Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φεστιβάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φεστιβάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

51 στιγμές του φθινοπώρου

51 φεστιβαλικές ψηφίδες, χωρίς εισαγωγές και προσχήματα.

-Ουρές παντού, στα πιροσκί, τους λουκουμάδες, τα σουβλάκια, τις τουαλέτες, το βιβλιοπωλείο, ακόμα και στη σκηνή για τη Γάζα. Και ούτε μια ιδιωτική πλατφόρμα για online παραγγελίες και διανομές, με επιπλέον γαμησιάτικη χρέωση. Εκεί μας κατάντησαν, τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης...

-Περάσαμε όμορφες και ευτυχισμένες φεστιβαλικές στιγμές με το χατσαπούρι της ΑΜΘ, αλλά όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος, που έρχεται όταν βλέπεις μια ουρά να -με το συμπάθιο- ήδη από τις 7 το απόγευμα. Το καλύτερο θα είναι σήμερα, όταν οι σφοι θα ανακοινώσουν στις ουρές ότι δε σερβίρεται τίποτα στη διάρκεια της ομιλίας, αφήνοντας το πόπολο άναυδο και λιμασμένο. Κι όσοι δε βρουν χατσαπούρι να φάνε, ας βολευτούν με πιροσκί...

-Παρηγοριά (στον νηστικό) μπορεί να βρει κανείς στους πάγκους των μεταναστών, με φαλάφελ ορεκτικό, νιγηριανό κυρίως πιάτο και μπακλαβαδάκια από τους Ιρακινούς για φινάλε. Σβήσιμο στο ενδιάμεσο με μια μπίρα άνευ, που κάνει πρώτη φεστιβαλική εμφάνιση στα δικά μας βαρέλια. Κι ας λένε κάποιοι σφοι πως μπίρα χωρίς αλκοόλ είναι σαν Φεστιβάλ χωρίς σουβλάκια και Βασίλη...

-(Τυχαίο όνομα, πραγματικός διάλογος -μαμάς με ανήσυχο παιδί).

-Γιωργάκη, αυτός που βγήκε τώρα είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Άκουσέ τον, γιατί σε λίγα χρόνια μπορεί να μην υπάρχει.
Υπάρχω λες και ύστερα δεν υπάρχεις. Δεν υπάρχεις και είσαι εδώ.

Ναι, η μουσική εξημερώνει τα ήθη, ενίοτε και μικρά ζιζάνια. Αλλά δε φανταζόμουν ποτέ τον Βασίλη σε τέτοια πρόταση, σε ρόλο αντίστροφου μπαμπούλα...

-Λίγη ώρα πριν, ο ίδιος μικρός Σκύθης έπαιζε με τον φίλο του... «ποπομαχίες», ένα ιδιαίτερο αγώνισμα δικής του έμπνευσης, όπου πας τον αντίπαλο «κωλοφεράντζα» και δεν αποκλείεται να το δούμε ολυμπιακό αγώνισμα σε μερικά χρόνια. Αλλά ο μικρός είχε λάβει κλασική μουσική παιδεία και ποπομαχούσε τραγουδώντας Θήτα Μι, μαζί με τα μεγάφωνα:

Πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο...

-Το μαλλί του Βασίλη -σας αγαπάω, μα δεν κουρεύομαι- έχει αποκτήσει αυτόνομη προσωπικότητα και υπόσταση. Αυτή τη φορά θύμιζε κάτι από τα ένδοξα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν ήταν ισιωμένο και ατένιζε τον κόσμο με αγωνιστική αισιοδοξία, πριν αρχίσει να νιώθει στο ίδιο έργο θεατής. Πού ’ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια, που τραγουδά και μια άλλη ψυχή.

-Ο Βασίλης είναι πλέον ένα έφηβο γεράκι, που κινδυνεύει με πτώση επί σκηνής (κατάρρευση ή ανατροπή) και δεν είναι για πολλά, αλλά αυτά τα λίγα φτάνουν να κινήσουν γη και ουρανό για το πιστό κοινό του, που γέμισε ασφυκτικά τον χώρο -τη λίμνη, τα βιβλιοπωλεία, τις ταβέρνες και κάνα δυο βολεύτηκαν στην κονσόλα του ήχου ή πάνω στα δέντρα. Και ανήκει σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ τραγουδιστών που μπορούν να κινήσουν τέτοια πλήθη πιστών -άντε μαζί με τον Λεξ και την Άννα Βίσση, που θα είχε μια θέση και στο αφιέρωμα για τον Κουγιουμτζή. Κι αν κάποιοι πιστοί του στενοχωριούνται για τα περασμένα μεγαλεία της φωνής του, αυτός μας απειλεί πως θα (ξαν)ανταμώσουμε και του χρόνου.
Κράτα, ρε φίλε, γερά...

-Λίγο πριν, στη νεανική σκηνή ο Ζαραλίκος αποκάλυπτε, μες στο σπιτάκι μας, ότι ο Κουτσούμπας είναι πράκτορας του Λούμπεν -κάποιος έπρεπε επιτέλους να το πει. Και ότι αν μπορούσε να γίνει θεός για μια βδομάδα -που ήταν το θέμα συζήτησης στη μαθητική σκηνή- αυτός θα προτιμούσε να γίνει ΓΓ, για να πάρει μερικά κεφάλια -και άντε να τα ξανακολλήσει μετά ο θεός. Κι αν είχε τόσο κόσμο ο Ζαρα, φαντάσου τι θα γίνει στον Τσουβέλα σήμερα...

-Δε θα δήλωνα θερμός οπαδός της μουσικής παράδοσης, των νόθων τέκνων της με σύγχρονους ήχους και όλα τα παρακλάδια τους -και αν δεν είμαι ροκ, να με φοβάσαι. Αλλά έμεινα με την απορία γιατί κράτησε τόσο λίγο το χτεσινό αφιέρωμα στη νεανική. Μέχρι που έμαθα ότι η συναυλία των PAGAN είχε μέχρι και χορό της κοιλιάς. Φεστιβάλ σε άλλο επίπεδο, που δεν ενδείκνυται για δυσκοίλιους -καλή ώρα...

-Από χιπ-χοπ πήρα μόνο μια τζούρα Σφαλμάνη (και της Αναστασίας, σε μια σκηνή όπου δεν σπάνε εύκολα τα έμφυλα στερεότυπα). Και αργότερα από τον πόνο που μοίρασε σε ασπόνδυλα φασιστοειδή. Το καλύτερο, όμως, είναι πως το Σφάλμα είδε στίχους του να μπαίνουν σε μια ανακοίνωση Σωματείου για το 13ωρο. Και δε νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερο παράσημο από αυτό...
Μιλάνε για δεκάωρα χωρίς αναστολές
Εγώ θα έλεγα πέντ'.-έξι και τους είναι και πολλές

-Δεν πήρε κάπου το μάτι μου τον Σερίφη, που πρόλαβε να γυρίσει τρέιλερ για την εκπομπή του πολιτικού νάνου Μπογδάνου, αλλά δε θα τον δούμε τελικά στο πάνελ του, δίπλα στον Μπαλάσκα, να μετράει τις τρίχες στο στήθος του. Κι αν είπε ότι αποχώρησε για προσωπικούς λόγους, ας μην ξεχνάμε μια παλιά βασική αλήθεια: το προσωπικό είναι (πρωτίστως) πολιτικό!

-Δεν πρόλαβα λέξη από όσα είπε ο Κουβανός πρέσβης στην εκδήλωση για το εμπάργκο, τον πέτυχα όμως στο ζέσταμα να ποζάρει αγκαλιά με τον Ρίζο και ένα τεράστιο χαμόγελο.


Μια μέρα πριν, στο ίδιο σημείο, ήταν οι παλαίμαχοι από το «Σπίτι του Αγωνιστή». Τρομερή στιγμή και τρίχα κάγκελο, όπου από σεβασμό δε φωτογράφιζες τίποτα και απλώς στεκόσουν προσοχή, ενώ υποκλινόσουν νοερά.

-Η εικαστική έκθεση για την Παλαιστίνη ήταν πολύ αξιόλογη, με πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο (τα μηνύματα και την καλλιτεχνική αφαίρεση). Χτες λόγω αέρα κάποια έργα μπήκαν στη θέση τους με μικρή καθυστέρηση, αφήνοντας προσωρινά ένα κενό, που αν το πετύχαινες, νόμιζες πως τα είχε αγοράσει κάποιος και έλεγες κρίμα, γιατί δεν ήξερες πως ήταν διαθέσιμα προς πώληση...

-Αυτή τη φορά η Μηλιαρονικολάκη έκανε σαν «θεατρικό» (ωωωωω, σαν θεατρικό θα ζήσω) την καθιερωμένη της ετήσια εισήγηση, με απαγγελίες αποσπασμάτων από ηθοποιούς και την ίδια στον ρόλο της «αφηγήτριας». Ήταν ενδιαφέρουσα εισήγηση, ιδανική ίσως για audio book, αλλά -κρίνοντας εξ ιδίων- κάπου έχανε στην παρουσίαση στο ευρύ κοινό και παρέμεινε ένοχη φεστιβαλική απόλαυση για (σχετικά) λίγους, σαν τον Κομάντο Φεστιβαλικής Εντροπίας, που έχει πάψει από καιρό να μας διαβάζει...

-Την ίδια ώρα, ο Κύριλλος στην κεντρική σκηνή, ακουγόταν από μακριά σαν να μιλάει ο Μάκης Παπαδόπουλος. Όχι, δεν το παθαίνεις μόνο με την Μποφίλιου και τη Ζουγανέλη. Και όχι, δεν τους κάνει μαθήματα ορθοφωνίας ο -βραχνιασμένος χτες- Κολοβός.

-Ο Γ. Μαρίνος, που έχει την ευθύνη για τις διεθνείς σχέσεις από το ΠΓ, όσο πάει αποκτά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά σοβιετικού κυριούλη, σαν κούκλα από ματριόσκα. Κι αν είχαμε (περισσότερο) χιούμορ, θα πουλούσαμε τέτοιες, με τους εκάστοτε ΓΓ, και θα γίνονταν ανάρπαστες...

-Οι σφοι από τις μικρότερες οργανώσεις του εξωτερικού πρέπει να μας βλέπουν με δέος, όπως οι δικοί μας τη γιορτή της Humanite, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Βλέπουν άπειρο κόσμο, μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν την αγοραφοβία, πρωτόγνωρες εμπειρίες, ξεναγήσεις σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Ένας κινηματικός τουρισμός στο μπόι των ονείρων τους...

-Οι Βραζιλιάνοι είχαν φέρει μια βαλίτσα πράγματα και έγραψαν για πλάκα «βοηθήστε μας να γυρίσουμε πίσω», προκαλώντας κύμα αλληλεγγύης και παρεξηγήσεων.

-Αντιμετωπίζετε διώξεις; Είστε εξόριστοι; Υπό καθεστώς παρανομίας ελέω Μπολσονάρου;
-Όχι, εμείς μια πλάκα κάναμε...

-Ωραία συζήτηση μπορούσες να κάνεις με τον Ιταλό σφο, που λογικά ήρθε γιατί ξέρει καλύτερα αγγλικά από κάθε άλλο σφο της μπότας. Και μπορούσε να μιλήσει για τα πάντα, χωρίς να κουνά χέρια: από τη μαζική απεργία της περασμένης Δευτέρας, μέχρι το διαζύγιο με τον κλόουν Ρίτσο και το μέτωπο που κυοφορεί το νέο κόμμα. Πάνω-κάτω δηλαδή ό,τι μπορούσες να συζητήσεις και με τον Γάλλο σφο δίπλα του, με λίγο χειρότερα αγγλικά αλλά την ίδια ανυπαρξία οργανωμένης πρωτοπορίας.
Είδες ο ευρωκομμουνισμός;

-Θα συζητούσαμε και για την ταινία για τον Μπερλινγκουέρ, αλλά δεν είχα προλάβει να δω το τρέιλερ, που μας προετοιμάζει για μια μεγαλειώδη μούφα. Σε άλλες εποχές, θα βγαίναμε εξορμήσεις έξω απ’ τις κινηματογραφικές αίθουσες, πχ με τον «Ευρωκομμουνισμό» του Σκολαρίκου ή την παλιότερη αντίστοιχη μελέτη του Φώντα Λάδη.

-Τι μπορεί να σημαίνει 26+6, τυπωμένο σε μπλουζάκι; Δεν είναι λογοτεχνική αναφορά (του λείπουν δέκα μονάδες για να παραπέμπει στο «γυρίστε τον Γαλαξία με οτο-στοπ»). Σημαίνει απλώς ενιαίο Έιρε, με ελεύθερες όλες τις επαρχίες του, νότιες και βόρειες, δηλαδή και τις έξι που τελούν υπό βρετανική κατοχή.

Οι σμαραγδένιοι σφοι από τη νεολαία Κόνολι είχαν μπλουζάκια για την Ιρλανδία που είναι η Κούβα της Βρετανίας, τη φιγούρα του Κόνολι δίπλα στους κλασικούς, στο κλασικό σήμα με τις κεφαλές -ως συνεχιστής του έργου και της μαρξιστικής παράδοσης- αλλά δεν ξέρω αν ήταν ενήμεροι για το παλιό σύνθημα «εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ, δεν είναι Ιρλανδία...»

-Κάποιες φορές στη Διεθνούπολη, η αλληλεγγύη στις οργανώσεις μετατρέπεται σε έναν μόλις συγκαλυμμένο καταναλωτισμό.

-Να πάρουμε το μπλουζάκι με την Τερένσκοβα;
-Όχι, έχεις του Γκαγκάριν.
-Μα αυτό είναι σεξισμός και πατριαρχία...

-Ένα μπρελόκ Λένιν; Μια κονκάρδα Στάλιν έστω;
-Όχι, δεν τα χρειάζεσαι. Έχεις πάρα πολλά.
-Και οι συνεχώς διευρυνόμενες ανάγκες μας;
-Είναι για τον σοσιαλισμό.

Ναι αλλά το μπλουζάκι της ΕΔΟΝ με τον Χριστόφια; Ποιο λαϊκό νοικοκυριό δε χρειάζεται, δηλαδή, ένα τέτοιο; Και γιατί δεν έχουν βγει μπλουζάκια με τον Χαρίλαο -αν όχι από εμάς, από το «Λειρί του Κόκκορα»;

-Αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσεις ένα μόνο μπλουζάκι, ήταν των Αυστριακών και δεν ήταν για ενήλικες, ούτε καν για παιδιά που θα έχουν ενεργές μνήμες από αυτό το Φεστιβάλ. Εννοώ τα κόκκινα βρεφικά μπλουζάκια με τη Λάικα. Κι αν θες να γίνεις η ψυχή του πάρτι, λες πως το πραγματικό της όνομα ήταν Σγουρομάλλα (Κοντριάφκα ή κάπως έτσι) ενώ η Λάικα είναι μάλλον η ράτσα - το γενικό είδος...

-Εκατοντάδες κεφίγιες, καρπούζια με υπονοούμενο -αν δεν το πιάσεις, το έχασες-, μενταγιόν, κοσμήματα, τα αραβικά μπλουζάκια στους μετανάστες, οι σημαίες, οι κάλτσες στα χρώματα της Παλαιστίνης. Όλα καλά και χρήσιμα. Αυτή η πλωτή εντυπωσιακή σημαία της Παλαιστίνης στη λίμνη του πάρκου, πού στα κομμάτια ήταν και δεν την είδε κανείς σφος, παρά μόνο αργότερα, στις φωτογραφίες του Πόρταλ;


-Οι Βραζιλιάνοι έχουν (μεταξύ άλλων) τον Μαριγκέλα, οι Παραγουανοί τον Αντόνιο Μαϊντάνα (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον Τόνι Μοντάνα από τον «Σημαδεμένο), οι Ιρλανδοί τον Κόνολι και κάθε οργάνωση τον δικό της ήρωα.

