Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ένα, δύο, πολλά Βιετνάμ - βιβλία

Μπορούμε να νικήσουμε τον φασισμό με βιβλία; Εδώ δε νικήσαμε τον ιμπεριαλισμό με Βιετνάμ, ίσως γιατί ήταν δύο (το νότιο και το δικό μας που νίκησε) και δεν έγιναν χιλιάδες. Μήπως τότε θα τον νικήσουμε με χιλιάδες βιβλία (και Βιετνάμ); Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ούτε καν με πολλά τα-ξίδια. Ούτε καν αν βγάλουμε το οριστικό άρθρο, μείνουν τα ξίδια και τα βλέπουμε όλα διπλά -ή χιλιάδες. Και δεν ήταν τυχαία η έκδοση για τον αλκοολισμό κι η αναφορά στις Θέσεις για φαινόμενα εξάρτησης σε κάποιους σφους (και δεν εννοεί ανισότιμης).


Στην τελική, ποιος διαβάζει σήμερα; Λιγότεροι και από όσους κάνουν ταξίδια μακρινά και ακριβά -αλλά πιο φτηνά από ό,τι οι πτήσεις εσωτερικού. Οι περισσότεροι πάσχουν από διάσπαση προσοχής -και αυτός ο φλύαρος πρόλογος έχει ήδη υπερβεί το όριο ανοχής του μέσου χρήστη ΜΚΔ -χωρίς να γίνομαι αρνητής η ΜΚΔμάχος. Αλλά ποια ταξική συνείδηση να αποκτήσεις με ένα θρυμματισμένο μυαλό, χίλια μεταμοντέρνα κομμάτια τα 24 της καράτια -σαν τη χρυσή λάρνακα της Βεργίνας, σύμβολο για κάθε Μακονομάχο, που αντιστέκεται στην Banda Entopica και τους Σλάβους που μας κλέβουν τις νότες και τον Βουκεφάλα. Και έχει ένα σωρό βιβλία (του Άδωνη και του Λιακόπουλου) που του μαθαίνουν το μεγαλείο της φυλής του -κι εγώ ξένος μετανάστης σου, Ελλάς.

Ανακεφαλαιώνοντας -χωρίς κεφάλαιο: με τα βιβλία δε θα νικήσουμε τον φασισμό, μπορούμε όμως να καταπολεμήσουμε την οργανωμένη πλήξη και να φτιάξουμε ωραίες λίστες, σαν αυτή που ακολουθεί. Αλλά για να διαφέρει απ’ τις άλλες, δεν περιλαμβάνει προτάσεις με τα καλύτερα της χρονιάς, αλλά ενδιαφέροντα βιβλία, από τα οποία ωστόσο η κε του μπλοκ κρατά κριτικές αποστάσεις -μικρές ή μεγαλύτερες, ανάλογα την περίπτωση.

Τζόναθαν Κόου - Μέση Αγγλία (Εκδόσεις Πόλις)


Ο Κόου έχει χιούμορ, ωραία γραφή και καλές προθέσεις -που στρώνουν συχνά τον δρόμο προς την κόλαση. Θέλει να μας μιλήσει για τον καθημερινό φασισμό και τους ρατσιστές της διπλανής πόρτας και τις τοξικές συμπεριφορές που ευδοκιμούν στο έδαφος της κρίσης. Παρουσιάζει ορισμένους χαρακτήρες που ξεχνάνε την ανθρωπιά και τα ταξικά τους γυαλιά -το πρώτο ακριβώς λόγω του δεύτερου- ξεσπώντας ενάντια στους ξένους, και καταστάσεις διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης -, όπως στα χρόνια των πρώτων μνημονίων και του δημοψηφίσματος -μια ενδιαφέρουσα γέφυρα της πλοκής με τα καθ’ ημάς.

Έχει διάφορες συγγραφικές αρετές, έχει όμως και συγκεκριμένο πολιτικό ταβάνι, που μοιάζει να είναι η κριτική στήριξη στους Εργατικούς -με περιθώρια συνεννόησης με τους μετριοπαθείς Τόριδες- ή αλλιώς ο πόλεμος εναντίον των άκρων. Διαβάζοντας το βιβλίο στα ελληνικά δεδομένα, τον κατατάσσεις νοερά στους μετριοπαθείς ακροκεντρώους του «Μένουμε Ευρώπη». Κι οι δύο Αγγλίες-Βρετανίες που διακρίνει ο Κόου δεν έχουν ταξικό πρόσημο, αλλά είναι του Brexit και του Bremain (αποχώρηση vs παραμονή στην ΕΕ). Ή με γεωγραφικούς όρους, το δύσκολο, εξωστρεφές, συναρπαστικό Λονδίνο, με τα χίλια πρόσωπα και ισάριθμες φυλές, σε αντίθεση με την οπισθοδρομική επαρχία των Midlands, που βουλιάζει στην παρακμή της αποβιομηχάνισης και γίνεται η κοιτίδα του συντηρητισμού -αν και τα πιο πολλά αστικά φυντάνια ξεπηδάνε από το φυτώριο της Οξφόρδης. Ή με εκπαιδευτικούς όρους, η διανόηση ενάντια στην ανειδίκευτη εργατιά και τα ξεπεσμένα, λούμπεν τμήματα της κοινωνίας.

Το βιβλίο έχει πολλές καλές στιγμές, ρεαλιστικούς διαλόγους - χαρακτήρες, ωραία χρήση της ειρωνείας και μια σειρά προβληματισμούς για τη διαπλοκή πολιτικού και προσωπικού στις καθημερινές μας σχέσεις (φιλικές, ερωτικές) ή τα όρια της ανοχής μας στους πολιτικούς μας αντιπάλους, όταν εκφράζουν ακραίες -και όχι απλώς αντίθετες- απόψεις. Κι ο φασισμός δεν είναι απλώς άλλη μια άποψη.

Στο τέλος, όμως, θα μάθουμε όλοι να συνυπάρχουμε. All we need is love. And European Union. Ίσως και τα means of production, θα πρόσθετε κάποιος. Ίσως σε κάποιο επόμενο βιβλίο - Thank you next.

Ο Σωτήρης Πέτρουλας μέσα από τα χειρόγραφά του (εκδόσεις Εύμαρος)


Τι μαθαίνουμε για τη σκέψη του Πέτρουλα, μέσα από τα γραπτά του και κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις του; Μας παρουσιάζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα υπό διαμόρφωση, με ανησυχίες και προβληματισμούς, που μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμα σε κορυφές πολιτικής ωριμότητας (μιλάμε άλλωστε για έναν 23χρονο φοιτητή της ΑΣΟΕΕ), μας καλεί όμως σε καινούρια μονοπάτια, όχι με τα τραγουδισμένα γαλάζια μάτια του ή την αυτοθυσία του, αλλά με το κριτικό του πνεύμα ή τις αποστάσεις που φαίνεται να παίρνει από την πολιτική ουράς προς την Ένωση Κέντρου και τις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις στις γραμμές της.

Η δολοφονία του από το αστικό κράτος ήταν πιθανότατα στοχευμένη -και όχι τυχαίος θάνατος (ενός αριστερού)-, αν συνυπολογίσουμε τις σχετικές μαρτυρίες για τις απειλές που λάμβανε από (παρα)κρατικά όργανα, για να κάτσει στα αυγά του -τις οποίες μοιράστηκε με τους σφους του, χωρίς να τις πάρει τοις μετρητοίς, θεωρώντας ίσως ότι είναι μια απόπειρα εκφοβισμού του.

Η δολοφονία αυτή έγινε στο αποκορύφωμα των Ιουλιανών αλλά και σε μια ιδιαίτερη συνθήκη για την ΕΔΑ, που σε εκείνη τη συγκυρία διακρινόταν από ένα ιδιότυπο αντιφατικό μίγμα «πολιτικού φιλελευθερισμού»-ρεφορμισμού, με αντίστοιχα «ανοίγματα» αλλά και αυστηρές οργανωτικές αρχές, εν μέρει κληροδοτημένες από τη δομή των κομμάτων Νέου Τύπου, αλλά κυρίως ως καρπός της ανάγκης, λόγω της... «βαθιάς ημιπαρανομίας» της ΕΔΑ -και της παρανομίας του ΚΚΕ που δρούσε μέσα από τις γραμμές της.

(Σημειώνω παρενθετικά πως ο συγκεντρωτισμός, ως πόλος στη διαλεκτική έννοια του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», δεν υπαγορεύεται ως οργανωτική αρχή μόνο σε αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα, όπως υποστηρίζει πχ η Έλλη Παππά στην μπροσούρα της «ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου». Και επίσης πως το μοναδικό, σύγχρονο δείγμα ενός μαζικού «συγκεντρωτικού ρεφορμισμού» είναι ίσως το ΑΚΕΛ, που κράτησε σε μεγάλο βαθμό την οργανωτική μορφή ενός ΚΚ χωρίς το πολιτικό περιεχόμενο -κάτι που εξηγεί εν μέρει γιατί άργησαν να φανούν στο εσωτερικό του ρήγματα και τάσεις αμφισβήτησης της πορείας ενσωμάτωσής του στο αστικό πολιτικό σκηνικό).

Ο Πέτρουλας υφίσταται πειθαρχικά μέτρα και ποινές, με την κατηγορία του φραξιονισμού -για τις συναντήσεις της ομάδας του, με το όνομα Σοσιαλιστική Συνειδητοποίηση (ΣΟΣΥΝ)- αλλά γλιτώνει προσωρινά τη διαγραφή χάρη και στη μετεξέλιξη της Νεολαίας ΕΔΑ στο πιο ανοιχτό σχήμα των Λαμπράκηδων, που είναι μια άλλη οργανωτική δομή.

Παρακάμπτω τα ενδιαφέροντα πλην πολυσυζητημένα ερωτήματα για τα Ιουλιανά, αν υπήρχε επαναστατική κατάσταση και πώς χειρίστηκε η ΕΔΑ το ζήτημα της κηδείας του Πέτρουλα. Καθώς και το ζήτημα της δυναμικής ανάπτυξης των Λαμπράκηδων, της ιδεολογικής ηγεμονίας και μιας πολλά υποσχόμενης δεκαετίας, που διακόπηκε απότομα και πραξικοπηματικά, σηματοδοτώντας μια «χαμένη άνοιξη», όπως έγραψε ο Τσίρκας, αποδίδοντας λογοτεχνικά -μεταξύ άλλων- μια εποχή και την κηδεία του Σωτήρη -χωρίς να με προσβάλει προσωπικά σαν αναγνώστη, τουλάχιστον όχι όπως στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», πολιτικά μιλώντας πάντα.

Τι άλλο κρατάμε από το βιβλίο; Τους γόνιμους, σχεδόν «γκεβαρικούς» προβληματισμούς του Πέτρουλα για τους κομμουνιστές και την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με τις αρχές τους -και όχι σε χαλαρή, θεωρητική και μόνο σύνδεση μαζί τους. (Ενδιαφέρον ζήτημα που σηκώνει κουβέντα και μια σειρά προεκτάσεις).

Και τις αφηγήσεις του παλιού του σ/φου -και εν ζωή ακόμα- Γιώργου Βοϊκλή. Πχ για το φωτεινό σφυροδρέπανο που έλαμψε στο δημαρχείο του Περιστερίου, χάρη σε ένα (επιστημονικο)τεχνικό τέχνασμα του «κόκκινου δάκτυλου», που δεν είχε όμως την έγκριση της καθοδήγησης της ΕΔΑ. Και για την εκλογή του εμβληματικού Δημ. Φωλόπουλου στο Δήμο, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του ίδιου στον προεκλογικό αγώνα, για να μην έρθει σε αντιπαράθεση με την επιλογή της ΕΔΑ να στηρίξει τον υποψήφιο της Ένωσης Κέντρου!

