Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Δημόσιο φορέβα;

Ο πατέρας του ήταν τελωνειακός. Είχε σταθερό μισθό και τα «τυχερά» του επαγγέλματος. Πρόλαβε τα «ωραία χρόνια ΠΑΣΟΚ» και τις αυταπάτες-ψευδαισθήσεις για ακόμα καλύτερες μέρες. Και μετά, το βιοτικό επίπεδο πήγε και έπεσε στον γκρεμό. Μνημόνια, ενιαίο μισθολόγιο, πετσοκομμένη σύνταξη. Πάει να πει, δεν είχε το άλλοθι της άγνοιας. Και δεν του έλειπε υλικό για να γεμίσει το άδειο βλέμμα του.


-Ρε συ, τα μεγάλα βύσματα πάνε στον Παράδεισο, όχι στο Δημόσιο. Αυτό είναι Παράδεισος για κρατικοδίαιτους εργολάβους. Πιο πολύ κρατικό χρήμα τρώνε αυτοί από τους ΔΥ. Αν ψάχνεις το βόλεμα, θα πας αλλού. Και αν δεν έχεις τόσο καλό χαρτί, καταλήγεις γραμματειακή υποστήριξη σε ιδιωτικό γραφείο, όχι κλητήρας σε υπουργείο.

Το άδειο βλέμμα γέμισε δυσπιστία. Αν συνέχιζα, θα ήταν ύποπτο και θα γυρνούσε μπούμερανγκ. Σα να είχα κρυφή woke ατζέντα υπέρ των ΔΥ ή πατέρα τελωνειακό. Διάολε, αν δεν μπορώ να πείσω αυτόν, τι θα λένε δηλαδή οι άλλοι; Παπαγαλία, όσα ακούν απ’ τα παπαγαλάκια στα δελτία. Αγκυλώσεις, ρετιρέ, να τελειώνουμε με τη μονιμότητα (προσοχή στα ένρινα, μην καρφωθείτε). Τα στερεότυπα είναι αήττητα σαν τους βλάκες που τα πιστεύουν.

Ναι αλλά εδώ δεν είναι απλός κοινωνικός αυτοματισμός -που αν δε θες να σε πουν «ξύλινο», λες για την κατσίκα του γείτονα. Εδώ μιλάμε για άγριο μαζοχισμό, να κλαίει και το παρδαλό κατσίκι (του γείτονα), με την κατάντια τους. Γιατί, αν στο δημόσιο παίρνουν χίλια ευρώ, ο βασικός θα πέσει στα 700. Και αν οι ΔΥ δουλεύουν 40 ώρες τη βδομάδα, το οκτάωρο θα καταργηθεί σχεδόν παντού. Κι αν αρχίσουν απολύσεις στο δημόσιο, στον ιδιωτικό θα πέφτουν κεφάλια (που σηκώθηκαν και αντιμίλησαν στο αφεντικό).

Κι όμως, είναι απλά στοιχεία, μετρημένα κουκιά.

Ο μέσος ΔΥ σήμερα έχει χαμηλότερο (ονομαστικό) μισθό από ό,τι 15 χρόνια πριν. Επί 12 φορές τον χρόνο -αντί για 14. Και για πιο πολλές ώρες δουλειά (40 τη βδομάδα αντί για 37,5). Κι όλα αυτά, χωρίς να υπολογίσουμε την ακρίβεια (που θερίζει) και το πραγματικό εισόδημα που κατρακυλά, σαν σειρά του Δαλιανίδη: από το Ρετιρέ στους Μικρομεσαίους.
Ε, όχι και βολεμένοι. Ε, όχι και βολεμένοι!

Έλα όμως που ο κόσμος πιστεύει ότι βλέπει ακόμα το ίδιο έργο. Σε λίγο θα παίξει και το σκετσάκι με τη διαθήκη του θείου Βλαδίμηρου (που είναι ο Τρικαμηνάς), που μας άφησε απλώς ένα χρέος -στον αγώνα, στη ζωή.

Αυτό δεν είναι απλό στερεότυπο, σαν τις αποδείξεις στις τυρόπιτες και τις καταλήψεις -όταν δεν είναι τρίγωνες. Λαμβάνει πλέον διαστάσεις ιδεολογικού πογκρόμ, με όχημα τον χαβαλέ, τα ανέκδοτα για ΠΑΣΟΚ και δημόσιο (με τους ΔΥ στο ρόλο των Ποντίων) -μπαίνει ένας δημόσιος υπάλληλος σε ένα μπαρ... Με «χιούμορ Κανάκη» ή και ανάλαφρα τραγουδάκια των Ημίζ: γιατί τα ξύνω μόνιμα, δημόσιο φορέβα.

Που αν ήταν στρατευμένη τέχνη από τη δική μας σκοπιά (όλοι στρατευμένοι είναι στον ακήρυχτο κοινωνικό πόλεμο) θα έλεγε για το αστικό κράτος, που είναι εχθρικό στον λαό, γιατί έχει άλλες ταξικές προτεραιότητες.
Με εργατική διεύθυνση, προς τον σοσιαλισμό;
Πάει η ευκαιρία, φύγετε από εδώ - ΟΥΣΤ!

Το χειρότερο είναι πως το ’χουν χάψει και μερικοί ΔΥ πως τρώνει παντεσπάνι, με εντολή Λουδοβίκου (όχι των Ανωγείων, αυτός αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του ΝΑΙ και την αυλή του «βασιλιά ήλιου» Καραμανλή -«ωραία χρόνια»). Και συμφωνούν-συναινούν με τις αλλαγές, γιατί πιστεύουν πως δε θα τους πιάσουν και θα είναι μόνο για τους νεότερους. Τόση ταξική Αλληλεγγύη από την εποχή του Βαλέσα είχαμε να δούμε.

Τι μπορεί να πει, λοιπόν, κανείς αφοριστικά και κωδικοποιημένα για τη γενική κατάσταση στον Δημόσιο Τομέα; Πολλά και διάφορα.

-Πολλοί πιστεύουν πως το Δημόσιο «σε κάνει άνθρωπο», γιατί σε βοηθά να γλιτώσεις από την εργασιακή ζούγκλα, να δουλεύεις χωρίς άγχος και με στοιχειώδη δικαιώματα. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δε γίνεται να αρκείσαι σε αυτά. Γιατί «κι εδώ που μένεις είναι ζούγκλα, πολιτισμένη μα κακούργα». Και οι ιστορίες από την κρύπτη του δημοσίου είναι ίσως το κλειδί για τον εκ-πιθηκισμό του ανθρώπου. Έλα γοριλάκι...

