Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρετινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρετινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Τα ΚΚ, το αστικό κοινοβούλιο κι οι αστικές κυβερνήσεις ΙΙ

Η κε του μπλοκ αντιγράφει κι (ανα)δημοσιεύει σήμερα ευρεία αποσπάσματα από τη συνέχεια στο εισαγωγικό σημείωμα στο αφιέρωμα της κομεπ για τα κκ, το αστικό κοινοβούλιο και τις αστικές κυβερνήσεις, συνεχίζοντας από το σημείο όπου είχε σταματήσει το πρώτο μέρος.

Η στάση κι οι υπουργοποιήσεις των μενσεβίκων σοσιαλδημοκρατών την περίοδο εκείνη δεν αποτελούν ούτε την πρώτη ούτε την τελευταία περίπτωση στήριξης ή συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση από κόμματα ή μεμονωμένα στελέχη του πολιτικού εργατικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι αυτή η στήριξη στις αστικές κυβερνήσεις συνήθως παρέχεται σε κρίσιμες στιγμές, στις οποίες απειλούνταν η σονοχή της, σε συνθήκες κλονισμού της, σε συνθήκες όπου αντικειμενικά διανοίγονταν μεγαλύτερο πεδίο αυτοτελούς παρέμβασης του εργατικού κινήματος και επαναστατικής διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας.

Δύο είναι οι πιο γνωστές σχετικές περιπτώσεις, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά της συμμετοχής των μενσεβίκων. Η πρώτη ήταν αυτή της συμμετοχής του Λουί Μπλαν στην κυβέρνηση της Γαλλίας και η δεύτερη –η οποία τροφοδότησε και τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του διεθνούς πολιτικού εργατικού κινήματος- είναι η περίπτωση της υπουργοποίησης του Γάλλου σοσιαλιστή Μιλεράν το 1899. Η επίδραση αυτής της υπουργοποίησης ήταν τέτοια που αξιοποιήθηκε ως χαρακτηριστική για ολόκληρο το ρεύμα απόψεων που υποστήριζε την αξιοποίηση από το εργατικό κίνημα της συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση, το οποίο ονομάστηκε «μιλερανισμός».

(...) Ο Μιλεράν αποδέχτηκε πλήρως και αξιοποίησε προπαγανδιστικά αυτή τη λογική της πρόσκλησης και της συμμετοχής του στην κυβέρνηση Ρουσό. Αποκαλυπτική της σύνθεσης αυτής της κυβέρνησης είναι η συμμετοχή σε αυτήν του στρατηγού Γκαλιφέ, του σφαγέα των Κομμουνάρων το 1871. Ο σοσιαλιστής Μιλεράν –στο όνομα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας- στρογγυλοκάθισε στο υπουργικό συμβούλιο δίπλα στους σφαγείς του εργατικού κινήματος.

Ποια ήταν όμως τα αποτελέσματα αυτής της συμμετοχής; «Η γενική πολιτική της κυβέρνησης συνασπισμού παρουσιάζει τον ίδιο πίνακα. Η πάλη εναντίον των δικαστικών παραβάσεων στην υπόθεση Ντρέιφους, πάλη που έπρεπε να είναι το κύριο καθήκον της κυβέρνησης, κατέληξε σε μία επαίσχυντη γενική αμνηστία που περιέλαβε το θύμα και τους υπεύθυνους του εγκλήματος. Η πάλη για την εκλαΐκευση του κράτους πληρώθηκε με παραχωρήσεις στην καθολική εκκλησία. Η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην εκστρατεία των ευρωπαϊκών δυνάμεων εναντίον της Κίνας, από την εκστρατεία εναντίον της Τουρκίας για να εξαναγκαστεί να σεβαστεί ορισμένες απαιτήσεις των γαλλικών τραπεζών και τέλος από ένα ξεχείλισμα ιμπεριαλιστικού ενθουσιασμού και των δημοκρατικών και των μοναρχικών στην υποδοχή του αιμοσταγούς τσάρου Νικόλαου». (Πάουλ Φρέλιχ «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδ. Ύψιλον, σελ 102).

Η υπουργοποίηση του Μιλεράν, αν και αποτέλεσε ζήτημα που απασχόλησε κυρίως το δυτικοευρωπαϊκό τμήμα της Β’ Διεθνούς, απασχόλησε και το Ρωσικό τμήμα της (παρότι στην τσαρική Ρωσία δεν έμπαινε άμεςσα ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην ημερήσια διάταξη, αφού εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε καν κοινοβούλιο). Η απόφαση ωστόσο του συνεδρίου της Β΄Διεθνούς το 1900 στο Παρίσι –που πάρθηκε στη βάση της σχετικής εισήγησης του Καρλ Κάουτσκι- υποστήριζε ότι η συμμετοχή ενός μεμονωμένου σοσιαλιστική σε αστική κυβέρνηση είναι τάχα ζήτημα τακτικής και όχι ζήτημα αρχής, αφήνοντας έτσι χωρίς στιγματισμό την προδοσία του Μιλεράν (Ακαδημία επιστημών της ΕΣΣΔ «Παγκόσμια Ιστορία», τ Ζ1, σελ 409-10).

Σε αυτήν την αντιπαράθεσηπου ξέσπασε στο εσωτερικό του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος ο Μιλεράν είχε υποστηρικτές, όπως το Γάλλο σοσιαλιστή Ζαν Ζορές, ο οποίος υποστήριζε πως το σοσιαλιστικό κόμμα έπρεπε να καταλαμβάνει τις θέσεις που του άφηναν και παρουσίαζε την ενέργεια του Μιλεράν ως μια πράξη θάρρους –δέκα χρόνια αργότερα έβριζε το Μιλεράν καθώς και άλλους σοσιαλιστές που υπουργοποιήθηκαν (Μπριάν, Βιιανί) ως προδότες του σοσιαλισμού που αφέθηκαν να χρησιμοποιηθούν από τον καπιταλισμό (Π. Φρέλιχ: ό.π. σελ 103). Από την άλλη υπήρχαν και επαναστάτες του διεθνούς εργατικού κινήματος που αντιτάχθηκαν σθεναρά σε αυτή την υπουργοποίηση, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το Λένιν και τη Λούξεμπουργκ.

Η θέση της Λούξεμπουργκ στο ζήτημα αποτυπώνεται στο άρθρο που δημοσιεύεται στο αφιέρωμα, ενώ ο Λένιν γράφει για το ίδιο θέμα: «Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού –δικαιολογημένα λοιπόν κι ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερασπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς. Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμάλας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σε όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών –της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξασφαλίσει τη νίκη- η αμοιβή για όλα αυτά τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν περισσότερα πράγματα!» (Λένιν «Τι να κάνουμε», Άπαντα, τ. 6, σελ 8-9).