Δεν έχουμε, ωστόσο, πολλά να κρατήσουμε από το επίμετρο του Κεφαλή, που έχει άπειρες πολιτικές εμμονές και αν είχε blog θα μπορούσε να υπογράφει τα κείμενά του ως γκορμπατσοφικό απολίθωμα (ίσως ο τελευταίος «μαρξιστής» -κατά δήλωσή του τουλάχιστον- που υποστηρίζει τον επαναστατικό μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα της Περεστρόικα).

Αντιθέτως, ο αναγνώστης μπορεί να κερδίσει περισσότερα από τη μυθιστορηματική βιογραφία του Σ.Π. από τον Αλεξάτο -που σέβεται τα ιστορικά γεγονότα και δεν αυτονομείται σε ενοχλητικό βαθμό, ούτε έχει -κατά τη γνώμη μου πάντα- τις αδυναμίες μιας προγενέστερης λογοτεχνικής του απόπειρας για την πλατεία Μπελογιάννη -μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας.

Η ακροδεξιά βία της γερμανικής Επανένωσης (εκδόσεις ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ)


Θέμα ξεχασμένο -για την ακρίβεια αποσιωπημένο- στην επίσημη ιστοριογραφία και άκρως ενδιαφέρον. Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι μάλλον απογοητευτικό. Το βιβλίο είναι κακογραμμένο -χωρίς να ξέρω αν αυτό αφορά κυρίως τη μετάφραση ή τα γλωσσικά φετίχ του χώρου. Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης αποδελτιώνει απλώς δημοσιεύματα του Τύπου και αναπαράγει κάποιες μαρτυρίες -μάλλον φλύαρες και όχι τόσο ζουμερές.

Ακόμα και έτσι, μιλάμε για συνταρακτικά γεγονότα (οργανωμένες επιθέσεις και πογκρόμ εναντίον μεταναστών και αριστερών-αναρχικών ομάδων) και μια εξόχως γλαφυρή σημειολογία, με τη δυναμική επανεμφάνιση των νεοναζί στη συγκυρία της Επανένωσης και του «δημοκρατικού θριάμβου». Οπότε κι οι πιο απλές ιστορικές αναφορές έχουν μεγάλη αξία. Αρκεί να μη σκοντάψουμε σε πολιτικούς σκοπέλους.

Στο πλαίσιο ενός «συνεπούς αντικρατικού πολιτικού αφηγήματος», το βιβλίο δείχνει την ιστορική συνέχεια του ναζισμού και της «σποράς των ηττημένων του ’45» στη Γερμανία, αποτυγχάνοντας όμως να δείξει τη σημασία της τομής του ’89-’90 -δηλαδή της επίμαχης περιόδου. Όση κριτική κι αν χωράει (διόρθωση: επιβάλλεται) για τη δολοφονία δύο Κουβανών στο Μερσεβούργο το ’79 (για την οποία θα είχε ενδιαφέρον πάντως να βρίσκαμε κάποια κουβανική πηγή και να δούμε τη δική της οπτική), όσους προβληματισμούς και αν σηκώνει το ζήτημα της επιβίωσης ρατσιστικών, ναζιστικών νοοτροπιών (σε μια κοινωνία που είχε συνταχθεί, είτε σιωπηλά είτε με θόρυβο, με τους στόχους των Ναζί και του Γ’ Ράιχ) στη ΓΛΔ, χρειάζονται πολλά αυθαίρετα βήματα για να ταυτίσεις τις δύο Γερμανίες και τις πολιτικές τους ηγεσίες -για τον ρατσισμό, τον φασισμό, τους μετανάστες.

Σε κάθε περίπτωση, αν σας ενδιαφέρει το θέμα και η περίοδος, αξίζει να προμηθευτείτε τη συγκεκριμένη έκδοση, εν γνώσει των συνεπειών και των περιορισμών της.

Στα αξιοσημείωτα και η γλωσσική-γραμματική επιλογή των επιμελητριών της ελληνικής έκδοσης να προτάσσουν ή να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το θηλυκό γένος για όλα σχεδόν τα ουσιαστικά, που καταλήγει συχνά σε αμφίβολης αισθητικής και ευκρίνειας ελληνικά. -ή σε ασυνεπή κριτήρια και αντιφάσεις. Πχ:

Σε ορισμένες πόλεις συμμετείχαν και πολίτες στις επιθέσεις των νεοναζί, οι οποίες-οι δεν ανήκαν στην ακροδεξιά σκηνή. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει την επίθεση στον ξενώνα των βιετναμέσων-συμβασιούχων εργατριών-ών στο Μαγδεβούργο-Όλβενστεντ.

Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό -ούτε καν κομμάτι της κριτικής μου, βασικά.
Το βασικό και κύριο είναι ότι ο φασισμός ευδοκιμεί ακριβώς εκεί που υποχωρεί ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές. Οποιαδήποτε κι οποιοσδήποτε το χάνει αυτό από την οπτική της-του, δεν πρόκειται να δει πολύ μακριά, πέρα από την επιφάνεια των γεγονότων.

Υστερόγραφο

Ασφαλώς χωρούσαν και άλλες προτάσεις στη συγκεκριμένη κατηγορία -την κατηγορία «δοκάρι (και έξω)» ή αλλιώς, με τη γλώσσα των κινηματογραφικών κριτικών του Αντωνάκου στον Ρίζο, φτάσαμε στην πηγή αλλά νερό δεν ήπιαμε. Οι τακτικοί αναγνώστες θα έχουν δει πχ σε πρόσφατες αναρτήσεις κάποιες κριτικές αναφορές σε ορισμένα βιβλία, χωρίς όμως να επεκταθώ στις ενστάσεις.

Για παράδειγμα, το Black Power του Θανάση Μήνα είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στο κίνημα των Αφροαμερικάνων για ισότητα και χειραφέτηση. Πολυπρισματική -με την έννοια ότι πιάνει και το πολιτιστικό κομμάτι-, δύσκολα δε θα σου αφήσει περισσότερες γνώσεις για επιμέρους στοιχεία ή βιβλιογραφία. Μια βασική αδυναμία είναι πως εστιάζει σε κάποια εμβληματικά πρόσωπα (και τα ζητήματα που προβάλλουν με τη δράση τους) αλλά μας λέει ελάχιστα πχ για τον Φρεντ Χάμπτον -στο κεφάλαιο για τους Μαύρους Πάνθηρες-, ενώ έχει συγκεκριμένα όρια (χωρίς προσωπικές αυταπάτες, αλλά με τους περιορισμούς της «ανανεωτικής αριστεράς») για γεγονότα όπως η εκλογή του Ομπάμα.

Αντίστοιχους περιορισμούς έχει η αξιόλογη μελέτη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη για τα Δεκεμβριανά, όταν αναφέρεται στην περίοδο μετά το τέλος της μάχης και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όταν οργίαζε η αστική προπαγάνδα και η «πτωματολογία», ενώ άνοιγαν μαζικά και αδιακρίτως διάφοροι τάφοι, για να βρεθούν «αποδείξεις» για τα θύματα της Εαμικής βίας. Το ΕΑΜ επιχειρεί να απαντήσει απαντήσει σε αυτό τον καταιγισμό, συγκεντρώνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα της σκευωρίας σε μια έκδοση που κυκλοφόρησε με τίτλο «το Ελληνικό Κατύν». Κι η υποσημείωση του συγγραφέα μας ενημερώνει σχετικά πως ήταν ένα έγκλημα που παραδέχτηκε με χρονική καθυστέρηση η σοβιετική πλευρά...

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε η κριτική που θα έκανε ένας ιστορικός -πχ ο Μαργαρίτης, που ειδικεύεται και στην ίδια περίοδο- στο έργο του Χαραλαμπίδη, ομολογώ όμως ότι δεν έχω παρακολουθήσει πολύ στενά το ζήτημα, για μια στοιχειώδη έστω παρουσίαση.

Αλλάζοντας κατηγορία, κλείνουμε με αθλητικά -όπως στα δελτία ειδήσεων- και το βιογραφικό «Μάτζικ», που δεν πέρασε τον πήχη των δικών μου τουλάχιστον προσδοκιών. Γιατί δεν είναι ούτε εγκεκριμένη βιογραφία -που θα είχε μπόλικο υλικό, ρεπορτάζ εκ των έσω, παρασκηνιακό πατατάκι, ποπ-κορν κτλ- ούτε όμως αρκετά αποστασιοποιημένη μελέτη, για να κάνει στον βιογραφούμενο αστέρα ουσιαστική κριτική σε κρίσιμα ζητήματα. Επ’ αυτού όμως ίσως πιο αναλυτικά σε κάποια άλλη ανάρτηση - χρονιά.

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Για τις Γερμανικές εκλογές

Σημειώματα που δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα (1 και 2)

Δηλαδή εσείς γνωρίζατε πως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ο καπιταλισμός βρίσκει «διέξοδο» στον πόλεμο και τον φασισμό και τους γεννά, όπως τα σύννεφα τη βροχή (παρεμπιπτόντως η συννεφιά δεν φέρνει πάντα καταιγίδα, αλλά καμία μπόρα δεν ξεσπά στο κενό, σε ανέφελο ουρανό, με λιακάδα).

Εσείς δηλαδή μπορούσατε να φανταστείτε πως υπάρχουν φασίστες σε μια χώρα που κλείνει τα σύνορά της στους πρόσφυγες και βλέπει την Ευρώπη σαν ήπειρο πολλών ταχυτήτων; Σε ένα κράτος που είχε θέσει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αξιοποίησε υψηλόβαθμα στελέχη των Ναζί σε θέσεις – κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό;

– Κάποιοι πέφτουν απ’ τα σύννεφα (που γεννάνε τη βροχή) όπως είχαν πέσει στη χώρα μας με τη Χρυσή Αυγή και τους όρους που έτρεφαν το αυγό του φιδιού. Αλλά βρήκαν την εξήγηση στην ύπαρξη της ΓΛΔ, 28 χρόνια μετά τη διάλυσή της (ή μάλλον προσάρτηση), γιατί – λέει – οι πρώην Ανατολικογερμανοί δεν είχαν συνηθίσει να ζουν και να συνυπάρχουν με άλλες εθνότητες (!) και ζούσαν για πολύ καιρό, κλεισμένοι σε μια προστατευτική γυάλα.
Παράλογο;… Δεν απαντά, συνεπώς λογικό.

Στα ελληνικά δεδομένα πάντως, η περίπτωση της AFD θυμίζει κάτι σαν αυτό που προσπάθησε να πετύχει ο Τζήμερος, συσπειρώνοντας πρώην χριστιανοδημοκράτες. Κι αποτελεί μια εκδοχή «σοβαρής Χρυσής Αυγής», σαν αυτή που είχε παραγγείλει – προαναγγείλει ένας μεγαλοδημοσιογράφος του ΣΚΑΪ. Αλλά δε θα είχε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους, αφενός γιατί αποτελεί μια αστική «σοβαρή» εκδοχή τους, αφετέρου γιατί ο δικός τους σωβινισμός θεωρεί τους Έλληνες έναν κατώτερο λαό, χωρίς τέχνη και πολιτισμό – σα να περιγράφει τους Χρυσαυγίτες.
– Σε κάθε περίπτωση, η ατζέντα της AFD μπορεί να καθορίσει την πολιτική της νέας «Τζαμαϊκανής κυβέρνησης – απ’ τα χρώματα των κυβερνητικών εταίρων. Σκληρά αντεργατικά μέτρα, συντηρητική πολιτική, κλειστά σύνορα για τους πρόσφυγες, και πίεση για μια πιο μικρή Ευρωπαϊκή Ένωση, με πιο σφιχτούς όρους και για ένα πιθανό GRexit.

Οι χριστιανοδημοκράτες παραδοσιακά καταπίνουν τους κυβερνητικούς τους εταίρους και τους καταδικάζουν σε εκλογική κατάρρευση, αφού οι ψηφοφόροι προτιμούν τους αυθεντικούς εκφραστές απ’ τα γενόσημα. Έτσι ακριβώς την πάτησαν και οι σοσιαλδημοκράτες του SPD, που περνάνε κρίση ταυτότητας και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό, αφού έπιασαν ιστορικό χαμηλό, με 20% μόλις. Μόνο που αυτή τη φορά, την ίδια πτωτική πορεία ακολούθησαν και οι χριστιανοδημοκράτες.