-Κανείς δε θέλει να δουλέψει στο δημόσιο, εφόσον μπορεί να βρει αλλού μια αξιοπρεπή δουλειά. Αν τόσα άτομα συμμετέχουν κάθε φορά στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ένα σίγμα μακριά από τον στόχο της ΕΣΣΔ) κτλ, δε δείχνει πόσο λατρεύει ο νεοέλληνας το βόλεμα, αλλά το μέγεθος της απελπισίας του.

-Όσα ακούμε για το μπάχαλο και την έλλειψη οργάνωσης, είναι κατά βάση αλήθεια. Αυτό που δεν αντέχεται είναι το στερεότυπο για την αξιοκρατία και την αποτελεσματικότητα ενός κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα, γεμάτου βύσματα.

-Όσα ακούμε για τους βολεμένους και τους εργατοπατέρες είναι περίπου αλήθεια. Δεν είναι πλάκα, αλλά πλακάκια (με την εξουσία), για όσους δε θέλουν να κουνιέται φύλλο -για να μην ξεκουνηθούν από τη θέση τους και τη βολή τους. Δεν αφορά αυτούς που αντιδρούν και απεργούν. Του βολεμένου το ένσημο δεν κόπηκε ποτέ...

-Οι βολεμένοι δεν έχουν ιδεολογίες και κομματικές παρωπίδες. Ψηφίζουν όποιον τους βολέψει και λατρεύουν την εξουσία από όπου και αν προέρχεται. Ο στρατός των γαλάζιων παιδιών συνυπάρχει ειρηνικά με την κυβερνητική ΠΑΣΚΕ, όπως ακριβώς στο υπουργικό συμβούλιο του Μητσοτάκη. Του μόνου που έκανε απολύσεις ΔΥ, πριν καν υπάρξει αντίστοιχο πλαίσιο -και του κλέψει τη δόξα η τρόικα, όπως λέει και ο αντιπρόεδρός του.

-Η μονιμότητα έχει αρθεί στην πράξη. Πολλές δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν κυρίως με συμβασιούχους και εργολαβίες -φορέβα. Και με έναν μικρό πυρήνα μόνιμων υπαλλήλων (ή αορίστου χρόνου), σαν κατάλοιπο του παρελθόντος που χάνεται.

-Αυτοί κάνουν πως πληρώνουν/δίνουν πόρους για το δημόσιο, οι ΔΥ δουλεύουν κανονικά. Αλλά οι συνεχόμενες «αξιολογήσεις» έχουν έναν βασικό στόχο: να εμπεδώσουμε πως για το μαύρο χάλι φταίνε κάποιοι κακοί υπάλληλοι, που είναι βολεμένοι και δεν έχουν αξιολογηθεί-τιμωρηθεί.

-Η μόνη πιθανότητα (μιας κάποιας) βελτίωσης για τους ΔΥ, είναι τα επιδόματα και τα δώρα. Που δε δωρίζονται, αλλά μπορούν κάλλιστα να κοπούν -γιατί δεν είναι κεκτημένα δικαιώματα. Όπως ακριβώς έγινε με τον 13ο και 14ο μισθό.

-Ο περιβόητος κανόνας 1:1 (αποχωρήσεις-νέες προσλήψεις) αφορά τον Δημόσιο Τομέα ως σύνολο. Που σημαίνει βασικά ότι μπορούν να παίρνουν έναν ιερέα ή αστυνομικό στη θέση κάθε εκπαιδευτικού - υγειονομικού που συνταξιοδοτείται -με κουτσουρεμένο εφάπαξ. Κι ίσως μια μέρα γίνει πράξη η έκθεση του μαθητή Καλογερόπουλου στο ΜΠΜΓ για τον τόπο του, που παράγει κυρίως παπάδες (και μπάτσους). Μάθε παιδί μου γράμματα...

-Όποιος πιστεύει ότι με μικρές αλλαγές, αυτό το κράτος μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς (χωρίς κόστος-όφελος, υποστελέχωση κτλ), χαραμίζεται μακριά από τον κόσμο του φανταστικού (βιβλία, ταινίες κτλ). Η επιστημονική φαντασία στην εξουσία. (Μην τον πιστεύεις, θα σε φάει...)
Εξάλλου, η βασική κατεύθυνση του κράτους δεν είναι (απλά και μόνο) εργολαβία φορέβα, αλλά η... «σύμπραξη» ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, για να συνεχίσουμε να πληρώνουμε τις ασύμφορες λειτουργίες, που δεν αποφέρουν εύκολο και άμεσο κέρδος.

-Κάποια κομμάτια της ΑΔΕΔΥ βγαίνουν κατά καιρούς στα κεραμίδια, ζητώντας ακόμα και «αποδέσμευση από την ΕΕ», χάρη σε διάφορες περίεργες «ριζοσπαστικές συμμαχίες» με το «καλό ΠΑΣΟΚ». Αλλά στην πρόσφατη συζήτηση στο ΣτΕ για την επιστροφή των «δώρων», οι συνδικαλιστές τοποθετήθηκαν υπεύθυνα, με βάση την «κοινή λογική». Να επιστραφούν, γιατί δε συντρέχουν πλέον οι λόγοι για την περικοπή τους -κρίση, μνημόνια κτλ. Και άμα ξανάρθει κρίση, βλέπουμε...

-Κι όμως, μες σε όλη αυτή τη σαπίλα, κάτι κινείται. Κυρίως στους υγειονομικούς και τους εκπαιδευτικούς -όπως δείχνουν και τα τελευταία αποτελέσματα. Κι ας ξέρουμε καλά πως το Δημόσιο -με τόσα βύσματα, μετακλητούς, εργατοπατέρες, την παραλυτική δύναμη της συνήθειας και της σαπίλας του βαθέως κράτους- θα είναι μάλλον ο τελευταίος κλάδος που θα ταρακουνηθεί.

Και ενώ φτάνεις στον επίλογο, έρχεται η πρωτιά της ΔΑΣ στην ΕΔΟΘ (το μεγαλύτερο πανελλαδικά παράρτημα της ΑΔΕΔΥ) να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό. Χαλάλι, όμως. Πάντα τέτοιες διαψεύσεις να έχουμε...