Και οι Ισραηλινοί σύντροφοι, κύριε;

Αμήχανο χαμόγελο του ισραηλινού σφου, το σκέφτεται λίγο ακόμα. Καταλήγει: δεν έχουμε.
Όχι ακόμα, δηλαδή, γιατί δε θα μένουν πολύ ακόμα στο απυρόβλητο, με τη γενναία στάση τους.

-Με ένα στόμα, μια φωνή: ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Από την «ήμουν η Χρύσα Κατσαρίνη» (λευτεριά στην Παλαιστίνη), ως τα Καλογεράκια, που ήθελαν να «το βγάλουν από μέσα τους» (Λευτεριά στην Παλαιστίνη) και έκλεισαν τη συναυλία λέγοντας «Πανώλη...!» -πού πάνε λέει;- «Πανώλη στο IDF!».

-Και από τον Μυστακίδη και τη Νατάσσα (που ανέβασε στη σκηνή τον πρόεδρο του ΠΜΣ) ως τον Βασίλη στη Κεντρική και τον Μαγαλιό στη νεανική, υπήρχε μία κοινή συνισταμένη: κάλεσμα για την απεργία της 1ης Οκτώβρη!

Και εσύ να ανακαλείς από κάποιο σκονισμένο συρτάρι της μνήμης σου ένα παλιό απεργιακό Φεστιβάλ, όπου έπεσαν όλοι μαζί και στο τέλος ήσουν χίλια κομμάτια, ευτυχισμένα και συνδεμένα με το νόημα που έχει κάτι απ’ τις φωτιές και τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

-Καταλαβαίνεις τους καλλιτέχνες που γουστάρουν πραγματικά το Φεστιβάλ, όταν τους βλέπεις να έρχονται δεύτερη και τρίτη μέρα, εκτός προγράμματος, ως θεατές και όχι επειδή παίζουν. Και δεν εννοώ τους δικούς μας, πεισμένους και συνήθεις υπόπτους, αλλά τις ευχάριστες εκπλήξεις τύπου Papazo, που ήταν και χτες. Και σκέψου, τι ευχάριστη έκπληξη θα ήμασταν εμείς για αυτόν...

-Αν έρθεις μια φορά στο Φεστιβάλ, θα ξανάρθεις. Νόμος -ο 4ος της διαλεκτικής.
Ακόμα κι αν είσαι εκείνος ο μπάρμπας, χωρίς χιούμορ, που λέει «εγώ θα έρθω μόνο για τα σουβλάκια». Και γελάει μόνος του -ίσως με τα χάλια του.

-Ή με την ΑΡΑΝ ή με Πίτσα Φαν.

Δε χαρίζω σε κανέναν τον Πάρη (και το μήλο του), αλλά το πάλευα όλη μέρα χτες και δε βρήκα κάτι καλύτερο, οπότε το παραδίδω στη βάση του μπλοκ για τις δικές της προτάσεις.

-Και όπως λέει αντικειμενικά η Φριντζήλα, είναι το καλύτερο Φεστιβάλ (μέχρι το επόμενο).

Prove her wrong, ρε, άμα μπορείς...


Έχω πλήρη επίγνωση πως δεν πλησιάσαμε τις 51 στιγμές που υποσχόταν ο τίτλος, αλλά αν τις κατέγραφα (τώρα) όλες, θα έχανα την ομιλία του ΓΓ. Περισσεύουν καμιά 17 στιγμές της άνοιξης: για τη Σύγχρονη Εποχή, τη Γυάρο, την οργάνωση, τη Γάζα, τον καιρό που είναι μαζί μας, τα δέντρα, το σύστημα κ.ά.

Τα κρατάμε κάβα για τον φεστιβαλικό επίλογο και την τελευταία ανταπόκριση -όποτε και αν ανέβει στον διαδικτυακό αέρα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

Στη σωστή πλευρά της κωμωδίας

Ποιο είναι το μεγαλύτερο δίλημμα των καιρών μας;
Το αιώνιο ερώτημα, πίτσα ή σουβλάκια.
Σιγά μην είναι και η βασική αντίθεση της εποχής.

Καταρχάς, δεν μπορεί να είναι απόλυτο δίλημμα, γιατί δε συμφωνούμε στα βασικά: πχ τι ορίζουμε ως σουβλάκι.
Ας ρωτήσουμε κάποιον τρίτο, πχ τους Σκύθες συντρόφους από την ΑΜΘ (Ανατολική Μακεδονία - Θράκη) και την παλιννοστούσα κυρία με το χατσαπούρι. Ή τους Ιταλούς σφους να μας πουν, κουνώντας θυμωμένοι τα χέρια τους, αν είναι αληθινή πίτσα ή ιεροσυλία αυτό που τρώμε.

Αλλά όχι, στο Φεστιβάλ είμαστε, όπου οι σφοι είναι λογικοί άνθρωποι και καταλαβαινόμαστε (τώρα). Μάθανε να λένε τα σουβλάκια-σουβλάκια -και ας είναι Αθηνέζοι- και τη γενοκτονία-γενοκτονία -και ας είναι από το Ισραήλ. Δε χρειάζονται περσότερα (λόγια, μόνο πράξεις).

Λέμε τα πράγματα με το όνομά τους -όπως κάποτε τη ΚΝ Μακεδονίας στη Διεθνούπολη, πολλά χρόνια πριν τη ΝΑΤΟ-Συριζαϊκή συμφωνία. Κι αν το δίλημμα της εποχής μας, τέλος πάντων, είναι σουβλάκια ΚΝΕ ή Pizza Fan, η απάντηση είναι μονόδρομος, ακόμα και αν είσαι vegan. Εκτός κι αν είσαι στέλεχος της FAN και της αφάν γκατέ του αντικομμουνισμού -πχ τα εξυπνοπούλια που πιάνουν τη μύτη τους με απέχθεια για ό,τι κάνει το ΚΚΕ, ακόμα και για τα είδη γραφικής ύλης που μαζεύει το Κόμμα για τα παιδιά της Γάζας, γιατί λέει είδαν μια Τζαμποσακούλα, στη φωτό με τον ΓΓ. Τρεις ώρες ελληνικό σταντ-απ να στύψεις, δε θα βρεις τίποτα πιο αστείο από μια δική τους ανάρτηση... 

Λείπουν άλλωστε τέτοια «μαχητικά ρεπορτάζ» και αναρτήσεις για το Φεστιβάλ, πχ για τα αναψυκτικά Βίκος, τις μπίρες «Α» -χωρίς τον κύκλο- ή τις ανατιμήσεις-φωτιά στα σουβλάκια, που έφτασαν 2 ευρώ το ένα, και τα εισιτήρια. Και όλα αυτά τα «αποκαλυπτικά στοιχεία» που δείχνουν ξεκάθαρα ότι α. δεκανίκι και β. ο λόγος αυτός τους ανήκει. Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα!

Στα τριήμερα φεστιβάλ, η δεύτερη μέρα είναι σαν τα παιδιά-σάντουιτς στις τριμελείς οικογένειες: χωρίς τον ενθουσιασμό της πρώτης φοράς και την κορύφωση στο τέλος. Φέτος, η δεύτερη μέρα έχει λίγο-πολύ μεταβατικό χαρακτήρα και μια σχετική άπλα -που θα την νοσταλγήσουμε σήμερα- αλλά έχει πάρα πολύ κόσμο (γιατί η Πέμπτη είναι το νέο Σάββατο), ωραίες στιγμές για το άλμπουμ των αναμνήσεων και υλικό για να διηγούμαστε στις οθόνες μας -για όσους δεν έχουν χρέωση «εγγονάκι» στο Τρίτση αυτές τις μέρες. Ας δούμε ενδεικτικά μερικές θεματικές.

Στα άδυτα του χατσαπουριού: τελικά δεν το φτιάχνουν Γεωργιανοί σφοι από την μεταναστομάνα Καλλιθέα, αλλά οι οργανώσεις της ΑΜΘ, αλυσίδα και μαζική παραγωγή, υπό τη μονοπρόσωπη διεύθυνση της σοβιετο-αναθρεμμένης σφισσας που έχει τη συνταγή και την τεχνογνωσία. Στα υπέρ για τους Σκύθες σφους ότι έχουν βγάλει τα έξοδα του ταξιδιού και για τις αφίσες τους την επόμενη δεκαετία. Στα αρνητικά ότι δεν πρόλαβαν να σηκώσουν κεφάλι, πόσο μάλλον να γυρίσουν τον χώρο του Φεστιβάλ. Και αν δεν το έκαναν τις δυο πρώτες μέρες, οι οιωνοί δεν είναι με το μέρος τους για τις δύο επόμενες. Το Σάββατο, οι ουρές θα πάρουν ιστορική ρεβάνς από τις αντίστοιχες στα εγκαίνια των ΜακΝτόναλντς στη Μόσχα, με βάση τον νόμο των διαρκώς διευρυνόμενων αναγκών στον σοσιαλισμό -και τι να κλάσει και το μπέργκερ, μπροστά στη σέρβικη πλεσκάβιτσα.

Αν η οργάνωση της ΑΜΘ βγει πρώτη στην επόμενη οικονομική εξόρμηση, θα οφείλει τη νίκη της στις εξαγωγές χατσαπουριού -ή και πιροσκί, για να καλύπτει κάθε επιθυμία και λαϊκή ανάγκη. Κι αν ακούσετε, σήμερα-αύριο, τα μεγάφωνα να ζητάνε γιατρό κοντά στον παιδότοπο, θα είναι μάλλον για τον γραμματέα της Οργάνωσης, που πλησιάζει ολοταχώς στην υπερκόπωση.

Μια καλή ιδέα για το επόμενο Φεστιβάλ θα ήταν να φέρουν οι Σκύθες μπουγάτσες ή τους περίφημους λουκουμάδες Λιμεναρίων -με τη μυστική συνταγή που περνά από Δρουίδη σε Δρουίδη, αρκεί το γκι (δρεπάνι) του να μοιάζει με σφυροδρέπανο. Το φαγητό είναι άλλωστε στοιχείο της κουλτούρας μας και ως τέτοια -πολιτιστική αποστολή- πρέπει να δούμε τη σχετική εκστρατεία εισαγωγής εξωτικών γεύσεων από τον εγγύ βορρά στο κλεινόν άστυ, που είναι γεμάτο απολίτιστους βάρβαρους, που λένε κρύα ανέκδοτα με μπουγάτσες, νομίζουν ότι τρώνε τακαμούρι και δεν ξέρουνε σουβλάκι τι θα πει -άλλο αν στο Φεστιβάλ τους έρχεται επιφοίτηση. Και να ετοιμάζονται οι οργανώσεις της Δυτικής Μακεδονίας με τα κεμπάπια και το Ξινό Νερό...


Φαν, φαν, φαν (2), πώς τους παν καλέ τα φαν
Ξύλο που θα φαν, και βραστούς τους αστούς θα φαν
(παιδικό τραγούδι του Λουκιανού, διασκευασμένο)

Κατόπιν ωρίμου σκέψης, ζυμώσεων και διαβουλεύσεων με στενούς συνεργάτες, η κε του μπλοκ καταλήγει στα εξής -ευρύτερης αποδοχής- συμπεράσματα, για την απόλυση του Πάρη Ρούπου.

-Η ανακοίνωση της Πίτσας Φαν λέει ότι «μας ενώνει η καλή πίτσα». Αλλά μας χωρίζει ο φασισμός που ντύθηκε «ΝΟ Politica». Σε κάθε περίπτωση, η Πίτσα Φαν δεν τρώγεται με τίποτα, ακόμα και αν σε πληρώνουν για αυτό, και μπαίνει στους πιο αδύναμους κρίκους της διατροφικής αλυσίδας, λίγο πάνω από τις ζωοτροφές και τα φρέσκα ψάρια του Αλφαβητίξ -ή τις ρυζογκοφρέτες Χανίων.

-Η απόλυση του ΠΡ είναι η καλύτερη διαφήμιση για τον ίδιο και τη δουλειά του, που την έμαθαν άλλοι τόσοι μετά τον σχετικό ντόρο. Κι αν δε γελάς πολύ με όσα λέει, δεν πειράζει, σ’ αυτά δε χωράνε οπαδικά και χιούμορ. Το δροσερό αστειάκι για το ανατολικό cock-block πχ είναι χάσμα γενεών διπλής κατεύθυνσης: οι μεγάλοι δεν πιάνουν τον ξενικό όρο και οι νεότεροι αγνοούν το ανατολικό μπλοκ (το ποιο;). Σε κάθε περίπτωση, τα αφεντικά δείχνουν πως κατέχουν καλύτερα απ’ όλους τα μυστικά του μάρκετινγκ, ακόμα και αν διαφημίζουν τον ταξικό τους αντίπαλο...

-Τα καζάνια του θανάτου στη Δραπετσώνα δεν αποπνέουν πιο μυρωδάτη βρώμα, επειδή τα στολίζει μια ελληνική σημαία. Κι όσοι δεν προσβάλλονται με τον καρκίνο που σκορπάν, αλλά με το χιούμορ του Ρούπου, ας περιμένουν να διαβάσουν τη συνέχεια στις στήλες της μαχητικής ΕφΣυν, που την αγόρασε ο Μελισσανίδης. Για την Κεντροαριστερά αγωνιζόμαστε όλοι, σύντροφοι εφοπλιστές...

-Πολύς κόσμος γέμισε ασφυκτικά τη μαθητική σκηνή για να ακούσει τι θα πει επί σκηνής ο Ρούπος ή οι άλλοι κωμικοί για την απόλυσή του. Τα σκετσάκια δεν είχαν την παραμικρή σχετική αναφορά, αλλά η υπομονή μας επιβραβεύτηκε στο τέλος, με τηνανάγνωση της συλλογικής ανακοίνωσης των ηθοποιών. Κάποιοι ίσως να μη συμφωνούν-με με το αίτημα της επαναπρόσληψης, έχει όμως μια αξία να φανεί αν αυτόν τον τόπο τον κυβερνά ένας πολιτικός νάνος σαν τον Μπογδάνο και τους ομοίους του.

Αλλά ο δρόμος ως εκεί ήταν μακρύς και δύσβατος, γεμάτος αστεία για κλανιές και -χωρίς υπερβολή- «τον πούτσο μου τον πυροσβέστη» -και αυτό να φανταστείς το έλεγε ο σφος από το παρεάκι... Μπορεί ο Ρούπος να 'χε δίκιο για τον Νταλάρα λέγοντας «όπου είναι η κωμωδία, αυτός απέναντι», αλλά είναι ζήτημα για τον χώρο του, αν στέκεται στη σωστή πλευρά της κωμωδίας.

Το βασικό πρόβλημα

Το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα, δεν είναι (μόνο) ότι έχουμε ελάχιστη πολιτική σάτιρα. Αλλά ότι έχουμε ελάχιστους καλούς κωμικούς -πόσο μάλλον, με ταξικό κριτήριο. Το πρόβλημα είναι ότι οι ατάκες, στην εκδήλωση των σωματείων, για το μαλλί του Άδωνη και τον εργαζόμενο στο κυλικείο της ΝΔ που ζήτησε 13ωρη βάρδια, είναι μάλλον πιο αστείες από το κωμικό πρόγραμμα που ακολούθησε ή κάτι λογοπαίγνια που είναι σαν το χιούμορ και την (εξουσία στη) φαντασία του Μπογιόπουλου, για την πίτσα ΦΑσίσταΝ. Και του χρόνου με σκετσάκι επί σκηνής...