Τα κείμενα που δημοσιεύουμε στα πλαίσια της ενότητας αφορούν την πείρα από τη θετική προσπάθεια του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος να οριοθετηθεί απέναντι στον αστικό κοινοβουλευτισμό και τον κυβερνητισμό και επικεντρώνουν στη δράση των κομμουνιστών σε μη επαναστατικές συνθήκες. Όπως φάνηκε και από τα παραπάνω, πρόκειται για μια βασανιστική ωρίμανση της μαρξιστικής διερεύνησης που χαρακτηριζόταν από πισωγυρίσματα, εναλλαγές, αντιφάσεις σε συλλογικό-κομματικό και ατομικό επίπεδο.

Τέτοιες αντιφάσεις περιέχονται και στο άρθρο της Λούξεμπουργκ, η οποία, παρά την ξεκάθαρη άρνησή της όσον αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης της αστικής κυβέρνησης για επαναστατικούς σκοπούς, δεν είναι κάθετη στο ζήτημα ότι αυτή η διαπίστωση ισχύει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Μέρος της αμφισημίας του άρθρου οφείλεται και στις συνθήκες της εποχής. Το άρθρο γράφτηκε το 1900, μόλις δύο χρόνια μετά την ένταξη της Λούξεμπουργκ στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και γράφτηκε με τη μορφή προσεγμένης κριτικής εκ μέρους των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών απέναντι στη στάση των Γάλλων συντρόφων της.

Επίσης, είναι αυτονόητο ότι τα κείμενα αυτά εκφράζουν και το κλίμα, την ορολογία και το πνεύμα της εποχής τους, όπως επίσης αυτονόητο είναι ότι δεν εξαντλούν το θέμα.
Τα άρθρα αυτά, τα οποία δηοσιεύονται κατά χρονολογική σειρά είναι τα εξής:
1. Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Η υπόθεση Ντρέιφους και η περίπτωση του Μιλεράν» (1900)
2. Απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο Κοινοβουλευτισμός» (1921)
3. Β. Ι. Λένιν: «Για τον κοινοβουλευτισμό» (1921)

Τα δύο πιο ύστερα κείμενα που δημοσιεύονται στην ενότητα αυτή αποτελούν στην ουσία ντοκουέντα του 2ου Συνεδρίου της Γ’ Διεθνούς για την επαναστατική κοινοβουλευτική δουλειά.
Το ένα είναι η απόφαση του Συνεδρίου που πάρθηκε με την άμεση συμβολή του Λένιν και το άλλο ομιλία του Λένιν στα πλαίσια του ίδιου Συνεδρίου, όπου αντιμετωπίζει απόψεις του Μπορντίγκα και άλλων που αρνούνταν συνολικά την ανάγκη συμμετοχής των κομμουνιστών στα αστικά κοινοβούλια.

Όσον αφορά αυτό το τελευταίο άρθρο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο εκείνη η γραμμή της κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης που είχε αναπτυχθεί σε αρκετά εργατικά κόμματα τροφοδότησε και τη λαθεμένη αντίδραση μιας ομάδας κομμουνιστών (με χαρακτηριστική περίπτωση τον Μπορντίγκα), οι οποίοι υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει καν να αξιοποιεί θεσμούς του αστικού κράτους, όπως οι εκλογές και το κοινοβούλιο, αλλά να επικεντρωθεί στην άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. Παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας αυτές οι απόψεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες στο κομμουνιστικό κίνημα, το άρθρο του Λένιν έχει αξία γιατί δε στέλεται απλώς στην καταπολέμηση των απόψεων περί μη συμμετοχής στις εκλογές, αλλά αναδεικνύει και από ποια σκοπιά πρέπει να συμμετέχουν οι κομμουνιστές στις εκλογές και το αστικό κοινοβούλιο.

Αντί επιλόγου, αντιγράφεται και (ανα)δημοσιεύεται η κατακλείδα από το άρθρο της Λούξεμπουργκ.

Η μοναδική μέθοδος, με τη βοήθεια της οποίας μπορούμε να επιτύχουμε την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, είναι η ταξική πάλη. Μπορούμε και πρέπει να διεισδύσουμε σε όλους τους θεσμούς της αστικής κοινωνίας και να αξιοποιήσουμε όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί και τα οποία μας επιτρέπουν να διεξάγουμε την ταξική πάλη. Από αυτήν ακριβώς την οπτική υπαγορευόταν η συμμετοχή των σοσιαλιστών στην υπόθεση Ντρέιφους ως μέτρο με στόχο τη διατήρηση της παρέμβασής τους. Αλλά είναι ακριβώς από αυτή την ίδια οπτική που η συμμετοχή στην αστική εξουσία φαίνεται να αντενδεικνύεται, γιατί η ίδια η φύση της αστικής κυβέρνησης αποκλείει τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής ταξικής πάλης. Δεν είναι ότι φοβόμαστε για τους σοσιαλιστές τους κινδύνους και τις δυσκολίες της υπουργικής δραστηριότητας· δεν πρέπει άλλωστε να αποσυρόμαστε μπροστά στο φόβο κανενός κινδύνου ή δυσκολίας που συνδέεται με το πόστο στο οποίο είμαστε τοποθετημένοι από τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αλλά γενικά ένα υπουργείο δεν είναι πεδίο δράσης για ένα κόμμα της πάλης των προλεταριακών τάξεων. Ο χαρακτήρας της αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι επί της ουσίας ένας οργανισμός ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία του οποίου αποτελεί έναν από τους όρους ύπαρξης του ταξικού κράτους. Με την ένταξη ενός σοσιαλιστή στην κυβέρνηση και την ταξική κυριαρχία να συνεχίζει να υπάρχει, η αστική κυβέρνηση δε μετατρέπεται σε σοσιαλιστική κυβέρνηση, αλλά αντίθετα, ένας σοσιαλιστής μετατρέπεται σε αστό υπουργό. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που μπορεί να πραγματοποιήσει ένας υπουργός που είναι φίλος των εργατών δν έχουν από μόνες τους τίποτα το σοσιαλιστικό· είναι σοσιαλιστικές μόνο στο βαθμό που κατακτιούνται μέσα από την ταξική πάλη. Αλλά προερχόμενες από έναν υπουργό, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να έχουν τον χαρακτήρα της προλεταριακής τάξης, παρά μόνο τον χαρακτήρα της αστικής τάξης, γιατί ο υπουργός, από τη φύση του πόστου που καταλαμβάνει, προσδένεται σε αυτή την τάξη απ’ όλες τις λειτουργίες μιας αστικής μιλιταριστικής κυβέρνησης. Ενώ στο κοινοβούλιο ή στο δημοτικό συμβούλιο, κατακτάμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις καταπολεμώντας την αστική κυβέρνηση, με την κατάληψη ενός υπουργικού πόστου φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις στηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μια αστική κυβέρνηση δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Τα ΚΚ, το αστικό κοινοβούλιο κι οι αστικές κυβερνήσεις