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Άξιον εστί

Πιστεύω πως αν ήμουνα παιδί... ή μάλλον κάτσε, να το πάρουμε αλλιώς. Απέναντι από την κοα στην ομόνοια είναι το αστυνομικό τμήμα, που διατηρεί τις καλύτερες σχέσεις με τα βαποράκια και τους νταβάδες της περιοχής. Απέναντι από την άλλη πλευρά της κοα, στον πεζόδρομο, είναι η στάνη (γιατί όποιος φεύγει από το μαντρί, κτλ) που έχει ωραία παραδοσιακά γλυκά. Κι ακριβώς παραδίπλα ένας κινηματογράφος που παίζει καθημερινά δύο έργα σεξ και μαζεύει την αντίστοιχη εκλεκτή πελατεία. Οπότε έχει τύχει κάτι κυραικάτικα πρωινά να πηγαίνουν συντρόφισσες από τα χαράματα στην κοα για κάποια συνδιάσκεψη ή άλλη κομματική δουλειά και να πετυχαίνουν ξαναμμένους θεατές, με συγκεκριμένες προτάσεις: πίπα δέκα ευρώ, πίπα δέκα ευρώ;

Δεν ξέρω λοιπόν γιατί, αλλά πιστεύω πως αν ήμουν μικρός κι ήξερα με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο όλα τα παραπάνω στοιχεία, για να τα αναπλάσω δημιουργικά με τη φαντασία μου, όταν θα άκουγα μια συζήτηση των μεγάλων περί αξιολόγησης, θα μου ‘ρχοταν συνειρμικά στο μυαλό μια επιτροπή από τους ξαναμμένους θεατές στο σινεμά της ομόνοιας να βαθμολογούν αυστηρά τους υπαλλήλους με κριτήρια γκουσγκούνη (τι προσόντα έχει, πόσο μεγάλη.. υπομονή διαθέτει, κτλ) και όταν εγκρίνουν κάποιον να φωνάζουν: άξιος, άξιος, ξεσπώντας σε πηχτά χειροκροτήματα.

-Ναι αλλά ας μην εκχυδαΐζουμε τη συζήτηση, γιατί κάθε αξιολόγηση έχει συγκεκριμένο πλαίσιο.
-Α χαίρομαι πολύ που συμφωνούμε σε κάτι. Ας δούμε λοιπόν ποιος ακριβώς εκχυδαΐζει την κουβέντα και προσβάλλει τη νοημοσύη μας.
Ποιο είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο της επιχειρούμενης αξιολόγησης στο δηόσιο; Μπορούμε να επισημάνουμε ως κύρια τα εξής δύο χαρακτηριστικά. Α. δεν αποσκοπεί στην κριτική και τη βελτίωση των κακώς κειμένων αλλά στην τιμωρία των χειρότερων υπαλλήλων και την περικοπή δαπανών, με τη μείωση του προσωπικού κατά 15%, που είναι υποχρεωτική ακόμα κι αν δεν υπάρχυον κακοί υπάλληλοι σε μια υπηρεσία (στη συνέχεια πρόσθεσαν έναν όρο για να ρίξουν στάχτη στα μάτια, πως οι χειρότεροι υπάλληλοι της αξιολόγησης, που μπορεί να έχουν πέσει θύματα μεροληπτικών κρίσεων, θα παραμένουν υποχρεωτικά στις θέσεις τους, αλλά αυτό απλώς επιτείνει το κομφούζιο χωρίς να αλλάζει την ουσία του πράγματος. Β. οι προϊστάμενοι και οι διευθυντές των τμημάτων απαλλάσσονται εκ των προτέρων από κάθε συνέπεια της αξιολόγσης και δεν έχουν κανέναν φόβο/λόγο να μετανοήσουν για κάτι, εν όψει της τελικής κρίσης.

Ο σκοπός και το περιεχόμενο αυτής της διαδικασίας είναι τόσο δηλωτικά, που βρίσκουν αντίθετους και πολλούς θερμούς υπέρμαχους, από θέση αρχής, της αξιολόγησης. Μόνο που εδώ το πράγμα δεν μπαίνει αφηρημένα από θέση αρχής, αλλά συγκεκριμένα και με ταξικό πρόσημο. Κι επειδή η παραπάνω συνταγή δεν έτυχε αλλά πέτυχε, εξυπηρετώντας θαυμάσια τους πραγματικούς στόχους του αστικού κράτους, αυτό οφείλει να προβληματίσει κάθε καλόπιστο συνομιλητή μας για το γενικό πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτή η αξιολόγηση.

Στον καπιταλισμό οι άνθρωποι γίνονται εμπορεύματα με ανταλλακτική αξία. Για να καταστεί συγκρίσιμη κι ανταλλάξιμη η δραστηριότητά τους, αντικειμενοποιείται και μπαίνει σε αφηρημένα καλούπια, μετρώντας πχ την ποσότητά της σε ώρες με την αφηρημένη εργασία. Η βαθμολόγηση στο σχολείο είναι το εκπαιδευτικό αντίστοιχο της αξιολόγησης και της διατίμησης των εμπορευμάτων. Η ικανότητα των μαθητών πρέπει να μεταφραστεί σε μια συγκεκριμένη συγκρίσιμη επίδοση με ακρίβεια δεκαδικού, καθώς μερικά μόρια μπορεί να κρίνουν το επαγγελματικό μέλλον του καθενός. Τα πιο «εξελιγμένα συστήματα», πχ στις ηπα, σου επιβάλλουν με συγκεκριμένη ποσόστωση να είσαι μέσα στους καλύτερους μαθητές της τάξης, αν θες να συνεχίσεις το μάθημα –κατ’ αναλογία της κοινωνίας των δύο τρίτων και της λογικής του ανταγωνισμού εναντίον όλων, που εμπεδώνεται από μικρή ηλικία στο σχολείο. Η σχολή κι ο κλάδος που ακολουθούμε δεν κρίνεται με βάση τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά μας αλλά με βάση τις επιδόσεις μας σε κάποια εξεταζόμενα μαθήματα, ως απόδειξη του παραλογισμού που μπορεί να κρύβει πίσω της μια αφαίρεση, φτωχαίνοντας την πραγματικότητα και τους ζωντανανούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, πολλοί βλέπουν θετικά μια αντίστοιχη διαδικασία, γιατί πιστεύουν ότι θεσπίζει τουλάχιστον αξιοκρατικά κριτήρια αντί της κυρίαρχης ευνοιοκρατίας των γνωριμιών και του μέσου –άλλο αν η πραγματικότητα διαψεύδει πικρά τις αφηρημένες προσδοκίες τους.

