Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομμουνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Το ροκ κι ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Κάποιοι προτιμούν να βλέπουν την Αριστερά σαν ένα μεγάλο οικογενειακό δέντρο, με παρακλάδια και συγγενείς ομάδες, που έχουν κοινή ρίζα. Κάπως έτσι μπορείς να βάλεις στο ίδιο τσουβάλι το Μαρξ με το σημερινό SPD, αφού σε αυτό το κόμμα ανήκε κι ο Κάρολος, ή τον άνθρωπο με τον πίθηκο -εξάλλου συμπίπτει ένα μεγάλο κομμάτι του γενετικού μας υλικού. Κι αν κάποιοι μιλάνε για “το δέντρο που πληγώναμε”, υπάρχει κι η οπτική που λέει πως θέλει ένα καλό ξεκαθάρισμα από καταβολάδες, παραφυάδες και παρασιτικούς κισσούς που το λυμαίνονται.

Η μουσική έχει παρόμοιους ειδολογικούς διαχωρισμούς και προσφέρεται για μια σειρά συνειρμούς. Πχ αυτούς που ακούνε τα πάντα και μοιάζουν με όσους δεν ανήκουν συγκεκριμένα σε κάποιο χώρο, δε θέλουν ταμπέλες-κουτάκια κι είναι επιρρεπείς σε έναν ιδεολογικό αχταρμά, από τον οποίο θα επιλέξουν μόνο τα άξια και συνετά πρόσωπα, που βρίσκονται σε όλους τους χώρους, σε όλα τα μουσικά είδη, σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά. Αυτούς που του λένε καλύτερα, τέλος πάντων.
Αλλά πώς καταλήγουν κάθε φορά, με κάποιον τρόπο, να πηγαίνουν με τα πολιτικά και μουσικά σουξεδάκια του συρμού…


Το ζήτημα είναι να είσαι σταθερός σα βράχος -που διαβρώνεται ενίοτε, αλλά δε λυγάει ποτέ- σις απόψεις σου, σαν τον Ντιμιτρόφ μπροστά στους δικαστές του (βράχος γρανίτινος στέκει ορθός) και τον ροκά -εκ του rock (=βράχου). Κι ο νοσταλγός του ροκ-εν-ρολ, που λέει ο Γιοκαρίνης, παραπέμπει στο μαζικό κύμα της Ostalgie για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε.


Ναι αλλά ήταν ο Γιοκαρίνης ροκάς; Ήταν σοσιαλισμός αυτό που είχε η Σοβιετική Ένωση κι οι άλλες ΛΔ; Είναι νομοτέλεια να ξεπουλιούνται οι επαναστάσεις, σαν τα ροκ συγκροτήματα μετά τους πρώτους δίσκους τους που συγκλόνισαν τον κόσμο; Ως πότε θα είμαστε κολλημένοι στις παλιές, αθάνατες επιτυχίες, που τρέφουν ακόμα το παρόν μας; Γιατί δε γραφεται σήμερα ποιοτική, επαναστατική μουσική του μέλλοντός μας; Δεν πρέπει να σκύψουμε σε αυτά τα ερωτήματα και τις αιτίες της υποχώρησης;

Η κλασική ροκ είναι σαν τους κλασικούς του μαρξισμού. Χρειάζεται επικαιροποίηση στην εποχή μας, αλλά παραμένει αξεπέραστη, η καλύτερη μουσική που γράφτηκε ποτέ. Και τα πρωτοπόρα συγκροτήματα ήταν μπροστά από την εποχή τους, ακριβώς γιατί την εξέφραζαν κι είχαν συλλάβει το πνεύμα της, όπως οι μεγάλοι διανοητές-επαναστάτες της οργανωμένης πρωτοπορίας.

Η παρακμή τους οδήγησε στον εκφυλισμό και τη στροφή σε ρεφορμιστικές, αγοραίες λύσεις, με AOR κι ασυγχώρητες παραχωρήσεις στην ποπ κι άλλα είδη, που επιχειρούσαν πάντως να λύσουν υπαρκτά προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και του μουσικού εποικοδομήματος.

Οι σκληροπυρηνικοί χεβιμεταλάδες θεωρούν ρεφόρμες όλους τους άλλους, που μολύνουν τη θεωρία, την πρακτική, τη μουσική και ιδεολογική τους καθαρότητα, με πλήκτρα, συνθεσάιζερ, ραπάρισμα, νέους ήχος και τέτοιες φλωριές. Αλλά όσο πιο “καθαροί” γίνονται, τόσο σε πιο περιθωριακές πολιτικές γκρούπες και μουσικά γκρουπ καταλήγουν -που δεν τα ξέρει ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους- και για αυτό δεν πρόκειται να αλλάξουν τον κόσμο -όπως δεν τον άλλαξαν κι οι Πασόκοι που τους έμαθε ο θυρωρός τους, εξαιτίας του Ανδρέα.


Οι επικριτές λένε πως τα πράγματα και η μουσική εξελίσσεται, αλλά αυτό δε γίνεται πάντα προς το καλύτερο, όπως αποδεικνύει το πισωγύρισμα της αντεπανάστασης κι η πλήρης επικράτηση της μουσικής βιομηχανίας -που αυτή σκοτώνει τη μουσική, όχι η πειρατία και το δωρεάν κατέβασμα τραγουδιών κι αρχείων από το διαδίκτυο, που το ‘χαν παρομοιάσει με τος σατανάδες τους μπολσεβίκους…


Η έννοια ροκ όμως έχει ξεχειλώσει, σαν την έννοια της αριστεράς, για να χωρέσει τους πάντες, όταν ήταν μόδα, και τώρα χρειάζεται συμπληρωματικές διευκρινίσεις δίπλα στους αυτοπροσδιορισμούς (ό,τι δηλώσεις είσαι) για το gendre και του μουσικό είδος.

Ενώ κάποιοι ακούν τον όρο “ελληνικό ροκ”, χαμογελάνε ειρωνικά κι αμφιβάλλουν αν υπήρξε ποτέ, σε αντίθεση με την ελληνική πολιτική ιδιαιτερότητα, που κάνει πολλούς να πιστεύουν πως ζούμε σε μια σοβιετική χώρα -την τελευταία της Ευρώπης και του κόσμου ίσως.

Σήμερα, αναρωτιέται κανείς τι έχει μείνει από τα μοντέρνα αριστουργήματα του εικοστού αιώνα, το σοσιαλισμό και το ροκ, γιατί οι πιο πολλοί -κατ’ όνομα- ροκομεταλλάδες και πολλά ΚΚ δεν έχουν τη χάρη κι είναι σχεδόν αντιδραστικά.

Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι, θα γίνω σε λίγο εκατό χρονών…
Αλλά είμαστε ακόμα ζωντανοί, σα ροκ συγκρότημα, παρά την αντεπανάσταση.

Ο κομμουνισμός και το ροκ είναι η νιότη του κόσμου.
Κι η αλήθεια είναι στο Μαρξ και -δευτερευόντως- στους Σεξ Πίστολς. Γκέγκε;

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Σημειωματάριο

Μπορεί αυτή τη Δευτέρα να μη βγήκε αποδελτίωση με καλτ ή/και αξιόλογα κείμενα του Σαββατοκύριακου, αλλά μπορούμε να κάνουμε ένα αντίστοιχο μεσοβδόμαδο κείμενο, για να συγκεντρώσουμε μερικά μικρά κι ενδιαφέροντα κείμενα-γεγονότα-ντοκουμέντα-στοιχεία.

Πχ μια μουσμουλιά του Καρτερού, που έχει εξελιχθεί σε μέγιστο μουσμουλιάρη από τότε που ο Σύριζα έπαψε να είναι Three and the Koukos Band (εκλογικά, γιατί στο δρόμο πάλι τόσοι είναι και ευτυχώς έγιναν κυβέρνηση και βγήκαν από την υποχρέωση και την αγγαρεία) και γράφει για την... Tsipras Band, ελπίζω όχι με αγγλικό στίχο, για να μην εκτεθεί ο πρόεδρος, που έχει διαλέξει προ πολλού από ποια ταξική μπάντα στέκεται, και τη χαοτική μελωδία που παράγει.
Ο Τσίπρας με τα φωνητικά του, ο Τσακαλώτος με το μπάσο του, ο Σκουρλέτης με τα ηλεκτρικά του, ο Φίλης με τα πλήκτρα του, ο Πολάκης με τα κρουστά του, ο Ξανθός με την τρομπέτα του, o Παππάς με τα ντραμς του. Κι ο Δραγασάκης, όπως πάντα, mister tambourine man.
Και να προσθέσουμε σε αυτό το σημείο πως "φα δίεση ο Φιόγκος κι ο Ρούχλας είναι λα, ο Σεβαστιανός (-Χαϊκάλης - ΑΝΕΛ -σύμμαχος) διηγείται στη γραμμή του σι και στο μι τραγουδάει παραμύθια η Μελιά.
Ή μήπως είμαστε... ή μήπως είμαστε τρελοί παραμυθάδες;

Το επιμύθιο από όλα αυτά μικρή Παρασκευούλα είναι πως μην ψάχνεις πια αλλού, εδώ είναι το μνημόνιο και το ενιαίο πολιτικό κέντρο κόμματος-κυβέρνησης, γιατί τον εξέλεξαν και με ποσοστό 93%, που δείχνει μια δημοκρατική ποιότητα και το δικαίωμα στην αμφιβολία, σε αντίθεση με τους παλαιοημερολογίτες σταλινικούς.

Που κι αυτοί γύρω στο 7% είναι, σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε για λογαριασμό του "Ιδρύματος για τη μνήμη των θυμάτων του κομμουνισμού", στις ΗΠΑ. Αλλά οι -ας τους πούμε- λενινιστές είναι ελαφρώς περισσότεροι κι ακόμα περισσότεροι είναι οι μαρξιστές και οι γκεβαρικοί (σε αντίθεση με τους μαοϊκούς). Ο Στάλιν πάντως συγκεντρώνει με διαφορά το μεγαλύτερο ποσοστό αρνητικών γνωμών κι αυτό από μόνο του δείχνει πως είναι ο καταλληλότερος να "τους γ...*%#/>" (να αυξήσει τα "θύματα του κομμουνισμού" εννοώ).


Όσο για το 7% που θεωρούν πως ο κομμουνισμός ουδέποτε ήταν πρόβλημα (παλιό ή σύγχρονο) για τον κόσμο, είναι σύντροφοί μας ή στενές επιρροές μας, για τα δεδομένα των ΗΠΑ και το ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου και χειραγώγησης της κοινής γνώμης (ας χρησιμοποιήσουμε συμβατικά αυτόν τον όρο). Η οποία έχει ένα μεγάλο ποσοστό θετικών απόψεων για το σοσιαλισμό (κι αρκετές αμφιβολίες για τον καπιταλισμό) αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί θεωρεί σοσιαλιστές τον Ομπάμα και την Χίλαρι (καλά, για το Σάντερς δεν το συζητάμε καν). Εντάξει, εδώ κάποιοι θεωρούν ακόμα αριστερό τον Τσίπρα, που μας κάνει Λαϊκή Δημοκρατία, Σοβιετία και δε συμμαζεύεται. Συνεπώς, γιατί να μας παραξενέψει αυτό;
Αλλά το πιο ενδιαφέρον εύρημα όμως είναι ότι ακόμα κι όσοι θεωρούν τον κομμουνισμό πρόβλημα, δεν πιστεύουν πως αφορά στενά τον 20ό αιώνα και δεν πρόκειται να μας ξαναπασχολήσει ποτέ.

Το ευχάριστο λοιπόν (που όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα) είναι πως λίγο πριν την επέτειο του Πολυτεχνείου μπορεί να μας επισκεφτεί ένας (ακόμα) σοσιαλιστής, ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα, για να δοκιμάσει τα αντι-ιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά μας και να ξαναζήσουμε (εύχομαι) ημέρες 99'. Κι αν τότε ο (επίσης σοσιαλιστής) Κλίντον είχε ζητήσει από τον ελληνικό λαό για την επταετία της χούντας, τώρα οι Συριζαίοι -που δεν αναφέρουν καν τον αμερικάνικο παράγοντα στις τελευταίες επετειακές ανακοινώσεις τους- μπορεί να πείσουν τον φίλο Ομπάμα να έρθει αυτοπροσώπως και να καταθέσει στεφάνι στο Πολυτεχνείο -όπου θα εγκαινιάζονται οι τριήμερες εορταστικές εκδηλώσεις- μαζί με τον Τσίπρα.
Το ζήτημα είναι ότι κάτι έχει πάθει το αρχείο του Ριζοσπάστη κι όλα σχεδόν τα φύλλα εκείνου του Φθινοπώρου εμφανίζονται χωρίς τις πρώτες σελίδες (που έχουν και το ζουμί για τις πορείες και τα γεγονότα).

Στα κορυφαία στιγμιότυπα της χτεσινής ημέρας ανήκει και το "ερωτικό καβγαδάκι" στην εξεταστική επιτροπή μεταξύ Κασιδιάρη και Θέμου Αναστασιάδη, με το πρώτο σίχαμα να κάνει σκηνή γιατί δεν τους προβάλλει πια το Πρώτο Θέμα (με αξιόπιστα ρεπορτάζ για τις γιαγιάδες που περνάνε απέναντι, κτλ) και το δεύτερο να του υπόσχεται πως θα επανορθώσει. Η αγάπη όλα τα νικά και καταλήγει σε... αγκαλίτσες και φιδάκια, όπως θα έλεγε κι ο Ζάχαρης.

Εκτός από τα δύο πολύ ενδιαφέροντα βιντέακια (στα οποία παρέπεμπε ένας σχολιαστής χτες) από το μακρινό 93', που όλα τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η αντεπανάσταση, χτες διαδόθηκε αρκετά στο διαδίκτυο ένα άλλο οπτικό ντοκουμέντο, που είχε κυκλοφορήσει τον (σημαδιακό) Ιούλη του 15', με την αποφυλάκιση των στελεχών του παράνομου κλιμακίου του ΚΚΕ και της ΚΝΕ που συνέλαβε και βασάνισε η χούντα (υπάρχει κι ένα ενδιαφέρον βιβλίο για "τα παιδιά του Φλεβάρη" που εξετάζει το θέμα, αλλά τα βιβλία δυστυχώς δε γίνονται ποτέ viral).


Σε αυτό το βίντεο λοιπόν σκοντάφτουμε σε πολλές γνωστές φυσιογνωμίες, από τον Κάππο έως τον Φαράκο, αλλά αυτούς που τρομάζει να γνωρίσει κανείς (γιατί η εμφάνιση έχει αλλάξει εντυπωσιακά στο πέρασμα του χρόνου) είναι η Βαλαβάνη (στο βίντεο αναφέρεται λανθασμένα -ή μήπως προφητικά;- πως δεν ήταν κομμουνίστρια, ή ότι δε συνελήφθη για αυτό) και ο Δημήτρης Γόντικας με τη μικρή, σεμνή αφάνα.

-Στο μέτωπο των πλειστηριασμών με τις "οργισμένες Τετάρτες", οι συμβολαιογράφοι κάνουν αποχή, επομένως η κινητοποίηση των λαϊκών επιτροπών δεν έγινε στα δικαστήρια, αλλά σε μια εφορία στην Αντιγονιδών (Ε' ΔΟΥ). Οπότε δεν υπήρχε "καπέλωμα" ούτε "ηχηρή, εκκωφαντική απουσία" κι άλλα τέτοια χαριτωμένα, κι αναμένουμε με αγωνία στην οθόνη μας τη γραμμή που θα πάρουν τα τρολ για το επόμενό τους χτύπημα.

