επικρατούσε σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικό διεθνή συσχετισμό, πχ στα χρόνια που υπήρχε ακόμα η ΕΣΣΔ, και αν ακολουθούσε φιλοσοβιετικό προσανατολισμό και συνεπώς τη ριζοσπαστική, επαναστατική μετεξέλιξη της Κούβας.
Ή αντιστρόφως αν ο κοινωνικός μετασχηματισμός στην Κούβα θα έφτανε στο ίδιο βάθος, εφόσον τοποθετούσαμε χρονικά την κουβανική επανάσταση στη σημερινή συγκυρία. Όπως επίσης είναι ζήτημα πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει μια χώρα χωρίς τα ενεργειακά αποθέματα της Βενεζουέλας (δηλ το πετρέλαιο), κι αν αυτό το ζήτημα είναι πρωτίστως (και σε τελική ανάλυση) πολιτικό ή οι αντικειμενικοί περιορισμοί παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Σε κάθε περίπτωση, η πείρα της Βενεζουέλας, (όπου ακόμα κι αυτές οι ανολοκλήρωτες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν, σήμαναν συναγερμό και την καθολική κινητοποίηση της αντίδρασης, με μια σειρά απόπειρες πραξικοπημάτων –προτού πετύχει η «δημοκρατική λύση»), οι αφόρητες πιέσεις που ασκήθηκαν ενάντια στο τσαβικό εγχείρημα, η μείωση της τιμής του πετρελαίου κι ο έμμεσος οικονομικός αποκλεισμός για να προκληθεί τεχνητά έλλειψη προϊόντων και να πέσει δραματικά το βιοτικό επίπεδο στη Βενεζουέλα, αποδεικνύουν την αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης βασικών κλάδων της παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού, για να αντιμετωπιστεί με καλύτερα όπλα-εργαλεία αυτή η κατάσταση. Αλλά και την «αξία χρήσης» της δικτατορίας του προλεταριάτου ενάντια στην τάξη των εκμεταλλευτών, που δεν πρόκειται να ιδρώσει το αυτί της, όσο κρατάει τα κλειδιά της οικονομίας και μένει ελεύθερη, με πολιτικά δικαιώματα, να σχεδιάζει έμμεσα και άμεσα πραξικοπήματα για τη στερέωση της εξουσίας της.


Όλα τα παραπάνω δίνουν παράλληλα και το μέτρο των δυσκολιών, των πιέσεων και των αντιξοοτήτων που θα αντιμετωπίσει η επαναστατική εξουσία, σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη κι αν επικρατήσει. Αν η διεθνής αντίδραση αρνείται ή αδυνατεί να ανεχτεί ακόμα και ήπιες μεταρρυθμίσεις, σαν αυτές που επιχείρησε η Βενεζουέλα, δεν είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσο σφοδρή είναι η επίθεση που θα εξαπολύσει απέναντι στο κίνημα που θα σπάσει την ιμπεριαλιστική αλυσίδα στον αδύναμο κρίκο της. Όμως αυτή ακριβώς η επίθεση κι η σφοδρότητά της καθιστούν ουτοπικά τα ημίμετρα και αναγκαία συνθήκη την επαναστατική διέξοδο, τη σοσιαλιστική εξουσία που θα οργανώσει με κάθε μέσο την άμυνά της και τη λαϊκή αντίσταση.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Για τη λαϊκή δημοκρατία

Οι από κούνια δεξιοί είχαν κάποτε το λαϊκό κόμμα και σήμερα τη λαϊκή δεξιά. Το λάος του καρατζαφέρη έχει το όνομα, αλά όχι την χάρη. Γι’ αυτό πρέπει να προφέρεται πάντα όπως κι η συμπαθής –πάλαι ποτέ- λδ στην χερσόνησο της ινδοκίνας. Οι πασόκοι κάνουν σήμερα πράξη το σύνθημά τους: πασοκ-λαός στην εξουσία για να αποτινάξουν το όποιο λαϊκό παρελθόν τους και τη ρετσινιά του λαϊκισμού από την χρυσή δεκαετία με τις βάτες.