Από μια άποψη, η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι το βσίλειο της αναξιοκρατίας, όχι γιατί δε θα προωθεί τους άξιους, αλλά γιατί δε θα μετράει τους ανθρώπους ως εμπορεύματα, με βάση την ανταλλακτική τους αξία –και σε ένα βάθος χρόνου, θα καταργηθεί και το δεύτερο συνθετικό της λέξης, που παραπέμπει στο κράτος. Στη σοβιετική ένωση, ο εμπορευματικές σχέσεις επιβίωναν ως κατάλοιπα του παλιού κόσμου που δεν έχει πεθάνει ακόμα· κι οι βαθμολογίες του εκπαιδευτικού συστήματος κυμαίνονταν σε μια γενική κλίμακα από το 1 ως το 5, χωρίς μεγάλη διαβάθμιση με δεκαδικά, περιέχοντας όμως και πολλά ποιοτικά χαρακτηριστικά για κάθε μαθητή.

Οι αστικοί μύθοι για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και η κυρίαρχη προπαγάνδα έχουν διαμορφώσει στον κόσμο μια αντιφατική συνείδηση με διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανά περίσταση. Πολλοί αναζητούν δυναμικές λύσεις διεξόδου από τη σημερινή κατάσταση, νοσταλγώντας πχ την πυγμή της χούντας των συνταγματαρχών –α ρε παπαδόπουλο που χρειάζονται- φρίττουν όμως στο άκουσμα της δικτατορίας του προλεταριάτου που συντρίβει τους εκμεταλλευτές, γιατί θα καταργήσει τάχα τις ελευθερίες και τα δικαιώματά μας. Πιστεύουν ότι ο υπαρκτός καταπατούσε το άτομο και την προσωπικότητα του καθενός, στο όνομα του συνόλου και των γενικών αφαιρέσεων, ενώ δεν υπάρχει πιο αλλοτριωτική αφαίρεση από το αφηρημένο (άρα άνισο) αστικό δίκαιο, τα αφηρημένα δικαιώματα που ποτέ δε βρίσκουν εφαρμογή στην πράξη, τον αφηρημένο χαρακτήρα της αξιολόγησης, που περιγράψαμε παραπάνω. Ιεραρχεί την ανεργία (που είχε εξαλειφθεί από την εσσδ) ως το μεγαλύτερο πρόβλημα, αλλά ζητάει κανιβαλικά το αίμα του γείτονα και συναινεί στις απολύσεις των δημόσιων υπαλλήλων. Θέλει αυστηρό έλεγχο των δημόσιων λειτουργών, αλλά απορρίπτει τη σοβιετική πείρα με τον εργατικό έλεγχο, τις ανακλήσεις των ανάξιων στελεχών και την παραδειγματική τους τιμωρία, ιδίως στα πρώτα χρόνια της οικοδόμησης (το «κύμα εκκαθαρίσεων» με τις δίκες της μόσχας πχ στράφηκε κατεξοχήν στη λεγόμενη νομενκλατούρα με τα ανώτερα στελέχη και όχι στο σύνολο της σοβιετικής κοινωνίας). Είναι πρόθυμος να πιστέψει τους μύθους για τις γενικές νόρμες θυμάτων που έδινε κεντρικά η μόσχα στις περιόδους των εκκαθαρίσεων (βρείτε πχ ένα 10% ενόχων) αλλά μένει απαθής όταν βλέπει μπροστά του το μύθο να παίρνει σάρκα κι οστά, με τις απολύσεις στο δημόσιο.

Το γενικό κοινωνικό πλαίσιο είναι που καθορίζει τους σκοπούς και τα αποτελέσματα μιας διαδικασίας, είτε είναι η αξιολόγηση των κρατικών λειτουργών, είτε είναι η δια βίου μάθηση καινούρων γνώσεων πάνω σε ένα αντικείμενο ή ο εργατικός έλεγχος, που αναφέραμε και προηγουμένως. Αυτό το τελευταίο φαίνεται να ξεχνάν κάποιες ομάδες του εξωκοινοβουλίου πχ, που προβάλλουν ως μεταβατικό αίτημα τον εργατικό έλεγχο έλεγχο στο σημερινό αστικό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο πως οι ίδιες ομάδες αντιδρούν συχνά στην προωθούμενη αξιολόγηση υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής, «καλής αξιολόγησης» πχ από τους κάτω, υποτιμώντας ακριβώς το κοινωνικό πλαίσιο που υπαγορεύει τους στόχους και τα χαρακτηριστικά κάθε αντίστοιχης διαδικασίας.


Αξιολογούμαστε όμως όλοι, και βαθμολογείται κάθε πολιτική δύναμη από το λαό, για τις θέσεις και τους στόχους που προτάσσει. Όχι μόνο στις εκλογές, που είναι το πολιτικό αντίστοιχο της εμπορευματικής διατίμησης, ανάλογα με το πώς πλασάρει κανείς την πολιτική του γραμμή και αν υπόσχεται εύκολες λύσεις για να την κάνει ελκυστική. Αλλά πρωτίστως στο σχολείο της ταξικής πάλης, με βασικό κριτήριο το αν μιλάει με τη γλώσσα της αλήθειας στον κόσμο, για την αξιολόγηση και για κάθε άλλο ζήτημα που τον απασχολεί.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Καμία τάξη σαν κι εσένα

Τις προάλλες στο φεστιβάλ της θεσσαλονίκης, είδαμε ένα βιντεάκι στη γιγαντοοθόνη της κεντρικής σκηνής, που κατέληγε στην εργατική τάξη και το σύνθημα: δεν υπάρχουν άλλες τάξεις σαν αυτήν. (παρενθετικός συνειρμός: εργατιά μεγάλη, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει τάξη πιο δυναμική. Κλείνει η παρένθεση συνεχίζουμε). Και μια σφισσα θυμήθηκε μια ιστορία από την πόλη της με ένα δάσκαλο, προοδευτικό γενικά, που ερχόταν σε δύσκολη θέση όταν τον ρωτούσαν τα παιδιά στην τάξη πχ για τη δολοφονία του γρηγορόπουλου ή για θέματα όπως το μνημόνιο και η κρίση. Κι αυτός τότε έπαιρνε ανάσα και εξηγούσε στους μαθητές του πως όταν μεγαλώσουν, πρέπει να αγωνιστούν και να αλλάξουν αυτήν την κατάσταση.