Ένα άλλο βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλοί όρθιοι κωμικοί είναι κακοί ηθοποιοί, γιατί δεν πέρασαν ποτέ από δραματική σχολή. Κι αν το προεκτείνουμε, το βασικό πρόβλημα της χιπ-χοπ σκηνής (που είναι ίσως το μουσικό αντίστοιχο του stand up), μπορεί να είναι ότι πολλά αστέρια της δεν έχουν μουσικές σπουδές. Ή -για να το θέσουμε αλλιώς- ότι αυτοί που έχουν μουσικές γνώσεις και υπόβαθρο, ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ή -από μια άλλη άποψη- ότι ως εκεί φτάνει το μουσικό κριτήριο ενός μπούμερ, όπως εγώ.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι βλέπεις στο σταντ-απ τους διπλανούς σου να λύνονται στα γέλια, αναρωτιέσαι για το γούστο τους, το συνολικό τους κριτήριο στη ζωή, πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει και τι ακριβώς το χωρίζει από την κερκίδα του Σεφερλή. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως είμαστε από θέση αρχής αντιδραστικοί και μεγαλώνουμε. Δε γελάμε εύκολα, ενοχοποιούμε την εύκολη χαρά -σαν συμμορία της μιζέριας- και γκρινιάζουμε για όλα, χάνοντας τον ενθουσιασμό της πρώτης νιότης του κόσμου.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως το μάρκετινγκ καθορίζει πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε. Από τη στάση της Pizza Fan, που ζύγισε τις επιλογές της, ταλαντεύτηκε και τώρα θα πληρώσει το λάθος της. Μέχρι τη στάση των καλλιτεχνών, δικών μας και απέναντι, που μπορεί να θέλουν να έρθουν στο Φεστιβάλ αλλά να φοβούνται πως θα ξενερώσουν το κοινό τους -και ίσως αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις χιπ-χοπ παρουσίες στο Τρίτση. Κι είναι λίγοι αυτοί που έχουν αρχές ή έστω αρκετό μυαλό, για να καταλάβουν πως το καλύτερο μάρκετινγκ -ακόμα και με τέτοια κριτήρια, της αγοράς- είναι να πάψεις να είσαι τόσο mainstream (συμβατικός), για να σε προσέξει-μάθει λίγο ο κόσμος, παίρνοντας θέση για κάποια βασικά πράγματα.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως με όλα αυτά, πέρασε στα ψιλά το «Μιστέριο Μπούφο» που έπαιζε η θεατρική ομάδα της ΚΝΕ. Και προπαντός όσα ζουμερά και σημαντικά ειπώθηκαν στις δύο εκδηλώσεις.

Εκεί ακούσαμε τον Ισραηλινό να λέει ότι η οργάνωσή του προσπαθεί, παρόλα τα εμπόδια, και έχει καταφέρει να έχει κάποια στοιχειώδη κοινή δράση με τους Παλαιστίνιους.
Και τον Τσακλίδη να εξηγεί πώς βρέθηκε στο στόχαστρο της διοίκησης της Hellenic Train, επειδή δε δέχτηκε ως εργαζόμενος να μην τηρηθούν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Όλα αυτά, δύο χρόνια μόλις μετά το έγκλημα στα Τέμπη, και ενώ μιλάμε για τον συγγενή ενός από τα θύματα. Τίποτα δεν μπορεί να μας εκπλήξει σε αυτή τη χώρα αυτό το σύστημα, αλλά αυτό ξεπερνά τα εσκαμμένα...

Το βασικό πρόβλημα τελικά είναι ότι έχουμε πολλά βασικά προβλήματα και δεν ξέρουμε από ποιο να ξεκινήσουμε την επίλυσή τους.


Η επιστροφή των ασώτων:
δηλαδή αυτών που έλειψαν -συνειδητά και με το δικό τους σκεπτικό- από το περσινό Φεστιβάλ, αλλά ήταν σα να μην έφυγαν μια μέρα. Ο Φοίβος είπε για τον Ρούπο, για τον Ρούτσι και τα Τέμπη, για όλα τα σημαντικά και ανθρώπινα. Και άνοιξε διάλογο με το κοινό για να μάθει ποιος χώρισε πρόσφατα, ποιος είναι στα πατώματα, ποιος έχει σχέση διαρκείας κτλ. Που μπορεί να γίνει πολύ ωραίο σκετσάκι και με οργανώσεις από το αριστεροχώρι, που διασπώνται νομοτελειακά στο όνομα της ενότητας: Love will tear us apart again... Το δείχνει ανάγλυφα ένας πίνακας στο βιβλίο του Γκίκα για τον Μεσοπόλεμο -όταν το μέσο προσδόκιμο της οργανωτικής ζωής ενός αριστεριστή έφτανε τα τρία χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Ο οποίος όμως έβγαλε ένα ακόμα καλύτερο βιβλίο για τις ρίζες και την ιστορική διαδρομή του Παλαιστινιακού ζητήματος και την πρώτη μέρα κυκλοφορούσε στον χώρο με μια τεράστια παλαιστινιακή μαντίλα -κινητή διαφήμιση, για όποιον ξέχασε να αγοράσει και να το μελετήσει το βιβλίο.

Η Νατάσσα μάς την έκανε πέρσι, και από τη συναυλία για τον Μίκη, αλλά δε γινόταν να λείπει πάλι, εξάλλου θυμάται εκεί τον εαυτό της από τριών ετών, όπως είπε στο μικρόφωνο για τα παιδικά της χρόνια. Άλλοι την λατρεύουν για τα τραγούδια της, άλλοι για τις φορές που την άκουσαν να λέει τραγούδια άλλων, κάποιοι άλλοι λατρεύουν να την μισούν, και άλλοι την αγαπάνε επειδή την στοχοποιούν τα τρολ. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το πάθος της, που την κάνει να τσαλακώνεται κάθε φορά στη σκηνή ή να λέει -στην εκδήλωση για την Παλαιστίνη- μια ιστορία για έναν μικρό που παπαγάλιζε όσα άκουγε από τα κανάλια και την προπαγάνδα του Ισραήλ, στην πορεία όμως άλλαξε γνώμη και αναγνώρισε το δίκιο. Κάτι μεταξύ σχολικής έκθεσης που βραβεύτηκε και εισήγησης στην ΟΒ, που εξηγεί στους σφους ότι καμία συνείδηση δεν είναι χαμένη -αλλά με πιο ποιητικά λόγια.

Αλλά ο βασικός λόγος να αγαπάς τη Νατάσσα είναι η ιδιότητά της ως μαχόμενη συνδικαλίστρια. Και ότι διέκοψε συνειδητά τη συναυλία για να δώσει τον λόγο στον πρόεδρο του ΠΜΣ, για να μιλήσει στο κοινό της (που δεν έχει μόνο Κνίτες και πεισμένους) για την απεργία της 1ης Οκτώβρη. Κι αυτό δεν ξέρω πολλούς που τολμάν να το κάνουν στην πράξη.

Από τους πρώτους «ασώτους» είναι ασφαλώς ο Νταλάρας. Που έχει πατήσει πλέον τα 76 αλλά δεν μπορείς να μην τον θαυμάζεις για τη φωνή του. Αν ο Βασίλης είχε τον μισό «επαγγελματισμό» του Νταλάρα, θα γέμιζε μια δεύτερη λίμνη με δάκρυα στο Τρίτση. Πολύ θα ήθελε όμως και ο Νταλάρας να βιώσει τη μισή αυθόρμητη λατρεία των πιστών του Βασίλη, που ζούνε για να τον ακούνε -και ας μην ακούγεται πια. Είναι απολύτως κατανοητό γιατί επέλεξε το Κόμμα να τιμήσει έναν ερμηνευτή που ανήκει δικαίως στις βασικές κολόνες του ελληνικού τραγουδιού. Αλλά είναι ζήτημα αν ο Νταλάρας θα κέρδιζε ποτέ την ίδια αναγνώριση από τα βραβεία του κοινού. Και δεν αμφιβάλλω πως η συγκίνησή του είναι ειλικρινής -κάθε φορά που έρχεται σε συναυλίες του Κόμματος. Απλώς σου φαίνεται λίγο... «επαγγελματική», όπως και όλα τα άλλα του.

-Σήμερα το πρόγραμμα έχει διάφορες επιλογές για όλα τα γούστα (σε αντίθεση με το χτεσινό, που έβαλε μαζί τραγουδιστές με παρόμοιο κοινό, από την Φασούλη ως τον Φοίβο και τη Νατάσσα). Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος ότι θα έχουμε φρέσκια ανταπόκριση αύριο, οπότε μπορεί να κλείσουμε την Κυριακή τη φεστιβαλική τριλογία, με το τελευταίο της μέρος...

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025

Όλα είναι αγώνας

Όλα είναι δρόμος, δηλαδή αγώνας -και ας μη βαδίζουν όλοι στον δρόμο του αγώνα, που τους πέφτει μακρύς και ασήκωτος, σαν αγώνας δρόμου, και ας ξεχνάνε ενίοτε να σταθούν στα δυο τους πόδια, όπως κάνει ο homo erectus για να ξεχωρίζει από τα άλλα είδη. Και του πήρε εκατομμύρια χρόνια να το μάθει, για να ξαναγυρίσει οικειοθελώς σκυφτός, στα τέσσερα.

Από χτες όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Τρίτση (Τρίτση μάνα μου) και την κόκκινη Πολιτεία του. Που δε χτίστηκε σε μια μέρα -ούτε θα μείνει στην αιωνιότητα, παρά μόνο στις μνήμες μας. Αλλά φτιάχτηκε σε κάτι παραπάνω από μια βδομάδα, από ανώτερες δυνάμεις, συλλογικές και επίγειες. Τη δε ημέρα εβδόμη οι σφοι γλέντησαν, ξεκουράστηκαν και όρισαν ομάδες περιφρούρησης.

Όλα είναι δρόμος, δηλαδή αγώνας, χωρίς τελειωμό και αδιέξοδα -δεν υπάρχουν τέτοια στην ταξική πάλη. Όλα είναι αγώνας, ακόμα κι αν ρίχνεις κλεφτές ματιές στον αγώνα της ομάδας στο κινητό, για την εξέλιξη του σκορ. Αν και τα καλύτερα γκολ μπαίνουν στην κερκίδα, ακόμα και σε λευκές (αντιδραστικές) ισοπαλίες, όπως στην Τούμπα.

Άσσο ημίχρονο, διπλό τελικό. Ανατροπή (βασικά αντεπανάσταση), με γκολ στο ’89 και το ’91, αλά United (we stand, divided we fall). Το ματς ήταν σικέ και ο σημαδεμένος Γκόρμπι έδενε τα κορδόνια του στη σέντρα -αντί να χτυπά το παπούτσι το στο έδρανο του ΟΗΕ- όσο το ΝΑΤΟ έδενε την υδρόγειο με σκοινιά.

Μα είναι αντιδιαλεκτικό, δεν μπορεί να φταίει μόνο αυτός. Όχι βέβαια, είναι σύνθετο ζήτημα, πολυπαραγοντικό. Ο στίβος ήταν πολύ βαρύς (όπως στο «Μαυροθαλασσίτης» τις προάλλες) και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες, αντί να φαν χατσαπούρι και ταξικούς λουκουμάδες της ΚΝΕ.

Κι αν έκτοτε, τα χρόνια μας κυλάνε άδεια, σαν πασούλες στη σέντρα και τίκι-τάκα που νανουρίζει την ταξική συνείδηση, μια διαλεκτική στιγμή θα δώσει όσα δε φέρνει η ώρα. Κι αν αναζητάς μια πιστή προσομοίωση του πυκνού ιστορικού χρόνου, θα την βρεις στο τελευταίο λεπτό ενός αγώνα μπάσκετ, όπως έλεγε ο Κάρολος (Μπάρκλεϊ). Πχ η ανατροπή της Εθνικής (επίσημης αγαπημένης, σε αντίθεση με την ανεπίσημη Σοβιετία του Τκατσένκο, τελικός ’87, από εδώ η γυναίκα μου, από εδώ το αίσθημά μου) στο Βελιγράδι, στον ημιτελικό με τη Γαλλία. Ποιος; Ποιος; Βάλ’ το αγόρι μου. Και το έβαλε, σαν Μέλιτον Καντάρια, καρφωτό στη στέγη του Ράιχσταγκ.

Καλά, εντάξει, συνειρμοί τραβηγμένοι από τα μαλλιά. Σε λίγο ο Απολίθωμας θα μας πει ότι ο Πελε(τιδης) είναι ξέρω 'γω ο Γιάννης Αντετοκούνμπο (Ούγκο). Ναι αλλά σε λίγο, όχι τώρα.

Άλλο παράδειγμα συμπυκνωμένου ιστορικού φεστιβαλικού χρόνου. Ο συντονιστής Φιλέρης λέει πως στο τέλος θα συμβάλει το κοινό, με παρεμβάσεις και ερωτήσεις. Λίγο μετά, φιλικό πατ-πατ στην πλάτη, κάτι του ψιθυρίζει ο σφος συντονιστής του Φεστιβάλ, να το μαζεύουμε, αλλά δεν τον αγχώνει αρκετά. Τελειώνουν οι ομιλητές, σηκώνονται χέρια, ο Φιλέρης μετράει τουλάχιστον τρία, τους λέει «ένας-ένας», νέες διαβουλεύσεις, επανέρχεται λέγοντας «έχουμε χρόνο για δύο ερωτήσεις» και σφυράει τη λήξη πριν καλά-καλά αρχίσει η πρώτη, χωρίς κόρνα (και τον Κασσελακικό Νικόλα στις Βρυξέλλες), γιατί άρχισαν απότομα τα όργανα της λαϊκής -σήκω απ’ τη θέση σου- και δεν ακουγόταν τίποτα.
Ως την κόρνα της λήξης, στο Φεστιβάλ μας δε θα πλήξεις...

Αμένσιωτο

Η εισαγωγή είναι σαφώς επηρεασμένη από την εκδήλωση στο Στέκι του Αθλητισμού, με τη Σακοράφα του ΣΕΓΑΣ και τους δύο κόκκινους δημάρχους, για τις αθλητικές υποδομές. Η κε του μπλοκ την επέλεξε συνειδητά, αφήνοντας τις άλλες άλλες με μισή καρδιά (που κάθε αυγή στη Γάζα βομβαρδίζεται) και χωρίς αυταπάτες ότι μπορεί να τις προλάβει όλες. Έρχεται η στιγμή για τις μεγάλες αποφάσεις του φεστιβάλ, σε ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις/ Και ο νόμος του Μέρφι λέει πως ό,τι σε ενδιαφέρει, θα πέσει πάνω σε κάτι άλλο καλό και ζουμερό.

Αν είχαμε χορηγούς και τηλεοπτικά δικαιώματα, θα βάζαμε παράλληλη ζωντανή σύνδεση στις σκηνές, λεπτό προς λεπτό, στα φεστιβαλικά κανάλια της ψηφιακής πλατφόρμας, Fest TV 1, Fest Prime Tv κτλ, για να τα βλέπεις όλα ζωντανά ή σε μαγνητοσκόπηση, με σχολιασμό και συνεντεύξεις. Δεν έχουμε όμως χορηγούς (ευτυχώς Σοφία μου), ούτε πλήρη κάλυψη (δυστυχώς Σοφία μου) και έτσι βολευόμαστε με τα βίντεο από τις συζητήσεις -όταν βγουν με το καλό-, που δίνουν απλώς μια γεύση και δεν αποτυπώνουν το κλίμα, τη δίψα του κοινού και τη μεγάλη προσέλευση.

Για να μην ξεπεράσω τον Σκουντή σε φλυαρία, η πρώτη αγωνιστική παρουσιάζεται κωδικοποιημένα, στο ίδιο αθλητικό κλίμα, του ευ (δηλαδή συλλογικά) αγωνίζεσθαι -εν προκειμένω το «ευ» είναι πάντα «εν τω πολλώ». Και ας αφήσουμε τα συμπεράσματα για γκραν(κινιολικό, χιτσκοκικό) φινάλε.

Πρώτα αναγνωριστικά λεπτά: αμηχανία, νοερές συγκρίσεις με τα περσινά, τα πόδια πιασμένα από την προετοιμασία. Μες σε ένα τέταρτο έχεις μπει στο κλίμα, τραγουδάς στίχους, συνθήματα, ανεβάζεις φουλ φεστιβαλικούς ρυθμούς. Σα να μην πέρασε ούτε μέρα.

