Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντικομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντικομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Αμφιδέξιος αντικομμουνισμός - Ωμός προς medium rare

Αγαπητό blog/διαδικτυακό μου ημερολόγιο,

Σου γράφω πάλι από ανάγκη (σπαστά και σε διάφορες ώρες της μέρας), η συνειδητοποίηση της οποίας είναι ένα μεγάλο βήμα προς την ελευθερία. Δικτατορία (=απεριόριστη εξουσία υπεράνω νόμων) της αστικής τάξης έχουμε, οπότε έχεις το ελεύθερο να γράφεις ό,τι θέλεις, εντός κάποιων ορίων -πχ να μην το κάνεις πράξη. Αρκεί να έχεις ελεύθερο χρόνο (που να μη δεσμεύεται στη μισθωτή σκλαβιά και ξοδεύεται συνειδητά, δηλαδή να μην τον σκορπάμε σε βλακείες), δυνάμεις για να μη σε τυλίξει ο ύπνος σε μια κόλλα χαρτί ή μια ημιτελή οθόνη, συγκέντρωση, αντίδοτα στο κινητό και τη διάσπαση προσοχής, καθαρό μυαλό, κίνητρο και ίσως κάποιο κοινό, για να μη μοιάζουν οι ασκήσεις γραφής με πνευματικό αυνανισμό. Έχεις δηλαδή μια σειρά προϋποθέσεις και κοινωνικές διαμεσολαβήσεις, γιατί η ελευθερία είναι συλλογική υπόθεση και όχι ατομικό καπρίτσιο, ακόμα και/ιδίως αν μιλάμε για τον ελεύθερο χρόνο.

Πάμε λοιπόν με μια σειρά ελεύθερους -πλην κοινωνικά διαμεσολαβημένους- συνειρμούς.


Δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμες οι συνθήκες και οι πρόχειρες σημειώσεις μου για μια συνολική ανταπόκριση από τη βιβλιοπαρουσίαση του «Θ.Ν.» στον «Παρνασσό». Αλλά αν τα κείμενα της κε του μπλοκ είχαν προδημοσιεύσεις, αυτή θα περιλάμβανε απαραιτήτως τη σπάνια εμφάνιση της Βασιλείας Παπαρήγα, που βασικά έχει γίνει ένας κλώνος της Αλέκας. Κι όπως τραγουδούσε, κάνοντας μέχρι και τον Μεράντζα θαυμαστή της, ήταν σαν διαγωνιζόμενη σε εκείνο το τηλεπαιχνίδι με τις μιμήσεις (Your Face Sounds Familiar), που πέτυχε μια άριστη μεταμφίεση, από το σουλούπι μέχρι τα γυαλιά και το ντύσιμο της μητέρας της. Θέλει μόνο λίγη δουλειά στη φωνή και το χαρακτηριστικό παπαριγέ συνοφρύωμα (με τη μύτη), για να τελειοποιήσει τη μίμηση. Κατά τα άλλα, όμως, φέρτε μας τον γιο του Δραγασάκη να τον πάρουμε φαλάγγι. 

Αλλά ο μαγικός κόσμος του διαδικτύου είναι σαν τη νύχτα -και δεν εννοώ το dark web. Δύσκολο να περιδιαβαίνεις στον ιστό και να μην πέσεις πάνω σε σκατά, που αφήνουν στις αναρτήσεις (δικές σου ή άλλων) αμετανόητα δεξιά τρολ.

Ένα εξ αυτών θεώρησε μεγάλη εξυπνάδα να τονίσει την ειρωνεία του πράγματος, δηλαδή να είσαι κομμουνίστρια και να σε λένε Βασιλεία, αγνοώντας ότι α. έτσι έλεγαν τη γιαγιά της -τι να κάνουμε; β. ότι παλεύουμε να περάσει ο άνθρωπος στο βασίλειο της ελευθερίας και γ. εμείς τον θέλουμε παιδιά τον βασιλιά, να πουλάει Ριζοσπάστη στο παλάτι κι ό,τι άλλη χρέωση έχει η ΚΟΒ Τατοΐου. Χωρίς ωστόσο να είμαστε βασιλοκομμουνιστές, σαν τον πατέρα της Βούλτεψη, η οποία είναι ο αρχηγός των τρολ και είπε σοβαρά στον Ζαχαρό πως μεταξύ των 200 της Καισαριανής ήταν και Δεξιοί -εκτός αν θεωρεί τέτοια την αρχειομαρξιστική παρέκκλιση.

Ένα άλλο εξυπνοπούλι εντόπισε το «πρόβλημα» όχι στις σπουδές της Βασιλείας σε αμερικάνικο κολέγιο αλλά στον υποκριτικό αντι-αμερικανισμό της Αλέκας, το οποίο ανταγωνίζεται ευθέως τη μουσμουλιά για τους κομμουνιστές που πίνουν κόκα-κόλα, αγοράζουν εμπορεύματα και ξεπουλάνε τις αρχές τους (πριν καν βγάλουν τον πρώτο δίσκο) αντί να γίνουν ερημίτες, για να παραμείνουν πιστοί. Ακόμα και η Όλγα Τρέμη όμως μπορεί να καταλάβει πως δύο κομματικά στελέχη, που δεν είχαν χρόνο για την ανατροφή του παιδιού τους, στράφηκαν σχεδόν αναγκαστικά στην ιδιωτική παιδεία -κι ας μην τους περίσσευαν τα λεφτά. Κι αυτό δεν είναι ψεγάδι για τις αρχές τους, αλλά για τη βοήθεια που (ΔΕΝ) δίνει το αστικό κράτος στους γονείς, γιατί έχει διαχρονικά άλλες ταξικές προτεραιότητες.

Ας γυρίσουμε όμως στις φωτογραφίες των 200, οι οποίες... διχάζουν (!), όπως ακούσαμε/διαβάσαμε μεταξύ πολλών άλλων μαργαριταριών αυτές τις μέρες. Πχ άλλοι συγκλονίζονται από τα ντοκουμέντα και άλλοι βγάζουν αφρούς από το στόμα τους. Δεν είναι απαραίτητα κακός και λίγος διχασμός, αν είναι να διαχωριστούμε από τους φασίστες και τα σκατά που αφήνουν στο διάβα τους -που μπορεί να προσφέρουν γέλιο ενίοτε αλλά δεν παύουν να βρωμάνε ανυπόφορα.

-Ναι αλλά δεν ήταν μόνοι οι 200, λυσσάνε. Κι έχουν απόλυτο δίκιο. Ήταν και οι 106 στο Κούρνοβο και εκατοντάδες άλλοι στης Καισαριανής τον τοίχο, πριν και μετά την Πρωτομαγιά, από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου/μπλοκ 15, που λειτουργούσε ως αποθήκη κρατουμένων προς εκτέλεση για «αντίποινα» στην Αντίσταση, για τα οποία όμως δε διάλεγαν «από τον σωρό», αλλά από τον ανθό της οργανωμένης πρωτοπορίας, που ήταν η ψυχή του αγώνα.

Και όταν αντιπαραθέτουν στους 200 κομμουνιστές/το ΕΑΜ τους «δικούς» τους ήρωες, τον Περρίκο, τον Ιβάνοφ, την Μπίμπα και τη Λέλα Καραγιάννη (ακόμα και τους 300 του Λεωνίδα -που ήταν και 100 παραπάνω- σε κάποια αφηγήματα), γίνονται καταγέλαστοι, κρατώντας ένα ζύγι για να συγκρίνουν διαφορετικά «φρούτα». Γιατί όλοι οι παραπάνω μπορεί να είχαν ηρωική στάση, κάνοντας σαμποτάζ, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους να συγκροτήσουν το ρεύμα μιας συλλογικής Αντίστασης στον κατακτητή. Και δεν είναι αυστηρά ποσοτικό το θέμα, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος μαζικός φορέας με τους σκοπούς και τις πράξεις του ΕΑΜ, που συσπείρωσε και οργάνωσε σχεδόν το σύνολο του λαού, ακόμα και δεξιούς ή βασιλικούς αξιωματικούς.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά αν όλοι οι ήρωες ήταν κομμουνιστές ή αντιστρόφως αν όλοι οι κομμουνιστές είναι ήρωες -πχ στους «αντι-ηρωικούς» καιρούς που χρεωθήκαμε να ζήσουμε. Ούτε αν όλοι οι δωσίλογοι ήταν Δεξιοί -όσοι το λένε ξεχνάνε βολικά τους βενιζελικούς ή κάποιους πρόσφυγες που συνεργάστηκαν πρόθυμα με τις κατοχικές αρχές. Αλλά το αν όλοι οι Δεξιοί κατρακυλούν πρόθυμα στον αντικομμουνισμό με τα κονσερβοκούτια, νιώθοντας γνήσια πολιτικά τέκνα του δωσιλογισμού. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ξεχωρίσεις από τον συρφετό. Όχι (μόνο) γιατί είναι ένοικοι στην ίδια (ακρο)δεξιά πολυκατοικία ή γιατί τα σκατά πάνε παντού καλύπτοντας τα πάντα με τη μυρωδιά τους -και πάντως δίνουν τον τόνο με σχόλια-κουτσουλιές («καλά τους έκαναν», «ήταν προδότες» κτλ) κάτω από κάθε ανάρτηση γα τους 200. Αλλά γιατί είναι πρακτικά αδύνατο να διαχωρίσεις τα τρολ από τα πολιτικά στελέχη (Βούλτεψη, Πλεύρη, Άδωνη κτλ) και τους «σοβαρούς» επιστήμονες (τύπου Καλύβα). Έχουν τον ίδιο ρόλο, τον ίδιο λόγο, πανομοιότυπα προκάτ επιχειρήματα, την ίδια μουχλιασμένη αντικομμουνιστική ξινίλα, ενώ συμπληρώνουν οι μεν τους δε και εναλλάσσονται στις θέσεις τους, όπως ο Άδωνης που πρόδωσε πρόσφατα κατά λάθος το τρολοπροφίλ που χρησιμοποιεί στο Χ.

Και πώς να μην τους μπερδεύεις, άλλωστε, όταν πασχίζεις να ξεχωρίσεις τα κονσερβοκούτια από τον «αριστερόστροφο» λόγο κάποιων «εναλλακτικών», που έχουν ανάγκη την (ακρο)δεξιά για να πλασάρονται οι ίδιοι σαν αριστεροί, αλλά ευθυγραμμίζονται με το τέρας ενάντια στην... ιδιοκτησιακή λογική του ΚΚΕ για τους αγωνιστές του -πχ τους 200. Ως γνωστόν στους ήρωες υπάρχει «κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη», στο ΚΚΕ ανήκουν μόνο λάθη, προδοσίες και εγκλήματα.


Και πώς να μην είναι δύσκολη η ταυτοποίηση των 200 κομμουνιστών από τέτοιες παλιές φωτογραφίες, πχ όταν δυσκολεύεσαι να ταυτοποιήσεις τον συγγραφέα μιας παλιότερης σχετικά αξιόλογης -παρά τις αδυναμίες της- μελέτης για την ΟΠΛΑ, «το τιμωρό χέρι του λαού» (που αξιοποίησε και υλικά από το ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ), με τον ανερμάτιστο (;) λόγο ενός Ιάσωνα Χανδρινού, που διάλεξε αυτήν τη συγκυρία για να μιλήσει στον Δανίκα του Πρώτου Θέματος και να πει πχ πως το ΚΚΕ συνειδητά δεν επιδίωξε την απελευθέρωση των κρατούμενων από το Χαϊδάρι γιατί η εκτέλεσή τους είχε μεγάλη προπαγανδιστική αξία. Ή να αφήσει υπονοούμενα για την ειδική μεταχείριση του... απομονωμένου Ζαχαριάδη στο Νταχάου και την πολιτική σκοπιμότητα που κρυβόταν πίσω της. Ή να αποφανθεί πως οι Ναζί δεν είχαν πολιτικά μυαλά, γι’ αυτό ακολούθησαν μια αυτοκαταστροφική στρατηγική με τις διώξεις Εβραίων -σε ένα αριστοτεχνικό ξέπλυμα της φασιστικής κτηνωδίας. Ή να μας συστήσει με ενθουσιασμό στον επίλογο το... «λιβελοστόρημα» -sic- ενός άλλου ανανήψαντα αριστερού (Δ. Φύσσα) «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος», όπου η εξέγερση του Πολυτεχνείου γίνεται ενάντια σε μια κόκκινη δικτατορία, ενώ ο συγγραφέας βγάζει χολή ακόμα και ενάντια στον Ρίτσο.

Κι είναι άραγε κάποιο είδος βλακείας-τραγικής ειρωνείας πως δεν εκτιμά τις πάσες του το κοινό του Πρώτου Θέματος και οι φασίστες στα σχόλια τον «βρίζουν» ως κομμούνι -και αυτόν και τον Δανίκα; Ή είναι έξυπνη κατανομή ρόλων για να είναι πιο πειστική η παράσταση;

Αν έπαιζε πάντως σε κάποιο τηλεπαιχνίδι (YFSF) με ιστορικούς, θα λέγαμε κάτι σαν: Και τώρα αποχαιρετούμε τον Ιάσωνα Χανδρινό και υποδεχόμαστε τον Στάθη Καλύβα. Και πώς να εξηγήσεις λογικά τέτοιες οβιδιακές μεταμορφώσεις, αν δεν ακολουθήσεις το χρήμα, την προοπτική καριέρας, τη συνεργασία-χρηματοδότηση με/από συγκεκριμένα ιδρύματα και φορείς και άλλους τέτοιους εντελώς υλικούς παράγοντες που διαμορφώνουν μια εύκαμπτη και ευέλικτη συνείδηση;

Κι αυτά είναι σημεία των καιρών. Κάποτε ήταν αδύνατο να διαχωρίσεις το ξέπλυμα του δωσιλογισμού και των Ταγμάτων Ασφαλείας (που γίνονταν αναγκαστικά θύτες, για να μη γίνουν θύματα του κομμουνισμού) από τον Καλύβα, με τον ιστορικό και πολιτικό αναθεωρητισμό του Μαραντζίδη, που χώρισε από τον Διόσκουρο Στάθη και βρήκε τη δική του Ιθάκη στο πλευρό του Τσίπρα, ως σύμβουλός του.

Σήμερα, αν είσαι αμύητος ή λίγο αδιάβαστος ή μένεις στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ -και όχι στο κέντρο με τους κατεξοχήν παροικούντες-, μπορεί να χάσεις στην ερώτηση «ποιος έγραψε ότι το ΚΚΕ εξαργυρώνει ακόμα πολιτικά-εκλογικά τους νεκρούς του, όπως τους 200 της Καισαριανής. Κι ίσως να χρειαστείς τη βοήθεια του κοινού (ή της Google) για να βρεις τη σωστή απάντηση, δηλαδή τον Παπαδάκη της Ανταρσυα και του ΣΕΚ.