Ο μεγάλος συνασπισμός προκρίθηκε ως λύση συναίνεσης και διεξόδου απ’ την πολιτική κρίση, έφθειρε όμως και τους δυο πυλώνες του γερμανικού δικομματισμού, αναπαράγοντας σε μεγαλύτερη ένταση το πρόβλημα για το αστικό, πολιτικό σύστημα.

Το βασικό όμως είναι ότι λείπει η απάντηση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Ένα κομμουνιστικό κόμμα που να συσπειρώσει το γερμανικό λαό και να αξιοποιήσει τα προβλήματα και τις αντιθέσεις των αστικών κομμάτων. Όσο λείπει αυτή η εναλλακτική, θα βρίσκουν πάτημα και θα αξιοποιούν αυτό το κενό διάφορες Alternative – που κινούνται πάντα στα όρια του συστήματος που τις γεννάει, για να αναπαράγεται ανεμπόδιστα. Κι όπως έλεγε ο Μπρεχτ, 70 χρόνια πριν, δεν μπορούμε να πανηγυρίζουμε που σκοτώσαμε το κτήνος γιατί η σκύλα που το γέννησε ζει κι είναι πάλι σε οργασμό.


Η άνοδος της AfD, μιας ακόμα “εναλλακτικής” ως χρυσής εφεδρείας του συστήματος, πάτησε ως ένα βαθμό στην έλλειψη ουσιαστικής εναλλακτικής από εργατική, ταξική σκοπιά, και στην απουσία ενός ισχυρού κομμουνιστικού πόλου, που θα έδινε όραμα και προοπτική στις λαϊκές μάζες.

Αυτό εξηγεί εν μέρει και τα υψηλά ποσοστά της AfD στα κρατίδια της πρώην ΓΛΔ, όπου παραδοσιακά το κόμμα “die Linke” της Αριστεράς είχε σημαντική εκλογική καταγραφή, αξιοποιώντας και το μαζικό κύμα της Ostalgie, για το σοσιαλιστικό σύστημα. Με παρόμοιο τρόπο, η Χρυσή Αυγή στη χώρα μας βρήκε πάτημα για την εκλογική της άνοδο, σε πολλές λαϊκές-εργατικές συνοικίες, χωρίς προφανώς αυτό να τεκμηριώνει τη λογική των συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ των “δύο άκρων”, που επιχειρούν να περάσουν στη Γερμανία κάποιοι αστοί δημοσιολόγοι, για να καθαρίσουν με τις αιτίες του φαινομένου.

Το “die Linke” συμπληρώνει αυτό το διάστημα δέκα χρόνια ύπαρξης και λειτουργίας, μοιάζοντας να βουλιάζει στα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις του. Ένα μέρος της εκλογικής του βάσης στη DDR νοσταλγεί το σοσιαλιστικό παρελθόν και το εμποδίζει να εκδηλωθεί ανοιχτά εναντίον της, όπως θα ήθελαν πολλά στελέχη του, για να ξεκόψουν οριστικά από αυτήν την πολιτική παρακαταθήκη. Έτσι αρκείται σε μια διφορούμενη, αμυντική στάση απέναντι στον αντικομμουνισμό, μάλλον απρόθυμη παρά αποφασιστική.

Η “Αριστερά” -όπως μεταφράζεται το die Linke- έχει στραφεί στον “υπεύθυνο, κοινοβουλευτικό” της ρόλο, αφήνοντας χωρίς πολιτική έκφραση και καθοδήγηση τους κοινωνικούς κι απεργιακούς αγώνες που ξεσπάνε κατά καιρούς στη Γερμανία. Υποστηρίζει ένα πρόγραμμα μετριοπαθών, κεϊνσιανών μεταρρυθμίσεων, για προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, αυξήσεις μισθών και περισσότερες προσλήψεις στο δημόσιο –ακόμα και αστυνομικών!

Προσβλέπει σε μια κυβερνητική πρόταση τύπου Σύριζα, μολονότι αυτή έχει δείξει τα όριά της και το πολύ χαμηλό της ταβάνι, στην περίπτωση της Ελλάδας και του πολιτικού της συμμάχου. Καθώς και σε ένα κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας με τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες, που μέχρι τώρα ήταν οι κυβερνητικοί συνέταιροι της Μέρκελ και βοήθησαν τους Χριστιανοδημοκράτες να ψηφίσουν σκληρές αντεργατικές ρυθμίσεις, όπως το Hartz 4.

Εν κατακλείδι, στο κυνήγι μιας “καλής εκδοχής της σοσιαλδημοκρατίας”, το die Linke εξελίσσεται το ίδιο σε αυτό που επιδιώκει, και γίνεται ένα καθαρά σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, σε αναζήτηση συμμάχου και μια προοπτικής να υπουργοποιήσει μερικά στελέχη του, για να βολευτούν.

Στον αντίποδα, υπάρχει η πρώτη αυτόνομη εκλογική κάθοδος του DKP, του κομμουνιστικού κόμματος. Παρά το μικρό -και βασικά αμελητέο- εκλογικό ποσοστό που κατέγραψε, έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα που φαίνεται να κόβει τον ομφάλιο λώρο με το die Linke, κάτι που μένει να γίνει αποφασιστικά και σε πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο, ξεκαθαρίζοντας την κατάσταση στο εσωτερικό του κόμματος, όσον αφορά τη στρατηγική του στόχευση.

Αλλά αυτές οι διεργασίες βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση κι απαιτούν μια πολύ πιο προσεκτική ανάλυση, από αυτό το πρόχειρο σημείωμα, που βάζει απλώς μερικά βασικά σημεία.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Εισαγωγή στο Bauhaus

Ετυμολογικά το Bauhaus συνδέεται με την κατασκευή κτιρίων, από το ρήμα χτίζω (bauen) και το ουσιαστικό σπίτι (Ηaus)*, και συνηθίζουμε να το ταυτίζουμε με την αρχιτεκτονική. Στην πραγματικότητα όμως είναι λάθος να περιορίζουμε τους ορίζοντές του, αφού πρόκειται για μια αρχιτεκτονική-καλλιτεχνική σχολή, που συνδέθηκε με διάφορα πεδία, όπως τη ζωγραφική και την κατασκευή αντικειμένων.

(*για την ακρίβεια είναι αντιστροφή των συνθετικών της λέξης Hausbau που σημαίνει οικοδόμηση)

Μια άλλη συνηθισμένη παρανόηση είναι να θεωρούμε το Bauhaus καλλιτεχνικό ρεύμα, ενώ πρόκειται για σχολή που ακολούθησε κάποιες βασικές αρχές, αλλά συνδέθηκε με διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα (ιμπρεσιονισμός, κυβισμός, κονστρουκτιβισμός), πολλές φορές με αντιφατικά αποτελέσματα, καθώς υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές στη φιλοσοφία τους, τις μεθόδους και τους στόχους τους.

Βασική επιδίωξη του Bauhaus ήταν να αλλάξει τον κόσμο, τα πράγματα γύρω μας, γι' αυτό συνδέεται με το μοντέρνο κίνημα, που έρχεται σε βαθιά ρήξη με το παλιό -και πιο ειδικά στην τέχνη με τον νεοκλασικισμό, που μιμούταν τα πρότυπα της κλασικής αρχαιότητας, τη νοσταλγική αντίδραση του ρομαντισμού στις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνταν, κτλ. Το Bauhaus επηρεάζεται καθοριστικά από τα επαναστατικά κινήματα που συγκλονίζουν την εποχή του, στις αρχές του 20ού αιώνα και το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, αναδιαμορφώνουν τον κόσμο και αξιώνουν να τον μετασχηματίσουν ριζικά. Μια επανάσταση δεν μπορεί να λάβει χώρα εν κενώ, να δώσει καρπούς σε καπιταλιστικό περίγυρο, χωρίς να συνδεθεί με τη νίκη μιας πολιτικής-κοινωνικής επανάστασης.

Αυτά μας δίνουν το ιστορικό πλαίσιο της σχολής του Bauhaus από το 1919 ως το 1933, δηλ από τα τέλη του Α' Π.Π. (στα συντρίμια της δυναστείας των Χοεντσόλερν, αλλά και στο έδαφος της ήττας της εργατικής επανάστασης, στο Βερολίνο, τη Βαυαρία, κ.α.) μέχρι την επικράτηση του ναζισμού, που κυνήγησε κι έκλεισε τη Σχολή, θεωρώντας (σωστά εν μέρει) πως έχει μαρξιστικές, σοβιετικές καταβολές κι επιρροές. Έχει ένα σημειολογικό ενδιαφέρον πως η Σχολή ιδρύθηκε στη Βαϊμάρη, όπως κι η ομώνυμη “γερμανική δημοκρατία”, κι είχε την ίδια ακριβώς διάρκεια ζωής, αν και πολύ διαφορετική εξέλιξη (η Σχολή απέκτησε πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά κατά τη δεύτερη φάση της λειτουργίας της, στην πόλη Ντεσάου).

Βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπου υπάρχουν αυξημένες στεγαστικές ανάγκες, καθώς δυναμώνει η τάση συσσώρευσης πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα (το προλεταριάτο των πόλεων που προσφέρει φτηνή, εργατική δύναμη για να λειτουργήσουν τα εργοστάσια), ενώ πρέπει να αποκαταστηθούν οι εκτεταμένες ζημιές από τον καταστροφικό πόλεμο που προηγήθηκε. Παράλληλα, στη βιομηχανία έχουμε την εμφάνιση-επικράτηση της μαζικής παραγωγής, του φορντισμού-τεϊλορισμού, κλπ. Συνεπώς υπάρχει μια άμεση, πρακτική ανάγκη για μαζική κατασκευή νέων κτιρίων, που έρχεται συχνά σε αντίθεση-σύγκρουση με την ικανοποίηση των αισθητικών κριτηρίων-προδιαγραφών.

Είναι μια μορφή της κλασικής “πολυτεχνικής αντίθεσης” μεταξύ πολιτικών μηχανικών και αρχιτεκτόνων -τους τελευταίους οι υπόλοιποι δεν τους θεωρούν “πολυτεχνίτες” αλλά φευγάτους καλλιτέχνες, που ζούνε στο δικό τους κόσμο και σχεδιάζουν εξίσου φευγάτες, πρωτοποριακές κατασκευές, χωρίς να τους απασχολεί ιδιαίτερα αν όλα αυτά μπορούν να γίνουν, να σταθούν χωρίς να καταρρεύσουν, κι αν έχουν ρεαλιστικό κόστος κατασκευής.

Αυτό είναι κι ένα χαρακτηριστικό πρόβλημα που αντιμετώπισαν στις σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα: τι είδους οικοδόμηση (κτιρίων, σπιτιών, κτλ) ταιριάζει κι εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικοδόμησης της κοινωνίας του μέλλοντος.
Η πράξη έδειξε πως η χρηστική αξία είχε προτεραιότητα έναντι της αισθητικής, κάτι που εκφράστηκε με πολλές μουντές εργατικές κατοικίες, που έμοιαζαν με πελώρια, τσιμεντένια κουτιά, χωρίς καμία φαντασία και ομορφιά. Το περιεχόμενο επικράτησε της μορφής -αντί να συνδυαστούν διαλεκτικά- και οι οξυμένες στεγαστικές ανάγκες έβαλαν -κατά κανόνα- σε δεύτερο πλάνο τα ωραία αρχιτεκτονικά σχέδια.