-Κλείνουμε με τις σχέσεις της ΔΦΑ με το "παλιό, καλό Μέγκα" και τις κωμικές του σειρές, καθώς έχει αναδείξει τη Ζανέτ Τσίπρα στη νέα ΚΕ, αφενός γιατί χτυπά την οικογενειοκρατία και αφετέρου ως φόρο τιμής στη Ζανέτ-Βάσια Τριφύλλη από τους Αυθαίρετους. Ενώ βόλεψε στο Υπερταμείο (για τις ΔΕΚΟ) την Όλγα Χαρίτου, ως φόρο τιμής στις τρεις Χάριτες και την Άννα Παναγιωτοπούλου.
Αλλά να 'ταν αυτό το πρόβλημα...

Έχω την αίσθηση (που τείνει στη βεβαιότητα) πως κάτι έχω ξεχάσει, αλλά για αυτό υπάρχουν και τα υστερόγραφα -και τα σχόλια της βάσης του μπλοκ.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Το καλύτερο πράγμα του κόσμου

Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, μας λέει ένα τηλεοπτικό μήνυμα (σλόγκαν) ιδιωτικού σταθμού. Ναι αλλά ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα στη ζωή; Ο ύπνος! Το φαΐ! Η μπάλα! Το σεξ! Θα ήταν μάλλον οι δημοφιλέστερες απαντήσεις. Αλλά αν περιορίζαμε μεταξύ μας την έρευνα, θα συμφωνούσαμε πως το καλύτερο πράγμα του κόσμου είναι η παγκόσμια επανάσταση και ο κομμουνισμός, έστω και στην ανώριμη σοσιαλιστική βαθμίδα του, όπως τη ζήσαμε στην περίπτωση της σοβιετίας –αν και υπάρχουν αρκετοί πολιτικά ανώριμοι επίδοξοι ή αυτοπροσδιοριζόμενοι κομμουνιστές που θα έσπευδαν να μας βεβαιώσουν πως δεν ήταν ποτέ σοσιαλιστική.

Μιλάμε για μια κοινωνία όπου δε θα υπάρχουν χαρμάνια οπαδοί, παρά μόνο φίλαθλοι και αθλούμενοι. Δε θα υπάρχουν άυπνοι, που δε μπορούν να κλείσουν μάτι από το άγχος του αγώνα για επιβίωση, ούτε νηστικοί, που δεν έχουν να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους και πεθαίνουν της πείνας. Αλλά ούτε και μπακούρια, παρά μόνο ως εξαίρεση και ταξικό κατάλοιπο, οπότε και θα εφαρμόσουμε τη λύση που προκρίνει ο αριστοφάνης για την ουτοπία του στις εκκλησιάζουσες: κάθε όμορφος νέος θα πρέπει να πηγαίνει με μια «άσχημη γριά», προτού ζευγαρώσει με τη νέα της επιθυμίας του και το αντίστροφο θα ισχύει και για την τελευταία. Αν και τότε ο καθένας μας θα καλλιεργεί την προσωπικότητά του ως σύνολο, αναδεικνύοντας την εσωτερική του ομορφιά· ενώ η εξωτερική του μορφή θα συνοδεύει το περιεχόμενο, χωρίς να το επισκιάζει φορμαλιστικά.
Γιατί ο κομμουνισμός καλύπτει τις βασικές ανάγκες, αλλά δεν είναι απλώς σεξ, φαΐ και μπάλα για όλους. Στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ ευρύτερο, (mes que un sistema economic όπως θα συμπλήρωναν οι καταλανοί), που αναπτύσσει ολόπλευρα την ανθρώπινη προσωπικότητα, αξιοποιώντας τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός..

Αυτά όμως ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, που οργιάζει, όσο παραμένουμε μπακούρια από επαναστατικής απόψεως. Ενώ το θέμα είναι να είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκοντας το άμεσο και το εφικτό –κι όχι το αδύνατο όπως λένε κάποιοι ρομαντικοί μαξιμαλιστές. Να μην κάνουμε όνειρα τρελά, αλλά να μπαζώσουμε πρώτα για να χτίσουμε, όπως λέει μια γνωστή σεξιστική ρήση. Ή με άλλα λόγια να βάλουμε τη στρατηγική στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες –αν και τώρα τελευταία μόνο η όπισθεν δουλεύει. Κι αφού τα κάνουμε όλα αυτά να σκεφτούμε σοβαρά και να απαντήσουμε: ποιο είναι το δεύτερο καλύτερο πράγμα του κόσμου;

Μα φυσικά η μετάβαση προς το πρώτο. Ο δρόμος που οδηγεί στην ιθάκη –που ίσως να είναι πιο φτωχική απ΄ όσο τη φανταστήκαμε. Και ένα μεταβατικό πρόγραμμα που μας οδηγεί σαν οδικός χάρτης από μυστικά μονοπάτια στην κοινωνία του μέλλοντος: παύση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, ρήξη με την εε, κρατικοποίηση τραπεζών… και τέλος πάντων το έχουμε ακούσει όλοι τόσες φορές που δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε μέχρι τέλους, εκτός και αν διακατεχόμαστε από κάποιον ιδιαίτερο μαζοχισμό.
Μια άλλη εκδοχή της παραπάνω λογικής, κάπως διαφοροποιημένη και ελαφρώς ελαφρύτερη, για να είναι πιο εύπεπτη από το ευρύ κοινό, εστιάζει σε άλλα σημεία-αιχμές: πραγματική δημοκρατία (μπέσα όμως, όχι στα ψέματα), να πέσει η κυβέρνηση (ουστ!) και πέφτοντας, πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από εδώ (αλλιώς ονειρευόμαστε τον ολυμπιακό).

Αυτό είναι μέσες άκρες το πολιτικό(;) σκεπτικό που επικράτησε στις πλατείες και έδωσε τον τόνο στη διπλή εκλογική μάχη της χρονιάς που ακολούθησε. Που δεν ήταν η άρνηση και η συνέπεια του ξεφουσκώματος των πλατειών, αλλά η φυσική συνέχεια και το επισφράγισμα της λογικής τους, σε αντίθεση με όσους είδαν σε αυτές, με τα μάτια της ψυχής τους, μια αυθόρμητη λαογέννητη μορφή και το προπαρασκευαστικό υλικό για μια ελληνική εκδοχή των σοβιέτ.
Ένα κίνημα χωρίς ουσιαστική πολιτική στόχευση, μόνο τέτοιο πολιτικό περιεχόμενο μπορούσε να πάρει, γιατί ακόμα και το απολιτίκ ακομμάτιστο έχει βαθιά πολιτικό (κι αντιδραστικό) χαρακτήρα και βρίσκει την κατάλληλη πολιτική έκφραση που του ταιριάζει. Και δε θα ψάξει για μεσοβέζικες μεταβατικές λύσεις, αλλά θα στραφεί νομοτελειακά προς τους πιο αυθεντικούς εκφραστές αυτής της λογικής.
Είναι ζήτημα λοιπόν αν οι παραπάνω κρίκοι μπορεί να σταθούν αυτοτελώς και πού ακριβώς μεταβαίνουν σε τελική ανάλυση.

Συνεπώς δικαιούμαστε να θέσουμε κι εμείς από την πλευρά μας ένα ερώτημα αντιστρέφοντας το αρχικό σκεπτικό. Ποιο θα ήταν το καλύτερο σενάριο από τη σκοπιά της αστικής τάξης; Ένας λαός υπνωτισμένος, ζαλισμένος από τη νίκη της αντεπανάστασης, πειθήνιος και αδρανής στο ξήλωμα των κατακτήσεών του και τις προωθούμενες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Και ως ένα βαθμό πράγματι το πέτυχαν τα πρώτα χρόνια μετά τις ανατροπές, με τα κίβδηλα οράματα της ένταξης στην ονε και των ολυμπιακών. Αλλά η καπιταλιστική κρίση οξύνει τις αντιφάσεις και δημιουργεί αντικειμενικά το εκρηκτικό έδαφος για λαϊκά ξεσπάσματα και κοινωνικές διεργασίες. Συνεπώς δε μπορούσαν να αποφύγουν το ξέσπασμα της λαϊκής οργής. Μπορούσαν όμως να επιχειρήσουν να ελέγξουν το βάθος και τον χαρακτήρα αυτού του ξεσπάσματος.

Ποιο είναι λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες το (δεύτερο) καλύτερο σενάριο για τους αστούς; Ένα χύμα κίνημα εκτόνωσης με τηλεοπτικούς όρους και θολή στόχευση, χωρίς βαθύτερα ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που θα το καθιστούσαν επικίνδυνο. Κι αυτή ακριβώς ήταν εν ολίγοις η περίπτωση των ελληνικών πλατειών. Το δεύτερο καλύτερο σενάριο για το ανώδυνο καναλιζάρισμα των λαϊκών αντιδράσεων και το εναλλακτικό σχέδιο βήτα για την κινηματική ενσωμάτωση της διογκούμενης δυσαρέσκειας και τους εγκλωβισμού της σε μια κίνηση που διακηρύσσει πως είναι το παν, για να μη γίνει ποτέ τίποτα.

Αν τώρα κάποιος διαβάζοντας τα παραπάνω καταλαβαίνει ως βασική θέση του κειμένου πως οι πλατείες ήταν εξ αρχής μια κατασκευή των αστικών επιτελείων, είτε έχει πρόβλημα κατανόησης είτε δικά του κατασκευασμένα συμπεράσματα, που τα φοράει σαν έτοιμο καλούπι στον αντίλογο και τα γεγονότα –που αν δε συμφωνούν μαζί του, τόσο το χειρότερο για αυτά. Η κριτική μου όμως δεν αφορά το πώς και το γιατί, αλλά κυρίως τους όρους και τον χαρακτήρα αυτού του κινήματος που καθόρισαν εν τέλει και το ταβάνι του. Κι οι αιχμές μου δεν κατευθύνονται φυσικά στον κόσμο που αντέδρασε και κατέβηκε στο δρόμο εκείνες τις μέρες, αλλά τις οργανωμένες δυνάμεις που τις μετρούσαν σαν μήνες –γιατί όταν έχουμε επαναστατική κατάσταση τα γεγονότα και ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνονται δραματικά και κάθε μέρα μετράει σα μήνας στο ρου της ιστορίας.
Θα μου πεις πως όταν μιλάμε για κίνηση, τα πάντα είναι ανοιχτά. Και το ζητούμενο δεν είναι να μείνουμε στην απέξω και να δικαιωθούμε, βλέποντας τη μπάλα να βγαίνει κι αυτή έξω. Αλλά να δούμε τι πορεία μπορούμε να της δώσουμε για να καταλήξει στα δίχτυα. Να αξιοποιήσουμε δηλ τις δυνατότητες που έχουμε και να δούμε πώς θα τις αυξήσουμε.

Ναι αλλά είναι ζήτημα αν σε παίρνει η μπάλα παραμάζωμα και εσύ φαντασιώνεσαι πως της αλλάζεις πορεία. Αν υποτάσσεσαι άνευ όρων στο «αυθόρμητο» και πιστεύεις πως το διαπαιδαγωγείς και του διαμορφώνεις συνείδηση. Ή αν η ομάδα είναι καλώς τα παιδιά τα τρία μηδέν κι εσύ μιλάς για τετ α τετ και μεγάλες ιστορικές ευκαιρίες. Ενώ η βασική σου τακτική –που την έχεις βαγγέλιο, την κλίνεις σε όλες τις πτώσεις και την έχεις βάλει στις ταχύτητες, δίπλα στο τιμόνι- είναι «πάμε γερά, με τσαμπουκά» σαν μπουλούκι, χωρίς την παραμικρή οργάνωση.
Ο χειρότερος τρόπος να καταδικάσεις μια αυθόρμητη έκρηξη και να σκάσει στα μούτρα σου σαν τα δώρα που κάνει ο χαχανούλης από τα στρουμφάκια, είναι να καλοπιάνεις τις μάζες (παικταρά μου εσύ, τους έχεις όλους, κτλ) χωρίς να τις εξοπλίζεις ιδεολογικά για να δώσουν πιο σκληρές μάχες.

Δικαιούμαστε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα «τι έκανες στον (ταξικό) πόλεμο θανάση»; Και να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό δράσης για αυτού που «δε δίστασαν να λερώσουν τα χέρια τους με το επίπεδο συνειδητοποίησης του κόσμου και να επιχειρήσουν να το ανυψώσουν». Πώς ακριβώς το πάλεψαν όμως αυτό το τελευταίο; Με τι σχέδιο δράσης κινήθηκαν; Πού σκόνταψε και πώς το τροποποίησαν για να πετύχει; Τι συγκεκριμένα βήματα μέτρησαν σε αυτή την κατεύθυνση; Και πώς συμβάδιζαν όλοι αυτοί οι τακτικοί ελιγμοί, που έγιναν στο όνομα της παρέμβασης στην αντιφατική συνείδηση των μαζών, όχι μόνο με τον υφέρποντα φασισμό της πάνω πλατείας αλλά και με την απογειωμένη αμεσοδημοκρατία της κάτω βουλής που ψήφισε μεταξύ άλλων την κατάργηση του χρήματος και των πολιτικών κομμάτων;
Αυτό κι αν είναι ώριμος κομμουνισμός, ε; Όχι σαν τους σοβιετικούς που είχαν το κόμμα στην εξουσία κι είχαν διατηρήσει σα μορφή το χρήμα για να γεμίζουν με ρούβλια τους έλληνες συντρόφους τους και να αγοράζουν κότερα στον χαρίλαο.

Όσα εγκώμια ή επετειακά κείμενα κι αν διαβάσει κανείς όμως, δε θα βρει καμία σοβαρή απόπειρα να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Μονάχα μια ρηχή κι αυτάρεσκη αυτοκριτική του τύπου, δε μπορέσαμε να μπολιάσουμε το κίνημα με πολιτικά χαρακτηριστικά, προφανώς από καθαρή ατυχία –σα να λέμε δοκάρι, για να συνεχίσουμε τον ποδοσφαιρικό μας παραλληλισμό. Και έτσι επισημαίνουμε «αυτοκριτικά» και τις δικές μας ανεπάρκειες, έχοντας ήσυχη την πρωτοπόρα μας συνείδηση και συνεχίζουμε τον ύπνο του δικαίου με το ίδιο πλευρό.