Είναι άραγε καλή απάντηση -για το δικό του επίπεδο- πως στις δημοτικές εκλογές ο ίδιος εξαργύρωσε την αφιλοκερδή παρουσία-συμβολή του στη δίκη της ΧΑ, ως συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής; (Κι ελπίζω να μην αναβλήθηκε η προγραμματισμένη ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου για να αποφύγουν τη δημιουργία κλίματος στις σημερινές συγκεντρώσεις). Ή ότι ο χώρος του εξαργυρώνει πολιτικά την αλλεργία του αστικού κόσμου για το ΚΚΕ και τον συστημικό αντικομμουνισμό-αντισοβιετισμό, στον οποίο προσθέτουν ενίοτε κάποια λιθαράκια;

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πρόβλημα για τη Δεξιά δεν είναι ότι δεν ξέρει τι ποιεί η Αριστερά της, αλλά ότι δεν ξέρει τι να προσθέσει στην «αριστερόστροφη» πολεμική κατά του ΚΚΕ. Και οι 50 αποχρώσεις του (κατάμαυρου ως μουντζούρα-σύνθεση όλων των χρωμάτων-κομμάτων) αντικομμουνισμού περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα από ωμό, κονσερβοκούτικο (σπεσιαλιτέ του μαγαζιού) ή σούσι αντικομμουνισμό μέχρι μετριοπαθή προς το medium rare, αλλά πάντα με καταγγελίες για ωμά εγκλήματα...

Μιλώντας για πολιτική εξαργύρωση δε γίνεται να μη σκεφτείς αυτόματα το προσωπικό βιντεάκι της Καρυστιανού για τα Τέμπη -σαν ροκ σταρ που την ψώνισε, ονειρεύτηκε σόλο πολιτική καριέρα και εγκατέλειψε το συγκρότημα και τις συλλογικότητες που δεν υπηρετούν το «εγώ» του/της. Και οι πολιτικοί θαυμαστές της Καρυστιανού (οι νυν και οι μέχρι πρότινος) ή παλιότερα της Ζωής είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα (από τα αρκετά των τελευταίων ετών) ώσμωσης «αριστερόστροφου» και ακροδεξιού λόγου.

Αλλά αυτό θα το δούμε καλύτερα μετά τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Ως τότε, το μοναδικό αντίδοτο για τις αριστεροδέξιες στροφές του συστήματος είναι ταξικό. Δηλαδή ένα κάλεσμα που φτιάχνει την πιο πλατιά συμμαχία, για να γίνει δύναμη ανατροπής, και δεν περιμένει από κανέναν εργάτη να αποκηρύξει τις ιδέες του, παρά μόνο τον φόβο για τα αφεντικά του και την αυταπάτη πως έχει τα ίδια συμφέροντα μαζί τους. Αλλά ακόμα και για αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει κατανόηση και ταξική αλληλεγγύη, γιατί για να γυρίσει ο ήλιος (και οι συνειδήσεις) θέλει δουλειά πολλή.

Αντί επιλόγου δύο φωτογραφίες. Η αγκαλιά του Ασλανίδη (προέδρου του συλλόγου των θυμάτων των Τεμπών) με τη μητέρα του μηχανοδηγού, κατά την αποκάλυψη του μνημείου για τα θύματα στην Καισαριανή (του πρώτο αντίστοιχου), που σφραγίζει μια ενότητα σε σωστή βάση, παρά τις συγκρούσεις του παρελθόντος.


Και ένα στιγμιότυπο από τις μαθητικές κινητοποιήσεις με το σύνθημα: Εργάτες στη Βιολάντα, στα Τέμπη φοιτητές -που μπορεί να είναι και ο τίτλος της επόμενης ανάρτησης...


Υστερόγραφο: το αρχικό πλάνο για το κείμενο ήταν υπερφίαλα μεγαλεπήβολο, με σταχανοβίτικο ζήλο αλλά κάκιστη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και αυταπάτες πως θα προλάβαινε να πιάσει και την παράσταση «Χαμένη Άνοιξη», με αφορμή ένα κηδειόχαρτο (αναγγελία μνημόσυνου για την ακρίβεια), σε μια βόλτα κοντά στο μετρό των Σεπολίων, που συνορεύει και με τον Κολωνό. Ίσως σε κάποια επόμενη ανάρτηση και αυτό...

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Για το ζήτημα Κατίν

Για το κρούσμα ρατσισμού στο Ωραιόκαστρο, που είναι το θέμα της ημέρας, μπορείτε να διαβάσετε αυτό το κείμενο στο Ατέχνως.

Εδώ η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει από το βιβλίο του Β. Σαμαρά (του πίσω μ-λ) "Γιάλτα ή Πότσνταμ;" το τελευταίο κεφάλαιο της μπροσούρας, που αναφέρεται στο διαβόητο ζήτημα του Κατίν και ανασκευάζει, με στέρεο σκεπτικό κι επιχειρήματα, διάφορους αστικούς μύθους.
(Σ.Σ.: στον παραπάνω σύνδεσμο για το βιβλίο, θα βρείτε το κυρίως μέρος της μπροσούρας, που βγήκε και σε νεότερη, εμπλουτισμένη μορφή, από όπου αντέγραψα και το σχετικό κεφάλαιο).


"Στην πολιτική αλλά και στον πόλεμο, που είναι η συνέχειά της με άλλα μέσα, τα γεγονότα και ιδιαίτερα τα μείζονος σημασίας δεν συμβαίνουν ποτέ τυχαία. Έχουν πάντα συγκεκριμένες αιτίες, συντελούνται στη βάση συγκεντρωμένων όρων και έχουν συγκεκριμένες στοχεύσεις. Έτσι μόνο μπορούν να εξηγηθούν και να κατανοηθούν".

Το ίδιο ισχύει σε σχέση και με τα υποκείμενα, τους πρωταγωνιστές της πραγματοποίησης αυτών των γεγονότων. Οι αποφάσεις, οι κινήσεις τους "υπακούουν" σε συγκεκριμένα δεδομένα, όρους και προδιαγραφές. Άλλωστε με βάση αυτά τα δεδομένα έχουν αναδειχτεί στις θέσεις και τους ρόλους τους, με βάση αυτά αναλαβαίνουν να φέρουν σε πέρας τους στόχους που τους έχουν "ανατεθεί".

Μόνο σε μια τέτοια βάση, μόνο στη συσχέτισή τους με τους πραγματικούς πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς όρους μέσα στους οποίους συντελούνται τα γεγονότα μπορούν να κατανοηθούν, να ερμηνευτούν, να αξιολογηθούν πραγματικά και ουσιαστικά.

Σε εντελώς αντίθετη τροχιά κινείται η αστική φιλολογία και προπαγάνδα. Ακόμα και "σοβαροί" αστοί ιστορικοί που όσο να 'ναι θέλουν να διαφυλάσσουν το όποιο κύρος τους, δε δστάζουν να καταφεύγουν σε λαθροχειρίες ιδιαίτερα όταν το ζήτημα στο οποίο αναφέρονται έχει μια ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα.


Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα σε κείμενα αστικής πολιτικής προπαγάνδας, σε υποτιθέμενες δημοσιογραφικές "έρευνες", σε τοποθετήσεις διαφόρων δημοσιολογούντων όπου εξαφανίζεται κάθε κριτήριο χάριν της πολιτικής σκοπιμότητας.

Η "λογική" που διαπερνά αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης των γεγονότων είναι αυτή που χαρακτηρίζει στην πιο απλοϊκή και εύληπτη μορφή της τις χολιγουντιανές παραγωγές (και αντίστοιχα κόμικς). Όπου υπάρχουν οι "καλοί" και οι "κακοί". Και όπου οι καλοί είναι καλοί επειδή είναι... καλοί και οι κακοί είναι κακοί επειδή είναι κακοί. Καμιά ουσιαστική εξήγηση, καμιά συσχέτιση με πραγματικά δεδομένα ή το πολύ "εξηγήσεις" νηπιακού επιπέδου. Το κοινό που δέχεται όλον αυτόν τον βομβαρδισμό πρέπει να εθιστεί στο να μη θέτει ερωτήματα, να μην αναζητά αιτίες, όρους και εξηγήσεις. Να διαμορφώνει έναν τρόπο μη-σκέψης ώστε να καταπίνει αμάσητη όποια "αλήθεια" του σερβίρει το σύστημα.

Η μεθόδευση αυτή που επιτρέπει την παρουσίαση του άσπρου για μαύρο και αντίθετα, χρησιμοποιείται αιώνες τώρα από τις κυρίαρχες τάξεις για την υπεράσπιση της θέσης και των συμφερόντων τους.

Με τη μεγαλύτερη ένταση και συστηματικότητα χρησιμοποιείται ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και το σοσιαλισμό, τη μεγαλύτερη απειλή που εμφανίστηκε στην ιστορία για την εξουσία και τα προνόμιά τους.

Η ίδια αυτή λογική χαρακτηρίζει και την αντιμετώπιση από τη μεριά τους της υπόθεσης Κατίν. Όπου κατά τον Γκέμπελς, υπουργό προπαγάνδας του Χίτλερ, ο Στάλιν διέταξε την εκτέλεση μερικών χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών. (Ο αριθμός των υποτιθέμενων εκτελεσμένων αξιωματικών ξεκινάει από τις τρεις χιλιάδες και ανάλογα τη διάθεση των δυτικών μυθιστοριογράφων και κάθε λογής αντικομμουνιστών ανεβαίνει στις δέκα, τις είκοσι ή και τις τριάντα χιλιάδες.

Τα βασικά ερωτήματα που οφείλεται να τεθούν εδώ.
Είχε ο Στάλιν λόγους να κάνει κάτι τέτοιο; Από την άλλη μεριά, είχε ο Γκέμπελς λόγους να προχωρήσει σε μια τέτοια σκηνοθεσία και σε τι τον υπηρετούσε;

Οι απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα απουσιάζουν και όσες φορές γίνεται απόπειρα να δοθούν δεν έχουν ποδάρια να σταθούν. Έτσι επιστρατεύονται διάφορων ειδών "αποκαλύψεις", "πληροφορίες", "μυστικά έγγραφα" και "σημειώματα σε χαρτοπετσέτες" που υποτίθεται πιστοποιούν το γεγονός.

Όλος αυτός ο καταιγισμός "πληροφοριών", "αποκαλύψεων" και "καλλιτεχνικών προσεγγίσεων" είτε αφορά γενικά τα "εγκλήματα του κομμουνισμού" είτε ειδικά το Κατίν, στοχεύει σε ένα πράγμα.

Στην αποσύνδεση του ζητήματος από τα πραγματικά του πολιτικά δεδομένα ώστε να μπορεί να "ερμηνεύεται" κατά βούληση, στον ευνουχισμό του πολιτικού κριτηρίου ή ακόμα και της απλής λογικής.

Στο ζήτημα Κατίν υπάρχουν δύο σημεία κλειδιά που συνδέονται τόσο με το χρόνο (άνοιξη 1940) κατά τον οποίο, υποτίθεται, οι Σοβιετικοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς αξιωματικούς, όσο και το χρόνο (Μάρτης 1943) που ο Γκέμπελς "ανακάλυψε" τους ομαδικούς τάφους. Πριν από αυτό ωστόσο θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ορισμένα ζητήματα, παραλείποντας αναγκαστικά πολλά άλλα για τα οποία επίσης υπάρχουν απαντήσεις.

Αναφέρονται πολλοί σε "αποκαλύψεις" και ντοκουμέντα από τα αρχεία της ΕΣΣΔ. Τέτοια απλούστατα δεν υπήρξαν ποτέ. Αυτά τα στοιχεία πράγματι επιχειρήθηκε να δοθούν στη δημοσιότητα την περίοδο Γκορμπατσόφ, Γέλτσιν. Μόνο που αυτοί είδαν πως τα αρχεία τους έδιναν εντελώς άλλα πράγματα από αυτά που προσδοκούσαν. Τα ξανάκλεισαν λοιπόν βιαστικά και από τότε αυτό που έχουμε είναι όχι επίσημες ανακοινώσεις για τις οποίες κάποιοι αναλαμβάνουν την ευθύνη, αλλά "ανεπίσημες πληροφορίες" που, υποτίθεται, προέρχονται από τα "αρχεία".

Ας περάσουμε όμως στις υποτιθέμενες ερμηνείες και εξηγήσεις. Ο Στάλιν λέει εκτέλεσε αυτούς τους αξιωματικούς για να αποκεφαλίσει την πολωνική αστική τάξη και τον πολωνικό στρατό μια και είχε κατά νου τον διαμελισμό της Πολωνίας. Αλήθεια, πώς και γιατί; Στην περίοδο που αναφερόμαστε για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της Πολωνίας και μαζί του και η αστική της τάξη είχε κατακτηθεί από τους Γερμανούς. Μάλιστα το τμήμα που κατείχαν οι σοβιετικοί κατοικούνταν στην πλειοψηφία του από ρωσόφωνο πληθυσμό, μια και ήταν εδάφη που είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ. Όσο για τις "κεφαλές" της αστικής τάξης, αυτές είχαν ήδη διαφύγει στο Λονδίνο (όπως και οι δικές μας "κεφαλές" τότε).

Όσο για την άλλη "εξήγηση", δεν ήταν ο Στάλιν που ήθελε να διαμελίσει την Πολωνία (και το απέδειξε ως νικητής του πολέμου) αλλά ο Χίτλερ που προσάρτησε μεγάλα τμήματα του πολωνικού εδάφους στη γερμανική επικράτεια. Αντίθετα ο Στάλιν, όπως δήλωνε και στις συναντήσεις του με Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ (και όπως επίσης έμπρακτα το απέδειξε), ήθελε μια "ισχυρή Πολωνία για να μπορεί να παρεμβάλλεται ανάμεσα σε Γερμανία και ΣΕ".

Με ανάλογο τρόπο υφίσταται και το ζήτημα του πολωνικού στρατού, όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι το μεγαλύτερο μέρος του είχε αιχμαλωτιστεί από τους χιτλερικούς. Αλλά εδώ υπάρχει μια εξέλιξη άκρως διαφωτιστική. Μετά τη γερμανική επίθεση στη ΣΕ, στο σοβιετικό έδαφος συστήνονται πολωνικές μεραρχίες που πολεμούν στο πλάι του σοβιετικού στρατού. Πολλοί από τους αξιωματικούς που στελεχώνουν αυτές τις μεραρχίες και ανάμεσά τους ο διοικητής τους, ο στρατηγός Άντερς, είναι δυτικόφιλοι. Από αυτές και σε συνεννόηση με τον Τσόρτσιλ, τρεις μεραρχίες (υπό τον Άντερς) στέλνονται στο αφρικανικό μέτωπο. Μέχρι το τέλος του πολέμου συγκροτούνται στη ΣΕ έντεκα πολωνικές μεραρχίες που στο πλάι του Κόκκινου Στρατού μετέχουν στην απελευθέρωση της πατρίδας τους από τους χιτλερικούς.

Αλλά ας περάσουμε σ' αυτά που δίνουν τις πιο ουσιαστικές των απαντήσεων και για τα οποία δεν απαιτούνται απαραίτητα τέτοιες ή αλλιώτικες πληροφορίες (ή "πληροφορίες") αλλά στοιχειώδης γνώση της ιστορίας και μια σκέψη απλή, καθαρή, χωρίς ιδιοτέλειες, σκοπιμότητες και ιδεοληψίες.

Ο αναγνώστης αυτής της μπροσούρας έχει ήδη υπόψη του τις απόψεις του γράφοντος για τα δεδομένα, τα χαρακτηριστικά και τις εξελίξεις εκείνης της περιόδου. Θα μπορούσε κάλλιστα μέσα σ' αυτά να βρει τις απαντήσεις και τις εξηγήσεις για το αν υπήρξε Κατίν και τη σκοπιμότητα αυτής της προβοκάτσιας. Όπως και να 'χει αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να μην επαναλάβω πράγματα που αναφέρονται πιο αναλυτικά σ' αυτή και απλά να υπενθυμίσω -επιγραμματικά και μόνο- και να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα βασικά στοιχεία της.