Ο καλύτερος του γηπέδου
Βαγγέλης Σίμος. Βρέθηκε στο στοιχείο του, ως παλιός τζουντόκα, και είχε τις πιο μεστές, βιωματικές τοποθετήσεις. Για το οδυνηρό βίωμα ενός παιδιού που σταματά να αθλείται, αν δεν μπορούν να το στηρίξουν οικονομικά οι γονείς του. Για τα χαμένα όνειρα των αθλητών, που είναι σαν χαμένα (ακρωτηριασμένα) μέλη. Και τον Βούλγαρο προπονητή του, που είχε μεγαλώσει σε σοσιαλιστική χώρα, όπου όλοι και όλα ήταν στην υπηρεσία του αθλητή (από τα γήπεδα ως τους υπουργούς).

Άξιος συμπαραστάτης
Κώστας Πελετίδης. Γιατί μιλάει εκτός κειμένου, τα λέει λαϊκά, σταράτα και δίνει ωραίες ατάκες, ακόμα κι όταν δεν έχει αυστηρό ειρμό. Ίσως να μην είναι ο πιο συναρπαστικός ρήτορας, με τις βαθύτερες αναλύσεις, αλλά μιλάνε γι’ αυτόν οι πράξεις του και όσα κάνει ως δήμαρχος. Πχ να κρατά ζωντανό ένα στάδιο για τους Πατρινούς, χωρίς να τους φορτώνει με νέα χαράτσια. 

Κι αν μπήκα λίγο στον ρόλο του Σενγκούν, λέγοντας πως δεν είναι ο πιο χαρισματικός ρήτορας, ήταν δημοσιογραφικό εύρημα, για να του χαρίσω τον τίτλο του Αντετοκούνμπο του Φεστιβάλ, που κερδίζει αυθόρμητα την αγάπη και τον θαυμασμό του κόσμου.
Just a mayor from Patra -και ας έχει ποντιακή καταγωγή από τα βόρεια...

Παραφωνία
Οι κακές στιγμές της Σοφίας Σακοράφα, που ταλαντεύεται διαχρονικά, ΜέΡΑ-δώθε, στα ΠΑΣΟΚ κάθε εποχής. Έτεινε ενίοτε στην περιαυτολογία και είχε κάποιες χτυπητές αστοχίες: πχ ότι ζούμε σε καπιταλιστικό σύστημα αλλά μπορούμε να το βελτιώσουμε. Ή ότι ο ΣΕΓΑΣ αναγκάστηκε, ελλείψει άλλων πόρων, να απευθυνθεί σε χορηγούς, που δεν είναι το επιθυμητό μοντέλο αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς (για την ίδια το πρώτο) δίνουν κάποιες λύσεις.

Επίσης, χρειαζόταν μια πειστική-καλύτερη  απάντηση στο ζήτημα για την παρουσία του Ισραήλ στους Βαλκανικούς αγώνες -όπου συμμετέχει αυτοδικαίως ως μέλος της αντίστοιχης Ομοσπονδίας, αλλά το ερώτημα είναι τι πρωτοβουλίες πήρε ο ΣΕΓΑΣ για τον αποκλεισμό του, τα τελευταία χρόνια. Και η δεδομένη ευαισθησία της για την Παλαιστίνη (της οποίας ήταν σημαιοφόρος, το ’04) υπογραμμίζουν διπλά την ευθύνη της.

Σε κάθε περίπτωση, ήταν εμφανώς χαρούμενη, επικροτώντας όσα άκουγε, και κυρίως τα πεπραγμένα των δύο διοικήσεων. Είναι σίγουρα καλών προθέσεων, αλλά αυτό δεν αρκεί πάντα. Και είναι ζήτημα προς εμβάθυνση τι κριτική κάνουν οι δικές μας δυνάμεις στη διοίκηση, όπου συμμετέχει -ως μέλος του ΔΣ- και η σφισσα Λούλα Καρατζά. Γιατί, αν η ρίζα του προβλήματος είναι η υποχρηματοδότηση και η απαξίωση, δεν είναι ίδιες και οι απαντήσεις που δίνει κάθε δύναμη για την αντιμετώπισή του.

Τα στατιστικά του αγώνα:

-Σχεδόν 15 χιλιάδες κάτοικοι της Πάτρας έχουν κάρτα άθλησης για τις εγκαταστάσεις του Παμπελοννησιακού Σταδίου.

-5,5 χιλιάδες παιδιά και ενήλικες συμμετέχουν στα αθλητικά προγράμματα του Δήμου Πετρούπολης, που έχει την καλύτερη αναλογία υποδομών-εγκαταστάσεων ανά κάτοικο και είναι από τους λίγους δήμους που έχει αύξηση πληθυσμού -άρα και αυξημένες ανάγκες για άθληση των κατοίκων, ως μια κατεξοχήν παιδούπολη -sic.

-Μόλις 3 στάδια σε όλη την Ελλάδα μπορούν να φιλοξενήσουν τις δραστηριότητες του ΣΕΓΑΣ, πληρώντας τις προϋποθέσεις. Σε αυτά δε συγκαταλέγεται το ΟΑΚΑ, που παραδίδεται σταδιακά και συστηματικά στα νύχια των ιδιωτών...

-Η είδηση της βραδιάς:

Ο Δήμος Πετρούπολης φιλοδοξεί να έχει μες στα επόμενα χρόνια δικό του στάδιο με ανοιχτό στίβο, για να μπορεί να φιλοξενήσει πχ ένα πανελλήνιο πρωτάθλημα. Δεν είναι εύκολο, αλλά ο Σίμος αισιοδοξεί ότι θα ξεπεραστούν τα σχετικά -γραφειοκρατικά ή μη- εμπόδια.

Το κοντράστ - η (βασική) αντίθεση:

Τι λόγος γίνεται για αθλητισμό και ελεύθερο χρόνο, όταν νομοθετείται η 13ωρη εργασία;

Το ανέδειξε σωστά ο Φιλέρης, που θυμήθηκε τα νιάτα του (στην ΚΝΕ ή στην «Πρώτη», αν δεν κάνω λάθος) και ήταν κάτι παραπάνω από απλός συντονιστής. Η Σακοράφα αναπόλησε τη δική της νιότη, όχι για τα (πανελλήνια και παγκόσμια) ρεκόρ που έκανε, αλλά γιατί το ’74 οι εγκαταστάσεις ήταν σε καλύτερο επίπεδο από ό,τι σήμερα, μισό αιώνα μετά! Ο Πελετίδης σημείωσε εύστοχα ότι παλιότερα η «φτωχή Ελλάδα» -χωρίς τα ματωμένα πλεονάσματα και τα τεράστια έσοδα- μπορούσε να δίνει περισσότερα, συντηρώντας πχ ένα στάδιο, με έναν φύλακα. Κι ο Σίμος σημείωσε ότι αυτό συνέβαινε εν πολλοίς γιατί υπήρχε ένα αντίπαλο δέος, με γυμναστήρια και πισίνες για κάθε οικοδομικό μπλοκ και εγκαταστάσεις που παραμένουν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς (πχ από τα χρόνια του Ζίβκοβ).
Μόνο που αυτό δεν είναι κάποιο είδος αθλητικής νοσταλγίας (Ostalgie, όπως λένε στη Γερμανία) αλλά ρεαλιστική ματιά, που στρέφει το βλέμμα της στο μέλλον, με βάση τις ανάγκες μας στο παρόν.

Συμπέρασμα: πώς θα βγει ο νέος Τεντόγλου (Μανόλο Καραλής κοκ);

Όχι ως σπορά της τύχης, αλλά αν δώσεις βάρος στους αθλητές, τα σωματεία, τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, τη μαζική άθληση. Κι ας μη σώσει να γίνουν όλοι πρωταθλητές, ας μην παίξουν ποτέ επαγγελματικούς αγώνες, ας κλοτσάνε απλώς μια μπάλα. Για κάθε εκατό τέτοιους -που συνεχίζουν να αθλούνται και δεν τα παρατούν- θα ξεπηδήσει ένα ή περισσότερα μεγάλα ταλέντα...

Ας δούμε και άλλες στιγμές της πρώτης αγωνιστικής ημέρας.

Καλύτερος νεο-εμφανιζόμενος (ρούκι): μπορεί να ήταν ο Papazo ή κάποιος καλλιτέχνης, αλλά εγώ θα πω το χατσαπούρι της ΚΝΕ, δίπλα στον παιδότοπο. Γεωργιανό τυρόψωμο, φτιαγμένο παραδοσιακά, από σφισσες με σοβιετικές φυσιογνωμίες και σταλινική ψυχή-αφοσίωση. Κρατάω μικρή επιφύλαξη για τις κουζίνες των μεταναστών -θα τις δοκιμάσουμε σήμερα.


Παίκτης-αποκάλυψη (για όσους δεν τον ήξεραν)
.

Ο Δημήτρης Μητσοτάκης και τα τραγούδια του. Που σε αντίθεση με τον συνεπώνυμό του, γ@μ@ει. Όπως και το Φεστιβάλ συνολικά. Όπως και ο συνεπώνυμός του, σε τελική ανάλυση, την τάξη μας. Αλλά αυτό είναι βιασμός, χωρίς συναίνεση -κι η κάλπη δε μετράει ως τέτοια, ιδίως όταν αλλοιώνει το βάρος κάθε ψήφου...

Δεν ήξερες ότι ήθελες/είχες ανάγκη να δεις.

-Τον Γιώργο Σαρρή να εκτελεί τη «Δραπετσώνα», λίγο -με τα ζιγκ-ζαγκ της ιστορίας- στο θρυλικό Νάι-Νάι.

-Τη Ζουγανέλη να ερμηνεύει Ζορμπαλά στο «τικ-τακ του ρολογιού». Για όσους σφους επιμένουν κακόβουλα να την μπερδεύουν με την Μποφίλιου, αυτή φορούσε κόκκινο φουστάνι (εκείνο που την κάνει να μοιάζει Κουκουέ) και τραγουδούσε χτες. Η Νατάσσα είναι αυτή που έχει κάνει λούτρινο-Αγκαλίτσα τον ΓΓ, σε κάθε Φεστιβάλ, εκνευρίζει τους δεξιούς ό,τι και να φορέσει και είναι πρόεδρος του σωματείου της. Και -για αυτό ίσως- η γέφυρα για να επιστρέψει μετά από χρόνια ο Μαραβέγιας...

-Τον Κωστή να μας λέει στο μικρόφωνο πόσο χαρούμενος είναι που ήρθε να τραγουδήσει σε αυτήν την ωραία κοινότητα...

Θα ήθελα να έχω δει -αλλά δεν πρόλαβα.

Μια γεύση από τον Papazo και όσα είπε για την Παλαιστίνη. Και τους «Σακάτηδες» στη μαθητική, που σύμφωνα με το ρεπορτάζ του 902, ήταν όνομα και πράγμα τέτοιοι, καθώς είχαν τραυματίες και μειωμένη σύνθεση...

-Λίγο παραπάνω κόσμο στις «παρέες που ξανασμίγουν», αλλά ήταν λίγο... «τρας» για τους κλασικούς θαμώνες της Λαϊκής Σκηνής (παλιά μέλη των Ζιγκ-Ζαγκ, της Οπισθοδρομικής Κομπανίας κτλ). Όταν μεγαλώσει κι άλλο το Φεστιβάλ και ανοίξει μια «καλτ σκηνή», θα βρουν το κοινό που τους αξίζει και θα είναι τεράστιο.

Η καλύτερη ατάκα

Κώστας Πελετίδης: το σύστημα αυτό συντρίβει την παιδικότητα...

Που μας θυμίζει πως στις χώρες του υπαρκτού η πραγματική προνομιούχος τάξη, που απολάμβανε τα περισσότερα προνόμια, δεν ήταν άλλη από τα μικρά παιδιά...

-Κριντζ αποκορύφωμα - ετεροντροπή.

Ο Μαραβέγιας να λέει πως η πρώτη του δισκογραφική δουλειά κυκλοφόρησε στην Ιταλία, σε είκοσι χιλιάδες αντίτυπα, δώρο με την εφημερίδα «Μανιφέστο», που είναι -λέει- ξαδερφάκι του «Ριζοσπάστη». Όχι;

Όχι, Κωστή, δοκάρι. Αλλά δεν πειράζει, προχωράμε -στη λίμνη, να κάνουμε παρέα στις πάπιες...

Βασικά, έπρεπε να τον φέρουμε Σάββατο, να μη βρίσκει ούτε παγκάκι να κάτσει με το κορίτσι του -που τώρα το ξέρουν όλοι- ή έστω παγάκι για το ποτό του...

Η τραγική ειρωνεία

Ο Μαραβέγιας να τραγουδά: «θέλω να τρέξω, να φύγω από εδώ, σε αυτόν τον καθρέπτη δεν είμαι εγώ» -σε σπάνιες στιγμές ειλικρίνειας. Και να συνεχίζει με τα «μικροπράγματα» -που αναρωτιέμαι αν τα πήρε ως τίτλο αυτός από τον Δημοκίδη ή αντιστρόφως.

Παίκτης-κλειδί: Νατάσσα Μποφίλιου, πολυεργαλείο. Παίζει παντού, σε όλες τις σκηνές, ακόμα και χτες μεταμφιεσμένη σε Ελεωνόρα -που όσο πάει μοιάζει στη Βίσση-, σε πάνελ συζητήσεων, ακόμα και χρέωση στα σουβλάκια αν της ζητηθεί...

Σολντ-άουτ-ξεπούλημα

Όλες οι συζητήσεις είχαν πάρα πολύ κόσμο. Αλλά εκεί που γινόταν το αδιαχώρητο ήταν στη συζήτηση για την σεξουαλικότητα με την Μπέλλου. Δεν ξέρω αν οι σφοι και φίλοι βρήκαν ενδιαφέρον το θέμα ή την ομιλήτρια. Θα υπέθετα ότι δε φταίει η αγριεμένη λίμπιντο και τα οξυμένα επίπεδα οργόνης τους, αλλά ότι διψάν για κάτι τεκμηριωμένο, μια ολοκληρωμένη επεξεργασία, ίσως και για κάτι διαφορετικό σε κάποια κρίσιμα σημεία. Και ξέρω ότι η επανέκδοση ενός παλιού βιβλίου για τη σεξουαλικότητα δεν αρκεί για να καλύψει σύγχρονα ζητήματα και όλες τις απορίες.

Θα έλεγα επίσης ότι ένας άγραφος φεστιβαλικός νόμος λέει πως κάποια πράγματα κινούνται στο γνωστό πλαίσιο -πχ η εισήγηση και οι απαντήσεις της Μπέλλου, χωρίς να έχω ακούσει-διαβάσει ούτε λέξη της. Και κάποια άλλα τείνουν να κινηθούν εκτός -και καλά κάνουν- όπως το τραγούδι του Μητσοτάκη «γυναικοκτονία» ή το σύνθημα «φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες», μετά από ένα άλλο τραγούδι. Είναι και οι αντιθέσεις ένα (δευτερεύον) στοιχείο της γοητείας και της φεστιβαλικής ομορφιάς...

Το καλύτερο στιγμιότυπο

-Οι αφίσες και τα συνθήματα, τα Παλαιστινιακά μαντίλια, ακόμα και οι κάλτσες των Πορτογάλων στα ίδια χρώματα. Και ο πάγκος των Παλαιστίνιων, δίπλα στους κομμουνιστές του Ισραήλ, που δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν -όπως ακριβώς άλλες χρονιές ήταν οι Ρώσοι σύντροφοι δίπλα στους Ουκρανούς. Ιδίως όταν έχουν στον πάγκο τους αυτοκόλλητα με συνθήματα κατά του Σιωνισμού!


-Το πανό των ΠΑΟΚτζήδων στην Τούμπα. Μπορεί οι κάφροι να είναι πρώτη ύλη για τα πογκρόμ του μέλλοντος, να τραγουδούν συνθήματα του στιλ «...Εβραίε, τον κ... σου γουστάρω» και να έχουν πολύ χαμηλό ταβάνι. Αλλά είναι σαφώς πάνω από όσους έχουν γίνει ένα με το πάτωμα, υπόδουλα σκυλάκια του συστήματος, και αρνούνται να κάνουν τα αυτονόητα απέναντι στο κράτος - δολοφόνο, έστω για τα προσχήματα.


-Οι ουρές των σφων για να γραφτούν συνδρομητές στην ΚΟΜΕΠ!