Για το κόμμα αντιθέτως ο συλλογικός μύθος μας λέει πως σνόμπαραν το κίνημα των πλατειών, όπου βρέθηκαν όλοι πλην λακεδαιμονίων, και συμμετείχαν στον μαζικό εξεγερσιακό διονυσιασμό. Οι κομμουνιστές όμως δεν απαρνήθηκαν την πολιτική τους ταυτότητα πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρις. Και προσπάθησαν να προσεγγίσουν το πλήθος των αγανακτισμένων με τους δικούς τους όρους. Με οργανωμένα μπλοκ σωματείων κι εργαζομένων. Την κατάληψη του παρακείμενου υπουργείου οικονομικών. Ευέλικτες απεργιακές συγκεντρώσεις που πέρασαν ή και έμειναν στην πλατεία αλλά αποδοκιμάστηκαν ενίοτε από κάποιους όχι και τόσο… αυθόρμητους αγανακτισμένους πολίτες. Τι από τα παραπάνω έχουν να επιδείξουν άραγε στο ενεργητικό τους οι φλογεροί υμνητές πλαταιείς, που δεν έμειναν να φυλάττουν θερμοπύλες δίπλα στους λακεδαιμόνιους;

Τα παραπάνω πάντως δεν γράφονται από μια σκοπιά αυτάρεσκης επιβεβαίωσης, αλλά ως διμέτωπες κριτικές παρατηρήσεις: ενάντια στον ταξικό εχθρό που μπορεί να πάρει πολλά προσωπεία και να εμφανιστεί ως πέμπτη φάλαγγα μες στις γραμμές του κινήματος. Και κατά συνέπεια ενάντια στον οπορτουνισμό, που πρέπει να τσακιστεί. Και αυτό δε σημαίνει να στοχοποιήσουμε τον απλό κόσμο με τις αυταπάτες και τις αντιφάσεις του, ούτε μόνο τους πολιτικούς χώρους που τον εκφράζουν, αλλά να τον χτυπήσουμε συνολικά ως λογική, με την έννοια της επιρροής της αστικής τάξης στο ταξικό κίνημα –που μπορεί να εμφιλοχωρεί ακόμα και στις δικές μας γραμμές ή τον περίγυρό μας.

Το πιο σημαντικό όμως είναι τι κάνουμε εμείς στη δική μας δράση. Κι αυτό το κομμάτι δεν το έχω συμπεριλάβει –κι είναι ζήτημα κατά πόσο μπορεί να λυθεί εκτός δράσης σ’ ένα θεωρητικό κείμενο. Κάθε πολεμική-κριτική δε μπορεί να λειτουργεί ως καθαρτήρια αυτοεπιβεβαίωση (μπράβο μας, δίκιο έχουμε, καλά του τα ‘παμε) και να αφήνει έξω από την οπτική της το δισάκι με τις δικές μας αδυναμίες, παρά να αποτελεί αφορμή για γόνιμο προβληματισμό ως προς τα δικά μας.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Η 9η Μάη των λαών

Ob es nicht Stalin gab, wurden sie noch deutch sprechen

Που μεταφρασμένο στα ελληνικά (από τα σπαστά μας γερμανικά) σημαίνει: αν δεν υπήρχε ο στάλιν, θα μιλούσατε ακόμα γερμανικά. Κάτι τέτοιο θέλαμε να γράψουμε στη σχολή σε μια αφίσα μας. Που θα απαντούσε σε μια άλλη της πασπ, που ήταν απάντηση σε μια προηγούμενη δική μας, και πάει γράφοντας ανακοινώσεις, σε έναν ιδιότυπο πόλεμο με εφημερίδες τοίχου –ή ντατζεμπάο επί το μαοϊκότερον- που κατέληγαν σε ταπετσαρίες.

Δεν είμαι σίγουρος αν το βάλαμε τελικά, γιατί ασθενώντας η μνήμη στρογγυλεύει τις γωνίες και συμπληρώνει δημιουργικά με τη φαντασία τα κενά της διήγησής της. Εάν όντως το βάλαμε, πρόκειται μάλλον για την κορυφαία στιγμή αδιαμεσολάβητης καφρίλας στη σύντομη θητεία μας στη σπουδάζουσα. Και αν όχι, τόσο το καλύτερο, γιατί αποφύγαμε ένα σοβαρό λάθος. Αφενός γλωσσικής φύσης –γιατί αποκλείεται να είναι έτσι όπως το σκεφτήκαμε ο υποθετικός λόγος, αλλά ως εκεί έφταναν τα γερμανικά μας. Αφετέρου φιλοσοφικής, γιατί το ιστορικό προτσές δεν επηρεάζεται τόσο δραματικά από την παρουσία ή απουσία μιας προσωπικότητας.

Αν και είναι προφανές πως κάθε αναφορά στο σύντροφο με το μουστάκι υποδηλώνει κάτι πολύ ευρύτερο από το πρόσωπό του. Οι αστοί το κατάλαβαν αυτό πολύ καλύτερα από κάποιους μαρξιστές που ψάχνουν τον υπαίτιο της προδομένης επανάστασης και μιλούν με φρίκη για τον αποτρόπαιο σταλινισμό, για να μειώσουν τη σοβιετική πείρα και συνολικά το σοσιαλιστικό ιδεώδες –γιατί γνωρίζουν πως τα πρόσωπα δεν είναι πάνω από το κοινωνικό σύστημα που τα γεννάει. Αλλά έχουν... τακτική ευελιξία στα κριτήρια και τα σταθμά τους, όταν θέλουν να πουλήσουν φρούδες ελπίδες στον κόσμο για τον τάδε μεγάλο ηγέτη που φέρνει φρέσκο αέρα στην πολιτική σκηνή και θα τα αλλάξει όλα. Κι έχουν πλήρη επίγνωση των συμβολισμών και της σημασίας τους, γι’ αυτό και θέλουν να αλλάξουν την επέτειο της 9ης μάη και να την κάνουν ημέρα της ευρώπης.

Το είχαν προσπαθήσει και στη ρωσία να γιορτάσουν τα 60χρονα χωρίς την ιστορική σημαία του κόκκινου στρατού αλλά δεν τους πέρασε. Η αντιφασιστική νίκη έχει καθιερωθεί ως όρος και περιεχόμενο στη συλλογική μνήμη των λαών και δεν είναι εύκολο να ξεριζωθεί και να αλλάξει.
Κάτι που ισχύει και από την ανάποδη. Δε θα μπορούσαμε δηλ να κάνουμε λόγο για αντικαπιταλιστική νίκη των λαών, επειδή θεωρούμε πολιτικά ρηχό τον άλλο όρο. Όπως δε θα ήταν λογικό να βαφτίσουμε αντικαπιταλιστικά τα αντι-ιμπεριαλιστικά διήμερα της οργάνωσης {χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο τη σημασία τους. Αντιθέτως αποδεικνύει τη σύνδεση των δύο όρων και την πολιτική μονομέρεια όσων επιμένουν στη στείρα αντιπαράθεσή τους}. Οι σοβιετικοί ονόμασαν μάλιστα μεγάλο πατριωτικό πόλεμο τον αγώνα κατά της ναζιστικής γερμανίας, ήταν όμως η σοσιαλιστική πατρίδα και οι κοινωνικές της δομές που επικράτησαν του φασισμού, και όχι η «ρώσικη ψυχή» ή ο «στρατηγός χειμώνας» της στέπας.

Η αντιφασιστική νίκη λοιπόν μπορεί να απέσπασε κάποιες χώρες απ’ την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αλλά δεν ήταν ακριβώς αντικαπιταλιστική κι είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε τέτοια. Αν δηλ ο αντιφασιστικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας μπορούσε να οδηγήσει σε μια κοινωνική επανάσταση και πώς μπορούσε να συνδεθεί με το ζήτημα της εξουσίας. Το οποίο με τη σειρά του συνδέεται με την εκτίμηση που είχε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα της εποχής  για τον χαρακτήρα του β’ παγκοσμίου πολέμου. Που ξεκίνησε ως ιμπεριαλιστικός για να γίνει αντιφασιστικός μετά την επίθεση των ναζί κατά των σοβιετικών –που τον ονόμασαν μεγάλο πατριωτικό κι ως τέτοιο τον πέρασαν στην ιστορία τους.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν η λογική συνέχεια του πρώτου, μετά την ανάπαυλα του μεσοπολέμου· κάτι σαν δεύτερο ημίχρονο, αν μιλήσουμε με αθλητικούς όρους, με τους ηττημένους του πρώτου να αναζητούν ρεβάνς και «ζωτικό χώρο» για τα συμφέροντά τους. Αλλά το βασικό χαρακτηριστικό εκείνης της ιστορικής ανάπαυλας ήταν η σταδιακή εξάπλωση του φασισμού. Που δεν ερχόταν από το μέλλον –καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει- αλλά ως απάντηση των αστών στην κοινωνία του μέλλοντος και την αυξανόμενη ακτινοβολία του οκτώβρη. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο φασισμός επικράτησε σε χώρες με ισχυρό λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα, όπως η ιταλία και λίγο αργότερα η ισπανία και η γερμανία.

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική κατευνασμού των αγγλο-γάλλων έστρεψε μεθοδικά τους ναζί στο «δρόμο προς ανατολάς», που οδηγούσε κατευθείαν πάνω στη σοβιετική ένωση. Το μέγεθος των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο, που άνοιξε δύο χρόνια μετά από το δυτικό, ήταν εικοσαπλάσιας κλίμακας και δε μπορεί να τεθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή σύγκριση. Άλλωστε τους περισσότερους νεκρούς στον πόλεμο, μετά τους σοβιετικούς που τσάκισαν το φασισμό και τους ηττημένους γερμανούς, δεν τους έδωσαν οι άγγλοι ή οι αμερικάνοι, αλλά τα αντιστασιακά κινήματα της ελλάδας και των λαών της γιουγκοσλαβίας.

Ohne Stalin, hatten Sie immer noch deutch gesprochen
Όλη η ουσία του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου είναι η φασιστική επίθεση στην εσσδ κι αυτή είναι που καθορίζει ιστορικά και τον χαρακτήρα του. Αλλά η επίθεση αυτή ήταν συγχρόνως και ιμπεριαλιστική, εφόσον ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα των μονοπωλίων και οι ιμπεριαλιστές που βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα είχαν αγαστή συνεργασία κατά του κοινού σοβιετικού εχθρού –όπως αναδεικνύει και το ελληνικό παράδειγμα, με την αγγλογερμανική συμφωνία ειρηνικής παράδοσης της χώρας από τους μεν στους δε, εν μέσω πλήρους εξέλιξης των πολεμικών επιχειρήσεων στα άλλα μέτωπα.

Έχουμε να κάνουμε δηλ με έναν ιδιότυπο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή των ιμπεριαλιστών –πλην γερμανίας- μέχρι το καλοκαίρι του 44’ οπότε και άνοιξαν στη νορμανδία το δεύτερο μέτωπο, για να μην αφήσουν στους σοβιετικούς όλη τη δόξα και τα οφέλη της νίκης. Και με έναν ιδιότυπο αντιφασιστικό πόλεμο, όπου οι ιμπεριαλιστές αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν απρόθυμα με τους σοβιετικούς ενάντια στο γερμανικό φασισμό, που οι ίδιοι είχαν αφήσει να θεριέψει για να κατασπαράξει τους κομμουνιστές. Κι έσπασαν τη συμμαχία την επαύριο κιόλας της νίκης, με τον περίφημο λόγο του τσώρτσιλ στο φούλτον για το «σιδηρούν παραπέτασμα» που χωρίζει στα δύο την ευρώπη.

Ο αντιφασιστικός αγώνας εν κατακλείδι έχει σχετική αυτοτέλεια, χωρίς όμως να γίνεται αυτοσκοπός. Αλλά η αυτοτέλεια συγγενεύει ετυμολογικά με τον αυτοσκοπό, γι’ αυτό το βάρος πρέπει να δίνεται στο σχετική και όχι αντίστροφα. Δε νοείται εξάλλου αυτοτέλεια ενός φαινομένου από τα αίτια που τον γεννάνε (του φασισμού από τα μονοπώλια, της κρίσης από τον καπιταλισμό, κτλ). Γι’ αυτό κι οι λαοί, τιμώντας την αντιφασιστική νίκη, πρέπει παράλληλα να προβληματιστούν για τους λόγους που την άφησαν ημιτελή και να διδαχτούν από τα λάθη τους, αν δε θέλουν να τα ξαναβρούν μπροστά τους.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Κυνόδοντας

Πριν από δέκα ημέρες ήταν η επέτειος της αντιφασιστικής νίκης των λαών, η οποία είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω και της πρόσφατης εκλογικής ανόδου των νεοφασιστών της χρυσής αυγής αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε το νήμα από αλλού.

Ο προ διετίας ξαφνικός θάνατος του νίκου αντωνάκου που είχε το δικό του τρόπο να μιλά για κινηματογράφο, «σταλινικά και τσεκουράτα» άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, που έγινε ιδιαίτερα αισθητό στη στήλη κριτικής κινηματογράφου του ριζοσπάστη. Η τζία γιοβάννη που τον αντικατέστησε δεν έδωσε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά πρώτα δείγματα γραφής, κάτι που τόνιζε ακόμα πιο έντονα το κενό που άφησε ο αντωνάκος –σε μια σύγκριση ωστόσο που θα ήταν έτσι κι αλλιώς άνιση για οποιονδήποτε διάδοχό του. (Αν και ο ρίζος μεταπολιτευτικά είχε παραδοσιακά πολύ καλούς κριτικούς, από το ραφαηλίδη μέχρι το δανίκα, που μπορεί να έχει γίνει ένα από τα γκεσέμια του δολ, αλλά ώρες ώρες τον ξαναπιάνουν τα κομμουνιστικά του). Μέχρι που...

Η γιοβάννη έγινε ευρύτερα γνωστή με αρνητικό τρόπο, αλλά αυτή ήταν κι η καλύτερη της στιγμή, που την καταξίωσε στις συνειδήσεις μας.
Το ευρύ κουλτουριάρικο κοινό , λοιπόν, που διαβάζει από σπανίως ως ποτέ ριζοσπάστη, έμαθε τη τζία γιοβάννη μέσω διαδικτύου (αλυσιδωτών μηνυμάτων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης) χάρη στη «φρίκη και τον αποτροπιασμό» που προκάλεσε ένα κείμενο της για τον κυνόδοντα. Έφριτταν, χλεύαζαν, καταδίκαζαν, εξοργίζονταν, γελούσαν κλαίγοντας κι ανατρίχιαζαν με όσα κατάπτυστα και παλαιοκομμουνιστικά έγραψε με ζντανοφικό ζήλο η τζία για την ταινία.

Μα τι έγραψε τέλος πάντων αυτή η κοπέλα και προκάλεσε τέτοια κατακραυγή; Αυτό πρέπει να το χωρίσουμε και να το δούμε σε δύο επίπεδα. Αφενός τον τρόπο γραφής και αφετέρου το περιεχόμενο.
Ως προς το πρώτο, οι αμύητοι στην κομμουνιστική αργκό έχουν ένα δίκιο να σοκάρονται. Κάποια σημεία του κειμένου θυμίζουν ανακοίνωση της κετουκε από το ρ/σ ελεύθερη ελλάδα, με εκφώνηση στον τόνο του μεγάφωνου από το άσπρο φορτηγάκι της κοα, που καταγγέλει τη διεθνή καπιταλιστική μεθοδολογία που σαμποτάρει την κολχόζνικη ιδιοκτησία κλπ.
Ως προς το περιεχόμενο όμως, να αγιάσει το στόμα της και το πληκτρολόγιο της – και δεν εννοώ αυτό που εννοούσαν στην οικογένεια του κυνόδοντα με τη λέξη πληκτρολόγιο.