Αναφέρομαι αναλυτικά στο κείμενο, στην αποφασιστική σημασία που είχε το ζήτημα των συμμαχιών και τη "διαδρομή" που είχε αυτό μέχρι να πάρουν την οριστική τους μορφή. Ένα ζήτημα που αποτελεί και "κλειδί" ερμηνείας πολλών εξ όσων συνέβησαν στη διάρκεια αυτού του πολέμου.

Αναφέρομαι επίσης στα αίτια και τους υπεύθυνους για την έκρηξη αυτού του πολέμου. Η κυρίαρχη δυτική προπαγάνδα την αποδίδει κατά κύριο λόγο στην "τρέλα" του Χίτλερ. Πρόκειται για ένα βολικό σχήμα που στη βάση της λογικής που αναφέραμε θέλει να συγκαλύψει τα πραγματικά αίτια και τους πραγματικούς υπεύθυνου αυτής της χωρίς προηγούμενο σφαγής.

Τς ευθύνες του γερμανικού ιμπεριαλισμού, του αγγλικού, του γαλλικού, του αμερικανικού, του ιαπωνικού, του ιταλικού. Αναφέρομαι ακόμη στην κοινή επιθυμία όλων και παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, αυτός ο πόλεμος να στραφεί ενάντια στη ΣΕ. Σ' αυτό το ζήτημα, πέρα από τους γεωστρατηγικούς και στρατιωτικούς υπολογισμούς της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης, υπήρχε και η κοινή επιθυμία για εξάλειψη της απειλής που συνιστούσε για το σύστημα η ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής χώρας.

Ακριβώς γι' αυτό οι δυνάμεις της Δύσης απέρριπταν όλες τις προτάσεις που επί χρόνια τους έκανε η ΣΕ για την σύμπηξη μιας ευρύτερης συμμαχίας που θα φρενάριζε και θα εξουδετέρωνε το Χίτλερ.

Αυτές οι προτάσεις της σοβιετικής ηγεσίας δεν ήταν απλά μια επιλογή "της στιγμής" (όπως λχ το σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία) αλλά συνδεόταν με ένα ζήτημα σχεδόν ζωή ή θανάτου για τους σοβιετικούς. Για το σοσιαλισμό ως κοινωνικό σύστημα. Για τη ΣΕ ως χώρα. Για τους λαούς της ΣΕ ως ζήτημα ύπαρξης (μια και ο Χίτλερ ανοιχτά διακήρυττε ότι "θα απωθούσε τους Ρώσους στη 'φυσική τους κοίτη' πέρα από τα Ουράλια").

Στην περίοδο που αναφερόμαστε (άνοιξη του 1940) το "ποιος θα ήταν" τελικά αυτός ο πόλεμος, ποιος θα συμμαχούσε με ποιον και ενάντια σε ποιον δεν είχε καθόλου κριθεί. Σε αυτή τη βάση ο Στάλιν όχι μόνο δεν είχε κανένα λόγο να προχωρήσει σε κινήσεις και ενέργειες (τύπου Κατίν λχ) που θα εξέθεταν και θα υπονόμευαν τη βασική του πολιτική κατεύθυνση και επιδιώξεις αλλά χιλιάδες λόγους για το ακριβώς αντίθετο.

Ανάλογα διαφωτιστικά είναι τα δεδομένα του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η "ανακάλυψη" των ομαδικών τάφων. Αυτό συμβαίνει το Μάρτη του 1943, δηλαδή λίγο μετά τη συντριβή των γερμανικών στρατιών στο Στάλινγκραντ. Μετά από αυτό οι Γερμανοί βλέπουν ότι χάνουν τον πόλεμο. Οι Δυτικοί βλέπουν ότι αυτόν τον πόλεμο, στον οποίο μετείχαν ως τότε "διακριτικά", η ΣΕ μπορεί να τον κερδίσει έως και μόνη της. Το ζήτημα που έμπαινε πλέον για όλους ήταν η πιθανότητα διάλυσης της -έτσι και αλλιώς- ιδιότυπης συμμαχίας ΣΕ-ΗΠΑ-Αγγλίας και αναστροφής των συμμαχιών.

Για τους Γερμανούς έμπαινε σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου και έγινε βασικό στοιχείο των πολιτικών τους επιδιώξεων. Αυτό αφορούσε τόσο τη χιτλερική ηγεσία όσο και τη γερμανική αντιπολίτευση, που έβλεπε την καταστροφή να έρχεται. Από τότε πυκνώνουν οι -ήδη υπαρκτές- επαφές της με τους Δυτικούς και με αντικείμενο την ανατροπή του Χίτλερ και την αναστροφή των συμμαχιών. Σ' αυτή τη βάση το Κατίν για τους χιτλερικούς και τον Γκέμπελς που το οργάνωσε αυτοπροσώπως δεν ήταν παρά ένα ακόμα Ράιχσταγκ και με στόχο να αναστήσει τον "κομμουνιστικό κίνδυνο" και να προσφέρει στους δυτικούς τα αναγκαία προσχήματα γι' αυτήν την αναστροφή.

Για τους Δυτικούς ωστόσο μια τέτοια αναστροφή δεν ήταν ούτε τόσο επιθυμητή ούτε και εύκολη. Δεν ήταν επιθυμητή γιατί ένας βασικός τους στόχος παρέμενε η συντριβή της (ανταγωνιστικής) γερμανικής ισχύος και συνολικά του Άξονα. Ταυτόχρονα στη φάση εκείνη ήταν -για πάρα πολλούς λόγους- πολύ δύσκολο να συμμαχήσουν έτσι ξαφνικά με τον Χίτλερ και να στραφούν ενάντια στη ΣΕ (μπορούμε μόνο να κάνουμε διάφορες υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν πετύχαινε η απόπειρα του Στάουφενμπεργκ και το πραξικόπημα που επιχείρησαν οι γερμανοί στρατηγοί).

Αυτή η αναστροφή θα πραγματοποιούνταν, αλλά μετά τη λήξη του πολέμου, με τη δημιουργία του αντισοβιετικού μπλοκ στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονταν οι δυνάμεις του τέως Άξονα (Γερμανία-Ιαπωνία-Ιταλία), αλλά πλέον με διασφαλισμένο τον κυρίαρχο ρόλο των δυτικών ιμπεριαλιστών και πάνω απ' όλα των ΗΠΑ.

Από την ώρα λοιπόν που συντελέστηκε αυτή η αναστροφή των συμμαχιών μπορούσαν πλέον και οι Δυτικοί που αρχικά είχαν απορρίψει την γκεμπελική προβοκάτσια, να την υιοθετήσουν, να την εμπλουτίσουν, να την αναπαράξουν σε μύριες εκδοχές, να την εντάξουν στο αντικομμουνιστικό ιδεολογικό τους οπλοστάσιο. Έτσι και αλλιώς πάντως αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα του ζητήματος και από εκεί και πέρα το ποιος αναζητεί σ' αυτά τις απαντήσεις και ποιος επιλέγει να καταπίνει αμάσητο ό,τι του σερβίρει το σύστημα είναι δική του υπόθεση και ευθύνη. Άλλωστε το δεύτερο είναι και το πιο βολικό. Σε απαλλάσσει από τη βάσανο της σκέψη και ταυτόχρονα σε προφυλάσσει από τυχόν συνέπειες μιας πραγματικά προοδευτικής στάσης απέναντι στα πράγματα.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Λυσσάξτε τσαούσες

Μπορεί ο τίτλος να ταίριαζε σε κάτι σχετικό με το Γ. Μαρίνο (από το πολιτ-μπιρό) να δηλώνει στην αρχή μιας εκδήλωσης, όπου θα ήταν ομιλητής: τρεις ώρες θα 'μαστε μαζί, αυτή είναι μόνο η αρχή.

Αλλά η αφορμή ήταν η συνέντευξη του Κουτσούμπα στο Δανίκα για το Πρώτο Θέμα κι οι αντιδράσεις που ξεσήκωσε. Και δεν εννοώ βέβαια κάποιες φυσιολογικές αντιδράσεις, γιατί η συνέντευξη προφανώς ξέφυγε από τα καθιερωμένα-τετριμμένα, και είναι λογικό να (μας) εκπλήσσει (λέω "μας", χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου). Περίμενες εσύ δηλ, σφε αναγνώστη, να αφήσει στην άκρη τους τύπου ο γγ και να πει "παπαριές" τα κλισέ επιχειρήματα ότι το σύστημα αλλάζει από μέσα, σιγά-σιγά, κτλ; Αυτό που όλοι σκεφτόμαστε δηλ, πάνω-κάτω, αλλά ποτέ δε θα λέγαμε σε μία συνέντευξη, παρά μόνο στην παρέα, σε ένα φίλο μας. Κι εδώ λειτουργεί προφανώς η οικειότητα από την παλιά γνωριμία του Κούτσι με το Δανίκα, από τον καιρό που ο δεύτερος ήταν στο Ριζοσπάστη (τον πρότεινε, λέει, για αντικαταστάτη του ο Ραφαηλίδης) πολύ πριν αναλάβει ο πρώτος ως διευθυντής.

Δε μιλάμε λοιπόν για αυτές τις αντιδράσεις, αλλά για άλλη ποιότητα. Γι' αυτούς που ανακαλύπτουν κρυφά νοήματα πίσω απ' τις γραμμές, πετάνε πονηρά υπονοούμενα -μόλις συγκαλυμμένα από το φύλλο συκής της ξετσιπωσιάς- κι αφήνουν "χαριτωμένα" ρητορικά ερωτήματα να πλανώνται στον αέρα: τι δουλειά είχε ο Κουτσούμπας να δώσει συνέντευξη στη βρωμερή φυλλάδα του κομιστή; Γιατί την έδωσε στο Δανίκα και χαριεντιζόταν μαζί του; Γιατί βγήκε τόσο life-style αντί να είναι καθαρά πολιτική; Και γιατί δεν αναδημοσιεύτηκε ποτέ στο πόρταλ ή στο όργανο, που μας ενημερώνουν και για την παραμικρή κίνηση του ΓΓ;

Ας τα πιάσουμε ένα-ένα να δούμε τι βαθμολογία και τι ψάρια θα πιάσουμε.

Συνεντεύξεις δίνει κανείς γενικά, όπου του το ζητήσουν (με πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις) και σε όλα τα αστικά μέσα. Αν ήταν να αρχίσουμε να αποκλείουμε κάποια με βάση το πόσο βρώμικα είναι, δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να αποκλείσουμε πχ την ΕφΣυν (με τα αντικομμουνιστικά σχόλια του Πετρόπουλου και όχι μόνο) και το Βήμα (με τα βρώμικα "ρεπορτάζ" του Σταυρόπουλου), κτλ, ή διάφορα κανάλια -πχ το Μέγκα και το Σκάι.

Κι αν επεκτείνουμε τον ίδιο συλλογισμό στους δημοσιογράφους, γιατί να εξαιρέσουμε τον (πάθος για το χρήμα) Παύλο Τσίμα και τη ραδιοφωνική συνέντευξη στο Σκάι, που ακολούθησε; Στο κάτω-κάτω, η γνωριμία με το Δανίκα συνέβαλε στο να αποφευχθούν και να ξεκαθαριστούν (έστω και σ' ένα μόνο αναγνώστη του ΠΘ να έμεινε κάτι, κέρδος θα είναι) ζητήματα, όπως οι περιβόητες σπουδές της κόρης της Παπαρήγα, Βασιλείας, στο Deree κι όχι σε κάποιο κολέγιο της Αμερικής. Ο Δανίκας το ήξερε από πρώτο χέρι και το λέει μόνος του. Θα μου πεις, κι η Τρέμη το γνώριζε από πρώτο χέρι (κι αυτή δούλευε στο Ρίζο), αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να κάνει μια άθλια ερώτηση στην Αλέκα, σε ένα παλιότερο debate.

{Παρεμπιπτόντως και παρενθετικά για το Φανίκα. Εκτός από τη θητεία του στο Ρίζο -από όπου ξεπήδησαν διάφορα λουλούδια, για να ανθίσουν και να γίνουν αγκάθια στην πορεία- κι εκτός από τις κινηματογραφικές κριτικές του, που κάποιοι τις έβρισκαν αξιόλογες, αξίζει να σημειωθεί και το εξής: πριν από καμιά δεκαριά-δεκαπενταριά χρόνια έγραφε καυστικά και πετυχημένα σχόλια, που τα αναδημοσίευε, συχνά-πυκνά, κι ο Ριζοσπάστης, στη δεύτερη σελίδα, δια του τύπου. Θυμάμαι επίσης χαρακτηριστικά μια συζήτηση στον Πρετεντέρη για το ασφαλιστικό, όπου οι δολοφόνοι της κοινωνικής ασφάλισης εμφανίζονταν έκπληκτοι κι ανήσυχοι για την κατάστασή της. Κι ο Δανίκας το είχε αναπαραστήσει πολύ έξυπνα, με μια θεατρική κίνηση -που χάνει λίγο κατά τη μεταφορά- κοιτάζοντας κάτω από το κάθισμά του και λέγοντας: Α! Ένα πτώμα! Ένα πτώμα!

Από τότε βέβαια κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, ο Δανίκας έπαθε οβιδιακή, μνημονιακή μετάλλαξη και η μεταπήδησή του στο ΠΘ, τη ρυπαρή φυλλάδα του κομιστή, μόνο τυχαία δεν ήταν. Κλείνει η παρένθεση.}

Το ανάλαφρο στιλ της συνέντευξης είναι ασφαλώς επιλογή του Δανίκας, κι όχι καρπός συναλλαγής, όπως γίνεται στα αστικά κόμματα, συνεντεύξεις-αγιογραφίες, με δεδομένα ανταλλάγματα. Ακόμα κι έτσι πάντως, δίνονται εύστοχες απαντήσεις, επί της ουσίας και αυτοκριτικές όπου χρειάζεται, και δεν πιστεύω πως βγαίνει χαμένος ο ΓΓ ή το κόμμα από αυτήν την ιστορία (ίσα-ίσα που είναι σαν άνοιγμα -έμμεσο κι από σπόντα- σε ένα κόσμο που δε βρίσκουμε αλλού: το αναγνωστικό κοινό του ΠΘ).

Όλα αυτά πάντως απαντούν και στο ερώτημα της μη αναδημοσίευσης (όπως αντίστοιχα δεν είχε αναδημοσιευτεί, αν θυμάμαι καλά, και μια πρόσφατη συνέντευξη του Παφίλη στο POPaganda), για παρόμοιους ίσως λόγους. Δεν είναι μόνο το ύφος, αλλά και τα μαργαριτάρια που πετάει ενδιάμεσα ο Δανίκας, που εκτός από τις αβάσταχτα ελαφρές πολιτικές κρίσεις του (το κόμμα παραμένει μόνο εναντίον όλων, αλλά εκσυγχρονίστηκε), ασχολείται πχ σε όλη την εισαγωγή του με τα κιλά και τη λαιμαργία του Κούτσι (άσε που μπερδεύει τους εύσωμους με τους βουλιμικούς). Και θάβει μάλιστα πριν την ώρα του και το Μωραΐτη, που τον αναφέρει ως "αξέχαστο", ενώ ο άνθρωπος ζει και τα έχει τετρακόσια, απ' όσο ξέρω.

Δεν ξέρω τι βαθμό πιάσαμε, αλλά μπορούμε να βγάλουμε κι εμείς κάποια συμπεράσματα για όσους ρωτάνε αθώα (και δεν εννοώ το Δανίκα).