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το εισαγωγικό σημείωμα της κομεπ στο αφιέρωμα που έχει τον τίτλο της ανάρτησης και μπορείτε να το βρείτε στο τρέχον τεύχος της κομεπ. Η αντιγραφή και η αναδημοσίευση του αποσπάσματος έχει ως σκοπό να παρακινήσει τον αναγνώστη να αγοράσει και κυρίως να μελετήσει τα κείμενα του αφιερώματος και του τεύχους συνολικά.

Η συγκυρία των τελευταίων χρόνων έφερε στην επιφάνεια την πίεση προς το ΚΚΕ για συμμετοχή ή στήριξη αστικής κυβέρνησης, δηλαδή κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού. Φυσικά παρόμοιες λογικές είχαν επίδραση στον περίγυρο του ΚΚΕ και τα προηγούμενα χρόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πίεση για ανοιχτή ή καλυμμένη συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ ή για άμβλυνση της κριτικής απέναντί του «για να μην έρθει η δεξιά (η ΝΔ) στην εξουσία».

Ωστόσο, αυτή η πίεση αυξήθηκε απότομα και εκφράστηκε με πιο καθαρή κι οξυμένη μορφή από τη στιγμή που τέθηκε ζήτημα «αριστερής διακυβέρνησης» του καπιταλισμού, στα πλαίσια της γενικότερης αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού. Σε αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε η αντίληψη ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος του λαού.

Η στήριξη αυτής της λογικής έχει φυσικά πολλές αποχρώσεις. Ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες, διάφορα κόμματα, παράγοντες, μηχανισμοί καταλήγουν –περισσότερο ή λιγότερο καθαρά- να προβάλλουν αυτή την προοπτική ως ελπιδοφόρα για το λαό. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια αλυσίδα ετερόκλητων κρίκων, η οποία αξιοποιείται για την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτή η αλυσίδα ξεκινά από την πιο καθαρή διατύπωση της θέση ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού αν οι κυβερνητικοί και υπουργικοί θώκοι καταληφθούν από «αριστερούς» πολιτικούς, περνάει μέσα από την αξιοποίηση της –διαχρονικής για την αστική δημοκρατία- λογικής του «μικρότερου κακού» και φτάνει μέχρι την επιχειρηματολογία διάφορων οπορτουνιστικών σχημάτων τα οποία φραστικά απορρίπτουν κάθε συμμετοχή ή στήριξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, την ίδια στιγμή  που όλη η δραστηριότητα και όλη η επιχειρηματολογία τους υπηρετεί αντικειμενικά ακριβώς αυτή την εξέλιξη (στάση τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, στις τοπικές εκλογές, στο περιεχόμενο και την ιεράρχηση των συνθημάτων τους κλπ).

Η δραστηριότητα και επιχειρηματολογία του οπορτουνισμού είναι και η πιο επικίνδυνη για το κίνημα για δύο λόγους: πρώτον, γιατί δρα στο εσωτερικό του και προσπαθεί να το ρυμουλκήσει στα γρανάζια των ενδοαστικών οικονομικών και πολιτικών αντιθέσεων και δεύτερον, γιατί ντύνει τη συμβιβαστική πολιτική με επαναστατική «προβιά», καθιστώντας την πιο δυσδιάκριτη. Τέτοιου είδους «προβιά» αποτελούν τα πολυποίκιλα «μεταβατικά προγράμματα», κοινό στοιχείο των οποίων αποτελεί η ρητή ή άρρητη αποδοχή της θέσης περί αταξικότητας των αστικών θεσμών (κοινοβούλιο, κυβέρνηση κλπ) και κατ’ επέκταση περί της δυνατότητας αξιοποίησης των αστικών θεσμών για τη σύγκρουση με το κεφάλαιο.

Σήμερα το ΚΚΕ δρα σε αυτές τις αντικειμενικά σύνθετες συνθήκες έχοντας σταθερή «πυξίδα», σταθερό προσανατολισμό στην κατεύθυνση διεύρυνσης και πολιτικοποίησης της εργατικής πρωτοπορίας, στην κατεύθυνση συγκέντρωσης δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Έχει επίγνωση ότι η πραγμάτωση αυτού του καθήκοντος περνάει μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των ενδοαστικών αντιθέσεων, ότι προϋποθέτει την πάλη για τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας του πολιτικού εργατικού κινήματος απ’ όλες τις πλευρές της αστικής πολιτικής.

Το ΚΚΕ είναι σήμερα εξοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά για να ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα που θέτει η σημερινή πολιτική πάλη. Αυτός ο εξοπλισμός έχει στέρεα θεμέλια αφού, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην επεξεργασία της εμπειρίας του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αντλώντας από αυτή πολύ σημαντικά συμπεράσματα. Την «καρδιά» αυτών των συμπερασμάτων την έχει ενσωματώσει στο Πρόγραμμά του, το οποίο καθοδηγεί την καθημερινή του δράση.

Σημαντικό μέρος της μελέτης της παραπάνω εμπειρίας αποτελεί η παρακολούθηση της συζήτησης που πολλές φορές αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του πολιτικού εργατικού κινήματος γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής του σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Η συζήτηση αυτή τροφοδοτήθηκε άλλωστε αρκετές φορές στο παρελθόν από τις ίδιες τις εξελίξεις, τέθηκε από την ίδια τη ζωή ως σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται θεωρητική επεξεργασία. Η απάντηση που έδωσε το πολιτικό εργατικό κίνημα στην ιστορική του διαδρομή δεν ήταν ενιαία, ούτε σε θεωρητικό ούτε σε πρακτικό επίπεδο.

