Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάβαση στο σοσιαλισμό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάβαση στο σοσιαλισμό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Ακόμα μια φορά περί μετάβασης

Το τελευταίο φύλλο του πριν περιείχε ένα άρθρο κριτικής στο κόμμα για τη στάση του στο ζήτημα της εκλογής πτδ (ότι δηλ δεν κατεβάζει τον κόσμο στους δρόμους και σε απεργίες (!) τις μέρες των ψηφοφοριών), το οποίο απασχόλησε και κάποια κόκκινα ιστολόγια. Αναφέρω παρεμπιπτόντως –και συμπληρωματικά σε όσα λέει εδώ ο trash- πως τα σωματεία (και βασικά οι οργανώσεις) του χώρου μπορεί να μην κατέβηκαν σε απεργιακή κινητοποίηση, αλλά συμμετείχαν στη χτεσινή συγκέντρωση στο σύνταγμα, στο περιθώριο της δεύτερης ψηφοφορίας, που είχε έντονα αντάριζα χαρακτηριστικά και διεκδικούσε… έλα ντε. Ομολογώ πως αυτό το σημείο δεν το κατάλαβα πολύ καλά. Πιθανότατα κάτι σαν «αστικό πατατάκι» αλλά από φιλολαϊκή σκοπιά, με το λαό στο τιμόνι των εξελίξεων, ξέρω γω. Ένα ακόμα ελπιδοφόρο κίνημα (το κίνημα-πατατάκι), που έρχεται να προστεθεί στο μεγάλο κίνημα της πατάτας κι άλλες αντίστοιχες σύγχρονες μορφές «αγωνιστικής διεκδίκησης».

Η κριτική του συγκεκριμένου άρθρου ωστόσο δεν ήταν η καλύτερη στιγμή του κυριακάτικου φύλλου –πιθανότατα κέρδισε την προσοχή των κόκκινων ιστογράφων, επειδή κυκλοφόρησε και διαδικτυακά την επόμενη μέρα. Στην ίδια σελίδα πάντως, μπορεί να διαβάσει κανείς στο κομμάτι του παναγιώτη μαυροειδή τα εξής:

Το ΚΚΕ σηκώνει τους τόνους απέναντι στο κεφάλαιο και την ΕΕ, αλλά ως εκεί. Στόχος ανατροπής της κανιβαλικής πολιτικής δεν τίθεται επί τάπητος, ούτε υπηρετείται από αντίστοιχη μαχητική ανατρεπτική δράση στο εργατικό κίνημα. Το δίπτυχο της απάντησης είναι τούτο: Από τη μια, ελεγχόμενοι αγώνες χαμηλής έντασης (τελευταία μάλιστα υπό τη σκέπη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ), με αιτήματα «ανακούφισης» ίδια με αυτά του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, κομματική συσπείρωση, προπαγάνδα και κοινοβουλευτική ενίσχυση, στην προοπτικής της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας». Και από εδώ ως εκεί; Η μόνη απάντηση είναι αυτή που είχε δοθεί στο πρόσφατο συνέδριό του: Χάος και τυχαιότητα, δηλαδή «σε κάποιο παροξυσμό μιας κρίσης ή πολέμου, όλα μπορούν να συμβούν».

Για να πω τη μαύρη αλήθεια μου, δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς θεωρείται αγώνας χαμηλής έντασης, αλλά υποθέτω πως στον αντίποδά τους, ως αγώνες υψηλής έντασης (220 βολτ, νιώθω στο κορμί να με χτυπούν), λογίζονται προφανώς οι χτεσινές συγκεντρώσεις –που έχουν τελείως διαφορετικά αιτήματα από του σύριζα και δεν υποτάσσονται στον κυβερνητικό κρετινισμό του- οι πορείες της 6ης δεκέμβρη κι η αναιμική παρουσία του συντονισμού στην τελευταία απεργία, όπου μπορεί να συμπορεύτηκε και πάλι με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της γσεε, αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν κι υπό τη σκέπη της –και αν δεν καταλαβαίνεις πόσο βαθιά διαλεκτική κρύβεται σε αυτή την τακτική σφε αναγνώστη, φταίει το δογματικό μας το μυαλό και τίποτα άλλο.

Ας μείνουμε λίγο παραπάνω όμως σε αυτή την τελευταία φράση: χάος και τυχαιότητα. Κι η αντίθετη γραμμή θα μπορούσε να συνοψιστεί σε εκείνο το στίχο του άσιμου: όλα στο πρόγραμμα, όλα με σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα. Που όπως είδαμε και στην χτεσινή ανάρτηση, έχει πολλά κοινά στοιχεία με την επανάσταση.

Σε κάποιο παλιότερο κείμενό του ο μαυροειδής έγραφε πως το (περιβόητο) μεταβατικό πρόγραμμα παίζει κατά κάποιον τρόπο με την άγνοια κινδύνου του λαού, στον οποίο απευθύνεται. Αυτό βέβαια μπορεί να φαντάζει πολύ καλή τακτική, για να ρίξεις μια άπειρη και συνεσταλμένη κοπέλα που έχεις βάλει στο μάτι, προβάλλοντας το μεταβατικό αίτημα να της δείξεις πχ μια φοβερή συλλογή δίσκων, ενώ ο τελικός σου σκοπός είναι άλλος. Όχι όμως και για να πέσει μια πολύπειρη αστική εξουσία, που κρατάει δεμένο χειροπόδαρα το λαό με χίλια δεσμά και πρωτίστως με την απειλή του φόβου –στον οποίο ακριβώς παραπέμπει η φράση περί άγνοιας κινδύνου, που είδαμε παραπάνω. Λες και μπορούμε να οδηγηθούμε στην επαναστατική μετάβαση ξεγελώντας τους φόβους ενός μαγκωμένου λαού, χωρίς μια συνολική προοπτική που θα τον εμπνέει και θα τον θέσει δυναμικά στο πρσκήνιο.