Αναφορές που παραπέμπουν στον φασισμό είναι: τα «άρια» χαρακτηριστικά των τεσσάρων μελών της οικογένειας (η μητέρα και τα τρία παιδιά)... το παιδί της οικογένειας που δήθεν το 'σκασε και δήθεν βρήκε τραγικό θάνατο εκεί έξω και τέλος ... τα φρύδια που πρέπει να βαφούν καφέ κι όχι μπλε «γιατί δεν υπάρχουν μπλε φρύδια», δηκτική ειρωνεία για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ... Οταν έρχεται η ώρα της κάθαρσης, ακόμη κι αυτή η εξέγερση είναι κομμένη και ραμμένη στις μυθολογίες της υποταγής. Η κόρη σπάζει πρώτα τον κυνόδοντά της (!) και μόνο τότε, το σκάει, μπαίνοντας στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με προορισμό τον έξω κόσμο ... 
Η αοριστία στον χωρόχρονο, το έξω και πέρα από συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της διάστασης που πηγάζει από το παρελθόν και εκτείνεται στομέλλον... κάποιος που προέρχεται από το εκπαιδευτικόσύστημα της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας δεν είναι σε θέση ναεντάξει στη σωστή τους θέση, γιατί δεν διδάχθηκε να τις καταχωρεί έτσι ώστε να μπορεί να συνθέτει μια ακέραιη εικόναμε ένα πλήρες νόημα. 

Λοιπόν μπορεί σε κάποιους όλα αυτά να φαίνονται ιστορίες για αγρίους, αλλά όποιος (ξανα)δεί την ταινία υπό αυτό το πρίσμα, θα καταλάβει πολλά σημεία που πριν δεν τα είχε προσέξει και δεν εντάσσονταν σε κάποιο λογικό πλαίσιο. Σταχυολογούμε ενδεικτικά και προσθέτουμε σε όσα επισημαίνει η τζία.

Ο φράχτης συμβολίζει το τείχος του βερολίνου πίσω από το οποίο βρίσκεται ο χαμένος αδερφός των παιδιών (η δυτική γερμανία). Ο ένας γιος μαθαίνει να συγκρίνεται μαζί του για να φανεί ανώτερος επιτιμώντας τον για τα λάθη του, αλλά η μία αδερφή εξακολουθεί κατά βάθος να τον αγαπά και (του) πετά κρυφά τρόφιμα πάνω από το φράχτη. Η ισχυρή μορφή του πατέρα, που φέρνει κάπως στον μπρέζνιεφ, παραπέμπει κυρίως στον πατερούλη στάλιν, την άνωθεν καλλιεργούμενη προσωπολατρεία και τον πατριαρχικό σοσιαλισμό του στρατώνα.
Ενώ ο κυνόδοντας συμβολίζει τις συνθήκες που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα για τη χειραφέτηση των παιδιών – και ούτε πρόκειται- και τις οποίες επικαλείται ο πατερούλης για να δικαιολογήσει τα έκτακτα μέτρα και να διαιωνίσει την κυριαρχία του.

Οι γονείς συμβολίζουν τη γραφειοκρατία, που κρατά για τον εαυτό της κάποια προνόμια, που απαγορεύονται αυστηρά στα παιδιά (κινητό και σταθερό τηλέφωνο, εξοδο από το σπιτί με λιμουζίνα, βιντεοκασέτες πορνό). Εφευρίσκει φανταστικούς εχθρούς του λαού (γάτες) και επινοεί στημένες επιθέσεις (προβοκάτσιες) για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του εχθρού και να απαιτήσει αυξημένη επαγρύπνηση. Εκπαιδέυει με φανατισμό το λαό που αναπτύσσει αντανακλαστικά σα σκυλάκι του παβλώφ (βλ. σκηνή που γαβγίζουν οικογενειακώς σκυμμένοι στα τέσσερα). Ο σκύλος εξάλλου είναι το πρότυπο της γραφειοκρατίας γιατί όπως λέει μία άτακα είναι εύπλαστος σαν τον πηλό και συμπεριφέρεται όπως τον διαμορφώνουμε.
Η γραφειοκρατία ορίζει νόρμες και μοιράζει αυτοκόλλητα (παράσημα) στους καλούς σταχανοβίτες που πιάνουν το στόχο (η σειρά με τα αυτοκόλλητα στο κρεβάτι του γιου θυμίζει τα παράσημα στο κοστούμι του μπρέζνιεφ). Αποκρύπτει συστηματικά την αλήθεια από τα παιδιά και χρησιμοποιεί μια διπλή γλώσσα- σκέψη, κατά τα οργουελικά πρότυπα του 1984 και τη διπλή, υποκριτική ηθική της. Διαστρέφει από τις πρώτες κιόλας σκηνές έννοιες όπως η εκδρομή, η θάλασσα και το αυτοκίνητο και γενικώς οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει στα παιδιά την ανάγκη να (ξε)φύγουν.
Όταν αποτυγχάνουν όλες οι άλλες μέθοδες δε διστάζει να χρησιμοποιήσει ωμή καταστολή ή χοντρά ψέματα (βλ. γέννηση άλλου παιδιού) , ενώ σκέφτεται να αγοράσει έναν εκπαιδευμένο σκύλο για να τελειοποιήσει την προστασία της εξουσίας της.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο λαός (τα παιδιά) ασφυκτιά και συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Διοχετεύει σε αθλοπαιδιές και ριψοκίνδυνα παιχνίδια τη συσσωρευμένη του ενέργεια και έχει καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που ψάχνει διέξοδο με κάθε τρόπο – ακόμα και σε διαστροφές. Είναι εύπιστος και πειθαρχημένος αλλά κατά βάθος τρέφει εχθρικά αισθήματα προς τη γραφειοκρατία και ονειρεύεται να της κόψει τα πόδια (μαζί με τα νύχια) όπως κάνει η μία κόρη στην κούκλα της, μιμούμενη σαδιστικά τις φωνές του πόνου της.
Έχει εξασφαλισμένο ένα σχετικά καλό βιοτικό επίπεδο, αλλά ελκύεται από διάφορα φανταχτερά αντικείμενα που του λείπουν (πχ στέκα που φωσφορίζει στο σκοτάδι). Τα παιδιά έρχονται σε διάφορες δοσοληψίες μεταξύ τους για να αποκτήσουν αυτό που δεν έχουν ( ένα είδος παραοικονομίας) ενώ συχνά αναπτύσσουν ανταγωνιστικές σχέσεις και απειλούν να «καρφώσουν» ο ένας τον άλλον στη γονεϊκή εξουσία. Παράλληλα έρχονται «λαθραία» σε επαφή με το δυτικό κόσμο και επιδίδονται σε έναν άκρατο μιμητισμό, όπως η κοπέλα που μιμείται σκηνές και επαναλαμβάνει ατάκες από το ρόκι, τα σαγόνια του καρχαρία και το φλάσντανς.

Η ρετρό αισθητική (τέλη 70 αρχές 80) δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται σε κάποια αισθητική εμμονή του σκηνοθέτη. Αντιθέτως, μπαίνει ακριβώς για να ενισχύσει την «υποψία» του θεατή για τους συνειρμούς που κάνει και το χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται.

Το τέλος της ταινίας περικλείει αντίστοιχο συμβολισμό. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό που μας λέει είναι ότι η κόρη στην προσπάθεια της να ξεφύγει από το τείχος, μένει εγκλωβισμένη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, δέσμια μιας διαφορετικής υποδούλωσης, άλλου τύπου. Το πιθανότερο όμως είναι ότι το τελευταίο πλάνο μας αφήνει επίτηδες με αναπάντητα ερωτήματα. Το μέλλον των λαών είναι άδηλο, αλλά οι τύχες τους είναι πλέον στα χέρια τους. Το σημαντικό είναι ότι κατάφεραν να απελευθερωθούν από την καταπίεση του τείχους.
Κι εδώ ακριβώς φαίνεται η ταξική σκοπιά που επιλέγει η ταινία. Αν είκοσι χρόνια πριν μπορούσαν ίσως να σταθούν τέτοιες απόψεις, σήμερα δεν υπάρχει πλέον το άλλοθι της άγνοιας για την πραγματική ουσία της παλινόρθωσης. Οι καπιταλιστές κατασπάραξαν τους λαούς και κάθε άλλο παρά άκακα γατάκια αποδείχθηκαν.

Θα πει κανείς ότι μπορούμε να δούμε το έργο ανεξάρτητα από αυτή την ανάγνωση και να βρούμε μηνύματα εναντίον του ολοκληρωτισμού. Εξάλλου αν δεν το επεσήμαινε η τζία ελάχιστοι θα είχαν κάνει τη σύνδεση. Είναι κι αυτή μία άποψη. Αλλά είναι λάθος. Κι από τη φάρμα των ζώων πχ μπορεί να βγει ωραίο επιμύθιο, αλλά αν αγνοήσουμε το ιστορικό πλαίσιο χάνεται η μαγεία της αλληγορίας και το πραγματικό νόημα του βιβλίου.

Κι όμως η τζία είχε δίκιο. Το πολιτικό επιμύθιο του κυνόδοντα είναι η εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό-ολοκληρωτισμό. Κι αυτό είναι το βασικό δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων που διακήρυξε το τέλος της ιστορίας πριν εικοσιπέντε χρόνια, κηρύσσοντας έτσι την αιώνια κυριαρχία της. Και πριμοδοτεί εμμέσως με αυτόν τον τρόπο το φασισμό (γιατί δεν μπορεί να το κάνει ευθέως). Αλλά όταν τον δει μπροστά της να θεριεύει καμώνεται την έκπληκτη και την ανήξερη, με περισσή υποκρισία. Ακριβώς όπως οι γονείς της ταινίας.

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Κομμουνισμός σημαίνει φως…

(…κι είναι καημός πολύ πικρός)

Δεύτε λάβετε φως από το πατριαρχείο της κομμουνιστικής ορθοδοξίας. Αλλά μετά ήρθε το σχίσμα των εκκλησιών με τους κινέζους κι οι αιρετικοί ευρωκομμουνιστές που τους καταδικάσαμε στην τρίτη οικουμενική των κομμουνιστικών κομμάτων. Ετερόφωτα σώματα που έκαναν τη βόλτα τους σαν πλανήτες περιπλανώμενοι κι έφυγαν για τη δύση απ’ τον τρίτο δρόμο για το σοσιαλισμό. Κι είχαμε και τους τρότσκες να λεν πως το φως διαδίδεται σε όλο τον κόσμο ταυτόχρονα κι όχι σε μια μόνο χώρα.
Πώς θα γίνει δηλ; Γύρω-γύρω σκοτάδι και στη μέση φως;

Ο ρόλος του διαφωτιστή είχε νόημα όσο ο κόσμος ζούσε στο σκοτάδια του αναλφαβητισμού και της αμάθειας και διψούσε για εργαλεία που θα τον ‘καναν να φωτίσει το μυστήριο της ζωής κι όσα συμβαίνουν γύρω του.
Σήμερα τον λούζουν ένα σωρό φώτα, εκτυφλωτικά και πολύχρωμα για να μην τον αφήσουν να δει την αλήθεια. Πολύχρωμο life style περιτύλιγμα στη μαυρίλα κι ένας ποταμός άχρηστες πληροφορίες τον πνίγουν μες σε ένα ωκεανό ασημαντότητας και του σβήνουν κάθε δίψα για αλήθειες.

Κι εμείς σα δυο φωτάκια βραδινού αεροπλάνου πάμε να του τραβήξουμε την προσοχή. Και γινόμαστε ενίοτε φορτικοί σα λέιζερ που τον τυφλώνουν –όπως όταν βγαίνεις στο φως μετά από βαρύ ύπνο. Μα πώς αλλιώς θα διαπερνούσαμε τα άλλα φώτα που τον χτυπάν πρωί-βράδυ για να τον φτάσουμε;
-Καλημέρα σας. Ριζοσπάστη θα πάρετε;
Κλείνουν τα παντζούρια μπροστά από μάτια κι αυτιά και συνεχίζουν μακάρια.

Και μετά ψάχνουμε όπως στο στρατό να βρούμε πού βάζουν οι αστοί το αντι-κούκου της ταξικής συνείδησης. Κι αν είναι εγγενές στις σχέσεις παραγωγής και στο φετιχισμό του εμπορεύματος ή το βάζουν στην τηλεόραση και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Για εβδομήντα χρόνια είχαμε το φάρο της σοβιετικής ένωσης να μας φωτίζει. Ένα από τα θαύματα της παλιάς τάξης πραγμάτων και του κόσμου που χάθηκε. Κι όπως θα έλεγε κι ο κομάντο, το κουκουέ είναι το τελευταίο ύψωμα στο οποίο προλαβαίνεις ακόμα να ανέβεις και να δεις τι ήταν αυτό που αφήσαμε πίσω μας. Κι από εκεί πια αποχαιρέτα τον το φάρο που χάσαμε. Κι αν φτωχικό τον βρήκες δε σε γέλασε.

Κάποιοι λένε ότι ήταν παγίδα, σαν τους δόλ-ιους φάρους*. Τον ακολουθήσαμε και τσακιστήκαμε στα βράχια. Αλλά πιο κοντά στην αλήθεια είναι ο μύθος του ίκαρου που πέταξε για την έφοδο στον ουρανό με δαιδαλώδεις αντιφάσεις και ζιγκ-ζαγκ σαν αυτά της ηγεσίας που μας στοίχισαν την ήττα. Προς τιμήν του βάφτισαν το πέλαγος που έπεσε ικάριο και το δικό μας αρχιπέλαγος γκούλαγκ. Γιατί την ιστορία τη γράφουν οι νικητές όπως θέλουν και διακηρύσσουν το τέλος της.

Αλλά την κομμουνιστική μυθολογία του κινήματος τη γράφουν οι λαοί για τους ήρωές τους που γίνονται είδωλα. Άλλο αν μετά υπογράψαμε καταδίκες της προσωπολατρίας κι οι ρεβιζιονιστές διέγραψαν τους ειδωλολάτρες από το κόμμα. Ώσπου ήρθε η εικονομαχία για το σφυροδρέπανο και τα ‘κονίσματα που έλεγε κι ο χαρίλαος, και ξανάρθαμε στον ίσιο δρόμο.

Και ποιο είναι το επιμύθιο της ιστορίας με τον ίκαρο;
Ο αδύναμος κρίκος είναι εκεί που οι αστοί ήταν αδύναμοι και δεν είχαν καλό αντηλιακό.
Κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει,
άλλος ήλιος έχει βγει, σε άλλη θάλασσα, άλλη γη.


Αν οι εφοδεύοντες στον ουρανό πλησιάσουν πολύ στο άρμα του ήλιου θα γίνουν κατάμαυροι, ασορτί με την αντίδραση που θα νικήσει. Αν μείνουν μακριά του μένουν χλομοί, ασορτί με τις πιθανότητες να νικήσουμε. Κι η ζωή γίνεται απάλευτη όπως στη σουηδία που έχει έξι μήνες νύχτα.

Εμείς στο ηλιακό σύστημα της σοβιετίας είχαμε ρόλο δορυφόρου. Βλαστάρια που φύτρωσαν στραβά προς το παράθυρο ψάχνοντας το λιγοστό φως του φάρου. Κι όταν έσβησε το καντήλι του σε εμάς έμειναν οι στρεβλώσεις κι η ρετσινιά του φυτού.
Αφήστε όλα τα κκ να ανθίσουν.

Η σοβιετία ζει και βασιλεύει μου λέει η γοργόνα κάθε φορά που τη ρωτάω. Αλλά ο ήλιος της βασίλεψε και χάθηκε στη δύση. Το ηλιοβασίλεμα που συγκλόνισε τον κόσμο, όχι επειδή ήταν όμορφο, όσο δραματικό.
Το φως του κομμουνισμού ταξιδεύει παντού, ακόμα και στο κενό ηγεσίας. Το κατάπιε όμως η μαύρη τρύπα της περεστρόικα και της γκλάσνοστ που έριξε φως στις μαύρες κηλίδες της ιστορίας κι αμαύρωσε το σύντροφο με το μουστάκι.