Το Bauhaus έρχεται να αντιμετωπίσει ως πρόκληση αυτήν ακριβώς την αντίθεση και να επιχειρήσει την υπέρβασή της. Η βασική θέση της σχολής είναι πως ένα αντικείμενο (πχ κτίριο) μπορεί να συνδυάζει την ομορφιά με την πρακτική χρησιμότητα. Με άλλα λόγια η αρχή πως “αν κάτι σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί το σκοπό του, η ομορφιά ακολουθεί από μόνη της”, δηλ την αρχή της λειτουργικότητας (φονξιοναλισμός). Η πράξη ωστόσο αποδεικνύεται πιο σύνθετη από τη θεωρία, καθώς η λειτουργική λιτότητα μπορεί να πέσει στην παγίδα της μονοτονίας, ενώ η τέχνη καλλιεργείται στο έδαφος του “περιττού”, πέρα από το βασίλειο της αναγκαιότητας, κι είναι δύσκολο να συνδεθεί με την απέριττη λειτουργικότητα και τις αμείλικτες απαιτήσεις της πραγματικής ζωής.

Το Bauhaus στράφηκε στις δυνατότητες της μηχανής κι αξιοποίησε σύγχρονα υλικά, όπως το μπετό, το χάλυβα και το γυαλί. Οι κατασκευές του διακρίνονται από απλότητα και λειτουργικότητα. Κάποιες χαρακτηρίζονται από διαφάνεια (που συνδέεται με την ειλικρίνεια και δεν έχει καμία σχέση με την “γκλάσνοστ” του Γκόρμπι) κι άλλες ξεφεύγουν από τον κανόνα-περιορισμό της συμμετρίας, βάζοντας σε προτεραιότητα τους λειτουργικούς σκοπούς (πχ ενός κτιρίου).

Αλλά η πιο σημαντική συμβολή του Bauhaus είναι ίσως η ενότητα θεωρίας και πρακτικής στην καλλιτεχνική (ή αρχιτεκτονική) δημιουργία, η σύνδεση της τέχνης με την τεχνική (που στα ελληνικά συνδέονται κι ετυμολογικά), η μάθηση μέσα από την πράξη-πρακτική, η σφαιρική γνώση και η ταυτόχρονη διδασκαλία από καθηγητές, αλλά και μάστορες-τεχνικούς, μες στην τάξη.

Η κλασική μεταλλική καρέκλα είναι ίσως το ισχυρότερο
αποτύπωμα του Bauhaus στη σημερινή μας καθημερινότητα
Σε δεύτερο πλάνο, θα μπορούσαν να μας απασχολήσουν μια σειρά ζητήματα: η στροφή στην πράξη, που ως ένα βαθμό ερμηνεύτηκε ως στροφή στην εμπορευματοποίηση (παραγωγή προϊόντων για εμπορική αξιοποίηση). Η περίπτωση ενός από τους διευθυντές της Σχολής, του Χάνες Μέγιερ, και οι μαρξιστικές του καταβολές. Τα όρια του Bauhaus κι οι λόγοι της μερικής του αποτυχίας (πέρα από το ιστορικό γεγονός της επικράτησης των ναζί στη Γερμανία). Η επικαιρότητα του Bauhaus κι η χρησιμότητά του στο σήμερα.

Αλλά μια αναλυτική αναφορά σχετικά με αυτά ξεφεύγει από τα πλαίσια της σημερινής, σύντομης εισαγωγής (και βασικά από τις γνώσεις και τις δυνατότητες της κε του μπλοκ).

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Γαλλογερμανικός άξονας

Όπως θα έλεγε κι ο Γκάρι Λίνεκερ, η ΕΕ είναι μια "ένωση"/ένα παιχνίδι, όπου συμμετέχουν διάφορες χώρες (28 ή έστω 27 ή μάλλον περισσότερες κατ' ουσίαν) και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί. Στα πέναλτι (η πρωτότυπη φράση του Λίνεκερ έλεγε "...στα πέναλτι", αλλά οι θυμόσοφοι ευρωπαίοι λαοί τη συντόμευσαν και την προσάρμοσαν). Σαν τα πέναλτι, δηλ τις ποινές που επέβαλε η Κομισιόν σε Ισπανία και Πορτογαλία για την αθέτηση των υποχρεώσεών τους, αλλά εκεί δεν υπάρχει κανείς (αστικό μπλοκ ή ΚΚ) να σηκώσει το ζήτημα της εξόδου.

Κάπου εδώ αρχίζουν τα κλασικά αντιμερκελικά αστειάκια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τα μνημόνια που θα επιβάλει η Μέρκελ στη Γαλλία. Λες και χρειαζόταν καμιά εξωτερική βοήθεια ο Ολάντ, για να φέρει το νόμο για τα εργασιακά. Πόσο μάλλον τώρα, με τον αέρα του ποδοσφαιρικού σαξές στόρι να σκεπάζει τη δυσαρέσκεια και τον απόηχο των απεργιακών κινητοποιήσεων, παρά κι ενάντια στο οξυμένο πολιτικό κριτήριο που λέει ότι μια κακή πορεία των τρικολόρ θα τροφοδοτούσε τα ρατσιστικά ένστικτα και θα στοχοποιούσε τους έγχρωμους διεθνείς για την αποτυχία.

Στην πραγματικότητα, οι εθνικές ομάδες και ο αθλητισμός προσφέρουν πολλές αντιφατικές αφορμές, όπου τον τόνο τον δίνει ένα φεστιβάλ εθνικισμών σε έξαρση. Και δεν εννοώ μόνο τις (κάθε άλλο παρά ακίνδυνες) γραφικότητες με τους Ιταλούς λεγεωνάριους (κατ' αντιστοιχία με τους δικούς μας... Σπαρτιάτες, που προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι βλάκες με περικεφαλαία) ή τον αλυτρωτισμό της Μεγάλης Αλβανίας που μπορεί να πυροδοτήσει ένα νέο γύρο Βαλκανικών πολέμων. Αλλά και τον εθνικισμό των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών, που πολλές φορές περνάει απαρατήρητος, ως "φυσιολογικός" κι αυτονόητος.

Η ενδεκάδα των Γάλλων έχει ελάχιστους γηγενείς κι αρκετούς παίκτες από τις αποικίες, αλλά αυτό δε μειώνει την περηφάνια ενός Γάλλου σοβινιστή και το αποικιοκρατικό πνεύμα του. Η "νάσιοναλ μάνσαφτ" εντάσσει αρμονικά στις γραμμές της μετανάστες δεύτερης γενιάς (και όχι μόνο), κάτι που ελάχιστα προβληματίζει το Γερμανό νεοναζί, θαυμαστή των κατορθωμάτων της Αρίας φυλής. Αυτό εξάλλου μας είναι γνωστό από πρώτο χέρι. Η παρουσία των Αντετοκούμπο (ή του Σόφο παλιότερα) στην εθνική μπάσκετ (που κατάφερε να αποκλειστεί από ένα ακόμα Προολυμπιακό) δεν είναι άλλοθι για τα κρούσματα ρατσισμού στη χώρα μας.

Αυτά τα παραδείγματα πάντως είναι μια καλή αφορμή να ξεχωρίσουν οι τελειωμένοι φασίστες, όπως ο Μιχαλολιάκος που ξεσπάθωνε εναντίον της έγχρωμης εισβολής στην εθνική ομάδα, που λερώνει τα εθνικά σύμβολα (άλλο αν οι Αντετοκούμποι μιλάνε φαρσί τα ελληνικά, σε αντίθεση με τον Κουφό και τον Καλάθη πχ που είναι τυπικά Αμερικανάκια, αλλά πληρούν το κριτήριο του χρώματος). Ή σαν τους Γερμανούς ακροδεξιούς που αντέδρασαν στις νέες συσκευασίες της Κίντερ, με τις σοκολατένιες φάτσες, αντί για το κλασικό ξανθό παιδάκι της διαφήμισης (που είναι πια "κοτζάμ μαντράχαλος") και τις χλεύασαν, γιατί εντάξει να σου κλέβουν τη ζωή και το περιεχόμενο, όχι όμως και τη συσκευασία της Κίντερ. Τελικά αποδείχτηκε πως τα πρόσωπα αυτά ήταν διεθνείς ποδοσφαιριστές της Γερμανίας, στην παιδική τους ηλικία, και έτσι το κλίμα γύρισε μπούμερανγκ, εις βάρος των ακροδεξιών. Ωστόσο αναδείχτηκε από σπόντα και η ταξική σκοπιά του θέματος. Ένας φτασμένος ποδοσφαιριστής είναι (σχεδόν) καθολικά αναγνωρίσιμος και (κατά κανόνα) στο απυρόβλητο. Χωρίς αυτήν την ιδιότητα όμως, θα ήταν ένας ακόμα σκουρόχρωμος, από αυτούς που έρχονται να μας πάρουν τις δουλειές, να μας εξισλαμίσουν, να φέρουν φτώχεια, εγκληματικότητα και τα επτά κακά της μοίρας μας.

Οι Γάλλοι, από την άλλη (κάνει και ρίμα) ταλανίστηκαν από το ερωτικό σκάνδαλο Μπενζεμά-Βαλμπουενά που (λειτούργησε τελικά συσπειρωτικά, όπως είχε γίνει και για τους Ιταλούς παλιότερα, σε αντίστοιχες περιπτώσεις και) δεν είχε μάλλον ρατσιστικές προεκτάσεις εις βάρος του Αλγερινού Καρίμ (που προσπάθησε πιθανότατα να βρει ιδεολογική κάλυψη, για να καλύψει τη λερωμένη φωλιά του).

Η Γαλλία και η Γερμανία είναι τυπικά παραδείγματα πολυπολιτισμικών ομάδων, που λειτουργούν ακριβώς όπως οι πολυεθνικές: αξιοποιούν τα καλύτερα ταλέντα και ξεζουμίζουν τους ξένους παίκτες-εργάτες που τους έρχονται πιο φτηνά (αυτό το κάνουν κυρίως οι σύλλογοι-επιχειρήσεις). Ο κατώτερος ρόλος τους είναι που καθορίζει και τη θέση τους στην κοινωνία, παρά τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι πολυεθνικές, ο ιμπεριαλισμός, ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου, δεν αποτελούν κάποια άρνηση του εθνικισμού, αλλά τον χρειάζονται και τον αξιοποιούν ως απαραίτητο συμπλήρωμα, για να διαιωνίζουν την κυριαρχία τους.

Το παράδοξο ωστόσο για το γαλλογερμανικό άξονα (σε αντίθεση με το... ισπανο-βρετανικό δίδυμο, που είδαμε σε προηγούμενο κείμενο), είναι πως έχει πρωταθλήματα πρωτοδεύτερης ταχύτητας, που δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν την Πρέμιερ Λιγκ και την Πριμέρα Ντιβισιόν και να κρατήσουν τα αστέρια τους (εκτός από αυτά που κρατάνε η Μπάγερν και η Παρί). Έτσι τα εξάγουν σαν... πρώτες ύλες -που είναι πολύ διαφορετικό ως κριτήριο από την εξαγωγή κεφαλαίων στην πολιτική οικονομία.

Σε καθαρά αθλητικό επίπεδο τώρα, η Γαλλία και ο (Βάσκος) Αντουάν Γκριεζμάν (ή όπως αλλιώς λέγεται) είναι η βασική ελπίδα του φίλαθλου μετώπου της λογικής, για να μην πάρει μία ακόμα χρυσή μπάλα το... ποδοσφαιρικό σίχαμα (που θα 'λεγε κι ο Συρίγος), Κριστιάνο Ρονάλντο. Εδώ τον βράβευαν κι όταν δεν είχε καμία ομαδική διάκριση (πχ το 13'), πόσο μάλλον τώρα, εφόσον κερδίσει και το EURO εκτός από το Τσάμπιονς Λιγκ.