Αλλά τα παιδιά συζητάν συνεχώς μεταξύ τους στο σχολείο και συγκρίνουν τις απαντήσεις που παίρνουν. Κι αφού τους το ‘πε σε διάφορες φάσεις κι αφορμές δυο και τρεις φορές ως κατακλείδα κι επιμύθιο, πετάγεται ένα παιδί και λέει με παράπονο: αμάν κύριε, όλα εμείς θα τα αλλάξουμε; Το γάμα δύο (πχ) τίποτα δε θα κάνει;
Γιατί προφανώς ο δάσκαλος του γάμα δύο δεν έλεγε τα ίδια πράγματα στη δική του τάξη και την άφηνε «ελεύθερη» χωρίς καθήκοντα για την κοινωνία του μέλλοντος, οπότε ανέκυπτε μείζον ζήτημα.

Έτσι κι εμείς σήμερα βρισκόμαστε στη θέση του γάμα ένα, που είναι κάτι σαν την εργατική τάξη και καλείται να τα κάνει όλα μόνη της, αφού ξεδιαλέξει με έξυπνα κι ευέλικτα τακτικά βήματα εκείνα τα παιδιά του γάμα δύο, που μπορούν να γίνουν συμμαθητές στον αγώνα μας και δε θα είναι απέναντί μας, με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Σε αυτή την ύλη θα εξεταστούμε όλοι μας και δεν υπάρχει τρόπος να κόψουμε δρόμο, να αντιγράψουμε ή να βρούμε επιπλέον μόρια από ‘φιλικές κυβερνήσεις’.
Πρώτο μάθημα και ζητούμενο η ταξική πάλη. Να μάθουμε από τα λάθη μας, να εξετάσουμε κριτικά την πείρα μας, να έχουμε μεταδοτικότητα. Και πρωτίστως να καταλάβουμε ότι ο αντίπαλός μας είναι κοινός κι όχι οι συμμαθητές μας, για να κανιβαλίζουμε ο ένας τον άλλο και να «πετύχουμε» πατώντας επί πτωμάτων.

Θα μπορούσα να συνεχίσω με διάφορους συνειρμούς, πχ με το μικρό νικόλα και τον ανιάν, που είναι το χαϊδεμένο της δασκάλας. Αλλά θα ήταν σκόπιμο μάλλον να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις, υπό τη μορφή σημειώσεων, για τον απεργιακό αγώνα των εκπαιδευτικών και των δημοσίων υπαλλήλων γενικότερα, όχι ως επικήδειο –μετά και από την χτεσινή απόφαση της ολμε για αναστολή της απεργίας- αλλά ως οδηγό για τις επόμενες κινητοποιήσεις που θα έρθουν.

Ο ζήλος της κυβέρνησης και η πίεση της τρόικας (ως βολικό άλλοθι), αλλά πρωτίστως η ανάγκη του κεφαλαίου να εξασφαλίσει εν μέσω κρίσης ευνοϊκές συνθήκες για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του, αναγκάζουν τους κρατούντες για πρώτη φορά να αφήσουν κατά μέρος ως ένα βαθμό την τακτική της σαλαμοποίησης (που κόβει φέτες τις «απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», για να μειώσει τις αντιδράσεις) και να προχωρήσει σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων, που αγγίζει όλους τους χώρους.

Τονίζω βέβαια το «ως ένα βαθμό», γιατί παραμένει ο κλασικός διαχωρισμός ιδιωτικού-δημόσιου τομέα, τα αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στην κοινή γνώμη (ένα ιδιότυπο μίγμα μαζοχισμού και χαιρεκακίας για την κατσίκα του γείτονα) και η στοχοποίηση των προνομιούχων ρετιρέ, που πρέπει επιτέλους να πληρώσουν κι αυτά τα σπασμένα της κρίσης. Όπως επίσης παραμένουν οι κοντόθωρες λογικές ατομικού ή συντεχνιακού εγωισμού σε μεμονωμένους υπαλλήλους ή και σε ολόκληρους κλάδους, που ενδιαφέρονται μόνο για την ευνοϊκή μεταχείριση ή την εξαίρεση του (συλλογικού) εαυτού τους από τη λαίλαπα, χωρίς να καταλαβαίνουν πως έρχεται κι η δική τους σειρά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ιδιαίτερη πατρίδα του αδέκαστου κι άτεγκτου υπουργού μητσοτάκη, όπου εξαιρέθηκαν σε πρώτη φάση όλοι οι διοικητικοί υπάλληλοι του πολυτεχνείου και αναστάλθηκαν οι κινητοποιήσεις. Όταν θα ‘ρθει η σειρά τους βέβαια θα είναι αργά.

Παρόλα αυτά αυξάνονται αντικειμενικά οι δυνατότητες για τη συγκρότηση ενός διακλαδικού μετώπου, με συντονισμό, κοινά αιτήματα και στόχους πάλης στο δημόσιο ή τουλάχιστον στον χώρο της εκπαίδευσης. Μόνο τους τελευταίους μήνες η πολιτική της κυβέρνησης έχει ανοίξει μια σειρά μέτωπα σε όλες τις βαθμίδες: διαθεσιμότητα, επιστράτευση καθηγητών, σχέδιο αθηνά, νέο σχέδιο για την εισαγωγή σε αει και τει, μισθολογικό, ωράρια καθηγητών, κενά στα σχολεία, κ.ά.

Τα βήματα που έχουν γίνει ωστόσο προς αυτή την κατεύθυνση είναι δειλά αν όχι ανύπαρκτα, όπως εξάλλου κι ο σχεδιασμός των κινητοποιήσεων. Κάποιες αντιδράσεις μοιάζουν να έχουν σπασμωδικό χαρακτήρα, ενώ ο συντονισμός δεν προχωρά πολλές φορές καν στον ίδιο χώρο. Στα πανεπιστήμια για παράδειγμα επικρατεί ένας απίθανος κατακερματισμός δυνάμεων, καθώς μαζί με τους καθηγητές-μέλη δεπ συνυπάρχουν συμβασιούχοι, λοιποί εργαζόμενοι κι ευάριθμες κατηγορίες διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, με διάφορες ειδικότητες κι αρκτικόλεξα (ιδαχ, ετεπ, 407, κτλ). Και στα περισσότερα ιδρύματα τηρούν στάση αναμονής, περιμένοντας ευγενικά ο ένας τον άλλο να βγει μπροστά και να σηκώσει το βάρος των κινητοποιήσεων.