Φυσικά η ιστορική μελέτη πρέπει να παίρνει πάντα υπόψη της ότι τόσο οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες έμπαινε κάθε φορά το συγκεκριμένο ζήτημα, όσο και το κατακτημένο επίπεδο ωρίμανσης του πολιτικού εργατικού κινήματος σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή δημιουργούσαν περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αποκάλυψη της ουσίας του. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται αφενός στην προσαρμογή των σχετικών τοποθετήσεων κομμάτων αλλά και ηγετικών προσωπικοτήτων του πολιτικού εργατικού κινήματος, αφετέρου στη μεγαλύτερη ή μικρότερη σαφήνεια, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αντιφατικότητα των τοποθετήσεών τους.

Ενδεικτικό είναι και το ενδιαφέρον που έδειξε ο ίδιος ο Λένιν στη μελέτη των ζητημάτων που σχετίζονται με την ταξική ουσία του κράτους και των μηχανισμών του, μελέτη που αναπτυσσόταν παράλληλα με το αντικείμενό της τόσο στην χώρα του, τη Ρωσία, όσο και στη Δυτική Ευρώπη. Φυσικά το πολιτικό εποικοδόμημα της Ρωσίας, απ’ όπου εκκινούσε όλη η ανησυχία του, δεν ήταν αυτό που μπορούσε αντικειμενικά να θέσει το ζήτημα στην πιο καθαρή του μορφή. Η τσαρική εξουσία, τα ανύπαρκτα μέχρι το 1907 και πολύ ανώριμα και ασταθή κοινοβουλευτικά εγχειρήματα της τσαρικής εξουσίας την περίοδο 1907-1917 και γενικότερα η μεγάλη ρευστότητα του πολιτικού εποικοδομήματος στη Ρωσία εκείνη την περίοδο τροφοδοτούσαν απόψεις, προβληματισμούς, σκέψεις σχετικά με τη δυνατότητα του πολιτικού εργατικού κινήματος να αξιοποιήσει αυτή τη ρευστότητα, ακόμα και μέσω της βραχύχρονης στήριξης κυβέρνησης σε συγκεκριμένες συνθήκες προς όφελος της εμβάθυνσης της επαναστατικής διαδικασίας. Στοιχεία αυτού του προβληματισμού περιέχονταν ακόμα και στην παλιά στρατηγική αντίληψη των μπολσεβίκων περί «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» και τη σχετική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κόμματος.

Ωστόσο η ανησυχία του Λένιν για αυτά τα ζητήματα ήταν συνεχής και αναπτυσσόταν παράλληλα με την εξάλειψη ή υποχώρηση κάποιων ιδιαιτεροτήτων του ρωσικού πολιτικού εποικοδομήματος. Αυτή η διαδικασία έφτασε στην ωριμότητά της το διάστημα από τον Απρίλη του 1917 (οπότε και επέστρεψε στη Ρωσία ο Λένιν) μέχρι το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, όπου στις συνθήκες της αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης –η οποία είχε πιο καθαρά αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά- το ζήτημα τέθηκε με πιο καθαρό τρόπο και σε άμεση σύνδεση με τη νέα στρατηγική που χάραξε ο Λένιν τον Απρίλη, σύμφωνα με την οποία ο χαρακτήρας της επανάστασης θα ήταν σοσιαλιστικός, χωρίς καμία ενδιάμεση πολιτική κατάσταση. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση του «Κράτος και Επανάσταση» αυτήν ακριβώς την περίοδο, όπου τεκμηριώνονται τα βασικά του συμπεράσματα πάνω στο ζήτημα: ο ταξικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας και των επιμέρους μηχανισμών της, η αδυναμία αξιοποίησής τους για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, η ανάγκη τσακίσματος αυτού του μηχανισμού.

Είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την περίοδο, το καλοκαίρι του 1917, όταν σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Η επανάσταση διδάσκει όλες τις τάξεις με μια ταχύτητα και βάθος που είναι άγνωστες στους συνηθισμένους, ειρηνικούς καιρούς. Οι καπιταλιστές, καλύτερα οργανωμένοι, πιο έμπειροι στο έργο της ταξικής πάλης και της πολιτικής, διδάχτηκαν πιο γρήγορα από τους άλλους. Βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρατηθεί, κατέφυγαν σε μια μέθοδο, που μετά το 1848 την εφάρμοζαν ολόκληρες δεκαετίες οι καπιταλιστές των άλλων χωρών, για να ξεγελούν, να διαιρούν και να αδυνατίζουν τους εργάτες. Η μέθοδος αυτή είναι η λεγόμενη κυβέρνηση «συνασπισμού» δηλαδή μια κοινή ενωμένη κυβέρνηση, αποτελούμενη από την αστική τάξη και τους λιποτάκτες του σοσιαλισμού [...]

Οι «σοσιαλιστές» ηγέτες, μπαίνοντας στην κυβέρνηση της αστικής τάξης αποδείχνονταν κατά κανόνα ανδρείκελα, μαριονέτες, προκάλυμμα για τους καπιταλιστές, όργανο εξαπάτησης των εργατών...
Οι βλάκες των κομμάτων των εσέρων και των μενσεβίκων πανηγύριζαν, λούζονταν με αυταρέσκεια στην ακτινοβολία της υπουργικής δόξας των αρχηγών τους. Οι καπιταλιστές έτριβαν τα χέρια από ικανοποίηση, εφόσον είχαν αποκτήσει στο πρόσωπο των «αρχηγών των Σοβιέτ» βοηθούς ενάντια στο λαό, εφόσον πήραν την υπόσχεση απ’ αυτούς ότι θα υποστηρίζουν τις «επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο», δηλ. την επανάληψη του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού πολέμου που είχε σταματήσει. Οι καπιταλιστές ήξεραν ότι οι υποσχέσεις της αστικής τάξης –σχετικά με τον έλεγχο, ακόμα και με την οργάνωση της παραγωγής, σχετικά με την πολιτικής της ειρήνης κτλ–ποτέ δε θα εκπληρωθούν.

Έτσι και έγινε [...] οι καπιταλιστές εξακολουθούσαν να δυναμώνουν. Σε αυτό το διάστημα δεν έγινε στην πραγματικότητα τίποτε, απολύτως τίποτε, για να μπει χαλινάρι στους καπιταλιστές. Οι λιποτάχτες του σοσιαλισμού που έγιναν υπουργοί, αποδείχτηκαν πολυλογάδες, που είχαν αποστολή να περισπούν την προσοχή των καταπιεζόμενων τάξεων, ενώ όλος ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός στην πραγματικότητα έμενε στα χέρια της γραφειοκρατίας (της υπαλληλίας) της αστικής τάξης».
(Λένιν, Άπαντα, τ. 34, σελ 62-64)

Την ίδια περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η αστική τάξη αυτές τις υπουργοποιήσεις: «Την ίδια εποχή και ένας αστικός πολιτικός, ο Πάβελ Μιλιουκόφ, με την πείρα της τάξης του, πολύ εύστοχα διαπίστωνε: «Αυτά τα πρόσωπα μιας και υπουργοποιήθηκαν δεν είναι πια ηγέτες των επαναστατών... Τώρα χρειάζεται να αποκηρύξουν οριστικά –δε λέω την επαναστατική φρασεολογία, ο τρόπος έκφρασης ας μείνει, ό,τι θέλουν- μα την επαναστατική ιδεολογία».