Στο τέλος του κατήφορου, υπάρχει μόνο βούρκος. Έχουν κάθε δικαίωμα να τραβήξουν προς τα εκεί, αλλά όχι να έχουν την απαίτηση να μας τραβήξουν μαζί τους.
Κι αν αυτό δεν αγγίζει κανέναν τους, ας μείνουν με τον τίτλο της ανάρτησης. Στη λύσσα εξάλλου έχουμε αντισώματα. Άσε που καταλαβαίνει πολύ καλά κι ένας κόσμος παραέξω, πού το πάνε...

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Σπέρνει εφιάλτες

Οφειλόμενες απαντήσεις, με αφορμή ένα σημείωμα.

Δεν εννοώ αυτό του Άναυδου, που δημοσιεύτηκε εδώ, αλλά δύο άλλα κείμενα, που γράφονται για το Ατέχνως (1 και 2) και ξεσήκωσαν διάφορες αντιδράσεις στο προφίλ του περιοδικού στο ΦΒ -πού να είχαμε δηλαδή και σχόλια- επιβεβαιώνοντας τα εξαρτημένα αντανακλαστικά που έχει αναπτύξει μια μερίδα κόσμου στο άκουσμα και μόνο του σφου με το μουστάκι.

Μα γιατί μπορεί να εξεγείρονται με έναν ιστορικό ηγέτη, που έχει εγκαταλείψει τα εγκόσμια εδώ και 63 χρόνια; Φταίει μόνο η άγνοια και η αστική προπαγάνδα που καλύπτει το κενό; Φταίνε τα δικά του λάθη ή η ελλιπής αυτοκριτική από τη δική μας πλευρά; Μήπως ψάχνουν λόγο για να εξεγερθούν και δεν το βρίσκουν; Ή μήπως φταίει το ακριβώς αντίθετο κι ο φόβος μπροστά στην εξέγερση;

Καταρχάς, όπως έχει πει ο Κάππος, ο Στάλιν δε θάφτηκε στα Ιεροσόλυμα, για να το φοβούνται τόσο πολύ οι πολέμιοί του. Που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να νεκραναστηθεί -ούτε καν στη σοσιαλιστική Δευτέρα Παρουσία, όπως λένε κάποιοι χωρίς να δέχονται καν την πρώτη παρουσία. Και δε θα φέρει μαζί του, σαν κτερίσματα, τις συνθήκες της εποχής του, για να ακολουθήσει τον ίδιο ακριβώς δρόμο ή μάλλον τα ίδια βήματα μια πιθανή νικηφόρα επανάσταση στο (ελπίζουμε όχι πολύ μακρινό) μέλλον. Τα ιστορικά διδάγματα δεν είναι εξάλλου παρτιτούρες, για να βρούμε τη μουσική της κοινωνίας του μέλλοντος. Κι αυτό που μοιάζει στην εποχή μας σαν φάλτσα νότα, μπορεί να ήταν υποχρεωτική πορεία για τους επαναστάτες μιας παλιότερης εποχής.

Η αντιδιαλεκτική σκέψη που συνηθίζει να αποσπά τα πρόσωπα από τις συνθήκες που τα γέννησαν και διαμόρφωσαν τη στάση τους, να μην κρίνει κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο Γκορμπατσόφ τον Αύγουστο, σαν το "πραξικόπημα του 91'") είναι από τα πιο συχνά, διαδεδομένα λάθη στην ιστορική αποτίμηση. Στο οποίο υποπίπτουν πολλές φορές προσεγγίσεις και από τη δική μας πλευρά.

Υπάρχει όμως και μια γενική διαχρονική πλευρά της σταλινικής περιόδου, που αφορά τις νομοτέλειες της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, τα σπαράγματα του παλιού που πεθαίνει -και σε αντίθεση με το Στάλιν, μπορεί να "νεκραναστηθεί" και να ανακάμψει, αν βαλτώσει η οικοδόμηση- και τη βίαια αντίδραση των δυνάμεων της αντίδρασης, την οξύτητα της ταξικής πάλης που αναπτύσσεται.

Αν λοιπόν κάποιοι τρέμουν ή απεχθάνονται αυτή τη σφοδρότητα, το επαναστατικό πέρασμα στη νέα εποχή και τη δικτατορία του προλεταριάτου ως απαραίτητο εργαλείο για αυτήν, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να τους εγγυηθούμε, για να τους καθησυχάσουμε. Και δε νομίζω πως πέφτει κανείς έξω αν υποθέσεις πως αυτές οι σχεδόν μαγνητοφωνημένες αντιδράσεις (για τον αιμοσταγή δικτάτορα και τα εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού) εκφράζουν μεταξύ άλλων το φόβο του μικροαστού μπρος στην επανάσταση, τις δυσκολίες της, την όξυνση των αντιθέσεων και τον βίαιο τρόπο επίλυσής τους. Για αυτό στρέφονται παραδοσιακά στις εύκολες εκλογικές αυταπάτες και τη δημοκρατική ουτοπία μιας ειρηνικής μετάβασης, χωρίς ρήξεις και εξαλλοσύνες, όπου η κυρίαρχη τάξη θα μας παραδώσει συναινετικά την εξουσία (χωρίς zerbrechen κι ακραίες λενινιστικές εκδηλώσεις) καθώς και το σχοινί για να την κρεμάσουμε -αλλά εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε ως παιδικό παιχνίδι, παίζοντας σχοινάκι

Αυτό ακριβώς ήταν πάντως ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα των μπολσεβίκων (και) στα χρόνια του Στάλιν. Οι πολύ ισχυροί δεσμοί με τις λαϊκές μάζες που ατσαλώθηκαν σε μια σειρά σκληρών ταξικών αγώνων και η ενεργός συμμετοχή-στήριξή τους στα επίμαχα μέτωπα της εποχής: από τον άθλο της κολεκτιβοποίησης ως τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη και το τσάκισμα της (ως τότε αήττητης) ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Χωρίς αυτόν το λαϊκό παράγοντα, κανένας... δικτάτορας δε θα μπορούσε να σταθεί και να ξεπεράσει τόσους σκοπέλους, και προφανώς καμία ΔτΠ, χωρίς το ιστορικό υποκείμενο που την ενσαρκώνει.

Πολλοί "παροικούντες τη Ιερουσαλήμ" -όπου πάντως δε θάφτηκε ο Στάλιν- αρχίζουν άλλο γνωστό τροπάριο (όχι της Κασσιανής) για το μεσσιανισμό του προλεταριάτου (που η ιστορική αποστολή του αντικαθιστά τον περιούσιο λαό), την κομμουνιστική ορθοδοξία και την προσωπολατρία στα όρια της αποθέωσης του Πατερούλη ημών. Είναι βέβαια αρκετά αστείο να στηλιτεύουν την προσωπολατρία -που ερμηνεύεται κι εν μέρει δικαιολογείται ως φαινόμενο της εποχής- όσοι δαιμονοποιούν το Στάλιν, αγιοποιώντας τον απ' την ανάποδη. Και να ειρωνεύονται τη "θρησκευτική" αφοσίωση των σφων στο κόμμα, τον αγώνα και τις ανάγκες του, αυτοί που περιμένουν μεταφυσικά να αλλάξει κάτι, χωρίς να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους και γενικά το χέρι τους, μαζί με την Αθηνά.
Μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουν ίσως κάποιο θάμα... Και είναι έτοιμοι να πιστέψουν και να ψηφίσουν τον επόμενο προφήτη, που θα τους ξεγελάσει κάνοντας εμπόριο ελπίδας.

Υπάρχει βέβαια η απολογία του Μπελογιάννη και η γνωστή διαφορά που εντοπίζει στη θυσία των κομμουνιστών -που μοιάζει με αυτή των πρώτων χριστιανών, αλλά αυτοί πίστευαν πως θα πάνε στον παράδεισο και στη μεταθανάτια ζωή. Αλλά τι να μας πει κι αυτός ο σταλινικός...

Υπάρχουν δύο ακόμα σημεία, που θα τα περάσω με μια απλή αναφορά, για να μη ξεφύγει σε έκταση το κείμενο.
Το πρώτο έχει να κάνει με τη θρησκευτική εξιδανίκευση του σφου με το μουστάκι, που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την κριτική προσέγγιση των κομμουνιστών σήμερα, που μελετάνε την ιστορική πείρα και βγάζουν πολύτιμα συμπεράσματα. Και είναι τότε ακριβώς που το κλαδί λυγίζει από την ανάποδη κι αρχίζουν οι κραυγές περί προδοσίας και τροτσκιστικού ολισθήματος.

Το δεύτερο είναι σχετικά με την αντικειμενική προσέγγιση των γεγονότων. Τα γεγονότα μπορεί να είναι δεδομένα, το θέμα είναι όμως πώς θα τα ερμηνεύσει κανείς και ποια πτυχή θα προτάξει σε αυτή την ερμηνεία.
Σε κάθε περίπτωση τα τελευταία κρούσματα αντισταλινισμού είναι τόσο χυδαία κι αδιάφορα για την ιστορική αλήθεια, που απαλλάσσουν τον αμφιταλαντευόμενο ιστοριοδίφη από τις όποιες αμφιβολίες του. Η αφήγησή τους δε βασίζεται καν στην πραγματικότητα (όπως κάποιες μυθοπλασίες στο σινεμά και τη λογοτεχνία), θυμίζοντας περισσότερο ιστορικό πλειστηριασμό σε ό,τι έχει να κάνει πχ με τον αριθμό των θυμάτων του ουκρανικού λιμού.
-Δέκα εκατομμύρια, ακούω άλλη προσφορά;
Έχω είκοσι εκατομμύρια, είκοσι από τον κ. Κόνκουεστ.
Είκοσι εκατομμύρια ένα, είκοσι εκατομμύρια δύο...

Κανονικά, θα έπρεπε να μιλήσουμε σήμερα, βάση επετείου, για το άλλο μισό του ουρανού, που έχει σήμερα την τιμητική του, και -βάσει τίτλου- για τους Εφιάλτες με κεφαλαίο που κάποτε διάβαζαν το Κεφάλαιο (με κεφαλαίο) και σήμερα ευνοούν το κεφάλαιο (με μικρό κάπα). Άμα είναι να διαλέξεις ένα κάπα στη ζωή σου για να πορεύεσαι, ο καπιταλισμός σου δίνει περισσότερες ευκαιρίες ανέλιξης από το κομμουνιστικό κίνημα. Εκτός και αν είσαι ο Κατρούγκαλος (και άλλο κάπα), που παραμένει αμετανόητος κατά φαντασία κομμουνιστής...
Αλλά αυτά θα τα δούμε σε κάποιο άλλο κείμενο

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Απλά μαθήματα αντικομμουνισμού

Τις προάλλες η κε του μπλοκ είχε την τύχη(;) να διαβάσει αντί προλογικού σημειώματος το κείμενο μιας ομιλίας του Καστοριάδη για τον (ήδη μακαρίτη τότε) Σπύρο (Άγη) Στίνα. Ακολούθως το έψαξε στο διαδίκτυο και το βρήκε στον ιστότοπο της Ζούγκλας, που δε σημαίνει κάτι για το κείμενο και την αξία του, αλλά έχει μια ιδιαίτερη σημειολογία. Όποιος θέλει να το διαβάσει ολόκληρο μπορεί εδώ να ακολουθήσει το διασύνδεσμο (στο βουνό).

Παρακάτω αντιγράφω το δεύτερο μέρος της εισήγησης, όπου μπορεί να δει κανείς στο μπλέντερ μια σειρά αντικομμουνιστικές θέσεις (από τη φύση της Σοβιετικής Ένωσης και του ΕΑΜ μέχρι τη θέση της εργατικής τάξης στην κοινωνία). Και να αναρωτηθεί για ποιον ακριβώς λόγο και με ποιον τρόπο πλασάρεται ακόμα και σήμερα ο Καστοριάδης (και όχι μόνο) ως αυθεντία της επαναστατικής φιλοσοφίας. Οι υπογραμμίσεις με έντονη γραφή είναι δικές μου. Τα χαρυσαυγίτικα κεφαλαία (που δεν είχα χρόνο δυστυχώς να τα αλλάξω) δεν είναι από το πρωτότυπο, αλλά του χρήστη που ανέβασε το κείμενο στη Ζούγκλα.

Ο Καστοριάδης για τον Άγη (Σπύρο) Στίνα

Αυτό το θέμα, το περίφημο ρωσικό ζήτημα, δηλαδή ο κοινωνικός χαρακτήρας του καθεστώτος στη Ρωσία, πάντα απασχολούσε, και με επιμονή, τον Σπύρο.
Εκείνη είναι η εποχή, το τέλος του '42, αρχές '43, που με τη μεσολάβηση ενός αγαπημένου μου και πεθαμένου φίλου συνάντησα κι εγώ για πρώτη φορά τον Σπύρο κι αμέσως εντυπωσιάστηκα - όσο ίσως ποτέ στη ζωή μου - από την οξύτητα, την τόλμη, την αδιαλλαξία της πολιτικής σκέψης του και προσχώρησα στην οργάνωση που εμψύχωνε μαζί με τον Δημοσθένη Βουρσούκη, τον Γιάννη Ταμτάκο κι άλλους αγωνιστές. Τότε ήταν η εποχή της Κατοχής και της λεγομένης Αντίστασης. Από την αρχή ο Σπύρος είχε χαράξει μια σωστή διεθνιστική γραμμή εναντίον της τροτσκιστικής γραμμής που υποστήριζε το λεγόμενο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Θυμάμαι, ακόμα, πως προσπαθούσαμε και κατορθώναμε γερμανικά γραμμένες διεθνιστικές προκηρύξεις να τις ρίχνουμε στους γερμανικούς στρατώνες που βρίσκαμε στην περιοχή Αττικής. Αυτό που ήταν το καίρια ασθενές σημείο των αναλύσεων μας κατά την κατοχή ήταν η ανάλυση του ΕΑΜ, του ΚΚΕ, της δυναμικής τους και των σκοπών τους. Το κατάλοιπο της τροτσκιστικής αυταπάτης που μας εβάραινε και που δεν είχαμε ακόμα απορρίψει ήταν η ιδέα ότι τα σταλινικά κόμματα είχαν αστικοποιηθεί, όπως 40 ή 50 χρόνια πριν είχε αστικοποιηθεί η ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία.