Ασύλληπτη εικόνα, από το παρελθόν του μέλλοντός μας, με δυνατούς συμβολισμούς, σαν το βαγόνι του Μετρό στη Ρωσία, όπου όλοι ήταν σκυμμένοι πάνω από ένα βιβλίο, αξιοποιώντας κάθε λεπτό για ψυχαγωγία και αυτομόρφωση. Η ελπίδα είναι εδώ...


Και πολλά ακόμα από τη Διεθνούπολη -που μπορούν να περιμένουν την επόμενη ανταπόκριση.

Το ταμείο της πρώτης μέρας

Μια πρώτη ένεση ενθουσιασμού -εν όψει και της σημερινής απεργίας ή των δύσκολων που έρχονται. Πολύς κόσμος για τέτοια μέρα -και χωρίς τους κλασικούς μαγνήτες, τύπου Βασίλη. Κι αν φεύγει λίγο νωρίτερα, δεν είναι ξενέρωτος. Ξενέρωτη είναι η ζωή μας σε αυτό το σύστημα της μισθωτής σκλαβιάς. Και το Φεστιβάλ είναι μια παρένθεση που μας το θυμίζει, για να το αλλάξουμε.

Και σήμερα τι θα δούμε;
Ο καθένας ό,τι θέλει και του ταιριάζει. Αφήστε όλα τα γούστα να ανθίσουν. Αλλά ίσως έχει μια αξία παραπάνω -και ας μην ήταν στον αρχικό σχεδιασμό- να ακούσουμε τι θα έχει να πει ο Πάρις Ρούπος, που βρέθηκε στο στόχαστρο ακροδεξιών και εργοδοσίας, γιατί τόλμησε να σατιρίσει το σύμβολο του έθνους των εφοπλιστών, που στόλιζε τη δεξαμενή με τα βοθρολύματα.

        Προφανώς τους φασίστες δεν τους πειράζει το γεγονός, αλλά αυτός που το σατιρίζει. Και δείχνουν αλληλεγγύη στα σκατά, γιατί τα κουβαλούν στο κεφάλι τους...

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Όταν έκλαψε ο Μήτσος

Αν η κόκκινη Πολιτεία στο Τρίτση -και αλλού- είναι μικρογραφία της κοινωνίας που θέλουμε να φτιάξουμε, το ξεστήσιμό της στο τέλος είναι άραγε ανατροπή που επιβάλλεται από τα πάνω ή κατάρρευση εκ των έσω; Και αν το Φεστιβάλ είναι εικόνα από τα προσεχώς της ιστορίας, η αναδρομή του ντοκιμαντέρ στη διαδρομή του μες στον χρόνο είναι ίσως ένα είδος ανασκαφής του μέλλοντος, στο μπόι των ονείρων και των αναμνήσεών μας;

Αν η Καρυστιάνη πήγε σαν «κατάσκοπος» να πάρει ιδέες από τη γιορτή της Ουμανιτέ -που σήμερα έχει γίνει εμποροπανήγυρη, όπως λέει ο Χιώνης- κι είδε χρώματα, αρώματα, γεύσεις, μια γιορτή των αισθήσεων (και των παραισθήσεων -που είναι συνώνυμες της αυταπάτης), το δικό μας Φεστιβάλ έγινε τόσα και ακόμα περισσότερα, πολύ παραπάνω από μια απλή αντιγραφή - εισαγωγή μιας καλής ιδέας. Μια ανθρώπινη μηχανή παραγωγής πολιτισμού και αναμνήσεων, μια τεράστια έκρηξη συναισθημάτων -ψυχικό big bang, θα το έλεγε ένας ΣΘΕίτης στη γλώσσα του- όπου ξεκινάν και τελειώνουν όλα. Εν αρχή ην το Φεστιβάλ. Βρε πώς έχεις μεγαλώσει... Κοίτα, πληθύναμε πολύ!

Κι η παράσταση (ντοκιμαντέρ) αρχίζει. Η τρίχα παγώνει, το αίμα σηκώνεται. Τα πρώτα ηρωικά Φεστιβάλ της μεταπολίτευσης, οι ιστορικές συναυλίες, το «μπιζ» για να παίξει πάλι το «Δέντρο». Ο Μάνος, ο Θάνος και ο Μίκης. Ο Κατράκης και ο Ρίτσος. Η απαγγελία για τα παιδιά της ΚΝΕ, η απαγγελία για τη Σωτηρία, η αναγγελία από τα μεγάφωνα ότι πέθανε ο Λοΐζος. Ανατριχίλα, δέος, πηχτή συγκίνηση! Στιγμές στα όρια του μύθου -και ας τις είδαμε ζωντανά, όπως λέει ο Λαμπρίδης στη δική του μαρτυρία.

Φτάνεις στα χρόνια της κρίσης, του «Σκοτεινού Δωματίου», για τα οποία κανείς Παπαχελάς δε θα γράψει -μόνο ξώφαλτσα ένα επεισόδιο των Φακέλων, όπου μιλάει και η Παπαρήγα η καλή. Κρίση, αντεπανάσταση, άνεμοι της αλλαγής, ασκός του Αιόλου, κουτί της Πανδώρας και στο βάθος μένει η ελπίδα, που είναι η πάλη των λαών και το ιστορικό πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη για την κόκκινη σημαία που δεν υποστείλαμε ποτέ. Δεξιά και αριστερά (φυγο)κέντρα, ατάκτως ερριμμένα, όλα μαζί, ήττα, λαίλαπα, αντεπανάσταση, ρεύματα, η ΚΝΕ παρασύρθηκε σχεδόν όλη, -φυσικά και δε θα διαλυθούμε.


Πέφτει το ειδικό εφέ, σταματάει ο χρόνος, η μουσική, η ιστορία. Από τις ιστορίες που θες να ακούς για να τρως το φαΐ σου και να αγαπάς το κελί σου. Κι ας έχει λυπημένο τέλος σαν το παραμύθι του Μίλτου -
κάποτε αγάπησα έναν Κνίτη, μάτια μου, αχ μάτια μου... Κι ας μην τελειώνει ποτέ η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο -που δεν έχει καν αρχίσει όσο την κρατά δέσμια το κεφάλαιο στο σπήλαιο της προϊστορίας. Η Ιστορία δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες της. Και εμείς σιδηροδέσμιοι Σπάρτακοι, που ο βασικός εχθρός μας είναι στην ίδια μας τη χώρα, ενίοτε και στο ίδιο μας το κόμμα, μεταμφιεσμένος σε σ/φο, παραταγμένος σε δύο αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα, που μας χτυπάν εκατέρωθεν από τα άκρα -η θεωρία των δύο κέντρων.

Σύντροφοι Σπαρτακιστές, με σπαρταριστές ιστορίες, καταχωνιασμένες σε φακέλους που δεν έχουν αποχαρακτηριστεί, ούτε έχουν προβληθεί στους Φακέλους του Αλέξη. Παλεύουμε για να λύσουμε την Ιστορία από τον γόρδιο καπιταλιστικό δεσμό, που δε λύνεται με κάλπες και ειρηνικά μέσα. Κι όσα λάθη κι αν κάναμε -εκείνα τα χρόνια του σκοτεινού θαλάμου- δεν αλλάξαμε ούτε ένα «γιώτα» στις βασικές μας τις αρχές, παρά μόνο το «ει» της μισθωτής δουλείας, που την γράφαμε πεισματικά για χρόνια ως «δουλιά» στα όργανα, μπας και γίνει δημιουργική εργασία.

Αλλά ζητούμενο είναι να της αλλάξουμε τον τόνο, δίνοντας τον τόνο στο κίνημα, για να γίνει κάποτε «δουλειά», με «ει», από τις λίγες εξαιρέσεις ουσιαστικών με αυτή την ορθογραφία και αυτή την κατάληξη -όταν τονίζεται το «α». Σαν το ΚΚΕ, που είναι η παγκόσμια εξαίρεση στον κανόνα της αντεπανάστασης και δεν είχε την ίδια κατάληξη με άλλα κόμματα που μεταλλάχτηκαν σε μια νύχτα. Και μένει σαν ανορθογραφία στον καιρό που φυσάει κόντρα, ένα ανορθόγραφο «λάθος» μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος, σαν σκισμένη σελίδα της μεγάλης Σοβιετικής Εγκλυκλοπαίδειας, που δεν έκλεισε μαζί με τα κεντρικά γραφεία, όπως έλπιζαν οι εχθροί του -που δε βρίσκουν ελπίδα στην πάλη των λαών και το πρωτοσέλιδο του Ρίζου. Αλλά με τόσους συνειρμούς θα χάσουμε τον ειρμό του κειμένου.

Λέει ο Σοφιανός στο ντοκιμαντέρ πως τα πρώτα -ηρωικά και πένθιμα χρόνια της ανασυγκρότησης, που ξαναρχίσαμε να κυλάμε τον βράχο στον ανήφορο, το Φεστιβάλ έγινε τόσο ωραίο και μεγάλο, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα παλιότερα. Αδιαμφισβήτητα. Όπως θα πρόσθεταν κι οι Μόντι Πάιθον, αν εξαιρέσεις τον άπειρο κόσμο, το κλίμα, τη διάρκεια, τους καλλιτέχνες, ότι υπήρχε Σοβιετία και σοσιαλιστικό μπλοκ, τις αποστολές από τον υπαρκτό -υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις-, του Βεΐκου τα 9μερα, του μπλοκ μας τα 40, τα υδραγωγεία και τους δρόμους, τα πρώτα Φεστιβάλ της ανασυγκρότησης δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Εμένα όμως άλλη είναι η ένστασή μου σε όσα λέει ο Σοφιανός -που δεν εκφράζει προσωπική άποψη, αλλά σημειώνει εύστοχα πως δεν έχουμε ακόμα συλλογικές επεξεργασίες για αυτήν την περίοδο. Γιατί αν η κατηγορία είναι ότι προσπαθούσαν όλοι μαζί από κοινού να διαλύσουν την οργάνωση, το ένα κέντρο δεν είχε ακριβώς λόγο να το κάνει, γιατί... ήταν η ΚΝΕ. Και όταν έφυγε, η οργάνωση έπρεπε να γίνει πάλι από το μηδέν και πρακτικά δεν ήταν σε θέση να διοργανώσει το 16ο Φεστιβάλ -με τη μορφή που ξέραμε ή θα γνωρίζαμε στη συνέχεια. Είναι σαν αυτό που έλεγε στον Χαρίλαο ο δικαστής, για το ΕΑΜ που ήθελε να πάρει την εξουσία με τη βία και ο καπετάν-Γιώτης απάντησε: μα εμείς είχαμε την εξουσία...

Ασφαλώς μπορεί και πρέπει να γίνει ανελέητη κριτική στο ρεύμα, τους μύθους και τις αντιφάσεις του -αυτή είναι όμως άλλη συζήτηση. Για να το θέσω αλλιώς, αν ήταν λικβινταριστής -και ήθελε να διαλύσει την ΚΝΕ- πχ ο Σκαμνάκης, τότε δεν έπρεπε να έχει θέση στο ντοκιμαντέρ -όπου μίλησε κι ήταν εμφανώς συγκινημένος. Στην τελική, αν αγαπάς κάποιον, άφησέ τον ελεύθερο να φύγει και να ζήσει τη δική του χίμαιρα. Αν γυρίσει πίσω, ώριμος και κατασταλαγμένος, είναι δικός σου για πάντα. Σαν τον Νικολάου -τον πατέρα του ευρωβουλευτή- που δηλώνει αιώνιος «Κνίτης του Φεστιβάλ». Γιατί κάποιοι Κνίτες δεν έσπασαν ποτέ την αλυσίδα του δεσμού τους με το Κόμμα και τις αξίες του.

Κι ύστερα βλέπεις όσα έζησες και θυμάσαι επιλεκτικά, ως μέλος και μη -η οργανωμένη ζωή που δεν έζησα. Βρήκε ο Κνίτης τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του. Αρσένης, Γιουγκοσλαβία, Έλληνες γρηγορείτε, ανάποδα τα φλάι. Κάνεις συγκρίσεις με το απώτερο ηρωικό παρελθόν και βρίσκεις το δικό σου ελλιποβαρές σαν ιστορικό φορτίο. Ένα λιθαράκι τόσο δα μικρούτσικο -σαν τον Ανδρέα μπρος στον Θάνο- που δε φτάνει να σηκώσει ούτε την τρίχα απ’ το μικρό δαχτυλάκι όσων έζησαν τα πρώτα χρόνια. Κι αυτοί, γίγα(ντε)ς στους γίγαντες, βράχοι, ογκόλιθοι, σαν τα πέτρινα χρόνια που δεν τους λύγισαν, τους βράχους που έσκαβαν στη Μακρόνησο. Σαν το πρώτο Φεστιβάλ στου Ζωγράφου, όπου η γενιά του ΕΑΜ συνάντησε αυτή του Πολυτεχνείου, για να κλίνουν ευλαβικά το γόνυ από κοινού στους Ακροναυπλιώτες του Μεσοπολέμου και τα επιζήσαντα ιδρυτικά στελέχη -σαν τον Κοτζιά. Να ραγίζουν τα τσιμέντα, να κλαίνε οι πέτρες, ακόμα κι ο Γόντικας που τα θυμάται και τα αφηγείται.

Πώς να συγκριθείς μαζί τους; Βάζεις κάτω το μωσαϊκό με τις δικές σου ψηφίδες: η υποδοχή της Αχέντ -σύμβολο του αγώνα της Παλαιστίνης-, η μηχανοκίνητη πορεία των διανομέων -που απεργούσαν και σήμερα-, το λεπτό σιγής για τον Παύλο Φύσσα, η ιαχή «η ελπίδα είναι εδώ» -πριν την κλείσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κάλπικα κουτάκια. Η τελευταία φορά του Μητροπάνου, ο αποχαιρετισμός στον Θάνο, «του Αδόλφου τα εγγόνια» -όπου δάκρυσε και ο ουρανός με τους Υπεραστικούς. Λες τελικά να ζήσαμε στιγμές στα όρια του μύθου και να μην το ξέρουμε;

Ένα ψηφιακό δάκρυ κυλά στο μάγουλο της οθόνης. Η συγκίνηση είναι το παν, ο τελικός προορισμός δεν είναι τίποτα. Εδώ είναι το ταξίδι. Κι αυτό του Φεστιβάλ θα συνεχίζεται στο διηνεκές. Κι αν φτωχική την βρήκες την οργάνωση, δε σε γέλασε. Σύντροφοί μου, τους γέλασα...

Μήπως υπερβάλλεις λιγάκι; Μπορεί. Αλλά όταν έκλαψε ο Μήτσος, που είναι σιδερένιος σαν τις φτέρνες που κληρονόμησε από τη φάλαγγα και τα βασανιστήρια της χούντας, ποιος είσαι εσύ για να μείνεις αναίσθητος; Αν δε κλάψεις εσύ, αν δε δακρύσω εγώ, πώς θα λεγόμαστε άνθρωποι -μακριά από τον αφηρημένο ουμανισμό της Ουμανιτέ και του πανηγυριού της; Για να έρθει μετά ο ποιητής και να σου πει: ΚΚΕ, σκούπισε τα μάτια σου...


Βουρκώνει ο Γόντικας, δακρύζει ο Νικολάου, μπαίνουν σκουπιδάκια στα μάτια σου όταν ακούς από τα βάθη του χρόνου και της ιστορίας τη ρυθμική ιαχή «Κάπα-Νι-Έψιλον», όταν βλέπεις τον κόσμο που συγκεντρώθηκε στον Περισσό, μετά τη διάσπαση με τον ΣΥΝ, για να δείξει στήριξη συντροφική και ανησυχία.
Ανησυχώ για σένα, ανησυχώ... Γιατί το Κόμμα είναι σαν τη Χαλκιδική -το λέει και ο Πρωτούλης. Σαν το Κουκουέ δεν έχει!