(Συλλογικό: «Οκτώβρης 1917. Η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ 103).

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Άμα δεν έχει σόου Θανάση…

Σε τι μας έκανε σοφότερους η τριήμερη συζήτηση στη βουλή σχετικά με την πρόταση δυσπιστίας; Ομολογώ, σε ελάχιστα πράγματα. Ίσα-ίσα που μπορεί να χαζέψει κανείς με τόσο κακής ποιότητας σόου. Κι άμα δεν έχει σόου θανάση, δε σε προσέχουν, όπως είπε χτες από το βήμα της βουλής σε κάποια φάση κι η αλέκα.


Που ρώτησε κι απάντηση δεν πήρε από τους πολιτικούς εκπροσώπους του ευρωμονόδρομου, αν νιώθουν δικαιωμένοι από το ευρωπαϊκό όραμα, τη συμμετοχή της χώρας στη λυκοσυμμαχία και τη σημερινή κατάσταση της εε. Ή αν έχουν μείνει στην εποχή των… μεγάλων ευρωπαίων ανδρών με τα στιβαρά χέρια και τις παλιές ευρωπαϊκές ιδέες. Έ-λε-ος δηλ, όπως τόνισε συλλαβιστά στο τέλος η πάλαι ποτέ γγ.

Κι έλεος στο τετράγωνο θα πρόσθετα εγώ. Γιατί το σόου ήταν σχεδόν αντιαισθητικό, δίνοντάς σου την (αντι)αίσθηση πως σε κάποια στιγμή θα έσκαγε μύτη από κάπου κι ο σεφερλής για το shefer-lee show· αλλά τελικά αρκεστήκαμε στον χαϊκάλη.

Το σημειώνω αυτό γιατί ως τώρα ο κυβερνητικός λόγος και οι εκπρόσωποί του κατάφερναν να γίνουν αποκρουστικοί ακόμα και σε έναν πολιτικά απαίδευτο κόσμο, αν όχι με καθαρό πολιτικό κριτήριο ή κάποιο υποσυνείδητο ταξικό ένστικτο, έστω με όρους στοιχειώδους αισθητικής. Οι γνωστές τσιρίδες του άδωνη, η αλαζονεία του βενιζέλου, η ψευτομαγκιά του τσεκουράτου βορίδη, το κακό υποκριτικό ταλέντο του σαμαρά, τα ελληνικά του σταμάτη και πάει λέγοντας. Μπορεί κάποιες φορές να έτειναν να επικαλύψουν την πολιτική ουσία της κριτικής αλλά δε στερούνταν τελείως πολιτικού περιεχομένου και τέλος πάντων είχαν κι αυτά τη σημασία τους.

Αυτή ωστόσο ήταν η πρώτη φορά ίσως που ο αντιπολιτευτικός λόγος του σύριζα, ως εκφορά και ως περιεχόμενο, ανταγωνίστηκε επάξια αν δεν υπερκέρασε σε γραφικότητα τον αντίστοιχο κυβερνητικό. Οι υστερικές φωνές της (ατσαλωμένης στους δρόμους και το κίνημα) κωνσταντοπούλου. Οι ατάκες του παναγούλη (που εξαργυρώνει το όνομα και τον αγώνα του αδελφού του) για τις φυλακές. Οι φαντασιώσεις περί νέου πολυτεχνείου στο ραδιομέγαρο με τη μακρή των ανελ στα κάγκελα. Η ομιλία του τσίπρα που θύμισε αμερικάνικη σειρά με τα χάχανα από το κοινό σε κάθε δεύτερη ατάκα. Χώρια τα ήξεις-αφήξεις από πολιτική άποψη, που έδωσαν πάτημα ακόμα και σε αυτή την κυβέρνηση να τα εκθέσει και να ξεγλιστρήσει από την ουσία.

Γνωρίζω πολύ καλά ποιο είναι το ποιόν κι η ακροδεξιά ιδεολογία της κυβέρνησης σαμαρά –πόσο μάλλον που η καπιταλιστική κρίση αφαιρεί το καρότο από τα χέρια του εκάστοτε διαχειριστή και του αφήνει μόνο το μαστίγιο, καθιστώντας εντελώς τυπικές και δυσδιάκριτες τις διαφορές μεταξύ χούντας και αστικής δημοκρατίας –που δεν παύει να είναι κι αυτή δικτατορία του κεφαλαίου ως προς το ταξικό της περιεχόμενο. Αλλά ο σύριζα αυτό το τριήμερο έκανε τα πάντα για να μπει στο ίδιο τσουβάλι ως άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, ακόμα κι από αισθητική άποψη.

Και γιατί επιμένεις σφυροδρέπανε τόσο πολύ στο αισθητικό κομμάτι και δεν αναλύεις το πολιτικό; Γιατί θεωρώ πως δεν υπάρχει τίποτα άξιο λόγου προς ανάλυση από πολιτική σκοπιά και πως ακόμα και το χτεσινό ολυμπιακός-παοκ θα άντεχε σοβαρότερης κριτικής.
Τι ήρθε να σηματοδοτήσει πολιτικά η πρόταση δυσπιστίας; Ο σύριζα δεν είναι ο δύσπιστος (κι όχι άπιστος όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) θωμάς, που δεν πιστεύει αν δε δει την ανάπτυξη και το πρωτογενές πλεόνασμα. Κατέθεσε τα δικά του διαπιστευτήρια στην άλλη άκρη του ατλαντικού κι επέστρεψε στη βάση του, για να ασκήσει το αντιπολιτευτικό του έργο ως υπεύθυνο αστικό κόμμα, με τις προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές διαδικασίες –που απέρριπτε δια στόματος του αρχηγού του μερικούς μήνες πριν, στην έκθεση- και με την τακτική του ώριμου φρούτου –που δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμο για να φέρει αυτοδυναμία και πρέπει να παραμείνει στο κλαδί του για λίγο διάστημα.