Έκτοτε ζούμε τη μεγάλη νύχτα του κινήματος και περιμένουμε να γυρίσει η περσεφόνη για να τιμωρήσουμε τους περσεφονιάδες που κυνηγάν τη ζωή μας.
Ο πάγος κόλλησε, ο δρόμος που χαράξαμε έσβησε.
Ζούμε στην εποχή των παγετώνων χωρίς τον ήλιο που θέρμαινε την ελπίδα της επανάστασης και ξαφνικά έσβησε όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Η φαντασία κι οι αστοί στην εξουσία.

Αλλά το πιο πηχτό σκοτάδι είναι λίγο πριν ξημερώσει. Και το άστρο της σοβιετίας μένει πυξίδα στον ουρανό να δείχνει την έφοδο. Σα μεγάλη σοβιετική άρκτος με τη μικρή πιο δίπλα για δορυφόρο της, σα ddr.

Κι αν τα ορφανά της πάμε και της ανάβουμε πότε-πότε ένα κεράκι δεν είναι για λιβάνισμα. Είναι το φωτάκι που ξορκίζει τον παιδικό φόβο για το σκοτάδι και μας νανουρίζει για το μακάριο ύπνο του δικαίου όπου θα ονειρευτούμε την επανάσταση.
Το όνειρο πρέπει να ζήσει. Για τα ορφανά μας. Για την εκδίκηση.

Το βάθος του ουρανού είναι πάντα κόκκινο, αλλά από εδώ που είμαστε δε φτάνουμε να το δούμε. Πρέπει να σηκωθούμε όλοι μαζί σαν ανθρώπινη πυραμίδα και να υψώσουμε επιτέλους ταξικό ανάστημα.
Αν δεν καείς εσύ, αν δεν καώ εγώ πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως;

Άλλο αν στο τέλος καήκαμε όλοι μαζί ομαδικώς στον χυλό του συνασπισμού και της περεστρόικα και τώρα φυσάμε και το γιαούρτι στις συμμαχίες. Και γενικώς το φυσάμε (με winds of change και τα ρέστα) και δεν κρυώνει. Κι άντε μετά να βρεις τους καλοπροαίρετους. Και να ξεχωρίσεις τους καλούς απ' τους κακούς.

Το καλό και το κακό. Το καλό και... Έλα ρε ειρήνη, εξήγησέ τους κι εσύ, τι να πω;
http://www.youtube.com/watch?v=T86alHPkCt0

Έλα στο φως και φύγε απ' το σκοτάδι

Υποσημειώσεις

*http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=25/7/2010&id=12322&pageNo=9&direction=1

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Τα εμβλήματα του κομμουνισμού

Η νεοταξίτικη ορθογραφία αντικαθιστά το δίφθογγο μβ με δίψηφο φωνήεν (γκ) και μας ταυτίζει με το (όχι και τόσο) νόθο παιδί της, το φασισμό.
Η προπαγάνδα της μπορεί να πείσει μόνο πολιτικά αναλφάβητους, αλλά αυτοί όσο πάει και πληθαίνουν. Το απολιτίκ είναι η μάστιγα του αιώνα μας.

Το πλέον κλασικό έμβλημα είναι το σφυροδρέπανο, σύμβολο ενότητας της εργατικής τάξης με την αγροτιά. Βέβαια τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ούτε και τα σφυροδρέπανα τους κομμουνιστές (να τα ακούει κι η κε του μπλοκ). Αν αρνείσαι όμως εξ αρχής τα ‘κονίσματα, που ‘λεγε κι ο χαρίλαος, τι σόι παπάς θα γίνεις;

Πιο βέβηλοι βέβαια [παρήχηση] είναι οι ρασοφόροι που τα αποδέχονται στα λόγια και τα μαγαρίζουν με πράξεις. Οι άλλοι τουλάχιστον είναι ειλικρινείς άθεοι κι ας συγχέουν την καθοδήγηση με την κατήχηση (το κόμμα με μοναστήρι, τους συντρόφους με ποίμνιο κι άλλα πολλά που θα δούμε ξεχωριστά σε άλλο κείμενο).

Πέρα από την κλασική εκδοχή δύο είναι οι διασκευές που διεκδικούν τον τίτλο του απόλυτου red symbol.
Το διαβητόσφυρο της DDR που δίνει έμφαση στη συμμαχία με τη διανόηση πριν καν προκύψει το ζήτημα της ετε (πολύ μπροστά οι γερμανοί σύντροφοι).
Και το μπυροδρέπανο του κομπάσο από το γκράνμα που αντικαθιστά το σφυρί με το μπουκάλι της άμστελ και ανοίγει νέους ορίζοντες.

Άνοιγμα στο λούμπεν στοιχείο και τους μπεκρούλιακες, που θα ψηφίζουν το κόμμα, γιατί έτσι σας αρέσει. Άδειασμα των αναρχικών, αφού πλέον η μόνη λύση θα ‘ναι δρεπάνι και μπουκάλι. Μέτωπο κατά της περεστρόικα και της αντιαλκοολικής εκστρατείας επί γκόρμπι.

Η μόνη εκδοχή που διεκδικεί δάφνες μεγαλύτερης ορθοδοξίας από την πρώτη είναι το αστροσφυροδρέπανο που είχε στη σημαία της η σοβιετία και το έχουν κρατήσει και τα μουλού. Δεδομένης της ομοιότητας του δρεπανιού με ημισέληνο, το όλο σκηνικό φέρνει κάπως σε έναστρο ουρανό, ενδεικτικό του πόσο ρομαντικοί είναι οι κομμουνιστές, ενίοτε και με τη φιλοσοφική έννοια (αν μιλάμε για σοσιαλισμό και σοβιετία).

Έναστρο ουρανό θυμίζει κι η σημαία της λδ της κίνας (χωρίς φεγγάρια και σφυροδρέπανα). Το μεγάλο αστέρι συμβολίζει την εργατική τάξη και τα μικρά γύρω του τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις που συμμετέχουν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ένα εξ αυτών αντιστοιχεί στην εθνική αστική τάξη (ένα λάθος που το κάναμε μαζί με τους κινέζους).

Ωστόσο μόνο οι θρυλικοί ποσαδίστας συνέλαβαν πλήρως το νόημα της σημειολογίας. Είδαν στο διάστημα το νέο επαναστατικό υποκείμενο και στον (ταξικό) πόλεμο των άστρων τη διαλεκτική συνέχεια της τριλογίας του μαρξ για την ταξική πάλη στη γαλλία.

Οι άλλοι τροτσκιστές αντί για αστέρι χρησιμοποιούν το τεσσάρι απ’ τη διεθνή τους κι από την κομιντέρν αναγνωρίζουν μόνο τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σαν φανατικοί της θύρας τέσσερα. Οι υπογραφές στους τοίχους Ζε -4- και Αμπαλαέα -4- έχουν κατά βάθος φλογερά διεθνιστικά κι αντισεξιστικά μηνύματα.

Στους παραδοσιακούς τριτοδιεθνιστές δε μένει παρά να συνταχθούμε με τον σούπερ τρία που είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στην κομμουνιστική πειθαρχία κι οργάνωση. Ένας οπαδικός σύνδεσμος νέου τύπου, απέναντι στα άναρχα κι αναρχίζοντα λεφούσια με τους μπαχαλάκηδες παοκτζήδες.

Επιστρέφοντας στο αστέρι, βλέπουμε ότι εκτός από τη λαϊκή δημοκρατία της κίνας παρουσιάζεται αυτόνομα και σε άλλες αδελφές χώρες (λδ βιετνάμ, πιο παλιά η γιουγκοσλαβία με τον ερυθρό αστέρα κ.ά.).
Ο επιθετικός προσδιορισμός αδελφές μπροστά απ’ τις χώρες μπορεί να νοηθεί και σεξιστικά για να υποδηλώσει το διττό χαρακτήρα αυτών των κοινωνιών. Καπιταλιστική φύση σε σοσιαλιστικό σώμα που ασφυκτιά και καταπιέζεται φορώντας κομματικούς μανδύες που τη σκεπάζουν (το κομμουνιστικό αντίστοιχο της μπούρκας).

Το αστεράκι βέβαια έγινε παγκοσμίως γνωστό από τον μπερέ του τσε, του γιατρού αγωνιστή που στην πορεία συνειδητοποίησής του συνάντησε τον μαρξισμό και πιο μετά τους σοβιετικούς.
Συνήθως στον αντι-ιμπεριαλιστικό τρίτο κόσμο συνέβαινε το ανάποδο. Πρώτα γίνονταν φίλοι της χώρας των σοβιέτ και μετά κομμουνιστές. Κι όταν εξέλειψε η πρώτη, δεν υπήρχε ανάγκη πια να δηλώνουν το δεύτερο.

Απ’ τον γκεβάρα τσίμπησε το αστέρι κι ο χώρος των εαακ.
Κράτησε το αστέρι και τους κινηματικούς αστέρες κι έχασε τα υπόλοιπα (μαζί με την κομμουνιστική προοπτική). Αποστασιοποιήθηκαν μπρεχτικά από τις σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν και κατέληξαν στον κύκλο με τον κεραυνό που δείχνει τα αστραπιαία χτυπήματα των κομάντο που καίγονται για να γίνουν τα σκοτάδια φως.
Άλλο αν δε φαίνεται φως στο τούνελ και μείναμε μόνο καμένοι σύντροφοι. Όχι άλλο κάρβουνο…

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, η αστραπή θα μπορούσε να συμβολίζει τη φόρμουλα του λένιν για εξηλεκτρισμό και εξουσία του κκ. Αλλά ο χώρος έχει αλεργία στα κάπα (κόμματα), ειδικά όταν είναι δύο στη σειρά (κκ).
Κι επειδή η αριστερά είναι κλειστός κύκλος και γνωριζόμαστε μεταξύ μας, όλοι ξέρουν πού παραπέμπει η αστραπή κλεισμένη σε κύκλο. Αυτά είναι αλφαβήτα (χωρίς το βήτα, κλεισμένη σε κύκλο).

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του θα γίνει μια σύντομη εισαγωγή στην κομμουνιστική σημειολογία στον χώρο των κόμικ. Το κείμενο –αν και ανολοκλήρωτο- είναι αφιερωμένο στις πολιτιστικές ομάδες των εστιών του καποδιστριακού στην αθήνα και πιο ειδικά στην τάξη των ισπανικών.

Συνεχίζεται…

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Η εισήγηση

Η εκδήλωση για τον μαρξ έγινε και θύμισε τις παλιές καλές μέρες του ομίλου. Τις οποίες σε αντίθεση με το παπαγαλάκι του κρεμλίνου δεν πρόλαβα, αλλά κάπως έτσι τις φαντάζομαι.
Ο σοβιετικός κυριούλης με ενθουσίασε σχεδόν όσο και τις πρώτες φορές που τον άκουσα. Κι απ' ό,τι κατάλαβα όχι μόνο εμένα.

Εκτός απ' την εμφάνιση του μαρξισμού ο περικλής έπιασε και κάποια ζητήματα μεθόδου.
Εδώ βασικά παραθέτω σημειώσεις που κράτησα απ' την εισήγηση μαζί με κάποια σχόλια. Τυχόν άστοχες διατυπώσεις ή έλλειψη ειρμού βαραίνει αποκλειστικά εμένα.
Σε άλλο σημείωμα θα δούμε και τη συζήτηση που ακολούθησε που ήταν άκρως ενδιαφέρουσα κι έδωσε υλικό για ένα μήνα.

Τα κείμενα του μαρξ σήμερα αντιμετωπίζονται σχεδόν με θρησκευτικό τρόπο, σαν ιερές αγελάδες.
Κι αυτό ήταν αντικειμενικό από τη στιγμή που ο μαρξισμός (που δεν είναι απλώς θεωρία, αλλά οδηγός για δράση) χρησιμοποιήθηκε για άμεσα πρακτικούς σκοπούς.
Η θεωρία δοκιμάζεται στην πράξη και συμπληρώνει τα κενά της. Το θέμα είναι να μην έρχεται εκ των υστέρων για να δώσει απλώς θεωρητική καλύψη στα πεπραγμένα.

Συχνά ο μαρξισμός αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένο, κλειστό σύστημα, ως πασπαρτού με μια λύση για κάθε ζήτημα.
Η θεωρία αντιμετωπίζεται μόνο υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της υπεράσπισής της απέναντι στο ρεβιζιονισμό.
Αλλά ως προς την περαιτέρω ανάπτυξή της, η απάντηση είναι αμήχανο ξύσιμο του κεφαλιού.

Στον αντίποδα του δογματισμού είναι οι αναθεωρητές. Πάσης φύσεως, όχι μόνο του εσ και του συν. Αν και βασικά ταυτίζεται με τον ευρωκομμουνισμό στις διάφορες εκφάνσεις του.
Όσο κι αν διαφωνούμε με τις απαντήσεις που δίνει το ρεύμα αυτό, η θεματική του θίγει κενά της σκέψης του μαρξ.

Το βασικό στοιχείο της αναθεωρητικής προσέγγισης είναι το πάντρεμα του μαρξισμού με αστικές ιδεολογίες, πχ με τη σκέψη του καντ (που οδηγεί σε έναν αφηρημένο ουμανισμό) του φρόιντ, του στρουκτουραλισμού κτλ.

Οι αναθεωρητές θεωρούν τον μαρξισμό ατελές σύστημα και προσπαθούν να καλύψουν τα κενά του με προσθήκες, με δάνειες ιδέες από την αστική σκέψη.
Αλλά το κλειδί για την περαιτέρω εξέλιξη του μαρξισμού δεν είναι εκεί. Είναι η μέθοδος που είχε αναδείξει ο ίδιος ο μαρξ.

Στο έργο του οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού ο λένιν εξηγεί τα γνωστικά αντικείμενα από τα οποία εκκίνησε.
Η γερμανική φιλοσοφία (κι η σκέψη του χέγκελ), η αγγλική πολιτική οικονομία κι ο γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός.
Ο μαρξισμός έχει παρελθόν, δεν ξεπήδησε απ' το κεφάλι του μαρξ όπως η σοφία από αυτό της αθηνάς.

Ειδικά για τον ουτοπικό σοσιαλισμό και τους κλασικούς του.
Την ιδέα περί μέσων παραγωγής και συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων ο μαρξ την παίρνει από τον σεν σιμόν (εδώ δεν έβγαζα καλά τι έχω γράψει γι' αυτό δε βγαίνει πλήρες νόημα).
Κι απ' τον φουριέ παίρνει την ιδέα ότι η εργασία δεν είναι μόνο παραγωγή πραγμάτων, αλλά διαμόρφωση ανθρώπων. Διαμορφώνει την ανθρώπινη συνείδηση, την ηθική.
Ίσως για αυτό είμαστε σήμερα τόσο φτηνοί κι αχώνευτοι άνθρωποι.

Τις ιδέες αυτές δεν τις επαναλαμβάνει αλλά τις συνθέτει.
Τα γνωστικά αντικείμενα δεν είναι ισότιμα ανεπτυγμένα. Σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουμε συνήθως παίρνοντας πχ κάθε αναφορά του μαρξ στις τάξεις, στο κράτος ή στις έμφυλες σχέσεις ως ολοκληρωμένη θεωρία.