Πέρα από τους καταθλιπτικούς συσχετισμούς σε αυτό το επίπεδο, βαραίνει επίσης και το αμαρτωλό παρελθόν, με αποκορύφωμα τη διετία 2006-07, όπου σε διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών, είχαμε στο μέτωπο της παιδείας: δυο μεγάλους γύρους φοιτητικών καταλήψεων (το μαϊούνη και το φλεβάρτη), μια απεργία διαρκείας στους δασκάλους το φθινόπωρο κι ένα κύμα μαθητικών καταλήψεων πριν τα χριστούγεννα, χωρίς να συμπέσουν ποτέ χρονικά (πόσο μάλλον να συντονιστούν ευρύτερα).

-Τις προάλλες ήμασταν με ένα σφο στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο, συγκεκριμένα στο μπλοκ των εργαζομένων του απθ, όπου είχαμε τους συσχετισμούς και τη ντουντουκέρισσα που φώναζε συνθήματα {τέρμα πια στις αυταπάτες, χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά, κτλ}, όχι αυτοαναφορικά για το παμε, αλλά της δικής μας λογικής και εμείς ακολουθούσαμε. Ώσπου αρχίζουν από δίπλα τα πιο χαρούμενα {εε, ωω, πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από δω}, παίρνει φωτιά το δικό μας μπλοκ και το φωνάζει σύσσωμο, πλην λακεδαιμονίων και ντουντουκέρισσας. Όπως είπε κι ο σφος δίπλα μου τα δικά μας συνθήματα είναι σαν την καλή μουσική, που δεν την καταλαβαίνουν πολλοί, ενώ το ευρύ κοινό προτιμά τα αγανακτισμένα, αντιμνημονιακά ΟΥΣΤ! που είναι σαν τα χιτάκια της βανδή. Τα δικά μας είναι πιο σωστά –από πολιτική άποψη- και ποιοτικά αλλά τα δικά τους τα έχουν δει πολύ περισσότερες φορές στο youtube κι έχουν μεγαλύτερη απήχηση.

Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα συνθήματα αλλά και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο ή τους στόχους μιας κινητοποίησης. Εμείς μιλάμε στον κόσμο για πάλη διαρκείας και μια συνολική ανατροπή που του φαίνεται βουνό, ενώ οι άλλοι του λένε ωραίες ιστορίες για το μνημόνιο, την πτώση της κυβέρνησης που θα το συμπαρασύρει και (αυτό δε λέγεται, αλλά εξυπακούεται ως φυσική συνέπεια των προηγούμενων) την ανάδειξη μιας άλλης που θα ικανοποιήσει τα αιτήματα και θα δώσει λύση στο πρόβλημα –εν προκειμένω στο μνημόνιο και τις απολύσεις με τη διαθεσιμότητα.
Τα παραμύθια είναι πάντα πιο δημοφιλή από την πραγματικότητα. Όχι γιατί μπορούν να πραγματοποιηθούν, αλλά γιατί είναι απλά και κατανοητά και δίνουν στον κόσμο μια ψεύτικη παρηγοριά, για να ελπίζει, κάτι «απτό» και «συγκεκριμένο», εδώ και τώρα.

Όλα αυτά μπορεί να λειτουργούν καθαρά στο επίπεδο του μύθου –καμία δύναμη της ολμε δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση στην παρούσα φάση, με τέτοιο επίπεδο οργάνωσης και συνειδητοποίησης- αλλά εξυπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες στην πραγματική ζωή. Η αυτόνομη παρέμβαση χτίζει αγωνιστικό προφίλ, ενώ προαλείφεται για διάδοχη κατάσταση της πασκε κι υπεύθυνη κυβερνητική δύναμη. Οι παρεμβάσεις συνεργάζονται μαζί της κρατώντας το ρόλο της μόνης συνεπούς δύναμης που κριτικάρει από τα αριστερά τις παλινωδες της πρώτης. Και όλοι μαζί μετρούν τα οφέλη τους, φετιχοποιώντας τη μορφή της πενθήμερης, για να βρούνε ένα βολικό ένοχο για την αρνητική κατάληξη στην ‘ηττοπάθεια του πάμε, που δε στήριξε την απεργία’.

Μακάρι βέβαια να ήταν τόσο απλά τα πράγματα, γιατί τότε το ‘εμπόδιο του παμε’ με τις λιγοστές του δυνάμεις, θα ήταν πολύ εύκολο να παρακαμφθεί κι ο απεργιακός αγώνας θα νικούσε με ή χωρίς αυτές. Το παμε όμως δεν έμεινε έξω από τον απεργιακό χορό για να δικαιωθεί εκ των υστέρων και να πει το κλασικό «σας τα ‘λεγα».  Συμμετείχε σε όλες τις αποφάσεις με τις δυνάμεις του, που –για να μην έχουμε μνήμη χρυσόψαρου- ήταν οι μόνες που απέργησαν έμπρακτα κι όχι στα λόγια πέρσι, με την υπόθεση της επιστράτευσης. Στην πραγματικότητα το παμε περιορίστηκε στο ρόλο του « ειλικρινούς βλάκα», που είπε κάποια πράγματα με το όνομά τους, χωρίς να παίξει με τις διαθέσεις του κόσμου, χωρίς φτιασίδια, ονειρώξεις και ωραιοποιήσεις, και τώρα πληρώνει το τίμημα της ειλικρίνειάς του.

Η δική μου κριτική, ως εξωτερικού παρατηρητή που μπορεί να τραγουδάει ό,τι θέλει έξω από τον χορό, θα εστίαζε σε δύο άλλα σημεία. Πρώτον ότι θα έπρεπε να δούμε ίσως πιο ευέλικτα της μορφής, ακόμα και να συναινούσαμε στην πρόταση για πενθήμερες επαναλαμβανόμενες στην ανάγκη, ώστε να ξεκολλήσει η συζήτηση απ’ αυτό το τελείως αποπροσανατολιστικό σημείο και να προχωρήσει σε πιο ουσιαστικά ζητήματα ως προς το περιεχόμενο. Και δεύτερον ότι πριν από μια απεργία πρέπει να έχουμε μια αρχική εκτίμηση και μια καθαρή στόχευση, πώς μπορεί να νικήσει και τι ακριβώς μπορεί να πετύχει, ώστε να καθορίζουμε ανάλογα και την τακτική μας.

Κι ίσως πιο σημαντικό κι από τις όποιες επιμέρους κατακτήσεις, που μπορεί να έχουν επισφαλή και προσωρινό χαρακτήρα, είναι να κερδίζονται συνειδήσεις, να μπαίνει νέος κόσμος στον αγώνα και να έρχεται με το μέρος μας. Η καλύτερη περίοδος για να γίνει αυτό είναι ακριβώς κατά τη διάρκεια μιας κινητοποίησης που σπάει η νιρβάνα τόσων χρόνων και ζυμώνονται συνειδήσεις. Κι αυτό συνεπώς πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο για τη δουλειά και την τακτική μας.