Το βασικό πρόβλημα των διάφορων μεταβατικών σχεδίων επί χάρτου που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς, είναι πως δε σχεδιάζουν τη συγκέντρωση δυνάμεων για το επαναστατικό άλμα - πέρασμα, αλλά στην πραγματικότητα καταλήγουν να αναιρούν αυτό το τελευταίο και να το υποκαθιστούν με μια σειρά μικρά μεταβατικά βήματα –ή ελαφρά πηδηματάκια, όπως συνηθίζουμε να τα λέμε- που, όταν δεν καταλήγουν στο κενό, απλώς σημαίνουν (την) υποχώρηση από τις απαιτήσεις των καιρών ως προς τις απαντήσεις που δίνουμε. Αντί για μια πολυκύμαντη άνοδο του επαναστατικού κινήματος, γεμάτη ζιγκ-ζαγκ, πισωγυρίσματα και αντιφάσεις, έχουμε μια ευθύγραμμη, εξελικτική πορεία από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και από τις μεταρρυθμίσεις στην επανάσταση. Ο πλούτος και η ευελιξία της κίνησης του κοινωνικού προτσές, των μορφών που μπορεί να πάρει το επαναστατικό πέρασμα και των διόδων μέσα από τις οποίες θα εκδηλωθεί, βαφτίζεται χάος και τυχαιότητα. Και επιχειρείται –όχι να προβλεφτεί στα βασικά του χαρακτηριστικά, αλλά- να προεξοφληθεί και να κλειστεί σε ένα προκαθορισμένο καλούπι, αδόκιμο και ρεφορμιστικό, ως το μόνο ικανό τάχα, για την προσέγγιση της επαναστατικής διαδικασίας –που μολαταύτα καθίσταται περιττή.

Το ίδιο πρόβλημα παραμένει σε άλλες προσεγγίσεις, όπως του ρούση στο τελευταίο του βιβλίο, όπου συνδέει τη μετάβαση με τον κυβερνητικό κρίκο, καταλήγοντας να απαντά στο διαχρονικό και επίκαιρο ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που είχε θέσει στην εποχή της η λούξεμπουργκ, ένα αμφίσημο «και τα δύο», με το δεύτερο να παραπέμπεται σε κάποιο απώτερο μέλλον. Αλλά πώς προκύπτει η επαναστατική συνείδηση, εφόσον στην αστική κοινωνία η κυρίαρχη ιδεολογία θα είναι πάντα η ιδεολογία της κυρίαρχης αστικής τάξη; Ο ρούσης δε συνδέει την επαναστατική αλλαγή των συνειδήσεων μόνο με τη ραγδαία μεταβολή τους κατά την επαναστατική περίοδο, οπότε και σπάνε συνήθειες και αποστήματα χρόνων. Αλλά με μια μεταβατική περίοδο και ένα μεταβατικό, κοινωνικό είναι που θα καθορίσει αντίστοιχα και την κοινωνική συνείδηση. Με άλλα λόγια παραδέχεται ανοιχτά σχεδόν την παρεμβολή ενός ενδιάμεσου μεταβατικού σταδίου, καταφέρνοντας τουλάχιστον να είναι πιο συνεπής στη λογική του μεταβατικού προγράμματος (και της κυβέρνησης που θα κληθεί να το εφαρμόσει) από ό,τι άλλες πιο «ριζοσπαστικές» εκδοχές του, που αρνούνται θεωρητικά την ανάγκη διαμεσολάβησης ενός τέτοιου κρίκου.

Σε παλιότερες αναρτήσεις, είχαμε αναφερθεί αναλυτικά και σε άλλες πτυχές σχετικά με τη μετάβαση και τη διαμόρφωση της επαναστατικής συνείδησης: την κατηγορία περί οικονομισμού και προβολής στενά οικονομικών, συνδικαλιστικών αιτημάτων. Την κατηγορία για εμμονή στην ιδεολογική ζύμωση κι υποτίμηση της σημασίας του πολιτικού αγώνα, των ενδιάμεσων πολιτικών στόχων και της ανάγκης να πειστούν οι μάζες από τους την εμπειρία. Δεν κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να επεκταθούμε και εδώ.

Περνάμε λοιπόν στον προγραμματικό λόγο του κουκουέ. Το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου είχε βασικά πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα, που είναι καλύτερο να αναλυθούν ξεχωριστά σε κάποια άλλη ανάρτηση και να μην τα περάσουμε επί τροχάδην. Αναφέρω ενδεικτικά στη δεύτερη κατηγορία κάποιες ασαφείς διατυπώσεις-θέσεις (πχ «μπορεί να προκύψει κυβέρνηση», που μπορεί να σημαίνει «δύναται», αλλά και «ενδέχεται») που προσπαθούσαν μάλλον να συγκεράσει διαφορετικές πολιτικές λογικές. Και στην πρώτη κατηγορία την εμπεριστατωμένη ανάλυση του χαρακτήρα του ααδμ και κάποιων προεπαναστατικών ενδεχόμενων, που θα καλούνταν να αντιμετωπίσει. Το νέο πρόγραμμα του κόμματος δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη ανάλυση, καθώς δίνει βάρος στην περιγραφή της κοινωνίας για την οποία καλούνται να παλέψουν οι κομμουνιστές που οργανώνονται στο κόμμα.