Οι Πορτογάλοι είναι ένας συμπαθέστατος λαός, που μοιάζει πολύ με το δικό μας (δεν είναι τυχαίο πώς κούμπωσε ο Σάντος με την ιδιοσυγκρασία μας), αλά έχει την ιδιαιτερότητα να έχει αναδείξει τις πιο αντιπαθητικές φυσιογνωμίες του σύγχρονου ποδοσφαίρου, το κατακάθι που βρίσκεται κάτω και από τον πάτο του βαρελιού: Από τον Ιούδα Φίγκο, στο μεταφραστή Μουρίνιο, κι από τον νάρκισσο Κριστιάνο, στο βρώμικο Πέπε.

Στον αντίποδα, οι Γάλλοι έχουν πολλούς συμπαθείς παίκτες, αλλά βγάζουν μια περίεργη ποδοσφαιρική αύρα (θέλω να πω φλωριά, αλλά φοβάμαι πως θα πυροδοτήσω μια άγονη συζήτηση, που έχει εξαντληθεί σε άλλα νήματα) και φωνάζουν το "αλέ λε μπλε", που πρέπει να είναι από τα πιο εκνευριστικά συνθήματα των ευρωπαϊκών γηπέδων. Συν τοις άλλοις, είναι φαβορί και διοργανωτές, που σημαίνει πως παίρνουν και κάποια σφυρίγματα έδρας (στο δεύτερο γκολ του Γκριεζμάν χτες πχ νομίζω πως υπάρχει επιθετικό φάουλ στο Νόιερ).

Οπότε, αν εξαιρέσουμε αυτούς που υποστήριζαν εξ αρχής κάποιον από τους φιναλίστ, για τους υπόλοιπους είναι μάλλον ζήτημα διαχείρισης των αντιπαθειών τους, στο ζύγι.
Και ο λιγότερο αντιπαθής, ας νικήσει...

Υγ: δείτε επίσης το αφιέρωμα μιας life-style ιστοσελίδας στους εθνικούς ύμνους του EURO, όπου ο συντάκτης καταλαβαίνει πόσο πορωτικός είναι ο ρωσικός (δηλ ο σοβιετικός) ύμνος και τον βγάζει δεύτερο, με διαφορά στήθους από τον ιταλικό, χωρίς βέβαια να υποψιάζεται γιατί είναι τόσο ωραίος

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Ιστορικές αναλογίες

Περιμένοντας το (κάτι σαν) ντιμπέιτ του μέλλοντός μας, με τις παράλληλες σχεδόν συνεντεύξεις βαρουφάκη και τσίπρα, μπορούμε να δούμε κάποιες ιστορικές αναλογίες. Οι οποίες είναι πάντα σχετικές, γι’ αυτό και δεν αποτελούν τον καλύτερο σύμβουλο. Μπορούν όμως να μας δείξουν πως κάποια πράγματα επαναλαμβάνονται στην ιστορία κι ενίοτε μάλιστα ως φάρσα.

Ιουλιανά: κόσμος στους δρόμους, ανησυχία και αναστάτωση, αρκετές ανοιχτά φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις και η σκιά της αποστασίας, μόνο που αυτή τη φορά η σια έπαιζε άλλο παιχνίδι, ενώ η «αποστασία» θα ερχόταν «εξ αριστερών», απ’ όσους ψήφισαν «παρών» (η νέα δημαρ) στην εν λευκώ εξουσιοδότηση του πρωθυπουργού (του νέου πασόκ). Και όσο πιο αριστερά (σχηματικά ή μη) στέκεις στο πολιτικό σκηνικό, τόσο πιο γερμανόφιλος καταλήγεις να θεωρείσαι. Το μαύρο μνημονιακό μέτωπο κατηγορεί τη νεομνημονιακή κυβέρνηση πως θέλει να μας βγάλει από το ευρώ (κρυφή ατζέντα) κι ότι είναι ο καλύτερος φίλος του σόιμπλε, που έχει παρόμοια επιδίωξη. Το μαξίμου θεωρεί πως οι «παρόντες» (αν και ποτέ άλλοτε ένα «παρών» δεν έκρυβε τόσο πολλή απουσία) αδυνατίζουν το αρραγές, κυβερνητικό μέτωπο απέναντι στους δανειστές (πολύ καλό), ευνοώντας αντικειμενικά τους τελευταίους. Και όλοι μαζί πιπιλάνε πως το κουκουέ με το άκυρο τάχθηκε στην ουσία με το «ναι» στην πρόταση των δανειστών (που τη φέρνει τώρα ο σύριζα).

Κι η επαναστατική κατάσταση –που έβλεπαν κάποιοι στα ιουλιανά; Η κρίση κορυφών και οι δυσκολίες «αναπαραγωγής» του αστικού πολιτικού συστήματος; Οι κορυφές πάντα θα βρίσκουν διέξοδο όσο παραμένει ακίνητη η βάση κι ακλόνητα τα θεμέλια της κυριαρχίας τους. Κι αν μας διδάσκει κάτι η ιστορική πείρα των ιουλιανών είναι ότι καμία ριζική (ή κι επιμέρους) αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί, εφόσον οι μάζες δε βγουν αυτοτελώς στο προσκήνιο και δεν πάψουν να γίνονται ουρά της εκάστοτε ένωσης κέντρου.

Γερμανία, 1918: μετά τις διπλές εκλογές του 12’, η κομεπ είχε κυκλοφορήσει ένα διπλό τεύχος, με ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, που παραλλήλιζε τις περιπτώσεις του σύριζα και του γερμανικού spd, εντοπίζοντας το κοινό, συνδετικό νήμα στη μετεξέλιξη ενός οπορτουνιστικού αναχώματος σε αμιγώς αστικό, σοσιαλδημοκρατικό (με την τρέχουσα σημασία) κόμμα. Μπορεί ο σύριζα να μην έχει αποκηρύξει επισήμως το μαρξισμό –αν και δε νιώθει πλέον καμία πολιτική ανάγκη να τον επικαλείται προγραμματικά- και να μην έχει να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό και απειλητικό επαναστατικό κίνημα, όπως το spd του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αλλά η μετεξέλιξή του είναι εξίσου αισχρή και ταχύτατη. Κι ας μη χρειάζεται (ακόμα) να χτυπήσει στο ψαχνό –πέρα από κάποιες «συμβατικές», «συνηθισμένες» επεμβάσεις των ματ.

Επειδή όμως δεν είμαστε στην εποχή της ρόζας, των σπαρτακιστών και των πρώτων, βασανιστικών βημάτων του (οργανωτικά αυτοτελούς) κομμουνιστικού κινήματος, σήμερα θα ήταν πολύ πιο τραγικές κι ασυγχώρητες οι αυταπάτες για την αριστερή πτέρυγα του ελληνικού spd, για το λαφαζάνη και το ρεύμα του, που τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών είναι το u-spd (ανεξάρτητοι σοσιαλδημοκράτες) του καρλ κάουτσκι –που κάποτε ήταν μαρξιστής, αλλά...

Κι εδώ προκύπτει η εξής τραγική ιστορική ειρωνεία. Ενώ η ρόζα μιλούσε για τη συμπεριφορά πτώματος του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, που είχε αφήσει μόνους τους μπολσεβίκους στη ρωσία, κάποια στελέχη του σύριζα φέρνουν παρόμοια επιχειρήματα, για να κρύψουν πίσω τους τις δικές τους μεγάλες ευθύνες. Δε φταίμε εμείς, αλλά ο κόσμος που δεν τραβά... Ο κόσμος που τους πίστεψε και τους έδωσε ό,τι ακριβώς ζήτησαν, ακόμα και το «διαπραγματευτικό χαρτί» του δημοψηφίσματος. Κι αν φταίει για κάτι, είναι ακριβώς επειδή τους πίστεψε.

1917, ρωσία: ποια ομοιότητα μπορεί να παρουσιάζει η σημερινή συγκυρία στην ελλάδα με τη μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση, που άλλαξε το ρου της παγκόσμιας ιστορίας του 20ού αιώνα; Βασικά καμία. Κι αυτό έχει να κάνει πρωτίστως με τον υποκειμενικό παράγοντα, τον ασύγκριτα υψηλότερο βαθμό οργάνωσης (σοβιέτ) και πολιτικής διαπαιδαγώγησης, απ’ τα ίδια τα γεγονότα, του ρώσικου προλεταριάτου, που δεν έχει καμία σχέση με κάποια σπασμωδικά σκιρτήματα, την αντιφατική αφύπνιση ενός κόσμου και τις πλατείες στα καθ’ ημάς. Υπάρχει όμως η ομοιότητα του πολιτικά συμπυκνωμένου πολιτικού χρόνου, της ταχύτατης φθοράς κι ανακύλωσης αστικών πολιτικών δυνάμεων και (εν μέρει) των ιδεολογημάτων που πρεσβεύουν. Η κρίση δημιούργησε έναν «μινώταυρο» που τρέφεται με αναλώσιμους πολιτικούς ηγέτες και κόμματα. Και μπορεί να απέχουμε αρκετά απ’ όσα περιγράφει ο βλαδίμηρος στην μπροσούρα του από το φλεβάρη στον οκτώβρη. Κάθε πλευρά δοκιμάζει το πολιτικό της σχέδιο (λιτός βίος, ζούμε σε μια ευρώπη που αλλάζει, επαναδιαπραγμάτευση κι άλλα) που τσακίζονται στα βράχια της πραγματικότητας και χρεοκοπούν, εναλλασσόμενα με κινηματογραφικούς ρυθμούς. Και αν υπάρχει κάτι θετικό στη σημερινή μαυρίλα, με τους συντριπτικά αρνητικούς συσχετισμούς, είναι πως ο κόσμος διψά για συζήτηση, ν’ ακούσει καινούρια πράγματα που θα τον πείσουν, κι ας κουβαλά ακόμα τα βαρίδια από τις παλιές του αυταπάτες.

Αβέρωφ: ο αβέρωφ διαδέχτηκε τον καραμανλή, στην ηγεσία της νδ, αλλά το ακόμα ανερχόμενο πασόκ τον εξανάγκασε με την εκλογική δυναμική του σε παραίτηση. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ένα παιδί του αβέρωφ, ο σαμαράς, διαδέχεται έναν άλλο καραμανλή, κι εξαναγκάζεται σχετικά σύντομα σε παραίτηση από τη δυναμική του νέου πασόκ, ίσως για να το διαδεχτεί κι αυτόν ένας άλλος μητσοτάκης, όπως και τότε. Όσο για τις ομοιότητες του νέου και του παλιού πασόκ, ας κρατήσουμε τον μπαμπούλα του γκρέξιτ (και της εξόδου από την εοκ τότε), που δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, ούτε τέθηκαν ποτέ σε δημοψήφισμα. Και αν ποτέ γίνουν σήμερα, δε θα έχει να κάνει σε καμία περίπτωση με τη διάθεση της κυβέρνησης για κάποιου είδους ρήξη.

Αραβική άνοιξη: οι πλατείες (estamos despiertos ya) προετοίμασαν το κλίμα. Ο θίασος «μένουμε ευρώπη» ως πρόβα ενός ελληνικού μεϊντάν, κι οι φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, το έθεσαν σε πολύ ανώτερη κλίμακα. Και η προχτεσινή μόδα στο τουίτερ (με την ετικέτα «πραξικόπημα») ίσως να ήταν η πρόβα τζενεράλε, για ένα παρδαλό, αυθόρμητο κίνημα, με απρόβλεπτες διαστάσεις. Η συνέχεια στις οθόνες μας, εκτός και αν κατέβουμε μαζικά κι οργανωμένα στους δρόμους, για να την καθορίσουμε εμείς.

Ιουλιανό υστερόγραφο: όλοι θυμόμαστε που κατέληξαν σε βάθος χρόνου τα αυθεντικά ιουλιανά, ο παραμερισμός κι η ήττα του λαϊκού παράγοντα. Κι αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος, το πραξικόπημα διαρκείας που απειλεί τις λαϊκές κατακτήσεις και τα δικαιώματα, όσο η δικτατορία του κεφαλαίου γίνεται πιο στυγνή και αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο.