Κι η αριστερά; Το κόμμα έβαλε ό,τι ουσιαστικό υπήρχε με το λαϊκός και κατοχύρωσε πνευματικά δικαιώματα. Λαϊκή ψήφο στη λαϊκή συσπείρωση για να στεριώσει η λαϊκή συμμαχία και το λαϊκό μέτωπο για λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία. Ζήτω το λαϊκό τραγούδι! Ένα με το λαό και τους αγώνες του αυτό το κόμμα. Που μπορεί να το λέγαμε και λαϊκό, αλλά μας πρόλαβαν οι δεξιοί.

Στο εσωτερικού και τις παραφυάδες του έβλεπαν πάντα το λαό αφ’ υψηλού. Και για το εξωκοινοβούλιο ο λαός είναι μια αταξική αφαίρεση που υποτάσσει τους εργάτες στους μικροαστούς. Αλλά το 90’ ένα κομμάτι τους με κουκουέ μόρφωση κατέβηκε στις εκλογές ως λαϊκή αντιπολίτευση. Ένα βήμα πίσω από την εργατική της κολοντάι κι ένα μπροστά από την τροτσκίζουσα αριστερή που πάνε να στήσουν τώρα.

Μπέρδεμα υπάρχει και σε άλλες χώρες. Στο λαϊκό κόμμα της ισπανίας βρίσκονται οι πολιτικοί απόγονοι του φράνκο που πολέμησε κάποτε ενάντια στο λαϊκό μέτωπο των κομμουνιστών και των αναρχικών με λίγο πασόκ της εποχής. Αλλά το λαϊκό μέτωπο της γειτονικής γαλλίας την ίδια εποχή ήταν πιο πασόκ και τήρησε ευμενή ουδετερότητα που βόλεψε τους ισπανούς φασίστες. Μύλος..

Η πικρή αλήθεια της ουνιδάδ ποπουλάρ (λαϊκή ενότητα) στην χιλή λέει ότι από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από στόματα. Αλλά στη σοβιετία βαυκαλιζόμασταν για το παλλαϊκό κράτος και το ειρηνικό πέρασμα. Και λίγο αργότερα για το σοσιαλισμό με αγορά. Που αν θες να την εκλαϊκεύσεις τη λες και λαϊκή αγορά. Με πάγκους, πραμάτειες και συντρόφους από τη λδ της κίνας και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Και μαύρους πωλητές να συμβολίζουν τη μαύρη αγορά. Που για τους συμμάχους μας μπορεί να είναι η παραοικονομία και για εμάς κάτι άλλο στα πλαίσια της συμμαχίας.

Κι εμείς εδώ στα καθ’ ημάς; Εμπρός ελάς, ελάς, ελάς για την ελλάδα, το δίκιο και τη λευτεριά. Αλλά ξεχάσαμε να τους βάλουμε ταξικό πρόσημο και την πατήσαμε δύο φορές. Μία με τον παπατζή του και εις την λαοκρατίαν πιστεύουμε. Κι άλλη μία με το γιο του στη ρεβάνς της μεταπολίτευσης. Την πρώτη ως τραγωδία του δεκέμβρη και του δεύτερου αντάρτικου. Και τη δεύτερη με τη φάρσα της πασοκικής αλλαγής και των μη προνομιούχων.

Στην τελική όμως κες κεσέ λαοκρατία; Λαοκρατία κι όχι βασιλιά; Κι όχι μονοπώλια; Λαϊκή κυριαρχία; Ελεύθερο λαϊκό κράτος; Μα αυτά τα κορόιδευε ο μαρξ εκατόν πενήντα χρόνια πριν. Και ο αδερφός του χαλβατζή γιατί δεν τίμησε το όνομά του και βγήκε πασόκος λαοκράτης;

Τι σχέση έχει με τη λαϊκή εξουσία και με τις λαϊκές δημοκρατίες στην ανατολική ευρώπη; Τι παραπάνω είχε η τσεχοσλοβακία κι ήταν σ(οσιαλιστική)δ αντί για λδ; Γιατί δεν ήταν κι η ddr με το ίδιο σκεπτικό σοσιαλιστική; Και τι ακριβώς μπορεί να είναι μια λαοκρατική δημοκρατία (της γερμανίας και γενικώς);