Και ποια ήταν τα βαθύτερα ελατήρια αυτής της κίνησης; Μια εκδοχή λέει πως έγινε για εσωτερική κατανάλωση, για να συσπειρώσει ο αλέξης τους δικούς του, να μαζέψει κάπως τη δυσαρέσκεια και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από όσα είπε στο τέξας. Η άλλη πως το έκανε για να στριμώξει και να εκθέσει τη δημαρ, που κράτησε ίσες αποστάσεις και κινδυνεύει να μείνει πρόωρα κι οριστικά εκτός παιχνιδιού στις επόμενες εκλογές. Και ένα τρίτο προχωρημένο σενάριο ότι ο σύριζα έκανε ένα δώρο στην κυβέρνηση για να τη συσπειρώσει και να κρατήσει ως τις ευρωεκλογές του μαΐου, όπου θα βγει νικητής ο σύριζα και θα κυνηγήσει με ευρω-εκλογικό αέρα και καλύτερες πιθανότητες την άπιαστη προς το παρόν αυτοδυναμία.

Αυτό το τελευταίο σημαίνει πως ο πολιτικός σχεδιασμός του σύριζα εξυπηρετείται άριστα από το σκηνικό της πόλωσης και της ενίσχυσης του νέου δικομματισμού. Και πως –όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο- δεν έχει κανένα λόγο να απειλήσει αυτή τη στιγμή την κυβέρνηση και τη συνέχιση της θητείας της. Με άλλα λόγια ο σύριζα επιθυμεί σταθερότητα κι αυτήν ακριβώς είναι που εξυπηρετεί με τις κινήσεις του.

Θεωρητικά βέβαια η επιλογή του σύριζα έρχεται να εκφράσει πολιτικά και να αγκαλιάσει τη λαϊκή αγανάκτηση από την κυβερνητική πολιτική και τους χειρισμούς της στο θέμα της ερτ, που ήταν κι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αλλά στην πράξη καταφέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, μετατοπίζοντας το επίκεντρο των εξελίξεων από το δρόμο και το κίνημα στο ναό της δημοκρατίας –που απειλείται- σπάζοντας κάθε προηγούμενη επίδοση κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Έβαλε βέβαια ως κινηματικό άλλοθι ‘παλλαϊκή’ συγκέντρωση έξω από τη βουλή την ώρα της ψηφοφορίας, για να μαζέψει μερικές χιλιάδες οπαδούς του, που το διέλυσαν και αυτοί γρήγορα για να δούνε τη συνέχεια από την τηλεόραση. Κι αντί να παίξει μπάλα στο γήπεδο της πολιτικής, την πέταξε στην κερκίδα της παραπολιτικής εκλογολογίας, όπου κάθεται ο λαός τρώγοντας πατατάκια κι επιλέγοντας στο τουίτερ την καλύτερη ατάκα της βραδιάς.

Το καλύτερο είναι πως ό,τι κι αν γίνεται τελευταία –από τη δολοφονία των χρυσαυγιτών μέχρι την εισβολή των ματ στην ερτ- η μόνιμη επωδός είναι πως απειλείται η δημοκρατία. Και την ίδια στιγμή η αστική δημοκρατία, η διαφημιζόμενη κι ως καλύτερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ, δουλεύει ρολόι ως προς τους σκοπούς της, χωρίς καμία εκτροπή από το ταξικό της περιεχόμενο.

Ναι αλλά γιατί υποτιμάμε το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση του μαύρου, των απολύσεων και των μνημονίων; Μωρέ να πέσει χίλιες φορές και να γκρεμοτσακιστεί, αλλά να μη μας φορέσουν την ίδια πολιτική με άλλο, προοδευτικό φερετζέ. Αυτή είναι η ουσία για την οποία μαλλιάζει η γλώσσα μας. Κι όπως είπε χτες κι η αλέκα όταν ο λαός αποφασίσει να βγει στην εξουσία, το ΚΚΕ θα αναλάβει τις ευθύνες του για μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Καθαρά και ξάστερα.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Η γιορτή της δημοκρατίας

Αν η αποχή μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν παράνομη.
Που τυπικά είναι, ή τουλάχιστον ήταν μέχρι πρόσφατα.
Αλλά ποτέ κανείς δεν υπέστη κυρώσεις επειδή δεν ψήφισε.

Το αυτό ισχύει βέβαια για μια σειρά πράγματα. Το οκτάωρο, τις συντάξεις, τη δωρεάν παιδεία κι άλλες κατακτήσεις. Αν μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο θα ήταν παράνομες. Αυτό δε σημαίνει πως δεν τις θέλουμε κιόλας.

Με αυτό το σκεπτικό -αν το πάμε μέχρι τέλους- παλιά που δεν είχαμε εκλογικό δικαίωμα κι απαγορεύονταν οι αρχαιρεσίες, οι εκλογές μπορεί και να άλλαζαν τον κόσμο. Κι αυτό δεν είναι κάποια καρικατούρα (για να φέρω το σκεπτικό στα μέτρα μου και να το απορρίψω). Είναι απλώς η τελική του συνέπεια.

Τα νόμιμα μέσα δε μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Αν μπορούσαν θα ήταν παράνομα. Εκεί πρέπει να στραφούμε λοιπόν. Μόνο τα παράνομα μέσα μπορούν να αλλάξουν πραγματικά τον κόσμο. Τα υπόλοιπα δε μας χρειάζονται.

Μόνο ο ένοπλος αγώνας είναι αποδεκτός για τους επαναστάτες. Η ζύμωση με τις μάζες δεν είναι απαραίτητη. Εξάλλου αν μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο θα ήταν παράνομη.
Η τυπική (αναρχική) λογική στα καλύτερά της.

Λογική που ακολουθούν και στη στάση τους για τα κόμματα και τις πολιτικές οργανώσεις εν γένει.
Αν το κόμμα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο θα ήταν παράνομο.
Σε αυτό το τελευταίο θα βρουν κι αρκετούς από το εξωκοινοβούλιο να συμφωνήσουν μαζί τους. Άλλο αν κανείς απ' τους δυο δε βρίσκεται στην παρανομία. Τεχνική λεπτομέρεια.
Εμένα μια φορά, το κόμμα σήμερα μου φαίνεται μάλλον πιο επικίνδυνο για το σύστημα απ' ό,τι το κόμμα που ήταν στην παρανομία τη δεκαετία του εξήντα.