Πώς θα φτάσουμε ως εκεί όμως; Οι επεξεργασίες του κόμματος συνδέουν την επαναστατική κατάσταση αφενός με τον αντικειμενικό παράγοντα –τον οποίο καλείται να αξιοποιήσει, εφόσον είναι σε ετοιμότητα, ο υποκειμενικός- και αφετέρου με την όξυνση των αντιθέσεων του συστήματος και το ενδεχόμενο να οδηγήσουν σε κάποια πολεμική σύγκρουση.
Αν κάποιος διαφωνεί με τα παραπάνω, έρχεται πιθανότατα σε σύγκρουση όχι με «τον ηγετικό πυρήνα του κουκουέ», αλλά με την ιστορική πείρα όλων σχεδόν των επαναστατικών εγχειρημάτων και τα παραδείγματα που μας προσφέρουν για να μελετήσουμε και να βγάλουμε συμπεράσματα. Αν πάλι κάποιος θεωρεί πως πρέπει να σκύψουμε επισταμένα πάνω σε αυτή την πείρα, εξειδικεύοντας τα σχετικά συμπεράσματα και τις επεξεργασίες μας, θα με βρει προσωπικά σύμφωνο.

Η όποια εξειδίκευση δεν μπορεί φυσικά να καταλήγει σε έτοιμες συνταγές για την κουζίνα του μέλλοντος κι εγκεφαλικά επεξεργασμένα σχέδια –που επικαλούνται την τακτική ευελιξία, χωρίς να έχουν καν τη λογική δοκιμής-απόρριψης μέσων και συνθημάτων. Το περιβόητο μεταβατικό πρόγραμμα παραμένει εδώ και μερικά χρόνια ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως γεννήθηκε στο μυαλό των επινοητών του.
Αυτή η ανάλυση πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξηγεί πώς θα δυναμώσει αποφασιστικά το εργατικό κίνημα, πώς θα ανέβει σημαντικά η ικανότητά του να διεκδικεί και να αποσπά επιμέρους κατακτήσεις που να ανεβάζουν την αυτοπεποίθησή του και το γενικό αγωνιστικό φρόνημα, πώς θα ανέβει το επίπεδο συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης. Στα πλαίσια αυτά, η πρόταση του κουκουέ, όπως την καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, βάζει τα εξής σημαντικά ζητήματα: πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται, μακριά από τη λογική της ανάθεσης και τις κυβερνητικές αυταπάτες που τάχα θα φέρουν άμεσες λύσεις (το μόνο άμεσο, αλλά και μακροχρόνιο θα είναι η απογοήτευση, απ’ όσους τρέφουν φρούδες ελπίδες). Κι είναι κομβικά ζητήματα, που –αν δεν τα βάζει μόνο αυτό, πάντως- το κόμμα τα θέτει με μεγαλύτερη συνέπεια από οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη.

Υστερόγραφα
-Τα παραπάνω λέγονται χωρίς καμία διάθεση-δόση αυταρέσκειας κι ευλογίας γενιών «μπαρμπαρόσα, νικήσαμε, ζήτω και γεια». Το ζήτημα της σύνδεσης του πολέμου με την επαναστατική κατάσταση είναι κομβικό και δεν έχει εξεταστεί όσο αναλυτικά χρειάζεται. Αλλά δεν είναι δυνατό να στριμωχτεί στα όρια ενός υστερόγραφου.

-Είναι άδικο ωστόσο να μην αναγνωρίσει κανείς τη θαυμαστή ευελιξία του εξωκοινοβουλευτικού χυλού εν όψει των εκλογών, και τις συγκυριακές συμμαχίες που κλείνουν μεδιαδικασίες φαστ-τρακ, χωρίς να περάσουν καν από κάποια συνδιάσκεψη ή κάποια αντίστοιχη διαδικασία. Αλλά και αυτό το θέμα έχει αρκετό ζουμί (και πλάκα), για να το εξαντλήσουμε σε ένα υστερόγραφο.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Περί εθελοδουλίας

Η σημερινή ανάρτηση έρχεται κατά κάποιον τρόπο ως συνέχεια της χτεσινής, για να πιάσει, χωρίς πολύ αυστηρό ειρμό κι ιδιαίτερο νόημα, κάποιες ουρές (όπως τις λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα) που έχουν μείνει. Ένα από τα πανό του σωματείου λοιπόν (που δεν έχει προχωρήσει ακόμα στην ενοποίηση των σωματείων του καρφουρ και του αρβανιτίδη, γιατί είναι ολόκληρη γραφειοκρατική διαδικασία, χρονοβόρα και δύσκολη) έγραφε το σύνθημα.

Όταν το άδικο γίνεται νόμος, καθήκον η αντίσταση κι η ανυπακοή.