Τα γνωστικά αντικείμενα του μαρξισμού είναι τα εξής:
-η κοινωνία ως ολότητα, κάτι στο οποίο πρωτοαναφέρθηκε ο χέγκελ, έστω κι αν το προσέγγισε ιδεαλιστικά με το αιώνιο πνεύμα, ή αυτό που αδόκιμα θα μπορούσαμε να πούμε μακροκοινωνική θεωρία.
Στην ουσία είναι η θεωρία της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός.

-ο κεφαλαιοκρατικός σχηματισμός, το οποίο είναι ίσως το κύριο και σίγουρα το πιο ανεπτυγμένο. Το κεφάλαιο μαζί με τα προπαρασκευαστικά έργα του (γκρουντρίσε κτλ) ήταν έργο ζωής για τον μαρξ.

-η θεωρία του κομμουνισμού, η ανίχνευση των προϋποθέσεων της κομμουνιστικής προοπτικής.

Στη συνέχεια έκανε αναφορά στα τέσσερα στοιχεία που καθορίζουν το έργο ενός επιστήμονα/φιλοσόφου.
-το επίπεδο ιστορικής ανάπτυξης του ίδιου του αντικειμένου.
-το επίπεδο γενικότερης ανάπτυξης της επιστήμης (που αν βγάζω καλά τα γράμματά μου έχει να κάνει με την αντίληψη περί κοινωνίας που έχει η ίδια η κοινωνία).

-η γνωσιακή ανάπτυξη και προσωπική ωρίμανση του ίδιου του ερευνητή.
Έχει σημασία ποιο ήταν το επίπεδο του σαρτρ και του αλτουσέρ για να καταλάβουμε γιατί ανέγνωσαν τον μαρξ με τον τρόπο που το έκαναν.
-και τέλος η ευρύτερη πολιτική συγκυρία.

Η έρευνα του μαρξ μόνο στην αγγλία μπορούσε να γίνει ολοκληρωμένα (ουσιαστικά τον δικό της καπιταλισμό έχει υπ' όψιν ο μαρξ στην ανάλυση που κάνει στο κεφάλαιο).
Στην εποχή του η αγγλία έχει ολοκληρώσει τη βιομηχανική επανάσταση (τη στιγμή που γερμανία και γαλλία μόλις την ξεκινούσαν). Μόνο εκεί υπήρχε παραγωγή σχετικής υπεραξίας, βιομηχανικό προλεταριάτο (το γαλλικό προλεταριάτο της εποχής είναι μάλλον κατάλοιπο του μεσαίωνα) και ωρίμανση των ταξικών σχέσεων.
Η αστική τάξη αμφισβητεί την φεουδαρχική τάξη πραγμάτων (με την οποία αρχικά είχε συμβιβαστεί) κι έτσι τίθεται το ζήτημα των προοπτικών ανάπτυξης της κοινωνίας.

Πριν τον μαρξ, η κορύφωση της αστικής φιλοσοφίας ήταν στο έργο του χέγκελ. Με την εμφάνιση του μαρξισμού, όσοι δεν τον ασπάζονται αδυνατούν να φτάσουν στο επίπεδο του χέγκελ. Μένουν σε προχεγκελιανά επίπεδα ανορθολογικής σκέψης.

Μια ανάλυση για τα στάδια εξέλιξης του μαρξ μπορεί να ξενίζει το ορθόδοξο κοινό (στους οποίους συγκαταλέγω τον εαυτό μου) αλλά διαβεβαιώνω πως δεν έχει καμία σχέση με τη γνωστή αλτουσεριανή τομή περί πρώιμου (φιλοσόφου) και όψιμου (επιστήμονα) μαρξ, στην οποία ο σοβιετικός κυριούλης ασκεί έντονη κριτική όπως θα δούμε πιο κάτω.

Το πρώτο στάδιο στην εξέλιξη της σκέψης του μαρξ εκτείνεται ως τα 1848 με την αστική επανάσταση που συγκλόνισε όλη την ευρώπη.
Εμφανίζεται σταδιακά η διαλεκτική θεώρηση του μαρξ από την πλευρά των προταγμάτων (το θέμα είναι να καταλάβουμε τον κόσμο για να τον αλλάξουμε). Το πρόταγμα του μαρξ δεν είναι η φιλόπτωχη φιλανθρωπία, αλλά η χειραφέτηση.
Η πρώιμη επαναστατική δημοκρατία ήταν κυρίαρχο φαινόμενο, αλλά ο μαρξ δεν ήταν ποτέ φιλελεύθερος.

Ο μαρξ εξετάζει κριτικά την επιφάνεια της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας (το κράτος, τη γραφειοκρατία, το δίκαιο, τη θρησκεία) κινούμενος προς τις πιο ουσιώδεις πλευρές της.
Είναι τότε που κατανοεί την εργασία (την εργασία, όχι την οικονομία) ως ουσία των κοινωνικών σχέσεων και αποφασίζει να καταπιαστεί με την πολιτική οικονομία.

Το δεύτερο στάδιο εκτείνεται ως την παρισινή κομμούνα στα 1871.
Ο μαρξ αντιλαμβάνεται τη δυναμική της ανερχόμενης αστικής τάξης κι εξετάζει λεπτομερώς τον κεφαλαιοκρατικό σχηματισμό.
Σε αυτό το σημείο έμαθα και για την ύπαρξη χειρογράφων του 62-63 (πέντε χρόνια μετά τα γκρουντρίσε), τα οποία προσωπικά αγνοούσα.

Το τρίτο στάδιο είναι από την κομμούνα μέχρι τον θάνατό του.
Σύμφωνα με το σοβιετικό κυριούλη ο μαρξ επιστρέφει από την ουσία (που είναι η εργασία) της κοινωνίας στην επιφάνεια για να την ερμηνεύσει και να εξετάσει τη σχέση της με τον πυρήνα.
Ασχολείται με την πολιτική, την ιστορία, τους προκεφαλαιοκρατικούς σχηματισμούς, μαθαίνει και ρώσικα για να εξετάσει την ρωσική αγροτική κομμούνα (αμπσίνα).
Αλλά πεθαίνει στα 1883 και αφήνει το έργο του ανολοκλήρωτο.
Προσωπικά μου προκαλεί εντύπωση ότι το συγγραφικό έργο του μαρξ την τελευταία δεκαετία της ζωής του δεν είναι τόσο πλούσιο (συγκριτικά πάντα).

Αυτή η κίνηση της σκέψης του μαρξ από την επιφάνεια στην ουσία και τούμπαλιν έχει να κάνει με τη μέθοδο και με την ανάβαση από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, την βασική θεωρητική κατάκτηση του σοβιετικού βαζιούλιν, που είναι κι ο δάσκαλος του σοβιετικού κυριούλη.

Ο μαρξ δεν ανέπτυξε όλα τα γνωστικά αντικείμενα με τα οποία καταπιάστηκε στον ίδιο βαθμό με την πολιτική οικονομία του καπιταλισμού.
Δε μπόρεσε να ολοκληρώσει τη μελέτη του για τα θεμέλια των κοινωνικών σχέσεων σε προκεφαλαιοκρατικές πηγές, όπως η οικογένεια, οι έμφυλες σχέσεις, η φυλετική οργάνωση, το δίκαιο, το κράτος και το πώς αυτές επηρεάζουν τη συνείδηση, που κουβαλά μέσα της το παρελθόν μετασχηματισμένο.
Αδυναμία που ερμηνεύει και το κενό στη θεωρία του μαρξ για τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα (που ξέσπασαν σε χώρες καθυστερημένες που αποτελούσαν τον αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας κι όχι στην ανεπτυγμένη δύση).

Το παρελθόν αυτό αποδείχτηκε πολύ ισχυρό.
Κι άφησε το στίγμα του στον αυθόρμητο κομμουνισμό των μαζών που εκφράστηκε σε γεγονότα όπως η κολεκτιβοποίηση κι η μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση.
Πολλοί διανοούμενοι βλέπουν σε αυτά τα γεγονότα τη μετατροπή του ονείρου σε εφιάλτη κι εξετάζοντάς τα σηκώνεται η τρίχα τους. Δείχνουν με αυτό τον τρόπο αδυναμία να δουν το ιδεώδες, τις αντιλήψεις της εποχής και τους κοινωνικούς σχηματισμούς που εκφράζουν.

Αυτό το σημείο καθορίζει αντικειμενικά και κάποιες ιστορικά αναπόφευκτες αντιφάσεις στη σκέψη του μαρξ.
Η θεωρία των κοινωνικών σχηματισμών ήταν μεγαλοφυής, αλλά ο μαρξ έτεινε να προεκβάλει στο παρελθόν στοιχεία της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.
Το σχήμα της ταξικής πάλης και των ταξικών επαναστάσεων της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό που έχει ο μαρξ δε μπορεί να εφαρμοστεί σε προγενέστερες μεταβάσεις.

Όσον αφορά στην ανίχνευση των προϋποθέσεων του κομμουνισμού ο μαρξ δεν έχει μπροστά του το αντικείμενο που μελετά (τη σοσιαλιστική κοινωνία) και δε μπορεί παρά να δώσει ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας του μέλλοντος ως άρνηση του καπιταλισμού.
Αυτό δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να παίρνουμε κάποια τσιτάτα από το μαρξ για να αποδείξουμε τις βεβαιότητές μας για τον χαρακτήρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Οι επαναστάσεις του εικοστού αιώνα προσφέρουν υλικό για να αναπτύξουμε τη θεωρία και τη γνώση μας για τις νομοτέλειες της μετάβασης.

Στο τελευταίο κομμάτι ο σοβιετικός κυριούλης αναφέρθηκε στη μέθοδο για την οποία ο μαρξ δε μας άφησε κάποιο ξεχωριστό έργο. Υπάρχει ένα απόσπασμα στα χειρόγραφα του 57-59 αλλά ο περικλής λέει ότι η αντίληψη που εκράζει εκεί είναι διαφορετική από αυτή που διαμόρφωσε τελικά στο κεφάλαιο.

Αυτό ήταν απλώς το πρελούδιο για να ξεκινήσει η επίθεση στον αλτουσέρ και το στρουκτουραλισμό του λεβι στρως που έδωσε πολλά ερείσματα στο μεταμοντέρνο κι αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι.

Ο αλτουσέρ δεν αντιλαμβάνεται το μαρξισμό ως διαλεκτική υπέρβαση του χέγκελ, αλλά ως πλήρη ρήξη κι απομάκρυνση από το ιδεαλιστικό παρελθόν, συνολική απόρριψή του και κίνηση σε έναν άλλο κόσμο.
Θεωρεί όλη την προμαρξική φιλοσοφία ως φανταστική κατασκευή, μια θεωρητική δομή ονείρου, ένα μάταιο κενό που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα.

Αδυνατεί έτσι να καταλάβει τη διαλεκτική αλήθειας και πλάνης (καμία θεωρία δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αυτό όμως δε σημαίνει ότι τη διέπει η απόλυτη πλάνη).
Καταλήγει έτσι σε σωρεία αφορισμών, το οποίο εξηγεί εν μέρει γιατί είναι τόσο δυσνόητος.

Πιάνεται από τσιτάτα της γερμανικής ιδεολογίας όπου ο μαρξ απορρίπτει το γερμανικό ιδεαλισμό κι όχι τη γερμανική φιλοσοφία στο σύνολό της.
Προσεγγίζει επιδερμικά τη σκέψη του χέγκελ, την απορρίπτει επιπόλαια ως απατηλή, όπως κι ό,τι άλλο κινείται στη σφαίρα των ιδεών.
Εξιδανικεύει τον εμπειρισμό, μελετά γεγονότα, αναζητά το καθαρό εμπειρικό βλέμμα.

Ο ίδιος στο τέλος της ζωής του έκανε την αυτοκριτική του, αναγνωρίζοντας τις ιρρασιοναλιστικές του αυταπάτες, αλλά αυτό οι αλτουσεριανοί το αγνοούν επιδεικτικά και κάνουν σα να μην υπάρχει.
Είναι κρίμα που οι παρόντες αρανίτες δε τσίμπησαν για να αρχίσει μια γόνιμη αντιπαράθεση πάνω στο θέμα.
Έγιναν όμως ερωτήσεις από τους υπόλοιπους σχετικά κι ο σοβιετικός κυριούλης είπε αρκετά κι ενδιαφέροντα.
Το το ακιρβώς θα το δούμε στο δεύτερο μέρος εν καιρώ.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Imagine


Αν μου ζητούσε ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πολλά από πολιτική να του εξηγήσω τι ακριβώς είναι ο κομμουνισμός, πιθανότατα θα του έλεγα να διαβάσει τους στίχους του imagine του john lennon.
Δε θα μπορούσα να βρω πιο απλά και όμορφα λόγια για να το περιγράψω.

Imagine there's no heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people
Living for today

Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people
Living life in peace

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will be as one

Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
A brotherhood of man
Imagine all the people
Sharing all the world

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one

Αξίζει να προσέξει κανείς την κλιμάκωση που υπάρχει στους στίχους.
Ο ποιητής μας λέει πρώτα να φανταστούμε ότι δεν υπάρχει παράδεισος. Και προσθέτει ο ίδιος είναι εύκολο αν προσπαθήσεις.
Στη δεύτερη στροφή γίνεται λίγο πιο δύσκολο. Φαντάσου να μην υπάρχουν χώρες. Αλλά και πάλι, δεν είναι δύσκολο να το κάνεις.

Μέχρι τώρα κινηθήκαμε σε πράγματα που θα μπορούσε να παραδεχτεί ίσως κι ένας αστός κοσμοπολίτης, που μόνο θεό του έχει το χρήμα και πατρίδα του την χώρα που μπορεί να του το προσφέρει.
Αλλά στο τέλος στενεύουν τα περάσματα. Κι είναι πιο πιθανό να χωρέσουν καμήλες παρά καπιταλιστές.

Φαντάσου ότι δεν υπάρχει ιδιοκτησία λέει ο λένον. Κι αμέσως προσθέτει, αναρωτιέμαι αν μπορείς...
Εδώ δεν μπορούν να το φανταστούν κάποιοι μικρομεσαίοι, θα το φανταστούν οι αστοί;
Τα μικροαστικά κατάλοιπα είναι ισχυρά. Η δύναμη της συνήθειας που έλεγε ο λένιν. Θα χρειαστούν αρκετές γενιές να την υπερβούμε.

Σίγουρα έχει κάποιες αδυναμίες ο στίχος.
Μιλάει για φαντασία, ονειροπόλους, είναι σα να παραπέμπει σε μια ουτοπία στην οποία πιστεύει ο λένον και μερικοί γραφικοί ακόμα. Και δε μας λέει κουβέντα για το πώς ακριβώς θα έρθει αυτός ο κόσμος που φανταζόμαστε.

Αλλά είναι απλώς ένα τραγούδι, δεν είναι μανιφέστο.
Και σε συνειδήσεις που είναι σε πρώιμο στάδιο μπορεί να ασκήσει πολύ δυνατή επιρροή, πολύ μεγαλύτερη ίσως απ' ό,τι ένα βιβλίο του μαρξ ή του λένιν. Σχεδόν όση και μια εμφάνιση του χαλβατζή στην τηλεόραση.
Μέχρι να ωριμάσει η λογική, το τραγούδι δημιουργεί μια σύνδεση βασισμένη κυρίως στο συναίσθημα και κάποιες βασικές έννοιες. Τις οποίες σπάνια βλέπεις καλύτερα δοσμένες απ' ό,τι εδώ.

Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι το Imagine είναι το τραγούδι του αιώνα. Μαζί με τον ύμνο της θρυλικής CCCP.
Αφενός γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να ξεπεράσω τα εφηβικά μου ακούσματα και την πρώτη μου μουσική αγάπη. Αφετέρου και για αντικειμενικούς -θέλω να πιστεύω- λόγους.

Δεν είναι λίγοι πάντως αυτοί που το χλευάζουν. Το συνδέουν με το "κίνημα των χίπις", τα παιδιά των λουλουδιών και την αφελή αντισυστημική τους προσέγγιση που δεν άφησε πολλά πράγματα πίσω της.

Με την ίδια στείρα λογική όμως μπορώ να πιάσω κι εγώ κάποια κομμάτια από τη ρωμιοσύνη του ρίτσου, να πατήσω και σε κάποια ιστορικά γεγονότα για να το κολλήσω και να πω ότι βγάζουν αταξικό εθνικισμό. Και θα έχει και βάση ως συμπέρασμα.
Τότε όμως, τα ίδια ακριβώς άτομα, θα με πουν σχολαστικό που βγάζει κόμπλεξ.

Για αυτό ας μη βάζουμε μέτρα και σταθμά για τα οποία θα μετανιώσουμε μετά. Εκτός κι αν έχουμε δύο από το καθένα για κάθε περίπτωση. Ανάλογα με το τι μας αρέσει, για να δικαιολογήσουμε τα γούστα μας και το πόσο ταξικά είναι.

Επίλογος

Ένα από τα πιο ωραία σαρδάμ με ιδιαίτερη σημειολογία είναι όταν θες να πεις λένον και λες λένιν. Ή το αντίστροφο.
Αν ο άνθρωπος στην βρεφική ηλικία αρχίζει να διακρίνει έννοιες και να προφέρει τις πρώτες του λέξεις, κάτι αντίστοιχο γίνεται στην εφηβεία με την πολιτική.
Στην ηλικία δηλ που έχεις ακόμα κάποια πράγματα θολά και ο λένιν με τον λένον είναι περίπου το ίδιο.

Εγώ πάντως όταν ήμουν μικρός είχα άλλο κόλλημα. Επέμενα να λέω τρόπος του λένιν. Όσες φορές και να με διόρθωναν λέγοντας ότι το σωστό είναι τρόπος του λέγειν δε μπορούσα να το καταλάβω.
Τον λένιν τον ήξερα, είχαμε σπίτι κι ένα χρυσό μπιμπελό με τη φιγούρα του.
Ο λέγειν όμως ποιος διάολο ήταν;

Υστερόγραφο: ξέρετε ποιος άλλος γιορτάζει μεταξύ άλλων στις 7 νοεμβρίου; Όσοι ακούν στο όνομα ερνέστος!
Σας έρχεται στο νου κανείς που θα θέλατε να του ευχηθείτε; (και μην ακούσω τίποτα εξυπνάδες για τον βαλβέρδε).

Τέτοιες και άλλες πολύ χρήσιμες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον τοπικό τύπο της δράμας και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.ergasia-press.gr, την οποία και στηρίζουμε. Κατά μία έννοια.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Νοσταλγός της CCCP

Ο οκτώβρης είναι η επανάσταση που έγινε ενάντια στο κεφάλαιο του μαρξ (γκράμσι). Με την έννοια ότι θα ήταν πιο λογικό να ξεσπάσει πρώτα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου το όραμα της κομμουνιστικής κοινωνίας ήταν πιο ώριμο.
Μια επανάσταση 90 χρόνια πριν που μοιάζει πιο σύγχρονη από οτιδήποτε έχουμε ζήσει μετά το 90. Που πήρε το όνομά της από τον οκτώβρη, αλλά τη γιορτάζουμε νοέμβρη. Κι η επέτειός της ήταν στις επτά, αλλά εγώ γράφω για αυτήν σήμερα.

Κανονικά θα έγραφα το σάββατο, που γιόρταζε ο πολυχρονεμένος γκόρμπι κι ο μίσα το αρκουδάκι.
Αλλά σκέφτηκα πως ούτως ή άλλως δεν χρειάζεται ειδική αναφορά. Αφού συνέχεια γι' αυτήν γράφουμε.

Τα πάντα στον κόσμο γύρω μας είναι πολιτική. Κι ο έρωτας και το ποδόσφαιρο και όλα.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο τα πάντα είναι και σοβιετική ένωση.
Εννοείται κι ο έρωτας και το ποδόσφαιρο (μεταξύ άλλων).

Η επέτειος της οκτωβριανής είναι ο ορισμός του παράταιρου.
Μια γεύση από τον αιώνα των επαναστάσεων μέσα στον άχρωμο κι άοσμο 21ο. Η επέτειος μιας εργατικής επανάστασης, μες στη μαυρίλα της αντεπανάστασης.
Της οποίας ο απόηχος είναι ακόμη εκκωφαντικός.
Μας κούφανε και μας έριξε σε πλήρη σύγχυση για το τι ακριβώς έγινε. Γιατί ψάχνουμε για ενόχους και για το τι έφταιξε. Αλλά μες στον κακό χαμό δεν ακούμε, και δεν κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά, παρά ουρλιάζουμε για να ακουστούμε. Και βασικά να καλύψουμε και τις φωνές των άλλων.

Το κακό με την επέτειο είναι ότι έχει καταντήσει να είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη: επέτειος.
Ο κάθε χώρος τη βλέπει ως ευκαιρία για αυτοεπιβεβαίωση. Για να πείσει το κοινό και (βασικά) τον εαυτό του ότι είχε δίκιο. Μόνο που κινδυνεύει να μείνει χωρίς κοινό.

Οι φίλοι του κόμματος είναι σαν τους οπαδούς με τις ομάδες.
Χωρίς τίτλους και πρωταθλήματα, χωρίς μεγάλες νίκες στο σήμερα, πώς να φτιάξεις καινούριες γενιές οπαδών; Με ιστορίες για περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις;
Αλλά και χωρίς οπαδούς να σε στηρίζουν πώς να πάρεις νίκη στο σήμερα;
Φαύλος διαλεκτικός κύκλος...

Πλέον μείναμε κάτι συνάδελφοι του γιοκαρίνη, νοσταλγοί, και κάτι απολιθώματα που έχουμε κολλήσει σε άλλο αιώνα με τη βελόνα σταματημένη στο 89.
Σε μας βασίστηκε ο φουκουγιάμα κι εμπνεύστηκε το τέλος τη ιστορίας. Που έχει γυρίσει στην προϊστορία κι ακόμα παραπίσω...

Το κακό είναι ότι η 7 νοέμβρη (ταιριάζει και για όνομα οργάνωσης) είχε καταντήσει απλά επέτειος από τα χρόνια της σοβιετίας ακόμα. Με την έννοια ότι την τιμούσαν στα λόγια κι όχι με πράξεις.

Τα 40 χρονα ήταν έναν χρόνο μετά το 20ό.
Τα 50χρονα λίγο μετά τον κοσύγκιν και τις μεταρρυθμίσεις του.
Τα 60χρονα τα γιορτάσαμε με το νέο σύνταγμα, όπου κατοχυρώθηκε το παλλαϊκό κράτος.
Και τα 70χρονα τα τιμήσαμε με την αποκατάσταση του μπουχάριν.
Που αυτή καθαυτή δεν είναι λάθος. Το θέμα είναι όμως με τι σκεπτικό έγινε. Κι ουδείς αμφιβάλλει για το σκεπτικό του γκόρμπι.

Ειδικά στο λόγο του για τα 70χρονα ο γκόρμπι πρέπει να έδωσε ρεσιτάλ. Μνημείο υποκρισίας και αριστοτεχνικής αμφισημίας, ώστε ο καθένας να καταλαβαίνει αυτό που θέλει (μια ιδέα μπορεί να πάρει κανείς από το άρθρο του γκοσβάιλερ για το κρεμμύδι γκορμπατσόφ, στο μοβ βιβλιαράκι της ΣΕ για τον σύγχρονο αναθεωρητισμό).
Θα συνεχίσουμε απαρέγκλιτα στον ίδιο δρόμο, είμαστε ντούροι και αποφασισμένοι έλεγε ο γκόρμπι και χαιρόταν ο μέσος κομμουνιστής.
Ναι, αλλά ποιον δρόμο εννοούσε τελικά;

Θα μου πεις, οι επαναστάσεις δε μπαίνουν σε μουσείο.
Εννοείται, σύμφωνοι.
Τώρα όμως παρακαλάμε να μείνουν εκεί τουλάχιστον. Και να μην κλείσουν το μαυσωλείο του λένιν που μόνο αυτό έμεινε να θυμίζει τον οκτώβρη στις γενιές που έρχονται.

Τον οκτώβρη πρέπει να κάτσουμε να τον μελετήσουμε, να βγάλουμε τα διδάγματά του. Καλύτερα να προσέχω τις διατυπώσεις μου όμως, αλλιώς θα με πουν τροτσκιστή (μερικοί το πιστεύουν ήδη).
Γιατί δικό του βιβλίο ήταν τα διδάγματα του οκτώβρη.

Είναι εκεί όπου σκαλίζει το παρελθόν και κατηγορεί ζηνόβιεφ και κάμενεφ για την αρνητική στάση που είχαν προς την εξέγερση πριν ξεσπάσει.
Κάτι που δεν τον εμπόδισε σε τίποτα να συνασπιστεί λίγα χρόνια αργότερα μαζί τους στην περιβόητη τροτσκι-καμενο-ζινοβιεφική κλίκα.
Από συνέπεια δηλ φτερό στον άνεμο.

Ενώ ο σύντροφος με το μουστάκι ήταν άνθρωπος από ατσάλι. Μασίφ αμετακίνητο στις θέσεις του και την ανελέητη κριτική στον σ. γιαροσένκο.
Όπως όλο το μπλοκ μας άλλωστε. Οχυρωμένο πίσω απ' το ατσάλινο παραπέτασμα που χώριζε στα δύο την ευρώπη.

Μέχρι που ήρθε ο γκορμπατσόφ να ζωγραφίσει με αφέλεια και κηρομπογιές το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι του. Και να φέρει εντός των τειχών τον δούρειο ίππο της αγοράς που στην κοιλιά του έκρυβε την παλινόρθωση.

Μάταια φώναζε σαν λαοκόων ο λιγκατσόφ. Τα φίδια της αντεπανάστασης έπνιξαν τη φωνή του τίμιου αυτού αγωνιστή.
Και τα μ-λ σε ρόλο κασσάνδρας γεύονταν την πικρή δικαίωση...

Από όλα όσα έχουν γραφτεί για τον οκτώβρη αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό είναι μια φράση της λούξεμπουργκ -την οποία θα μεταφέρω από μνήμης.
Λέει λοιπόν η ρόζα ότι στη ρωσία ο λένιν, ο τρότσκι και οι φίλοι τους είναι οι μόνοι που μπορούν να πουν ότι τόλμησαν κι ότι το γερμανικό προλεταριάτο πρέπει να αφήσει την πτωματική του απάθεια και να ακολουθήσει το παράδειγμα της ρώσικης επανάστασης.

Εμείς αλήθεια ως πότε θα ανεχόμαστε να παίζουμε το ρόλο του πτώματος;
Χωρίς δράση, σκέψη, θέληση, τόλμη;
Χωρίς ζωή σε τελική ανάλυση...

(σ.σ: παρακαλώ αυτό περί τρότσκι και λένιν ας μην χρεωθεί σε μένα. Η ρόζα το έγραψε. Για την επιλογή της ρόζας αναλαμβάνω ακέραια την πολιτική ευθύνη).

Δυο λόγια ακόμα.
Με τις επαναστάσεις και την ιστορία, ισχύει ό,τι και με τις μεγάλες προσωπικότητες.
Όταν πεθαίνουν νέες γίνονται θρύλοι. Σαν την κομμούνα του παρισιού.
Η οκτωβριανή επανάσταση είχε την ατυχία να ζήσει πολύ.

Κάποιοι λένε ότι έζησε αρκετά ώστε να χάσει τη νιότη της, την αγνότητά της (από τους γραφειοκράτες που τη γ...αν και ψόφησε) και να εκφυλιστεί.
Στην πραγματικότητα έζησε αρκετά, ώστε να αποκτήσει πολλούς εχθρούς. Οι οποίοι δεν της συγχώρεσαν ποτέ ακριβώς το ότι δεν πέθανε νέα.
Και τώρα ως νικητές γράφουν την ιστορία όπως τους αρέσει.

Δε θα μπορούσα παρά να κλείσω το σημείωμα με τον πλέον κλασικό τρόπο σε αυτές τις περιπτώσεις.
Παρά το πισωγύρισμα της ιστορίας, το δίλημμα κομμουνισμός ή βαρβαρότητα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Κι ας πλησιάζει καλπάζοντας η γαμημένη η βαρβαρότητα...

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Κομμουνισμός&θρησκεία

Δύο φαινόμενα σταθμός στην ιστορία του ανθρώπου.
Από τη μια η θρησκεία, κυρίαρχη μορφή συνείδησης για μια χιλιετηρίδα και πλέον, όταν ακόμα και η ταξική πάλη λάμβανε υποχρεωτικά τέτοιες συγκαλυμμένες μορφές κι εκδηλωνόταν υπό θρησκευτικό πέπλο.
Και από την άλλη ο κομμουνισμός, η "θρησκεία του 20ού αιώνα", στον οποίο άφησε ανεξίτηλο στίγμα και τον πέρασε στην ιστορία ως τον αιώνα των επαναστάσεων.

(Σ.Σ: ναι ρε, ανεξίτηλο. Κι ας προσπαθούν τόσα χρόνια με μπλάνκο και χλωρίνη γκόρμπι, γέλτσιν, αστοί και σία να σβήσουν το πέρασμά του. Λες και ήταν λεκές στην ομαλή και άσπιλη αστική εξέλιξη της ιστορίας. Που για να συνεχίσει να εξελίσσεται πρέπει να τη γεμίσουμε με τέτοιους, όμοιους λεκέδες, αν δε θέλουμε να γυρίσουμε στη βαρβαρότητα. Και να αφήσουμε οριστικά πίσω ιστορίες περί κάθαρσης και αγρίων. Ας είναι ξεκάθαρο αυτό).

Δυο ιδεολογίες με εκατομμύρια πιστούς ανά τον κόσμο, έτοιμους για κάθε είδος πάλης. Ταξικής, ιδεολογικής, ακόμα και τζιχάντ με κοντόξυλα αν οξυνθεί η κατάσταση.
Ο δικός μας κόσμος βέβαια, μετά το 90 φυλλορρόησε μαζικά κι αποστρατεύτηκε στον καναπέ του. Ενώ αυτοί άρχισαν να αυξάνονται και να πληθύνονται σαν ψωμιά και ψάρια σε σικέ θαύμα.

Το πράγμα λειτουργεί όπως τα συγκοινωνούντα δοχεία. Ό,τι χάνει το ένα μαγαζί, πηγαίνει στο άλλο. Κι είναι λογικό να συμβαίνει αυτό.
Το δικό τους μαγαζί βασίζεται στην απελπισία και τη μετά θάνατον δικαίωση. Το δικό μας στην ελπίδα για αλλαγή εδώ και τώρα, αλλά σε λιγότερο πασοκ εκδοχή.
Η θρησκεία κυριαρχεί σε περιόδους ανορθολογισμού. Ο κομμουνισμός είναι ο θρίαμβος του συνειδητού που γίνεται (επίγεια) πράξη.