Κι ας είχαμε γλιτώσει μόλις από τους Λαθρεπιβάτες κυρ-Παντελήδες, που έφυγαν από το καράβι που βούλιαζε -για να γίνουν αυτοί τελικά ταξικά ναυάγια. Όχι τον Θαλασσινό, αυτός χώρισε με τον Νικολάου (τον άλλο, όχι τον Κνίτη του Φεστιβάλ) και ήταν πάντα μαζί μας και στα «Πέτρινα χρόνια» της ανασυγκρότησης, που τα γύρισε ένας άλλος Παντελής, που απομακρύνθηκε και δε γύρισε ποτέ, αλλά μίλησε αντ’ αυτού η Καρυστιάνη -τόση διαφήμιση του κάναμε άλλωστε για το «Τελευταίο Σημείωμα».
Παντελής έλλειψη κριτηρίου, παντελής... -που θα έλεγε και μια ψυχή απ’ το διαφημιστικό της Διαμαντοπούλου.

Ακόμα και ο Μπίστης, που συναισθηματικό άνθρωπο δεν τον λες -και κομμουνιστή ακόμα λιγότερο- έχει στο βιβλίο του μια συγκλονιστική περιγραφή για την επιστροφή του Μίκη στο Φεστιβάλ, πώς έσπασε την αμήχανη σιωπή, την καχυποψία των -κατά δήλωσή του- γενίτσαρων, πώς κατέκτησε τα πλήθη με τη μαγεία της μουσικής του, τη σκηνική παρουσία του, καθώς τιναζόταν και ξεδίπλωνε το ανάστημά του, σαν σταυραϊτός της Κρήτης.

Και δεν είναι σκέτο, φτηνό συναίσθημα, ούτε απλά βιώματα -γιατί παντού μας κυνηγά αυτό το Κόμμα. Είναι έλλογη πίστη που κινεί βουνά, φτιάχνει πολιτείες, πρωτοπορεί, ανοίγει δρόμους, νέους χώρους -όπως στο Άλσος Περιστερίου, όπου οι σύντροφοι βρήκαν ένα ψόφιο άλογο (πιθανότατα πράσινο)-, μετασχηματίζει τις ιδέες σε πράξη, είναι πεδίο έμπνευσης, ομαδικής δουλειάς, συντροφικότητας, σφυρηλατεί δεσμούς με τους Κνίτες κάθε γενιάς, που παραμένουν τέτοιοι στο μυαλό και δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους -ούτε καν στο «φεστιβάλ των άσπρων μαλλιών, το ’90»-, ούτε έναν ανεξίτηλο λεκέ -που να μην επιδέχεται αληθινής κάθαρσης- στο βιογραφικό τους και θα ’ταν πρόθυμοι να ξαναδώσουν.

Και τι άλλο μένει στο τέλος -που να μην έχει ειπωθεί;

Ότι έχουν περάσει δυο ώρες, αλλά θα έβλεπες άνετα άλλο ένα δίωρο, με αντίστοιχο οπτικοακουστικό υλικό -και είναι κρίμα να πάει χαμένο και να μην αξιοποιηθεί με κάθε τρόπο, ιδίως αυτό των πρώτων χρόνων.

Ότι το Φεστιβάλ δυναμώνει μαζί με το Κόμμα και αντανακλά πιστά την πορεία του, την ποιοτική του ενίσχυση και ότι είναι Κόμμα παντός καιρού -μια βροχερή μέρα στο Φεστιβάλ είναι μάλλον ο καλύτερος τρόπος να το καταλάβει κανείς.

Ότι το Φεστιβάλ είναι για πολλούς το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής τους -και ας μην αποκτήσει ποτέ χορηγό για να γίνει σλόγκαν διαφήμισης. Και ότι αυτό φαίνεται στις μαρτυρίες όλων όσων μίλησαν -και αν έπρεπε να γίνει ειδική μνεία σε κάποιες, θα ήταν στην Εύα Μελά από τους δικούς μας και στον Λαμπρίδη από την ευρύτερη βάση. Γλυκές, μεστές, ειλικρινείς, συγκινητικές, πρωτίστως εγκεφαλικά παρά συναισθηματικά.

Ότι δε θα υπάρξει ποτέ κανείς, καμιά και τίποτα να ερμηνεύει σαν την Μαρία Δημητριάδη. Γιατί ήταν τεχνικά άρτια, ένιωθε τι τραγουδούσε όσο κανείς και γεννήθηκε την κατάλληλη εποχή, με το σωστό ρεπερτόριο. Η στρατευμένη τέχνη διάλεξε τη φωνή της, όπως η ιστορία διαλέγει τα κατάλληλα πρόσωπα που θα την ενσαρκώσουν.

Κι ότι παρόλα αυτά, στο τέλος θα σου έχει κολλήσει η εκπληκτική διασκευή από το «Ρόδι». Και δεν είναι μόνο οι στίχοι (του Ραβάνη-Ρεντή), οι φωνές (ιδίως της Καράκογλου) και η μουσική των ΚΘ, ούτε καν το τυπικό άθροισμα των παραπάνω, αλλά η δυναμική του συνόλου, που το εκτοξεύει, τολμώ να πω και πιο ψηλά από την αυθεντική εκδοχή -του Θάνου και της Μαρίας. Κι οι τακτικοί αναγνώστες ξέρουν καλά πως η κε του μπλοκ δε βγάζει συχνά τέτοιες κρίσεις, όταν κάνει συγκρίσεις με το παρελθόν εκείνων ειδικά των χρόνων.

Κι αν αλλάζει η ζωή, η σκέψη αλλάζει, σπάστε ένα ρόδι στο περβάζι. Γιατί κοντοζυγώνει η ανατολή και η μέρα εκείνη μπορεί να μην αργήσει όσο φοβόμαστε...

Εντάξει, αλλά μήπως το παρακάναμε με το Φεστιβάλ και πρέπει να γράψει και για τίποτα άλλο; Ναι, ίσως. Πέραν αυτού, ουδέν. Δείτε, απολαύστε υπεύθυνα και διαδώστε.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

Με ποια γενιά είσαι φίλε;

Και έρχεται η ώρα του απολογισμού. Εκεί που το κόσκινο της μνήμης συγκρατεί τα μεγάλα και συγκλονιστικά -όπως το έργο του Μίκη χωρίς τα φάλτσα του- αποβάλλοντας τις μικρές αντιφάσεις, που φτιάχνουν τον κόσμο. Όταν σκαλώνεις εμμονικά στις μεγάλες αλήθειες που τον ορίζουν. Ότι είχαμε δίκιο για τα σουβλάκια. Και ότι we were on a break με την επαναστατική θεωρία μας, στα χρόνια του σκοτεινού θαλάμου (1989-91).

Αλλά όταν δίνεις ραντεβού στο μπαρ του Φεστιβάλ, με τον Αθηνέζο σφο, που σε περιμένει στην ταβέρνα με τα σουβλάκια -που συμφωνήσαμε ότι είναι σουβλάκια, δε χρειάζονται περσότερα-, έρχεσαι αντιμέτωπος με νέου τύπου προβλήματα, που σε πιάνουν αδιάβαστο και πρέπει να πάρεις τηλέφωνο τον Παπασταύρου (από το ΠΓ και το Freak Out), για να μην ξεπέσεις στο σημείο να βοηθάς προεκλογικά τη Διαμαντοπούλου -τυχερός ο Βλάσσης που δεν ήρθε. Γιατί πέρα από τη μοναξιά υπάρχει ο ιμπεριαλισμός. Και πέρα από την ταξική άβυσσο που χωρίζει στα δυο την κοινωνία μας, υπάρχει το γεωγραφικό χάσμα στα Τέμπη -που δεν το μελέτησαν επαρκώς στην εποχή τους οι κλασικοί της θεωρίας μας- και το χάσμα των γενεών.

Καλή ώρα όπως στην Ιταλία, όπου κάναμε το ’89 από την ανάποδη, και στηρίζουμε τη νεολαία που τα έσπασε με τον Ρίτσο τον κακό (καμία σχέση με τον Γιάννη ή την Παπαρήγα την καλή), ο οποίος τελικά αποδείχτηκε λίγο ψέκας, λίγο ρωσόδουλος και κολλημένος με τον λάθος Βλαδίμηρο. Innamorato si ma di Putin...

Κι ίσως το βασικό λάθος που έγειρε ανάποδα την πλάστιγγα για ένα κόμμα με τόσο βαρύ φορτίο και τους Ιταλούς συντρόφους, ήταν πως τους κατάπιαν τα «προνόμια» μιας «δημοκρατίας» που νόμισαν πως θα την μετατρέψουν με εκλογές στο αντίθετό της, ενώ αυτή λογόκρινε τη Ραφαέλα Καρά και έναν στίχο για τον Φιντέλ, που ήταν «πολύ πολιτικός» και δεν ασχολούνταν σοβαρά με τη μοναξιά -εκτός από τον ιμπεριαλισμό.

Μα η τσούλα ιστορία δεν ξεβράζει μόνο αρχαία οράματα. Ξεβράζει πρωτίστως αυταπάτες. Κι όποιος ερωτεύεται το βόλεμά του -όσο μικρό ή μεγαλύτερο κι αν είναι-, θα το χάσει αργά ή γρήγορα, αν κάτσει πάνω σε αυτό. Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί -ακόμα κι αν πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ΚΚ της Ευρώπης, με τις μεγαλύτερες αυταπάτες για τον αντίπαλο.


Έρχεται λοιπόν η στιγμή για τον επίλογο, αρκεί να ξέρεις πότε πρέπει να μπει, Βασίλη μου. Κι όσο έχεις φωνή, θα τραγουδάς στα Φεστιβάλ κι ό,τι λόγια κι αν πεις, θα είναι η φωνή των αδικημένων που ονειρεύτηκαν. Αλλά εμείς δε βρίσκουμε λόγια να σου πούμε πως δε (σου) βγαίνει πια. Ότι δεν είσαι πια αιώνιος έφηβος και μπορεί να πας από πέσιμο. Και πριν το (καλλιτεχνικό σου) τέλος πως μοιάζει η σιωπή με αγάπη μεγάλη.

Κι αν συνεχίσεις, αυτό μπορεί να έρθει επί σκηνής -κάπως σαν την Μαρινέλλα. Να αναληφθείς μπροστά στους πιστούς σου, που ζούμε για να σε ακούμε -ή τραγουδάμε αντί για σένα. Να στέκεις βαλσαμωμένος, στη γνωστή στάση του Εσταυρωμένου, και από κάτω να συρρέουν χιλιάδες, να δακρύζουν, να προσκυνούν προσμένοντας το θαύμα, να βγάλει η μορφή σου μαλλιά -γιατί η φωνή φεύγει σαν τον πανδαμάτορα χρόνο και δεν ξαναγυρνά. Πού να καταλάβουν όμως πως για σένα οι συναυλίες αυτές είναι το ελιξήριο της νιότης και σου δίνουν δύναμη να αντέξεις -όπως τα Μουντιάλ για τον Μαραντόνα;

Πότε ακριβώς καταλαβαίνεις όμως ότι σε έχει νικήσει ο πανδαμάτωρ;

Όταν ξεχνάς να πεις αυτά που θες και βάζεις υστερόγραφα στο επόμενο κείμενο. Ή όταν ξεχνάς πως τελικά τα είχες ήδη γράψει. Όταν αρχίζει το αλτσχάιμερ και μπερδεύεις το όνομα της φοιτητικής σκηνής -Νεανική είναι. -Πες το κι έτσι. Όταν σου πέφτει βαρύ το τετραήμερο και δε θεωρείς πια ζήτημα τιμής να μη φύγεις πριν κλείσει το πρόγραμμα, πριν ακουστεί και η τελευταία νότα στο ικαριώτικο. Και όταν ακούς «Υπόγεια Ρεύματα» με τις άλλες σαύρες της γενιάς σου, κάνεις συνειρμούς με το βιβλίο του Μαλτς και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι όλοι γύρω σου περιμένουν στωικά το τέλος, για να ξεκινήσει ο Λιάκος.

Με ποια γενιά είσαι φίλε; Πες μας με ποια γενιά;

Είμαι με τους ημίνεους που αρνούνται να γίνουν μεσήλικες. Και δε θέλουν να κάτσουν εδώ με τη νεολαία. Απλώς να κάτσουν εδώ -και τώρα- να ξαποστάσουν, γιατί η μέση τιμωρεί τις εξαλλοσύνες της μέσης ηλικίας. Είμαι με αυτούς που έμαθαν -περίπου- τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί και κοιτάζουν μουδιασμένοι, σαν τη Ρόζα, όσα γίνονται στη μαθητική, είτε μιλάμε για όρθιους κωμικούς είτε για νότες -που είναι είδος υπό εξαφάνιση στα σημερινά ακούσματα. Και μπορεί να μην προλάβουν να ζήσουν τη μέρα που θα πάρουν τα όνειρά μας εκδίκηση, στήνοντας έναν κόσμο στο ύψος τους. Αλλά ίσως πάρουν μικρή εκδίκηση σε μια γενιά από τώρα, που θα έχει προχωρήσει η μουσική -μπροστά ή πίσω, άλλη συζήτηση- και τα σημερινά «ατίθασα νιάτα», που ούτε καν πιάνουν την αναφορά στη σειρά, θα μοιραστούν την αμηχανία μας για τα νεότερα άσματα. Κι όποιος δε μοιράζεται την αμηχανία μας, θα μοιραστεί την ήττα μας.

Να παίζουν στις σκηνές μας τα αμερικάνικα...

Ακούς τους Dead Prez να ζητάνε από το κοινό να κάνει λίγο θόρυβο και ξανά-μανά θόρυβο -εντάξει, τον εμπεδώσαμε τον θόρυβο, από μουσική παίζει τίποτα; Τους βλέπεις με το δέος που είχαν στην εποχή που ο JR (όχι του Χάρρυ) Χόλντεν έπαιρνε τίτλους με τη Ρωσία του Μπλατ -και ας μην ήταν ευθεία συνέχεια της Σοβιετίας, σαν το δικό μας κόμμα. Βλέπεις την κοσμοπλημμύρα στον Anser, σαν τις ουρές όταν άνοιξαν Μακ Ντόναλντς στη Μόσχα, με το δέος της πρωταγωνίστριας από το Goodbye Lenin, όταν είδε απ’ το παράθυρο να φεύγει η ΓΛΔ και να εισβάλλουν τα γραφεία της Κόκα-Κόλα.

Και μη μου πεις για το αρχαίο πνεύμα αθάνατο του Φαράκου -που πρόλαβε το τρένο της ΕΤΕ, αλλά έχασε το κόκκινο τρένο με τους αναθεωρητές το ’68- και για συντηρητικά αντανακλαστικά που δε θα αλλάξουν τον κόσμο. Γιατί ο Βλαδίμηρος είχε πολύ κλασικίζον γούστο, που δεν το συγκινούσε ο φουτουρισμός της εποχής του. Κι ο Λιάκος -ο «Εισβολέας, ντε»- τρόλαρε εαυτόν κι αλλήλους, λέγοντας να μη φύγουν ποτέ οι Αμερικάνοι -και οι βάσεις τους- γιατί «εμείς ποιον θα αντιγράφουμε μετά»; Και τέλος πάντων -και της ιστορίας- περί ορέξεως κολοκυθόπιτα και μανιτάρια -αρκεί να τα κάνουμε σούπα, όπως είπε ο σφος Οβελίξ, που δεν έχει αντίρρηση να ακολουθεί εντολές, αρκεί να ξέρει γιατί παλεύουμε, και αυτή είναι η έννοια της δικής μας πειθαρχίας.

Παρίστασαι και χαιρετίζεις σιωπηλά στο μεταλο-προσκύνημα, σαν παρατηρητής. Περνάς μέσα από μπαλόνια και δακρυσμένα μάτια 40άρηδων που θέλουν να μυήσουν εξ απαλών ονύχων τα παιδιά στο είδος, με την ίδια κατάνυξη που θα τα πήγαινε ένας οπαδός στο γήπεδο, να πάρουν το βάφτισμα του πυρός στην επικρατούσα θρησκεία του σπιτιού. Ζητάς συμβολικά από φίλους μια καρέκλα -δεν είσαι κουρασμένος, απλώς καρεκλάς, νιώθεις όμως αλληλεγγύη για τα ακούσματα της μοντέρνας εποχής που είχαν κάποια μελωδία και τώρα απειλούνται με εξαφάνιση.