Από αυτό το σημείο ως τον πάτο, η απόσταση δεν είναι μεγάλη.
Ο φετιχισμός της παρανομίας φτάνει στο σημείο να πιστεύει πως οτιδήποτε παράνομο είναι εξ ορισμού επαναστατικό.
Οι ληστείες απαλλοτριώνουν τα κλεμμένα, το σπάσιμο της βιτρίνας στρέφεται ενάντια στην ιδιοκτησία που είναι στον πυρήνα του συστήματος και η βία είναι το θηλυκό του βίου.
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζουμε.

Σε τελική ανάλυση, όσοι κάνουν την αποχή άλφα κι ωμέγα της προπαγάνδας τους, δίνουν στην ψήφο πολύ μεγάλη σημασία, έστω κι απ' την ανάποδη. Και καταλήγουν ασυνεπείς στις ίδιες τους τις διακηρύξεις.

Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια αυθόρμητη αντίδραση ενάντια στη λογική της ανάθεσης και στην εκλογολαγνεία.
Που αν κάποιος αναγνώστης πιστεύει ότι ο χώρος του δεν πάσχει από αυτό το τελευταίο, να πατήσει συμβολικά αριστερό κλικ με το ποντίκι, ή να σβήσει το βράδυ για πέντε λεπτά τα φώτα στο σπίτι του. Κι αφού το ξανασκεφτεί το συζητάμε.
Ακόμα κι έτσι όμως, η αποχολαγνεία δεν παύει να είναι καθαρός ετεροπροσδιορισμός κι ως τέτοιος έχει κοντά ποδάρια και στενούς ορίζοντες.

Τις τελευταίες ημέρες κάποιοι σύντροφοι, έμπλεοι αμηχανίας, ζητούσαν από την κε του μπλοκ να βγάλει γραμμή εν όψει ευρω-εκλογών.
Καταρχήν δεν υπάρχει γραμμή. Η γραμμή είναι μέσα μας.
Κατά δεύτερον στο βαθμό που υπάρχει, την ξέρουν και μάλλον δε συμφωνούν.
Και τρίτον, η κε κατανοεί και συμμερίζεται την αμηχανία τους.
Το μόνο που δε μπορεί να συμμεριστεί είναι η αποχή.
Και θα νιώσει πολύ αμήχανη αν πρέπει να εξηγήσει το γιατί σε κομμουνιστές. Γιατί δεν έχει να τους πει κάτι που δεν ξέρουν κι από μόνοι τους.

Την μόνη αποχή που μπορεί να δικαιολογήσει με πάθος κι επιχειρήματα η κε του μπλοκ είναι αυτή του 46.
Για αυτήν αν θέλετε μιλάμε με τις ώρες.

Δεύτερο μέρος: εκλογικές ασυναρτησίες

Κανονικά με τους οικολόγους πρέπει να γίνει ό,τι με την αποχή το 46. Όπου αν έβλεπαν στο βιβλιάριό σου ότι είχες απόσχει, σε είχαν σταμπάρει για αντεθνικό κι εαμοβούλγαρο.
Τους οικολόγους πρέπει να τους δίνουν πιστοποιητικό απολιτικών φρονημάτων και γιούχου συνείδησης.
Αλλά τη γλιτώνουν γιατί η ψήφος είναι μυστική.

-Το ωραίο θα ήταν να την πατήσουν οι ψηφοφόροι τους όπως οι δικοί μας οι παππούδες που έχουν πρεσβυωπία και το ρίχνουν στα μ-λ. Τόσους οικολόγους έχει στα ψηφοδέλτια, σιγά μην ξεχωρίσει όλη η απολιτίκ μάζα το σωστό.

-Δημοκρατία σημαίνει να επικρατεί η άποψη της πλειοψηφίας.
Οπότε -βάση τυπικής λογικής- όταν γίνουμε 50%+1 θα επιβάλουμε δικτατορία του προλεταριάτου;
Αυτές είναι τυπικές απορίες που έχει κάθε καινούριος σύντροφος. Με τον καιρό μαθαίνει να τις ξεπερνάει. Όχι επειδή τις έχει λύσει. Απλά όσο παλιώνει μαθαίνει να τις θεωρεί αφελείς όταν τις ακούει από τους πιο νέους.

-Όταν πάρουμε την εξουσία το τροπάρι για τη δημοκρατία αλλάζει.
Δημοκρατία είναι ο σεβασμός της μειοψηφίας (δηλ των αστών).
Δύο τρόπους έχει αναδείξει το λαϊκό κίνημα για να ξεπεράσουμε αυτόν το σκόπελο.
Ο ένας είναι να στείλεις όλους τους αντιφρονούντες στη σιβηρία για να μην υπάρχουν μειοψηφίες και διαφωνούντες.
Κι ο άλλος είναι να τους εξοντώσεις με απάνθρωπα δεκάωρα συντονιστικά, ώσπου να συνετιστούν και να ομοφωνήσουν οικειοθελώς.
Ειλικρινά, δεν ξέρω να πω ποιο απ' τα δύο είναι χειρότερο για τη μειοψηφία που διαφωνεί.

-Όπως και να 'χει, η φόρμουλα του λένιν έχει διαχρονική ισχύ.
Η χειρότερη σοβιετική δημοκρατία (λες να 'χε μυριστεί τη συνέχεια;) είναι ένα εκατομμύριο φορές πιο δημοκρατική από την καλύτερη αστική δημοκρατία.
Για τους αναρχικούς βέβαια αυτό δεν αλλάζει πολλά.
Όσες φορές και να πολλαπλασιάσεις το μηδέν, μηδενικό θα παραμείνει. Όλα τα πολλαπλάσια του μηδέν μας δίνουν μηδέν. Οι θεωρίες των αναρχικών επίσης. Γι' αυτό τους λέμε μηδενιστές άλλωστε.

-Αν εκτιμάτε την ειλικρίνεια ψηφίστε κάτι σε σοσιαλδημοκρατία. Γιωργάκη, αλαβάνο/τσίπρα, ή τρεμόπουλο.
Είναι οι μόνοι πολιτικοί αρχηγοί που δε βάφουν τα μαλλιά τους.

-Το κόμμα κατεβαίνει στις εκλογές με κεντρικό σύνθημα: η εε χειρότερη γίνεται, καλύτερη όχι.
Το βασικό αντεπιχείρημα με το οποίο προσπαθεί να διαφοροποιηθεί το εξωκοινοβούλιο συνοψίζεται στο σύνθημα:
Το κκε χειρότερο γίνεται, καλύτερο όχι.
Η διαφορά είναι ότι το κόμμα σηκώνει μόνο του σχεδόν το αντι-εε μέτωπο. Ενώ στο αντι-κκε υπάρχουν πολλοί.