Ποια είναι λοιπόν η σχέση μεταξύ των δύο;
Σύμπλεξη, τάυτιση, διάζευξη ή παράλληλη συνύπαρξη (ου μην και ειρηνική); Με άλλα λόγια τι μπαίνει ανάμεσα στα δύο; Συμπλεκτικό "και", το ίσον της αριθμητικής (=), το διαζευκτικό "ή", ή απλώς κόμμα; (σ.σ: ένα είναι το κόμμα).
Θα ρωτήσω τη λιάνα σε καμιά εκδήλωση να πάρω γραμμή...

Ο πολύς κόσμος κάνει χοντροκομμένες συνδέσεις τύπου φάντης με ρετσινόλαδο. Ας δούμε ένα ποτ πουρί με τις πλέον συνηθισμένες.

Ο χριστός ήταν ο πρώτος κομμουνιστής.
Η θεωρία αυτή θα βόλευε αν ψάχναμε για χριστιανική πελατεία. Έλα όμως που οι σοβιετικοί επιστήμονες αμφισβητούν την ύπαρξη του ιησού!
Προσέξτε: δε μιλάνε για μη ύπαρξη χριστού, υιού του θεού κτλ που αυτονόητα δε στέκουν. Αμφισβητούν την ύπαρξη του ιησού ως ιστορική προσωπικότητα.
Και μάλλον έχουν δίκιο.

Οι γνήσιοι (sic) κομμουνιστές πρέπει να ζουν ασκητικά. Να μην είναι πλούσιοι και να μοιράζουν τα υπάρχοντά τους. Αλλιώς δεν είναι συνεπείς στα ιδανικά τους.
Αυτό μου θυμίζει συνειρμικά την ιστορία με τον σύζυγο της κρούπσκαγια που ταξίδευε πάντα πρώτη θέση στο τρένο. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, απάντησε ότι στόχος των μπολσεβίκων ήταν να καταργήσουν την τρίτη θέση, όχι την πρώτη.

Ο πειρασμός να σχολιάσω είναι σα μήλο του αδάμ. Γιατί κι η τρίτη θέση να καταργηθεί, παραμένει η δεύτερη. Κι είναι μεγάλο θέμα τι γίνεται όσο η πρώτη θέση αδυνατεί να τους χωρέσει όλους και πώς το αντιμετώπισαν στη σοβιετία.
Θα αγνοήσω όμως τον όφη τον κολοβό και θα περιοριστώ να πω ότι ο γκεβάρα πχ, αν και υπουργός βιομηχανίας, αρνούνταν να δεχτεί τέτοια προνόμια και διακρίσεις για το πρόσωπό του. Και στα τρένα της κούβας (αν τους περίσσευε πετρέλαιο να τα κινούν, γιατί τότε δεν υπήρχε και τσάβες να δίνει τζάμπα τη βενζίνη) θα ταξίδευε τρίτη θέση μαζί με το λαό για να δίνει το παράδειγμα.

Οι κομμουνιστές κι οι παπάδες αφήνουν μαλλιά και μούσια.
Αυτό θα το διηγηθώ σε πρώτο πρόσωπο γιατί έχω προσωπική εμπειρία.
Αφήνεις μούσι για να γίνεις παπάς;
Μέχρι να αφήσω (και) το μαλλί να μακρύνει αντιμετώπιζα συχνά τέτοιες ηλίθιες ερωτήσεις στις οποίες δεν απαντούσα πάντα με ψυχραιμία. Ειδικά αν ο άλλος έκανε πλάκα (το τι γέλια κάναμε κάθε φορά...) και πίστευε ότι μου την έλεγε.

Σε δεύτερη σκέψη πάντως, η ανεργία θερίζει, οι παπάδες καλοπερνάνε (παίρνοντας στην χειρότερη σίγουρο μισθό από το δημόσιο) κι εγώ θα μπορούσα να το 'χα δει καλύτερα.
Στο κάτω-κάτω το σινάφι μου ούτε πιο ηθικό είναι, ούτε κερδίζει σε χρήμα αυτό που χάνει σε αξιοπρέπεια (εξαιρούνται οι εξαιρέσεις).

Ο κομμουνισμός και ο χριστιανισμός κηρύσσουν κοινοκτημοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι η πίστη κι η ιδεολογία των φτωχών.
Καταρχήν ο κομμουνσιμός δεν κηρύσσει εξ αποκαλύψεως. Είναι η φυσική ροή των πραγμάτων.
Ούτε αρκείται στο κήρυγμα. Απαιτεί προσωπική συμμετοχή.
Την οποία υποτίθεται ότι στον χριστιανισμό την έφερε ο προτεσταντισμός, αλλά με τελείως διαφορετικό πλαίσιο και περιεχόμενο.

Στην πραγματικότητα, παρά την κάποιας μορφής κοινοκτημοσύνη στις πρωτόγονες χριστιανικές κοινότητες, ο χριστιανισμός ουδέποτε αμφισβήτησε το θεσμό της ιδιοκτησίας. Στηλίτευσε μόνο τον υπέρμετρο πλούτο και τις κοινωνικές ανισότητες. Για αυτό και η φιλανθρωπία κατέχει υψηλή θέση στο αξιακό του σύστημα.
Με άλλα λόγια, ενώ ο χριστιανισμός ήταν πράγματι (αρχικά) η θρησκεία των φτωχών και καταφρονεμένων, των κολασμένων της γης, στην ουσία ήταν κάτι σαν ρεφορμισμός της εποχής.
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρχε η δυνατότητα για διαφορετική (κομμουνιστική) διέξοδο σε εκείνα τα χρόνια.

Όπως και να 'χει, τέτοιου είδους συνδέσεις είναι επικίνδυνες και παραπλανητικές. Και στην ουσία τους λαϊκίστικες, όχι λαϊκές.
Όταν δεν είναι συνειδητά πρόστυχες, είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελείς.

Κι όμως υπάρχουν βαθύτερες ομοιότητες του κομμουνισμού με τη θρησκεία. Μια σειρά σατανικές συμπτώσεις που και κολασμένους (της γης) κολάζουν.
Αυτές ακριβώς θα εξετάσουμε στα σημειώματα που θα ακολουθήσουν...

(Συνεχίζεται...)

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Απλά μαθήματα διαλεκτικού φορμαλισμού

Η ευτυχία ενός ανθρώπου κατά βάση συνίσταται σε δύο πράγματα: δημιουργική εργασία και ουσιαστικές, βαθιές ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί και με τη μορφή εξίσωσης:
ευτυχία = δημιουργική εργασία+ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις.

Βαδίζουμε έτσι στα χνάρια του μαρξισμού-λενινισμού (ακολουθώντας τα πετραδάκια που μας έχει αφήσει η καθοδήγηση) και του λενινιστικού τρόπου σκέψης που φτάνει στο αποκορύφωμά της με τη διατύπωση μιας σειράς από ακατανίκητες και ανυπέρβλητες διαλεκτικές φόρμουλες που επιβεβαιώνονται και θριαμβεύουν στη ζωή.

Είναι περίφημη πχ η φόρμουλα που είχε διατυπώσει ο βλαντιμίρ ιλίτς για τον κομμουνισμό απευθυνόμενος προς τις σοβιετικές μάζες:
Κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο εξηλεκτρισμός της χώρας σε συνδυασμό με τη σοβιετική εξουσία.

Κι αυτό το τσιτάτο με τη σειρά του μπορεί να διατυπωθεί με τη μορφή εξίσωσης για να είναι πλατιά κατανοητό από τις μάζες και να γίνει κατάκτηση της λαϊκής συνείδησης.
Κομμουνισμός = εξηλεκτρισμός+εξουσία των σοβιέτ.

Με αυτή τη φόρμουλα δημιουργούνται νέα δεδομένα, τα οποία οφείλουμε να εκλαϊκεύσουμε.
Λύνοντας την εξίσωση ως προς τον εξηλεκτρισμό βρίσκουμε ότι:
εξηλεκτρισμός = κομμουνισμός-σοβιετική εξουσία.

Τι μας δείχνει σε αυτή τη μορφή της η εξίσωση;
Καταρχάς τον εξηλεκτρισμό ας τον εκλάβουμε με την ευρεία του έννοια ως παραγωγικότητα, η αύξηση της οποίας ήταν πρωταρχικός στόχος για τους σοβιετικούς. Όχι μόνο για να οικοδομήσουν σοσιαλισμό, αλλά και για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Αυτό το πέτυχαν με κραταιό ΚΚ αλλά χωρίς πολλή σοβιετική εξουσία.
Κρατήσαν δηλ το κκσε στην εξουσία, τις ωραίες χρουτσωφικές υποσχέσεις για κομμουνισμό μες στα επόμενα 20 χρόνια, αλλά τα σοβιέτ πήγαν κατά διαόλου. Η πολλή δημοκρατία βλάπτει την παραγωγικότητα και τα ομιλούντα εργαλεία παράγουν περισσότερο υπό μονοπρόσωπη διεύθυνση, όχι όταν σκέφτονται και αποφασίζουν μόνα τους.
Βέβαια αν ο εργάτης δε νιώθει δικό του αυτό που γίνεται, τα ρίχνει όλα μια μούτζα κι αυτό σε βάθος χρόνου ρίχνει και την παραγωγικότητα. Και σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος το ΚΚ από την εξουσία.

Υπάρχουν κι αυτοί που ζητάν το ακριβώς αντίθετο.
Δηλαδή, αντί για κομμουνισμό χωρίς ουσιαστική σοβιετική εξουσία, αυτοί θέλουν σοβιέτ χωρίς κομμουνιστές (κατά το σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους στον ρωσικό εμφύλιο).
Αυτό όμως είναι βαθιά αντιδραστικό και συνάγεται και μαθηματικά κι από την εξίσωση.
Όπου αν: κομμουνισμός = σοβιετ+εξηλεκτρισμός
τότε: σοβιέτ = κομμουνισμός-εξηλεκτρισμός
οπότε: σοβιέτ-κομμουνισμός = -εξηλεκτρισμός.
Στην ουσία δηλαδή μιλάμε για εκπληκτικό πισωγύρισμα και επικράτηση του σκοταδισμού από κάθε άποψη.

Για κάποιους ρομαντικούς βέβαια, το ιδανικό αταξικό στάτους κβο είναι η επιστροφή στη φύση.
Όμως, εκτός του ότι αυτός θα ήταν ένας "κομμουνισμός" βασισμένος στη φτώχεια και πολύ σύντομα θα αναπαράγονταν όλες οι παλιές βρωμιές, εκτός του ότι όλα τα ιδεολογήματα περί πρωτόγονου κομμουνισμού είναι καθαρή ουτοπία, υπάρχει και κάτι άλλο.

Αντιδραστικός στην κυριολεξία είναι αυτός που υπερασπίζεται το παλιό και αρνείται να δεχτεί το καινούριο.
Αν και δυσκολεύομαι να χαρακτηρίσω αντιδραστικούς τους ρομαντικούς και μολονότι η νοσταλγία είναι το αγαπημένο μου ίσως συναίσθημα, ο ορισμός του αντιδραστικού με βρίσκει σε γενικές γραμμές σύμφωνο.
Ο οικολογικός, φιλικός προς το περιβάλλον τρόπος παραγωγής είναι άλλη υπόθεση και σε κάθε περίπτωση στόχος άρρηκτα δεμένος με την κομμουνιστική κοινωνία. Όχι με την ουτοπική επιστροφή σε κάποιο ανύπαρκτο ιδανικό παρελθόν, όπου ο άνθρωπος ζούσε -υποτίθεται- ευτυχισμένος μέσα στη φύση.

Τέλος, αν λύσουμε την εξίσωση ως προς τη σοβιετική εξουσία (= κομμουνισμός-εξηλεκτρισμός), έχουμε μια εικόνα της ιδανικής κοινωνίας του μέλλοντος. Όπου εν πλήρη αφθονία κι ευημερία δε θα μοχθεί κανείς για να αυξήσει την παραγωγικότητα. Αυτό θα είναι κατακτημένο.
Ο καθένας θα κάνει καθημερινή ασχολία το χόμπι και τις ιδιαίτερες κλίσεις του. Και η σοβιετία του μέλλοντος θα είναι απ' άκρη σε άκρη μια απέραντη κομμουνιστική λέσχη συζητήσεων, λαϊκών συνελεύσεων και (αμπελο)φιλοσοφίας. Ειδικά αυτό το τελευταίο ζούμε κι αναπνέουμε να το δούμε στην πράξη.
Επειδή βέβαια αυτό θα θελήσουν όλοι να το κάνουν πράξη πριν την τελική έλευση του κομμουνισμού (που θα έρθει με το τρένο), είναι ένα ζήτημα τι ακριβώς θα γίνει με την οικονομία και την παραγωγικότητα της σοβιετίας στο μεταβατικό διάστημα. Αλλά ως τότε έχουμε μπόλικο καιρό (να κοροϊδεύουμε).

Υστερόγραφα:
-το πόσο δημιουργική μπορεί να είναι η αξιοποίηση τέτοιων τσιτάτων φαίνεται και από το βιβλίο μια άλλη ματιά στο στάλιν, όπου ο μάρτενς βασίζεται στο εν λόγω σύνθημα του λένιν για να φτάσει στο συμπέρασμα ότι ήταν δυνατή η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα.
Και του κομμουνισμού μη σου πω... (άμα το πάρουμε τοις μετρητοίς αυτό βγαίνει).

-παλιότερα υπήρχε ολόκληρη σειρά με τέτοια απλά μαθήματα. Η ΚΟΑ είχε βγάλει μπροσουρίτσα με απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε όλα τα παλιά γραφεία του κόμματος. Ομώνυμο δίσκο είχε βγάλει μέχρι κι ο λουκιανός κηλαηδόνης!
Το προτσές της ιδεολογικής εκλαΐκευσης στα καλύτερά του...

Είναι κάτι παραπάνω από κρίμα που δεν έχει βγει κάτι αντίστοιχο με αναλύσεις πάνω στις λενινιστικές φόρμουλες.
Αν και κάπου στα θρυλικά 80'ς κυκλοφόρησε ένα συλλεκτικό βιβλίο όπου είχε συγκεντρωμένα κατά λήμμα διάφορα λενινιστικά τσιτάτα παρμένα από όλο το φάσμα των απάντων! Πήγαινες ας πούμε στο λήμμα ειρηνική συνύπαρξη και διάλεγες αυτό που σε βόλευε κατά περίπτωση. Κομματάκια των 4-5 σειρών -μικρά κι ευκολομνημόνευτα- αποσπασμένα από λοιπά αχρείαστα συμφραζόμενα. Κατευθείαν στην ουσία.
Το απόλυτο πνευματικό εφόδιο για κάθε ινστρούχτορα νέου τύπου.

-το παραπάνω μάθημα είναι πολύ σοβαρό -ως συνήθως άλλωστε. Αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου - ως συνήθως επίσης.
Για όποιον τα παίρνει τοις μετρητοίς και μένει μόνο σε αυτά, να θυμίσω απλώς μια ρήση του ένγκελς (μακάρι να θυμόμουν και από ποιο έργο ακριβώς) όπου έλεγε ότι: αν το ζήτημα της επανάστασης ήταν τόσο απλό όσο το φαντάζονται κάποιοι, τότε δεν θα ήταν δυσκολότερο από μια εξίσωση πρώτου βαθμού. Στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε με ανώτερα μαθηματικά...