Βιώνεις την αυθόρμητη έκρηξη χαράς στις μπροστινές σειρές, το ανθρώπινο τείχος που κινείται. Και δεν υπάρχει τίποτα σαν την πίστη ενός φανατικού κοινού, την ορμή ενός ενήλικου παιδιού που του κάνουν δώρο αυτό που του ’χαν τάξει. Χοροπηδά στον αέρα, γίνεται όσων χρονών νιώθει, χτυπάει ντραμς στον αέρα, τα μακριά μαλλιά που δεν έχει πια αλλά του μπαίνουν στα μάτια επίμονα, και τους διπλανούς του στον ρυθμό του «αμπαλαέα» -που τώρα λέει το λένε mosh pit.

Αυτά τα παιδιά έρχονται από πολύ μακριά. Βίωσαν την απόρριψη και το περιθώριο. Άκουγαν να τους λένε ειρωνικά «γέρους», δεινόσαυρους -σαν τον Βλαδίμηρο πριν τον Οκτώβρη, που ήταν μόλις 47. Έβλεπαν άλλα είδη να γίνονται δεκτά με τιμές στις σκηνές του Φεστιβάλ, γυρίζοντας στο Πάρκο σαν απόκληροι παππούδες, έτοιμοι για κάποια συνοικιακή ΚΟΒ, να μιλάνε για την Τασκένδη, τον Ντεζ και την αντίφα αρκούδα. Πίστευαν πως δε θα ωριμάσουν ποτέ οι συνθήκες, δε θα αξιωθούν να ζήσουν την επανάσταση -όπως το πίστευε και ο Λένιν στην εποχή του- ή μια μέταλ συναυλία στο Φεστιβάλ. Άντεξαν, ζυμώθηκαν στα δύσκολα, ατσαλώθηκαν και τελικά έζησαν για να δουν πως δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους -όσα δε φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει το Φεστιβάλ. Και τώρα κάνουν μεταξύ τους γκάλοπ, ποιο συγκρότημα έχουν απωθημένο να δουν, για να μας έρθει του χρόνου στο 51ο.

Βασικά οι σκηνές θα έπρεπε να έχουν ένα σημάδι (α)καταλληλότητας, σαν τις τηλεοπτικές εκπομπές, για να διευκολύνουν το κοινό. Η μαθητική δεν προσφέρεται -χοντρικά και κατά κανόνα- για τους άνω των 20 και για απόφοιτους. Η νεανική είναι για τους μεταφοιτητές που δεν έχουν καταλάβει πόσο είναι και σκέφτονται ακόμα τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Η κεντρική είναι κάπως σαν την τέταρτη δέσμη, που πάει με όλα, αλλά κυρίως με τις μεγαλύτερες ηλικίες -ως κοινό και ως καλλιτέχνες- που θυμούνται τις δέσμες και τον ινστρούκτορα του Τραμπάκουλα -με την ατάκα για την αποδέσμευση από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά. Και η λαϊκή είναι της ίδιας -και γηραιότερης- λογικής, με μια δόση φασαίων πανηγυρτζήδων στο ικαριώτικο γλέντι -και όχι μόνο.

Είναι αυτό που είπε και ο Τσολιάς, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για τους φασαίους και τους πολιτικά άστεγους που στρέφονται μαζικά στο ΚΚΕ, γιατί δεν έχουν πού αλλού να παν. Μπορεί να τρομάξουν λίγο όταν καταλάβουν ότι ο αγώνας θέλει δέσμευση -που την φοβούνται- και γενικώς, κάτι παραπάνω από μια ψήφο ή μια ανάρτηση. Αλλά θα τους μείνει κάτι, ο άγριος σπόρος που μπορεί να βλαστήσει ανά πάσα στιγμή -ακόμα και στις πλέον ανύποπτες.

Το Φεστιβάλ είναι ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσεις τους κομμουνιστές, ένα «Κόμμα με [πιο] ανθρώπινο πρόσωπο», η καλύτερη «κάρτα γνωριμίας» για φασαίους -και όχι μόνο. Για πότε θα βρεθούν από τον ικαριώτικο χορό με τον Κουτσούμπα, στις πορείες με αλυσίδες ούτε οι ίδιοι θα το καταλάβουν. Ανοίξαμε την αλυσίδα και έγινες ένας από εμάς. Και μετά δε θα έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους...

Το ωραίο, όμως, είναι ότι νιώθεις να μεγαλώνεις μαζί με το Φεστιβάλ που γιγαντώθηκε. Και τώρα πλέον δεν ισχύει η κλασική απορία «που είναι όλοι αυτοί οι πανηγυρτζήδες, όταν τους χρειάζεσαι, στον δρόμο ή έστω στην κάλπη;». Τώρα έρχεται κόσμος που τον ξέρεις, τον συναντάς, αποκτάς δεσμούς. Κι ενίοτε γράφεις και ιστορία μαζί του -όπως στο Φεστιβάλ. Γιατί την ιστορία την γράφουν πάντα οι μάζες, οι χιλιάδες ανώνυμοι συντελεστές της, οργανωμένοι και μη, που συνδέουν διαλεκτικά το συνειδητό με το αυθόρμητο, το διονυσιακό ξέσπασμα με τις χρεώσεις και με το αυστηρό σχέδιο. Ούτε ένα «ανκόρ» δεν είχαμε, για να μην αποκλίνουμε από το πρόγραμμα και τις προθεσμίες -εξαιρούνται οι σφοι που ζουν σε ώρα Ικαρίας.

Ναι αλλά τι θα μπορούσε να το κάνει ακόμα πιο ιστορικό; Τι άλλο θα μπορούσε να έχει το Φεστιβάλ για να φτάσεις σε νέες απάτητες κορφές; Πώς θα μπορούσε να κατακτήσει οριστικά την πολιτισμική ηγεμονία της χώρας; Και πώς μπορεί να χτυπήσει μεγαλόπνοα έργα, όπως τον ύμνο του Κασσελάκη -δεν τον τραγουδά ο ίδιος, αλλά όλα δείχνουν πως είναι έτοιμος για ένα άλλο βήμα στην καριέρα του, μόλις ξεμπερδέψει με την πολιτική;

Θα μπορούσε να έχει κι άλλο χώρο -και άλλες σκηνές. Αλλά αυτό σημαίνει πιο πολλή δουλειά, χρεώσεις και υποχρεώσεις. Ίσως γίνει πράξη, όσο μεγαλώνει το Κόμμα -και μαζί του το Φεστιβάλ. Αν είχε περισσότερο χώρο, θα είχε μεγαλύτερη άνεση και για τα στέκια ή για τις συζητήσεις -για να μην έχουν το άγχος να τελειώσουν, πριν αρχίσουν οι συναυλίες.

Θα μπορούσε να φέρει μεγάλα διεθνή ονόματα, για κάθε είδος -από την Ορχήστρα του Κόκκινου Στρατού, μέχρι τους Λένινγκραντ Κάουμποϊς, που είναι βασικά το ίδιο, αλλά ας προσθέσει ο καθένας τα δικά του. Αυτό όμως είναι δύσκολο και κοστίζει αρκετά.

Κάποιοι έχουν απωθημένο τους Θανασομάλαμες. Ο Σωκράτης είχε έρθει παλιότερα στο Φεστιβάλ. Κι ο Θανάσης μάλλον το γυροφέρνει -μετά την παρουσία στο στέκι της ΚΝΕ και στον 904- κι είναι σχεδόν νομοτελειακό πως θα ερχόταν, αν δεν είχε πει ότι αποσύρεται. Ίσως έρθει ως φιλική συμμετοχή, μαζί με τον γιο του, στους «Γκιντίκι». Και τότε να δεις κλάμα και συγκίνηση η γενιά των μεταφοιτητών...

Κάποιοι άλλοι θα ήθελαν τους Social Waste -αλλά ίσως είναι λίγο «παρωχημένοι» πια, και εξάλλου φέτος ήρθε ως μονάδα ένα από τα μέλη τους. Στο ίδιο είδος, μπορεί να έρθουν κι άλλα συγκροτήματα, με πιο στοχευμένο στίγμα -σαν τους Rationalistas κ.ά. Κάποιοι μπορεί να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και τον Λεξ, αλλά αυτό δεν είναι ορατό για το άμεσο μέλλον -δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες.

Δεν είναι καρφί-έμμεση αναφορά για κάποιον, αλλά όσοι έχουν ευρύτερη αναγνωρισιμότητα, πρέπει να κρατήσουν λεπτές ισορροπίες με το κοινό τους, για να μην ξενερώσει από τη συμμετοχή σε ένα Φεστιβάλ με συγκεκριμένο στίγμα. Στον αντίποδα, το Φεστιβάλ έχει γίνει πια τόσο μεγάλο, που διασφαλίζει -ακόμα μεγαλύτερη- αναγνωρισιμότητα, ακόμα και σε όσους έχουν ήδη το δικό τους κοινό και επιλέγουν να έρθουν, μεταξύ άλλων και για να το διευρύνουν.

Όσο για την κε του μπλοκ, θα μου αρκούσαν αυτοί ακριβώς οι καλλιτέχνες, αλλά (κάποιους) 30-40 χρόνια πριν. Και ένα αφιέρωμα στο ΕΑΜ, όπως στο 1ο του Ζωγράφου, που λύγιζαν τα τσιμέντα από τη συγκίνηση.

@varlagas

♬ original sound - Panagiotis Varlagas
Και μια επιπλέον σκηνή για τους αναστημένους, για να έρχονται σε ειδικές φεστιβαλικές εμφανίσεις -ξεκινώντας από τη Μαρία Δημητριάδη και συνεχίζοντας με τους υπόλοιπους. Αλλά κάποια πράγματα είναι αδύνατα, ακόμα και στο Φεστιβάλ, που είναι η χώρα των θαυμάτων. Και έπειτα, κάθε θάμα τρεις ημέρες -όσο διαρκεί δηλαδή συνήθως ένα Φεστιβάλ.

Και τι θα γίνει με τη μεταφεστιβαλική κατάθλιψη; Πώς θα είναι το επόμενο Φεστιβάλ, τώρα που έθεσε τόσο ψηλά τον πήχη το 50ό και ο θεσμός μπαίνει στη δεύτερη 50ετία του;
Ξέρετε, αυτό βασικά είναι ανακριβές. Είναι η ίδια παρανόηση που είχε γίνει και με το μιλένιουμ. Το 50ό Φεστιβάλ δε σημαίνει ότι ο θεσμός έκλεισε μισό αιώνα ζωής. Το πρώτο Φεστιβάλ είχε γίνει το ’75 -δηλαδή 49 χρόνια πριν.

Πάλι γκρίνια μωρέ; Πες κάτι θετικό για το κλείσιμο.
Εντάξει. Του χρόνου, που θα κλείσουν τα 50 χρόνια από το 1ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, ο πήχης θα μπει ακόμα πιο ψηλά για να γιορτάσουμε την επέτειο. Θα τρυπήσουμε το ταβάνι, θα εφοδεύσουμε στον ουρανό και -όπως ο Γιούρι πριν από 60 και βάλε χρόνια- δε θα δούμε κανέναν θεό εκεί. Μόνο το Φεστιβάλ από ψηλά, με διάφορους ημίθεους, ημίνεους και βάλε...

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Κόκκινα μαντίλια στο Πάρκο Τρίτση

Ας αρχίσουμε όπως πρέπει, δηλαδή ανάποδα, δηλαδή με τα υστερόγραφα του τετραήμερου, για μια διαλεκτική επανασύνδεση με τα προηγούμενα.

Είναι μία, μόνο μία, η αγαπημένη Διεθνούπολη.
Κι ας μην είχε αποστολές - ΚΝ από το Πιπερού και το Αβγατηγανιστάν του Τριβιζά, όπου αργούν να ωριμάσουν τα μήλα και οι συνθήκες, αλλά έχουν εμπεδώσει τα συνθήματα της «Αλλαγής», φωνάζοντας:
άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία.

Είχε όμως έναν εναλλακτικό ρασταφάρη από τη Ρουμανία, που αυτή τη φορά δεν έφερε κονκάρδες Τσαουσέσκου -και είναι κρίμα- είχε βάλει όμως αφίσες στη σειρά με ηγετικές μορφές του κινήματος, όπως τον Ντεζ (που ήταν προεδρεύων στην 6η Ολομέλεια που καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη και είναι ευτύχημα - ; - που δεν τον πήρε χαμπάρι κάνας ζαχαριαδικός παππούς, να γίνει διπλωματικό επεισόδιο και να διακοπεί το Φεστιβάλ, μέχρι να κατέβει η ρεβιζιονιστική αφίσα), και μια αρκούδα, τον Βόιτσικ! Που δεν το ’χε σκάσει από ταινία του Ξανθόπουλου, δεν ήταν συγγενής του Μίσα, ούτε άλλη σοβιετική άρκτος, αλλά είχε τη δική της αντιφασιστική ιστορία -που μπορείτε να δείτε σε κινούμενα σχέδια ή σε ένα λήμμα της Μπριτάνικα! Και σε βάζει να σκέφτεσαι συνειρμικά συμβολικά κορεό με το Πάνθεον των κομμουνιστών ηγετών και τελευταία προσθήκη τον Βόιτσικ -μετά τον Στάλιν και τον Μάο. Ή τον Λουκάνικο και τη Λάικα -μετά τον Κλοπ- σε μια πιο φασέικη εκδοχή.

Μα είχαμε εμείς ποτέ Μάο; Όχι. Αλλά είχαμε για λίγα χρόνια στη μεταπολίτευση το στάδιο της Νέας Δημοκρατίας -πριν το πάρει ο Καραμανλής και το κάνει κόμμα- που ήταν μαοϊκός όρος. Και αν δεις λίγο προσεκτικά ανάμεσα στις μπροσούρες για το 10ο συνέδριο, υπάρχει ένας μικρούλης Μάο -ή μια πολεμική εναντίον του.


Μιας και το «έφερε η κουβέντα», στο «Νταζβιντάνιγια» του Λάδη, θα κολλούσε γάντι στο εξώφυλλο το νοσταλγικόδάκρυ του Μίσα, από την τελετή λήξης της Μόσχας το ’80 -τότε εξάλλου, πάνω-κάτω, έκανε κι αυτός το πρώτο από τα ταξίδια του στη Σοβιετία. Κι αν φαίνεται κάπως (υπερβολικά) συναισθηματικό, έχει απαντήσει προφητικά στον πρόλογό του ο ίδιος ο συγγραφέας:
Χωρίς τα βιώματα και τα συναισθήματα, πάντα κάτι λείπει, πολύ ουσιαστικό, από την κατανόηση της πραγματικότητας.

Κι αν όλα αυτά οδηγούν σε μια μορφή εξιδανίκευσης;

Μπορεί να αφαιρέσει κανείς από την ανθρώπινη δραστηριότητα αυτή τη συναισθηματική ταύτιση με πρόσωπα και καταστάσεις, αυτόν τον «ωραιοποιητικό» φακό, που -αυτός και μόνο- αναγορεύει τα άτομα σε μαχητές για την υλοποίηση κάποιων μεγάλων στόχων; (...) Υπάρχει έκφανση του ανθρώπου χωρίς αυτή την προβολή, αυτή την εξιδανίκευση, τόσο στις προσωπικές, όσο και στις ευρύτερα κοινωνικές μας σχέσεις; (...) Κανένας διανοούμενος, επισκέπτης ή οπαδός του σοσιαλισμού δεν μπόρεσε να ξεφύγει στην πρώτη του επαφή με τη σοβιετική κοινωνία -τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά- από αυτή την απλοποιητική γραφή, από το «θετικό δέος» μπροστά σε μια κοινωνία, όπου έλειπε -και με θετική κατοχύρωση- το κυνήγι του κέρδους και ο άκρατος ανταγωνισμός.