Κι είναι κι ο σύντροφος με το μουστάκι που με μπερδεύει λίγο. Γιατί λέει ότι οι λδ ήταν τρόπος περάσματος στο σοσιαλισμό, σε αντίθεση με το σοβιετικό τρόπο περάσματος που ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου. Για το στάλιν η λαοκρατία δεν ήταν επ' ουδενί σοσιαλισμός. Αλλά ούτε η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν. Κι απ’ όσο θυμάμαι την προδομένη επανάσταση κι ο τρότσκι το ίδιο πιστεύει.

Τότε όμως οι σύντροφοι ήταν γενικώς πολύ μπερδεμένοι. Κι ο στάλιν είχε μιλήσει μέχρι και για κράτος στον κομμουνισμό. Κι εγώ αναρωτιέμαι προβοκατόρικα. Αν στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει δικτατορία μιας τάξης κι είναι όλες αδελφωμένες και σφιχταγκαλιασμένες, πού ακριβώς μας χαλάει το παλλαϊκό κράτος του μπρέζνιεφ; Και ποιος άνοιξε το δρόμο για να φτάσουμε ως εκεί;

Όλα αυτά είναι δική μας κληρονομιά και δεν απαρνούμαστε τίποτα. Κι αν εγώ μένω μίζερα μόνο στα στραβά δε σημαίνει πως έχει μόνο τέτοια. Η λαοκρατία είναι το κράτος του εργαζόμενου λαού –που λέει κι ο μάκης- που οργανώνεται σε ένα (είναι το) κόμμα για να πάρει την εξουσία και να αρχίσει να ορίζει τις τύχες του. Κι η λαϊκή εξουσία είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που μπορεί να καταλάβει χωρίς να τρομάξει με ό,τι συνειρμό του φέρνει στο νου ο σοσιαλισμός κι η σοβιετία.
Είτε είναι προπαγάνδα, είτε όχι.

Για να νικήσουμε όμως δεν αρκεί να μην τρομάξουμε τον κόσμο. Πρέπει να τον εμπνεύσουμε. Ο μαρξ έλεγε άλλωστε ότι το πρόβλημα του κράτους στο σοσιαλισμό μπορεί να απαντηθεί μόνο επιστημονικά και τη λύση του δεν την προσεγγίζουμε ούτε στο ελάχιστο, όσες φορές κι αν συνθέσουμε τη λέξη λαός με τη λέξη κράτος.

(Τα παιδιά του λαού συσπειρώνονται στην πουκουσού)

Κι έτσι φάγαμε το κυρίως μέρος με ιστορικές αναδρομές και θεωρίες. Και πρέπει τώρα να στριμώξω στον επίλογο μια απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: τι να κάνουμε; Λες και το βρήκαν άλλοι για να το πω κι εγώ.

Βάζω να παίξει η κασέτα (κάπου-κάπου μασάει):
Πρώτα να το πιάσουμε θεωρητικά. Να σώσουμε και το κμε που αργοπεθαίνει. Να δούμε τη σοβιετική πείρα με όρους πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Να ξαναδούμε το κράτος κι επανάσταση. Τα όριά του στην πράξη, τι δεν εφαρμόσαμε (γρου-γρου)... Να δούμε τον καπιταλισμό της εποχής μας (γρου-γρου)…

Και να δούμε και την πράξη. Να πιάσουμε τη συγκυρία χωρίς να γλιστρήσουμε πίσω της και να χάσουμε τον τελικό στόχο. Να δώσουμε όραμα στον κόσμο για να παλέψει. Να αναδείξουμε την προοπτική. Να δέσουμε την τακτική με τη στρατηγική μας. Δηλ τη λαϊκή εξουσία με τη λαϊκή εξουσία. Εντάξει, αυτό το πετύχαμε.