Υγ2: κι από τη βαστίλλη ξεκινάνε οι καρδιές των φοιτητών. Λόγω της ημέρας...

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Οι Γερμανοί (δεν) είναι φίλοι μας

Όχι, δεν πρόκειται να αναλύσουμε ένα μουντιάλ με αντιδραστικό και λυπημένο τέλος –αν και από μία άποψη ήταν ρεαλιστικό σαν τη ζωή. Αλλά στον πρόσφατο τελικό όλη σχεδόν η φίλαθλη χώρα ήταν στο πλευρό της αργεντινής. Πολλοί πήγαν βέβαια με το αυθόρμητο αντι-γερμανικό, αντι-μερκελικό ρεύμα. Αλλά στην πλατεία που το έβλεπα, ο κόσμος χειροκρόρησε μετά τον ύμνο της αργεντινής, σα να ήταν η δική του ομάδα, χωρίς να αποδοκιμάσει πχ το γερμανικό εθνικό ύμνο.

Σε κάθε κανόνα υπάρχουν βέβαια οι εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν. Κι αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν: οι παραδοσιακοί γερμανόφιλοι τσολιάδες· οι πιστοί του μαραντόνα, που δεν ήθελαν να δουν το θεό τους να εκθρονίζεται ή να αποκτά συγκάτοικο στην κορυφή –με την αργεντινή του μέσι να το σηκώνει μες στη βραζιλία· κι όσοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ρηχή, αντι-μερκελική συριζίλα με το ντεμέκ κινηματικό αργεντινάσο επίστρωμα και πήγαν από αντίδραση με τους άλλους. Αν και δεν ξέρω πόσο υγιές αντανακλαστικό είναι ο ετεροκαθορισμός ή γιατί να μη διαλέξουμε τους γερμανούς βαραββάδες στο δίλημμα ποιον αντιπαθούμε και θέλουμε να σταυρώσουμε.

Όχι δηλ πως αυτή η γερμανία είναι τόσο αντιπαθητική –συγκριτικά και με παλιότερες εκδοχές της νάσιοναλ μάνσαφτ- με τόσους γκασταρμπάιτερ στη σύνθεσή της: τους κλόζε και ποντόλσκι από την πολωνία, τον μουστάφι, τον μπόατενγκ που βρέθηκε σε άλλο ένα μουντιάλ αντιμέτωπος με τον γκανέζο αδελφό του, τον τυνήσιο κεντίρα, τον τούρκο οζίλ –που διάβασα κάπου πως ήθελε να χαρίσει το πριμ του στους παλαιστίνιους, αλλά δεν του επιτράπηκε. Υπήρχαν φυσικά και κλασικοί γερμαναράδες, σαν τον μίλερ, που ξέσπασε σε μια κολομβιανή μπάρμπι δημοσιογράφο, και τον σβαϊνστάιγκερ, που πανηγύριζε σα μεθυσμένος τουρίστας κι αν δεν κάνω λάθος το επίθετό του σημαίνει κάτι σαν αναβάτης γουρουνιού –που θα μπορούσε να υποδηλώνει σημειολογικά και τα PIGS ως χώρες. Αλλά υπήρχαν και σχετικά συμπαθείς παίκτες, σαν τον χούμελς, το λαμ, τον γκέτσε ή το ροδομάγουλο υπεράνθρωπο νόιερ, του οποίου η απόκρουση στο σουτ του μπενζεμά με τη γαλλία, θα μπορούσε να είναι το οπτικό αντίστοιχο του βιβλίου με τίτλο «στη γροθιά του σούπερμαν». Αν κι εμένα μου θύμισε αρκετά το μεγάλο ιβάν ντράγκο, το σοβιετικό πυγμάχο από το Rocky IV, που μιλούσε κυρίως με τις γροθιές του στο ρινγκ κι ελάχιστα εκτός αγωνιστικού χώρου.

Κάποιοι σφοι το προχώρησαν παραπέρα, θεωρώντας το παιχνίδι της γερμανίας ένα υπόδειγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπου καμία μονάδα δεν είναι πιο σημαντική από το σύνολο και δε λάμπει υπερβολικά, για να επισκιάσει τους υπόλοιπους. Ο τελικός του μουντιάλ θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ιδεολογικό μάθημα για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Γιατί ένας και μόνο αστέρας δεν μπορεί να νικήσει μόνος του ένα καλοδουλεμένο σύνολο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο –πόσο μάλλον όταν είναι ντεφορμέ και ξεζουμισμένος, έχοντας ξεκινήσει ίσως την κατηφόρα της καριέρας του.

Προσωπικά ωστόσο έχω ορισμένες ενστάσεις στο παραπάνω σχήμα. Στη γερμανική ομάδα μπορεί κάθε γρανάζι να γνωρίζει πολύ καλά τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του αναλογούν στο γενικό καταμερισμό εργασίας και όλα μαζί να συναρμολογούν μια ανίκητη πολεμική μηχανή (πάντσερ). Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Αλλά όπως μας λέει ένας άλλος γερμανός, ο στρατιώτης έχει ένα σοβαρό «μειονέκτημα»: ξέρει να σκέφτεται. Και διαθέτει (ποδοσφαιρική) φαντασία. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι όπως τον παρουσιάζουν, μια καρικατούρα τέχνης αυστηρά προσκολλημένη στον τελικό σκοπό (νίκη) και το σύστημα, αδιαφορώντας για το αισθητικό κομμάτι και την ανάδειξη κάθε ξεχωριστής μονάδες (δηλ την ανάπτυξη της προσωπικότητας). Η γερμανία ακόμα και στην κορυφαία στιγμή της στο μουντιάλ (την επτάρα στη διοργανώτρια βραζιλία, όπου πέτυχε σε ένα μόνο αγώνα όσα γκολ είχε πετύχει σε όλο το τουρνουά η προηγούμενη πρωταθλήτρια, ισπανία) ήταν περισσότερο ένας αμείλικτος επαγγελματίας, που εκτέλεσε ψυχρά τη δουλειά του και τιμώρησε σκληρά τα κενά των βραζιλιάνων, οδηγώντας τους σε γοερό κλάμα, παρά μια σούπερ φαντεζί ομάδα που κέρδισε το θαυμασμό και την αναγνώρισή τους.

Οι περισσότεροι έμειναν βέβαια στο βασικό δίπολο που περιγράψαμε εισαγωγικά. Από τη μια ήταν η αργεντινή του τσε, του ντιέγκο με τον τσε τατουάζ στο μπράτσο κι επίσης του αργεντινάσο, της παύσης πληρωμών και των πειραμάτων αυτοδιαχείρισης –που δεν οδήγησαν σε τίποτα απολύτως, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για το οπαδικό φαντασιακό. Κι από την άλλη οι ναζί, μερκελιστές κατακτητές-πιστωτές μας, που έχουν βγάλει όμως φωτεινά επαναστατικά μυαλά σαν τον μαρξ, τον ένγκελς και την πολωνή ρόζα λούξεμπουργκ, που έδρασε όμως κυρίως στη γερμανία –κάτι σαν τον κλόζε της εποχής.

Μπαίνει όμως κι ένας γενικός προβληματισμός, πέρα από τα έτοιμα στερεότυπα που ψάχνουμε να τα ενισχύσουμε ή να τα διαψεύσουμε με επιλεκτικά παραδείγματα από την ιστορία και τον αθλητισμό, για να επιβεβαιώσουμε το αρχικό μας συμπέρασμα. Ένας προβληματισμός για το πώς εξελίχτηκε ο λαός του κάρολου, του φρίντριχ και της ρόζας (που μετείχε κι αυτή της γερμανικής, μαρξιστικής παιδείας). Και για το τι απέγινε το πανίσχυρο εργατικό κίνημα στη γερμανία, η επαναστατική φιλοσοφική παράδοση (πριν από τη σχολή της φρανκφούρτης), οι κατακτήσεις κι η κληρονομιά που άφησε η λδγ, το κομμουνιστικό κίνημα συνολικά. (Θυμάμαι παρεμπιπτόντως κάτι που μου έλεγε μια φίλη για ένα βιβλίο του ταχτσή, που είχε αναμνήσεις από τους γερμανούς της κατοχής, και αρκετά χρόνια μετά δεν μπορούσε να συναντήσει το αρσενικό σκληρό πρότυπο που είχε κρατήσει στο νου του, παρά μόνο στους λδγερμανούς πίσω από το τείχος).

Αναλογίζεται κανείς τη σφραγίδα αυτού του παρελθόντος που έμοιαζε ανεξίτηλο και ψάχνει αμήχανα να τη βρει στην εικόνα του σύγχρονου γερμανού, που το συναντάμε κυρίως ως τουρίστα. Του γερμανού που ζει αθόρυβα, μεθάει φασαριόζικα, κινείται ελεγχόμενα κι αποκλειστικά σε μέρη και μαγαζιά που συνεργάζονται με το τουριστικό του γραφείο, απολαμβάνει άγευστη χωριάτικη σαλάτα και greek musaka σε ακριβές τουριστικές ταβέρνες της κακιάς ώρας, γιατί στην πατρίδα του δεν έχει ούτε καν αυτό. Ζει (;) για να δουλεύει από ήλιο σε ήλιο το χειμώνα, που είναι μικρότερη η μέρα, μελαγχολεί όταν τελειώνει το ωράριό του και δεν έχει ζωή πέρα από αυτό –αντίθετα με εμάς που μελαγχολούμε τα πρωινά και ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας με το πέρας της δουλειάς, όταν υπάρχει κι αυτή. Παθιάζεται με την οικονομία στα έξοδα, λατρεύει την τάξη, την πειθαρχία, όλα με πρόγραμμα, όλα στο σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα, προκατασκευασμένες στιγμές, ακόμα κι οι αποδράσεις τους για διακοπές, ακόμα κι οι πορείες, όπου περνάς από σωματικό έλεγχο, για να διαδηλώσεις ελεύθερα.. Πώς να βρεις μια χαραμάδα, κάπου να πιαστείς και να βρεις κάτι ελπιδοφόρο σε αυτή την χώρα; Πόση δουλειά μυρμηγκιού χρειάζεται σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, που έχουν ξεχάσει ότι κάποτε είχαν φτερά και φλέρταραν με την έφοδο στον ουρανό;

Σίγουρα υπάρχουν διάφορες επιμέρους εξηγήσεις. Οι μεγάλες ήττες του λαϊκού κινήματος, στο μεσοπόλεμο με την επικράτηση του ναζισμού και το 89’ με την (κατ’ ουσίαν) προσάρτηση της λδγ. Το ταπεινωμένο εθνικό αίσθημα μετά τη συνθήκη των βερσαλιών που έστρωσε το δρόμο στον χίτλερ. Οι συλλογικές τύψεις μετά το τέλος του β’ ππ που μετουσιώθηκαν σε μια λογική εργασιομανίας και «τα κεφάλια μέσα». Η πολυπλόκαμη ιμπεριαλιστική επέμβαση που βάρυνε αποφασιστικά σε μια χώρα-προμετωπίδα και σύνορο του καπιταλισμού απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες. Το σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο (ή τέλος πάντων εισόδημα, γιατί «ζωή είναι αυτή;») που λειτουργεί ως παράγοντας αποπροσανατολισμού κι ενσωμάτωσης.


Δεν ξέρω όμως αν αυτά αρκούν για να ερμηνεύσουν πειστικά αυτό που η ρόζα στην (πολύ πιο ανήσυχη και ηρωική) εποχή της περιέγραφε ως απάθεια πτώματος για το γερμανικό προλεταριάτο –προκειμένου να το αφυπνίσει. Και δεν είναι μόνο στη γερμανία που δίνει τον τόνο πια αυτή η θλιβερή απάθεια κι αποσύνθεση…

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Ο Γκοσβάιλερ ζει και τα 'χει τετρακόσια

Το σημερινό κυριακάτικο ιστορικό ένθετο της κε του μπλοκ, έχει την τιμή να καταπιαστεί με την εμβληματική μορφή του γερμανού ιστορικού κουρτ γκοσβάιλερ και το έργο του για τον φασισμό. Οι περισσότεροι θα τον γνωρίζουν ίσως από άρθρα του που δημοσιεύτηκαν στην κομεπ και σε μια παλιότερη έκδοση της σύγχρονης εποχής για το σύγχρονο αναθεωρητισμό και τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλισμού. Ωστόσο το βασικό ερευνητικό του πεδίο είναι ο φασισμός και ο ναζισμός.