Η ώρα της αλήθειας εσήμανε το Δεκέμβρη του 44'. Τι είδους αστικό ή ρεφορμιστικό κόμμα ήταν αυτό που, αν αφήσουμε κατά μέρος τη σκοτεινή και όχι τελείως γνωστή ιστορία των δισταγμών και του ηλίθιου τρόπου με τον οποίο η σταλινική διεύθυνση, από δική της άποψη, έδωσε τη μάχη των Αθηνών, προσπαθούσε να καταλάβει την εξουσία με τα όπλα, έσφαζε τους πάντες και τα πάντα κ.λπ. Και τι κινούσε και υποκινούσε τις μάζες που το ακολουθούσαν; Σε αυτό το σημείο δημιουργήθηκε η μόνη πολιτική διαφωνία που είχα στη ζωή μου με το Σπύρο. Πιθανόν για να σώσει κάτι από το κλασικό σχήμα, πιθανόν διότι πράγματι η κατάσταση για κάποιον που είχε τραφεί μέσα στο μαρξισμό ήταν τερατωδώς ακατανόητη, πιθανόν διότι η κατάσταση ήταν τραγική - να βλέπεις τον κοσμάκη να κατεβαίνει από την Καισαριανή, από το Παγκράτι, να ανεβαίνει απ' το Περιστέρι και να είναι έτοιμος να σκοτωθεί και εσύ να ξέρεις ότι αυτό για το οποίο σκοτώνεται είναι για να εγκαταστήσει εδώ στρατόπεδα συγκεντρώσεως και σταλινική δικτατορία - για κάποιον απ' όλους αυτούς τους λόγους, ίσως για όλους μαζί, μετά από το Δεκέμβρη ο Σπύρος υποστήριξε για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, σ' ένα κείμενο που δεν ξέρω αν σώζεται, ότι επρόκειτο για ένα ιδιόρρυθμο στρατιωτικό κίνημα που απηχούσε πραξικοπηματικές τάσεις των στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ. Για μένα, αντίθετα, όπως άλλωστε το έχω γράψει, τα Δεκεμβριανά ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η Αποκάλυψις, όχι του Ιωάννου αλλά του... Ιωσήφ και του... Νικολάου. Τα γεγονότα αυτά, η πολιτική του κόμματος, η στάση των μαζών ήταν τελείως αχώνευτα μέσα στα κλασικά σχήματα - όχι μόνο στα τροτσκιστικά ούτε καν και στα λενινιστικά, αλλά τελικά ακόμη, αν ακριβολογούμε, και μέσα στα μαρξιστικά σχήματα θεώρησης της κοινωνίας και της Ιστορίας. Έδειχναν πού επήγαινε ο σταλινισμός, ΗΤΑΝ ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙ ΟΤΙ ΑΝ ΟΙ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟΙ ΕΙΧΑΝ ΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΘΑΡΑ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΙ ΑΡΓΑ Η ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΣΑΙΟΥΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΕΣ ΚΙ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΕΙΘΗΝΙΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥΣ. Αυτό φυσικά, το λέω χωρίς καμία έπαρση, επαληθεύθηκε μαζικά απ' ό,τι συνέβη μετά (δεν το ξέραμε τότε) και στη Γιουγκοσλαβία και στις άλλες χώρες, είτε υπήρχε ρωσικός στρατός είτε δεν υπήρχε. Απλά και μόνο με τη δύναμη των σταλινικών κομμάτων, τα οποία φυσικά, μέσα σε συνθήκες κατοχής, όπως και αργότερα σε άλλες χώρες (Βιετνάμ και αλλού) σε συνθήκες εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, ανέπτυσσαν ένα τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό, επάνω στον οποίο στηριζόντουσαν για να καταλάβουν την εξουσία.

Πάντως, αυτή η διαφωνία κράτησε λίγο καιρό, ίσως μέχρι το '45 και αρχές του '46, και γρήγορα βρεθήκαμε πάλι σύμφωνοι και η ιδεολογική συνέχεια δεν έχει άλλη ιστορία από την ιστορία των ιδεών του Socialisme ou Barbarie, με τις οποίες ο Σπύρος συμφώνησε από την αρχή ως το τέλος και σε όλες τις προοδευτικές εξελίξεις και αναθεωρήσεις του κλασικού μαρξισμού που έγιναν μέσα σ' αυτό το περιοδικό και μέσα στα γραπτά μου. Αλλά μέσα σ' αυτήν την εξέλιξη πάντα ξαναγύριζε στο θέμα που εγώ, δικαίως ή αδίκως, θεωρούσα πια κλεισμένο. Γιατί η ρωσική επανάσταση εκφυλίστηκε; Γιατί, όταν πια ξεπεράσαμε την ιδέα του εκφυλισμού και καταλάβαμε ότι ο μπολσεβικισμός και ο ίδιος ο Λένιν από την αρχή δεν είχαν καμία σχέση με την επανάσταση, γιατί λοιπόν εμφανίστηκε ο μπολσεβικισμός και ο Λένιν; Και πως απέκτησαν την εμπιστοσύνη των μαζών; Γιατί η Ρόζα Λούξεμπουργκ έμεινε φωνή βοώσα εν τη ερήμω; Γιατί η θεωρία του Μαρξ περιέλαβε, από την αρχή, στοιχεία που έκαναν δυνατή, αν όχι αναπόφευκτη, αυτή την εξέλιξη και ΕΚΑΝΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΌΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΣ;

Σ' αυτά τα ερωτήματα εγώ προσπάθησα να απαντήσω. Και νομίζω ότι απάντησα, όσο είναι δυνατόν να απαντήσει κανείς σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Συνελόντι ειπείν, απάντησα: Ότι ο Μαρξ ο ίδιος και ο μαρξισμός είχαν υποστεί βαθιά επίδραση του καπιταλιστικού φαντασιακού της εποχής του, ότι όλα αυτά τα στοιχεία τα καπιταλιστικά εμπεριέχονται στο έργο του Μαρξ, ότι αυτά τα στοιχεία επέτρεψαν μια ορισμένη εξέλιξη της ιδεολογίας και της σοσιαλδημοκρατικής και εκείνης των μπολσεβίκων αλλά και ότι (το έγραψα ήδη από το '58 σ' ένα κείμενο που λέγεται «Προλεταριάτο και οργάνωση») η ίδια η εργατική τάξη είχε αφήσει να διεισδύσουν μέσα της οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού, είχε αρχίσει να πιστεύει στους ηγέτες της, στους ειδικούς και, συνεπώς, άφησε να δημιουργηθεί μια γραφειοκρατία η οποία δήθεν να την εκπροσωπεί.

Ο Σπύρος συνεχώς, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάψει να εγκρίνει και να επικροτεί αυτά που έγραφα, ξαναγύριζε πάντα σ' αυτές τις ερωτήσεις. Το γιατί δεν το ξέρω. Ίσως κάτι στο βάθος των απαντήσεων μου δεν του πήγαινε. Δεν τολμώ να πω ότι δεν το αφομοίωνε, μάλλον σαν να μην του αρκούσε. Ίσως, και αυτό περιέχει ένα τραγικό στοιχείο από το οποίο ποτέ δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, υπήρχε η διαφορά των γενεών. Εγώ το '45 ήμουν 23 ετών. Η ζωντανή επαναστατική παράδοση για μένα ήταν βιβλία. Και η πρώτη φορά που είδα μάζες στο δρόμο ήταν στις 3 Δεκεμβρίου του '44 στην Αθήνα, που ήταν έτοιμες να κρεουργήσουν όποιον εγώ θεωρούσα επαναστάτη και εμένα τον ίδιο φυσικά.

Του Σπύρου η πείρα δεν ήταν αυτή. Εκείνος είχε ζήσει μια εποχή που η εργατική τάξη ήταν πραγματικά επαναστατική (τουλάχιστον κατά περιόδους και στα τμήματα της). Η Θεσσαλονίκη του '20 - '23 ήταν πάντοτε το σημείο αναφοράς του. Θυμάμαι τον θαυμασμό του για τις καπνεργάτριες της Θεσσαλονίκης όταν κατέβαιναν με τα τσόκαρα και συγκρούονταν με τους χωροφύλακες. Ίσως λοιπόν και αυτό να συνέβαλε ώστε να μην μπορεί να δεχθεί ότι, όσο ηρωική και κοσμοϊστορική και αν υπήρξε η προσπάθεια της εργατικής τάξης κατά τον 19ο και κατά το πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα, δεν κατόρθωσε να φέρει το αποτέλεσμα που της φαινόταν προδιαγεγραμμένο. Ίσως επίσης η τρομερή αντίφαση ανάμεσα στην ιδέα μιας, όπως και να το κάνουμε, μεσσιανικής τάξης και στη διαπίστωση ότι αυτή η τάξη συνεχώς ξανάπεφτε κάτω από την επιρροή ξένων και εχθρικών στοιχείων της ρεφορμιστικής και κομμουνιστικής γραφειοκρατίας τον εμπόδιζε να απαλλαγεί από αυτή την σχεδόν έμμονη ιδέα.

Φυσικά, αυτό ποτέ δεν τον εμπόδισε να δει, να καταλάβει, να χαιρετήσει με ενθουσιασμό τα νέα απελευθερωτικά κινήματα που εμφανίσθηκαν στη δεκαετία τον '60 και κατόπιν τα κινήματα των σπουδαστών, των νέων, των γυναικών, των μειονοτήτων κ.λπ. Στα τελευταία χρόνια νομίζω, από τις συζητήσεις που είχαμε κάνει, είχε ξεπεράσει τον μύθο της εργατικής τάξης. Όμως ξαναγύριζε στο ερώτημα που θα μπορούσα να το ξαναδιατυπώσω με τη μορφή: Τί πήγε στραβά; Πού άρχισε ο εκτροχιασμός;

Και εδώ γεννιέται ένα φιλοσοφικότερο, αν μπορώ να πω, ερώτημα. Θα μπορούσε να είχε υπάρξει μια διαφορετική εξέλιξη του εργατικού και του επαναστατικού κινήματος; Θα μπορούσαν οι τάσεις που ήταν τόσο εμφανείς στην Παρισινή Κομμούνα, στα πρώτα Σοβιέτ, στα Εργατικά Συμβούλια στη Γερμανία και βόρειο Ιταλία το '18 και '19, στην Ισπανία το '36-'37 και ιδιαίτερα στην Καταλονία, να είχαν φθάσει στους σκοπούς τους; Νομίζω ότι, εξαιρώντας την Παρισινή Κομμούνα και τα Ουγγρικά Συμβούλια μετά το '56, το βασικό στοιχείο για να σκεφθούμε αυτή την ερώτηση είναι η ακόλουθη διαπίστωση: Όλα αυτά τα κινήματα της εργατικής τάξης σπανίως νικήθηκαν από τους εξωτερικούς τους εχθρούς. Σχεδόν πάντα κατέρρευσαν από μέσα, «εκφυλίσθηκαν» όπως λέγαμε τότε, δηλαδή έπεσαν κάτω από τον έλεγχο μιας γραφειοκρατίας που τα ίδια την είχαν δημιουργήσει.

Εκ των υστέρων, και χωρίς να είμαστε εγελιανοί, μπορούμε να πούμε ότι χωρίς αυτή τη γραφειοκρατία και την πείρα της γραφειοκρατικοποίησης, το Επαναστατικό Κίνημα δεν θα μπορούσε να πάει παρακάτω, και δεν θα μπορούσαμε εμείς σήμερα να σκεφθούμε ότι ο πραγματικός σοσιαλισμός, δηλαδή μια αυτόνομη, αυτοκυβερνούμενη και αυτοθεσμιζόμενη κοινωνία, και το κίνημα που θέλει να φθάσει σε μια τέτοια κοινωνία, δεν κινδυνεύει τόσο από εξωτερικούς εχθρούς αλλά ΑΠΟ ΤΗΝ ΊΔΙΑ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΗΓΕΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ, ΝΑ ΠΑΡΑΙΤΟΥΝΤΑΙ, ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΟΝΤΑΙ, ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΠΑΥΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΊΔΙΑ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΜΕΣΑ Σ' ΈΝΑ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ.

Κι έτσι ερχόμαστε στη σημερινή κατάσταση και στο σημερινό πρόβλημα. Γιατί βεβαίως αυτό που παρατηρούμε σήμερα γύρω μας, και που τόσο συχνά έφερνε σε απελπισία τον Σπύρο, είναι η επέκταση και η επικράτηση των χαρακτηριστικών που ανέφερα προηγουμένως, της απάθειας, της ιδιωτικοποίησης, της ανευθυνότητας, του εγκλωβισμού του καθενός στον μικρούλη του ατομικό χώρο. Και αυτό σε μια εποχή που τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι πρωτοφανούς κρισιμότητας και απειλούν την ίδια τη ζωή πάνω στον πλανήτη.

Αν, πώς και πότε θα βγούμε από αυτή την κατάσταση, κανένας δεν μπορεί να το προβλέψει. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι να κάνουμε προβλέψεις. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο καθένας μας, εκεί που βρισκόμαστε, έστω και ως άτομα, ακόμα περισσότερο όταν μπορούμε ομαδικά, να συνεχίσουμε την πάλη για την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, να συνεχίσουμε τον αγώνα για μια αυτόνομη κοινωνία αποτελούμενη από αυτόνομα άτομα, αγώνα στον οποίο αφιέρωσε την ηρωική και μαρτυρική ζωή του ο Σπύρος Στίνας
.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

O Ρόμπερτ Κόνκουεστ στην καρδιά των μύθων

Το κείμενο που ακολουθεί, αναδημοσιεύεται με αφορμή το θάνατο του γνωστού αντικομμουνιστή Ρόμπερτ Κόνκουεστ και είναι ένα απόσπασμα από άρθρο ενός Σουηδού μουλά, που βρήκα με μια εντελώς πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο, το οποίο ανασκευάζει μια σειρά αστικών μύθων σχετικά με τη χώρα των σοβιέτ. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα παρατίθενται περιληπτικά κάποια βασικά στοιχεία για το βίο και την πολιτεία του Κόνκουεστ.


Αυτό το άτομο, που τόσο ευρέως αναφέρεται στον αστικό Τύπο, αξίζει κάποια συγκεκριμένη προσοχή σε αυτό το σημείο. Ο Ρόμπερτ Κόνκουεστ είναι ένας από τους δύο συντάκτες που έχουν γράψει τα περισσότερα σχετικά με τα εκατομμύρια νεκρών στη Σοβιετική Ένωση. Είναι στ’ αλήθεια ο δημιουργός όλων των μύθων που έχουν διαδοθεί σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Ο Κόνκουεστ είναι πρώτιστα γνωστος για τα βιβλία του The Great Terror («Ο μεγάλος τρόμος- 1969) και Harvest of Sorrow ( «Η συγκομιδή της θλίψης»- 1986). Ο Κόνκουεστ γράφει για εκατομμύρια νεκρών από λιμό στην Ουκρανία, στα στρατόπεδα εργασίας gulag και κατά τη διάρκεια των δικών του 1936-38, χρησιμοποιώντας ως πηγές πληροφοριών αυτοεξόριστους Ουκρανούς που ζουν στις ΗΠΑ και που ανήκουν σε δεξιά κόμματα, ανθρώπους που είχαν συνεργαστεί με τους Ναζί στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Πολλοί από τους ήρωες του Κόνκουεστ ήταν γνωστοί ως εγκληματίες πολέμου που οδήγησαν και συμμετείχαν στη γενοκτονία του εβραϊκού πληθυσμού της Ουκρανίας το 1942. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ο Mykola Lebed, που καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Ο Lebed ήταν προϊστάμενος ασφάλειας στο Lvov κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής κατοχής και διηύθυνε τις φοβερές διώξεις των Εβραίων που πραγματοποιήθηκαν το 1942. Το 1949 η CIA φυγάδευσε τον Lebed στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου εργάστηκε ως πηγή παραπληροφόρησης. 

Το ύφος των βιβλίων του Κόνκουεστ είναι ένα ύφος βίαιου και φανατικού αντι-κομμουνισμού. Στο βιβλίο του The Great Terror, ο Κόνκουεστ μας λέει ότι εκείνοι που πέθαναν εξαιτίας λιμού στη Σοβιετική Ένωση μεταξύ του 1932-1933 ήταν 5 - 6 εκατομμύρια, οι μισοί δε από τους στην Ουκρανία. Αλλά το 1983, κατά τη διάρκεια της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας του Reagan, ο Κόνκουεστ είχε επεκτείνει χρονικά την πείνα στο 1937 και είχε αυξήσει τον αριθμό των θυμάτων σε 14 εκατομμύρια! Τέτοιοι ισχυρισμοί έμελε να ανταμειφθούν καλά: το 1986 προσελήφθη από το Reagan για να γράψει το υλικό για την προεδρική καμπάνια που στόχευε στην προετοιμασία των αμερικανών για μια σοβιετική εισβολή(!). Το εν λόγω κείμενο είχε τίτλο "τι να κάνετε όταν έρθουν οι Ρώσοι –Οδηγός Επιβίωσης"! Παράξενες κινήσεις από καθηγητή Ιστορίας...