(γρου-γρου)

Να πατάμε στην πραγματικότητα για να μπορέσουμε να τη φέρουμε στα μέτρα μας. Και στα έτοιμα σχήματα της δυαδικής εξουσίας με τα σοβιέτ. Τα οποία προκύπτουν αυθόρμητα, αλλά πάνω στην κοπριά της δικής μας δουλειάς, που είναι πάντα επώδυνη, αλλά μπολιάζει το κίνημα με τις ιδέες μας και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανθίσει.

(γρου-γρου)

Άργειε να 'ρθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σκοτεινά.
Όποιος μένει όμως με σταυρωμένα χέρια, θα ανεβαίνει πάντα τον γολγοθά για να τον σταυρώσουν. Κι όταν έρθει η στιγμή της κρίσης και η βραδιά του (τρίτου γύρου, του) τελικού, μοιραία θα φανεί λίγος και κατώτερος της περίστασης.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Φοβού το κκε

Μην ανέχεσαι να σε φοβίζουν, φόβισέ τους εσύ.
Κι αν τελικά δεν το κάνουν; Είναι γιατί φοβήθηκαν να δείξουν τη δύναμή τους. Τόσο απλό για όσους φοβούνται να δουν κι άλλες πτυχές της πραγματικότητας πέρα από αυτή.
Πού ένιωσε δηλαδή δυνατός ο λαός για να νικήσει το φόβο του μπροστά στην κάλπη;

Ο κόσμος φοβάται όλα όσα γίνονται γι' αυτόν χωρίς αυτόν και γίνεται συνένοχος με την ψήφο του για να έχει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής και της συμμετοχικής δημ(ι)οκρατίας του γιωργάκη.
Φοβάται τον καθαρό αέρα γιατί ξεσυνήθισε και του 'ρχεται απότομος.
Φοβάται τη μοναξιά του γραφικού αγωνιστή και λουφάζει στη γωνία ρουφώντας το αυγό του.
Φοβάται την ανεργία και παραμένει στα κάτεργα.
Φοβάται να αναπαράγει το είδος του, μη διαιωνίσει τα βάσανα και τη μιζέρια του, κληρονομιά στους επόμενους.
Φοβάται το μέλλον γιατί έχει χάσει την ελπίδα του.

Φοβάται μη τυχόν ξεχωρίσει απ' το κοπάδι του κομφορμισμού κι αφήνεται στα μέσα να πλάσουν την κοινή του γνώμη σα ζυμάρι. Να μεταθέσουν τον φόβο του γιατη ζωή σε όσους βαφτίζουν τρομοκράτες. Να τον πείσουν ότι θέλει ασφαλίτες αντί για ασφάλιση.
Ανασφαλείς κι ανασφάλιστοι όλου του κόσμου ενωθείτε.

Φοβάται απ' τα μικράτα του να αφήσει την κοιλιά της μητέρας του, την ανεμελιά των παιδικών του χρόνων και παλιμπαιδίζει για να βρει άλλοθι η ανώριμη ταξική του συνείδηση.
Στην άλλη όψη του νομίσματος τον περιμένουν οι παιδικές αρρώστιες.
Επίμονα παιδάκια που τραβάνε ανυπόμονα το κόμμα απ' το μανίκι για να φύγουν απ' τον παιδίατρο και να πάνε αλλού. Δεν έχει σημασία πού, αρκεί να κινούνται. Το κίνημα είναι το παν, η μπρεζνιεφική στασιμότητα τίποτα.

Γενναίος όμως δεν είναι ο τρελός του χωριού που έχει άγνοια κινδύνου. Γενναίος είναι αυτός που έχει επαφή με την πραγματικότητα, γνωρίζει τους φόβους του και πώς να τους αντιμετωπίσει.
Το κόμμα περνάει τα πάντα από κόσκινο. Αυτοί λένε ότι κοσκινίζει πέντε χρόνια γιατί κατά βάθος δε θέλει να ζυμώσει.
Οπότε παρακάμπτουν το κοσκίνισμα, ξεχνάν και τη ζύμωση με τις μάζες και πάνε κατευθείαν στο ψητό: ντου!
Τι χρειάζεται η ζύμωση και το κοσκίνισμα, αφού για την πρωτοπορία όλα είναι ξεκάθαρα;

Άκουσαν κάπου ο πρώτος ατρόμητος τον πρώτο λίθο βαλέτω κι άρχισαν να πετάν όλοι μαζί ό,τι βρήκαν σε μπάτσους και βιτρίνες.
Στην πραγματική εξέγερση θα σπάσουν τζάμια, αλλά το δεύτερο μόνο του δε φέρνει ντε και καλά το πρώτο.