Το οποίο θυμίζει κατά μία έννοια το αντίστοιχο πανό των δεκεμβριανών (ένας είναι ο δεκέμβρης): όταν ο λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με την τυραννία, διαλέγει τις αλυσίδες ή τα όπλα. Αλλά δε σου υπαγορεύει τη λύση, σου αφήνει περιθώριο επιλογής. Μπορείς κάλλιστα να επιλέξεις τις αλυσίδες και να παλεύεις πχ να τις κάνεις επίχρυσες σε αυτό το πλαίσιο, μες στη φυλακή της εε και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Όπου ο στόχος για μεταρρυθμίσεις και μικρές αλλαγές που θα βελτιώσουν ουσιαστικά την καθημερινή ζωή, μοιάζει κάπως με εκείνο που έλεγε ένας κρατούμενος στον ισοβίτη του αρκά, για τα λογικά αιτήματα που είχαν στην απομόνωση, όπου τους βαρούσαν τρεις φορές τη μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, αλλά πέτυχαν με αγώνα να αυξηθεί λίγο το μεσημεριανό ξύλο και να γλιτώσουν το βραδινό.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το σημερινό σύνθημα, που καλεί να βάλουμε «τέρμα πια στις αυταπάτες. Ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες». Δε βάζει όμως μαχαίρι στο λαιμό, με ποιους να πας και ποιους να αφήσεις, εσύ διατηρείς πάντα το ελεύθερο της επιλογής σου. Απλώς τίθεται επί τάπητος η βασική αντίθεση της εποχής μας, κεφάλαιο-εργατική τάξη, για όσους επιμένουν να πατάνε σε δυο βάρκες και δύο διαφορετικά στρατόπεδα, μέχρι να σπάσει ο πάγος, να χαραχτεί ο δρόμος και να πέσουνε στο κενό της αβύσσου ανάμεσα στους δύο κόσμους, που χωρίζει η ταξική πάλη.

Τα παραπάνω μας εισάγουν στην έννοια της εθελοδουλίας, της συναινετικής κι εκούσιας υποταγής στους κυρίαρχους μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου, η στάση του οποίου συνοψίζεται άριστα στο γνωστό ρητό: σφάξε με αγά μου να αγιάσω. Ένα θέμα που απασχολεί και το ρούση στο τελευταίο του βιβλίο για τη μετάβαση, τη δύναμη της συνήθειας και τη μαρξική ουτοπία, όπως την αποκαλεί. Όπου αναζητεί τα αίτια αυτής της στάσης (πέρα από την αλλοτρίωση, που εξετάζεται ως φαινόμενο σε άλλα βιβλία του) στην προσκόλληση στο υπάρχον, την πρόσληψή του δοσμένου περιβάλλοντος ως φυσικού και αιώνιου, τη δύναμη της συνήθειας που συσσωρεύεται από γενιά σε γενιά.

Το βιβλίο έχει κάποιες εύστοχες επισημάνσεις, ανεξάρτητα από το πολιτικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στο τελευταίο κεφάλαιο για το μεταβατικό πρόγραμμα (με ρήξη έως και (sic) αποδέσμευση από εε και νάτο, το αλ(α)βανικό μέτωπο αριστερής συμπόρευσης και τον ενδιάμεσο κυβερνητικό στόχο, ή άλλες αδυναμίες που παρουσιάζει. Όσο για το δικό μου μακροπερίοδο λόγο σε αυτήν την περιγραφή των περιεχομένων, είναι άμεσα συναρτώμενος με την αντίστοιχη πρόζα του ρούση, ένα δείγμα της οποίας μπορείτε να απολαύσετε παρακάτω.

Κι είναι αυτό το όραμα το οποίο από τη στιγμή που εντοπίστηκε από τους κλασικούς ως δυνατότητα που προσφέρεται στην ανθρωπότητα, αντιμετωπίστηκε από αυτούς ως ο στρατηγικός σκοπός προς κατάκτηση στον οποίο υπόκεινται όλα τα μέσα και οι μεσολαβήσεις που προέβαλλαν για να μπορέσει να επιτευχθεί, και τα οποία δυστυχώς μετατράπηκαν σε αυτοσκοπούς.

Δεν είναι (ούτε κατά προσέγγιση) η πιο μακροσκελής περίοδος, που μπορεί να συναντήσει κανείς στο βιβλίο αυτό, έχει όμως ήδη πέντε (ζωή να ‘χουν) δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις (με τις αντωνυμίες που τις εισάγουν υπογραμμισμένες) ως ένα δείγμα του απλού και ανεπιτήδευτου λόγου που το διέπει.

Σε ένα άλλο σημείο ο ρούσης αναφέρει τα εξής:

Στα πλαίσια του ουτοπικού στοχασμού, ο περιορισμός αυτός του χρόνου εργασίας στις πλέον ακραίες του εκφάνσεις παίρνει τη μορφή μιας τεμπέλικης ευτυχίας, μιας διονυσιακού τύπου κοινωνίας στην οποία προσφέρονται τα πάντα δίχως εργασία, ή μιας γης της επαγγελίας με αναφορές στις «Carmina Burana», εκείνα τα τραγούδια των ρέμπελων κληρικών που υμνούσαν τις κοινωνίες όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερο κερδίζει.