Ή τέλος πάντων για τις φόρμες με τις οποίες καθίσταται προσιτή σε περισσότερο κόσμο η μουσική μας. Αλλά αυτό απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι αργία, είναι ανεργία

Γιατί οι σύντροφοι προτιμούν ως εργοδότη το αστικό κράτος; Διότι δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον εργοδότη, τα καπρίτσια και τον αυταρχισμό του. Γίνονται μέρος μιας απρόσωπης –μισθωτής- σχέσης, όπου μένουν στα τυπικά δίνοντας όσο λιγότερα γίνεται. Πάλι όμως δίνουν τα περισσότερα. Γιατί έχουν πιο πολλές κοινωνικές ευαισθησίες, απέναντι στον κόσμο, τον συνάδελφο. Κι υπάρχει και το κοινωφελές της υπόθεσης. Είσαι σε δημόσια υπηρεσία, βοηθάς τον κοσμάκη στη δουλειά του, κάνεις κάτι χρήσιμο. Γραφειοκρατικό κι άχρηστο από μία άποψη, αλλά…
Γι’ αυτό και για να αποφύγεις την αλλοτρίωση, προτιμάς κάτι όπου να έχεις επαφή με ανθρώπους, μια κοινωνική συναναστροφή. Όπως τη διδασκαλία. Αλλά αυτό θα το δούμε αργότερα.

Αυτό το απρόσωπο είναι το μόνο στοιχείο αλλοτρίωσης που δέχεσαι κάπως ευχάριστα. Γιατί αν είναι γουρούνι καπιταλιστής ο εργοδότης σου, δεν είναι πολύ εύκολο να απεργήσεις κι υπάρχει πάντοτε η απειλή της απόλυσης. Αν πάλι είναι μικρομεσαίος εβε, δεν σου πάει καρδιά, γιατί τον βλέπεις που σκοτώνεται κι αυτός στη δουλειά και τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Κι όπως αναπτύσσεις ανθρώπινη επαφή μαζί του νιώθεις πως τον κρεμάς με την απεργία. Ενώ στο δημόσιο γλιτώνεις τις τύψεις. Κι άντε να εξηγήσεις στον κακοπροαίρετο, ότι βασικά σε ενδιαφέρει μια δουλειά όπου να μπορείς να απεργήσεις κι όχι το ραχάτι. Πολύ σημαντικό κριτήριο.

Το δημόσιο το προτιμούν όμως κι οι υπόλοιποι, γιατί έχει κάποια προνόμια και βάζουνε μέσο γνωστούς τους να τους «βολέψουν». Ο κόσμος έχει γονατίσει με την κρίση και βάζει μέσο για να μπει στα stage και στους εποπ. Σα να λέμε ότι σε τρώει η αγαμία και λαδώνεις κάποιον να σε βιάσει.

Μπαίνεις λοιπόν σε μια δουλειά που απαιτεί τυπική παρουσία και συμμετοχή. Αλλά τι σόι παρέμβαση κάνεις έτσι; Πας με μισή καρδιά στη δουλειά που τρώει τη μισή σου ζωή και καταντάς μισός άνθρωπος ενίοτε και μισάνθρωπος, που ψάχνει το άλλο του μισό απεγνωσμένα, ενώ έχει χάσει την ταυτότητά του.

Πώς θα παρέμβεις στον χώρο δουλειάς, όταν σε εκνευρίζει κάθε τι σχετικό με αυτόν; Πώς να ρισκάρεις να εκτεθείς, όταν φοβάσαι μην χάσεις μια δουλειά, που βρήκες με χίλια ζόρια; Πώς να κάνεις κομμουνιστική δουλειά, όταν σε πιάνουνε τα αναρχικά σου και θέλεις να σπάσεις την μηχανή, και τη μούρη του αφεντικού; Να γίνεις αρνητής εργασίας και να κλειστείς στον εαυτό σου για να αντέξεις; Πώς να γίνεις μαζικό στοιχείο και ψυχή της παρέας, όταν πας εκεί από αγγαρεία για τη διεκπεραίωση;

Αν λοιπόν συναναστρέφεστε κάποιον σύντροφο που είναι πραγματικά πρωτοπόρος στον χώρο του και τον πετυχαίνετε μετά τη δουλειά άδειο, χωρίς όρεξη να σας μιλήσει, συνυπολογίστε τα όλα αυτά, πριν τον παρεξηγήσετε και του θυμώσετε. Το έζησα πέρσι με τη μπρέζνιεβα από πρώτο χέρι.

Η τ. μπρέζνιεβα είναι δασκάλα. Κάθε μέρα στη δουλειά ο παιδαγωγός γράφει ένα μικρό παιδαγωγικό ποίημα σαν κι αυτό του μακάρενκο. Αναπτύσσει μια μοναδική σχέση με τους μαθητές κι αποφεύγει ως ένα βαθμό την αλλοτρίωση. Κι όλα αυτά σε μια κοινωνία υπογεννητικότητας που δε μπορεί καλά-καλά να αναπαραχθεί. Ο προλετάριος έχει λατινική ρίζα ως λέξη και στην αρχική σημασία του υποδηλώνει αυτόν που δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τη δυνατότητα να αποκτήσει απογόνους. Μετά από τόσους αιώνες προόδου όμως, το σύγχρονο προλεταριάτο χάνει σταδιακά ακόμα κι αυτό το προνόμιο. Γιατί σε λίγο θα ‘ναι προνόμιο να μπορείς να θρέψεις κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό σου. Οι γονείς μας το καταφέρνουν ακόμα, για τη δική μας γενιά είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Ούτε προλετάριοι δε θα μπορούμε να είμαστε.
Εκτός κι αν γίνουμε όπως στην ινδία, όπου γεννάνε πολλά παιδιά για να τους φροντίζουν στα γηρατειά. Κάτι σαν ασφαλιστικό σύστημα, τώρα που δεν θα έχουμε και συντάξεις. Κι όταν το κόμμα τους έλεγε ότι πρέπει να βάλουν αίτημα ενάντια στην παιδική εργασία, οι ινδοί σφοι απαντούσαν ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με γενοκτονία. Διεθνείς σχέσεις και τα μυαλά στα κάγκελα.