Το γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα περίεργο σε όλα αυτά, από τη στιγμή που προέρχονται από ένα άτομο που έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του ζώντας από τα ψέματα και τα κατασκευάσματα για τη Σοβιετική Ένωση και το Στάλιν -πρώτα ως μυστικός πράκτορας υπηρεσιών και έπειτα ως συγγραφέας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο Stamford στην Καλιφόρνια. Το παρελθόν του Κόνκουεστ αποκαλύφθηκε από τον the Guardian της 27ης Ιανουαρίου 1978 σε ένα άρθρο που τον προσδιόριζε ως πρώην πράκτορα στο τμήμα παραπληροφόρησης της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας,δηλαδή το ερευνητικό τμήμα πληροφοριών (IRD). Η IRD ήταν ένα τμήμα που οργανώθηκε το 1947 (αρχικά ονομαζόταν «Κομμουνιστικό Γραφείο Πληροφοριών») του οποίου κύριος στόχος ήταν να καταπολεμηθεί η κομμουνιστική επιρροή σε όλο τον κόσμο με την «εμφύτευση» τετοιων ιστοριών μεταξύ των πολιτικών, των δημοσιογράφων και άλλων που ήταν σε θέση να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Οι δραστηριότητες της IRD ήταν πολύ εκτεταμένες, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στο εξωτερικό. Όταν την IRD έπρεπε να διαλυθεί τυπικά το 1977, ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης των σχέσεών της με την ακροδεξιά, ανακαλύφθηκε ότι στη Μεγάλη Βρετανία περισσότεροι από 100 μεταξύ των πιο γνωστών δημοσιογράφων είχαν σύνδεσμο με την IRD που τους παρείχε τακτικά το υλικό για τα άρθρα τους. Αυτό ήταν κανόνας για διάφορες σημαντικές βρετανικές εφημερίδες, όπως οι The Financial Times, The Times, Economist, Daily Mail, Daily Mirror, The Express, The Guardian και άλλες. Τα γεγονότα που εκτίθενται από το Guardian επομένως μας δίνουν μια ένδειξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι μυστικές υπηρεσίες είναι σε θέση να χειριστούν τις ειδήσεις που φθάνουν στο ευρύ κοινό.

Ο Conquest εργάστηκε για την IRD από όταν ιδρύθηκε έως το 1956. "Εργασία" του Conquest ήταν να συμβάλει στην κατασκευή της "Μαύρης Ιστορίας" της Σοβιετικής Ένωσης που παρουσιάστηκε ως πραγματικότητα και που διανεμήθηκε μεταξύ των δημοσιογράφων και άλλους ικανούς να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Αφότου είχε αφήσει τυπικά την IRD, ο Conquest συνέχισε να γράφει τα βιβλία που προτάθηκαν από την IRD, με τη μυστική υποστήριξη υπηρεσιών. Το βιβλίο του "The Great Terror", ένα κείμενο από την «οπτική γωνία» της Δεξιάς σχετικά με το θέμα της ταξικής σύγκρουσης που πραγματοποιήθηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1937, ήταν στην πραγματικότητα μια συλλογή κειμένων που είχε γράψει κατά τη διάρκεια της θητείας του στις μυστικές υπηρεσίες. Το βιβλίο δημοσιεύθηκε με τη βοήθεια της IRD. Το ένα τρίτο των βιβλίων αγοράστηκε από τις εκδόσεις Praeger, που έγιναν γνωστές για τη δημοσίευση κειμένων προερχόμενων από τις πηγές της CIA. Το βιβλίο του Conquest προορίστηκε για τους "χρήσιμους ανόητους", όπως οι πανεπιστημιακοί καθηγητές και οι άνθρωποι που εργάζονται στον Τύπο, το ραδιόφωνο και την TV, που εξασφαλίζουν ώστε τα ψέματα του Conquest και της Άκρας Δεξιάς να συνεχίζονται να διαδίδονται σε μεγάλες μάζες πληθυσμού. Ως και σημερα ο Conquest παραμένει για τους δεξιούς ιστορικούς μια από τις σημαντικότερες πηγές υλικού στη Σοβιετική Ένωση.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ο κόκκινος κάβουρας

Ο κόκκινος κάβουρας είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του μίμη ανδρουλάκη, που βασίζεται στην υπαρκτή (απ’ όσο καταλαβαίνω) περίπτωση ενός πράκτορα της κυπ, που είχε διεισδύσει στο κόμμα και τα ηγετικά του κλιμάκια, φτάνοντας να γίνει και μέλος της κετουκε –αν δεν κάνω λάθος ήταν στο γραφείο της κοθ και λεγόταν σταμπουλίδης, αν και ο ανδρουλάκης αποφεύγει επιμελώς να τον κατονομάσει συγκεκριμένα και σε όλο το βιβλίο αναφέρεται σε αυτόν με την κωδική του ονομασία. Ενώ η αποκάλυψή του ήταν δώρο της αλλαγής και της νέας πράσινης και δημοκρατικής πολιτικής διοίκησης της κυπ (νομίζω του τσοχατζόπουλου) στο κόμμα.

Το παραδέχεται και μόνος του ότι είναι
Η ιστορία αυτή αποτελεί την χαρά και το έσχατο καταφύγιο στην επιχειρηματολογία κάθε αναρχικής ή εξωκοινοβουλευτικής ομάδας, που δικαιολογεί, με ένα ακλόνητο παράδειγμα από τη ζωή, τη δική της μισοδιαλυτική οργανωτική κατάσταση, εφόσον ούτε η «σκληρή δομή» του κουκουέ αποδείχτηκε άτρωτη και στεγανή από τους ασφαλίτικους μηχανισμούς του κράτους. Φανταστείτε βέβαια με το ίδιο σκεπτικό, τη «δικαίωση» που πρέπει να ένιωσαν οι μενσεβίκοι, όταν άνοιξαν τα μυστικά αρχεία της οχράνα κι αποδείχτηκε πως ο μαλινόφσκι, μέλος του πολίτ-μπιρό του κόμματος των μπολσεβίκων, ήταν πράκτορας της τσαρικής μυστικής αστυνομίας. Και δεν το λέω αυτό για να ισχυριστώ πως το κκε στέκει στο ύψος των μπολσεβίκων, αλλά για να δείξω την κοινή, διαχρονική μενσεβίκικη λογική στο οργανωτικό ζήτημα, όπως είχε αποτυπωθεί και στην πρόταση καταστατικού του μάρτοφ, να είναι μέλη του κόμματος όσοι είναι συμπαθούντες και σύμφωνοι γενικά με το πρόγραμμά του –ή με άλλα λόγια, όποιος παλεύει γενικά και γενικώς δεν την παλεύει άλλο με τη σημερινή κατάσταση.

Όποιος διάβαζε πέρσι βέβαια στον αστικό κυριακάτικο τύπο την αναγγελία του βιβλίου και την προδημοσίευση κάποιων αποσπασμάτων του, θα σχημάτιζε τελείως διαφορετική εντύπωση –όχι μόνο για το περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και για το κείμενο της ίδιας της παρουσίασής του- από τους συντονισμένους πρωτοσέλιδους τίτλους και τον τρόπο με τον οποίο διαφήμιζαν τον κόκκινο κάβουρα: ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΚΕ!
Για να υποθέσει ο αναγνώστης πως μιλάμε για κάποια καινούρια, τωρινή αποκάλυψη για το σημερινό κκε, που είναι διάτρητο και ξέφραγο αμπέλι, όπου αλωνίζουν πράκτορες, χαφιέδες, σταυρόπουλοι, πληροφοριοδότες του σταυρόπουλου, σκυλιά, γατιά και αλεστικά μη δίνετε. Και για να ερεθίσει το θυμικό του μέσου συντρόφου, που με έναν ιδιότυπο μαζοχισμό –από τον οποίο δεν εξαιρώ φυσικά τον εαυτό μου- παρακολουθεί και συγκεντρώνει τις διάφορες αντικομμουνιστικές χυδαιότητες –λες και θα αναλάβει να απαντήσει ο ίδιος ή απλώς για να ‘χει εικόνα. Κι η αλήθεια είναι πως είμαστε μία από τις βασικές κατηγορίες του αναγνωστικού κοινού στις οποίες απευθύνονται τέτοια βιβλία και που μπορεί να (τα) τσιμπήσει, όχι με αυτά που λένε, αλλά για να δει τι λένε.

Όσο άθλια και εφετζίδικη ήταν λοιπόν η ρεκλάμα που του έκανε ο αστικός τύπος, άλλο τόσο άθλιο κι απογοητευτικό είναι το ίδιο το βιβλίο του ανδρουλάκη, που ενδιαφέρεται πρωτίστως να πουλήσει πάση θυσία, αλλά μας πούλησε τελικά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, χωρίς να μας δώσει καν αυτό που διαφήμιζε: δηλ ένα φτηνό αντικομμουνιστικό καλτ, με τζεϊμς-μποντιλίκια και κρυφές βουτιές στα άδυτα του περισσού, παρασκήνια και μια εσάνς πολιτικού κουτσομπολιού.

Ο φλωράκης πχ εμφανίζεται σε ένα μικρό, δευτερεύοντα ρόλο, βασικά μόνο στο πρώτο κεφάλαιο, όπου ο στόχος είναι να εμπεδώσουμε πως ο ανδρουλάκης ήταν παιδί του χαρίλαου, διαρκώς δίπλα του στις κρίσιμες στιγμές και την τελική ευθεία εκείνης της «σκοτεινής υπόθεσης» -εδώ το σκοτάδι μπαίνει για να ανατριχιάσουμε και να μπούμε στο κλίμα της περιπέτειας. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο με σημειώσεις για διάφορες ιστορικές συμπτώσεις και ιντριγκαδόρικους συνειρμούς-παραλληλισμούς συγκαιρινών γεγονότων με το κομβικό έτος 1913 (στο φετινό βιβλίο του –γιατί βγάζει περίπου ένα κάθε χρόνο- μπορεί να μας λέει για τα εκατό χρόνια από τον πρώτο παγκόσμιο), αλλά όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, θα μπορούσαμε να το παραλείψουμε χωρίς να χάσουμε κάτι από την πλοκή.

Η οποία πλοκή εκτείνεται χωρίς ουσιαστικό λόγο στις επόμενες τριακόσιες και βάλε σελίδες του βιβλίου και είναι τόσο ανιαρή και αδιάφορη, που μπορεί και να την έχεις ξεχάσει –καλή ώρα- μόλις λίγους μήνες αφού την έχεις διαβάσει. Θυμάμαι μόνο πως στο τέλος ο ανδρουλάκης ανακαλύπτει τη γερμανίδα σύζυγο του κόκκινου κάβουρα, την κυρία καβουρίνα (κάπως αλλιώς τη λένε αλλά δεν έχω συγκρατήσει το όνομα), ενώ στο ενδιάμεσο έχει προλάβει να γοητεύσει αυτήν και όλες τις υπόλοιπες γυναίκες της υπόθεσης, με τις τρομερές του γνώσεις και την ακατάσχετη ανδρουλακολογία του. Μία ζωγράφος μάλιστα διακόπτει σε κάποια στιγμή την τέχνη της κι αφήνει τον πίνακα για να αυνανιστεί μπροστά του και να φτάσει σε οργασμό.

Ο ανδρουλάκης φαίνεται να αναπολεί περασμένα μεγαλεία και το ντόρο που προκάλεσε, την εποχή που βγήκε, το μν, όταν μας γράφει για το μουνί της ζωγράφου και μας το επαναλαμβάνει, για να το εμπεδώσουμε και να σοκαριστούμε με το τολμηρό, ελευθερόστομο πνεύμα του: «μουνί-μουνί». Ενώ το ίδιο περίπου αποτέλεσμα φαίνεται να επιδιώκει και με τη συνεχόμενη επανάληψη «πράκτορας-πράκτορας».

Θεωρητικά ενδιαφέρεται από ερευνητική, λογοτεχνική άποψη να διεισδύσει στο φαινόμενο των λεγόμενων «διπλών ανθρώπων-πρακτόρων», τη διχασμένη προσωπικότητα και την ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται μάλλον για ένα είδος υποσυνείδητης ενδοσκόπησης κι αυτοβιογραφικών αναζητήσων γύρω από τη δική του διπλή ψυχολογία, γλώσσα, στάση, τον καιρό που ήταν αναπληρωματικό μέλος του πγ της κετουκε, κι έπρεπε να πασπαλίζει με μαρξικές αναφορές αυτά που πρέσβευε. Δεν χρειάζεται εξάλλου να είναι κανείς έμμισθος, στρατολογημένος, πράκτορας, για να υπηρετεί την αστική τάξη και τα συμφέροντά της. Αν και ο ανδρουλάκης ανταμείφθηκε με το παραπάνω για την εξαργύρωση του κομμουνιστικού του παρελθόντος (κολαούζος του κόκκαλη στον φλας, πολιτική καριέρα με το πασόκ του γιωργάκη, κτλ).

Ο ανδρουλάκης ξέρει πως το κουκουέ πουλάει ακόμα, αφού το πούλησε κι αυτός την περίοδο του μαζικού ξεπουλήματος ιδανικών σε τιμή ευκαιρίας. Κι επιχειρεί πιθανότατα μια τελευταία αρπαχτή με μεταχρονολογημένες επιταγές από το πέρασμά του στο κόμμα, βλέποντας τις δικές του μετοχές στο πολιτικό χρηματιστήριο να κατρακυλάνε και το ρόλο της στυμμένης λεμονόκουπας να πλησιάζει επικίνδυνα. Δυστυχώς για αυτόν την έκανε πολύ νωρίς, με πλαϊνά, καβουρίσια πηδηματάκια, από το συνασπισμό (πριν από το εκλογικό ναυάγιο του 93’) γιατί ήταν φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, αλλά δεν κατάφερε να πηδήξει εγκαίρως, όπως κάποια άλλα ποντίκια, από το πολιτικό ναυάγιο του πασόκ. Μπορεί όμως να πιάσει το τραγούδι, τώρα που θα μείνει πιθανότατα εκτός βουλής, στις επόμενες εθνικές εκλογές. Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια...

Το βιβλίο λοιπόν έχει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αρπαχτής, σε πολλαπλάσιο βαθμό από ό,τι άλλα, προηγούμενα έργα του ανδρουλάκη, και συνεπώς δε συνίσταται, ούτε καν για ανάγνωσμα παραλίας ή τρένου. Η βασική αίσθηση που μένει στο τέλος είναι η ανεξάντλητη περιαυτολογία και αυταρέσκεια αυτού του σεμνού ανδρός, ίσως το μοναδικό χαρακτηριστικό το οποίο έχει παραμείνει σταθερό πάνω του σε αυτήν τη διαδρομή και στο οποίο παρουσιάζει θαυμαστή πολιτική συνέπεια. Όλος ο κόσμος ήτανε δικός του και δημιούργημά του. Κι ο εαυτός του ήτανε όλος ο κόσμος.