Ομολογώ πως αγνοούσα την αρχική σημασία του κάρμινα μπουράνα και την τρομερή σημειολογία που το συνοδεύει, αν συνδεθεί με το μουσικό κομμάτι που συνόδευε το πασόκ της αλλαγής και τις δημόσιες ομιλίες του ανδρέα παπανδρέου κατά τη δεκαετία με τις βάτες. Τότε δηλ, που κατά τη σημερινή κρατούσα εκδοχή, το στρώμα των μη προνομιούχων θράφηκε και γαλουχήθηκε με το διονυσιακό όραμα μιας κοινωνίας εύκολου κέρδους και απολαβών, όπου θα της προσφέρονται τα πάντα χωρίς εργασία και όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερα θα κέρδιζε. Κι αυτή σφε αναγνώστη (σε περίπτωση που το αγνοείς ή προσπαθείς να το κρύψεις πίσω από άλλες επιστημονικοφανείς θέσεις) είναι η βασική αιτία της κρίσης, τα σπασμένα της οποίας πληρώνουμε όλοι σήμερα (άλλο αν μερικές δεκάδες επιχειρήσεις αυγατίζουν τα κέρδη τους στο ενδιάμεσο). Αλλά ευτυχώς οι σημερινές κυβερνήσεις βάζουν τους ρέμπελους στη θέση τους και καταργούνε την αργία της κυριακής –γιατί ως γνωστόν, αργία μήτηρ πάσης κακίας και οικονομικής κρίσης.

Κι είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό πως τα όσα περιγράφει ο ρούσης στο τέλος, ενώ αντλούν θεωρητικά έμπνευση απ’ την ποίηση του μέλλοντος, παραπέμπουν συνειρμικά ακριβώς στο πρόσφατο παρελθόν της κυβέρνησης της αλλαγής, που θα άνοιγε θεωρητικά δρόμους για βαθύτερους μετασχηματισμούς σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Κι είναι εξίσου εντυπωσιακό πως ενώ ο ρούσης θεωρεί ότι η μετάβαση στον ώριμο κομμουνισμό στην εποχή μας είναι άμεσα εφικτή από τεχνολογική άποψη και συνεπώς το αναγκαίο στάδιο του σοσιαλισμού, που προετοιμάζει τις υλικές κι υποκειμενικές συνθήκες γι’ αυτό το πέρασμα, δε θα είναι ιδιαίτερα μακροχρόνιο, εφευρίσκει ουσιαστικά ένα ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο μετάβασης στη σοσιαλιστική μετάβαση, με βάση το επίπεδο συνειδητοποίησης των μαζών και την ανάγκη να αλλάξει η συνείδησή τους και να παλέψουν για μια διαφορετική προοπτική. Αλλά αυτό ξεφεύγει από το αρχικό θέμα της ανάρτησης.

Το οποίο ήταν κατά βάση η εθελοδουλία, που περιγράφεται με πολύ εύστοχο τρόπο και στους μοιραίους του βάρναλη –που τους τσιτάρει κι ο ρούσης σε κάποιο σημείο του βιβλίου του. Χτες συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή, αν κι η επέτειος πέρασε μάλλον απαρατήρητη, χωρίς το πλήθος εκδηλώσεων που θα απαιτούνταν για να τιμήσουν το πρόσωπο και το έργο του. Υποθέτω πως έχουν προγραμματιστεί κάποιες να γίνουν μες στο επόμενο διάστημα και θέλω να πιστεύω πως δε θα τις καταπιεί η προεκλογική μαρμάγκα (καθώς βαδίζουμε ολοταχώς προς εκλογές). Μια κριτική που αφορά και την ίδια την κε του μπλοκ, που επιφυλάσσεται να επανορθώσει στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτό θα είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Περί μετάβασης


Η κριτική στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τα αδιέξοδά του έχει γίνει με επαρκή και απόλυτα πειστικό τρόπο –και δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής, για να συμφωνήσει με τα βασικά συμπεράσματά της. Έχουμε επίσης μια γενική εικόνα –κι ας μη συμφωνεί απαραίτητα με την εικόνα των άλλων- με αρκετά κομμάτια συμπληρωμένα για την κοινωνία του μέλλοντος που θέλουμε να χτίσουμε και τα βασικά της χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, ξέρουμε πολύ καλά σε ποιο σημείο βρισκόμαστε και πού θέλουμε να πάμε. Το πρόβλημα είναι πώς ακριβώς θα φτάσουμε εκεί και με ποιον τρόπο θα κινηθούμε.

Δυστυχώς η πείρα της μετάβασης είναι φτωχότερη και από τη μοναδική και πολύτιμη (ακριβώς επειδή είναι μοναδική) πείρα της οικοδόμησης, καθώς αφορά μια πολύ συγκεκριμένη και εντελώς πρωτότυπη συγκυρία, που δε μπορεί να επαναληφθεί αυτούσια και να αντιγραφεί σε άλλες συνθήκες από αυτές που τη γέννησαν. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι την χρυσή μπρεζνιεφική εποχή υπήρχε –αν θυμάμαι καλά- ειδική σειρά βιβλίων με τον τίτλο «προβλήματα μετάβασης στο σοσιαλισμό». Υπάρχει ωστόσο και η άποψη ότι οι σοβιετικοί μελετητές είχαν αντικειμενικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων δρώντας σε ένα ανώτερο κοινωνικό σύστημα, αλλά υστερούσαν στη μελέτη των όρων και των προϋποθέσεων της μετάβασης, γιατί δεν είχαν επαφή με το αντικείμενο μελέτης που έπρεπε να μετασχηματιστεί (δηλ τον καπιταλισμό).