Ο κόσμος φοβάται τον κόσμο γύρω του και χώνει το κεφάλι του βαθιά στο χαζοκούτι να μη βλέπει και να μη σκέφτεται. Περιμένει τα χειρότερα με ελαφρότητα που θυμίζει τις τελευταίες μέρες της ρώμης, αλλά δεν έχει λεφτά για όργια και τη βγάζει με δανεική γκλαμουριά από το σταρ και δάνεια από τις τράπεζες.

Κι ο φόβος αυξάνεται γεωμετρικά από τότε που χάσαμε το φόβητρο του αντίπαλου δέους και μείναμε ορφανοί από μαμά πατρίδα. Τα λέει κι ο παπακωνσταντίνου (του ναρ) στο βιβλίο του (η εποχή του φόβου). Άσχετα που επιχαίρει το ρεύμα του για το θάνατο της μαμάς.

Αλλά ποιος είπε ότι εμάς δε μας φοβάται ο κόσμος; Γιατί να είμαστε εμείς εξαίρεση;
Φοβού τους κομμουνιστάς και λένιν φέροντας.

Ο φόβος πηγάζει κυρίως από άγνοια. Όσοι δεν ξέρουν τι (κόμμα) είμαστε και τι ήμασταν (ως σοβιετία) δανείζονται τη γνώμη του πρετεντέρη και κουμπώνονται περισσότερο.
Και θα κουμπώνονται κι άλλο όσο μας περνάν για γραφικούς, αντί να βρίσκουν σε μας κάτι που να τους εμπνέει.
Το ίδιο κουμπώνεται κι ο σύντροφος που δεν γνωρίζει τον κόσμο που θέλει να αλλάξει και φοβάται να κάνει άνοιγμα.

Η σχέση είναι διαλεκτική και λειτουργεί κι αντίστροφα.
Ο φόβος επιβάλλει τον κομφορμισμό κι αυτός με τη σειρά του την άγνοια. Ο από πάνω βασίζεται στους κάτω ιμάντες για να πάρει εικόνα κι ο από κάτω μεταφέρει την εικόνα που πιστεύει ότι θα αρέσει στον ανώτερο. Στρεβλή συνείδηση μέσα από έτοιμα σχήματα.
Ξεσπάν μετά κύμα οι καταλήψεις και ψάχνεις να βρεις τι πάει λάθος με τη γραμμή και το σπασμένο τηλέφωνο.

Δεν είναι απόλυτη όμως η σχέση φόβου κι άγνοιας.
Στις χαμηλές πτήσεις του αρκά ο μπαμπάς εξηγεί στο μικρό σπουργίτι ότι φοβόμαστε το θάνατο επειδή παραμένει άγνωστος και δεν ξέρουμε τίποτα γι' αυτόν. Κι ο αντίλογος του μικρού είναι:
-Βλακείες. Τότε εγώ θα έπρεπε να φοβάμαι το γεράσιμο σπανοδημήτρη.
-Ποιος είναι αυτός;
-Ιδέα δεν έχω...

Βάζουμε στη θέση του γεράσιμου σπανοδημήτρη την ανταρσύα κι έχουμε την εικόνα του μέσου εργάτη για το εξωκοινοβούλιο.

Υπάρχει επίσης κι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Άνθρωποι που μας φοβούνται, ακριβώς επειδή μας ξέρουν και τρέμουν μην κάνουμε τα λάθη και τις υπερβολές του παρελθόντος.
Στο χέρι μας είναι να ξεπεράσουν τους φόβους τους. Όχι επειδή είναι αβάσιμοι, αλλά γιατί στέλνουν τον κόσμο σπίτι του και στη μάχη που έχουμε μπροστά δεν περισσεύει κανένας.