Γεννημένος το 17’ (παιδί του οκτώβρη στην κυριολεξία), κομμουνιστής που μεγάλωσε και σπούδασε στη ναζιστική γερμανία, ο γκοσβάιλερ στρατολογείται αναγκαστικά στη βέρμαχτ και στέλνεται στο ανατολικό μέτωπο, διακόπτοντας τις σπουδές του. Εκεί αυτομολεί στον κόκκινο στρατό κι αρχίζει να πολεμά τους ναζί, ενώ γίνεται δάσκαλος σε μία από τις αντιφασιστικές σχολές που λειτουργούσαν στον κόκκινο στρατό για τους αιχμαλώτους πολέμου! Μετά το τέλος του εγκαθίσταται στη ddr και κάνει το δικτατορικό του με τίτλο «Μεγάλοι τραπεζικοί & βιομηχανικοί όμιλοι και κράτος. Οικονομία και πολιτική στο γερμανικό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (1914-32).

Στη ddr είχε αναπτυχθεί ολόκληρη μαρξιστική-λενινιστική σχολή σκέψης κι έρευνας γύρω από το φασιστικό-ναζιστικό φαινόμενο, που είχε προχωρήσει παραπέρα τις σχετικές επεξεργασίες της τρίτης διεθνούς και του δημητρώφ.
Μία θεωρία γύρω από το θέμα είχε πρωτοαναπτυχθεί από τον Jürgen Kuczynski: Η "θεωρία των (αντιμαχόμενων) ομάδων μονοπωλίων". Σύμφωνα με αυτήν, στη Γερμανία των αρχών του 20ού αιώνα σχηματίστηκαν δυο κύριες ομάδες μονοπωλιακών ομίλων: μία γύρω από τους κλάδους "άνθρακας-σίδηρο-ατσάλι" και μία γύρω από τους κλάδους "χημεία-ενέργεια".
Κατ' αυτόν, η εγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν μία "επικράτηση" της δεύτερης πάνω στην πρώτη, ενώ η άνοδος των ναζί το αντίστροφο.

Ο γκοσβάιλερ τροποποιεί αυτή τη θεωρία, ερευνώντας και το ρόλο των τραπεζών στη διαμάχη. Θεωρεί πως σε όλη τη διάρκεια πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (δηλαδή και μετά την επικράτηση των ναζί) υπάρχει διαμάχη ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου με "παγγερμανικό" (συνυπολογίζοντας χώρες με μεγάλο ποσοστό γερμανικού πληθυσμού) και σε άλλες με "αμερικάνικο" προσανατολισμό. Κύριοι εκφραστές του αμερικανικού προσανατολισμού είναι ο Thyssen και ο Schacht (μεγαλοτραπεζίτης).
Άλλοι επιστήμονες της ddr που συμμετείχαν σε αυτήν την ομάδα, διαμορφώνοντας συμπληρωματικές απόψεις είναι ο Dietrich Eichholtz και ο Alfred Sohn-Rethel.

Το νήμα που μας συνδέει με όλα τα παραπάνω άρχισε να ξετυλίγεται από μια ανάρτηση του γερμανικού ιστολογίου Theorie & Praxis και την παρουσίαση ενός βιβλίου του γκοσβάιλερ με τίτλο «κεφάλαιο, στρατός του ράιχ κι εθνικοσοσιαλιστικο εργατικό κόμμα», που γράφτηκε το 1980, αλλά επανεκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι ο 95χρονος γκοσβάιλερ όχι μόνο ζει, αλλά έχει πλήρη πνευματική διαύγεια κι έγραψε στο ίδιο ιστολόγιο μια σύντομη απάντηση με μερικές παρατηρήσεις σχετικά με την παρουσίαση του βιβλίου του, που έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου.

Στις παρακάτω γραμμές ακολουθεί η μετάφραση στα ελληνικά αυτής της απάντησης.

Σε γενικές γραμμές, έχω κάθε λόγο να ευχαριστήσω τον σύντροφο για την παρουσίαση του βιβλίου.
Ο κύριος σκοπός μου σε αυτό το βιβλίο ήταν να αντικρούσω μια λανθασμένη εντύπωση που υπάρχει ακόμη και ανάμεσα σε αριστερούς γύρω από τα ταξικά χαρακτηριστικά του Φασισμού: Πως αυτός ήταν ένα «ριζοσπαστικό» μικροαστικό κίνημα, με το οποίο οι μεγαλοαστοί άρχισαν να ασχολούνται μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 20, όταν ήδη είχε μαζικοποιηθεί σαν κίνημα.

Το λάθος σε μια τέτοια εκτίμηση είναι πως ο ταξικός χαρακτήρας του φασισμού καθορίζεται από τη μαζικότητά του, αντί από την τάξη που υπηρετεί ως εργαλείο.
Εγώ αντίθετα καταδεικνύω πως η γερμανική μονοπωλιακή αστική τάξη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κιόλας έψαχνε τον τρόπο να «εθνικοποιήσει» μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, δηλαδή να τους εμφυσήσει εθνικιστικά και σοβινιστικά αισθήματα, ώστε να σχηματίσει μια μαζική αντεπαναστατική βάση και ανάμεσα στους εργαζόμενους.

Μια τέτοια προσπάθεια όμως θα μπορούσε να έχει επιτυχία μόνο αν παίρνανε υπ’ όψιν την ισχυρή ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες επιδίωξη για κοινωνική δικαιοσύνη, για το σοσιαλισμό.
Αναγκαστικά λοιπόν, στην προσπάθειά τους να «εθνικοποιήσουν» μια εργατική τάξη που στρεφόταν προς το σοσιαλισμό, της πρόσφεραν ένα κίνημα που ενοποιούσε και τα δύο στοιχεία, σοσιαλισμό και εθνικισμό. Η αρχή γι αυτό φάνηκε ήδη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο με τον «παν-γερμανικό σύνδεσμο».

Η ήττα της επανάστασης του Νοέμβρη ενίσχυσε και πολλαπλασίασε αυτές τις προσπάθειες, οδηγώντας στην ίδρυση του «Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος» (ΕΣΕΚ).
Με άλλα λόγια, το κίνημα του «εθνικού σοσιαλισμού» δεν ήταν ένα αυθόρμητο κίνημα των ριζοσπαστών μικροαστών, αλλά οφείλει τη δημιουργία του στις επιδιώξεις των πιο αντιδραστικών στοιχείων της μονοπωλιακής αστικής τάξης, η οποία προκειμένου να στηρίξει την κυριαρχία της ήθελε να δημιουργήσει μια μαζική βάση ανάμεσα στα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα.

Αυτή η προσπάθεια στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης απέτυχε, καθώς τόσο η καλλιέργεια του ιδεολογήματος περί «εθνικού σοσιαλισμού» όσο και η η επιδιωκόμενη  οργανωτική εισχώρηση του ΕΣΕΚ στο εργατικό κίνημα δεν προχώρησαν σε ικανοποιητικό βαθμό.
·         Το ΕΣΕΚ αντίθετα άρχισε όλο και περισσότερο να έλκει και να μαζικοποιείται από τμήματα της μικροαστικής τάξης, που ριζοσπαστικοποιούνταν πάνω στην προσπάθειά τους να διασωθούν από την επίδραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.
Αυτά σχετικά με το τί θα ήθελα εγώ να είχε τονιστεί πιο καθαρά στην βιβλιοπαρουσίαση.

Αυτό όμως που βρίσκω ξεκάθαρα λάθος ως άποψη κατά την παρουσίαση είναι η παρακάτω:
«Αν μπορούμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα από την μετατροπή του ΕΣΕΚ σε μαζικό κόμμα, αυτό είναι πως η μόνη ιδεολογία του φασισμού είναι ο πραγματισμός.»
Αυτό είναι υπεραπλούστευση της φασιστικής ιδεολογίας.

Η φασιστική ιδεολογία είναι η πιο ακραία έκφραση της ιδεολογίας των πιο αντιδραστικών στοιχείων του μονοπωλιακού κεφαλαίου:
Προς το εσωτερικό:
-          Αντικομμουνισμός. Βίαιη υπόταξη κάθε αντιπολίτευσης και αντίστασης που φτάνει μέχρι στην φυσική εξόντωση.
Προς το εξωτερικό:
-          Εθνικισμός, Σωβινισμός, ιδεολογία του «ανώτερου έθνους»: Είμαστε ανώτεροι ως έθνος, οι άλλοι είναι υποδεέστεροι και υπάρχουν για να μας υπηρετούν.
-          Ρατσισμός και ακραία εναντίωση στους ξένους.
-          Ωραιοποίηση του πολέμου, επεκτατισμός που φτάνει μέχρι την επιδίωξη παγκόσμιας δύναμης και κυριαρχίας.
...αυτά σαν σημαντικότερα.

Μονομερής και γι αυτό λανθασμένη είναι και η παρακάτω θέση: «Αποκλειστικά η ικανότητα (του φασισμού) να θέσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού υπό τις υπηρεσίες της άρχουσας τάξης είναι αποφασιστική για την στήριξή του από τους αστούς».
Εδώ παραβλέπεται πως δεν υπάρχουν μόνο φασιστικά καθεστώτα βασισμένα πάνω σε μαζικά φασιστικά κόμματα, αλλά και δικτατορίες που βασίζονται στο στρατό, επομένως παραβλέπεται πως υπάρχουν διάφοροι τρόποι εμφάνισης/λειτουργίας φασιστικών καθεστώτων, πράγμα που τόνιζε ακόμη κι ο Δημητρώφ και αναφέρω κι εγώ στο πρώτο κεφάλαιο.

Υγ: η κε του μπλοκ ευχαριστεί θερμά το σύντροφο Α. για τη μετάφραση του κειμένου και τα υπόλοιπα στοιχεία που της έδωσε –μασημένη τροφή πρακτικά- για αυτήν την ανάρτηση.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ITALIA 90 – Die vereinigung

Σήμερα που ήταν μια κυριακή γεμάτη ντέρμπι θα πούμε μια αθλητική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις.

Η μασκότ που βλέπετε ονομάζεται τσάο κι είναι μια από τις πιο συμπαθητικές στην ιστορία των παγκοσμίων κυπέλλων. Πέρα απ’ το μουντιάλ του 90, τη θυμάμαι κι ως σχέδιο σε άσπρες αθλητικές κάλτσες της εποχής (που συνεχίζω να προτιμώ μέχρι και σήμερα).

Ένα σύνηθες κλισέ λέει ότι οι δικτατορίες εκμεταλλεύονται το ποδόσφαιρο κι αποζητούν τις αθλητικές επιτυχίες για να ποτίσουν όπιο τη συνείδηση του κόσμου. Η αλήθεια αυτή ισχύει άλλο τόσο και για τις αστικές δημοκρατίες, αλλά κανείς δεν τολμάει να το πει.
Μια τέτοια ιστορία είναι κι η σημερινή.

Το νοέμβρη του 89 έπεφτε το τείχος του βερολίνου. Έντεκα μήνες μετά επισημοποιήθηκε η επανένωση των δύο γερμανιών -στην ουσία προσάρτηση της λαοκρατικής δημοκρατίας της γερμανίας από τους δυτικούς. Η επανένωση έγινε πολύ κοντά στην επέτειο ίδρυσης της DDR (έξι μέρες πριν), πιθανότατα γιατί βιάστηκαν να την προλάβουν.
Ενδιάμεσα όμως χρειαζόταν ένας αθλητικός θρίαμβος για να δέσει το γλυκό και να νιώσουν όλοι οι γερμανοί εθνικά υπερήφανοι.
Το μουντιάλ του 90 στη γερμανία ήταν ό,τι ακριβώς χρειάζονταν.