Εν πάση περιπτώσει η μετάβαση είναι μια περίπλοκη έννοια, που δυσκολεύει πολύ κόσμο –και όχι απαραίτητα του κινήματος- που την αντιλαμβάνεται σαν ως πρόβλημα. Η φράση πχ «είμαι σε μια μεταβατική φάση» σημαίνει κάτι σαν «δεν ξέρω τι μου γίνεται», ή είναι ένας εύσχημος τρόπος για να πει κανείς ότι φοβάται τη δέσμευση τη συντροφική, σε μια σχέση ή σε ένα κόμμα, μαζί με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτήν την ένταξη.

Η ελληνική κοινωνία αντιθέτως είναι μπερδεμένη στις αντιφάσεις της και σε μια μεταβατική φάση όπου τρέμει κυρίως την αποδέσμευση απ’ την εε και τα καπιταλιστικά δεσμά, αν και καταλαβαίνει πολύ καλά τα αδιέξοδά τους. Και αυτό οπωσδήποτε επηρεάζει την (εντός κι εκτός εισαγωγικών ή ευρωτόξου) αριστερά.

Για να γίνει αντιληπτή η σύγχυση κι η θεωρητική θολούρα που επικρατεί, αρκεί να σκεφτεί κανείς ενδεικτικά τα εξής:
i) πολλοί χώροι χρησιμοποιούν κατά κόρον και καταχρηστικά τον όρο «μεταβατικά αιτήματα», ενώ η ανάλυσή τους έχει ως αφετηρία την εκτίμηση ότι δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μετάβαση στο σοσιαλισμό. Δηλ τα μεταβατικά νοούνται ως κάτι διαφορετικό από το προτσές της μετάβασης. Σα να λέμε, απλή συνωνυμία.

ii) κάποια ιστολόγια κατηγορούν την ηγεσία του κουκουέ για τροτσκιστική παρέκκλιση, επειδή πχ κατά τη δική τους γνώμη αρνείται να θέσει στη σημερινή συγκυρία πολιτικά μεταβατικά αιτήματα. Ένας όρος του οποίου η πατρότητα ανήκει στον τρότσκι και την επεξεργασία της τέταρτη διεθνούς –στη θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού- και έκτοτε κατοχυρώθηκε και κατέχει περίοπτη θέση σε κάθε τροτσκιστική ανάλυση που σέβεται τον εαυτό της και τις θεωρητικές της καταβολές.

Ω ναι. Ο όρος αυτός πολιτογραφήθηκε στα καθ’ ημάς ως τροτσκιστικός. Μπορεί λοιπόν κάποιοι να πιστεύουν ότι αποτελούν αυτοπροσώπως την ενσάρκωση της θανάσιμης αγωνίας του καπιταλισμού (που μόνο γέλια μέχρι τελικής πτώσης μπορεί να προκαλέσει στην πραγματική ζωή) ή ότι έχουνε πιάσει τον πάπα της τακτικής από το αλάθητο, αλλά πρέπει καταρχάς να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με την ανάλυση του λέοντα και να εξηγήσουν –πρωτίστως στους εαυτούς τους: τι εννοούν επιτέλους με τον όρο μεταβατικός που έχει καταλήξει να σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Ας δούμε μερικές πιθανές ερμηνείες επ’ αυτού.

Η πρώτη προσέγγιση αντιλαμβάνεται τη μετάβαση ως μια σχετικά ευθύγραμμη πορεία προς τον τελικό προορισμό, με υποχρεωτικούς ενδιάμεσους σταθμούς και μικρές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ανοίγουν το δρόμο για συνολικές, ριζικές αλλαγές. Μια προσέγγιση που θυμίζει ίσως το αλήστου μνήμης σχήμα περί αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και συγγενεύει άμεσα –είτε το θέλει, είτε όχι- με τη λογική των σταδίων. Επόμενη στάση: πληρωμών… επόμενη στάση: σοσιαλισμός. Τερματικός σταθμός. Προσοχή στο κενό μεταξύ ονειρώξεων και πραγματικότητας.

Μια άλλη προσέγγιση περιγράφει ως μεταβατικούς στόχους κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά της κοινωνίας του μέλλοντος, θεωρώντας ότι η πάλη για αυτά μπορεί να ξεκινήσει στις σημερινές συνθήκες, αλλά θα ολοκληρωθεί μόνο με την επίτευξη του στρατηγικού μας στόχου. Αυτό κατά τη γνώμη μου μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτό, αν σκεφτούμε το παράδειγμα της πρότασής μας στα πανεπιστήμια για ενιαία ανώτατη εκπαίδευση, που περιλαμβάνει μερικούς στόχους άμεσης διεκδίκησης (δεν είναι προϋπόθεση για παράδειγμα ο σοσιαλιστικός κεντρικός σχεδιασμός για την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για την παιδεία, ή για την άρση του αντιεπιστημονικού διαχωρισμού αει-τει), αλλά δε μπορεί να εφαρμοστεί συνολικά στα σημερινά πλαίσια και η πλήρης υλοποίησή της είναι δεμένη με μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας και την πάλη για σοσιαλισμό.
Αυτή η προσέγγιση έχει κάποια βάση, μπορεί να σταθεί υπό προϋποθέσεις κι είναι προς συζήτηση, αρκεί να μην υποκαθιστά τον τελικό στόχο με μεσοβέζικα υβρίδια (εθνικοποιήσεις μονοπωλίων χωρίς κοινωνικοποίησή τους, εργατικός έλεγχος χωρίς εργατική εξουσία, κτλ).