Αναρωτιέσαι πολλές φορές τι θα γινόταν ο μίμης ανδρουλάκης αν ήταν στοιχειωδώς εμφανίσιμος. Θα διοχέτευε σε άλλους τομείς την εγωπάθειά του ή θα έβγαινε περισσότερο πολιτικά ψωνισμένος, να ασκεί το αντικειμενικά (το λεν και τα βιβλία του) ακαταμάχητο σεξαπίλ του, λέγοντας σε καθεμιά αυτό που ζητάει να ακούσει; Και μήπως έτσι έβλεπε και το κόμμα και εξάσκησε πάνω στη ράχη μας, με περίτεχνες μαρξίζουσες αρλούμπες που ακούγονταν όμως όμορφα, αυτή τη ρητορική δεινότητα, να ντύνει το τίποτα με τόσο πομπώδεις φράσεις;

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Τιμή μου πάνω απ' όλα η τιμή του κόμματός μου

Σήμερα συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από την εκτέλεση του ηρωικού κομμουνιστή δάσκαλου, νίκου πλουμπίδη. Μια επέτειος, που για κάποιους «αριστερούς» αντικομμουνιστές αποτελεί ευκαιρία να αντλήσουν πολιτική υπεραξία από το δικό του μπόι, να τον αντιπαραβάλουν λάθρα στο κκε και την (ζαχαριαδική ή διαχρονικά οποιαδήποτε) ηγεσία του, να μιλήσουν για την πιο τραγική φιγούρα του κομμουνιστικού κινήματος, που τον πρόδωσε το κόμμα του και τον σκότωσε ηθικά, προτού τον σκοτώσουν τυπικά οι εκτελεστές του.


Και έτσι, με ένα μαγικό όσο και προβλέψιμο τρόπο, τα βέλη της πολεμικής (γιατί δεν πρόκειται πια για απλή κριτική, πόσο μάλλον καλοπροαίρετη) σημαδεύουν το κόμμα του πλουμπίδη, που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να καθορίσει, με τις πράξεις του ή τις παραλείψεις του, το τέλος ή και τη σωτηρία του «μπάρμπα». Και όχι τους δήμιούς του, το αστικό κράτος που, παρά την προχωρημένη φυματίωσή του και το πέρας πενταετίας από το τέλος του ένοπλου αγώνα, εξακολουθούσε να τον θεωρεί επικίνδυνο και γι’ αυτό τον εκτέλεσε.

Κι οι λύκοι, αγκαλιά με τα σκυλιά, αλυχτούν πένθιμα, με περισσή υποκρισία. Δεν τιμούν τον πλουμπίδη για αυτό που ήταν, ένας ήρωας που θυσιάστηκε συνειδητά στον αγώνα για τους σκοπούς του λαϊκού κινήματος. Αλλά τον αντιμετωπίζουν με συμπόνια, ως ένα αθώο θύμα που εξαπατήθηκε, φεύγοντας γελαστός μα γελασμένος, και το μόνο λάθος που έκανε ήταν η ακλόνητη πίστη που είχε στους χειρισμούς των συντρόφων του, ή μάλλον της (πάντα αυτής) ηγεσίας τους.

Όταν μιλάμε όμως για την κομματικότητα των κομμουνιστών, δεν εννοούμε μια θρησκόληπτη, μεταφυσική πίστη σε ένα δόγμα –άλλο αν μπορεί να διακρίνει κανείς και μια τέτοια, «θρησκευτική» διάσταση στην πρωτόλεια συνείδηση πολλών απλών χωρικών πχ που συμμετείχαν με το δικό τους λιθαράκι στην εποποιία του εαμ και του δσε. Μιλάμε για έλλογη, συνειδητή πίστη, βασισμένη στη γνώση. Για αφοσίωση σε ένα ιδανικό και το συλλογικό αγώνα για την κατάκτησή του. Και αυτή η πίστη ήταν που «κίνησε βουνά» και έχτισε ένα μοναδικό στα ελληνικά χρονικά μαζικό κίνημα στα βουνά και τις πόλεις, δίνοντας χιλιάδες στιγμές, προσωπικές ιστορίες και παραδείγματα ηρωισμού. Αυτό ήταν το μαγικό φίλτρο, που βοήθησε αυτούς τους ήρωες να γίνουν άπαρτα βουνά, να αντέξουν τις κακουχίες του αγώνα, την οδυνηρή ήττα με τις συνέπειές της, το κολαστήριο των φυλακών και της εξορίας.

Ο νίκος πλουμπίδης είναι μια ξεχωριστή ψηφίδα σε αυτό το μωσαϊκό, που ο ηρωισμός της δεν έγκειται σε πολεμικά ανδραγαθήματα ή κάποια φλογερή απολογία που ταπείνωσε κι αποστόμωσε αυτούς που τον (κατα)δίκαζαν. {Αυτά τρέφουν κυρίως το φαντασιακό των ηρώων του αμφιθεάτρου, που θεωρούν ότι αποτελούν την έμπρακτη συνέχειά τους στο σήμερα –στο πεδίο του φαντασιακού, πάντα}. Όσο στο ότι πάλεψε με την αρρώστια, τις αντοχές του, τις δύσκολες συνθήκες κράτησης, για να μπορέσει να σταθεί όρθιος και να δώσει με αξιοπρέπεια την τελευταία του μάχη στο δικαστήριο, χωρίς να αφήσει να λερώσουν το όνομά του και το κόμμα του. Και τα κατάφερε να μείνει αλύγιστος, αντλώντας δύναμη από το μαγικό φίλτρο των αγωνιστών της εποχής του, μολονότι φαινομενικά –για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή- έμοιαζε να έχει κλονιστεί η σχέση (αμοιβαίας) εμπιστοσύνης με το κόμμα. Ο «μπάρμπας» έμεινε όρθιος, για να πέσει μόνο στο εκτελεστικό απόσπασμα, φωνάζοντας «ζήτω το κκε». Και στην τελική ευθεία της ζωής του, δεν είχε αμφιβολία πως το κόμμα θα βρει την αλήθεια και θα αποκαταστήσει το όνομά του. Γιατί δική του τιμή ήταν η τιμή του κόμματος, του τιμημένου (από τους αγώνες και τις θυσίες των μελών του) κουκουέ.

Και είχε απόλυτο δίκιο. Το κόμμα διόρθωσε το λάθος του, αποκατέστησε τον πλουμπίδη και τον τιμά σαν ήρωα για τη θυσία του και το παράδειγμα απαράμιλλης κομματικότητας που έδωσε. Ενώ έβγαλε πολύτιμα (κι ακριβοπληρωμένα με αίμα) συμπεράσματα από την ιστορία του και ειδικά για παρόμοιες περιπτώσεις. Γιατί οι διαφωνίες και οι διαμάχες που προκύπτουν στο εσωτερικό του κκ δεν ανάγονται πάντα σε προδοσία και πέρασμα με την πλευρά του ταξικού εχθρού. Πολλές φορές ερμηνεύονται στη βάση των σύνθετων, πρωτότυπων καταστάσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κομμουνιστές. Κι αυτό, αν μπορώ να το αναπαράγω σωστά από μνήμης, ήταν και το νόημα του χαιρετισμού της αλέκας στην ετήσια συνεστίαση της πεαεα, λίγο πριν από τη συγγραφή του β’ τόμου του δοκιμίου ιστορίας.
Υπάρχουν πολλά σημεία στην «υπόθεση πλουμπίδη» όπου μπορεί να σταθεί κανείς. Πχ η διείσδυση της ασφάλειας στο παράνομο κομματικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον «μπάρμπα» και τις απανωτές συλλήψεις που δικαιολογούν ίσως την καχυποψία και την επιφυλακτικότητα της κομματικής ηγεσίας στο εξωτερικό –όπως είχε πει σε μια συνέντευξή του και ο σήφης ζαχαριάδης, αν ο πατέρας του είχε κατηγορήσει κάποια στιγμή τον πλουμπίδη για «πράκτορα της ασφάλειας», αυτό συνέβη πιθανότατα γιατί υπήρχαν στοιχεία και συγκεχυμένες ενδείξεις που οδηγούσαν προς αυτό το συμπέρασμα. Ή το ζήτημα της διάψευσης από το ραδιοσταθμό του κκε του γνήσιου της υπογραφής του πλουμπίδη στο σημείωμά του για τον μπελογιάννη (στα πλαίσια της δημιουργικής ερμηνείας από τον μπάρμπα του συνθήματος ‘να γίνει ό,τι είναι δυνατό για να σωθεί ο μπελογιάννης’), καθώς μπορεί να ήταν ο μόνος ασφαλής δίαυλος άμεσης επικοινωνίας, για να του περάσει το κόμμα το μήνυμα πως δεν ήταν σωστή η κίνησή του –κι είναι πράγματι αμφίβολο, αν θα μπορούσε να φέρει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα.

Το πιο βασικό όμως το συνοψίζει ο ίδιος ο πλουμπίδης στη φράση του: τιμή μου έχω πάνω απ' όλα την τιμή του κόμματός μου. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία από το να αντιπαραβάλλεις τον πλουμπίδη στο κόμμα του, τάχα για να τον τιμήσεις.
Γιατί το κουκουέ γεννάει από τις γραμμές του πλουμπίδηδες και μπελογιάννηδες, ενώ αυτοί με τη σειρά έκαναν το κκε το ιστορικό κόμμα που είναι σήμερα. Αυτά τα δύο υπάρχουν σε μια αξεδιάλυτη ενότητα, όπου δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να διαχωρίσουμε τον ένα πόλο από τον άλλο, ούτε και να αγνοούμε τον πρωτεύοντα ρόλο που έχει απέναντι στα μεμονωμένα άτομα το σύνολο μες στο οποίο λειτουργούν κι αναδεικνύονται.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι τιμητές του κόμματος, που «τιμάνε» τον πλουμπίδη, και όλοι όσοι γοητεύονται με τους «μοναχικούς καουμπόηδες» που δρουν έξω από τα «κομματικά στεγανά» είναι πως οι κομμουνιστές δε σκλαβώνουν το «εγώ» τους στο κόμμα, αλλά διαμορφώνουν κι αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους μες σε αυτό, εξελίσσονται μαζί του, χάρη στα ερεθίσματα και τις εμπειρίες ζωής που αποκτούν. Από τις πιο ηρωικές πράξεις τους, μέχρι τα πιο ευτελή τους βήματα, όπως αυτό το ιστολόγιο πχ, οι επιλογές τους φέρουν τη σφραγίδα της οργανωμένης ζωής, της πάλης μέσα από τις γραμμές του.

Οι σύντροφοι οφείλουν πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς τους, τις ανησυχίες, τις ευαισθησίες, τα διαβάσματα, τις ιδέες, την καλλιέργειά τους στο πέρασμά τους (μικρό ή μεγαλύτερο) από το κόμμα και την οργάνωση. Με δυο λόγια οι κομμουνιστές οφείλουν το ευ ζην στο κόμμα και την επίδρασή του, και για αυτό δε δίστασαν, όποτε χρειάστηκε, να δώσουν και το ίδιο το ζην τους για τον αγώνα του. Κανένα άλλο κόμμα δεν μπόρεσε να εμπνεύσει τέτοια στράτευση και να βγάλει έναν πλουμπίδη από τις γραμμές του.

Και έτσι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία από το να προσπαθείς να αντιπαραβάλλεις τον πλουμπίδη και τους κομμουνιστές με το κόμμα τους, για να το σπιλώσεις. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σπιλώσεις την τιμή του ίδιου του πλουμπίδη, που έχει για τιμή του πάνω απ' όλα την τιμή του κόμματός του.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Οι τρεις μέρες που δε συγκλόνισαν τον κόσμο

Σε μια πρόσφατη ανάρτηση αναφερθήκαμε στο περιοδικό μαρξιστική σκέψη, σε κάποιους εκλεκτούς συνεργάτες του στο αφιέρωμα για την ιστορία του κκε, και στο διευθυντή του, χρήστο κεφαλή, που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα, ειδική περίπτωση. Στέλεχος του σύριζα και συνεργάτης του εκδοτικού «τόπος», με τακτική αρθρογραφία στην αυγή, από τις στήλες της οποίας πρωταγωνίστησε στην κατυνολογία, που επί της ουσίας αναπαρήγαγε τη ναζιστική εκδοχή για τη μαζική δολοφονία χιλιάδων πολωνών αξιωματικών (με γερμανικές σφαίρες) από τους σοβιετικούς στο κατύν, ως ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα των «σταλινικών εγκλημάτων».


Το σημαντικότερο επίτευγμά του ωστόσο είναι το βιβλίο με τον τίτλο της ανάρτησης, όπου παρωδεί υπό συγκεκριμένο πρίσμα κι οπτική γωνία πρόσωπα και καταστάσεις από τη διάσπαση του 91’, ενώ παράλληλα εκθέτει συμπυκνωμένα το πολιτικό σκεπτικό του και ένα γενικό μοτίβο των ζητημάτων που θα τον απασχολήσουν μέχρι και σήμερα: κκε, βάρκιζα, η αποχή από τις εκλογές του 46’,  άρης, πλουμπίδης, καραγιώργης, ζαχαριάδης, στάλιν στάλιν στάλιν, το πραξικόπημα του αυγούστου στην εσσδ, περεστρόικα, η προδοσία του γκορμπατσόφ –με την έννοια ότι εμείς προδώσαμε τον γκόρμπι και το μεταρρυθμιστικό πνεύμα της περεστρόικα κι όχι αυτός εμάς και το κομμουνιστικό κίνημα εν γένει. Αυτή είναι η επιεικέστερη δυνατή περίληψη του βιβλίου και της παρωδίας σε γενικές γραμμές. Από εδώ κι εμπρός προχωράμε στην εξειδίκευση, που καλό θα ήταν να συνοδεύεται με μια σακούλα για παν ενδεχόμενο, ενώ ο σφος αναγνώστης καλείται να αναλάβει ακέραια την ευθύνη πριν διαβάσει όσα ακολουθούν, ιδίως εντός εισαγωγικών.

Το πραξικόπημα του γιενάεφ, που χαρακτηρίστηκε αρχικά θετικό «με δήλωση του πγ και της γγ του κόμματος», συμπίπτει με την εσπευσμένη επιστροφή της «Αλέκας Πιτσιρίκα» στον περισσό μετά από ολιγοήμερες διακοπές, όχι μόνο για τη στενότερη παρακολούθηση των εξελίξεων στη σοβιετία, αλλά «στην πραγματικότητα –κι εδώ ας κρατηθείτε γερά γιατί θα σας αποκαλύψουμε παρευθύς το μεγάλο μυστικό του ΚΚΕ, που εξηγεί τα πάντα- υπήρχε και μια άλλη αιτιολογία: Μετά την έξοδο των τανκς η καθοδήγηση του ΚΚΕ ήταν έτοιμη, αν όλα πήγαιναν καλά, να κηρύξει κι αυτή στην χώρα μας την ένοπλη εξέγερση.

Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές ο μέσος αναγνώστης το δίχως άλλο θα εκπλαγεί, ενώ οι κοσμικοί κύκλοι του Κολωνακίου θα ανατριχιάσουν από το φόβο τους. Ας μην απορήσετε όμως οι μεν και οι δε, ούτε να νομίσετε ότι σας κοροϊδεύουμε. Οι επαναστατικές προετοιμασίες στο ΚΚΕ ήταν ήδη πολύ προχωρημένες, στο τελικό τους στάδιο. Μάλιστα –κι εδώ θα σας αποκαλύψουμε κάτι εξίσου σχεδόν συνταρακτικό- η καθοδήγηση του ΚΚΕ γνώριζε από καιρό για το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα και προετοιμαζόταν ανάλογα. Γι’ αυτό μαρτυρά άλλωστε το ταξίδι της Κας Πιτσιρίκα λίγες εβδομάδες πιο πριν στη Μόσχα, όπου όπως παραδέχτηκε η ίδια, είχε επαφές με τους πραξικοπηματίες. Αυτές, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, είχαν σαν αντικείμενο την υποβοήθηση του πραξικοπήματος μέσα από ένα διεθνή επαναστατικό ξεσηκωμό, που θα τον άρχιζε το ΚΚΕ σαν το πιο πρωτοπόρο μετά το ΚΚΣΕ απόσπασμα του διεθνούς προλεταριάτου. Στη συνέχεια η επαναστατική πυρκαγιά θα απλωνόταν σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, τυλίγοντάς τον στις φλόγες της. Μάλιστα εκεί είχε οριστεί επίσης η ημερομηνία της εξέγερσης και είχε συμφωνηθεί να λείπει η Αλέκα, τυχαία δήθεν, σε διακοπές, για να μην κινηθούν υποψίες. Έτσι όλα είχαν κανονιστεί στην εντέλεια και το μόνο που έμενε ήταν να αποφασιστεί το σχέδιο της εξέγερσης.