Όσοι έχετε δει την ταινία Goodbye Lenin θα θυμάστε τις σκηνές με τις σημαίες, τα κορναρίσματα και το πανηγύρι στους δρόμους ως μοτίβο στη βασική υπόθεση. Γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται.
Στα τελικά της διοργάνωσης συμμετείχε η ομάδα της δυτικής γερμανίας που πλασαρίστηκε ως πρεσβευτής της επανένωσης (vereinigung) κι εκπρόσωπος πασών των γερμανιών.
Ο αθλητισμός ενώνει και ρίχνει τα τείχη (τα ταξικά και του βερολίνου).

Οι γερμανοί πέρασαν εύκολα τον όμιλο μαζί με τους γιούγκους και την κολομβία του χιγκίτα. Στους 16 απέκλεισαν τους ολλανδούς που τους είχαν κλείσει το σπίτι δυο χρόνια πριν (στο ματς που ο ράικαρντ διαφώνησε στιλιστικά με τις ανταύγειες του φέλερ κι έφτυσε από πίσω την χαίτη του).
Στους 8 νίκησαν με πέναλτι τους τσεχοσλοβάκους (τελευταία φορά ενωμένοι σε μουντιάλ) και στα ημιτελικά τους άγγλους σε έναν από αυτούς τους αγώνες που έκανε το λίνεκερ να ορίσει το ποδόσφαιρο ως ένα ωραίο άθλημα όπου παίζουν έντεκα εναντίον έντεκα και στο τέλος νικάν οι γερμανοί. Ο γερο-σίλτον έφαγε ένα ψηλοκρεμαστό που εξέθεσε τα αρθριτικά του, το ματς πήγε στα πέναλτι και στο τέλος ο γκασκόιν έκλαιγε σα μικρό παιδί για την ήττα.
Δε θα ‘ταν ο μόνος χαρισματικός αυτοκαταστροφικός που θα έκλαιγε σε αυτό το παγκόσμιο κύπελλο εξαιτίας των γερμανών.

Στον τελικό οι γερμανοί αντιμετώπιζαν την αργεντινή του μαραντόνα που τους είχε στερήσει το τρόπαιο τέσσερα χρόνια πριν στο μεξικό.
Οι πρωταθλητές ξεκίνησαν με ήττα σοκ από το τρομερό καμερούν του ροζέ μιλά (που δήλωνε 38, αλλά έκρυβε μια τετραετία) αλλά... ευτύχησαν να δουν το βασικό τους τερματοφύλακα να τραυματίζεται για να πάρει τη θέση του ο σπεσιαλίστας στις αποκρούσεις πέναλτι γκοϊκοϊτσέα που έγινε ο ήρωας της διοργάνωσης.
Στη φάση των 16 απέκλεισαν το μεγάλο τους αντίπαλο (σ’ ένα ματς που ακόμα συζητιέται για τα νερά που πότισαν τους βραζιλιάνους) και μετά στα πέναλτι τους γιούγκους και τους διοργανωτές ιταλούς με ήρωα τον γκόικο που έστειλε την ομάδα του στον τελικό για το ριπίτ.

Αλλά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι στον ημιτελικό της ν(ε)άπολης ήταν το εξωαγωνιστικό.
Ο μαραντόνα αγωνιζόταν στην ομάδα της νάπολι και λατρευόταν σα θεός. Την πήρε απ’ το χέρι και της έδωσε δύο πρωταθλήματα, ένα κύπελλο ιταλίας κι ένα ουέφα. Κυρίως όμως το δικαίωμα να κοιτάει στα μάτια τα θηρία του βορρά (του ανιέλι, του μοράτι και του μπερλουσκόνι).

Πριν τον αγώνα ο παμπόνηρος ντιέγκο εφάρμοσε τη θεωρία του λένιν περί δύο εθνών στο ίδιο κράτος. Ζήτησε από τους ναπολιτάνους να υποστηρίξουν την αργεντινή γιατί δεν είχαν τίποτα κοινό με τον ιταλικό βορρά που τους εκμεταλλεύεται και τους θυμάται μια φορά στα τόσα. Κι όπως κάθε αιρετικός κατάφερε να διχάσει τον κόσμο.

Το κόλπο έπιασε. Οι αργεντίνοι δεν ένιωθαν να βρίσκονται εκτός έδρας. Το μισό κοινό τους υποστήριζε και πανηγύρισε τη νίκη τους σα δική του.
Το τέχνασμα εξόργισε το ιταλικό κοινό που στον τελικό της ρώμης υποστήριζε φανατικά τους γερμανούς για εκδίκηση. Στην ανάκρουση των εθνικών ύμνων οι αποδοκιμασίες σκέπασαν τον ύμνο της αργεντινής. Η κάμερα περνάει μπροστά απ’ τους παίκτες, φτάνει στο μαραντόνα κι αυτός ξεσπάει: ¡hijos de puta! Κι άλλη μια φορά για εμπέδωση. Τόσο καθαρά που κι ένα μικρό παιδί θα μπορούσε να το καταλάβει.
Σαν τέτοιο θα έκλαιγε κι αυτός μετά το τέλος του αγώνα.

Η ιταλική ομοσπονδία του το φύλαξε και τον χτύπησε στο αδύνατο σημείο του, το πάθος για την κοκαΐνη. Η επόμενη χρονιά του θα ήταν η τελευταία στην ιταλία κι ουσιαστικά η τελευταία σε υψηλό επίπεδο.

Η φιφα του τα ‘χε μαζεμένα από πριν. Όχι επειδή ήταν βραζιλιάνος ο πρόεδρός της (χαβελάνζε). Αλλά για τις μπηχτές του στο προηγούμενο μουντιάλ που η φιφα έβαζε τα παιχνίδια ντάλα μεσημέρι για να βολεύει την τηλεθέαση στην ευρώπη.
Τέσσερα χρόνια μετά, στο μουντιάλ των ηπα, του έστησε καρτέρι και τον τελείωσε απ’ τις διοργανώσεις της αλά ιταλικά (να μάθει να βάζει τέσσερα στην ελλάδα).

Πιθανότατα το αρχικό σχέδιο ήταν να παίξουν στον τελικό οι χώρες του άξονα και στον μικρό να γίνει η ρεβάνς για το 86, με το χέρι του θεού και το γκολ του αιώνα (που ήταν η ρεβάνς για τα φώκλαντ του 82).
Απ’ τη στιγμή που η αργεντινή χάλασε τη σούπα, το πράγμα απλουστεύτηκε. Δεν υπήρχε αμφιβολία για τις προτιμήσεις της φιφα.

Ο αγώνας ήταν σκέτη κλοτσοπατινάδα. Η φαντεζί αργεντινή έπαιζε ταμπούρι. Πλησίαζε το τέλος και πηγαίναμε για παράταση. Αλλά ξαφνικά…
Κάθετη πάσα, ο κλίνσμαν μες στην περιοχή, πέφτει χαρούμενα κι ο μεξικάνος κόρακας φρου-φρου, το δίνει ακόμα πιο χαρούμενα. Πιο πριν είχε αφήσει με δέκα την αργεντινή (που τελείωσε το ματς με εννιά).

Κανονικά τα πέναλτι τα εκτελούσε ο ματέους, αλλά την κρίσιμη στιγμή κάνει την κότα (κι ας τον ψήφισαν πολυτιμότερο παίκτη της διοργάνωσης).
Στη θέση του πάει ο μπρέμε, συμπαίκτης του στην ίντερ. Χαίτη, πλατινέ μαλλί, σαν μέλος των σκόρπιονς έτοιμος να πει το winds of change.
Διαλέγει γωνία, πέφτει ο γκόικο, την χάνει για λίγο… 1-0. Η δυτική γερμανία είναι πρωταθλήτρια κόσμου.

Στην απονομή ο μαραντόνα δεν αντέχει και ξεσπάει σε κλάματα για την αδικία. Σαν μικρό παιδί που του έκλεψαν το παιχνίδι του με ζαβολιά. Την ύβρη της νάπολης, την ακολουθεί η κάθαρση στο ολίμπικο.
Κάθαρση; Ε, όσο κάθαρση ήταν κι αυτή που κάναμε εδώ, ένα χρόνο νωρίτερα…

Οι πιο πολλοί αποδίδουν τη σφαγή στις σχέσεις της φιφα με τον μαραντόνα, αλλά αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Οι σύντροφοι αναγνώστες έχουν το κριτήριο να δουν και την άλλη που κρύβει πολιτική σκοπιμότητα.

Υστερόγραφα

-Το μπρεζνιεφικό απολίθωμα παρακολούθησε αυτό το μουντιάλ σε τρυφερή, παιδική ηλικία –ουσιαστικά είναι το πρώτο που θυμάμαι.
Άκαπνο από ταξική πάλη και πολιτικά συμπεράσματα υποστήριζα τους γερμανούς επειδή μου άρεσε: i) η φανέλα τους (άσπρο με τριχρωμία), ii) οι γερμανοί της ίντερ (κόντρα στη μόδα με τους ολλανδούς της μίλαν) και iii) η ιδέα να είμαι (για μια φορά) με τους νικητές. Το τελευταίο το πίστευα γιατί πριν τη διοργάνωση είχα δει τον πητ παπαδάκη να προβλέπει την κατάκτηση του τροπαίου απ’ τους γερμανούς.
Μεγαλώνοντας, κατάλαβα το λάθος μου κι έκανα την αυτοκριτική μου στα όργανα.

-Το σπρώξιμο της γερμανίας είχε συνέχεια στο μπάσκετ τρία χρόνια μετά (ως διοργανωτές του ευρωμπάσκετ) σε μια εποχή που τα αστέρια της ήταν ο χάρνις κι ο μίκαελ κωχ (ο νοβίτσκι ήταν ακόμα έφηβος)!
Νίκησε στον ημιτελικό την εθνική μας (και ξανά-ξανά, στο μικρό τελικό ξανά) και στον τελικό τη ξεδοντιασμένη ρωσία (με μπαζάρεβιτς, καράσεφ και το νοσόφ που ήταν σαν κοτοπουλάκι). Μπροστά στις κραταιές μπρεζνιεφικές ομάδες του γκομέλσκι, αυτή η ρωσία έμοιαζε με το μεθύστακα τον γέλτσιν.
Τι σου είναι η σημειολογία…

-Το μουντιάλ του 90’ πέρασε στην ιστορία ως ένα απ’ τα λιγότερο θεαματικά όλων των εποχών. Το ξύλο κι η σκοπιμότητα πήγε σύννεφο κι όποιος έβαζε γκολ γυρνούσε τη μπάλα πίσω στο τέρμα για να το κρατήσει (παίζαν ακόμα με τους παλιούς).

Αλλά εξωαγωνιστικά ήταν αξεπέραστο σε συγκινήσεις και δράματα (κι όχι μόνο εξαιτίας του μαραντόνα).
Ήταν η τελευταία εμφάνιση της σοβιετικής ένωσης, της ενιαίας γιουγκοσλαβίας και της τσεχοσλοβακίας σε διεθνείς οργανώσεις. Οι δυο τελευταίες έφτασαν μέχρι τους οκτώ, ενώ οι σοβιετικοί του λομπανόφσκι αποκλείστηκαν απ’ τη φάση των ομίλων παρά την τεσσάρα στο καμερούν. Το κύκνειο άσμα τους ήταν φάλτσο κι άδοξο. Σαν περεστρόικα αλά αθλητικά…

Μετά το 90 η κάνουλα με τις συγκινήσεις έκλεισε. Η νέα τάξη πραγμάτων έφερε το τέλος των συγκινήσεων (μαζί με αυτό της ιστορίας)…