Μια τρίτη προσέγγιση ορίζει την έννοια των μεταβατικών με βάση τα αιτήματα που έβαλαν το 17’ ο λένιν και οι μπολσεβίκοι για τη γη και την ειρήνη. Κι εδώ υπάρχει η εξής εκπληκτική αντίφαση. Οι μπολσεβίκοι έβαζαν αυτά τα αιτήματα σε (προ)επαναστατική κατάσταση και τα έδεναν με το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» (σα να λέμε με σύγχρονους όρους, διαγραφή του χρέους και αποδέσμευση από την εε, με λαϊκή εξουσία). Ενώ οι σύγχρονες αναλύσεις που επικαλούνται τα «μεταβατικά του λένιν» το κάνουν για να αποσυνδέσουν με ταχυδακτυλουργικό τρόπο τα δικά τους μεταβατικά από την άμεση διεκδίκηση της εξουσίας, που είναι και όλη η ουσία του ζητήματος.

Κι εμείς τι λέμε για όλα αυτά σύντροφοι; Εμείς ως κε του μπλοκ, χωρίς να αποσκοπούμε σε κάποια εξαντλητική αναφορά πάνω στο ζήτημα, απορρίπτουμε καταρχάς τη λογική της δ’ διεθνούς για τα μεταβατικά που λειτουργούν ως γέφυρες, ως σχηματική και ρέπουσα σε ρεφοριμιστικά μονοπάτια. Και θεωρούμε ως «μεταβατικά» όλα τα αιτήματα άμεσης διεκδίκησης (οικονομικής και πολιτικής φύσης) τα οποία δε μας πλησιάζουν βέβαια στο σοσιαλισμό με την υλοποίησή τους, βοηθάν όμως το επαναστατικό υποκείμενο να αποκτήσει συνείδηση κι αυτοπεποίθηση για την τάξη του και το προετοιμάζουν, με τον ίδιο τρόπο που το κουκούλι προετοιμάζει την κάμπια που το σπάει να γίνει πεταλούδα και να βγάλει φτερά για την έφοδό της στον ουρανό. Κι αν δεν το σπάσει μόνη της, με το δικό της αγώνα, αλλά της το σπάει κάποιος άλλος από τα πάνω (πχ μια φιλολαϊκή κυβέρνηση), τα φτερά της θα είναι αδύναμα κι αυτή θα σέρνεται στο χώμα με τα σκουλήκια και τις χαμένες χρυσαλίδες.

Υστερόγραφο: δυστυχώς η σημερινή ανάρτηση καθίσταται κάπως ανεπίκαιρη από τις άσχημες σημερινές εξελίξεις στην χαλυβουργική, που επιβάλλουν την κορύφωση της αλληλεγγύης στον αγώνα των ηρωικών απεργών. Τώρα ήρθε η ώρα να μετρηθούμε…

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Σοβιέτ και Κόμμα

Αρχικά προέχει μια ιδεολογική μάχη μέχρις εσχάτων. Ενάντια σε όσους αρνούνται την αναγκαιότητα και το ρόλο της πρωτοπορίας στην επανάσταση. Ανεξάρτητα από ποια αφετηρία ξεκινάν (αναρχική, σοσιαλδημοκρατική, ή απροκάλυπτα αστική). Είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο να αναλυθεί το γιατί, αλλά όχι επί του παρόντος.
Αφού κερδίσουμε αυτή τη μάχη, μπορούμε να κάνουμε ένα νέο συνέδριο των νικητών και να συζητήσουμε τι ακριβώς σημαίνει πρωτοπορία και ποιος είναι ο ρόλος της. Η αυτονόητη απάντηση είναι ότι η πρωτοπορία είναι το οργανωμένο και συνειδητό κομμάτι της εργατικής τάξης, με άλλα λόγια το κόμμα της.
Στην πράξη όμως δεν είναι τόσο απλό γιατί ο καθένας μπορεί να αυτοαναγορευτεί σε πρωτοπορία αλλά κανείς δεν έχει α πριόρι κατακτημένο αυτόν τον ρόλο. Στην ελλάδα πχ, πολλοί διεκδικούν αυτόν τον τίτλο, μόνο εμείς τον πλησιάζουμε με αξιώσεις, αλλά στην πράξη κανείς δεν μπορεί να περηφανευτεί ότι τον έχει κατακτημένο σε ικανοποιητικό βαθμό.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι το πάρσιμο της εξουσίας. Ποιος την καταλαμβάνει και ποιο ακριβώς είναι το υποκείμενο που την ασκεί; Η εργατική τάξη, το κόμμα, ή η πρώτη μέσω του δεύτερου που είναι η οργανωμένη πρωτοπορία της;

Παρακάτω παραθέτω (ελαφρώς επιμελημένο -sic-) απόσπασμα από ένα κείμενο που καταπιάνεται με μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή.