Για αυτό το λόγο λοιπόν, αμέσως μετά την επιστροφή της Αλέκας συγκλήθηκε στον Περισσό ένα έκτακτο ακτίφ ανώτατων κομματικών στελεχών, στο οποίο προήδρευσε η ίδια. Σε αυτό συμμετείχαν ακόμη μερικοί από τους πιο πιστούς «παλιούς αγωνιστές» του ΚΚΕ, οι Χαρίλαος Φτωχάκης, Βάσος Κοτσάνας, Αντώνης Αγαθιέλος, Κώστας Τσογλάνης, Νίκος Λελούδης, Ορέστης Καρεκλόφ, Γιώργης Τριχαλινός, Τάκης Ταμάσης, Λούλα Πολυλογά και Ρούλα Κουτούτσικου, μαζί με τους νεότερους Μάκη Σαΐνη, Σπύρο Χαβατζή, Μήτσο Κοτόπουλο και Δημήτρη Κουτσουμπό. Εκεί αποφασίστηκε να απευθύνει το ΚΚΕ μια επαναστατική διακήρυξη στο λαό, κάνοντας έκκληση για την αποστολή σοβιετικών στρατευμάτων και στη χώρα μας. Σα δικαιολογία, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, επρόκειτο να προβληθεί το γεγονός ότι το Μοσχάτο –αυτή η συμπαθής συνοικία των Αθηνών- είναι στην πραγματικότητα μια προαιώνια σοβιετική αποικία, που την είχαν ιδρύσει τον 9ο αιώνα μ.Χ. λενινιστές κομσομόλοι από τη Μόσχα, για να την υφαρπάξουν αργότερα οι Κολοκοτρωναίοι ιμπεριαλιστές. Μετά την αποβίβασή τους στο Μοσχάτο, τα σοβιετικά στρατεύματα θα έπαιρναν τον ηλεκτρικό και, αφού κατέβαιναν στον Περισσό, θα ενώνονταν με τις πλατιές μάζες των κομματικών στελεχών για να τις οδηγήσουν στο σοσιαλισμό. Μάλιστα για να φανεί ότι η εξέγερση έχει λαϊκή βάση, συμφωνήθηκε να απευθύνει την έκκληση ένα «Σωματείο Σλαβόφωνων του Μοσχάτου», που ιδρύθηκε πάραυτα για αυτό το σκοπό.

Ως Βάσος Κοτσάνας αναφέρεται ο Βάσος Γεωργίου (που μπαίνει στο στόχαστρο και στην κορυφή της εμπάθειας του κεφαλή)· τα υπόλοιπα ονόματα μπορεί να τα βγάλει λίγο-πολύ και από μόνος του, όποιος σφος αναγνώστης θυμάται τα παλιότερα στελέχη. Στους παραπάνω τρομερούς συμβολισμούς του λογοτέχνη χρήστου κεφαλή με τα αλλαγμένα ονόματα μπορεί να προσθέσει κανείς και τα εξής: Ξεμωραΐτης, Πολυξερίδης, Κλάψας, Ρεβιζιονιστάκος, κ.ά.
Αυτά τα βλέπουμε στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου, που συνεχίζει με διευκρινίσεις για το «μοσχατικό ζήτημα», τη σχετική σοβιετική βιβλιογραφία και τον ομηρικό ήρωα Μόσχαβο, που πήρε μέρος στην τρωική εκστρατεία κι αναφέρεται σε ένα σοβιετικό αντίγραφο της ιλιάδας. Για να καταλήξει ως εξής:

Στη συνέχεια μετά από μια πλατιά δημοκρατική συζήτηση, το σχέδιο της εξέγερσης εγκρίθηκε παμψηφεί και χρεώθηκαν τα συγκεκριμένα καθήκοντα και τα πλάνα. Σύμφωνα με αυτά η Αλέκα, σαν γραμματέας του κόμματος, μαζί με τον κορυφαίο του θεωρητικό Βάσο Κοτσάνα, θα συνέτασσαν την προκήρυξη, ενώ οι υπόλοιποι θα καταπιάνονταν με τα πρακτικά ζητήματα της εξέγερσης. Ο Χαρίλαος, που ήξερε καλά τα κατατόπια, θα έβγαινε με μερικούς συντρόφους να αγοράσουν τα απαραίτητα για την υποδοχή, λουλούδια, τίποτα φαγώσιμα και τα παρόμοια. Η Ρούλα, σαν υπεύθυνη της κουζίνας, μαζί με τον Μήτσο, τον προλετάριο μάγειρα του Σπιτιού του Λαού, θα φρόντιζαν τις δουλειές στην κουζίνα. Ο Ορέστης με τη Λούλα, υπεύθυνοι τραπεζωμάτων και δημόσιων σχέσεων, θα έστηναν το μπουφέ για τη δεξίωση προς τιμή των σοβιετικών στρατιωτών. Ο Νίκος ο Λελούδης, υπεύθυνος ανθοκομικής, θα φρόντιζε τη διακόσμηση του χώρου. Ενώ οι υπόλοιποι θα ετοίμαζαν τα πανώ και τις πικέτες με συνθήματα διεθνιστικής αλληλεγγύης, από κοινού με τα άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Για την ενημέρωση των τελευταίων δε, αποφασίστηκε να προηγηθεί μια έκτακτη Ολομέλεια στην οποία θα μιλούσε ο Χαρίλαος.

Έτσι, με τις ιστορικές αυτές αποφάσεις, που πάρθηκαν εκείνο το σημαδιακό πρωινό της 20ής Αυγούστου, το ΚΚΕ μπήκε πάνοπλο στο δρόμο της εξέγερσης. Βέβαια εδώ μπορεί να προβληθεί σαν αντίρρηση το γεγονός ότι τελικά δεν έγινε καμία απολύτως εξέγερση. Το τι ακριβώς συνέβηκε και πώς οι μέρες αυτές αποδείχτηκαν τελικά οι «Τρεις μέρες που δε συγκλόνισαν τον κόσμο» θα εκτεθεί ακριβώς στα επόμενα μέρη.

Τι ακριβώς εκθέτει στις επόμενες (γεμάτες αντίστοιχη έμπνευση) τριακόσιες σελίδες του πονήματός του ο κεφαλής; Το «τι πραγματικά συνέβη εκείνες τις μέρες στον Περισσό». Τη «σπουδή στη διαγραφή των ανανεωτικών», το «διαβόητο σύνθημα Είμαστε ηλίθιοι που ρίχτηκε από το Ριζοσπάστη» κι αρχικά καταγγέλθηκε ως προβοκάτσια των ανανεωτικών, χωρίς να διαψευστεί ωστόσο στη συνέχεια για να μη ρίξει νερό στο μύλο της λαθολογίας. Τη στήριξη των «συντηρητικών» από τους αηδιανιστές της Αυριανής. Το μυστικό λόγο του χαρίλαου στην ΚΕ, που βοήθησε τους «συντηρητικούς» να πάρουν οριακά την πλειοψηφία. Τις αποτυχημένες προσπάθειές του να ακριβοπουλήσει το ξινισμένο επαναστατικό κρασί του κουκουέ. Την επίθεση με χαστούκια ενός παρείσακτου στην Αλέκα Πιτσιρίκα για να δει αν είναι ζωντανή ή μουμιοποιημένη, ενώ αυτή τις έτρωγε στωικά, γιατί υποψιαζόταν κάποια προβοκάτσια που θα την εμπόδιζε να γράψει την προκήρυξη της εξέγερσης. Τις διαλείψεις της από τα χτυπήματα που την έκαναν να βλέπει το Βάσο Κοτσάνα ως λένιν, να του εξομολογείται τον έρωτά της, να του την πέφτει και να φτάνει, σε δεύτερο χρόνο, σε οργασμό, ενώ παράλληλα απειλούσε πως θα συμμετέχει σε καλλιστεία κι εφόσον δεν έβγαινε πρώτη, θα προχωρούσε σε πραξικόπημα. Τη συνεπή πτέρυγα που εκδίωξε τους ανανεωτικούς –αφού πρώτα βγάλει τη Μαρία Μαδανάκη, απόγονο του Μανιαδάκη- και τραγούδησε τον ύμνο του ΚΚΕ: εμπρός της γης οι κουκουέδες, του Στάλιν σκλάβοι εμπρός, εμπρός, ω νάτο απ’ τον κρατήρα βγαίνει της Βάρκιζας το θείο φως. Πάνε πια οι παλιοχαφιέδες, προδότες, Άρηδες, τρελοί, τώρα τραβάν οι κουκουέδες, μπροστά με τη σωστή γραμμή.

Και πού θέλει να καταλήξει με όλα αυτά –κι άλλα τόσα ανεξάντλητα- ο κεφαλής; Μας δίνει μια γεύση του πολιτικού του στίγματος στη σελίδα 216.
Εκεί λοιπόν που λέγαν να παλέψουμε για την ολοκλήρωση με τον ειρηνικό-δημοκρατικό δρόμο, ξέρετε τι άλλα λέγαν; Ότι τώρα πρέπει να βάλουμε ζήτημα για δημιουργία Βαλκανικής Ομοσπονδίας στα πλαίσια της ΕΟΚ. Γιατί αυτό ακριβώς, που το ‘χει πει ο Ρήγας Φεραίος και μετά ο Τρότσκι, ο Δημητρόφ, κλπ, θα εξασφάλιζε την ειρήνη και την πρόοδο στην περιοχή. Κι ακόμη να ζητάμε παραχωρήσεις, όπως η ουσιαστική συμμετοχή των εργατών στα κέρδη, για τον ίδιο λόγο. Και σε αυτά πάνω να χτυπάμε την αστική τάξη, ότι τα αποφεύγει γιατί οδηγούν στο σοσιαλισμό και κάνει την ολοκλήρωση με τα στενά της συμφέροντα κι όχι με τις ιστορικές ανάγκες. Ναι, και λέγαν ακόμη ότι και τους Αμερικανούς τάχα πρέπει να τους πολεμάμε έτσι εκλεπτυσμένα. Και να μην τους κατηγορούμε που κάναν την επέμβαση στο Ιράκ με το Σαντάμ, μα που τον άφησαν στο τέλος στην εξουσία και δεν έκαναν τη δημοκρατία. Γιατί αυτό λέει θα ‘φερνε την πρόοδο στην περιοχή, ενώ τώρα ανεβαίνει ο εθνικισμός, ο ισλαμισμός, κλπ, και σε αυτό φαίνεται πάλι η στενότητά τους. Όμως τα άλλα που λέγαμε παλιά, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο και φονιάδες των λαών και κάτω τα μονοπώλια, κλπ, δε στέκουν πια και δεν πρέπει να τα λέμε έτσι.

Να, κάτι τέτια ύποπτα κι ακαταλαβίστικα αράδιαζαν εκεί. Κι έτσι κατέληγαν ότι αυτά είναι τάχα τα πραγματικά μας καθήκοντα, που μπαίνουν μπροστά, ενώ οι δικές μας «εξεγέρσεις» είναι άχυρα που γεμίζουν το κλούβιο κεφάλι μας. Κι ότι αν τα παλέψουμε χωρίς λάθη για 20-30 χρόνια, με την ανασύνταξη της Περεστρόικα, κλπ, και συντρίψουμε το λουμπενσκονισμό, αυτό θα ΄ναι η νίκη του σοσιαλισμού. Γιατί τότε θα μαζέψουμε λέει το καινούριο κρασί και θα μπορούμε να προχωρήσουμε. Εδώ στο τέλος δε, πρόβλεπαν ότι εμείς τώρα θα καταρρεύσουμε δηλητηριασμένοι, όπως κι ο Γιενάεφ. Και μετά οι μαρξιστές –αυτοί οι «ψευτο-μαρξιστές» δηλαδή- θα πρέπει να τα βάλουν σωστά, γιατί δεν έχουμε περιθώριο για άλλες ηλιθιότητες.

Κι άλλη μια γεύση παίρνουμε στον επίλογο.
Αυτός που χρεωκόπησε είναι ο σταλινισμός, η προδοσία και η αστική (αλλού την χαρακτηρίζει φασιστική) διαστροφή του σοσιαλισμού. Και μαζί του θα χρεωκοπήσει αναπόφευκτα και η αστική αντίδραση συνολικά. Κι αυτός που δικαιώνεται και θα δικαιωθεί οριστικά χάρη σε εμάς είναι ο μαρξισμός, ο σοσιαλισμός. Αυτή είναι όλη η αλήθεια… Και δεν ξέρω, βέβαια, αν σε έπεισα. Ωστόσο αυτό πια δεν είναι κάτι που πέφτει σε εμένα. Εσύ ο ίδιος θα κρίνεις αν αυτά που σου είπα είναι η αλήθεια κι αν η αλήθεια αξίζει περισσότερο από το ψέμα και πρέπει να την υπερασπιστούμε. Και αν αυτό συμβεί, θα είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση για μένα. Κι αυτό το κομμάτι που γνώρισες –αυτές οι τρεις μέρες που δε συγκλόνισαν τον κόσμο, μαζί με όλα όσα οδήγησαν σε αυτές και τις συνέθεσαν- είναι ένα από τα πολλά, τα μικρά και μεγάλα κομμάτια που πρέπει να πετάξουμε.

Γιατί χρησιμοποιεί όμως αυτή τη μορφή της παρωδίας, για να μας τα πει;
Γιατί ο λένιν κάπου λέει (άπαντα, τ. 45, σελ 398): γιατί να μη συνδυάσουμε το τερπνό με το ωφέλιμο; Γιατί να μη χρησιμοποιήσουμε κάποιο αστείο ή μισοαστείο τέχνασμα για να πιάσουμε επ’ αυτοφώρω κάτι γελοίο, κάτι βλαβερό…;
Κι ο τρότσκι (Και τώρα; Εκδ. πρωτοποριακή βιβλιοθήκη) συμπληρώνει πως «το γελοίο σκοτώνει, προπάντων όταν πρόκειται για το κόμμα της επανάστασης».

Και γιατί εμείς έπρεπε να υποστούμε και να φάμε στη μάπα (έστω και περιληπτικά) όλες αυτές τις γελοίες και βλαβερές χυδαιότητες, τις οποίες πετάξαμε έξω από το κόμμα 23 χρόνια πριν;
Για να πειστεί κι ο πλέον αδαής και καλοπροαίρετος, και ο τελευταίος ανίδεος για το ποιόν και το αγαθό των προθέσεων του χρήστου κεφαλή. Κι αφού τα επιβεβαιώσουμε αυτά, ας αναρωτηθούμε: ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί για κάποιον (αυτοαποκαλούμενο) κομμουνιστή η οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με μια τόσο.. λαμπρή περίπτωση; Και τι είδος διαλόγου επιδιώκουν με αυτή την τόσο φτηνή και βρώμικη μορφή αντικομμουνισμού;

Βρείτε και κερδίστε…