Ο κόσμος λοιπόν παίρνει αυτή την αδυναμία και την θεωρητικοποιεί. Δε θέλει να κάνει παιδιά, κάποιοι μάλιστα τα μισούν, όπως και την ίδια τη ζωή σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι ανεπίτρεπτο για εμάς τους κομμουνιστές να τα βλέπουμε αυτά αφ’ υψηλού. Οι οργανώσεις είναι μικρά σχολεία που ανατρέφουνε πολιτικές συνειδήσεις. Δεν σου τα μαθαίνουν όλα σωστά. Και δε σου μαθαίνουν μόνο καλά πράγματα. Αλλά είναι σχολείο αναντικατάστατο, χωρίς αυθεντίες, με ρόλους που αντιστρέφονται διαλεκτικά και ινστρούκτορες που γηράσκουν αεί διδασκόμενοι και μαθαίνουν πάντα κάτι καινούριο από τη βάση και την επινοητικότητά της.
Ένας κομμουνιστής δεν είναι απαραίτητο να είναι καλός παιδαγωγός. Αλλά ένας κακός παιδαγωγός δε μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής. Κι όποιος δεν αγαπάει τα παιδιά πώς θα μπορέσει να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τον ποιητή που λέει: έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει;

Συν τοις άλλοις είναι κι η αίσθηση του δημόσιου αγαθού. Άλλο αν αυτό το δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θέλουμε. Ως φοιτητής δεν το καταλάβαινα σε όλη του τη διάσταση. Πηγαίναμε στη λέσχη και κάναμε πειράματα με το φαγητό που μας σέρβιραν: τη σόδα που είχε σε ποσότητες για να το χωνέψεις, τη στάχτη από τα τσιγάρα, κάποιοι κατέστρεφαν και την ψίχα στο ψωμί που δεν έφαγαν για να μη μας το ξανασερβίρουν την επόμενη. Αλλά πέρσι στην αθήνα –που βλέπεις πόσο ακριβή πόλη είναι και σου φεύγει όλη η μαγκιά- έτρωγα το φαγητό της εστίας σχεδόν με ευλάβεια. Κι αν ήμουν θρήσκος μπορεί να έκανα και προσευχή πριν ξεκινήσω. Άρχισα να τρώω πράγματα που δεν έτρωγα πριν και πάνω απ’ όλα να εκτιμώ το δωρεάν –κι ας μην ήταν πρώτης ποιότητας.

Τα αστικά παπαγαλάκια έχουν βάλει στο στόχαστρο τους υπαλλήλους του δημοσίου και τη νοοτροπία τους κι ενεργοποιούν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους υπόλοιπους. Βαφτίζουν ευθυνοφοβία την άρνηση να βγεις στη ζούγκλα της αγοράς και να γίνεις σαρκοφάγο. Θεωρούν ότι σου λείπει το πρωτόβουλο πνεύμα της επιχειρηματικότητας, αν δε θες να εκμεταλλεύεσαι τους γύρω σου για να πλουτίσεις.

Στην πράξη αυτό που αρνείσαι είναι να νιώσεις εμπόρευμα. Έχεις κλίσεις κι ικανότητες που δε θες να τις εκπορνεύσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τον πρόστυχο τον λέμε αλλιώς κι αγοραίο.
Λέμε ακόμα πως η παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπόρευμα, αλλά δημόσιο αγαθό για όλους. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το αγαθό που πρέπει να είναι εμπόρευμα, αντί να ανήκει σε όλο τον κόσμο; Το νερό; Το φαγητό; Τα ρούχα; Η ενέργεια; Ο ίδιος ο άνθρωπος που πουλά την εργατική του δύναμη για να ζήσει;

Περιμένεις λοιπόν να έρθει μια καλή δουλειά πάνω σε άσπρο άλογο. Ή τουλάχιστον να γίνεις πόρνη πολυτελείας. Αν δεν σου κάτσει ούτε αυτό, τρέχεις να βρεις μια δουλειά για κάτι παραπάνω από 500 ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική ή κάποια σχέση με το αντικείμενο των σπουδών σου –για να σου αρέσει ούτε λόγος. Η άλλη εναλλακτική είναι η ανεργία. Με το νι να μπαίνει ενίοτε για λόγους ευφωνίας.

Τα έλεγε σαρκαστικά κι ένας σφος στα χανιά σε μια συγκέντρωση. Άνεργε, άεργε, μη απασχολούμενε! Θέλουν να σε βάλουν στη δουλειά και να ξεζουμίζουν την υπεραξία σου. Μην τους αφήσεις να σου πάρουν την ξενοιασιά και τον καφέ από το χέρι. Μη γίνεις παιδί της φάπας, από παιδί της φράπας.

Ήταν ο ίδιος χαβαλετζής που μας πέτυχε ανάκατους σε μια ομήγυρη, όλους πρώην κνίτες, διαφόρων αποχρώσεων και πετούσε ατάκες για να ανάψει τον καβγά και να διασκεδάσει. Μες στο μυαλό μου βαράνε τα γκονγκ, μοιάζαμε μπάλες του πινγκ-πονγκ, στα χέρια του. Κι αυτός με εκείνες τις πλαστικές κοπέλες στα ρινγκ που κρατάνε πινακίδες με τους γύρους (ο τρίτος θα είναι ο τελικός). Αλλά αντί για αριθμούς έδειχνε εμπρηστικές ατάκες: πλακέτα. Εφεε. Παμε. Δεκέμβρης.

Το πιάνω από εκεί που το άφησε. Πρέπει να γίνει επιτροπή αγώνα σε κάθε χώρο ανεργίας. Πού να βρεις και να οργανώσεις όμως ένα εκατομμύριο άνεργους που μόνο σημείο κοινής αναφοράς έχουν την κάρτα του οαεδ που ανανεώνουν κάθε τρίμηνο; Μια πρώτη κίνηση με ημέρες δράσης κατά των ανέργων έχει κάνει τώρα τελευταία το κόμμα. Αλλά οι επόμενες είναι οι πιο δύσκολες.

Κανείς μας δεν είναι ανάπηρος, ούτε υπεύθυνος για την ανεργία του. Αλίμονο αν το εσωτερικεύσει και πιστέψει ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Στα ατομικά προβλήματα υπάρχουν μόνο συλλογικές λύσεις. Στα προσωπικά αδιέξοδα, συλλογική διέξοδος.
Όχι ένα κράτος που να βολεύει τους τεμπέληδες, αλλά μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας που να παίρνει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει για το σύνολο, αντί να μας αφήνει να τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα θηρία και στο τέλος να νικάνε τα όρνεα.