"Ξεκινώντας από την ήττα των επαναστάσεων στη δύση και την εφαρμογή της ΝΕΠ, δεν αλλάζει η πολιτική μορφή μετάβασης που παραμένει η δικτατορία του προλεταριάτου. Χάνει όμως αντικειμενικά βάρος η πλευρά της εξάπλωσης της προλεταριακής δημοκρατίας, που θεμελιώνεται πάνω στα σοβιέτ. Τα σοβιέτ οπωσδήποτε δεν καταργούνται, αλλά αναδιατάσσονται σε βάθος σε σχέση με το ρόλο που τους είχε αποδώσει ο Λένιν το 1919, ως θεμελίων των νέων θεσμών της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.
(...) Αν τα σοβιέτ χάνουν τον αντικειμενικό κεντρικό τους ρόλο στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, ο λόγος μετατίθεται εξ ολοκλήρου στο κόμμα, ως βασική κινητήρια δύναμη της μετάβασης.
Στις ομιλίες και στις αναφορές πάνω στη δικτατορία του προλεταριάτου που εκφώνησε ο Λένιν στο πρώτο συνέδριο της Κομιντέρν και σε άλλες σημαντικές επίσημες συνεδριάσεις ανάμεσα στο 1919 και στο 1920, το κομμουνιστικό κόμμα δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ και κυρίως δεν καταδεικνύεται ως ένας από τους θεσμούς μέσω των οποίων αρθρώνεται η προλεταριακή δημοκρατία. Και αντιλαμβανόμαστε την αιτία αυτού του γεγονότος: το κόμμα είναι οπωσδήποτε καθοδηγητική δύναμη της μετάβασης, αλλά δεν είναι ένας από τους θεσμούς της, δεν έχει κληθεί από την αρχή να διαχειριστεί το κράτος.
Μόνο ως αποτέλεσμα της αναδιάταξης ακριβώς του σοβιετικού σχεδίου, (το κόμμα) αναλαμβάνει καθήκοντα αναπλήρωσης των νέων θεσμών της σοβιετικής δημοκρατίας καθιστάμενο αναπόφευκτα η βάση και η φέρουσα δομή της. Ρόλος ο οποίος, πολλά χρόνια αργότερα, στη δύση της σοβιετικής εμπειρίας, θα καταγραφεί και τυπικά στο "μπρεζνιεφικό" σύνταγμα του 1977 (άρθρο 6):
Το κομμουνιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης είναι η δύναμη που καθοδηγεί και διοικεί τη σοβιετική κοινωνία, ο πυρήνας του πολιτικού της συστήματος, των κρατικών και κοινωνικών οργανώσεων".

Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια "στρέβλωση", μια πραγματικότητα που μόλις το 1977 (στα πλαίσια του εορτασμού των 60χρονων ίσως) και μόνο από τον φάρο της επανάστασης Λεονίντ Ιλίτς κατοχυρώθηκε επίσημα.
Ο συγγραφέας ωστόσο, επισημαίνει πολύ σωστά ότι "την αναδιάταξη αυτή, ή τη μερική υποβάθμιση των σοβιέτ στη Ρωσία, δεν πρέπει να την ερμηνεύσουμε με βάση τη βούληση και τις συγκεντρωτικές καταχρηστικές πρακτικές που υπήρχαν στο μπολσεβίκικο κόμμα". "Δεν πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως ολοκληρωτική σύλληψη, έξω από την μαρξιστική και ειδικά τη λενινιστική-μπολσεβίκικη παράδοση", ούτε ως "ιστορία προδοσιών της λενινιστικής κληρονομιάς ή αναθεωρητισμών".
Όπως λέει χαρακτηριστικά: "είναι εύκολο να ερμηνεύεις την ιστορία βρίσκοντας κάθε φορά τον κακό της υπόθεσης, ακόμα κι αν αυτός υπάρχει".

Αντιθέτως, "πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη μαρξική υλικότητα των αντικειμενικών συνθηκών, στο εσωτερικό των οποιών οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας βρέθηκαν να δρουν και να επιτελούν επιλογές τεράστιας σημασίας".
Η μετατόπιση του βάρους της εξουσίας στο κόμμα είναι "το αποτέλεσμα της πράξης αναπλήρωσης, που το κόμμα κλήθηκε να εκπληρώσει σε μια ιστορικά δοσμένη κατάσταση αδυναμίας των θεσμικών οργάνων της προλεταριακής δημοκρατίας" (σ.σ: ουδέν μονιμότερο της προσωρινής αναπλήρωσης βέβαια, όπως τελικά αποδείχτηκε), την οποία ο συγγραφέας αποδίδει "στην ανωριμότητα των παραγωγικών δυνάμεων που στο βαθμό που δεν μπορεί να ξεπεραστεί βουλησιαρχικά, ή με νομοθετικά διατάγματα εξελίσσεται σε αντικειμενικό, δομικό στοιχείο". Παράγοντα που δεν πρέπει να τον κρίνουμε μόνο με βάση τις μηχανές και την τεχνολογία, αλλά και "από την οπτική γωνία του επιπέδου της κουλτούρας και του πολιτισμού". Ειδικά από τη στιγμή που η βασικότερη παραγωγική δύναμη δεν είναι άλλη από τον ίδιο τον άνθρωπο -προσθέτω εγώ.

Το κείμενο είναι του ιταλού μαρξιστή andrea catone, διευθυντή του κέντρου μελετών για τα προβλήματα της μετάβασης στο σοσιαλισμό που και μόνο από τον τίτλο φαίνεται ότι τα σπάει (Θέλω να πω είναι αξιόλογο). Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα της ουτοπίας για την οκτωβριανή επανάσταση το περασμένο φθινόπωρο.
Δε μπαίνει παρά μόνο ως εισαγωγή και σε καμία περίπτωση για να εξαντλήσει το θέμα. Εννοείται βέβαια ότι για να μπαίνει εδώ ο προβληματισμός που βάζει και η συλλογιστική του με εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό. Εξάλλου δικές μου είναι και οι υπογραμμίσεις στο κείμενο (πάντα ήθελα να το γράψω κάπου αυτό).