Όσο για την εικαστική έκθεση -τη μεγαλύτερη στο είδος της εκείνες τις μέρες- θα ήταν παράλειψη να μη γίνει ειδική αναφορά στο «σβησμένο άγαλμα του Τρούμαν», που δεν είναι μόνο συλλογικό απωθημένο του κινήματος, αλλά ό,τι πιο κοντινό έχουμε δει στο κλασικό «Λευκό πάνω στο Λευκό», με το οποίο είχε κάψει το μυαλό του κοινού της η Μηλιαρονικολάκη, πριν κάποια χρόνια, σε κάποια από τις σύντομες τρίωρες παρεμβάσεις της.


Αλλά αν το Φεστιβάλ είναι ένα ετήσιο ταξίδι που κορυφώνεται και κόβεται πάνω στο καλύτερο, τα λακωνικά σχόλια της Ελένης είναι ο ορισμός του «μας ταξίδεψες» και το πάρκο Τρίτση είναι «το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ». Κι αν σου φαίνεται πεζός και κοντινός προορισμός, είναι που δεν το έχεις κάνει σε ώρα αιχμής μέρα Φεστιβάλ, οκτώ η ώρα και νεκρός μέσα στην κίνηση, που είναι το διαλεκτικό ψευδώνυμο της πλήρους ακινησίας: να ψάχνεις μισή ώρα να παρκάρεις -κάνα χιλιόμετρο μακριά από την είσοδο- ή να γράφει αλύπητα το κοντέρ και να πέφτουν οι μονάδες στρέιτ θρου, σαν τη φεστιβαλική βρόχα.

Κι η μόνη ελπίδα να αποκαταστήσει τη φήμη της η (παρεξηγημένη) κίτρινη φυλή είναι να κοκκινίσει -και δεν εννοώ τη χώρα του Μάο, ούτε μόνο στενά τις κάλπες της άλλης βδομάδας στον ΣΑΤΑ, όπου «κόκκινοι και μπολσεβίκοι ρίχνουν ψήφο στον Μαυρίκη» για ένα ταξικό (#diplis) -ταριφικό κίνημα, που θα διαγράφει από το Σωματείο όσους έρχονται να βρουν πελάτες στο Πάρκο και αρχίζουν τα «ένας Παπαδόπουλος σας χρειάζεται».
Ναι αλλά ο Μάκης. Που βάζει διαφάνειες στις διαλέξεις του, για να πιάσει το ευρύ κοινό με σχήματα και εικόνες. Σαν κι αυτήν από τα νιάτα του.


Πώς πήγαν όμως οι υπόλοιπες ομιλίες-εκδηλώσεις του Φεστιβάλ;

Είναι πρακτικά αδύνατο -σα να εξανθρωπίζεις τον καπιταλισμό και να τετραγωνίζεις τον φαύλο κύκλο των κρίσεων υπερσυσσώρευσης- να γίνεις χίλια κομμάτια, μεταμοντέρνα, για να τα προλάβεις όλα, πέρα από σκόρπιες ψηφίδες -λίγο απ’ όλα και συχνά καθόλου από τίποτα. Αυτό που είναι εφικτό είναι να μαζέψεις μετά όλα τα βίντεο, σε μια ωραία «βιντεο-μπροσούρα», που θα μπορούσαν να γίνουν και μια ωραία έκδοση, με τα πρακτικά κάθε εκδήλωσης. Κι όταν αποχαρακτηριστούν τα φεστιβαλικά αρχεία, θα δούμε κι εκείνη την εκδήλωση με τον Παφίλη για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και όλες -και τις τρεις- θέσεις μας για τα άμεσα πρακτικά καθήκοντα: υπεράσπιση κυριαρχικών δικαιωμάτων, με ήττα της αστικής μας τάξης και δουλειά μες στον στρατό, με δικά μας ένοπλα τμήματα. Ή κάπως έτσι...

Η φετινή συζήτηση για τον πόλεμο είχε παρεμβάσεις φωτορεπόρτερ - πολεμικών ανταποκριτών. Και θα ήταν (ακόμα) πιο ενδιαφέρουσα αν ήταν λίγο πιο μικρή η εισήγηση και λίγο μεγαλύτερες οι παρεμβάσεις των φωτορεπόρτερ, που -από τη φύση της δουλειάς τους- δεν έχουν συχνά την ευκαιρία να μιλήσουν κι όταν καλούνται να χωρέσουν χιλιάδες σκέψεις και λέξεις σε λίγα λεπτά, χωρίς εικόνες, μπορεί να αγχωθούν και να μπλοκάρουν, ιδίως όταν πιέζει ο χρόνος -λόγω της βροχής, που πήγε όλο το φεστιβαλικό πρόγραμμα δυο ώρες πίσω.

Η συζήτηση για την Κούβα στη Διεθνούπολη θα ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απ’ όλες, αν μπορούσε να γίνει ανοιχτά, χωρίς να αναζητάμε τον χαμένο χρόνο στη μετάφραση και χωρίς τις λεπτές ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν με τους Κουβανούς συντρόφους.

Είναι «νησί της επανάστασης» ή και της οικοδόμησης; Ποιο είναι το γενικό στρατηγικό σχέδιο; Πόσες αυταπάτες και πόση (αντικειμενική) ανάγκη υπάρχει στους συμβιβασμούς των Κουβανών; Είναι άτακτη υποχώρηση ή μια «νέα ΝΕΠ» που παίρνει υπόψη τους αρνητικούς συσχετισμούς; Είναι αναγκαίο κακό ή στρατηγική επιλογή η συμμαχία με τους BRICs; Είναι άραγε μια μορφή αξιοποίησης των εσωτερικών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού;

Αντί για όλα αυτά, μείναμε στα αυτονόητα που συμφωνούμε -για τις καταστροφικές συνέπειες του εμπάργκο. Και το βασικό πρόβλημα δεν είναι η αυτολεξεί ανάγνωση των τοποθετήσεων από το χαρτί -που σκοτώνει τη ζωντάνια- και η χρονοτριβή στις μεταφράσεις -που διπλασιάζουν τον χρόνο- αλλά αν μιλάμε τελικά την ίδια γλώσσα και τι αποχρώσεις έχει η διάλεκτος του καθενός. Κι είναι αλήθεια πως ένα ταξίδι στην Κούβα σε κάνει να αμφιβάλλεις για τα ισπανικά που ξέρεις- ιδίως αν τα έχεις διδαχτεί από Καστιγιάνους κονκισταδόρες...

Στη συζήτηση για την ανισοτιμία της γυναίκας και τις θεωρίες φύλου, τέθηκαν μερικά ενδιαφέροντα ερωτήματα από το κοινό. Πχ αν δεχόμαστε τον όρο «πατριαρχία», που -απ’ όσα κατάλαβα τουλάχιστον- (δεν) απαντήθηκε περιφραστικά, για την ανάλυσή μας που βλέπει τις αιτίες και το οικονομικό υπόβαθρο πίσω από τα φαινόμενα και διάφορα κατάλοιπα, με παραπομπή στο έργο του Ένγκελς -που μιλάει σαφώς για το σύστημα της πατριαρχίας. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτά τα κατάλοιπα επηρεάζουν και τους κομμουνιστές - συντρόφους, που απαντήθηκε επίσης περιφραστικά αλλά καταφατικά, με έμφαση ωστόσο στα αντίθετα παραδείγματα που αντλούμε από την πείρα του κινήματος.

Στη συζήτηση για το εργατικό κίνημα, ο Κρις Σμολς δεν ήταν απλά ο αστέρας της εκδήλωσης, αλλά ένας σταρ της χιπ-χοπ, που έκανε βασικά προθέρμανση για το free-style στη μαθητική σκηνή. Θες να γράψεις μεταξύ σοβαρού και αστείου (που είναι ένας εύκολος κι ανώδυνος τρόπος να μιλήσεις σοβαρά) πως ο Σμολς ήρθε μάλλον να ραπάρει με τους Dead Prez και σε προλαβαίνουν τα γεγονότα κι ο πρωταγωνιστής τους, κάνοντας αυτό ακριβώς. Κι αν δεν είχαν γκριζάρει λίγο τα μέλη του συγκροτήματος -που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους- δεν παίρνω όρκο πως θα τον ξεχώριζα εύκολα ανάμεσά τους...

Οκ, ο άσπρος με το πουκάμισο είναι ο Γραμματέας...

Η Παπαρήγα η καλή έχει πει ότι είναι πρόθυμη να καθαρίζει σκάλες -ακόμα και με το «πι», αν της το πει η κετουκε- αλλά η χρέωση που της πάει καλύτερα είναι να προσέχει εγγόνια (άλλων) και να βγαίνει μαζί τους φωτό για τα άλμπουμ του μέλλοντος. Και μια από τις ερωτήσεις του κοινού ήταν στην ουσία κάτι σαν «πώς νιώθετε που είστε εδώ με τη νεολαία» -χωρίς υπερβολή.
Αλλά όποιος υποτιμά την Αλέκα και την περνά για θείτσα, πέφτει πολύ έξω. Η Παπαρήγα ήταν γκατζετάκιας, που είχε καλύτερο κινητό από τον ΓΑΠ και το ’χε γεμίσει εφαρμογές. Κι αν χάζευε με πλάνο βλέμμα την εισήγηση του Ζάχαρη, δεν ήταν γιατί δεν καταλαβαίνει «τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί», αλλά ίσως έπαιρνε ιδέες τι να κατεβάσει για να παίξει μετά.
Η κορυφαία στιγμή διαλεκτικής (αντίφασης), ωστόσο, ήταν όταν ευχαρίστησε «τον σύντροφο και τα δυο παιδιά» που μίλησαν -όπως έλεγαν «τα παιδιά και τα κορίτσια», στα χρόνια της. Κι ας μην είναι πάντα οργανωμένα μέλη οι επαναστάτες που θα αλλάξουν τον κόσμο -όπως θίχτηκε στην εκδήλωση.

Από τις εισηγήσεις, ξεχώρισα την πολύ εύστοχη σημείωση του Πάνου για το μεταίχμιο της αντεπανάστασης, που άλλαξε θεαματικά τη θεματολογία κόμικ και παιχνιδιών, στρέφοντάς την από τις αισιόδοξες θεωρήσεις των μελλοντικών προοπτικών στον μαύρο κόσμο της δυστοπίας. Και τόνισε πως δεν μπορούμε να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακούλι και να ξεμπερδεύουμε λέγοντάς τα «αμερικανιές». Που είναι γενικά σωστό αλλά σηκώνει αντίλογο και συζήτηση -σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Η συζήτηση στο στέκι αθλητισμού, τέλος, είκοσι χρόνια μετά τους καταστροφικούς αγώνες της Αθήνας και την εμβληματική φεστιβαλική εκδήλωση με τον Συρίγο και τη Λιάνα, ήταν πραγματική αποκάλυψη.
Για την παρουσία των μελών του πάνελ -όπως του δημοσιογράφου Δ. Κωνσταντινίδη από το Γκαζέτα -που θυμήθηκε πως ήταν παρών και στο πρώτο, ως πιτσιρικάς, με τους γονείς του. Για τα στοιχεία σχετικά με τα στάδια που σαπίζουν και την παντελή έλλειψη σχεδιασμού. Για το σύνθημα «βγάλε κομμουνιστή δήμαρχο, για να έχεις γήπεδο», που το επιβεβαιώνει η πράξη -πχ του Πελετίδη και του Παμπελοποννησιακού Σταδίου, που είναι εξαίρεση στον κανόνα και στολίδι για τους Πατρινούς που το χαίρονται. Για τον χορηγό της Ολυμπιακής Επιτροπής, που δεν είναι άλλος από το «ΠΑΜΕ Στοίχημα». Για τους μύθους και για τα ψέματα ότι θα είχε κάθε άθλημα (Ομοσπονδία) το δικό του σπίτι και κάθε σχολείο τον δικό του γυμναστή. Και για μια σειρά παραμέτρους, πληροφορίες και υλικό, που ίσως να αγνοούσαν κι οι πιο μυημένοι.

Οι μονα-δικές μου ενστάσεις είναι σε κάποιες φάλτσες αποχρώσεις, σε κάποια σημεία, όπου οι καλεσμένοι άφηναν να φανεί ότι όλα αυτά είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν άλλα δεδομένα -λυόμενες εγκαταστάσεις, γήπεδα-στολίδια, πόλεις που αλλάζουν προς το καλύτερο με τους αγώνες κτλ. Στοιχεία που πατάνε σε κάποια εμπειρική βάση, αλλά δεν αλλάζουν τον γενικό κανόνα -που είναι το κυνήγι του κέρδους- και σηκώνουν πολλή συζήτηση. Η οποία όμως δεν μπορούσε να γίνει, γιατί μας πίεζε ο χρόνος και ο κλόουν από το «Κόκκινο Αερόστατο» απέναντι, που ξεκινούσε το δικό του πρόγραμμα.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι είναι τα κόκκινα μαντίλια στο Πάρκο Τρίτση;

Έμμεση αναφορά σε ένα ωραίο βιβλίο για τη Λατινική Αμερική. Αλλά κατά βάση αυτό ακριβώς που λέει η φράση. Η επιστροφή των θρυλικών μαντιλιών της ΚΝΕ, που ήταν εκεί στο 1ο Φεστιβάλ στου Ζωγράφου και έκαναν θραύση φέτος στον πάγκο με τα αναμνηστικά. (Μαζί με τα επετειακά μπλουζάκια. Και τις μπλούζες με τη σφεντόνα για την Παλαιστίνη. Και τις τσάντες. Και τις κάρτες με τις αφίσες από κάθε Φεστιβάλ -που είχαν μπόλικη Αλλαγή και Στάθη και...)

Λέγαμε όμως για τα μαντίλια. Που κάποιοι τα έκαναν σαλιάρες για τα μωρά τους. Και άλλοι τα έβαζαν για τη σκόνη, σαν ήρωες γουέστερν, το τελευταίο ερυθρόδερμο ΚΚ που δεν μπόρεσε να βάλει στο χέρι η Άγρια (καπιταλιστική) Δύση. Όπως στο «ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Για τον καλό έχουμε ένα κάρο υποψηφιότητες, για τον κακό μας τον καιρό τα φεστιβαλικά πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη και τώρα για άσχημο... Διονύση, ξέρεις. (Είσαι και μεταβατικός, συνδετικός κρίκος για το επόμενο κείμενο, άλλωστε).

Και δεν πιάσαμε ένα σωρό πράγματα. Για της ακρίβειας τον καιρό και το Φεστιβάλ που είναι η απάντηση στην κρίση, αλλά κι αυτό επηρεάζεται από τις ανατιμήσεις. Έξι ευρώ το εισιτήριο, 15 ευρώ η κάρτα για όλες τις μέρες, στο 1,90 το σουβλάκι -το κεμπάπ και το λουκάνικο. Κι οι σφοι-σφισσες στα ταμεία δεν είχαν άβακα, αλλά σκονάκι κι ένα χειρόγραφο πινακάκι με τα πολλαπλάσια του 1,90!

Και για τη σφισσα που άκουσε τον Βασίλη από μακριά να τραγουδά «Χρόνια Πολλά», σαν αφιέρωση στο Φεστιβάλ, και σκέφτηκε πως μια χαρά το λέει. Κι ύστερα πλησίασε και κατάλαβε ότι έπαιζε από τα μεγάφωνα -για αυτό έπιανε τις νότες ο Μπίλης, που ζούμε για να τον ακούμε -αλλά δεν ακούγεται πια. Και ποιος θα του το πει; Πώς - πότε καταλαβαίνεις πως σε έχουν πάρει τα χρόνια και «δεν πάει άλλο»;
Στον πόλεμο με πας με νεροπίστολα, μου κρύβεις κι από πάνω τον εχθρό.

Βασικά όταν κλείνεις τα 5. Ή έστω λίγο μετά τα 20. Όσο νιώθεις εδώ και 20 χρόνια περίπου. Αλλά αυτό είναι ίσως το θέμα ενός επιλόγου (για το Φεστιβάλ) που δε γράφτηκε ακόμα.