-Γιατί καμία δημοσκόπηση δε μετράει τη συσπείρωση της ανταρσύας στην εαακ; Δε θα 'χε ενδιαφέρον; Ή τουλάχιστον πλάκα;
-Προσωπικά θα μετρούσα και τη συσπείρωση που έχει το σαλάμι.
Πόσοι από αυτούς που το έριξαν σαλάμι στις φοιτητικές, το έκαναν στην κυριολεξία και στις ευρω-εκλογές;

-το παπαγαλάκι του κρεμλίνου μου μεταδίδει από το μέτωπο των στρατευμένων νιάτων ότι το νέο σύνθημα του σύριζα χάσε ένα μπάνιο να χάσουν τον ύπνο τους έχει μεγάλη απήχηση.
Το ακολουθούν καθημερινά πολλοί φαντάροι και κάνουν τους άλλους στο θάλαμο να χάνουν τον ύπνο τους απ' τη βρώμα.

Μέρος τρίτο: προγνωστικά (για τους λίγους που θα προλάβουν να τα διαβάσουν εγκαίρως)

Δεν θα είναι πρωτόγνωρο για ευρωεκλογές αν ο δικομματισμός πέσει κάτω από το 70%. Η διαφορά θα είναι κοντά στις πέντε μονάδες και το 37-32 μοιάζει πιθανό σενάριο (με μιντιακό αέρα ανόδου για τους πράσινους δεξιούς και τάσεις καθίζησης για τους γαλάζιους). Αρκεί να μην είναι πολύ μεγάλη η αποχή.

Αν συμβεί αυτό περισσεύουν περίπου 30 μονάδες για τους υπόλοιπους.
Επειδή οι οικολόγοι θα πέσουν κάπου στο 5% (κι αν μεσολαβούσε κι άλλος χρόνος θα ξεφούσκωναν κι άλλο) κι από τους άλλους δύσκολα θα ανέβει κάποιος πάνω από το 6%, περισσεύουν δεκαπέντε περίπου ποσοστιαίες μονάδες που θα τις μοιραστούν κκε και λοιπά με λόγο δύο προς ένα.
Η άνοδος σε σχέση με το 04 και το διψήφιο ποσοστό μοιάζουν εφικτά. Ο τρίτος ευρω-βουλευτής όχι και τόσο.

Τα κουκιά είναι σχεδόν μοιρασμένα για τις 22 ευρω-έδρες.
Το πασοκ παίρνει σίγουρα οκτώ, η νου-δούλα είναι ευχαριστημένη με επτά, εμείς έχουμε σίγουρες δύο κι από μία για σύριζα, λαος, οικολόγους. Σύνολο είκοσι και περισσεύουν δύο.
Οι πασόκοι ορέγονται μια ένατη, εμείς θέλουμε να κρατήσουμε την τρίτη και παίζουν δυνατά για δεύτερη συριζα και λαος (φαβορί όποιος από τους δυο καταφέρει να βγει τέταρτος).

Το μέτρο για την έδρα είναι κοντά στο 4,5%. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το κόμμα θα έχει ουσιαστικές ελπίδες μόνο άμα πιάσει διψήφιο. Μετά θα παίξουν ρόλο τα υπόλοιπα που παίζει να είναι οριακά και να 'χουμε θρίλερ.
Το σκηνικό θυμίζει αρκετά φοιτητικές (με τα μ-λ να καταγγέλλουν κλασικά τη συνδιοίκηση και να μένουν εκτός).

Στα του εξωκοινοβουλίου το ερώτημα είναι αν θα πλησιάσει η ανταρσύα το μ-λ κκε που παίρνει σχεδόν το σύνολο των ψηφοφόρων του κκε μ-λ που απέχει.
Αν είχαν ενωθεί θα είχαν αθροιστικά πάνω από 0,5% και θα χτυπούσαν μέχρι και βουλευτή με το υπόλοιπο.
Ενάντια στον κατήφορο, στο δρόμο της σαπίλας
στο δρόμο που μας χάραξε ο σύντροφος δεσύλλας


Επίλογος

Η αλέκα κάλεσε τον κόσμο να περάσει το χαντάκι (μη μας πέσουν μέσα όμως) και να στηρίξει το κόμμα. Γιατί, όπως είπε σε άλλο σημείο το ασανσέρ του κκε πρέπει να ανέβει.
Κι έτσι, ειρηνικά και με ασανσέρ, χωρίς αγκομαχητά και λαχάνιασμα, θα κάνουμε την έφοδό μας στον ουρανό.
Αρκεί να μην πατήσει κανας π... το ισόγειο...

Πιο πολύ κι απ' τον ποιητικό οίστρο της αλέκας όμως με έπεισε το κάλεσμα της αοιδού σούλας βαζούρα (φωτό) στο ριζοσπάστη της τρίτης, το οποίο καταλήγει ως εξής:
Αναγνωρίζουμε την πεντακάθαρη στάση του ΚΚΕ απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα και ψηφίζουμε ΜΟΝΟ ευρωβουλευτές που κατεβάζει το Κόμμα μας. Με το χέρι στην καρδιά ψηφίζω ΚΚΕ. Καλή επιτυχία στο Κόμμα που ΑΓΑΠΩ.


Ομολογώ πως δεν ξέρω με ποιον τρόπο μπορείς να ψηφίσεις μαζί ευρωβουλευτές από πολλά κόμματα, αλλά στην τελική ποιος είμαι εγώ για να αμφισβητήσω τη σούλα βαζούρα. Ειδικά το τέλος σε στιλ μαρίας αλιφέρη με σκλάβωσε. Κι οι όποιες αμφιβολίες μου σκορπίσαν μονομιάς.

Λοιπόν είναι οριστικό.
Σε αυτές τις ευρω-εκλογές το Κάπα Κάπα Ύψιλον, οι ποσαδιστές, η μαρξιστική τάση, η σούλα βαζούρα και το μπρεζνιεφικό απολίθωμα στηρίζουν το κόμμα. Μαζί τους και η παρέμβαση αριστερών πολιτών (που δεν τους έχει δει ποτέ κανείς και παίζει να είναι κάτι σαν τους φανταστικούς φίλους-συμμάχους που είχαμε μικροί).
Τώρα κκε!

Υγ: οι πληροφορίες που ήθελαν τον γίγαντα σπύρο μπιμπίλα να κάνει δήλωση στήριξης στο κόμμα δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρωθούν. Παρακαλείται όποιος γνωρίζει λεπτομέρειες όπως επικοινωνήσει με το μπλοκ και διαφωτίσει τους αναγνώστες του σφυροδρέπανου.