Το πρόβλημα είναι πώς τον διαχειρίζεσαι το φόβο του κόσμου.
Ο ένας τρόπος είναι να πας με τα νερά του, να τον πάρεις απ' το χεράκι και να τον πας λάου-λάου στο δρόμο της λαϊκής εξουσίας που για εμάς είναι ο σοσιαλισμός, αλλά για τους συμμάχους μας μπορεί να είναι κάτι άλλο.
Κι ο άλλος είναι να τον φέρεις αντιμέτωπο με τους φόβους του για να τους ξεπεράσει.

Ο κόσμος σήμερα φοβάται να παλέψει, φοβάται την ταξική πάλη, πόσο μάλλον τη δικτατορία του προλεταριάτου.
Το θέμα δεν είναι να της αλλάξουμε όνομα (πχ εργατική δημοκρατία, ή λαϊκή εξουσία) για να τη φέρουμε με το μαλακό χωρίς να την πάρει χαμπάρι, αλλά να τον εμπνεύσουμε να παλέψει για να τη φέρει αυτός.
Δε μπαίνει σα δίλημμα, ή το ένα ή το άλλο, αλλά δε μπορεί να είναι μόνο (ούτε κυρίως) ο πρώτος τρόπος η τακτική μας.

Κάνοντας το δεύτερο όμως μπορεί να βρεθούμε μπροστά στους δικούς μας φόβους.
Να συνουσιαστούμε κινηματικά χωρίς περιφρούρηση και να κολλήσουμε μικρόβια από τους αναρχικούς. Να μας περάσει κάποιος στη γωνία και στην κινηματική άμιλλα. Να κάνουμε κάτι πρόωρα και να φάμε χυλόπιτα. Να πέσει το τείχος και να μας φύγει ο κόσμος στη δύση.
Την ανοιχτοφοβία. Την ανανέωση, γιατί όποιος καεί στον γκορμπατσόφ και στον μίμη, φυσάει και το μάκη πέτσα. Τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες που προκαλούν δέος και λιγάκι τρακ, γιατί είναι πρωτόγνωρες.

Tο μόνο που έχουμε να φοβόμαστε όμως είναι να μην εγκλωβιστούμε στους φόβους μας. Και να μη μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Και να μη σιχτιρίσουν οι αναγνώστες σου επειδή γράφεις πράγματα που θα τους κάτσουν άσχημα.

Αγαπητή επιρροή-αναγνώστη, μπορείς κι εσύ να επηρεάσεις τους άλλους σε μια αμφίδρομη σχέση. Μην ανέχεσαι να σε φοβίζουμε, φόβισέ μας εσύ. Όπως έκανες το μαϊούνη, το δεκέμβρη ίσως, στις πρόσφατες εκλογές.
Και το κόμμα φοβέρα θέλει. Κι ας είναι καλό και άγιο.

Εμάς βέβαια δε μας σκιάζει φοβέρα καμιά κι απ' τις εκλογές βγάλαμε συμπέρασμα πως μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνουμε κτλ.
Αλλά μη νομίζεις, πες-πες κάτι μας μένει κι αυτό μην το πάρεις για υπονοούμενο ότι σε θεωρώ γκαιμπελίσκο σοσιαλ-φασίστα.

Ο σαρτρ έλεγε ότι η κόλασή μας είναι οι άλλοι κι είναι φορές που νομίζω πως το είπε για να περιγράψει τον τρόπο σκέψης μας.
Αλλά μη νομίζεις, κατά βάθος τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο κι ας μας βγαίνει λίγο σε κακοφωνίξ το ενωτικό κάλεσμα.

Όλοι μαζί ξεπερνώντας τους φόβους μας μπορούμε να φοβίσουμε την τάξη των εκμεταλλευτών και τα τσιράκια τους.
Μπορεί να μοιάζουν με θηρίο ανίκητο, αλλά είναι απλώς ένα θεριό με πήλινα πόδια που τρέφεται από το φόβο μας και τρέμει το γιάννη και την αντεπίθεσή του.
Φοβού το κουκουέ...

Ο γιάννης όμως πού διάολο κρύφτηκε και τον ψάχνουμε τόσα χρόνια...;